Jonas Cohn - Protoporoi Filosofoi

September 23, 2017 | Author: laokoontas | Category: N/A
Share Embed Donate


Short Description

Download Jonas Cohn - Protoporoi Filosofoi...

Description

Jonas Cohn

Πρωτοπόροι Φιλόσοφοι Ιστορική Εισαγωγή στη Φιλοσοφία Σωκράτης Πλάτων Descartes Spinoza Kant Fichte

Μετάφραση: Γ. Καραγιάννης

Κουλτούρα ΑΘΗΝΑ 1970

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Πρόλογος του Μεταφραστή Οι Πρωτοπόροι Φιλόσοφοι αποτελούν εισαγωγή στη Φιλοσοφία με τρόπο ιδιαίτερο. Ο συγγραφέας αντί να κάνει, όπως όλοι συστηματική ιστορική έκθεση των διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων, διαλέγει και πραγματεύεται τις ιδέες εκείνων μόνο των Φιλοσόφων, που θεωρεί πως φέρανε κάτι καινούργιο στην αδιάκοπη προσπάθεια του πνεύματος να λύσει τα προβλήματα που το τυραννούν: Ποια η γένεση κι η ερμηνεία των όντων; Ποιος ο προορισμός του ανθρώπου; Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στο περιεχόμενο αυτού του βιβλίου, μιας και ο συγγραφέας είναι σαφής και στην εισαγωγή του και στην αρχή της πρώτης του διάλεξης. Θα πω μονάχα λίγα λόγια για τον συγγραφέα: Ο Jonas Cohn γεννήθηκε στο Görlitz της Γερμανίας το 1869 και πέθανε στο Birmingham το 1947. Από το 1901 ήταν καθηγητής στο Freiburg. Σύμφωνα με τον Cohn, απαραίτητη έννοια για τη λογική είναι το υπερατομικό Εγώ, προς το οποίο τείνει διαρκώς να αφομοιωθεί το άτομο. Επειδή σε κάθε κρίση περιέχουσα δύο στοιχεία, που δεν ανάγονται το 'να στο άλλο — το δημιούργημα της νόησης και το δοσμένο απ' τα έξω — τελικός σκοπός είναι η αλήθεια. Ξεκινώντας από τον Fichte καταπολεμάει την μηχανοκρατική αντίληψη, αντιτάσσοντας την κριτική αυτεπίγνωση και γνωσιολογία. Αναγνωρίζοντας πως υπάρχει το θρησκευτικό πρόβλημα, παραδέχεται πως μπορεί να λυθεί μόνο με την εμφάνιση μιας θρησκευτικής μεγαλοφυΐας. Η δημιουργία αυτόνομης προσωπικότητας πρέπει να αποτελεί το σκοπό της παιδαγωγικής. Αυτές σε γενικές γραμμές είναι οι πεποιθήσεις του. Έγραψε πάρα πολλά έργα, ανάμεσα στα οποία: «Η Γενική αισθητική», «Η θεωρία της διαλεκτικής». «Το νόημα του σύγχρονου πολιτισμού», «Το πνεύμα της αγωγής», «Σχετικότητα σε φιλοσοφική βάση», «Έρευνα στα θεμελιώδη προβλήματα της Λογικής», «Ιστορία του προβλήματος του άπειρου» κ.ά. Ο συγγραφεύς, όπως βλέπετε, ανήκει στους νεοκαντιανούς ιδεαλιστές. Ίσως αυτό να μην αρέσει σ' αρκετούς και να το θεωρήσουν απ' τα πριν απορριπτέο, μα θα μου επιτρέψουν να τους απαντήσω με τα ίδια τα λόγια του Cohn πως: «... δεν είναι σωστό να παίρνεις όρκο στα λόγια οποιουδήποτε, μα πρέπει να αποκομίζεις στέρεες πεποιθήσεις με δική σου έρευνα.»

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Εισαγωγή Σκοπός του βιβλίου αυτού δεν είναι η εισαγωγή στην Ιστορία της Φιλοσοφίας, μα με ιστορικό τρόπο η εισαγωγή στη φιλοσοφία. Έχοντας τούτο στο μυαλό μου έκανα την επιλογή και των φιλοσόφων για τους οποίους μιλάω και των θεωριών τους. Προσπάθησα παντού να ξεχωρίσω και να επεξεργαστώ αυτά που έχουνε παντοτινή αξία για τη φιλοσοφία. Βέβαια δεν μας λείπουν πραγματείες, που όχι μόνο αναφέρονται οι δευτερεύοντες απόψεις των μεγάλων φιλοσόφων, μα κι οι αντίθετες πνευματικές κατευθύνσεις. Όπου νομίζει o αναγνώστης ότι υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις παραπάνω εργασίες και στη δικιά μου, ας έχει υπόψη του, τον παρακαλώ, τον ιδιαίτερο σκοπό που 'χαν οι διαλέξεις μου. Κι αυτός προέκυψε από τη στέρεη πεποίθηση, πως η φιλοσοφία στη διαδικασία της εξέλιξής της κατάφερε πολύ περισσότερα από μερικούς φτωχούς πνευματώδης στοχασμούς. Αλήθεια, και να κοιτάξει μονάχα, αν θέλει κανείς, τα κυριότερα σημεία της εξέλιξής της, θα καταλάβει, πως, όπως σ' όλες τις άλλες έτσι και σ' αυτή, τη σπουδαιότερη απ' όλες τις επιστήμες βρέθηκαν αλήθειες θεμελιώδους κι αιώνιας σημασίας· αλήθειες απ' τα πράγματα προορισμένες ν' αποτελούν τη βάση της ζωής. Τις διαλέξεις που θα διαβάσετε τις έκανα το Δεκέμβρη του 1906 στο Freiburg i. Br. και τις άκουσαν άνθρωποι από κάθε τάξη και των δύο φύλων. Ο ζήλος, με τον οποίο οι πολυάριθμοι ακροατές μου, παρακολουθούσαν την ανάπτυξη των θεμάτων μου, πολλές φορές μετά από ολοήμερη κουραστική δουλειά, μου έδειξε πόσο διαδομένη είναι η έφεση για φιλοσοφικές σπουδές. Επειδή οι διαλέξεις που έκανα, τυπωμένες, μπορεί να πρόσφεραν υπηρεσία σε πολλούς κύκλους, κράτησα επίτηδες το ύφος του προφορικού λόγου. Περιέκοψα μονάχα τις επαναλήψεις που προσιδιάζανε στον προφορικό λόγο, και που εύκολα μπορεί να αναπληρώσει ο αναγνώστης ξανακοιτάζοντας λιγάκι παραπάνω και στη θέση τους έβαλα άλλα κομμάτια που θίγουνε βαθύτερα τα ζητήματα που διαπραγματεύτηκα, μ' αν τα άκουγε κανείς μια φορά θα ήτανε δυσνόητα. Σε καλύτερη αυτοδιδαχή θα συμβάλλει η παραβολή της πραγματείας μου με άλλες νεότερες εισαγωγές στη φιλοσοφία. Πράγματι, δεν είναι σωστό να στηρίζεται κανείς στα λόγια ενός οποιουδήποτε, μα πρέπει ν' αποκομίζει ασφαλείς πεποιθήσεις με δικιά του έρευνα. Σκόπιμα δεν θα κατονομάσω κανένα από τα βιβλία που εισάγουν στη φιλοσοφία. Η εύρεσή τους είναι εύκολη και η συλλογή του Teubner Α.Ν.G.W. περιλαμβάνει αρκετούς τόμους, που ανήκουν εδώ. Σαν έργα που εκθέτουν αντιλήψεις παραπλήσιες με το βιβλίο μου, και που φαίνονται κατάλληλα για να καθοδηγήσουν σε βαθύτερη κατανόηση, θα επιθυμούσα ν' αναφέρω μόνο τα εξής: Windelband: «Präludien» και Hensel: «Haupt problème der Ethik». Προπάντων όμως συμβουλεύω την ανάγνωση μερικών από τα κύρια έργα των μεγάλων φιλοσόφων, που πραγματεύομαι. Αυτά δημοσιεύτηκαν κυρίως στη φιλοσοφική βιβλιοθήκη (Felix Meiner, Leipzig) κι ακόμα εν μέρει στην Reclams Universal—Bibliothek. Σαν ευκολότερα νοητά συνιστώ προπαντός τα επόμενα συγγράμματα: Για την πρώτη διάλεξη: Ξενοφώντα: απομνημονεύματα. Πλάτωνα: Απολογία Σωκράτη, Κρίτωνας, Λάχης. Για τη δεύτερη διάλεξη: Πλάτωνα: Πρωταγόρας, Γοργίας, Φαίδωνας, Συμπόσιο. Για την τρίτη διάλεξη: Descartes: Discours de la méthode. Meditationes de prima Philosophia. Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Για την τετάρτη διάλεξη: Spinosa: Traetatus de intellectus emendatlone. Για την πέμπτη διάλεξη: Kant: Prolegomena, zu einer jeden künftigen Metaphysik, Grundlegung zur Metaphusik der Sitte. Για την έκτη διάλεξη: Fihte: Die Bestimmung bes Menschen, Einige Vorlesungen über die Bestimmung des Gelehrten. Der geschlossene Handeistaat. Grundzüge des gegenwärtigen Zei talters. Reden an die deutsche Nation. Σύμφωνα με τον σκοπό των διαλέξεών μου πουθενά δεν κατονομάζω τους ερευνητές, που τους οφείλω συγκεκριμένες ιδέες ή και παρορμήσεις. Οι ειδικοί και χωρίς την ιδιαίτερη μνεία θα διακρίνουν μερικούς νεότερους φιλόσοφους, συγγραφείς ιστοριών της φιλοσοφίας και βιογράφους που πάνω-κάτω ακολουθώ. Είναι περιττό και να πούμε καν, πως εισαγωγή που αφορά το πολύ πλήθος, δεν μπορεί να αξιώσει τη μετάδοση νέων, επιστημονικά εξακριβωμένων πορισμάτων. Και γενικά, παρακαλώ όλους που, όπως εγώ, αφιέρωσαν τη ζωή τους στη λύση φιλοσοφικών προβλημάτων, να αναλογισθούν πως αυτό το βιβλίο δεν γράφτηκε γι' αυτούς, αν και αυτοί μόνον είναι οι αρμόδιοι κριτές του. Κάθε νέα έκδοση την επιθεώρησα με προσοχή και την τέταρτη ιδιαίτερα· ακόμα και όσον αφορά το ευνόητο και το σαφές της ανάπτυξης των σκέψεών μου. Το βιβλιαράκι χρησιμοποιήθηκε σε πολλά ανώτερα σχολεία μας στο μάθημα των φιλοσοφικών. Επωφελήθηκα με ευγνωμοσύνη τις νύξεις ενός δάσκαλου, και παρακαλώ θερμά να μου ανακοινώνεται κάθε νέα από την πείρα βγαλμένη παρατήρηση. Νόμισα πως έπρεπε να διατηρήσω το σχέδιο που συνέλαβα αρχικά· και ιδιαίτερα δεν μπόρεσα να αποφασίσω να το αλλοιώσω περιλαμβάνοντας σ' αυτό και άλλους φιλόσοφους σύμφωνα με την επιθυμία μερικών επικριτών. Με τον τίτλο «Πρωτοπόροι Φιλόσοφοι» εννοώ αυτούς που είναι κατάλληλοι, να καθοδηγήσουν στη φιλοσοφία. Η κατανόηση όμως των μεγάλων ανδρών, που διάταξαν σε σύστημα τη φιλοσοφία, όπως π.χ. ενός Αριστοτέλη, ενός Leibniz, ενός Έγελου, προϋποθέτει ασκημένη φιλοσοφικά διάνοια και επιπλέον, επειδή αυτοί επεξεργάστηκαν κάθε επιστητό της εποχής τους, πολλές εμπειρίες και ιστορικές γνώσεις. Ακριβώς επειδή τιμώ τους πολυμαθείς αυτούς φιλοσόφους ο εαυτός εξεγείρεται προκειμένου να τους αδικήσω σε μια σύντομη έκθεση του συστήματός τους. Αλλιώς όμως έχει το πράγμα για τους διανοητές που το μεγαλείο τους βρίσκεται μάλλον στη θέση των προβλημάτων και την εύρεση αρκετών μεγάλων θεμελιωδών ιδεών. Μόνο αυτοί μου φαίνεται πως είναι κατάλληλοι να διεγείρουνε τη σκέψη για φιλοσοφία.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Πρώτη Διάλεξη Σωκράτης Είναι δύσκολο να μιλάμε για φιλοσοφία μπροστά σε άγνωστους ακροατές. Επειδή, όπως είναι γνωστό, η Φιλοσοφία έχει σα σκοπό της να πιάσει τον άνθρωπο σα σύνολο, η φιλοσοφική διάλεξη πρέπει, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, να υπολογίζει στην εσωτερική, ενεργό συμμετοχή του ακροατή. Κάθε Φιλοσοφία ζητάει να δώσει απάντηση στο θέμα του προορισμού του ανθρώπου. Όση ποικιλία κι αν έχουν τ' αντικείμενά της, η εκλογή τους γίνεται με μια μόνο ελπίδα, μήπως μπορέσουμε να έχουμε απ' αυτά μία μικρή πληροφορία στο μεγαλύτερο από όλα τα προβλήματα: ποιος είναι ο προορισμός μου στον αινιγματικό ετούτο κόσμο; Μόνο οι ακροατές, που έχουν κιόλας συγκλονισθεί από αυτό το πρόβλημα, μπορεί η φιλοσοφική διάλεξη να ελπίζει, πως θα την προσέξουν και θα την καταλάβουν. Δέχομαι προκαταβολικά, πως όλοι εσείς, που με ακούτε, έχετε ήδη κατά κάποιο τρόπο αισθανθεί αυτή την ταραχή και είναι συνεπώς ζωηρός ο πόθος σας για τη φιλοσοφική γνώση. Αυτόν τον πόθο π ρ έ π ε ι να τον θεωρήσω προϋπόθεση, πέρ' απ' αυτόν όμως κ α μ ι ά άλλη προϋπόθεση δε θέλω να θεωρήσω δοσμένη. Θα προσπαθήσω να σας βοηθήσω, να σχηματίσετε σαφέστερη ιδέα για το αντικείμενό μας, και να βρείτε τη λογική πορεία, με την οποία ο πόθος σας θα ικανοποιηθεί όσο το δυνατό πιο πολύ. Σαν πιο αποτελεσματικό μέσο γι' αυτό το σκοπό θεωρώ την παρουσίαση των κυριοτέρων φιλοσοφικών ιδεών σε στενή σχέση με τη ζωή των μεγάλων φιλοσόφων. Γιατί αυτές οι ιδέες πηγάσανε από την εσωτερική διάθεση σπουδαίων προσωπικοτήτων. Η γνωριμία με αυτές ναι μεν δεν είναι η πιο σύντομη και επιστημονική, είναι όμως η πιο βατή και τερπνή μέθοδος για την κατανόηση των ιδεών τους. Δεν έχω πρόθεση να σας παρουσιάσω νέα επιστημονικά πορίσματα, μα να σας μεταδώσω σοφία παλιά. Σε κείνον, που γι' αυτό το λόγο, νομίζει ότι χάλασε την ώρα του που ήρθε δω, είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω με ένα ανέκδοτο. Κάποτε κάποιος καλόβολος βασιλιάς επισκέφτηκε ένα αστεροσκοπείο και ρώτησε τον διευθυντή αστρονόμο: «Τι καινούριο υπάρχει στον ουρανό;» Κι ο ετοιμόλογος διευθυντής απάντησε αντερωτώντας: «Μήπως γνωρίζετε, μεγαλειότατε, τι το παλιό υπάρχει;» Θα προσπαθήσω λοιπόν να σας μεταδώσω την παλιά σοφία, με τέτοιο τρόπο όμως, ώστε να σας φανεί καινούρια — καινούρια με την έννοια πως θα την ξαναζήσετε μέσα σας. Θα προσπαθήσω να σας φέρω κοντά σε σκέψεις για τη ζωή, που φαίνονται μακρινές και ξένες, σε σκέψεις που πηγάζουνε απ' την ψυχή των πνευματικών ηγετών, με την εσωτερική, ζωογόνα σημασία τους. Ανάμεσα απ' τους μεγάλους φιλόσοφους διάλεξα έξι, που εκπροσωπούν ταυτόχρονα τις τρεις πιο γόνιμες περιόδους στην Ιστορία της φιλοσοφικής διανόησης, και που, παίρνοντάς τους κατά ζεύγη, έχουν σχέση δασκάλου με μαθητή· δηλαδή ο Σ ω κ ρ ά τ η ς και ο Π λ ά τ ω ν α ς , ο D e s c a r t e s και ο S p i n o z a , ο K a n t και ο F i c h t e . Σε καθέναν απ' αυτούς θα αφιερώσω ιδιαίτερη διάλεξη· Η δικαιολογία γιατί διάλεξα μόνο τους φιλοσόφους που ανάφερα θα γίνει κατανοητή μόνο με την ανάπτυξη της σκέψης μου παραπέρα. Όσον αφορά τον πρώτο η εκλογή του είναι προφανής. Μόνο από τον Σ ω κ ρ ά τ η μ π ο ρ ε ί ν' αρχίσει αυτός που θέλει να σχηματίσει ζωντανή εικόνα για την Φιλοσοφία. Ζωή και νόηση είναι συνυφασμένα στον Σωκράτη. Αυτός δεν έκθεσε τη φιλοσοφία σε βιβλία, μα στον τρόπο ζωής του και στις συζητήσεις με τους συμπολίτες του. Αυτά και η μεγάλη του επίδραση φαίνεται πως ήταν εφικτά μόνο στη γενέτειρα του Σωκράτη και στην εποχή του. Ο Σωκράτης γεννήθηκε στην Αθήνα γύρω στα 470 π.Χ. από τον αγαλματοποιό Σωφρονίσκο, που πρέπει να τον φανταστούμε σα μάστορη περισσότερο, παρά σαν καλλιτέχνη. Η μητέρα του ήταν μαία. Καταγότανε λοιπόν από τη μικροαστική τάξη. Η φτώχεια όμως δεν εμπόδιζε καθόλου τον Αθηναίο της εποχής εκείνης να μορφώνει το πνεύμα του. Η Αθήνα ήταν τότε στον κολοφώνα της δύναμής της. Δεν ήταν πια πρωτεύουσα ενός μικρού κρατιδίου, αλλά το κέντρο συνασπισμού κρατών, που στην ουσία σήμαινε ενιαίο κράτος. Γι' αυτό μετά τους Περσικούς πολέμους η νικήτρια Αθήνα διοικούσε τα παράλια της Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Μικράς Ασίας και τα νησιά της Ανατολικής Μεσογείου. Από παντού μαζευότανε στην πόλη πλούτος, που η ωφέλιμη επίδρασή του αντανακλούσε χάρη στο δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, σ' όλους τους πολίτες και που εκδηλωνότανε με τη διοργάνωση γιορτών και θεατρικών παραστάσεων, κι ακόμα με την ανέγερση δημόσιων ιδρυμάτων και τη συλλογή καλλιτεχνικών θησαυρών. Η ζωή ήταν ολοκληρωτικά δημόσια. Αν και αυτά είναι συνηθισμένο στους νότιους λαούς —τουλάχιστο στους άντρες— όπου οι συζητήσεις, η κουβέντα και οι εμπορικές υποθέσεις ακόμα γίνονται στους δρόμους. Εκείνη την εποχή όμως η δημόσια εξωτερική ζωή χαρακτηριζότανε από μεγάλο ενδιαφέρον πνευματικής και ηθικής φύσης προς τα δημόσια πράγματα, δηλαδή με τη συμμετοχή κάθε πολίτη στη διακυβέρνηση της πολιτείας που ανήκε. Κάθε πράξη κι αυτή ακόμα που δε μπορεί να χαρακτηριστεί με τη στενή έννοια του όρου πολιτική, ήταν υπηρεσία στην πολιτεία. Την πολιτεία εξυμνούσε και ομόρφαινε η τέχνη· αυτή μοιραζότανε εξίσου τη νίκη με το νικητή, αν κάποιος απ' τους πολίτες της αξιωνότανε να πάρει τη νικητήρια δάφνη στους ολυμπιακούς αγώνες. Αυτή η ενότητα πολίτη - πολιτείας βρήκε τη μεγάλη της εκδήλωση σε μια θρησκεία, που, ναι μεν δεν ήταν διατυπωμένη σε αναλλοίωτα δόγματα, κυριαρχούσε όμως σε κάθε εκδήλωση της αστικής ζωής με την ιερή επιβλητικότητα της εξωτερικής λατρείας. Έτσι διαμορφωνότανε το άτομο από την πολιτεία και για χάρη της πολιτείας, χωρίς αυτό καθόλου να σημαίνει περιορισμό της προσωπικής δύναμης και αυτοδιάθεσης. Αντίθετα μάλιστα, καθένας που οπωσδήποτε είχε κάποιες πνευματικές ικανότητες, αγωνιζόταν να πετύχει δύναμη, υπόληψη και δόξα στην πολιτεία. Και αυτή ακριβώς η δημοσιότητα της ζωής έδινε ιδιαίτερες παρορμήσεις για την κατάληψη αξιωμάτων. Κάθε πράξη λοιπόν στην Πολιτεία μέσα καταντούσε κοινό αγώνισμα. Στις τελετές που διοργανωνόντουσαν προς τιμή του Διόνυσου οι δραματικοί ποιητές αγωνιζόντουσαν για το βραβείο, ενώ στις δημόσιες συγκεντρώσεις παραβγαίνανε στην ανταλλαγή ρητορικών διαξιφισμών με σκοπό να αποχτήσουνε την εύνοια του λαού. Ήτανε συνεπώς επόμενο, πως οι δυνατές προσωπικότητες, που 'χαν αυτοπεποίθηση, και είχαν τάξει στον εαυτό τους στην υπηρεσία θρησκεία της Πολιτείας, θα ζητούσαν να προβάλουν το ίδιο τις αξιώσεις τους και απέναντι στο σύνολο. Στη δημιουργία αυτού του συναισθήματος της δύναμης του επί μέρους ατόμου συνετέλεσε η επιστήμη, που απ' τα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα γινόταν με ευμένεια δεκτή στην Αθήνα. Η επιστήμη δε γεννήθηκε εκεί, μα καταγότανε από τις ελληνικές αποικίες των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, και μάλιστα απ' τις Ιωνικές, καθώς τις έλεγαν, αποικίες. Οι πρώτοι αντιπρόσωποι της Ελληνικής Επιστήμης από τον Θ α λ ή τ ο ν Μ ι λ ή σ ι ο και μετά, έστρεψαν τη σκέψη τους κυρίως στην έρευνα της ουσίας του υλικού κόσμου. Εδώ δεν πρόκειται ν' ασχοληθούμε με τις διάφορες θεωρίες, που σχηματίστηκαν για τον υλικό κόσμο. Πρέπει να σημειώσουμε όμως το γεγονός πως οι άνθρωποι δεν ήταν ικανοποιημένοι πια να βλέπουνε στον ήλιο και το φεγγάρι, στα ποτάμια και τη θάλασσα, στον αέρα και τις θύελλες, την ύπαρξη κάποιων θεών, μα ερευνούσαν για τη φύση, την κύρια ουσία, και την έννομη σχέση των παραπάνω φαινομένων. Έτσι διαμορφώθηκαν διάφορες φιλοσοφικές σχολές, που οι οπαδοί τους αλληλοδιαπληκτίζονταν στην προσπάθειά τους να αντικρούσουν τους αντίπαλούς τους και να υποστηρίξουν τις απόψεις τους με επιχειρήματα που θα προξενούσαν βαθειά αίσθηση. Από τις διαμάχες αυτές ξεπήδησε μια εριστική τέχνη, που δεν τηρούσε πάντοτε τα όρια ανάμεσα στην αντίκρουση και κατάπληξη του αντίπαλου, ανάμεσα στο να πεισθεί και να παραπεισθεί ο Ακροατής. Για τους αμύητους είχε μεγαλύτερη σημασία η ρητορική δεινότητα των λογομάχων μάλλον, παρά το θέμα που συζητούσαν. Στην Α θ ή ν α μάλιστα υπήρχαν αρκετοί, όπως ο πολιτικός ηγέτης Π ε ρ ι κ λ ή ς , που δείξανε ζωηρό ενδιαφέρον για την αναζήτηση της αλήθειας, προς χάριν αυτής της ίδιας της

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

ιδέας της αλήθειας· όμως για τον πολύ λαό η έριδα στις διάφορες σχολές της εποχής εκείνης δεν παρίστανε τίποτα άλλο, παρά ένα νέο είδος αγωνίσματος και θεάματος. Οι νεαροί Αθηναίοι, που προστρέξανε στα φώτα των ξένων σοφών, είχαν σαν κύριο σκοπό τους να διδαχτούνε απ' αυτούς την εριστική ρητορεία, γιατί αυτήν μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουνε σα μέσο για να επηρεάσουνε τις λαϊκές συνελεύσεις και τα δικαστήρια. Αυτή τους την επιθυμία αναλάβανε να ικανοποιήσουνε οι δάσκαλοι, που τους λέγανε σ ο φ ι σ τ έ ς , και που, καθώς δηλώνανε οι ίδιοι, είχανε σαν σκοπό τους να κάνουνε τους μαθητές τους προπαντός δυνατούς ρήτορες. Το όνομα σοφιστής στην αρχή σήμαινε απλά σοφός και ειδήμονας. Μόνο αργότερα, και σαν συνέπεια του αγώνα που κήρυξε εναντίον τους ο Σωκράτης και οι μαθητές του, απόκτησε ο χαρακτηρισμός την κακή απήχηση, που διατηρεί ακόμα και σήμερα. Για την ώρα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις προσπάθειες των σοφιστών κάπως έτσι: επιδιώκανε να κάνουνε τους μαθητές τους ρήτορες που να ασκούν επίδραση και συζητητές ετοιμόλογους με τις μεθόδους που εκπονήθηκαν στις επιστημονικές αντεγκλήσεις, για να αποκτήσουνε επιρροή στην εκκλησία του δήμου και στα δικαστήρια. Ενώ όμως οι νεαροί Αθηναίοι επιζητούσαν την πρακτική επιτυχία στις υποθέσεις της πολιτείας, οι σοφιστές οι ίδιοι δεν ήταν πρακτικοί πολιτικοί. Ούτε μετείχαν ενεργά στα κοινά της Πολιτείας που ανήκαν. Προτιμούσαν μάλλον να κερδίσουνε δόξα και χρήματα γυρνώντας από πόλη σε πόλη, και όπως είναι φανερό, κατάληγαν να μείνουν τελικά με μεγάλη τους ευχαρίστηση στην πλούσια και ισχυρή Αθήνα. Κανένας όμως απ' τους σημαντικούς σοφιστές δεν ήταν Αθηναίος. Άρα λοιπόν οι σοφιστές δεν είχαν μεγαλώσει μέσα σε ορισμένες τοπικές συνθήκες που θεωρούνται αυτονόητες, για τον Αθηναίο πολίτη συνθήκες που ο πολίτης αποζητά να αποκτήσει αξίωμα και που στο σύνολό τους αποδέχεται, αν και θα επιθυμούσε ίσως να αλλάξουν μερικές. Όχι έτσι! Οι σοφιστές ήταν, ελεύθεροι από κάθε δεσμό, ιδιόρρυθμοι ατομικιστές· περήφανοι όχι για την πολιτεία που ανήκαν, ούτε για τις πράξεις τους μέσα στην πολιτεία και υπέρ της πολιτείας, μα μόνο για τις δικές τους γνώσεις και τη δικιά τους δύναμη. Οι σοφιστές δεν ήτανε ξεχωριστή ενότητα· αποτελούσαν κάποια τάξη χωρίς ιδιαίτερη ταξική οργάνωση. Γι' αυτό και δεν υπήρξε ποτέ καμιά σοφιστική σχολή, που να κυριαρχούσαν ορισμένες δοξασίες. Κοινό ήταν μόνο το δασκαλικό επάγγελμα, όχι όμως και το περιεχόμενο της διδασκαλίας. Παρά τούτα η ομοιότητα της κοινωνικής και ιστορικής θέσης τους είχε σαν αποτέλεσμα την ταυτότητα της νοοτροπίας τους σε βάθος, που αν και υπήρχαν μεταξύ τους μερικοί που είχαν ροπή προς την φιλοσοφία (και μόνο αυτοί μας ενδιαφέρουν κάπως), εκδηλωνόντουσαν με συγγενείς θεωρίες. Όπως στη ζωή έτσι και στη φιλοσοφία ήτανε χωρίς πατρίδα. Από τις διαφωνίες στις διάφορες φυσιοκρατικές σχολές είχανε συμπεράνει πως καμιά απ' αυτές δεν δίδασκε την αλήθεια· και ακόμα, πως δεν υπάρχει καμιά αλήθεια που να έχει καθολικό κύρος. Για τον καθένα είναι αλήθεια, αυτό που φαίνεται στον ίδιο σαν αλήθεια. Αυτό το αξίωμα ζήτησε να θεμελιώσει επιστημονικά ο Π ρ ω τ α γ ό ρ α ς , ο πιο παλιός και πιο σπουδαίος από τους σοφιστές. Αντιλαμβανόμαστε ένα πράγμα με τις αισθήσεις μας, π.χ. με το μάτι, με την επενέργεια αυτού του πράγματος στο μάτι μας. Η οπτική εικόνα που σχηματίζεται δεν εξαρτιέται μόνο από το πράγμα που βλέπουμε μα ταυτόχρονα και από το μάτι που το βλέπει. Μπορείτε εύκολα να το καταλάβετε αυτό από την διαφορετική θέα, που παρουσιάζει ένα τραπέζι, αν το βλέπουμε από διαφορετικές μεριές ή με διαφορετικές θέσεις του κεφαλιού. Ακόμα και τα χρώματα επιδρούν στο κουρασμένο μάτι διαφορετικά απ' ότι στο ξεκούραστο· και το ίδιο ισχύει για όλα όσα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Η αντίληψη με την αίσθηση όμως είναι —και γι' αυτό δεν έχει καμιά αμφιβολία ο Πρωταγόρας— η μοναδική βάση για κάθε γνώση. Εάν λοιπόν εν πάση περιπτώσει η αντίληψη εξαρτιέται από την ιδιαίτερη φύση, διάθεση και θέση του ανθρώπου, έπεται πως δεν υπάρχει αλήθεια, που να είναι η ίδια για όλους. Με αυτά τα δοσμένα ο Πρωταγόρας είπε το ρητό: «Πάντων μέτρων άνθρωπος». Εφόσον δεν υπάρχει καμιά αλήθεια, έπεται πως κανένα δεν μπορούμε να πείσουμε για την ύπαρξή της. Κι αν κάποιος θέλει να έχει επίδραση σε κάποιον άλλον, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δοκιμάσει με κατάλληλη ρητορική τέχνη να κάνει τον άλλο να ασπασθεί τη γνώμη, που του αρέσει. Γι' αυτό επιζητούσαν οι σοφιστές να κάνουνε τους μαθητές τους ικανούς τεχνίτες στο να πείθουνε με τα λόγια τους τους ακροατές τους.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Η θεωρία αυτή φαίνεται από πρώτη όψη χωρίς πρακτικές συνέπειες και ακίνδυνη. Και ο εισηγητής ήτανε πεισμένος πως αυτή δεν είχε τίποτα να κάνει με τις πολιτικές κι ακόμα λιγότερο με τις θρησκευτικές ανατροπές. Αντίθετα δήλωνε πως δεν μπορούσε να εκφέρει καμιά γνώμη για τους θεούς. Επειδή λοιπόν αποκλειότανε οποιαδήποτε γνώση όσον αφορά τη θρησκεία, αυτός ασκούσε ήσυχα τη συνηθισμένη λατρεία και ακολουθούσε τα ήθη και τα έθιμα που επικρατούσανε. Παρά ταύτα η διαφωνία ανάμεσα στην ομολογία του για άγνοια προς το θρησκευτικό ζήτημα αφενός και στη στέρεη πίστη του γνήσιου οπαδού της παλιάς θρησκείας αφετέρου, όσο κι αν ζητούσε κανείς να την συγκαλύψει στον εαυτό του και στους άλλους, εκδηλώθηκε με σαφήνεια απ' αρκετούς μαθητές του. Αυτοί επειδή ήταν θρασείς περιφρονούσανε την περίσκεψη και την επιφυλακτικότητα του δάσκαλου, επειδή πίστευαν ότι καθένας δικαιούται να μη λογαριάζει τους νόμους, τα ήθη και τη θρησκεία, αρκεί μονάχα να διαθέτει αρκετή ικανότητα ή πανουργία, ώστε τελικά να στεφανώνεται με επιτυχία. Σαν κύριο θέμα της διδασκαλίας τους θεωρούσαν οι σοφιστές την τέχνη να πείθουνε τους άλλους. Αυτός που εμπιστευότανε τη μόρφωσή του σ' αυτούς επρόκειτο να διδαχτεί να κάνει τους άλλους να πιστεύουνε τη γνώμη, που θα ήτανε ωφέλιμη γι' αυτόν. Σύμφωνα με την ίδια διαγωγή κρίνανε και τους πολιτικούς των προηγουμένων εποχών, που τους θεωρούσανε σαν εισηγητές όχι μόνο των πολιτικών, μα γι' αυτό και των θρησκευτικών και των ηθικών νόμων και εθίμων. Οι διαχειριστές αυτοί της εξουσίας ήταν κατά τη γνώμη τους πανούργοι άνθρωποι, κατά κάποιο τρόπο πρόδρομοι των σοφιστών, και είχαν προνοήσει να κάνουνε το λαό να πεισθεί, πως η υπακοή στους νόμους ήταν σωστό πράγμα· τους νόμους που σοφιστήκανε μόνο και μόνο για το συμφέρον των δυναστών. Καμιά αλήθεια δεν υπάρχει, τα πάντα επιτρέπονται — αυτό πρέπει ν' αποτελέσει τον κανόνα της ζωής των ισχυρών πνευμάτων. Εννοείται πως πρέπει κανείς να είναι προσεκτικός και να μην ομολογεί τα παραπάνω ελεύθερα και δημόσια. Ταυτόχρονα με την εξέλιξη αυτή της σοφιστικής εκφυλιζότανε και η πολιτική ζωή. Οι ανέκαθεν ανηλεείς, κομματικοί αγώνες εκτραχυνόντουσαν όλο και πιο πολύ και άρχισε ν' αποτολμάται κι αυτή ακόμα η συνεννόηση με τους εχθρούς της πατρίδας. Ο ακομμάτιστος παρατηρητής που πρέπει να απαντήσει στην ερώτηση αν οι ριζοσπαστικές σοφιστικές θεωρίες ήταν η αιτία ή απλά η αντανάκλαση του πολιτικού εκφυλισμού που είπαμε, ασφαλώς δεν θα καταλογίσει το κύριο μέρος της ευθύνης σ' αυτές. Πολλοί όμως από τους σύγχρονους είχανε διαφορετική γνώμη και περισσότερο όταν μετά τον μεγάλο και κρίσιμο για την κυριαρχία της Ελλάδος πόλεμο, δηλαδή τον Πελοποννησιακό πόλεμο, έπεσε δυστυχία και συμφορά στην Αθήνα. Πολλοί πίστευαν τότε πως η υπεύθυνη για κάθε δυστυχία ήταν η εκπαίδευση με τις νέες ιδέες. Φτιάχτηκε λοιπόν νέο κόμμα, που σαν μοναδική σωτηρία θεωρούσε την επιστροφή στην απλή πίστη και ενασχόληση με την πατρίδα. Η νεανική ηλικία του Σ ω κ ρ ά τ η συμπίπτει με την περίοδο του ζενίθ της ακμής της πολιτείας και των σοφιστών. Η δράσις του αναπτύχθηκε κυρίως στους χρόνους του μεγάλου πολέμου. Επομένως βρέθηκε αναγκασμένος να διαλέξει ανάμεσα σε δυο διαφορετικές νοοτροπίες· δηλαδή αφενός τους νεωτεριστές και σοφιστές, και αφετέρου τους υπέρμαχους της προγονικής ηθικής και θρησκείας. Επειδή όμως, όπως τονίστηκε, η διανόηση του Σωκράτη εκδηλώθηκε στον τρόπο ζωής του πρέπει προπαντός αυτή να εξετάσουμε. Ο Σωκράτης δεν ασκούσε κανένα βιοποριστικό επάγγελμα, αλλά ζούσε, περιορίζοντας τις ανάγκες του στο ελάχιστο από τα εισοδήματα της μικρής πατρικής κληρονομιάς και οπωσδήποτε με τις χρηματικές δωρεές των φίλων του. Σαν στρατιώτης υπηρέτησε την πολιτεία με γενναιότητα· ακόμα εκλέχτηκε μία φορά μέλος του ανωτάτου συμβουλίου. Δεν έτρεφε όμως καμιά πολιτική φιλοδοξία, ούτε μετείχε κατά οποιοδήποτε τρόπο στους κομματικούς αγώνες. Αντίθετα μάλιστα περνούσε τις μέρες του στην αγορά της Αθήνας κάνοντας συζητήσεις, που η πρωτοτυπία τους θα μας απασχολήσει πάλι. Τίποτα δεν θα ήταν φυσικότερο απ' το να τον κατατάξει κανείς στην ίδια κατηγορία με τους από επάγγελμα τεχνίτες του λόγου, όπως και έκανε πράγματι για παράδειγμα ο κωμωδιογράφος Α ρ ι σ τ ο φ ά ν η ς . Αλλά απ' την αρχή, εξωτερικά τουλάχιστο, ο Σωκράτης διέφερε από τους σοφιστές ως προς αυτό· ότι δηλαδή δεν έπαιρνε κανένα μισθό για τις συζητήσεις του. Ακόμα

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

επειδή, στ' αλήθεια δεν είχε μαθητές που να τους υποχρέωνε να μαθητέψουνε ορισμένο χρονικό διάστημα, μα μόνο οπαδούς που τον ακολουθούσαν με τη θέλησή τους και ποθούσαν να συμμετέχουν στις συζητήσεις του. Σ' αυτές τις συζητήσεις του ο Σωκράτης προσκαλούσε πολίτες από κάθε επάγγελμα και τάξη, δηλαδή χειροτέχνες και αξιωματικούς, ευγενείς και κοινούς ανθρώπους, πολιτικούς και σοφιστές. Με ευχαρίστηση έπαιρνε αφορμή από κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό της καθημερινής ζωής, μετά από λίγο όμως έστρεφε την ομιλία σε πολύ μεγάλα και γενικά προβλήματα. Π.χ., κάποιος ξένος δάσκαλος της οπλομαχίας δείχνει κάπου την τέχνη του· οι πολίτες που τον είδαν σκέφτονται αν πρέπει να αναθέσουνε σ' αυτόν την διδασκαλία των αγοριών τους. Προσκαλούν τον Σωκράτη σαν σύμβουλο στη σύσκεψη κι αυτός αμέσως συμβουλεύει τους γονείς, πως η απόφαση εξαρτιέται απ' τον σκοπό που θέλουν να πετύχουν με τη διδασκαλία: Του απαντάνε πως σκοπός τους είναι να κάνουνε τ' αγόρια τους ανδρείους πολεμιστές. Καλά λοιπόν! Μα τι είναι ανδρεία; ρωτάει στη συνέχεια ο Σωκράτης. Κι έτσι κιόλας κατάληξε στην έρευνα γύρω από γενικά ζητήματα της ηθικής της ζωής. Με ιδιαίτερη φροντίδα πάσχιζε ο Σωκράτης να προσελκύσει έξυπνους νέους, και να τους κινήσει το ενδιαφέρον για βαθύτερες σκέψεις. Επαναλαμβάνω, ν α κ ι ν ή σ ε ι τ ο ε ν δ ι α φ έ ρ ο ν τ ο υ ς γ ι α β α θ ύ τ ε ρ ε ς σ κ έ ψ ε ι ς . Γιατί ο Σωκράτης ποτέ δεν επεδίωκε να μεταδώσει έτοιμη σοφία. Αντίθετα μάλιστα τόνιζε συνέχεια πως δεν γνωρίζει τίποτα, και πως ξεχώριζε τον εαυτό του από τους άλλους ανθρώπους, γιατί είχε συνείδηση της άγνοιάς του. Και πως μόνον με την κοινή έρευνα μπορεί να βρεθεί η αλήθεια. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο, που πολλές φορές δεν αποκομίζανε τίποτα θετικό, και που αυτοί που συζητούσανε με το Σωκράτη είχανε μόνη τους ωφέλεια την κοινή αντίληψη πως δεν ξέρουνε τίποτα. Φτιάξτε με την φαντασία σας έναν άνθρωπο ζωηρό, ντυμένο άθλια, ξυπόλυτο, με χοντρά χείλια, με μύτη καμπυλωτή προς τα πάνω και κοντό: Που πλησιάζει τους διαβάτες, τους απευθύνει το λόγο και με μεγάλη προθυμία τους παρασύρει σε παράξενες συζητήσεις και εύκολα θα καταλάβετε γιατί ο άνθρωπος αυτός έγινε γρήγορα πασίγνωστος τύπος της Αθήνας. Το χιούμορ κι η πνευματική υπεροχή του κάνανε πολλούς να τον εκτιμήσουν και περισσότερους να τον μισήσουν. Ακόμα κι η αγράμματη, σύμφωνα με τα έθιμα της Αθήνας γυναίκα του, που ήταν αναγκασμένη να τα φέρει βόλτα με τα λίγα που διαθέτανε, τον έβλεπε, όπως είναι φανερό, έτσι ανεπρόκοπο και δεν άφηνε να της φύγει ευκαιρία για να του δημιουργεί τρομερές σκηνές. Το όνομά της Ξανθίππη κατάντησε παροιμιακό για τις καβγατζούδες, αν και οι λίγες πραγματικά αληθινές πληροφορίες την παριστάνουνε σαν αγαθή φύση, που αγαπούσε τον άντρα της σφοδρά, σύμφωνα βέβαια με το χαρακτήρα της και που στο θάνατό του δεν μπορούσε να συνέλθει απ' τη λύπη της. Ακόμα και σ' αυτή την άξεστη, που ασφαλώς δεν καταλάβαινε τον άντρα της, είχε αναμφίβολα επίδραση η δύναμη της εξαιρετικής προσωπικότητάς του. Ο Σωκράτης γνώριζε πώς να κατακτάει και να δένεται με τους πιο διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, γιατί ήξερε την τέχνη να επιδρά στον καθένα ανάλογα με την προσωπικότητά του. Γι' αυτό το λόγο καθένας απ' τους μαθητές του τον παράστησε διαφορετικά. Πολλά απ' τα βιβλία των Οπαδών του Σωκράτους χάθηκαν, σώθηκαν όμως μέχρι τις μέρες μας τα έργα δύο μαθητών του που από φύση τους ήταν διαφορετικοί. Ο Ξ ε ν ο φ ώ ν τ α ς , που ήτανε αξιωματικός, γαιοκτήμονας, ιστορικός, άντρας δραστήριος, παριστάνει το Σωκράτη σαν κάποιο πρακτικό, πνευματώδη άνθρωπο που είχε σαν αποστολή του να διαπαιδαγωγήσει τους Αθηναίους σε καλούς οικογενειάρχες και ενάρετους πολίτες. Συνετός και πρόθυμος να προσφέρει βοήθεια, δίνει συμβουλές στους φίλους του ακόμα και για τις χωρίς σπουδαιότητα υποθέσεις της ιδιωτικής τους ζωής. Δύσκολα μπορείς να διακρίνεις από την εικόνα που δίνει ο Ξενοφώντας, πως ο Σωκράτης, σε αντίθεση με την ψευδοσοφία των σοφιστών, επιζητάει την ε π ι σ τ ή μ η , δηλαδή την αληθινή γνώση. Ο Σωκράτης υπό το πρίσμα του Ξενοφώντα φαίνεται χρηστός, αδρός και προηγμένος, μα ταυτόχρονα νηφάλιος και πεζός. Ο σοφία του είναι αρκετά

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

ψυχρή ηθικολογία και ευφυολογία που την μεταχειρίζεται με ορθότητα. Η αξία των απομνημονευμάτων του Ξενοφώντα σαν πηγής ελαττώνεται και απ' το γεγονός πως γράφτηκαν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, μια γενιά μετά το θάνατο του Σωκράτη. Ο Π λ ά τ ω ν α ς τον είδε εντελώς διαφορετικά, με το βαθύ βλέμμα του ποιητή. Αυτός διαισθανότανε τη φλόγα και την ορμή που έκλεινε ο Σωκράτης στο φαινομενικά ψυχρό σώμα του· σ' αυτόν αποκαλύφτηκε η θεία εικόνα που κρυβότανε στη Σεληνόμορφη μορφή του Σωκράτη. Στον Πλάτωνα οφείλουμε το γεγονός πως ακόμα και 'μάς συνεπαίρνει η θεία γοητεία του αλλόκοτου ανθρώπου· κι ακόμα του οφείλουμε μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη, γιατί έφερε στην επιφάνεια τα σπέρματα επιστημονικής γνώσης που υπήρχαν στους διαλόγους του δάσκαλου. Εννοείται πως ακριβώς το μεγαλείο του Πλάτωνα δυσχεραίνει το έργο του ιστορικού. Ο Πλάτωνας δεν μετάδινε απλά τα πνευματικά αγαθά που πήρε απ' το Σωκράτη. Στο πνεύμα του διαμορφωνότανε ιδιόρρυθμα κάθε σκέψη του δάσκαλου, αν και αυτός, από ειλικρινή σεβασμό προς το δάσκαλο, απόκτησε τη συνήθεια να βάζει στο στόμα του Σωκράτη ακόμα και τις δικές του σκέψεις και ιδέες, δείχνοντάς τες έτσι σαν χτήμα του δάσκαλου. Οπωσδήποτε, αυτό συμβαίνει περισσότερο στους μεταγενέστερους Πλατωνικούς διαλόγους παρά στους πρώιμους, που γράφτηκαν λίγο μετά το θάνατο του Σωκράτη. Από αυτούς μπορεί κανείς να καθορίσει με μεγάλη πιθανότητα τις κύριες δοξασίες του Σωκράτη. Ο Σωκράτης προσπαθούσε να καθοδηγεί εκείνους που συναναστρεφότανε στο να ζουν σωστά, που σύμφωνα με τις πεποιθήσεις και την εμπειρία του ήτανε ισοδύναμο με το να ζουν ευτυχισμένα. Ήταν λοιπόν ηθικός αναμορφωτής και επιδρούσε με το παράδειγμα του εαυτού του· η προσωπική του επίδραση ήταν τουλάχιστο ίση με την επίδραση της διδασκαλίας του. Για τη φιλοσοφία όμως παίρνει ιδιαίτερη σημασία αυτός ο μεταρρυθμιστής, γιατί, σαν όρο της ηθικής μεταστροφής, απαιτεί τη γνώση της ηθικής. Η απαίτηση αυτή οδηγεί σε ακριβέστερη έρευνα. Καθώς είδαμε παραπάνω, οι πιο σπουδαίοι σοφιστές δεν πίστευαν πως η αλήθεια έχει καθολικό κύρος. Σ' αυτήν ακριβώς την αρχή αντιτάχθηκε ο Σωκράτης. Ήταν ενδόμυχα πεπεισμένος πως η αλήθεια μπορεί να βρεθεί. Αλλιώς δε θα μπορούσε να θεωρεί την πρόκληση των συζητήσεων σαν έργο που του ανατέθηκε απ' το θεό. Οι διάλογοι του Σωκράτη είναι κάποιο είδος επιστημονικής αναζήτησης και κανένας σοβαρός ερευνητής δεν αμφιβάλλει στο ότι κάποια ποσότητα αλήθειας μπορεί να βρεθεί. Αλλιώς δε θα κοπίαζε ο ίδιος να ερευνάει. Ο Σωκράτης δείχνει στους σοφιστές, πως κατά βάθος κι αυτοί οι ίδιοι πιστεύουν πως ξέρουν κάποιες αλήθειες. Γιατί, για να διδάξουνε καθώς επιδιώκανε το πώς μπορεί κανείς να επιδρά στους άλλους ανθρώπους, ήταν υποχρεωμένοι να μεταδώσουν κάποιες γνώσεις για την ανθρώπινη φύση. Και στην περίπτωση που δεν τις θεωρούσανε αληθινές, όλη η δράση τους δεν θα 'χε κανένα νόημα. Ακόμα κι ο ισχυρισμός τους πως αυτοί ήταν σοφότεροι από τους άλλους, πως επομένως η διδασκαλία τους ήταν κάπως ωφελιμότερη, προϋποθέτει πως θεωρούσαν τους εαυτούς τους κτήτορες ορισμένων αληθειών. Καταπολεμάει λοιπόν τους σοφιστές με τα ίδια τους τα όπλα και δείχνει πως αυτοί ούτε μια φορά δεν μπορούν να κρατήσουν τις προϋποθέσεις που έθεσαν αυτοί οι ίδιοι. Πάντως σε έ ν α σημείο συμφωνεί ο Σωκράτης με τους σοφιστές· στην απαίτηση δηλαδή να ελέγχεται από το μυαλό κάθε τι που φέρεται σαν αληθινό και αγαθό. Την αλήθεια δεν τη βρίσκουμε σπαρμένη στο δρόμο, μα πρέπει να σκεφτόμαστε με επιμονή. Όπως βλέπομε ο Σωκράτης παίρνει απέναντι στις δυο κατευθύνσεις που χαρακτηρίσαμε παραπάνω, δηλ. τους νεωτεριστές και τους πρόμαχους των παλιών, μια εντελώς ιδιάζουσα θέση. Ο ριζοσπάστης μαθητής, των σοφιστών διαλαλεί: Δεν υπάρχει αλήθεια· ας κάνει καθένας ό,τι του αρέσει κι ό,τι τον συμφέρει. Εντελώς αντίθετα μ' αυτά κηρύττει επιτακτικά ο προσκολλημένος στα ήθη και στη θρησκεία των προγόνων πατριώτης. Μάθε πως η αλήθεια βρίσκεται στα ήθη κι έθιμα που βρήκες και στη λατρεία των θεών των προγόνων σου· πρόσεχε συνεπώς μην ξεφύγεις από αυτό το γνώμονα είτε με τη σκέψη είτε με τις πράξεις. Ο Σωκράτης μπαίνει αντιμέτωπος και στους δυο και διδάσκει: Υπάρχει αλήθεια είναι προσιτή σε

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

όλους, μα έχουμε χρέος να τη ζητήσουμε. Μόνο με τη σοβαρή έρευνα μπορούμε να τη βρούμε. Μόνο η πράξη, που είναι αποτέλεσμα της επιστήμης που απόκτησες με τα δικά σου μέσα, μπορεί στ' αλήθεια να 'ναι αγαθή. Εδώ μας παρουσιάζονται αμέσως δυο προβλήματα. Πρώτο: Πώς δίδασκε ο Σωκράτης την ανακάλυψη της αλήθειας; Και δεύτερο: Λέγοντας αλήθεια, τι είδους αλήθεια εννοούσε; Ο τρόπος για να καταλήξουμε στην αληθινή γνώση λέγεται Μέθοδος. Ασφαλώς πολλοί από σας θ' ακούσατε να γίνεται λόγος για κάποια Σωκρατική μέθοδο· πολλοί μάλιστα ίσως να γνωρίζετε, πως με αυτή τη μέθοδο ζητάς, με κατάλληλες ερωτήσεις εξελικτικά να πάρεις τη σωστή απάντηση απ' τον ίδιο τον μαθητή. Ο Σωκράτης δε διάλεξε τυχαία αυτή τη μέθοδο, που δεν την μεταχειριζότανε μονάχα σαν απλό τρόπο διδασκαλίας, μα πραγματικά τη θεωρούσε τον δρόμο που οδηγεί στην ανακάλυψη της αλήθειας. Τη διάλεξε κυρίως γιατί από πεποίθηση πίστευε πως στο ανθρώπινο μυαλό είναι κρυμμένη η σωστή γνώση. Επομένως δεν πρόκειται να φέρουμε στον άνθρωπο απ' τα έξω τη σοφία, μα απλά να τη φωτίσουμε και να την απαλλάξουμε από τις τυχόν συνυφασμένες πλάνες. Και αυτή η γέννηση είναι, όπως και του παιδιού, δύσκολη και γεμάτη πόνο· και έχει κι αυτή ανάγκη έμπειρης βοήθειας. Γι' αυτό πολλές φορές έλεγε στ' αστεία ο Σωκράτης, πως η τέχνη του είναι η τέχνη της μαίας και πως την κληρονόμησε απ' την μητέρα του. Εξετάζοντας ειδικά την Σωκρατική μέθοδο την παριστάνεις σαν βαθμιαία καθοδήγηση του συνομιλητή σε διαρκώς καλύτερες απαντήσεις. Ο συνομιλητής πρέπει στη διάρκεια της συζήτησης να ομολογήσει ο ίδιος τα λάθη του, και να βρει την αλήθεια με δικιά του νοητική προσπάθεια. Ας πούμε πως πρόκειται για το ζήτημα: τι είναι ανδρεία; Ένας άντρας, που μάλιστα συνέπεσε ν' αντικρύσει τον εχθρό στο πεδίο της μάχης, θα είναι πεισμένος πως γνωρίζει τούτη την αρετή. Αν όμως τον πιέσει να εκφράσει τη γνώμη του για το θέμα, τότε θ' αναπολήσει κάποια γνωστή του περίπτωση και θ' απαντήσει κατά πάσα πιθανότητα έτσι: Ανδρεία είναι το να μη λιποτακτείς από το πεδίο της μάχης. Μετά από τούτη την εντύπωση ο Σωκράτης παρατηρεί στο συνομιλητή του πως μπορεί κανείς να δείξει ανδρεία απέναντι στους τύραννους της πατρίδας του, ή και στο ότι μπορεί να υπομένει καρτερικά τις αρρώστιες. Με τις αντιρρήσεις αυτές ο Σωκράτης αναγκάζει το συνομιλητή του να ομολογήσει, πως απλά έδωσε ένα π α ρ ά δ ε ι γ μ α και όχι την ε ξ ή γ η σ η του τι είναι ανδρεία, και να εννοήσει πως πρόκειται κυρίως για την γ ε ν ι κ ή έ ν ν ο ι α της ανδρείας. Η έννοια όμως αυτή πρέπει να έχει εφαρμογή σ' όλες τις περιπτώσεις που φανερά μιλάμε για την αλήθεια. Ο ασυνήθιστος να σκέπτεται αφηρημένα συζητητής στην αρχή δεν μπορεί ν' αποκριθεί σωστά στην έτσι βαλμένη ερώτηση. Αφού προχωρήσει η συζήτηση, αναγκαία φανερώνεται το λάθος του. Και ενώ η φαινομενικά υπέροχη γέννηση του πνεύματός του αποδείχνεται αποβολή (ατυχής γένηση), μολαταύτα η αποτυχία του τον οδηγεί σε συγκλονισμό της αυτοσυνειδησίας του, σε επίγνωση της άγνοιάς του, που κατά το Σωκράτη είναι το πρώτο βήμα στο δρόμο που φέρνει στη γνώση. Και στον ίδιο τον εαυτό του καταλογίζει ο Σωκράτης μόνο την επίγνωση της άγνοιάς του. Αισθάνεται τον εαυτό του καλλίτερο από τους μαθητές του, γιατί αυτός καθόρισε την ανάγκη της έρευνας. Σ' αυτήν όμως την έρευνα βάζει τον εαυτό του στην ίδια θέση με τους μαθητές του. Επειδή δάσκαλος και οπαδός συντροφικά βαδίζουνε από την πλάνη σε υψηλότερη επιστήμη, οι μαθητές γίνονται σύντροφοι στην έρευνα για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η διαγωγή του αυτή διακρίνει τον Σωκράτη από τους σοφιστές. Ο σοφιστής στη συζήτηση επιδιώκει να καταπτοήσει και να υποσκελίσει τον αντίπαλο, έχοντας σκοπό του να τον θαμπώσει με την πολυλογία. Γιατί τον ενδιαφέρει κυρίως να κάνει εντύπωση, να επιβληθεί με κάθε τρόπο. Ο Σωκράτης αντίθετα ζητάει να διεγείρει την αγάπη για επιστημονική έρευνα, και ταυτόχρονα την αγάπη για το ίδιο το υποκείμενο της έρευνας, για τη σοβαρή αφοσίωση σε μια καθολική αλήθεια. Αυτός ανακάλυψε την παιδαγωγική αξία της επιστήμης. Αν σήμερα μορφώνουμε τα παιδιά και τους έφηβους

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

επιστημονικά, ακόμα κι όσα δεν προορίζονται για επιστημονική έρευνα, με την πεποίθηση πως το πνεύμα της αγνής έφεσης της αλήθειας γενικά γεννά την αυτονομία και την αφοσίωση για την ανυστερόβουλη μελέτη κάποιου πράγματος, ενεργούμε σύμφωνα με τις ιδέες του Σωκράτη. Αντίθετα, η αγωγή γίνεται σύμφωνα με το πνεύμα των σοφιστών, αν δίνει με τα έτοιμα «πορίσματα» ξένης έρευνας που μεταδίνει μόνο τα μέσα για επίδειξη και επιβολή στους άλλους. Ο Σωκράτης, λοιπόν, έβαλε σκοπό του να καταλήξει σ' ακριβείς ορισμούς για τις διάφορες έννοιες. Γι' αυτό το σκοπό χρησιμοποίησε σα μέσο τις διαλογικές συζητήσεις, που ξεκινούσαν από τον συνηθισμένο ασαφή τρόπο σκέψης του κοινού Αθηναίου, είτε από την προορισμένη να καταπλήξει λογοδιάρροια του νεωτεριστή, στην πραγματικότητα ημιμαθή μαθητή των σοφιστών. Κι επειδή κάθε βήμα σ' αυτό το δρόμο γινόταν μονάχα με την συγκατάθεση του συζητητή, τελικά συμπεραίνουμε πως αυτός δεν οικειοποιούταν καμιά ξένη σοφία, αλλά αποκτούσε μόνο σαφή γνώση με δικές του διανοητικές προσπάθειες. Επειδή ο Σωκράτης ενδιαφερότανε περισσότερο να αναπτύξει το ορθό ήθος και την έφεση για την αλήθεια, παρά να χαράξει ορισμένες αλήθειες, πολλές φορές οι συζητήσεις του τελειώνανε με κάποια ερώτηση. Όμως, απ' την πορεία όλης της συζήτησης σχεδόν πάντα φαίνεται προς τα πού είναι η αλήθεια. Έτσι, δεν θα 'κανε λάθος κανείς αν έβρισκε τον Σωκρατικό ορισμό της ανδρείας στην γνώμη, πως: ανδρεία είναι η ορθή γνώση εκείνου που οφείλει κανείς να φοβάται και εκείνου που οφείλει να μην φοβάται. Από την παραπάνω περίπτωση μπορούμε να σχηματίσουμε σαφή αντίληψη του ουσιαστικού π ε ρ ι ε χ ο μ έ ν ο υ της Σωκρατικής σοφίας. Πρώτα - πρώτα δεν είναι τυχαίο το ότι διάλεξα σαν παράδειγμα τον ορισμό της έννοιας μιας ανθρώπινης αρετής, γιατί η έρευνα πάνω στις ηθικές ιδιότητες αποτελεί καθ' ολοκληρία τον πυρήνα στις προσπάθειες του Σωκράτη. Αυτό γίνεται αμέσως φανερό από τη θέση που παίρνει απέναντι στη ζωή. Ο Σωκράτης επιδιώκει την έρευνα εκείνου μόνο, που βοηθάει τον άνθρωπο, να ζει με σωστό τρόπο. Περιορίζεται στην έρευνα του αναγκαίου, και αντιτίθεται στις ασχολίες για γνώση της φύσης του υλικού κόσμου. Οπωσδήποτε, στην απόκρουση αυτή της Φιλοσοφίας για τα όντα, οφείλουμε όχι μ ό νο ν α δ ο ύ μ ε την συνέπεια των πρακτικών επιδιώξεών του, μα ταυτόχρονα και να θυμίσουμε πως ο Σωκράτης ζητούσε α σ φ α λ ε ί ς γνώσεις, που όμως πουθενά δεν μπορούσαν να βρεθούν στο πρώτο στάδιο της Φιλοσοφίας για τα όντα. Πολύ περισσότερο μάλιστα που εδώ υπήρχανε διάφορες υποθέσεις αντιθετικές και που οι αντιθέσεις τους αυτές, καθώς φαινότανε, δεν μπορούσαν να εξομαλυνθούν. Ευτυχώς ο Σωκράτης νόμιζε, πως όφειλε να αποκρούσει τις λογομαχίες αυτές, εκτός από τους άλλους λόγους, και γιατί δεν ήταν σοβαρές. Μεγάλη σημασία έχουν για τον άνθρωπο οι έννοιες, που σύμφωνα μ' αυτές είναι υποχρεωμένος να κανονίζει τις πράξεις του. Αυτές μπορεί καθένας να τις βρει μέσα του, και γι' αυτό έκανε σύνθημά του την παλιά νουθεσία «γνῶθι σαὐτόν». Όπως ο Πρωταγόρας, έτσι κι ο Σωκράτης ξεκίνησε από την έρευνα του ανθρώπου. Και για τους δυο το σπουδαιότερο από τα όντα είναι ο άνθρωπος και από μια άποψη θα μπορούσε ο Σωκράτης να παραδεχτεί το ρητό του Πρωταγόρα «πάντων μέτρων Άνθρωπος». Μολαταύτα υπάρχει μεγάλη διάσταση ανάμεσά τους. Ο Πρωταγόρας εκφέροντας το παραπάνω απόφθεγμα έχει υπόψη του τις εναλλασσόμενες καταστάσεις, διαθέσεις και κλίσεις, που είναι διαφορετικές σε κάθε άνθρωπο κι ακόμη στο ίδιο άτομο με την πάροδο του χρόνου αλλοιώνονται. Ο Σωκράτης αντίθετα ζητάει στον άνθρωπο το λ ο γ ι κ ό , που δεν αλλάζει, κι είναι το ίδιο για όλους τους ανθρώπους όπου αρχίζει η αληθινή διανόηση παύει η διαφορά ανάμεσα στους διανοούμενους. Αυτό μπορείτε να καταλάβετε μ' ένα απλούστατο θέμα π.χ. μ' ένα απλό παράδειγμα από την αριθμητική. Όταν ρωτάω πόσο μας κάνουν 5x7, όλοι κατευθύνετε τη σκέψη σας προς αυτή την ερώτηση. Επειδή μπορείτε να λογαριάζετε ξέρετε πως η σωστή απάντηση είναι 35. Αν κανείς είχε την ιδιοτροπία να ψάξει για ένα άλλο αριθμό ν' απαντήσει, αυτή η επιθυμία του δεν θα τον βοηθούσε καθόλου· και σε κείνον που θα 'βρισκε σαν εξαγόμενο κάποιον άλλον αριθμό κανείς δε θα 'λεγε: αφού σου φαίνεται πως έτσι

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

είναι, άρα για σένα 5x7 κάνουν 32, μα θα του απαντούσε: κάνεις λάθος. Έτσι βρίσκουμε στ' αλήθεια, πως η νόηση είναι κοινή και πως εάν διαμορφωθεί κατάλληλα μπορεί να βρίσκει αλήθειες. Από τη νόηση αυτή πηγάζει κατά τον Σωκράτη η Ηθικότητα «Ηθικώς πράττειν» σημαίνει να υπακούμε στις επιταγές της διάνοιας, ν' ακολουθούμε τη λογική. Τώρα πια μπορούμε να καταλάβουμε τον ορισμό της ανδρείας, πως δηλαδή ανδρεία είναι η σωστή γνώση εκείνου που οφείλει κανείς να φοβάται κι εκείνου που οφείλει να μην φοβάται. Ο πραγματικά ανδρείος ξέρει πως υπάρχουνε πράγματα που είναι φοβερότερα από το θάνατο, π.χ. η αδικία, η παράβαση του καθήκοντος, η αντίθεση με τον εαυτό του. Κι αν έχει να διαλέξει ανάμεσα στην αδικία και στον κίνδυνο της ζωής του, προτιμά σαφώς τον κίνδυνο και με πλήρη συνείδηση της πράξης του. Γιατί η α νδ ρ ε ί α , π ο υ ε ί να ι μ ι α α ρ ε τ ή, δ ε ν π ρ έπ ε ι να σ υ γ χ έ ε τ α ι μ ε το ρ ι ψοκ ί νδ υ νο , τ ο τ υ φλό δ η λ α δ ή κ α ι χ ω ρ ί ς λ ο γ ι κ ή ρ ί ξ ι μ ο σ τ ο ν κ ί ν δ υ ν ο π ο υ δ ε ν ε ί ν α ι κ α θ ό λ ο υ α ξ ι έ π α ι ν ο . Ο ανδρείος ξέρει ακόμα πως καμιά φορά έχει καθήκον να προσέχει τη ζωή του. Ο αρχηγός ενός στρατού, που από τα στρατηγικά του προτερήματα εξαρτιέται η νίκη, δεν ενεργεί ανδρεία αν εκτεθεί στις σφαίρες του εχθρού. Πρέπει να προφυλάσσει τον εαυτό του πρέπει ακόμα να είναι αρκετά ανδρείος ν' ανέχεται την υπόνοια πως είναι δειλός, εάν γνωρίζει πως ο θάνατός του θα ήτανε μεγάλο κακό για την υπόθεση που εκπροσωπεί. Με όλα αυτά θα παραδεχτείτε εύκολα τον ορισμό που δόθηκε για την ανδρεία. Μα το ότι η ανδρεία πρέπει να είναι επιστήμη (αληθινή γνώση) δεν θα σας είναι και τόσο φανερό. Όλοι σας βέβαια ξέρετε ανθρώπους, που ενώ ποτέ δεν πολεμήσανε ξέρουν πολύ καλά τι πρέπει να φοβούνται και τι όχι που όμως, καθώς συνηθίζουμε να λέμε, «όταν ακούσουνε καυγά κρύβονται στα πιθάρια». Ο Σωκράτης στ' αλήθεια παρατήρησε, πως μόνη η ορθή γνώση δεν είναι αρκετή να κάνει τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται σωστά. Αυτό που ομολογουμένως εδώ αποτελεί το κενό της γνωσιολογίας του, εξηγείται από το μεγαλείο του χαρακτήρα του. Σ' αυτόν η λογική είχε καταντήσει η δύναμη που καθορίζει τη ζωή. Για τον Σωκράτη δεν υπήρχε αντίρρηση σ' ό,τι είχε βρεθεί με τη διάνοια. Γι' αυτό και με τον όρο επιστήμη ή γνώση εννοούσε κάτι τι που περιέχει τον άνθρωπο σαν σύνολο. Όποιος δεν ενεργεί με τις δικές του γνώσεις, μ' αυτή τη πράξη του αποδείχνει, ότι δεν ξέρει τίποτα, σύμφωνα με την έννοια του Σωκράτη για τη γνώση. Ο Σωκράτης ποτέ δε διατύπωσε τις θεωρίες του σε σύστημα. Αντίθετα θ' απέκρουε κάθε τέτοια προσπάθεια, γιατί είναι σε αντίφαση με τους σκοπούς του. Τώρα όμως, που γνωρίσαμε τον τρόπο και το σκοπό που δούλευε, θα επιχειρήσω να συνοψίσω σε λίγες φράσεις τα θεωρητικά συμπεράσματά της. Αυτό που θεωρούν συνήθως οι άνθρωποι γνώση, δεν είναι γνώση πραγματική, μα αβέβαιη δόξα. Αυτός που ξέρει κάτι είναι υποχρεωμένος να θεμελιώνει θεωρητικά αυτό που ξέρει. Πρώτη ενέργεια για την κατάκτηση της γνώσης είναι να γνωρίσεις την άγνοιά σου. Γιατί μ' αυτό τον τρόπο δείχνεις ότι κατάλαβες πως η κοινή και συγκεχυμένη πίστη για την γνώση που ακολουθούσες μέχρι τώρα στηρίζεται σε κάποια δοκησισοφία· κι ότι από τώρα αρχίζεις να διακρίνεις σε τι διαφέρει η πραγματική από την φαινομενική γνώση. Όταν, ας πούμε κάποιος καταλάβει πως είναι λάθος ν' απαντήσει σε ερώτηση που αναφέρεται στο περιεχόμενο κάποιας γενικής έννοιας με μια συγκεκριμένη περίπτωση, που υπάγεται στη γενική έννοια, τότε αυτός πια είναι σε θέση να διακρίνει τη σπουδαία διαφορά ανάμεσα στην έννοια και στα παραδείγματα, που υπάγονται σ' αυτή, κι ακόμα ανάμεσα στην έννοια και στις εφαρμογές της. Ταυτόχρονα με το να ανυψώνεσαι στην έννοια της καθολικότητας, γνωρίζεις κάθε απαραίτητο στοιχείο για κάθε επιστημονικό ορισμό. Είναι αδύνατο να βρούμε πως μια πλάνη είναι πλάνη, χωρίς ταυτόχρονα να νοιώσουμε κάποια αλήθεια. Επειδή η αλήθεια βρίσκεται στη λογική μας σκέψη, συμπεραίνουμε πως κι η απόχτησή της πρέπει να θεωρείται ασφαλής, τουλάχιστο στις πιο σπουδαίες υποθέσεις του ανθρώπου. Γιατί ουσιαστική για μας είναι η γνώση εκείνων των εννοιών, που είναι προορισμένες να κατευθύνουν τις πράξεις μας. Αυτές όμως πρέπει να τις βρούμε στην κοινή σε όλους λογική. Η α ρ ε τ ή ε ί ν α ι σ α φ ή ς γ ν ώ σ η

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

και η επιδίωξή της είναι καθήκον καθενός. Η παρόρμηση των άλλων στην επιδίωξή της με τους διαλόγους που προξενούν ανησυχία και η υπόδειξη σ' αυτούς του σωστού δρόμου, είναι η ι δ ι α ί τ ε ρ η αποστολή της ζωής του Σωκράτη. Απ' τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ποια θα ήταν αναγκαία η στάση του Σωκράτη απέναντι στα προγονικά ήθη και έθιμα και την πατρική θρησκεία. Επειδή μόνο η δράση που κατευθύνεται από τη λογική πετυχαίνει το σωστό, γι' αυτό ο Σωκράτης δεν μπορούσε να βλέπει την αληθινή αρετή στην ηλίθια τήρηση των δοσμένων τρόπων ζωής. Γιατί όχι σπάνια βλέπουμε ανθρώπους, κατά τ' άλλα εξαιρετικούς, να μένουν άναυδοι μόλις τα βρούνε σκούρα. Άλλοτε πάλι ανθρώπους, που, με την βοήθεια και κάποιου φυσικού τους προτερήματος, ρυθμίζουν άριστα τόσο τις δικές τους όσο και τις κρατικές υποθέσεις, να είναι ανίκανοι να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά τους αδυνατώντας να τους δείξουν τις ικανότητές του. Αναφορικά με το θέμα αυτό ο Σωκράτης αναγνωρίζει, πως στα ήθη των προγόνων και στη μητρική γλώσσα υπάρχουν αλήθειες που μάς μεταδόθηκαν με την παράδοση. Μόνο που πρέπει να διακρίνουμε την αλήθεια που υπάρχει και να μην ακολουθούμε τυφλά την παράδοση. Όμως παρ' όλη την ελευθερία της σκέψης του ο Σωκράτης στο βάθος μένει ένας πολύ ευσεβής Αθηναίος. Προπάντων όμως απαιτεί υπακοή για τους θεσπισμένους νόμους, εφ' όσον υπάρχουν, κι από κείνον ακόμα, που, με καλές προθέσεις ζητάει την τροποποίησή τους. Γιατί η αναρχία σε κάθε περίπτωση είναι κακή. Τιμάει τους θεούς της Αθήνας, αν και παρερμηνεύει τις δοσμένες διηγήσεις γι' αυτούς προς την αγνότερη αντίληψή του για την ηθική, όπως άλλωστε έκαναν και πολλοί σύγχρονοί του. Έτσι λοιπόν ουσιαστικά ο Σωκράτης, αν και σε ειδικά σημεία συμφωνεί, βρίσκεται σε σοβαρή αντίθεση με τους υπέρμαχους του παλαιού. Αυτοί απαιτούν υπακοή στα αρχαία ήθη και έθιμα, γιατί τα ίδια είχαν οι νικητές των Περσικών πολέμων. Ο Σωκράτης ερευνά ψύχραιμα και νηφάλια κι αυτές τις αρχές των προγόνων, αποδέχεται όμως μόνο όσες αντέχουν στον έλεγχο της λογικής. Στην πολιτική απαιτεί η δράση να καθορίζεται από το νου — σπουδαίο σημείο του προγράμματός του ενάντια στο δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας. Στην Αθήνα όλα τα αξιώματα ήταν σε όλους προσιτά και τα παίρνει με εκλογή από το λαό ή με κλήρωση. Ο Σωκράτης αντίθετα απαιτούσε για όλα να αποφαίνεται ο ειδήμονας. Πρέπει να ξέρει κανείς τις αντιθέσεις που εκθέσαμε παραπάνω για να καταλάβει την τύχη που είχε ο Σωκράτης. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο η Αθήνα νικήθηκε και η νικήτρια Σπάρτη της έβαλε για άρχοντές της μια μικρή ομάδα αριστοκρατικών που ήταν του χεριού της. Αυτοί όμως διαχειριζόντουσαν τόσο αυθαίρετα την εξουσία, ώστε μετά από λίγο ανατράπηκαν από τους εξόριστους δημοκρατικούς που ξαναγύρισαν. Όπως είναι φυσικό, η αντίδραση που ξεσηκώθηκε δεν στρεφότανε μονάχα ενάντια στο πολίτευμα που είχε επιβάλει ο εχθρός, μα και ενάντια στη νεωτερίζουσα μόρφωση, επειδή πολλοί απ' τους τυράννους ήταν μαθητές των σοφιστών ή φίλοι του Σωκράτη. Ο Σωκράτης για πολλούς ήταν σοφιστής· σύχναζε στους αριστοκρατικούς κύκλους και γι' αυτό ήταν ύποπτος, αν κι αντιστάθηκε αντρίκια στις άδικες αξιώσεις του καθεστώτος π' ανατράπηκε. Αυτοί που ήθελαν να του κάνουνε κακό, δεν παραλείψανε να εκμεταλλευτούν τις εναντίον του υποψίες. Όταν κανείς σ' όλη του τη ζωή δείχνει στους πολλούς πως τίποτα δεν γνωρίζουν και απογυμνώνει την θρασύτητα του στόμφου τους, είναι επόμενο να δημιουργήσει εχθρούς. Η προσωπική έχθρα και η πραγματική αντίθεση φαίνεται πως επιδράσανε κι οι δυο μαζί σ' αυτούς που κατηγόρησαν το 399 π.Χ. τον εβδομηντάρη Σωκράτη, πως δεν αναγνωρίζει τους πατρικούς θεούς, ότι ζητάει να φέρει «κοινά δαιμόνια» και ότι διαφθείρει τους νέους. Στην Αθήνα οι δικαστές διαλέγονταν απ' όλους τους πολίτες και ήταν πολυάριθμοι. Στην δίκη του Σωκράτη ήταν παρόντες πιθανόν 501 δικαστές. Μπροστά σε τόσο πλήθος και μάλιστα ευέξαπτων νοτίων, έχει επίδραση η ευγλωττία. Η υπόθεση του Σωκράτη στην αρχή δεν πήγε άσκημα. Ζούσε δημόσια και ήταν καθαρός.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Μπορεί πολλές φορές να είχανε θυμώσει μαζί του, ήταν όμως γνωστό πως οι πράξεις του δεν ήταν αξιόποινες, πως σαν πολίτης είχε κάνει το καθήκον του και πως είχε σεβαστεί τη λατρεία των θεών. Αλλά οι δικαστές ήταν συνηθισμένοι να τους προξενεί εντύπωση ο κατηγορούμενος με ρητορικά τεχνάσματα και ικετεύοντας να ζητάει το έλεός τους. Ο Σωκράτης όμως τα περιφρονούσε αυτά, γιατί πίστευε πως καλύτερα να πεθάνεις, παρά να κάνεις κάτι που θεωρείς άδικο. Γι' αυτό μίλησε με απλότητα και περηφάνια. Δήλωσε ότι πάντα τίμησε τους θεούς και ότι προσπαθούσε να εκπαιδεύσει τους νέους να 'χουν δικιά τους κρίση και να αποκτήσουν σωστή γνώση· πως τέλος η κατηγορία οφείλεται στο μίσος που έσυραν εναντίον του οι συζητήσεις του και η αποστολή που του ανάθεσε ο Δελφικός θεός. Ο ασυνήθιστος τρόπος της απολογίας του είχε σαν αποτέλεσμα να καταδικαστεί με μικρή πλειοψηφία. Μετά την απόφαση στο ζήτημα της ενοχής έπρεπε να οριστεί η ποινή· γι' αυτό, σύμφωνα με το παλιό έθιμο που επικρατούσε στην Αθήνα, οι δικαστές έπρεπε να διαλέξουνε αφενός ανάμεσα στις προτάσεις του κατήγορου και αφετέρου του κατηγορούμενου. Κι επειδή οι κατήγοροι ορίσανε σαν ποινή τον θάνατο, θα έπρεπε, προς το συμφέρον του, ο κατηγορούμενος να προτείνει κάποια άλλη ανάλογη, δηλαδή όχι πολύ ελαφριά ποινή, ας πούμε την εξορία. Αντί γι' αυτό ο Σωκράτης δήλωσε πως είναι αθώος και συνεπώς καμιά ποινή δεν μπορεί να καταλογίσει στον εαυτό του. Αντίθετα μάλιστα, επειδή αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην καλυτέρευση των συμπολιτών του, είναι άξιος της πιο μεγάλης τιμής, δηλαδή να τον τρέφει το δημόσιο. Πως η εξορία, που θα μπορούσαν ίσως να σκεφτούν οι δικαστές, του είναι χειρότερη από το θάνατο γιατί θα τον εμπόδιζε να εκπληρώσει την αποστολή του. Ότι όμως, για να συμμορφωθεί οπωσδήποτε με τις διατάξεις του νόμου, αντιπροσωπεύει σαν ποινή χρηματική αποζημίωση, που δεν θα μπορέσει να πληρώσει ο ίδιος, μα θα δανειστεί από φίλους. Την πρόταση αυτή θα την πήρανε ασφαλώς σα χλευασμό οι δικαστές, γιατί η καταδίκη του σε θάνατο επικυρώθηκε με μεγαλύτερη πλειοψηφία από την πρώτη απόφαση για την ενοχή του. Κατά σύμπτωση τότε ακριβώς ήταν γιορτές και στη διάρκειά τους δεν μπορούσε να εκτελεστεί καμιά θανατική ποινή. Γι' αυτό ο Σωκράτης οδηγήθηκε στις φυλακές, όπου είχε το δικαίωμα να συζητάει με τους φίλους του όπως συνήθως. Η επιτήρηση δεν ήτανε και τόσο αυστηρή. Μερικοί φίλοι του ζήτησαν και βρήκαν τον τρόπο να τον φυγαδέψουνε. Αυτός όμως αρνήθηκε να δραπετεύσει γιατί, όπως πίστευε, καθένας πρέπει να υποτάσσεται στην απόφαση που βγήκε σύμφωνα με τους νόμους, κι όταν ακόμα τη θεωρεί λαθεμένη. Γιατί η απείθεια στους νόμους μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή της Πολιτείας. Γι' αυτό ήπιε, σαν έφτασε η μέρα της εκτέλεσης, το γεμάτο κώνειο ποτήρι, όπως πρόσταζε ο νόμος. Τις τελευταίες του στιγμές αποθανάτισε ο Π λ ά τ ω ν α ς για χάρη των μεταγενέστερων στο διάλογό του Φ α ί δ ω ν α ς . Σ' αυτόν βάζει τον Φαίδωνα, αγαπημένο μαθητή του Σωκράτη που την τελευταία μέρα ήταν στη φυλακή, να διηγείται όσα ο ίδιος ο Πλάτωνας πέρασε μαζί του. Επιθυμώ να μη σας στερήσω το τέλος της σχετικής περιγραφής. «Αφού είπε αυτά, σηκώθηκε ο Σωκράτης να πάει να λουστεί. Κι ο Κρίτωνας τον πήρε από πίσω· σε μας όμως τους άλλους παράγγειλε να περιμένουμε· περιμέναμε λοιπόν σχολιάζοντας όσα είχαμε πει και εξετάζοντάς τα πάλι και τότε αναφέροντας πόσο μεγάλη συμφορά θα πάθουμε, νομίζαμε στ' αλήθεια πως θα περάσουμε όλη την άλλη μας ζωή ορφανοί, λες και χάσαμε τον πατέρα μας. Μετά το λουτρό, του 'φεραν τα παιδιά του (γιατί είχε δύο γιους μικρούς κι ένα μεγάλο), και ήρθανε και οι γυναίκες της οικογένειάς του. Μίλησε μπροστά στον Κρίτωνα κι αφού παράγγειλε τις τελευταίες του θελήσεις πρόσταξε έπειτα γυναίκες και παιδιά να φύγουν κι ήρθε κοντά μας. Πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα γιατί 'χε μείνει μέσα πολλή ώρα. Μετά κάθισε λουσμένος κι άρχισε να μιλάει. Προτού προλάβει να μας πει πολλά ήρθε ο υπηρέτης των Έντεκα και αφού στάθηκε κοντά του είπε: Σωκράτη, με σένα δε θα μου συμβεί ό,τι παθαίνω με τους άλλους, που θυμώνουνε μαζί μου και με καταριούνται, όταν τους παραγγέλλω να πιουν το δηλητήριο, πράγμα που υποχρεώνομαι να κάνω απ' το νόμο· στο πρόσωπό σου γνώρισα σε όλο το διάστημα αυτό, τον πιο γενναίο, πιο γλυκό και πιο καλό άνθρωπο απ' όσους μέχρι τώρα ήρθανε δω· το λοιπόν και τώρα ξέρω καλά, πως δεν θα θυμώσεις μαζί μου — γιατί γνωρίζεις ποιοι είν' οι ένοχοι — αλλά μαζί τους. Ξέρεις τι ήρθα να σου πω· για τούτο γεια σου, και προσπάθησε ν' αντικρίσεις όσο πιο γενναία μπορείς εκείνο, που δεν Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

μπορείς να αποφύγεις. Και μη μπορώντας πια να κρατήσει τα δάκρυά του, έφυγε. Και ο Σωκράτης, ακολουθώντας τον με το βλέμμα, γεια σου και σένα, είπε. Και γω θα κάνω ότι είπες. Κι αμέσως στράφηκε σε μας και είπε: Πόσο λεπτός είναι ο άνθρωπος αυτός· όλο αυτό τον καιρό ερχότανε κοντά του, μιλούσε κάποτε μαζί μου και ήτανε ο καλύτερος φύλακας· και τώρα με πόση ειλικρίνεια κλαίει για μένα. Αλλ' έλα λοιπόν, Κρίτωνα, ας τον υπακούσουμε· ας φέρει κάποιος το δηλητήριο, αν είναι έτοιμο, αν όχι, ας το ετοιμάσει ο άνθρωπος. »Και ο Κρίτωνας είπε: Μα γω, Σωκράτη, νομίζω πως ο ήλιος είναι ακόμη πάνω απ' τα βουνά και δεν βασίλεψε· κι ακόμα ξέρω ότι άλλοι το έπιναν πολύ καιρό μετά αφού τους είχαν διατάξει κι αφού είχανε φάει και πιει πολύ καλά και μερικοί μάλιστα αφού είχανε βρεθεί με κείνους που επιθυμούσανε να δουν· μη βιάζεσαι λοιπόν πολύ, γιατί καιρός υπάρχει. Σ' αυτά απάντησε ο Σωκράτης. Καλέ μου Κρίτωνα, αυτοί π' ανάφερες κάνανε καλά γιατί νομίζανε πως χάνοντας αυτό κάτι κερδίζανε· μα βέβαια εγώ δεν θα το κάνω· γιατί νομίζω πως, αν το πιω λιγάκι αργότερα, δεν θα κερδίσω τίποτε άλλο, πάρα να γίνω γελοίος στον ίδιο μου τον εαυτό, επιθυμώντας λίγες στιγμές ακόμα απ' τη ζωή, που δεν είναι τίποτα. Έλα λοιπόν, είπε, υπάκουσε και άστα αυτά. »Μόλις άκουσε αυτό ο Κρίτωνας, έκανε νεύμα στον υπηρέτη, που στεκότανε κοντά· και αυτός βγήκε και αφού έλειψε αρκετή ώρα, ξανάρθε οδηγώντας εκείνον, που θα έδινε το δηλητήριο και που το έφερε τριμμένο μέσα σ' ένα ποτήρι. Ο Σωκράτης, μόλις τον είδε, είπε: Λοιπόν, φίλε, συ ξέρεις καλά. Τι πρέπει να κάνω; — Τίποτε άλλο, είπε κείνος, παρά αφού το πιεις να περπατήσεις λίγο μέχρι που να αισθανθείς βάρος στα σκέλη σου, έπειτα να πλαγιάσεις κι αυτό θα ενεργήσει. Και ταυτόχρονα πρόσφερε το ποτήρι στο Σωκράτη. Και αυτός το πήρε εύθυμος, χωρίς διόλου να τρέμει, ούτε να αλλάξει το χρώμα του, ούτε η όψη του προσώπου του, αλλά, καθώς συνήθιζε, κοίταζε με σταθερότητα τον άνθρωπο και είπε: Τι λες για το ποτό αυτό, επιτρέπεται να κάνουμε σπονδή σε κάποιον από αυτό ή όχι; — Τρίβουμε τόσο, Σωκράτη, είπε, που να φτάνει ίσα - ίσα. — Κατάλαβα, είπε ο Σωκράτης, αλλά ίσως βέβαια επιτρέπεται και πρέπει να ευχηθεί κανείς στους θεούς να 'ναι ευτυχισμένη η αλλαγή της κατοικίας απ' τα εδώ εκεί· πράγμα που εύχομαι κι εγώ και άμποτε να γίνει έτσι. Αφού τα είπε αυτά σταμάτησε και με πολλή ευκολία και ηρεμία το ήπιε όλο. Οι περισσότεροί μας ως την ώρα κείνη μπορέσαμε και κρατήσαμε τα δάκρυά μας· μα σαν τον είδαμε που το 'πινε και το τέλειωσε, δε μπορέσαμε πια να κρατήσουμε. Μα ενάντια βέβαια στη θέλησή μου αρχίσανε να τρέχουν άφθονα, τόσο που σκέπασα το πρόσωπό μου με τον μανδύα κι έκλαιγα ασυγκράτητα τον εαυτό μου, γιατί βέβαια δεν έκλαιγα για κείνον, μα για την κακή μου τύχη, που 'χανα τέτοιο φίλο. Κι ο Κρίτωνας, που πριν από μένα δε μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα, βγήκε. Κι ο Απολλόδωρος που έκλαιγε απ' την αρχή τώρα βόγκησε δυνατά στο κλάμα του και τους έκανε όλους να κλαίνε εκτός απ' τον Σωκράτη. Τότε ο Σωκράτης έβαλε τις φωνές: Τι είν' αυτά που κάνετε παράξενοι άνθρωποι; Εγώ γι' αυτό το λόγο προπάντων έδιωξα τις γυναίκες, για να μην κάνουν το ίδιο λάθος· γιατί έχω ακούσει πως πρέπει να ξεψυχάει κανείς με ηρεμία και ευτυχία. Ησυχάστε λοιπόν σας παρακαλώ και δείξτε γενναιότητα. Εμείς, όταν ακούσαμε αυτά, ντραπήκαμε και κρατήσαμε τα δάκρυά μας. Κι εκείνος, αφού περπάτησε, μόλις κατάλαβε βάρος στα πόδια, πλάγιασε ανάσκελα, γιατί έτσι τον διάταξε ο άνθρωπος· και ταυτόχρονα αυτός, που έδωσε το δηλητήριο, αφού πέρασε λίγη ώρα, ακουμπώντας τον, του εξέτασε τα πόδια και τα σκέλη του και μετά πίεσε δυνατά το πόδι του και τον ρώτησε αν αισθάνεται τίποτα· ο Σωκράτης είπε όχι· μετά πίεσε τις γάμπες του και προχωρώντας προς τα πάνω με πιέσεις μάς έδειξε και μας πως το σώμα κρύωνε και πάγωνε. Μετά το ξανακούμπησε ο ίδιος και είπε πως, όταν φτάσει το κρύο στην καρδιά, τότε θα πεθάνει. Τώρα πια είχαν σχεδόν κρυώσει τα μέρη γύρω στην κοιλιά. Τότε ο Σωκράτης ξεσκεπάστηκε, γιατί 'ταν σκεπασμένος, και είπε τα τελευταία λόγια του: Κρίτωνα, μην ξεχάσεις, χρωστάμε ένα κόκορα στον Ασκληπιό· πληρώστε λοιπόν το χρέος και μην αμελήσετε. »Αυτό θα γίνει, είπ' ο Κρίτωνας· κοίταξε μήπως έχεις να παραγγείλεις τίποτ' άλλο. Μα παρά την ερώτηση αυτή, ο Σωκράτης δεν αποκρίθηκε πια τίποτα. Μα μετά λίγη ώρα κουνήθηκε κι ο άνθρωπος τον ξεσκέπασε. Τα μάτια του ήταν γυάλινα, ακίνητα. Μόλις τον είδ' ο Κρίτωνας, του

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

έκλεισε το στόμα και τα μάτια. »Αυτό 'ταν Εχεκράτη, το τέλος της ζωής του φίλου μας, κατά τη γνώμη μας, του καλύτερου, του πιο σοφού και δίκαιου άντρα απ' όλους όσους γνωρίσαμε μέχρι τότε».

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Δεύτερη διάλεξη Πλάτωνας Μετά το θάνατο του Σωκράτη οι μαθητές του έπρεπε πια μόνοι τους να τα βγάλουν πέρα. Αισθανόντουσαν ορφανοί· δεν ζούσε πια ο άνθρωπος που σ' αυτόν είχε ενσαρκωθεί αυτή η ίδια η φιλοσοφία. Η ζωή του και ο θάνατός του είχαν από κάθε πλευρά καθοριστεί με τη διδασκαλία του, αλλά κι αποτελούσαν ταυτόχρονα τη μεθοδική έκθεση της διδασκαλίας που άφησε. Γιατί ο Σωκράτης δεν άφησε συγγράμματα, μιας και είχε στον προφορικό λίγο πολύ ψυχή και στο νεκρό βιβλίο πολύ μικρή εκτίμηση. Και μιας και έφυγε ο δάσκαλος από τον κόσμο αυτό, δεν απέμενε τίποτα άλλο στους μαθητές του παρά να διατηρήσουνε γραπτά την ανάμνησή του και τους διάλογους του. Και ακριβώς επειδή στο πρόσωπο του Σωκράτη έβλεπαν την ίδια τη φιλοσοφία προχώρησαν στο έργο τους όχι σαν ιστοριογράφοι, που σκοπός τους θα ήταν να καθορίσουν πιστά όσα είπε ή έκανε ο Σωκράτης σε τούτη ή σε κείνη την περίπτωση, αλλά σαν μαθητές φιλόσοφου που επιθυμούσαν να συγκρατήσουν και να μεταδώσουν και σ' άλλους το πνεύμα του Δάσκαλου, όπως αυτό είχε απομείνει ζωντανό στον καθένα μέσα. Γι' αυτούς το σημαντικό δεν ήτανε οι λεπτομέρειες της ζωής του, μα το ότι ο Σωκράτης είχε αφιερώσει όλη του τη ζωή στην έρευνα της νόησης και ότι είχε κατανοήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις επιταγές της· κι ακόμα ότι αυτούς, δηλαδή τους μαθητές του τους είχε κάνει Φιλόσοφους. Αυτοί αισθανόντουσαν μέσα τους ζωντανό το Σωκράτη, γι' αυτό και τον παρίσταναν να παίρνει μέρος στους διαλόγους. Σε τέτοιες συνθήκες δεν μπορούσαν ν' αποφύγουνε να βάλουνε στο στόμα του δικές τους σκέψεις. Κι επειδή αυτός σε καθένα μαθητή του φερόταν σύμφωνα με τον χαρακτήρα του κι επειδή στον κύκλο των μαθητών του βρέθηκαν φύσεις αντίθετες, οι διάλογοι που συνέγραψαν οι μαθητές πήραν, σύμφωνα με τη φύση καθενός, ιδιαίτερη μορφή. Έχει σωθεί ολόκληρη μέχρι σήμερα η σπουδαία σειρά διαλόγων που έγραψε ο Πλάτωνας. Ακριβώς όμως, επειδή ο Πλάτωνας ήτανε μεγαλοφυής φιλόσοφος και καλλιτέχνης, διαμόρφωσε πιο γόνιμα τις θεωρίες του Σωκράτη. Πολλές φορές μάς είναι δύσκολο να βρούμε στους Πλατωνικούς διαλόγους που σταματάει ο Σωκράτης και που αρχίζει ο Πλάτωνας. Απ' όσα είπαμε μέχρι τώρα συμπεραίνουμε πως η σχέση του Πλάτωνα με τη φιλοσοφία του ήτανε διαφορετική από τη σχέση του Σωκράτη· πως ο Πλάτωνας δεν την υλοποιούσε στη ζωή του μα στα βιβλία του. Πάντως, από κάποια άποψη, κάθε γνήσιος φιλόσοφος προσπαθεί να ζει σύμφωνα με τις ιδέες του. Αλλά στον Σωκράτη η ενότητα ζωής και θεωρίας είχε ιδιαίτερο χαρακτήρα. Η Φιλοσοφία του ουσιαστικά αποτελούνταν από τον ξεχωριστό τρόπο της ζωής του και του θανάτου του. Ο Πλάτωνας όμως ήτανε ποιητής. Εξεικόνισε τη φιλοσοφική ζωή, όπως την φανταζότανε, σε βιβλία που σε τραβάνε να τα διαβάσεις. Κάποιο δείγμα σας έδωσα παραπάνω με την Πλατωνική περιγραφή του θανάτου του Σωκράτη. Κι εκείνη η περικοπή δείχνει τόσο το π ρ ο σ ω π ι κ ό μ ε γ α λ ε ί ο του Σωκράτη, όσο και το π ο ι η τ ι κ ό μ ε γ α λ ε ί ο του Πλάτωνα. Πρέπει ν' αντιληφτούμε με σαφήνεια, πως στον Πλάτωνα, η Φιλοσοφία απομακρύνεται λίγο από την άμεση ζωή. Αυτό είναι σπουδαίο πλεονέκτημα. Με συζητήσεις στην αγορά ίσως να βρεθεί ο σωστός τρόπος για την επιστημονική έρευνα. Αν όμως κανείς θέλει ν' αποδείξει ένα συνεπές σύστημα αληθειών, έχει ανάγκη απαραίτητα από ησυχία για μακριές και επίμονες αναζητήσεις και συγκέντρωση για σκέψεις. Τόσο στενά είναι δεμένη η ζημία με την αναγκαία αυτή πρόοδο. Η νόηση κερδίζει και ευρύτητα και βάθος όμως χάνει πολύ από την άμεση επίδρασή της. Καμιά πρόοδος όμως δεν γίνεται χωρίς κάποια απώλεια. Το παιδί που γίνεται έφηβος κερδίζει σε γνώση και δύναμη της θέλησης, χάνει όμως την αθώα οικειότητα του παιδιού, την ευτυχισμένη άμεση απόλαυση του παρόντος, τη γοητεία της αμόλυντης υγείας. Ο άντρας υπερέχει απ' τον έφηβο κατά την ωριμότητα της κρίσης, κατά τη φρόνηση και την συνέπεια των σκέψεων και των πράξεών του. Όμως έχει παγώσει η φλογερή ορμή του έφηβου για αγάπη και μίσος· το ευγενικό πάθος και η ευθύτητα του αληθινού έφηβου έμαθαν να συμμορφώνονται στις περιστάσεις. Ο πραγματικός άντρας δεν θέλει Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

να ξαναγίνει έφηβος ή παιδί· ξέρει όμως τι έχασε και γι' αυτό επιδιώκει να συναναστρέφεται νεαρούς. Για τους ίδιους λόγους και η ανθρωπότητα είναι αναγκασμένη ν' ασχολείται με το παρελθόν. Κι αυτή έχασε στη διάρκεια των αιώνων αμετάκλητα πολλά αξιόλογα, όπως είναι, ανάμεσα στ' άλλα και η αρχική ενότητα ζωής - νόησης. Σαν αντιστάθμισμα γι' αυτά που χάθηκαν πρέπει να μας χρησιμέψει το βραδύ σπούδαγμα της αρχαιότητας· όχι βέβαια με το σκοπό ν' αναμασάμε όσα οι παλιοί δε μπόρεσαν να φέρουν σε πέρας, μα για να αισθανόμαστε υπερηφάνεια για όσα λαμπρά αποτελέσματα πετύχαμε. Ο Πλάτωνας ήτανε ποιητής και δάσκαλος. Η αληθινή ζωή του ποιητή βρίσκεται στα έργα του, του δάσκαλου στις διδασκαλίες του. Η σημασία των εξωτερικών καταστάσεων της ζωής του είναι μικρότερη. Θα προσπαθήσω να σάς δώσω μόνο όσες είναι σπουδαίες για να καταλάβετε τις θεωρίες του. Ο Πλάτωνας γεννήθηκε στην Αθήνα, δεν γνωρίζομε ακριβώς αν το 428 ή το 427 π.Χ., από αριστοκρατική οικογένεια. Η παιδική του ηλικία επομένως πέφτει στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Την εποχή της μεγάλης ακμής της Αθήνας τη γνώρισε από την ιστορία και την παράδοση. Ο αγώνας ενάντια στη Σπάρτη και οι κομματικές διαμάχες στο εσωτερικό ήταν οι εντυπώσεις των μικρών του χρόνων. Οι πιο στενοί συγγενείς του Πλάτωνα ήταν αντίπαλοι της δημοκρατίας που υπήρχε και μερικά ύποπτοι για συνεννόηση με τον εχθρό της πατρίδας. Και ο Κριτίας ο αρχηγός του καθεστώτος που εγκαθιδρύθηκε από την Σπάρτη στην Αθήνα μετά την ειρήνη, ανήκε στην οικογένειά του. Σύμφωνα με τις παραδόσεις της οικογένειάς του ο εξαιρετικά ευφυής νεαρός είχε τάσεις για πολιτική δράση. Τα ύποπτα όμως μέσα που χρησιμοποιούσαν τα κόμματα τον απογοητέψανε. Αν και συμμεριζόταν το αριστοκρατικό ήθος των συγγενών του, του ήταν βαθειά αντιπαθητική η αδικία που μεταχειριζόταν ο Κριτίας για να καταδιώκει τους αντιπάλους του. Η ποιητική ιδιοφυία του τον έσπρωξε να γράψει τραγωδίες· εξαφάνισε όμως τα δοκίμια στα είκοσί του, όταν γνώρισε και αγάπησε τον Σωκράτη. Αυτό το γεγονός είχε κρίσιμη επίδραση στη ζωή του. Πολύ συχνά μας συμβαίνει κάτι σημαντικό στη ζωή μας, που εξωτερικά φαίνεται χωρίς σημασία. Ένα βιβλίο, μια συζήτηση μπορεί να δώσουν νέα στροφή στη ζωή μας. Έτσι και για την εξέλιξη του Πλάτωνα π.χ. ήτανε μικρότερης σημασίας η άλωση της πόλης από τον εχθρό και η θανάτωση των στενών συγγενών του, επειδή συνωμοτήσανε από την γνωριμία με τον παράξενο άνθρωπο που περιφερότανε στα στενά της πόλης· από το ότι δηλαδή ο Σωκράτης τον αποδέχτηκε σα φίλο του, οπότε και ανακάλυψε τον προορισμό του. Μέχρι το θάνατο του Σωκράτη έζησε οκτώ χρόνια μαζί του. Η εντύπωση που του προκάλεσε αυτός ο θάνατος ήταν τόσο φοβερή, που από τότε απείχε με φρίκη εντελώς από την πολιτική ζωή της Αθήνας. Γιατί τι θα μπορούσε ακόμη να περιμένει από μια πόλη, που καταδίκασε σε θάνατο τον πιο ευγενικό από τους πολίτες της; Στην υπεράσπιση και την εξύμνησή του αφιέρωσε ο Πλάτωνας τα πρώτα συγγράμματά του. Μετά πήγε μεγάλο ταξίδι στην Αίγυπτο, την Κυρήνη, την Σικελία και την Κάτω Ιταλία. Εκεί, στις ακμάζουσες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας, γνώρισε καλύτερα την μαθηματική επιστήμη, που με ζήλο σπούδαζε η φιλοσοφική σχολή των Πυθαγόρειων. Μετά την επιστροφή του ο Πλάτωνας άρχισε να διδάσκει, όχι όμως στην αγορά όπως ο Σωκράτης, αλλά αρχικά στο Γυμνάσιο του Ακαδήμου και μετά σ' ένα κήπο εκεί δίπλα που αγόρασε. Το Γυμνάσιο ήταν ένα ίδρυμα, όπου γυμνάζονταν και πάλευαν γυμνοί παιδιά και έφηβοι. Ταυτόχρονα όμως χρησίμευε και σαν τόπος συγκεντρώσεων για άλλους σκοπούς. Ακόμα και οι Σοφιστές και ο Σωκράτης πολλές φορές είχαν διδάξει σε Γυμνάσιο. Η σχολή του Πλάτωνα στον κήπο δίπλα στο Γυμνάσιο του Ακάδημου είναι για μάς το πρότυπο Ένωσης για επιστημονικούς σκοπούς. Γι' αυτό το όνομα Ακαδημία μέχρι τις μέρες μας ακόμη σημαίνει Όμοια Επιστημονικά ιδρύματα, όπως το όνομα Καίσαρος εξακολουθεί να ζει στον τίτλο των Αυτοκρατόρων (Kaiser). Η ήσυχη ζωή του φιλόσοφου, που είχε αφιερωθεί στην επιστημονική έρευνα και διδασκαλία,

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

διακόπηκε από δυο νέα ταξίδια στη Σικελία. Ο Πλάτωνας έκανε τα ταξίδια αυτά, γιατί έλπιζε πως τις θεωρίες του για την Πολιτεία του θα τις έκανε πράξεις με τον Τύραννο Διονύσιο που κυβερνούσε την πιο ισχυρή πόλη της Σικελίας, με την βοήθεια του συγγενή του Τύραννου Δίωνα, που ήταν φίλος και μαθητής του Πλάτωνα. Όμως και τις δυο φορές οι ελπίδες του διαψεύστηκαν οικτρά, και από τότε παραιτήθηκε από κάθε άμεση πολιτική δράση. Μέχρι το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με την επιστήμη και πέθανε ογδοντάρης το 348 ή 347 π.Χ. Για το Σωκράτη δεν μπορεί να γίνει λόγος για διδασκαλία, αν με τον όρο αυτό εννοούμε ορισμένο σύστημα αληθειών. Πρόκειται μάλλον στην περίπτωσή του για κάποια θεμελιώδη πίστη, που εκδηλωνότανε στον τρόπο ζωής του και στις συζητήσεις του. Το ίδιο και τα συγγράμματα του Πλάτωνα δεν είναι διδακτικά βιβλία, αλλά σχεδόν επιστημονικές συζητήσεις σε διαλογική μορφή. Αυτά τείνουν στη δημιουργία ενιαίου γνωσιολογικού συστήματος. Αυτό πρέπει να έχει υπόψη του όποιος θέλει να καταλάβει την παραπέρα διαμόρφωση των Σωκρατικών σκέψεων από τον Πλάτωνα. Ο Σωκράτης είναι πεισμένος ότι υπάρχει αλήθεια και δείχνει στους σοφιστές ότι κι αυτοί προϋποθέτουν κάποιες αλήθειες. Ο Πλάτωνας αποδείχνει με ακρίβεια το παραπάνω αξίωμα του Σωκράτη. Γιατί, εάν δεν υπήρχε καμιά αλήθεια, τότε και το αξίωμα πως δεν υπάρχει καμιά αλήθεια, δεν θα ήταν αληθινό. Το τελευταίο αυτό, πως δηλαδή καμιά αλήθεια δεν υπάρχει, ισχυρίζεται τώρα ο αντίπαλος (δηλαδή ο σοφιστής). Διατείνεται λοιπόν ταυτόχρονα ότι αφενός μεν δεν υπάρχει καμιά αλήθεια, αφετέρου δε πως το αξίωμά του «καμιά αλήθεια δεν υπάρχει» είναι αληθινό. Έτσι όμως οι σοφιστές φάσκουν και αντιφάσκουν στο ίδιο και το αυτό αξίωμα, άρα η προϋπόθεσή τους είναι γεμάτη αντιφάσεις. Τώρα όμως γεννιέται αμέσως η επόμενη ερώτηση: Πώς βρίσκουμε την αλήθεια; Στην ερώτηση αυτή είχε ήδη δώσει την απάντηση ο Σωκράτης· πως δηλαδή μονάχα η νόηση δίνει ασφαλή εγγύηση για την ανακάλυψη της αλήθειας. Ο Πλάτωνας εξετάζει βαθύτερα και στηρίζει επιστημονικά τη γνώμη αυτή, συμπεριλαμβάνοντας και τον έλεγχο της θεωρίας του Πρωταγόρα «περί αισθήματος». Ο Πρωταγόρας είχε αποδείξει πως διάφοροι άνθρωποι βλέπουν διαφορετικά το ίδιο αντικείμενο. Και στον ίδιο άνθρωπο ακόμα ασκεί πολύ διαφορετική επίδραση σε διάφορες εποχές ένα χρώμα, κάποιος τόνος, είτε και η γεύση ενός φαγητού ή ποτού. Από αυτό είχε συμπεράνει ο Πρωταγόρας πως δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια που να ισχύει για όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις εποχές. Ο Πλάτωνας δέχεται εντελώς την π ρ ο ϋ π ό θ ε σ η αυτή, αμφισβητεί όμως τα σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ α που βγαίνουν απ' αυτή. Βγάζει μάλλον το εξής συμπέρασμα. Επειδή υ π ά ρ χ ε ι α λ ή θ ε ι α και επειδή δ ε ν μ π ο ρ ε ί ν α β ρ ε θ ε ί μ ε τ ι ς α ι σ θ ή σ ε ι ς , γι' αυτό πρέπει να τη βρούμε με άλλο τρόπο. Για να καταλάβουμε την απάντηση που δίνει ο Πλάτωνας σ' αυτό το θέμα, ας ξεκινήσουμε απ' την ίδια την αίσθηση της αντίληψης. Μπορεί βέβαια να βλέπει κανείς πολύ διαφορετικά ένα τραπέζι ανάλογα με τη θέση που έχει κάθε φορά το κεφάλι του σε σχέση με το τραπέζι. Μπορεί βέβαια να επιδράει πάνω μας το χρώμα της επιφάνειας του τραπεζιού εντελώς αλλιώτικα σε διαφορετικό περιβάλλον· ωστόσο σε καμιά περίπτωση δεν αμφιβάλλουμε πως κάθε φορά είναι το ίδιο τραπέζι. Κανένας δε διστάζει ν' αναγνωρίσει πως το τραπέζι είναι πάντοτε το ίδιο. Κι όταν ακόμη δίνει στο μάτι διαφορετικές εικόνες. Μπορούμε όμως στ' αλήθεια τώρα να πούμε β λ έ π ο υ μ ε αυτό το πράγμα, το τραπέζι; Και βέβαια όχι. Για την ακρίβεια δε βλέπουμε τίποτε άλλο από παραλλαγές χρωμάτων και περιγραμμάτων· όμως καταλαβαίνουμε πως όλ' αυτά ανήκουν σε ένα αντικείμενο που είναι πάντα ίδιο. Αν στη συνέχεια βγάλουμε οποιοδήποτε συμπέρασμα, για τις ιδιότητες αυτού του αντικειμένου, που θεωρούμε αληθινό, όπως π.χ.: Το αντικείμενο αυτό είναι τραπέζι· το τραπέζι αυτό είναι τετράγωνο, μαύρο, μεγαλύτερο από εκείνο το άλλο τραπέζι, με αυτό το συμπέρασμα καθορίζουμε πολύ σαφέστερα το περιεχόμενο των αισθημάτων μας. Σε καθένα από τα παραπάνω συμπεράσματα συγκρίνουμε το τραπέζι με άλλα αντικείμενα. Γιατί, κι όταν ακόμη λέμε απλά πως έχει χρώμα μαύρο, ο χαρακτηρισμός αυτός με το χρώμα παίρνει νόημα απ' τη

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

σύγκρισή του με άλλα χρώματα. Ο χαρακτηρισμός «τετράγωνο» στηρίζεται στην αρίθμηση και ασφαλώς αυτή είναι εντελώς διαφορετική απ' το να βλέπεις ή ν' ακούς. Επομένως και τα αληθινά συμπεράσματα, που βγάζουμε για κάποιο αντικείμενο που βρίσκεται μπροστά μας, είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλά αισθήματα. Την ικανότητα για ενέργειες, όπως η σύγκριση, η αρίθμηση και η σύλληψη σε ενότητα ενός αντικειμένου, ονομάζουμε νόηση, και μπορούμε σύμφωνα μ' αυτά να την ορίσουμε σαν την ικανότητα, που από τη μεταβλητή αισθητική εικόνα παρέχει γνώση. Αν θελήσουμε να καθορίσουμε και λεπτομερέστερα τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στα αισθήματα και τις δημιουργίες της νόησης, παρατηρούμε εύκολα πως κάθε αίσθημα (χρώμα, τόνος, μυρωδιά), είναι μια ατομική εντύπωση, που γεννιέται κι εξαφανίζεται· ενώ οι προσδιορισμοί που βρίσκονται με τη νόηση, όπως μαύρος, τετράγωνος, μπορούν να αναφέρονται σε πολλά αισθήματα, δηλαδή είναι γενικοί. Η νόηση λοιπόν τείνει να γενικεύει, ή με την ευκαιρία για να το πούμε αλλιώς, όπως οι φιλόσοφοι, ζητάει από τις ατομικές εντυπώσεις ν' αποκομίσει τη γ ε ν ι κ ή έ ν ν ο ι α . Στον καθημερινό του λόγο όμως ο άνθρωπος αρκείται να χρησιμοποιεί λέξεις, όπως π.χ. τη λέξη τραπέζι, σε πολύ γενική ακαθόριστη παράσταση. Άρα το πρωταρχικό καθήκον της επιστημονικής νόησης είναι να αποσαφηνίσει και να διευκρινίσει την ακαθόριστη αυτή παράσταση. Υπάρχουν πολλών ειδών τραπέζια: Στρογγυλά και τετράγωνα, με ένα ή τέσσερα πόδια, ή και που στηρίζονται στον τοίχο — τραπέζια για γράψιμο, για πώληση διαφόρων προϊόντων, για φαγητό κλπ. Ποιο είναι το κοινό στοιχείο σε καθένα, που μάς παρακινεί, παρά τις διαφορές τους, κάθε φορά να χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη; Πρώτα - πρώτα, κάθε τι που ειδικά το λέμε τραπέζι είν' ένα αντικείμενο που το χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για ορισμένους σκοπούς. Από το είδος του σκοπού που το χρησιμοποιούν το ξεχωρίζουν από τα άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούν. Μπορούμε λοιπόν να πούμε: Τραπέζι είναι ένα αντικείμενο, που κατασκευάστηκε ή χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους με το σκοπό να χρησιμέψει σαν μέρος που ακουμπάνε άλλα αντικείμενα όταν, πριν ή και αφού τα χρησιμοποιούν. Ο ορισμός αυτός δίνει το κοινό στοιχείο όλων των τραπεζιών, δηλαδή της έννοιας τραπέζι. Αυτή την έννοια, απ' την οποία συμπεραίνουμε αν κάποιο αντικείμενο είναι τραπέζι κι αν κάποιο ορισμένο τραπέζι εκπληρώνει καλά ή άσχημα τον σκοπό για τον οποίο το φτιάξανε δεν την β λ έ π ο υ μ ε · μάλλον την γ ε ν ν ά μ ε στη διάνοιά μας. Και ο επιπλοποιός δεν θα μπορούσε να φτιάξει κανενός είδους τραπέζι, αν στο μυαλό του δεν υπήρχε η έννοια του τραπεζιού. Έτσι κατάληξε ο Πλάτωνας να θεωρήσει σ α ν κ ύ ρ ι ο ε π ι σ τ η τ ό τ η ν έ ν ν ο ι α , και όχι τα επί μέρους πράγματα που γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις που τα χαρακτηρίζουμε σαν παραδείγματα της έννοιας. Ακόμα ήταν πεισμένος, πως η γνώση μας δεν μπορεί να συλλαμβάνει την αληθινή ουσία των όντων, την υψηλότερη υπόστασή τους πίσω από τις μεταβαλλόμενες αισθητικές εικόνες. Γι' αυτό κατεξοχήν αλήθειες είναι οι Ιδέες — όπως ονομάζει τις ουσίες των όντων που συλλαμβάνονται μέσα στην έννοια — ενώ τα πράγματα που γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις είναι μόνο κ ά π ο ι α α ν τ α ν ά κ λ α σ η των ιδεών. Κι επειδή μ' αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τη σταθερή πίστη του Πλάτωνα, όλα εξαρτώνται από τις ιδέες, η Φιλοσοφία του χαρακτηρίζεται σαν θεωρία περί Ιδεών. Παραπάνω επιχείρησα να σας οδηγήσω από δρόμο βατό σε όλους να ευνοήσετε την θεωρία περί Ιδεών του Πλάτωνα. Μολαταύτα ο δρόμος αυτός, αν και αφήνει να διαφαίνονται μπροστά σας κάποιες απόψεις της θεωρίας αυτής, δεν οδηγεί στο κυρίως εσωτερικό της. Ο ίδιος ο Πλάτωνας είχε διακηρύξει πως τα Μαθηματικά, και ιδιαίτερα η Γεωμετρία, είναι η αληθινή προκαταρκτική σχολή της Φιλοσοφίας. Λέγεται πως πάνω από την πόρτα της Ακαδημίας είχε γραφτεί «Αγεωμέτρητος μηδείς εισήτω». Θεωρώ πως είμαι υποχρεωμένος για εκείνους από τους ακροατές μου που κατέχουν τουλάχιστο τις θεμελιώδεις βάσεις των Μαθηματικών να συμπληρώσω την προηγούμενη παρατήρηση για τα μαθηματικά με μια άλλη που ακολουθεί. Εκείνο που κάθε φορά τραβάει την προσοχή των φιλοσόφων στα Μαθηματικά με μαγική σχεδόν δύναμη, είναι η βεβαιότητα για τα αποτελέσματά τους. Όταν πρόκειται για γεωμετρικά αξιώματα, δεν υπάρχει καμιά διαφωνία ανάμεσα στους ειδήμονες της Γεωμετρίας για το τι είναι αληθινό ή λαθεμένο. Εάν για μια φορά αποδειχτεί πως το άθροισμα των γωνιών του τριγώνου είναι δύο ορθές, το εξαγόμενο αυτό μένει μια για πάντα αναλλοίωτο. Ξέρουμε απ' τα πριν πως δεν θα βρεθεί έστω και ένα τρίγωνο που να διαψεύσει καμιά φορά τις προσδοκίες μας για το άθροισμα των Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

γωνιών του. Γι' αυτό μπορεί, αφού για μια φορά αναγνωρισθούν μερικά θεμελιώδη αξιώματα για τις γραμμές και τις επιφάνειες, να γίνουμε επιστημονικά κύριοι πλήθους σχημάτων του χώρου και να συμπεράνουμε με απαγωγή πλήθος από τις ιδιότητές τους. Ο Πλάτωνας ζούσε τα χρόνια που ανακαλύφτηκαν τα πιο οικεία σε μάς γεωμετρικά αξιώματα. Και αναγκαία η βεβαιότητα των πορισμάτων της νέας επιστήμης, σε αντίθεση με την αποσυνθετική αμφιβολία των σοφιστών, θα έκανε στον Πλάτωνα πολύ βαθειά εντύπωση. Αν κάποιος αναρωτηθεί σε τι διαφέρει ένα γεωμετρικό αξίωμα από κάποιο συμπέρασμα για τα υπαρκτά αντικείμενα, όπως π.χ., «κύνες τινές είναι άγρυπνοι φύλακες», θα καταλάβει πως η Γεωμετρία δεν ασχολείται καθόλου με ορισμένα τρίγωνα ή ορισμένους κύκλους, αλλά πως το σχήμα που χαράχτηκε είναι μόνο κάποιο βοηθητικό μέσο για να παραστήσει κανείς καλύτερα στον εαυτό του τις γενικές ιδιότητες του κύκλου ή του τριγώνου. Αντίθετα λέγονται πως τα σκυλιά είναι άγρυπνοι φύλακες, έχει στο νου του ορισμένους σκύλους π.χ. τον Φύλακα ή τον Νέρωνα. Σ' αυτούς κι άλλους ακόμη βρήκα την ιδιότητα του φύλακα σε συνδυασμό με τη φύση του σκύλου, απ' όπου εικάζω πως αυτός ο συνδυασμός θ' αποτελεί τον κανόνα. Όμως αρκεί έ ν α υπναράδικο μαντρόσκυλο για να προσβληθεί το γενικό κύρος του παραπάνω συμπεράσματος. Σε τι οφείλεται λοιπόν το πως στην Γεωμετρία είμαστε απαλλαγμένοι από τέτοιους κινδύνους; Ο λόγος αυτού του πλεονεκτήματος βρίσκεται φανερά στο εξής· πως δηλαδή εδώ δεν έχουμε ανάγκη της επιμέρους εμπειρίας, αλλά, αν μια φορά συλλάβουμε αληθινά την έννοια κάποιου τριγώνου, μπορεί μετά από μόνοι μας να βρούμε τις ουσιώδεις ιδιότητες του τριγώνου. Ο Πλάτωνας το διατύπωσε αυτό κλασσικά σε ένα απ' τους διαλόγους του. Με επιδέξια βαλμένες ερωτήσεις κάνει κάποιο δούλο, που δεν έχει ιδέα από Γεωμετρία, να βρει με δικιά του σκέψη ένα γεωμετρικό νόμο. Από αυτό στη συνέχεια βγάζει το συμπέρασμα πως οι γεωμετρικές έννοιες, όμοιες με τις αποκοιμισμένες αναμνήσεις, βρίσκονται μέσα στο πνεύμα του δούλου εκείνου, όπως και όλων των ανθρώπων και πως δεν απαιτείται παρά μόνο να τις ξυπνήσεις. Η μαιευτική του Σωκράτη μ' αυτό τον τρόπο θεμελιώνεται βαθύτερα. Γιατί αυτή ξυπνάει τις έννοιες που κοιμούνται μέσα στο πνεύμα μας. Τους σκοπούς που επιδιώκει η Γεωμετρία χρησιμοποιώντας τα γεωμετρικά σχήματα, επιδιώκει και ο Πλάτωνας με τις έννοιες και ιδιαίτερα με τις πιο σπουδαίες για μας, όπως είναι οι έννοιες αρετή, κράτος, ψυχή κλπ. Επιδιώκει δηλαδή να τους ξαναδώσει την αρχική κατά κάποιο τρόπο καθαρότητά τους που ατόνησε. Αν σύμφωνα με τα παραπάνω οι ιδέες κοιμούνται στο πνεύμα μας, αν οι γνώσεις που πηγάζουν απ' αυτές υπερτερούν πολύ σε βεβαιότητα από κάθε συμπέρασμα που στηρίζεται στην εμπειρία, πώς φτάσανε αυτές στο πνεύμα μας; Στην ερώτηση αυτή ο Πλάτωνας δίνει μια απάντηση που πέφτει αλλόκοτα. Λέγει δηλαδή· αυτές τις ιδέες τις π α ρ α τ η ρ ή σ α μ ε σε κάποια προηγούμενη ζωή μας, όταν η ψυχή δεν είχε πέσει σε κατώτερη βαθμίδα με την ένωσή της με το σώμα. Η σκοτεινή ανάμνηση εκείνης της όψης που έγινε στο παρελθόν μάς επιτρέπει να αποκτήσουμε την κοινή γνώση από τη διασαλευόμενη, την αλλοιούμενη κατ' αίσθηση αντίληψη. Όσο επισφαλής κι αν είναι η γνώση αυτή, και πάλι δεν θα την αποκτούσαμε ποτέ χωρίς την ανάμνηση, που είπαμε. Κάθε ε π ι σ τ η μ ο ν ι κ ή γνώση όμως συνίσταται σε συνειδητό ξ α ν α ξ ύ π ν η μ α αυτής της ανάμνησης. Οι τελευταίες γνώμες δείχνουν, πως ο Πλάτωνας οδηγήθηκε σε έρευνες που θα απέκρουε ο Σωκράτης. Αν η ψυχή, πριν απ' την ένωσή της με το σώμα, παρατήρησε αυτές τις ιδέες αμιγείς από τις πνευματικές εικόνες που διαβιβάστηκαν μέσα από τα αισθητήρια όργανα, έπεται πως πρέπει οι ιδέες και να έχουν ι δ ι α ί τ ε ρ η ύπαρξη, και, παρά αυτή την ύπαρξη, να ε π ι δ ρ ο ύ ν οπωσδήποτε πάνω στο καθένα αντικείμενο που αντιλαμβανόμαστε με την αίσθηση. Συνέπεια αυτής της διπλής ιδιότητος των ιδεών είναι πως δε μπορεί πια ν' αποτραπεί η έρευνα για τη φύση των σωματικών όντων. Ο Σωκράτης, που πάντα μόνο στο μερικό είχε εφαρμόσει τις θεμελιώδεις αρχές του, μπορούσε ν' αντιπαρέλθει το παραπάνω ζήτημα. Ο Πλάτωνας όμως, που πάντα αποσκοπούσε σε γνώση συνεπή με τον εαυτό της δεν δικαιούνταν πια να κάνει το ίδιο. Κι αυτός επιθυμούσε περισσότερο από κάθε άλλο να γνωρίσει τον προορισμό του ανθρώπου στον κόσμο· άλλα το πρόβλημα αυτό του γεννάει και ένα άλλο πρόβλημα: τι είναι ο κόσμος; Η απάντηση του Πλάτωνα, πως ο κόσμος είναι κάποια θολή απεικόνιση εκείνου του πρότυπου κόσμου των καθαρών ιδεών, δημιουργεί πολλές δυσκολίες, που ο ίδιος ο φιλόσοφος είχε διαγνώσει. Π.χ. Σε ποια σχέση άραγε να Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

είναι η γενική έννοια του ανθρώπου, η ιδέα «Άνθρωπος» προς τον Πέτρο, τον Παύλο και τους άλλους επιμέρους ανθρώπους; Ο Πλάτωνας επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα αυτό άλλοτε με αυστηρά αφηρημένες θεωρίες, και άλλοτε με εικόνες μυθολογικής χροιάς. Όλες όμως αυτές οι αποδείξεις, όσο και αν μας φανερώνουν αξιοθαύμαστα το πλούσιο και αγωνιστικό του πνεύμα, φέρνουν στην επιφάνεια νέα αινίγματα. Ακόμα και σήμερα υπάρχει διαφωνία ως προς την πραγματική γνώμη του Πλάτωνα. Αφού μάλιστα στις αποδείξεις αυτές δεν βρίσκεται η άφθαρτη αξία της Πλατωνικής φιλοσοφίας όσο και αν αποβήκαν σημαντικές για πολλούς από τους μεταγενέστερους φιλόσοφους, οφείλω να τις παραλείψω εδώ. Το σπουδαίο για μας από τις θεωρίες του Πλάτωνα μπορούμε να το εννοήσουμε και χωρίς να μπούμε στις δυσχέρειες αυτές. Τον ουσιώδη πυρήνα της Πλατωνικής Φιλοσοφίας που βρίσκουμε, αν ξαναθυμηθούμε το θεμελιώδες πρόβλημά μας: Ποιος είναι ο προορισμός μου σ' αυτό τον κόσμο; Για να καταλάβουμε την απάντηση του Πλάτωνα σ' αυτό πρέπει να προσθέσουμε στα όσα μέχρι τώρα είπαμε και έ ν α ακόμη σημείο. Ξέρουμε κιόλας πως αυτό που αληθινά μπορούμε να γνωρίσουμε και αυτό που πραγματικά υπάρχει, είναι οι έννοιες που συλλαμβάνει η διάνοια, που αλλιώς λέγονται ιδέες. Αυτές ακόμα δίνουν στα επιμέρους αντικείμενα, που τα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, την αξία και τη σημασία που έχουνε. Ένα άλογο είναι καλό, αν έχει σε τέλειο βαθμό όλες τις ιδιότητες που ανήκουν στην έννοια του αλόγου, π.χ. ταχύτητα, ευκαμψία, δύναμη. Υπάρχουν πολλές ιδέες, όπως υπάρχουν πολλά είδη και πολλές ιδιότητες αντικειμένων. Υπάρχουν οι ιδέες του αλόγου και του σκύλου, εκτός όμως απ' αυτές υπάρχει και η γενικότερη του ζώου. ιδέες του άντρα και της γυναίκας, όμως και η γενικότερη του ανθρώπου. Προφανώς κάποιες απ' τις ιδέες αυτές είναι όμοιες μεταξύ τους και ειδικότερες από άλλες. Η έννοια του άντρα είναι συγγενέστερη με της γυναίκας παρά με του αλόγου την ιδέα. Ο άντρας κι η γυναίκα υπάγονται στην γενικότερη έννοια του ανθρώπου. Ο άνθρωπος και το άλογο υπάγονται στην έννοια του ζωντανού όντος. Επειδή όλες οι ιδέες οφείλουνε ν' αποτελούνε ένα ενιαίο σύστημα που διέπεται από το λόγο, έπεται πως πρέπει να υπάρχει μια ιδέα πιο μεγάλη απ' όλες. Λοιπόν η ανώτατη αυτή ιδέα, που όλες οι άλλες υπάγονται σ' αυτήν, είναι για τον Πλάτωνα η ιδέα του Αγαθού. Αυτός ο φιλόσοφος χαρακτήριζε αυτή τη γνώση του αγαθού σαν την γνώση που μπορεί με μεγάλη δυσκολία να επιτευχθεί. Θα καταλάβετε ίσως πως κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, αν αναλογιστείτε, πως σύμφωνα με τον Πλάτωνα κάθε αγαθό που υπάρχει στα καθ' έκαστο όντα προέρχεται απ' τις ιδέες· πως, παραπέρα, η βεβαιότητα της γνώσης μας, και επομένως η αξία των πράξεών μας, στηρίζεται στο ξαναξύπνημα των Ιδεών μέσα στο πνεύμα μας. Εφόσον η ανώτερη απ' όλες τις ιδέες είναι η ιδέα του αγαθού, για τον Πλάτωνα αυτή η ιδέα συμπίπτει με το θείο. Γιατί, πραγματικά, μόνο οι ιδέες μένουν για πάντα όπως οι θεοί, και με την άφθαρτη φύση τους καθορίζουν τον αλλοιούμενο κόσμο που ζούμε. Έτσι με τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα επιτεύχθηκε η ενότητα δύναμης και αγαθότητας, η καθαρή ιδέα της θεότητας. Από τις σκέψεις αυτές βγαίνει το συμπέρασμα, πως και στον υλικό κόσμο όμοια όλα έχουν τακτοποιηθεί σύμφωνα με την ιδέα του Αγαθού· δηλαδή ανάλογα με τον σκοπό του Αγαθού. Ο Πλάτωνας θεμελιώνει μέθοδο ερμηνείας της Φύσης, με την οποία επιδιώκεται να απομακρυνθεί καθένα απ' τα επιμέρους από κάποια τελεολογική τάξη. Τα άστρα π.χ. κινούνται σε κυκλικές τροχιές, γιατί η ομοιογενής και επανερχόμενη στον εαυτό της κυκλική κίνηση είναι το τελειότερο είδος κίνησης. Καθώς ξέρετε, η σύγχρονη επιστήμη έχει διαφωνίες σ' αυτό το θέμα. Βρήκε πως τα αστέρια δεν κινούνται κυκλικά, αλλά ελλειπτικά· και τώρα δεν ζητάει ν' αποδείξει πως τάχα η έλλειψη είναι τελειότερη από τον κύκλο· γιατί δεν ξέρει τίποτα για την «τέλεια» κίνηση· ερευνά μονάχα ποια είναι τα αίτια της ελλειπτικής κίνησης και τα βρίσκει στην αμοιβαία έλξη και τη σχετική θέση των αστεριών στο στερέωμα. Ο Πλάτωνας συνειδητοποίησε με σαφήνεια την αντίθεση ανάμεσα στην αιτιώδη και την τελεολογική ερμηνεία. Στον διάλογό του τον Φαίδωνα, που ήδη ξέρουμε, παριστάνει το Σωκράτη να λέει περίπου αυτά: Αν κάποιος νομίζει πως με το να δηλώσει τα αίτια εξήγησε τη Φύση, πέφτει στον ίδιο παραλογισμό μ' αυτόν που λέει, πως ο Σωκράτης βρίσκεται στη φυλακή γιατί οι μύες του και τα νεύρα του κινήθηκαν και τον οδήγησαν εκεί, και γιατί για την ώρα βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση, που να μη μπορεί να φύγει. Και πως οι μύες και τα νεύρα δεν τον εμπόδισαν να δραπετεύσει όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Μα έμεινε μάλλον για να μην παραβεί, Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

όπως νόμιζε σωστό, τους νόμους της γενέτειράς του. Ο δρόμος που υποδείχνει ο Πλάτωνας για την ερμηνεία της Φύσης είναι άβατος, γιατί εμείς σαν ατελείς άνθρωποι ασφαλώς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τους σκοπούς του Σύμπαντος. Θα δούμε στην επόμενη διάλεξη πως εδώ μόνο η αντίθετη μέθοδος οδηγεί στη γνώση. Ακριβώς όμως το παράδειγμα που πριν λίγο σας ανέφερα από τον Φαίδωνα θα σας έδειξε, πως οι πράξεις μας μόνο τότε μπορούν να εκτιμηθούν και να κατευθυνθούν σωστά όταν κρίνονται απ' τους σκοπούς που επιδιώκουμε μ' αυτές. Σώφρονα ενεργεί, εκείνο που σωστά διαλέγει τα μέσα για την επίτευξη των σκοπών του· σοφά, όποιος βάζει μέσα του τους πραγματικά σωστούς σκοπούς. Τώρα για να σας δείξω πώς εφάρμοζε ο Πλάτωνας τις θεωρίες του στη ζωή, θα σας μιλήσω στη συνέχεια για τις δυο συνδέσεις, στις οποίες πολλές φορές κατά πάσα πιθανότητα θα ακούσατε και θα χρησιμοποιήσατε το όνομα του Πλάτωνα· δηλαδή για τον Πλατωνικό έρωτα και την Πλατωνική Πολιτεία. Φυσικά, η συνήθης αντίληψη για τις δυο αυτές γνωστότατες Πλατωνικές θεωρίες είναι τελείως διαστρεβλωμένη. Π λ α τ ω ν ι κ ό ς έ ρ ω ς θεωρείται συνήθως ο έρωτας που δεν αφορά την απόκτηση του ερωμένου, μα που λατρεύει το αντικείμενό του μόνο απ' τα μακριά, ονειροπόλα. Αν όμως πραγματικά υπήρχε μόνο αυτή η διαφορά ανάμεσα στο σαρκικό και τον Πλατωνικό έρωτα, αν λοιπόν ο Πλάτωνας είχε εξυμνήσει τον έρωτα που ούτε έχει τη δύναμη να κατακτήσει τον ερωμένο ούτε το θάρρος να παραιτηθεί οριστικά από αυτόν, τότε θα σήμαινε ο Πλατωνικός έρωτας απλή παρηγοριά των δειλών ερωτύλων και θα 'ταν άξιος του χλευασμού των εύθυμων ανθρώπων που πλημμυρίζουν από ζωή. Στην πραγματικότητα το ουσιώδες για την έννοια του Πλατωνικού έρωτα δεν είναι η αποχή από τη σαρκική κατάκτηση, μα η συνάφεια με την θεωρία των Ιδεών. Είδαμε παραπάνω πως κάθε τι το αξιόλογο, ωραίο και αγαθό που υπάρχει στα αισθητά, προέρχεται από την συμμετοχή του στις ιδέες. Όπως καθένας που με ανοιχτό και καλλιτεχνικό μάτι παρατηρεί τον κόσμο, έτσι κι ο Πλάτωνας αγαπούσε και θαύμαζε τις γεμάτες δύναμη κι ωραία διαπλασμένες νεανικές μορφές. Και δικαιολογούσε στον εαυτό του το συναίσθημα αυτό με τη θεωρία του πως, στο κάλλος του σώματος αποκαλύπτεται στο γήινο μάτι η αιώνια ιδέα του Ανθρώπου. Κατά την ιδέα αυτή ο άνθρωπος είναι ον που κυβερνιέται απ' τη λογική. Κι αν θέλουμε να καταλάβουμε την Πλατωνική θεωρία για τον έρωτα, οφείλουμε να μην ξεχνάμε πως για τον Έλληνα το ωραίο σώμα διακρίνεται κυρίως από τη συμμετρική διάπλαση όλων των μυών. Σ' ένα τέτοιο σώμα υπονοείται η εύκολη και ελεύθερη υπακοή στην πρόθεση της βούλησης. Συνεπώς στο ωραίο σώμα του Έλληνα εκδηλώνεται η κυριαρχία του λογικού πνεύματος στα μέλη του σώματος. Αποτελεί δείγμα κατώτερης ψυχικής διάθεσης, το ότι πολλοί Ανατολίτες αγαπούν στις γυναίκες τη νεκρή μάζα του λιπαρού σώματος. Ο αγνός έρωτας ζητάει στο ον που ερωτεύεται, κι όταν ακόμα δεν έχει πλήρη συνείδηση γι' αυτό, αυτό που πραγματικά έχει αξία. Απ' αυτό συμπεραίνουμε πως γι' αυτόν η σαρκική απόλαυση δεν μπορεί να είναι το άπαν. Αλλά και η απλή αποχή από αυτήν, κρίνοντάς την καθεαυτή, δεν αποτελεί καθόλου την αξία ενός έρωτα. Ο γνήσιος έρωτας φαίνεται σ' αυτό· πως δηλαδή ο ερωτευμένος ζητάει να δημιουργήσει κάτι ανώτερο μέσα του και σ' αυτόν που ερωτεύτηκε. Ο Πλατωνικός έρωτας βλέπει λοιπόν στον ερωτευμένο να ενυπάρχει η τελειότητα και να επιδιώκει για τον εαυτό του και για το αντικείμενό του την κυριαρχία και την πραγμάτωση αυτής της τελειότητας. Επειδή όμως κάθε επιμέρους αντικείμενο και κάθε άνθρωπος μόνο από τις ιδέες έχουνε προσλάβει το τέλειο που έχουν μέσα τους, γι' αυτό κινείται ο αληθινός έρωτας από τα σώματα στις ψυχές, και από τις ψυχές στις ιδέες. Ο φιλόσοφος ερωτεύεται την αλήθεια με την ίδια φλόγα που ο ερωμένος την ερωμένη του. Στην ορμή για γνώση, που για τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη δεσπόζει πάν' απ' όλα, υπάρχει κάποιος έρωτας γεμάτος πάθος. Σε κάθε ανώτερου είδους έρωτα, ερωτευόμαστε, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνουμε, την ιδέα, το θεό. Με αυτό συνδέονται για τον Πλάτωνα οι εσώτατες ανθρώπινες καταστάσεις με τα μεγάλα διανοήματα της Φιλοσοφίας του.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Ακόμα στενότερα σχεδόν είναι συνυφασμένη η θεωρία περί Πο λ ι τ ε ί α ς του Πλάτωνα με την ιδεολογία του. Το λογικό, που οφείλει να κυριαρχεί σε κάθε άνθρωπο, έχει σαν έργο του να διοικεί το ίδιο και την Πολιτεία. Εδώ όπως και κει οφείλουν οι κατώτερες ορμές να συγκρατιούνται με αυστηρή πειθαρχία. Την παραπάνω παραβολή του ατόμου με την Πολιτεία δεν παρέλειπε πουθενά να διατυπώσει ο Πλάτωνας. Η Πολιτεία δεν είναι γι' αυτόν απλή κοινωνία των ανθρώπων για επίτευξη της ασφάλειας και της ευημερίας, αλλά μια μεγεθυμένη, αξιόλογη απεικόνιση του ανθρώπου. Όπως το άτομο έχει καθήκον να εκπροσωπεί την ιδέα της Ανθρωπότητας, έτσι οφείλει να το κάνει αυτό τελειότερα η Πολιτεία. Ο Πλάτωνας πλάθει με τη φαντασία του Πολιτεία, που να επαρκεί γι' αυτές τις απαιτήσεις. Το πρότυπο για την Πολιτεία του δεν το παίρνει απ' την πραγματικότητα. Μάλιστα ξέρει, πως Πολιτεία όμοια ακριβώς μ' αυτή που φαντάζεται δεν θα υπάρξει ποτέ. Αλλά και ο κύκλος του μαθηματικού ποτέ δεν απαντιέται με ακρίβεια στο σωματικό κόσμο· κι όμως παραμένει το πρότυπο κάθε κύκλου που σχεδιάζουμε. Έτσι και η Πολιτεία του Πλάτωνα προβάλλεται σαν πρότυπο που η πραγματικότητα πρέπει να πλησιάσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Επειδή λοιπόν αυτή είναι ο Άνθρωπος σε μεγέθυνση γι' αυτό τα διάφορα μέλη της, όπως οι διάφορες επαγγελματικές τάξεις των πολιτών της, ανταποκρίνονται προς τα διάφορα μέρη της ανθρώπινης ψυχής. Είμαστε λοιπόν αναγκασμένοι, για να καταλάβουμε το πολιτειακό ιδεώδες του Πλάτωνα, να ρίξουμε ένα βλέμμα στη Ψυχολογία του. Αφού η ψυχή ξαναθυμάται στην επίγεια ζωή της τις Ιδέες που κάποτε είχε δει, συμπεραίνουμε πως θα υπήρχε πριν από την ένωσή της με το σώμα. Επίσης πως θέλει να παραμείνει σε ζωή μετά τη φθορά του σώματος. Και με άλλο τρόπο συμπεραίνει απαγωγικά ο Πλάτωνας την αθανασία της ψυχής από τη θεωρία του των Ιδεών. Η ψυχή μας είναι σε θέση να συλλάβει τις καθαρές έννοιες ή ιδέες. Οι έννοιες όμως αυτές ούτε γεννιούνται ούτε χάνονται, αλλά έχουν κατά κάποιο τρόπο ξεχωριστεί από το ρεύμα των συμβάντων του χρόνου. Αυτό μπορεί κανείς όμοια να το αποσαφηνίσει με τη βοήθεια κάποιας γεωμετρικής έννοιας, π.χ. του κύκλου. Αφηρημένα, για τους αποδεικτικούς συλλογισμούς του Μαθηματικού είναι ακριβώς το ίδιο, τόσο ο κύκλος που φαντάστηκε ο μεγάλος Αλεξανδρινός μαθηματικός Ευκλείδης, όσο και ο κύκλος που με τη βοήθειά του σήμερα αποδείχνει ο δάσκαλος στους μαθητές του τα γεωμετρικά θεωρήματα. Δεν έχει καμιά σχέση για τη Γεωμετρία, πως ο κύκλος του Ευκλείδη γεννήθηκε στο νου του πριν δυο χιλιάδες τόσα χρόνια· πως τα σχετικά γεωμετρικά του σχήματα εξαφανίστηκαν από πολλά χρόνια. Κάποιος όμως που μπορεί να συλλάβει το Άχρονο και το Αιώνιο πρέπει και ο ίδιος να συμμετέχει στην αιωνιότητα· δεν μπορεί να περικλείεται στα στενά όρια μιας ανθρώπινης ζωής. Στην απόδειξη αυτή υπάρχει η ορθή σκέψη, πως με τη συμμετοχή μας στην αιώνια αλήθεια υψωνόμαστε κατά κάποιο τρόπο πάνω απ' την πρόσκαιρη ζωή. Δεν μπορεί όμως να αποδειχτεί επιστημονικά η μετά θάνατο ζωή με τα παραπάνω, ούτε με καμιά από τις άλλες λύσεις που επιχείρησε ο Πλάτωνας. Ο Πλάτωνας θέλησε στο προκείμενο να κάνει α ν τ ι κ ε ί μ ε ν ο τ η ς γ ν ώ σ η ς ό,τι για πάντα θα παραμένει α ν τ ι κ ε ί μ ε ν ο τ ης πίστης. Σ' αυτές τις αποδείξεις για την αθανασία της ψυχής ξεχωρίστηκε τόσο πολύ η ψυχή από την σωματική φύση, που να υπάρχει ανάγκη κάποιου ενωτικού συνδέσμου ανάμεσα στις δύο αντιθέσεις. Ο Πλάτωνας τον βρίσκει στη θεωρία του για τα μέρη της ψυχής. Καθώς αυτές οι ιδέες εκτός από την καθαρή και ξεχωριστή ύπαρξή τους ασκούν ακόμα επίδραση πάνω στον υλικό κόσμο, έτσι και η ψυχή μας κυβερνάει ταυτόχρονα κάποιο ιδιαίτερο σώμα, δηλαδή αυτό ακριβώς το σώμα μας. Το μέρος της ψυχής που αντιλαμβάνεται σαφώς τις ιδέες είναι το λογικό. Αυτό κυβερνάει το σώμα με τη βοήθεια των βουλητικών μερών της ψυχής. Την βούληση όμως αναστατώνουν ταυτόχρονα οι σωματικές επιθυμίες. Αν δεν ήμαστε κύριοι των σαρκικών επιθυμιών μας θα υποδουλωθούμε σ' αυτές. Για το λόγο αυτό διακρίνει ο Πλάτωνας δυο ειδών δουλικές ή δυνάμεις των ορμών· μια ανώτερη, το θυμό, καθώς την αποκαλεί, με τον οποίο δρα το λογικό και απ' όπου προέρχεται ο ευγενέστερος εκείνος έρωτας·' και μια κατώτερη, το επιθυμητικό. Και οι σ α ρ κ ι κ έ ς ε π ι θ υ μ ί ε ς ανήκουν ακόμη στη φύση του ανθρώπου, αφού βέβαια χωρίς φαΐ και πιοτό δε μπορεί να διατηρηθούμε στη ζωή. Α υ τ έ ς π ρ έ π ε ι ό μ ω ς ν α μ η ν κ υ β ε ρ ν ά ν ε , μ α ν α υ π η ρ ε τ ο ύ ν . Μ ό ν ο τ ο λ ο γ ι κ ό δ ι κ α ι ο ύ τ α ι ν α δ ι α τ ά ζ ε ι κ α ι τ ι ς δ ι α τ α γ έ ς τ ο υ ο φ ε ίλ ε ι ν α ε π ι β ά λ λ ε ι ο θ υ μό ς . Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Στα τρία αυτά μέρη της ψυχής αντιστοιχούν τα μέρη του «Ανθρώπου σε μεγέθυνση» δηλαδή οι διάφορες τάξεις της πολιτείας. Κι εδώ πρέπει να διοικεί μονάχα το λογικό μέρος. Έτσι δικαιολογείται η γνωστή γνώμη του Πλάτωνα, που συχνά χλευάζεται πως δεν θα καλυτερέψουν τα πράγματα της Πολιτείας αν δεν σπουδάσουν φιλοσοφία οι βασιλιάδες ή βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι. Λέγοντας φιλόσοφος εννοεί εδώ ο Πλάτωνας όχι κάποιον μοναχό κλειδωμένο στο γραφείο του λεπτολόγο ερευνητή, μα έναν άνδρα που εκτός από την αγωγή, που πήρε απ' τη συμμετοχή του στην πρακτική ζωή, έχει και άριστο επιστημονικό καταρτισμό, και γι' αυτό είναι εξ ίσου ικανός και την επιστήμη να προάγει και να εφαρμόσει τα διδάγματά της στην Πολιτεία. Η δεύτερη κατά σειρά τάξη που ανταποκρίνεται στο θυμό, είναι των πολεμιστών. Αυτή διαφυλάττει στο εσωτερικό την τάξη που επιβάλλουν οι νόμοι και προφυλάσσει την πολιτεία από τους εξωτερικούς εχθρούς. Επίσης και οι σοφοί, που διοικούν, ανήκουν στην τάξη των πολεμιστών πριν προσαχθούν στην ανώτερη θέση τους. Για να μπορούν οι δύο άρχουσες τάξεις να αφοσιώνονται απερίσπαστα στην εκπλήρωση των καθηκόντων τους, απαλλάσσονται από κάθε φροντίδα για την καθημερινή συντήρησή τους, κάθε επιθυμία να πλουτίσουν. Γι' αυτό ορίζεται να τρέφονται με δαπάνες της πολιτείας και τους απαγορεύεται ν' αποκτούν περιουσία και οικογένεια. Η τρίτη τάξη είναι η τάξη των εργαζομένων. Αυτή ανταποκρίνεται στο επιθυμητικό και έχει καθήκον να υπακούει στην ορθά διατεταγμένη Πολιτεία. Σε σχετικό μέρος όπου γίνεται λόγος γι' αυτή την τάξη παρατηρείται κάποια ελαττωματικότητα, που είναι κοινή για τους τότε Έλληνες. Για τον Έλληνα, που 'χε στην υπηρεσία του δούλους η βιοποριστική του εργασία ήταν κάτι τι, που στην ουσία θεωρούνταν ανάξιο για 'να ελεύθερο. Γι' αυτό, από πολλά χρόνια αφήσαμε πίσω τις αντιλήψεις του Ελληνισμού· τώρα βλέπουμε σε κάθε καλά γινομένη δουλειά την πραγμάτωση του αρίστου, που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση. Η ελαττωματικότητα που είπαμε υπάρχει εξάλλου και στο πολιτειακό ιδεώδες του Πλάτωνα. Επειδή ο Πλάτωνας αξίωνε την ακτημοσύνη των δυο ανώτερων τάξεων πολλές φορές θεωρήθηκε σαν προπάτορας του σοσιαλισμού, μα όχι σωστά. Γιατί ο Πλάτωνας τουλάχιστο στην Πολιτεία του, δεν έθιξε την ιδιοκτησία των επαγγελματικών τάξεων. Όλα τα οικονομικά ζητήματα παραμελούνται με τρόπο που μας προξενεί εντύπωση. Καθορίζεται από τον Πλάτωνα, να παρέχονται απ' τους δημόσιους πόρους τ' αναγκαία για τη λυτή και σκληραγωγημένη ζωή, που περνούσαν οι σοφοί κι οι πολεμιστές μαζί, όχι των οικονομικών αγαθών, αλλά μόνο με τον σκοπό να μπορεί καθένας τους να αφιερώνει απερίσπαστα τη ζωή του στην επιτέλεση του υπουργήματος που του ανάθεσαν. Το να άρχεις, κατά τον Πλάτωνα, δεν είναι μια ηδονή ούτε μέσο πρόσκτησης ωφελημάτων για τους άρχοντες, μα μία υπηρεσία που ασκείται για την εξυπηρέτηση του κοινού και την οποία δεν έχουν δικαίωμα να απαρνηθούν αυτοί που έχουν τα προσόντα· όπως περίπου δεν δικαιούται το λογικό κάθε ανθρώπου να παραμελεί τη ρύθμιση της καθημερινής ζωής του, γιατί έτσι τ' αρέσει. Για τους ίδιους λόγους, που ισχύουν όσον αφορά την κατάργηση της ιδιοκτησίας των ανωτέρων τάξεων πρέπει να καταργηθεί γι' αυτές επίσης και η οικογένεια. Σ' αυτές τις τάξεις υπάρχουν μόνο ομότιμοι άντρες και γυναίκες, που η ένωσή τους κανονίζεται από τους άρχοντες προς χάριν της επίτευξης ικανών απογόνων. Κι ενώ στην υποτίμηση της επαγγελματικής δουλειάς ο Πλάτωνας ακολούθησε την προκατάληψη που επικρατούσε στους Έλληνες, αντίθετα στην εκτίμηση σε αξία της γυναίκας αντιτάχτηκε στην γνώμη που επικρατούσε στο λαό γι' αυτές. Ο Πλάτωνας απαιτούσε την πλήρη εξίσωση των δύο φύλων. Πολεμιστές και άρχοντες θα γινόντουσαν και οι γυναίκες, όπως κι οι άνδρες. Τα παιδιά των δύο ανωτέρων τάξεων έχουν κοινή αγωγή και δεν ξέρουν τους γονείς τους. Μόνο τα παιδιά που τιμούν την καταγωγή τους παραμένουν στις τάξεις των γονέων, τα υπόλοιπα παραπέφτουν στην τρίτη τάξη. Κατά τον ίδιο τρόπο προάγονται σε ανώτερες τάξεις τα παιδιά των επαγγελματιών που προέχουν. Πολλά σημεία του πολιτειακού Ιδεώδους του Πλάτωνα ξεπεράστηκαν και άλλα, όπως π.χ. η απαίτηση επιστημονικής εκπαίδευσης των αρχόντων, έχουν μερικά τουλάχιστον πραγματοποιηθεί. Πολλά, όπως το να είναι προσιτές οι ανώτατες θέσεις σε κάθε ικανό και η επιλογή των αρχόντων μόνο βάσει της ικανότητάς τους, αποτελούν ακόμα και σήμερα το σκοπό των προσπαθειών μας. Αλλά πολύ σημαντικότερο απ' όλες τούτες τις λεπτομέρειες είναι το πνεύμα που επικρατούσε στις θεωρίες περί Πολιτείας του Πλάτωνα. Το όλο σύστημα κατευθύνεται από το λογικό· καθένας υπηρετεί τους μεγάλους σκοπούς του Συνόλου. Στους σκοπούς αυτούς είναι στραμμένος ο νους και Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

μ' αυτούς κρίνονται τα μέσα για την επίτευξή τους. Στα χρόνια μας τελειοποιήθηκαν άπειρα τα μέσα της ζωής. Επιτελέστηκαν θαύματα για την άνεση και την υγιεινή της εξωτερικής ζωής, και τα πλεονεκτήματα από αυτή την πρόοδο είναι προσιτά σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του λαού. Οφείλουμε να μην υποτιμάμε την αξία των τεχνικών αυτών κατακτήσεων. Αλλά και όταν ταξιδεύουμε με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα, κι όταν τα λόγια μας νικούν τις αποστάσεις με το τηλέφωνο και τον ασύρματο τηλέγραφο, και πάλι παραμένει διαρκώς σαν ουσιώδες πρόβλημα το γιατί ταξιδεύουμε, και το τι λέμε. Και ακριβώς οι πρόοδοι των τεχνών κάνουν πολλούς να λησμονούν, πως όλες αυτές οι ανακουφίσεις, όσο αφορά τη διατροφή και τη συγκοινωνία, δεν είναι παρά μέσα, και πως κυρίως ενδιαφέρουν οι σκοποί, που για την επίτευξή τους χρησιμοποιούμε αυτά τα μέσα. Η σκέψη γι' αυτούς τους σκοπούς λέγεται φιλοσοφία και την αξία της σκέψης κανείς άλλος δεν επαίνεσε με μεγαλύτερη δύναμη από τον Πλάτωνα. Μην ξεχνάτε να σκέφτεστε για τους σκοπούς της ζωής κι ας ανυψώνεται η ανάμνησή σας για τον θείο Πλάτωνα, όταν συμβαίνει αυτό.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Τρίτη διάλεξη Descartes (Καρτέσιος) Δεν έχω σκοπό αυτές τις ώρες να σας αφηγηθώ την Ιστορία της Φιλοσοφίας, μα επιθυμώ κι εσείς, κατά κάποιο τρόπο, μαζί μ' εμένα να αποκαλύψετε τις θεμελιώδεις φιλοσοφικές ιδέες· να ζωντανέψετε μαζί μου μέσα σας το πνεύμα των μεγάλων φιλοσόφων. Από αυτή την άποψη διάλεξα φιλοσόφους, που πολύ πρωτότυπα από ίδιες δημιουργικές δυνάμεις βάζουν τα προβλήματα με νέο τρόπο και δίνουν νέες λύσεις. Ανάμεσα στους μεγάλους φιλοσόφους υπάρχουν και μυαλά διαφορετικής φύσης· εκείνοι δηλαδή που αναλαμβάνουν να εντάξουν σε ενιαίο σύστημα τεράστια ποσότητα υλικού γνώσεων. Το έργο τους είναι το πιο μεγάλο. Γιατί ο νους του ανθρώπου έχει τη ροπή τελικά να εποπτεύει όλη την ποικιλία των υλικών αντικειμένων και των εσωτερικών εντυπώσεών μας, σαν μια διαρθρωμένη ενότητα. Ο μεγάλος μαθητής του Πλάτωνα Α ρ ι σ τ ο τ έ λ ης έκανε για την εποχή του το έργο αυτό και γι' αυτό το λόγο έγινε σ' όλο το μεσαίωνα ο κατεξοχήν δάσκαλος της Ευρώπης. Ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος, που συμπλήρωσε, συστηματοποίησε και έδωσε την τελική μορφή στα δημιουργήματα της ελληνικής διανόησης, ήτανε και ο διαβιβαστής της στους λαούς της Ανατολής και της Δύσης. Αλλά ακριβώς το πλήθος εκείνο της ύλης και των διαφόρων απόψεων, που κάποτε ευνόησαν την επίδρασή του, μας κάνουν σήμερα δύσκολη την προσέγγισή του. Το υλικό των γνώσεων, που κατείχε και επεξεργάστηκε ο Αριστοτέλης είναι πια απαρχαιωμένο. Ξέρουμε πολλά καλύτερα, και προπαντός η περιοχή των γνώσεών μας είναι κατά πολύ μεγαλύτερη. Δεν ήμασταν ίσως εξυπνότεροι απ' τον Αριστοτέλη, μα έχουμε το ευτύχημα να μπορούμε να χρησιμοποιούμε την προεργασία πολλών γενιών, ήμαστε δηλαδή πλουσιότεροι σε εμπειρίες. Όσα πολλά κι αν μπορούμε ακόμη να διδαχτούμε από τον Αριστοτέλη, η σκόνη της Ιστορίας είναι πάνω απ' τα συγγράμματά του. Οφείλουμε, για να εκτιμήσουμε δίκαια τα συστήματα που δημιούργησε ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του, να μεταφερθούμε πίσω στο πνεύμα παρωχημένων εποχών. Ενώ για τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα σπάνια θα αισθανθούμε τέτοιους φραγμούς. Τα προβλήματα που προβάλανε για πρώτη φορά με πλήρη σαφήνεια οι άνδρες εκείνοι, βασανίζουν ακόμα και σήμερα αδιόρατα καθένα, που αρχίζει να σκέφτεται για τον κόσμο. Οι απαιτήσεις εκείνων δείχνουν ακόμα και σε μάς τον τρόπο της λύσης. Βρισκόμαστε κατά κάποιο τρόπο σε άμεση επικοινωνία μαζί τους παρά το πέρασμα των χιλιετηρίδων. Κάποιο όμοιο συναίσθημα συγγένειας μας πιάνει πάλι απέναντι στους ηγέτες της πρώτης περιόδου των νεωτέρων χρόνων. Για τον μεγαλύτερο απ' αυτούς τον René Descartes, θα σας μιλήσω σήμερα. Ο René Descartes (το λατινικής μορφής όνομά του Renatus Cartesius δεν χρησιμοποίησε ποτέ αυτός ο φιλόσοφος) γεννήθηκε το 1596 σαν νεώτερος γιος κάποιου ευγενή Γάλλου. Εκπαιδεύτηκε, όσο του το επέτρεπε η εύθραυστη υγεία του, με επιμέλεια και πολυμέρεια. Το πιο σπουδαίο μέρος της πνευματικής του εκπαίδευσης το πήρε στην τότε νεοϊδρυμένη σχολή των Ιησουιτών του Λα Φλες, κι ήταν υποδειγματικός μαθητής του πρότυπου εκείνου σχολείου. Ο ίδιος ο Descartes περιέγραψε αργότερα την εντύπωση που του έκανε η διδασκαλία εκεί. Και θα καταλάβουμε την περιγραφή του, αν ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στις ιδιομορφίες εκείνης της εποχής. Από μ ι α άποψη μάς θυμίζει η αρχή των νεωτέρων χρόνων την περίοδο του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Και στις δυο αυτές εποχές διασείστηκε η θρησκευτική παράδοση και ο τρόπος ζωής που ήταν συνάρτησή της. Σ' αυτά τα χρόνια άνθρωποι διανοούμενοι εξετάζουν με το νου τα θεμέλια που πάνω τους είχαν χτίσει. Η ομοιότητα των δύο εποχών όμως δεν εκτείνεται πέρ' απ' αυτό. Η παράδοση του Μεσαίωνα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από την ελληνική θρησκεία και την ελληνική πολιτεία. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κρατούσε όλους σχεδόν τους λαούς του τότε γνωστού κόσμου δεμένους στην Ε νό τ η τ α , που παρουσίαζε η ίδια. Ο Χριστιανισμός έφερε στο μεγαλύτερο μέρος των λαών αυτών την ε σ ω τ ε ρ ι κ ή ενότητα σε αντικατάσταση της εξωτερικής πολιτικής ένωσης του Ρωμαϊκού κράτους. Μπορούμε λοιπόν να χαρακτηρίσουμε τον μεσαίωνα σαν εποχή που την διακρίνουμε για την ενότητα. Πολιτικά, παρ' όλους τους πολέμους, ο χριστιανικός κόσμος ένοιωθε σαν ένα σύνολο, που απέξω του βρισκόντουσαν οι εχθροί της πίστης, δηλαδή οι Μουσουλμάνοι. Ο Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

πνευματικός ορίζοντας δεν επεκτεινότανε πέρ' απ' αυτό. Όλη η πνευματική ζωή τελούσε υπό το κράτος της εκκλησίας. Όπως όμως η πολιτική εκείνη ενότητα του χριστιανικού κόσμου ήταν τεράστια εκτεταμένη σε σύγκριση με τις μικρές ελληνικές πολιτείες — και σε αντίθεση με την άμεση δράση εκείνων των πολιτειών, αυτή υπήρχε μάλλον σαν ιδεώδης απαίτηση παρά σαν πραγματική δύναμη — με τον ίδιο τρόπο και η ενότητα της πνευματικής ζωής ήταν πολύ πιο σύνθετη και περίκλεινε μέσα της πολύ μεγαλύτερες αντιθέσεις. Η λατρεία των θεών, που ήταν κυρίως η θρησκεία των Ελλήνων, ήταν υπόθεση της Πολιτείας, που ναι μεν προασπιζόταν με ξίφος ενάντια στους εχθρούς της, όχι όμως και με επιχειρήματα εναντίον των αλλόθρησκων ή των άπιστων. Η θρησκεία αυτή, στην εποχή που προηγήθηκε από την Φιλοσοφία, δεν περιείχε καθόλου δόγματα πίστης που να μπορούσε να προκύψει αμφισβήτηση για την ερμηνεία τους. Κατά το Μεσαίωνα τα πράγματα ήταν αλλιώς. Η Χριστιανική πίστη βρέθηκε απ' τα πριν αναγκασμένη ν' αμύνεται ενάντια στους φιλοσοφικά μορφωμένους εχθρούς. Μέσα στον ίδιο το Χριστιανισμό γεννήθηκαν διάφορες αιρέσεις. Κι ενάντια στις χωριστικές τάσεις των αιρετικών τελεσφόρα άμυνα ήταν δυνατή μόνο με τη διαφύλαξη ορισμένων δογμάτων. Πολλά από τα δόγματα αυτά, όπως ας πούμε της Αγίας Τριάδας, της θεότητας του Χριστού, ήταν δυσκολονόητα απ' τους πολλούς και γι' αυτό απαιτήθηκε μεγάλη αγχίνοια για την σαφή ερμηνεία και την προάσπισή τους. Καταβλήθηκε λοιπόν συνεχώς και συστηματική μελέτη και επιδιώχθηκε η διαμόρφωση σε ενότητα των διδασκαλιών της Εκκλησίας, των παραδόσεων της Γραφής και των αποκτήσεων της προοδευτικής εξέλιξης. Και γι' αυτό το σκοπό χρειαζόντουσαν λόγιοι διανοητές. Στην άσκηση της οξύνοιάς τους συνέβαλε ακόμα η ενεργός σπουδή της επιστήμης περί του κόσμου, που συνέπιπτε σχεδόν ολοκληρωτικά με την Φιλοσοφία, και που η επιμέλειά της είχε ουσιαστικά αφεθεί στα χέρια των κληρικών. Θεολογία και Φιλοσοφία είχαν την εξάρτηση παραπλήσια. Όπως η Θεολογία με τη Γραφή, έτσι και η Φιλοσοφία, και μάλιστα κατά το τέλος του Μεσαίωνα, είχε στη διάθεσή της με τα συγγράμματα του Αριστοτέλη μιαν αυθεντία. Τα συγγράμματα αυτά μελετήθηκαν σε βάθος κι αμφισβητήθηκε η ορθή τους ερμηνεία. Όλες οι μελέτες, ακόμα και οι ιατρικές, ήταν ουσιαστικά μελέτες για και από τα σχετικά Αριστοτελικά βιβλία. Στις αρχές του 17ου αιώνα, την εποχή δηλαδή της νεανικής ηλικίας του Descartes, η παλιά ενότητα είχε από εκατό σχεδόν χρόνια διασαλευτεί, χωρίς όμως και να εξαλειφτεί απόλυτα η κυριαρχία της. Η νεότερη εποχή εκδηλώνεται παντού στο πνευματικό πεδίο με την ανατροπή που έρχεται. Αντί να γίνονται διαμάχες, προϋποθέτοντας την εγκυρότητα του δοσμένου συστήματος θεωριών και βιβλίων, για την διαμόρφωση και την ερμηνεία του, προσβάλλονταν αυτές οι ίδιες οι επιστημονικές προϋποθέσεις των κρατουσών θεωριών. Η εικόνα του εξωτερικού κόσμου με τη διεύρυνσή της διέρρηξε το παλιό πλαίσιο. Απ' τα πριν κιόλας είχαν διευρύνει το οπτικό πεδίο οι γεωγραφικές ανακαλύψεις· πολύ περισσότερο όμως επιδρούσε η νέα αστρονομία. Μέχρι το δέκατο έκτο αιώνα οι περισσότεροι απ' τους φιλόσοφους ακόμα κι ο Αριστοτέλης είχαν πιστέψει, πως η γη στέκεται στο κέντρο του κόσμου και πως ο Ήλιος, η Σελήνη και τα Άστρα στρέφονται γύρο της. Πρώτος ο Κ ο π έ ρ ν ι κ ο ς αντιλήφθηκε πως η Γη να στρέφεται γύρο απ' τον ήλιο, σαν ένας απ' τους πλανήτες του, και ο Τ ζ ο ρ ν τ ά ν ο Μ π ρ ο ύ ν ο αντιλήφτηκε πως το ηλιακό σύστημα είναι έ ν α ς κόσμος ανάμεσα σ' άπειρους άλλους κόσμους. Κατά τη θεωρία του και οι απλανείς είναι ήλιοι, με τη διαφορά πως δεν μπορούμε να διακρίνουμε τους πλανήτες τους. Τα αξιώματα αυτά, που οι μικροί μαθητές των σχολείων τα επαναλαμβάνουν όταν τ' ακούν χωρίς να τους προξενούν καμιά εντύπωση, στο δέκατο έκτο αιώνα ήταν ακόμη επαναστατικά τολμήματα, καταδικασμένα απ' όλες τις Εκκλησίες, για τα οποία ο ίδιος ο Μπρούνο μαρτύρησε. Όμως, μόνο ό,τι διαμφισβητείται κινεί τα πνεύματα. Ταυτόχρονα με την κατάλυση της παλιάς ενότητας του εξωτερικού κόσμου καταλύθηκε ακόμη κι η ενότητα της Εκκλησίας με τη Μεταρρύθμιση. Έτσι, στη θέση του μοναδικού Αριστοτέλη ήρθε, επειδή επεκτάθηκαν οι γνώσεις της αρχαιότητας, πλήθος αρχαίων φιλοσόφων, που διαφωνούσαν μεταξύ τους. Όλοι οι νεωτερισμοί που αναφέραμε προκάλεσαν μεγάλη ζύμωση και μάλιστα στην Ιταλία, που ήταν η πνευματικά ηγέτιδα χώρα στη μεταβατική αυτή περίοδο. Ο επιμέρους άνθρωπος, χωρίς να συγκρατείται πια απ' τα δεσμά της παράδοσης, αισθανόταν πως ήταν ελεύθερο, κυρίαρχο άτομο. Έλειπε όμως ακόμα κατά πρώτο από το πλήθος των νέων τάσεων και ιδεών η συνεκτική Ενότητα και η βεβαιότητα της αυστηρά επιστημονικής διανόησης. Το Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

απελευθερωμένο πνεύμα καταπιανόταν με σφοδρό ζήλο μ' εκείνο μόνο, που του ήταν συγγενικό, που υποσχόταν να ικανοποιήσει τους πόθους του. Γι' αυτό τα χρόνια εκείνα της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στους Νεώτερους χρόνους ακμάζουν οι ψευτο - επιστήμες της Αστρολογίας, της Μαγείας και της Αλχημείας. Σιγά - σιγά και μετά από αγώνες ξεπηδάει από αυτό το χάος η γνήσια Επιστήμη. Οι αρχές της βρίσκονται στα Μαθηματικά, την Αστρονομία και τη φιλολογική επεξεργασία των αρχαίων συγγραφέων. Με τους νεωτερισμούς αυτούς πολλοί ασχολήθηκαν με τη διδασκαλία των Ιησουιτικών σχολών. Γιατί οι Ιησουίτες δεν επιδιώκανε να διαπλάσουνε ασκητικούς Μοναχούς, μα πιστούς υπηρέτες της Εκκλησίας σ' αυτό τον κόσμο. Ήταν λοιπόν υποχρεωμένοι να μεταδίδουν τόσες από τις νέες επιστημονικές διδασκαλίες στους τροφίμους τους, όσες χρειάζονταν για το έργο τους στην κοινωνία. Έτσι στο πρόγραμμα των σχολείων τους περιλαμβανόταν η βαθειά γνώση των αρχαίων γλωσσών και συγγραφέων, και, τουλάχιστο στη Λα Φλες, των Μαθηματικών, μαζί με την διδασκαλία της Δογματικής και της Φιλοσοφίας που ανταποκρίνονταν σ' αυτή. Για τους περισσότερους από τους τροφίμους η παράθεση αυτή αντιφατικών μεταξύ τους αντικειμένων ταίριαζε θαυμάσια, γιατί, όπως είναι γνωστό, πάντοτε τα αντίθετα συμβιβάζονται πολύ καλά στις ψυχές των περισσότερων ανθρώπων. Αντίθετα χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής διανόησης είναι πως δεν μπορεί αυτή να ανεχθεί την παράθεση ασύνδετων και πολύ λιγότερο αντιθετικών μελών. Γι' αυτό η παρεχόμενη διδασκαλία δεν ικανοποιούσε τον Descartes. Από μιας αρχής ζητούσε ενιαίες και ασφαλείς γνώσεις και άρχισε από νωρίς να ελέγχει όλους τους κλάδους των μαθημάτων, με το σκοπό να διαγνώσει αν περιείχαν αλήθειες που μπορούν ν' αποδειχθούν. Ήταν συνεπώς αναγκασμένος ν' ασκεί κριτική σε κάθε τι που διδασκότανε· στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν συμπεριφέρθηκε σαν νεαρός ανατροπέας, που, επειδή δεν ικανοποιήθηκαν οι προσδοκίες του, αναισθητοποιήθηκε σε κάθε πλεονέκτημα από αυτά που του διδάξανε. Αντίθετα μάλιστα γνώριζε πολύ καλά πως είχε διδαχτεί πολλά ωφέλιμα, πως όφειλε τη διάπλαση του ύφους του στις αρχαίες γλώσσες, και πως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι συγγραφείς είχαν διευρύνει το πνεύμα του. Ακόμα και τη θρησκευτική διδαχή δέχτηκε ο Descartes, με το να αισθάνεται σ' όλη του τη ζωή Χριστιανός και να ζητάει πάντα να βρίσκεται σε ομόνοια με την καθολική εκκλησία. Αλλά και το επιχείρημα της αμοιβής των φτωχών στο πνεύμα, που ούτε στους περήφανους για την εκπαίδευση που παρείχαν οι σχολές δεν μπορούσε να λείπει, δεν εμπόδιζε να φαίνεται αμφίβολη η ωφέλεια της σχολαστικής θεολογίας, και μάλιστα αφού η διαφωνία για τη σωστή ερμηνεία της Αριστοτελικής διδασκαλίας συνεχιζόταν χωρίς τέλος. Πουθενά δεν φαινόταν η βεβαιότητα των πορισμάτων, που με πάθος ζητούσε ο Descartes. Μόνο στα Μαθηματικά βρήκε πως ικανοποιούνταν αυτή η επιθυμία του. Εδώ όμως πρόκειται για πράγματα που στο βάθος τον αφήνουν αδιάφορο. Λίγο τον ένοιαζε το νεαρό Descartes για τους αριθμούς και τα γεωμετρικά σχήματα από μόνα τους, όσο κι αν τον τραβούσε η ακρίβεια της μαθηματικής μεθόδου. Ανικανοποίητος απ' τη σοφία που αποκόμισε απ' το σχολείο, όντας εξάλλου οικονομικά ανεξάρτητος σαν γιος εύπορου ευγενή, ο Descartes αποφάσισε ν' ανταλλάξει το σπούδαγμα των βιβλίων με το σπούδασμα του κόσμου. Κι επειδή όφειλε να διαλέξει ένα επάγγελμα, αποφάσισε, ακολουθώντας την επιθυμία του πατέρα του να γίνει στρατιωτικός. Όταν αποφοίτησε όμως, το 1612, απ' το σχολείο του, ήταν πολύ νέος και πολύ ασθενικός για ν' αναλάβει πολεμική υπηρεσία. Χαλύβδωσε λοιπόν πρώτα το σώμα του με κατάλληλες σωματικές ασκήσεις, και μετά πήγε στο Παρίσι για κοινωνική μόρφωση. Εδώ όμως φάνηκε, πως για τον νεαρό άνδρα η απομόνωση στον εαυτό του κι η σιωπηλή σπουδή σε βάθος ήταν πιο σύμφωνη με τη φύση του παρά η θορυβώδης κίνηση του κόσμου. Οι συναναστροφές του τον φέρανε κοντά σε μαθηματικούς. Η επιστήμη τους τον τράβηξε τόσο πολύ, που δυο χρόνια συνέχεια, αποτραβηγμένος, αφοσιώθηκε σε μαθηματικές σπουδές.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Κατά το 1617 ήταν αρκετά δυνατός για την στρατιωτική υπηρεσία· από τότε μέχρι το 1622, δηλαδή πέντε χρόνια ήτανε στρατιώτης. Ο νεαρός όμως αυτός Γάλλος ευγενής δεν μπήκε, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, στην υπηρεσία του Γαλλικού στρατού, μα τάχθηκε με τον διαμαρτυρόμενο Moritzvan Oranien, που σημειωτέον ήταν τότε σύμμαχος της Γαλλίας. Όταν αργότερα άρχισε στη Γερμανία ο μεγάλος πόλεμος, ήρθε στο στρατό του Τίλλυ, του στρατάρχη των ενωμένων καθολικών. Καθώς βλέπετε, ούτε θρησκευτικά ούτε πολιτικά κίνητρα τον έφερναν στην εκλογή της σημαίας που τασσόταν. Ακόμα δεν είχε καθόλου στρατιωτικές φιλοδοξίες. Μέχρι τέλος έμεινε εθελοντής, και χρησιμοποιούσε τις διάφορες εκστρατείες απλά σα μέσο για να δει τον κόσμο. Άρα λοιπόν ανάμεσα στο πολεμικό στάδιο του Σωκράτη και του Descartes υπάρχει πολύ μεγάλη αντίθεση. Ο Σωκράτης πολεμώντας έκανε το καθήκον του σαν πολίτης, και καταξοδεύτηκε εντελώς στην υπηρεσία της πατρίδας — πόλης του. Ο Descartes μετείχε κάποιο χρονικό διάστημα στους αγώνες που επρόκειτο να κρίνουν την τύχη των κατοίκων της Ευρώπης, μόνο γιατί του παρείχαν την ευκαιρία να διαπλάσσει πληρέστερα την προσωπικότητά του. Εδώ δεν έχουμε μονάχα δύο διαφορετικούς ανθρώπους, μα επιπρόσθετα δυο διαφορετικές εποχές και δυο διαφορετικές αντιλήψεις για τη ζωή. Ο ίδιος ο Descartes μιλάει για τις εκστρατείες του σα να μιλάει για ταξίδι. Καθώς λέει, με τα ταξίδια μαθαίνεις τα ήθη διαφόρων λαών και ελευθερώνεσαι από την προκατάληψη, πως μόνο με τον συνηθισμένο τρόπο της πατρίδας σου μπορείς να ζήσεις. Το διάβασμα όμως του δικού του εσωτερικού κόσμου ήταν για τον Descartes, ακόμα και στα χρόνια της εκστρατείας, σημαντικότερο από το διάβασμα του κόσμου στα βιβλία. Μιλάει περισσότερο για τις εσωτερικές του εντυπώσεις και συναισθήματα στη σιγαλιά των χειμωνιάτικων κατασκηνώσεων, παρά για τους αγώνες και τις νίκες· μιλάει ακόμα περισσότερο για εντυπώσεις και συναισθήματα δικά του, παρά για τη διέλευση μέσα από την κεντρική Ευρώπη μέχρι και πέρα από την Ουγγαρία. Εκεί στην ηρεμία, ξανάρχισε το σπούδαγμα των μαθηματικών σε στενό σύνδεσμο με τις φιλοσοφικές του σκέψεις. Τα χρόνια εκείνα δεν λείπανε απ' το στρατό οι γνώστες της μαθηματικής επιστήμης, γιατί υπήρχε ανάγκη για μαθηματικούς υπολογισμούς, προπαντός στις πολιορκίες. Πρέπει να ζητήσουμε ν' αποσαφηνίσουμε γιατί ο Descartes έλπιζε τόσο πολλά από τη μαθηματική επιστήμη για τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά ήταν πρώτα - πρώτα γι' αυτόν, όπως και για τον Πλάτωνα, πρότυπο θεμελιωμένων με ασφάλεια γνώσεων. Έλπιζε λοιπόν πως μπορούσε να μεταφέρει και στη φιλοσοφία το να μπορείς να βρεις νέες καρποφόρες αλήθειες με αυστηρή νοητική εργασία, χωρίς την επισφαλή βούληση της εμπειρίας. Και σ' αυτή την ειδολογική σημασία των Μαθηματικών προσθέτουν το πλήθος των νέων τους εφαρμογών στις φυσικές επιστήμες, που ακριβώς κείνα τα χρόνια τραβούσαν το ενδιαφέρον των διανοουμένων. Η νέα αυτή, στηριγμένη στα μαθηματικά, φυσική επιστήμη επέφερε ταυτόχρονα πλήρη μετατροπή στις αντιλήψεις για τον σωματικό κόσμο. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και οι σοφοί του Μεσαίωνα είχαν επιχειρήσει να εξηγήσουν όλα τα φαινόμενα της φύσης με δυνάμεις που δρούσαν σκόπιμα. Όταν απ' τις αρχές των νεοτέρων χρόνων το ενδιαφέρον στράφηκε ζωηρά στην έρευνα της εξωτερικής φύσης, έγιναν ως επί το πλείστον αποδεκτές, οι νεώτερες θεωρίες για τη φύση, και μάλιστα μερικοί τους έδιναν υπερβολική αξία, καθοδηγούμενοι από το συναίσθημα κάποιας εσωτερικής συγγένειας ανάμεσα σε Άνθρωπο και Φύση. Σε μας τους Γερμανούς αυτή η διάθεση που επικρατούσε στα χρόνια της Αναγέννησης έγινε οικεία με τους μονόλογους του Φάουστ. Πίστευαν τότε δηλαδή πως με κάποια μεγαλοφυή διαίσθηση δεν θα μπορούσαν να ξεδιαλύνουν τα μυστήρια της φύσης, γιατί αισθανόντουσαν πως ήταν ένα με τη φύση. Όλες τις δυνάμεις τις παίρνανε για πνευματικές και ζωντανές. Όμως, όσο κι αν είναι ελκυστική η ποιητική αυτή άποψη, δεν βοηθάει καθόλου στην εξήγηση, κυριαρχία, και προφητεία των φυσικών φαινομένων. Μ' αυτό τον τρόπο καθορίζουμε πάντα τους σκοπούς της φύσης μόνο σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, και σταματάμε σε αρκετούς γενικούς νόμους, απ' τους οποίους δεν μπορούμε να συμπεράνουμε

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

κανένα απ' τους επιμέρους. Όχι τους σκοπούς, μα μόνο τα αίτια των φυσικών φαινομένων μπορούμε να διερευνήσουμε, και αυτά τα γνωρίζουμε μόνο εφόσον μπορούμε να προσδιορίσουμε τις σχέσεις τους με τη μέτρηση και τους αριθμούς. Αυτό πρώτοι το κατάλαβαν οι αστρονόμοι. Στα χρόνια της Αναγέννησης επικρατούσε η πίστη πως οι κανονικές κινήσεις των άστρων προέρχονται από κάποια τελειότερα πνεύματα, που επειδή επιδρούν στην κοινότητα των ψυχών, που περιλαμβάνει τα πάντα, έχουν ακόμα επιρροή και στις τύχες των ανθρώπων. Γι' αυτό η πίστη στην Αστρολογία ήταν πλατειά διαδεδομένη. Κι ο ίδιος ο Κ έ π λ ε ρ , που ανακάλυψε τους νόμους κίνησης των πλανητών, ξεκίνησε από τις παραπάνω σκέψεις. Καταλαβαίνοντας όμως όλο και περισσότερο πως ήταν άγονες, αφοσιώθηκε στην πολύ ακριβή, στηριγμένη στη μέτρηση, παρατήρηση των ουρανίων σωμάτων, και απαίτησε να καθορίζονται αριθμητικά τα υποτιθέμενα αίτια της κίνησης των άστρων. Όλοι οι πνευματικοί ηγέτες των νεότερων χρόνων, όσο κι αν κατά τ' άλλα ήταν διαφορετικές οι αντιλήψεις τους, συμφωνούσαν στην απόρριψη της Αριστοτελικής Φιλοσοφίας για τα πράγματα της Φύσης, και στην απαίτηση μιας νέας έρευνας της Φύσης, που ν' αναζητά τα αίτια και να καθοδηγείται από τη μαθηματική Επιστήμη. Η νέα όμως αυτή κατεύθυνση της έρευνας επρόκειτο αναγκαία να μετατρέψει την όλη αντίληψη για τον σωματικό κόσμο. Με τον αριθμό και τη μέτρηση μπορεί να ορισθούν οι ιδιότητες που δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές απ' τις αισθήσεις. Τους τόνους, όπως τους ακούμε, μπορούμε να τους κατατάξουμε μόνο σε σειρά ανιούσα κατά το ύψος τους· ακόμα μπορούμε να περιγράψουμε τις αρμονικές και μελωδικές σχέσεις τους, τις επιδράσεις τους στα συναισθήματά μας, όμως δεν μπορούμε να υποτάξουμε τους τόνους και τους ήχους, όπως προσφέρονται αυτοί, κάτω από ένα νόμο. Αν θέλει ο φυσικός να ερευνήσει λεπτομερέστερα τους νόμους που διέπουν τη γέννησή τους, τότε τους παίρνει σαν σωματικές δονήσεις του αέρα. Αυτές μπορούν να μετρηθούν με ακρίβεια ως προς το μήκος, το ύψος και την ταχύτητα του κύματος και να παρασταθούν με γεωμετρικά κύματα. Έτσι μπορεί κανείς ακόμα και να προϋπολογίσει τι θα προκύψει από την συνάντηση γι' αυτό το σκοπό διαφόρων τέτοιων κινήσεων, και να δημιουργήσει αντί για λίγα αόριστα θεωρήματα, μια μεγάλη και συνεπή με τον εαυτό της επιστήμη. Όπως στο παραπάνω παράδειγμα, έτσι ανάγει ο φυσιοδίφης παντού τις διαφορές των ποιοτήτων, που μπορούν να γίνουν αντιληπτές, σε κινήσεις των σωμάτων στο χώρο, γιατί αυτός μονάχα με την βοήθεια των μαθηματικών μπορεί να τα γνωρίσει. Η επιστήμη για τις κινήσεις των σωμάτων στο χώρο υπό την επενέργεια κινητικών δυνάμεων λέγεται Μηχανική γι' αυτό και η αντίληψη αυτή για τον υλικό κόσμο λέγεται μηχανιστική. Για να καταλάβουμε την φιλοσοφία του Descartes πρέπει να την εξετάσουμε σε πλήρη σύνδεσμο με την παραπάνω πνευματική κίνηση, που στην προαγωγή της απ' τους πρώτους συνέβαλε και ο Descartes. Στη μοναξιά εκείνων των χειμωνιάτικων σταθμών ο νεαρός, όμως εξελιγμένος σε διανοητική αυτονομία, έβαλε στον εαυτό του το ερώτημα: Πώς μπορώ να πετύχω μαθηματικά ακριβή γνώση για την ουσία των όντων, προπάντων όμως για τα τελευταία αίτια κάθε υπαρκτού ακόμα και του εαυτού μου; Πολύ καιρό πάλευε με τον εαυτό του για να βρει το δρόμο που θα τον οδηγούσε στην αλήθεια. Τέλος, όταν βρισκότανε στο χειμωνιάτικο σταθμό του Neustadt το 1619, κατάλαβε πως το κύριο ζήτημα είναι να πετύχει στα προκείμενα αξιώματα και προϋποθέσεις τόσο ασφαλή, όσο και 'κείνα που 'χουν τα μαθηματικά. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο αν βάλουμε προσωρινά σ' αμφιβολία όλες τις δοξασίες, που μείς συνήθως θεωρούμε σαν ορθές χωρίς απόδειξη, και διατηρήσουμε μόνο όσες μπορούν ν' αντέξουν απέναντι και στις πιο δυνατές αμφιβολίες. Μ' αυτό τον τρόπο κατάληξε ο Descartes σε σταθερή πίστη και ασφαλή μέθοδο, που επέτρεψε και σ' αυτόν ακόμη και μαθηματικές και φυσικές ανακαλύψεις. Όταν κατά το 1622 άφησε τη στρατιωτική υπηρεσία και μετά από ταξίδι στην Ιταλία εγκαταστάθηκε πάλι στο Παρίσι, άρχισε να επιβάλλεται η υπεροχή του στους κύκλους των λογίων. Έτσι ο Descartes απόκτησε δόξα και υπόληψη πριν ακόμα δημοσιεύσει εργασία του. Στο Παρίσι πιεζόταν να φέρει στο φως συγγεγραμμένες τις απόψεις του· επειδή όμως δεν είχε την απαιτουμένη ησυχία για να τις επεξεργαστεί, έφυγε για την Ολλανδία το 1629. Έζησε εκεί είκοσι ολόκληρα χρόνια αφιερωμένος στην επεξεργασία και συστηματοποίηση των σκέψεών του. Και για να μην ενοχλείται από την σύναψη σχέσεων, άλλαξε τον τόπο κατοικίας του είκοσι τέσσερις φορές. Μόνο δυο φίλοι του που Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

'μειναν στο Παρίσι γνώριζαν τη διεύθυνσή του και μεσολάβησαν για τις οικονομικές συναλλαγές του και την επιστημονική αλληλογραφία του. Παρεμπιπτόντως περιγράφει αυτός σε κάποια επιστολή του πως μέσα στην πολυπληθή πόλη του Άμστερνταμ, χωρίς να στερείται απ' την ευμάρεια που παρέχει ο πολιτισμός, ζούσε σαν ερημίτης. Καθώς λέει, ήταν ο μόνος ίσως άνθρωπος εκεί, που ούτε για εμπορικές υποθέσεις ούτε για την πολιτική σκοτιζότανε. Για πολύ καιρό συγκρατιόταν απ' τον τρόμο να διακινδυνεύσει την ησυχία του με δημοσιεύσεις. Η ανησυχία του αποδείχτηκε δικαιολογημένη. Γιατί όταν επιτέλους, για να δικαιολογήσει τη φήμη του ονόματός του, παρουσίασε συγγράμματα, δεν έλειψαν ούτε αντίπαλοι που να ζητάνε την ευκαιρία να τον καταδιώξουν ούτε παρανοήσεις των συγγραμμάτων του από αλόγιστους φίλους. Η Φιλοσοφία του άρχισε να κατακτάει τα Πανεπιστήμια, και προκάλεσε στους οπαδούς των θεωριών που διαμορφώθηκαν στο μεσαίωνα, μίσος, που βρήκε διέξοδο ιδιαίτερα σε απαγορεύσεις των συγγραμμάτων του και προσωπικές καταδιώξεις. Γι' αυτό η παραμονή του στις Κάτω Χώρες κατάντησε αηδιαστική και μετ' από λίγο δέχτηκε την πρόσκληση της βασίλισσας της Σουηδίας για την Στοκχόλμη. Εκεί, όπως είναι γνωστό, βασίλευε τότε η Χριστίνα, η νεαρή κόρη του Γουσταύου Αδόλφου, που το ζωηρό και ευκίνητο πνεύμα της, με τη μεσολάβηση του Γάλλου πρέσβη της αυλής της, φίλου του φιλόσοφου, ενδιαφέρθηκε για τη Φιλοσοφία του Descartes. Όμως η απότομη διακοπή των αγαπημένων του συνηθειών, και ο εξαναγκασμός να παραδίνει το χειμώνα πολύ νωρίς το πρωί φιλοσοφία στη βασίλισσα, βλάψανε την υγεία του. Ίσως εξαιτίας του κλίματος αρρώστησε και πέθανε στις 11 Φεβρουαρίου 1650 στην πρωτεύουσα της Σουηδίας, όπου και τον θάψανε. Οι Γάλλοι πήρανε αργότερα στο Παρίσι τα λείψανα του πιο μεγάλου απ' τους φιλοσόφους τους. Για τον Descartes δεν υπηρετεί πια η νόηση αυτή τη ζωή, όπως για τον Σωκράτη. Ο Φιλόσοφος δεν ζητάει, όπως ο Πλάτωνας, ν' αναμορφώσει τη ζωή. Αντίθετα μάλιστα γι' αυτόν η εξωτερική ζωή είναι το μόνο μέσο για τη νόηση. Ο Descartes είναι άνθρωπος της μοναξιάς, μονάδα, που κατά το δυνατό χάνει κάθε σχέση με τους άλλους. Κάθε τι απ' τον εξωτερικό κόσμο το χρησιμοποίησε στα νιάτα του για επέκταση της γνώσης του, κι αργότερα σαν μέσο για ν' αφιερωθεί απερίσπαστα στις σπουδές του. Όσο τολμηρός ήταν στη σκέψη, τόσο αντίθετα απείχε στην πραγματικότητα από κάθε επαναστατική ή και απλή μεταρρυθμιστική προσπάθεια. «Η ησυχία μ' ενδιαφέρει περισσότερο απ' ο,τιδήποτε άλλο» «την πλήρη ηρεμία του πνεύματος π' αναζητώ» είναι λέξεις που χαρακτηρίζουν με πληρότητα τον τρόπο και τον σκοπό της ζωής του Descartes. Είδαμε πως για τον Descartes ο δρόμος για την ασφαλή γνώση περνάει μέσα από την α μ φ ι β ο λ ί α . Τουλάχιστο μια φορά στη ζωή του ο φιλόσοφος, που αποσκοπεί την απόκτηση της αδιάσειστης γνώσης, ν' απορρίψει από μόνος του κάθε δοξασία που θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Ό,τι αντέξει σε τούτη τη φωτιά είναι γνήσιο χρυσάφι. Σύμφωνα με τη νοοτροπία του Descartes αυτός ο τρόπος έρευνας περιορίζεται ολοκληρωτικά στον πνευματικό κόσμο. Ο Descartes δεν επιδιώκει καθόλου να μετατρέψει τον τρόπο ζωής του και φυσικά πολύ λιγότερο να επηρεάσει την διαγωγή των άλλων στη ζωή. Το πιο ωφέλιμο για τη φιλοσοφική ηρεμία είναι το να γίνεσαι όσο το δυνατό λιγότερο αντιληπτός, μ' ακόμα περισσότερο να προσαρμόζεσαι ακόμα και στα λιγότερο σκόπιμα ήθη και έθιμα του περιβάλλοντος. Μόνο στις ιδιαίτερες σκέψεις του ο Descartes είναι επαναστάτης. Εδώ ξεπροβάλει στ' αλήθεια ριζοσπαστικά η αμφιβολία του. Αναρωτιέται: Τι πιστεύω πως γνωρίζω και ποιο λόγο έχω να το πιστεύω; Σύμφωνα με τη θεμελιώδη αυτή αρχή θεωρώ πρώτα -πρώτα όλες τις δοξασίες, που απ' την παράδοση γνώρισα, σαν αμφίβολες. Πρέπει όμως να προχωρήσω ακόμα πιο πολύ. Συνήθως θεωρώ αληθινό ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω και ό,τι άλλο αντιλαμβάνομαι με τα αισθητήρια όργανά μου. Οι αισθήσεις μου όμως πολλές φορές με εξαπάτησαν. Άλλοτε μού 'δειχναν αντικατοπτρισμό για πραγματικότητα και άλλωστε νεφέλωμα για δέντρο. Είμαι λοιπόν αναγκασμένος ν' αμφιβάλλω για την πραγματικότητα των αντικειμένων που αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις. Ίσως όμως να δικαιούμαι να θεωρήσω σαν βέβαιο εκείνο τουλάχιστο, που συνδέεται με το συναίσθημα της ίδιας τωρινής μου κατάστασης. Βρίσκω π.χ. τον εαυτό μου να κάθεται φορώντας τον μανδύα δίπλα στη

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

θερμάστρα και να γράφει. Γι' αυτό τουλάχιστο δε μπορώ να αμφιβάλλω. Όμως δεν ονειρεύτηκα πολλές φορές, και δεν πίστεψα στη διάρκεια του ονείρου μου πως πήγαινα περίπατο, ενώ βρισκόμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου; Ίδια κι απαράλλαχτα όπως τότε που πλανιόμουνα, μπορεί και τώρα που βρίσκομαι σ' εγρήγορση, αυτό που πιστεύω πως αισθάνομαι να μην είναι τίποτ' άλλο παρά κάποιο είδος ονείρου. Μα κι αν ακόμα παραδεχτώ πως όλες οι εντυπώσεις μου που φαινομενικά τις συλλαμβάνω σε εγρήγορση είναι μονάχα όνειρα, και πάλι θα 'πρεπε οι εικόνες που εμφανίζονται στη διάρκεια του ονείρου να έχουν κάποια πρότυπα, που να υπάρχουν στην πραγματικότητα. Ακόμα κι ο ζωγράφος, που παριστάνει όντα φυσικά, τα συνθέτει από κομμάτια της πραγματικότητας· ενώνει ας πούμε σώμα αλόγου με το πάνω σώμα ανθρώπου παρουσιάζοντας έτσι Κένταυρο. Δεν θα 'πρεπε λοιπόν, τουλάχιστο τα απλά μέρη όλων των εσωτερικών μας εντυπώσεων, ν' ανταποκρίνονται σε μια κάποια πραγματικότητα, όπως π.χ. η έκταση του μήκους ή το χρώμα; Αντιτίθεται προς το έμφυτο συναίσθημα το ν' αμφιβάλλουμε και γι' αυτό. Εντελώς όμως αδύνατη δεν είναι η αμφιβολία ακόμα και για την πραγματική υπόσταση και αυτών των απλών στοιχείων της εμπειρίας, και οφείλουμε, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή που δεχτήκαμε σα γνώμονα, να επεκτείνουμε και σ' αυτά την αμφιβολία, θα μπορούσα δηλαδή να υποθέσω, πως κάποιος κακός δαίμονας μου υποβάλλει τα απλά αυτά στοιχεία των εικόνων των ονείρων μου, για να με εξαπατήσει. Μπορώ λοιπόν ν' αμφιβάλλω πως αντιλαμβάνομαι κάτι πραγματικό, όταν αντιλαμβάνομαι χρώμα, τόνο, μορφή, αφή. άκουσμα και γνώση. Μπορώ ακόμα ν' αμφιβάλλω κι αν υπάρχει καν υλικός κόσμος και πως εγώ έχω σώμα. Μένει λοιπόν τίποτα που να μη μπορούμε ν' αμφιβάλλουμε γι' αυτό; Και όταν αμφιβάλλω, πάλι σκέπτομαι. Μ ε τ ο ν α α μ φ ι β ά λ λ ω δ ε ί χ ν ω κ α ι α ι σ θ ά ν ο μ α ι π ω ς ο ε α υ τ ό ς μ ο υ σ κ έ φ τ ε τ α ι . Μένει απρόσβλητο απ' την αμφιβολία εκείνο ακριβώς που είναι προϋπόθεση και της πιο μεγάλης αμφιβολίας, δηλαδή η ν ό η σ η . Έτσι βρίσκει κανείς μέσα στην αμφιβολία ένα σταθερό σημείο για το οποίο δεν μπορεί καμιά αμφιβολία να υπάρχει. Ο Έλληνας μαθηματικός Αρχιμήδης φώναξε κάποτε, όταν ανακάλυψε τους νόμους που διέπουν το μοχλό: Ας μου δοθεί ένα σταθερό σημείο έξω απ' τη γη για να μπορέσω να σταθώ και θα μετακινήσω τη γη. Με το ακλόνητο αυτό σημείο, που ζήτησε ο Αρχιμήδης, παραβάλλει ο Descartes το πρώτο αναμφίβολο αξίωμά του. Αυτό μπορεί κανείς να το διατυπώσει με πολλούς τρόπους· π.χ. υπάρχω μιας και σκέφτομαι· σκέφτομαι άρα υπάρχω· η νόησή μου υπάρχει. Αλλά τι είναι λοιπόν αυτό το «εγώ» που τη συνείδησή του έχω όταν σκέφτομαι; Όταν λέει κανείς «εγώ» εννοεί το δικό του πνεύμα και σώμα. Είδαμε πως το υπαρκτό του σώματός μας είναι αναμφίβολο — μιλήσαμε γι' αυτό. Ακόμα τα πάθη μας, το μίσος κι οι χαρές μας, είναι τόσο συνδεμένα με τις παραστάσεις μας για τα σώματα και τα αισθήματα, που είναι αμφίβολα, όπως κι οι παραστάσεις άλλωστε. Μόνο για τη δικιά μου νόηση είμαι βέβαιος ανάμεσα σε κάθε άλλη αμφιβολία. Κι αν ακόμα όλες οι παραστάσεις μου είναι όνειρα, πάλι τις παριστάνω στον εαυτό μου όταν ονειρεύομαι· και το να παριστάνεις είναι κάποιο είδος νόησης. Τέλος, αν κάποιος κακός δαίμονας εξαπατώντας με μου υποβάλλει κάθε τι που φαντάζομαι πως γνωρίζω ο ίδιος, και σ' αυτή την περίπτωση πρέπει να είμαι κάποιο ον που σκέφτεται, για να μπορεί η απάτη του δαίμονα να ασκεί κάποια επίδραση επάνω μου. Η νόησή μου λοιπόν παραμένει άτρωτη πέρα από κάθε αμφιβολία, θα παρανοούσε κανείς την Φιλοσοφία του Descartes, αν δεν ζητούσε να του αντιτάξει τα παρακάτω, όπως κάποιος από τους συγχρόνους του επικριτές: Όταν κάνω το συλλογισμό: σκέφτομαι — άρα υπάρχω, θα μπορούσα εξίσου καλά να βγάλω ανάλογα συμπεράσματα π.χ. περιδιαβάζω — άρα υπάρχω. Μπορώ μάλιστα και να ονειρεύομαι που περιδιαβάζω. Το μοναδικό που μένει βέβαιο σ' αυτή την περίπτωση, είναι πως εγώ παριστάνω στον εαυτό μου τον περίπατο — άρα σκέφτομαι. Κι όταν ονειρεύομαι παραστάσεις και τότε ακόμα υπάρχει πράγματι στο όνειρο η νόηση καθεαυτή. Πώς όμως, ξεκινώντας κανείς, απ' την αρχή που τέθηκε, θα μπορούσε να φτάσει σε νέες, αναμφίβολες γνώσεις; Όταν αμφιβάλλω, αισθάνομαι όχι μόνο πως σκέπτομαι, μα και πως είμαι

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

ατελής. Γιατί μπορώ ν' αμφιβάλλω μόνο για το λόγο πως επιδιώκω μια κατάσταση βεβαιότητας, που να είναι τελειότερη απ' την κατάσταση της αμφιβολίας μου. Η συνείδηση αυτή για κάποια ελαττωματικότητα μέσα μου, προϋποθέτει την προΰπαρξη μέσα μου της παράστασης κάποιου όντος που είναι τελειότερο από εμένα. Γιατί μόνο με τη σύγκριση του εαυτού μου με ένα τέλειο ον μπορώ να συναισθανθώ την ατέλειά μου. Και στ' αλήθεια έχω μέσα μου την παράσταση ενός όντος, που από κάθε άποψη είναι τέλειο, μιας απόλυτης τελειότητας, δηλαδή του Θεού. Την παράσταση αυτή δεν είναι δυνατό να την έφτιαξα μόνος μου, γιατί το αποτέλεσμα ποτέ δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο απ' το αίτιο που το προκάλεσε. Κι επειδή εγώ είμαι ατελής δεν μπορώ άρα να είμαι ο γεννήτορας μιας υπέρτερης στην τελειότητα παράστασης από εκείνη, που θα μπορούσα να σχηματίσω έχοντας σαν πρότυπο τον εαυτό μου. Για τον ίδιο λόγο η παράσταση αυτή δεν μπορεί ακόμα να έχει μπει μέσα μου από κανένα άλλο ατελές ον, συνεπώς αυτή μπορεί να προέρχεται μόνο απ' το ίδιο το παντέλειο ον, δηλαδή τον Θεό. Με την επίτευξη λοιπόν της βεβαιότητας για την ύπαρξη του Θεού, φεύγει ταυτόχρονα ο πιο ισχυρός λόγος της αμφιβολίας. Ο Θεός είναι απολύτως τέλειος, επομένως αγαθός. Αλλά το να εξαπατάς είναι κακό. Γι' αυτό ο Θεός, που είναι αγαθός, ούτε αυτός είναι δυνατό να με εξαπατά, ούτε να επιτρέπει κάποιος κακός δαίμονας να με εξαπατάει. Αφού αυτά έτσι είναι, έπεται πως είναι αλήθεια κάθε τι που ξέρω με την ίδια σαφήνεια και ενάργεια, όσο και την δική μου ύπαρξη σαν σκεφτόμενη ουσία. Όπως είναι και το πνεύμα της νεώτερης φυσικής επιστήμης, ο Descartes δεν καταλογίζει τα αισθήματα στα πράγματα που μπορεί κανείς να γνωρίζει με σαφήνεια. Γιατί δεν μπορώ να διεισδύσω βαθύτερα με τη νόηση στη διαφορά ανάμεσα στο μπλε, το κόκκινο και το κίτρινο. Αντίθετα ό,τι μπορεί ν' αριθμηθεί και να καταμετρηθεί, όπως π.χ. οι κινήσεις στο χώρο, που η σύγχρονη φυσική επιστήμη θεωρεί σαν βασικό στοιχείο των αισθημάτων, είναι με σαφήνεια διαγνωστό, επομένως πραγματικά αληθινό. Σύμφωνα μ' αυτά ο Descartes βρήκε τρεις κατηγορίες του όντος. Πρώτα τα ατελή σκεφτόμενα όντα, όπως π.χ. εγώ αντιλαμβάνομαι ότι ο εαυτός μου σκέφτεται και αμφιβάλλει. Δεύτερο το παντέλειο ον, δηλαδή ο θεός, και τέλος εκείνα τα κινητά σώματα που πιάνουν τόπο και έχουν έκταση. Ένα ον που δεν υπάρχει για τον εαυτό του, στην ειδική φιλοσοφική γλώσσα ονομάζεται Ο υ σ ί α (Substanz). Μόνο ο θεός έχει ουσία με την πιο ψηλή και πιο κύρια έννοια. Διευρύνοντας όμως την σημασία της λέξης μπορούμε να ονομάσουμε με τον ίδιο τρόπο σώματα και ψυχές, γιατί αυτά χρειάζονται μονάχα το θείο για να υπάρξουν. Ανακεφαλαιώνοντας την νοητική πορεία με την οποία κατάληξε ο Descartes στα πρώτα αξιώματα της φιλοσοφίας του βρίσκουμε, πως η συνέχεια δεν ανταποκρίνεται στο μέγεθος και στη βεβαιότητα της αρχής. Το ξεκίνημα από το πιο βέβαιο απ' όλα, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, το βρέσιμο της τελευταίας αυτής βεβαιότητας μέσα στην ίδια την νόησή μας, είναι απόκτημα αιώνιο. Στα πορίσματα όμως που έβγαλε από τα παραπάνω αξιώματα δεν μπορεί να ασκηθεί δικαιολογημένη κριτική. Προπάντων από την αβεβαιότητα για την νόησή μου, δεν συμπεραίνεται ότι είμαι ουσία, δηλ. κάτι αναλλοίωτο, που απλή του εκδήλωση είναι η νόηση. Μόνο για τη νόηση είμαι βέβαιος, όταν βάζω τα άλλα στη δοκιμασία της αμφιβολίας, όχι όμως για κάτι που σκέφτεται, για την σκεπτόμενη ουσία. Ακόμα μπορεί να αμφισβητηθεί το ότι βρίσκουμε πως υπάρχει μέσα μας η παράσταση κάποιου τελειότατου όντος. Ενάντια σ' αυτό θα μπορούσε ίσως κανείς να αντιτάξει: Φαντάζομαι μόνο πως κατέχω την παράσταση του τελειότατου όντος. Στην πραγματικότητα όμως μπορώ να σχηματίσω την παράσταση μόνο μιας πεπερασμένης, προσιτής σε μένα γνώσης, δύναμης και αγαθότητας, κι από δω να κάνω την σκέψη πως οι ιδιότητες αυτές οφείλουν να υπάρχουν σε άπειρα ανώτερο βαθμό. Σ' αυτή την περίπτωση η αναφερόμενη επίταση μπορεί να εξηγηθεί από τη φύση της σκέψης μου, που τείνει να βγει έξω από κάθε όριο εξίσου εύκολα, όπως εξηγείται και το ότι μπορούμε να επεκτείνουμε κατά βούληση την αριθμητική κλίμακα και μαζέψουμε με το νου μας τρισεκατομμύρια επί τρισεκατομμυρίων. Σ' όλα αυτά κι ακόμα και στην απόδειξη για ύπαρξη του θεού του Descartes, υπάρχει ένα δικαιολογημένο σημείο. Παραμένει δηλαδή σωστό το ότι, όταν

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

σκέφτομαι και αμφιβάλλω, έχω ταυτόχρονα συνείδηση της νόησής μου, του έργου της και της ατέλειάς της. Νόηση λέγεται η έφεση για μια ακολουθία, απολύτως αιτιολογημένη, αληθινών κρίσεων. Ο σκοπός αυτός μπορεί μόνο βήμα προς βήμα να επιτευχθεί. Κάθε νέα αρχή που ανακαλύπτουμε μας φέρνει καινούργια καθήκοντα. Από αυτή την κατάσταση της νόησής μας γεννιέται αναγκαία η αντίθετη εικόνα ενός πνεύματος, που ιδιαίτερα κατέχει απ' ευθείας το σκοπό της αλήθειας. Σύμφωνα μ' αυτά κι αν ακόμα ελέγξουμε με μεγάλη αυστηρότητα τις ιδέες του Descartes πρέπει να ομολογήσουμε αυτό: Πως δηλαδή με την συνείδηση της νόησής μας και της ατέλειάς της συνδέεται σαν συμπλήρωμα η παράσταση ενός τέλειου ή, όπως συνηθίζομε να λέμε, ενός θείου πνεύματος. Μας φαίνεται όμως περισσότερο αμφίβολο, το ότι θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε με λογική βεβαιότητα από την παραπάνω παράσταση την πραγματική ύπαρξη του θείου. Πρέπει να είμαστε εξ ίσου διστακτικοί στο να εκφράσουμε μια γνώμη για τις ιδιότητες του θείου. Γιατί αφού η έννοια της θεότητας σχηματίσθηκε ουσιαστικά μόνο σαν συμπληρωματικό αντίρροπο της ατέλειάς μας, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε πως είμαστε πράγματι σε θέση να διεισδύσουμε στην απρόσιτη για μας τελειότητα. Με αφορμή παρόμοιες σκέψεις δεν μπορούμε επίσης να παραδεχτούμε τον τρόπο με τον οποίο στη συνέχεια συμπεραίνει ο Descartes, πως ο θεός με την αγαθότητά του δεν μπορεί να μας απατά. Δεν αποκλείεται καθόλου ο Θεός, από αγαθές αιτίες, να μας υποκρύπτει κάποιο μέρος της αλήθειας, ή να μας προβάλλει κάποιον απατηλό κόσμο εξαπατώντας μας ακριβώς όπως οι γονείς κρύβουν απ' τα παιδιά τους πολλές αλήθειες σαν άκαιρες, και αντί γι' αυτές διηγούνται παραμύθια. Ο τρόπος με τον οποίο συνδέει ο Descartes την παραπέρα ανάπτυξη της θεωρίας του για τον θεό, την ψυχή και τον υλικό κόσμο με το βασικό αξίωμα της φιλοσοφίας του, συνεπώς επιδέχεται αντιρρήσεις. Μολαταύτα και οι μεταγενέστερες θεωρίες του απόκτησαν μεγάλη σπουδαιότητα. Και μάλιστα αυτές άσκησαν τα χρόνια που εμφανίστηκαν μεγαλύτερη επίδραση, παρά τα πρώτα αξιώματα της φιλοσοφίας του, δηλαδή το αξίωμα της αμφιβολίας και της αυτοβεβαιότητας της νόησης. Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν η πολύ σαφής και απότομη διάκριση από τον Descartes του σώματος και της ψυχής. Είδαμε πως η νέα επιστήμη για την Φύση ζητάει να αποδώσει όλα τα σωματικά συμβάντα σε μαθηματικά υπολογίσιμες κινήσεις μορίων που έχουν έκταση. Ο Descartes ανήκε στους πρώτους και πιο συνεπείς ηγέτες στο δρόμο αυτό. Και δεν σχημάτισε έτσι αντίληψη μόνο για την ανόργανη φύση, μα και για την φύση των ζώων· και το ανθρώπινο σώμα ήταν γι' αυτόν απλή μηχανή, που οι κινήσεις της, μιας και μπορούν να παραβληθούν με τον μηχανισμό των κινουμένων τροχών μιας αυτόματης μηχανής που αποτελείται από πολλά μέρη — πρέπει να εξηγούνται από την πίεση και την ώθηση των μελών της. Αντίθετα με την μηχανική αντίληψη του σωματικού κόσμου, βαίνει η παράσταση, που την απομακρύνει από το πνεύμα, από την αυτοβεβαιότητα της νόησης. Ακριβώς όμως η αντίθεση που δείχνει η νόηση απέναντι στον υλικό κόσμο που τον αντιλαμβανόμαστε μηχανικά, δεν μπορεί να εξομαλυνθεί. Εκεί τα μέλη, βρίσκονται το ένα δίπλα στ' άλλο σπρώχνονται και συμπιέζονται μεταξύ τους — υπάρχει εδώ ενοποιός και συνδετική ενέργεια. Εκεί κάθε κατάσταση που επακολουθεί ορίζεται από την προηγούμενη, όλα εξηγούνται από τα αίτια κι όχι απ' το σκοπό με τον οποίο επιδιώκεται η πραγμάτωση — υπάρχει εδώ ενέργεια σκόπιμη, που προγράφει μόνη της την πορεία που θ' ακολουθήσει. Πρώτος ο Descartes δημιούργησε την απότομη αντίθεση ανάμεσα σε σώμα και ψυχή, που μας είναι γνωστή από το σχολείο. Τέτοιου είδους περιπτώσεις, όπως π.χ. ο παρακάτω στίχος του Σίλλερ: «Μ Μ ι λ ά ε ι η ψυχή, ναι. Αχ! έτσι δεν μιλάει πια η ψυχή», δεν είναι καθόλου αυτονόητες. Όποιος μαζί με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη βλέπει παντού στον υλικό κόσμο σκόπιμα ψυχοειδείς δυνάμεις που επιδρούν, πιθανό να μη θεωρεί παράλογο το πως η ψυχή μιλάει. Αυτός όμως δεν έχει για τον υλικό κόσμο την έννοια που μπαίνει σαν βάση στην σύγχρονη φυσική επιστήμη, και που κάνει δυνατές τις επιτυχίες της. Η μεγάλη τιμή που δίνει ο Χριστιανισμός στην ψυχή παίρνοντάς την καθαυτή, δε θα μπορούσε αυτή και μόνη να οδηγήσει στην απότομη εκείνη αντιπαράθεση της ψυχής με το σώμα. Ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία όχι επιστήμη, κι ελάχιστα σκέφτηκαν όχι μόνο ο Χριστός κι οι μαθητές του, μα κι οι ίδιοι οι δημιουργοί του δόγματος, οι πατέρες της Εκκλησίες δηλαδή, να διερευνήσουν επιστημονικά τον υλικό κόσμο. Η υπερβολική Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

εκτίμηση της ψυχής απ' τον Χριστιανισμό, δεν εμπόδισε να νοηθεί ποικίλα και η μετά θάνατο ζωή της ψυχής συνδεμένη με κάποιο σώμα, με μόνη διαφορά πως το σώμα αυτό το θεωρούν λεπτότερο, πιο αιθέριο από το γήινο. Αν δεχτούμε πως όλα στον υλικό κόσμο ζωογονούνται από ψυχοειδείς δυνάμεις, μπορούμε πράγματι εύκολα να καταλήξουμε στην υπόθεση πως το πνεύμα μας εγκαταλείποντας το γήινο σώμα, περιφέρεται με κάποιο άλλο, κατά πάσα πιθανότητα αόρατο σώμα. Κι όμως χωρίς την υψηλή εκτίμηση της ψυχής που προετοίμασε ο Πλάτωνας και επέβαλε ο Χριστιανισμός, θα ήταν αδιανόητη η απότομη εκείνη αντιδιαστολή ψυχής και σώματος. Είχαν κιόλας υπάρξει φιλόσοφοι που ζήτησαν να ερμηνεύσουν όλα τα σωματικά φαινόμενα μόνο μηχανικά (δηλ. με την πίεση και την ώθηση). Η προσοχή τους όμως δεν είχε στραφεί καθόλου στον ψυχικό παράγοντα. Σ τ ο ν D e s c a r t e s συναπαντιέται η α ν τ ί λ η ψ η γ ι α τ ο σ ώ μ α , π ο υ ο ν ο μ ά ζ ο υ μ ε μ η χ α ν ι σ τ ι κ ή , μ α ζ ί μ ε μ ι α α ρ κ ε τ ά ξ ε κ α θ α ρ ι σ μ έ ν η π α ρ ά σ τ α σ η γ ι α τ ο ψ υ χ ι κ ό σ τ ο ι χ ε ί ο . Στη φιλοσοφία του αναπτύσσεται για πρώτη φορά η αντίθεση ψυχής-σώματος, απ' την οποία συνήθως ξεκινάμε σα να ήταν αυτονόητη. Στα χρόνια μας μάλιστα επεκτείνονται οι προσπάθειες για γεφύρωμα του χάσματος και καμιά φορά ακούγεται η γνώμη πως η απότομη αντιδιαστολή ψυχής σώματος ήταν μονάχα μία πλάνη της νόησης. Η τελευταία τούτη γνώμη ασφαλώς ήταν λαθεμένη. Κι αν ακόμα κανείς επιθυμεί να πλησιάσει τις αντιθέσεις, ώστε να τις αποκαταστήσει σε ενότητα, είναι όμως αναγκασμένος προηγούμενα να τις έχει ξεχωρισμένες. Η σαφήνεια, κι όταν ακόμα πλανιέσαι, είναι προτιμότερη από τη σύγχυση. Από αυτή την άποψη είναι αξιοθαύμαστη η συνέπεια με την οποία ο Descartes αρνήθηκε την ύπαρξη ψυχής στα ζώα. Γι' αυτόν το σώμα των ζώων, όπως και το ανθρώπινο, ήταν απλά μηχανή, και η αυτοβεβαιότητα για τη νόηση που παρέχει την ασφαλή πίστη για την ύπαρξη του ίδιου του πνεύματός μας, ναι μεν μπορεί να υποτεθεί και για τους άλλους ανθρώπους, όχι όμως και για τα ζώα. Αναμφίβολα η θεωρία αυτή, ότι στα ζώα δεν υπάρχει ψυχή, είναι ψευδής. Όμως ήταν πιο δύσκολο να πλανηθεί κανείς μ' αυτόν τον τρόπο, παρά να αναιρέσει αυτή την πλάνη. Ακόμα και η θεωρία σύμφωνα με την οποία οι ιδιότητες των σωμάτων που γίνονται αντιληπτές με τις αισθήσεις, όπως π.χ. το χρώμα, ο τόνος κλπ., είναι «συγκεχυμένες παραστάσεις», «απλή απάτη», δεν μπορεί ν' αντέξει στην αυστηρή έρευνα. Μπορούμε με μεγάλη σαφήνεια ν' αντιληφθούμε ένα χρώμα τόσο ως προς την ιδιαιτερότητά του, όσο και ως προς τις σχέσεις της ομοιότητάς του με άλλα χρώματα. Κι αν δεν μπορούμε να περιλάβουμε σε μαθηματικούς κανόνες τα χρώματα, τους τόνους κλπ., παράλληλα δεν μπορούμε ακόμα να πούμε γιατί π.χ. ο τόνος που ηχεί με αυτόν τον τρόπο ανταποκρίνεται σε κυματοειδή κίνηση του αιθέρα τόσον ακριβώς μήκους. Κι εδώ ακόμα βρίσκονται νέα προβλήματα, που παρατηρήθηκαν σε μεταγενέστερα χρόνια, για πρώτη φορά, που όμως μόνο τότε γίνηκαν με σαφήνεια αντιληπτά, αφότου ο Descartes κι οι σύγχρονοί του με συνέπεια εκτέλεσαν την μηχανιστική εκδοχή για το σώμα. Το μεγαλείο λοιπόν του Descartes βρίσκεται αφενός στην ανακάλυψη της αναγκαίας αφετηρίας κάθε φιλοσοφικής έρευνας, δηλαδή την αυτοβεβαιότητα για την ύπαρξη της νόησης και αφετέρου στο εξής: πως δηλαδή ανάπτυξε με σαφήνεια τις έννοιες για το θεό, την ψυχή και το σώμα σε συνάφεια με τα διδάγματα της επιστήμης που γεννιέται τα νεότερα χρόνια.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Τετάρτη διάλεξη Spinoza Σε προηγούμενες διαλέξεις είχαμε κιόλας αφορμή να εξετάσουμε το ζήτημα των σχέσεων δάσκαλου - μαθητή. Ο Πλάτωνας ήτανε μαθητής του Σωκράτη, που σημαίνει πως ο Σωκράτης με την προσωπικότητά του κέρδισε τον Πλάτωνα προς χάρη της Φιλοσοφίας. Η φιλία του Σωκράτη ήταν το κρίσιμο γεγονός στη ζωή του Πλάτωνα. Γι' αυτό ο Σωκράτης παριστάνει το κύριο πρόσωπο στα ποιητικά έργα του Πλάτωνα. Ο Spinoza ήταν μαθητής του Descartes. Για την ακρίβεια όμως πρέπει να προσθέσουμε πως ποτέ δεν τον είδε, κι ακόμα λιγότερο δεν επηρεάστηκε προσωπικά απ' τον Descartes. Μελέτησε μόνο τα βιβλία του και απ' αυτά διδάχτηκε. Η διαφορά των δύο εποχών εδώ πια είναι φανερή. Δεν γίνονται πια φιλοσοφικές συζητήσεις στην αγορά, ούτε υπάρχει καν ανάγκη άμεσης συναναστροφής και διαλογικής συζήτησης, μα αποκτούν το νέο μέσα σε σιωπηλό δωμάτιο με την ανάγνωση του έντυπου βιβλίου. Ο Spinoza αισθανόταν πάντα πως ήταν υποχρεωμένος στα συγγράμματα του Descartes. Ενώ όμως ο Πλάτωνας έβαζε στο στόμα του Σωκράτη τα δικά του πρωτότυπα διανοήματα, ο Spinoza τόνιζε την ιδιαιτερότητα των θεωριών του, ακόμα και απέναντι στον σημαντικότερο απ' τους δασκάλους του. Πρέπει λοιπόν να εξετάσουμε με ποια πλευρά της φιλοσοφίας του Descartes σχετίζεται ο μετασχηματισμός που επέφερε ο Spinoza. Διαγνώσαμε κιόλας πως στην φιλοσοφία του Descartes υπάρχουν δυο ομάδες διανοημάτων, που η αμοιβαία σύνδεσή τους δεν έγινε τόσο πειστικά όσο νόμιζε αυτός ο φιλόσοφος. Μπορούσε λοιπόν κανείς να ταχθεί με το καθένα από τα μέρη εκείνα. Α. θα μπορούσε να συνεχιστούν οι προσπάθειες για επίτευξη αναμφίβολης γνώσης. Ο Descartes όρισε αυτό το ζήτημα σαν το κύριο πρόβλημα της φιλοσοφίας και βρήκε στην αυτοβεβαιότητα της νόησης την ασφαλή αφετηρία για κάθε παραπέρα βήμα. Παράλειψε όμως στη συνέχεια ν' αναζητήσει τις στέρεες βάσεις για κάθε είδος γνώσης. Γιατί νόμιζε πως προσποριζότανε επαρκώς ασφαλή γνώση απευθείας από κείνο το «Αρχιμήδειο σημείο». Εφόσον όμως κανείς καταλάβει πως αυτή η σκέψη είναι πρόωρη, οφείλει να εξετάσει ακριβέστερα πώς είναι δυνατή η επίτευξη αναμφίβολης γνώσης και ποια τα όριά της. Όμως οι άμεσοι διάδοχοι του Descartes στην ηπειρωτική Ευρώπη δεν κινήθηκαν προς αυτό τον σωστό δρόμο. Οι Άγγλοι φιλόσοφοι, ιδιαίτερα ο Locke, πήραν για αφετηρία τους την πρώτη βάση της φιλοσοφίας που έβαλε ο Descartes· πρώτος όμως ο Kant ανέλαβε με πλήρη συνείδηση τη συνέχιση του αρχινημένου έργου. Β. Ο Descartes είχε συμπεράνει απ' τις προϋποθέσεις που έβαλε πως αυτό που γνωρίσαμε με σαφήνεια και ενάργεια είναι και αληθινό. Και με σαφήνεια και ενάργεια γνωρίζουμε πρώτα τον εαυτό μας σαν νοητικό ον, έπειτα το θεό σαν παντέλειο ον, και τέλος τα σώματα που κινούνται, τα αντικείμενα που γεμίζουν το χώρο και που οι σχέσεις τους και οι μεταβολές τους είναι προσιτές στη μαθηματική επιστήμη. Με το τμήμα αυτό της Καρτεσιανής φιλοσοφίας συνδέθηκε άμεσα η εξέλιξη της Φιλοσοφίας στα νεότερα χρόνια. Κι εδώ προκύπτουν αρκετές δυσχέρειες. Γιατί ο Descartes είχε τοποθετήσει απλά εφεξής τα παραπάνω τρία είδη ουσιών, είχε παραδεχτεί όμως γι' αυτά πως ο θεός είναι ουσία διαφορετικής φύσης απ' ότι οι ψυχές και τα σώματα, που ήταν δημιουργήματά του. Έτσι αφενός παραμένει ο φιλόσοφος στην συνήθη άποψη αντίθεσης Θεού και Κόσμου, αφετέρου φαίνεται πως η διδασκαλία του οδηγεί στην ενότητα και των δυο, αν την παρακολουθήσει κανείς ως το τέλος. Ο θεός είναι, βέβαια, η καθολική έννοια κάθε τελειότητας. Η «ύπαρξη» όμως είναι κι αυτή τελειότητα και κάθε τι που υπάρχει είναι τέλειο, εφ' όσον υφίσταται. Δεν δικαιούται λοιπόν κανείς να ξεχωρίζει από τη θεότητα τις παραπάνω κατώτερες τελειότητες, γιατί αλλιώς θα λείπανε αυτές από τη φύση του θεού, που σ' αυτή την περίπτωση δεν θα ήταν πια το παντέλειο ον. Απ' αυτό όμως συμπεραίνεται πως πάντα τα όντα αποτελούν μέρος της ουσίας του θεού, πως ο θεός δεν είναι κάποιο ον, που να 'χει έξω απ' τον κόσμο την ξεχωριστή ζωή του, αλλά αυτή η ίδια η ενότητα του κόσμου. Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Εξάλλου το θεμελιώδες αξίωμα του Descartes: κάθε τι που το σκέφτηκες με σαφήνεια είναι αληθινό, κάθε τι αληθινό είναι νοητό (αν και όχι από την περιορισμένη νόησή μας), είναι σε αντίθεση με την έννοια που έδωσε ο ίδιος στο θεό. Γιατί σύμφωνα μ' αυτήν πρέπει να είναι δυνατή η σαφής επισκόπηση της σχέσης των διαφόρων πραγμάτων και γεγονότων προς το θεό· δηλαδή πρέπει αναγκαία να μπορεί να συμπεραίνεται από την έννοια του θείου κάθε τι που υπάρχει και κάθε τι που συμβαίνει. Αν όμως συμβαίνει αυτό δεν υπάρχουν πια περιθώρια για την ελεύθερη, δημιουργική δράση του θεού. Όπως η θεωρία για το θεό, έτσι κι η θεωρία για τις σχέσεις σώματος και ψυχής του Descartes οδηγεί σε γενικότερες σκέψεις. Σύμφωνα με τον Descartes σώμα και ψυχή βρίσκονται σε σφοδρή αντίθεση μεταξύ τους. Οι μόνες ιδιότητες του σωματικού είναι η έκταση και το κινητό. Η συναρμογή των κινήσεών τους πρέπει να κατανοηθεί με την βοήθεια των μαθηματικών ούτως ώστε αν ξεχωριστούν τα αίτια να μπορούν να υπολογιστούν τα αποτελέσματα που προέρχονται απ' αυτά. Σ' αυτή όμως την περίπτωση, είναι εύλογο πως μόνο κινήσεις είναι τα αίτια των κινήσεων. Το πνεύμα είναι χωρίς έκταση και ακίνητο στο χώρο. Δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση με το χώρο. Με ακρίβεια λοιπόν το πνεύμα ούτε μπορεί να προκαλέσει κινήσεις των διαφόρων σωμάτων, ούτε οι ιδιότητές του μπορούν να ορισθούν με σωματικές κινήσεις. Ο Descartes, αν και διέκρινε τις δυσχέρειες του πράγματος, είχε παραδεχτεί και τα δυο συμφωνώντας σ' αυτή την περίπτωση με την συνηθισμένη άποψη. Όλοι βέβαια πιστεύουμε πως επιδρούμε με τη βούλησή μας, που εκδηλώνεται με τα μέλη του σώματός μας, στον σωματικό κόσμο. Αν όμως δεχτούμε, πως κάθε σωματικό φαινόμενο γίνεται μηχανικά, δηλαδή με ώθηση και πίεση γειτονικών σωμάτων, μένει ακατάληπτος ο τρόπος της επέμβασης ψυχικών αιτιών στο σωματικό κόσμο. Η σκέψη αυτή έσπρωξε πολλούς μαθητές του Descartes στο ν' αρνηθούν την άμεση επιρροή του σώματος στην ψυχή και της ψυχής στο σώμα, και ν' αποδώσουν μάλλον τον σύνδεσμο των δυο διαφορετικών αυτών ουσιών στη μεσάζουσα επίδραση του Θεού. Αν τώρα συνδυάσει κανείς αυτή τη θεωρία με την συνέπεια που εκθέσαμε προηγουμένως των θεωριών του Descartes, πως δηλαδή ο θεός είναι η ενότητα του κόσμου, θα καταλήξει να θεωρήσει σώματα και ψυχές σαν δυο τρόπους εκδήλωσης του θείου και που μόνο στο θεό βρίσκονται ενωμένα· και η θεωρία για την άμεση συναρμογή τους στηρίζεται στο ότι οι μεταβολές και των δυο προέρχονται με την ίδια μαθηματική ανάγκη από το θεό. Έτσι μπορεί κανείς, ξεκινώντας από τον Descartes, να ξεχωρίσει τις θεμελιώδεις αρχές ενός νέου φιλοσοφικού συστήματος· και εξετάζοντας σχετικά, βρίσκει, πως πράγματι ο S p i n o z a έφτιαξε ένα τέτοιο σύστημα. Επίτηδες ακολούθησα τον παραπάνω τρόπο, για να σας δείξω με ένα παράδειγμα τη σπουδαία σημασία που έχει στην Ιστορία της Φιλοσοφίας η συνεπής παραπέρα εξέλιξη των φιλοσοφικών διανοημάτων. Πρέπει όμως, ανεξάρτητα από την παραπάνω αναγκαστική εξέλιξη, να μην υποτιμάμε την προσωπική συμβολή στο προκείμενο των διαφόρων φιλοσόφων. Απαιτείται υπέρτερο πνευματικό μέγεθος για να εξαχθούν πράγματι συμπεράσματα, που τόσο θαρραλέα ν' αντιτίθενται στις κοινές δοξασίες μιας εποχής, όπως αυτά που εκθέσαμε παραπάνω. Πολλοί σύγχρονοι του Descartes παρατήρησαν τις αντιφάσεις που υπάρχουν στο φιλοσοφικό σύστημά του κι επιχειρήσανε να τις σηκώσουν, όμως μονάχα έ ν α ς ήταν όπως έπρεπε συνεπής στις σκέψεις, ώστε να μην τρομάξει από τις αναγκαίες συνέπειες. Μην νομίζετε όμως πως σας μετάδωσα όλη τη σημασία της φιλοσοφίας του Spinoza με το ατελές διάγραμμα που σας έδωσα για τις αναγκαίες συνέπειες της παραπέρα εξέλιξης των Καρτεσιανών θεωριών. Για να εκτιμήσουμε σε αξία τη φιλοσοφία του Spinoza, πρέπει να γνωρίσουμε το δημιουργό του συστήματος και την καταγωγή του. Οι πολυπληθείς Ιουδαίοι που από την εποχή της Αραβικής κυριαρχίας ζούσαν στην Ισπανία, υπέστησαν πολλές καταδιώξεις το δέκατο έκτο αιώνα. Με τη βία ομολογήσανε πίστη στο Χριστιανισμό, δεν πάψανε όμως να είναι ύποπτοι για ψευδή Χριστιανισμό στην ιερά εξέταση, και γι' αυτό διαρκώς η ζωή τους βρισκόντανε σε κίνδυνο. Στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα τους παρουσιάστηκε η ευκαιρία να καταφύγουν στις Κάτω Χώρες, που, αφού αγωνίστηκαν σκληρά κατά

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

της Ισπανίας, απόκτησαν με τους αγώνες τους την ελευθερία να εκτελούνε τα θρησκευτικά καθήκοντά τους κατά το προτεσταντικό δόγμα. Εκεί οι Ιουδαίοι δέχτηκαν πάλι την πίστη των προγόνων τους, και ζούσαν αυστηρά κατά τους νόμους του Ταλμούθ. Γόνος μιας τέτοιας οικογένειας μεταναστών ήταν και ο Baruch d' Espinosa (έτσι ήταν το αρχικό του όνομα), που γεννήθηκε το 1632 σ' ένα στενό δρόμο της Ιουδαϊκής συνοικίας του Άμστερνταμ. Στην καταγωγή του αυτή οφειλόντουσαν οι ιδέες της νεανικής ηλικίας του Spinoza και η πρώτη πνευματική διάπλασή του. Για να διατηρήσουν ακμαίες τις θρησκευτικές τους παραδόσεις και να τις μεταδώσουνε στις επερχόμενες γενιές, οι Ιουδαίοι του Άμστερνταμ ίδρυσαν σχολή που για δασκάλους της καλέσανε ονομαστούς Ραβίνους. Εκεί εκπαιδεύτηκε και ο Baruch d' Espinosa στη νεανική του ηλικία. Έμαθε την Εβραϊκή γλώσσα, διάβασε Γραφή και Ταλμούθ, και στην ερμηνεία τους άσκησε την οξύνοιά του. Η εξαιρετική ευφυΐα του ήτανε φανερή. Επειδή του έλειπε η κλίση για το εμπόριο, επιθυμούσε ν' αφιερωθεί εντελώς στην Ιουδαϊκή θεολογία. Και ήδη διάκριναν στο πρόσωπο του νέου το μελλοντικό στήριγμα της συναγωγής. Όμως αυτές οι ελπίδες των Ραβίνων ανατράπηκαν όταν γνώρισε ο Spinoza τα διδάγματα της νέας επιστήμης. Και στο αποκλεισμένο Γκέτο (την Ιουδαϊκή συνοικία δηλαδή) έμπαινε κάτι από τα πνευματικά ρεύματα του περιβάλλοντος, και οι Ιουδαίοι του Άμστερνταμ — όσο κι αν η ιδιωτική τους ζωή ήταν περιορισμένη — συνδέονταν με τη ζωή των χριστιανικών συμπολιτών τους με δυο μεγάλες διώρυγες· δηλαδή του εμπορίου και της ιατρικής. Έτσι στα δεκτικά μάθησης πνεύματα γεννήθηκε διάσταση ανάμεσα στα διδάγματα της παράδοσης και τις γνώσεις που ήρθαν σε φως στα νεότερα χρόνια. Ήδη στα χρόνια της παιδικής ηλικίας του Spinoza είχε οδηγήσει η παραπάνω διάσταση σε σύγκρουση, που σε πολλούς από μας θα είναι γνωστή από το δράμα του Gutz Kows Vriel Acosta. Κατά τ' άλλα ο ρόλος που υποβάλλει εδώ ο ποιητής στο νεαρό Spinoza είναι καθαρή επινόηση. Το πώς, με τους όρους που εκθέσαμε, εξελίχθηκε λεπτομερειακά ο Spinoza δεν γνωρίζουμε. Το μόνο ασφαλές είναι πως πολύ νωρίς είχε τον πόθο να γνωρίσει την Επιστήμη των νεότερων χρόνων. Απαραίτητη προϋπόθεση γι' αυτό ήταν τότε η απ' τα πριν μάθηση των Λατινικών, που 'ταν ακόμα η αποκλειστική γλώσσα των λογίων, δεν περιλαμβανότανε όμως στο πρόγραμμα του Ιουδαϊκού σχολείου του Άμστερνταμ. Κατέφυγε λοιπόν σε ιδιαίτερο δάσκαλο και ήταν τυχερός στην εκλογή του. Γιατί ο δάσκαλός του ήταν σε θέση να του δώσει κάτι περισσότερο απ' την απλή γνώση των Λατινικών. Ο Φραγκίσκος Van den Ende γεννήθηκε από καθολικούς γονείς, όμως συν τω χρόνω αποξενώθηκε απ' την πίστη της Εκκλησίας, ήταν ειδήμονας στις Φυσικές Επιστήμες και στη Φιλοσοφία του Descartes. Σ' αυτόν κατ' αναγκαία υπόθεση θα είδε ο Spinoza για πρώτη φορά τα συγγράμματα του Descartes, και ταυτόχρονα θα πλάτυνε τις γνώσεις του για τις ομιλούμενες γλώσσες. Όσον αφορά για τις γλώσσες ο Spinoza είχε ευνοηθεί από την τύχη. Γιατί εκτός από τη μητρική του γλώσσα, δηλαδή την Ισπανική, του ήταν γνωστή φυσικά από την νεανική του ηλικία και η Ολλανδική. Κι επιπρόσθετα έμαθε τώρα και πολλές άλλες ξένες γλώσσες, ιδιαίτερα τα Γαλλικά και τα Ιταλικά. Η νέα του εκπαίδευση και οι αλλαγμένες πεποιθήσεις του χώρισαν τον Spinoza απ' τους ομόθρησκούς του. Ναι μεν δεν είχε καμία σκέψη ανατρεπτικής δράσης, όμως του ήταν αδύνατο να κάνει συνέχεια την αυστηρά καθορισμένη ζωή του Ορθόδοξου Ιουδαίου, αφού οι πεποιθήσεις του είχαν αλλάξει. Με το θάνατο του πατέρα του το 1654, φαίνεται πως έλειψε ο σπουδαιότερος λόγος για προσαρμογή της εξωτερικής ζωής του στα παλιά ήθη. Από τότε σταμάτησε πια να επισκέπτεται τη Συναγωγή, παρέβαινε τους νόμους που ορίζανε τα φαγητά και συναναστρεφότανε πολύ ελευθερόφρονες Χριστιανούς. Φυσικά αυτό ξεσήκωσε σκάνδαλο. Όμως οι Ιουδαίοι ευχαρίστως θα αποφεύγανε το θόρυβο, αφού εξάλλου φοβόντουσαν πως θα 'βρισκε μιμητές η συμπεριφορά ανθρώπου που πάνω του είχαν στηρίξει τόσες ελπίδες οι Ραβίνοι. Δοκίμασαν λοιπόν να τον πλησιάσουν με χρήματα, και του υποσχέθηκαν ετήσιο μισθό αν αυτός τουλάχιστο υπάκουε στα Ιουδαϊκά ήθη και έθιμα.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Και μόνο σαν απόκρουσε την υβριστική αυτή πρόταση ο Spinoza καταδιώχτηκε σαν αποστάτης. Η αδελφή του κι ο γαμπρός του βεβαίωσαν έγκυρα την αποστασία του, για να οικειοποιηθούνε την πατρική κληρονομιά. Κατέφυγε όμως στα Ολλανδικά δικαστήρια, νίκησε, όπως ήταν επόμενο, και μετά άφησε στους αδελφούς του θεληματικά την κληρονομιά, κρατώντας για τον εαυτό του μονάχα ένα κρεβάτι. Οι Ραβίνοι τελικά πήρανε τα ακρότατα μέτρα τους εναντίον του. Το 1656 τιμωρήθηκε με τον μεγάλο αφορισμό, και αποκλείστηκε από την Ιουδαϊκή κοινότητα. Ο τύπος του αφορισμού που ανάγεται στις αρχές του Μεσαίωνα είναι αρκετά τρομακτικός. Να οι σπουδαιότερες φράσεις του. «Συμφώνως τη αποφάσει των αγγέλων και τη κρίσει των αγίων, τη συναινέσει του αγίου θεού και ολοκλήρου της ημετέρας κοινότητος, αφορίζομεν, αποδιώκομεν, καταρώμεθα και αναθεματίζομεν τον Μπαρούχ ντ' Εσπινόζα... »Κατηραμένος να είναι ούτος διαρκούσης της ημέρας, κατηραμένος να είναι ούτος διαρκούσης της νυκτός· κατηραμένος κατά την κατάκλισήν του και κατηραμένος κατά την έγερσίν του· κατηραμένος κατά την έξοδόν του και κατηραμένος κατά την είσοδόν του. Είθε να μην τον συγχωρήση ποτέ ο θεός... Διατάσσομεν ίνα μηδείς παρέξη χάριν εις αυτόν· ίνα μηδείς συγκατοική μετ' αυτού υπό την αυτήν στέγην ή εις απόστασιν τεσσάρων πήχεων· ίνα μηδείς αναγνώση έργον συνταχθέν ή γραφέν παρ' αυτού».

Ο αφορισμός σήμαινε για τον Spinoza τον αποχωρισμό του από όλους τους συντρόφους της νεότητάς του και καθώς φαίνεται κανείς Ιουδαίος από τότε κι έπειτα δεν ανήκε πια στον κύκλο του. Χωρίς ν' αρκεσθούν όμως σ' αυτά οι Ραβίνοι ζητούσαν να τον αφανίσουνε και σαν πολίτη. Γι' αυτό και τον κατήγγειλαν στον προτεσταντικό κλήρο της Ολλανδίας σαν θρησκευτικά επικίνδυνο και προκάλεσαν την εξορία του από τον Άμστερνταμ. Γι' αυτό όμως δεν πέτυχαν και πολλά. Γιατί χάρις στην στάση των πολιτικών αρχών από πνεύμα ανοχής που χαρακτηρίζονταν μπόρεσε να κατοικήσει ανενόχλητα σ' ένα χωριό λίγα μίλια έξω από την πρωτεύουσα. Ο Spinoza ήτανε τώρα αναγκασμένος να ρυθμίσει τη ζωή του με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ήταν αποφασισμένος να μην κάνει τίποτα που δεν θα συμφωνούσε με τις πεποιθήσεις του, και ν' αποφύγει με κάθε θυσία τους διαπληκτισμούς με το περιβάλλον του. Ποτέ δεν έγινε χριστιανός, γιατί παρά την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε στο προσωπικό μεγαλείο και την ηθική του Χριστού, δεν μπορούσε να ασπασθεί τα δόγματα καμιάς Χριστιανικής Εκκλησίας. Βρισκότανε πολύ κοντά σε μερικές αιρέσεις που, καθώς κι αυτόν, μόνο στην Ολλανδία τις ανεχόντουσαν, σε κοινότητες που θεωρούσαν την ηθική διαβίωση σαν το πιο ουσιώδες μέρος της Χριστιανικής θρησκείας, αφήνοντας στο δογματικό μέρος μεγάλη ελευθερία στα μέλη τους. Ανάμεσα σ' αυτούς, τους Μεννοχνίτες και τους Εταιριστές, βρήκε ο Spinoza συντρόφους, χωρίς και ν' ανήκει σ' αυτούς. Επειδή στερούνταν το φαΐ, και του ήταν κλειστή κάθε δημόσια θέση, κάθε δασκαλική υπηρεσία που να πληρωνόταν καλά, αναγκάστηκε να δουλέψει χειρώνακτας. Εκμεταλλεύτηκε τις επιστημονικές γνώσεις του στη Φυσική και έφτιαχνε φακούς για διόπτρες και τηλεσκόπια. Λόγω των αστρονομικών ανακαλύψεων υπήρχε τότε μεγάλη ζήτηση τηλεσκοπίων, ενώ μόνο λίγοι ειδήμονες υπήρχαν που να μπορούσαν να λειαίνουν τους φακούς τους. Όπως βλέπουμε λοιπόν ο Spinoza χάρη στη νεότερη Φυσική κέρδιζε με τα χέρια του το ψωμί του, κι όχι, όπως παντού μπορεί κανείς να διαβάσει, χάρη στο Ταλμούθ. Πολλές φορές δηλαδή προβάλλουν τον ισχυρισμό, πως ο Spinoza ακολούθησε κάποια επιταγή του Ταλμούθ που απαιτούσε κάθε λόγιος να μαθαίνει μια χειροτεχνική εργασία. Για την ακρίβεια όμως εδώ δ ε ν π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ι α ε π ι τ α γ ή , αλλά μόνο για σ υ μ β ο υ λ ή , που ως επί το πλείστον την παραβαίνανε. Και ασφαλώς σα μαθητής του Ταλμούθ δεν θα μπορούσε να μάθει την τέχνη της λείανσης οπτικών γυαλιών.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Όλο το χρόνο που του έμενε ελεύθερος από τη χειρωνακτική δουλειά του ο Spinoza τον αφιέρωνε στις μελέτες του. Απλός και μετριόφρων, ζούσε στην αρχή σ' ένα μικρό χωριό του Άμστερνταμ, αργότερα στο Λούγδουνο (Leiden) κοντά στη Χάγη, και τέλος στη Χάγη. Η συχνή αυτή αλλαγή του τόπου διαμονής κι η αποτραβηγμένη ζωή του θα μπορούσαν να μας θυμίσουν παρόμοιες συνθήκες της ζωής του Descartes. Όμως ανάμεσα στους δύο άνδρες υπήρχε μεγάλη διαφορά. Ο Descartes από γεννησιμιού του ευγενής, εύπορος ανεξάρτητος, διάλεξε με τη θέλησή του τη μοναχική ζωή. Στον αφορισμένο όμως Ιουδαίο που 'ταν αναγκασμένος να κερδίζει το ψωμί του με τα χέρια του, είχε επιβληθεί απ' τις ανάγκες ο τρόπος ζωής του. Παρά ταύτα όμως, ή μάλλον ακριβώς γι' αυτά, ο Spinoza μετείχε της τύχης του λαού που μαζί του ζούσε περισσότερο από τον Descartes. Η θρησκευτική ελευθερία της Ολλανδίας, που έδωσε καταφύγιο στους γονείς του, και στον ίδιο ασφάλεια παρ' όλες τις εναντίον του επιθέσεις, απειλήθηκε. Γιατί ο Καλβινικός κλήρος μαζί με τον οποίο τάχθηκε για πολιτικούς λόγους ο οίκος της Οράννης επιδίωκε την μονοκρατορία της Ολλανδικής Εκκλησίας. Στις έριδες αυτές επενέβηκε ο Spinoza με την ανώνυμη πραγματεία του που έκδωσε το 1670 — θ ε ο λ ο γ ι κ ο - π ο λ ι τ ι κ ή δ ι α τ ρ ι β ή . Καθώς δείχνει ο τίτλος του το σύγγραμμα αυτό πραγματεύεται τη σχέση θεολογίας και πολιτικής, εκκλησίας και πολιτείας, και μάλιστα μάχεται για την ανώτερη αρχή του κράτους και ενάντια στην πολιτική επιρροή του κλήρου. Ταυτόχρονα διασαλεύει ο Spinoza την αξίωση πως η Γραφή έχει θεία προέλευση με την άσκηση ιστορικής κριτικής στην Παλαιά Διαθήκη· σ' αυτή την κριτική τον βοήθησε η Ιουδαϊκή εκπαίδευση που πήρε στη νεανική του ηλικία. Το θρασύ σύγγραμμα ξεσήκωσε μεγάλο θόρυβο. Όπως ήταν γενική η αγανάκτηση που προκάλεσε, ήταν εξίσου γενική και η επιθυμία να το διαβάσουν. Πλήθος απαντητικές επιστολές ήρθαν πάλι στο φως και ο συγγραφέας, που παρά την ανωνυμία του έγινε σε λίγο γνωστός, δοκίμαζε τις συνέπειες του τολμηρού του επιχειρήματος. Προσωπικοί του φίλοι τον αποστράφηκαν, και για λίγο φάνηκε πως η οργή ενάντια στο βιβλίο θα στρεφόταν ενάντια στο συγγραφέα. Τον προστάτευε όμως από σοβαρό κίνδυνο η ευμενής προστασία του Jan de Wit, που 'ταν ακόμα τότε αρχηγός της Ολλανδικής πολιτικής. Στο μεταξύ κλονίστηκε και η θέση του Jan de Wit, εν μέρει και από τα δικά του σφάλματα. Γιατί ο κατά τ' άλλα άψογος και περήφανος αυτός αριστοκράτης είχε παραμελήσει τον εθνικό στρατό ευνοώντας το στόλο, και ήταν έτσι η αιτία, που στην εισβολή των στρατιών του Λουδοβίκου ΙΔ' στην Ολλανδία η άμυνα της χώρας βρέθηκε ανεπαρκής και εξασθενημένη. Η πίκρα του λαού γι' αυτό το πάθημα, αφού εξερεθίστηκε από τους ιερείς, οδήγησε στον βδελυρό φόνο του Jan de Wit και του αδελφού του. Μανιώδης οργή έπιασε τον κατά τα άλλα τόσο πράο φιλόσοφο με την αισχρή αυτή πράξη. Ήθελε, για να δώσει διέξοδο στην αγανάκτηση που τον κατείχε, να κολλήσει στους τοίχους του σπιτιού του πινακίδες που να αποκαλεί τους κατοίκους της Χάγης τους πιο ποταπούς απ' όλους τους βαρβάρους. Αναμφίβολα θα έπεφτε θύμα της μανίας του όχλου, αμέσως καθώς θα επιχειρούσε να εκτελέσει την χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα πρόθεσή του, αν δεν τον κλείδωνε μέσα ο οικοδεσπότης του και δεν τον εμπόδιζε έτσι να κάνει το σχέδιό του πράξη. Από τα εξωτερικά περιστατικά της ζωής του Spinoza εννοούμε τώρα γιατί τον καιρό που ζούσε μόνο μια έκθεση της Φιλοσοφίας του Descartes φάνηκε με τ' όνομά του. Το σύγγραμμα αυτό συντάχθηκε για ένα μαθητή, που ο Spinoza δεν θεωρούσε αρκετά ώριμο για να του μεταδώσει τη δική του φιλοσοφία. Το βιβλίο αυτό ήταν η αφορμή να πάρει ο αφορισμένος την πρόσκληση του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Όσο όμως κι αν αυτό το δείγμα ελευθεροφροσύνης ήταν τιμητικό για τον κυρίαρχο της χώρας —τον εκλέκτορα της Pfalz Κάρολο Λουδοβίκο— άλλο τόσο θα ήταν δυσχερής η παντοτινά ελεύθερη εκπλήρωση των καθηκόντων του Spinoza. Γιατί ναι μεν στην επιστολή του Πανεπιστημίου προς τον Spinoza περιεχόταν η διαβεβαίωση πως ήταν ελεύθερος να διδάσκει κατά πεποίθηση, εκφράζονταν όμως ταυτόχρονα και η ελπίδα πως δεν θα πει τίποτα ενάντια στην εκκλησία. Ο Spinoza γνώριζε πως δεν μπορούσε να αποφύγει συγκρούσεις και με την διαύγεια και ηρεμία που τον διέκρινε στο διακανονισμό των προσωπικών υποθέσεών του απόκρουσε την πολύ τιμητική αυτή πρόσκληση. Εξακολούθησε να ζει όπως και πρώτα· η διπλή όμως κούρασή του απ' τη σωματική και την πνευματική δουλειά, και η υαλόσκονη που παράγεται στη λείανση του γυαλιού φαίνεται πως φθείρανε το λεπτό οργανισμό του· προσβλήθηκαν τα πνευμόνια του και πέθανε το 1677 σε ηλικία μόνο 45 ετών. Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Λίγο μετά το θάνατό του οι φίλοι του εκδώσανε τα συγγράμματα που άφησε, ανάμεσά τους και το κύριο έργο του. Αυτό το σύγγραμμά του ο Spinoza το ονόμασε «Ηθική», δηλαδή διδασκαλία για τον ηθικό, ή τον σωστό τρόπο ζωής. Από τον τίτλο κιόλας φαίνεται η διαφορά στις τάσεις του από τις τάσεις του δασκάλου του Descartes. Για τον τελευταίο η γνώση καθ' εαυτή ήταν ο σκοπός της ζωής, ενώ ο Spinoza επιδίωκε με τη γνώση κυρίως να βρει το σωστό τρόπο της διαβίωσης. Εντούτοις οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής του τον ανάγκασαν να σκεφτεί πολύ περισσότερο για την ορθή διακυβέρνηση της ζωής. Ο Descartes, διανοητικός επαναστάτης, μπορούσε μολαταύτα να εξακολουθεί να ζει εξωτερικά με τους τύπους της τάξης που ανήκε. Ο Spinoza όμως, αφού διώχτηκε απ' την κοινότητά του με τον αφορισμό, δεν ανήκε πουθενά· ήταν αναγκασμένος να διακονήσει τη ζωή του όλη σύμφωνα με ίδιες αρχές. Πολύ σπουδαιότερη όμως από τα εξωτερικά ετούτα πράγματα ήταν η βαθειά εσωτερική διαφορά των χαρακτήρων. Ο Descartes όλο το πάθος του το είχε, αν επιτρέπεται η έκφραση, μόνο στο κεφάλι του. Όλη η θερμότητα της φύσης του συγκεντρωνόντανε στη ζήτηση της αληθινής γνώσης. Έξω απ' το πεδίο αυτό ήταν ψυχρός. Και αυτή η αναμφίβολα ειλικρινής χριστιανική ευλάβειά του, ήταν γι' αυτόν υπόθεση μάλλον διανοητικής παρά συναισθηματικής χροιάς. Αντίθετα ο Spinoza ήταν πέρα για πέρα θρησκευτική φύση, εντελώς κατειλημμένη από τον πόθο της στενής ένωσης με τον θεό. Η γνώση ήταν γι' αυτόν υπηρετική στον παραπάνω πόθο. Και ακριβώς επειδή ο Spinoza ήταν εσωτερικά θρησκευτικός και συνάμα άνθρωπος της σκέψης, μπορούσε να συνταχθεί με μια απ' τις υπάρχουσες Εκκλησίες. Η εξωτερική προσαρμογή είναι ευκολότερη στις φύσεις που η διαύγεια της διάνοιας υπολείπεται απ' την θρησκευτικότητα, είτε που η δύναμη του θρησκευτικού συναισθήματος είναι κατώτερη. Για να καταλάβει κανείς τη Φιλοσοφία του Spinoza, πρέπει να συνδυάσει τις βαθειά ριζωμένες στη φύση του Spinoza τάσεις γ ι α η θ ι κ ή θ ε μ ε λ ί ω σ η τ η ς θ ρ η σ κ ε υ τ ι κ ή ς ζ ω ή ς μ ε τ η ν β ο ή θ ε ι α τ η ς ν ό η ση ης, μ ε τ ις π αρ απ έρ α σ υ νεπείς διαμ ο ρ φ ώσ εις π ο υ θ α μ πο ρ ο ύ σε να π άρ ει η διδασ κ αλ ία τ ο υ D e s c a r t e s , που, τις εκθέσαμε ήδη. Το κύριο έργο του Spinoza είναι γραμμένο ιδιότυπα. Επειδή η Γεωμετρία ήταν γι' αυτόν το πρότυπο εξακριβωμένων επιστημονικών αποδείξεων, απομιμήθηκε κι αυτός στη διάταξη της ύλης του έργου του το περίφημο Ελληνικό Εγχειρίδιο της Γεωμετρίας, δηλαδή το σύγγραμμα του Ευκλείδη. Όπως ο μαθηματικός, έτσι κι αυτός αρχίζει με αξιώματα που η αλήθεια τους σύμφωνα με την πεποίθησή του είναι αυτονόητη και με επεξηγήσεις ή ορισμούς των θεμελιωδών εννοιών. Ξεκινώντας με την προϋπόθεση αυτή αποδείχνει μετά τα επιμέρους θεωρήματα. Αυτή τη διάταξη είμαστε αναγκασμένοι να την πάρουμε υπόψη προς χάρη της σαφήνειας της έκθεσης των ιδεών του Spinoza από εμάς. Πρέπει όμως να δώσουμε έμφαση στο ότι η επιλογή της γεωμετρικής διατύπωσης δεν αποτελεί μια αυθαίρετη ιδιοτροπία του Spinoza, μα συνδέεται πολύ στενά με το περιεχόμενο της διδασκαλίας του. Είχε διδάξει κιόλας ο Descartes, πως πρέπει ν' αποδέχεται κανείς μόνο ό,τι είναι δυνατό να επισκοπείται με την ίδια σαφήνεια που και τα μαθηματικά αξιώματα. Κι έτσι αντιστρέφοντας το αξίωμα αυτό, είχε βγάλει στη συνέχεια το συμπέρασμα, πως αυτό που γνώρισες με σαφήνεια και ευκρίνεια είναι ταυτόχρονα κι αλήθεια. Συνεπές λοιπόν μ' αυτό το συμπέρασμα ήταν να θεωρήσει ο Spinoza τη διάταξη της ύλης ενός φιλολογικού συγγράμματος με τέτοιο τρόπο εφικτή, ώστε κάθε ισχυρισμός τα αποδέχεται με ακρίβεια με τη μαθηματική μέθοδο, σαν τη λυδία λίθο της αλήθειας του φιλοσοφικού συστήματος. Σύμφωνα μ' αυτά, όσο κι αν δεν μπορούσε να πούμε πως ο Spinoza δεν απόκτησε τις θεμελιώδεις αρχές του με γεωμετρικές αποδείξεις κι όσο κι αν φαίνονται επιτηδευμένες οι γεωμετρικές αποδείξεις του στον σύγχρονο αναγνώστη, όμως, εξίσου αναγκαία, τότε μόνο θα θεώρησε ο Spinoza πως τελειώθηκε η Φιλοσοφία του, όταν μπόρεσε να την παρουσιάσει υπό την αυστηρή μαθηματική μορφή. Ο Descartes είχε θεωρήσει το θείο σαν την καθολική έννοια κάθε τελειότητας. Από τη σκέψη αυτή για ύπαρξη παντέλειου όντος ξεκινάει ο Spinoza. Επειδή γι' αυτόν, όπως και για το δάσκαλό του, σε κάθε τι που έχει πραγματική ύπαρξη ενυπάρχει κάτι τέλειο, πρέπει κάθε τι αληθινά πραγματικό ν' αποτελεί μέρος του θεού. Έτσι ο θεός συμπίπτει με τον κόσμο. Γιατί με τον όρο κόσμος εννοούμε την ενότητα, τον εσωτερικό σύνδεσμο όλων των όντων. Ο θεός είναι το Παν, το Παν είναι ο Θεός. Αυτή η θεωρία ονομάζεται Π α ν θ ε ϊ σ μ ό ς . Κι όπως παρατηρήσαμε κιόλα ο πανθεϊσμός είναι το Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

αναγκαίο επακόλουθο των προϋποθέσεων του Descartes. Επιπρόσθετα όμως έχει κι άλλη μια ρίζα στο βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Στις πρώτες, τις κατά φύση αρχές της θρησκείας, θεός σημαίνει ον υπερφυσικής δύναμης που μπορεί να ωφελήσει ή και να βλάψει που απέναντι στον άνθρωπο μπορεί να πάρει στάση εχθρού ή προστάτη. Έτσι συμπεριφερόταν το θείο π.χ. στους Έλληνες, όπως μας λέει ο Όμηρος. Στην ιδέα πως ο Θεός απλώνει την προστασία του πάνω απ' το λαό του είναι παράλληλη και η σκέψη πως τα ήθη και τα έθιμα του λαού εκπορεύονται από το θεό και είναι υπό την προστασία του. Ο θεός στην αρχή θεωρείται ο δίκαιος Κύριος και αργότερα ο φιλόστοργος πατέρας των ανθρώπων. Τα ήθη και τα έθιμα του λαού που στην αρχή ακολουθούνται σαν μία ξένη προσταγή, εξυψώνονται περισσότερο και περισσότερο σε Ηθικότητα που αξιώνεται από τη φωνή της συνείδησης. Όσο περισσότερο ενδόμυχα αισθάνεται ο άνθρωπος που ανήκει στον θρησκευτικό τύπο πως ο ηθικός νόμος που θεωρείται σαν επιταγή του θεού συνδέεται με την ιδιαίτερη φύση του, τόσο περισσότερο αισθάνεται τη θεότητα να δρα μέσα του. Μέσα μας όμως εξεγείρεται κάτι τι ενάντια στη θεία αυτή επίδραση· απομένει μια ξενότητα, που ταυτόχρονα είναι κατάσταση κακοδαιμονίας. Η αιτία βρίσκεται στο ότι εμείς παραδινόμαστε σε ορισμένα πράγματα, που όμως πρέπει να αποστραφούμε αν θέλουμε να ενωθούμε με το Θεό. Γι' αυτό βρίσκουμε στους Χριστιανούς, Ιουδαίους και Μωαμεθανούς θεολόγους του Μεσαίωνα να εκφράζεται με πολλούς τρόπους η σκέψη, πως ο πραγματικά ευσεβής στο βάθος της φύσης του συμπίπτει με τον θεό. Όπως ο άνθρωπος, που στην ύψιστη βαθμίδα της θείας εσωτερικότητας, αισθάνεται ένα και το αυτό με τον θεό, έτσι και κάθε ον στη κύρια ουσία του είναι ένα και το αυτό με τον θεό. Η κατάσταση του χωρισμού απ' τον θεό είναι απατηλό φαινόμενο και συνέπεια της κατάπτωσης του ανθρώπου. Συνένωση με τον θεό σημαίνει συνάμα πως ο θεός νοείται σαν τον πυρήνα κάθε όντος... Ο τρόπος αυτός της ευλάβειας, με τον οποίο επιζητείται η πλήρης ένωση του ανθρώπου με τον θεό με την προβολή κάθε σκέψης στον θεό, λέγεται Μ υ σ τ ι κ ι σ μ ό ς , και σύμφωνα με τα παραπάνω μπορούμε να πούμε πως κάθε Μυστικισμός τείνει στον Πανθεϊσμό. Σ τ ο ν S p i n o z a λ ο ι π ό ν σ υ ν α ν τ ι ό ν τ α ι μ ι α μ υ σ τ ικ οπ αθ ής θ ρ ησ κ ευτ ικ ό τ ητ α κ αι ο π ανθ εϊσ μ ό ς π ο υ π ρ ο ήλ θ ε από τ ις θ εωρ ίες τ ου D e sc art e s για ο ρ θο λο γισ μ ό . Ο Θεός είναι το παντέλειο ον και η καθολική έννοια κάθε ύπαρξης· τίποτα δεν υπάρχει πέρ' απ' αυτόν. Αυτός είναι λοιπόν το μόνο απ' όλα που αρμόζει να ονομάζεται ουσία. Από τη φύση και την έννοια της μοναδικής αυτής ουσίας, πρέπει να συνάγεται με μαθηματική ανάγκη κάθε ύπαρξη και γένεση. Δεν μπορεί λοιπόν να θεωρεί ο Spinoza την δημιουργία του κόσμου σαν πράξη του θεού που προήλθε από ελεύθερη βούληση, που όμως θα μπορούσε, αν ήθελε, να παραλείψει. Πολύ περισσότερο που γι' αυτόν η ενότητα του κόσμου είναι ο ίδιος ο θεός· αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ουσίας του θεού το να εκδηλώνεται αυτός σ' αυτό τον κόσμο. Καθετί το επιμέρους υπάρχει πραγματικά, εφόσον μετέχει στο θεό. Το ότι κάποιο ον υπάρχει καθεαυτό, πρέπει ν' αποδοθεί στην ελ λ λ ι π ό τ η τ ά του και στη συνέπεια αυτής ά ρ ν η σ η των υπόλοιπων. Η ταυτότητα των εννοιών μονότητα, ένδεια και άρνηση θα σας ξενίσει από πρώτη όψη. Όμως δεν είναι δύσκολο να σας εξηγήσω τι εννοεί μ' αυτές ο συγγραφέας. Είναι κάποιος μόνο άνθρωπος, εφόσον δεν είναι άλογο ζώο, φυτό ή πέτρα. Μπορούμε να επιδοθούμε σ' ένα ορισμένο επάγγελμα μόνο αν ξεχωρίσουμε κάθε άλλο δυνατό τρόπο διαρρύθμισης της ζωής. Έτσι εννοούμε το αξίωμα, με τη βοήθεια του οποίου ζητάει ο Spinoza να αποδείξει απαγωγικά την ιδιαιτερότητα των επιμέρους όντων από την ενότητα της θείας φύσης· δηλαδή κ ά θ ε ο ρ ι σ μ ό ς ε ί να ι ά ρ ν η σ η . Τον θεό, ή αλλιώς τη Φύση ή το παντέλειο ον, δεν μπορεί να γνωρίσει, τελείως εννοείται, η ανθρώπινη διάνοια, που αυτή καθεαυτή είναι μεμονωμένη, καθορισμένη, ελλιπής, περιέχει άρα την άρνηση. Και όπως είναι η ανθρώπινη διάνοιά μας μπορεί γενικά να διαβλέψει την ανάγκη, με την οποία κάθε τι μερικό συνάγεται από το θείο και δεσπόζει στην τάξη των σωματικών κινήσεων, που μπορεί να νοηθεί με την βοήθεια των μαθηματικών νόμων, ενός προσιτού σ' αυτήν τμήματος της θεϊκής διάταξης του κόσμου. Ο Spinoza είναι, όπως κι ο Descartes, οπαδός της νέας φυσικοεπιστημονικής αντίληψης του σωματικού κόσμου, με την οποία κάθε κίνηση συνάγεται αναγκαία από την προηγηθείσα κατάσταση των σωμάτων, που μπορεί να υπολογιστεί μαθηματικά. Η αντίληψη αυτή, αν μπει σ' εφαρμογή με συνέπεια δεν αφήνει κανένα χώρο στο σωματικό κόσμο Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

για επέμβαση του πνεύματος όπως πιστεύουμε εμείς πως αισθανόμαστε ότι συμβαίνει σε κάθε δικιά μας κίνηση. Όλες οι σωματικές κινήσεις εξάλλου προκαλούνται μόνο από άλλες σωματικές κινήσεις, όπως π.χ. η κίνηση του χεριού μας οφείλεται πιθανώς σε κίνηση που συμβαίνει στον εγκέφαλό μας. Σαν νοήμονα όμως όντα μετέχουμε σ' ένα άλλο είδος του είναι, εντελώς διαφορετικό από τον υλικό κόσμο. Το πνευματικό αυτό είναι κατά βάση, είναι εξίσου ανεξάρτητο από το σώμα, όπως το σώμα του πνευματικού είναι. Όπως βλέπουμε ο Spinoza συμπεραίνει από την τραχιά αντίθεση πνεύματος - σώματος, που είχε διδάξει ο Descartes, το αδύνατο της αλληλεπίδρασής τους. Γεννιέται λοιπόν γι' αυτόν η υποχρέωση να εξηγήσει την φαινομενική αμοιβαία επίδραση πνευματικών και σωματικών συμβάντων. Και έχει πρόσφορο μέσο για την εξήγησή της την διδασκόμενη ενότητα του θείου. Όλα τα επιμέρους όντα τόσο τα σώματα όσο και οι ψυχές, είναι μονάχα αναγκαία επακόλουθα και ατελείς εκδηλώσεις της μιας και μόνης πραγματικά αληθινής ουσίας, δηλαδή της θείας ουσίας. Αυτή είναι έτσι, ώστε να αναπτύσσεται και να εκδηλώνεται με μύριους τρόπους. Τους διάφορους αυτούς τρόπους της ανάπτυξης του θείου που καθένας τους είναι ανεξάρτητος από κάθε άλλον ονομάζει ο Spinoza κ α τ η γ ο ρ ή μ α τ α . Απ' τα μύρια κατηγορήματα του θείου στην πεπερασμένη διάνοιά μας είναι προσιτά μονάχα δύο, η έκταση ή αλλιώς ο υλικός κόσμος και η νόηση ή ο κόσμος του πνεύματος. Κι οι δυο τους είναι εντελώς ανεξάρτητοι μεταξύ τους. Επειδή όμως κι οι δυο ανήκουν στην ίδια θεία ενότητα που περιέχει τα πάντα και στους δυο άρχει η ίδια έννομη τάξη. Το χέρι μας δεν το βάζει σε κίνηση η σκέψη ή η βουλητική απόφασή μας, αλλά προέρχεται από την ενότητα του Θεού, ώστε όταν θέλουμε να κινήσουμε το χέρι, ταυτόχρονα, λόγω των νόμων που αναγκαία διέπουν τις σωματικές λειτουργίες, να προκαλείται κάποια κίνηση των μορίων του εγκέφαλου, που γίνεται αιτία της κίνησης του χεριού. Ουδέποτε γεννάει η σκέψη την κίνηση και τανάπαλι. Επειδή όμως κινήσεις και σκέψεις προέρχονται από την θεϊκή ανάγκη, έπεται πως η δ ι ά τ α ξ η κ α ι η σ υ ν α ρ μ ο γ ή τ ω ν σ ω μ α τ ι κ ώ ν ό ν τ ω ν ε ί ν α ι η ί δ ι α μ ε τ η δ ι ά τ α ξ η κ α ι τη συναρμογή των διανοημάτων. Απ' τα παραπάνω κατ' ανάγκη συμπεραίνεται παραπέρα, πως σε κάθε σωματικό ον αντιστοιχεί όμοια ένα πνευματικό είναι. Η ψυχή μας βέβαια δεν μπορεί να παριστάνει για τον Spinoza, όπως για τον Descartes, μια αυθυπόστατη ουσία· πολύ περισσότερο είναι αυτή απλά ένα τμηματάκι της θείας διάταξης του σωματικού κόσμου, που αντιστοιχεί ορισμένο μέρος της θείας διάταξης του σωματικού κόσμου, που στην περίσταση αυτή είναι το σώμα μας. Ό,τι ισχύει για το σώμα μας πρέπει να συμβαίνει στο προκείμενο και για οποιοδήποτε άλλο σώμα. Ο Spinoza δεν είναι πια αναγκασμένος ν' αρνηθεί την ύπαρξη ψυχής στα ζώα, γιατί αυτή δεν αποτελεί καμιά εξαίρεση στο δικό του κόσμο. Πρέπει όμως να φυλαχτούμε απ' το να μπερδέψουμε την πίστη αυτή του φιλοσόφου με την ποιητική εμψύχωση της Φύσης, που επί παραδείγματι συναντιέται στην ελληνική μυθολογία για τους θεούς. Για τον Έλληνα ζει στα δέντρα και στις πηγές ένα ον συγγενικό με μας, που υπακούει στις δεήσεις μας. Σύμφωνα με τον Spinoza εμείς οι ίδιοι ανήκουμε σε μία αναγκαία τάξη, που οι επιθυμίες μας δε μπορούν να μεταβάλλουν ούτε στο ελάχιστο. Δεν μπορεί να γίνει κανένας λόγος για ανθρώπινη διείσδυση στον υλικό κόσμο. Οι ψυχές των άστρων, που αποδέχτηκε η Αναγέννηση, πως κανονίζουν την πορεία των κόσμων κατ' εσωτερική σκοπιμότητα, δεν είναι πιθανό πάλι, σε πείσμα της νέας Αστρονομίας, να αποκατασταθούνε πάλι. Αντίθετα και αυτή η κίνηση των μελών του σώματός μας συντελείται με νόμους απαράβατους. Στη φύση δεν υπάρχουνε σκοποί και νομοτέλειες παρά μονάχα αίτια και τα αναγκαία επακόλουθά τους. Αλλά και στο πνευματικό πεδίο άρχει η ίδια αναγκαία διάταξη. Κάθε ερέθισμα της ψυχής μας προκαλείται επίσης κατ' απόλυτη μαθηματική ανάγκη από ένα ορισμένο τρόπο της ανάπτυξης του θεού ή αλλιώς από το κατηγόρημα της νόησης, όπως η πτώση μιας πέτρας που ρίχτηκε είναι επακόλουθο του θείου κατηγορήματος της έκτασης. Γι' αυτό εξετάζει ο φιλόσοφος τα α ν θ ρ ώ π ι ν α π ά θ η χ ω ρ ί ς σ υ μ π ά θ ε ι α ή α ν τ ι π ά θ ε ι α, αλλά με την ίδια ψυχρή διανοητική ηρεμία, όπως και τα γεωμετρικά σχήματα. Και αυτά προέρχονται αναγκαία από το Θεό και πρέπει να νοούνται μόνο στην αναγκαία αυτή εξάρτησή τους. Στον κόσμο αυτό που είναι αυστηρά ενιαίος και αυστηρά διαταγμένος, δεν υπάρχει καμιά θέση γ ι α τ η ν ε λ ε υ θ ε ρ ί α τ η ς β ο ύ λ η σ η ς . Οι πράξεις και οι σκέψεις μας είναι το ίδιο αναγκαία καθορισμένες Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

από τον σύνδεσμό τους με το θείο, όπως η περιστροφή της γης ή η πτώση της πέτρας. Θεωρούμε τους εαυτούς μας ελεύθερους γιατί δεν ξέρουμε τα αίτια των ενεργειών μας. Και η πέτρα που ρίχτηκε, αν υπήρχε μέσα της σε επάρκεια εξελιγμένη νόηση για να βάλει στον εαυτό της μια τέτοια ερώτηση, θα νόμιζε πως είν' ελεύθερη. Γιατί δεν θα μπορούσε με επάρκεια ν' αντιληφθεί το χέρι που την έριξε και την έλξη της γης. Όμοια δεν υπάρχει θέση στον κόσμο για διάκριση ανάμεσα στο αγαθό και το κακό, στ' ωραίο και το άσχημο. Κάθε τι απ' τα επιμέρους προέρχεται με την ίδια ανάγκη από το θεό. Λέγοντας ένα ζώο βλαβερό, δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να το κρίνουμε σε σχέση με την ασήμαντη, μικρή, περιορισμένη εμφάνιση του Θεού, όπως είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Στη διάταξη του Σύμπαντος του θείου το φαρμακερό φίδι έχει τα ίδια δικαιώματα με τον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος που το σκοτώνει, για το φαρμακερό φίδι είναι εξίσου κακός με το ίδιο δίκαιο, όπως και το φαρμακερό φίδι για τον άνθρωπο που τον δαγκώνει. Το ίδιο και με τις αποφάσεις μας δεν μπορούμε να φέρουμε καμιά μεταβολή στον κόσμο, και κατά συνέπεια, ούτε στους εαυτούς μας. Γιατί δεν ήμαστε τίποτε άλλο, παρά επακόλουθα της διάταξης του κόσμου. Αφού όμως είναι έτσι τα πράγματα, φθάνουμε σχεδόν στο συμπέρασμα, πως δεν θα είχε νόημα η παροχή στον άνθρωπο κανόνων για τη συμπεριφορά του στη ζωή. Μάλιστα το συμπέρασμα αυτό θα ήταν πεσιμιστική κατακλείδα για το έργο που έχει τον τίτλο «Ηθική», και που επιζητεί προπαντός να δώσει οδηγίες για τον σωστό τρόπο ζωής. Αλήθεια, εδώ παρατηρούμε ρήγμα στο φαινομενικά τόσο στέρεα συγκροτημένο φιλοσοφικό σύστημα του Spinoza. Κατάρτισα κατά τέτοιο τρόπο την έκθεσή μου για τη Φιλοσοφία του Spinoza, ώστε να δείτε καθαρά αυτό το ρήγμα. Ενεργούμε κατά τις ιδέες του Spinoza, αν, αφού αδιαφορήσουμε για το πρόσωπο και τη φήμη του, αναζητούμε και κηρύττουμε την αλήθεια. Ο ίδιος ο Spinoza δ ε ν είχε αισθανθεί το απότομο του ρήγματος. Αλλά ασφαλώς θα ξέφευγε απ' την αντίληψη και των περισσοτέρων μας η αντίφαση που υπάρχει στη διδασκαλία του Spinoza, αν σας οδηγούσαν προς τον ιδεώδη τρόπο ζωής του Spinoza από τον ί δ ι ο δρόμο, που βάδισε κι εκείνος. Γιατί ναι μεν ανάμεσα στο φιλοσοφικό σύστημα του Spinoza και τη βιοσοφία δεν υπάρχει λογικά απρόσβλητος σύνδεσμος, υπάρχει όμως ενότητα προσωπικής εσωτερικής ζωής πολύ στενότερη, που πρέπει να επιδιώξουμε να αναπαραστήσουμε μέσα μας. Κάθε άνθρωπος υπάρχει σαν άτομο μόνο με την άρνηση, δηλαδή με τον περιορισμό της ουσίας του θείου, ώστε αυτή να καταντήσει στη στενή ιδιαίτερη φύση του. Κάθε επιμέρους ον αποσκοπεί στην αυτοσυντήρηση. Κι εφόσον σύμφωνα μ' αυτά φροντίζει για την ιδιαίτερη ύπαρξή του, είναι δυνατόν να έρχεται σε ρήξη με άλλα όντα. Γιατί εύκολα ενδέχεται, πολλά όντα να θεωρούν την απόκτηση του ίδιου αντικειμένου σαν αναγκαία για την διατήρηση και την επέκταση της δύναμής τους. Άμα όμως ο άνθρωπος καταλάβει πως όλα τα όντα, όλοι οι άλλοι άνθρωποι, και αυτός ο ίδιος ανήκουν στ' αλήθεια στο ίδιο ον, στο θείο, τότε θα αλλάξει συμπεριφορά. Ο άνθρωπος, εφόσον είναι νοήμων ον, είχε μέσα του τόση πραγματικότητα, όση είναι η γνώση που κατέχει για τον Θεό. Μιας και καταλάβει το τελευταίο αυτό, γνωρίζει πια πως η αληθινή διατήρηση και εξύψωση της φύσης του αποτελείται μόνο απ' τη γνώση του θεού. Κι επειδή η όλη διάταξη της φύσης είναι έκφανση του θείου, έπεται πως κάθε αληθινή γνώση του αναγκαίου συνδέσμου των σωματικών ή πνευματικών όντων οδηγεί προς τον θεό. Κι όταν συμβεί να πεισθούν οι άνθρωποι πως η αληθινή φύση τους, η πραγματική αυτοσυντηρησία τους απαρτίζεται από τη γνώση, τότε αυτοί δεν μπορούν ν' ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο. Γιατί η αληθινή αυτή γνώση δεν είναι ένα αγαθό, που μπορεί ν' αρπάξει ο ένας απ' τον άλλο· αντίθετα καθένας πρέπει να ενδιαφέρεται, να συμμερίζονται τη γνώση του όσο το δυνατόν περισσότεροι, για να μπορεί να ζει σε ομόνοια με τους υπόλοιπους ανθρώπους στο περιβάλλον του. Με την απόκτηση της αληθινής γνώσης σταματάμε να είμαστε μεμονωμένοι άνθρωποι. Κάθε αληθινό αξίωμα είναι πραγματικά αληθινό, ανεξάρτητα από τις ιδιότητες εκείνου που το έχει στο νου του.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Μέχρι εδώ μιλάει ο Spinoza με τη διάνοια ψυχρά και νηφάλια. Από δω όμως στις τελευταίες προτάσεις του έργου του εκδηλώνεται με ορμή η θερμότητα του θρησκευτικού συναισθήματός του. Η γνώση του θεού για την οποία μιλήσαμε οδηγεί συνάμα στην α γ ά π η γ ι α τ ο ν θ ε ό . Γιατί καθένας αγαπά την ίδια αληθινή φύση, και αυτή θεωρεί ο άνθρωπος ορθή γνώση του θεού, γιατί αποτελεί ενότητα με το θεό. Εδώ ο Spinoza φτάνει πολύ κοντά στο Μυστικισμό. Κι αυτό που ζητάει να πετύχει ο μυστικοπαθής με θρησκευτικές ασκήσεις, ή και με απομόνωση από τον εξωτερικό κόσμο και εμβάθυνση στον δικό του εσωτερικό κόσμο, δηλαδή τη σύμπτυξη με το θείο, αυτό το ίδιο επιδιώκει ο Spinoza με την γνώση που αποκτιέται από τη διάνοια. Κι αυτή η γνώση στον πιο μεγάλο βαθμό τους, οδηγεί στο να διαβλέπουμε και να αγαπάμε σε κάθε τι που γίνεται την μια και μόνη αναγκαία θεία διάταξη. Αυτή η αγάπη δεν έχει καμιά απαίτηση ανταγάπησης. Όποιος εννόησε αληθινά το θεό, αυτός ξέρει πως ο θεός δεν είναι ένα ιδιαίτερο ον κοντά στα άλλα, μα η ενιαία διάταξη του κόσμου. Το θείο θα υποβιβαζόταν σε κατώτερη βαθμίδα, αν περιέβαλλε με ιδιαίτερη αγάπη οποιοδήποτε τμήμα του κόσμου, το οποίο τμήμα γίνεται βέβαια τέτοιο με την άρνηση των υπόλοιπων. Αυτός όμως που αγαπάει αγνά δεν επιθυμεί την ταπείνωση αυτού που αγαπάει. «Ό Ό π ο ι ο ς α γ α π ά ε ι α λ η θ ι ν ά τ ο θ ε ό , δ ε ν α π α ι τ ε ί κ α ι ο θ ε ό ς ν α ε π ι σ τ ρ έ φ ε ι τ η ν α γ ά π η τ ο υ ». Η γνήσια αγάπη του Θεού είναι λοιπόν σε ύψιστο βαθμό ανιδιοτελής. Όταν ο Γκαίτε στην περίοδο των τρικυμιωδών παθών της νεανικής του ηλικίας προσέκρουσε στην παραπάνω φράση αποκόμισε απ' αυτή βαθειά ειρήνη. Ο Γκαίτε δεν ήταν, όπως συνήθως μπορεί κανείς να διαβάσει, υπό την κύρια έννοια οπαδός του Spinoza, αλλά η σκέψη για την θεία ενότητα του κόσμου και το ανιδιοτελές συναίσθημα της αγάπης για την φύση αυτή του θεού τον παρακολουθούν σε όλη την πολυσχιδή ζωή του. Με τις τελευταίες αυτές φράσεις, στις οποίες φαίνεται καθαρά η προσωπικότητα του φιλόσοφου, ας κλείσουμε τη σημερινή διάλεξή μας. Πραγματικά υπάρχει βαθειά εσωτερική αλήθεια στην παραπάνω ανιδιοτελή αγάπη του θεού, μολονότι ο Spinoza δεν κατόρθωσε να φέρει την διδασκαλία του για την αγάπη σε σύνδεσμο χωρίς αντιφάσεις με τις προϋποθέσεις της Φιλοσοφίας του.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Πέμπτη διάλεξη Kant Η θαυμάσια ενότητα και συγκρότηση με την οποία τραβάει το σύστημα του Spinoza κάθε διανοούμενο, όπως δηλώθηκε στην προηγούμενη διάλεξη δεν αντέχει σε οξύτερη κριτική. Σε δύο σημεία εξαιρετικά εμφανίζονται μειονεκτήματα και κενά. Ο Spinoza λέει, πως κάθε τι το επιμέρους προέρχεται με μαθηματική ανάγκη από τον θεό. Στην πραγματικότητα όμως δεν μπορεί να ξεχωρίσει από την έννοια του παντελείου είναι, γιατί ο κόσμος που γνωρίζουμε με την εσωτερική μας ζωή είναι τέτοιος, όπως παριστάνεται μπροστά μας και όχι διαφορετικός. Αν εξετάσουμε επακριβώς το πράγμα, η ύπαρξη και η διαφορά πνεύματος και σώματος ούτε μια φορά δεν απομακρύνεται με συλλογισμούς από τις προϋποθέσεις της Φιλοσοφίας του Spinoza, μα μπαίνει απ' αυτόν χωρίς απόδειξη. Ο θεός, σαν το πιο τέλειο από τα νοητά, πρέπει να εκδηλώνεται σε αναρίθμητους ανεξάρτητους μεταξύ τους τρόπους ύπαρξης. Από αυτούς εμείς γνωρίζουμε μονάχα δύο, δηλαδή την έκταση και τη νόηση. Γιατί μόνο αυτοί οι δύο, και γιατί οι δυο αυτοί έχουν ακριβώς τις γνωστές σε μας ιδιότητες; Σε τέτοια ερωτήματα δεν δίνει απαντήσεις ο Spinoza. Η γενική αρχή: κάθε ορισμός είναι άρνηση, τον αποπλανά στο να νομίζει πως ξέφυγε από τις παραπάνω δυσχέρειες, στ' αλήθεια όμως καμιά βοήθεια δεν προσφέρει. Το ότι κάτι τι δεν είναι έκταση ούτε μετέχει σε καμιά άλλη από τις κύριες ιδιότητες του θεού, δεν είναι καθόλου αποχρών λόγος για να οριστεί σαν νόηση. Διασαφηνίσαμε την έννοια του θεμελιώδους αξιώματος με το οποίο κάθε ορισμός είναι άρνηση, με το παράδειγμα ότι εγώ επειδή είμαι άνθρωπος δεν είμαι θηρίο, ή επειδή είμαι άνδρας δεν είμαι γυναίκα. Όμως μπορεί να βρεθεί με ακρίβεια το περιεχόμενο που εγώ εννοώ με την ονομασία άνθρωπος ή άνδρας, με την άρνηση του θηρίου ή της γυναίκας; Εφόσον μπαίνει έτσι το ζήτημα, η απάντηση προφανώς είναι αρνητική. Ο ορισμός του επιμέρους σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί ν' απομακρυνθεί από αλλού. Το ότι σ' αυτή τη στιγμή τούτο το χρώμα βλέπεται ή αυτός ο τόνος ακούγεται, το ότι το μπλε και το κόκκινο είναι διαφορετικά στοιχειώδη χρώματα, δεν μπορούμε ποτέ να το ξεχωρίσουμε από γενικά αίτια. Κι αν κάποιος επιχειρήσει να επικαλεστεί την βοήθεια του ασθενούς λογικού του, πάντως θα έπρεπε να ήταν δυνατή η διάγνωση τουλάχιστον των κυρίων ιδιοτήτων του κόσμου από τη φύση του θεού, αν η μαθηματική ανάγκη που διακηρύχτηκε στις σχέσεις θεού και κόσμου επρόκειτο να είναι για μας κατιτί περισσότερο παρά απλός πόθος της τάσης μας για γνώση. Κι αυτό όμως είναι αδύνατο, καθώς είδαμε. Η δεύτερη κύρια δυσχέρεια βρίσκεται στον σύνδεσμο της Ηθικής του Spinoza με την διδασκαλία του για θεό και κόσμο. Επειδή όλα οφείλουν να προέρχονται με την ίδια αναγκαιότητα από τον θεό, έπεται πως ανάμεσα στα επιμέρους όντα καμιά αξιολογική διαφορά δεν είναι δυνατή. Ονομάζοντας το επιμέρους ωφέλιμο ή βλαβερό, αγαθό ή κακό, δεν το κρίνουμε στη σχέση του με το θεό, μα εντελώς μονόμετρα το κρίνουμε σε σχέση με την περιορισμένη, την φθαρτή ιδιαίτερη φύση μας. Ό,τι ισχύει για τα όντα, επαληθεύει καθ' ολοκληρία και σε αναφορά με τις ανθρώπινες ενέργειες. Κι αυτές επίσης προέρχονται αναγκαία από την θεία διάταξη του κόσμου. Ένας νους, που θα μπορούσε να επισκοπήσει εντελώς την διάταξη αυτή του κόσμου, θα μπορούσε ν' αποδείξει με μαθηματική ακρίβεια γιατί ο Πέτρος ζει σαν φαυλόβιος κι ο Παύλος σαν άγιος. Κανείς δε μπορεί να θέλει να δίνει παραγγέλματα σε ό,τι είναι αναγκαίο και δεν μπορεί να 'ναι αλλιώς, παρά όπως είναι. Κανείς δεν επιχειρεί να το αλλάξει. Κανείς δεν δίνει στη Γη την καλή συμβουλή να κινιέται πιο σιγά. Αλλά ποιο νόημα έχει πια το να συνιστάς στους ανθρώπους την ανιδιοτελή εκείνη αγάπη για τον θεό, αφού αυτοί ούτως ή άλλως μπορούν να καταλήξουν σε αυτή, εφόσον αυτό προέρχεται αναγκαία από την αιώνια φύση του θεού; Γι' αυτό χαρακτηρίζει αυτός ο φιλόσοφος την διαγωγή του ανθρώπου π' αγαπάει το θεό σαν σωστή και αγαθή με την υψηλή έννοια, ενώ σύμφωνα με τις αρχές του δεν έχει κανένα δικαίωμα για τέτοιες αξιολογικές κρίσεις. Πιθανώς πολλοί από σας να εκπλήσσονται γιατί σας απασχόλησα τόσο πολύ με φιλόσοφο, που κατόπιν αναγκάστηκα να του επιρρίψω τόσες πλάνες και αντιφάσεις. Θα επιθυμούσα ν' απαντήσω κατά πρώτο στην παραπάνω απορία τα ακόλουθα: Δεν είμαι εγώ αυτός που παρατήρησε τις Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

ελλείψεις της Φιλοσοφίας του Spinoza, αλλά η πρόοδος της φιλοσοφικής γνώσης είναι εκείνη που σήμερα εύκολα μας επιτρέπει την επίκριση του μεγάλου φιλόσοφου. Αυτός ο ίδιος συνέβαλε πολύ σ' αυτήν την πρόοδο με την ακολουθία και την ενέργεια της νόησής του. Γιατί μονάχα η εντελώς σαφής διαμόρφωση μιας θεωρίας επιτρέπει την αποκάλυψη των δυσχερειών που προέρχονται απ' αυτήν. Προσπέφτει θαυμάσια αν κάποιος λέει: Ο θεός είναι η αναγκαία διάταξη του κόσμου· πρέπει να καταλάβουμε πως κάθε τι το επιμέρους προέρχεται αναγκαία από τον θεό, και με όμοιο τρόπο πρέπει να νοούμε κάθε τι, όπως κι αν είναι, σαν απορροή της θείας φύσης και σαν τέτοιο να το αγαπούμε. Όμως μόνο η διατύπωση των αξιωμάτων αυτών σε σύστημα μας δίδαξε για πρώτη φορά, πως, αν όλα προέρχονται από τον θεό με την ίδια αναγκαιότητα, είναι παράλογη κάθε αξίωση που απευθύνεται στα επιμέρους όντα να μεταβάλλουν τους εαυτούς τους, και συνεπώς και η αξίωση να αγαπάνε το θεό. Πρέπει όμως να προστεθεί εδώ πως οι δυσχέρειες αυτές δεν απαντώνται ίσως μονάχα στο σύστημα του Spinoza, μα πως κάθε φιλόσοφος, που επιδιώκει την δημιουργία φιλοσοφικού συστήματος, προορίζεται να πέσει σ' αυτές. Οι μεγάλες επιτυχίες της γνώσης μας φέρνουν σαν αποτέλεσμα την ένωση πνευματικών πεδίων, που πρώτα ήταν χωρισμένα. Παραδείγματα υπάρχουν πρόχειρα απ' τις διάφορες επιστήμες. Οι Φυσικοί μας μάθανε να θεωρούν το φως και τη θερμότητα σαν διαφορετικές μορφές του ίδιου συμβάντος. Οι Βοτανολόγοι και οι Ζωολόγοι μας καταγίνονται να διατάξουν τα απειράριθμα είδη των φυτών και των ζώων σε σειρά εξελικτική από ένα είτε και λίγους πρωταρχικούς τύπους. Η τάση αυτή του πνεύματός μας για ενότητα οδηγεί τελικά στην προσπάθεια, ν' αποδώσουμε με τη βοήθεια του λογικού όλα τα καθ' έκαστο όντα και φαινόμενα σε μια και μόνη ύψιστη αρχή. Επειδή όμως μολαταύτα εξακολουθούν να υπάρχουν οι κατ' αίσθηση παραστάσεις μας με όλες τις διαφορές τους, προβάλλει η παραπάνω αρχή την ύπαρξη μιας αληθινής πραγματικότητας, σε σύγκριση με την οποία οι κατ' αίσθηση παραστάσεις μας, και, επιπλέον, όλος αυτός ο κόσμος των εναλλασσομένων γεγονότων είναι αναληθή. Η αληθινή εκείνη πραγματικότητα είναι προκειμένου για τον Πλάτωνα ο κόσμος των ιδεών, και προκειμένου για τον Spinoza η ενιαία φύση του θεού. Αυτές τις μελέτες για τη φύση των όντων, εφόσον εμφανίζονται με επιστημονική μορφή, τις ονομάζουμε Μ ε τ α φ υ σ ι κ ή . Εντελώς γενικά μπορεί ν' αποδειχτεί πως κ ά θ ε Μεταφυσική αναγκαία οδηγεί σε δυσχέρειες όμοιες με 'κείνες που αποκαλύψαμε παραπάνω. Ίσως το σύστημα του Spinoza δεν αποτελεί την τ ε λ ε υ τ α ί α μεγάλη προσπάθεια μιας τέτοιας Μεταφυσικής. Ο πόθος να νοούνται σαν αναγκαία ενότητα τα διασπασμένα μέλη του κόσμου, είναι πολύ περισσότερο η αιτία που διαρκώς οδηγούσε στη σύλληψη των μεταφυσικών συστημάτων, απ' τα οποία μερικά είναι πολύ σπουδαία και διδακτικά. Μόνο από το λόγο της μικρής έκτασης των διαλέξεών μου και γιατί στους περισσότερούς σας δεν δικαιούμαι να προϋποθέσω ιδιαίτερες φιλοσοφικές γνώσεις, αναγκάστηκα να περιοριστώ σ' ένα και μόνο παράδειγμα, δηλ. το παράδειγμα της Φιλοσοφίας του Spinoza, για να σας δείξω με σαφήνεια την πτήση και την πτώση της Μεταφυσικής. Γιατί τότε μόνο θα καταλάβετε το μεγάλο έργο του K a n t , όταν αντιληφθείτε καθαρά το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στον ύψιστο πνευματικό πόθο και την ικανότητα του ανθρώπου να πετύχει την εκπλήρωσή του. Ιστορικά ο Kant δεν συνδέεται άμεσα με τον Spinoza, μα με νεότερο σύγχρονο του εξόριστου Ιουδαίου, δηλαδή τον Gottfried Wilhelm Leibniz. Ο μεγάλος αυτός Γερμανός αντιλήφθηκε, ανάμεσα σ' όλους τους προκαντιανούς φιλοσόφους, ίσως πολύ βαθειά τις δυσχέρειες της Μεταφυσικής. Μολαταύτα διαμόρφωσε ένα φιλοσοφικό σύστημα, που διακρίθηκε από τον Σπινοζισμό κυρίως από την προσπάθεια να γίνει σεβαστή η ιδιαιτερότητα των επιμέρους αντικειμένων αφενός, και η αυτονομία των επιμέρους πνευματικών δυνάμεων αφετέρου. Ο Leibniz ήταν ερευνητής σχεδόν αφάνταστης πολυμέρειας, ενώ η μεγάλη ενότητα της φιλοσοφικής του τάσης τον προφύλασσε από την πολυγλωσσία που διασπάει. Κι ακριβώς αυτό το είδος του μεγαλείου του είναι εμπόδιο σε μια

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

σύντομη και καταληπτή απ' όλους έκθεση της διδασκαλίας του. Παραπέρα επίδραση είχαν οι ιδέες του Leibniz με την μορφή που τις παρουσίασε ο Χριστιανός Wolff που δεν ήταν μεγάλη πρωτότυπη διάνοια, μα όσο αφορά τη διάδοση φιλοσοφικών ιδεών στο έπακρο αξιόλογος άνθρωπος. Προπαντός εμείς οι Γερμανοί δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως αυτός πρώτος έγραψε φιλοσοφία Γερμανικά, ενώ οι προγενέστεροί του Γερμανοί φιλόσοφοι είχαν γράψει ως επί το πολύ τα έργα τους στα Λατινικά ή τα Γαλλικά. Κι ακόμα πως αυτός και πάλι εξύψωσε τα Γερμανικά Πανεπιστήμια σε εργαστήρια επιστημονικής προόδου και εμβριθούς Φιλοσοφίας. Ο Wolff ήταν στο άκρο μεταφυσικός και στέρεα πεισμένος, πως το λογικό μας είναι σε θέση να κατανοήσει τον αληθινό ενιαίο σύνδεσμο του κόσμου. Πολύ χαρακτηριστικά ονομάζει μια Γερμανική πραγματεία που εκθέτει τις ιδέες του: «Σκέψεις για τον Θεό, τον Κόσμο και την Ψυχή του ανθρώπου, κι ακόμα για κάθε πράγμα γενικά που απορρέει απ' το λογικό». Με τα διδάγματα αυτού του ανθρώπου ανατράφηκε ο Kant, ο Kant που του 'χε επιφυλαχτεί, αφού προηγούμενα απαρνήθηκε τη Μεταφυσική με την παλιά της έννοια, να δείξει στην Φιλοσοφία το πραγματικό της έργο και το δρόμο που οδηγεί στην πραγμάτωσή του. Η ζ ω ή τ ο υ I m m a n u e l K a n t είναι απλούστερη και φτωχότερη από αξιομνημόνευτα γεγονότα απ' ότι η ζωή κάθε άλλου Φιλόσοφου, για τους οποίους μιλήσαμε ως τώρα. Λείπει απ' τη ζωή του η άμεση συμμετοχή με τη δημόσια ζωή· λείπουν τα μεγάλα ταξίδια, οι εξωτερικά αξιοπαρατήρητες αιφνίδιες μεταβολές και οι πραγματικά επικίνδυνες καταδιώξεις. Αυτός ούτε άσκησε ποτέ καμιά δράση στον ευρύ κόσμο ούτε τέθηκε ολοφάνερα αντιμέτωπος με τον τρόπο ζωής των συγχρόνων του, μα πέρναγε την ήσυχη εργατική ζωή του δάσκαλου σ' ένα μικρό Γερμανικό Πανεπιστήμιο. Ο I m m a n u e l K a n t γεννήθηκε το 1724 στην Königsberg από φτωχό χειροτέχνη. Η οικογένειά του ήταν ευσεβής, με την έννοια της εσωτερικής ζωντανής προτεσταντικής ευσέβειας, όπως τότε καλλιεργούνταν από τον ευσεβισμό (7ιετισμης) ο. Το ενδιαφέρον ενός ευσεβούς κληρικού, που ασκούσε δυνατή επιρροή, διευκόλυνε την ανώτερη μόρφωση στο έξυπνο παιδί. Μετά το τέλειωμα των σχολικών μαθημάτων, ο Kant επιδόθηκε στη σπουδή της Φιλοσοφίας, στο Πανεπιστήμιο της πατρίδας του, με την πιο ευρεία σημασία της λέξης, αφού τότε σ' αυτήν συμπεριλαμβάνονταν και η σπουδή των Μαθηματικών και της Φυσικής. Εκτός απ' την διδασκαλία του Μολφφ είχαν μεγάλη επιρροή επάνω του και οι Φ υ σ ι κ έ ς Ε π ι σ τ ή μ ε ς . Από την εποχή του Descartes είχαν κάνει μεγάλες προόδους η Αστρονομία και η Φυσική. Ο Ν ε ύ τ ω ν α ς επέτυχε να αποδείξει πως η ίδια νομοτέλεια της βαρύτητας κυριαρχεί τόσο στην πτώση βαριών σωμάτων στη γη, όσο και στην κίνηση των αστεριών. Η μαθηματικά καθοδηγούμενη έρευνα και η στενά συνδεμένη μ' αυτήν μηχανική αντίληψη του υλικού κόσμου, που ακόμα και στον 17ο αιώνα πάλευε για την αναγνώρισή της, είχε κιόλας γενικά επιβληθεί. Για την μετέπειτα Φιλοσοφία του Kant είναι πολύ σημαντικό, το ότι όχι μόνο στα μαθηματικά, μα και στις φυσικές επιστήμες βρίσκονταν μπροστά του γενικά αναγνωρισμένα πορίσματα. Τα πρώτα συγγράμματά του είχαν κατά μεγάλο μέρος περιεχόμενο σχετικό με τις φυσικές επιστήμες. Άξια έξαρσης ανάμεσα σ' αυτά είναι η «Γενική Φυσική Ιστορία και Θεωρία του Ουρανού», που εκδόθηκε το 1755, και που ζητά να εξηγήσει μηχανικά την γένεση του ηλιακού συστήματος. Την αληθινή του κλίση από νωρίς ανακάλυψε ο Kant. Ό,τι του ήταν εξωτερικό εμπόδιο για να ακολουθήσει την εσωτερική φωνή, υπερνίκησε με τη σταθερή θέλησή του. Αποφασισμένος να αφοσιωθεί εντελώς στην επιστήμη, εξοικονόμησε τ' απαιτούμενα μέσα σαν εσωτερικός δάσκαλος σε επιφανείς οικογένειες της Πρωσίας. Μετά εγκαταστάθηκε σαν έκτακτος καθηγητής στην Königsberg, όμως, παρά την σύντονη και επιτυχή δράση του σαν δάσκαλου και συγγραφέα, μόνο στο 1770 κατόρθωσε να επιτύχει την έδρα τακτικού καθηγητή. Υπεύθυνος γι' αυτή την αργή προαγωγή ήταν ο επταετής πόλεμος και η μετά απ' αυτόν φτώχεια του Πρωσικού Κράτους. Η ζωή του Kant ήταν αυστηρότατα κανονισμένη. Αν κανείς αναλογιστεί πως αυτός ήταν

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

αναγκασμένος να ζει από την εργασία του, πως ήθελε να τελειώσει τα επιστημονικά του σχέδια, και, επιπρόσθετα, πως έπρεπε να παίρνει υπόψη του το από φύση του λεπτεπίλεπτο σώμα του, θα καταλάβει την ακριβή με οικονομία διαχείριση από μέρους του χρόνου, δύναμης και χρήματος. Είχε σαν αξίωμα ποτέ να μη χρωστάει σε κανένα χρήματα. Οποιοσδήποτε κι αν χτύπαγε την πόρτα μου, διηγείτο ο ίδιος, μπορούσα να ανοίξω ήσυχος. Γιατί γνώριζα πως δεν θα έμπαινε πιστωτής μου. Όπως η οικονομική αυτονομία του έτσι κι η υγεία του ήταν έργο του, που δικαιούνταν να 'ναι υπερήφανος. Η μέρα του περνούσε αυστηρά κανονισμένη. Τον περίπατό του τον έκανε πάντα με τόση ακρίβεια στην ώρα του, που, καθώς λέγεται, οι γείτονες κανόνιζαν σύμφωνα μ' αυτόν τα ρολόγια τους. Αν ποτέ έπαιρνε απόφαση γενικού κύρους ενέμενε αμετάκλητα σ' αυτήν. Ακόμα και σε σχετικά όχι σπουδαίες υποθέσεις επέβαλλε στον εαυτό του τέτοιου είδους αξιώματα. Όλα αυτά δίνουν σχεδόν την εντύπωση σχολαστικότητας. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η διαγωγή του δεν ήταν σχολαστική παραξενιά, μα ο απαραίτητος όρος για την πραγμάτωση των μεγάλων έργων του. Δεν πρέπει να φανταζόμαστε τον Kant σαν κάποιο απ' τη νιότη του αποξεραμένο λόγιο και σαν άνθρωπο των βιβλίων. Αντίθετα μάλιστα στη νεότερη ηλικία ήταν πολύ αγαπητός, σαν άνθρωπος κοινωνικός που 'χει το χάρισμα τερπνής κι ευφυόλογης συντροφιάς, ακόμη και στις γυναίκες με την σώφρονα και λεπτή συναναστροφή που εκτιμούσε ιδιαίτερα. Μπορεί να ζούσε σαν εργένης, ποτέ όμως χωρίς συντροφιά, και του άρεσε ιδιαίτερα η συναναστροφή με άνδρες πρακτικούς στη ζωή τους. Έμποροι κι ένας δασάρχης ήταν οι στενότατοι φίλοι του. Αν και ο Kant ποτέ δεν άφησε την επαρχία του και πολύ σπάνια την γενέτειρά του, όμως ο διανοητικός κύκλος του περιέκλειε όλο τον κόσμο. Οι περιγραφές ταξιδιών ήταν τα προσφιλέστατα αναγνώσματά του για αναψυχή. Είχε για όλα ιδέα, κι ο κόσμος βρισκόταν ανοικτότερος μπροστά σ' αυτόν παρά μπρος σε πολλούς άλλους, που στα χρόνια μας έχουν διασχίσει όλα τα πελάγη. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η με ενδιαφέρον συμμετοχή του σε κάθε τι που θα εξυπηρετούσε το καλό της ανθρωπότητας. Στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν με πολλούς τρόπους πήρε ενεργό μέρος· π.χ. κοπίασε πολύ να μαζέψει χρήματα για το Φιλανθρωπικό του Basedow. Μέχρι τη μέση ηλικία του παρακολουθούσε ακόμα με ζήλο τη λογοτεχνία. Ο ονειροπόλος ενθουσιασμός του Klopsbock του ήταν αντιπαθητικός. Ο ευνοούμενος συγγραφέας του ήταν ο Wieland. Αργότερα, όταν η Γερμανική ποίηση έφτασε στον κολοφώνα της ακμής της, ο Kant ήταν πολύ απασχολημένος με την διαμόρφωση της Φιλοσοφίας του, ώστε δεν μπορούσε να προσλάβει εκείνο τον εντελώς νέο κόσμο της ποίησης. Το ζωηρό αυτό πνεύμα, που 'ταν ευαίσθητο για κάθε τι σπουδαίο, αντικατοπτρίζεται στο ύψος των νεανικών του έργων, που είναι πολλές φορές λεπτής, κάπως αρχαιότροπης χάρης. Όταν όμως αυτός σύνθεσε το κύριο έργο του η δροσερή νιότη ήταν πολύ πίσω. Τις πρώτες προκαταρκτικές σκέψεις του τις έβαλε το 1770, στην αρχή της καθηγεσίας του, σε σύγγραμμα γραμμένο λατινικά. Χρειάστηκαν όμως ακόμα 11 χρόνια σιωπηλής δουλειάς μέχρι που να 'ρθει στο φως η Κ ρ ι τ ι κ ή τ ο υ κ α θ α ρ ο ύ λ ό γ ο υ , το κύριο έργο του Kant και της νεότερης Φιλοσοφίας. Ο συγγραφέας της, ήταν τότε 57 χρονών. Του έμενε ακόμη χρόνος και δύναμη να τελειώσει και τα υπόλοιπα μέρη της Φιλοσοφίας του. Το 1788 φάνηκε η Κ ρ ι τ ι κ ή τ ο υ π ρ α κ τ ι κ ο ύ λ ό γ ο υ , δηλαδή η Ηθική· το 1790 η Κ ρ ι τ ι κ ή τ η ς σ υ λ λ ο γ ι σ τ ι κ ή ς δ ύ ν α μ η ς , που ταυτόχρονα περιείχε την Αισθητική του και τη θεωρία για την οργανική φύση. Ακόμα κατόρθωσε να εκδώσει και την Φ ι λ ο σ ο φ ί α του τ η ς Θ ρ η σ κ ε ί α ς μετά το θάνατο του Φρειδερίκου - Γουλιέλμου Β', αφού στην αρχή τον εμπόδισε η λογοκρισία. Μετά όμως πλησίασε στα γερατειά μ' όλα τα βάσανά του το εξασθενημένο απ' την εργασία σώμα του. Αναγκάστηκε λοιπόν τελικά να παραιτηθεί απ' τα διδασκαλικά καθήκοντά του, και το 1804, σχεδόν ογδοντάρης, λυτρώθηκε με το θάνατο. Το κύριο έργο του Kant, με το οποίο θ' ασχοληθούμε σήμερα, μπορεί δύσκολα να διαβαστεί και να κατανοηθεί. Είναι γραμμένο σε γλώσσα όπου αντιλαμβάνεται κανείς παντού τον αγώνα για την ακριβή και πλήρη έκφραση, των διανοημάτων. Και ο Kant ήταν υποχρεωμένος, για να γίνει γενικά

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

καταληπτός από τους σύγχρονούς του, να χρησιμοποιήσει με πολλούς τρόπους τον τρόπο της διατύπωσης αυτής της ίδιας της Φιλοσοφίας, που ο ίδιος καταγινότανε να αναιρέσει. Ανεξάρτητα απ' αυτό, το ύφος του μεγάλου αυτού έργου αποκτάει γι' αυτόν που πράγματι μπορεί να το καταλάβει εντελώς ξέχωρη γοητεία. Πίσω από την αλύγιστη προσωπίδα των ξενικών λέξεων αισθάνεται κανείς την πνευματική πάλη και την ευχαρίστηση που προκαλεί στο τέλος η σαφήνεια που επιτυγχάνεται. Αν και λείπει κάθε ίχνος προσωπικού υπαινιγμού, από την έκθεση του έργου του, παντού μολαταύτα φαίνεται το κύρος της προσωπικότητάς του. Απ' όλη τη γοητεία που υπάρχει στο έργο δεν μπορώ να σας μεταδώσω καθόλου, γιατί θέλω ν' αποφύγω τις δυσχέρειες του ύφους του Kant. Κι η απόπειρα ακόμα ν' αποδώσω τις κύριες ιδέες του Kant σε γενικά προσιτή γλώσσα θ' απαιτήσει σε μεγάλο βαθμό την προσοχή και την πνευματική συνεργασία σας. Δεν μπορώ να σας απαλλάξω από τις δυσχέρειες αυτές. Γιατί μονάχα αν θα πάρετε ενεργά μέρος στους πόνους της επιστημονικής έρευνας, θα σας αποφέρει η επιστήμη εσωτερική ωφέλεια. Υπάρχει ένας τρόπος λαϊκοποίησης των επιστημονικών πορισμάτων, που δίνει στον ακροατή μονάχα τον αφρό για εύκολη απόλαυση. Ο τρόπος αυτός όμως γεννάει στον ακροατή την ψεύτικη εντύπωση, πως τώρα στέκεται στο ύψος της αληθινής μόρφωσης. Θα επιθυμούσα να παραβάλω αυτή τη μέθοδο με την καλλιτεχνική εξεικόνιση χωρικών, ναυτών κ.λπ. που προκλήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από το αυξάνον ενδιαφέρον για την τύχη των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Ο χωρικός δηλαδή και οι ναύτες παριστάνονταν με καθαρά κυριακάτικα φορέματα, λες και τα 'χαν δανειστεί για αποκριάτικες μασκαράτες και με ειρηνική εύθυμη διάθεση. Αυτήν την τέχνη την αισθανόμαστε ψεύτικη. Θέλουμε να γνωρίσουμε την σκληρή ζωή του χωρικού και του εργάτη, όπως είναι στην πραγματικότητα. Γι' αυτό δεν πρέπει να λείψει ούτε η βρωμιά της δουλειάς και οι κάλλοι των χεριών, ούτε και η έκφραση του προσώπου που ο αγώνας της ζωής αποτυπώνει πάνω του. Με όμοιο τρόπο και σεις τότε μόνο μπορείτε να νοιώσετε και ν' αγαπήσετε την επιστήμη, όταν ζητήσετε να γευθείτε ενεργά τους πόνους τους. Για να εννοήσουμε το έργο του Kant πρέπει να γνωρίσουμε πληρέστερα, απ' ότι μέχρι τώρα, που προσάρμοσε τη διδασκαλία του. Οι φιλόσοφοι που πραγματευτήκαμε στις προηγούμενες διαλέξεις συμφωνούν σε ένα όλοι· πως δηλαδή το μέσο για πρόσκτηση της γνώσης το βλέπουν όλοι στη λογική νόηση. Από την λατινική λέξη λόγος (=Ratio) ονομάζονται λοιπόν αυτοί ορθολογιστές (=Ration - alisten). Αυτοί ζητήσανε με την καθαρή νόηση ν' αποκομίσουνε ασφαλή γνώση για την ολότητα του κόσμου. Είδαμε, παίρνοντας σαν παράδειγμα τον Spinoza, σε ποιες δυσχέρειες τους έμπλεξε η προσπάθειά τους αυτή. Κατά συνέπεια εύκολα έμπαινε η αντίρρηση, πως οι προϋποθέσεις τους ήταν ψεύτικες, πως η έλλογη νόηση καθόλου δεν αποτελεί τη βάση γι' ασφαλή γνώση. Πριν κιόλας απ' τον Descartes ο Άγγλος φιλόσοφος και πολιτικός Φ ρ ά ν σ ι ς Μ π έ η κ ο ν είχε διατυπώσει μιαν άλλη θεωρία για τη γνώση αρπάζοντας το ωφέλιμο με τον πρακτικό νου που χαρακτηρίζει το λαό του. Μπορούμε λοιπόν ν' αποκοιμίσουμε οποιαδήποτε, ακόμα και την πιο απλή, αληθινή γνώση μόνο από το λογικό; Το χιόνι σαν θερμαίνεται λιώνει σε νερό, κι αυτό πάλι αν θερμανθεί πιο πολύ εξατμίζεται. Αυτό ασφαλώς το ξέρουμε — μα μόνο απ' την εμπειρία. Υπάρχουνε υγρές ουσίες — όπως ας πούμε το ασπράδι του αυγού της κότας — που όταν θερμανθούνε αρκετά στερεοποιούνται αντί να ρευστοποιηθούν. Με την συλλογή και την παραβολή τέτοιων εμπειριών γινόμαστε πλουσιότεροι σε γνώσεις. Η εμπειρία επειδή σωρεύει επιμέρους περιπτώσεις και επειδή ανεβαίνει από το μερικό στο γενικό, μόνο αυτή πορίζει την αληθινή γνώση. Επειδή ο όρος Erfahrung λέγεται εμπειρία στα Ελληνικά, οι φιλόσοφοι αυτοί λέγονται Empiristen (=Εμπειρικοί). Επηρεασμένος από τον Descartes και την Φυσική Επιστήμη του Νεύτωνα ο John Locke διαμόρφωσε την εμπειριοκρατία σε φιλοσοφικό σύστημα, που στη διάρκεια του 18ου αιώνα εξάσκησε επιρροή και στην απέναντι ήπειρο (δηλαδή την Ευρώπη). Ωστόσο και η «Εμπειρία», είναι κάτι τι πολύ περίπλοκο. Η φράση «νερό που παραθερμαίνεται εξατμίζεται» είναι κατ' αρχή το προϊόν πολλών αντιλήψεων και διαλογισμών. Πρώτα είδαμε το νερό και δοκιμάσαμε την υγρότητά του. Μετά αισθανθήκαμε την θερμότητα της φωτιάς, και όταν βάλαμε το δάκτυλο μες το νερό αντιληφτήκαμε πως το νερό ζεσταινόντανε. Τελικά βλέπουμε να σηκώνεται από το νερό ομίχλη και να εξαφανίζεται στον αέρα, το νερό να κοχλάζει και να βράζει, και, τελευταίο απ' όλα, παρατηρούμε πως το νερό ελαττώνεται. Όλες αυτές τις επιμέρους αντιλήψεις που πρέπει να βρίσκονται μαζί στη Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

φράση «νερό που παραθερμαίνεται εξατμίζεται», τις οφείλουμε στα αισθητήρια όργανά μας, δηλαδή τα μάτια, το δέρμα κλπ. Αυτές είναι αισθήματα. Κάθε γνώση στηρίζεται στην Εμπειρία — όμως κάθε Εμπειρία τελικά είναι μονάχα ένα ποσό από αισθήματα. Σ' αυτή τη διδασκαλία προχωρούν φυσικά οι Άγγλοι φιλόσοφοι και οι Γάλλοι οπαδοί τους διαρκώς. Εφόσον αυτοί βγάζουν το παραπάνω συμπέρασμα, ονομάζονται κατά τη λατινική λέξη sensus (=αίσθηση) sensualisten (ασθησιοκράτες). Τώρα βέβαια δεν μπορεί κανείς ν' αρνηθεί, πως βάση κάθε νόμου που προέρχεται από εμπειρία είναι τα αισθήματα. Αυτό, φυσικά, το γνώριζαν κι οι ορθολογιστές· μα αυτοί ισχυριζόντουσαν πρώτα πως υπάρχον γνώσεις που δεν είναι καθόλου νόμοι από εμπειρία, και δεύτερο πως επίσης βάση και των νόμων από εμπειρίες είναι κάτι τι περισσότερο παρά μεμονωμένα απλά αισθήματα· κι ότι σ' αυτό το «περισσότερο» στηρίζεται η κύρια γνωσιολογική αξία της εμπειρίας. Βλέπουμε χρώματα, αισθανόμαστε το τραχύ, τη θερμότητα, το κρύο, ακούμε τόνους — στην ουσία όμως εδώ την πείρα μας την παίρνουμε με την όραση, την αφή και την ακοή ορατών σωμάτων, τραχειών, που εκπέμπουν ήχο και τις διάφορες καταστάσεις αυτών των σωμάτων. Ήδη ο Πλάτωνας, ξεκινώντας από παρόμοια γεγονότα, είχε καταπολεμήσει την συγγενή με τη σύγχρονη αισθησιοκρατία θεωρία του Πρωταγόρα. Γι' αυτό οι νεότεροι αισθησιοκράτες ζήτησαν ν' αποδείξουνε, πως ακόμα και οι παραστάσεις πραγμάτων, συμβάντων κλπ. αποτελούνται καθ' ολοκληρία από διάφορα επιμέρους αισθήματα. Αν πολλές φορές αντιληφθούμε πως ορισμένο χρώμα είναι αναπόσπαστα συνδεμένο με ένα ορισμένο αίσθημα αφής, γεύσης κλπ., δίνουμε στο σύμπλεγμα αυτό μονάχα ένα όνομα, και, σπρωγμένοι από τη συνήθεια, περιμένουμε και σε μελλοντικές περιπτώσεις να μας παρουσιαστεί το σύμπλεγμα αμετάβλητο, όπως το γνωρίσαμε κιόλα· π.χ. περιμένουμε το τραχύ, λευκό αντικείμενο, που το διακρίνομε απ' τις γωνίες, και που το λέμε κομμάτι ζάχαρης, να μας δώσει πάλι γλυκιά γεύση. Με όμοιο τρόπο εξηγεί ο David Hume, ο πιο σπουδαίος απ' τους Άγγλους αισθησιοκράτες, ακόμα και την γένεση των παραστάσεών μας για το αίτιο — αποτέλεσμα. Όταν λέμε: η ψηλή θερμοκρασία προκαλεί εξάτμιση του νερού, μ' αυτό φανταζόμαστε — αυτό παραδέχεται και ο Hume — πως λέμε κάτι περισσότερο παρά, απλά, πως πρώτα αισθανόμαστε εσωτερικά την υψηλή θερμοκρασία, και μετά, με την διαρκή συνέχισή της, την ελάττωση του νερού και το σχηματισμό ατμών. Μάλιστα ήμαστε όλοι πεπεισμένοι, πως, όπου και όταν θερμαίνουμε σε ψηλή θερμοκρασία νερό, θα παρατηρήσουμε οπωσδήποτε την μετατροπή του σε ατμό. Αντίθετα όπου αντιλαμβανόμαστε μια μεταβολή, είμαστε πεισμένοι πως αυτή είναι συνέπεια μιας ορισμένης αιτίας. Η προϋπόθεση, πως κάθε τι που συμβαίνει εξηγείται σα συνέπεια αιτίων, που πάντοτε αποφέρουνε τα ίδια αποτελέσματα, κατευθύνει κάθε επιστημονική έρευνα. Την προϋπόθεση αυτή την ονομάζουμε νόμο της αιτιότητας. Πώς όμως κατορθώνουμε, με τη βοήθεια του νόμου της αιτιότητας να βγάλουμε γενικά συμπεράσματα από τα επιμέρους αισθήματα; Στην ερώτηση αυτή η αισθησιοκρατία είναι αναγκασμένη ν' απαντάει με τρόπο που ν' ανάγει σε αισθήματα και αυτόν ακόμα το νόμο της αιτιότητας. Για να γίνει αυτό ο Hume διδάσκει τα ακόλουθα. Στο πνεύμα μας συνάπτονται εδώ δύο αισθήματα που συνειδητοποιήθηκαν ταυτόχρονα ή και το ένα αμέσως μετά το άλλο, π.χ. η θερμότητα και ο ατμός που είδαμε, κατά τέτοιο τρόπο ώστε στην επανάληψη του πρώτου αισθήματος να έρχεται η ανάμνηση του δεύτερου. Έτσι συνδέονται στη σκέψη οι παραστάσεις. Έχουμε μπροστά μας τον «νόμο του συνειρμού», που είχε κιόλας γνωρίσει ο Αριστοτέλης. Ο σύνδεσμος αυτός γίνεται τόσο στενότερος, όσο συχνότερα πήραμε συνείδηση των δύο αισθημάτων ενωμένων. Σ' αυτή την περίπτωση η εμφάνιση του πρώτου μάς κάνει να περιμένουμε και το δεύτερο να εμφανιστεί. Σε τέτοιες προσδοκίες που ξεφυτρώνουν απ' τη συνήθεια, στηρίζεται η πίστη μας για την κανονική πορεία των γεγονότων. Συνήθεια είναι μόνο κατά βάθος το συναίσθημα εκείνο της ανάγκης, που συνάπτουμε στο νόμο της αιτιότητας. Το συναίσθημα αυτό μας είναι ωφέλιμο στη ζωή γιατί δίνει στις ενέργειές μας την ασφαλή βάση. Ο Hume καθόλου δεν αμφιβάλλει για το σκόπιμο της προσδοκίας επακολουθημάτων κατά ορισμένη

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

τάξη· τονίζει όμως πως εδώ πρόκειται μόνο για μια ωφέλιμη συνήθεια, και καθόλου για μια ανάγκη που υπάρχει στη φύση των πραγμάτων και των συμβάντων. Ο Kant είπε κάποτε, ότι ο Hume τον ξεσήκωσε από τη δογματική νάρκη του, πως έβαλε τέρμα δηλαδή στην ανεξέλεγκτη πίστη του στις δοσμένες φιλοσοφικές δοξασίες. Εύκολα εννοούμε πως η επίθεση ενάντια στο απόλυτο κύρος του νόμου της αιτιότητας ήταν επιτήδεια να ενεργήσει σαν εγερτήριο σάλπισμα που προκαλεί κατάπληξη. Ο Kant σαν φυσικός γνώριζε καλά σε πόσο μεγάλο βαθμό οι φυσικές επιστήμες στηρίζονται στην αιτιότητα. Αφετέρου σαν οπαδός της Φιλοσοφίας του Wolff ήταν συνηθισμένος ν' αποδείχνει την ύπαρξη του Θεού με τη βοήθεια του επόμενου δόγματος: «Αυτός ο αριστοτεχνικά και σκόπιμα φτιαγμένος κόσμος πρέπει να προέρχεται από μια αιτία, και μάλιστα από αιτία που σκόπιμα επιδρά». Επιστήμη και θρησκεία φάνηκαν πως απειλούνταν ταυτόχρονα. Επαρκής λόγος για να εξετασθεί με ενδελέχεια η θεωρία του Hume. Αντιρρήσεις ενάντια στις θεωρίες του Hume ήταν επόμενο να έχει ακριβώς ο επιστήμονας των Φυσικών. Η προσδοκία μας για την κανονικότητα των σχέσεων των όντων πολλές φορές δεν επαληθεύει. Σε τέτοιες όμως περιπτώσεις κανείς ερευνητής δεν αμφιβάλλει για το κύρος του νόμου της αιτιότητας, αλλά ζητάει να βρει τα παραπάνω αίτια της απόκλισης που παρουσιάζεται από τον νόμο. Π.χ. ένα κομμάτι σίδερο, που κρατά κάποιος κοντά σε μαγνήτη, δεν πέφτει καταγής όπως θα περίμενε κανείς σύμφωνα με τον νόμο της βαρύτητας, μα συγκρατιέται μετέωρο. Κανένας όμως δεν πιστεύει, πως στην προκειμένη περίπτωση παύει να έχει επίδραση η έλξη της γης. Αντίθετα μάλιστα βλέπουμε εδώ την επενέργεια μιας άλλης αντίρροπης δύναμης, δηλαδή του μαγνητισμού. Μόνο η προϋπόθεση, πως οι κατά το φαινόμενο διακοπές του κανονικώς γίγνεσθαι στηρίζονται σε αιτιώδεις νόμους, έφερε σε φως, με την ευκαιρία τυχαίων παρατηρήσεων φαινόμενων που τράβηξαν ιδιαίτερα την προσοχή, το λαμπρό οικοδόμημα της θεωρίας για τον ηλεκτρισμό και το μαγνητισμό. Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να θεωρήσει το αξίωμα «κάθε μεταβολή πρέπει να έχει κάποιο αίτιο» σαν προϊόν της εμπειρίας μας, γιατί αυτό είναι μάλλον προϋπόθεση κάθε γνώσης από Εμπειρία. Και κάτι παραπάνω ακόμα. Ο ίδιος ο Hume προϋποθέτει στο σχετικό μέρος του συγγράμματός του για τον νόμο της αιτιότητας την ύπαρξη του νόμου αυτού χωρίς να το παρατηρήσει. Η προσδοκία μας, πως μια παράσταση που την ακολούθησε μια άλλη, θα την ακολουθήσει και πάλι στην επανεμφάνισή της αυτή που είχε ακολουθήσει τότε, στηρίζεται στο νόμο του συνειρμού. Ο νόμος όμως αυτός έχει κανονικότητα στις σχέσεις των παραστάσεών μας· είναι επομένως μια ιδιαίτερη περίπτωση του νόμου της αιτιότητας εφαρμοσμένη στις παραστάσεις. Ο Hume, παρά την οξύνοιά του, παραβλέπει πως προϋποθέτει να ξεχωριστεί το μέλλον, γιατί παραγνωρίζει το ζήτημα για το οποίο πρόκειται. Ο Άγγλος σοφός ζητάει να βρει το πώς γεννιέται μέσα μας η παράσταση της αιτιότητας, νομίζοντας πως με αυτό θ' αποκτήσει σαφή κρίση για το αν η παράσταση της αιτιότητας έχει απόλυτο ή όχι κύρος. Από τον τρόπο όμως της γένεσης ενός φαινομένου ποτέ δεν γίνεται δυνατή η εξαγωγή συλλογισμού αναγκαία παραδεκτού, όσο αφορά το κύρος και την αξία του φαινομένου. Και αν ακόμα, π.χ. η θρησκεία συνέβαινε να είχε προέλθει από την πίστη προς τα φαντάσματα ή τον φόβο γι' αυτά, καθόλου δεν θ' αποδειχνόταν με αυτό πως αυτή θα έπαυε να είχε λόγο ύπαρξης αμέσως μόλις θα σταμάταγε η πίστη στα φαντάσματα. Σύμφωνα μ' αυτά, ποτέ δεν μπορεί να δοθεί απάντηση στο ζήτημα του Δίκαιου, από την έρευνα της ιστορίας της γένεσής του, κι όταν ακόμα πρόκειται για ένα Δίκαιο που οφείλεται σε ιστορικούς λόγους. Η επίθεση του Hume ενάντια στο απόλυτο κύρος του νόμου της αιτιότητας αποκρούστηκε για τους παραπάνω λόγους. Όμως καθόλου δεν αρνιόταν ο Kant τη σημασία της Εμπειρίας για την γνώση, και των αισθημάτων για την Εμπειρία. Βέβαια χωρίς τα αισθήματα καμιά γνώση δεν είναι δυνατή, μα αφετέρου κι η απλή συσσώρευση εντυπώσεων κατ' αίσθηση, αυτή καθαυτή, καμιά γνώση δεν παρέχει. Συλλογή εμπειριών σημαίνει τον καταρτισμό από τα επιμέρους αισθήματα κάποιας διαταγμένης αλληλουχίας, στην οποία κάθε νέα αντίληψη βρίσκει τη θέση που της ανήκει. Ο νόμος της αιτιότητας είναι μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις, που χωρίς την παραδοχή του θα είχαμε μπροστά μας απλά μια χαλαρή επαλληλία ασύνδετων εντυπώσεων, και όχι κόσμο γεγονότων, που

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

είναι σε συνάφεια μεταξύ τους. Τέτοιο αχυρένιο στήριγμα εσωτερικών εντυπώσεων, που στη στιγμή της εσωτερικοποίησης θ' αποσυνθετότανε στο μηδέν, θα ήταν αντίθετο στη δυνατότητα του σχηματισμού εμπειρίας. Ο νόμος της αιτιότητας ανήκει λοιπόν στις λογικές προϋποθέσεις της εμπειρίας, ή της γνώσης από μέρους μας, μιας πραγματικότητας. Αυτό που οφείλουμε να μάθουμε πρέπει να εκπληρώνει τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατή η γνώση μας· ό,τι αντιτίθεται στους όρους αυτούς δεν μπορεί ν' αποτελέσει αντικείμενο της γνώσης. Ο Descartes είχε δείξει πως η νόηση είναι το πιο βέβαιο απ' όλα. Ο Kant έκανε γόνιμο το αξίωμα ετούτο, αφού απόδειξε πως κάθε άλλη βεβαιότητα εξαρτιέται από τη βεβαιότητα των αξιωμάτων της γνώσης. Έτσι αναποδογύρισε όλη τη μέθοδο και την πορεία της έρευνας. Πρωτύτερα είχαν παρθεί σαν αφετηρία τα όντα. Ακόμα κι ο Descartes είχε ζητήσει την υπέρβαση από τη νόηση κατευθείαν στο θείο, και ακολούθως απ' αυτό συμπεραίνει όλα τα υπόλοιπα. Ο Spinoza στράφηκε στην εύρεση του πρώτου αίτιου, απ' το οποίο κάθε άλλο εκπορεύεται με μαθηματική βεβαιότητα. Ο Kant ζητάει στο π ν ε ύ μ α μας την εσωτερική ανάγκη, που μας ωθεί ν' αναζητούμε σε κάθε μεταβολή το αίτιο που την προκάλεσε. Ο ίδιος παρέβαλε την ανατροπή αυτή του τρόπου της έρευνας με το έργο του Κοπέρνικου, που προώθησε τον ήλιο στο κέντρο, στη θέση της γης. Με τον ίδιο τρόπο κι ο Kant, για να μείνουμε στο παράδειγμά μας, αντί για οποιοδήποτε πρώτο αίτιο στον κόσμο (όπως π.χ. μιας θείας τάξης, ή μιας αιώνιας νομοτέλειας που μόνο στην ύλη εκδηλώνεται), έβαλε στο μέσο της έρευνας για το αίτιο το π ν ε ύ μ α , που απ' τη φύση του, αναγκαία προβαίνει σε αναζήτηση αιτίων. Ενάντια στη θεωρία ρίχτηκε από μερικούς η μομφή πως εξαρτά κάθε βεβαιότητα από τον άνθρωπο, και συνεπώς από την αυθαιρεσία. Μεγαλύτερη παρεξήγηση σπάνια μπορούμε να φανταστούμε. Όταν κιόλας εξετάζαμε τη σχέση του Σωκράτη με τον Πρωταγόρα είδαμε πως το λογικό κι οι νόμοι που το διέπουν, ναι μεν βρίσκονται στο πνεύμα καθενός ανθρώπου, είναι όμως εντελώς ανεξάρτητα από τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που πρόδιναν στον άνθρωπο την ατομικότητα· αυτά που τον κάνουν ορισμένο άνθρωπο π.χ. Πέτρο ή Παύλο. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε και την πιο απλή περίπτωση που παρουσιάζεται κάθε μέρα, πρέπει να προσπαθήσουμε να την απομονώσουμε από κάθε σχέση της με το πρόσωπό μας. Πρέπει δηλαδή να μην ακολουθούμε τις κλίσεις μας· να μη θεωρούμε π.χ. κάποιον που δε συμπαθούμε σαν τον κύριο υπεύθυνο μιας κακιάς πράξης. Κάθε δικαστής πρέπει να είναι αντικειμενικός, με τον συνηθισμένο τρόπο της έκφρασης· δηλαδή να μην παίρνει υπόψη τις ιδιαίτερες υποκειμενικές συμπάθειες και αντιπάθειες, που και αυτός, όπως κι οι άλλοι άνθρωποι, φέρει μαζί του. Δεν μπορεί όμως να παραβλέπει τα γενικά αξιώματα του λογικού, που για όλους μας είναι τα ίδια. Αντίθετα οφείλει να τα ακολουθεί κατά γράμμα. Παρόμοια έχει το πράγμα και στην έρευνα της Φύσης. Η έκλειψη της σελήνης είν' ένα γεγονός που προκαλεί δυνατή εντύπωση. Αν αμέσως μετά από αυτό συμβεί ένα άλλο εντυπωσιακό γεγονός π.χ. μια μάχη, σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει ο άνθρωπος από τη φύση του να συνδέσει αυτά τα δύο γεγονότα, που κίνησαν την προσοχή του. Πραγματικά οι περισσότεροι λαοί πιστεύουν σε τέτοιες σχέσεις συνάφειας. Αν όμως κανείς καταλάβει πως η έκλειψη της σελήνης είναι επακόλουθο ορισμένης με μαθηματική κανονικότητα επαναλαμβανόμενης προσάλληλης θέσης Ήλιου, Σελήνης και Γης, ενώ η μάχη που 'γινε μπορεί να εξηγηθεί από τις αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα σε ηγεμόνες ή λαούς, σε αντιθέσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με τον Ήλιο ή τη Σελήνη, τότε δεν θα παραδέχεται πια πως υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στην έκλειψη της σελήνης και τη μάχη. Ο Kant λοιπόν δεν εξάρτησε ούτε στο ελάχιστο, όπως οι Σοφιστές, κάθε αλήθεια από την ιδιοτροπία και τη διάθεση καθενός ανθρώπου, μα έδειξε πως το λογικό, που σ' όλους τους ανθρώπους υπάρχει, μα δεν είναι σε όλους εξίσου εξελιγμένο, αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση κάθε γνώσης. Για να καταλάβουμε όμως εντελώς τον Kant πρέπει να θυμηθούμε πως αυτός ρητά γνώριζε, πως οι Άγγλοι εμπειριοκράτες είχαν μερικά δίκιο. Κάθε φυσιοδίφης είναι πεισμένος πως μια μεταβολή που παρατήρησε οφείλεται σε κάποιο αίτιο. Κι αν δεν βρίσκει το αίτιο αυτό και πάλι δεν αμφιβάλλει ως προς το κύρος του νόμου της αιτιότητας, μα θεωρεί σαν ατελείς τις γνώσεις του για το φυσικό φαινόμενο. Από αυτή τη στάση του καταλαβαίνουμε εμείς, πως μόνο από το γενικό νόμο της αιτιότητας δεν μπορούμε να συμπεράνουμε το ιδιαίτερο αίτιο σε οποιαδήποτε ειδική περίπτωση. Η εύρεσή του δεν είναι τόσο απλή και άκοπη για μας. Αντίθετα απαιτούνται επιμελής παρατήρηση, πολύπνοοι πειραματισμοί, πολλών μορφών σκέψεις, και υπολογισμός όλων των επιμέρους Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

συνθηκών, που βρίσκονται σε κάποια σχέση με την εξεταζόμενη περίπτωση, για να διαγνώσουμε έστω και ένα μόνο σύνδεσμο ορισμένων αιτίων με τα αποτελέσματά τους. Σύμφωνα μ' αυτά το αξίωμα για το σύνδεσμο αιτίου - αποτελέσματος αποβαίνει γόνιμο μονάχα με την εμπειρία. Κάθε εμπειρία όμως, μας την δίνουν οι αισθήσεις που την ικανότητά τους να λειτουργούν ζητάει να ενισχύσει η σύγχρονη επιστήμη με το τηλεσκόπιο, το μικροσκόπιο και πολλά άλλα μέσα. Έτσι λοιπόν οι εικόνες που διαβιβάζονται με τα αισθητήρια όργανα γίνονται εμπειρία με την αληθινή σημασία της λέξης, μόνο με τα θεμελιώδη αξιώματα από τα οποία διέπεται η διάνοια, που παράδειγμά τους αναφέραμε παραπάνω τον νόμο της αιτιότητας. Η όλη γνώση μας λοιπόν συνίσταται σε τούτο: στο να υποβάλλουμε δηλαδή, με σταθερό και ορισμένο πάντα τρόπο, το υλικό που διαρκώς σωρεύεται από τα αισθητήρια όργανα, στους θεμελιώδεις νόμους του πνεύματός μας. Άμα γίνει αυτό διασαφηνίζονται ταυτόχρονα κι αυτοί οι νόμοι απ' τους οποίους διέπεται ο νους. Κι ο πιο άξεστος άνθρωπος παραδέχεται οπωσδήποτε, πως κάθε αλλοίωση οφείλεται σε κάποιο αίτιο. Ακόμα και στα παραμύθια τίποτα δε συμβαίνει εντελώς αυθαίρετα, έστω και αν τα αίτια για κάθε τι είναι στοχασμένα πάρα πολύ φανταστικά. Ακόμα σε κάθε εργασία πρακτικής φύσης βάζει ο άνθρωπος σαν προϋπόθεση το κύρος του νόμου της αιτιότητας. Αυτός που χτυπάει με το σφυρί μια βελόνα σε μια σανίδα περιμένει το βάρος του εργαλείου να κάνει την αιχμή της βελόνας να μπει στις ίνες του ξύλου. Αν όμως παρά ταύτα η βελόνα αντί να μπει στραβώσει, το αναζητάει το αίτιο γι' αυτό στην υπερβολική σκληρότητα του ξύλου, ή στην αδυναμία της βελόνας. Όμως μόνο η Επιστήμη κατόρθωσε να διακρίνει πρώτη, πως η ενότητα του σύμπαντος κατορθώνεται με την ακολουθία του νόμου της αιτιότητας. Και σ' αυτήν ακόμα δεν προσφέρεται έτοιμη, σαν ένα δώρο, η γενικότητα του νόμου της αιτιότητας, μα πασχίζει αυτή, να συνδέει όλο και περισσότερο το πλήθος των διαφόρων φαινομένων με γενικούς φυσικούς νόμους. Αυτό όμως που ονομάζουμε φυσικό νόμο δεν είναι τίποτ' άλλο παρά μια γενική αρχή, που συνδέει αίτιο και αποτέλεσμα. Οι φυσικοί νόμοι είναι λοιπόν αρχές, μερικές σε σύγκριση με τον νόμο της αιτιότητας, γενικές σε αντιπαραβολή με τα επιμέρους γεγονότα, με τις οποίες υποτάσσουμε το υλικό, που διαβιβάζεται από τα αισθητήρια όργανα κάτω απ' την ανώτατη επιταγή του νόμου της αιτιότητας. Γι' αυτό βάζουμε επίσης σαν προϋπόθεση πως αυτά ισχύουν χωρίς εξαίρεση. Κι αν τύχει να συναντήσουμε μιαν εξαίρεση, τότε είτε την αποδίδουμε σε ανατροπή, του φυσικού νόμου που περιμέναμε από άλλο φυσικό νόμο, είτε πείθουμε τον εαυτό μας πως ο νόμος που θεωρήσαμε φυσικό στην πραγματικότητα δεν ήταν τέτοιος. Αυτό που βρίσκεται στην αρχή στο σύστημα του Spinoza, δηλαδή η γενική έννομη σχέση των πραγμάτων του κόσμου, η εσωτερική συναρμογή όλων των ιδιαιτεροτήτων σε ένα σύνολο, αυτό απαντιέται στο τέλος του συστήματος του Kant. Για «κόσμο» όμως στην ουσία δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο μόνο εκεί, που όλα τα καθέκαστα είναι συναρμοσμένα σ' ένα όλο. Απ' αυτά είναι ευνόητο, πως στον άνθρωπο δεν προσφέρεται ένας έτοιμος κόσμος, μα πως το έργο του είναι να οικοδομεί το υλικά που του παρέχουν οι αισθήσεις πάντα και τελειότερα στο ενιαίο σύνολο ενός κόσμου. Με λίγα λόγια πρέπει να λέμε πως ο κόσμος δεν μας είναι δοσμένος, μα προσταγμένος. Θα αναγκαστούμε να επαναλάβουμε τώρα γενικότερα την όλη πορεία της σκέψης που κάναμε έχοντας υπόψη μόνο ένα παράδειγμα. Ταυτόχρονα πρέπει ν' ανακαλέσουμε σπουδαία στοιχεία που για χάρη της απλότητας παραλείψαμε επίτηδες στην αρχική έρευνα. Ακόμα μας φαίνεται σκόπιμο, τώρα πια να διασαφηνίσουμε μερικούς από τους σε μεγάλη χρήση Καντιανούς όρους. Γι' αυτό το σκοπό μπορούμε να ξεκινήσουμε από το ερώτημα που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Kant, για το σκοπό της ευκολότερης εισαγωγής στις θεωρίες του. Ο Kant επιθυμούσε να μάθει γιατί ως τότε η μεταφυσική είχε ναυαγήσει. Η μεταφυσική αξιώνει πως γνώσεις ασφαλείς και που έχουν γενικό κύρος. Σε συνάφεια, υπάρχουν επιστήμες που ναι μεν δεν έχουν σαν υποκείμενο το σύμπαν και τη σχέση του προς το θείο, αντί γι' αυτό όμως κατέχουν στην στενότερη περιοχή τους την ασφάλεια και το γενικό κύρος, που μάταια όμως ζητάει η μεταφυσική. Οι επιστήμες αυτές είναι τα μαθηματικά και η μαθηματική φυσική. Αν μάθουμε πως επιτελείται η γνώση στα πεδία αυτά, θα μάθουμε ύστερα να διακρίνουμε γιατί στο πεδίο της μεταφυσικής τα πράγματα συμβαίνουν αλλιώς. Γεννιούνται λοιπόν αρχικά τρία ερωτήματα που αυτοαποκρούονται στις τρεις επιστήμες. Τα τρία αυτά ερωτήματα όμως δεν έχουν πάντα την ίδια μορφή. Στα μαθηματικά και τη φυσική υπάρχουν επιστημονικοί νόμοι που αναγνωρίζονται απ' όλους. Όποιος κατανόησε τη γεωμετρία του Ευκλείδη Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

ή τη φυσική του Νεύτωνα, δεν μπορεί να ρωτάει αν υπάρχει δυνατότητα να υπάρχει εδώ επιστήμη. Γιατί έχει κιόλας καταλάβει την αλήθεια αυτών των επιστημών· και η δυνατότητα της αλήθειας είναι αυταπόδεικτη. Εδώ λοιπόν πρόκειται μόνο γι' αυτό· ν' αποδειχτεί δηλαδή π ώ ς κατορθώνεται η δυνατότητα αυτή. Αλλιώς όμως έχει το πράγμα προκειμένου για τη μεταφυσική. Από τις αντεγκλήσεις του, μέχρι τώρα τουλάχιστο, δεν προήλθε καμιά οριστική κρίση, και με συνέπεια αυτό πολλοί έχουν αμφιβολίες για τη δυνατότητα ύπαρξης μεταφυσικής γνώσης. Ήμαστε λοιπόν αναγκασμένοι να εξετάσουμε αν η Μεταφυσική έχει δυνατότητες ύπαρξης σαν επιστήμη. Κι αν η απάντηση σε τούτη την ερώτηση θα ήτανε αρνητική, και πάλι φυσικά, το όλο ζήτημα δεν θα είχε ξεδιαλυθεί. Γιατί προφανώς είναι βαθειά ριζωμένη στο είναι μας μια δυνατή ανάγκη, για μεταφυσική. Αν δεν ήταν έτσι, τότε από πολύ καιρό η ανθρωπότητα θα είχε απομακρυνθεί από τους κόπους της απόκτησης μιας τέτοιας γνώσης. Ο ίδιος ο Kant είχε αισθανθεί μέσα του την ανάγκη αυτή σε μεγάλο βαθμό· λέει κάπου πως είναι ερωτευμένος με τη μεταφυσική. Το γεγονός της ανάγκης αυτής, απαιτεί αμέσως μετά, και ακριβώς στη συνέχεια μια εξήγηση από κείνον που δεν θεωρεί πως υπάρχει δυνατότητα ύπαρξης στην επιστημονική μεταφυσική. Τώρα έχουμε τα τέσσερα ερωτήματα που ανέφερε το περιεχόμενο της κριτικής που αναφέραμε, του καθαρού Λόγου, που είναι μεταγενέστερη και ευκολότερα αντιληπτή έκθεση. Δηλαδή: 1. 2. 3. 4.

Με ποιο τρόπο είναι δυνατή η καθαρή μαθηματική επιστήμη; Με ποιο τρόπο είναι δυνατή η καθαρή φυσική επιστήμη; Η μεταφυσική σαν επιστήμη έχει δυνατότητες ύπαρξης; Πώς εξηγείται το γεγονός της εσωτερικής δυνατής μας ανάγκης για μεταφυσική;

Εναπομένει ακόμα η διασάφηση της λεξούλας «καθαρός» στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα. Αυτό σημαίνει: ανεξάρτητος από κάθε επιμέρους και αποκτημένη με τις αισθήσεις εμπειρία. Είδαμε όταν γινόταν λόγος για τους νόμους της αιτιότητας πως η γενική προϋπόθεση για την ύπαρξη συνδέσμου ανάμεσα σε αίτιο αποτέλεσμα αποτελεί τη βάση κάθε εμπειρίας. Η εμπειρία, αν με τον όρο αυτό εννοήσουμε την συνένωση σε όλο των διασκορπισμένων αισθημάτων μας, είναι δυνατή μόνο με την προϋπόθεση της ισχύος του νόμου της αιτιότητας. Αυτός λοιπόν ο νόμος είναι ανεξάρτητος από κάθε ιδιαίτερη εμπειρία, είναι «καθαρός» με την εξήγηση που δώσαμε παραπάνω στο νόημα της λέξης αυτής. Αντίθετα κάθε φυσικός νόμος, όπως π.χ. το ότι ο μαγνήτης τραβάει το σίδερο, πετυχαίνεται μόνο με την εφαρμογή του γενικού νόμου της αιτιότητας σε μεμονωμένες εμπειρίες. Οι νόμοι αυτοί λοιπόν είναι πια «καθαροί». Εδώ πρόκειται μόνο για τις όπως παραπάνω καθαρές προϋποθέσεις κάθε φυσικής επιστήμης. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε τα ερωτήματα που αναφέραμε και θα διασαφηνίσουμε τις απαιτήσεις πάνω σ' αυτά του Kant.

1. Με ποιο τρόπο είναι δυνατή η καθαρή μαθηματική επιστήμη. Τα μαθηματικά αξιώματα δεν τα συμπεραίνουμε με επαγωγή από μεμονωμένες εμπειρίες. Αν θέλουμε π.χ. να αποδείξουμε πως το άθροισμα των γωνιών του τριγώνου ισούται με δυο ορθές, δεν μετράμε χάρη της απόδειξης τη μια μετά την άλλη τις γωνίες όσο το δυνατό περισσότερων τριγώνων, μα φέρνουμε μιαν εντελώς γενική απόδειξη, που ανάγεται σε άλλους απλούστερους νόμους και τελικά σε αυταπόδεικτα αξιώματα. Το τρίγωνο που εμείς πιθανά παριστάνουμε γραφικά, χρησιμεύει μόνο για διευκόλυνση της κατάληψης. Η ιδιαίτερη κατασκευή του, αν είναι δηλαδή ορθογώνιο ή αμβλυγώνιο, αν είναι ισόπλευρο ή ανισόπλευρο, δεν μας απασχολεί καθόλου. Γνωρίζουμε μάλιστα με ακρίβεια πως το σχεδιασμένο τρίγωνο δεν ανταποκρίνεται εντελώς στις απαιτήσεις της γεωμετρίας. Για την απόδειξή μας η πλευρά του τριγώνου υποτίθενται χωρίς πλάτος, ενώ κάθε χαραγμένη γραμμή έχει κάποιο πλάτος. Στις μαθηματικές επιστήμες έχουμε λοιπόν

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

πλήθος αξιωμάτων, που έχουν κύρος καθαρά, δηλαδή ανεξάρτητο από κάθε εμπειρία. Οι αλήθειες αυτές είναι για μας σημαντικότατες. Γιατ' ήμαστε πεισμένοι, πως όλες οι εμπειρίες μας για τα σωματικά αντικείμενα προσαρμόζονται στα αξιώματα που λέμε: Κάθε φυσικός ή αστρονόμος προϋποθέτει για τις μετρήσεις του τα θεωρήματα της γεωμετρίας. Είδαμε προηγούμενα, πως ο Descartes και οι διάδοχοί του βλέπανε στη γεωμετρία το πρότυπο καθαρά διανοητικής γνώσης. Αυτοί πιστεύανε πως τα γεωμετρικά αξιώματα μπόρεσαν να βρεθούν μόνο με τη λειτουργία της νόησης, κι ελπίζανε γι' αυτό πως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύστημα αληθινών αξιωμάτων για το θεό και το σύμπαν. Ο Kant συμφωνούσε μαζί τους μόνο στο ότι τα γεωμετρικά αξιώματα δεν συμπεραίνονται με απαγωγή από την εμπειρία. Μα είναι εξίσου αδύνατο να προσηλυτιστούν αυτά με την απλή λογική κρίση. Κι αν ακόμα καθορίσουμε την έννοια της ευθείας γραμμής, του σημείου, της επίπεδης επιφάνειας και των παραλλήλων, δεν μπορούμε από αυτό και μόνο να συμπεράνουμε επαγωγικά το θεμελιώδες αξίωμα, σύμφωνα με το οποίο από ένα σημείο που είναι έξω από επίπεδη επιφάνεια μπορεί να αχθεί μια και μόνη παράλληλος σε ευθεία που βρίσκεται στην επιφάνεια. Η πίστη στην αλήθεια του αξιώματος αυτού στηρίζεται στις ιδιότητες της αίσθησής μας του χώρου. Το ίδιο ισχύει για όλα τα θεμελιώδη αξιώματα της γεωμετρίας. Εδώ λοιπόν μπαίνει ανάμεσα στη νόηση και την κατ' αίσθηση αντίληψη κάτι τρίτο, δηλαδή ο χώρος. Τα αισθητά σώματα μπορούμε μονάχα στο χώρο να τα αντιληφθούμε, γι' αυτό και η αντίληψη αυτή εξαρτιέται από τις κύριες ιδιότητες του χώρου. Αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα μπορούσαμε καθόλου να την εξετάσουμε σαν ενιαία μας παράσταση ενός σωματικού κόσμου. Δεν μπορούμε να συμπεράνουμε απαγωγικά την γενική μορφή του χώρου από μεμονωμένες εμπειρίες. Γιατί η εμπειρία επειδή είναι η συναρμογή των επιμέρους αισθημάτων, είναι δυνατή μόνο με τη βοήθεια του χώρου. Μα οι χαρακτηριστικές ιδιότητες του χώρου, που βρήκαν τη διατύπωσή τους στα θεμελιώδη αξιώματα της γεωμετρίας, δεν είναι λογικά αναγκαίες σε βαθμό που η αμφισβήτησή τους να θεωρηθεί σαν αντίφαση. Νοητικά μπορούμε κάλλιστα ν' απασχολούμαστε με χώρους τεσσάρων και περισσοτέρων ακόμα διαστάσεων. Αν ο χώρος δεν είναι ούτε εμπειρία, ούτε έννοια που παράχθηκε από τη νόηση, ένα μόνο απομένει. Πως δηλαδή αυτή είναι καθαρή, ανεξάρτητη δηλ. από κάθε εμπειρία, μορφή της εξωτερικής αίσθησής μας· ή, πράγμα που είναι το ίδιο, της αίσθησής μας για τον υλικό κόσμο. Τα γεωμετρικά αξιώματα ισχύουν πάντα γενικά, γιατί κάθε εμπειρία μας του σωματικού κόσμου είναι δυνατή μόνο με τις μορφές αυτής της αίσθησης. Ό,τι ισχύει για το χώρο ισχύει ταυτόχρονα για το χρόνο, με τη διαφορά πως ο χρόνος είναι πολύ γενικότερη βάση για σχηματισμό της εμπειρίας μας. Η συναρμογή των ψυχικών λειτουργιών, των διανοημάτων και των συναισθημάτων, καθενός που μπορούμε να ονομάζουμε εσωτερική εμπειρία, δεν γίνεται στον χώρο μα στο χρόνο. Κατά τον Kant η αριθμητική βρίσκεται σε όμοια σχέση με το χρόνο, που και η γεωμετρία με το χώρο. Αυτό μπορεί κανείς να το καταλάβει αν θεωρήσει την αρίθμηση σαν την προϋπόθεση για τη σύλληψη της έννοιας του αριθμού. Αυτό όμως μας οδηγεί σε δύσκολα προβλήματα, που προκαλούν πολλές αμφισβητήσεις, και που η έκθεσή τους εδώ είναι αδύνατη. Έχουμε λοιπόν έτσι δυο καθαρούς τύπους της αίσθησης με τους οποίους έχουν προσλάβει ορισμένη διάταξη όλα τα επιμέρους γεγονότα της εσωτερικής ζωής μας. Η έννομη σχέση των δυο αυτών τύπων αίσθησης εκφράζεται στα θεμελιώδη μαθηματικά αξιώματα. Το κύρος των μαθηματικών σε κάθε εμπειρία στηρίζεται στους δυο καθαρούς αυτούς τύπους της αίσθησης. Ό,τι δεν είναι ενταγμένο στον χώρο και στο χρόνο παραμένει εντελώς απροσπέλαστο στη νόησή μας.

2. Με ποιο τρόπο είναι δυνατή η καθαρή φυσική επιστήμη; Προϋποθέσεις, που δεν μπορούμε να τις συμπεράνουμε απαγωγικά από την εμπειρία, κάνει ακόμα, καθώς είδαμε στην εξέταση του νόμου της αιτιότητας, και η φυσική επιστήμη. Όλοι οι φυσικοί νόμοι ναι μεν περιέχουν στοιχεία εμπειρίας, επομένως δεν είναι καθόλου καθαρές γνώσεις με την έννοια που δίνει ο Kant, όμως μπορεί οι προϋποθέσεις των φυσικών επιστημών, που έχουν κύρος απέναντι σε κάθε εμπειρία, να εξετασθούν καθ' εαυτές. Τις προϋποθέσεις αυτές και ό,τι χωρίς συμμετοχή στην απειρία προέρχεται απ' αυτές, ονομάζει ο Kant κ α θ α ρ ή φ υ σ ι κ ή ε π ι σ τ ή μ η .

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Με το χώρο και το χρόνο κάθε εσωτερικό γεγονός παίρνει μια ορισμένη θέση, που είναι η ίδια για όλους τους ανθρώπους. Αλλά οι έτσι βαλμένες σε τάξη αισθήσεις απαρτίζουν μιαν απλή επαλληλία, αν δεν ισχύουν άλλα αξιώματα επάνω τους. Αυτές πρέπει όχι μόνο να γίνονται αισθητές, επειδή είναι σε τάξη, μα και να νοούνται σαν να βρίσκονται σε έννομη σχέση. Γι' αυτό είναι αναγκαία, καθώς είδαμε, η ισχύς του νόμου της αιτιότητας. Για να δεσπόζονται όμως οι έννομες μεταβολές της φύσης από τη διανόησή μας, πρέπει, καθώς γνωρίσαμε πριν, να μπορούν να είναι μαθηματικά υπολογίσιμες. Όλες οι διαφορές που παρατηρούνται στον υλικό κόσμο πρέπει ν' ανάγονται σε διαφορές, ποσότητας, δηλαδή διαφορές του μεγέθους και του αριθμού. Όπως παραπέρα άρχει η ενότητα, στην ροή των γεγονότων πρέπει να υπάρχει κάτι, που να διατηρείται απρόσβλητο από κάθε μεταβολή. Κι επειδή παντού στις φυσικές επιστήμες πρόκειται για μετρητά μεγέθη, πρέπει και από το αναλλοίωτο κάτι να είναι κάποιο μέγεθος. Σαν τέτοια αναλλοίωτα μεγέθη αναγνώρισε η σύγχρονη φυσική την ύλη και την ενέργεια. Δεν είναι δυνατό σ' αυτή τη θέση ν' αναφέρουμε όλες τις προϋποθέσεις των φυσικών επιστημών· όποιας φύσης κι αν είναι αυτές δείχνουν με επάρκεια τα παραδείγματα που πραγματευτήκαμε. Αν τις ανασκοπήσουμε και πάλι, αμέσως αναγνωρίζουμε πως έχουν ανάγκη της έννοιας του χρόνου για να εφαρμοσθούν. Οι νόμοι για το αμετάβλητο της ύλης και της ενέργειας μαρτυρούν πως ένα μέγεθος σε οποιοδήποτε χρόνο μένει το ίδιο, ενώ ο νόμος της αιτιότητας δίνει από την απλή χρονική ακολουθία των γεγονότων τάξη, που μπορεί να γίνει νοητή. Τα αξιώματα της καθαρής φυσικής επιστήμης περιέχουν λοιπόν, εκτός από τους τ ύ π ο υ ς μ ε τ ο υ ς ο π ο ί ο υ ς ε ί ν α ι δ υ ν α τ ή η ν ό η σ η και που ο Kant ονομάζει κ α τ η γ ο ρ ί ε ς , ακόμα και τους τ ύ π ο υ ς μ ε τ ο υ ς ο π ο ίο υ ς ε ί ν α ι δ υ ν α τ ή η α ί σ θ ησ η. Η καθαρή αυτή φυσική επιστήμη γίνεται γόνιμη μόνο εφόσον προηγούμενα υποτάξει στον εαυτό της το υλικό των αισθημάτων. Το υλικό αυτό έχει την ικανότητα για να το προσλαμβάνει, όχι όμως και να το απαγάγει από θεμελιώδη αξιώματά της, να το παράγει από ίδια μέσα.

3. Η Μεταφυσική σαν επιστήμη έχει δυνατότητες ύπαρξης; Με τις τελευταίες φράσεις στην ουσία δόθηκε αρνητική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Παλιότερα νομίζανε πως από μόνη την καθαρή νόηση, χωρίς να δανείζεται τίποτα από την εμπειρία, θα ήταν δυνατόν ν' απαχθούνε γνώσεις για το θείο και των σχέσεών του προς τον κόσμο. Τώρα γνωρίζουμε, πως πρώτα - πρώτα κάθε γόνιμη εφαρμογή των γενικών τύπων με τους οποίους σκεφτόμαστε είναι δυνατή μόνο με την βοήθεια των τύπων της αίσθησης, δηλαδή του χώρου και του χρόνου. Το αξίωμα με το οποίο κάθε μεταβολή αναγκαία οφείλεται σε κάποιο αίτιο, έχει νόημα μόνο μέσα στα πλαίσια των συμβάντων του χρόνου. Όταν η προγενέστερη μεταφυσική αποφαινόταν: ο κόσμος είναι προγενέστερός μας, επομένως πρέπει να υπάρχει αναγκαία κάποιο αίτιό του, επιδίωκε με τον συλλογισμό αυτό αντί να χρησιμοποιήσει την έννοια του αίτιου μέσα στον κόσμο, να την επεκτείνει αντίθετα στο όλο του κόσμου και τις σχέσεις του με κάτι που υπάρχει έξω απ' αυτόν. Έτσι όμως αυτή ξεπερνούσε τα όρια μέσα στα οποία είναι δυνατή η εμπειρία, μέσα στα οποία και μόνο αποκτούν σταθερότητα και περιεχόμενο οι τύποι με τους οποίους νοούμε. Το περιστέρι που πετάει στον αέρα και που αισθάνεται την αντίστασή του θα μπορούσε να νομίσει, πως σε χώρο κενό από αέρα, που καμιά αντίσταση δεν θα το εμπόδιζε, θα μπορούσε να πετάει πολύ καλύτερα. Δεν ξέρει, πως παρά την ιδέα του, μόνο η αντίσταση του αέρα δίνει στήριγμα και δύναμη στις ποιητικές κινήσεις του. Όμοια νομίζει και ο μεταφυσικός πως θα μπορούσε να νοεί καλύτερα, αν έλειπε η αντίσταση του υλικού της αίσθησης, λησμονώντας πως μόνο το υλικό εκείνο γεμίζει με περιεχόμενο τους τύπους της νόησης και κάνει μπορετή την εφαρμογή τους. Η εξαγωγή μεταφυσικών συμπερασμάτων από την εμπειρία είναι πραγματικά αδύνατη. Γιατί από τις εμπειρίες μπορούμε να εξετάσουμε συλλογισμούς μόνο για τ' αντικείμενα και τα συμβάντα, που έχουν

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

ομοιότητες μ' αυτές. Η ο λ ό τ η τ α όμως του κόσμου, όντας αναγκαία απρόσιτη στην εμπειρία από αυτή την ίδια την έννοιά της, και το θείο παραμένουν λοιπόν άγνωστα. Συμπερασματικά: η μεταφυσική σαν επιστήμη δεν έχει δυνατότητες ύπαρξης.

4. Πως εξηγείται το γεγονός της εσωτερικής δυνατής μας ανάγκης για μεταφυσική; Όλη η γνώση μας είναι μια εργασία που εξελίσσεται· συνεχώς προσαρμόζουμε στην επιστημονική γνώση νέο υλικό της κατ' αίσθηση αντίληψης· πάντα και συνεπέστερα ζητάμε ν' αντιληφθούμε τους θεμελιώδεις νόμους της φύσης και πάντα τελειότερα να υποτάξουμε σ' αυτούς τις επιστημονικές γνώσεις. Ο ερευνητής σαν σκοπό αυτής της προσπάθειας έχει την ενιαία γνώση του κόσμου. Βέβαια η γνώση του κόσμου σαν σύνολο δεν έχει δοθεί έτοιμη, όμως έχει προβληθεί σα σκοπός. Ναι μεν ο φρόνιμος διανοητής γνωρίζει, πως η πεπερασμένη διάνοια του ανθρώπου ποτέ δεν θα λύσει στ' αλήθεια το ατέρμονο εκείνο ζήτημα· παρ' όλ' αυτά όμως το πρόβλημα αυτό δίνει στην ακατάπαυστη εργασία του σκοπό και κατεύθυνση. Εντελώς φυσικά έχει ο άνθρωπος τον πόθο να ζωγραφίσει στον εαυτό του κάπως σαφέστερα το ιδεώδες αυτό των γνωσιολογικών του προσπαθειών. Αμέσως όμως μόλις το επιχειρήσει διδάσκεται από την πείρα του, πως τα γήινα χρώματά του είναι ακατάλληλα γι' αυτό. Όμως παραμένει ο πόθος· και θα δούμε γι' αυτό πόσο σημαντικό πρέπει να είναι το γεγονός αυτό για την όλη αντίληψή μας για κόσμο και ζωή. Το γεγονός της ανάγκης μας για μεταφυσική εξηγείται από την φύση της γνώσης μας, μιας και είναι μια τάση για ανέφικτο σκοπό. Η κριτική της γνώσης που άσκησε ο Kant έχει λοιπόν διπλή όψη. Η μια, η θετική, είναι στραμμένη στη γνώση της εμπειρίας. Αυτή θεμελιώνεται ασφαλώς με τους καθαρούς τύπους της Αίσθησης, δηλαδή του χώρου και του χρόνου, και με τους τύπους της Νόησης, δηλαδή των Κατηγοριών. Μέσα στην περιοχή της Εμπειρίας υπάρχουν θεμελιώδη αξιώματα, που είναι ασφαλέστερα από κάθε επιμέρους εμπειρία, και με τα οποία γίνεται κατ' αρχή δυνατή, η όλη εμπειρία, δηλαδή οι θεμελιώδεις κανόνες της αίσθησης και της νόησής μας. Όλοι όμως αυτοί οι κανόνες μπορούν να εφαρμοστούν, μόνο εφόσον είναι μπορετό να γεμίζονται με ύλη που παίρνεται από την Εμπειρία. Γι' αυτό η κριτική της γνώσης στρέφει το πρόσωπό της αποτρεπτικά κι αρνητικά σε κάθε δοξασία, που επιζητάει να εποικοδομήσει ένα υπερβατικό κόσμο μόνο από λογικές έννοιες. Την έννοια του παντελείου όντος, ας πούμε, δεν μπορούμε καθόλου να τη συλλάβουμε. Ο Descartes είχε αποδείξει απαγωγικά τη σκέψη, αυτή μαζί με το συναίσθημα της ατέλειάς μας από την αρχική αμφιβολία που υπάρχει μέσα μας· κι ο Spinoza είχε μοχθήσει να συντονίσει στη φύση του παντελείου όντος με τέτοιο τρόπο τα όντα και τα φαινόμενα, ώστε αυτά να προέρχονται απ' το παντέλειο ον με μαθηματική ανάγκη. Συγκρίνοντας κανείς τον Kant με τους δυο παραπάνω φιλόσοφους μπορεί να πει, πως ναι μεν ο Kant συνομολογεί με τον Descartes ότι η νόησή μας ατελώς μόνο πλησιάζει κάποιο σκοπό, που της φαίνεται σαν κάποιο ανέφικτο ιδεώδες. Προσθέτει όμως, πως το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε απ' το σκοπό αυτό είναι πως παριστάνεται στη νόησή μας σα σκοπός, και πως παρέχει δικιά του κατεύθυνση. Καθόλου δεν δικαιούμαστε να ισχυριστούμε, πως φέρνουμε μέσα μας την έννοια οποιουδήποτε θείου, που σ' αυτήν πραγματώνεται ο σκοπός μας. Ακόμα και ο συλλογισμός, με τον οποίο από την ύπαρξη της έννοιας κάποιου παντελείου όντος συνάγεται και η αληθινή υπόστασή του, είναι ψεύτικος. Αυτή η δήθεν αναμφίβολη απόδειξη για την ύπαρξη του θεού είχε διατυπωθεί από φιλόσοφους του μεσαίωνα πολύ πριν τον Descartes και στην ουσία είναι έτσι: Στην έννοια του παντελείου όντος ανήκει κάθε επιμέρους τελειότητα. Μα και η ουσία, η πραγματικότητα είναι τελειότητα· πρέπει λοιπόν το παντέλειο ον να είναι πραγματικό, γιατί αλλιώς θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως υπάρχει ένα άλλο ον, που εκτός απ' τις υπόλοιπες ιδιότητες, θα είχε και την ιδιότητα και του πραγματικά υπαρκτού· που θα 'τανε λοιπόν τελειότερο απ' το παντέλειο ον. Αυτό όμως αντιφάσκει με την έννοια ενός τέτοιου όντος και γι' αυτό είναι αδύνατο. Ο Kant απαντάει στην παραπάνω απόδειξη, πως ποτέ δεν μπορούμε να συμπεράνουμε από μόνη μια

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

έννοια την πραγματική υπόσταση εκείνου που νοείται μέσα σ' αυτή την έννοια. Μπορούμε να ισχυριστούμε πως υπάρχει κάτι πραγματικά μόνο εκεί, που η εμπειρία μας μας δίνει το δικαίωμα αυτό. Παρόμοια δεν μπορεί κανείς να λέει πως η έννοια ενός παντελείου όντος που πραγματικά υπάρχει θα υπέρβαλλε, όσον αφορά την τελειότητα, την έννοια ενός άλλου παντελείου όντος, που ίσως ενδεχόμενα υπάρχει. Αυτό θα ήταν σαν να ήθελε κανείς να ισχυριστεί, πως εκατό δραχμές που ελπίζει ν' αποκτήσει είναι, αν τις κρίνουμε στην έννοιά τους, λιγότερες από εκατό δραχμές που 'χει στο πορτοφόλι του. Και ακριβώς αυτή η αποσυνθετική πλευρά της φιλοσοφίας του Kant προξένησε την πιο μεγάλη εντύπωση στους σύγχρονούς του. Ένας από τους πιο γνωστούς Γερμανούς διανοούμενους της εποχής εκείνης ο Μωυσής Μέντελσον, ονόμασε γι' αυτό τον λόγο τον Kant: αυτόν που κατασυντρίβει τα πάντα. Για μας, που γνωρίσαμε πολύ οξύτερους απαρνητές, ο Kant είναι προπαντός θεμελιωτής ασφαλούς γνώσης και καθοδηγητής μιας βιοθεωρίας, που, αν και αποκρούει τα απατηλά φαντασιοκοπήματα, όμως μας διαφυλάττει τους σκοπούς και τις αξίες της ύπαρξής μας. Ποτέ δεν μπορούμε στ' αλήθεια να καταλάβουμε το Σύμπαν· όμως όλη η γνώση μας αντλεί νόημα από το έργο που έχει, να διαμορφώσει σε ένα όλο τις επιμέρους εμπειρίες. Στην επιδίωξη της γνώσης, σ' αυτό τούτο το έργο βρίσκεται η μοναδική σχέση που καταλαβαίνουμε και που βρισκόμαστε με το άπειρο και το ακατανόητο. Το ύψιστο, προκειμένου για τη γνώση, είν' ένας σκοπός, ένα καθήκον, που την εκπλήρωσή του ζητάμε με αυτή. Έτσι η Καντιανή Φιλοσοφία συμπίπτει με την ηθική φιλοσοφία του. Δεν ξέρουμε τίποτα για κανένα υπερούσιο κόσμο, που βρίσκεται πέρα από την εμπειρία μας· με λόγια δηλαδή, ίσως δεν έχουμε το δικαίωμα ν' αρνηθούμε την ύπαρξη ενός τέτοιου κόσμου, όμως δεν μπορούμε να εκφέρουμε καμία γνώμη για αυτόν. Ένα όμως γνωρίζουμε με βεβαιότητα· πως δηλαδή έχουμε καθήκοντα και υποχρεώσεις. Αυτή η γνώση δεν μας οδηγεί ακόμα παραπέρα σ' άλλα προβλήματα; Στην αρχή αυτών των διαλέξεων χαρακτήρισα αυτό το ερώτημα: «ποιος είναι ο προορισμός μου στον κόσμο αυτό;» σαν το θεμελιώδες πρόβλημα της Φιλοσοφίας. Το παραπάνω ερώτημα οδήγησε σε ένα άλλο, το εξής: «Τι είν' αυτός ο κόσμος;» Καμιά φορά θα σχηματίσουμε τη γνώμη, στη διάρκεια των προηγουμένων διαλέξεων, πως τα δυο παραπάνω προβλήματα θα βρίσκονταν μόνο σε μια εξωτερική συνάφεια μεταξύ τους. Τώρα θα 'χετε καταλάβει τον εσωτερικό σύνδεσμό τους. Με κανένα τρόπο δεν μπορούμε ν' αποδείξουμε τον προορισμό της ύπαρξής μας από μια συνολική γνώση του κόσμου, όπως επιθυμούσε ο Spinoza. Αντίθετα γνωρίζουμε για την ολότητα του κόσμου, για κάθε τι που ονομάζουμε ενότητα, ουσία του, με τόση μόνο ασφάλεια· πως δηλαδή ο κόσμος παρουσιάζεται μπροστά μας σαν ένα πρόβλημα, που η τέλεια λύση του δεν θα δοθεί ποτέ. Αυτόν τον σκοπό, που η εκπλήρωσή του αναγκαία απαιτείται από 'μας δεν θα γίνει όμως ποτέ, ονομάζουμε ιδέα. Η ενότητα, η ουσία του κόσμου είναι ιδέες, στις οποίες πρέπει να πλησιάσει η γνώση μας με αδιάλειπτη, γεμάτη από τη συναίσθηση του καθήκοντος, εργασία Η τελευταία λέξη της θεωρητικής Φιλοσοφίας του Kant, η λέξη «πρέπει» είναι ταυτόχρονα η κύρια και χαρακτηριστική λέξη της Ηθικής του, που η έκθεσή της θ' αποτελέσει το θέμα της τελευταίας διάλεξής μας. Και στη συναρμογή με αυτή θα μιλήσουμε και για τον άνδρα, που μετέφερε στη ζωή την Ηθική αυτή, δηλαδή για τον F i c h t e .

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Έκτη διάλεξη Fichte (Η πρακτική Φιλοσοφία του Kant).

Λόγω της δυσχέρειας του θέματος θεωρούμε καλό να συνοψίσουμε τα πορίσματα της προηγούμενης διάλεξης κατάλληλα σε μερικές φράσεις. Ο Kant έδειξε πως: 1. Η γνώση μας είναι κατεργασία πλήθους συρρεόντων αισθημάτων με τους απαραίτητους νόμους του λογικού μας. Οι λογικοί αυτοί νόμοι εφαρμόζονται, γιατί τα αισθήματά μας τα αποκτάμε με την διάταξη του χώρου και του χρόνου που διέπει την αίσθηση. 2. Οι καθαροί τύποι της αίσθησης, ο χώρος και ο χρόνος, όπως και τα θεμελιώδη αξιώματα με τα οποία επιτελείται η νόηση (δηλαδή οι Κατηγορίες, όπως π.χ. το αξίωμα της αιτιότητας), δεν βγαίνουνε από την εμπειρία· πολύ περισσότερο μπορεί να υπάρξει μια εμπειρία, αν με τον όρο αυτό εννοούμε την κατεργασία με ορισμένη διάταξη των αισθημάτων μόνο μέσα από τους καθαρούς τύπους της αίσθησης και της νόησης. 3. Τα θεμελιώδη αξιώματα, με τα οποία επιτελείται η νόηση, μπορούν να εφαρμοστούν μόνο μέχρι το σημείο, που φτάνει η δυνατότητα της εμπειρίας μας. Μπορούμε να έχουμε εμπειρία μόνο μερικών πραγμάτων και γεγονότων. Έχουμε σαν έργο μας, να την συνενώνουμε όλο και τελειότερα σε ενιαίο ρόλο. Αυτό όμως το όλο, δηλαδή τον κόσμο, ποτέ δεν μπορούμε να το συλλάβουμε σαν όλο. Ο κόσμος δεν μάς δόθηκε έτοιμος· η σύλληψη και η νόησή του είναι ο σκοπός μας. 4. Η Φιλοσοφία δεν πρέπει να ξεκινάει από αναπόδεικτες δοξασίες για τα όντα, μα πρέπει να προσαρμόζεται στους νόμους της Γνώσης. Αν ονομάσουμε τη Φιλοσοφία που ξεκινάει από τα res (=πράγματα), Realismus (=πραγματισμό) κι αυτή που ξεκινάει απ' τις ιδέες (=διανοήματα) Idealismus (=ιδεαλισμό), πρέπει μ' όσα είπαμε κάθε αληθινή Φιλοσοφία να είναι ιδεαλισμός. Αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου, πως η αλήθεια εξαρτάται από τις τυχαίες παραστάσεις ενός και μόνον ανθρώπου. Αντίθετα μάλιστα μπορούμε να στηριχθούμε στις προϋποθέσεις της γνώσης, που κάθε άνθρωπος ε ί ν α ι α ν α γ κ α σ μ έ ν ο ς ν' αναγνωρίσει με τον ίδιο τρόπο, εφόσον οπωσδήποτε εξετάζει θεληματικά το πρόβλημα της γνώσης. 5. Τα θεμελιώδη αξιώματα της γνώσης παρουσιάζονται σαν επιταγές για τον επιμέρους άνθρωπο. Π ρ έ π ε ι π.χ. σε κάθε μεταβολή ν' αναζητάμε την αιτία της. Πράξη λέμε το να φέρνουμε σε πέρας μια επιταγή. Έτσι και η ίδια η γνώση (το θεωρητικό λογικό) φαίνεται σαν κάποιο είδος πράξης. Η βεβαιότητα της γνώσης στηρίζεται στην πίστη, πως υπάρχουνε επιταγές που απευθύνονται στην πνευματική μας δράση. Έτσι οδηγεί η θεωρητική Φιλοσοφία στην πρακτική. Γι' αυτό μιλάει ο Kant για πρωτεία του πρακτικού λογικού. Ο άνθρωπος επιθυμεί την αλήθεια και την ακόλουθη γνώση του κόσμου. Πρέπει να την θέλουμε και διαισθανόμαστε πως η επιταγή αυτή και η υπακοή σ' αυτήν έχει μεγαλύτερη αξία από την πρόσκαιρη ζωή μας. Η γνώση όμως, μολαταύτα, δεν είναι βέβαια το μοναδικό, που πρέπει να επιδιώκουμε. Πρέπει να συμπληρώνουμε όλες τις παρατηρήσεις που κάνουμε με μία σκέψη που εισδύει βαθύτερα, που αποσκοπεί ευρύτερα. Η τάση μας για γνώση έχει κοινή την αγνότητα της πρόθεσης για κάθε ηθική τάση. Ηθική είναι παντού η βούληση, που δεν επιδιώκει για τον εαυτό της πλάγιους σκοπούς, μα κάνει το δίκαιο για χάρη της ιδέας του δικαίου. Ο Kant στην επικεφαλίδα της ηθικής Φιλοσοφίας του βάζει τον περίφημο αφορισμό: Π ο υ θ ε ν ά σ τ ο ν κ ό σμ ο κ αι , π ε ρ ι λ ηπ τ ι κ ά , έ ξ ω α π ' α υ τ ό ν α κ ό μ α μ π ο ρ ε ί ν α ν ο ηθ ε ί κ ά τ ι , π ο υ

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

θα μ πο ρο ύσε, χωρ ίς κανένα περ ιο ρ ισμ ό , να θεωρ ηθεί σαν αγ αθό , παρ ά μ ο νάχα η αγ αθή βούληση. Ο Kant εδώ δεν ξεκινάει απ' την πράξη· κι ακόμα λιγότερο απ' το πετυχημένο αποτέλεσμά της, παρά μονάχα απ' την βούληση. Η επιτυχία των πράξεών μας πολλές φορές δεν εξαρτάται από μας. Από την πράξη, όπως εμφανίζεται εξωτερικά, δεν μπορεί κανείς να διαγνώσει το ελατήριο στο οποίο οφείλεται. Την τελική γνώμη για το αν πράξαμε δίκαια ή άδικα, μας δίνει πάντοτε η δικιά μας μόνο συναίσθηση για τη φύση της βούλησής μας, δηλαδή η συνείδηση. Η αγαθή βούληση επιθυμεί εκείνο που έκρινε σαν δίκαιο. Ο ορισμός αυτός είναι τυπικός, δηλαδή αν τον πάρεις όπως είναι δεν δίνει καμιά πληροφορία για το πώς πρέπει να ενεργούμε σε κάθε περίπτωση. Μάλιστα είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχόμαστε αδίστακτα την αγαθή βούληση, την αγαθή πρόθεση αυτού που πράττει, και σε περιπτώσεις ακόμα βδελυγματικών πράξεων. Ανάμεσα στους Ρώσους επαναστάτες, που τις σφαγές τους διαβάζουμε με φρίκη, θα υπάρχουν μερικοί τουλάχιστον, που δεν κινιούνται από ταπεινά ελατήρια (εκδίκηση, δοξομανία), μα από πίστη, πως ο φόνος είναι καθήκον τους. Σ' αυτό συνηγορεί το πως αυτοί θυσιάζουν την ίδια τη ζωή τους, και το πως, όπου δεν τους πλανάει ο φανατισμός τους, είναι οικτίρμονες και πρόθυμοι να δώσουν βοήθεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις προπαντός είμαστε υποχρεωμένοι ν' αναγνωρίσουμε την αγαθή βούληση, γιατί αυτή συνυπάρχει με το παραπλανημένο λογικό. Ο τρόπος μιας ενέργειας, που την κρίναμε σαν επιβεβλημένη να την κάνουμε, λέγεται καθήκον. Αγαθή βούληση είναι λοιπόν η βούληση που έχει συναίσθηση του καθήκοντος· αυτή κάνει το καθήκον για χάρη του ίδιου του καθήκοντος. Έλεγα πριν λίγο, πως καθήκον είναι ο τρόπος ενέργειας που τον αναγνωρίζουμε σαν ε π ι β ε β λ η μ έ ν ο για μας. Από πού προέρχεται αυτή η προσταγή; Ασφαλώς όχι από μια εξωτερική γήινη δύναμη. Εξωτερική, υπέρτερη δύναμη μπορεί να μας αναγκάσει να κάνουμε αυτό που θέλει σωματικά· ακόμα μπορεί να μας κατατρομάζει και να επιδράσει στην αδυναμία μας. Είναι ανίκανη όμως να κάνει ώστε να θεωρήσουμε κάτι σαν δίκαιο ενάντια στην ελεύθερη, εσωτερική πεποίθησή μας. Ακόμα και μια θεία προσταγή δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Το καθήκον δεν το εννοούμε, σαν μια οποιαδήποτε τυχαία θεία αποκάλυψη που είναι βαλμένη στη Γραφή ή αλλιώς σε ένα βιβλίο, ή και σε γνωμικό, μα αντίστροφα: βλέπουμε μόνο θεία αποκάλυψη στην Αγία Γραφή, γιατί κι εφόσον η γνώση μας συμφωνεί με τις εντολές τους. Η ηθική αποκρούει κάβε ετερονομία. Δ ε ν ε ί ν α ι υ π ο τ α γ μ έ νη σ ε ξ έ ν ο υ ς ν ό μ ο υ ς · μέσα της νομοθετεί γι' αυτήν το εσώτατο είναι μας. Είναι α υ τ ό ν ο μ η . Είπανε για την Ηθική του Kant πως είναι στενόχωρη, πως έχει κάτι μέσα της από την μικροαστική νοοτροπία και την νοοτροπία του κράτους που διέπεται από τις αστυνομικές διατάξεις. Πιστεύω πως εσείς δεν θα δοκιμάσατε από την έκθεση των θεμελιωδών ιδεών του Kant παρόμοιο συναίσθημα. Εντελώς αντίθετα, η Ηθική του είναι Ηθική για ενήλικες αυστηρή και υπέρτατη ηθικότητα. Δεν μυρίζει καθόλου αστυνομοκρατία. Η αστυνομία και το κρατικό δικαστήριο δεν μπορούν καθόλου να καθορίσουν τις εσωτερικές περιπτώσεις, που αφορούν κυρίως την Ηθική· πρέπει μάλιστα να μην το επιχειρούν. Έργο τους είναι να διατηρούν την εξωτερική κοινωνική τάξη. Ενδιαφέρονται επομένως μόνο για την εξωτερική νομιμότητα των διαφόρων πράξεων. Το αν κανείς δεν κλέβει, γιατί κρίνει σαν αδικία την κλοπή ή γιατί φοβάται τη φυλακή είναι αδιάφορο στις παραπάνω εξωτερικές δυνάμεις. Ο λόγος για τον οποίο δεν κλέβει οφείλει και πρέπει να μην τις ενδιαφέρει, επειδή είναι εξωτερικές δυνάμεις. Και παραπέρα· η εξωτερική δύναμη θα έπρεπε να καταδιώκει τις ενέργειες που διαταράσσουν την τάξη, ακόμα κι αν αυτές προέρχονται από ηθικό φρόνημα που παραπλανήθηκε, όπως παραδείγματος χάριν οι φόνοι των Ρώσων επαναστατών. Από την εκτίμηση της αγαθής βούλησης, σαν του ύψιστου στον κόσμο, έπεται πως πρέπει να φερόμαστε με σεβασμό στους συνανθρώπους μας. Γιατί σε κάθε άνθρωπο υπάρχει έμφυτη η δυνατότητα να αιχμαλωτιστεί στην βαθμίδα της αγαθής βούλησης. Ακόμα και στον πιο διεφθαρμένο άνθρωπο πρέπει να μην αρνηθούμε την πιθανότητα, πως θα μπορούσε να σκεφτεί να καλυτερέψει. Γι' αυτό πρέπει να μην μεταχειριζόμαστε τον άνθρωπο σαν ένα άψυχο αντικείμενο,

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

σαν απλό δηλαδή μέσο για επίτευξη ορισμένου σκοπού, μα να παίρνουμε πάντα υπόψη μας την ιδιαίτερη αξία καθενός. Εδώ δεν δικαιούμαστε ν' αξιώνουμε κανένα προνόμιο για τον εαυτό μας μα να συμπεριφερόμαστε με τέτοιο τρόπο, όπως θα απαιτούσαμε να συμπεριφερθεί καθείς που θα βρισκόντανε στην ίδια θέση με την δική μας. Αν δηλαδή μας έρθει ο πειρασμός να μην τηρήσουμε μια υπόσχεση που δώσαμε πρέπει να προβάλλουμε στον εαυτό μας το ερώτημα, τι θα συνέβαινε αν όλοι οι άνθρωποι στη θέση μας έκαναν το ίδιο; Εάν καθένας παράβαινε το λόγο του, αμέσως μόλις η τήρησή του θα του ήταν δυσάρεστη, τότε θα εξαφανιζόταν κάθε εμπιστοσύνη στο λόγο που έδωσε και συνεπώς η σταθερότητα και η πίστη στην ανθρώπινη κοινωνία. Από τις σκέψεις αυτές συμπεραίνεται γιατί είναι ανήθικη η αθέτηση λόγου που δόθηκε. Και έτσι γίνεται νοητός ο τύπος με τον οποίο έκφρασε ο Kant τον ηθικό νόμο. «Κ Κ α ν ό νι ζ ε έ τ σ ι τ ι ς π ρ ά ξ ε ι ς σ ο υ ώ σ τ ε η α ρ χ ή π ο υ δ ι έ π ε ι τ η β ο ύλ η σ ή σ ο υ ν α μ πο ρ ε ί σ ' ο π ο ιο δ ή π ο τ ε χ ρ ό ν ο ν ' α π ο τ ελ ε ί α ξ ί ω μ α κ α θο λ ι κ ής ν ο μ ο θ ε σ ί α ς ». Ο Kant την απαίτηση αυτή την λέει κ α τ η γ ο ρ ι κ ή π ρ ο σ τ α γ ή , έκφραση που σεις τώρα εύκολα θα καταλαβαίνετε. Κάθε άλλη προσταγή ισχύει μόνο με ορισμένες προϋποθέσεις. Ο γιατρός π.χ. προστάζει τον στομαχικό να ζει συγκρατημένα, αν θέλει να 'ναι υγιής. Αν όμως αυτός προτιμάει τη λαιμαργία από την υγεία η παραπάνω διαταγή παύει πια να ισχύει. Το Ρωμαϊκό κράτος διάταξε τους Χριστιανούς να προσφέρουν θυσίες στ' αγάλματα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Η διαταγή όμως αυτή τους δέσμευε μόνο εφ' όσο θα επιθυμούσαν να παραμείνουν στη ζωή, κι οι Μάρτυρες προτιμούσαν τον θάνατο από την παραβίαση του θρησκευτικού τους συναισθήματος. Όλες οι τέτοιου είδους διαταγές ισχύουν μόνο υπό όρους, υποθετικά. Ο ηθικός νόμος είναι η μοναδική προσταγή, που έχει αξίωση απόλυτη, κατηγορηματικής υπακοής. Αφού η αγαθή βούληση, αυτή δηλαδή που έχει συνείδηση των καθηκόντων της, είναι το ύψιστο, το ασφαλέστατο, και σπουδαιότατο απ' όλα όσα υπάρχουν για μας, έπεται πως πρέπει να είναι δυνατός ο κανονισμός των πράξεών μας, με ελεύθερη βουλητική απόφαση, σύμφωνα με τον γνώριμο ηθικό νόμο, δηλαδή π ρ έ π ε ι ν α ε ί μ α σ τ ε ε λ ε ύ θ ε ρ ο ι . Παραπέρα προβάλλουμε την αξίωση να ά ρ χ ε ι η αγαθή βούληση. Στο μικρό τμήμα του κόσμου που επισκοπούμε ασφαλώς δεν συμβαίνει η παραπάνω περίπτωση. Πολύ συχνά ο ευγενέστατος άνθρωπος υποκύπτει στον ασυνείδητο φαύλο, κι ακόμα συχνότερα η άριστη βούλησή μας αγωνίζεται μάταια ενάντια στα εμπόδια του ρου της φύσης, ενάντια σε ασθένειες, στερήσεις και δυστυχήματα. Το σύνολο του κόσμου όμως δεν το γνωρίζουμε. Δεν ξέρουμε πως μέσα σ' αυτό το σύνολο εξομαλύνονται οι αντιφάσεις. Γι' αυτό συνάγεται από την ηθική προσταγή, πως οπωσδήποτε πρέπει να συμβαίνει κάποιος τέτοιος συμβιβασμός. Έτσι θεμελιώνεται η πίστη στην ηθικότητα. Πίστη εδώ δεν σημαίνει το «να θεωρείς πιθανό»· πολύ περισσότερο εδώ η λέξη παίρνει την θρησκευτική έννοια, όπως π.χ. την διασαφήνισε ο Λούθηρος στην προς Εβραίους επιστολή του Παύλου «πίστη είναι η βεβαιότητα σ' αυτό που δεν βλέπεις». Η πίστη είναι βεβαιότητα και επειδή η βεβαιότητα αυτή προέρχεται από τις απαιτήσεις της λογικής μας, ο Kant κάνει λόγο για λογική πίστη. Πίστη όμως είναι η βεβαιότητα σ' αυτό που δεν βλέπεις. Πριν όμως δεν μπορούμε να δούμε έστω και στη μεταφορική έννοια της λέξης την όλη ρύθμιση του σύμπαντος. Πώς διοικεί το θείο, το αγνοούμε. Μ ό ν ο τ ο ό τ ι δ ι ο ι κ ε ί κ ά π ο ι α θ ε ό τ η τ α μ α ς ε ί ν α ι β έ β α ι ο α π ό η θ ι κ ο ύ ς λ ό γ ο υ ς . Κι επειδή μονάχα με την ηθική βούληση βρισκόμαστε σ' αληθινή σχέση με το θείο, μπορούμε συνεπώς να υπηρετήσουμε το θεό μόνο με δίκαιες πράξεις. Κάθε πίστη, που νομίζει πως γίνεται αρεστή στο θεό με τις εξωτερικές εκδηλώσεις της λατρείας, είναι δεισιδαιμονία. Καταλαβαίνετε με πόση εσωτερική συνέπεια συνδέονται η θεωρητική και η πρακτική Φιλοσοφία του Kant. Ακόμα και ιστορικά και τα δυο μέρη απαρτίζουν αδιάσπαστη ενότητα. Ήδη, στην πρώτη έκδοση της Κριτικής του καθαρού λόγου, υποδήλωσε ο Kant την συμπλήρωση του έργου του με την ηθική Φιλοσοφία του που θα ακολουθούσε. Σε καμιά στιγμή της ζωής του δεν κατείχε ο Kant μονάχα τα αρνητικά μέρη της Φιλοσοφίας του. Το τονίζω αυτό, γιατί πολλές φορές υποστηρίζεται το αντίθετο. Ο Ε ρ ρ ί κ ο ς Χ ά ι ν ε είπε κάποτε με το γνωστό του πνευματώδη τρόπο. Ο Kant θανάτωσε τον καλό θεό στην Κριτική του του καθαρού λόγου· μετά όμως συλλογίστηκε ο φιλόσοφος το γέρο του υπηρέτη Λαμπ, που, συνοδεύοντάς τον στους τακτικούς περιπάτους του, κρατούσε την ομπρέλα. Σκέφτηκε λοιπόν, πως ο Λαμπ χωρίς τον καλό θεό δεν θα μπορούσε να 'ναι ευτυχισμένος· από Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

πρακτική άποψη όμως ήταν αναγκαίο να είν' ο Λαμπ ευτυχής, γι' αυτό κι ο Kant στην Κριτική του πρακτικού λόγου ανάστησε πάλι τον καλό θεό. Αυτό είναι τόσο διασκεδαστικό, όσο και ψέμα. Ο Kant στην Κριτική του καθαρού λόγου για την ακρίβεια δεν αναίρεσε την ύπαρξη του θείου, μα απλά αποδυνάμωσε τις ψεύτικες αποδείξεις για την ύπαρξη του θείου, κι έδειξε, πως, από καθαρά θεωρητικούς λόγους, δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα για την ύπαρξη ή όχι του θεού. Στο βάθος όμως υπήρχε ταυτόχρονα η πίστη πως υπάρχουν άλλοι λόγοι ηθικής φύσης, με τους οποίους βεβαιωνόμαστε για την ύπαρξη του θεού. Ό,τι έκφρασε ο Χάινε χαριτωμένα επανάλαβε αργότερα ο Ε ρ ν έ σ τ ο ς Χ α ί κ κ ε λ σε ξερό δασκαλίστικο ύφος. Δεν έγινε όμως γι' αυτό κι αληθινότερος. Φυσικά κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ελέγχει, αν έχει βάση ο σύνδεσμος που ισχυρίζεται ο Kant ότι υπάρχει ανάμεσα σε θεωρητική και πρακτική Φιλοσοφία. Όμως ο ισχυρισμός πως ούτε και γι' αυτόν τον φιλόσοφο δεν υπήρχε τέτοιος σύνδεσμος, πως δηλαδή ο Kant από εξωτερικά αίτια ή από εσωτερική δειλία άλλαξε γνώμη, στηρίζεται και στην πιο άριστη περίπτωση σε χονδροειδή άγνοια των γεγονότων. Παρά την συνήθεια που κράτησα σε όλες μου τις διαλέξεις, παραπάνω καταπολέμησα άμεσα και τραχιά μια ξένη γνώμη. Έπρεπε όμως να το κάνω αυτό, γιατί η γνώμη που καταπολέμησα καταντάει να εκθέτει σε κοινό χλευασμό το πολυτιμότατο απ' όσα επεξεργάστηκε, κατά την στέρεη πεποίθησή μου, η Φιλοσοφία του Kant για την ζωή όλων μας. Το πολυτιμότατο αυτό θα σας επιδείξω τώρα δα σε μια μεγαλοπρεπή εικόνα. Γιατί ο J o h a n n G o t t i l i e r F i c h t e , ο αυτόνομος μαθητής του Kant, ήταν ταυτόχρονα η ζωντανή ενσάρκωση της ηθικής του Kant. Η Εξέταση της προσωπικότητας του Fichte κλείνει σε κανονική περιφέρεια την σειρά των διαλέξεών μου. Άρχισα με Φιλοσοφία, που ήταν γεμάτη ζωή. Μετά έδειξα, πως η διανόηση όλο και περισσότερο υποχρεώθηκε να αποσυρθεί στον ήσυχο κήπο του Πλάτωνα, κι ακόμα βαθύτερα στο μοναχικό σπουδαστήριο του νεότερου διανοητή. Τώρα όμως θα σας μιλήσω για κάποιον, που ναι μεν γνώρισε το όφελος σε συνέπεια και εμβρίθεια που προσφέρει η κατ' ιδία σκέψη, αφού μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε μελετώντας μακριά από τον κόσμο, μα που, παρά ταύτα, αυτό που με κόπο απόκτησε το ξανάφερε στην ζωή και το έβαλε στην υπηρεσία της. Ο F i c h t e γεννήθηκε στις 19 Μαΐου 1761 στο χωριό, Rammenau, που ανήκει στην περιοχή του Σαξονικού Ομπερλάουζιτς από πατέρα λινουργό και ταινιοπώλη. Αν και οι χειρώνακτες υφαντές της εποχής εκείνης δεν είχανε καταδικαστεί σε πείνα από το συναγωνισμό των εργοστασίων, μολαταύτα οι γονείς του Fichte ήταν φτωχοί, αφού μάλιστα τον μεγαλύτερο γιο ακολουθήσανε επτά ακόμη αδέλφια. Τον καιρό που φοιτούσε στο σχολείο του χωριού του, ο μικρός Fichte ήταν αναγκασμένος να συνεισφέρει και αυτός στην συντήρηση της οικογενείας του, σαν χηνοβοσκός. Το ζωηρό πνεύμα του άρπαξε με ζέση την μοναδική πνευματική παρόρμηση που του προσφερόταν. Εκτυπώνονταν δηλαδή μέσα του τα κυριακάτικα Κηρύγματα τόσο καλά, που τα γνώριζε μετά από μνήμης. Μια Κυριακή ήρθε για επίσκεψη στον χώρο δεσπότη του Rammenau ένας πλούσιος γείτονας ευγενής ~~~γραμμή διπλή στο βιβλίο~~~ λύπη του γιατί δεν είχε προφτάσει το κήρυγμα, του μιλήσανε για την ικανότητα του νεαρού Fichte στο να αποδίνει τα κηρύγματα. Του παράγγειλε να έλθει και να επαναλάβει το κήρυγμα, μετά μίλησε με το παιδί και βρήκε πως δεν απόδινε τις λέξεις μηχανικά, μα πως είχε συλλάβει πληρέστατα το νόημα. Η εντύπωση που του έκανε η ιδιοφυία αυτή ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο Μίλτιτζ αποφάσισε να αναλάβει με δικά του έξοδα την εκπαίδευση του Fichte. Αφού προετοιμάστηκε από ένα ιερέα σ' ένα από τα χτήματα του Φον Μίλτιτζ μπήκε το 1774 στο περίφημο εκπαιδευτήριο Schulpforta, που οι μαθητές του ήταν εσωτερικοί (δηλαδή κατοικούσαν μέσα στο Εκπαιδευτήριο). Η αυστηρή πειθαρχία που επικρατούσε εκεί πίεζε το συνηθισμένο στην ελευθερία παιδί από την ώρα που μπήκε. Χειρότερη όμως ήταν για το εύθικτο συναίσθημα της δικαιοσύνης, που ήταν έμφυτο στο παιδί, η ωμότητα των μεγαλύτερων συμμαθητών του απέναντι στους νεότερους. Αυτή τον έσπρωξε σε απόπειρα απόδρασης, απ' την οποία εν τούτοις τον

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

συγκράτησε ο αναλογισμός της θέσης των γονιών του. Έτσι τέλειωσε το εκπαιδευτήριο και πήγε μετά από σοβαρές σπουδές, ιδιαίτερα στις αρχαίες γλώσσες, το 1780 στο Πανεπιστήμιο της Ιένας, που το άλλαξε μετά από λίγο με το πανεπιστήμιο της Λειψίας, για να σπουδάσει θεολογία. Η ανέχειά του και η ανάγκη να κερδίσει το ψωμί του με ιδιωτικές παραδόσεις ζημίωναν τις σπουδές του. Ο Μίλτιτζ είχε πεθάνει. Οι κληρονόμοι του τον υποστήριξαν για κάποιο χρονικό διάστημα, όμως και αυτή η από μιας αρχής ανεπαρκής βοήθεια έλειψε τελείως μετά από λίγο. Υποχρεώθηκε λοιπόν ο Fichte να πιει στάλα - στάλα τις στεναχώριες της ζωής του σπιτικού δάσκαλου και παιδαγωγού. Τελικά κατάντησε εντελώς άπορος. Η ηθικότητά του του απαγόρευε να δανειστεί χρήματα, που έβλεπε πως δεν θα μπορούσε να τα επιστρέψει. Από την απορία αυτή τον απάλλαξε το 1788 ο γέρος ποιητής, Χριστιανός Φ έ λ ι ξ Β ά ι σ ε , (που ήταν νεανικός φίλος του Λέσσινγκ), που του εξοικονόμησε μια θέση σπιτικού δάσκαλου σ' ένα ξενοδόχο στη Ζυρίχη. Ο Αυτοσεβασμός όμως και η συναίσθηση της ευθύνης εμπόδιζαν τον Fichte να βλέπει τους μαθητές του απλά σαν πόρο ζωής δικό του. Θεώρησε την υπηρεσία αυτή σαν γνήσιο δασκαλικό επάγγελμα, και γι' αυτό έκρινε πως είχε το δικαίωμα να καταπολεμήσει κάθε τι που θα διατάρασσε την κανονική εξάσκηση του επαγγέλματός του. Και σαν εμπόδια στην εργασία του έκρινε προπάντων τις αδυναμίες των γονιών. Γι' αυτό το λόγο κατάστρωσε ημερολόγιο, όπου έγραφε τα πιο σπουδαία παιδαγωγικά αμαρτήματα των γονιών· αυτά τους τα διάβαζε στο τέλος κάθε βδομάδας. Ενάμιση χρόνο κράτησε η δουλειά αυτή του Fichte· κι είναι οπωσδήποτε τιμητικό για τον χαρακτήρα των αστών εκείνων, που η διάλυση της συμφωνίας δεν έγινε από δικιά τους επιθυμία αλλά του Fichte. Στην Ζυρίχη δεν βρήκε μονάχα ο Fichte ανακούφιση από τις υλικές ανάγκες, αλλά ακόμα, για πρώτη φορά στη ζωή του, σχέσεις που του αρμόζανε. Ιδιαίτερα στενή ήταν η συναναστροφή του με κάποιον έμπορο Ραν. Αυτός ήταν παλιά φίλος του ποιητή Κλόπστοκ, που είχε παντρευτεί την αδελφή του, και που, μετά το θάνατο της γυναίκας του, φρόντιζε το σπίτι η μοναχοκόρη του Ιωάννα· στον έρωτά της ανταποκρίθηκε ο Fichte, που άφησε την Ελβετία όταν την αρραβωνιάστηκε. Στη Λειψία όταν επέστρεψε τον περίμενε εννοείται η παλιά φτώχεια, που επιτάθηκε από την αντίθεση της θέσης του με την ψηλή ιδέα που έτρεφε ο Fichte για τον εαυτό του. Τότε, στις 20 Ιουνίου 1790, έγραψε στον πατέρα του: «Σε καμιά περίπτωση δε μπορώ να σέρνομαι στον συνηθισμένο δρόμο, δηλαδή να εγκατασταθώ στην ενορία ενός χωριού σαν ιερέας, και ο θεός που 'βαλε στο μυαλό μου αυτή τη γνώμη ξέρει πως δεν μπορώ να το κάνω». Οι επιστολές και ο τρόπος ζωής του Fichte μας δίνουν την εντύπωση πως θεωρούσε τον εαυτό του προορισμένο να γίνει μεγάλος άνθρωπος, όμως δεν ήξερε ακόμα σε ποιο πεδίο θα ασκούσε τα μελλοντικά του έργα. Την κρίση του την έφερε ένα ασήμαντο φαινομενικά γεγονός. Κάποιος φοιτητής ήθελε να του δώσει μαθήματα σχετικά με τη φιλοσοφία του Kant. Ο Fichte, από εξωτερικούς λόγους, δεν μπορούσε να αποκρούσει τέτοιες προσφορές· κι επειδή σαν ευσυνείδητος άνθρωπος έπρεπε να κατέχει τέλεια ό,τι έπρεπε να διδάξει, εμβάθυνε στη μελέτη των έργων του Kant. Ένας νέος κόσμος φανερώθηκε μπροστά του. Στις 5 Μαρτίου 1791 έγραψε σ' έναν αδελφό του: «Από την απογοήτευση (γιατί ορισμένες προσδοκίες του δεν εκπληρώθηκαν) «ρίχτηκα στη Φιλοσοφία του Kant... που εξίσου φορτώνει την καρδιά και σπάζει το κεφάλι. Σ' αυτή βρήκα απασχόληση που μου γέμισε το νου και την καρδιά. Το πνεύμα μου που ακάθεκτα επιζητούσε την εξάπλωση ησύχασε. Αυτές ήτανε οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μου. Από τη μια μέρα στην άλλη, αν και δούλευα για το ψωμί μου, ήμουν μολαταύτα τότε, ίσως, από τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους στον κόσμο». Τι έδωσε στον Fichte η Καντιανή Φιλοσοφία; Βέβαια αυτός είχε και πριν ασχοληθεί με φιλοσοφικά προβλήματα. Γιατί φιλόσοφος γίνεται μονάχα εκείνος, που γεννήθηκε με τον πόθο για ασφαλή, ακόλουθη γνώση· κι ο άνθρωπος που μέσα του ζει η ορμή της έρευνας, αρχίζει από νωρίς να σκέφτεται. Ο Fichte στο προκείμενο κατάληξε σε δοξασίες, που μοιάζουνε πάρα πολύ με του Spinoza. Ήταν προπάντων πεισμένος για την αναγκαία ενιαία διάταξη του κόσμου, μέσα στην καθορισμένη ακρίβεια που δεν υπάρχει καμιά θέση για την ελευθερία της βούλησης. Και ακριβώς

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

το ζήτημα της ελευθερίας της βούλησης είχε απασχολήσει πολύ τον διψασμένο για δράση νέο. Γι' αυτό το θέμα είχε συζητήσει ακόμα και με το πεθερό του Ραν και είχε φέρει με το μέρος του τον γέρο. Αφού μελέτησε όμως την Καντιανή Φιλοσοφία του έγραψε πως κατάλαβε, ότι τότε είχανε πλανηθεί κι οι δυο, γιατί δεν ξεκίνησαν από αληθινή βάση. Δεν δικαιούμαστε να παίρνουμε σαν αφετηρία το Σύμπαν, μα πρέπει να προσανατολιζόμαστε στους νόμους και τα έργα της γνώσης. Επειδή και το Σύμπαν το ίδιο είναι ένας από τους σκοπούς της γνωσιολογικής έκθεσής μας απατούμε τους εαυτούς μας αν τους θεωρούμε σαν μέλη αυτού του συνόλου που στερούνται την ελευθερία. Στις θεωρίες του Kant βρίσκει ο Fichte πως ήταν δικαιολογημένο ό,τι ζητούσε η υπερήφανη έφεσή του για ελευθερία. Ταυτόχρονα μαθαίνει τώρα τι αποτελεί τον πυρήνα της ιδιοφυίας του. Από αυτή τη στιγμή είναι ολοκληρωτικά Φιλόσοφος. Σκοπός του πρέπει να είναι η ρύθμιση της ζωής σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Φιλοσοφίας. Η εξωτερική κατάστασή του ήταν, εννοείται, κρισιμότερη από κάθε άλλη φορά. Ακόμα κι ο γάμος του αναβλήθηκε απ' αόριστο, επειδή ο πεθερός του έπαθε ζημιές στο εμπόριό του. Αναγκάστηκε λοιπόν να αποφασίσει να δεχτεί ακόμα μια φορά τη θέση του σπιτικού δάσκαλου· και πέτυχε να πάει στην οικογένεια ενός κόμη στη Βαρσοβία. Εκεί όμως τα βρήκε πολύ πιο σκούρα απ' ότι στους αστούς εκείνους της Ζυρίχης, που δεν μπορούσαν να απαλλαγούν απ' την επιβολή της προσωπικότητάς του. Η κόμισσα, που κυριαρχούσε εντελώς πάνω στον άντρα της, στο πρόσωπο του δάσκαλου έβλεπε μόνο έναν υπηρέτη, απ' τον οποίο απαιτούσε υποταγή στις ιδιοτροπίες της και τρόπους συμπεριφοράς Γάλλου χοροδιδασκάλου. Απ' την αρχή - αρχή η πρώτη συζήτηση πήρε τέτοια τροπή, που ο Fichte δεν μπόρεσε ν' αναλάβει τη θέση. Και την αποζημίωση, που δικαιούνταν για τα χρήματα που ξόδεψε στο μεγάλο ταξίδι του, τα πήρε μόνο αφού απείλησε πως θα καταφύγει στα δικαστήρια. Μόλις πήρε την αποζημίωση, βρέθηκε με αρκετά χρήματα και μιας και δεν απείχε πολύ από την Königsberg, αποφάσισε ν' αναζητήσει εκεί τον Kant, που ο Fichte τιμούσε περισσότερο από όλους τους ζωντανούς ανθρώπους. Μα η επίσκεψη αυτή στην αρχή του έδωσε νέα διάψευση στις ελπίδες του. Ο μεγάλος γέρος πια άντρας, που πολλές φορές τον ενοχλούσαν οι άγνωστοι επισκέπτες, δέχτηκε τον υποψήφιο θεολόγο Fichte, όπως γράφει ο ίδιος, «όχι καλά». Για να πετύχει να τον δεχτεί ο Kant καλύτερα, έμεινε τότε ο Fichte στην Königsberg, και διατύπωσε μέσα σε λίγες εβδομάδες τις σκέψεις του για την Φιλοσοφία της θρησκείας. Μετά έστειλε το χειρόγραφο με τον τίτλο «Δοκίμιο Κριτικής κάθε θείας Αποκάλυψης» στον Kant, που απ' αυτό είδε την εξαιρετική ευφυΐα του αποστολέα και δέχτηκε τον Fichte στη νέα επίσκεψή του «με υπέροχη καλοσύνη» καθώς μαθαίνουμε από τον ίδιο. Ο Fichte ήταν αναγκασμένος να εκμεταλλευτεί την καλοσύνη αυτή, γιατί είχαν εξαντληθεί οι χρηματικοί πόροι του. Ο Kant σύμφωνα με τις αρχές του δεν έδωσε το δάνειο, που ζήτησε ο Fichte. Τον βοήθησε όμως με πολύ πιο ασφαλή και ευγενικό τρόπο, βρίσκοντάς του εκδότη, για να εκδώσει την εργασία του κι ακόμα βρίσκοντάς του κατάλληλη θέση σπιτικού δάσκαλου σε κάποιον κόμη Κρόκοβ στα περίχωρα του Ντάντσιχ. Εκεί ήταν ευχαριστημένος κοντά σε μορφωμένους ανθρώπους, κι είχε καιρό να επεξεργαστεί σε έκταση την εργασία του. Αυτή εμφανίστηκε στα βιβλιοπωλεία το Πάσχα του 1792 ανώνυμη παρά την επιθυμία του Fichte, μα ίσως όχι χωρίς κάποια υστεροβουλία του εκδότη. Ένα από τα πρώτα κριτικά φύλλα του καιρού εκείνου η εφημερίδα της Φιλολογίας που εκδίδονταν στην Ιένα δήλωσε, πως ο υπέροχος συγγραφέας εύκολα αναγνωρίζεται και πως το βιβλίο είναι του Kant. Φυσικά ο Kant αποκατάστησε αμέσως την πλάνη και κατονόμασε σα συγγραφέα τον υποψήφιο θεολόγο Fichte. Μ' αυτό έγινε ξαφνικά περίφημος ο μέχρι τότε άγνωστος σπιτικός δάσκαλος. Γιατί αυτός που μπορούσε να γράψει ένα βιβλίο που να το θεωρούσαν σαν έργο του Kant ήταν άξιος της γενικής εκτίμησης. Ακόμα και εξωτερικά μεταστράφηκε κιόλας η τύχη του. Ο πεθερός του κατόρθωσε να διασώσει ένα μέρος τουλάχιστο της περιουσίας του, και ο Fichte μπορούσε τώρα επιτέλους να σκέφτεται για γάμο. Πήγε στη Ζυρίχη κι εκεί παντρεύτηκε την αρραβωνιαστικιά του στις 22 του Οκτώβρη του 1793. Το νεαρό ζευγάρι πέρασε το χειμώνα στην πατρίδα της γυναίκας. Ο Fichte ζούσε σε κύκλο

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

προοδευτικών διανοούμενων· εκεί γνώρισε ακόμα τον μεγάλο προφήτη της γνήσιας λαϊκής παίδευσης, δηλαδή τον Π ε σ τ α λ ό τ σ ι . Συνάμα εκδηλώθηκε και η κατεύθυνση του πνεύματός του, δηλαδή το να χρησιμοποιεί επωφελώς τις φιλοσοφικές αλήθειες για την κατανόηση του παρόντος, κι ακόμα φάνηκε ο ενθουσιασμός του για την ελεύθερη Πολιτεία σε ένα σύγγραμμά του για την Γαλλική Επανάσταση. Το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου αποδέχθηκε την πρόσκληση του Πανεπιστημίου της Ιένας, όπου και, από την πρώτη μέρα, καταγοήτευσε τους σπουδαστές. Από μιας αρχής διακρίθηκε η διδακτική του δράση σε δυο μέρη. Το πρώτο που με εκτεταμένες παραδόσεις διαμόρφωνε παραπέρα τη Φιλοσοφία του Kant σύμφωνα με τις δικές του αντιλήψεις, και το δεύτερο που με μικρότερες, εύκολα καταληπτές διαλέξεις, που γινόντουσαν σύμφωνα με το πνεύμα της Φιλοσοφίας του, επιδρούσε στο πλήθος των σπουδαστών, δείχνοντάς τους τα γνήσια βιοτικά καθήκοντα των μορφωμένων τάξεων. Η θεωρητική Φιλοσοφία του Fichte είναι πολύ δύσκολη ώστε να μπορεί να εκτεθεί εδώ. Μόνο εκείνο που επιδίωκε ο Φιλόσοφος μπορώ να σας δείξω με σαφήνεια. Είπα προηγούμενα πως η Φιλοσοφία του Kant έδωσε στον Fichte το μέσο για να ομολογήσει την ελευθερία της βούλησης. Μετά αυτός βρήκε πως από δω γεννιούνται δυο κοσμοθεωρίες ανάλογα με την αφετηρία, δηλαδή ανάλογα με το αν κανείς ξεκινάει από τα πράγματα, από τη φύση, ή από το Εγώ, από τη δικιά του δράση όταν νοεί και δρα. Την πρώτη κοσμοθεωρία με μεγάλη συνέπεια επεξεργάστηκε και έφερε σε πέρας ο Spinoza, κι ο Kant την αναίρεσε. Μα ο Kant, αν και αποκάλυψε πως το κέντρο κάθε σαφής γνώσης βρίσκεται στο Εγώ που νοεί και δρα, όμως δεν συμπέρανε απαγωγικά τα καθ' έκαστο θεμελιώδη αξιώματα από το ενωτικό αυτό σημείο. Αυτό ζητάει να κάνει τώρα ο Fichte. Η πολλότητα των Κατηγοριών, οι τύποι με τους οποίους αισθανόμαστε το υλικό των αισθημάτων στέκονται για τον Kant το 'να δίπλα στ' άλλο. Όλα αυτά πρέπει να αποδειχτούν απαγωγικά από έ ν α κ α ι μ ό ν ο θεμελιώδες αξίωμα. Αντικείμενο του αξιώματος αυτού μπορεί να είναι μόνο το κέντρο της γνώσης, δηλαδή το Εγώ. Αν και ο Fichte δεν ξεκινάει από την ουσία, όπως ο Spinoza, από σταθερό δηλαδή όλο που μας έχει δοθεί, μα ξεκινάει από τις πράξεις του Εγώ, όμως αντικρίζει τη δυσχέρεια που αποκαλύψαμε πως υπάρχει στο σύστημα του Spinoza, δηλαδή τη δυσχέρεια να συμπεράνει απαγωγικά το πλούσιο περιεχόμενο του κόσμου από ένα θεμελιώδες αξίωμα. Σ' όλη του τη ζωή πάλεψε να λύσει το πρόβλημα αυτό. Δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε εδώ τις σχετικές απόπειρές του, αν και είναι πολύτιμες για την πρόοδο της φιλοσοφικής γνώσης. Δεν μπόρεσε όμως να βρει μιαν ικανοποιητική λύση. Το σπουδαίο για μας είναι πως ο Fichte στις κατευθύνσεις του πνεύματός του παράμεινε Καντιανός, εφόσον δεν ξεκινάει από τα όντα, μα απ' την γνώση των όντων. Η Φιλοσοφία λοιπόν δεν είναι σοφία για τα πράγματα του κόσμου, μα όπως την ονόμασε ο Fichte Γνωσιολογία (Wrissenschaftslehre). Ο Kant είχε στρέψει το σύστημά του στις επιμέρους προϋποθέσεις της επιστήμης. Ο Fichte ζητούσε να βρει τον ενιαίο σύνδεσμο όλων αυτών των προϋποθέσεων. Κοινό για όλες είναι πως είναι τύπος που κατέχουμε, επομένως η ενότητά τους πρέπει να είναι η ίδια η ενότητα της γνώσης. Μια τέτοια ενότητα μεμονωμένων εντυπώσεων και παραστάσεων έχουμε στο νου μας, όταν λέμε: κατέχω. Τον ίδιο τον εαυτό μας τον αισθανόμαστε σαν ένωση, σαν πηγή ενότητας κάθε ιδιαιτερότητας. Και επειδή όλοι είμαστε τέτοιες πηγές ενότητας στην ουσία είμαστε όμοιοι. Εδώ δεν παίρνουμε υπόψη την απόκλιση του ενός ανθρώπου από τον άλλο. Ξέρουμε κιόλας απ' τα προηγούμενα πως το λογικό δεν ανήκει στον καθ' έκαστο άνθρωπο. Μόλις σκεφτούμε για τον εαυτό μας, βρίσκουμε μέσα μας το καθολικό λογικό σε μορφή δράσης σύμφωνα με τις επιταγές της αλήθειας. Αυτό το κοινό λογικό, που κυρίως παρέχει στον επιμέρους άνθρωπο το συναίσθημα του Εγώ, έχει υπόψη του ο Fichte, όταν στη Φιλοσοφία του ξεκινάει από το Εγώ, και καθόλου το δικό του περιορισμένο άτομο. Το πείραγμα που επαναλαμβάνεται συχνά, πως ο Fichte θεώρησε τον εαυτό του δημιουργό του κόσμου, δεν θίγει καθόλου το φιλόσοφο. Τόσο πολύ το καθαρό αυτό Εγώ βρίσκεται σε στενότατη συνάφεια με κάθε επιμέρους άνθρωπο. Γιατί ο προορισμός καθενός μας είναι να πραγματώνουμε το καθαρό Εγώ, το λογικό. Αυτό πρέπει να

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

γίνεται με δύο τρόπους. Θεωρητικά, δηλαδή με συνεχώς τελειότερη γνώση και πρακτικά, δηλαδή με υποταγή του κόσμου στη βούληση, που καθοδηγείται από το λογικό. Αυτό που ονομάζουμε εξωτερικό κόσμο, μας αφορά μόνο σαν ύλη των παραπάνω ενεργειών. Σύμφωνα με τα παραπάνω θεμελιώδη αξιώματα διενεργούσε και εκτελούσε ο Fichte αυτό που θεωρούσε δίκαιο, χωρίς να παίρνει τίποτ' άλλο υπόψη του. Σε άνθρωπο τέτοιας νοοτροπίας ήταν επόμενο να μη λείψουν οι συγκρούσεις. Μετά από λίγο ήρθε σε διχόνοια με τις απειθάρχητες ενώσεις των φοιτητών. Γενικότερου όμως ενδιαφέροντος είναι άλλοι αγώνες, απ' τους οποίους αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Ιένα. Ο Fichte δηλαδή επέτρεψε τη δημοσίευση σε φιλοσοφικό περιοδικό, που έκδιδε, μιας φιλοσοφικοθρησκευτικής πραγματείας που αποδοκίμαζε το περιεχόμενό της, που όμως, παρά ταύτα, την έκρινε άξια προσοχής. Για να δείξει και τις διαφορετικές αντιλήψεις του στο προκείμενο, δημοσίευσε ταυτόχρονα και δικιά του εργασία με το ίδιο αντικείμενο, που ανάπτυσσε τη γνώμη του για την πίστη του Kant στο λογικό. Τον θεό, έγραψε σ' αυτήν, μπορούμε να τον εννοήσουμε μόνο σε συναρμογή με μας τους ίδιους. Δικαίωμα ν' αναγνωρίσουμε στην ύπαρξή μας αιωνιότητα και συνεπώς σχέση με το θείο, έχουμε μόνο εφόσον ήμαστε ηθικά όντα. Το ατελές της φύσης μας, που πάντοτε έχουμε συνείδησή του, έχει εδώ ανάγκη ενός συμπληρώματος. Κι επειδή οι επιταγές της Ηθικής είναι το πιο βέβαιο απ' όλα, ήμαστε ακόμα βέβαιοι για την ανάγκη του παραπάνω συμπληρώματος. Ήμαστε λοιπόν πεισμένοι πως η διάταξη του κόσμου συμφωνεί με τις επιταγές της Ηθικής. Και ακριβώς η ηθική αυτή διάταξη του κόσμου είναι για μάς ο θεός και τίποτ' άλλο. Η πλειονότητα των ανθρώπων πιστεύει πως το θείο είν' ένα ον ξεχωριστό απ' τ' άλλα· μια δύναμη με την οποία μπορείς να διαπραγματευτείς, και που υπάρχει για να εκπληρώσει τις επιθυμίες μας, αν εμείς της προσφέρουμε ορισμένες υπηρεσίες. Ο Fichte εν ονόματι της αληθινής θρησκείας στράφηκε ενάντια σ' αυτήν την ηθικά απορριπτέα πίστη, που ζητάει αμοιβή. Ο θεός, στον οποίο πιστεύει η δεισιδαιμονία των πολλών δεν υπάρχει. Από τέτοιες εκφράσεις πήραν αφορμή οι αντίπαλοι του Fichte και του ρίξανε τη μομφή πως ο φιλόσοφος ήταν ένας αρνητής του θεού, ένας άθεος. Ένα φυλλάδιο που κυκλοφόρησε ανώνυμα, κι όπου χυνόταν δηλητήριο και κάνανε προσεκτικό το κοινό απέναντι στον ξελογιαστή της νεολαίας, είχε καλή υποδοχή παρά τη μεροληψία του που ξεκινούσε απ' τον φθόνο απέναντι στον Fichte, που ήταν έκδηλος. Η κυβέρνηση της Δρέσδης ζήτησε από το Υπουργείο Σαξονίας - Βαϊμάρης να πάρει μέτρα ενάντια στον Fichte. Και σε περίπτωση άρνησής του το απειλούσε, πως θ' απαγόρευε στον υπήκοό της τη μετάβαση στο Πανεπιστήμιο της Ιένας. Κι επειδή ένα τέτοιο μέτρο θα ήταν επικίνδυνο για το Πανεπιστήμιο, ζητήσανε στην Βαϊμάρη μια διέξοδο, που θα καθησύχαζε την κυβέρνηση της Δρέσδης χωρίς να θίξουνε τον Fichte και την επιστημονική ελευθερία. Στην Βαϊμάρη με μεγάλη ευχαρίστηση θ' αποφεύγανε κάθε θόρυβο και θα επιβάλλανε για τον τύπο μιαν επίπληξη στον Fichte, χωρίς εξάλλου να βάλουν περιορισμούς στην ελευθερία της εκδήλωσης των σκέψεών του. Μα ο υπερήφανος άντρας δεν ήταν καθόλου διατεθειμένος ν' αποδεχτεί άδικες μομφές, και μάλιστα αφού στο πρόσωπό του είχε προσβληθεί η επιστημονική ελευθερία. Ματαίωσε λοιπόν κάθε απόπειρα διπλωματικής συγκάλυψης με την έκδοση ενός φυλλαδίου, με το οποίο υπεράσπιζε τον εαυτό του στο κοινό, και υπέβαλλε ταυτόχρονα εκτεταμένη αναφορά στις προϊστάμενες αρχές του, που αμυνόταν επίσης. Μέχρι εδώ το δίκιο ήταν εντελώς και αναμφίβολα με το μέρος του. Δυστυχώς αφέθηκε να παρασυρθεί απ' την κακή συμβουλή ενός φίλου και απηύθυνε απότομη επιστολή σ' ένα από τους προϊσταμένους υπαλλήλους, στην οποία δήλωνε πως σε περίπτωση επιτίμησης θα εγκατέλειπε την Ιένα και πως και άλλοι καθηγητές θα τον ακολουθούσαν. Η απειλή που περιείχε αυτή η επιστολή έθιξε βαθύτατα τον Γκαίτε, που σαν αρμόδιος Υπουργός της Βαϊμάρης είχε τη βαρύνουσα γνώμη. Σύμφωνα με την υψηλή ιδέα που είχε για την αξία του κρατικού κύρους δήλωσε πως θα έπαιρνε μέτρα ενάντια και στον ίδιο του το γιο, αν θα τολμούσε να γράψει προς την κυβέρνησή του τέτοια επιστολή. Αν και ο Fichte είχε κιόλας μετανιώσει για το παράλογο εκείνο διάβημά του, μολαταύτα μαζί με την επίπληξη του ανακοινώθηκε και η απόλυση. Κι επειδή η Σαξονική κυβέρνηση ζήτησε να του απαγορεύσει και τη διαμονή του ακόμα σε Θουριγγικό και Σαξονικό έδαφος, πήγε στο Βερολίνο. Κι εκεί ακόμα τον καταδιώξανε οι αντίπαλοί του. Μα ο αφελής Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

ευσεβής βασιλιάς Φρειδερίκος - Γουλιέλμος Γ', λέγεται πως όταν του εκθέσανε την υπόθεση είπε: «Αν ο Fichte είναι τόσο ήσυχος πολίτης, όπως συνάγεται από όλα τα δοσμένα, και δεν έχει επικίνδυνες σχέσεις, τότε μπορεί να του παρασχεθεί χωρίς φόβο η άδεια της παραμονής του στην επικράτειά μου. Αν είν' αλήθεια πως ήρθε σε εχθροπραξίες με τον καλό θεό, μπορεί ο καλός θεός να κανονίσει μαζί του τις διαφορές του· εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό το ζήτημα». Στο Βερολίνο ανάπτυξε ο Fichte έκτακτη συγγραφική δραστηριότητα. Από τις εργασίες του της εποχής εκείνης θα εξετάσουμε μια μόνο κάπως λεπτομερέστερα, γιατί αυτή είναι πολύ χαρακτηριστική για τον τρόπο της εφαρμογής των φιλοσοφικών αξιωμάτων του στα ζητήματα της ζωής. Αυτή εκδόθηκε με τον τίτλο «Το συνταγμένα εμπορικό κράτος». Αν και ο Fichte ξεκινάει ολοκληρωτικά από τα θεμελιώδη αξιώματα του Kant, όμως τα βάζει σε εφαρμογή με εντελώς πρωτότυπο τρόπο. Ο καθορισμός των σχέσεων ανάμεσα σε κράτος κι ηθικότητα είναι Καντιανός. Η ηθικότητα συνίσταται μόνο στην αγαθότητα της βούλησης. Η απλή υπακοή στους νόμους, η νομιμότητα, δεν συμπίπτει καθόλου με την ηθικότητα. Αντίστροφα, η εξωτερική δύναμη, δηλαδή το κράτος, δεν έχει κανένα μέσο για να κάνει τους πολίτες του ηθικούς, ούτε είναι, άλλωστε, αυτό το καθήκον του. Αυτό μπορεί να ενδιαφέρεται μόνο για να διέπεται από τάξη η εξωτερική συμβίωση των πολιτών του. Προς τους νόμους, που το ίδιο ορίζει, απαιτεί υπακοή χωρίς να σκοτίζεται παραπέρα για τους λόγους της υπακοής αυτής. Η ζωή μας όλη όμως συνίσταται στην υπηρεσία του ηθικού σκοπού. Ακόμα και το κράτος, αν και δεν είναι άμεσα φρουρός και υποστηρικτής της ηθικότητας, όμως, με την όλη τάξη που καθορίζει και προστατεύει, έχει αξία και δικαίωμα· όμως μόνο σαν υπηρέτης ηθικών προσπαθειών. Κάθε άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να εκτελεί τα καθήκοντα που του αναθέτουν, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο αν ασχολείται σε έργα που ανταποκρίνονται στις έμφυτες ιδιότητες και ικανότητές του. Από τα καθήκοντα πηγάζουν σύμφωνα με την πεποίθηση του Fichte όλα τα δικαιώματα. Γιατί καθένας δικαιούται ν' απαιτήσει, να του παρασχεθούν τα μέσα για την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Αν οφείλει ο άνθρωπος ν' ασχολείται με κάτι, πρέπει τότε να μπορεί να ζει και να έχει επίδραση. Και είναι καθήκον του κράτους να του εξασφαλίζει τα παραπάνω ενάντια σε κάθε εξωτερική βία. Καθένας πρέπει να εργάζεται· για να εργάζεται όμως πρέπει να ζει. Γι' αυτό υπάρχει απόλυτο δικαίωμα, αρχέγονο δικαίωμα κάθε ανθρώπου για τα απαραίτητα της συντήρησής του στη ζωή, είτε επιθυμεί να εργάζεται, είτε είναι ανίκανος για δουλειά. Η παροχή σ' αυτόν των μέσων της συντήρησης δεν πρέπει να θεωρείται ελεημοσύνη, μα καθήκον. «Γι' αυτό, ο φτωχός έχει απόλυτο δικαίωμα αναγκαστικής υποστήριξης». Επειδή όμως ο άνθρωπος μόνο σαν ηθικό πρόσωπο, δηλαδή σαν βουλόμενο και εργαζόμενο, έχει δικαίωμα στην ύπαρξη, γι' αυτό καθένας οφείλει να ζει μόνο με τη δικιά του εργασία. Αφού το κράτος έχει σαν έργο να εξασφαλίζει σε καθένα αυτό το δικαίωμα, έπεται πως πρέπει να έχει τα μέσα για την εκπλήρωση αυτού του έργου· δηλαδή οφείλει να εποπτεύει στην παραγωγή και την κατανομή των αναγκών της ζωής. Πρέπει, π.χ., να μπορεί να διατάζει να χρησιμοποιείται το έδαφος για παραγωγή δημητριακών και όχι για κυνηγετικούς σκοπούς. Ακόμα να μεριμνάει ένα μέρος των πολιτών ν' απασχολείται στην κατασκευή των αναγκαίων τροφίμων κλπ. Κι εφόσον θεωρείται καθήκον του κράτους ο διακανονισμός της παραγωγής, πρέπει να μπορεί να την επιβλέπει. Το κράτος μπορεί να εποπτεύει μόνο αν το οικονομικό πεδίο του είναι καθορισμένο. Τότε μόνο, ας πούμε, να διατάζει την ετοιμασία ενός προϊόντος, όταν ταυτόχρονα έχει φροντίσει για την κατανάλωσή του. Έπειτα πρέπει αυτό το εμπόρευμα να μην διώχνεται από την αγορά του με φθηνότερα προϊόντα του εξωτερικού. Γι' αυτό λοιπόν πρέπει το κράτος να είναι συνταγμένο εμπορικό κράτος. Από το εξωτερικό πρέπει να προμηθεύεται μονάχα εκείνα τα προϊόντα, που λόγω κλιματολογικών ή παρεμφερών συνθηκών δεν μπορεί να παράγει το εσωτερικό, και που ταυτόχρονα είναι απαραίτητα. Το τρίτο πρέπει να φυλάει για τον εαυτό του την αγορά των παραπάνω εμπορευμάτων με την ανταλλαγή των προϊόντων που πλεονάζουν στο εσωτερικό. Ο Fichte, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχε φανταστεί πως η παραπάνω οικονομική διαρρύθμιση θα

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

μπορούσε αυτούσια να εφαρμοσθεί· δεν επιδίωκε παρά να δώσει μιαν ιδεώδη εικόνα του κράτους, απαιτώντας από το πραγματικό κράτος να πλησιάζει συν τω χρόνω στο δικό του ιδεώδες κράτος. Το πρότυπο κράτος του Fichte είναι σοσιαλιστικό, αφού αναγνωρίζεται στην κρατική εξουσία ευρύτατο δικαίωμα εποπτείας στην παραγωγή, την κατανομή, και την κατανάλωση των οικονομικών αγαθών· όχι όμως και κομμουνιστικό. Γιατί η ιδιοκτησία, και αυτή ακόμα η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, διατηρείται. Εκτός από αυτό, ο σοσιαλισμός του Fichte διαφέρει από αυτόν που θεωρούν σαν σοσιαλισμό οι δικοί μας σοσιαλδημοκράτες, παρά τις πολλές ομοιότητες, στον τρόπο θεμελίωσής του. Σύμφωνα με την θεωρία των σοσιαλδημοκρατών όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια μερίδα ευτυχίας. Αντίθετα για τον Fichte, όπως και για το δάσκαλο του Kant, ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου δεν είναι η ευτυχία, μα η ηθική δράση. Από το σκοπό αυτό βγάζει επαγωγικά ο Fichte και το δικαίωμα της κτήσης. Ουσιαστικά έχουμε στην κατοχή μας ένα αντικείμενο εφόσον μπορούμε με αυτό να προβαίνουμε σε ορισμένες ενέργειες. Η έκφραση: αυτό το εργαλείο μου ανήκει, σημαίνει πως έχω το δικαίωμα να το χρησιμοποιώ. Η αποκλειστικότητα αυτού του δικαιώματος είναι αναγκαία, γιατί δεν μπορούν πολλοί ταυτόχρονα να κάνουν τις ίδιες πράξεις με το ίδιο αντικείμενο. Η αποκλειστικότητα αυτή, ή αλλιώς το δικαίωμα της κτήσης με την ιδιαίτερη έννοια της λέξης, υπάρχει μόνο στο κράτος και με το κράτος. Έργο του κράτους είναι επομένως να ορίζει και να περιορίζει με τέτοιο τρόπο το παραπάνω δικαίωμα, ώστε να επαρκεί αυτό στις απαιτήσεις της ηθικής τάξης της ανθρωπότητας. Δεν έχουμε να εξετάσουμε εδώ αν και κατά πόσο οι επιμέρους προτάσεις του Fichte για το αυτάρκες εμπορικό κράτος είναι αναγκαίες, σκόπιμες και μπορούν να εκτελεστούν. Σπουδαίος από φιλοσοφική άποψη είναι ο τρόπος της θεμελίωσής τους, που πρέπει να παραμείνει σαν παράδειγμα σε τέτοιες έρευνες, κι αν ακόμα όλες οι διάφορες επιμέρους περιπτώσεις, λόγω της μεταβολής των όρων και της επέκτασης των γνώσεων όσον αφορά την εθνική οικονομία, παρουσιάζονται σήμερα εντελώς διαφορετικά. Μιας και μιλήσαμε για το κρατικό ιδεώδες του Fichte, θα θυμηθήκατε ακούσια την Πλατωνική Πολιτεία. Όμως η αντίθεση φαίνεται αμέσως. Ο Πλάτωνας μπορεί να είχε καταργήσει την ιδιοκτησία για τις ανώτερες τάξεις, αλλά όμως τουλάχιστο στην Πολιτεία δεν είχε διδάξει ουσιαστικά σοσιαλισμό. Γιατί η κατανομή των αγαθών του οικονομικά εργαζόμενου λαού, η όλη κατάσταση αυτού του λαού, του ήταν εντελώς αδιάφορη. Αυτό βρίσκεται σε πολύ στενή συνάφεια με την Φιλοσοφία του Πλάτωνα. Το ουσιώδες γι' αυτόν ήταν παντού να αποτυπώνονται οι ιδέες καθαρά στην πραγματικότητα. Γι' αυτό και το έργο της Πολιτείας το έβλεπε στην μεγάλη εκπροσώπηση της ιδέας του ανθρώπου, με την οποία κανένας επιμέρους άνθρωπος δεν μπορεί να εξομοιωθεί. Η τάξη του εργαζόμενου λαού ανταποκρινόταν στις κατώτερες ορμές κι επιθυμίες, που ναι μεν είναι αναγκαίες για τη ζωή όμως πρέπει να έχουν υπηρετική θέση. Όσο ψηλά κι αν στέκεται η αντίληψη αυτή με την καθαρή εξάρτησή της από το ιδεώδες, πάντοτε αποβλέπει στην ε π ι τ υ χ ί α κι όχι στη β ο ύ λ η σ η . Όποιος αναγνωρίζει σε κάθε ανθρώπινη ψυχή την ικανότητα να γίνει τελείως ηθική, όποιος αποβλέπει στην αγαθή βούληση, ανεξάρτητα απ' το ύψος της γνώσης και το μέγεθος των δεξιοτήτων, στην πιο ψηλή αξία, δεν μπορεί να επιδοκιμάσει την Πλατωνική αριστοκρατική τραχύτητα. Ο Χριστιανός, για τον οποίο κάθε άνθρωπος προορίζεται να γίνει παιδί του θεού, υποχρεώθηκε να μαλάξει την άκαμπτη υπεροψία της αρχαιότητας. Για πρώτη φορά κιόλας στο έδαφός του μπόρεσε να βλαστήσει η σκέψη για την ασύγκριτη αξία κάθε ψυχής, που διασαφήνισε η νεότερη Φιλοσοφία. Η ιδέα της ανθρωπότητας για τον Kant και τον Fichte, βρίσκεται σε κάθε άνθρωπο, και γι' αυτό καθένας έχει αναφαίρετο δικαίωμα να δράσει, ανάλογα με τις δεξιότητές του, σαν ελεύθερη και ηθική προσωπικότητα. Ο Fichte έμεινε στο Βερολίνο, αν εξαιρέσουμε ένα μικρό διάστημα που δίδαξε στο Πρωσικό Πανεπιστήμιο του Ερλάγγεν, που υπήρχε τότε. Μετά εγκατέστησε την οικογένειά του στο Βερολίνο και βρίσκονταν σε στενές σχέσεις με τους πνευματικούς ηγέτες της Πρωσικής πρωτεύουσας. Στο Βερολίνο δεν υπήρχε τότε καμιά ανώτατη σχολή, όμως η ανάγκη για μόρφωση που αισθανόντουσαν

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

οι ευρύτεροι κύκλοι, ικανοποιούνταν με διαλέξεις. Έκανε λοιπόν και ο Fichte δημόσιες διαλέξεις, όπου παρατηρούνταν μεγάλη συρροή. Με τους λόγους του εκείνους δεν προσπάθησε καθόλου να κολακέψει την ευγενή και περήφανη για τη μόρφωσή της κοινωνία. Μάλλον επιδίωκε μ' αυτές, όπως πάντοτε όταν απευθυνόταν στο κοινό, την εκπλήρωση των σκοπών του· το να επιδράσει δηλαδή με την Φιλοσοφία επάνω στη ζωή ευεργετικά. Μάλιστα αντιλαμβανόταν τώρα το έργο του πολύ σαφέστερα. Δεν καθόριζε πια την ιδεώδη εικόνα του λόγου, του κράτους, του ανθρώπου, μα ερευνούσε τις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής του, και τα καθήκοντα που απέρρεαν από την ειδική αυτή κατάσταση. Το χειμώνα του 1804-1805 έκανε διαλέξεις με τον τίτλο: Τ α κ ύ ρ ι α σ τ ο ι χ ε ί α α υ τ ή ς τ η ς ε π ο χ ή ς . Η απάντηση στο ερώτημα ποια είν' η σημασία της εποχής μας, μπορεί να γίνει μόνο αν βάλει κανείς σαν βάση μια πίστη για τον προορισμό του ανθρώπινου γένους, και εξετάσει μετά σε ποια σχέση είναι η μέχρι τώρα εξέλιξη του ανθρωπίνου γένους με τον προορισμό του που τέθηκε σαν βάση. Ο σκοπός του ανθρώπου είναι η ηθική δράση, η δράση δηλαδή που πηγάζει από την συναίσθηση του καθήκοντος και συνάμα από την πλήρη επίγνωση του καθήκοντος. Το καθήκον του όμως μπορεί να εκπληρώσει εκείνος ο άνθρωπος μονάχα, που η λογική του νόηση απέβη ελεύθερη και ισχυρή. Ακόμα οφείλει κανείς να κάνει το σωστό, αφού το διαγνώσει ο ίδιος σαν σωστό· οφείλει να είναι αυτόνομος και να μην εξαρτιέται από ξένη εξουσία. Αν η ανθρωπότητα σταματήσει σ' αυτό το σημείο, θα έχουν διακανονιστεί όλες οι εξωτερικές υποθέσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις του λογικού. Ο σκοπός, που πρέπει να επιδιώκει η ανθρωπότητα, είναι μια εποχή που τα πάντα θα κανονίζονται σύμφωνα με τις επιταγές του λογικού. Αλλά σε ποια σχέση είναι η μέχρι τώρα εξέλιξη με το σκοπό αυτό; Ο άνθρωπος οφείλει να εξελιχθεί σε λογικό ον. Από αυτό συνάγεται, πως στην αρχή της σταδιοδρομίας του αυτός δεν ήτανε καθόλου τέτοιο λογικό ον, μα πως έφερνε μέσα του τις προϋποθέσεις για να γίνει. Αυτή η έμφυτη ικανότητα, προτού καν γίνει συνειδητή, φανερώνεται πρώτα σε μια διάταξη ωφέλιμη στα αρχικά στάδια του ανθρώπινου γένους. Κι επειδή αυτός ο διακανονισμός δεν προέρχεται από την νόηση, ο Fichte κάνει λόγο για κάποιο λογικό ένστικτο. Όντας ακόμα ανίκανοι οι άνθρωποι να βάλουνε στους εαυτούς τους νόμους, υποτάσσονται σε μια εξωτερική δύναμη. Η δράση τους που τελείται με νόμους τούς συνηθίζει στην κυριαρχία πάνω στις σαρκικές ορμές με εντολές, που πρέπει να τηρούνται. Ταυτόχρονα αρχίζουν να διαμορφώνονται οι εξωτερικοί τύποι της ανθρώπινης συμβίωσης, υπό την προστασία και αυτοί της αγιότητας θείων εντολών. Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι προορισμένος να γίνει ελεύθερος, πρέπει να βγει από αυτή την κατάσταση· πρέπει να προχωρήσει σε ανώτερη θέση όπου να είναι ικανός να κάνει έλεγχο ο ίδιος και να υπακούει σ' εκείνο μόνο, που ο ίδιος έκρινε σα δίκαιο. Αυτή η κίνηση για απελευθέρωση και διαφωτισμό οδηγεί κατ' αρχή σε αμφισβήτηση του δικαιώματος των ξένων εξουσιών, που ως τότε κρατούσαν σε περιορισμό τις εγωιστικές ορμές, και μετά σε άρνηση του δικαιώματός τους. Και επειδή δεν είναι προφανής η διάγνωση του ηθικού, της αναγκαιότητας του λογικού, ακολουθεί καθένας τη δικιά του φιλαυτία. Μόνο το αντίπαλο δέος συγκρατεί ακόμα την τάξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Από καλά ευνοούμενη ιδιοτέλεια σεβόμαστε τη ζωή και την περιουσία του άλλου, για να τηρούν κι οι άλλοι την ίδια στάση απέναντί μας. Κανένας όμως δεν επιθυμεί να προσφέρει θυσίες για το σύνολο, για μεγάλους ηθικούς σκοπούς. Η κατάσταση αυτή μπορεί να διορθωθεί αν η νόηση που λευτερώθηκε από τα δεσμά της καταλάβει τις προσταγές του λογικού, που υπάρχουν μέσα της, κι αν η ελεύθερη από κάθε ξένη εξουσία δράση του επιμέρους ανθρώπου από επίγνωση των καθηκόντων της, μπει στην υπηρεσία των μεγάλων σκοπών της ανθρωπότητας. Ακόμα λέει ο Fichte σαν απευθύνεται στους ακροατές του, που ως επί το πολύ ζούσαν με τη συναίσθηση πως είχαν προχωρήσει αρκετά στην παραπάνω πορεία, ακόμα λείπει απ' τους πιο πολλούς αυτή η επίγνωση και η απόφαση· ακόμα ζούμε στην εποχή της ανοσιουργίας, που τελειώθηκε. Η ανθρωπότητα είναι υποχρεωμένη να περάσει από την κατάσταση αυτή, όμως μόνο εκείνοι οι λαοί θα προάγουν το γενικό πολιτισμό και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν, που τα μέλη τους από δικιά τους ελεύθερη απόφαση ορίζουνε στους εαυτούς τους το να ζουν ηθικά.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

Αν πάρουμε υπόψη το χρόνο που εκφωνήθηκαν εκείνες οι διαλέξεις, βλέπουμε πως σχεδόν είναι προφητικές. Το 1806 κιόλας συντρίφτηκε το Πρωσικό κράτος. Μετά τη μάχη της Ιένας (14 Οκτωβρίου 1806) ο Fichte εγκατέλειψε το Βερολίνο. Δεν μπορούσε να ζει σαν υπήκοος του ξένου κατακτητή, που 'ταν γι' αυτόν η ενσάρκωση εγωισμού γεμάτου δύναμη και που τις νίκες του απόδινε στο ότι οι αντίπαλοί του συνδυάζουν εγωισμό μ' αδυναμία. Στην Königsberg, όπου ο Fichte ακολούθησε το βασιλιά, όταν η Πρωσία κι η Γερμανία φαινόντουσαν για πάντα αφανισμένες, συνέλαβε μαζί με λίγους πιστούς συντρόφους την απόφαση και το σχέδιο της εσωτερικής ανακαίνισης. Το θεμελιώδες αξίωμα της γεμάτης δύναμη ηθικής του: «μπορείς γιατί πρέπει» επρόκειτο να δοκιμαστεί τώρα. Εννοείται πως στη γενιά που ζούσε δεν έβλεπε τη δύναμη για λήψη ηθικών αποφάσεων, μ' αποδεχόταν τη βελτίωση από καλύτερα διαπαιδαγωγημένη γενιά. Τώρα κατανόησε την πλήρη σημασία του νέου τρόπου της αγωγής, που είχε γνωρίσει στη Ζυρίχη στον Πεσταλότσι. Για να βάλει σε πράξη τα σχέδια που συνέλαβε στην Königsberg, εκφώνησε στο Βερολίνο, όπου επέστρεψε μετά τη σύναψη της ειρήνης, τον χειμώνα του 1807 — 1808 και μπρος στα μάτια των Γάλλων κατασκόπων τους περίφημους λ ό γ ο υ ς π ρ ο ς τ ο Γ ε ρ μ α ν ι κ ό Έ θ ν ο ς . Λίγο πρωτύτερα είχε τουφεκιστεί από το στρατοδικείο της Νυρεμβέργης ο βιβλιοπώλης Παλμ, γιατί 'χε εκδοθεί στο κατάστημά του ένα φυλλάδιο που στρέφονταν κατά του Ναπολέοντα. Υπό την επίδραση της βιαίας αυτής πράξης έγραψε ο Fichte στις 2 του Γενάρη του 1808 στον Μπέυμ: «ξέρω πολύ καλά τι τόλμημα θα κάμω, ξέρω πως το μολύβι μπορεί να με πετύχει, όπως τον Παλμ. Δεν φοβάμαι όμως γι' αυτό, και, χάρη στον σκοπό που επιδιώκω, θα πέθαινα ευχαρίστως». Οι λόγοι προς το Γερμανικό Έθνος είχαν άμεση σχέση με τα «Κύρια στοιχεία της εποχής ετούτης». Η εποχή της ανοσιότητας που τελειώθηκε έφερε νωρίς τους καρπούς της· το κράτος συντρίφτηκε. Τώρα δεν έχει νόημα πια να διαπληκτίζεται κανείς για τ' αμαρτήματα του παρελθόντος, μα το ουσιώδες βρίσκεται στη λήψη νέων αποφάσεων. Γιατί αλλιώς ο Γερμανικός λαός θα μείνει κάτω απ' τη δουλεία· μ' αυτό όμως θα διακινδυνεύονταν το μέλλον της ανθρωπότητας. Ο Fichte, όπως ξέρουμε, απ' τα πριν κιόλας πλησίαζε όλο και περισσότερο στην πραγματικότητα. Τώρα, με την εντύπωση της καταστροφής των Γερμανικών κρατών, έκανε το τελευταίο αποφασιστικό βήμα. Ο ίδιος ο τίτλος το αποδείχνει. Δεν απευθύνεται πια σε ανθρώπους απλά, ή σε λόγιους απλά, μα στους Γερμανούς. Ο Fichte έζησε την ηθική ανάγκη του Γερμανικού λαού ειδικά μέσα στον πόνο του για τη συντριβεί αυτού του λαού, στον αγώνα του για την ανάπλασή του. Μα όπως σε όλες τις περιπτώσεις δεν μπόρεσε να συνδέσει την αναγνώριση της πραγματικότητας με την ενότητα του λογικού, έτσι κι εδώ ο Fichte δεν πέτυχε εντελώς την εξύψωση του λογικού ενστίχτου, που πρέσβευε, σε ευσυνείδητη ευβουλία. Δεν μπορεί ν' αναγνωρίσει το δικαίωμα της πραγματικής κατάστασης ποικιλίας διαφόρων εθνών, που με διαφορετικές πορείες αναζητάνε το σκοπό της σωστής εθνικής ζωής. Πολύ περισσότερο το λογικό του που επιθυμεί ενότητα απαιτεί ένα μονάχα λαό, και σαν τον ένα και μοναδικό αυτό λαό θεωρεί ο Fichte τους Γερμανούς· γιατί αυτοί μόνο, ανάμεσα στους λαούς Γερμανικής καταγωγής, διασώσανε την καθαρότητα της αρχέγονης γλώσσας. (Τους Σκανδιναβούς στη συνέχεια τους συγκαταλέγει ανάμεσα στους Γερμανούς). Οι υπόλοιποι λαοί μπορούν να φτάσουν στο ύψος της αληθινής ανθρωπότητας μόνο μέσω του κατ' εξοχή λαού της ανθρωπότητας, δηλαδή των Γερμανών. Στο προκείμενο ο Fichte δεν έχει βέβαια στο νου τη βία ή την πολιτική κυριαρχία παρά μόνο την πνευματική επιρροή. Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι η κρατική ανεξαρτησία. Μόνο λαός ελεύθερος από εξωτερική κυριαρχία μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά του. Ακόμα και το άτομο μπορεί να δρα με επιτυχία μόνο σα μέλος ενός ελεύθερου λαού. Γι' αυτό πρέπει και ο καθ' έκαστος άνθρωπος να το επιδιώκει αυτό, καταβάλλοντας όλη του τη δύναμη· να ορίζει δηλαδή ο λαός που ανήκει, και που η γλώσσα του διαμόρφωσε κι έθρεψε την εσωτερική του ζωή, ακόμα και εξωτερικά τις τύχες του αυτόνομα, στην ανάγκη αντιτάσσοντας βία στη βία, βέβαια

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

η πιο μεγάλη αξία του ατόμου είναι ανεξάρτητη από την επιτυχία. Ο επιμέρους άνθρωπος μπορεί να είναι ανεύθυνος αν ο λαός του καταστρέφεται οφείλοντας ν' αντλήσει στους μάταιους αγώνες του παρηγοριά από την πίστη, πως και η χωρίς επιτυχία ηθική δράση έχει παντοτινή αξία και υπηρετεί οπωσδήποτε την ηθική διάταξη του κόσμου, ακόμα κι όταν δεν μπορούμε να το εννοήσουμε. Η τελευταία όμως αυτή παρηγοριά της θρησκείας, που συγκρατεί τον απελπισμένο αγωνιστή, δεν πρέπει να εξωραΐζει τη χαύνωση. Κι ακριβώς επειδή ο Fichte κατεχόταν ολοκληρωτικά από τη ζωντανή θρησκεία, εκφράστηκε αυστηρά για κείνους που από την αιώνια μακαριότητα ζητούσαν να φτιάσουν προσκεφάλι, για να κοιμηθούν. Βρισκόμαστε πάνω στη γη, για να βοηθάμε εδώ να επικρατήσει αυτό που ξέρουμε πως είν' ορθό. «Η φυσική κλίση του ανθρώπου, που εγκαταλείπεται μόνο σε περίπτωση πραγματικού κινδύνου, είναι το να ζητά να βρει τον ουρανό στη γη ετούτη, και να μπάσει στο γήινο καθημερινό έργο του κάτι που να έχει παντοτινή διάρκεια· «να φυτεύει και να τρέφει το άφθαρτο στο πρόσκαιρο και διαβατικό». Με την έννοια αυτή απευθύνεται εδώ στους Γερμανούς. Καθένας πρέπει να συνεργαστεί για το καλύτερο μέλλον. Γιατί η σωτηρία βρίσκεται στο να πάρει καθένας μια τέτοια απόφαση. «Ποτέ δεν θ' αποκάμουν τα λόγια αυτά να σας θυμίζουν, πως τίποτ' άλλο δε μπορεί να σας βοηθήσει, παρά ο εαυτός σας». Μόνο με την ευεργετική βούληση μπορεί να καλυτερεύσει κανείς. Όμως η βούληση ενός ολόκληρου λαού δε μπορεί να μετατραπεί μονομιάς. Εδώ πρέπει να επέμβει η αγωγή· και γι' αυτό ανέπτυξε ο Fichte στους λόγους του προς το Γερμανικό Έθνος ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο αγωγής, που τις λεπτομέρειές του δε μπορώ να σας εκθέσω εδώ. Ο Fichte έβαζε σα βάση τον πειραματισμό του Πεσταλότσι, δηλαδή την προσπάθεια του τελευταίου να βοηθήσει κάθε παιδί, ακόμα και το πιο φτωχό, να εξελιχθεί σε ελεύθερη ανθρώπινη προσωπικότητα· να κυριαρχεί στις αισθητικές και νοητικές ικανότητές του· να ελευθερώνει το πνεύμα κάθε παιδιού με την εργασία, τη φρόνηση και την αγάπη. Το πώς φαντάζεται ο Fichte την αγάπη αυτή είναι λιγότερο σημαντικό για μας. Το ουσιώδες της αγωγής του είναι, να διαπαιδαγωγηθεί καθένας για αυτενέργεια και για εκούσια υποταγή σ' αυτό που κρίνει ορθό. Δεν πρέπει να μορφωθούν σε χαυνωμένα ανδράποδα της ξένης εξουσίας, σε κοιμισμένους δούλους των σαρκικών επιθυμιών τους, μα σε ελεύθερους υπηρέτες των επιταγών του λογικού, σε αυτόνομους ανθρώπους. Όχι τόσο με τα μέσα της αγωγής όσο με την αξία που έδινε στην αγωγή και την παιδεία, κι ακόμα με το σκοπό που έβαζε στην παιδεία, ήταν σύμφωνος ο Fichte με τους άνδρες που ανακαίνισαν τότε την Πρωσία απ' τα θεμέλια. Και μπόρεσαν να το κάνουν αυτό ανενόχλητα, γιατί ο Ναπολέοντας δεν ένοιωσε την πολιτική αξία της καλύτερης αγωγής. Με το πνεύμα αυτό ιδρύθηκε με την ενεργή συμμετοχή του Fichte το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Κι αυτή τη φορά η πραγματικότητα δεν ανταποκρίθηκε ολοκληρωτικά στις αυστηρές και υψηλές αξιώσεις του φιλόσοφου. Μα τώρα ήξερε ο Fichte, πως ήμαστε υποχρεωμένοι να δράμε μέσα στο περιβάλλον που βρεθήκαμε παρά κάθε αντίσταση που εμφανίζεται. Δεν άφησε λοιπόν το έργο μισοτελειωμένο. Όταν αργότερα το 1813 άρχισε ο απελευθερωτικός αγώνας, ο Fichte θέλησε ακόμα μια φορά να πάρει μέρος στον πόλεμο σαν ιεροκήρυκας, όπως το 1806. Επειδή όμως δεν του δόθηκε αυτό το αξίωμα, έμεινε στο Βερολίνο όπου εξακολουθούσε ν' ασκεί το επάγγελμά του, και ήρθε σαν εθελοντής να γυμναστεί για να υπηρετήσει την πατρίδα του, σε έσχατη ανάγκη, σαν στρατιώτης της Εθνοφρουράς. Η καρτερική γυναίκα του βοηθούσε στην περιποίηση των πολλών τραυματιών και αρρώστων, που ιδιαίτερα μετά τις μάχες στο Γκροσσμπέερεν και Ντέννβιτζ είχαν αφεθεί στο Βερολίνο. Κι αυτή η ίδια κόλλησε μια μεταδοτική αρρώστια. Ο Fichte την περιποιήθηκε, και, αν και αγωνιούσε για τη ζωή της, πήγε στις 3 Γενάρη 1814 στο Πανεπιστήμιο για να διδάξει. Για δυο ώρες πραγματεύτηκε τα πιο αφηρημένα ζητήματα της καθαρής Φιλοσοφίας, ενώ έτρεμε από το φόβο μήπως δεν βρει πια ζωντανή την γυναίκα του. Σαν έφτασε στο σπίτι του, οι γιατροί του ανάγγειλαν

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

πως η κρίση πέρασε και πως, κατά πάσα πιθανότητα, η άρρωστη είχε σωθεί. Χαρούμενος έσκυψε πάνω της και έτσι καθώς φαίνεται κόλλησε ο ίδιος την αρρώστια που τον θανάτωσε στις 29 του Γενάρη του 1814, ενώ η γυναίκα του ανέρρωσε. Αν και ο θάνατος αυτός στεφανώνει κατά κάποιο τρόπο τη ζωή του Fichte, δεν θα συμβιβαζότανε καθόλου με το νόημα της Φιλοσοφίας τους να κλείσουμε την διάλεξη γι' αυτόν με τον θάνατό του. Η Φιλοσοφία του Fichte είναι η διδασκαλία για τη ζωή και τη διαμόρφωσή της με τη λογική βούληση. Αυτό μας φέρνει στο νου το Σωκράτη, και μας σπρώχνει να ρίξουμε ένα βλέμμα πίσω. Ο Σωκράτης πρώτος έβαλε σαν κέντρο των φιλοσοφικών αναζητήσεων το θεμελιώδες πρόβλημα για τους σκοπούς της ύπαρξής μας, ορίζοντας έτσι το πραγματικό αντικείμενο με το οποίο πρέπει ν' ασχολείται η Φιλοσοφία. Νόμιζε αυτός πως η λύση κάθε δυσχέρειας βρίσκεται στη γνώση. Επιπλέον ήταν τόσο συνυφασμένος με τις παραδόσεις του λαού του, ώστε ήταν πεισμένος πως με τη νόησή του δεν ανάτρεπε τα αρχαία ήθη και την πατρική θρησκεία, μα πως μ' αυτήν για πρώτη φορά τα καταλάβαινε αυτά με καθαρότητα. Ο Πλάτωνας αφού αντικρούστηκε από την πραγματικότητα, και ατύχησε στις μεταρρυθμιστικές απόπειρές του, έστησε μεγαλόπρεπα σύστημα ανθρωπίνων σκοπών και το τοποθέτησε σ' ένα κόσμο, που πέρα για πέρα είχε πλαστεί σύμφωνα με τις ιδέες του λογικού. Η επιστήμη των νεότερων χρόνων αποδείχνει, σ' αντίθεση με τα παραπάνω, πως η γνώση μας της Φύσης δεν πρέπει να ερευνάει για σκοπούς, αλλά για αίτια, αν θέλει να καταλήξει σε σωστά αποτελέσματα. Εκ νέου λοιπόν αξιώνει τον έλεγχο των θεμελίων της γνώσης η ανατροπή μιας νοοτροπίας που κράτησε πολύν καιρό. Ο Descartes βρίσκει στην αυτοβεβαιότητα της νόησης το σταθερό σημείο απ' το οποίο κρατεί την αμφιβολία. Σ' αυτόν εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό η μόνωση του Φιλόσοφου, και η αποξένωσή του από το κράτος, το λαό, και την κοινωνία. Γιατί ήδη ο μαθητής του Spinoza, αφού υποχρεώθηκε αυτό το πεπρωμένο να στηριχτεί εντελώς στις δικές του δυνάμεις, όμως τονίζει πάλι τα προβλήματα της ανθρώπινης συμβίωσης. Αυτός βρίσκει ικανοποίηση του θρησκευτικού του πόθου στην εγκατάλειψη του εαυτού του σε μια θεότητα που την συνέλαβε εντελώς νοητικά. Όση όμως κι αν είναι μεγάλη η εντύπωση που προξενεί το φιλοσοφικό σύστημα, δεν αντέχει στον κριτικό έλεγχο του λογικού. Το σύστημά του μας έκανε να καταλάβουμε το αδύνατο της Μεταφυσικής και συνάμα Ηθικής, που αφού ξεκινούσε από κάποια παράσταση της συγκρότησης του κόσμου, επεδίωκε να ορίσει την αξία της ζωής μας. Ο Kant πρώτος ασχολείται σοβαρά να θεμελιώσει τη Φιλοσοφία με την έρευνα των προϋποθέσεων και των ορίων της ικανότητας της γνώσης μας. Βρίσκει πως η νόηση του κόσμου είναι έργο μας, πως πρέπει να θεωρούμε σα σκοπό τη νόησή του, και πως δεν έχουμε το δικαίωμα να συμπεραίνουμε απαγωγικά απ' αυτόν τους σκοπούς μας. Ταυτόχρονα, με την Ηθική της αγαθής βούλησης βάζει τέρμα στην παλιά μονομέρεια, σύμφωνα με την οποία με την ορθή γνώση πετυχαίνεται με ασφάλεια η σωστή πράξη. Έτσι δημιουργεί αυτή τις βάσεις στις οποίες αφού στηριχτούμε πρέπει εκ νέου να δοκιμάσουμε να σχηματίσουμε σαφή έννοια για τους σκοπούς της ζωής μας. Και πρώτος ο Fichte άρχισε να λύνει το πρόβλημα αυτό με εντελώς ορισμένο τρόπο. Ξεκινώντας από γενικά συμπεράσματα κατάληξε βήμα προς βήμα στη γνώση, πως σε κάθε άνθρωπο γεννώνται ιδιαίτερα καθήκοντα ανάλογα με την ιδιαίτερη θέση του στην εποχή του και το λαό του. Η ενότητα του ανθρώπου με το περιβάλλον, που στο Σωκράτη παρά τη διάσπαση που άρχιζε υπήρχε ακόμα κατά κάποιο τρόπο απ' τη φύση, μπαίνει απ' τον Fichte σαν λογικός σκοπός. Η σκέψη αυτή είναι για τα χρόνια μας ιδιάζουσα σπουδαία. Είμαστε χωρισμένοι και διασπασμένοι σε κοινωνικές τάξεις και κόμματα· καθένας μας έχει περιοριστεί σε κάποιο βιοτικό και επαγγελματικό πεδίο όντας αναγκασμένος να το κάνει αυτό, αν θέλει να πετύχει κάτι τι αξιόλογο. Η στενή και εσωτερική ενότητα, που σε προηγούμενους αιώνες προσπόριζε παράδοση που θεωρούνταν σαν αυτονόητη αλήθεια, χάθηκε ανεπίστρεπτα. Κι όμως πρέπει να γίνουμε αληθινό Έθνος. Έθνος που να αισθάνεται και να ενεργεί σα σύνολο: γιατί πολύ απέχουμε από αυτό. Αυτό θα το πετύχουμε μόνο με τη «λογική τέχνη» για να μεταχειριστούμε τη λέξη του Fichte, με επιστημονικά θεμελιωμένες πεποιθήσεις για το καθήκον μας, που εφαρμόζονται στη ζωή. Πρέπει συνάμα να συμμεριστούμε την πλάνη του Fichte, να ξεχωρίσουμε δηλαδή την ποικιλία της ζωής από την ενότητα του λογικού. Αλλά το πρόβλημα που για τη λύση του ο Fichte πάλεψε σ' όλη τη ζωή του, δηλαδή η συνένωση Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

καθαρότατης βούλησης και γνώσης με την πρωταρχική δύναμη του λογικού, αφού αναγνωριστεί και η αλληλουχία των γεγονότων που πραγματεύθηκε, είναι επίσης και δικό μας πρόβλημα. Με τις διαλέξεις μου μπόρεσα να σας δείξω μόνο την πρώτη αρχή του δρόμου, που πρέπει να περπατήσει κανείς στο προκείμενο. Η πρόθεσή μου ήταν να σας στηρίξω την πίστη για το αναγκαίο της Φιλοσοφίας, σαν επιστήμης που πραγματεύεται τους σκοπούς της ζωής μας, και να σας γνωρίσω τις ασφαλείς βάσεις της επιστήμης αυτής.

Digitized by 10uk1s, Feb. 2009

View more...

Comments

Copyright ©2017 KUPDF Inc.
SUPPORT KUPDF