Jo Nesbo - Ο Φαντομάς

December 24, 2017 | Author: Afrodite Alexiou | Category: N/A
Share Embed Donate


Short Description

Αστυνομικο θριλερ...

Description

Digitalised By Jah®

Ψηφιακή έκδοση Οκτώβριος 2013 Τίτλος πρωτοτύπου Jo Nesbø, Gjenferd, H. Aschehoug & Co. (W. Nygaard), Όσλο 2011 © 2011, Jo Nesbø © 2013, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-960-566-340-7 Κατόπιν συμφωνίας με το Salomonsson Agency. Η μετάφραση έγινε με την επιχορήγηση του NORLA.

Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου.

Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500, fax: 211 3003562 http://www.metaixmio.gr • e-mail: [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

• Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562

• Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Digitalised By Jah®

• Οξυγόνο, Ολύμπου 81, 546 31 Θεσσαλονίκη, τηλ.: 2310 260085

Digitalised By Jah®

Jo Nesbo Ο φαντομάς Μετάφραση από τα νορβηγικά Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Digitalised By Jah®

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ————

Digitalised By Jah®

1

ι τσιρίδες την καλούσαν. Σαν ηχητικές λόγχες διαπερνούσαν κάθε άλλο νυχτερινό θόρυβο στο κέντρο του Όσλο: τον σταθερό βόμβο των αυτοκινήτων έξω από το παράθυρο, τις μακρινές σειρήνες που άλλοτε ακούγονταν κι άλλοτε έσβηναν, τις καμπάνες της εκκλησίας που μόλις είχαν αρχίσει να χτυπούν παραδίπλα. Έβγαινε για κυνήγι τη νύχτα, πριν από την ανατολή του ήλιου. Έσυρε τη μύτη της στον βρόμικο μουσαμά του δαπέδου καταγράφοντας και ταξινομώντας τις μυρωδιές με ταχύτητα αστραπής. Τρεις κατηγορίες: βρώσιμες, απειλητικές και αδιάφορες για την επιβίωσή της. Η ξινή μυρωδιά της γκρίζας στάχτης· η ζαχαρένια γεύση του αίματος σ’ ένα κομμάτι βαμβάκι· η πικρή δυσοσμία της μπίρας απ’ το αναποδογυρισμένο καπάκι μιας Ρίνγκνες· τα μόρια του θείου, του νιτρικού καλίου και του διοξειδίου του άνθρακα που είχαν ελευθερωθεί από τον άδειο κάλυκα μιας σφαίρας 9x18 mm – γνωστής απλώς και ως Μακάροφ, από το όνομα του όπλου στο οποίο πρωτοχρησιμοποιήθηκε αυτό το διαμέτρημα. Ο καπνός από ένα αποτσίγαρο που σιγόκαιγε ακόμη, με χρυσό φίλτρο και μαύρο χαρτί, που είχε απάνω του τυπωμένο το εθνόσημο της Ρωσίας, έναν δικέφαλο αετό. Ο καπνός ήταν βρώσιμος. Κι επίσης: μυρωδιά από αλκοόλ, δέρμα, λίπος, άσφαλτο. Digitalised By Jah®

O

Ένα παπούτσι. Το μύρισε. Κι αποφάσισε ότι δεν ήταν τόσο εύκολο να φαγωθεί όσο το μπουφάν στην ντουλάπα, που μύριζε πετρέλαιο και σάπιο ζώο. Ο εγκέφαλός της συγκεντρώθηκε στο πώς θα μπορούσε να ξεπεράσει αυτό που της έφραζε τον δρόμο. Είχε προσπαθήσει κι απ’ τις δυο μεριές αλλά, παρόλο που ήταν μόνο είκοσι πέντε εκατοστά και ζύγιζε λιγότερο από μισό κιλό, της ήταν αδύνατον. Το εμπόδιο ήταν πεσμένο στο πλάι, με την πλάτη του στον τοίχο, φράζοντας την είσοδο της τρύπας που οδηγούσε στη φωλιά της, όπου τα οκτώ νεογέννητα, τυφλά και άτριχα μωρά της τσίριζαν ολοένα και πιο δυνατά αποζητώντας τα στήθη της. Το βουνό από κρέας μύριζε αλάτι, ιδρώτα και αίμα. Ήταν ένας άνθρωπος. Ένας ζωντανός άνθρωπος· τα ευαίσθητα αυτιά της διέκριναν τους αδύναμους χτύπους της καρδιάς του κάτω από τις πεινασμένες τσιρίδες των νεογνών της. Φοβόταν, μα δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να ταΐσει τα παιδιά της. Αυτό υπερέβαινε οποιονδήποτε φόβο, οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια, οποιοδήποτε άλλο ένστικτο. Στάθηκε λοιπόν με τη μύτη της στο πάτωμα και περίμενε να βρει μια λύση. Οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν τώρα μαζί με την καρδιά του. Ένας χτύπος, δύο, τρεις, τέσσερις... Εντέλει, άνοιξε το στόμα της κι έδειξε τα δόντια της: δόντια αρουραίου.

Ιούλης. Σκατά. Δεν είναι να πεθαίνεις Ιούλιο. Τι είναι αυτό που ακούω, καμπάνες; Λες να υπήρχε παραισθησιογόνο στις γαμημένες τις σφαίρες; Εντάξει, εδώ τελειώνουν όλα. Και λοιπόν, τι μ’ αυτό; Τι εδώ τι εκεί. Τι τώρα τι μετά. Δεν μου άξιζε όμως να πεθάνω Ιούλη μήνα. Με τα πουλάκια να κελαηδούν, τα ποτήρια να τσουγκρίζουν, τα γέλια να φτάνουν στ’ αυτιά μου απ’ τον ποταμό Άκερ. Με όλη αυτή τη χαρά του καλοκαιριού έξω απ’ το παράθυρο. Δεν μου άξιζε να βρίσκομαι τέζα στο πάτωμα σε μια μολυσμένη

Digitalised By Jah®

τρώγλη για πρεζόνια, με μια ολοκαίνουργια οπή στο σώμα μου απ’ όπου ξεχύνονται τώρα όλα: η ζωή μου, τα δευτερόλεπτα, οι μνήμες όσων με οδήγησαν εδώ. Τα μεγάλα και τα μικρά, ένα κάρο συμπτώσεις, πράγματα που επέλεξα μόνο κατά το ήμισυ εγώ. Αυτό είναι λοιπόν όλο; Αυτό είμαι εγώ, αυτό είναι η ζωή μου; Δεν έκανα σχέδια εγώ; Φυσικά κι έκανα. Και να τα τώρα, ένας σάκος σκόνη, ένα ανέκδοτο τόσο σύντομο, που θα προλάβαινα να το πω ολόκληρο πριν σωπάσουν οι κολασμένες αυτές καμπάνες. Πανάθεμα. Ποτέ δεν μου ’παν ότι πονάει τόσο όταν πεθαίνεις. Μπαμπά, είσαι εκεί; Μη φεύγεις, όχι ακόμη. Άκουσέ με, θα σ’ το πω το ανέκδοτο: Με λένε Γκούστο. Έχω φτάσει τα δεκαεννιά. Ένας κακός άνδρας, εσύ, πήδηξες μια κακιά γυναίκα κι εννιά μήνες αργότερα, τσουπ!, εμφανίστηκα εγώ και με δώσατε για υιοθεσία πριν καλά καλά προλάβω να πω τη λέξη «μπαμπάς». Κι όσο εγώ τα έκανα λίμπα όσο πιο πολύ μπορούσα, τόσο εκείνοι με τύλιγαν ακόμα πιο ασφυκτικά με τη στοργή τους και με ρωτούσαν τι χρειαζόμουν για να ηρεμήσω. Παγωτάκι; Πού να ’ξεραν ότι άνθρωποι σαν εσένα κι εμένα καταλήγουν μια μέρα πυροβολημένοι, πατημένοι σαν παράσιτα, ότι μεταδίδουμε μολύνσεις κι αποσύνθεση κι ότι, αν μας δινόταν η ευκαιρία, θα πολλαπλασιαζόμασταν σαν τους αρουραίους... Δικό τους το φταίξιμο και μόνο. Ήθελαν όμως κι αυτοί ανταλλάγματα. Όλοι κάτι θέλουν. Ήμουν δεκατριών όταν πρωτοείδα στα μάτια της θετής μου μητέρας αυτό που ήθελε. «Τι όμορφος που είσαι, Γκούστο» μου είπε. Είχε μπει στο μπάνιο. Είχα αφήσει την πόρτα ανοιχτή χωρίς ν’ ανοίξω το ντους για να την πιάσω απροετοίμαστη. Στάθηκε στην πόρτα ένα δεύτερο παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε κι ύστερα ξαναβγήκε. Κι εγώ έσκασα στα γέλια γιατί είχα καταλάβει τι ήθελε. Αυτό είναι το ταλέντο μου, μπαμπά: ξέρω τι θέλουν οι άνθρωποι. Από σένα το πήρα άραγε; Ήσουν κι εσύ έτσι; Όταν έφυγε, κοίταξα τον εαυτό μου στον μεγάλο καθρέφτη. Δεν ήταν η πρώτη που μου έλεγε πως ήμουν όμορφος. Ήμουν πολύ πιο αναπτυγμένος από τ’ άλλα αγόρια: ψηλός, λεπτός, με φαρδιούς ήδη Digitalised By Jah®

ώμους, γεμάτος μυς. Με γυαλιστερά κατάμαυρα μαλλιά, λες κι όλο το φως του κόσμου φέγγιζε πάνω τους. Ψηλά ζυγωματικά. Τετράγωνο πιγούνι. Μεγάλο, άπληστο στόμα με χείλια γεμάτα, σαν κοριτσίστικα. Λείο, σκούρο δέρμα. Σχεδόν μαύρα μάτια. Ένα παιδί στην τάξη μ’ είχε πει κάποτε «σκατοαρουραίο». Ντίντρικ νομίζω τον έλεγαν. Πήγαινε για σολίστ κλασικού πιάνου. Ήμουν δεκαπέντε ετών και το είπε φωναχτά: «Αυτός ο σκατοαρουραίος ούτε να διαβάσει δεν μπορεί καλά καλά». Εγώ απλώς γέλασα. Ήξερα πολύ καλά γιατί το είχε πει. Ήξερα πολύ καλά τι ήθελε: την Καμίλα, με την οποία ήταν κρυφά ερωτευμένος και η οποία ήταν ολοφάνερα ερωτευμένη μαζί μου. Στο πάρτι της τάξης είχα χώσει το χέρι μου κάτω από την μπλούζα της για να δω τι έκρυβε εκεί μέσα. Τίποτα το ιδιαίτερο. Το είχα αναφέρει σ’ έναν δυο φίλους και κάπως πρέπει να το πήρε και το αυτί του Ντίντρικ, ο οποίος αποφάσισε να με βάλει στη θέση μου. Οπότε πήγα κι εγώ στον Τούτου στο κλαμπ Εμ-Σι, για τον οποίο διακινούσα λίγο χασίς στο σχολείο, και του εξήγησα ότι, αν ήταν να κάνω τη δουλειά του σωστά, χρειαζόμουν τον απαραίτητο σεβασμό. Ο Τούτου είπε ότι θα κανόνιζε τον Ντίντρικ. Ο Ντίντρικ δεν μας εξήγησε πώς κατάφερε να μαγκώσει τα δυο του δάχτυλα στον πάνω μεντεσέ της πόρτας της τουαλέτας των αγοριών, αλλά εμένα δεν με ξαναφώναξε ποτέ πια «σκατοαρουραίο». Και, ναι, φυσικά και δεν έγινε ποτέ σολίστ του πιάνου. Γαμώτο! Πονάω λέμε! Όχι, μπαμπά, δεν χρειάζομαι παρηγοριά, τη δόση μου χρειάζομαι. Μια τελευταία δόση και θα φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο ήσυχος. Να τες πάλι αυτές οι καμπάνες. Μπαμπά;

Digitalised By Jah®

2

ταν σχεδόν μεσάνυχτα στο αεροδρόμιο του Όσλο στο Γκαρντεμούεν, όταν η πτήση SK-459 από την Μπανγκόκ προσέγγισε την προκαθορισμένη της θέση στη θύρα 46. Ο κυβερνήτης Τουρ Σουλτς τράβηξε το φρένο και σταμάτησε το Airbus 340, σβήνοντας κατόπιν την παροχή καυσίμου. Ο μεταλλικός βόμβος των μηχανών έσβησε κι έγινε ένα καλοπροαίρετο γουργουρητό πριν πάψει εντελώς. Ο Τουρ Σουλτς κατέγραψε αυτομάτως την ώρα: τρία λεπτά και σαράντα δευτερόλεπτα μετά την προσγείωση, δώδεκα ολόκληρα λεπτά πριν από την προγραμματισμένη ώρα άφιξης του αεροσκάφους. Μαζί με τον συγκυβερνήτη του άρχισαν να κάνουν τον τελικό έλεγχο πριν από το shutdown, αφού το αεροπλάνο θα έμενε παρκαρισμένο όλο το βράδυ, μαζί με το φορτίο του. Κοίταξε στον φάκελο που περιείχε το ημερολογιακό αρχείο του αεροσκάφους. Σεπτέμβριος 2011. Στην Μπανγκόκ ήταν ακόμη η εποχή των μουσώνων και τα πάντα άχνιζαν από τη ζέστη. Ο Τουρ Σουλτς είχε πεθυμήσει να γυρίσει σπίτι του, στα δροσερά βράδια των πρώτων ημερών του φθινοπώρου. Δεν υπήρχε ωραιότερο μέρος στον κόσμο από το Όσλο τον Σεπτέμβριο. Συμπλήρωσε το έντυπο για τα εναπομείναντα καύσιμα. Τον λογαριασμό των καυσίμων. Στο παρελθόν είχε κληθείDigitalised να δώσει By Jah®

Ή

εξηγήσεις για πτήσεις από το Άμστερνταμ ή τη Μαδρίτη απ’ όπου είχε πετάξει με μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ ό,τι ήταν οικονομικά επωφελές, ξοδεύοντας χιλιάδες κορόνες σε καύσιμα. Στο τέλος, το αφεντικό του τον είχε στήσει στον τοίχο. «Για ποιον λόγο;» είχε ουρλιάξει. «Δεν είχες επιβάτες για μετεπιβίβαση σε άλλη πτήση!» «Για να συνεχίσουμε να είμαστε η πιο συνεπής αεροπορική εταιρεία στον κόσμο» είχε μουρμουρίσει ο Τουρ Σουλτς, επαναλαμβάνοντας το σλόγκαν των διαφημίσεων των Σκανδιναβικών Αερογραμμών. «Η πιο οικονομικά γαμημένη αεροπορική εταιρεία στον κόσμο θες να πεις! Αυτή είναι η μόνη σου δικαιολογία;» Ο Τουρ Σουλτς είχε ανασηκώσει απλώς τους ώμους του. Δεν μπορούσε να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, πως αυτός είχε ανοίξει τις βαλβίδες των καυσίμων γιατί υπήρχε κάτι που όντως έπρεπε να προλάβει: να βρίσκεται στην επόμενη πτήση για το Μπέργκεν, το Τρόντχαϊμ ή το Σταβάνγκερ. Πως ήταν απαραίτητο να είναι εκείνος κυβερνήτης σ’ αυτές τις πτήσεις κι όχι κάποιος άλλος. Ήταν πολύ παλιός στην εταιρεία και μόνο να τον κατσαδιάσουν μπορούσαν. Είχε αποφύγει να κάνει τρανταχτά λάθη και η Ένωση τον προστάτευε. Σε λίγα χρονάκια έτσι κι αλλιώς θα έφτανε τα δυο πεντάρια, τα πενήντα πέντε, οπότε θα έπαιρνε σύνταξη. Ο Τουρ Σουλτς ξεφύσηξε. Λίγα χρονάκια ακόμα για να μπαλώσει τα πράγματα και να μην καταλήξει ο πιο οικονομικά γαμημένος πιλότος στον κόσμο. Υπέγραψε το ημερολογιακό αρχείο της πτήσης, σηκώθηκε και βγήκε από το κόκπιτ για να δείξει στους επιβάτες τα κατάλευκα δόντια του και το ηλιοκαμένο πρόσωπο. Το χαμόγελο που σήμαινε ότι ήταν ο μίστερ Αυτοπεποίθηση αυτοπροσώπως. Ένας Πιλότος. Κάποτε, ο επαγγελματικός του τίτλος τού προσέδιδε μεγάλη αίγλη. Είχε δει την ανταπόκριση στα μάτια των ανθρώπων –ανδρών και γυναικών, μικρών και μεγάλων– σαν πρόφερε τη μαγική λέξη Digitalised By Jah®

«πιλότος», καθώς ανακάλυπταν πάνω του το χάρισμα, την αταραξία και τη γοητεία ενός αγοριού, και τον δυναμισμό, την ψυχρή ακρίβεια, την οξύνοια και το θάρρος ενός άνδρα που αψηφούσε τους φυσικούς νόμους και τους έμφυτους φόβους των κοινών θνητών. Όλα αυτά όμως ήταν πια παρελθόν. Τώρα τον έβλεπαν σαν οδηγό λεωφορείου –πράγμα που ήταν– και τον ρωτούσαν πόσο κόστιζαν τα φτηνότερα εισιτήρια για τη Λας Πάλμας και γιατί η Lufthansa προσέφερε περισσότερη άπλα μεταξύ καθισμάτων. Στον διάολο να πάνε όλοι τους. Άι στον διάολο. Στάθηκε στην έξοδο του αεροσκάφους, δίπλα στις αεροσυνοδούς, στητός και χαμογελαστός, λέγοντας «welcome back, Miss», με την τεξανή προφορά που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη σχολή Σέπαρντ στην Αμερική. Εισέπραξε ένα χαμόγελο εκτίμησης. Στο παρελθόν, ένα τέτοιο χαμόγελο θα μπορούσε να του εξασφαλίσει ένα ραντεβού στην αίθουσα αφίξεων. Του είχαν συμβεί κάτι τέτοια, επανειλημμένως. Από το Κέιπ Τάουν μέχρι την Άλτα. Γυναίκες: αυτό ήταν το πρόβλημα. Αυτή ήταν κι η λύση. Γυναίκες· πολλές γυναίκες· καινούργιες γυναίκες. Και τώρα πια; Τώρα τα μαλλιά του αραίωναν κάτω από το καπέλο του, μα η απαστράπτουσα στολή του τόνιζε ακόμη την ψηλή του κορμοστασιά και τους φαρδιούς του ώμους. Ό,τι έφταιγε δηλαδή όταν δεν κατάφερε να περάσει στη σχολή Ικάρων και κατέληξε να μεταφέρει κάργκο μ’ ένα C-130, τον γίγαντα των αιθέρων. Στο σπίτι τούς είχε πει ότι ήταν τελικά μερικά εκατοστά ψηλότερος απ’ ό,τι χρειαζόταν, ότι τα κόκπιτ των Starfighter F5 και F16 χωρούσαν μόνο νάνους. Η αλήθεια ήταν ότι ο ίδιος ήταν «λίγος» για έναν τέτοιο διαγωνισμό. To σώμα του μια χαρά ήταν. Το σώμα του ήταν πάντα μια χαρά. Το σώμα του ήταν το μοναδικό πράγμα που είχε καταφέρει να κρατήσει σε καλή κατάσταση στο πέρασμα του χρόνου, το μοναδικό πράγμα που δεν είχε καταρρεύσει. Εν αντιθέσει με τον γάμο του. Την οικογένειά του. Τους φίλους του. Πώς συνέβησαν όλα αυτά; Πού ήταν όταν συνέβησαν όλα αυτά; Μάλλον σε κάποιο δωμάτιο Digitalised By Jah®

ξενοδοχείου στο Κέιπ Τάουν ή στην Άλτα, σνιφάροντας κοκαΐνη για να μπορέσει ν’ αντισταθμίσει τα δολοφονικά για τη στύση του ποτά του μπαρ και χώνοντας το πουλί του σε μια καθόλου «welcome back» δεσποινίδα, για ν’ αντισταθμίσει όλα εκείνα που δεν ήταν και δεν θα γινόταν ποτέ του. Το βλέμμα του Τουρ Σουλτς έπεσε σ’ έναν άνδρα που ερχόταν προς το μέρος του. Προχωρούσε σκυφτός, παρ’ όλα αυτά ξεχώριζε πάνω από τα κεφάλια των άλλων επιβατών. Ήταν ψηλός με φαρδιές πλάτες, όπως και ο ίδιος. Βέβαια, ήταν νεότερος από τον πιλότο. Tα κοντοκουρεμένα ξανθά του μαλλιά έστεκαν όρθια, σαν βούρτσα πάνω στο κεφάλι του. Μάλλον Νορβηγός, μα δεν έδινε την εντύπωση τουρίστα που επέστρεφε σπίτι του. Έμοιαζε περισσότερο με εξόριστο, κι είχε αυτό το υποτονικό, σχεδόν γκρίζο μαύρισμα που αποκτούν οι περισσότεροι λευκοί όταν μένουν για πολύ καιρό στη νοτιοανατολική Ασία. To καφέ λινό του κουστούμι ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του κι έδειχνε ποιότητα, σοβαρότητα. Ίσως ήταν επιχειρηματίας. Αλλά όχι με τόσο ανθηρές επιχειρήσεις, διότι ταξίδευε στην οικονομική θέση. Όμως δεν ήταν ούτε το κουστούμι ούτε το ύψος του άνδρα που είχε τραβήξει το βλέμμα του Τουρ Σουλτς. Ήταν η ουλή, που πήγαινε από το αριστερό μέρος του στόματος μέχρι σχεδόν το αυτί του, σχηματίζοντας στο πρόσωπο του άνδρα ένα χαμόγελο σε σχήμα ημισελήνου. Γκροτέσκο και δραματικό συνάμα. «See you». O Τουρ Σουλτς ανατρίχιασε, αλλά δεν πρόλαβε ν’ ανταποδώσει τον χαιρετισμό πριν ο άνδρας τον προσπεράσει και βγει από το αεροπλάνο. H φωνή του ήταν τραχιά και βραχνή, και τα κατακόκκινα μάτια του έδειχναν ότι μόλις είχε ξυπνήσει. Το αεροπλάνο είχε αδειάσει. Το μίνι βαν με το προσωπικό καθαρισμού είχε ήδη παρκάρει στον διάδρομο. Το πλήρωμα αποβιβάστηκε από το αεροσκάφος. O Τουρ Σουλτς είδε τον μικρόσωμο, μυώδη Ρώσο να βγαίνει πρώτος από το μίνι βαν και ν’ Digitalised By Jah®

ανεβαίνει τις σκάλες του αεροσκάφους φορώντας το κίτρινο, φωσφορίζον γιλέκο με το σήμα της εταιρείας: Solox. See you. Το μυαλό του Τουρ Σουλτς επαναλάμβανε αυτές τις λέξεις καθώς προχωρούσε προς το Κέντρο Πληρωμάτων Αεροσκαφών. «Δεν είχατε κι ένα τσαντάκι εκτός απ’ αυτό;» τον ρώτησε μια αεροσυνοδός δείχνοντάς του τη βαλίτσα του με τα ροδάκια, μάρκας Samsonite. Δεν θυμόταν το όνομά της. Μία; Μάγια; Εν πάση περιπτώσει, την είχε πηδήξει κάποτε κατά τη διάρκεια ενός στοπόβερ, κάποια στιγμή μέσα στα τελευταία εκατό χρόνια. Ή μήπως όχι; «Όχι» απάντησε ο Τουρ Σουλτς. See you. Όπως «τα ξαναλέμε»; Ή όπως «σε βλέπω που με βλέπεις»; Πέρασαν το φυλάκιο στην είσοδο του Κέντρου Πληρωμάτων, όπου, θεωρητικά, θα έπρεπε να ξεπηδά πού και πού κάποιος τελωνειακός υπάλληλος. Όμως στο 99% των περιπτώσεων η καρέκλα του τελωνειακού υπαλλήλου παρέμενε άδεια, και στα τριάντα ένα χρόνια ιπτάμενης υπηρεσίας του ο Τουρ Σουλτς δεν είχε περάσει σωματική ή άλλου είδους έρευνα ούτε μία φορά. See you. Όπως: «Σε βλέπω, να το ξέρεις». Όπως λέμε: «Βλέπω ποιος πραγματικά είσαι». Ο Τουρ Σουλτς έτρεξε να μπει μέσα στο Κέντρο Πληρωμάτων.

Ο Σεργκέι Ιβάνοφ φρόντισε, όπως πάντα, να βγει πρώτος από το μίνι βαν που ήταν σταθμευμένο δίπλα στο Airbus, και ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά προς την καμπίνα του άδειου αεροσκάφους. Μπήκε με την ηλεκτρική του σκούπα στο κόκπιτ και κλείδωσε πίσω του την πόρτα. Φόρεσε τα λαστιχένια γάντια, τα τράβηξε μέχρι εκεί που άρχιζαν τα τατουάζ του, άνοιξε το καπάκι της ηλεκτρικής σκούπας Digitalised By Jah®

και το ντουλαπάκι του κυβερνήτη. Έβγαλε από μέσα το μικρό βαλιτσάκι μάρκας Samsonite, άνοιξε το φερμουάρ του, σήκωσε τον μεταλλικό του πάτο και τσέκαρε ότι τα τέσσερα, σαν τούβλα, πακέτα του ενός κιλού το καθένα ήταν εκεί. Έχωσε το βαλιτσάκι μες στην ηλεκτρική σκούπα, ανάμεσα στον σωλήνα και τη μεγάλη σακούλα που είχε αδειάσει αμέσως πιο πριν. Ξανάκλεισε το καπάκι της ηλεκτρικής σκούπας, ξεκλείδωσε την πόρτα του κόκπιτ κι έβαλε μπρος την ηλεκτρική. Η όλη διαδικασία διήρκεσε μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Αφού καθάρισαν και τακτοποίησαν την καμπίνα, οι υπάλληλοι καθαρισμού βγήκαν από το αεροπλάνο, φόρτωσαν τις γαλάζιες σακούλες σκουπιδιών στην καρότσα του Daihatsu και επέστρεψαν στο Kέντρο Eπιχειρήσεων. Λίγα μόνο αεροπλάνα απέμεναν να προσγειωθούν και ν’ απογειωθούν πριν το αεροδρόμιο κλείσει για τη νύχτα. Ο Ιβάνοφ έριξε μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο του προς τη μεριά της Γένι, της υπεύθυνης βάρδιας. Το βλέμμα του καρφώθηκε στην οθόνη του υπολογιστή, όπου εμφανίζονταν οι ώρες αναχώρησης και άφιξης των αεροσκαφών. Καμία καθυστέρηση. «Θα πάρω το Μπέργκεν, στο 28» είπε ο Σεργκέι με τη σκληρή ρωσική του προφορά. Τουλάχιστον αυτός μιλούσε τη γλώσσα, ενώ άλλοι συμπατριώτες του που ζούσαν στη Νορβηγία δέκα χρόνια τώρα ακόμη συνεννοούνταν στα αγγλικά. Μα όταν ο Σεργκέι ήρθε εδώ, πάνε σχεδόν δυο χρόνια, ο Θείος τού το ξεκαθάρισε απ’ την αρχή: έπρεπε να μάθει τη γλώσσα. Τον είχε παρηγορήσει, λέγοντας: Ποιος ξέρει; Ίσως να έχεις πάρει το ταλέντο μου στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. «Έχω ήδη ανθρώπους στο 28» είπε η Γένι. «Μπορείς να περιμένεις το Τρόντχαϊμ στο 22». «Θα πάρω το Μπέργκεν» είπε ο Σεργκέι. «Το Τρόντχαϊμ θα το πάρει ο Νικ». Η Γένι γύρισε και τον κοίταξε. «Όπως θες. Mη σκοτωθείς όμως στη δουλειά, Σεργκέι». Digitalised By Jah®

Ο Σεργκέι πήγε και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στον τοίχο. Έγειρε απαλά στην πλάτη της. Το δέρμα ανάμεσα στις ωμοπλάτες του πονούσε ακόμη· μόλις είχε τελειώσει το τατουάζ που του ζωγράφισε ο νορβηγός καλλιτέχνης, βασισμένο στα σχέδια που του είχε στείλει ο Ίμρε, που ήταν κρατούμενος στις φυλακές του Νίζνι Ταγκίλ. Έμενε ακόμα ένα κομμάτι μέχρι να ολοκληρωθεί. Ο Σεργκέι έφερε στον νου του τα τατουάζ που είχαν τα πρωτοπαλίκαρα του Θείου του, ο Αντρέι και ο Πέτερ· τις ξεθωριασμένες μπλε γραμμές στα σώματα των δυο Κοζάκων από την οροσειρά των Αλτάι, που μιλούσαν για τους πολλούς άθλους της δραματικής τους ζωής. Μα είχε κι ο Σεργκέι κάνει ένα κατόρθωμα στη ζωή του. Έναν φόνο. Έναν μικρό φόνο, για τον οποίο είχε ήδη σημαδέψει το δέρμα του με βελόνα και μελάνι, στο σχήμα ενός αγγέλου. Κι ίσως κάποτε να έκανε κι άλλον φόνο. Έναν μεγάλο φόνο αυτή τη φορά. Αν η ανάγκη το καταστήσει αναγκαίο, όπως έλεγε κι ο Θείος του, ζητώντας του να είναι πάντα έτοιμος, ψυχικά προετοιμασμένος, επιδέξιος με το μαχαίρι. Θα έρθει ένας άνδρας, του είχε πει. Δεν ήταν και πολύ σίγουρος ότι θα ερχόταν, αλλά ήταν πιθανόν. Πιθανόν. Ο Σεργκέι Ιβάνοφ κοίταξε τα χέρια του. Δεν είχε βγάλει ακόμη τα λαστιχένια γάντια του. Ήταν μια πολύ ευτυχής σύμπτωση ότι η επίσημη φόρμα εργασίας του απέκλειε το ενδεχόμενο ν’ αφήσει δακτυλικά αποτυπώματα στα πακέτα σε περίπτωση που κάποτε κάτι πήγαινε στραβά. Κανένα τρέμουλο στα χέρια του. Το είχαν κάνει όλο αυτό τόσες φορές, που έπρεπε να υπενθυμίζει στον εαυτό του το ρίσκο της όλης επιχείρησης για να είναι στην τσίτα. Ήλπιζε ότι θα ήταν εξίσου ήρεμος κι όταν θα εμφανιζόταν η ανάγκη για το αναγκαίο – chto nuzhno. Όταν θα άξιζε πραγματικά το τατουάζ τα σχέδια του οποίου είχε παραγγείλει. Φαντάστηκε ξανά την όλη εικόνα: θα ξεκούμπωνε το πουκάμισό του στη μέση του σαλονιού στο Ταγκίλ, μπροστά στους δέκα Ούρκα αδελφούς του, και θα τους έδειχνε τα νέα του τατουάζ. Που δεν θα χρειάζονταν κανένα σχόλιο, Digitalised By Jah®

καμιά λέξη. Κι αυτός δεν θα μιλούσε. Θα το έβλεπε απλώς στα μάτια τους. Ότι δεν ήταν πια ο Μικρός Σεργκέι. Βδομάδες τώρα προσευχόταν να έρθει πια αυτός ο άνδρας. Να γίνει ανάγκη το αναγκαίο. Από το γουόκι τόκι ακούστηκε το μήνυμα ότι το αεροπλάνο από το Μπέργκεν ήταν έτοιμο για καθάρισμα. Ο Σεργκέι σηκώθηκε. Χασμουρήθηκε. Αυτή τη φορά η διαδικασία στο πιλοτήριο ήταν ακόμα ευκολότερη. Θ’ άνοιγε τη σκούπα και θα τοποθετούσε το βαλιτσάκι στο ντουλαπάκι του κυβερνήτη. Βγαίνοντας από το αεροπλάνο συνάντησε το πλήρωμα που επιβιβαζόταν. Ο Σεργκέι Ιβάνοφ απέφυγε να συναντήσει το βλέμμα του πιλότου· έριξε απλώς τα μάτια του προς το έδαφος και σημείωσε ότι ο κυβερνήτης είχε την ίδια βαλίτσα με ροδάκια που είχε και ο Σουλτς: μια Samsonite Aspire GRT. Ίδιου κόκκινου χρώματος. Χωρίς το μικρό βαλιτσάκι που μπορούσε να τοποθετηθεί από πάνω της. Κανείς τους δεν ήξερε τίποτα για τους υπόλοιπους ή για τους λόγους που τους έκαναν να συμμετάσχουν σε αυτό, για το ιστορικό ή την οικογένειά τους. Το μόνο πράγμα που συνέδεε τον Σεργκέι, τον Σουλτς και τον νεαρό πιλότο ήταν τα μη καταχωρισμένα νούμερα των κινητών τους τηλεφώνων –οι συσκευές ήταν όλες τους αγορασμένες στην Ταϊλάνδη– ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μέσω μηνυμάτων σε περίπτωση καθυστέρησης των αεροπλάνων. Ο Σεργκέι πολύ αμφέβαλλε αν ο Σουλτς ήξερε για την ύπαρξη του νεαρού πιλότου. Ο Αντρέι ήταν πολύ προσεκτικός· ο καθένας ήξερε μόνο αυτά που χρειαζόταν να ξέρει, τίποτα παραπάνω. Ως εκ τούτου, ο Σεργκέι δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε με τα πακέτα. Aλλά μπορούσε να μαντέψει: όταν ο κυβερνήτης ενός αεροσκάφους σε πτήση εσωτερικού, από το Όσλο στο Μπέργκεν ας πούμε, προσγειωνόταν στον τελικό του προορισμό, δεν υπήρχαν τελωνεία ούτε κανείς άλλος έλεγχος Digitalised By Jah®

ασφαλείας. Ο πιλότος έπαιρνε λοιπόν μαζί του το βαλιτσάκι στο ξενοδοχείο όπου διανυκτέρευε το πλήρωμα, κι ένα πολύ διακριτικό χτύπημα στην πόρτα στη μέση της νύχτας έφτανε για ν’ αλλάξουν αμέσως χέρια τέσσερα κιλά ηρωίνη. Παρόλο που το νέο ναρκωτικό, η βιολίνη, είχε ρίξει κάπως τις τιμές της ηρωίνης· ακόμη πωλούνταν στον δρόμο για 250 κορόνες το 0,2 γραμμάριο – το λιγότερο. Πάνω από χίλιες κορόνες το γραμμάριο. Αν η ουσία –που ήταν ήδη αραιω​μένη– αραιωνόταν ακόμα μια φορά, το εμπόρευμα έφτανε τα οκτώ εκατομμύρια κορόνες. Ο Σεργκέι ήξερε αριθμητική. Καταλάβαινε λοιπόν ότι τον κακοπλήρωναν. Αλλά ήξερε ότι θα δικαιούνταν μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας από τη στιγμή που θα έκανε επιτέλους ό,τι ήταν αναγκαίο. Και με τον μισθό του, θα μπορούσε μέσα σε δυο χρόνια ν’ αγοράσει ένα σπίτι στο Ταγκίλ, να βρει ένα όμορφο κορίτσι από τη Σιβηρία να παντρευτεί· ίσως μάλιστα να έφερνε και τη μάνα και τον πατέρα του να μείνουν μαζί τους όταν θα γερνούσαν. Ο Σεργκέι Ιβάνοφ ένιωσε το τατουάζ να τον τρώει ανάμεσα στις ωμοπλάτες του. Ήταν λες και το ίδιο του το δέρμα χαιρόταν για ό,τι θα επακολουθούσε.

Digitalised By Jah®

3

άνδρας με το λινό κουστούμι κατέβηκε από το εξπρές του αεροδρομίου στον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό του Όσλο. Συνειδητοποίησε γρήγορα ότι η παλιά του πόλη είχε μόλις ζήσει μια μέρα ζεστή κι ηλιόλουστη· ο αέρας ήταν ακόμη ήπιος κι ευχάριστος. Κρατώντας μια μικροσκοπική, σχεδόν αστεία, πάνινη βαλίτσα, βγήκε με γρήγορα, αγχωμένα βήματα από τη νότια πλευρά του σταθμού, εκεί που χτυπούσε η καρδιά του Όσλο –αυτή που πολλοί έλεγαν ότι δεν υπήρχε– στον ρυθμό της νύχτας. Εμπρός του, ο ανισόπεδος κυκλικός κόμβος έφτυνε τα λίγα αυτοκίνητα που γύριζαν γύρω του προς την κατεύθυνση της Στοκχόλμης και του Τρόντχαϊμ προς τ’ ανατολικά, δυτικά προς το Ντράμεν και το Κριστιανσάν, κι ύστερα προς άλλες, βορειότερες πόλεις. Το μέγεθος και το σχήμα του θύμιζαν βροντόσαυρο, έναν γίγαντα υπό εξαφάνιση τη θέση του οποίου σύντομα θα έπαιρναν νέες κατοικίες και επιχειρήσεις σ’ αυτή τη νέα, υπέροχη γειτονιά του Όσλο, όπου δέσποζε το νέο, υπέροχο κτίριο της πόλης, η Όπερα. Ο άνδρας σταμάτησε και κοίταξε το λευκό παγόβουνο που στεκόταν ανάμεσα στον κόμβο και το φιόρδ. Είχε ήδη κερδίσει δεκάδες αρχιτεκτονικά βραβεία ανά τον κόσμο και άνθρωποι από τα πέρατα της γης έρχονταν για να περπατήσουν στην κεκλιμένη στέγη του από ιταλικό Digitalised By Jah®

Ο

μάρμαρο, που γλιστρούσε μέχρι την επιφάνεια του νερού. Το φως στο εσωτερικό της Όπερας ήταν εξίσου χαμηλό με το φεγγαρόφως που έπεφτε πάνω της. Και γαμώ τις βελτιώσεις, σκέφτηκε ο άνδρας. Διότι μπροστά του δεν έβλεπε τις υποσχέσεις ανάπτυξης της περιοχής, μα το παρελθόν της. Διότι εδώ ήταν ανέκαθεν το στέκι των τοξικομανών, το άντρο των πρεζονιών, το μέρος όπου τα χαμένα παιδιά της πόλης χτυπούσαν τη δόση τους και κλυδωνίζονταν μεθυσμένα πίσω απ’ τον λεπτό τοίχο ενός κτιρίου γραφείων που ίσα ίσα έκρυβε τις μορφές τους. Αυτός ο λεπτός τοίχος τα χώριζε απ’ τους ανίδεους, καλοπροαίρετους, σοσιαλδημοκράτες γονείς τους. Να βράσω εγώ τις βελτιώσεις, σκέφτηκε. Συνεχίζουν να οδεύουν προς την κόλαση περιτριγυρισμένα από ένα ομορφότερο, απλώς, περιβάλλον. Είχαν περάσει τρία ολόκληρα χρόνια από την τελευταία φορά που είχε βρεθεί εδώ πέρα. Τα πάντα έμοιαζαν καινούργια. Και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Οι τοξικομανείς είχαν εγκατασταθεί σε μια λωρίδα γκαζόν μεταξύ του σταθμού και του αυτοκινητόδρομου, σαν σε νησίδα. Εξίσου λιώμα όπως και τότε. Ξαπλωμένοι ανάσκελα με τα μάτια κλειστά, σαν ο ήλιος να ’ταν υπερβολικά δυνατός για τα γούστα τους. Ή καθισμένοι ανακούρκουδα, ψάχνοντας κάποια φλέβα που τους είχε ξεφύγει· ή σκύβοντας προς τα εμπρός, με όλο το βάρος τους στα γόνατα ή στην τσάντα που φορούσαν στην πλάτη, μην ξέροντας πού πατούσαν και πού έστεκαν. Τα ίδια πρόσωπα. Όχι φυσικά οι ίδιοι ζωντανοί-νεκροί που κάποτε τριγύριζαν εδώ γύρω – αυτοί είχαν πεθάνει προ πολλού. Μα τα ίδια κι απαράλλαχτα πρόσωπα. Στον δρόμο προς την Τολμπουγκάτα είδε κι άλλους. Προσπάθησε να σχηματίσει μια γενική εντύπωση της κατάστασης – αυτός ήταν, εξάλλου, ο λόγος για τον οποίο είχε επιστρέψει. Ήθελε να καταλάβει αν ο αριθμός τους είχε αυξηθεί ή όχι. Είδε ότι το εμπόριο γινόταν ακόμη γύρω από την Πλάτα, αυτό το μικρό ασφαλτοστρωμένο, Digitalised By Jah®

ασπρισμένο τετράγωνο στα δυτικά του Κεντρικού Σιδηροδρομικού Σταθμού, που αποτελούσε την Ταϊβάν του Όσλο: ένας χώρος ελεύθερης διακίνησης ναρκωτικών όπου οι Αρχές μπορούσαν να ελέγχουν το τι συνέβαινε και πιθανόν να «τσιμπάνε» τους νέους χρήστες. Έλα όμως που, καθώς οι δουλειές όλο και μεγάλωναν κι η Πλάτα μαρτυρούσε την πραγματική ταυτότητα του Όσλο, από τις χειρότερες εστίες εμπορίου ηρωίνης σε ολόκληρη την Ευρώπη, τόσο αυξάνονταν και οι τουρίστες που την επισκέπτονταν... Το μέγεθος του εμπορίου ηρωίνης και ο αριθμός των θανάτων από υπερβολική δόση αποτελούσαν εδώ και χρόνια πηγή ντροπής για τη νορβηγική πρωτεύουσα. Η ίδια η Πλάτα δε ήταν ακόμα μεγαλύτερη πληγή. Οι εφημερίδες κι η τηλεόραση βομβάρδιζαν την υπόλοιπη χώρα με εικόνες μαστουρωμένων νεαρών που τριγύριζαν στο κέντρο της πόλης σαν ζόμπι μέρα μεσημέρι. Το βαρύ κατηγορώ έπεφτε στους πολιτικούς. Όταν η δεξιά βρισκόταν στην εξουσία, η αριστερά δημιουργούσε πανδαιμόνιο: «Δεν υπάρχουν αρκετά κέντρα αποτοξίνωσης», «Η φυλακή κάνει τους χρήστες», «Η νέα ταξική κοινωνία ευθύνεται για τις συμμορίες και το εμπόριο ναρκωτικών στις περιοχές με μετανάστες». Όταν στην εξουσία βρισκόταν η αριστερά, το πανδαιμόνιο το δημιουργούσε η δεξιά: «Δεν υπάρχει αρκετή αστυνόμευση», «Οι νόμοι για το άσυλο είναι υπερβολικά χαλαροί», «Έξι στους εφτά φυλακισμένους είναι ξένοι». Έτσι λοιπόν, έχοντας οδηγηθεί από τον Άννα στον Καϊάφα πάμπολλες φορές, το δημοτικό συμβούλιο του Όσλο πήρε τη μοιραία απόφαση: ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Να σηκώσει το χαλί και να τα χώσει όλα από κάτω. Και να κλείσει την Πλάτα μια και καλή. Ο άνδρας με το λινό κουστούμι παρατήρησε έναν νεαρό με ερυθρόλευκη φανέλα της Άρσεναλ να στέκεται σε κάτι σκαλοπάτια. Μπροστά του, τέσσερις άλλοι άνθρωποι που έσερναν αργά τα πόδια τους. Το κεφάλι του παίκτη της Άρσεναλ κουνιόταν μια προς τ’ αριστερά, μια προς τα δεξιά, σαν να ήταν κοτόπουλο. Τα τέσσερα κεφάλια ήταν ακίνητα, με τα βλέμματα καρφωμένα προς την Digitalised By Jah®

ερυθρόλευκη φανέλα. Το βαποράκι που τη φορούσε περίμενε πρώτα να έρθουν κι άλλοι, να μεγαλώσει η ομάδα, να γίνουν πέντε ή έξι. Τότε θα έπαιρνε τα χρήματα για τις παραγγελίες τους και θα τους οδηγούσε στο προϊόν. Ο συνάδελφός του τους περίμενε πίσω από κάποια γωνία ή σε κάποια αυλή. Το σκεπτικό ήταν απλούστατο: ο τύπος με το προϊόν δεν είχε ποτέ επαφή με τα χρήματα κι ο τύπος με τα χρήματα δεν είχε ποτέ επαφή με το προϊόν. Έτσι, η αστυνομία θα δυσκολευόταν να συλλέξει αδιάσειστες αποδείξεις εναντίον του ενός ή του άλλου. Κοιτάζοντας λίγο προσεκτικότερα όμως, ο άνδρας με το λινό κουστούμι εξεπλάγη: μπροστά στα μάτια του χρησιμοποιούνταν τώρα η παλιά μέθοδος αγοραπωλησίας, αυτή της δεκαετίας του ’80 και του ’90: με τα χρήματα στο ένα χέρι και τα ναρκωτικά στο άλλο. Αφού η αστυνομία είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια να συλλάβει τα βαποράκια επιτόπου, εκείνα είχαν εγκαταλείψει τις πολύπλοκες ρουτίνες τους κι είχαν αρχίσει να πουλάνε δίχως επιφυλάξεις, σε όποιον τύχαινε να έρθει να ζητήσει. Λες η αστυνομία να ’χε ξαναρχίσει τις επ’ αυτοφώρω συλλήψεις; Ένας άνδρας με ποδηλατική αμφίεση τον προσπέρασε κάνοντας πεντάλ: κράνος, πορτοκαλί γυαλιά και φουσκωμένο, φωσφορίζον γιλέκο. Κάτω από το κολλητό του σορτσάκι, οι μύες των μηρών του διαγράφονταν. Το ποδήλατό του έδειχνε ακριβό. Γι’ αυτό μάλλον το πήρε και μαζί του όταν, μαζί με τους υπόλοιπους, ακολούθησε τη φανέλα της Άρσεναλ προς το πίσω μέρος του κτιρίου. Τα πάντα έμοιαζαν καινούργια. Και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κι όμως φαίνονταν κάπως λιγότεροι αυτή τη φορά, ή μήπως όχι; Οι πουτάνες στη γωνία της Σιπεργκάτα τού μίλησαν σε σπαστά αγγλικά –Hey baby! Wait a minute handsome!–, μα εκείνος κούνησε απλώς το κεφάλι του. Και φαίνεται πως οι φήμες περί της αποχής ή της πιθανής αφραγκίας του διαδόθηκαν ταχύτερα απ’ το βήμα του, γιατί οι κοπέλες που προσπέρασε λίγο παραπάνω δεν του έδωσαν καμία σημασία. Την παλιά εποχή, οι πουτάνες του Όσλο ντύνονταν με πολύ πρακτικό τρόπο: τζιν και ζεστά μπουφάν. Και ήταν λίγες. Η Digitalised By Jah®

αγορά ευνοούσε τότε την προσφορά. Αλλά ο ανταγωνισμός, φαίνεται, εντάθηκε γιατί έβλεπε πια κανείς κοντές φούστες, ψηλά τακούνια, διχτυωτά καλσόν. Οι Αφρικανές έμοιαζαν να τουρτουρίζουν ήδη. Πού να μπει κι ο Δεκέμβρης, σκέφτηκε ο άνδρας. Προχώρησε στα ενδότερα της περιοχής της Κβαντρατούρεν, που κάποτε είχε υπάρξει το πρώτο κέντρο του Όσλο και τώρα είχε μεταμορφωθεί σε μια έρημο από άσφαλτο και τούβλα, γεμάτη από διοικητικές υπηρεσίες που στέγαζαν καθημερινά πάνω από 250.000 εργαζόμενα μυρμήγκια. Στις τέσσερις ή πέντε το απόγευμα, όλα τα μυρμηγκάκια σέρνονταν σπιτάκι τους κι άφηναν την περιοχή στα νυκτόβια τρωκτικά. Πριν ο βασιλιάς Κρίστιαν Δ΄ επανασχεδιάσει την πόλη σε οικοδομικά τετράγωνα, σύμφωνα με τις αναγεννησιακές αρχές της γεωμετρικής τάξης, ο πληθυσμός της Κβαντρατούρεν ελεγχόταν από τις συχνές πυρκαγιές. O λαϊκός μύθος έλεγε ότι κάθε τέσσερα χρόνια, το βράδυ της 29ης Φλεβάρη, η Κβαντρατούρεν γέμιζε φλεγόμενους ανθρώπους που έτρεχαν από το ένα σπίτι στο άλλο ουρλιάζοντας, πριν καούν κι εξαφανιστούν αφήνοντας πίσω τους ένα πέπλο στάχτης. Κι ότι, αν κατάφερνες να αρπάξεις αυτή τη στάχτη πριν τη σκορπίσει ο αέρας, το σπίτι όπου κατοικούσες θα γλίτωνε διαπαντός από τις πυρκαγιές. Ακριβώς λόγω αυτών των πυρκαγιών, ο Κρίστιαν Δ΄ είχε ανοίξει μεγάλους και φαρδιούς δρόμους που δεν ταίριαζαν στο κατά τ’ άλλα φτωχικό Όσλο. Τα σπίτια ξαναχτίστηκαν από τούβλα, ένα υλικό εντελώς ξένο με τη νορβηγική κουλτούρα. Και τώρα, ο άνδρας με το λινό κουστούμι προχωρούσε κατά μήκος ενός από αυτούς τους τούβλινους τοίχους περνώντας μπροστά από την ανοιχτή πόρτα ενός μπαρ. Από μέσα ούρλιαζε μια ψιλοντάνς, ψιλορέγκε βερσιόν του «Welcome to the Jungle» των Guns n’ Roses, που κατάφερνε να βιάσει ταυτοχρόνως και τη μνήμη του Marley και το ύφος των Rose, Slash και Stradlin. Μια ομάδα καπνιστών στεκόταν έξω από την ανοιχτή πόρτα. Ένα χέρι απλώθηκε και τον σταμάτησε. Digitalised By Jah®

«Έχεις φωτιά;» Μια παχουλή, πληθωρική γυναίκα κοντά στα σαράντα είχε γυρίσει το βλέμμα της προς το μέρος του. Το τσιγάρο της ανεβοκατέβαινε προκλητικά ανάμεσα στα κόκκινα χείλια της. Ο άνδρας σήκωσε το ένα του φρύδι και κοίταξε τη φίλη της που γελούσε παραδίπλα, λίγο πιο πίσω, με το τσιγάρο της αναμμένο. Η πληθωρική γυναίκα παρατήρησε τη σκηνή και γέλασε κι η ίδια, κάνοντας ένα βήμα στο πλάι για ν’ ανακτήσει την ισορροπία της. «Πολύ αργείς» του είπε με την ιδιαίτερη προφορά της νότιας Νορβηγίας που είχε και η πριγκίπισσα Μέτε-Μάριτ. Κάπου είχε πάρει το αυτί του ότι στην πιάτσα κυκλοφορούσε μια πόρνη που τα ’χε πιάσει χοντρά επειδή έμοιαζε, μιλούσε και ντυνόταν σαν την πριγκίπισσα. Κι ότι η τιμή των πέντε χιλιάδων κορονών την ώρα που χρέωνε συμπεριλάμβανε ένα πλαστικό σκήπτρο το οποίο ο πελάτης μπορούσε να χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν. Ο άνδρας πήγε να προχωρήσει, μα το χέρι της γυναίκας ακούμπησε στο μπράτσο του. Έσκυψε προς το μέρος του κι εξέπνευσε κόκκινο κρασί προς το πρόσωπό του. «Είσαι ωραίος άνδρας. Δεν θες να μου δώσεις... φωτιά;» Ο άνδρας γύρισε και της έδειξε την άλλη μεριά του προσώπου του. Την άσχημη μεριά – την «δεν είμαι όσο ωραίος νομίζεις». Ένιωσε τη γυναίκα να οπισθοχωρεί και το χέρι της ν’ απομακρύνεται σαν είδε την ουλή που είχε αφήσει το καρφί στο πρόσωπό του την τελευταία φορά που βρέθηκε στο Κονγκό. Εκτεινόταν από το στόμα μέχρι το αυτί του, σαν ένα κακοραμμένο σχίσιμο. Προχώρησε παραπέρα ενώ η μουσική άλλαζε σε Nirvana. «Come as you are». H αυθεντική εκδοχή. «Φούντα;» Ακούστηκε μια φωνή από το άνοιγμα μιας πόρτας, αλλά ο άνδρας ούτε σταμάτησε ούτε γύρισε προς το μέρος της. «Σπιντ;» Ήταν καθαρός εδώ και τρία χρόνια και δεν είχε καμιά διάθεση να Digitalised By Jah®

ξαναρχίσει τώρα. «Βιολίνη;» Πόσο μάλιστα τώρα. Μπροστά του στο πεζοδρόμιο, ένας νεαρός είχε σταματήσει δίπλα σε δυο βαποράκια. Τους έδειχνε κάτι και τους μιλούσε. Ο νεαρός σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τον άνδρα καθώς εκείνος πλησίαζε, καρφώνοντας πάνω του τα δυο γκρίζα εξεταστικά του μάτια. Μάτια μπάτσου, σκέφτηκε ο άνδρας με το λινό κουστούμι, κατεβάζοντας το κεφάλι και διασχίζοντας τον δρόμο. Ίσως και να ήταν λίγο παρανοϊκός. Ποιες οι πιθανότητες να τον αναγνώριζε ένας τόσο νεαρός αστυνομικός; Είδε το ξενοδοχείο. Τον ξενώνα. Λεόν. Αυτό το τμήμα του δρόμου ήταν σχεδόν έρημο. Από την άλλη μεριά, κάτω από έναν φανοστάτη, είδε τον τύπο που πουλούσε ναρκωτικά με το ποδήλατο μαζί μ’ έναν άλλο ποδηλάτη, ο οποίος φορούσε επίσης ποδηλατική αμφίεση. Τον βοηθούσε να κάνει ένεση στον λαιμό του. Ο άνδρας με το λινό κουστούμι κούνησε το κεφάλι του και σήκωσε το βλέμμα προς την πρόσοψη του κτιρίου που ορθωνόταν εμπρός του. Είδε το γνώριμο πανό, γκρίζο απ’ τη βρόμα, να κρέμεται κάτω από το παράθυρο του τρίτου και τελευταίου ορόφου. «Τετρακόσιες κορόνες το βράδυ!» Τα πάντα έμοιαζαν καινούργια. Και τίποτα δεν είχε αλλάξει.

Ο νεαρός ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου Λεόν ήταν καινούργιος. Χαιρέτησε τον άνδρα με το λινό κουστούμι μ’ ένα αναπάντεχα ευγενικό χαμόγελο και εκπληκτική έλλειψη δυσπιστίας για τα δεδομένα του Λεόν. Του ευχήθηκε ένα θερμό καλώς ήρθατε, δίχως ίχνος ειρωνείας, και ζήτησε να δει το διαβατήριό του. Ο άνδρας υπέθεσε ότι όλοι θεωρούσαν πως ήταν ξένος λόγω του ηλιοκαμένου Digitalised By Jah®

του δέρματος και του λινού κουστουμιού του. Έδωσε στον νεαρό το νορβηγικό του διαβατήριο. Ήταν φθαρμένο και γεμάτο σφραγίδες. Υπερβολικά πολλές για ν’ αποτελεί ένδειξη καλοπέρασης. «Ω, μάλιστα» είπε ο νεαρός, επιστρέφοντάς του το. Άφησε πάνω στον πάγκο ένα χαρτί κι έδωσε στον άνδρα ένα στιλό για να το συμπληρώσει. «Τα υπογραμμισμένα μέρη φτάνουν και περισσεύουν». Φόρμα επισκεπτών στο Λεόν; αναρωτήθηκε έκπληκτος ο άνδρας. Ίσως τελικά ορισμένα πράγματα να είχαν όντως αλλάξει. Πήρε το στιλό κι είδε τον ρεσεψιονίστα που είχε χαζέψει κοιτάζοντας το χέρι του, το μεσαίο του δάχτυλο. Το δάχτυλο που κάποτε ήταν μακρύτερο απ’ όλα, πριν του το κόψουν σ’ ένα σπίτι στον λόφο του Χολμενκόλεν. Ο πρώτος σπόνδυλος είχε αντικατασταθεί πια μ’ έναν ματ γκριζομπλέ από τιτάνιο. Δεν ήταν για πολλά πολλά, αλλά τον βοηθούσε να ισορροπήσει τον δείκτη και τον παράμεσο όταν χρειαζόταν να πιάσει κάτι, δίχως να τον εμποδίζει. Το μόνο μειονέκτημά του ήταν οι ατέλειωτες εξηγήσεις που χρειαζόταν να δίνει κάθε φορά που έπρεπε να περάσει από ανιχνευτή μετάλλων στο αεροδρόμιο. Έγραψε το όνομά του εκεί που έλεγε στα αγγλικά Ονοματεπώνυμο. Ημερομηνία γέννησης. Συμπλήρωσε την ημερομηνία ξέροντας πως έμοιαζε όντως με σαρανταπεντάρη, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τρία χρόνια πριν, όταν είχε φύγει από το Όσλο με εμφάνιση διαλυμένου γέροντα. Είχε ακολουθήσει ένα αυστηρό πρόγραμμα άσκησης, υγιεινής διατροφής, άφθονου ύπνου και –φυσικά– παντελούς αποχής από εθιστικές ουσίες. Σκοπός του προγράμματος δεν ήταν να δείχνει μικρότερος, μα ν’ αποφύγει τον θάνατο. Συν τοις άλλοις, του άρεσε. Πάντα του άρεσαν η σταθερή ρουτίνα, η πειθαρχία, η τάξη. Δεν γνώριζε γιατί η ζωή του είχε καταλήξει ένα χάος, μια αυτοκαταστροφική εναλλαγή διαλυμένων σχέσεων και σκοτεινών περιόδων μέθης. Τα άδεια Digitalised By Jah®

κουτάκια του εντύπου λες και τον κοιτούσαν ερωτηματικά. Ήταν όμως μικρά για να χωρέσουν τις απαραίτητες απαντήσεις. Διεύθυνση μόνιμης κατοικίας. Μάλιστα. Το διαμέρισμα της Σοφιεσγκάτε πουλήθηκε αμέσως μετά την αναχώρησή του, τρία χρόνια πριν. Το ίδιο συνέβη και με το σπίτι των γονιών του στο Όπσαλ. Το παρόν του επάγγελμα καθιστούσε οποιαδήποτε επίσημη διεύθυνση κατοικίας ένα εγγενές ρίσκο. Οπότε έγραψε αυτό που συνήθως έγραφε όταν του ζητούσαν τα στοιχεία του σε άλλα ξενοδοχεία: Μέγαρο Τσάνκινγκ, Χονγκ Κονγκ. Το οποίο δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα. Επάγγελμα. Δολοφονίες. Όχι, δεν έγραψε κάτι τέτοιο. Εξάλλου αυτό το κομμάτι δεν ήταν απαραίτητο να συμπληρωθεί. Αριθμός τηλεφώνου. Έγραψε έναν φανταστικό αριθμό. Τα κινητά τηλέφωνα μπορούν να εντοπιστούν, οι συνδιαλέξεις που κάνεις παρακολουθούνται. Αριθμός τηλεφώνου συγγενικού προσώπου. Συγγενικού προσώπου; Ποιος σύζυγος θα σκεφτόταν ποτέ να δώσει τον αριθμό της γυναίκας του στο ξενοδοχείο Λεόν; Το μέρος ήταν ό,τι πλησιέστερο είχε το Όσλο σε δημόσιο μπουρδέλο. Ο ρεσεψιονίστ φάνηκε να διαβάζει τις σκέψεις του: «Σε περίπτωση που τύχει και νιώσετε αδιαθεσία και θα πρέπει να ενημερώσουμε κάποιον». Ο Χάρι έγνεψε καταφατικά. Σε περίπτωση που σ’ έπιανε η καρδιά σου κατά τη διάρκεια της πράξης. «Δεν χρειάζεται να το συμπληρώσετε αν δεν...» «Όχι» απάντησε ο άνδρας, κοιτάζοντας τις λέξεις. Συγγενικού προσώπου. Υπήρχε η αδελφή του. Μια αδελφή με «ολίγον σύνδρομο Ντάουν», όπως έλεγε κι η ίδια, που τα ’χε καταφέρει στη ζωή της πολύ καλύτερα από τον μεγάλο της αδελφό. Πλην της αδελφής του, κανείς. Απολύτως κανείς. Κανένα συγγενικό πρόσωπο, εν πάση περιπτώσει. Digitalised By Jah®

Έβαλε ένα τσεκ δίπλα στη λέξη «μετρητά», υπέγραψε το έντυπο και το επέστρεψε στον νεαρό ρεσεψιονίστα, που το κοίταξε στα γρήγορα κι επέδειξε επιτέλους τη δυσπιστία που ο Χάρι περίμενε τόσην ώρα να κάνει την εμφάνισή της. «Είστε... είστε ο Χάρι Χόλε;» Ο Χάρι έγνεψε καταφατικά. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε. Ξεροκατάπιε. «Καλώς» είπε ο Χάρι. «Έχετε το κλειδί μου;» «Ω, με συγχωρείτε! Ορίστε. Το 301». Ο Χάρι πήρε το κλειδί διαπιστώνοντας ότι οι κόρες των ματιών του νεαρού είχαν διασταλεί· η φωνή του είχε σπάσει. «O... ο θείος μου, ξέρετε» είπε το αγόρι. «Αυτός διευθύνει το ξενοδοχείο. Έκανε τη δουλειά που κάνω εγώ τώρα. Αυτός μου έχει μιλήσει για σας». «Ελπίζω να σας είπε καλά πράγματα» απάντησε ο Χάρι, αρπάζοντας την πάνινη βαλίτσα του και προχωρώντας προς τις σκάλες. «Ο ανελκυστήρας...» «Δεν μου αρέσουν οι ανελκυστήρες» είπε ο Χάρι δίχως να γυρίσει το κεφάλι του. Το δωμάτιο ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο. Φθαρμένο, μικρό και σχετικά καθαρό. Για μισό λεπτό! Οι κουρτίνες ήταν καινούργιες. Πράσινες. Άκαμπτες. Από αυτές που δεν χρειάζονται σίδερο. Αμέσως σκέφτηκε το κουστούμι του, το έβγαλε και το κρέμασε στο μπάνιο κι άνοιξε το καυτό νερό για να ξετσαλακωθεί απ’ τους ατμούς. Το κουστούμι τού είχε κοστίσει οκτακόσια δολάρια Χονγκ Κονγκ στον οίκο Πουντζάμπ στη Νέιθαν Ρόουντ κι ήταν μια απαραίτητη επένδυση στην καινούργια του δουλειά: κανείς δεν σε σεβόταν αν φορούσες κουρέλια. Μπήκε στο ντους. Το ζεστό νερό έκανε το δέρμα του ν’ ανατριχιάσει. Κατόπιν, βγήκε και περπάτησε γυμνός μες στο δωμάτιο, πλησίασε το παράθυρο και το άνοιξε. Δεύτερος όροφος. Ακάλυπτος. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο Digitalised By Jah®

έφταναν στ’ αυτιά του βογκητά προσποιητού ενθουσιασμού. Κρατήθηκε από το κοντάρι της κουρτίνας κι έσκυψε έξω. Ακριβώς από κάτω του ένας ορθάνοιχτος κάδος σκουπιδιών· η γλυκιά μυρωδιά από τα σκουπίδια έφτασε μέχρι τα ρουθούνια του. Έφτυσε κι άκουσε τον ήχο που έκανε το σάλιο του στα χαρτιά του κάδου. Ο ήχος που ακολούθησε, όμως, ήταν εντελώς διαφορετικός. Μ’ έναν κρότο, οι άκαμπτες πράσινες κουρτίνες σωριάστηκαν στο πάτωμα δεξιά κι αριστερά του. Σκατά! Έβγαλε το κοντάρι από τα πιάστρα των κουρτινών. Ήταν παλαιού τύπου, με δυο σφαιρικά εξογκώματα στ’ άκρα του. Φαινόταν ότι είχε ξανασπάσει, γιατί κάποιος είχε προσπαθήσει να το συγκολλήσει με καφέ αυτοκόλλητη ταινία. Ο Χάρι κάθισε στο κρεβάτι κι άνοιξε το συρταράκι του κομοδίνου. Βρήκε μια Βίβλο με γαλάζιο εξώφυλλο από δερματίνη κι ένα σετ ραψίματος: μαύρη κλωστή τυλιγμένη γύρω από ένα χαρτονάκι· μια βελόνα περασμένη μέσα της. Το ξανασκέφτηκε κι αποφάσισε ότι το περιεχόμενο του συρταριού δεν ήταν εντέλει και τόσο ακατάλληλο: οι πελάτες του ξενοδοχείου θα μπορούσαν να ράψουν τα κομμένα κουμπιά των παντελονιών τους και, κατόπιν, να διαβάσουν περί άφεσης των αμαρτιών τους. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και χάζεψε το ταβάνι. Τα πάντα έμοιαζαν καινούργια. Τίποτα... Έκλεισε τα βλέφαρά του. Κατά τη διάρκεια της πτήσης δεν είχε κλείσει μάτι. Τζετ λαγκ, ξε-τζετ λαγκ, με ή χωρίς κουρτίνες, έπρεπε να κοιμηθεί. Κι έτσι άρχισε να ονειρεύεται το ίδιο ακριβώς όνειρο που ονειρευόταν κάθε βράδυ τρία χρόνια τώρα: έτρεχε σ’ έναν διάδρομο προσπαθώντας να γλιτώσει από μια βροντερή χιονοστιβάδα που ρουφούσε όλο τον αέρα, προκαλώντας του ασφυξία. Το θέμα ήταν να μπορέσει να κρατήσει τα μάτια του κλειστά για λίγο ακόμα. Οι σκέψεις άρχισαν να του ξεφεύγουν, να γλιστρούν μακριά του. Τηλέφωνο συγγενικού προσώπου. Συγγενικού. Ενικού. Ευγενικού. Συγγενικού προσώπου. Digitalised By Jah®

Αυτό ήταν, ναι. Γι’ αυτό τον λόγο είχε επιστρέψει.

Ο Σεργκέι οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο Ε6 με κατεύθυνση προς το Όσλο. Λαχταρώντας να πέσει στο κρεβάτι του στο Φιρίσετ. Σταθερά κάτω απ’ τα 120, παρόλο που τέτοια ώρα, αργά το βράδυ, ο αυτοκινητόδρομος ήταν άδειος. Χτύπησε το κινητό του τηλέφωνο. Η συζήτηση με τον Αντρέι ήταν σύντομη. Είχε μιλήσει με τον Θείο του – τον οποίο αποκαλούσε αταμάν, δηλαδή αρχηγό. Με το που κλείσανε, ο Σεργκέι δεν κρατιόταν. Πάτησε γκάζι. Κι ούρλιαξε απ’ τη χαρά του. Ο άνδρας είχε επιτέλους έρθει. Βρισκόταν εδώ, τώρα, απόψε! Ο Σεργκέι δεν θα έκανε τίποτα για την ώρα. Η κατάσταση μπορεί και να προχωρούσε από μόνη της, είχε πει ο Αντρέι. Αλλά έπρεπε να είναι ακόμα πιο ετοιμοπόλεμος τώρα, σωματικά και ψυχικά. Έπρεπε να εξασκηθεί στο μαχαίρι, να κοιμηθεί, να βρίσκεται σε εγρήγορση. Σε περίπτωση που το αναγκαίο γινόταν ανάγκη.

Digitalised By Jah®

4

Τουρ Σουλτς ούτε που άκουσε το αεροπλάνο που πέρασε με εκκωφαντικό θόρυβο πάνω από το κεφάλι του καθώς βαριανάσαινε καθισμένος στον καναπέ. Το σώμα του, γυμνό από τη μέση και πάνω, ήταν καλυμμένο μ’ ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα. Η κλαγγή μετάλλου πάνω σε μέταλλο ακόμη αντηχούσε στους γυμνούς τοίχους του σαλονιού. Πίσω του βρίσκονταν τα βάρη του και ο ντυμένος με δερματίνη πάγκος. Από την οθόνη της τηλεόρασης ο Ντόναλντ Ντρέιπερ διαπερνούσε με το βλέμμα του τον καπνό του τσιγάρου του, πίνοντας ουίσκι. Η τηλεοπτική σειρά Mad Men. Η δεκαετία του ’60 στις ΗΠΑ. Γυναίκες ντυμένες με ωραία ρούχα. Ωραία ποτά σε ωραία ποτήρια. Ωραία τσιγάρα χωρίς μέντα και φίλτρα. Οι μέρες που ό,τι δεν σε σκότωνε σ’ έκανε πιο δυνατό. Είχε αγοράσει μοναχά την πρώτη σεζόν. Την είχε δει ξανά και ξανά. Δεν ήταν και πολύ σίγουρος ότι θα του άρεσε η επόμενη. Ο Τουρ Σουλτς κοίταξε πρώτα τη λευκή γραμμή πάνω στο γυάλινο τραπεζάκι κι ύστερα σκούπισε την κόγχη της ταυτότητάς του, την οποία είχε χρησιμοποιήσει πριν από λίγο για να κόψει τη σκόνη, ως συνήθως. Ήταν η ίδια κάρτα που καρφίτσωνε στην τσέπη της στολής του, η ίδια κάρτα που του έδινε πρόσβαση στους ελεγχόμενους χώρους του αεροδρομίου, στο πιλοτήριο, στους Digitalised By Jah®

Ο

αιθέρες, στον μισθό του. Η κάρτα που τον έκανε αυτό που ήταν. Την κάρτα που θα του έπαιρναν –μαζί με όλα τ’ άλλα– εάν τον έπιαναν. Γι’ αυτό τη χρησιμοποιούσε κι αυτός: γιατί έτσι ήταν το σωστό. Γιατί μέσα στην όλη απάτη του, το να χρησιμοποιεί την ταυτότητά του ήταν ένα είδος ειλικρίνειας. Θα επέστρεφε στην Μπανγκόκ νωρίς την επόμενη μέρα. Κι ύστερα, δυο ημέρες ξεκούρασης στο Σουκουμβίτ Ρέζιντενς. Σούπερ. Σούπερ θα είναι αυτή τη φορά. Καλύτερα από την προηγούμενη, όταν πέταξαν από Άμστερνταμ. Δεν του είχε πολυαρέσει εκείνη η φάση. Μεγάλο ρίσκο. Από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε πόσο μπλεγμένα ήταν τα πληρώματα από τη Λατινική Αμερική στο λαθρεμπόριο κοκαΐνης προς το αεροδρόμιο Σκίπχολ, όλα τα πληρώματα, ανεξαρτήτως αεροπορικής εταιρείας, κινδύνευαν να υποστούν έλεγχο χειραποσκευών και σωματική έρευνα. Συν τοις άλλοις, η συμφωνία που είχαν κάνει έλεγε ότι θα κρατούσε τα πακέτα μες στην τσάντα του μέχρι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οπότε και θα πετούσε σε κάποια εσωτερική πτήση, προς το Μπέργκεν, το Σταβάνγκερ ή το Τρόντχαϊμ. Εσωτερικές πτήσεις που υποχρεούνταν να κάνει, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να καλύψει την όποια καθυστέρηση από Άμστερνταμ ξοδεύοντας παραπάνω καύσιμα. Στο αεροδρόμιο Γκαρντεμούεν του Όσλο βρισκόταν συνεχώς εκτός ελεγχόμενου χώρου, οπότε δεν έμπαινε ζήτημα, αλλά καμιά φορά έπρεπε να κρατήσει τα ναρκωτικά στη βαλίτσα του για δεκαέξι ολόκληρες ώρες πριν μπορέσει να τα παραδώσει. Κι οι παραδόσεις δεν ήταν πάντα ασφαλείς: δημόσια πάρκινγκ· εστιατόρια με πολύ λίγους πελάτες· ξενοδοχεία με παρατηρητικούς ρεσεψιονίστ. Πήρε ένα χαρτονόμισμα των χιλίων κορονών από τον φάκελο με τον οποίο τον είχαν πληρώσει την τελευταία φορά που βρισκόταν στο Όσλο. Το έκανε κύλινδρο. Φυσικά και υπήρχαν ειδικά σχεδιασμένοι πλαστικοί κύλινδροι γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, αλλά δεν ανήκε σ’ αυτή την κατηγορία των βαριών χρηστών, Digitalised By Jah®

αντίθετα με ό,τι είχε καταθέσει η πρώην γυναίκα του στον δικηγόρο της. Ύπουλη πουτανίτσα, είχε υποβάλει αίτηση διαζυγίου λέγοντας ότι δεν ήθελε τα παιδιά της να μεγαλώνουν μ’ ένα πρεζόνι για πατέρα κι ούτε είχε καμιά όρεξη να κάτσει και να τον βλέπει να σνιφάρει την περιουσία τους. Κι ότι φυσικά το διαζύγιο δεν είχε να κάνει με τις αεροσυνοδούς, σιγά μην καθόταν να σκάσει! Αυτή η συζήτηση είχε λήξει χρόνια τώρα. Κάποια στιγμή εξάλλου, η ηλικία του θα έδινε τέλος και σ’ αυτή την υπόθεση. Του είχαν δώσει τελεσίγραφο μαζί με τον δικηγόρο της. Εκείνη θα έπαιρνε το σπίτι, τα παιδιά και ό,τι περιουσία τού είχε απομείνει. Σε αντάλλαγμα δεν θα τον κατήγγειλαν στις Αρχές για κατοχή και χρήση κοκαΐνης. Τα στοιχεία που είχαν μαζέψει ήταν τόσο πολλά, που ακόμα κι ο ίδιος ο δικηγόρος του τον προειδοποίησε ότι θα καταδικαζόταν και ότι θα τον απέλυαν από την αεροπορική εταιρεία. Η επιλογή ήταν απλή. Το μόνο πράγμα που του άφησε ήταν τα χρέη του. Σηκώθηκε όρθιος και πήγε μέχρι το παράθυρο. Κοίταξε έξω. Έπρεπε να εμφανιστούν όπου να ’ναι. Η καινούργια συμφωνία διέφερε από τις παλιές: αυτή τη φορά έπρεπε να πάρει μαζί του ένα πακέτο σε πτήση προς το εξωτερικό. Στην Μπανγκόκ. Ένας Θεός ξέρει γιατί. Λες κι όταν πας στον χασάπη, πας με την μπριζόλα σου. Τέλος πάντων. Έκτο ταξίδι στη σειρά κι όλα είχαν πάει μια χαρά. Στα γειτονικά σπίτια υπήρχαν αναμμένα φώτα, αλλά ήταν όλα τους μακριά. Τι μοναχικά σπίτια, σκέφτηκε. Όταν το Γκαρντεμούεν ήταν ακόμη στρατιωτική βάση, ήταν όλα τους κατοικίες αξιωματικών. Πανομοιότυπες, ισόγειες μονοκατοικίες χωρισμένες με γκαζόν. Όσο το δυνατόν πιο χαμηλοτάβανες ώστε ν’ αποφευχθούν ατυχήματα σε περίπτωση χαμηλών πτήσεων. Όσο το δυνατόν πιο απομακρυσμένες η μία από την άλλη ώστε, αν κάποια έπιανε φωτιά λόγω πτώσης αεροσκάφους, η πυρκαγιά να μη μεταδιδόταν και στις υπόλοιπες. Digitalised By Jah®

Εδώ ζούσαν με την οικογένειά του στη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής του θητείας πιλοτάροντας C130. Τα παιδιά έτρεχαν από σπίτι σε σπίτι. Σάββατα του καλοκαιριού. Άνδρες με ποδιές έψηναν στο μπάρμπεκιου, μ’ ένα ποτό στο χέρι. Από τ’ ανοιχτά παράθυρα ακούγονταν συζητήσεις: οι γυναίκες έφτιαχναν τις σαλάτες κι έπιναν Καμπάρι. Σαν σκηνή απ’ τους Κατάλληλους Ανθρώπους, την αγαπημένη του ταινία, εκείνη με τους πρώτους αστροναύτες και τον πιλότο δοκιμών, τον Τσακ Γέγκερ. Τι ωραίες που ήσαν οι γυναίκες αυτών των πιλότων! Παρόλο που οι σύζυγοί τους πετούσαν μόνο C130. Κι ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι, δεν ήταν; Γι’ αυτό είχε επιστρέψει άραγε κι αυτός; Λες να ήταν κάποια ασυνείδητη ανάγκη να γυρίσει στο παρελθόν; Ή ν’ ανακαλύψει πού στράβωσαν τα πράγματα, πώς να τα διορθώσει; Είδε το αυτοκίνητο να πλησιάζει και, αυτομάτως, κοίταξε το ρολόι του. Κατέγραψε στο μυαλό του ότι είχαν αργήσει δεκαοκτώ ολόκληρα λεπτά. Ξαναγύρισε στο τραπεζάκι. Πήρε δυο βαθιές εισπνοές. Ύστερα τοποθέτησε το ρολαρισμένο χαρτονόμισμα στο τέλος της γραμμής, έσκυψε και ρούφηξε τη σκόνη μες στη μύτη του. Ο βλεννογόνος της έτσουξε. Έγλειψε το ακροδάχτυλό του και το πέρασε πάνω από όση σκόνη είχε μείνει. Το έτριψε πάνω στα ούλα του. Η γεύση ήταν πικρή. Χτύπησε το κουδούνι. Ήταν οι δύο ίδιοι κι απαράλλαχτοι Μορμόνοι που έρχονταν κάθε φορά. Ο ένας ψηλός, ο άλλος μικρόσωμος, ντυμένοι με τα καλά τους. Μόνο που κάτω από τα μανίκια τους φαίνονταν τα τατουάζ τους. Ήταν γελοίοι. Του έδωσαν το πακέτο. Μισό κιλό, τυλιγμένο σ’ ένα μακρόστενο λουκάνικο που χωρούσε ίσα ίσα μέσα στην ειδική μεταλλική θήκη του αναδιπλούμενου βραχίονα της χειραποσκευής του. Έπρεπε να αφαιρέσει το πακέτο μετά την προσγείωσή του στο αεροδρόμιο Σουβαρναμπούμι και να το τοποθετήσει κάτω από την ταπετσαρία στο πίσω μέρος του ντουλαπιού του κυβερνήτη, στο πιλοτήριο του Digitalised By Jah®

αεροσκάφους. Κι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα το έβλεπε. Όλα τα υπόλοιπα θα τα έκανε το προσωπικό εδάφους. Όταν ο μίστερ Σμολ κι ο μίστερ Μπιγκ του πρότειναν να μεταφέρει πακέτα προς την Μπανγκόκ, η προσφορά τους του είχε ακουστεί σαν τρέλα. Καμιά άλλη πόλη του κόσμου δεν είχε ακριβότερες τιμές αγοράς απ’ το Όσλο – γιατί να εξαγάγει κανείς ναρκωτικά; Δεν είχε επιμείνει, ήξερε ότι δεν θα έπαιρνε απάντηση, κι ίσως να ’ταν καλύτερα έτσι. Τους εξήγησε ότι αν σε πιάσουν για λαθρεμπόριο ηρωίνης στην Ταϊλάνδη σε καταδικάζουν σε θάνατο. Συνεπώς, ήθελε και τον ανάλογο μισθό. Εκείνοι είχαν γελάσει. Πρώτα ο κοντός. Ύστερα ο ψηλός. Κι ο Τουρ θυμάται ότι σκέφτηκε πως σ’ αυτό μάλλον έπαιζαν ρόλο οι κοντύτεροι νευρώνες, οι οποίοι προφανώς γεννούσαν ταχύτερες αντιδράσεις. Ίσως γι’ αυτό και να έκαναν και τα πιλοτήρια των μαχητικών αεροσκαφών τόσο χαμηλά: για να αποκλείουν τους ψηλούς, αργόστροφους πιλότους. Ο κοντός εξήγησε στον Τουρ, στα αγγλικά, με τη σκληρή, ρωσική προφορά του, ότι δεν ήταν ηρωίνη, μα κάτι εντελώς καινούργιο, τόσο καινούργιο, που δεν υπήρχαν καν νόμοι να το απαγορεύουν ακόμη. Αλλά, όταν ο Τουρ τούς ρώτησε γιατί να κάνουν λαθρεμπόριο μιας νόμιμης ουσίας, τότε εκείνοι είχαν γελάσει ακόμα πιο δυνατά και του είπαν να βγάλει τον σκασμό και ν’ απαντήσει μ’ ένα απλό ναι ή ένα όχι. Ο Τουρ Σουλτς τούς απάντησε ναι, ενώ μια σκέψη σφηνώθηκε στο μυαλό του. Τι θα γινόταν αν έλεγε όχι; Κι όλα αυτά, εδώ κι έξι ταξίδια. Ο Τουρ Σουλτς κοίταξε προσεκτικά το πακέτο. Μια δυο φορές είχε σκεφτεί να ρίξει σαπούνι για τα πιάτα πάνω από τα προφυλακτικά και τις σακούλες για παγάκια που χρησιμοποιούσαν, αλλά του είχαν πει πως τα εκπαιδευμένα σκυλιά ξεχώριζαν τις διάφορες μυρωδιές και δεν μπορούσες να τα ξεγελάσεις τόσο εύκολα. Το όλο ζήτημα ήταν να είναι η σακούλα ερμητικά κλειστή. Digitalised By Jah®

Ο Σουλτς περίμενε. Τίποτα. Ξερόβηξε. «Α, παραλίγο να το ξεχάσω» είπε ο μίστερ Σμολ. «Η χθεσινή παράδοση...» Έχωσε το χέρι του μες στο σακάκι του μ’ ένα σχεδόν διαβολικό χαμόγελο. Ίσως και να μην ήταν διαβολικό· ίσως έτσι ν’ αστειεύονταν στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Ο Τουρ ένιωσε μια επιθυμία να του χώσει μια μπουνιά, να φυσήξει στη μούρη του καπνό απ’ το άφιλτρό του, να φτύσει το δωδεκάχρονο ουίσκι μες στα μάτια του. Έτσι αστειεύονταν στις χώρες του πρώην δυτικού μπλοκ. Αντ’ αυτού όμως, μουρμούρισε ένα απλό «thank you» και πήρε τον φάκελο. Τον ένιωσε κάπως λεπτό ανάμεσα στα δάχτυλά του. Θα ’ταν μεγάλα τα χαρτονομίσματα. Αργότερα, στάθηκε δίπλα στο παράθυρο και παρακολουθούσε το αυτοκίνητο ν’ απομακρύνεται μες στο σκοτάδι. Ο ήχος της μηχανής του πνίγηκε μες στον βρυχηθμό ενός Μπόινγκ 737. Ίσως 600. Της επόμενης γενιάς, τέλος πάντων. Με ήχο πιο βραχνό και υψηλότερης συχνότητας απ’ ό,τι τα παλιά κλασικά Μπόινγκ. Κοίταξε την αντανάκλασή του στο τζάμι του παραθύρου. Ναι, το είχε καταπιεί το χρυσό χαπάκι. Και θα συνέχιζε να το καταπίνει. Κι αυτό κι οτιδήποτε άλλο του ξεφούρνιζε η ζωή. Γιατί δεν ήταν ο Ντόναλντ Ντρέιπερ. Ούτε ο Τσακ Γέγκερ ήταν, ούτε ο Νιλ Άρμστρονγκ. Ήταν ο Τουρ Σουλτς. Ένας υψηλόκορμος πιλότος πνιγμένος στα χρέη. Κι εξαρτημένος απ’ την κοκαΐνη. Καλά θα έκανε να... Οι σκέψεις του χάθηκαν μες στον βόμβο του επόμενου αεροπλάνου.

Γαμημένες καμπάνες! Τους βλέπεις, μπαμπά, όλους αυτούς τους δήθεν συγγενείς που στέκονται πάνω απ’ το φέρετρό μου; Με τα κροκοδείλια δάκρυά τους και τις κατσουφιασμένες μούρες τους, να λένε: «Γκούστο, γιατί δεν μπορούσες να γίνεις σαν κι εμάς;». Ε Digitalised By Jah®

λοιπόν όχι, παλιοαυτάρεσκοι υποκριτές, δεν μπορούσα! Δεν μπορούσα να γίνω σαν τη μητριά μου, αυτή την ηλίθια, κακομαθημένη κλώσα που τριγυρνούσε εδώ κι εκεί λέγοντας πως όλα ήταν μια χαρά, φτάνει να διάβαζες το κατάλληλο βιβλίο ή ν’ άκουγες τις συμβουλές του κατάλληλου γκουρού ή να έτρωγες τα κατάλληλα κωλοβότανα. Κι όταν κάποιος έσκαγε την ωραία φούσκα της, έπαιζε πάντα το ίδιο χαρτί: «Κοίτα τι κόσμο έχουμε δημιουργήσει: γεμάτο πολέμους, αδικία, ανθρώπους που δεν ζουν σε αρμονία με τον εαυτό τους». Τρία πράγματα έχω να σου πω, μωρό μου. Πρώτον: ο πόλεμος, η αδικία κι η δυσαρμονία είναι πράγματα απολύτως φυσιολογικά. Δεύτερον: απ’ όλη μας τη σιχαμένη οικογένεια, εσύ είσαι η πιο δυσαρμονική. Ήθελες μόνο την αγάπη που δεν είχες και χέστηκες γι’ αυτή που σου προσέφεραν. Σόρι, Ρολφ, Στάιν και Ιρένε, αλλά η κυρία, βλέπετε, είχε μάτια μόνο για μένα. Πράγμα που κάνει το τρίτο στη λίστα ακόμα πιο διασκεδαστικό: Ξέρεις, μωρό μου, ποτέ μου δεν σ’ αγάπησα, όσο κι αν νόμιζες ότι το άξιζες. Σε φώναζα «μαμά» γιατί σ’ έκανε ευτυχισμένη κι έκανε τη ζωή μου ευκολότερη. Όταν έκανα ό,τι έκανα ήταν επειδή μ’ άφηνες, επειδή δεν μπορούσα να σταματήσω τον εαυτό μου. Επειδή έτσι είμαι. Ρολφ. Τουλάχιστον εσύ μου είπες να μη σε λέω μπαμπά. Και προσπάθησες πραγματικά να μ’ αγαπήσεις. Αλλά δεν μπορούσες να ξεγελάσεις τη φύση. Κατάλαβες κάποια στιγμή ότι αγαπούσες τη δική σου σάρκα παραπάνω, τον Στάιν και την Ιρένε. Όταν έλεγα σε άλλους ότι ήσαστε οι θετοί μου γονείς, έβλεπα τον πόνο στα μάτια της μαμάς. Και το μίσος στα δικά σου. Όχι επειδή σας μείωνα στον μοναδικό ρόλο που παίξατε ποτέ στη ζωή μου αλλά επειδή πλήγωνα τη γυναίκα που για κάποιον ακατανόητο λόγο αγαπούσες. Νομίζω ότι ήσουν αρκετά ειλικρινής. Νομίζω ότι κατάφερες να δεις τον εαυτό σου έτσι όπως σ’ έβλεπα εγώ: σαν έναν άνθρωπο που κάποια στιγμή στη ζωή του, μεθυσμένος από τον ίδιο του τον ιδεαλισμό, αποφάσισε να μεγαλώσει ένα υποκατάστατο δικού του παιδιού, αλλά Digitalised By Jah®

σύντομα κατάλαβε ότι δεν έβγαιναν οι λογαριασμοί − το μηνιαίο επίδομα που έπαιρνες για να με μεγαλώσεις δεν κάλυπτε με τίποτα το πραγματικό κόστος. Και τότε κατάλαβες ότι ήμουν ο κούκος στη φωλιά σου. Ότι καταβρόχθιζα τα πάντα − ό,τι αγαπούσες κι όποιον αγαπούσες. Έπρεπε να το είχες αντιληφθεί πολύ πιο πριν, Ρολφ, κι έπρεπε να μ’ είχες πετάξει έξω! Ήσουν ο πρώτος που κατάλαβε ότι έκλεβα. Στην αρχή ήταν μονάχα εκατό κορόνες. Το αρνήθηκα. Είπα ότι και καλά μού τις είχε δώσει η μαμά. «Έτσι δεν είναι, μαμά; Εσύ δεν μου τις έδωσες;» Και, αφού δίστασε λίγο, η μαμά κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, κλαίγοντας, λέγοντας πως μάλλον θα το ξέχασε. Την επόμενη φορά ήταν χίλιες. Από το συρτάρι του γραφείου σου. Λεφτά που προορίζονταν για τις διακοπές μας, είπες. «Οι μόνες διακοπές που θέλω είναι μακριά σου» απάντησα. Τότε με χαστούκισες για πρώτη φορά. Και μάλλον κάτι ξύπνησε μέσα σου γιατί συνέχισες να με χτυπάς. Ενώ εγώ ήμουν ήδη ψηλότερος και δυνατότερός σου, ποτέ μου δεν μπορούσα να παλέψω. Όχι τουλάχιστον με μυς και γροθιές. Πάλευα με άλλους τρόπους, τρόπους με τους οποίους μπορούσα να νικήσω. Αλλά εσύ συνέχισες να με χτυπάς με τις γροθιές σου. Κι ήξερα το γιατί. Ήθελες να μου τσακίσεις το πρόσωπο. Να μου πάρεις όποια δύναμη είχα. Αλλά η γυναίκα που αποκαλούσα «μαμά» επενέβη. Κι έτσι είπες κι εσύ εκείνη τη λέξη: Κλέφτης. Αλήθεια ήταν. Αλλά σήμαινε κιόλας ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά έπρεπε να σε λιώσω, ανθρωπάκο. Ο Στάιν. Ο σιωπηλός, μεγάλος αδερφός. Ο πρώτος που μυρίστηκε τον κούκο από τα φτερά του, αλλά ήταν αρκετά ξύπνιος ώστε να κρατήσει αποστάσεις. Ο ξύπνιος, ευφυής, μοναχικός λύκος που τα μάζεψε κι έφυγε μια ώρα αρχύτερα, πηγαίνοντας σε μια φοιτητούπολη όσο πιο μακριά γινόταν. Προσπάθησε να πείσει την Ιρένε, τη μικρή του αδερφή, να πάει μαζί του. Νόμιζε ότι η μικρή μπορούσε να τελειώσει το σχολείο της στο κωλο-Τρόντχαϊμ, ότι θα της έκανε καλό να φύγει από το Όσλο. Αλλά η μαμά απαγόρευσε στην Ιρένε να φύγει. Εκείνη δεν ήξερε τίποτα. Δεν ήθελε να ξέρει. Digitalised By Jah®

Η Ιρένε, η όμορφη, γλυκιά, ευαίσθητη Ιρένε, με τις φακίδες της. Ιρένε, ήσουν πολύ καλή γι’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Ήσουν ό,τι δεν ήμουν εγώ. Κι όμως, μ’ αγαπούσες. Θα μ’ αγαπούσες άραγε ακόμα κι αν ήξερες; Ακόμα κι αν ήξερες ότι πηδούσα τη μητέρα σου από την ηλικία των δεκαπέντε; Ότι πηδούσα την κλαψιάρα τη μάνα σου, που μεθούσε με κόκκινο κρασί, ότι την έπαιρνα από πίσω πάνω στην πόρτα της τουαλέτας ή στην πόρτα του υπογείου ή στην πόρτα της κουζίνας, ψιθυρίζοντας «μαμά» στο αυτί της γιατί μας καύλωνε και τους δύο; Με πλήρωνε, κάλυπτε τις μπαγαποντιές μου όταν χρειαζόταν, έλεγε ότι ήθελε να με δανειστεί απλώς, μέχρι να γίνει μια άσχημη γριά, μέχρι να βρω ένα καλό κορίτσι. Κι όταν της απαντούσα, «μα, μαμά, είσαι μια άσχημη γριά», γελούσε και με παρακαλούσε να μη σταματήσω. Την ημέρα που πήρα τηλέφωνο τον πατριό μου στη δουλειά για να του πω ότι ήθελα να του ανακοινώσω κάτι σημαντικό και του έδωσα ραντεβού στις τρεις, στο σπίτι, είχα ακόμη τις μελανιές από τις μπουνιές και τις κλοτσιές του. Άφησα την εξώπορτα ανοιχτή ώστε να μην τον ακούσει εκείνη όταν θα ’ρχόταν. Και μιλούσα στ’ αυτί της για να πνίξω τον ήχο από τα βήματά του, λέγοντάς της τα γλυκόλογα που τόσο της άρεσαν. Είδα την αντανάκλασή του στο παράθυρο, καθώς στεκόταν στην είσοδο της κουζίνας. Έφυγε απ’ το σπίτι την επομένη. Στην Ιρένε και τον Στάιν είπαν ότι δεν τα πήγαιναν καλά εδώ και καιρό κι ότι είχαν αποφασίσει να χωρίσουν για λίγο. Ράγισε η καρδιά της Ιρένε. Ο Στάιν ήταν στη φοιτητούπολή του κι απάντησε μ’ ένα απλό μήνυμα στο κινητό: «Λυπηρό. Σε ποιον να πάω για τα Χ/γεννα;». Η Ιρένε έκλαιγε δίχως σταματημό. Μ’ αγαπούσε. Φυσικά κι έψαξε να με βρει. Έψαξε να βρει τον Κλέφτη. Οι καμπάνες χτυπούν για πέμπτη φορά. Στα στασίδια της εκκλησίας άλλοι κλαίνε, άλλοι ρουφούν τις μύτες τους. Κοκαΐνη, απίστευτα λεφτά. Νοικιάζεις ένα διαμέρισμα στα δυτικά του Digitalised By Jah®

κέντρου, στο όνομα κάποιου πρεζονιού με αντάλλαγμα ένα τριπάκι, κι αρχίζεις να πουλάς μικροποσότητες κάτω από κλιμακοστάσια, σε στενά και εισόδους, ενώ ανεβάζεις τις τιμές όταν οι πελάτες αρχίζουν να σ’ εμπιστεύονται − οι κοκαϊνομανείς πληρώνουν την εμπιστοσύνη χρυσάφι. Στηρίζεσαι λοιπόν κι εσύ στα πόδια σου, ύστερα την κοπανάς, κόβεις την ντόπα, γίνεσαι κάποιος. Σιγά μην πεθάνεις σε μια τρώγλη, σαν χαμένος. Ο πάστορας ξεροβήχει. «Βρισκόμα​στε εδώ για να τιμήσουμε τη μνήμη του Γκούστο Χάνσεν». Μια φωνή ακούγεται από πίσω: «Κ-κ-κλέφτης». Είναι το τραύλισμα του Τούτου, που κάθεται πίσω πίσω με το δερμάτινο μπουφάν του και την μπαντάνα στο κεφάλι. Κι ακόμα πιο πίσω, το κλάμα ενός σκύλου: του πιστού μου Ρούφους. Του παλιόφιλου Ρούφους. Γύρισες, φίλε μου; Ή μήπως ήρθα εγώ να σε βρω;

Ο Τουρ Σουλτς τοποθέτησε τη Samsonite του πάνω στον ιμάντα του μηχανήματος με τις ακτίνες Χ, δίπλα σ’ έναν χαμογελαστό αξιωματικό ασφαλείας. «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεχθήκατε να σας δώσουν αυτό το πρόγραμμα» είπε μια αεροσυνοδός. «Μπανγκόκ δυο φορές σε μία βδομάδα!» «Εγώ τους το ζήτησα» είπε ο Τουρ, περνώντας μέσα από τον ανιχνευτή μετάλλων. Κάποιος από το συνδικάτο είχε προτείνει στα πληρώματα να κάνουν απεργία για να διαμαρτυρηθούν που έπρεπε να εκτίθενται σε ραδιενεργή ακτινοβολία τόσες φορές καθημερινά. Αμερικανικές έρευνες είχαν δείξει ότι ο καρκίνος ως αιτία θανάτου στους πιλότους και στα πληρώματα αεροσκαφών ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Τσιμουδιά, βέβαια, για το γεγονός ότι ο μέσος όρος ζωής των εν λόγω πληρωμάτων ήταν, επίσης, μεγαλύτερος από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Τα πληρώματα πέθαιναν από καρκίνο γιατί δεν πέθαιναν Digitalised By Jah®

από τίποτα άλλο. Ζούσαν την ασφαλέστερη ζωή. Την πιο βαρετή ζωή του κόσμου. «Σας αρέσει να πετάτε τόσο πολύ;» «Πιλότος είμαι. Φυσικά και μ’ αρέσει να πετάω» είπε ψέματα ο Τουρ, παίρνοντας τη βαλίτσα του, σηκώνοντας τη χειρολαβή και προχωρώντας μπροστά. Εκείνη τον ξαναπλησίασε στο άψε σβήσε. Ο ήχος των τακουνιών της στο πεπαλαιωμένο σκούρο γκρι μαρμάρινο δάπεδο του αεροδρομίου Γκαρντεμούεν έπνιγε τη βαβούρα από τις φωνές του πλήθους κάτω από τον θόλο που σχημάτιζαν οι ξύλινες και οι μεταλλικές δοκοί. Δυστυχώς, δεν έπνιξε και την ψιθυριστή της ερώτηση. «Είναι επειδή σε άφησε, Τουρ; Επειδή έχεις πια πάρα πολύ ελεύθερο χρόνο και δεν ξέρεις τι να τον κάνεις; Μήπως επειδή δεν θες να κάθεσαι σπίτι...» «Είναι επειδή χρειάζομαι τις υπερωρίες» τη διέκοψε. Δεν ήταν και εντελώς ψέματα. «Καταλαβαίνω τι περνάς. Κι εγώ χώρισα πέρυσι τον χειμώνα, όπως ξέρεις». «Α, ναι, σωστά» είπε ο Τουρ Σουλτς, που δεν ήξερε καν ότι ήταν παντρεμένη. Της έριξε μια γρήγορη ματιά. Πενηντάρα; Αναρωτήθηκε πώς να έμοιαζε το πρωί χωρίς μακιγιάζ και ψεύτικο μαύρισμα. Μια ξεθωριασμένη αεροσυνοδός που κουβαλούσε τα ξεθωριασμένα όνειρα μιας αεροσυνοδού. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι δεν την είχε πηδήξει. Όχι πρόσωπο με πρόσωπο, τουλάχιστον. Ποιος το έλεγε αυτό το αστείο, να δεις; Κάποιος από τους παλαιότερους πιλότους. Ένας από εκείνους τους πιλότους μαχητικών αεροσκαφών που έπιναν ουίσκι με πάγο κι είχαν στο βλέμμα τους τον γαλανό ουρανό. Από αυτούς που πρόλαβαν και πήραν σύνταξη πριν σαραβαλιαστεί το κύρος τους. Άνοιξε το βήμα του καθώς μπήκαν στον διάδρομο που οδηγούσε προς το Κέντρο Πληρωμάτων. Εκείνη λαχάνιασε αλλά τον ακολούθησε. Αν, όμως, κρατούσε αυτήν την Digitalised By Jah®

ταχύτητα, πιθανόν να μην της έμενε δύναμη να του ξαναμιλήσει. «Ε, Τουρ, αφού έχουμε διανυκτέρευση στην Μπανγκόκ, σκεφτόμουν μήπως και...» Ο Τουρ Σουλτς χασμουρήθηκε φωναχτά. Και περισσότερο το ένιωσε παρά το είδε ότι η γυναίκα προσβλήθηκε. Ήταν ακόμη βαρύς από το χθεσινοβραδινό μεθύσι· αφού έφυγαν οι Μορμόνοι, περιποιήθηκε τη βότκα και τη σκόνη. Όχι τόσο πολύ ώστε να μην καταφέρει να περάσει το αλκοτέστ πριν απ’ την πτήση, αλλά αρκετά ώστε να φοβάται την υπνηλία για τις επόμενες έντεκα ώρες πτήσης. «Αχ, κοίτα!» είπε εκείνη ξαφνικά, με αυτή την ηλίθια φωνή που χρησιμοποιούν οι γυναίκες όταν βλέπουν κάτι το απίστευτα και συγκινητικά γλυκό. Κοίταξε κι αυτός. Ερχόταν προς το μέρος τους. Ένα μικρό ξανθό σκυλάκι με μακριά αυτιά και μελαγχολικά μάτια και μια ουρά που πήγαινε πέρα δώθε μ’ ενθουσιασμό. Ένα αγγλικό σπρίνγκερ σπάνιελ. Το οδηγούσε μια εξίσου ξανθιά γυναίκα με μεγάλα, κρεμαστά σκουλαρίκια, ένα οικουμενικά απολογητικό μειδίαμα και γλυκά καφετιά μάτια. «Αχ, δεν είναι γλύκα;» γουργούρισε η γυναίκα δίπλα του. «Χμ» είπε ο Τουρ τραχιά. Ο σκύλος έχωσε τη μουσούδα του ανάμεσα στα πόδια του πιλότου που προπορευόταν κι ύστερα τον προσπέρασε. Ο πιλότος γύρισε το κεφάλι του με σηκωμένο το ένα φρύδι κι ένα στραβό χαμόγελο στο πρόσωπο, μια έκφραση αγορίστικη, σχεδόν σκανταλιάρικη. Μόνο που ο Τουρ δεν μπόρεσε ν’ ακολουθήσει τον συλλογισμό του. Εκείνη τη στιγμή αδυνατούσε ν’ ακολουθήσει οποιονδήποτε άλλο συλλογισμό πλην του δικού του. Διότι ο σκύλος φορούσε κίτρινο γιλέκο. Τον ίδιο τύπο γιλέκου που φορούσε και η κοπέλα με τα κρεμαστά σκουλαρίκια. Απάνω στα γιλέκα τους έγραφε ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ. Ο σκύλος πλησίασε. Τους χώριζαν μόνο πέντε μέτρα. Δεν θα ’πρεπε να υπάρξει πρόβλημα. Δεν γινόταν να υπάρξει Digitalised By Jah®

πρόβλημα. Τα ναρκωτικά ήταν κλεισμένα μέσα σε προφυλακτικά και τυλιγμένα σε διπλή στρώση από σακούλες για παγάκια. Δεν ξέφευγε ούτε μόριο οσμής. Οπότε χαλαρά. Χαλαρά και με χαμόγελο. Ούτε πολύ ούτε λίγο. Ο Τουρ γύρισε προς τη φλύαρη φωνή δίπλα του, λες κι οι λέξεις που ξεστόμιζε απαιτούσαν την άκρα προσοχή του. «Με συγχωρείτε». Προσπέρασαν τον σκύλο, και ο Τουρ συνέχισε να περπατάει. «Με συγχωρείτε!» Η φωνή ακούστηκε πιο επιτακτική. Ο Τουρ κοιτούσε ίσια εμπρός του. Η πόρτα του Κέντρου Πληρωμάτων ήταν μόνο δέκα βήματα μακριά. Ασφάλεια. Σε δέκα βήματα. Κι ούτε σκύλος ούτε ζημιά. «Με συγχωρείτε, κύριε!» Εφτά. «Νομίζω ότι εννοεί εσένα, Τουρ». «Τι;» είπε ο Τουρ και σταμάτησε. Έπρεπε να σταματήσει. Γύρισε και κοίταξε μ’ ένα ύφος που ήλπιζε να μην προδώσει την ψεύτικη έκπληξή του. Η γυναίκα με το κίτρινο γιλέκο ερχόταν προς το μέρος τους. «Ο σκύλος σάς υπέδειξε». «Α, σοβαρά;» Ο Τουρ έσκυψε και κοίταξε τον σκύλο. Πώς; Αναρωτιόταν. Ο σκύλος τον κοίταξε κι αυτός, χτυπώντας την ουρά του με τρελό ρυθμό. Λες κι ο Τουρ ήταν ο καινούργιος του φίλος. Πώς; Διπλή στρώση σακούλες και προφυλακτικά. Πώς; «Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σας ελέγξουμε. Μπορείτε να έρθετε μαζί μου, σας παρακαλώ». Τα καστανά της μάτια είχαν ακόμη τη γλυκύτητά τους, αλλά δεν υπήρχε ερωτηματικό μετά τις λέξεις της. Κι εκείνη τη στιγμή ο Τουρ κατάλαβε τι είχε οσφρανθεί ο σκύλος. Παραλίγο ν’ αγγίξει την ταυτότητα που κρεμόταν στο στήθος του. Η κοκαΐνη. Digitalised By Jah®

Είχε ξεχάσει να σκουπίσει την ταυτότητά του μετά το κόψιμο της τελευταίας γραμμής. Αυτό ήταν. Μπορούσε να εξηγηθεί κάλλιστα λέγοντας ότι είχε δανείσει την ταυτότητά του σε κάποιον σε κάποιο πάρτι. Δεν ήταν αυτό το μεγαλύτερό του πρόβλημα τώρα. Το πρόβλημα ήταν η τσάντα. Θα την ήλεγχαν. Ως πιλότος είχε εκπαιδευτεί κι επαναλάβει διάφορες διαδικασίες εκτάκτου ανάγκης τόσο συχνά, που του είχαν γίνει δεύτερη φύση. Αυτός ήταν προφανώς και ο σκοπός τους: ακόμα και σε στιγμές πανικού, να μπορείς να κάνεις αυτό που πρέπει. Ελλείψει άλλων διαταγών, το μυαλό σου αυτές τις στιγμές θα επικαλούνταν τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης. Πόσες φορές είχε φέρει στο μυαλό του αυτή την περίσταση, κάποιον αξιωματικό από το τελωνείο να του ζητάει να τον ακολουθήσει! Πόσες φορές είχε σκεφτεί τι θα έκανε σ’ αυτή την περίπτωση. Πόσες φορές είχε εξασκήσει το μυαλό του στο τι θ’ απαντούσε... Γύρισε προς την αεροσυνοδό μ’ ένα πικρό χαμόγελο κι είδε με την άκρη του ματιού του την ταυτότητά της. «Απ’ ό,τι φαίνεται, με ξεχώρισαν, Κριστίν. Μπορείς, σε παρακαλώ, να πάρεις τη βαλίτσα μου;» «Η βαλίτσα θα έρθει μαζί μας» είπε η αξιωματικός. Ο Τουρ Σουλτς γύρισε προς το μέρος της. «Νόμιζα πως είπατε ότι ο σκύλος υπέδειξε εμένα, όχι τη βαλίτσα μου». «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά...» «Μέσα υπάρχουν έγγραφα που αφορούν την πτήση. Το πλήρωμα πρέπει οπωσδήποτε να τα δει. Εκτός αν αναλαμβάνετε την ευθύνη της καθυστέρησης ενός ολόκληρου Airbus 340 με προορισμό την Μπανγκόκ». Ο Τουρ Σουλτς συνειδητοποίησε ότι είχε φουσκώσει – στην κυριολεξία. Είχε γεμίσει τα πνευμόνια του με αέρα κι είχε τεντώσει τους μυς του στέρνου του, φουσκώνοντας το σακάκι της στολής του πιλότου. «Αν χάσουμε τη σειρά απογείωσής μας, ενδεχομένως να πρέπει να περιμένουμε αρκετές ώρες, κι αυτό θα κοστίσει στην εταιρεία εκατοντάδες χιλιάδες κορόνες». «Φοβάμαι ότι οι κανόνες...» Digitalised By Jah®

«Τριακόσιοι σαράντα δύο επιβάτες» τη διέκοψε ο Σουλτς. «Πολλοί από αυτούς παιδιά». Ήλπιζε ότι η φωνή του πρόδιδε την ανησυχία ενός κυβερνήτη κι όχι τον υποβόσκοντα πανικό ενός εμπόρου ναρκωτικών. Η αξιωματικός χάιδεψε τον σκύλο στο κεφάλι και κοίταξε τον πιλότο. Μοιάζει με νοικοκυρά, σκέφτηκε εκείνος. Μια γυναίκα με παιδιά κι ευθύνες. Μια γυναίκα που έπρεπε να κατανοήσει τη θέση του. «Η βαλίτσα θα έρθει μαζί μας» του είπε. Ένας δεύτερος αξιωματικός εμφανίστηκε παραπέρα. Στητός, με τα πόδια του ανοιχτά και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. «Οκέι, ας τελειώνουμε λοιπόν» αναστέναξε ο Τουρ.

Ο αρχηγός του Τμήματος Ανθρωποκτονιών της Αστυνομίας του Όσλο Γκούναρ Χάγκεν ακούμπησε στην πλάτη της περιστρεφόμενης καρέκλας του και κοίταξε προσεκτικά τον άνδρα με το λινό κουστούμι. Τρία χρόνια είχαν περάσει απ’ όταν η ραμμένη σχισμή στο μάγουλό του ήταν κόκκινη σαν αίμα κι ο άνδρας φαινόταν να πνέει τα λοίσθια. Αλλά σήμερα, ο πρώην υφιστάμενός του φαινόταν υγιής: είχε βάλει τα κιλά που χρειαζόταν κι οι ώμοι του στέκονταν στητοί μες στο κουστούμι του. Κουστούμι! Ο Χάγκεν θυμόταν τον επιθεωρητή του με τζιν και μπότες, δεν φορούσε ποτέ τίποτε άλλο. Και κάτι ακόμα είχε αλλάξει· το αυτοκόλλητο στο πέτο του έλεγε ότι ήταν επισκέπτης και όχι προσωπικό: ΧΑΡΙ ΧΟΛΕ. Αλλά η στάση του σώματός του, έτσι όπως καθόταν στην καρέκλα, ήταν ίδια κι απαράλλαχτη: περισσότερο οριζόντια παρά καθιστή. «Φαίνεσαι καλύτερα» είπε ο Χάγκεν. «Κι η πόλη σου καλύτερα φαίνεται» είπε ο Χάρι μ’ ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη. Δεν το ’χε ανάψει. Digitalised By Jah®

«Βρίσκεις;» «Ένα υπέροχο κτίριο για όπερα. Λιγότερα πρεζόνια στους δρόμους». Ο Χάγκεν σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Από τον έκτο όροφο του Αρχηγείου της αστυνομίας μπορούσε να δει όλη τη νέα γειτονιά του Όσλο, την Μπιορβίκα, να λούζεται στο φως. Ο εξωραϊσμός ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Η ισοπέδωση είχε τελειώσει. «Οι θάνατοι από υπερβολική δόση έχουν μειωθεί αισθητά την τελευταία χρονιά». «Οι τιμές έχουν ανέβει, η κατανάλωση έχει πέσει. Και ο διακαής πόθος του δημοτικού συμβουλίου πραγματοποιήθηκε: το Όσλο έπαψε να είναι πρώτο στην Ευρώπη σε θανάτους από υπερβολική δόση». «Happy days are here again». Ο Χάρι έβαλε τα χέρια του πίσω απ’ το κεφάλι κι έμοιαζε έτοιμος να γλιστρήσει από τη θέση του. Ο Χάγκεν αναστέναξε. «Δεν μου ’πες τι σε φέρνει στο Όσλο, Χάρι». «Δεν σου ’πα;» «Όχι. Ούτε, πιο συγκεκριμένα, στο Ανθρωποκτονιών». «Δεν είναι φυσιολογικό να επισκέπτεται κανείς τους παλιούς του συναδέλφους;» «Για άλλους φυσιολογικούς, κοινωνικούς ανθρώπους είναι, ναι». «Ε, λοιπόν». Ο Χάρι δάγκωσε το φίλτρο του τσιγάρου Camel. «Οι δολοφονίες είναι η δουλειά μου». «Ήταν η δουλειά σου, θες να πεις». «Ας το θέσω κι αλλιώς. Οι δολοφονίες είναι το επάγγελμά μου, το μετιέ μου. Εξακολουθεί να είναι το μοναδικό πράγμα που ξέρω να κάνω». «Κι άρα τι θες;» «Να ασκήσω το επάγγελμά μου. Να ερευνήσω δολοφονίες». Ο Χάγκεν σήκωσε το ένα του φρύδι. «Εννοείς ότι θες να ξαναδουλέψεις για μας;» Digitalised By Jah®

«Γιατί όχι; Αν δεν κάνω λάθος, ήμουν ένας από τους καλύτερους εδώ μέσα». «Λάθος» είπε ο Χάγκεν στρεφόμενος ξανά προς το παράθυρο. «Ήσουν ο καλύτερος». Και με χαμηλή φωνή επανέλαβε: «Ο καλύτερος και ο χειρότερος». «Γουστάρω δολοφονίες για εμπόριο ναρκωτικών». Ο Χάγκεν χαμογέλασε πικρά. «Ποιαν απ’ όλες; Τους τελευταίους έξι μήνες είχαμε τέσσερις. Και δεν έχουμε κάνει ούτε εκατοστό προόδου σε καμία τους». «Τον φόνο του Γκούστο Χάνσεν». Ο Χάγκεν δεν απάντησε. Συνέχισε να παρατηρεί τους ανθρώπους που ξάπλωναν στο γρασίδι. Και το μυαλό του γέμισε ακούσια με ερμηνείες: Κλέφτες επιδομάτων· απατεώνες· τρομοκράτες. Γιατί να βλέπει τέτοια πράγματα αντί για προκομμένους υπαλλήλους που απολάμβαναν λίγες ώρες σεπτεμβριανής λιακάδας, πράγμα που άξιζαν και με το παραπάνω; Το μάτι του αστυνόμου. Η τύφλα του αστυνόμου. Η φωνή του Χάρι ξοπίσω του ίσα ίσα που έφτανε στ’ αυτιά του. «Γκούστο Χάνσεν, δεκαεννέα ετών. Γνωστή φυσιογνωμία στο Σώμα, τα βαποράκια και τους χρήστες. Τον βρήκαν νεκρό σ’ ένα διαμέρισμα στην οδό Χάουσμαν στις 12 Ιουλίου. Από αιμορραγία, κατόπιν τραύματος από σφαίρα στο στέρνο». Ο Χάγκεν έσκασε στα γέλια. «Γιατί θες τη μοναδική υπόθεση που έχει λυθεί;» «Νομίζω ότι ξέρεις γιατί». «Ναι, ναι» αναστέναξε ο Χάγκεν. «Αλλά, αν ξαναδούλευες για μένα, εγώ θα σ’ έβαζα σε κάποια άλλη υπόθεση. Σ’ αυτήν του μυστικού αστυνομικού, ας πούμε». «Εγώ όμως θέλω ετούτη». «Υπάρχουν γύρω στους εκατό λόγους για τους οποίους δεν θ’ αναλάβεις ποτέ αυτή την υπόθεση, Χάρι». «Κι αυτοί είναι;...» Digitalised By Jah®

Ο Χάγκεν γύρισε προς τον Χάρι. «Φαντάζομαι ότι φτάνει ο πρώτος: Η υπόθεση έχει κλείσει». «Και πέραν αυτού;» «Η υπόθεση δεν είναι πια στα χέρια μας. Είναι στα χέρια της Κρίπος. Εγώ δεν έχω κενές θέσεις εργασίας. Αντιθέτως, μάλιστα, προσπαθώ να κάνω και περικοπές. Για σένα εξάλλου οι πόρτες είναι κλειστές. Θες να συνεχίσω;» «Χμ. Για πες, πού βρίσκεται;» Ο Χάγκεν έδειξε έξω απ’ το παράθυρο. Το γκρίζο πέτρινο κτίριο που υψωνόταν πέρα απ’ το γρασίδι, πίσω απ’ τις φιλύρες με τα κίτρινα φύλλα. «Στη φυλακή Μπούτσεν» απάντησε ο ίδιος ο Χάρι. «Προφυλακιστέος». «Για την ώρα». «Δεν επιτρέπονται οι επισκέψεις;» «Ποιος σε βρήκε στο Χονγκ Κονγκ; Ποιος σου είπε για την υπόθεση; Μήπως…» «Όχι» τον διέκοψε ο Χάρι. «Λοιπόν;» «Λοιπόν». «Ποιος;» «Ίσως και να το διάβασα στο διαδίκτυο». «Πολύ αμφιβάλλω» είπε ο Χάγκεν μ’ ένα ισχνό χαμόγελο και σβησμένο βλέμμα. «Η υπόθεση εμφανίστηκε στις εφημερίδες για μια μέρα μόνο κι ύστερα ξεχάστηκε. Και πουθενά δεν γράφτηκαν ονόματα. Μόνο ένα άρθρο για κάποιο μαστουρωμένο πρεζόνι που πυροβόλησε κάποιο άλλο πρεζόνι για τη δόση του. Τίποτα το ενδιαφέρον. Τίποτα που θα έκανε την υπόθεση να ξεχωρίζει». «Αν φυσικά δεν λάβουμε υπόψη μας ότι και τα δύο πρεζόνια ήταν έφηβοι» είπε ο Χάρι. «Δεκαεννιά και δεκαοκτώ χρονών». Η φωνή του είχε αλλάξει τόνο. Ο Χάγκεν ανασήκωσε απλώς τους ώμους του. «Αρκετά μεγάλοι Digitalised By Jah®

για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν. Σ’ έναν χρόνο θα πήγαιναν στρατό». «Μπορείς να κανονίσεις μια κουβεντούλα για χάρη μου;» «Ποιος σου το είπε, Χάρι;» Ο Χάρι έτριψε το πιγούνι του. «Ένα φιλαράκι απ’ τη Σήμανση». Ο Χάγκεν χαμογέλασε. Κι αυτή τη φορά, το χαμόγελο έφτασε μέχρι τα μάτια του. «Τι καλός που είσαι, βρε Χάρι. Απ’ ό,τι ξέρω, τρεις φίλους έχεις όλους κι όλους στην Αστυνομία. Στη Σήμανση, τον Μπγιορν Χολμ και την Μπέτε Λεν. Ποιος απ’ τους δυο τους ήταν λοιπόν;» «Η Μπέτε. Θα κανονίσεις μια επίσκεψη για χάρη μου;» Ο Χάγκεν κάθισε στην άκρη του γραφείου του και παρατήρησε τον Χάρι. Κατέβασε το βλέμμα του στη συσκευή του τηλεφώνου. «Υπό έναν όρο. Θα μου υποσχεθείς ότι δεν θα πλησιάσεις καθόλου αυτή την υπόθεση. Η σχέση μας με την Κρίπος είναι μέλι γάλα και θα ήμουν ιδιαίτερα χαρούμενος αν δεν ξαναδημιουργούνταν προβλήματα μεταξύ μας». Ο Χάρι στραβομουτσούνιασε. Είχε γλιστρήσει τόσο κάτω στην καρέκλα του, που μπορούσε να δει λεπτομερώς την αγκράφα της ζώνης του. «Δηλαδή έχετε γίνει κολλητοί με τον βασιλιά της Κρίπος;» «Ο Μίκαελ Μπέλμαν δεν δουλεύει πια για την Κρίπος» είπε ο Χάγκεν. «Και συνεπώς... μέλι γάλα». «Α! Τον ξεφορτωθήκατε τον ψυχοπαθή... Happy days…» «Αντιθέτως» γέλασε πικρά ο Χάγκεν. «Ο Μπέλμαν είναι περισσότερο παρών από ποτέ. Για την ακρίβεια, είναι σ’ αυτό εδώ το κτίριο». «Διάολε! Εδώ, στο Ανθρωποκτονιών;» «Θεός φυλάξοι. Όχι, είναι επικεφαλής του ΌργκΚριμ τον τελευταίο χρόνο και κάτι». «Βλέπω ότι έχετε και νέες συντομογραφίες». «Οργανωμένο Έγκλημα. Συγχωνεύτηκαν πολλά παλαιά τμήματα Digitalised By Jah®

μαζί. Ληστείες, λαθρεμπόριο, ναρκωτικά. Είναι όλα στο Τμήμα Οργανωμένου Εγκλήματος τώρα, ήτοι ΌργκΚριμ. Έχουν διακόσιους υπαλλήλους. Το μεγαλύτερο τμήμα του Εγκληματολογικού». «Χμ. Παραπάνω απ’ όσους είχε στην Κρίπος». «Ναι, αλλά μειώθηκε ο μισθός του. Και ξέρεις τι σημαίνει όταν οι άνθρωποι παίρνουν ξαφνικά μικρότερο μισθό, ε;» «Ότι λυσσάνε για περισσότερη εξουσία» είπε ο Χάρι. «Χάρι, ο Μπέλμαν ευθύνεται που το εμπόριο ναρκωτικών βρίσκεται επιτέλους σ’ ελεγχόμενο πλαίσιο. Έκανε καλή δουλειά με τους μυστικούς. Συλλήψεις, επιδρομές. Έχουμε λιγότερες συμμορίες και καθόλου βεντέτες μεταξύ τους. Κι όπως σου είπα, οι θάνατοι από υπερβολική δόση ολοένα και ελαττώνονται...» Ο Χάγκεν έδειξε με τον δείκτη του χεριού του το ταβάνι. «Κι ο Μπέλμαν εξελίσσεται. Το αγόρι μας προχω​ράει, Χάρι». «Κι εγώ» είπε ο Χάρι και σηκώθηκε όρθιος. «Πάω στην Μπούτσεν. Κι ευελπιστώ να με περιμένει εκεί μια άδεια επισκέπτη». «Μόνον εφόσον είμαστε σύμφωνοι». «Φυσικά και είμαστε» είπε ο Χάρι, αρπάζοντας το χέρι του πρώην αφεντικού του. Το έσφιξε δυο φορές και προχώρησε προς την πόρτα. Το Χονγκ Κονγκ τού είχε κάνει καλό· μεγάλο σχολείο στο πώς να λες επιτυχώς ψέματα. Άκουσε τον Χάγκεν να σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου, αλλά αποφάσισε να γυρίσει προς το μέρος του καθώς έφτανε στην πόρτα. «Ποιος είναι ο τρίτος;» «Τι;» Ο Χάγκεν κοιτούσε τα πλήκτρα με τους αριθμούς, πατώντας τα βαριά με το ’να δάχτυλο. «Ο τρίτος φίλος που έχω στην Αστυνομία». Ο αρχηγός του Τμήματος, Γκούναρ Χάγκεν, ακούμπησε το ακουστικό στο αυτί του, κοίταξε κουρασμένα τον Χάρι και είπε μ’ έναν αναστεναγμό: «Εσύ ποιος νομίζεις ότι είναι;» και «Ναι, παρακαλώ; Εδώ Χάγκεν. Θα ήθελα μια άδεια επισκεπτηρίου... Ναι;». Digitalised By Jah®

Ο Χάγκεν έβαλε την παλάμη του στο κάτω μέρος του ακουστικού. «Κανένα πρόβλημα. Είναι η ώρα που γευματίζουν, αλλά εσύ πήγαινε κατά τις δώδεκα». Ο Χάρι χαμογέλασε, σχημάτισε ένα σιωπηλό ευχαριστώ με τα χείλια του κι έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω του.

Ο Τουρ Σουλτς στεκόταν μες στον θάλαμο, κουμπώνοντας το παντελόνι του και φορώντας το σακάκι του. Τον είχαν ψάξει παντού, εκτός απ’ τις οπές του σώματός του. Η αξιωματικός που τον είχε σταματήσει περίμενε εκτός του θαλάμου. Σαν εξωτερικός καθηγητής στην προφορική εξέταση υποψήφιου διδάκτορα. «Σας ευχαριστώ που ήσαστε τόσο συνεργάσιμος» είπε, δείχνοντάς του την έξοδο. Ο Τουρ φαντάστηκε τις εκτενείς συζητήσεις που θα είχαν κάνει για το κατά πόσο έπρεπε να ζητήσουν συγγνώμη όταν ένας απ’ τους σκύλους υποδείκνυε κάποιον που εντέλει δεν είχε μαζί του ναρκωτικά. Ο εν λόγω άνθρωπος θα θεωρούσε μία συγγνώμη άκρως απαραίτητη, αφού τον είχαν σταματήσει, καθυστερήσει, υποψιαστεί και ρεζιλέψει. Αλλά τώρα τι; Γίνεται να παραπονεθείς όταν κάποιος κάνει απλώς τη δουλειά του; Οι σκύλοι υποδείκνυαν αθώους ανθρώπους συχνά, άρα η συγγνώμη θα ήταν μισή παραδοχή ότι η όλη διαδικασία κάπου χώλαινε, ότι το σύστημα έμπαζε από κάπου. Από την άλλη, έβλεπαν τις ρίγες στη στολή του, έβλεπαν ότι ήταν κυβερνήτης. Δεν είχε τρεις μόνο ρίγες, όχι· δεν ήταν από εκείνους τους αποτυχημένους πενηντάρηδες που μένουν μια ζωή στη δεξιά μεριά του πιλοτηρίου έχοντας καταστρέψει την καριέρα τους. Όχι. Οι δικές του ρίγες ήταν τέσσερις κι αποδείκνυαν ότι ήταν άνδρας με πειθαρχία, ότι είχε τον έλεγχο, ότι ήταν κυρίαρχος των περιστάσεων και της ζωής του. Οι τέσσερις ρίγες του αποδείκνυαν ότι ανήκε στην κάστα των βραχμάνων των αεροδρομίων. Οι κυβερνήτες ήταν άνθρωποι που θα έπρεπε να δέχονται τη συγγνώμη όλων αυτών των Digitalised By Jah®

τελωνειακών με τις δύο ρίγες, είτε οι τελευταίοι είχαν άδικο είτε όχι. «Μην το συζητάτε, καλό είναι να ξέρω ότι κάποιος έχει τα μάτια του ανοιχτά» είπε ο Τουρ, ψάχνοντας να βρει τη βαλίτσα του. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, την είχαν ψάξει κι ο σκύλος δεν είχε οσφρανθεί τίποτα. Κι η μεταλλική λαμαρίνα που κάλυπτε το εμπόρευμα γύρω γύρω θα είχε κάνει μια χαρά τη δουλειά της στις ακτίνες Χ. «Θα έρθει όπου να ’ναι» είπε η τελωνειακός. Για ένα δυο δευτερόλεπτα κοιτάχτηκαν σιωπηλά. Χωρισμένη, σκέφτηκε ο Τουρ. Εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε ένας άλλος τελωνειακός. «Η βαλίτσα σας…» είπε. Ο Τουρ γύρισε και τον κοίταξε. Το κατάλαβε απ’ το βλέμμα του. Ένιωσε έναν κόμπο να γεννιέται στο στομάχι του, ν’ ανεβαίνει και να σφηνώνει στον οισοφάγο του. Πώς; Πώς; «Αφαιρέσαμε όλο το περιεχόμενο και τη ζυγίσαμε» είπε. «Μια άδεια Samsonite Aspire GRT, μήκους είκοσι έξι ιντσών, ζυγίζει 5,8 κιλά. Η δική σας ζυγίζει 6,3 κιλά. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε γιατί;» Ο αξιωματικός ήταν επαγγελματίας, δεν θ’ άφηνε να διαφανεί ποτέ το χαμόγελό του. Αλλά ο Τουρ Σουλτς είδε το πρόσωπό του που έλαμπε απ’ τον θρίαμβο. Ο αξιωματικός έσκυψε ελάχιστα εμπρός και χαμήλωσε τη φωνή του. «...ή μήπως να σας πούμε εμείς;»

Ο Χάρι βγήκε στον δρόμο, έχοντας μόλις τελειώσει το γεύμα του στο εστιατόριο Ουλίμπεν. Το παλιό παρακμιακό πανδοχείο που ήξερε είχε μεταμορφωθεί σε ακριβή δυτικοπροαστιακή βερσιόν εστιατορίου στο ανατολικό Όσλο, διακοσμημένο με τεράστιους πίνακες που έδειχναν την παλιά εργατική συνοικία της πόλης. Δεν ήταν ότι δεν του άρεσε· με τους μεγάλους του πολυελαίους κι όλα αυτά. Μέχρι και τα γαβράκια του ήταν πεντανόστιμα. Απλώς, να, Digitalised By Jah®

δεν ήταν πια το Ουλίμπεν που ήξερε. Άναψε ένα τσιγάρο και διέσχισε το πάρκο Μποτς, που χώριζε το Αρχηγείο της Αστυνομίας από τους γκρίζους παλιούς τοίχους της φυλακής. Προσπέρασε έναν άνδρα που κάρφωνε μ’ ένα συρραπτικό μια τσαλακωμένη κόκκινη αφίσα στον κορμό μιας αιωνόβιας και προστατευόμενης φιλύρας, αγνοώντας ότι διέπραττε ένα σοβαρό παράπτωμα σε πλήρη θέα όλων των παραθύρων του κτιρίου που στέγαζε τους περισσότερους αστυνομικούς σ’ όλη τη Νορβηγία. Ο Χάρι κοντοστάθηκε. Όχι για να σταματήσει το έγκλημα, μα για να δει την αφίσα. Διαφήμιζε μια συναυλία του συγκροτήματος Russian Amcar Club στο κλαμπ Sardines. Ο Χάρι θυμόταν το συγκρότημα· είχε διαλυθεί εδώ και καιρό. Θυμόταν και το εν λόγω ετοιμόρροπο κλαμπ. Το εστιατόριο Ουλίμπεν, ο Χάρι Χόλε: προφανώς ήταν η χρονιά των νεκραναστάσεων. Έκανε να προχωρήσει, μα μια τρεμουλιαστή φωνή ακούστηκε από πίσω του: «Έχ’ς καθόλου βιολίνη;». Ο Χάρι έκανε απότομα μεταβολή. Ο άνδρας που στεκόταν πίσω του φορούσε ένα ολοκαίνουργιο, καθαρό τζάκετ μάρκας G-Star. Έσκυβε προς τα εμπρός, λες και τον χτυπούσε δυνατός άνεμος στην πλάτη. Τα πόδια του ήταν λυγισμένα μ’ αυτό τον χαρακτηριστικό τρόπο που λυγίζουν τα γόνατα των ηρωινομανών. Ο Χάρι ήταν έτοιμος ν’ απαντήσει, όταν κατάλαβε ότι ο άνδρας με το G-Star απευθυνόταν στον τύπο με την αφίσα. Μα εκείνος συνέχισε την πορεία του. Νέες συντομογραφίες, νέες ονομασίες για τα σκληρά. Παλιά συγκροτήματα, παλιά κλαμπ. Η πρόσοψη της Φυλακής της Περιφέρειας του Όσλο, της Μπούτσεν όπως λεγόταν, είχε χτιστεί στα μέσα του 19ου αιώνα κι η είσοδός της ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο μεγάλες πτέρυγες. Στον Χάρι θύμιζε πάντα κρατούμενο στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο μπάτσους. Χτύπησε το κουδούνι, στράφηκε προς την κάμερα ασφαλείας, άκουσε τον υπόκωφο θόρυβο του κουδουνιού κι έσπρωξε την πόρτα. Στο εσωτερικό, ένας ένστολος φύλακας τον Digitalised By Jah®

οδήγησε στο κλιμακοστάσιο, ανέβηκαν έναν όροφο, πέρασαν μέσα από μια πόρτα, προσπέρασαν δυο άλλους φύλακες και μπήκαν μέσα στο τετράγωνο τυφλό Δωμάτιο Επισκέψεων. Ο Χάρι είχε ξαναβρεθεί εκεί. Εδώ συναντούσαν οι κρατούμενοι τους οικείους τους. Είχε γίνει μια χλιαρή προσπάθεια να δημιουργηθεί μια οικεία ατμόσφαιρα. Ο Χάρι απέφυγε τον καναπέ και κάθισε σε μια καρέκλα, ξέροντας πολύ καλά τι συνέβαινε κατά τη διάρκεια των λίγων λεπτών που επιτρεπόταν στον κρατούμενο να δει τη γυναίκα ή την ερωμένη του. Περίμενε. Συνειδητοποίησε ότι στο πέτο του ήταν ακόμη κολλημένο το αυτοκόλλητο από το Αρχηγείο της Αστυνομίας. Το ξεκόλλησε και το έβαλε στην τσέπη του. Το όνειρο με τον στενό διάδρομο και τη χιονοστιβάδα ήταν ιδιαιτέρως τρομακτικό το προηγούμενο βράδυ· είχε βρεθεί θαμμένος, με το στόμα του γεμάτο χιόνι. Αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που η καρδιά του χτυπούσε τώρα σαν τρελή. Τι ένιωθε; Ανυπομονησία; Ή μήπως τρόμο; Η πόρτα άνοιξε πριν προλάβει ν’ αποφασίσει. «Είκοσι λεπτά» είπε ο φύλακας κι έφυγε χτυπώντας την πόρτα ξοπίσω του. Το αγόρι που στεκόταν μπροστά του είχε αλλάξει τόσο πολύ, που, για μια στιγμή, ο Χάρι ήταν έτοιμος να φωνάξει ότι του είχαν φέρει τον λάθος άνθρωπο, ότι δεν ήταν αυτός. Αυτό το αγόρι φορούσε τζιν μάρκας Ντίζελ κι ένα μαύρο φούτερ που έγραφε Machine Head. Ο Χάρι συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο για τον παλιό εκείνο δίσκο των Deep Purple, αλλά −αν λάμβανε κανείς υπόψη του πόσα χρόνια είχαν περάσει− για κάποιο ολοκαίνουργιο χέβι μέταλ συγκρότημα. Η αγάπη για το χέβι μέταλ ήταν φυσικά ένα στοιχείο ταυτοποίησης του αγοριού, αλλά η απόδειξη βρισκόταν αλλού: στα μάτια και τα ψηλά του ζυγωματικά. Συγκεκριμένα, στα καφετιά μάτια της Ράκελ και τα ψηλά της ζυγωματικά. Σχεδόν σοκαρίστηκε από την τόσο έντονη ομοιότητα. Η αλήθεια ήταν ότι το αγόρι δεν είχε κληρονομήσει την ομορφιά της μητέρας του· το μέτωπό του Digitalised By Jah®

ήταν υπερβολικά μεγάλο κι έκανε την έκφρασή του ιδιαιτέρως σκοτεινή, σχεδόν επιθετική. Εντύπωση που ενισχυόταν από τη λεία του φράντζα που ο Χάρι υπέθετε πως είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του στη Μόσχα, έναν αλκοολικό με τον οποίο το αγόρι δεν είχε ζήσει ουσιαστικά ποτέ· είχαν μετακομίσει με τη Ράκελ πίσω στο Όσλο όταν ο μικρός ήταν λίγων μόνο ετών. Όπου, κάποια χρόνια αργότερα, θα γνώριζαν και τον Χάρι. Η Ράκελ. Η μεγάλη αγάπη της ζωής του. Τόσο απλά. Και τόσο περίπλοκα. Ο Όλεγκ. Ο έξυπνος, σοβαρός Όλεγκ. Που ήταν κάποτε τόσο εσωστρεφής, ώστε να μην ανοίγεται σε κανέναν πλην του Χάρι. Ο Χάρι δεν το είχε ομολογήσει ποτέ στη Ράκελ, αλλά ήξερε πολύ περισσότερα για το τι ένιωθε, σκεφτόταν κι αισθανόταν ο γιος της απ’ ό,τι εκείνη. Έπαιζαν με τον Όλεγκ Tetris στο Game Boy του, κολλημένοι κι οι δύο, θέλοντας να σπάσουν το ρεκόρ. Πήγαιναν για πατινάζ στο Βάλε Χόβιν. Eκείνη την εποχή ο Όλεγκ είχε αποφασίσει ότι θα γινόταν δρομέας μεγάλων αποστάσεων· κι η αλήθεια ήταν ότι είχε όλα τα προσόντα για να το κάνει. Ο υπομονετικός κι υποχωρητικός Όλεγκ που χαμογελούσε πάντα όταν ο Χάρι τού υποσχόταν ότι το φθινόπωρο, ή την άνοιξη, θα πήγαιναν επιτέλους στο Λονδίνο για να δουν την Τότεναμ να παίζει στο Γουάιτ Χαρτ Λέιν. Ο Όλεγκ που καμιά φορά φώναζε τον Χάρι «μπαμπά» όταν ήταν αργά το βράδυ και νύσταζε κι έχανε την αυτοσυγκέντρωσή του. Είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που είχαν ιδωθεί, χρόνια από τότε που είχαν φύγει με τη Ράκελ από το Όσλο, μακριά από τις φρικαλέες αναμνήσεις των συμβάντων με τον Χιονάνθρωπο, μακριά από τον βίαιο και δολοφονικό κόσμο του Χάρι. Και να που τώρα στεκόταν εκεί, στην πόρτα, δεκαοχτώ ετών, σχεδόν μεγάλος πια, κοιτάζοντας τον Χάρι ανέκφραστα – ή με μια έκφραση που ο Χάρι αδυνατούσε ν’ αποκρυπτογραφήσει. «Γεια» είπε ο Χάρι. Σκατά, δεν είχε προβάρει τη φωνή του και ακούστηκε σαν τραχύς ψίθυρος. Το αγόρι θα νόμιζε ότι ήταν Digitalised By Jah®

έτοιμος να βάλει τα κλάματα... Για να αποσπάσει την προσοχή του Όλεγκ και τη δικιά του, έβγαλε ένα πακέτο Camel κι έχωσε ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη του. Σήκωσε το βλέμμα του κι είδε πως το πρόσωπο του Όλεγκ είχε κατακοκκινίσει. Από θυμό. Έναν εκρηκτικό θυμό που είχε εμφανιστεί από το πουθενά, κάνοντας τα μάτια του να σκοτεινιάσουν και τις φλέβες στον λαιμό και το μέτωπό του να πετάγονται και να πάλλονται σαν χορδές κιθάρας. «Ηρέμησε, δεν πρόκειται να το ανάψω» είπε ο Χάρι, δείχνοντας με το κεφάλι του την πινακίδα ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ, στον τοίχο. «Η μαμά φταίει, σωστά;» Η φωνή του ήταν πιο ώριμη. Και γεμάτη οργή. «Για ποιο πράγμα;» «Η μαμά σού είπε να ’ρθεις». «Όχι, δεν μου είπε τίποτα. Εγώ μόνο...» «Φυσικά και σου είπε». «Όχι, Όλεγκ, για την ακρίβεια η μητέρα σου δεν έχει ιδέα ότι βρίσκομαι στη Νορβηγία». «Λες ψέματα! Λες ψέματα ως συνήθως!» Ο Χάρι τον κοίταξε σαστισμένος. «Ως συνήθως;» «Έτσι όπως έλεγες ψέματα ότι και καλά θα βρισκόσουν πάντα δίπλα μας και μαλακίες. Είναι αργά όμως πια. Οπότε μπορείς να γυρίσεις πίσω στο... Τιμπουκτού!» «Όλεγκ! Άκουσέ με...» «Όχι! Δεν πρόκειται να σ’ ακούσω. Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ πέρα! Δεν μπορείς να έρχεσαι όποτε γουστάρεις και να παριστάνεις τον πατέρα μου, κατάλαβες;» Ο Χάρι είδε τον νεαρό να ξεροκαταπίνει με δυσκολία. Είδε την οργή του να μετριάζεται κι ένα καινούργιο κύμα σκότους να τον κουκουλώνει. «Δεν είσαι τίποτα για μας πια. Ήσουν κάποιος που έτυχε να περάσει απ’ τον δρόμο μας, μας έκανες παρέα για λίγα χρόνια και μετά…» Ο Όλεγκ προσπάθησε να χτυπήσει τα δάχτυλά του, αλλά εκείνα γλίστρησαν Digitalised By Jah®

μεταξύ τους δίχως να βγάλουν ήχο. «Την κοπάνησες». «Δεν είναι αλήθεια αυτό, Όλεγκ. Και το ξέρεις πολύ καλά». Ο Χάρι άκουσε τη φωνή του ν’ αποκτά στιβαρότητα, αυτοπεποίθηση, την άκουσε να του λέει ότι ήταν ήρεμος κι ασφαλής σαν αεροπλανοφόρο. Αλλά ο κόμπος στο στομάχι του άλλα έλεγε. Είχε συνηθίσει να του φωνάζουν κατά τη διάρκεια ανακρίσεων, δεν τον πείραζε· στην καλύτερη των περιπτώσεων τον έκανε ακόμα πιο ήρεμο, ακόμα πιο αναλυτικό. Αλλά μ’ αυτό το αγόρι, με τον Όλεγκ... δεν είχε άμυνες απέναντί του. Ο Όλεγκ γέλασε χαιρέκακα. «Για να δούμε, ίσως μπορέσω να το πετύχω αυτή τη φορά». Πίεσε τον παράμεσο και τον αντίχειρά του. «Την κοπάνησες... Ορίστε!» Ο Χάρι σήκωσε τις παλάμες του προς το μέρος του αγοριού. «Όλεγκ...» Ο Όλεγκ κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε και χτύπησε την πόρτα πίσω του, δίχως να πάρει το σκοτεινό του βλέμμα από τον Χάρι. «Φύλακα! Τέλος της επίσκεψης! Βγάλε με έξω». Ο Χάρι παρέμεινε καθισμένος για μερικά δευτερόλεπτα μετά την αποχώρηση του Όλεγκ. Ύστερα σηκώθηκε με δυσκολία κι έσυρε τα πόδια του μέχρι το πάρκο Μποτς, μες στη λιακάδα. Κοντοστάθηκε και κοίταξε το Αρχηγείο της Αστυνομίας. Φάνηκε σαν να σκεφτόταν κάτι. Κι ύστερα προχώρησε προς το Αυτόφωρο. Μα σταμάτησε καθ’ οδόν, ακούμπησε στον κορμό ενός δέντρου κι έκλεισε τα μάτια του με τέτοιο πείσμα, που ένιωθε λες και τα έστυβε. Γαμημένο φως. Γαμημένο τζετ λαγκ.

Digitalised By Jah®

5

τα δω θέλω μόνο, δεν πρόκειται να πάρω τίποτα» είπε ο «Ν αΧάρι. Ο αξιωματικός υπηρεσίας από την άλλη μεριά του πάγκου στο Αυτόφωρο κοίταξε καλά καλά τον Χάρι και δίστασε. «Έλα, Τούρε, αφού με ξέρεις». Ο Τούρε Νίλσεν ξερόβηξε. «Ναι, αλλά δουλεύεις για μας πάλι, Χάρι;» Ο Χάρι ανασήκωσε απλώς τους ώμους του. Ο Νίλσεν έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω και μισόκλεισε τα βλέφαρά του. Έμοιαζε να προσπαθεί να φιλτράρει την εικόνα μπροστά του για να κρατήσει μόνο όσα είχαν πραγματική σημασία. Και φαίνεται ότι αυτά που είχαν έγειραν τη ζυγαριά προς όφελος του Χάρι. Μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό, ο Νίλσεν εξαφανίστηκε κι επέστρεψε κρατώντας ένα συρτάρι. Ο Χάρι είχε μαντέψει σωστά: τα αντικείμενα που είχε μαζί του ο Όλεγκ κατά τη σύλληψή του είχαν παραμείνει εδώ. Τα μετέφεραν στην Μπούτσεν μόνο όταν αποφασιζόταν ότι οι κρατούμενοι θα παρέμεναν στη φυλακή περισσότερο από δύο μέρες. Ακόμα και τότε όμως, τα προσωπικά αντικείμενα παρέμεναν πολλές φορές στο Αυτόφωρο. Digitalised By Jah®

Ο Χάρι κοίταξε το περιεχόμενο του συρταριού. Κέρματα. Ένα μπρελόκ με δυο κλειδιά, ένα κρανίο και μια κονκάρδα του συγκροτήματος Slayer. Ένας ελβετικός σουγιάς με μόνο μια λεπίδα, κατσαβίδια και κλειδιά Άλεν. Ένας αναπτήρας. Και κάτι ακόμα. Ο Χάρι κλονίστηκε, παρόλο που το ήξερε ήδη. Οι εφημερίδες μιλούσαν για την Τελική μάχη με τα ναρκωτικά. Ήταν μια σύριγγα μιας χρήσης, μέσα στο πλαστικό της περιτύλιγμα. «Αυτά είναι όλα κι όλα;» ρώτησε ο Χάρι, παίρνοντας το μπρελόκ στα χέρια του. Το κράτησε κάτω από τον πάγκο καθώς κοιτούσε καλά καλά τα κλειδιά. Του Νίλσεν δεν του άρεσε που ο Χάρι κρατούσε πράγματα σε σημείο που δεν τα έβλεπε κι έσκυψε προς τα μπρος για να δει. «Πορτοφόλι;» ρώτησε ο Χάρι. «Τραπεζική κάρτα; Ταυτότητα;» «Δεν φαίνεται να υπήρχε κάτι τέτοιο». «Μπορείς να δεις, σε παρακαλώ, τη λίστα με τα περιεχόμενα;» Ο Νίλσεν σήκωσε από τον πάτο του συρταριού ένα φύλλο χαρτί με τη λίστα περιεχομένων, το άνοιξε, παιδεύτηκε λίγο με τα γυαλιά του κι επιτέλους το διάβασε. «Υπήρχε κι ένα κινητό τηλέφωνο, αλλά το πήραν. Μάλλον ήθελαν να δουν αν είχε πάρει τηλέφωνο το θύμα». «Χμ» απάντησε ο Χάρι. «Τίποτα άλλο;» «Τι άλλο δηλαδή;» είπε ο Νίλσεν κοιτώντας στα γρήγορα το χαρτί μπροστά του. «Τσου». «Ευχαριστώ, αυτό ήθελα μόνο. Ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση, Νίλσεν». Ο Νίλσεν έγνεψε αργά. Φορώντας ακόμη τα γυαλιά του, είπε: «Τα κλειδιά». «Ναι, σωστά». Ο Χάρι τοποθέτησε τα κλειδιά μες στο συρτάρι. Είδε τον Νίλσεν να ελέγχει ότι ήταν, ακόμα, δύο. Έφυγε, διασχίζοντας το πάρκινγκ, και μπήκε στην οδό Οκεμπαρβάιεν. Συνέχισε προς το Τέγιεν και την Ουρτεγκάτα. Στο Digitalised By Jah®

μικρό Καράτσι: μικρά μανάβικα, μαντίλες και γέροι καθισμένοι σε πλαστικές καρέκλες έξω απ’ τα μαγαζιά τους. Προς τον Φάρο, το καφέ που είχε φτιάξει ο Στρατός της Σωτηρίας για τους απόκληρους αυτής της πόλης. Ο Χάρι γνώριζε ότι κάτι μέρες σαν και τη σημερινή, το καφέ θα ήταν ήσυχο· αλλά με το που θα ’πιανε ο χειμώνας, θα στριμώχνονταν όλοι γύρω απ’ τα τραπεζάκια του με καφέδες και φρέσκα σάντουιτς. Με μια αλλαξιά καθαρά ρούχα, αν και παλιομοδίτικα. Kαι μπλε αθλητικά παπούτσια που περίσσεψαν στις Ένοπλες Δυνάμεις. Στο ιατρείο του πρώτου ορόφου θα δέχονταν περίθαλψη για τραύματα που είχαν αποκτήσει στα πεδία μάχης των ναρκωτικών ή −στις δύσκολες περιπτώσεις− μια ένεση βιταμίνης Β. Ο Χάρι σκέφτηκε για μια στιγμή να επισκεφτεί τη Μαρτίνε. Ίσως να δούλευε ακόμη εκεί. Κάποιος ποιητής είχε γράψει κάποτε ότι της μίας μεγάλης αγάπης έπονται πολλές μικρότερες. Η Μαρτίνε είχε υπάρξει μία από αυτές. Μα δεν θα ήταν αυτός ο μοναδικός λόγος της επίσκεψής του: το Όσλο είναι μικρή πόλη κι οι βαριοί χρήστες μαζεύονταν είτε εδώ είτε στο Αποστολικό Καφενείο στην οδό Σιπεργκάτα. Ήταν, λοιπόν, πολύ πιθανόν η Μαρτίνε να ήξερε τον Γκούστο Χάνσεν. Και τον Όλεγκ. Όμως ο Χάρι αποφάσισε να πάρει τα πράγματα με τη σωστή τους σειρά. Συνέχισε λοιπόν να περπατάει. Πέρασε τον ποταμό Άκερ κοιτώντας το νερό πάνω από τη γέφυρα· το καφετί υγρό που θυμόταν από τα παιδικά του χρόνια ήταν καθαρό σαν βουνίσιου ρυακιού. Έλεγαν ότι μπορούσες μέχρι και πέστροφες να ψαρέψεις πια. Να και τα βαποράκια, στα μονοπάτια στις κοίτες του ποταμού. Τα πάντα έμοιαζαν καινούργια. Και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ανέβηκε την οδό Χάουσμαν. Πέρασε μπροστά από τη Γιάκομπς Χίρκε. Ακολούθησε τους αύξοντες αριθμούς των σπιτιών: μια ταμπέλα για το Θέατρο της Βαναυσότητας· μια πόρτα καλυμμένη με γκραφίτι κι ένα χαμογελαστό, κίτρινο, στρογγυλό πρόσωπο· το κουφάρι ενός καμένου σπιτιού, ανοιχτό. Κι ύστερα έφτασε· μία τυπική πολυκατοικία του Όσλο, χτισμένη τον 19ο αιώνα, χλωμή, Digitalised By Jah®

σοβαρή, με τέσσερα πατώματα. Ο Χάρι έσπρωξε την εξώπορτα, που άνοιξε δίχως δυσκολία. Ξεκλείδωτη. Οδηγούσε κατευθείαν στο κλιμακοστάσιο. Βρόμαγε παντού κάτουρο και σκουπίδια. Ο Χάρι παρατήρησε τα κωδικοποιημένα μηνύματα των γκραφιτάδων στους τοίχους της σκάλας. Τα ετοιμόρροπα κάγκελα. Τα σημάδια στις πόρτες από σπασμένες κλειδαριές που είχαν αντικατασταθεί από νέες, πολύ πιο ισχυρές, πολλαπλάσιες στον αριθμό. Σταμάτησε στον δεύτερο όροφο. Ήξερε ότι είχε φτάσει στον τόπο του εγκλήματος. Μια ριγέ λευκή και πορτοκαλιά πλαστική ταινία έκλεινε την είσοδο στην πόρτα ενός διαμερίσματος. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη κι έβγαλε τα κλειδιά που είχε πάρει απ’ το μπρελόκ του Όλεγκ ενώ ο Νίλσεν διάβαζε τη λίστα περιεχομένων. Ο Χάρι δεν ήξερε ποια από τα δικά του κλειδιά είχε βάλει στη θέση τους, αλλά στο Χονγκ Κονγκ δεν είναι και τόσο δύσκολο να φτιάξει κανείς αντικλείδια. Ένα από τα κλειδιά ήταν μάρκας Άμπους κι άρα ξεκλείδωνε κάποιο λουκέτο. Ο Χάρι το γνώριζε γιατί είχε κάποτε κι αυτός ένα. Το άλλο ήταν ένα απλό κλειδί μάρκας Βινγκ. Το έχωσε στην κλειδαριά. Μπήκε μέχρι τη μέση κι ύστερα σταμάτησε. Ο Χάρι το έσπρωξε περισσότερο. Προσπάθησε να το γυρίσει. «Γαμώτο». Έβγαλε το κινητό του. Το τηλέφωνό της ήταν καταχωρισμένο στο γράμμα Μ. Είχε όμως μόνο οκτώ τηλέφωνα στη μνήμη κι άρα ένα γράμμα του ήταν υπεραρκετό. «Λεν». Αυτό που γούσταρε ο Χάρι στην Μπέτε Λεν −εκτός απ’ το γεγονός ότι ήταν μία εκ των δύο καλύτερων αξιωματικών της Σήμανσης με τους οποίους είχε ποτέ συνεργαστεί− ήταν ότι συνόψιζε τις πληροφορίες στα βασικά. Κι ότι, όπως και ο ίδιος, δεν βάραινε τις υποθέσεις που προσπαθούσε να διαλευκάνει μ’ ένα κάρο άχρηστες πληροφορίες. «Μπέτε, γεια. Είμαι στην οδό Χάουσμαν». Digitalised By Jah®

«Στη σκηνή του εγκλήματος. Τι κάνεις εκεί;» «Δεν μπορώ να μπω μέσα. Έχεις το κλειδί». «Αν έχω το κλειδί;» «Αφού είσαι υπεύθυνη για την όλη φάση, δεν είσαι;» «Φυσικά και το ’χω το κλειδί. Αλλά δεν έχω καμία πρόθεση να σου το δώσω». «Εντάξει. Αλλά υπάρχουν ένα δυο πραγματάκια που πρέπει να ξαναελέγξεις εδώ κάτω, σωστά; Θυμάμαι μια γκουρού της Σήμανσης που συνήθιζε να λέει ότι σε υποθέσεις δολοφονίας οι τεχνικοί της Σήμανσης πρέπει να τσεκάρουν τον τόπο του εγκλήματος όσο πιο διεξοδικά γίνεται». «Το θυμάσαι λοιπόν». «Ήταν το πρώτο πράγμα που έλεγες στους εκπαιδευόμενούς σου. Μπορώ να σε συνοδεύσω και να μάθω πώς πρέπει κανείς να δουλεύει». «Χάρι...» «Δεν θ’ αγγίξω τίποτα». Σιωπή. Ο Χάρι ήξερε ότι την εκμεταλλευόταν. Δεν ήταν απλώς συνάδελφός του, ήταν φίλη του. Αυτό που είχε σημασία πάνω απ’ όλα όμως: ήταν κι εκείνη μητέρα. Η Μπέτε ξεφύσηξε. «Σε είκοσι». Θα ήταν πλεονασμός να χρησιμοποιήσει τη λέξη «λεπτά». Θα ήταν πλεονασμός να την ευχαριστήσει. Κι έτσι, ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο αξιωματικός Τρουλς Μπέρντσεν διέσχιζε αργά τους διαδρόμους του ΌργκΚριμ. Η πείρα του έλεγε ότι όσο πιο αργά περπατούσε, τόσο πιο γρήγορα κυλούσε ο χρόνος. Κάτι που του περίσσευε. Τον περίμεναν μια φθαρμένη καρέκλα, ένα μικρό γραφείο και μια στοίβα αναφορές, για τα μάτια του κόσμου. Ένας υπολογιστής τον οποίο χρησιμοποιούσε κυρίως για να σερφάρει, αλλά ακόμα και το Digitalised By Jah®

σερφάρισμα είχε γίνει βαρετό από τότε που τους είχαν απαγορεύσει να επισκέπτονται ορισμένες ιστοσελίδες. Κι αφού δούλευε για το Ναρκωτικών κι όχι για το Ηθών, αν συνέχιζε να επισκέπτεται συγκεκριμένες σελίδες, κάποια στιγμή θα τον καλούσαν να δώσει εξηγήσεις. Ο αξιωματικός Μπέρντσεν προχώρησε προς το γραφείο του κρατώντας μια κούπα γεμάτη καφέ. Την ακούμπησε προσέχοντας να μην τον χύσει πάνω στη διαφημιστική μπροσούρα για το νέο Audi Q5: 218 ίπποι, SUV αλλά όχι καγκουριά, σαν το αμάξι των Ντιουκς ένα πράγμα. Το υπηρεσιακό Volvo 70 έτρωγε σκόνη μπροστά του. Ένα αμάξι που έδειχνε στους άλλους ότι ήσουν κάποιος. Ένα αμάξι που θα της έδειχνε κι εκείνης, ναι, εκείνης με το νέο σπίτι στο Χέ​γιενχαλ, ότι ήταν κάποιος. Όχι ένα τίποτα. Να διατηρήσουμε το στάτους κβο. Αυτός είναι τώρα ο στόχος. Έχουμε επιτύχει χειροπιαστά αποτελέσματα, είχε πει ο Μίκαελ στη γενική σύσκεψη τη Δευτέρα το πρωί. Πράγμα που σήμαινε: κοιτάξτε μην τυχόν και βρεθεί κάνας καινούργιος παίχτης στο προσκήνιο. «Εμείς μπορεί να επιθυμούμε μονίμως να κυκλοφορούν όλο και λιγότερα ναρκωτικά στους δρόμους. Αλλά έχουμε πετύχει τόσο πολλά σε τόσο λίγο χρόνο, που ο κίνδυνος να διολισθήσουμε ξανά προς την παλιά κατάσταση είναι ακόμη παρών. Θυμηθείτε τον Χίτλερ και τη Μόσχα − ποτέ δεν πρέπει να δαγκώνεις περισσότερα απ’ όσα μπορείς να μασήσεις». Ο αξιωματικός Μπέρντσεν ήξερε ότι αυτό μεταφραζόταν σε άνετες μέρες με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Καμιά φορά τού έλειπε η δουλειά στην Κρίπος. Οι φόνοι δεν ήταν σαν τα ναρκωτικά, δεν είχαν πολιτικές προεκτάσεις· έπρεπε απλώς να διαλευκάνεις την υπόθεση, τελεία και παύλα. Αλλά ο ίδιος ο Μίκαελ Μπέλμαν είχε επιμείνει ο Τρουλς να τον ακολουθήσει από το Μπριν στο Αρχηγείο. Χρειαζόταν συμμάχους εκεί κάτω, στο άντρο των εχθρών, είχε πει, χρειαζόταν κάποιον που μπορούσε να εμπιστευτεί, κάποιον που θα φύλαγε τα νώτα του. Εννοούσε φυσικά «όπως έχω φυλάξει κατά καιρούς κι εγώ τα νώτα σου, Τρουλς». Digitalised By Jah®

Όπως στην πρόσφατη, λόγου χάρη, υπόθεση ενός αγοριού που είχε κριθεί προφυλακιστέο και το χέρι του Τρουλς είχε πέσει πάνω του πιο βαρύ απ’ ό,τι συνήθως και, κοίτα να δεις ατυχία, είχε τραυματιστεί στο πρόσωπο. Ο Μίκαελ του τα ’χε ψάλει του Τρουλς, εννοείται· του ’χε εξηγήσει πως απεχθανόταν την αστυνομική βία κι ότι δεν είχε καμιά όρεξη για τέτοια περιστατικά στο δικό του τμήμα κι ότι να, τώρα, θα έπρεπε να πάει να το αναφέρει στη δικηγόρο Εσωτερικών Υποθέσεων −είχε ευθύνη να το κάνει− κι ύστερα εκείνη θ’ αποφάσιζε αν θα προχωρούσαν σε περαιτέρω έρευνα. Αλλά η όραση του αγοριού είχε αποκατασταθεί σχεδόν εξολοκλήρου, ο Μίκαελ τα είχε βρει με τον δικηγόρο του μικρού, οι κατηγορίες για κατοχή ναρκωτικών είχαν αποσυρθεί κι εντέλει δεν είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Όπως γινόταν κι εδώ μέσα − δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Άνετες μέρες, με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Κι εκεί είχε σκοπό να τα τοποθετήσει κι ο Τρουλς, πράγμα που έκανε τουλάχιστον δέκα φορές την ημέρα, μέχρι που έτυχε να κοιτάξει έξω απ’ το παράθυρο, προς το πάρκο Μποτς, κι είδε πάνω στη γέρικη φιλύρα στη μέση του μονοπατιού που χώριζε το Αρχηγείο από τη φυλακή αυτό που περίμενε. Την κόκκινη αφίσα. Ένιωσε το δέρμα του ν’ ανατριχιάζει, τους σφυγμούς του ν’ ανεβαίνουν. Και τη διάθεσή του επίσης. Εν ριπή οφθαλμού είχε σηκωθεί απ’ το γραφείο του, είχε φορέσει το μπουφάν του παρατώντας τον καφέ του δίχως να πιει γουλιά. H εκκλησία της Γκαμλεμπίεν, της παλιάς πόλης, ήταν οκτώ λεπτά γρήγορο περπάτημα από το Αρχηγείο της Αστυνομίας. Ο Τρουλς Μπέρντσεν κατηφόρισε την οδό Ούσλο προς το πάρκο Μίνε, έστριψε αριστερά, πέρασε τη γέφυρα Ντίβεκες και βρέθηκε στην καρδιά της πόλης, εκεί που γεννήθηκε το Όσλο. Ο ναός ήταν λιτά διακοσμημένος, τόσο που έμοιαζε φτωχικός, δίχως κανένα από τα τυπικά στολίδια της νεορομαντικής εκκλησίας δίπλα στο Αρχηγείο. Digitalised By Jah®

Ωστόσο διέθετε πολύ πιο συναρπαστική ιστορία − αν ίσχυαν έστω τα μισά απ’ όσα του είχε διηγηθεί η γιαγιά του όταν μεγάλωνε στη γειτονιά του Μάνγκλερουντ. Στα τέλη του 1950, η οικογένεια των Μπέρντσεν είχε αφήσει πίσω της μία σάπια πολυκατοικία στο κέντρο της πόλης και είχε μετακομίσει στο νεοσύστατο προάστιο του Μάνγκλερουντ. Παραδόξως, αν και ντόπιοι, τρεις γενιές εργατών Μπέρντσεν ζούσαν στο Όσλο, είχαν νιώσει ξένοι εκεί. Διότι οι περισσότεροι κάτοικοι των νέων προαστίων ήταν γεωργοί που συνέρρεαν στην πόλη από την εξοχή, θέλοντας να χτίσουν μια νέα ζωή. Κι όταν ο πατέρας του Τρουλς έγινε μεθύστακας, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, και καθόταν στο διαμέρισμά τους βάζοντάς τα με θεούς και δαίμονες, ο Τρουλς την κοπανούσε και πήγαινε στο σπίτι του καλύτερού του, του μοναδικού του, φίλου Μίκαελ. Ή στο σπίτι της γιαγιάς του, στην Γκαμλεμπίεν. Εκείνη ήταν που του διηγήθηκε ότι η εκκλησία χτίστηκε πάνω σ’ ένα μοναστήρι του 13ου αιώνα όπου οι μοναχοί είχαν κλειδαμπαρωθεί και προσεύχονταν να γλιτώσουν από την πανούκλα. Αν και οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι ήθελαν να γλιτώσουν από το χριστιανικό τους καθήκον να φροντίσουν τους φορείς της μεταδοτικής ασθένειας. Όταν ο άρχων της πόλης αποφάσισε να σπάσει τις πόρτες της μονής ύστερα από οκτώ μήνες δίχως ίχνη ζωής, αντίκρισε αρουραίους να κατατρώνε τα σάπια σώματα των μοναχών. Η αγαπημένη ιστορία της γιαγιάς του, την οποία του αφηγούνταν πριν κοιμηθεί, έλεγε πως στο ίδιο μέρος χτίστηκε κάποια στιγμή ένα τρελάδικο, γνωστό ως Κουκλόσπιτο. Ορισμένοι ασθενείς άρχισαν να παραπονιούνται ότι έβλεπαν κουκουλοφόρους να τριγυρίζουν στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Κι όταν κάποια στιγμή κάποιος κατάφερε να τραβήξει μια κουκούλα, εμφανίστηκε από μέσα ένα χλωμό πρόσωπο γεμάτο δαγκωνιές, με δυο άδειες κόγχες στη θέση των ματιών. Η αγαπημένη όμως ιστορία του Τρουλς ήταν η ιστορία του Άσκιλ Όρεγκου, του Άσκιλ του Καλοαυτιά, που έζησε και πέθανε πριν από εκατό περίπου χρόνια, όταν η πόλη λεγόταν ακόμη Digitalised By Jah®

Κριστιάνια και είχε μόλις αρχίσει ν’ αναπτύσσεται, ενώ η εκκλησία υπήρχε ήδη για αιώνες. Έλεγαν πως ένα φάντασμα τριγυρνούσε στο νεκροταφείο και τους γύρω δρόμους, στο λιμάνι και στη γειτονιά της Κβαντρατούρεν, δίχως ποτέ να πηγαίνει παραπέρα, γιατί είχε ένα πόδι μονάχα κι έπρεπε να προλάβει να επιστρέψει στον τάφο του πριν χαράξει ο ήλιος. Ο Άσκιλ ο Καλοαυτιάς είχε χάσει το ένα του πόδι κάτω απ’ τον τροχό μιας πυροσβεστικής άμαξας όταν ήταν μόλις τριών ετών, αλλά το γεγονός ότι του ’χαν κολλήσει ένα παρατσούκλι για τα μεγάλα του αυτιά ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα αίσθησης του χιούμορ στο ανατολικό Όσλο – έλεγε η γιαγιά. Ήταν δύσκολοι καιροί κι ένα κουτσό παιδί είχε μία και μοναδική επιλογή επαγγελματικής σταδιοδρομίας − την επαιτεία. Σιγά σιγά λοιπόν, ο κουτσός Άσκιλ έγινε μια οικεία φιγούρα στους κατοίκους της αναπτυσσόμενης πόλης· πάντα φιλικός, πάντα έτοιμος να σου πιάσει κουβέντα. Ιδιαιτέρως μ’ εκείνους που ξημεροβραδιάζονταν στα ταβερνεία, τους ανέργους, που ως διά μαγείας είχαν πού και πού λεφτά στις τσέπες τους. Τότε έμπαινε και κάνα φράγκο στην τσέπη του Άσκιλ Όρεγκου. Έλα όμως που ο Άσκιλ χρειαζόταν καμιά φορά το κατιτίς παραπάνω... Μια και δυο λοιπόν, πήγαινε και κάρφωνε στην Αστυνομία αυτούς που είχαν υπάρξει «αφύσικα» γενναιόδωροι τον τελευταίο καιρό· που μεθυσμένοι μετά το τέταρτο ποτήρι, χωρίς να υποψιάζονται τον άκακο ζητιάνο, μιλούσαν για τα κατορθώματά τους: πώς είχαν βρει την ευκαιρία και είχαν ληστέψει τον χρυσοχόο της οδού Καρλ Γιοχάν ή έναν ξυλέμπορο στο Ντράμεν. Άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη ότι τ’ αυτιά του Άσκιλ ήταν πράγματι θαυμαστά. Μέχρι που μια μέρα συνελήφθη μια συμμορία ληστών στο Κάμπεν κι ο Άσκιλ εξαφανίστηκε. Δεν τον ξανάδαν ποτέ. Κι ένα χειμωνιάτικο πρωινό, στα σκαλιά της εκκλησίας της Γκαμλεμπίεν, εμφανίστηκαν μια πατερίτσα και δυο κομμένα αυτιά. Τον Άσκιλ τον έθαψαν κάπου στο κοιμητήρι, αλλά, αφού κανείς παπάς δεν τον έψαλε, η ψυχή του συνέχισε να περιπλανιέται μες στην πόλη. Κι όταν πέφτει η νύχτα, Digitalised By Jah®

στην Κβαντρατούρεν ή γύρω απ’ την εκκλησία, μπορεί να συναντήσεις έναν άνδρα που προχωρά κουτσαίνοντας, με το κεφάλι του χωμένο βαθιά σ’ ένα καπέλο, και ζητιανεύει αποδώ κι αποκεί για δυο όρε, δυο σεντ της κορόνας. Και λένε ότι είναι γρουσουζιά να μην του δώσεις κέρμα. Κάτι τέτοια του έλεγε η γιαγιά του. Μα ο Τρουλς Μπέρντσεν αγνόησε τον κοκαλιάρη επαίτη με τα δανεικά κουρέλια και το μαυρισμένο δέρμα που καθόταν στην είσοδο του κοιμητηρίου, προχώρησε στο χαλικόστρωτο μονοπάτι ανάμεσα στους τάφους, μέτρησε τα μνήματα μέχρι το εφτά, έστριψε αριστερά, ένα, δύο, τρία, ύστερα δεξιά και σταμάτησε στον τέταρτο κατά σειρά τάφο. Το όνομα που ήταν χαραγμένο πάνω στην πέτρα δεν του έλεγε τίποτα: Α.Κ. Ριντ. Είχε πεθάνει πάνω που η Νορβηγία είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της, στα 1905, στη νεαρή ηλικία των είκοσι εννέα ετών. Πλην του ονόματος και των ημερομηνιών, κανένα άλλο κείμενο δεν υπήρχε χαραγμένο στο μνήμα· ούτε ευχές περί αναπαύσεως ούτε ελεγείες. Πιθανόν επειδή το μνήμα ήταν τόσο μικρό. Η τραχιά κι άδεια του επιφάνεια όμως ήταν ιδανική για ν’ αφήνει κανείς μηνύματα γραμμένα με κιμωλία. Εύλογη επιλογή λοιπόν.

LTZHUDSCORRNΤBU

Ο Τρουλς αποκωδικοποίησε το μήνυμα χρησιμοποιώντας τον απλό κώδικα που είχαν δημιουργήσει για να μην τους παίρνουν χαμπάρι οι διάφοροι περαστικοί. Διάβασε τα δύο τελευταία γράμματα, ύστερα τα τρία προηγούμενα, ύστερα τα δύο προηγούμενα, μετά τα τρία προηγούμενα, τα δύο πριν από αυτά, τα προηγούμενα τρία κ.ο.κ. Digitalised By Jah®

BU RNT OR DSC HU LTZ BURN TORD SCHULTZ

Κάψε τον Τουρ Σουλτς.

Ο Τρουλς Μπέρντσεν δεν έγραψε πουθενά το μήνυμα, δεν χρειαζόταν. Θυμόταν με ευκολία ονόματα, ένα ταλέντο που τον έφερνε ακόμα πιο κοντά στα δερμάτινα καθίσματα του δίλιτρου Audi Q5 με τις έξι ταχύτητες. Έσβησε την κιμωλία με το μανίκι του μπουφάν του. Ο ζητιάνος σήκωσε το κεφάλι του καθώς ο Τρουλς τον προσπέρασε βγαίνοντας από το κοιμητήριo. Είχε το κολασμένο καφέ βλέμμα ενός σκύλου, το κορμί ενός επαίτη και μια αμαξάρα παρκαρισμένη κάπου εκεί γύρω. Πάνω απ’ όλα του άρεσαν οι Mercedes. Το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε την ώρα. Ο κατάλογος της Audi έλεγε ότι το Q5 κόστιζε 666 χιλιάδες κορόνες. Αν επρόκειτο για κάποιο κρυφό μήνυμα, ο Τρουλς Μπέρντσεν ούτε που το παρατήρησε.

«Μια χαρά φαίνεσαι» είπε η Μπέτε βάζοντας το κλειδί στην κλειδαριά. «Βλέπω έβαλες και καινούργιο δάχτυλο». «Made in Hong Kong» είπε ο Χάρι, χαϊδεύοντας την πρόθεση από τιτάνιο. Παρατήρησε τη μικρόσωμη χλωμή γυναίκα καθώς άνοιγε την πόρτα. Τα κοντά λεπτά ξανθά της μαλλιά ήταν τραβηγμένα πίσω με μια κορδέλα. Το δέρμα της τόσο εύθραυστο και διάφανο, που διέκρινες το δίκτυο των φλεβών της στους κροτάφους. Του θύμιζε εκείνα τα άτριχα ποντικάκια που χρησιμοποιούσαν στην έρευνα κατά του καρκίνου. «Μου έγραψες ότι ο Όλεγκ κατοικούσε στον τόπο του

Digitalised By Jah®

εγκλήματος, κι έτσι σκέφτηκα ότι τα κλειδιά του θα έκαναν στην πόρτα». «Εκείνη η κλειδαριά ήταν κατεστραμμένη καιρό τώρα» είπε η Μπέτε, σπρώχνοντας την πόρτα. «Η πόρτα δεν κλείδωνε, μπορούσε να μπει μέσα οποιοσδήποτε. Τοποθετήσαμε νέα κλειδαριά για να μην μπορούν να μπουν διάφορα πρεζόνια και μολύνουν τη σκηνή του εγκλήματος». Ο Χάρι έγνεψε δείχνοντας να καταλαβαίνει. Τυπικό χαρακτηριστικό στα στέκια των τοξικομανών· δεν είχε νόημα να βάλεις κλειδαριές, καταστρέφονταν την επόμενη κιόλας μέρα. Από τη μια οι τοξικομανείς, που παραβίαζαν το διαμέρισμα όποιου ήξεραν ότι είχε ναρκωτικά, κι από την άλλη οι ίδιοι οι συγκάτοικοι, που έκλεβαν ο ένας τον άλλο. Η Μπέτε παραμέρισε την κορδέλα κι ο Χάρι χώθηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Ρούχα και πλαστικές σακούλες κρέμονταν από γάντζους στο χολ. Ο Χάρι κοίταξε μέσα σε μία: χαρτί κουζίνας, άδεια μπουκάλια μπίρας, μια νωπή, αιματοβαμμένη μπλούζα, κομμάτια αλουμινόχαρτο, ένα πακέτο τσιγάρα. Στον έναν τοίχο ήταν στοιβαγμένα κάτι άδεια χαρτόκουτα που έγραφαν απάνω Πίτσα Γκραντιόζα· ένας κεκλιμένος πύργος της Πίτσας που έφτανε σχεδόν ως το ταβάνι. Τέσσερις ολόιδιοι λευκοί καλόγεροι. Ο Χάρι παραξενεύτηκε, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι μάλλον επρόκειτο για κλοπιμαία που δεν είχαν καταφέρει να μετατραπούν σε ρευστό. Θυμήθηκε πόσα τέτοια παράξενα πράγματα είχε δει σε διαμερίσματα τοξικομανών, πράγματα που κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να κλέψει και να μεταπουλήσει. Μια φορά είχαν βρει εξήντα παμπάλαια κινητά τηλέφωνα μέσα σε μια τσάντα. Σ’ ένα άλλο σπίτι, ένα αποσυναρμολογημένο μηχανάκι παρκαρισμένο στην κουζίνα. Ο Χάρι μπήκε στο καθιστικό. Μύριζε ιδρώτα, ξύλο ποτισμένο με μπίρα κι υγρή στάχτη. Και κάτι άλλο, κάτι γλυκό, που ο Χάρι δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Το δωμάτιο δεν είχε έπιπλα με τη συμβατική έννοια: τέσσερα στρώματα βρίσκονταν απλωμένα στο Digitalised By Jah®

πάτωμα, σαν γύρω από φωτιά σε κατασκήνωση. Από το ένα εξείχε ένα κομμάτι σύρμα, λυγισμένο σε γωνία ενενήντα μοιρών, το οποίο δημιουργούσε ένα Υ στο τελείωμά του. Το τετράγωνο στο κέντρο των τεσσάρων στρωμάτων ήταν διάστικτο από μαύρα, καψαλισμένα σημάδια γύρω από ένα άδειο σταχτοδοχείο. Ο Χάρι υπέθεσε ότι το είχαν αδειάσει οι της Σήμανσης. «Τον Γκούστο τον βρήκαμε δίπλα στον τοίχο της κουζίνας, εδώ πέρα» είπε η Μπέτε. Στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας ανάμεσα στο καθιστικό και την κουζίνα, δείχνοντας τον τοίχο. Αντί να μπει στην κουζίνα, ο Χάρι κοντοστάθηκε στο κατώφλι και κοίταξε τριγύρω. Του είχε γίνει συνήθεια. Όχι σαν τις συνήθειες των αστυνομικών της Σήμανσης, που άρχιζαν τη λεπτομερή έρευνα από την περιφέρεια της σκηνής και προχωρούσαν σιγά σιγά προς το πτώμα. Ούτε σαν τη συνήθεια των ένστολων αξιωματικών ή των περιπόλων, που φοβόντουσαν ότι θα μολύνουν τη σκηνή με τα δικά τους αποτυπώματα ή, ακόμα χειρότερα, ότι θα κατέστρεφαν τα στοιχεία που υπήρχαν ήδη. Οι άνθρωποι της Μπέτε είχαν κάνει ό,τι ήταν να κάνουν εδώ και καιρό. Όχι, ο Χάρι ενήργησε βάσει των συνηθειών ενός τακτικού λαγωνικού· πιθανόν να είχε μία και μοναδική ευκαιρία ν’ αφήσει τις αισθήσεις του να αποτυπώσουν τον χώρο, να ρουφήξει εντυπώσεις και σχεδόν ανεπαίσθητες λεπτομέρειες πριν αυτές εξαφανιστούν. Αν ήταν να συμβεί το οτιδήποτε, έπρεπε να συμβεί τώρα, πριν το αναλυτικό μέρος του εγκεφάλου του αρχίσει να λειτουργεί και ν’ απαιτεί ολοκληρωμένη θεώρηση των γεγονότων. Ο Χάρι πάντα θεωρούσε ότι η διαίσθηση δεν είναι τίποτα παραπάνω από απλά και λογικά συμπεράσματα βάσει κοινών, καθημερινών εντυπώσεων που ο εγκέφαλος αδυνατούσε να εξαγάγει στα γρήγορα. Μα η σκηνή του εγκλήματος δεν είπε στον Χάρι τίποτα σε σχέση με τον φόνο που είχε διαπραχθεί εκεί μέσα. Το μόνο που έβλεπε, μύριζε κι άκουγε ήταν ένα διαμέρισμα στο οποίο μπαινόβγαιναν άστατα διάφοροι συγκάτοικοι που μαζεύονταν Digitalised By Jah®

κι έκαναν ναρκωτικά, κοιμόντουσαν, έτρωγαν πού και πού και μετά ξανάφευγαν για κάποιο άλλο στέκι, κάποιο δωμάτιο σε κάποιο χόστελ, ένα πάρκο, ένα κοντέινερ, κάποιον φτηνό υπνόσακο κάτω από μια γέφυρα ή ένα λευκό ξύλινο κουτί κάτω από μια ταφόπλακα. «Προφανώς κι έχουμε καθαρίσει αρκετά» είπε η Μπέτε απαντώντας στην ερώτηση που δεν χρειάστηκε να κάνει ο Χάρι. «Υπήρχαν παντού σκουπίδια». «Τίποτα ναρκωτικά;» «Μια πλαστική σακούλα από άβραστες μπάλες από βαμβάκι». Ο Χάρι έγνεψε καταφατικά. Τα πιο φτωχά ή απελπισμένα πρεζόνια φύλαγαν το βαμβάκι που χρησιμοποιούσαν για να καθαρίσουν το ναρκωτικό από τις ακαθαρσίες πριν το ρουφήξουν μες στη σύριγγα. Κι όταν δεν είχαν μία, μάζευαν τα χρησιμοποιημένα βαμβάκια, τα έβραζαν και χτύπαγαν το βρασμένο μείγμα. «Κι ένα προφυλακτικό γεμάτο σπέρμα κι ηρωίνη». «Ω!» είπε ο Χάρι σηκώνοντας το ένα φρύδι του. «Το προτείνεις;» Την είδε να κοκκινίζει και θυμήθηκε όταν την πρωτογνώρισε· μια ντροπαλή νεαρή αστυνομικίνα που είχε μόλις αποφοιτήσει από τη Σχολή. «Υπολείμματα ηρωίνης, για να είμαστε ακριβείς. Υποθέτουμε ότι χρησιμοποίησαν το προφυλακτικό για να τη διακινήσουν και, αφού την κατανάλωσαν, το προφυλακτικό χρησιμοποιήθηκε για τον κλασικό του σκοπό». «Χμ» είπε ο Χάρι. «Πρεζόνια που ενδιαφέρονται για αντισύλληψη. Ενδιαφέρον. Βρήκατε ποιανού;...» «Το DNA εντός κι εκτός προφυλακτικού ταιριάζει σε δυο παλιούς μας γνωστούς. Μια Σουηδέζα και τον Ιβάν Τουρστάινσεν, στον οποίο οι μυστικοί αναφέρονται ως Χιβάρ». «Χιβάρ;» «Ναι. Συνήθιζε ν’ απειλεί τους αστυνομικούς με μολυσμένες βελόνες, φωνάζοντας ότι ήταν φορέας HIV». «Χμ, αυτό εξηγεί το προφυλακτικό. Τίποτα καταδίκες για βίαια Digitalised By Jah®

επεισόδια στο μητρώο του;» «Όχι. Εκατοντάδες ληστείες όμως, κατοχή και εμπορία ναρκωτικών. Και λίγο λαθρεμπόριο». «Κι απειλούσε ότι θα τους σκοτώσει με μολυσμένες σύριγγες;» Η Μπέτε ξεφύσηξε και μπήκε στο καθιστικό, γυρνώντας την πλάτη της στον Χάρι. «Λυπάμαι, αλλά δεν έχουν μείνει εκκρεμότητες σε αυτή την υπόθεση». «Μπέτε, ο Όλεγκ δεν έχει πειράξει ούτε κουνούπι στη ζωή του. Δεν το ’χει μέσα του, πώς το λένε. Ενώ αυτός ο Χιβάρ...» «Ο Χιβάρ και η Σουηδέζα είναι... ας πούμε ότι έχουν αποκλειστεί από τις έρευνες». Ο Χάρι κοίταξε την πλάτη εμπρός του. «Είναι νεκροί;» «Από υπερβολική δόση. Μια βδομάδα πριν από τον φόνο. Ακάθαρτη ηρωίνη μαζί με φαιντανύλη. Προφανώς δεν είχαν αρκετά χρήματα για βιολίνη». Ο Χάρι διέτρεξε με το βλέμμα του τους τοίχους. Οι περισσότεροι βαριοί τοξικομανείς χωρίς μόνιμη κατοικία συνήθιζαν να έχουν κάποια σίγουρη κρυψώνα, ένα μέρος όπου μπορούσαν να φυλάξουν αποθέματα. Καμιά φορά και χρήματα. Πιθανόν κι άλλα ανεκτίμητα υπάρχοντά τους. Ούτε λόγος να κουβαλάς πάνω σου τέτοια πράγματα: αν είσαι άστεγος τοξικομανής τρυπιέσαι σε δημόσιους χώρους και τη στιγμή που μπαίνεις στο τριπάκι είσαι εύκολο θύμα οποιουδήποτε αρπακτικού. Οι κρυψώνες, λοιπόν, ήταν ιερές. Ένα φαινομενικά άψυχο πρεζόνι μπορούσε να επενδύσει τόση ενέργεια και φαντασία για να κρύψει τα πράγματά του, που ακόμα και βετεράνοι ερευνητές με ειδικά εκπαιδευμένους σκύλους αδυνατούσαν να τα βρουν. Οι τοξικομανείς δεν αποκάλυπταν τις κρυψώνες τους πουθενά, ούτε στους καλύτερούς τους φίλους, γιατί ήξεραν από εμπειρία ότι κανείς φίλος δεν ήταν τόσο καλός όσο η κωδεΐνη, η μορφίνη κι η ηρωίνη. «Ψάξατε για κρυψώνες μες στο σπίτι;» Η Μπέτε κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Digitalised By Jah®

«Γιατί όχι;» ρώτησε ο Χάρι, ξέροντας ότι ήταν χαζή ερώτηση. «Γιατί θα έπρεπε, υποθέτω, να κάνουμε το διαμέρισμα φύλλο και φτερό για να τις βρούμε, κι ακόμα κι αν τα καταφέρναμε, θα ήταν άσχετες με την έρευνά μας» είπε η Μπέτε υπομονετικά. «Έχουμε περιορισμένους πόρους κι άρα θέτουμε προτεραιότητες. Είχαμε ήδη βρει όσα αποδεικτικά στοιχεία χρειαζόμασταν». Ο Χάρι έγνεψε δείχνοντας να καταλαβαίνει. Του χρειαζόταν αυτή η απάντηση. «Και τα αποδεικτικά στοιχεία;» τη ρώτησε απαλά. «Πιστεύουμε ότι ο δολοφόνος πυροβόλησε από εδώ που στέκομαι». Οι αξιωματικοί της Σήμανσης συνήθιζαν να μη χρησιμοποιούν ονόματα υπόπτων ή ενόχων. Η Μπέτε τέντωσε το χέρι της μπροστά. «Από κοντινή απόσταση. Λιγότερο από μέτρο. Βρήκαμε μπαρούτι μέσα και γύρω από τα τραύματα». «Πληθυντικός!» «Δύο οπές, δύο σφαίρες». Τον κοίταξε με μια απολογητική έκφραση που μαρτυρούσε πως είχε καταλάβει τις σκέψεις του: πάει κι η πιθανότητα να υποστηρίξει η υπεράσπιση ότι το όπλο είχε εκπυρσοκροτήσει κατά λάθος. «Κι οι δυο σφαίρες τού τρύπησαν το στέρνο» είπε η Μπέτε δείχνοντας με τον αντίχειρα και τον μέσο του δεξιού της χεριού δύο σημεία στο αριστερό μέρος της μπλούζας της, λες και χρησιμοποιούσε τη νοηματική γλώσσα. «Αν υποθέσουμε ότι δολοφόνος και θύμα στέκονταν κι οι δυο όρθιοι, κι ο δολοφόνος πυροβόλησε ενστικτωδώς, η πρώτη πληγή αποκαλύπτει ότι ήταν γύρω στα ένα κι ογδόντα με ένα κι ογδόντα πέντε ύψος. Ο ύποπτος είναι ένα κι ογδόντα τρία». Θεέ μου. Ο Χάρι ξανάφερε στον νου το αγόρι που είχε δει στο Δωμάτιο Επισκέψεων της φυλακής. Λες κι ήταν χθες που πάλευαν παίζοντας· ο Όλεγκ ίσα που έφτανε τότε στο ύψος του στέρνου του. Η Μπέτε ξαναμπήκε στην κουζίνα. Έδειξε τον τοίχο δίπλα στη λιγδιασμένη ηλεκτρική κουζίνα. Digitalised By Jah®

«Οι σφαίρες σφηνώθηκαν εδώ κι εδώ, όπως μπορείς να δεις κι εσύ. Πράγμα που συνάδει με τη θεωρία ότι ο δεύτερος πυροβολισμός έγινε σχεδόν αμέσως, ενώ το θύμα έπεφτε στο πάτωμα. Η πρώτη σφαίρα τρύπησε τους πνεύμονες, η δεύτερη διαπέρασε το επάνω μέρος του στέρνου, γλείφοντας την ωμοπλάτη του. Το θύμα...» «Γκούστο Χάνσεν ήταν τ’ όνομά του» είπε ο Χάρι. Η Μπέτε σταμάτησε. Τον κοίταξε. Έγνεψε καταφατικά. «Ο Γκούστο Χάνσεν δεν πέθανε ακαριαία. Βρήκαμε τ’ αποτυπώματά του στη λίμνη από αίμα, και αίμα πάνω στα ρούχα του, πράγμα που σημαίνει ότι μετακινήθηκε αφού είχε πέσει στο πάτωμα. Αλλά δεν πρέπει ν’ άντεξε και πολύ». «Μάλιστα. Και τι...» Ο Χάρι πέρασε την παλάμη του πάνω απ’ το πρόσωπό του. Έπρεπε οπωσδήποτε να καταφέρει να κοιμηθεί λίγες ώρες. «Τι συνδέει τον Όλεγκ με το φονικό;» «Στις εννιά παρά τρία πρώτα λεπτά το τηλεφωνικό κέντρο δέχθηκε δυο τηλεφωνήματα από δύο διαφορετικούς ανθρώπους που ανέφεραν ότι άκουσαν κάτι σαν πυροβολισμούς από την πολυκατοικία. Ο ένας ζει στη Μελεργκάτα, από την άλλη μεριά της διασταύρωσης, ενώ ο δεύτερος εδώ απέναντι». Ο Χάρι προσπάθησε να δει έξω από το βρόμικο παράθυρο που έβλεπε στην οδό Χάουσμαν. «Καθόλου άσχημα. Μπόρεσαν κι άκουσαν τι γινόταν από τη μία πολυκατοικία στην άλλη, στο κέντρο της πόλης». «Μην ξεχνάς ότι ήταν Ιούλιος μήνας. Ζεστή βραδιά. Τα παράθυρα ανοιχτά, καλοκαιρινές διακοπές, ελάχιστη κίνηση στους δρόμους. Οι γείτονες έχουν προσπαθήσει πολλές φορές να πείσουν την αστυνομία να καθαρίσει αυτό το στέκι. Ας πούμε ότι το όριο που σηματοδοτεί πόσο ανησυχητικός είναι ένας ήχος εδώ γύρω είναι κάπως χαμηλό. Ο αξιωματικός του Κέντρου Επιχειρήσεων τους ζήτησε να ηρεμήσουν και να παρατηρούν το κτίριο μέχρι να έρθουν τα περιπολικά. Οι ένστολες ομάδες ενημερώθηκαν αμέσως. Δυο Digitalised By Jah®

περιπολικά κατέφθασαν στις εννιά και είκοσι και περίμεναν μέχρι να έρθει το ιππικό». «Τα ΕΚΑΜ;» «Ε, τους παίρνει πάντα λίγο χρόνο να φορέσουν τα κράνη τους και τις πανοπλίες τους. Τα περιπολικά ενημερώθηκαν από το κοντρόλ ότι οι γείτονες είχαν δει ένα αγόρι να βγαίνει απ’ την εξώπορτα και να πηγαίνει προς την πίσω μεριά του κτιρίου, προς το ποτάμι. Οπότε δυο αστυνομικοί κατέβηκαν εκεί κάτω και βρήκαν...» Έκανε μια παύση μέχρι που είδε το σχεδόν ανεπαίσθητο νεύμα που της έκανε ο Χάρι. «...τον Όλεγκ. Δεν πρόβαλε ουδεμία αντίσταση· ήταν τόσο μαστουρωμένος, που δεν ήξερε καλά καλά τι γινόταν. Βρήκαμε μπαρούτι στο δεξί του χέρι και στην παλάμη του». «Και το όπλο του εγκλήματος;» «Ήταν ασυνήθιστου διαμετρήματος, 9x18 mm Μακάροφ. Ε, δεν υπήρχαν και πολλές εναλλακτικές». «Το Μακάροφ είναι το αγαπημένο εργαλείο της μαφίας στις πρώην ανατολικές χώρες. Κι υπάρχει και το Φορτ-12 που χρησιμοποιεί η Ουκρανική Αστυνομία. Κι ένα δυο άλλα». «Σωστά. Βρήκαμε τους άδειους κάλυκες στο πάτωμα, είχαν ακόμη μέσα τους υπολείμματα μπαρουτιού. Το μπαρούτι του Μακάροφ έχει ένα ιδιαίτερο μείγμα νιτρικού καλίου και θείου, καθώς και λίγο οινόπνευμα, όπως στο μπαρούτι δίχως θείο. Η χημική ένωση του μπαρουτιού που βρέθηκε στους κάλυκες και γύρω από τα τραύματα του πτώματος είναι η ίδια με αυτήν που βρέθηκε στο χέρι του Όλεγκ». «Χμ. Και το όπλο;» «Αυτό δεν βρέθηκε. Βάλαμε δύτες κι επίγειες ομάδες να ψάξουν μέσα και γύρω απ’ το ποτάμι, χωρίς επιτυχία. Αυτό δεν σημαίνει ότι το όπλο δεν βρίσκεται εκεί... τόση λάσπη υπάρχει τριγύρω... καταλαβαίνεις». «Καταλαβαίνω». Digitalised By Jah®

«Δυο απ’ τους τύπους που ζούσαν εδώ μας είπαν ότι ο Όλεγκ είχε ένα όπλο και το μόστραρε από εδώ κι από εκεί λέγοντας ότι ήταν το όπλο που χρησιμοποιούσε η ρώσικη μαφία. Κανείς τους δεν ήξερε από όπλα, αλλά έχοντας δει φωτογραφίες από εκατό και βάλε υποτίθεται ότι κι οι δύο αναγνώρισαν ένα Οντέσα. Και τα Οντέσα χρησιμοποιούν, όπως ξέρεις...» Ο Χάρι ήξερε. Σφαίρες 9x18 mm Μακάροφ. Δεν έπαιρνε αμφισβήτηση. Tην πρώτη φορά που είχε δει ένα Οντέσα, του είχε έρθει αμέσως στον νου το εξώφυλλο του ομώνυμου δίσκου των Foo Fighters, μ’ εκείνο το φουτουριστικό αντικέ όπλο. Ήταν ένα από τα πολλά CD που είχαν καταλήξει στο σπίτι της Ράκελ και του Όλεγκ. «Και να υποθέσω ότι κι οι δυο τους είναι υποδείγματα φερεγγυότητας· απλώς τυχαίνει να έχουν ένα μικρό προβληματάκι με τα ναρκωτικά, ε;» Η Μπέτε δεν του απάντησε. Δεν χρειαζόταν. Ο Χάρι ήξερε ότι καταλάβαινε πως προσπαθούσε να πιαστεί απ’ το πουθενά. «Και τα δείγματα αίματος και ούρων του Όλεγκ;» ρώτησε ο Χάρι, ισιώνοντας τα μανίκια του σακακιού του, λες κι ήταν σημαντικό, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, να μην τσαλακωθούν, να μη σηκωθούν. «Τι έδειξαν;» «Βιολίνη ως ενεργό συστατικό. Το γεγονός ότι ήταν σε τόσο υψηλά επίπεδα μπορεί να εκληφθεί και ως ελαφρυντικό, φυσικά». «Χμ. Αυτό προϋποθέτει ότι ήταν μαστουρωμένος πριν πυροβολήσει τον Γκούστο Χάνσεν. Και το κίνητρο;» Η Μπέτε κοίταξε τον Χάρι απορημένη. «Το κίνητρο;» Ο Χάρι ήξερε τι σκεφτόταν: Μπορεί κανείς να φανταστεί δυο τοξικομανείς να σκοτώνονται μεταξύ τους για κάτι άλλο εκτός από ναρκωτικά; «Αν ο Όλεγκ ήταν ήδη μαστουρωμένος, γιατί να σκοτώσει;» ρώτησε. «Κάτι τέτοιοι φόνοι είναι συνήθως αυθόρμητες πράξεις, πράξεις απελπισίας, παρακινούμενοι από μια αδάμαστη λαχτάρα για ναρκωτικά ή κι από τις πρώτες ενδείξεις συνδρόμου στέρησης». Digitalised By Jah®

«Το κίνητρο είναι δική σας δουλειά» είπε η Μπέτε. «Εγώ είμαι της Σήμανσης». Ο Χάρι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Εντάξει. Τίποτε άλλο;» «Υπέθεσα ότι θα ήθελες να δεις τις φωτογραφίες» του είπε, ανοίγοντας έναν λεπτό δερμάτινο φάκελο. Ο Χάρι πήρε στα χέρια του τις φωτογραφίες. Το πρώτο πράγμα που τον εξέπληξε ήταν η ομορφιά του Γκούστο. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τον περιγράψεις. «Γοητευτικός», «ελκυστικός»: δεν έφταναν. Ακόμα και νεκρός, με τα μάτια του κλειστά και το πουκάμισό του γεμάτο αίματα, ο Γκούστο Χάνσεν είχε την ακαθόριστη αλλά πρόδηλη ομορφιά ενός νεαρού Έλβις Πρίσλεϊ, αυτή την ομορφιά που γοητεύει γυναίκες και άνδρες, σαν τον ανδρόγυνο εξωραϊσμό των θεών κάθε θρησκείας. Τις κοίταξε στα γρήγορα. Αφού πήρε ορισμένες γενικές απόψεις της σκηνής, ο φωτογράφος είχε ζουμάρει σε λεπτομέρειες του προσώπου και των τραυμάτων. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Χάρι, δείχνοντας μια φωτογραφία του δεξιού χεριού του Γκούστο. «Βρήκαμε αίμα κάτω από τα νύχια του. Πήραμε δείγματα, αλλά δυστυχώς καταστράφηκαν». «Καταστράφηκαν;» «Συμβαίνει καμιά φορά, Χάρι». «Όχι στο δικό σου Τμήμα». «Το αίμα καταστράφηκε καθ’ οδόν για τεστ DNA στο Παθολογικό. Η αλήθεια είναι ότι δεν ανησυχήσαμε και πολύ. Το αίμα ήταν μεν φρέσκο, αλλά είχε πήξει αρκετά ώστε να μην έχει σχέση με την ώρα του φόνου. Και, μιας και το θύμα τρυπιόταν, ήταν αρκετά πιθανόν να ήταν απλώς το δικό του αίμα. Αλλά...» «Αλλά, αν δεν ήταν, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να μαθαίναμε με ποιον είχε παλέψει εκείνη την ημέρα. Κοίτα τα παπούτσια του...» Έδειξε στην Μπέτε μία από τις γενικές απόψεις. «Δεν είναι Alberto Fasciani;» Digitalised By Jah®

«Δεν είχα ιδέα ότι ήξερες τόσο πολλά για παπούτσια, Χάρι». «Τα κατασκευάζει ένας πελάτης μου στο Χονγκ Κονγκ». «Πελάτης, ε; Κι απ’ ό,τι ξέρω τα αυθεντικά Fasciani κατασκευάζονται κατ’ αποκλειστικότητα στην Ιταλία». Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Είναι αδύνατον να καταλάβεις τη διαφορά. Αν είναι όμως πραγματικά Fasciani, τότε δεν ταιριάζουν με τα υπόλοιπα ρούχα του. Αυτά μοιάζουν με τα ρούχα που διανέμονται στον Φάρο». «Μπορεί και να τα έκλεψε» είπε η Μπέτε. «Το παρατσούκλι του Γκούστο Χάνσεν ήταν “ο Κλέφτης”. Φημιζόταν για το γεγονός ότι έκλεβε ό,τι έβρισκε μπροστά του, συμπεριλαμβανομένων και ναρκωτικών. Φήμες λένε ότι έκλεψε έναν σκύλο-ανιχνευτή που είχε βγει στη σύνταξη στη Σουηδία και τον χρησιμοποιούσε για να βρει τις κρυψώνες των άλλων τοξικομανών». «Ίσως να βρήκε λοιπόν και την κρυψώνα του Όλεγκ» είπε ο Χάρι. «Σας είπε τίποτα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης;» «Κλειστός σαν στρείδι, ακόμη. Το μόνο πράγμα που λέει είναι ότι τα πάντα είναι ένα μαύρο κενό. Δεν θυμάται καν να βρίσκεται στο διαμέρισμα». «Ίσως και να μην ήταν». «Βρήκαμε δείγματα DNA, Χάρι. Τρίχες, ιδρώτα». «Προφανώς. Εδώ ζούσε, εδώ κοιμόταν». «Πάνω στο πτώμα, Χάρι». Ο Χάρι σιώπησε, κοίταξε το κενό. Η Μπέτε σήκωσε το ένα χέρι της, ίσως για να το ακουμπήσει στον ώμο του, μα άλλαξε γνώμη και το άφησε να ξαναπέσει. «Του μίλησες;» Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Με πέταξε έξω». «Ντρέπεται». «Ίσως». «Το εννοώ. Είσαι το είδωλό του. Ένιωσε ταπεινωμένος που τον είδες σε τέτοια κατάσταση». Digitalised By Jah®

«Ταπεινωμένος; Του σκούπιζα τα δάκρυα όταν ήταν μικρό παιδί, φυσούσα τα γδαρσίματά του να μην πονούν. Έδιωχνα μακριά τα ξωτικά και τα φαντάσματα κι άφηνα ανοιχτό το φως το βράδυ να μη φοβάται». «Αυτό το μικρό αγόρι δεν υπάρχει πια, Χάρι. Ο τωρινός Όλεγκ δεν θέλει να τον βοηθήσεις πια. Θέλει να σε φτάσει». Ο Χάρι χτύπησε το πάτωμα με το ’να πόδι, κοιτάζοντας τον τοίχο. «Δεν του αξίζω, Μπέτε. Και το ξέρει». «Χάρι...» «Τι λες, πάμε στο ποτάμι;»

Ο Σεργκέι στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη με τα χέρια του να κρέμονται στο πλάι. Έβγαλε την ασφάλεια και πάτησε το κουμπί. Η λεπίδα πετάχτηκε έξω κι άστραψε στο φως. Ήταν ωραίο στιλέτο, απ’ τη Σιβηρία, «σίδερο» το αποκαλούσαν οι Ούρκα. Ήταν το καλύτερο εργαλείο στον κόσμο αν ήθελες να σφάξεις κάποιον: μια μακριά λεπτή λεπίδα που δίπλωνε μέσα σε μια μακριά λεπτή λαβή. Σύμφωνα με την παράδοση, σ’ το χάριζε κάποιος από τους γηραιότερους εγκληματίες στη φαμίλια, εφόσον είχες αποδείξει την αξία σου. Μα οι παραδόσεις ατονούν· τώρα πια μπορούσες να το αγοράσεις, να το κλέψεις ή να φτιάξεις ένα αντίγραφο. Το δικό του στιλέτο όμως ήταν δώρο από τον Θείο του, τον αταμάν. Ο Αντρέι τού είχε πει ότι ο αταμάν φυλούσε το μαχαίρι κάτω από το προσκεφάλι του πριν το δώσει στον Σεργκέι. Ο Σεργκέι θυμήθηκε τον θρύλο που έλεγε ότι, αν έβαζες το σίδερο κάτω απ’ το στρώμα ενός αρρώστου, ρουφούσε τον πόνο και τη δυστυχία και τα μετέδιδε στα σωθικά του επόμενου ανθρώπου που θα τρυπούσε. Πολύ άρεσαν στους Ούρκα κάτι τέτοιοι θρύλοι· σαν εκείνον που έλεγε ότι, αν το στιλέτο σου έπεφτε στα χέρια κάποιου άλλου, τότε θα τον έβρισκαν συμφορές και θάνατος. Παλιοί ρομαντισμοί και προλήψεις, που είχαν αρχίσει κι αυτές να ατονούν. Παρ’ όλα αυτά, ο Digitalised By Jah®

Σεργκέι δέχτηκε το δώρο του με τεράστια, ίσως υπερβολική, ευλάβεια. Και γιατί όχι; Χρωστούσε τα πάντα στον Θείο του. Αυτός τον είχε βγάλει από τα δύσκολα, αυτός είχε κανονίσει τα χαρτιά του και τον είχε φέρει στη Νορβηγία, αυτός του είχε βρει τη δουλειά στο αεροδρόμιο, να καθαρίζει αεροπλάνα. Μια χαρά μισθό προσέφερε, αλλά οι Νορβηγοί τις σνόμπαραν κάτι τέτοιες δουλειές − προτιμούσαν να κάθονται και να λαμβάνουν επιδόματα. Κι ούτε δημιουργήθηκαν τίποτα προβλήματα με τα μικροαδικήματα που κουβαλούσε μαζί του απ’ τη Ρωσία. Ο Θείος τού είχε «πειράξει» μια χαρά το μητρώο του. Έτσι κι ο Σεργκέι φίλησε με σεβασμό το μπλε δαχτυλίδι του ευεργέτη του, όταν αυτός του προσέφερε αυτό το δώρο. Έπρεπε να το παραδεχθεί, το στιλέτο που κρατούσε ήταν ένα αριστούργημα. Η σκούρα καφετιά του θήκη ήταν φτιαγμένη από κέρατα ελαφιού και διακοσμημένη μ’ έναν ορθόδοξο σταυρό από ελεφαντόδοτο. Ο Σεργκέι έσπρωξε με τον γοφό, όπως τον είχαν μάθει. Ένιωσε ότι ήταν τοποθετημένος άψογα. Τίναξε το μαχαίρι εμπρός και πάνω. Μέσα κι έξω. Μέσα κι έξω ξανά. Γρήγορα, αλλά όχι τόσο γρήγορα ώστε να μην προλάβει η μεγάλη λεπίδα να χωθεί βαθιά μέσα, μέσα βαθιά κάθε φορά. Ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να χρησιμοποιήσει το στιλέτο ήταν ότι ο άνδρας που θα σκότωνε ήταν αστυνομικός. Κι όταν πέθαινε ένας αστυνομικός, το ανθρωποκυνηγητό που εξαπέλυαν οι Αρχές ήταν δυο φορές εντονότερο κι ήταν άρα σημαντικό να μείνουν όσο λιγότερα ίχνη γινόταν. Οι σφαίρες οδηγούν κάπου, σε όπλα κι ανθρώπους. Μια μαχαιριά από καλή, λεία λεπίδα είναι ανώνυμη. Εντάξει, το μαχαίρωμα αυτό καθαυτό δεν ήταν ανώνυμο, μπορούσε κανείς να βρει το μήκος της λεπίδας και το σχήμα της· γι’ αυτό κι ο Αντρέι τού είχε πει να μη μαχαιρώσει τον αστυνομικό στην καρδιά, μα να του κόψει την καρωτίδα. Ο Σεργκέι δεν είχε ξανακόψει ποτέ τον λαιμό κανενός, ούτε είχε καρφώσει ποτέ κανέναν στην καρδιά. Είχε μόνο μαχαιρώσει έναν Γεωργιανό στο πόδι, μόνο και μόνο Digitalised By Jah®

επειδή ήταν Γεωργιανός. Αποφάσισε λοιπόν ότι χρειαζόταν κάτι με το οποίο να προπονηθεί, κάτι ζωντανό. Ο πακιστανός γείτονάς του είχε τρεις γάτες και κάθε πρωί που έμπαινε στην είσοδο της πολυκατοικίας, η μυρωδιά από ούρα γάτας τού έπνιγε τα ρουθούνια. Ο Σεργκέι χαμήλωσε το στιλέτο του, χαμήλωσε το κεφάλι του, έστρεψε το βλέμμα του προς τα πάνω να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ήταν ωραίος: μυώδης, απειλητικός, επικίνδυνος, έτοιμος. Σαν αφίσα από ταινία. Το τατουάζ του θ’ αποκάλυπτε ότι είχε σκοτώσει αστυνομικό. Θα στεκόταν από πίσω του. Ένα βήμα εμπρός. Με το αριστερό, θα τον έπιανε από τα μαλλιά, θα τον τραβούσε προς τα πίσω. Θα έφερνε τη λεπίδα στον λαιμό, από αριστερά. Θα τρυπούσε το δέρμα και με μια κίνηση καμπυλωτή θα έσχιζε τον λαιμό στα δύο, σε σχήμα ημισελήνου. Έτσι. Τόνοι αίματος θα ξεπετάγονταν αφού η καρδιά θα χτυπούσε ακόμη. Στους τρεις χτύπους η ροή θα μειωνόταν. Ο εγκέφαλος του άνδρα θα ήταν ήδη νεκρός. Δίπλωσε το στιλέτο, χώσ’ το στην τσέπη φεύγοντας, γρήγορα, αλλά όχι πολύ γρήγορα. Μην κοιτάξεις κανέναν στα μάτια. Περπάτα, νιώσε ελεύθερος. Έκανε πίσω ένα βήμα. Τεντώθηκε, εισέπνευσε. Φαντάστηκε την όλη σκηνή. Εξέπνευσε. Έκανε ένα βήμα εμπρός, έτσι ώστε το φως να πέσει στη λεπίδα κι η λεπίδα να λάμψει όμορφα, σαν ένα πολύτιμο κόσμημα.

Digitalised By Jah®

6

Μπέτε και ο Χάρι βγήκαν στην οδό Χάουσμαν και προχώρησαν προς τ’ αριστερά, έστριψαν στη γωνία της πολυκατοικίας και πέρασαν μπροστά από το οικόπεδο με το καμένο κτίριο, όπου βρίσκονταν ακόμη πεταμένα στο έδαφος μαυρισμένα θραύσματα τζαμιών και τσουρουφλισμένα τούβλα. Ο Χάρι σημείωσε στο μυαλό του ότι δεν υπήρχε πίσω έξοδος από την πολυκατοικία του Όλεγκ, μόνο μια στενή έξοδος κινδύνου που κατέβαινε από το ρετιρέ. «Ποιος κατοικεί στο διπλανό διαμέρισμα;» ρώτησε ο Χάρι. «Κανείς» είπε η Μπέτε. «Άδεια γραφεία. Μιας μικρής εφημερίδας, του Αναρχικού, που...» «Ναι, την ξέρω. Δεν ήταν κακή φυλλάδα. Όλοι οι δημοσιογράφοι που έγραφαν τα πολιτιστικά δουλεύουν πια για τις μεγάλες εφημερίδες. Τα δωμάτια ήταν ακλείδωτα;» «Διαρρηγμένα. Κατά πάσα πιθανότητα εδώ και καιρό». Ο Χάρι κοίταξε την Μπέτε που, μ’ έναν αέρα παραίτησης, κατένευσε· κάποιος άλλος θα μπορούσε να βρίσκεται στο διαμέρισμα του Όλεγκ κι ύστερα να ξέφυγε δίχως να τον πάρουν χαμπάρι. Ψύλλοι στ’ άχυρα. Προχώρησαν στο μονοπάτι κατά μήκος της κοίτης του ποταμού Digitalised By Jah®

H

Άκερ. Ο Χάρι επιβεβαίωσε κι από κοντά ότι το ποτάμι ήταν αρκετά στενό, ώστε ένα αγόρι με γερό χέρι να πετάξει ένα πιστόλι από την απέναντι όχθη. «Αν δεν έχετε βρει ακόμη το όπλο του εγκλήματος...» άρχισε να λέει ο Χάρι. «Ο εισαγγελέας δεν χρειάζεται το όπλο, Χάρι». Σειρά του να κατανεύσει. Είχε βρεθεί μπαρούτι στα χέρια του. Υπήρχαν μάρτυρες που τον είχαν δει να μοστράρει ένα παρόμοιο πιστόλι από εδώ κι από εκεί, το DNA του είχε βρεθεί πάνω στο πτώμα του νεαρού αγοριού. Μπροστά τους, γερμένα σ’ ένα πράσινο, μεταλλικό παγκάκι, δύο λευκά αγόρια με γκρίζες κουκούλες. Μόλις τους είδαν, πλησίασαν τα κεφάλια τους και πήραν ν’ απομακρύνονται προς το βάθος του μονοπατιού. «Απ’ ό,τι φαίνεται, τα βαποράκια μυρίζουν ακόμη τον μπάτσο μέσα σου, Χάρι». «Χμ. Νόμιζα ότι μόνο Μαροκινοί πουλούσαν φούντα εδώ γύρω». «Μπα, έχει πέσει ανταγωνισμός. Αλβανοί απ’ το Κόσοβο, Σομαλοί, Ανατολικοευρωπαίοι. Πουλάνε ό,τι μπορείς να φανταστείς. Σπιντ, μεθαμφεταμίνες, έκσταση, μορφίνη. Κατά τ’ άλλα κάνουν αίτηση για πολιτικό άσυλο». «Ηρωίνη». «Πολύ αμφιβάλλω. Δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου στάνταρ ηρωίνη στο Όσλο. Αυτό που περνάει είναι η βιολίνη κι αυτήν μπορείς να τη βρεις γύρω από την Πλάτα. Εκτός βέβαια αν θες να πας μέχρι το Γκέτεμποργκ ή την Κοπεγχάγη, όπου έχει κυκλοφορήσει προσφάτως». «Ακούω συνέχεια γι’ αυτή τη βιολίνη. Τι στο καλό είναι;» «Είναι νέο, συνθετικό ναρκωτικό. Δεν επιβαρύνει την αναπνοή όσο η ηρωίνη, οπότε ακόμα κι αν καταστρέφει ζωές, ελάχιστοι πεθαίνουν από υπερβολική δόση. Εξαιρετικά εθιστική. Όποιος τη δοκιμάσει θέλει μετά κι άλλο. Αλλά είναι τόσο ακριβή, που λίγοι Digitalised By Jah®

μπορούν να την αγοράσουν». «Κι έτσι αγοράζουν άλλα;» «Η μορφίνη έχει καταντήσει χρυσωρυχείο». «Ένα βήμα εμπρός, δυο πίσω». Η Μπέτε κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε. «Αυτό που μετράει είναι ο πόλεμος κατά της ηρωίνης. Και τον κέρδισε». «Ποιος, ο Μπέλμαν;» «Τα έμαθες, βλέπω». «Ο Χάγκεν είπε ότι εξόντωσε τις περισσότερες συμμορίες ηρωίνης». «Τις συμμορίες των Πακιστανών. Των Βιετναμέζων. Η Dagbladet τον αποκάλεσε στρατηγό Ρόμελ όταν κατάφερε να κατατροπώσει ένα μεγάλο δίκτυο Βορειοαφρικανών. Τη συμμορία των μοτοσικλετιστών από το Άλναμπρου. Είναι όλοι μέσα». «Οι μοτοσικλετιστές; Στην εποχή μου όλοι αυτοί πουλούσαν σπιντ και χτυπούσαν ηρωίνη σαν τρελοί». « Οι Λος Λόμπος. Ήθελαν να το παίξουν Χελς Έιντζελς. Υπολογίζουμε ότι μόνο αυτοί κι ένα ακόμα δίκτυο πουλούσαν βιολίνη. Αλλά τους πιάσανε στα πράσα, πολλούς μαζί, κι επακολούθησε επιδρομή στο Άλναμπρου. Έπρεπε να δεις το χαμόγελο του Μπέλμαν στις εφημερίδες. Ήταν εκεί κατά τη διάρ​κεια της επιχείρησης». «Let’s do some good?» Η Μπέτε γέλασε. Να και κάτι άλλο που του άρεσε σ’ εκείνην: ήταν αρκετά σινεφίλ ώστε να πιάνει τις αναφορές που της πετούσε απαγγέλλοντας καλούτσικες ατάκες από καλούτσικες ταινίες. Ο Χάρι τής προσέφερε ένα τσιγάρο, μα εκείνη αρνήθηκε. Άναψε το δικό του. «Χμ. Πώς γίνεται ο Μπέλμαν να κατάφερε σε λίγο καιρό ό,τι το Ναρκωτικών δεν μπορούσε να κάνει όσα χρόνια ήμουν εγώ εδώ;» «Το ξέρω ότι δεν τον γουστάρεις, αλλά είναι πραγματικά καλός αρχηγός. Στην Κρίπος τον λάτρευαν και είναι τσαντισμένοι με τον Digitalised By Jah®

Αρχηγό που τον μετέθεσε στο Αρχηγείο». «Χμ». Ο Χάρι εισέπνευσε. Ένιωσε την πείνα στο αίμα του να καταλαγιάζει. Νικοτίνη. Πολυσύλλαβη λέξη, όπως ηρωίνη, βιολίνη. «Λοιπόν, ποιος μένει;» «Αυτό είναι το πρόβλημα όταν εξοντώνει κανείς παράσιτα. Διαταράσσεις τη διατροφική αλυσίδα και δεν ξέρεις αν το μόνο που κατάφερες ήταν ν’ ανοίξεις απλώς τον δρόμο σε κάτι άλλο. Κάτι χειρότερο από αυτό που σκότωσες...» «Υπάρχουν ενδείξεις για κάτι τέτοιο;» Η Μπέτε ανασήκωσε τους ώμους της. «Ξαφνικά έπαψαν να μας έρχονται πληροφορίες από τους δρόμους. Οι πληροφοριοδότες μας δεν ξέρουν τίποτα. Ή κρατάνε το στόμα τους κλειστό. Υπάρχουν μόνο κάτι ψίθυροι για έναν άνδρα απ’ το Ντουμπάι. Κανείς δεν τον έχει δει, κανείς δεν γνωρίζει τ’ όνομά του. Κινεί αθέατος τα νήματα. Βλέπουμε τη βιολίνη που πουλιέται, αλλά δεν μπορούμε να βρούμε από πού προέρχεται. Τα βαποράκια που συλλαμβάνουμε μας λένε ότι τ’ αγόρασαν από άλλους στην ίδια μ’ αυτούς βαθμίδα της ιεραρχίας. Δεν είναι σύνηθες να σβήνει κάποιος τα ίχνη του τόσο καλά. Κι αυτό μας λέει ότι πρόκειται για ένα απλό, ιδιαιτέρως επαγγελματικό δίκτυο που ελέγχει την εισαγωγή και τη διανομή». «Ο άνδρας από το Ντουμπάι. Η μυστηριώδης ιδιοφυΐα. Την έχουμε ξανακούσει αυτή την ιστορία. Καταλήγει πάντα να είναι ένας κοινός εγκληματίας, τίποτα το φοβερό». «Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά, Χάρι. Κατά τη διάρκεια αυτής της χρονιάς έγιναν διάφοροι φόνοι που σχετίζονταν με το εμπόριο ναρκωτικών. Με μια βαρβαρότητα που δεν έχουμε ξαναδεί. Και κανείς δεν ξέρει τίποτα. Βρήκαμε δυο βιετναμέζους έμπορους κρεμασμένους ανάποδα από ένα δοκάρι στο ταβάνι στο διαμέρισμα όπου εργάζονταν. Πνιγμένους. Καθένας τους είχε μια πλαστική σακούλα γεμάτη νερό δεμένη στο κεφάλι του». «Αυτή η μέθοδος δεν είναι αραβική. Ρωσική είναι». Digitalised By Jah®

«Συγγνώμη;» «Τους κρεμάνε ανάποδα και τους περνάνε μια πλαστική σακούλα στο κεφάλι που τη δένουν χαλαρά στον λαιμό. Κι ύστερα αρχίζουν και τους ρίχνουν σιγά σιγά νερό στις πατούσες. Το νερό ακολουθεί το σχήμα του σώματος, πέφτει στη σακούλα και τη γεμίζει. Η μέθοδος ονομάζεται Άνθρωπος στη Σελήνη». «Πού το ξέρεις εσύ αυτό;» Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Υπήρχε κάποτε ένας πλούσιος χειρουργός που τον έλεγαν Μπιράγεφ. Κάποια στιγμή, τη δεκαετία του ’80, κατάφερε ν’ αγοράσει μία από τις αυθεντικές στολές των αστροναυτών του Απόλλο 11. Δύο εκατομμύρια δολάρια στη μαύρη αγορά. Οποιοσδήποτε προσπαθούσε να τον εξαπατήσει ή να μην του αποπληρώσει κάποιο δάνειο έμπαινε στη στολή. Τραβούσαν βίντεο το πρόσωπο του κακομοίρη καθώς το νερό κυλούσε μες στο σκάφανδρο. Ύστερα έστελναν το βίντεο και στους υπόλοιπους οφειλέτες». Ο Χάρι φύσηξε τον καπνό του προς τον ουρανό. Η Μπέτε τον κοίταξε καλά καλά. «Τι ακριβώς κάνεις στο Χονγκ Κονγκ, Χάρι;» «Με ρώτησες και στο τηλέφωνο». «Και δεν μου απάντησες». «Ακριβώς. Ο Χάγκεν μού είπε ότι θα μου δώσει μιαν άλλη υπόθεση αντ’ αυτής. Μίλησε για κάποιον μυστικό που βρέθηκε σκοτωμένος». «Ναι» είπε η Μπέτε, ίσως ανακουφισμένη που δεν μιλούσαν πια για τον Γκούστο και τον Όλεγκ. «Τι συμβαίνει μ’ αυτήν την υπόθεση;» «Ήταν ένας νεαρός μυστικός πράκτορας, δούλευε για το Ναρκωτικών. Τον βρήκαν μια μέρα εκεί που η στέγη της Όπερας συναντάει το κύμα, τον είχε ξεβράσει η θάλασσα. Τουρίστες, παιδάκια κ.λπ. Χαμός». «Από σφαίρα;» Digitalised By Jah®

«Από πνιγμό». «Και πού το ξέρετε πως ήταν δολοφονία;» «Καμία, μα καμία εξωτερική αμυχή. Όντως έμοιαζε να έχει πέσει κατά λάθος στη θάλασσα, μάλιστα η περιπολία του ήταν εκεί κοντά, στην περιοχή γύρω από την Όπερα. Αλλά όταν ο Μπγιορν Χολμ εξέτασε τα πνευμόνια του. Βρήκε μέσα γλυκό νερό. Κι όπως ξέρεις το νεράκι στο φιόρδ είναι θαλασσινό. Κάποιος φαίνεται ότι τον πέταξε στη θάλασσα για να φανεί ότι πνίγηκε εκεί». «Εδώ που τα λέμε» είπε ο Χάρι «αφού ήταν του τμήματος Ναρκωτικών, θα πρέπει να περιφερόταν δίπλα στο ποτάμι. Ορίστε το γλυκό σου νερό, που χύνεται μάλιστα και στη θάλασσα, δίπλα στην Όπερα». Η Μπέτε χαμογέλασε. «Χαίρομαι που επέστρεψες, Χάρι. Αλλά κι ο Μπγιορν το σκέφτηκε αυτό και, έχοντας συγκρίνει τη βακτηριδιακή χλωρίδα, το περιεχόμενο των μικροοργανισμών και τα λοιπά, απεφάνθη ότι το νερό που βρισκόταν στα πνευμόνια του ήταν υπερβολικά καθαρό για να προέρχεται από τον ποταμό Άκερ. Είχε περάσει από φίλτρα νερού, να φανταστείς. Εγώ πιστεύω ότι πέθανε μέσα σε μπανιέρα. Ή σε κάποια λίμνη κοντά στη μονάδα επεξεργασίας νερού. Ή...» Ο Χάρι πέταξε τη γόπα του στο μονοπάτι εμπρός του. «Σε πλαστική σακούλα». «Ναι». «Ο Άνδρας από το Ντουμπάι. Τι ξέρεις γι’ αυτόν;» «Ό,τι σου είπα μόλις τώρα, Χάρι». «Τίποτα δεν μου είπες». «Ακριβώς». Σταμάτησαν στη γέφυρα Άνκερ. Ο Χάρι κοίταξε το ρολόι του. «Έχεις να πας πουθενά;» τον ρώτησε η Μπέτε. «Τσου» είπε εκείνος. «Το έκανα για να σου δώσω την ευκαιρία να δικαιολογηθείς λέγοντας πως πρέπει να φύγεις δίχως να νιώθεις ότι με παρατάς». Digitalised By Jah®

Η Μπέτε χαμογέλασε. Είναι γοητευτική όταν χαμογελάει, σκέφτηκε ο Χάρι. Τι περίεργο που δεν είχε κάποιον στη ζωή της. Ή ίσως και να είχε. Ήταν μία από τις οκτώ επαφές στο τηλέφωνό του κι αυτός δεν είχε ιδέα για τη ζωή της. Μ, όπως λέμε Μπέτε. Χ, όπως λέμε Χάλβορσεν, ο πρώην συνάδελφος του Χάρι και πατέρας του παιδιού της. Είχε πεθάνει εν ώρα υπηρεσίας. Το νούμερό του υπήρχε ακόμη στο κινητό του. «Μίλησες με τη Ράκελ;» ρώτησε η Μπέτε. Ο Χάρι αναρωτήθηκε αν η Μπέτε την ανέφερε συνδέοντάς την ασυναίσθητα με το ρήμα «παρατάω». Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Η Μπέτε περίμενε. Μα εκείνος δεν είχε τίποτα να προσθέσει. Άνοιξαν το στόμα τους να μιλήσουν ταυτόχρονα. «Υποθέτω πως...» «Η αλήθεια είναι ότι...» Εκείνη χαμογέλασε. «...πρέπει να φύγω». «Φυσικά». Την ακολούθησε με το βλέμμα του καθώς ανέβαινε προς τον δρόμο. Κι ύστερα κάθισε σ’ ένα παγκάκι και χάζεψε το ποτάμι, τις πάπιες που πλατσούριζαν στα ήσυχα, στάσιμα νερά. Οι δυο κουκούλες επέστρεψαν. Τον πλησίασαν. «Είσαι five-o;» Αμερικάνικη αργκό για τους μπάτσους, κλεμμένη από μια δήθεν αυθεντική, τηλεοπτική σειρά. Την Μπέτε είχαν μυριστεί, όχι αυτόν. Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Μήπως ψάχνεις...» «Λίγη ησυχία» συμπλήρωσε ο Χάρι. «Ησυχία και γαλήνη». Έβγαλε ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου Prada από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Του τα είχε δώσει ένας μαγαζάτορας στην Κάντον Ρόουντ που αργούσε λίγο με τις πληρωμές του, αλλά Digitalised By Jah®

θεωρούσε ότι του συμπεριφερόταν εντάξει. Ήταν γυναικείο μοντέλο, τον Χάρι όμως ούτε που τον ένοιαζε, του άρεσαν. «Δεν μου λέτε» τους πέταξε. «Μήπως έχετε βιολίνη;» Αντί γι’ απάντηση, ο ένας ρουθούνισε ξινά. «Στο κέντρο» είπε ο άλλος, δείχνοντας πίσω απ’ την πλάτη του. «Ψάξε τον Φαν Πέρσι ή τον Φάμπρεγκας». Το γέλιο τους έσβησε καθώς προχώρησαν προς το τζαζ κλαμπ Μπλο. Ο Χάρι ακούμπησε πίσω και μελέτησε τον τρόπο που οι πάπιες χτυπούσαν τα πόδια τους, παράδοξος αλλά αποτελεσματικός, τις βοηθούσε να γλιστρούν στην επιφάνεια του νερού σαν πατινέρ ταχύτητας πάνω σε μαύρο πάγο. Ο Όλεγκ κρατούσε το στόμα του κλειστό. Όπως κάνουν όλοι οι ένοχοι. Δικαίωμά τους· είναι η μοναδική λογική στρατηγική. Οπότε τι κάνουμε; Πώς ερευνά κανείς μια υπόθεση που έχει ήδη κλείσει; Πώς απαντάει ερωτήσεις που έχουν ήδη απαντηθεί ικανοποιητικά; Τι νόμιζε ότι θα κατάφερνε; Να κατατροπώσει την αλήθεια μόνο και μόνο επειδή θα την αρνούνταν; Με τον ίδιο, γελοίο τρόπο που είχε δει, όταν ήταν ακόμη επιθεωρητής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, τους συγγενείς άλλων κατηγορουμένων να φωνάζουν: Ο γιος μου; Αποκλείεται!; Ήξερε πολύ καλά γιατί γούσταρε να ερευνά εγκλήματα. Γιατί ήταν το μοναδικό πράγμα που ήξερε να κάνει. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να προσφέρει. Ήταν σαν τις νοικοκυρές που επέμεναν να μαγειρέψουν στην κηδεία του γιου τους, σαν τους μουσικούς που έφερναν τα όργανά τους στις κηδείες των φίλων τους. Ένιωθε την ανάγκη να κάνει κάτι για να ξεχαστεί, ν’ απαλύνει τον πόνο. Μία από τις πάπιες γλίστρησε προς το μέρος του, ελπίζοντας ίσως ότι θα της πέταγε λίγα ψίχουλα. Δεν το πολυπίστευε, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Είχε ζυγίζει την κατανάλωση ενέργειας σε σχέση με την πιθανότητα της ανταμοιβής. Ελπίδα. Μαύρος πάγος. Ο Χάρι πετάχτηκε απότομα όρθιος. Έβγαλε απ’ το σακάκι του τα δυο κλειδιά. Μόλις θυμήθηκε γιατί είχε αγοράσει εκείνο το λουκέτο Digitalised By Jah®

τότε, παλιά. Δεν ήταν για τον ίδιο. Ήταν για τον πατινέρ ταχύτητας. Για τον Όλεγκ.

Digitalised By Jah®

7

αξιωματικός Τρουλς Μπέρντσεν συνομίλησε στα γρήγορα με τον επιθεωρητή υπηρεσίας στο αεροδρόμιο. Ναι, απάντησε ο Μπέρντσεν, ήξερε πολύ καλά ότι το αεροδρόμιο ανήκε στη δικαιοδοσία της περιφέρειας Ρομερίκε κι ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τη σύλληψη, αλλά, ως επιθεωρητής του Εγκληματολογικού, παρακολουθούσε τις κινήσεις του συλληφθέντος εδώ κι αρκετό καιρό κι είχε ενημερωθεί προσφάτως από τις πηγές του ότι ο Τουρ Σουλτς πιάστηκε με ναρκωτικά στην κατοχή του. Έδειξε την ταυτότητά του, αξιωματικός τρίτης βαθμίδας, στην αστυνομική περιφέρεια του Όσλο, τμήμα Οργανωμένου Εγκλήματος και Ειδικών Υποθέσεων. Ο τελωνειακός επιθεωρητής είχε απλώς ανασηκώσει τους ώμους του και, δίχως πολλά πολλά, τον είχε οδηγήσει σ’ ένα από τα τρία κελιά του κρατητηρίου. Αφού η πόρτα του κελιού έκλεισε πίσω του, ο Τρουλς έριξε μια ματιά τριγύρω για να βεβαιωθεί ότι ο διάδρομος και τα άλλα δυο κελιά ήταν άδεια. Κατόπιν κάθισε στο καπάκι της τουαλέτας και κοίταξε στο κρεβάτι τον άνδρα που καθόταν με το πρόσωπο χωμένο στις παλάμες του. «Ο Τουρ Σουλτς;» Digitalised By Jah®

Ο

Ο άνδρας σήκωσε το κεφάλι του. Είχε βγάλει το σακάκι, κι αν δεν ήταν τα διακριτικά στο πουκάμισό του, ο Μπέρντσεν δεν θα είχε καταλάβει ότι μιλούσε σε κυβερνήτη αεροπλάνου. Οι κυβερνήτες δεν θα ’πρεπε να έχουν τέτοια όψη. Πανικοβλημένος, χλωμός, με τις κόρες των ματιών του διεσταλμένες και κατάμαυρες από το σοκ. Από την άλλη, αυτή ήταν η όψη όσων συλλαμβάνονταν πρώτη φορά. Του Μπέρντσεν του πήρε λίγη ώρα να βρει πού είχαν συλλάβει τον Τουρ Σουλτς. Αλλά από εκεί και πέρα, τα πράγματα ήταν εύκολα. Σύμφωνα με το STRASAK, τα επίσημα ποινικά μητρώα, ο Σουλτς ήταν καθαρός, δεν είχε ποτέ μπλεξίματα με την αστυνομία και −σύμφωνα με τα ανεπίσημα μητρώα− ούτε διασυνδέσεις με εμπόρους ή χρήστες ναρκωτικών. «Ποιος είστε;» «Βρίσκομαι εδώ εκ μέρους των ανθρώπων για τους οποίους δουλεύεις, Σουλτς, και δεν εννοώ την αεροπορική εταιρεία. Γάμα τους αυτούς. Κατάλαβες;» Ο Σουλτς έδειξε την αστυνομική ταυτότητα που ήταν περασμένη στον λαιμό του Μπέρντσεν. «Είσαι αστυνομικός. Προσπαθείς να με ξεγελάσεις». «Σε τέτοια περίπτωση θα ήσουν τυχερός, Σουλτς. Εγώ θα είχα υποπέσει σε διαδικαστικά λάθη και ο δικηγόρος σου θα είχε μια μεγάλη ευκαιρία να σε αθωώσει. Αλλά θα συνεννοηθούμε χωρίς δικηγόρους. Κατάλαβες;» Ο κυβερνήτης του αεροπλάνου συνέχιζε να κοιτάζει με τις κόρες των ματιών του διεσταλμένες να απορροφούν όσο περισσότερο φως γινόταν και τη μικρότερη αχτίδα ελπίδας. Ο Τρουλς Μπέρντσεν αναστέναξε. Ήλπιζε πως ό,τι έλεγε θα γινόταν κατανοητό. «Ξέρεις τι είναι ένας “καύτης”, Σουλτς;» ρώτησε κι έκανε μια μικρή παύση πριν απαντήσει ο ίδιος. «Είναι κάποιος που καταστρέφει αστυνομικές υποθέσεις. Διασφαλίζει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία καταστρέφονται ή χάνονται ή ότι γίνονται διάφορες παρατυπίες στις νομικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα η Digitalised By Jah®

υπόθεση να μη φτάσει ποτέ στα δικαστήρια, ή ότι γίνονται διάφορα καθημερινά λάθη κατά τη διάρκεια των ερευνών, με αποτέλεσμα ο ύποπτος ν’ αφεθεί ελεύθερος. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;» Ο Σουλτς ανοιγόκλεισε τα μάτια του δυο φορές. Κι έγνεψε καταφατικά, αργά αργά. «Σούπερ» είπε ο Μπέρντσεν. «Η κατάσταση έχει ως εξής: είμαστε κι οι δυο μας σ’ ελεύθερη πτώση κι έχουμε μόνο ένα αλεξίπτωτο. Πήδηξα από το αεροπλάνο για να σε πιάσω, αλλά πρέπει με τη σειρά σου να μ’ εμπιστευθείς εκατό τοις εκατό. Αλλιώς θα φάμε κι οι δυο τα μούτρα μας. Κατανοητό;» Ανοιγοκλείσιμο ματιών. Προφανώς όχι. «Ήταν κάποτε ένας γερμανός αστυνομικός, κι αυτός “καύτης”. Δούλευε για μια συμμορία Αλβανών Κοσοβάρων που έφερναν ηρωίνη μέσω Βαλκανίων. Τα ναρκωτικά μεταφέρονταν με φορτηγά από τις φυτείες οπίου στο Αφγανιστάν στην Τουρκία κι ύστερα, μέσω της πρώην Γιουγκοσλαβίας, στο Άμστερνταμ, απ’ όπου οι Αλβανοί τα περνούσαν στη Σκανδιναβία. Πολλά σύνορα, πολλές δωροδοκίες. Ένας από αυτούς που δωροδοκούνταν ήταν κι αυτός ο καύτης. Και μια μέρα, πιάνουν έναν νεαρό Αλβανό Κοσοβάρο μ’ ένα ντεπόζιτο πετρελαίου γεμάτο όπιο· δεν είχε καν τυλίξει τους σβόλους, τους είχε ρίξει απλώς κατευθείαν μες στο πετρέλαιο. Τον έκλεισαν στο κρατητήριο και την ίδια μέρα οι Αλβανοί Κοσοβάροι επικοινώνησαν με τον γερμανό καύτη. Αυτός επισκέφθηκε τον νεαρό, του εξήγησε ότι ήταν καύτης κι ότι μπορούσε να ηρεμήσει πια, αυτός ήταν εκεί, θα τα κανόνιζε όλα. Ο καύτης τού είπε ότι θα επέστρεφε την επομένη και θα του εξηγούσε τι να πει στην αστυνομία. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο μικρός ήταν να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Έλα μου όμως που πρώτη φορά τον έπιαναν τον μικρό στα πράσα... δεν είχε ξαναμπεί ποτέ του στη στενή. Θα ’χε ακούσει ιστορίες κι ιστορίες για το ότι δεν πρέπει να σκύβεις να πιάσεις το σαπούνι στα ντους και τέτοια... Εν πάση περιπτώσει, με την πρώτη ανάκριση που του έκαναν, ο μικρός έλιωσε σαν παγωτό Digitalised By Jah®

στον ήλιο και κάρφωσε και τον καύτη ελπίζοντας να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης από τον δικαστή. Το λοιπόν. Η αστυνομία έβαλε ένα κρυφό μικρόφωνο στο κελί για να μαζέψει αδιαμφισβήτητα στοιχεία για τον καύτη. Αλλά ο καύτης, ο διεφθαρμένος αστυνομικός, δεν φάνηκε στο ραντεβού. Τον βρήκαν έξι μήνες αργότερα, κομματάκια, σ’ ένα λιβάδι με τουλίπες. Εγώ δεν είμαι από χωριό, αλλά μου ’χουν πει ότι το ανθρώπινο σώμα είναι καλό λίπασμα». Ο Μπέρντσεν σταμάτησε και κοίταξε τον πιλότο, περιμένοντας τη συνήθη ερώτηση. Ο πιλότος είχε τεντώσει την πλάτη του και είχε ξαναβρεί λίγο το χρώμα του. Ύστερα από λίγο, ξερόβηξε και καθάρισε τον λαιμό του: «Γιατί... ε... τον καύτη; Δεν τους κάρφωσε αυτός». «Γιατί δεν υπάρχει δικαιοσύνη, Σουλτς. Μόνο αναγκαίες λύσεις σε πρακτικά προβλήματα. Ο καύτης που η δουλειά του ήταν να καταστρέψει τα στοιχεία είχε γίνει με τη σειρά του αποδεικτικό στοιχείο. Τον είχαν ξεσκεπάσει και, αν τον έπιανε η Αστυνομία, θα τους οδηγούσε στους Αλβανούς Κοσοβάρους. Δεν ήταν μέρος της φαμίλιας, ήταν ένας απλός, πουλημένος μπάτσος. Κι άρα ήταν λογικό να τον ξαποστείλουν. Ξέροντας βέβαια ότι η Αστυνομία δεν θα σκοτωνόταν να ασχοληθεί με τον φόνο του συγκεκριμένου αστυνομικού. Γιατί να το κάνει; Ο καύτης είχε τιμωρηθεί και η Αστυνομία δεν είχε καμία όρεξη να ξεκινήσει μια έρευνα που θα οδηγούσε στην αποκάλυψη κρουσμάτων διαφθοράς στο Σώμα. Συμφωνείς;» Ο Σουλτς δεν απάντησε. Ο Μπέρντσεν έσκυψε προς το μέρος του. Η φωνή του χαμήλωσε, μα το πάθος της αυξήθηκε. «Δεν γουστάρω να με βρουν ανάμεσα στις τουλίπες, Σουλτς. Η μόνη λύση είναι να εμπιστευθούμε ο ένας τον άλλο. Ένα αλεξίπτωτο έχουμε. Καταλαβαίνεις;» Ο πιλότος ξερόβηξε. «Και τι συνέβη στον νεαρό Αλβανό; Μειώθηκε η ποινή του;» «Δεν το ξέρω. Τον βρήκαν κρεμασμένο στο κελί του πριν Digitalised By Jah®

προλάβει η υπόθεση να πάρει τον δρόμο για τα δικαστήρια. Κάποιος του είχε λιώσει το κεφάλι στον γάντζο για τα ρούχα». Το πρόσωπο του κυβερνήτη ξαναχλώμιασε μεμιάς. «Πάρε βαθιές ανάσες, Σουλτς» είπε ο Τρουλς Μπέρντσεν. Αυτό ακριβώς γούσταρε στη δουλειά του: την αίσθηση ότι, επιτέλους, αυτός είχε τον έλεγχο. Ο Σουλτς έγειρε προς τα πίσω κι ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο. Έκλεισε τα μάτια του. «Κι αν αρνηθώ τη βοήθειά σου και υποκριθούμε ότι δεν ήρθες ποτέ να με βρεις;» «Δεν γίνεται. Ο εργοδότης μας δεν σε θέλει στο δικαστήριο». «Άρα δεν έχω επιλογή, αυτό μου λες». Ο Μπέρντσεν χαμογέλασε. Και ξεστόμισε την αγαπημένη του φράση: «Σουλτς, η επιλογή είναι μια πολυτέλεια που έχεις χάσει εδώ και πολύ καιρό».

Το στάδιο Βάλε Χόβιν. Μια μικρή όαση από μπετόν σε μια έρημο από πράσινο γρασίδι, σημύδες, κήπους και παρτέρια με λουλούδια. Τον χειμώνα ο στίβος χρησιμοποιούνταν ως παγοδρόμιο, το καλοκαίρι ως χώρος συναυλιών, τις περισσότερες φορές για δεινόσαυρους όπως οι Rolling Stones, o Prince και ο Bruce Springsteen. Μια φορά, η Ράκελ τον είχε πείσει να πάνε μαζί ν’ ακούσουν τους U2, παρόλο που στον Χάρι άρεσαν πάντα τα κλαμπ και απεχθανόταν τις συναυλίες. Αργότερα, η Ράκελ τον πείραζε, λέγοντάς του ότι ήταν ένας κρυπτοφονταμενταλιστής σε ό,τι αφορά τη μουσική. Τον περισσότερο καιρό όμως, το Βάλε Χόβιν έστεκε όπως τώρα: έρημο και σάπιο, σαν εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο το οποίο κατασκεύαζε παρωχημένα προϊόντα. Οι ωραιότερες αναμνήσεις που είχε ο Χάρι από το στάδιο ήταν οι προπονήσεις του Όλεγκ πάνω στον πάγο. Καθόταν και τον παρακολουθούσε να βάζει τα δυνατά του, να παλεύει, να αποτυγχάνει, ν’ αποτυγχάνει ξανά. Κι ύστερα να Digitalised By Jah®

επιτυγχάνει. Όχι τίποτα το φοβερό: ένα καινούργιο προσωπικό ρεκόρ ή τη δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα του αθλητικού συλλόγου για παιδιά της ηλικίας του. Αρκετό όμως ώστε να κάνει την ανόητη καρδιά του Χάρι να φουσκώνει από περηφάνια, τόσο που ο αστυνομικός έπρεπε να το παίζει κουλ για να μη φέρει κανέναν από τους δυο τους σε δύσκολη θέση. «Ε, Όλεγκ. Καθόλου άσχημα δεν τα πήγες». Ο Χάρι κοίταξε τριγύρω του. Ούτε ψυχή μες στο σκοτάδι. Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά των αποδυτηρίων κάτω από τις κερκίδες. Μέσα, τα πάντα είχαν παραμείνει απαράλλαχτα, μόνο λίγο πιο φθαρμένα. Το πάτωμα ήταν γεμάτο σκουπίδια. Ήταν φανερό ότι κανείς δεν είχε μπει εδώ μέσα για πάρα πολύ καιρό. Ένα μέρος για να απομονώνεσαι. Ο Χάρι προχώρησε κατά μήκος των μεταλλικών ντουλαπιών. Τα περισσότερα ήταν ξεκλείδωτα. Βρήκε αυτό που έψαχνε: ένα λουκέτο Άμπους. Έβαλε την άκρη του κλειδιού στο οδοντωτό άνοιγμα κι έσπρωξε. Το κλειδί δεν έμπαινε. Σκατά. Ο Χάρι έκανε μεταβολή. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στη σειρά με τα ντουλάπια. Σταμάτησε. Κοίταξε το προηγούμενο λόκερ. Κι άλλο λουκέτο Άμπους. Και πάνω στην πράσινη μπογιά ήταν χαραγμένο ένα κεφαλαίο «Ο». Το πρώτο πράγμα που είδε ο Χάρι όταν άνοιξε το ντουλάπι ήταν τα πέδιλα του Όλεγκ. Οι επιμήκεις, λεπτές λεπίδες είχαν κάτι σαν κόκκινη σκουριά πάνω τους. Στην εσωτερική πλευρά της πόρτας του σιδερένιου ντουλαπιού, κολλημένες πάνω στις σχισμές εξαερισμού, δύο φωτογραφίες. Δύο οικογενειακές φωτογραφίες. Η μία έδειχνε πέντε πρόσωπα. Δυο από τα παιδιά και οι γονείς −υπέθεσε ο Χάρι− του ήταν άγνωστα. Μα αναγνώρισε το τρίτο παιδί. Γιατί το είχε δει σε άλλες φωτογραφίες. Φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος. Αυτή η ομορφιά. Ήταν ο Γκούστο Χάνσεν. Ο Χάρι αναρωτήθηκε αν έφταιγε η τόση ομορφιά του, αν ήταν Digitalised By Jah®

αυτή που σ’ έκανε να νιώθεις ότι ο Γκούστο Χάνσεν δεν ανήκε σε αυτήν την εικόνα. Ή, για την ακρίβεια, σε αυτήν την οικογένεια. Το ίδιο, παραδόξως, ίσχυε και για τον ψηλό, ξανθό άνδρα που στεκόταν πίσω από τη γυναίκα με τα μαύρα μαλλιά και τον γιο της, στη δεύτερη φωτογραφία. Είχε τραβηχτεί μια φθινοπωρινή μέρα αρκετά χρόνια πριν. Είχαν πάει για περίπατο στον λόφο του Χολμενκόλεν, μέσα στις πορτοκαλιές φυλλωσιές, και η Ράκελ είχε τοποθετήσει τη φωτογραφική της μηχανή πάνω σε έναν βράχο και είχε πατήσει τον χρονοδιακόπτη. Ήταν πραγματικά αυτός; Ο Χάρι δεν μπορούσε να θυμηθεί τον εαυτό του με τόσο ευγενικά χαρακτηριστικά. Τα μάτια της Ράκελ έλαμπαν κι ο Χάρι φαντάστηκε ν’ ακούει ξανά το γέλιο της, αυτό το γέλιο που αγαπούσε, που δεν το βαριόταν ποτέ του, που προσπαθούσε πάντα να το ανασύρει από τη μνήμη του. Και με άλλους γελούσε η Ράκελ, μα όταν ήταν με τον Όλεγκ και μαζί του το γέλιο της είχε άλλη χροιά, μια χροιά που προοριζόταν μόνο για εκείνον και τον Όλεγκ. Ο Χάρι έψαξε και στο υπόλοιπο ντουλάπι. Βρήκε ένα λευκό πουλόβερ με μπλε μπορντούρα. Δεν ήταν του στιλ του Όλεγκ: ο μικρός προτιμούσε κοντά μπουφάν και μαύρα κοντομάνικα με το σήμα των Slayer ή των Slipknot. Το έφερε στη μύτη του και το μύρισε: αχνό άρωμα, γυναικείο. Στο ράφι πάνω από το κεφάλι του υπήρχε μια πλαστική σακούλα. Την άνοιξε. Του κόπηκε για λίγο η ανάσα. Ήταν τα σύνεργα ενός τοξικομανούς: δύο σύριγγες, ένα κουτάλι, ένα λάστιχο, αναπτήρας και βαμβάκι. Το μόνο που έλειπε ήταν τα ναρκωτικά. Ο Χάρι έκανε να ξαναβάλει τη σακούλα στη θέση της όταν εντόπισε κάτι. Μία μπλούζα καταχωνιασμένη πίσω πίσω. Ερυθρόλευκη. Την έβγαλε έξω. Ήταν μια ποδοσφαιρική φανέλα μ’ ένα λογότυπο στο στήθος: Fly Emirates. Μια φανέλα της Άρσεναλ. Ξανακοίταξε τη φωτογραφία με τον Όλεγκ. Ο μικρός γελούσε. Γελούσε σαν να πίστευε, τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή, ότι οι τρεις Digitalised By Jah®

άνθρωποι της φωτογραφίας συμφωνούσαν πως αισθάνονταν υπέροχα, πως όλα θα πήγαιναν καλά, πως έτσι ήθελαν να είναι τα πράγματα. Γιατί λοιπόν εκτροχιάστηκαν τα πάντα; Γιατί ο άνδρας που οδηγούσε βγήκε εκτός δρόμου; Έτσι όπως έλεγες ψέματα ότι και καλά θα βρισκόσουν πάντα δίπλα μας. Ο Χάρι ξεκόλλησε τις φωτογραφίες και τις έχωσε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Όταν βγήκε έξω, ο ήλιος έδυε πίσω από τη γέφυρα του Ούλερν.

Digitalised By Jah®

8

εν με βλέπεις που αιμορραγώ, μπαμπά; Αιμορραγώ το κακό σου αίμα. Και το δικό σου αίμα, Όλεγκ. Για σένα θα ’πρεπε να χτυπούν οι καμπάνες της εκκλησίας. Σε καταριέμαι, καταριέμαι τη μέρα που σε γνώρισα. Είχες πάει σε μια συναυλία στο Σπέκτρουμ, στους Judas Priest. Εγώ χαζολογούσα εκεί γύρω και μπερδεύτηκα με το πλήθος που έβγαινε έξω. «Γαμάτη μπλούζα!» σου είπα. «Πού τη βρήκες;» Με κοίταξες παράξενα. «Στο Άμστερνταμ». «Είδες τους Judas Priest στο Άμστερνταμ;» «Ναι, γιατί;» Δεν ήξερα τίποτα για τους Judas Priest, είχα όμως τσεκάρει ότι ήταν ολόκληρο γκρουπ κι όχι κάποιος τύπος, κι ότι το όνομα του τραγουδιστή τους ήταν Ρομπ κάτι. «Και γαμώ! Οι Priest είναι γαμάτοι». Μαζεύτηκες για μια στιγμή και με κοίταξες καλά καλά. Απόλυτα συγκεντρωμένος, σαν αρπακτικό που είχε μυριστεί κάτι: κάποιον κίνδυνο, κάποιο θήραμα, έναν αντίπαλο. Ή −στη δική σου περίπτωση− μία πιθανή αδελφή ψυχή. Γιατί κουβαλούσες τη μοναξιά σου σαν υγρό, βαρύ αδιάβροχο, Όλεγκ. Περπατούσες σκυφτός, σέρνοντας τα πόδια σου. Κι εγώ σε διάλεξα ακριβώς γι’ Digitalised By Jah®

Δ

αυτή τη μοναξιά σου. Σου ’πα ότι θα σε κερνούσα μια κόκα κόλα αν μου έλεγες για τη συναυλία στο Άμστερνταμ. Κι έτσι μου μίλησες για τους Judas Priest, για τη συναυλία τους στο Χάινεκεν Μιούζικ Χολ δυο χρόνια πριν, για τους δυο φίλους στα δεκαοχτώ και δεκαεννιά που είχαν αυτοπυροβοληθεί επειδή είχαν ακούσει έναν δίσκο των Priest που περιείχε το υποσυνείδητο μήνυμα «Κάν’ το». Μόνο που ο ένας επέζησε. Οι Priest ήταν χεβιμεταλάδες, είχαν περάσει κι απ’ το σπιντ μέταλ. Και είκοσι λεπτά αργότερα, είκοσι λεπτά μονολόγου για τον θάνατο και τους γκοθ, σκέφτηκα ότι είχε έρθει επιτέλους η ώρα να μιλήσουμε για μεθαμφεταμίνη. «Τι λες, Όλεγκ; Κάνουμε μια βόλτα στα ουράνια; Να γιορτάσουμε το γεγονός ότι συναντήθηκαν δυο αδελφές ψυχές;» «Τι εννοείς;» «Ξέρω κάτι κουλ τύπους που θα πάνε να καπνίσουν διάφορα στο πάρκο». «Σοβαρά;» Δύσπιστος. «Τίποτα βαρύ, λίγο πάγο μόνο». «Δεν κάνω τέτοια, σόρι». «Ε, μην ανησυχείς! Ούτε εγώ κάνω τέτοια. Έλα, μια πίπα θα καπνίσουμε. Εσύ κι εγώ. Πραγματικό πάγο, όχι σκόνες και μαλακίες. Σαν τον Ρομπ». Ο Όλεγκ σταμάτησε με τη γουλιά μισή. «Τον Ρομπ;» «Ναι». «Τον Ρομπ Χάλφορντ;» «Ναι. O τεχνικός του αγόραζε απ’ τον τύπο που θα πάω να ψωνίσω κι εγώ τώρα. Έχεις καθόλου χρήματα;» Το είπα τόσο αθώα, τόσο απλά και σταράτα, που το σοβαρό του βλέμμα δεν έδειξε ίχνος υποψίας όταν καρφώθηκε πάνω μου. «Ο Ρομπ Χάλφορντ φουμάρει πάγο;» Ξεφούρνισε τις πεντακόσιες κορόνες που του ζήτησα. Του είπα να περιμένει, σηκώθηκα κι έφυγα. Κατέβηκα στη γέφυρα Βάτερλαν. Έστριψα δεξιά κι εξαφανίστηκα απ’ το οπτικό του πεδίο. Πέρασα Digitalised By Jah®

τον δρόμο και περπάτησα τα τριακόσια μέτρα μέχρι τον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό μέσα σε λίγα λεπτά, σκεφτόμενος ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα τον γαμίδη τον Όλεγκ Φάουκε. Μόνο όταν καθόμουν στο τούνελ κάτω από τις αποβάθρες, με μια πίπα στο στόμα, κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν είχαν τελειώσει. Δεν είχαν καλά καλά αρχίσει. Στάθηκε από πάνω μου δίχως να πει λέξη. Ακούμπησε στον τοίχο και γλίστρησε δίπλα μου. Άπλωσε το χέρι του. Του έδωσα την πίπα. Εκείνος ρούφηξε, έβηξε κι άπλωσε το άλλο του χέρι. «Τα ρέστα». Κι έτσι δημιουργήθηκε το δίδυμο Γκούστο-Όλεγκ. Κάθε μέρα, όταν τελείωνε από την αποθήκη του καταστήματος εργαλείων, όπου δούλευε για το καλοκαίρι, κατεβαίναμε στο κέντρο, στα πάρκα, πλενόμασταν στο βρόμικο νερό του πάρκου Μιντελάντερ και χαζεύαμε τους εργάτες που έχτιζαν τη νέα πόλη γύρω από το κτίριο της Όπερας. Κουβεντιάζαμε για το τι θα κάναμε, τι θα γινόμασταν, για τα μέρη που θα πηγαίναμε, καπνίζοντας και σνιφάροντας ό,τι μπορούσαμε να αγοράσουμε με τα λεφτά από τη δουλειά του. Του μίλησα για τον θετό μου πατέρα, που με πέταξε έξω επειδή μου την είχε πέσει η μητριά μου. Κι εσύ, Όλεγκ, μου μίλησες για έναν τύπο που έβγαινε με τη μάνα σου, έναν μπάτσο που τον έλεγαν Χάρι κι έλεγες ότι ήταν «κορυφαίος». Από εκείνους τους τύπους που μπορεί κανείς να εμπιστεύεται. Αλλά κάτι είχε πάει στραβά. Μεταξύ εκείνου και της μάνας σου, πρώτα. Κι ύστερα είχες, λέει, αναμειχθεί σε μια από τις υποθέσεις του, μια υπόθεση δολοφονίας. Και τότε ήταν που η μάνα σου κι εσύ μετακομίσατε στο Άμστερνταμ. Σου απάντησα ότι ο τύπος ήταν σίγουρα κορυφαίος, αλλά πολύ μπανάλ αυτή η έκφραση, ρε παιδί μου. Κι εσύ μου είπες ότι το «γαμίδης» ήταν ακόμα πιο άσχετο κι ότι η λέξη ήταν «γαμιόλης» κι ότι ακόμα κι αυτό ήταν παιδιάστικο. Και γιατί μιλούσα πια τόσο μάγκικα; Δεν ήμουν καν απ’ το ανατολικό Όσλο. Κι εγώ απάντησα ότι γούσταρα Digitalised By Jah®

υπερβολές, ότι έδινα έτσι έμφαση σ’ αυτά που έλεγα, κι ότι το «γαμίδης» ήταν τόσο λάθος, που ήταν σωστό. Κι ο Όλεγκ με κοίταξε και είπε ότι εγώ ήμουν τόσο λάθος, που ήμουν σωστός. Κι ο ήλιος έλαμπε κι εγώ νόμιζα ότι αυτό ήταν το ωραιότερο πράγμα που είχε πει ποτέ κανείς για μένα. Καθόμασταν και ζητιανεύαμε στην οδό Καρλ Γιοχάν για την πλάκα μας. Εγώ έκλεψα ένα σκέιτμπορντ από την πλατεία μπροστά στο Δημαρχείο και το αντάλλαξα με σπιντ μπροστά απ’ τον Σιδηροδρομικό μισή ώρα αργότερα. Παίρναμε το πλοίο για το Χουβεντόγια, κολυμπούσαμε και κλέβαμε μπιρόνια. Κάτι γκομενάκια με κάλεσαν στο σκάφος του μπαμπά τους· εσύ πήδηξες απ’ το κατάρτι κι ίσα ίσα που δεν έφαγες τα μούτρα σου στο κατάστρωμα. Πήραμε το τραμ για το Έκεμπαρ, να δούμε το ηλιοβασίλεμα, κι ήταν το Κύπελλο Νορβηγίας· πετύχαμε έναν απαρηγόρητο προπονητή ποδοσφαίρου από τον βορρά, που με γλυκοκοίταζε, κι εγώ του είπα ότι θα του έπαιρνα πίπα για ένα χιλιάρικο. Το ξεφούρνισε το παραδάκι μια χαρά κι εγώ περίμενα ώσπου το παντελόνι του να κατέβει μέχρι τους αστραγάλους πριν την κάνω κανονικότατα. Και μετά μου είπες ότι ο τύπος φαινόταν «χαμένος» κι είχε γυρίσει σ’ εσένα, λες κι ήθελε να σε παρακαλέσει να κάνεις εσύ τη δουλειά. Χριστέ μου, πώς γελάσαμε! Εκείνο το καλοκαίρι έμοιαζε ατέλειωτο. Κι ύστερα τελείωσε. Ξοδέψαμε τον τελευταίο σου μισθό σε τσιγαριλίκια και φυσούσαμε τον καπνό προς τον άδειο νυχτερινό ουρανό. Είπες ότι θα γύριζες στο σχολείο, θα έπαιρνες πρώτους βαθμούς και θα σπούδαζες νομική, σαν τη μάνα σου. Κι ότι μετά θα έμπαινες στη γαμίδω την Αστυνομική Ακαδημία! Ξεραθήκαμε τόσο πολύ στα γέλια, που κλαίγαμε. Αλλά όταν άρχισε το σχολείο σ’ έβλεπα όλο και λιγότερο. Έμενες ψηλά, στο Χολμενκόλεν, με τη μάνα σου, ενώ εγώ κοιμόμουν κάθε βράδυ σ’ ένα στρώμα στο δωμάτιο που έκαναν πρόβες κάτι μουσικοί· μου είχαν πει ότι μπορούσα να κοιμάμαι εκεί εφόσον Digitalised By Jah®

φυλούσα και τα όργανά τους και την κοπανούσα όταν τζάμαραν. Οπότε σ’ άφησα κι εγώ, σκεφτόμενος ότι ήσουν μια χαρά πίσω στη συνηθισμένη σου ζωούλα. Και τότε περίπου ήταν που άρχισα κι εγώ να πουλάω. Κατά τύχη μού συνέβη. Είχα αρμέξει μια τύπισσα με την οποία έμενα μαζί και βγήκα για τον Σταθμό να βρω τον Τούτου να τον ρωτήσω αν είχε πάγο. Ο Τούτου ήταν λίγο κεκές και δουλάκι του Όντιν, του αφεντικού των Λος Λόμπος στο Άλναμπρου. Είχε πάρει τ’ όνομά του από εκείνη τη φορά που ο Όντιν έπρεπε να ξεπλύνει μια βαλίτσα χρήματα και τον έστειλε σ’ ένα κρατικό πρακτορείο στοιχημάτων στην Ιταλία για να στοιχηματίσει σ’ έναν αγώνα που ήξερε ότι ήταν σικέ. Ο Όντιν είχε δώσει οδηγίες στον Τούτου πώς να πει δύο-μηδέν, «του-ζίροου», αλλά ο Τούτου ήταν τόσο νευρικός και κεκέδιζε τόσο πολύ προσπαθώντας να στοιχηματίσει, που ο πράκτορας άκουσε μόνο «του-του» κι αυτό έγραψε στο δελτίο. Δέκα λεπτά πριν από τη λήξη οι γηπεδούχοι προηγούνταν, φυσικά, 2-0 και τα πάντα ήταν μέλι γάλα. Εκτός από τον Τούτου, που είχε κοιτάξει το δελτίο του και μόλις συνειδητοποίησε ότι είχε ποντάρει στο τουτου: 2-2. Ήξερε ότι ο Όντιν θα του τσάκιζε τα γόνατα. Γουστάρει να τσακίζει γόνατα ο Όντιν. Κοίτα να δεις όμως. Στον πάγκο των φιλοξενουμένων ήταν ένας Πολωνός που τα ιταλικά του ήταν εξίσου χάλια με τ’ αγγλικά του Τούτου. Και δεν είχε καταλάβει ότι ο αγώνας ήταν στημένος. Όταν ο προπονητής τον έβαλε λοιπόν στο παιχνίδι, ο Πολωνός έπαιξε όπως νόμιζε ότι τον είχαν πληρώσει να παίξει: κι έβαλε γκολ. Δυο φορές. Ο Τούτου σώθηκε. Αλλά όταν προσγειώθηκε στο Όσλο εκείνο το βράδυ και πήγε κατευθείαν να μοιραστεί την καλή του τύχη με τον Όντιν, εκείνη στέρεψε. Άρχισε να εξιστορεί τι συνέβη και πώς είχε κάνει λάθος κι είχε βάλει τα χρήματα στο λάθος αποτέλεσμα και από την ένταση κεκέδιζε τόσο πολύ, που ο Όντιν έχασε την υπομονή του, άρπαξε ένα ρεβόλβερ από ένα συρτάρι και –ανατροπή νούμερο τρία!− πυροβόλησε τον Τούτου στο γόνατο πολύ πριν προλάβει να του εξηγήσει εκείνος τι συνέβη με Digitalised By Jah®

τον Πολωνό. Τέλος πάντων. Εκείνη τη μέρα στον Σιδηροδρομικό, ο Τούτου μού είπε ότι δεν υπήρχε άλλος π-π-πάγος κι ότι θα έπ-π-πρεπε να βολευτώ με σκόνη. Ήταν και φτηνότερη. Και τα δύο μεθαμφεταμίνη είναι, αλλά δεν την αντέχω τη σκόνη. Ο πάγος είναι αυτά τα ωραία κομματάκια κρύσταλλο που σου τρελαίνουν το μυαλό, ενώ αυτή η κίτρινη σκατόσκονη που βρίσκεις στο Όσλο μπορεί να έχει μέσα μπέικιν πάουντερ, ζάχαρη, ασπιρίνη, βιταμίνη Β12 και του παπά τα γένια. Ή, για τους γνώστες, αναλγητικά σε σκόνη, με γεύση από σπιντάκι. Αλλά εγώ αγόρασα ό,τι είχε και δεν είχε, κερδίζοντας κι έκπτωση, και μου ’μεναν και λεφτά για αμφεταμίνη. Και μιας και οι αμφεταμίνες είναι υγιεινή διατροφή σε σχέση με τη μεθ, απλώς αργούν να δράσουν λίγο, σνίφαρα λίγο σπιντ, έβαλα κι άλλο μπέικιν πάουντερ στη μεθ που πήρα από τον Τούτου και πήγα και την πούλησα στην Πλάτα με καταπληκτικό κέρδος. Την επομένη πήγα γραμμή στον Τούτου κι έκανα τα ίδια, και κάτι παραπάνω. Σνίφαρα λίγο, αραίωσα το υπόλοιπο και το πούλησα. Την επομένη, τα ίδια. Του είπα ότι θα έπαιρνα κι άλλο αν μου έκανε πίστωση, αλλά εκείνος απλώς γέλασε. Όταν επέστρεψα για τέταρτη συνεχόμενη μέρα, ο Τούτου είπε ότι το αφεντικό του σκέφτηκε πως έπ-π-πρεπε να γίνεται η όλη δουλειά πιο οργανωμ-μ-μένα. Με είχαν δει να πουλάω και τους άρεσε. Εάν πουλούσα δυο παρτίδες την ημέρα, αυτό σήμαινε πέντε χιλιάρικα στην τσέπη. Κι έτσι έγινα κι εγώ βαποράκι για τον Όντιν και τους Λος Λόμπος. Έπαιρνα το εμπόρευμα το πρωί από τον Τούτου και του επέστρεφα τις εισπράξεις κι ό,τι περίσσευε στις πέντε το απόγευμα. Πρωινή βάρδια. Δεν περίσσεψε ποτέ τίποτα. Για τρεις βδομάδες όλα πήγαιναν τζάμι. Μια Τετάρτη, στην αποβάθρα του Βιπετάνγκεν, είχα ήδη πουλήσει δυο παρτίδες, οι τσέπες μου ήταν γεμάτες χρήμα κι η μύτη μου γεμάτη σπιντ, όταν ξαφνικά δεν έβρισκα κανέναν λόγο να πάω να συναντήσω τον Τούτου στον Σταθμό. Αντιθέτως, του έστειλα μήνυμα στο κινητό ότι Digitalised By Jah®

πήγαινα διακοπές και πήδηξα στο πρώτο πλοίο για Δανία. Tις παθαίνεις κάτι τέτοιες απώλειες συγκρότησης όταν κάνεις συνέχεια σπιντάκια για πολύ καιρό. Γυρνώντας πίσω, άκουσα φήμες ότι μ’ έψαχνε ο Όντιν. Κι η αλήθεια είναι ότι χέστηκα λίγο πάνω μου, ξέροντας και πώς απέκτησε ο Τούτου το παρατσούκλι του. Έτσι κράτησα κι εγώ χαμηλό προφίλ, περνώντας τις μέρες χαζεύοντας στην Γκρουνερλέκα και περιμένοντας τη Μέρα της Κρίσεως. Αλλά ο Όντιν φαίνεται ότι είχε πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από ένα βαποράκι που του χρωστούσε κάτι χιλιάρικα. Είχε ανταγωνισμό. «Τον Άνδρα από το Ντουμπάι». Όχι στην αγορά του σπιντ, αλλά στην αγορά της ηρωίνης, η οποία ήταν το σημαντικότερο κομμάτι των επιχειρήσεων των Λος Λόμπος. Μερικοί είπαν ότι οι τύποι ήταν Λευκορώσοι, άλλοι Λιθουανοί. Κάποιος άλλος είπε ότι ήταν ένας Νορβηγός πακιστανικής καταγωγής. Όλοι συμφωνούσαν όμως ότι επρόκειτο για επαγγελματίες, ότι δεν φοβόντουσαν κανέναν κι ότι καλύτερα να μάθουν όσο πιο πολλά γινόταν για δαύτους. Σκατοφθινόπωρο ήταν. Είχα μείνει στον άσο για αρκετό καιρό. Δεν είχα δουλειά κι έπρεπε να περνώ απαρατήρητος. Βρήκα έναν αγοραστή για τα μουσικά όργανα του γκρουπ στην Μπισπεγκάτα: είχε έρθει να τα δει, τον έπεισα ότι ήταν δικά μου, τι σκατά, εκεί πέρα ζούσα! Το ζήτημα ήταν να βρούμε μια ώρα να έρθει να τα πάρει. Και τότε, σαν άγγελος απ’ τον ουρανό, εμφανίστηκε η Ιρένε. Η καλή μου Ιρένε με τις φακίδες της. Ήταν ένα πρωινό του Οκτώβρη κι είχα δουλειά με κάτι τύπους στο πάρκο Σοφίενμπεργκ όταν να σου κι η Ιρένε, με δάκρυα ευτυχίας να τρέχουν σχεδόν από τα μάτια της. Τη ρώτησα αν είχε χρήματα κι εκείνη μου έδειξε μια πιστωτική κάρτα. Ήταν του πατέρα της, του Ρολφ. Πήγαμε στο κοντινότερο αυτόματο μηχάνημα κι αδειάσαμε τον λογαριασμό του. Στην αρχή η Ιρένε δεν ήθελε να το κάνουμε, αλλά όταν της εξήγησα ότι εξαρτιόταν η ζωή μου από δαύτο κατάλαβε ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Πήγαμε στο Ουλίμπεν, Digitalised By Jah®

φάγαμε και ήπιαμε, αγοράσαμε κάτι γραμμάρια σπιντ και γυρίσαμε στο διαμέρισμα της Μπισπεγκάτα. Μου είπε ότι είχε τσακωθεί με τη μάνα της. Έμεινε εκείνο το βράδυ μ’ εμένα. Την επόμενη μέρα την πήρα μαζί μου στον Σταθμό. Ο Τούτου ήταν καθισμένος στη μηχανή του − δερμάτινο με το κεφάλι ενός λύκου ραμμένο στην πλάτη· μουσάκι, μπαντάνα πειρατική στο κεφάλι και τατουάζ που έβγαιναν από τον γιακά του. Παρ’ όλα αυτά, έκανε μπαμ πως ήταν γαμίδης λακές. Ήταν έτοιμος να πεταχτεί και ν’ αρχίσει να με κυνηγάει, όταν συνειδητοποίησε ότι ερχόμουν προς το μέρος του. Του έδωσα τα είκοσι χιλιάρικα που χρωστούσα κι άλλα πέντε, ως τόκο. Τον ευχαρίστησα που μου δάνεισε τα χρήματα για τις διακοπές μου. Εξέφρασα την επιθυμία να ξαναρχίσουμε απ’ το μηδέν. Ο Τούτου πήρε τηλέφωνο τον Όντιν χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την Ιρένε. Κατάλαβα τι ήθελε. Από πάνω μέχρι κάτω την κοιτούσε. Αχ καημένη, όμορφη και χλωμή Ιρένε... «Ο Όντιν λέει ότι θέλει π-π-π-πέντε ακόμα» είπε ο Τούτου. «Αν όχι, έχω διαταγές να σε σπ-π-πάσω στο ξ-ξ-ξ-ξ-ξ...» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ξύλο» είπα. «Αυτή τη στιγμή» είπε ο Τούτου. «Εντάξει. Θα πουλήσω δυο παρτίδες για σένα σήμερα». «Θα πρέπει να τις π-π-π-πληρώσεις». «Έλα, αφού ξέρεις: θα τις πουλήσω μέσα σε δυο ώρες». Ο Τούτου με κοίταξε καλά καλά. Έγνεψε προς τη μεριά της Ιρένε, που στεκόταν στα σκαλιά της πλατείας και περίμενε. «Κι εκ-εκεκείνη;» «Θα με βοηθήσει». «Τα κ-κορίτσια είναι καλές στις π-π-πωλήσεις. Κάνει κι αυτή;» «Όχι ακόμη». «Κ-κ-κλέφτη» είπε ο Τούτου, σκάζοντάς μου ένα ξεδοντιάρικο χαμόγελο. Μέτρησα τα λεφτά μου. Τα τελευταία μου. Πάντα τα τελευταία μου Digitalised By Jah®

ήταν. Αιμορραγούσαν. Μια βδομάδα αργότερα, στο Ελμ Στριτ Ροκ Καφέ, ένα αγόρι σταμάτησε μπροστά στην Ιρένε και σ’ εμένα. «Ιρένε, από εδώ ο Όλεγκ» είπα, δίνοντας έναν πήδο και κατεβαίνοντας από το τοιχάκι. «Όλεγκ, από εδώ η αδερφή μου η Ιρένε». Και τον αγκάλιασα. Ένιωσα ότι δεν είχε κατεβάσει το κεφάλι του. Κοιτούσε πίσω από τον ώμο μου. Την Ιρένε. Κι ένιωσα την καρδιά του να χοροπηδάει μέσα από το τζιν μπουφάν του.

Ο αξιωματικός Μπέρντσεν καθόταν με τα πόδια του πάνω στο γραφείο και το ακουστικό του τηλεφώνου στο αυτί. Είχε πάρει τηλέφωνο στο αστυνομικό τμήμα του Λίλεστρομ, στην περιφέρεια Ρομερίκε, και είχε συστηθεί ως Τόμας Λούντερ, βοηθός εργαστηρίου στην Κρίπος. Ο αξιωματικός στην άλλη άκρη της γραμμής επιβεβαίωσε ότι μόλις είχαν λάβει την τσάντα που υπέθεταν ότι περιείχε ηρωίνη από το αεροδρόμιο Γκαρντεμούεν. Το πρωτόκολλο έλεγε ότι όλα τα κατασχεθέντα ναρκωτικά, απ’ όλη τη χώρα, στέλνονταν για έλεγχο στα εργαστήρια της Κρίπος στο Μπριν, στο Όσλο. Μία φορά την εβδομάδα, ένα βανάκι της Κρίπος όργωνε την ανατολική Νορβηγία και συνέλεγε ό,τι υπήρχε στα τοπικά αστυνομικά τμήματα. Οι υπόλοιπες περιφέρειες έστελναν τα δικά τους στοιχεία με δικούς τους μεταφορείς. «Καλώς» είπε ο Μπέρντσεν, παίζοντας με την ψεύτικη ταυτότητα που είχε πάνω τη φωτογραφία και την υπογραφή του Τόμας Λούντερ κι έγραφε από κάτω Κρίπος. «Θα είμαι έτσι κι αλλιώς στο Λίλεστρομ, οπότε θα την πάρω εγώ την τσάντα για το εργαστήριο στο Μπριν. Θέλουμε να ελέγξουμε τόσο μεγάλη ποσότητα όσο πιο γρήγορα γίνεται. Εντάξει, θα τα πούμε αύριο πρωί». Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε έξω από το παράθυρο, προς τη νέα γειτονιά γύρω από την Μπιορβίκα, που υψωνόταν σιγά σιγά Digitalised By Jah®

προς τον ουρανό. Σκέφτηκε όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες: το μέγεθος των βιδών, τα σπειρώματα των παξιμαδιών, την ποιότητα του κονιάματος, την ελαστικότητα του γυαλιού, όλα αυτά τα πράγματα που έπρεπε να γίνουν σωστά ώστε να λειτουργήσει το σύνολο. Κι ένιωσε μια βαθιά ικανοποίηση. Γιατί λειτουργούσε. Αυτή η πόλη όντως λειτουργούσε.

Digitalised By Jah®

9

α λεπτά και μακριά κλαδιά των πεύκων εξαφανίζονταν σαν γυναικεία πόδια μέσα σε μια φούστα από πράσινο που έριχνε τη φευγαλέα απογευματινή σκιά της στη χαλικόστρωτη είσοδο του σπιτιού. Ο Χάρι στάθηκε στην άκρη του δρόμου παρατηρώντας το σκοτεινό σπίτι και σφουγγίζοντας τον ιδρώτα του. Είχε ανέβει την απότομη πλαγιά πάνω από τη λίμνη Χολμεντάμεν. Τα κατάστικα με μαύρους λεκέδες βαριά ξύλα που συνέθεταν το σπίτι έδιναν μια αίσθηση σταθερότητας κι ασφάλειας απέναντι στα ξωτικά και τη φύση. Κι όμως είχε αποδειχθεί λίγη. Τα γειτονικά σπίτια ήταν μεγάλες, άκομψες βίλες, που έμοιαζαν υπό μόνιμη επέκταση και βελτίωση. Ο Έισταϊν −Ε, στον κατάλογο των επαφών του− έλεγε ότι όλη αυτή η μανία με το χτίσιμο με ολόκληρους κορμούς δέντρων μαρτυρούσε τη λαχτάρα της μπουρζουαζίας για επιστροφή στη φύση, στη λιτότητα και στην υγιεινή ζωή. Μα ο Χάρι σε αυτούς τους κορμούς έβλεπε αρρωστημένες, διεστραμμένες καταστάσεις: μια οικογένεια πολιορκημένη από έναν στυγνό κατά συρροή δολοφόνο. Κι όμως εκείνη είχε διαλέξει να μην πουλήσει τελικά το σπίτι. Ο Χάρι προχώρησε ως την εξώπορτα και χτύπησε το κουδούνι. Από το εσωτερικό ακούστηκαν βαριά βήματα. Κι ο Χάρι συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να είχε πάρει πρώτα τηλέφωνο. Digitalised By Jah®

Τ

Η πόρτα άνοιξε. Ο άνδρας που στεκόταν εμπρός του είχε μια ξανθιά φράντζα − στην ακμή της πρέπει να ήταν λαμπερή και υγιής και να είχε αποδειχθεί επωφελής, πείθοντάς τον πως, ακόμα κι όταν τον έπαιρναν τα χρόνια, η μαδημένη της εκδοχή θα συνέχιζε να τον καθιστά ελκυστικό. Φορούσε ένα καλοσιδερωμένο, γαλάζιο πουκάμισο, που ο Χάρι υπέθεσε ότι είχε επίσης από τα νεανικά του χρόνια. «Μάλιστα;» είπε ο άνδρας. Το πρόσωπό του είχε μια ανοιχτή και φιλική έκφραση, μάτια που έμοιαζαν να μην έχουν συναντήσει ποτέ εχθρικό βλέμμα. Το πουκάμισό του είχε στην τσέπη του ραμμένο έναν μικροσκοπικό παίκτη του πόλο. Ο Χάρι ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο όνομα κάτω από το κουδούνι. Ράκελ Φάουκε. Κι όμως ο άνδρας με το γοητευτικό, αδύναμο πρόσωπο στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας λες και το σπίτι τού ανήκε. Ο Χάρι ήξερε ότι είχε αρκετές αξιοπρεπείς επιλογές με τις οποίες ν’ ανοίξει τη συζήτηση, αλλά αυτή που διάλεξε τελικά ήταν η εξής: «Εσύ ποιος είσαι;». Ο άνδρας έκανε έναν μορφασμό που ο Χάρι δεν είχε καταφέρει ποτέ του να πετύχει: σούφρωσε τα φρύδια του χαμογελώντας. Η έκφραση ενός ανώτερου που διασκεδάζει με την αναίδεια ενός κατώτερού του. «Μιας και βρίσκεστε εκτός του σπιτιού κι εγώ εντός, ίσως να ήταν σωστότερο να μου πείτε εσείς ποιος είστε. Και τι θέλετε». «Μάλιστα» είπε ο Χάρι και χασμουρήθηκε δυνατά. Μπορεί να έφταιγε και το τζετ λαγκ. «Έχω έρθει να μιλήσω στην κυρία της οποίας το όνομα αναγράφεται στο κουδούνι». «Και είστε από...;» «Τους μάρτυρες του Ιεχωβά» είπε ο Χάρι, κοιτάζοντας το ρολόι του. Digitalised By Jah®

Αμέσως ο άνδρας κοίταξε πίσω από την πλάτη του Χάρι για να βρει τον αναμενόμενο δεύτερο άνδρα. «Ονομάζομαι Χάρι κι έρχομαι από το Χονγκ Κονγκ. Η Ράκελ πού είναι;» Ο άνδρας σήκωσε το ένα του φρύδι. «Ο γνωστός Χάρι;» «Μιας και τ’ όνομά μου είναι από τα λιγότερο δημοφιλή ονόματα στη Νορβηγία τα τελευταία πενήντα χρόνια, θα έλεγα πως, ναι, εγώ είμαι αυτός». Ο άνδρας κοίταξε τον Χάρι με ανανεωμένη περιέργεια, γνέφοντας με το κεφάλι του και μειδιώντας, λες και το μυαλό του αναμασούσε τις πληροφορίες που είχε λάβει για το πρόσωπο μπροστά του. Δεν έκανε όμως καμία κίνηση να φύγει από το άνοιγμα της πόρτας ή ν’ απαντήσει στην ερώτηση του Χάρι. «Λοιπόν;» είπε ο Χάρι, μεταφέροντας το βάρος του στο άλλο πόδι. «Θα της πω ότι περάσατε». Ο Χάρι ενέργησε πολύ γρήγορα. Ενστικτωδώς, σήκωσε το πόδι του ψηλά, με τη σόλα κάθετα, αποφεύγοντας να βρει η πόρτα τη μύτη του παπουτσιού του. Κάτι τέτοια τα είχε μάθει στην καινούργια του δουλειά. Ο άνδρας κοίταξε πρώτα το πόδι κι ύστερα τον ίδιο τον Χάρι. Η συγκαταβατική έκφραση ανωτερότητας που είχε πριν από λίγο είχε εξαφανιστεί. Κάτι πήγε να πει. Κάτι δηκτικό, κάτι που θα επέβαλλε εκ νέου την τάξη, αλλά ο Χάρι ήξερε ότι δεν θα τολμούσε έχοντας δει στο πρόσωπο του αστυνομικού την έκφραση που έκανε τους ανθρώπους ν’ αλλάξουν γνώμη. «Πρέπει να...» είπε ο άνδρας. Και σταμάτησε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Ο Χάρι περίμενε. Να δει τη σύγχυση στο πρόσωπό του. Τον δισταγμό. Την υποχώρηση. Ο άνδρας ανοιγόκλεισε ξανά τα μάτια του. Ύστερα έβηξε. «Δεν είναι εδώ». Ο Χάρι στάθηκε ακίνητος. Άφησε την ησυχία ν’ αντηχήσει τριγύρω. Δύο δευτερόλεπτα. Τρία. «Ε.... εεε... δεν ξέρω πότε θα γυρίσει». Ούτε ένας μυς δεν σάλεψε στο πρόσωπο του Χάρι. Το πρόσωπο Digitalised By Jah®

του άλλου άνδρα άλλαζε συνεχώς, λες κι αποζητούσε μια κατάλληλη έκφραση για να κρυφτεί από πίσω της. Και κατέληξε εκεί απ’ όπου είχε αρχίσει: σε ύφος φιλικό. «Με λένε Χανς Κρίστιαν. Ε... ζητώ συγγνώμη αν σε προσέβαλα προηγουμένως. Αλλά δεχόμαστε συνεχώς τόσες περίεργες ερωτήσεις σχετικά με την υπόθεση, που το σημαντικότερο πια είναι να βρει κάπως η Ράκελ την ησυχία της. Εγώ είμαι ο δικηγόρος της». «Ο δικηγόρος της;» «Ο δικηγόρος τους. Της Ράκελ και του Όλεγκ. Θες να περάσεις μέσα;» Ο Χάρι κατένευσε. Στο τραπέζι της τραπεζαρίας υπήρχαν ντάνες από χαρτιά. Ο Χάρι πλησίασε. Φάκελοι της υπόθεσης. Εκθέσεις. Το ύψος των χαρτιών μαρτυρούσε ότι η υπόθεση είχε ερευνηθεί εξονυχιστικά. «Μπορώ να ρωτήσω τι σε φέρνει μέχρι εδώ;» είπε ο Χανς Κρίστιαν. Ο Χάρι ξεφύλλισε τα διάφορα χαρτιά. Tεστ DNA. Μαρτυρίες. «Μπορείς;» «Τι να μπορώ;» «Γιατί είσαι εδώ, Χανς Κρίστιαν; Δεν έχεις γραφείο να πας να προετοιμάσεις την υπεράσπιση;» «Η Ράκελ θέλει να συμμετέχει όσο πιο πολύ γίνεται. Είναι κι η ίδια δικηγόρος. Άκουσε, Χόλε. Ξέρω πολύ καλά ποιος είσαι και ξέρω ότι κάποτε ήσουν ιδιαίτερα συνδεδεμένος με τη Ράκελ και τον Όλεγκ, αλλά...» «Κι εσύ πώς συνδέεσαι μαζί τους;» «Εγώ;» «Ναι, μοιάζεις να έχεις αναλάβει τη μέριμνα για καθετί». Ο Χάρι αγνόησε τον τόνο της φωνής του, αν και ήξερε ότι είχε προδοθεί, ότι ο άνδρας τον κοιτούσε τώρα έκπληκτος. Αν και ήξερε ότι είχε χάσει πλέον το πάνω χέρι. «Η Ράκελ κι εγώ είμαστε παλιοί φίλοι» είπε ο Χανς Κρίστιαν. Digitalised By Jah®

«Μεγάλωσα εδώ γύρω, ήμαστε συμφοιτητές και... ναι, αυτά. Όταν περνάς τα καλύτερα χρόνια της ζωής σου μαζί με κάποιον, ε, τέτοιοι δεσμοί δεν διαλύονται». Ο Χάρι κατένευσε. Ήξερε ότι καλά θα έκανε να κρατούσε το στόμα του κλειστό. Ήξερε πως ό,τι και να ’λεγε θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. «Χμ, περίεργο τότε που δεν άκουσα ποτέ τ’ όνομά σου όταν η Ράκελ κι εγώ ήμαστε μαζί». Ο Χανς Κρίστιαν δεν πρόλαβε ν’ απαντήσει. Άνοιξε η πόρτα. Κι εμφανίστηκε εκείνη. Ο Χάρι ένιωσε σκληρά νύχια να τρυπούν την καρδιά του και να την τραβάνε με βία. Η φιγούρα της ήταν ολόιδια: λεπτή, στητή. Το πρόσωπο, ολόιδιο: στο σχήμα της καρδιάς, με δυο σκούρα καστανά μάτια και το μεγάλο στόμα που γελούσε γεμάτο ευχαρίστηση. Τα μαλλιά της σχεδόν ίδια: μακριά, ίσως έναν τόνο πιο ανοιχτά. Μα τα μάτια της ήταν αλλαγμένα. Ήταν τα μάτια ενός κυνηγημένου ζώου, διεσταλμένα, άγρια. Σαν είδε τον Χάρι όμως, ήταν λες και κάτι από τα παλιά επανήλθε, κάτι από τον άνθρωπο που είχε κάποτε υπάρξει. Ή από αυτό που είχαν υπάρξει κάποτε οι δυο τους. «Χάρι» είπε η Ράκελ. Και στον ήχο της φωνής της όλα επανήλθαν. Έκανε δύο μεγάλα βήματα και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Η μυρωδιά των μαλλιών της. Τα δάχτυλά της στην πλάτη του. Πρώτη εκείνη χαλάρωσε τα χέρια της. Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω και την κοίταξε. «Καλά φαίνεσαι» της είπε. «Κι εσύ». «Ψεύτρα». Η Ράκελ χαμογέλασε στα πεταχτά. Τα μάτια της ήταν ήδη υγρά. Έμειναν να στέκονται έτσι, ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο Χάρι την άφησε να τον περιεργαστεί, να ρουφήξει τις εντυπώσεις: το παλιό του πρόσωπο με τη νέα του ουλή. «Χάρι» επανέλαβε εκείνη, Digitalised By Jah®

γέρνοντας το κεφάλι της προς το πλάι και γελώντας. Ένα δάκρυ τρεμόπαιξε στις βλεφαρίδες της κι ύστερα κύλησε. Μια γραμμή σχηματίστηκε στο απαλό της δέρμα. Κάπου μες στο δωμάτιο ένας άνδρας μ’ έναν παίκτη του πόλο στο στήθος έβηξε κι είπε ότι έπρεπε να πάει σε μια συνάντηση. Κι έτσι έμειναν μόνοι.

Ενώ η Ράκελ έφτιαχνε καφέ, ο Χάρι είδε το βλέμμα της να εξετάζει το μεταλλικό του δάχτυλο, μα κανείς τους δεν το σχολίασε. Υπήρχε μια σιωπηλή συμφωνία μεταξύ τους, ότι δεν θα ανέφεραν ποτέ ξανά τον Χιονάνθρωπο. Κι έτσι λοιπόν, καθισμένος στην καρέκλα της κουζίνας, ο Χάρι μίλησε για τη ζωή του στο Χονγκ Κονγκ. Της είπε όλα όσα μπορούσε να της πει· όλα όσα ήθελε να της πει. Ότι δούλευε ως «σύμβουλος οφειλετών» στους εκκρεμείς λογαριασμούς του Χέρμαν Κλούιτ κι ότι αυτό συνίστατο στο να συναντάει πελάτες με αργοπορημένες πληρωμές και να τους βοηθά να θυμηθούν τα χρέη τους με φιλικό τρόπο. Με λίγα λόγια, τους συμβούλευε να καταβάλουν τις οφειλές τους το συντομότερο δυνατόν. Το μοναδικό και ουσιαστικό του προσόν, εξήγησε ο Χάρι, ήταν ότι είχε ύψος 1.93, δίχως τα παπούτσια, φαρδιούς ώμους, κόκκινα μάτια και μια ολοκαίνουργια ουλή. «Φιλικός, επαγγελματίας. Κουστούμι, γραβάτα, πολυεθνικές στο Χονγκ Κονγκ, την Ταϊβάν και τη Σαγκάη. Δωμάτια ξενοδοχείων με ρουμ σέρβις. Ωραία γραφεία. Πολιτισμένες τράπεζες στο στιλ των ελβετικών, μα με κινεζικό αέρα. Δυτικοπρεπείς χειραψίες κι ανάλογες φιλοφρονήσεις. Και ασιατικά χαμόγελα. Οι περισσότεροι μας εξοφλούν την επόμενη μέρα. Ο Χέρμαν Κλούιτ μένει ευχαριστημένος. Γενικά, καταλαβαινόμαστε». Η Ράκελ σέρβιρε καφέ και στους δυο τους και κάθισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα: «Εγώ βρήκα δουλειά στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στα Digitalised By Jah®

γραφεία τους στο Άμστερνταμ. Νόμιζα ότι, αν φεύγαμε από αυτό το σπίτι, από αυτήν την πόλη, απ’ όλη την προσοχή, από...» Εμένα, σκέφτηκε ο Χάρι. «...τις αναμνήσεις, ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Και για λίγο καιρό έτσι κι έγινε. Κι ύστερα, ξέσπασαν όλα. Στην αρχή είχε αυτήν την παράλογη οργή. Όταν ήταν μικρός ο Όλεγκ δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή του. Μπορεί να ήταν γκρινιάρης ναι, αλλά ποτέ δεν ήταν... έτσι. Άρχισε να με κατηγορεί ότι του κατέστρεψα τη ζωή παίρνοντάς τον μακριά από το Όσλο. Το έλεγε ξέροντας ότι δεν μπορούσα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Κι όταν άρχιζα να κλαίω, έκλαιγε κι εκείνος. Με ρωτούσε γιατί σε έδιωξα. Ενώ μας είχες σώσει από... από...» Ο Χάρι έγνεψε με το κεφάλι του για να τη γλιτώσει απ’ το να προφέρει τ’ όνομά του. «Άρχισε να γυρίζει αργά τα βράδια. Έλεγε ότι συναντούσε φίλους, αλλά αυτούς τους φίλους εγώ δεν τους είχα γνωρίσει ποτέ. Μια μέρα παραδέχθηκε ότι είχε πάει σ’ ένα καφέ στο Λαϊντσεπλάιν για να καπνίσει φούντα». «Ποιο; Το Μπούλντογκ Πάλας που πάνε όλοι οι τουρίστες;» «Ναι. Κι εγώ σκέφτηκα τέλος πάντων, στο Άμστερνταμ είμαστε, μπορεί αυτό να είναι μέρος της όλης φάσης. Αλλά φοβόμουν κιόλας. Ο πατέρας του... ξέρεις τώρα, τι να σου λέω». Ο Χάρι κατένευσε. Τα αριστοκρατικά γονίδια του Όλεγκ, αυτά που πήρε από τον πατέρα του. Μανία, θυμός και κατάθλιψη. Η χώρα του Ντοστογιέφσκι. «Περνούσε ώρες στο δωμάτιό του ακούγοντας μουσική. Βαριά, καταθλιπτικά πράγματα. Ξέρεις για τι πράγμα μιλάμε...» Ο Χάρι συγκατάνευσε. «Αλλά και τους δίσκους σου άκουγε. Frank Zappa. Miles Davis. Supergrass. Neil Young. Supersilent». Τα ονόματα βγήκαν τόσο αβίαστα, που ο Χάρι υποψιάστηκε ότι παλιά κρυφάγουγε κι εκείνη. Digitalised By Jah®

«Και μια μέρα περνούσα με την ηλεκτρική το δωμάτιό του και βρήκα δυο χαπάκια με χαμόγελα επάνω». «Έκσταση;» Η Ράκελ έγνεψε καταφατικά. «Δυο μήνες μετά έστειλα αίτηση και βρήκα δουλειά στο γραφείο του γενικού εισαγγελέα κι επιστρέψαμε εδώ». «Στο ασφαλές κι αθώο Όσλο». Εκείνη ανασήκωσε απλώς τους ώμους της. «Ο Όλεγκ χρειαζόταν μια αλλαγή. Μια καινούργια αρχή. Έτσι κι έγινε. Δεν είναι ο τύπος του παιδιού που έχει πολλούς φίλους όπως ξέρεις, αλλά έκανε ένα δυο καινούργια φιλαράκια και τα πήγαινε και καλά στο σχολείο, μέχρι που...» Η φωνή της έσπασε. Ο Χάρι περίμενε. Ήπιε μια γουλιά καφέ. Ετοιμάστηκε ν’ ακούσει και τα υπόλοιπα. «Έφευγε και δεν γυρνούσε για μέρες ολόκληρες. Δεν ήξερα τι να κάνω πια. Έκανε ό,τι του κατέβαινε. Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους. Νομικά δεν ήταν ακόμη ενήλικας, αλλά κανείς δεν μπορούσε να επέμβει εφόσον δεν υπήρχαν στοιχεία για κατάχρηση ουσιών ή άλλα αδικήματα. Ένιωθα εντελώς ανήμπορη. Ποιος; Εγώ! Που πάντα νόμιζα ότι έφταιγαν οι γονείς, που πάντα είχα έτοιμες λύσεις για τα παιδιά των άλλων που έχαναν την μπάλα. Μη μένετε απαθείς, μην καταπιέζετε τα συναισθήματά σας! Αναλάβετε δράση!» Ο Χάρι κοίταξε το χέρι της, δίπλα στο δικό του πάνω στο τραπέζι. Τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της. Τις λεπτές φλεβίτσες στο λευκό της δέρμα, που συνήθως ήταν μαυρισμένο τέτοια εποχή, αρχές φθινοπώρου. Δεν υπέκυψε στην παρόρμηση να βάλει το δικό του πάνω στο δικό της. Κάτι τον εμπόδιζε. Ο Όλεγκ τον εμπόδιζε. Η Ράκελ αναστέναξε. «Κατέβηκα λοιπόν κι εγώ στο κέντρο κι άρχισα να ψάχνω. Κάθε βράδυ. Μέχρι που τον βρήκα. Στεκόταν σε μια γωνία της Τολμπουγκάτα και χάρηκε που με είδε. Μου είπε ότι ήταν Digitalised By Jah®

ευτυχισμένος. Ότι είχε βρει δουλειά κι ότι συγκατοικούσε με κάτι φίλους του. Ότι χρειαζόταν την ελευθερία του. Κι ότι δεν χρειαζόταν να κάνω τόσες ερωτήσεις. Ταξιδεύω, αυτό μου είπε. Όπως τα υπόλοιπα παιδιά από το Χολμενκόλεν, που είχαν φύγει για να κάνουν τον περίπλου του κόσμου, κάνοντας διάλειμμα ενός έτους από το σχολείο. Έτσι κι αυτός· έκανε τον περίπλου του κόσμου στο κέντρο του Όσλο». «Τι φορούσε;» «Τι εννοείς;» «Τίποτα. Για συνέχισε». «Μου είπε ότι θα γυρνούσε σπίτι σύντομα. Κι ότι θα τελείωνε το λύκειο. Συμφωνήσαμε, λοιπόν, να έρθει να φάμε μαζί το μεσημέρι της Κυριακής». «Και ήρθε;» «Ναι. Και όταν έφυγε, κατάλαβα ότι είχε τρυπώσει στο υπνοδωμάτιό μου κι είχε κλέψει το κουτί με τα κοσμήματά μου». Η Ράκελ πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα. «Μες στο κουτί ήταν και το δαχτυλίδι που μου είχες αγοράσει στο παζάρι του ΒέστκαντΤόργκε». «Στο Βέστκαντ-Τόργκε;» «Δεν θυμάσαι;» Το μυαλό του Χάρι άρχισε να τρέχει με ταχύτητα προς τα πίσω. Έπεσε πάνω σε μερικές μαύρες τρύπες, διάφορες λευκές και καταπιεσμένες μνήμες και κάτι μεγάλα κενά που τα είχε καταπιεί το αλκοόλ. Αλλά και σε περιοχές γεμάτες χρώματα και υφή. Σαν την ανάμνηση εκείνης της μέρας που είχαν περπατήσει στο παζάρι του Βέστκαντ-Τόργκε. Ήταν κι ο Όλεγκ μαζί τους, ή δεν ήταν; Φυσικά και ήταν. Εκείνη η φωτογραφία. Ο χρονοδιακόπτης της φωτογραφικής μηχανής. Τα φθινοπωρινά φύλλα. Ή μήπως είχε μπερδέψει τις μέρες; Είχαν περιπλανηθεί από πάγκο σε πάγκο: παλιά παιχνίδια, πιατικά, σκουριασμένα κουτιά πούρων, δίσκοι βινυλίου με ή χωρίς τις θήκες τους, αναπτήρες. Κι ένα χρυσό δαχτυλίδι. Digitalised By Jah®

Του είχε φανεί τόσο μοναχικό μες στο παζάρι. Κι έτσι ο Χάρι το αγόρασε και το φόρεσε στο δάχτυλό της. Για να βρει καινούργιο σπίτι, έτσι της είχε πει. Ή κάτι παρόμοιο. Κάτι επιπόλαιο που ήξερε πως η Ράκελ θα το ερμήνευε ως ντροπαλότητα, ως συγκαλυμμένη ομολογία αγάπης. Και πιθανόν να ήταν ακριβώς αυτό. Εν πάση περιπτώσει, είχαν σκάσει κι οι δυο τους στα γέλια: για την κίνηση του Χάρι, για το δαχτυλίδι, για το γεγονός ότι κι οι δυο τους ήξεραν πως ο άλλος ήξερε, για το ότι όλα ήταν εντάξει έτσι όπως ήταν. Όλα όσα ήθελαν και δεν ήθελαν συνάμα βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό το φτηνό, φθαρμένο δαχτυλίδι. Ένας όρκος ν’ αγαπούν ο ένας τον άλλο όσο πιο παθιασμένα μπορούσαν, όσο ακόμη άντεχαν, και να χωρίσουν όταν χανόταν πια αυτή η αγάπη. Όταν τελικά έφυγε η Ράκελ, ήταν για εντελώς διαφορετικούς λόγους βεβαίως. Για πολύ καλύτερους λόγους. Κι όμως, είχε κρατήσει το άκομψο και φανταχτερό τους δαχτυλίδι, το είχε φυλάξει στο κουτί με τα κοσμήματα της αυστριακής της μητέρας. «Τι λες, βγαίνουμε για λίγο έξω, τώρα που είναι ακόμη μέρα;» ρώτησε η Ράκελ. «Ναι» της ανταπέδωσε το χαμόγελο ο Χάρι. «Ας βγούμε».

Ανηφόρισαν τον στριφογυριστό δρόμο που έφτανε ως την κορυφή του λόφου. Τα φυλλοβόλα δέντρα προς τ’ ανατολικά ήταν κατακόκκινα, σαν να ’χαν πιάσει φωτιά. Το φως στραφτάλιζε πάνω στο φιόρδ, κάνοντας το νερό να μοιάζει με χυμένο μέταλλο. Αλλά αυτό που συνάρπαζε τον Χάρι, ως συνήθως, ήταν τα χτιστά, κατασκευασμένα κομμάτια της πόλης. Το πόσο έμοιαζε με μυρμηγκοφωλιά. Τα σπίτια της, τα πάρκα, οι δρόμοι κι οι γερανοί της, τα πλοία στο λιμάνι, τα φώτα που είχαν αρχίσει ν’ ανάβουν εδώ κι εκεί. Τα αυτοκίνητα και τα τρένα που διέσχιζαν το τοπίο. Το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Και η ερώτηση που ρωτούν μόνο εκείνοι που έχουν τον χρόνο να σταματήσουν και να Digitalised By Jah®

περιεργαστούν τ’ απασχολημένα μυρμηγκάκια κάτω από τα πόδια τους: Γιατί; «Ονειρεύομαι μια ζωή ήσυχη, γαλήνια» είπε η Ράκελ. «Τίποτα παραπάνω από αυτό. Εσύ; Τι ονειρεύεσαι;» Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Ονειρεύομαι ότι βρίσκομαι σ’ έναν στενό διάδρομο κι ότι πέφτει μια χιονοστιβάδα και με καταπλακώνει». «Έλα, μωρέ Χάρι». «Τι θες να πω; Με ξέρεις με την κλειστοφοβία μου». «Ονειρευόμαστε αυτά που φοβόμαστε κι αυτά που επιθυμούμε. Να εξαφανιστούμε, να θαφτούμε. Είναι κι αυτό ενός είδους ασφάλεια, δεν είναι;» Ο Χάρι έχωσε τις χούφτες του ακόμα πιο βαθιά στις τσέπες του. «Ας πούμε απλώς πως πριν από τρία χρόνια βρέθηκα θαμμένος κάτω από μία χιονοστιβάδα». «Δηλαδή πήγες μέχρι το μακρινό Χονγκ Κονγκ και παρ’ όλα αυτά δεν ξέφυγες από τα φαντάσματά σου;» «Α όχι» είπε ο Χάρι. «Το Χονγκ Κονγκ αραίωσε κατά πολύ το πλήθος τους». «Σοβαρά;» «Η αλήθεια είναι ότι μπορείς να ξεφύγεις από το παρελθόν, Ράκελ. Η τέχνη του ν’ αντιμετωπίζεις τα φαντάσματά σου συνίσταται στο να τα κοιτάς στα ίσια αρκετή ώρα ώσπου να καταλάβεις ότι δεν είναι τίποτα παραπάνω από αυτό: φαντάσματα. Δίχως ζωή και δίχως δύναμη». «Μάλιστα» είπε η Ράκελ μ’ ένα ύφος που τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι δεν της άρεσε η συζήτηση που είχαν ξεκινήσει. «Και για πες, από γυναίκες στη ζωή σου τι γίνεται;» Η ερώτηση βγήκε εύκολα· τόσο εύκολα, που ο Χάρι δεν την πίστεψε. «Ε». «Πες μου». Είχε φορέσει τα γυαλιά ηλίου της. Δύσκολο να πει κανείς πόσα Digitalised By Jah®

πραγματικά ήθελε ν’ ακούσει. Ο Χάρι αποφάσισε να το ζυγίσει ως εξής: πόσα είχε εκείνος όρεξη ν’ ακούσει με τη σειρά του. «Ήταν Κινέζα». «Ήταν; Γιατί, πέθανε;» Του χαμογέλασε παιδιάστικα. Ο Χάρι σκέφτηκε ότι μάλλον θα τις άντεχε τις αποκαλύψεις του. Θα το προτιμούσε όμως αν είχε δείξει λίγο περισσότερη ευαισθησία. «Επιχειρηματίας στη Σαγκάη είναι. Έχει το δικό της guanxi, το δικό της δίκτυο χρήσιμων διασυνδέσεων. Κι έναν πλούσιο, ηλικιωμένο σύζυγο. Κι όταν τη βολεύει, έχει κι εμένα». «Με άλλα λόγια, εκμεταλλεύεσαι τη μανία της να φροντίζει συνεχώς κάποιον». «Δεν θα το έλεγα». «Όχι;» «Όχι. Απαιτεί συγκεκριμένα πράγματα, σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Και με συγκεκριμένο τρόπο. Της αρέσει...» «Αρκετά!» είπε η Ράκελ. Ο Χάρι χαμογέλασε πικρόχολα. «Ξέρεις πως πάντα είχα αδυναμία στις γυναίκες που ξέρουν τι θέλουν». «Είπα, αρκετά». «Μήνυμα ελήφθη». Συνέχισαν να περπατούν σιωπηλοί. Μέχρι που ο Χάρι αποφάσισε επιτέλους να ξεστομίσει τις λέξεις που τόσην ώρα κρέμονταν πάνω απ’ τα κεφάλια τους: «Και τι συμβαίνει μ’ αυτόν τον τύπο, τον Χανς Κρίστιαν;». «Τον Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν; Είναι ο δικηγόρος του Όλεγκ». «Δεν θυμάμαι να ’χω ακούσει ποτέ το όνομα Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν στο Ανθρωποκτονιών». «Είναι από εδώ γύρω. Ήμαστε μαζί στη Νομική. Εμφανίστηκε και μας προσέφερε τις υπηρεσίες του». «Χμ. Κατάλαβα». Η Ράκελ γέλασε. «Θυμάμαι ότι μου είχε ζητήσει να βγούμε μια δυο φορές όταν ήμαστε φοιτητές. Κι ήθελε να κάνουμε μαζί Digitalised By Jah®

μαθήματα χορού τζαζ». «Θεός φυλάξοι». Η Ράκελ ξαναγέλασε. Χριστέ μου, πόσο του είχε λείψει αυτό το γέλιο. Τον σκούντηξε πειραχτικά. «Ξέρεις πως πάντα είχα αδυναμία στους άνδρες που ξέρουν τι θέλουν». «Ναι, μάλιστα» είπε ο Χάρι. «Και τι ακριβώς έχουν κάνει όλοι αυτοί οι άνδρες για σένα;» Εκείνη δεν απάντησε. Δεν χρειαζόταν. Απλώς έσμιξε τα μεγάλα μαύρα της φρύδια, δημιουργώντας το αυλάκι που ο Χάρι συνήθιζε να χαϊδεύει απαλά κάθε φορά που εμφανιζόταν. «Καμιά φορά είναι προτιμότερο να έχεις έναν δικηγόρο που σου είναι αφοσιωμένος, παρά έναν δικηγόρο που είναι τόσο έμπειρος ώστε να νομίζει ότι ξέρει εξαρχής το αποτέλεσμα». «Χμ. Εννοείς κάποιον που γνωρίζει ότι πρόκειται για χαμένη υπόθεση». «Εννοείς ότι θα έπρεπε να είχα χρησιμοποιήσει κάποιον που βρίσκεται χρόνια στο κουρμπέτι;» «Ε, όσο να ’ναι, οι καλύτεροι από δαύτους είναι όντως αφοσιωμένοι στους πελάτες τους». «Μιλάμε για μικροϋπόθεση ναρκωτικών, Χάρι. Οι καλύτεροι από δαύτους είναι απασχολημένοι με πολύκροτες υποθέσεις». «Λοιπόν, τι έχει πει ο Όλεγκ στον αφοσιωμένο του δικηγόρο για ό,τι συνέβη;» Η Ράκελ ξεφύσηξε. «Ότι δεν θυμάται απολύτως τίποτα. Και πέραν αυτού, δεν λέει κουβέντα για τίποτε άλλο». «Και σ’ αυτό βασίζεται η όλη υπεράσπιση;» «Κοίταξε να δεις, ο Χανς Κρίστιαν είναι άριστος στον τομέα του. Ξέρει πολύ καλά τι παίζεται. Έχει τους καλύτερους συμβούλους. Και δουλεύει νυχθημερόν. Πραγματικά». «Με λίγα λόγια, εκμεταλλεύεσαι τη μανία του να φροντίζει συνεχώς κάποιον;» Digitalised By Jah®

Αυτή τη φορά η Ράκελ δεν γέλασε. «Μάνα είμαι. Τα πράγματα είναι απλά: θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου». Σταμάτησαν στις αρχές του δάσους και κάθισαν σε δυο κορμούς ελάτων. Ο ήλιος βουτούσε ανάμεσα στις κορυφές των δέντρων προς τα δυτικά σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι. «Ξέρω για ποιον λόγο ήρθες» είπε η Ράκελ. «Αλλά ποιο ακριβώς είναι το σχέδιό σου;» «Να βρω αν ο Όλεγκ είναι ένοχος πέραν πάσης αμφιβολίας». «Για ποιον λόγο;» Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Γιατί είμαι γεννημένος ερευνητής. Γιατί έτσι είναι οργανωμένη αυτή η μυρμηγκοφωλιά μας. Γιατί κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί αν δεν είμαστε σίγουροι για την ενοχή του». «Κι εσύ δεν είσαι;» «Όχι, δεν είμαι». «Και γι’ αυτό είσαι εδώ;» Οι σκιές των ελάτων έσκυψαν πάνω τους. Ο Χάρι ανατρίχιασε μέσα στο λινό του κουστούμι. Ο θερμοστάτης του κορμιού του δεν είχε ακόμη προσαρμοστεί στις 59.9 μοίρες βόρεια. «Είναι πολύ περίεργο» είπε ο Χάρι «αλλά αδυνατώ να θυμηθώ οτιδήποτε άλλο εκτός από αποσπασματικές εικόνες από τότε που ήμαστε μαζί. Κοιτάζω μια φωτογραφία και θυμάμαι. Θυμάμαι πως ήμαστε όπως μας δείχνει η φωτογραφία. Ακόμα κι αν ξέρω ότι δεν είναι αλήθεια». Την κοίταξε. Η Ράκελ καθόταν με το πιγούνι ακουμπισμένο στο ένα της χέρι. Ο ήλιος έλαμπε στο συνοφρυωμένο βλέμμα της. «Ίσως γι’ αυτό να τραβάμε και φωτογραφίες» συνέχισε ο Χάρι. «Για να έχουμε ψευδή στοιχεία που θα υποστηρίξουν τον ψευδή ισχυρισμό ότι υπήρξαμε ευτυχισμένοι. Γιατί η σκέψη ότι δεν υπήρξαμε ποτέ ευτυχείς, έστω και για μια μικρή περίοδο της ζωής μας, μας είναι εντελώς ανυπόφορη. Οι μεγάλοι διατάσσουν τα παιδιά να χαμογελούν στις φωτογραφίες, τ’ αναγκάζουν να πάρουν Digitalised By Jah®

μέρος σ’ αυτό το ψέμα, κι έτσι χαμογελάμε όλοι μας, υποκρινόμαστε ότι είμαστε ευτυχείς. Ο Όλεγκ όμως δεν μπορούσε ποτέ να χαμογελάσει αν δεν ήταν πράγματι ευτυχισμένος, δεν μπορούσε να πει ψέματα, δεν το είχε αυτό το χάρισμα». Ο Χάρι γύρισε το πρόσωπό του προς τον ήλιο, ρούφηξε τις τελευταίες αχτίνες που ξεχύνονταν σαν μακριά κίτρινα δάχτυλα ανάμεσα στα ψηλότερα κλαδιά της κορυφογραμμής. «Βρήκα μια φωτογραφία των τριών μας στο ντουλάπι του στο στάδιο του Βάλε Χόβιν. Και ξέρεις κάτι, Ράκελ; Χαμογελούσε». Ο Χάρι κοίταξε με προσήλωση τα έλατα γύρω του. Το λιγοστό χρώμα που τους έμενε έσβησε γρήγορα και στέκονταν τώρα σαν στοιχισμένες σιλουέτες μαυροφορεμένων φρουρών. Και τότε την άκουσε να πλησιάζει, ένιωσε το χέρι της κάτω από το μπράτσο του, το κεφάλι της στον ώμο του, το καυτό της μάγουλο μέσα από το λινό ύφασμα του σακακιού του· μύρισε το άρωμα των μαλλιών της. «Δεν έχω ανάγκη από φωτογραφίες για να μου θυμίζουν πόσο ευτυχισμένοι ήμαστε, Χάρι». «Χμ». «Ίσως τελικά να έμαθε από μόνος του πώς να λέει ψέματα. Συμβαίνει σ’ όλους μας». Ο Χάρι έγνεψε καταφατικά. Μία ριπή του ανέμου τον έκανε ν’ ανατριχιάσει. Πότε είχε μάθει να λέει ψέματα ο ίδιος; Μήπως ήταν τότε που η Αδελφούλα του τον είχε ρωτήσει αν η μαμά μπορούσε να τους δει από τα ουράνια; Τόσο νωρίς; Γι’ αυτό του ήταν τόσο εύκολο να υποκριθεί ότι δεν είχε ιδέα τι έκανε ο Όλεγκ; Η χαμένη αθωότητα του Όλεγκ δεν συνίστατο στο ότι είχε μάθει να λέει ψέματα, ούτε στο ότι είχε μάθει πώς να τρυπιέται με ηρωίνη ή πώς να κλέβει τα κοσμήματα της μάνας του. Συνίστατο στο ότι είχε μάθει πώς να πουλάει ναρκωτικά δίχως ρίσκο και με εκπληκτική αποτελεσματικότητα, ουσίες που κατέτρωγαν την ψυχή και διέλυαν το σώμα, στέλνοντας τον αγοραστή τους στην παγωμένη, υγρή κόλαση του εθισμού. Ακόμα κι αθώος να ήταν για τον φόνο του Digitalised By Jah®

Γκούστο, θα παρέμενε ένοχος. Τους έστελνε στα ουράνια. Μέσω Ντουμπάι. Fly Emirates. Το Ντουμπάι είναι στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ούτε Άραβες ήταν μπλεγμένοι ούτε τίποτα. Μόνο βαποράκια με φανέλες της Άρσεναλ, που πουλούσαν βιολίνη. Παραλάμβαναν φανέλες κι οδηγίες μαζί: οδηγίες για το πώς μπορούσαν να πουλάνε τα ναρκωτικά με τον καλύτερο τρόπο· ο ένας έχει τα λεφτά, ο άλλος το προϊόν. Μια τόσο κοινή κι όμως ξεχωριστή φανέλα, που έδειχνε τι πουλούσαν και σε ποια οργάνωση ανήκαν. Όχι σε αυτές τις εφήμερες συμμορίες που έτρωγαν πάντα τα μούτρα τους λόγω της απληστίας, της βλακείας, της τεμπελιάς και της απερισκεψίας τους, αλλά σε μια οργάνωση που δεν έπαιρνε ανόητα ρίσκα, δεν αποκάλυπτε τους χρηματοδότες της κι έμοιαζε να ’χει ακόμη το μονοπώλιο του νέου, αγαπημένου ναρκωτικού των τοξικομανών. Κι ο Όλεγκ ήταν μέρος αυτής της οργάνωσης. Ο Χάρι δεν ήξερε και πολλά από ποδόσφαιρο, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρος ότι ο Φαν Πέρσι και ο Φάμπρεγκας ήταν παίκτες της Άρσεναλ. Και εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι κανείς οπαδός της Τότεναμ δεν θα καταδεχόταν να έχει φανέλα της Άρσεναλ αν δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος. Κάτι είχε προλάβει να του μάθει κι ο Όλεγκ από ποδόσφαιρο. Ο Όλεγκ είχε λοιπόν έναν πάρα πολύ καλό λόγο να μη μιλάει ούτε στην αστυνομία ούτε στον Χάρι. Δούλευε για κάποιον ή για κάτι για το οποίο κανείς δεν γνώριζε τίποτα. Για κάποιον ή για κάτι που βούλωνε τα στόματα όλων. Από εκεί έπρεπε ν’ αρχίσει ο Χάρι. Η Ράκελ είχε ξεσπάσει σε κλάματα κι είχε χώσει το πρόσωπό της στον λαιμό του. Τα δάκρυά της ζέσταιναν το δέρμα του καθώς κυλούσαν μέσα από το σακάκι του, πάνω στο στέρνο, πάνω στην καρδιά του. Το σκοτάδι γρήγορα κάλυψε τα πάντα.

Digitalised By Jah®

Ο Σεργκέι ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, χαζεύοντας το ταβάνι. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν αργά, ένα ένα. Αυτό ήταν το πιο βαρετό μέρος της υπόθεσης: η αναμονή. Άσε που δεν ήταν σίγουρος ότι αυτό που περίμενε να συμβεί θα συνέβαινε όντως. Αν το αναγκαίο θα γινόταν τελικά ανάγκη. Δεν είχε κοιμηθεί καλά. Είχε εφιάλτες. Κάποια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να μάθει στα σίγουρα. Πήρε λοιπόν τον Αντρέι τηλέφωνο και ζήτησε να μιλήσει στον Θείο του. Αλλά ο Αντρέι απάντησε ότι ο αταμάν δεν ήταν εκεί. Αυτό μόνο. Έτσι συνέβαινε πάντα με τον Θείο του. Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ο Σεργκέι δεν ήξερε καν ότι υπήρχε αυτός ο άνθρωπος. Μόνο αφότου εμφανίστηκε ο ίδιος −ή μάλλον, o αρμένης αχυράνθρωπός του− κι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, άρχισε κι ο Σεργκέι να ρωτάει από εδώ κι από εκεί για να μάθει. Ήταν χαρακτηριστικό το πόσο λίγα ήξεραν οι υπόλοιποι της οικογενείας για τον συγκεκριμένο Θείο. Ο Σεργκέι ανακάλυψε ότι είχε έρθει από τη Δύση κι είχε παντρευτεί κάποιαν από την οικογένειά του κάποια στιγμή τη δεκαετία του 1950. Κάποιοι έλεγαν ότι καταγόταν από τη Λιθουανία, από μια οικογένεια κουλάκων, την τάξη των αγροτών και γαιοκτημόνων που απελάθηκε από τον Στάλιν, κι ότι τους είχαν στείλει στη Σιβηρία. Άλλοι έλεγαν ότι ανήκε σε μια μικρή ομάδα Μαρτύρων του Ιεχωβά που είχαν σταλεί στη Σιβηρία από τη Μολδαβία το 1951. Μια ηλικιωμένη θεία τού είπε πως, παρόλο που ο εν λόγω Θείος ήταν ένας μορφωμένος, γλωσσικά ταλαντούχος και ευγενής άνδρας, είχε προσαρμοστεί μονομιάς στον απλό τρόπο ζωής τους και είχε υιοθετήσει τις αρχαίες σιβηρικές παραδόσεις των Ούρκα λες κι ήταν δικές του. Κι ότι ήταν πιθανόν αυτή του η ικανότητα να προσαρμόζεται, μαζί με το εμφανές του επιχειρηματικό ταλέντο, που έπεισε τους υπόλοιπους να τον δεχτούν ως αρχηγό τους. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ήταν επικεφαλής ενός από τα πιο επικερδή δίκτυα λαθρεμπορίου στη νότια Σιβηρία. Είχε τόσο μεγάλη γκάμα επιχειρήσεων που τη Digitalised By Jah®

δεκαετία του ’80 ήταν πια αδύνατον στις Αρχές να κάνουν τα στραβά μάτια, παρ’ όλες τις δωροδοκίες. Ενώ η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε τριγύρω τους, η αστυνομία τούς την έπεσε με μια έφοδο τόσο βίαιη και αιματηρή, που ένας γείτονας που θυμόταν τον Θείο την περιέγραψε περισσότερο σαν κεραυνοβόλο πόλεμο παρά σαν το βαρύ χέρι του νόμου. Στην αρχή ακούστηκε ότι ο Θείος είχε σκοτωθεί. Υπήρχαν φήμες ότι τον είχε βρει μια σφαίρα στην πλάτη κι ότι η αστυνομία, φοβούμενη αντίποινα, είχε πετάξει στα κρυφά το πτώμα του στον ποταμό Λένα. Ένας από τους αστυνομικούς είχε κλέψει τον σουγιά του κι αδυνατούσε να το βουλώσει από την πολλή περηφάνια του. Παρ’ όλα αυτά, έναν χρόνο αργότερα, ο Θείος έδωσε σημάδια ζωής από τη Γαλλία. Διαμήνυσε ότι είχε φύγει για να κρυφτεί και το μόνο που ήθελε να μάθει ήταν αν η γυναίκα του ήταν έγκυος. Η κοπέλα δεν ήταν και, κατόπιν τούτου, κανείς στο Ταγκίλ δεν ξανάμαθε νέα του για πολλά χρόνια ακόμα. Μέχρι που πέθανε η σύζυγός του. Τότε ο Θείος επέστρεψε για την κηδεία της, είπε ο Πατέρας. Πλήρωσε τα πάντα. Και μια ορθόδοξη κηδεία μόνο φτηνή δεν είναι. Έδωσε επίσης λεφτά σε όποιον συγγενή της τα χρειαζόταν. Ο Πατέρας δεν ήταν μεταξύ αυτών, αλλά σε εκείνον απευθύνθηκε όταν χρειάστηκε να μάθει πληροφορίες για την οικογένεια που άφηνε πίσω η γυναίκα του στο Ταγκίλ. Τότε ήταν που γνώρισε και τον ανιψιό του, τον μικρό Σεργκέι. Το επόμενο πρωί, ο Θείος είχε εξαφανιστεί όσο παράξενα κι απότομα είχε κάνει την εμφάνισή του. Τα χρόνια πέρασαν, ο Σεργκέι έγινε έφηβος, ύστερα ενήλικας, και οι περισσότεροι νόμιζαν ότι ο Θείος −τον οποίο θυμούνταν ως ηλικιωμένο ακόμα και τότε που είχε πάει στη Σιβηρία− είχε αναπαυθεί εις τόπον χλοερόν. Μα όταν ο Σεργκέι συνελήφθη για λαθρεμπόριο μαριχουάνας, έκανε την εμφάνισή του ένας άνδρας, ένας Αρμένης που αυτοσυστήθηκε ως αχυράνθρωπος του Θείου του, καθάρισε την υπόθεση και κάλεσε τον Σεργκέι, με επίσημη πρόσκληση του Θείου του, στη Νορβηγία. Ο Σεργκέι κοίταξε το ρολόι του. Και επιβεβαίωσε ότι είχαν Digitalised By Jah®

περάσει ακριβώς δώδεκα λεπτά από την τελευταία φορά που είχε δει την ώρα. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να τον φανταστεί. Τον αστυνομικό. Παρεμπιπτόντως, υπήρχε μία ακόμα ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια γύρω από τον υποτιθέμενο θάνατο του Θείου του: τον αστυνομικό που είχε κλέψει το μαχαίρι του τον είχαν βρει λίγο αργότερα στην τάιγκα· ή μάλλον βρήκαν ό,τι είχε απομείνει από εκείνον· τα υπόλοιπα τα είχε κατασπαράξει κάποια αρκούδα. Όταν το τηλέφωνο χτύπησε, είχε πέσει πια το σκοτάδι. Μέσα κι έξω. Ήταν ο Αντρέι.

Digitalised By Jah®

10

Τουρ Σουλτς ξεκλείδωσε την εξώπορτα του σπιτιού του, κοίταξε γύρω του στα σκοτεινά κι αφουγκράστηκε για λίγο την πυκνή ησυχία. Κάθισε στον καναπέ δίχως ν’ ανοίξει το φως και περίμενε τον καθησυχαστικό βρυχηθμό του επόμενου αεροπλάνου. Τον είχαν αφήσει ελεύθερο. Ένας άνδρας που του είχε συστηθεί ως επιθεωρητής είχε μπει στο κελί του, είχε σκύψει μπροστά του και τον είχε ρωτήσει γιατί στον διάολο είχε κρύψει άμυλο πατάτας στη βαλίτσα του. «Άμυλο;» «Έτσι μας είπαν από την Κρίπος. Βρήκαν, λέει, άμυλο πατάτας». Ο Τουρ Σουλτς επανέλαβε τότε όσα είχε πρωτοπεί όταν τον συνέλαβαν, τις προκάτ απαντήσεις που είχε για περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, πως δεν είχε ιδέα πώς βρέθηκε η πλαστική σακούλα στη βαλίτσα του, πως δεν είχε ιδέα τι περιείχε. «Λες ψέματα» του είχε πει ο επιθεωρητής. «Θα σε παρακολουθούμε εφεξής». Κι ύστερα είχε κρατήσει την πόρτα του κελιού ανοιχτή, γνέφοντάς του πως ήταν ελεύθερος να φύγει. Ένας διαπεραστικός ήχος γέμισε το άδειο, σκοτεινό δωμάτιο. Ο Τουρ πετάχτηκε όρθιος και ψηλαφώντας έφτασε μέχρι τοDigitalised τηλέφωνο By Jah®

Ο

που ήταν σε μια ξύλινη καρέκλα δίπλα στον πάγκο με τα βάρη. Ήταν ο προϊστάμενός του. Τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία τον απομάκρυνε από διεθνείς προορισμούς μέχρι νεωτέρας και τον τοποθετούσε αποκλειστικά σε πτήσεις εσωτερικού. Ο Τουρ ρώτησε γιατί. Το αφεντικό τον ενημέρωσε ότι είχε συγκληθεί συμβούλιο για να συζητηθεί η όλη κατάσταση. «Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν γίνεται να σ’ έχουμε να πετάς σε διεθνείς προορισμούς με όλες αυτές τις υποψίες γύρω από το πρόσωπό σου». «Και τότε γιατί δεν με απολύετε;» «Ε». «Τι ε;» «Αν σε απολύσουμε και το πάρουν χαμπάρι οι δημοσιογράφοι, θα υποθέσουν ότι σε θεωρούμε ένοχο και αυτό θα ήταν βούτυρο στο ψωμί τους... Δεν υπάρχει καμιά αιχμή εναντίον σου». «Ενώ δεν με θεωρείτε ένοχο;» Μια στιγμή σιωπής πριν από την απάντηση. «Θα προκαλούσε τεράστια ζημιά στην εταιρεία αν έβγαινε παραέξω ότι υποπτευόμασταν έναν από τους πιλότους μας για λαθρεμπόριο ναρκωτικών, δεν βρίσκεις;» Υπήρχε αιχμή εναντίον του λοιπόν. Οι επόμενες λέξεις χάθηκαν μέσα στη βοή ενός Τουπόλεφ TU-154. Ο Τουρ κατέβασε το ακουστικό. Ψηλαφώντας, ξαναβρήκε τον καναπέ και κάθισε. Χάιδεψε με τα δάχτυλά του την επιφάνεια του γυάλινου τραπεζιού: ξεραμένες μύξες, σάλιο και κοκαΐνη. Και τώρα; Ποτό ή κόκα; Ή μήπως ποτό και κόκα; Σηκώθηκε όρθιος. Το Τουπόλεφ πετούσε χαμηλά. Τα φώτα του πλημμύρισαν το καθιστικό και, για μια στιγμή, ο Τουρ είδε τη μορφή του ν’ αντανακλάται στο τζάμι. Κι ύστερα ξανά σκοτάδι. Είχε προλάβει όμως να το δει· στα μάτια Digitalised By Jah®

του. Κι ήξερε ότι θα το έβλεπε και στα μάτια των συναδέλφων του: την περιφρόνηση, την καταδίκη και, χειρότερα απ’ όλα, τον οίκτο. Πτήσεις εσωτερικού. Θα σε παρακολουθούμε. I see you. Αν δεν μπορούσε να πετάξει πια στο εξωτερικό, δεν θα τους ήταν πια χρήσιμος. Θα ήταν μονάχα παράγοντας ρίσκου· απελπισμένος, χρεωμένος κι εθισμένος στην κοκαΐνη. Ένας άνδρας υπό παρακολούθηση από την αστυνομία, ένας άνδρας υπό πίεση. Δεν γνώριζε πολλά γι’ αυτούς, ήταν όμως αρκετά ώστε να καταλάβει ότι μπορούσε να καταστρέψει την υποδομή που είχαν χτίσει. Θα έκαναν ό,τι έκριναν απαραίτητο. Ο Τουρ Σουλτς έπλεξε τις παλάμες του στο πίσω μέρος του κεφαλιού του και βόγκηξε δυνατά. Δεν ήταν γεννημένος για να πετάει πολεμικά αεροσκάφη. Το σκάφος του είχε αρχίσει τις περιδινήσεις κι η ψυχή του Τουρ δεν το ’λεγε να ανακτήσει τον έλεγχο: καθόταν απλώς και κοιτούσε το περιστρεφόμενο έδαφος να τον πλησιάζει ολοένα. Ξέροντας ότι η μοναδική του ελπίδα ήταν να θυσιάσει το αεροσκάφος. Έπρεπε να ενεργοποιήσει το εκτινασσόμενο κάθισμα. Να πηδήξει έξω. Τώρα. Έπρεπε να βρει κάποιον πολύ υψηλά ιστάμενο στην αστυνομία, κάποιον που θα ήταν στα σίγουρα υπεράνω χρημάτων και διαφθοράς, υπεράνω ναρκοσυμμοριών. Έπρεπε να πάει στην κορυφή. Ναι, σκέφτηκε ο Τουρ Σουλτς. Εξέπνευσε κι ένιωσε τους μυς που δεν είχε καταλάβει ότι ήταν σφιγμένοι να χαλαρώνουν. Θα πήγαινε στην κορυφή. Πριν απ’ όλα, όμως, ένα ποτό. Και μια γραμμή κόκα.

Ο Χάρι πήρε το κλειδί του δωματίου του από τον ίδιο νεαρό στη ρεσεψιόν. Τον ευχαρίστησε κι ανέβηκε τα σκαλιά με μεγάλες δρασκελιές. Δεν είχε δει ούτε μία φανέλα της Άρσεναλ από τον σταθμό του Digitalised By Jah®

μετρό στο Εγκερτόργκε μέχρι το ξενοδοχείο Λεόν. Πλησιάζοντας προς το δωμάτιο 301, επιβράδυνε τον βηματισμό του. Δύο από τις λάμπες του διαδρόμου είχαν καεί, κάνοντας το σκοτάδι τόσο πυκνό, που ίσα ίσα διέκρινε τη χαραμάδα φωτός κάτω από την πόρτα του δωματίου του. Στο Χονγκ Κονγκ οι τιμές του ηλεκτρικού ήταν τόσο υψηλές, που είχε ξεχάσει την κακή νορβηγική συνήθειά του ν’ αφήνει τα φώτα ανοιχτά όταν έβγαινε από το σπίτι, αλλά δεν μπορούσε να είναι και εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι το φως δεν το είχε ξεχάσει αναμμένο η καθαρίστρια. Αν είχε ξεχάσει το φως, τότε είχε ξεχάσει να κλειδώσει και την πόρτα. Ο Χάρι στάθηκε με το κλειδί στο δεξί του χέρι καθώς η πόρτα άνοιξε από μόνη της. Η μοναδική λάμπα που κρεμόταν από το ταβάνι φώτιζε μια μοναχική φιγούρα. Στεκόταν με την πλάτη προς εκείνον, σκυμμένη πάνω από τη βαλίτσα του πάνω στο κρεβάτι. Καθώς η ανοιχτή πόρτα χτυπούσε στον τοίχο μ’ έναν μικρό γδούπο, η φιγούρα γύρισε ήρεμα κι ένας άνδρας με οβάλ αυλακωμένο πρόσωπο κοίταξε τον Χάρι με σκυλίσιο βλέμμα. Ήταν ψηλός και καμπούρης, φορούσε ένα μακρύ παλτό, ένα μάλλινο πουλόβερ κι ένα βρόμικο κολάρο πάστορα γύρω από τον λαιμό του. Τα μακριά αχτένιστα μαλλιά του χωρίζονταν στη μέση του προσώπου του κι αποκάλυπταν τα μεγαλύτερα μάτια που ο Χάρι είχε δει ποτέ του. Ο άνδρας ήταν τουλάχιστον εβδομήντα ετών. Ήταν τόσο μα τόσο διαφορετικοί, κι όμως η πρώτη εντύπωση του Χάρι ήταν πως κοιτούσε τον αντικατοπτρισμό του. «Τι σκατά νομίζεις ότι κάνεις;» ρώτησε ο Χάρι από τον διάδρομο. Διαδικασία ρουτίνας. «Εσύ τι λες;» Η φωνή του ήταν πολύ πιο νεανική από το πρόσωπό του, μεταλλική, κι είχε αυτή την ιδιότυπη σουηδική χροιά που αγαπούν, για κάποιον λόγο, τα σουηδικά χορευτικά συγκροτήματα και οι ιεροκήρυκες. «Μπήκα να δω μήπως κι είχες τίποτα αξίας». Δεν ήταν η χροιά της φωνής του· μιλούσε όντως σουηδικά. Σήκωσε ψηλά τα δυο του χέρια. Στο δεξί κρατούσε έναν διεθνή Digitalised By Jah®

μετασχηματιστή ηλεκτρικού ρεύματος, στο αριστερό μια έκδοση τσέπης του Αμερικανικού Ειδυλλίου του Φίλιπ Ροθ. «Τίποτα δεν έχεις, ε;» Ο άνδρας πέταξε τα πράγματα που κρατούσε πάνω στο κρεβάτι. Κοίταξε πρώτα μέσα στη βαλιτσούλα κι ύστερα, με περιέργεια, τον Χάρι. «Ούτε καν μηχανή ξυρίσματος». «Τι σκατά...» είπε ο Χάρι και, αγνοώντας τη γνωστή διαδικασία, μπήκε φουριόζος στο δωμάτιο κι έκλεισε με μανία το καπάκι της βαλίτσας. «Ήρεμα, γιε μου» είπε ο άνδρας, σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά. «Μην το παίρνεις και προσωπικά. Είσαι νέος σ’ αυτά τα μέρη. Το ερώτημα είναι ποιος θα προλάβαινε να σε πρωτοκλέψει». «Τι εννοείς ποιος; Εννοείς ότι...» Ο ηλικιωμένος άνδρας έτεινε το χέρι του. «Καλώς όρισες. Εγώ είμαι ο Κάτο. Μένω στο 310». Ο Χάρι έριξε το βλέμμα του στο χέρι του αγνώστου, που έμοιαζε με λιγδιασμένο ταψί. «Έλα τώρα» είπε ο Κάτο. «Τα χέρια μου είναι το μοναδικό μέρος του σώματός μου που σου συστήνω να αγγίξεις». Ο Χάρι είπε κι αυτός τ’ όνομά του κι έσφιξε το χέρι του αγνώστου. Ήταν αναπάντεχα μαλακό. «Χέρια παπά» είπε ο άνδρας, σε απάντηση των σκέψεών του. «Έχεις τίποτα να πιούμε, Χάρι;» Ο Χάρι έγνεψε προς τη βαλίτσα και την ανοιχτή ντουλάπα. «Αφού ξέρεις ήδη». «Ότι δεν έχεις τίποτα εδώ γύρω, ναι. Εννοώ επάνω σου. Στην τσέπη του σακακιού σου, ας πούμε». Ο Χάρι έβγαλε από την τσέπη του ένα Game Boy και το πέταξε πάνω στο κρεβάτι, μαζί με τα υπόλοιπα πράγματά του. Ο Κάτο έγειρε το κεφάλι του και στραβοκοίταξε τον Χάρι. Το αυτί του δίπλωσε πάνω στον ώμο του. «Με το κουστούμι που φοράς, σε πέρασα για έναν από αυτούς τους τύπους που νοικιάζει δωμάτια με την ώρα. Δεν κατάλαβα ότι μένεις εδώ. Και για να ’χουμε καλό Digitalised By Jah®

ρώτημα, τι κάνεις εδώ πέρα;» «Μάλλον εγώ πρέπει να σου κάνω αυτή την ερώτηση». Ο Κάτο ακούμπησε ένα χέρι στο μπράτσο του Χάρι και τον κοίταξε στα ίσια. «Γιε μου» είπε με τη στεντόρεια φωνή του, χαϊδεύοντας το ύφασμα με τα δυο του δάχτυλα. «Τι ωραίο που είναι το κουστούμι σου. Πόσο το πήρες;» Ο Χάρι άνοιξε το στόμα του κάτι να πει, κάτι ανάμεσα σε αβροφροσύνη, απάντηση και απειλή. Αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν είχε νόημα... Παραιτήθηκε, λοιπόν, και χάρισε στον άνδρα ένα πλατύ χαμόγελο. Ο άνδρας χαμογέλασε κι αυτός. Σαν αντικατοπτρισμός. «Πρέπει να φύγω τώρα. Έχω δουλειά». «Τι δουλειά;» «Ορίστε! Ενδιαφέρεσαι λοιπόν και για τους υπόλοιπους θνητούς. Η δουλειά μου είναι να διδάσκω τον Λόγο του Κυρίου στους άμοιρους». «Και πρέπει να το κάνεις τώρα;» «Το καθήκον δεν περιορίζεται σε εκκλησιαστικά ωράρια. Αντίο». Και με μια βαθιά υπόκλιση, ο άνδρας έκανε μεταβολή κι έφυγε. Καθώς έβγαινε από την πόρτα, ο Χάρι είδε ένα από τα κλειστά πακέτα Camel του να εξέχει από την τσέπη του Κάτο. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Το δωμάτιο μύριζε ηλικιωμένο άνδρα και στάχτη. Πήγε στο παράθυρο και το έσπρωξε προς τα πάνω για ν’ ανοίξει. Οι ήχοι της πόλης κατέκλυσαν μεμιάς το δωμάτιο: ο αχνός, σταθερός βόμβος της κίνησης, μια τζαζ μελωδία από κάποιο ανοιχτό παράθυρο, μια αστυνομική σειρήνα κάπου μακριά, κάποιος άτυχος που ούρλιαζε απ’ τον πόνο ανάμεσα στα σπίτια, ύστερα από το σπάσιμο γυαλιού, ο αέρας που θρόιζε ανάμεσα στα ξερά φύλλα, το κλικ κλακ από τα τακούνια κάποιας γυναίκας. Οι ήχοι του Όσλο. Μια ανεπαίσθητη σχεδόν κίνηση τράβηξε την προσοχή του. Η λάμψη από τη λάμπα του δρόμου έπεφτε πάνω στον κάδο των Digitalised By Jah®

σκουπιδιών, κι ο Χάρι ξεχώρισε το σχήμα μιας καφετιάς ουράς. Ένας αρουραίος καθόταν στην άκρη του κάδου κι είχε στρέψει τη στιλπνή του μουσούδα προς το μέρος του, μυρίζοντας τον αέρα. Ο Χάρι θυμήθηκε τα λόγια του συνετού αφεντικού του, Χέρμαν Κλούιτ, λόγια που ίσως ν’ αναφέρονταν και στη δουλειά του, ίσως κι όχι: Οι αρουραίοι δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί. Κάνουν απλώς τη δουλειά τους.

Ήταν η χειρότερη εποχή του χειμώνα στο Όσλο· όταν το φιόρδ δεν έχει παγώσει ακόμη κι οι αέρηδες φυσούν μανιασμένα στους δρόμους της πόλης, κουβαλώντας αλμύρα και κρύο που περονιάζει. Στεκόμουν ως συνήθως στην Ντρόνινγκενς Γκάτε και πουλούσα σπιντ, Στεζολίντ και Ροχιπνόλ. Χτυπούσα τα πόδια μου στο χώμα για να ξανανιώσω τα δάχτυλα των ποδιών μου. Είχα αρχίσει ν’ αναρωτιέμαι αν έπρεπε να ξοδέψω τα κέρδη της ημέρας στις πανάκριβες μπότες μάρκας Freelance που είχα δει στη βιτρίνα των καταστημάτων Στέεν και Στρεμ. Ή μήπως ν’ αγόραζα πάγο; Τον πουλούσαν στην Πλάτα. Ίσως να μπορούσα να κλέψω λίγο σπιντ –σιγά μην το έπαιρνε χαμπάρι ο Τούτου– και ν’ αγόραζα έτσι τις μπότες. Το ξανασκέφτηκα: καλύτερα να ’κλεβα τις μπότες και ο Όντιν να έπαιρνε το σωστό μερτικό του. Τουλάχιστον ήμουν πολύ καλύτερα από τον Όλεγκ, που έπρεπε ν’ αρχίσει από το μηδέν, πουλώντας χασίς δίπλα στο ποτάμι λες κι ήταν σε παγωμένη κόλαση. Ο Τούτου του ’χε δώσει την πιάτσα κάτω από τη γέφυρα Νιμπρούα, όπου είχε ν’ ανταγωνιστεί διάφορους τύπους απ’ όλα τα γαμημένα μέρη του κόσμου. Παίζει και να ήταν ο μοναδικός πωλητής που μιλούσε φαρσί τα νορβηγικά σε μια έκταση από τη γέφυρα Άνκερ μέχρι το λιμάνι. Λίγο πιο πάνω, στον ίδιο δρόμο μ’ εμένα, είδα έναν τύπο με μια φανέλα της Άρσεναλ. Τη θέση αυτή συνήθως την είχε ο Μπίσκεν, ένας σπυριάρης Νοτιονορβηγός που φορούσε κολάρο με καρφιά Digitalised By Jah®

γύρω από τον λαιμό του. Καινούργιο πρόσωπο, ίδια διαδικασία: Περίμενε πρώτα να μαζευτούν αρκετοί γύρω του. Για την ώρα, περίμεναν μόνο τρεις τύποι. Ένας θεός ξέρει τι σκατά φοβόντουσαν οι υπόλοιποι. Οι μπάτσοι είχαν εγκαταλείψει την περιοχή, κι αν τύχαινε να χώσουν μέσα κανένα βαποράκι, το έκαναν μόνο και μόνο για τα μάτια του κόσμου, όταν κάποιος πολιτικός θυμόταν ν’ ανοίξει το στόμα του. Ένας τύπος ντυμένος λες και πήγαινε σε κηδεία πέρασε μπροστά από το γκρουπ. Τον είδα να γνέφει ανεπαίσθητα προς τη μεριά της φανέλας της Άρσεναλ· η φανέλα ανταποκρίθηκε. Ο τύπος ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Φορούσε καμπαρντίνα Ferner Jacobsen, κουστουμάκι Ermengildo Zegna ενώ είχε χωρίστρα στο πλάι. Μεγαλόσωμος. «Κάποιος θέλει να σε γνωρίσει» είπε στ’ αγγλικά μ’ ένα υπόκωφο ρωσικό γρύλισμα. Σκέφτηκα ότι ήταν μια απ’ τα ίδια: είχε δει τη φάτσα μου, νόμιζε ότι έκανα πιάτσα κι ήθελε μια πίπα ή το κωλαράκι μου. Και πρέπει να το ομολογήσω πως μέρες σαν κι αυτή μου είχε περάσει από το μυαλό μήπως έπρεπε όντως ν’ αλλάξω επάγγελμα. Θα έμπαινα σε θερμαινόμενα αυτοκίνητα και θα είχα και τέσσερις φορές περισσότερα την ώρα. «Νo, thanks» απάντησα κι εγώ. «Η σωστή απάντηση είναι “Yes, please”» είπε ο τύπος, αρπάζοντάς με από το χέρι και πηγαίνοντάς με σχεδόν σηκωτό προς μια μαύρη λιμουζίνα που σταμάτησε εκείνη τη στιγμή μπροστά μας, δίπλα στο πεζοδρόμιο. Η πίσω πόρτα άνοιξε και, καταλαβαίνοντας ότι δεν είχε νόημα ν’ αντισταθώ, άρχισα να σκέφτομαι πόσα να τους χρεώσω. Καλύτερα να σε πληρώνουν και να σε βιάζουν παρά να σε βιάζουν τζάμπα. Με χώσανε στο πίσω κάθισμα και η πόρτα έκλεισε μ’ έναν απαλό, πολυτελή γδούπο. Μέσα από τα παράθυρα, που απέξω μου είχαν φανεί μαύρα κι αδιαπέραστα, είδα ότι κατευθυνόμασταν προς τα Digitalised By Jah®

δυτικά. Πίσω απ’ το τιμόνι καθόταν ένας τύπος με πολύ μικρό κεφάλι, αν αναλογιστεί κανείς τα πράγματα που έπρεπε να χωρέσουν πάνω του: μια τεράστια μύτη, ένα λευκό στόμα άχειλο σαν του καρχαρία κι ένα ζευγάρι γουρλωτά μάτια που έμοιαζαν σαν να ’ταν κολλημένα στο πρόσωπό του με κόλλα στιγμής. Φορούσε κι αυτός κουστουμάκι κηδεία, είχε κι αυτός χωρίστρα. Με κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη. «Οι πωλήσεις παν καλά, ε;» στα αγγλικά. «Ποιες πωλήσεις, ρε μαλάκα;» Ο μικροσκοπικός άνδρας έγνεψε καταφατικά και μου χαμογέλασε. Είχα ήδη αποφασίσει να μην τους κάνω έκπτωση χονδρικής, αλλά κοιτάζοντάς τον στα μάτια κατάλαβα ότι τελικά δεν ήθελαν εμένα. Κάτι άλλο ήθελαν, το οποίο αδυνατούσα να καταλάβω εκείνη τη στιγμή. Περάσαμε μπροστά από το Δημαρχείο. Την Αμερικανική Πρεσβεία. Τους Κήπους του Παλατιού. Προχωρήσαμε δυτικότερα. Περάσαμε την οδό Χιρκεβάιεν. Το κτίριο της Νορβηγικής Ραδιοτηλεόρασης. Κι ύστερα τα σπίτια των πλουσίων. Κάποια στιγμή σταματήσαμε μπροστά σ’ ένα ξύλινο οίκημα πάνω σ’ έναν λόφο και οι πεθαμενατζήδες με συνόδευσαν έως την πύλη. Καθώς διασχίζαμε το χαλικόστρωτο μονοπάτι προς τη δρύινη εξώπορτα, κοίταξα τριγύρω. Το οικόπεδο είχε μέγεθος γηπέδου ποδοσφαίρου κι ήταν γεμάτο μηλιές και αχλαδιές. Σε μια γωνιά υπήρχε μια υπερυψωμένη δεξαμενή νερού, σαν αυτές που έχουν στις χώρες της ερήμου. Ένα διπλό γκαράζ με μεταλλικές μπάρες θύμιζε τα αντίστοιχα των κρατικών οχημάτων εκτάκτου ανάγκης. Όλο το υπερθέαμα περικλειόταν από φράχτη ύψους τριών μέτρων. Είχα ήδη αρχίσει να ψυλλιάζομαι πού είχαμε καταλήξει: λιμουζίνες, καγκουροαγγλικά, «οι πωλήσεις παν καλά», μια βιλίτσα-φρούριο... Στον χώρο υποδοχής, που ήταν μεγαλύτερος από δυο σουίτες, ο πιο μεγαλόσωμος από τα δυο «κουστούμια» μ’ έψαξε απ’ την κορφή ως τα νύχια. Ύστερα πήγε, μαζί με τον μικρότερο σε μια γωνία, σ’ ένα τραπεζάκι με κόκκινη τσόχα. Ο τοίχος πίσω τους ήταν γεμάτος εικονίσματα και σταυρούς. Έβγαλαν τα όπλα τους από τις θήκες Digitalised By Jah®

τους, τα άφησαν πάνω στην τσόχα κι ακούμπησαν έναν σταυρό πάνω σε κάθε όπλο. Ύστερα, ο ένας άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στο μεγάλο καθιστικό. «Ο αταμάν» είπε και μου έγνεψε να περάσω. Ο γέρος πρέπει να ήταν εξίσου ηλικιωμένος με το δέρμα της πολυθρόνας του. Γούρλωσα τα μάτια μου. Τα λιπόσαρκα δάχτυλά του κρατούσαν ένα μαύρο τσιγάρο. Από το τεράστιο τζάκι ακουγόταν ένα ζωηρό τρίξιμο και κοίταξα να βολευτώ όσο πιο κοντά του γινόταν, ώστε να ζεστάνω την πλάτη μου. Το φως από τις φλόγες έγλειφε το λευκό μεταξωτό του πουκάμισο και το γέρικο πρόσωπό του. Άφησε το τσιγάρο του και σήκωσε το χέρι του, λες και περίμενε να του φιλήσω το δαχτυλίδι που φορούσε στον παράμεσό του· είχε πάνω ένα μεγάλο γαλάζιο πετράδι. «Ζαφείρι από την Μπούρμα» είπε. «Έξι κόμμα έξι καράτια, τεσσερισήμισι χιλιάδες δολάρια το καράτι». Είχε μια ανεπαίσθητη, ξενική προφορά στα νορβηγικά του. Δεν τη διέκρινες εύκολα, αλλά υπήρχε. Από την Πολωνία ίσως; Τη Ρωσία; Κάτι ανατολικό τέλος πάντων. «Πόσα;» είπε, ακουμπώντας το πιγούνι του πάνω στο δαχτυλίδι. Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω τι εννοούσε. «Λίγο κάτω από τριάντα χιλιάρικα» απάντησα. «Πόσο πιο κάτω;» Το σκέφτηκα. «Θα έλεγα γύρω στις είκοσι εννιά χιλιάδες εφτακόσια». «Το δολάριο ΗΠΑ είναι πέντε κι ογδόντα τρεις κορόνες σήμερα». «Τότε γύρω στις εκατόν εβδομήντα χιλιάδες». Ο γέρος έγνεψε καταφατικά. «Μου είπαν ότι το ’χεις». Τα γέρικα μάτια του έλαμπαν, πιο γαλανά κι απ’ το ζαφείρι της Μπούρμας. «Έχουν νιονιό» απάντησα. «Σ’ έχω δει εν δράσει. Έχεις να μάθεις πολλά ακόμα, αλλά φαίνεται πως είσαι πιο έξυπνος από τους υπόλοιπους ηλίθιους. Digitalised By Jah®

Βλέπεις τον πελάτη και καταλαβαίνεις πόσα είναι διατεθειμένος να πληρώσει». Ανασήκωσα τους ώμους μου. Άραγε αυτός πόσα ήταν διατεθειμένος να πληρώσει; «Μου είπαν όμως κι ότι κλέβεις». «Μόνο όταν αξίζει τον κόπο». Ο γέρος έσκασε στα γέλια. Στην αρχή νόμιζα ότι τον έπιασε βήχας βαθύς, λες κι είχε καρκίνο στους πνεύμονες. Δεν ήξερα· ήταν η πρώτη φορά που τον συναντούσα. Απ’ τον λαιμό του βγήκε ένας βαθύς γουργουριστός ήχος, σαν εξάτμιση παλιάς ψαρότρατας. Κι ύστερα με κάρφωσε με τα παγωμένα γαλανά εβραίικα μάτια του και είπε με φωνή σοβαρή, λες και με πληροφορούσε για τον δεύτερο νόμο του Νεύτωνα: «Τότε λοιπόν, μπορείς να υπολογίσεις εύκολα και το εξής: Εάν με κλέψεις, θα σε σκοτώσω». Η πλάτη μου είχε μουσκέψει απ’ τον ιδρώτα. Πίεσα τον εαυτό μου να τον κοιτάξει στα ίσια. Ήταν λες και κοιτούσα την Ανταρκτική. Ένα τίποτα. Μια παγωμένη έρημο. Ήξερα όμως τι ήθελε. Πρώτον και κύριο: χρήματα. «Για κάθε πενήντα γραμμάρια που πουλάς γι’ αυτούς, οι μοτοσικλετιστές σ’ αφήνουν να πουλάς και δέκα για την πάρτη σου. Με δεκαεφτά τοις εκατό. Για μένα θα πουλάς μόνο τα δικά μου και θα πληρώνεσαι μετρητά. Δεκαπέντε τοις εκατό. Θα ’χεις τη δική σου γωνιά. Εσύ κι άλλοι δύο: ο ένας με τα χρήματα, ο άλλος με το προϊόν, ο τρίτος ψαράς. Εφτά τοις εκατό αυτός με το προϊόν, τρία τοις εκατό ο ψαράς. Οι λογαριασμοί θα κανονίζονται και θα κλείνουν με τον Αντρέι τα μεσάνυχτα». Έγνεψε προς τη μεριά που καθόταν το μικρόσωμο «κουστούμι». Δική μου γωνιά. Ψαράς. Λες και παίζαμε στο The Wire, στην τηλεόραση, φίλε. «Έγινε» είπα. «Πάσαρε τη φανέλα». Ο γέρος χαμογέλασε σαν ερπετό και το χαμόγελό του μαρτυρούσε τη θέση που είχα στην ιεραρχία. «Αυτά τα κανονίζει ο Αντρέι». Digitalised By Jah®

Συνεχίσαμε να μιλάμε. Ρώτησε για τους γονείς μου, τους φίλους μου, αν είχα κάπου να μείνω. Του είπα ότι ζούσα με τη θετή μου αδελφή. Προσπάθησα να πω όσο λιγότερα ψέματα μπορούσα, διαισθανόμενος ότι ήξερε ήδη τις απαντήσεις. Μόνο μια φορά ένιωσα άβολα, όταν με ρώτησε γιατί μιλούσα με αυτή την παλιομοδίτικη διάλεκτο του ανατολικού Όσλο ενώ είχα μεγαλώσει σε μια μορφωμένη οικογένεια των βορείων προαστίων κι εγώ του απάντησα ότι ήταν λόγω του πατέρα μου, του πραγματικού, που ήταν από την ανατολική μεριά της πόλης. Ανάθεμα κι αν ήξερα την αλήθεια, αλλά έτσι σε φανταζόμουν πάντοτε, μπαμπά, να περπατάς τους δρόμους του ανατολικού Όσλο, κατατρεγμένος, άνεργος, άφραγκος, σ’ ένα παγωμένο διαμερισματάκι, μέρος ακατάλληλο για να μεγαλώνει κανείς παιδιά. Ή ίσως να μιλούσα έτσι για να τη σπάσω στον Ρολφ και τα γειτονόπουλά μας. Και κατόπιν ανακάλυψα ότι έτσι είχα και το πάνω χέρι, όπως με τα τατουάζ − τρόμαζα τους ανθρώπους, τους απομάκρυνα, είχα άπλετο ζωτικό χώρο. Κι ενώ εγώ συνέχιζα να σολάρω για τη ζωή μου, ο γέρος παρατηρούσε το πρόσωπό μου χτυπώντας επανειλημμένα το δαχτυλίδι με το ζαφείρι στο μπράτσο της πολυθρόνας του, ασταμάτητα, λες και μετρούσε αντίστροφα. Όταν κάποια στιγμή πάψαμε να μιλάμε και ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το χτύπημα του δαχτυλιδιού, ένιωσα ότι, αν δεν έσπαγα τη σιωπή, επρόκειτο να εκραγούμε. «Βιλάρα...» είπα. Κι ύστερα συνειδητοποίησα ότι ακουγόμουν σαν ξανθιά, και κοκκίνισα. «Ήταν η κατοικία του αρχηγού της Γκεστάπο στη Νορβηγία από το 1942 έως το ’45 , του Χέλμουτ Ράινχαρντ». «Να υποθέσω ότι οι γείτονες δεν μπλέκονται στα πόδια σας». «Και το διπλανό σπίτι δικό μου είναι. Εκεί έμενε ο υπασπιστής του Ράινχαρντ. Ή τούμπαλιν». «Τούμπαλιν;» Digitalised By Jah®

«Δεν είναι όλα εύκολα κατανοητά εδώ» είπε ο γέρος, χαμογελώντας σαν σαύρα. Σαν δράκος του Κομόντο. Ήξερα ότι έπρεπε να προσέχω, αλλά δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ: «Ένα πράγμα δεν καταλαβαίνω μόνο. Ο Όντιν με πληρώνει δεκαεφτά τοις εκατό κι αυτό είναι περίπου στάνταρ και στους άλλους. Αλλά εσύ θες τρεις στην ομάδα και δίνεις και στους τρεις μαζί είκοσι πέντε. Γιατί;» Τα μάτια του γέρου καρφώθηκαν στη μισή μεριά του προσώπου μου. «Γιατί οι τρεις παρέχουν μεγαλύτερη ασφάλεια από τον ένα, Γκούστο. Το ρίσκο των πωλητών μου είναι και δικό μου ρίσκο. Αν χάσεις τα πιόνια σου, είναι θέμα χρόνου να σου κάνουν ματ, Γκούστο». Έμοιαζε να του αρέσει ο ήχος του ονόματός μου. «Ναι, αλλά το κέρδος...» «Μην ανησυχείς γι’ αυτά εσύ» απάντησε κοφτά. Κι ύστερα χαμογέλασε κι η φωνή του γλύκανε. «Τα δικά μας προϊόντα έρχονται κατευθείαν από την πηγή, Γκούστο. Είναι έξι φορές καθαρότερα από τη δήθεν ηρωίνη που κυκλοφορεί, που έχει περάσει κι αραιωθεί πρώτα απ’ την Κωνσταντινούπολη, ύστερα απ’ το Βελιγράδι και τέλος απ’ το Άμστερνταμ. Και παρ’ όλα αυτά, μας κοστίζει λιγότερο ανά γραμμάριο. Κατάλαβες;» Έγνεψα καταφατικά. «Την αραιώνετε εφτά κι οκτώ φορές περισσότερο απ’ τους υπόλοιπους». «Την αραιώνουμε, ναι, αλλά λιγότερο απ’ τους άλλους. Εμείς τουλάχιστον πουλάμε κάτι που μπορεί να ονομασθεί ηρωίνη. Και το ξέρεις πολύ καλά αυτό, αλλιώς δεν θα συμφωνούσες τόσο γρήγορα σε λιγότερη προμήθεια». Το φως απ’ τις φλόγες λαμπύρισε στα άσπρα του δόντια. «Γιατί ξέρεις ότι θα βγεις να πουλήσεις το καλύτερο πράγμα που διαθέτει η αγορά κι ότι θα βγάλεις τρεις με τέσσερις φορές περισσότερα απ’ ό,τι βγάζεις με το αλεύρι του Όντιν. Το ξέρεις γιατί το βλέπεις καθημερινά: βλέπεις τους αγοραστές να προσπερνούν ολόκληρη σειρά από πωλητές για να βρουν αυτόν που φοράει...» Digitalised By Jah®

«...τη φανέλα της Άρσεναλ». «Απ’ την πρώτη κιόλας μέρα, οι πελάτες σου θα ξέρουν ότι πουλάς ό,τι καλύτερο υπάρχει, Γκούστο». Κι ύστερα με ξεπροβόδισε. Επειδή καθόταν με μια μάλλινη κουβέρτα στην ποδιά του, είχα νομίσει ότι ήταν σακάτης ή κάτι τέτοιο. Στην πραγματικότητα ήταν εκπληκτικά ευκίνητος. Σταμάτησε στον διάδρομο, επειδή προφανώς δεν ήθελε να δείξει το πρόσωπό του παραέξω. Ακούμπησε το ένα του χέρι στο μπράτσο μου, πάνω από τον αγκώνα. Έσφιξε απαλά τον τρικέφαλο. «Τα λέμε συντόμως, Γκούστο». Κατένευσα. Ήξερα ότι ήθελε και κάτι άλλο. «Σ’ έχω δει εν δράσει». Από το εσωτερικό μιας λιμουζίνας με φιμέ τζάμια, λες κι ήμουν πίνακας του κωλο-Ρέμπραντ. Έτσι ήξερα ότι θα μου έδινε αυτό που ήθελα. «Ο ψαράς θα είναι η θετή μου αδελφή. Και το πράμα θα το κρατάει ο Όλεγκ, ένας τύπος που ξέρω». «Μια χαρά μού ακούγεται. Τίποτα άλλο;» «Θέλω το νούμερο 23 στη φανέλα μου». «Αρσάβιν» μουρμούρισε ευχαριστημένο το ψηλό «κουστούμι». «Ρώσος». Προφανώς δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Μάικλ Τζόρνταν. «Θα δούμε» σιγογέλασε ο γέρος. Έστρεψε το βλέμμα προς τον ουρανό. «Ο Αντρέι θα σου δείξει κάτι σε λίγο, κι ύστερα μπορείς ν’ αρχίσεις». Το χέρι του συνέχισε να χαϊδεύει το μπράτσο μου και το χαμόγελό του έμοιαζε μονίμως ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ήμουν τρομαγμένος. Κι ενθουσιασμένος. Τρομαγμένος κι ενθουσιασμένος, σαν κυνηγός δράκων Κομόντο. Τα «κουστούμια» με οδήγησαν ως την έρημη μαρίνα στο Φρογκνερχίλεν. Είχαν τα κλειδιά μιας πύλης και προχωρήσαμε με το αυτοκίνητο ανάμεσα στα πλοιάρια που ήταν αραγμένα για τον χειμώνα. Στην άκρη μιας αποβάθρας σταματήσαμε και βγήκαμε έξω. Στάθηκα να κοιτάζω τα ήρεμα μαύρα νερά, ενώ ο Αντρέι Digitalised By Jah®

άνοιγε το πορτμπαγκάζ. «Come here, Arshavin». Πλησίασα και κοίταξα στο πορτμπαγκάζ. Φορούσε ακόμη το κολάρο με τα καρφιά και τη φανέλα της Άρσεναλ. Ποτέ δεν είχε υπάρξει όμορφος ο Μπίσκεν, αλλά βλέποντάς τον έτσι μου ήρθε να ξεράσω. Το σπυριάρικο πρόσωπό του ήταν γεμάτο μεγάλες ματωμένες μαύρες τρύπες· το ένα του αυτί ήταν κομμένο στα δύο και, αντί για μάτι, στη μία κόγχη του ματιού υπήρχε κάτι που έμοιαζε με αλοιφή. Αφού κατάφερα ν’ αποστρέψω το βλέμμα μου απ’ τον χυλό, παρατήρησα ότι υπήρχε ακόμα μία τρύπα, στη φανέλα του, πάνω από το m των Emirates. Μια τρύπα από σφαίρα. «Τι συνέβη;» κατάφερα ν’ αρθρώσω στ’ αγγλικά. «Πήγε και μίλησε στον μπάτσο με την τραγιάσκα». Ήξερα ποιον εννοούσε. Έναν μυστικό αστυνομικό −ή τουλάχιστον, έτσι νομίζαμε εμείς− που περιφερόταν από εδώ κι από εκεί στην Κβαντρατούρεν. Υπομονετικά, ο Αντρέι με άφησε να κοιτάξω καλά καλά το πτώμα κι ύστερα ρώτησε: «Got the message?». Κατένευσα. Το βλέμμα μου ήταν κολλημένο στο άδειο μάτι. Τι σκατά του είχαν κάνει; «Πέτερ» είπε ο Αντρέι στον άλλον και, μαζί, τον έβγαλαν από το πορτμπαγκάζ, του αφαίρεσαν τη φανέλα της Άρσεναλ και τον έριξαν στο νερό. Το μαύρο άνοιξε και τον κατάπιε αθόρυβα κι ύστερα ξανάκλεισε τα σαγόνια του. Εξαφανίστηκε. Ο Αντρέι μού πέταξε τη φανέλα. «Δική σου τώρα». Έχωσα το δάχτυλό μου μέσα από την τρύπα. Τη γύρισα απ’ την άλλη και κοίταξα την πλάτη. 52 . Bendtner.

Digitalised By Jah®

11

ώρα ήταν 6.30 π.μ., ένα τέταρτο πριν από την ανατολή του ήλιου, σύμφωνα με την τελευταία σελίδα της Aftenpo​sten. Ο Τουρ Σουλτς δίπλωσε την εφημερίδα και την άφησε στο διπλανό του κάθισμα. Ξανακοίταξε προς τη μεριά της εξόδου, μέσα από το έρημο αίθριο. «Συνήθως έρχεται νωρίς» είπε ο φρουρός της εταιρείας Securitas πίσω από τη ρεσεψιόν. Ο Τουρ Σουλτς είχε έρθει στο Όσλο μ’ ένα από τα πρώτα δρομολόγια και τώρα παρακολουθούσε την πόλη να ξυπνάει καθώς περπατούσε ανατολικά, από τον Kεντρικό Σταθμό κατά μήκος της Γκρενλαντσλέιρετ. Είχε περάσει μπροστά από ένα σκουπιδιάρικο. Οι σκουπιδιάρηδες συμπεριφέρονταν στους κάδους με μια βαρβαρότητα που έδειχνε περισσότερα για τη στάση τους απέναντι στη ζωή παρά την αποτελεσματικότητά τους. Πιλότοι F-16. Ένας πακιστανός μπακάλης που κουβαλούσε τελάρα με λαχανικά στη βιτρίνα του μαγαζιoύ του σκούπισε τα χέρια του στην ποδιά του και του χαμογέλασε, καλημερίζοντάς τον. Πιλότος C130. Μετά την εκκλησία της Γκρένλαντ, είχε στρίψει αριστερά. Ένα τεράστιο γυάλινο κτίριο, σχεδιασμένο και χτισμένο τη δεκαετία του 1970, υψωνόταν μπροστά του. Το Αρχηγείο της Αστυνομίας. Digitalised By Jah®

Η

Η πόρτα άνοιξε στις 06.37. Ο φρουρός ξερόβηξε, και ο Τουρ σήκωσε το κεφάλι του. Είδε τον φρουρό να του γνέφει και σηκώθηκε όρθιος. Ο άνδρας που τον πλησίαζε ήταν κοντύτερός του. Περπατούσε με ταχύ και ζωηρό βηματισμό και τα μαλλιά του ήταν πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι θα περίμενε ο Τουρ για τον υπεύθυνο της μεγαλύτερης ομάδας δίωξης ναρκωτικών σ’ όλη τη Νορβηγία. Καθώς ο άνδρας πλησίαζε, ο Τουρ παρατήρησε τις λευκές και ροζ κηλίδες στο σχεδόν κοριτσίστικο, όμορφο, μαυρισμένο πρόσωπό του. Θυμήθηκε μια αεροσυνοδό που είχε πρόβλημα με τη μελανίνη του δέρματός της, ένα λευκό σημάδι που εκτεινόταν από τον καμένο από σολάριουμ λαιμό της, ανάμεσα στα στήθη της, μέχρι και το ξυρισμένο της αιδοίο. Έκανε το υπόλοιπο δέρμα της να μοιάζει με στενή νάιλον κάλτσα. «Ο Μίκαελ Μπέλμαν;» «Μάλιστα, πώς μπορώ να σας βοηθήσω;» χαμογέλασε ο άνδρας, δίχως να κόψει ταχύτητα. «Με μια κατ’ ιδίαν συνομιλία». «Φοβάμαι ότι έχω να προετοιμαστώ για μια πρωινή συνάντηση, αλλά αν πάρετε τηλέφωνο...» «Πρέπει να σας μιλήσω τώρα» είπε ο Τουρ, εκπλήσσοντας τον ίδιο του τον εαυτό με την επιμονή στη φωνή του. «Σοβαρά;» Ο επικεφαλής του ΌργκΚριμ είχε ήδη σκανάρει την ταυτότητά του στην είσοδο, αλλά κοντοστάθηκε για ν’ ακούσει. Ο Τουρ Σουλτς πλησίασε. Χαμήλωσε τη φωνή του, παρόλο που ο μοναδικός άλλος άνθρωπος μες στην αίθουσα ήταν ο φρουρός της Securitas. «Ονομάζομαι Τουρ Σουλτς. Είμαι πιλότος των Σκανδιναβικών Αερογραμμών κι έχω πληροφορίες για λαθρεμπόριο ναρκωτικών που μπαίνει στη Νορβηγία μέσω του αεροδρομίου Γκαρντεμούεν». «Μάλιστα. Για τι ποσότητες μιλάμε;» «Οκτώ κιλά την εβδομάδα». Ο Τουρ ένιωθε στο κορμί του το εξεταστικό βλέμμα του Digitalised By Jah®

αστυνομικού. Ήξερε ότι το μυαλό του συνέλεγε και επεξεργαζόταν όλες τις δυνατές πληροφορίες: τη γλώσσα του σώματός του, τα ρούχα, τον τρόπο που στεκόταν, τις εκφράσεις του προσώπου του, τη βέρα που φορούσε ακόμη στο δάχτυλό του για κάποιον λόγο, το σκουλαρίκι που δεν φορούσε στο αυτί του, τα καλογυαλισμένα του παπούτσια, το λεξιλόγιό του, τη σταθερότητα στο βλέμμα του. «Ας καταγράψουμε την άφιξή σας, καλύτερα» είπε ο Μπέλμαν, κάνοντας νόημα προς τον φρουρό. Ο Τουρ Σουλτς κούνησε το κεφάλι του. «Θα προτιμούσα αυτή η συνάντηση να έμενε μεταξύ μας». «Ο κανονισμός λέει πως όλοι πρέπει να καταγράφονται, αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως οι πληροφορίες δεν βγαίνουν παραέξω από το Αρχηγείο της Αστυνομίας». Ο Μπέλμαν κάλεσε τον φρουρό. Στον ανελκυστήρα, ο Σουλτς έτριβε συνέχεια το αυτοκόλλητο με το όνομά του, που του είχε τυπώσει ο φρουρός με την οδηγία να το φοράει στο πέτο. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε ο Μπέλμαν. «Όχι, τίποτα» είπε ο Τουρ. Μα συνέχιζε να τρίβει, ελπίζοντας ότι θα το έσβηνε. Το γραφείο του Μπέλμαν ήταν απρόσμενα μικρό. «Δεν μετράει το μέγεθος» είπε ο Μπέλμαν με ύφος που έδειχνε ότι μάλλον είχε συνηθίσει παρόμοιες αντιδράσεις. «Έχουν επιτευχθεί μεγάλα πράγματα από εδώ μέσα». Έδειξε μια φωτογραφία στον τοίχο. «Λαρς Άξελσεν, επικεφαλής αυτού που ήταν κάποτε Τμήμα Ληστειών. Διέλυσε τη συμμορία Τβάιτα τη δεκαετία του ’90». Έκανε νόημα στον Τουρ να καθίσει. Έβγαλε ένα σημειωματάριο, συνάντησε το αγριεμένο βλέμμα του πιλότου και το ξανάβαλε στο συρτάρι. «Λοιπόν;» ρώτησε. Ο Τουρ πήρε μια βαθιά ανάσα. Κι άρχισε να μιλάει. Ξεκίνησε από το διαζύγιό του. Το είχε ανάγκη αυτό. Είχε ανάγκη να εξηγήσει το Digitalised By Jah®

γιατί. Κι ύστερα μίλησε για το πού και πότε. Το ποιος και πώς. Και στο τέλος, μίλησε και για τον καύτη. Κατά τη διάρκεια της αφήγησης, ο Μπέλμαν ήταν γερμένος προς τα εμπρός, παρακολουθώντας προσεκτικά. Μόνο όταν μίλησε για τον καύτη έχασε το πρόσωπό του την επαγγελματική, συγκεντρωμένη του έκφραση. Μετά την αρχική έκπληξή του, οι λευκές κηλίδες του έμοιαζαν ν’ αποκτούν μια κόκκινη χροιά. Το θέαμα ήταν περίεργο, λες κι άναψε μια εσωτερική φλόγα. Το βλέμμα του Μπέλμαν απομακρύνθηκε από αυτό του Τουρ και κοίταξε πικραμένα τον τοίχο πίσω του, πιθανόν τη φωτογραφία του Λαρς Άξελσεν. Όταν ο Τουρ τελείωσε την αφήγησή του, ο Μπέλμαν αναστέναξε και σήκωσε το κεφάλι του. Ο Τουρ παρατήρησε ότι το βλέμμα του είχε αλλάξει − ήταν τώρα σκληρό και προκλητικό. «Λυπάμαι πολύ» είπε ο Μπέλμαν «για τον εαυτό μου, το επάγγελμά μου και ολόκληρη την Αστυνομία. Λυπάμαι που δεν έχω απαλλάξει το Σώμα από αυτό το ζωύφιο». Μάλλον στον εαυτό του μιλάει, σκέφτηκε ο Τουρ, κι όχι σ’ εμένα, έναν πιλότο που έφερνε παράνομα στη χώρα οκτώ κιλά ηρωίνης την εβδομάδα. «Καταλαβαίνω τις ανησυχίες σας» είπε ο Μπέλμαν. «Πολύ θα ήθελα να σας πω ότι δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα, αλλά η πικρή μου εμπειρία λέει ότι κάτι τέτοιες υποθέσεις διαφθοράς αφορούν πολύ περισσότερους από έναν και μόνο άνθρωπο». «Καταλαβαίνω». «Έχετε μιλήσει σε κανέναν άλλον για όλα αυτά;» «Όχι». «Ξέρει κανείς ότι έχετε έρθει να με δείτε;» «Όχι, κανείς». «Κανείς; Πραγματικά;» Ο Τουρ τον κοίταξε προσεκτικά. Χαμογέλασε πικρά δίχως ν’ Digitalised By Jah®

αρθρώσει τις σκέψεις του: Είχε και κανέναν για να τα πει; «Εντάξει» είπε ο Μπέλμαν. «Θέσατε υπόψη μου ένα εξαιρετικά σημαντικό, σοβαρό και λεπτό ζήτημα. Θα πρέπει να προχωρήσω πολύ προσεκτικά, ώστε να μην ανησυχήσω εκείνους που δεν πρέπει να μάθουν τίποτα. Κι αυτό σημαίνει ότι είναι ανάγκη να θέσω το ζήτημα σε ακόμα υψηλότερα κλιμάκια. Ξέρετε, κανονικά θα έπρεπε να σας πάω στο αυτόφωρο για όσα μου είπατε, αλλά αν σας φυλάκιζα θα μαρτυρούσαμε κι εσάς κι εμάς. Μέχρι λοιπόν να ξεκαθαρίσει το ζήτημα, καλά θα κάνετε να πάτε σπίτι σας και να παραμείνετε εκεί. Καταλαβαίνετε τι σας λέω; Μη μιλήσετε σε κανέναν γι’ αυτήν τη συνάντηση, μη βγείτε έξω, μην ανοίξετε την πόρτα σε αγνώστους, μην απαντήσετε σε τηλεφωνήματα από άγνωστους αριθμούς». Ο Τουρ έγνεψε αργά. «Πόσο καιρό θα πάρει;» «Τρεις ημέρες το πολύ». «Roger that». O Μπέλμαν φάνηκε να θέλει να προσθέσει κάτι, αλλά σταμάτησε και δίστασε πριν, εντέλει, αποφασίσει να συνεχίσει. «Ποτέ μου δεν το κατάλαβα αυτό. Πώς γίνεται και κάποιοι άνθρωποι δέχονται να καταστρέψουν τις ζωές των άλλων για τα χρήματα. Τι να πω; Ίσως αν ήσασταν ένας φτωχός, αφγανός χωρικός... Αλλά ένας Νορβηγός, με τον μισθό πιλότου...» Ο Τουρ Σουλτς τον κοίταξε στα ίσια. Είχε προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο. Ένιωσε σχεδόν ανακούφιση στο άκουσμά του. «Παρ’ όλα αυτά, είναι πραγματικά γενναίο ότι ήρθατε έως εδώ κι ανοίξατε όλα σας τα χαρτιά. Ξέρω ότι ρισκάρετε. Η ζωή μόνο εύκολη δεν θα είναι από εδώ και πέρα, Σουλτς». Και μ’ αυτό, ο επικεφαλής της ΌργκΚριμ σηκώθηκε κι έτεινε το χέρι του. Κι ο Τουρ Σουλτς έκανε ακριβώς την ίδια σκέψη που είχε κάνει όταν τον πρωτοείδε να πλησιάζει στην είσοδο του κτιρίου: ότι ο Μίκαελ Μπέλμαν είχε το ιδανικό ύψος για πιλότος μαχητικού αεροσκάφους. Digitalised By Jah®

Καθώς ο Τουρ Σουλτς έβγαινε από το Αρχηγείο της Αστυνομίας του Όσλο, ο Χάρι Χόλε χτυπούσε το κουδούνι της Ράκελ. Εκείνη άνοιξε την πόρτα φορώντας τη ρόμπα της, τα μάτια της ακόμη δυο σχισμές. Χασμουρήθηκε. «Θα δείχνω πολύ καλύτερα αργότερα, μέσα στη μέρα» είπε. «Ένας στους δύο, δεν είναι κι άσχημα» απάντησε εκείνος, μπαίνοντας μέσα. «Καλή τύχη» είπε η Ράκελ και στάθηκε μπροστά από το τραπέζι της τραπεζαρίας με τις ντάνες των χαρτιών. «Τα πάντα είναι εδώ πάνω. Αναφορές. Φωτογραφίες. Αποκόμματα εφημερίδων. Καταθέσεις μαρτύρων. Είναι πολύ σχολαστικός. Κι εγώ πρέπει να πάω στη δουλειά». Μέχρι να κλείσει η πόρτα πίσω της, ο Χάρι είχε φτιάξει ήδη τον πρώτο καφέ κι είχε αρχίσει να κοιτάζει τα έγγραφα. Ύστερα από τρεις ώρες διαβάσματος έπρεπε να κάνει ένα διάλειμμα, να καταπολεμήσει τη δυσαρέσκεια που είχε αρχίσει να νιώθει. Πήρε την κούπα του και στάθηκε δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας. Υπενθύμισε στον εαυτό του ότι είχε έρθει για να βρει αμφιβολίες περί ενοχής, όχι αποδείξεις περί αθωότητας. H αμφιβολία ήταν υπεραρκετή. Κι όμως. Τα στοιχεία ήταν σαφέστατα. Η εμπειρία που είχε μαζέψει τόσα χρόνια ως ερευνητής στο Ανθρωποκτονιών λειτουργούσε τώρα εναντίον του: πολύ συχνά, τα πράγματα ήταν ακριβώς αυτό που έδειχναν. Τρεις ώρες ακόμα και το συμπέρασμα παρέμενε το ίδιο· δεν υπήρχε τίποτα στα έγγραφα που να υπαινίσσεται διαφορετική εξήγηση. Αυτό δεν σήμαινε ότι τέτοια εξήγηση δεν υπήρχε· απλώς ότι δεν βρισκόταν εδώ. Έτσι είπε στον εαυτό του. Έφυγε πριν επιστρέψει η Ράκελ στο σπίτι, πείθοντας τον εαυτό του ότι υπέφερε από τζετ λαγκ κι ότι έπρεπε να κοιμηθεί. Αλλά ήξερε στην πραγματικότητα γιατί. Δεν μπορούσε να της ομολογήσει ότι, Digitalised By Jah®

απ’ όλα όσα είχε διαβάσει, είχε καταλήξει ότι ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί αυτό το ψήγμα της αμφιβολίας που θ’ αντιπροσώπευε τη δίοδο προς την αλήθεια, τη ζωή, τη μοναδική ελπίδα για λύτρωση. Οπότε άρπαξε το σακάκι του, σηκώθηκε κι έφυγε. Κατέβηκε από το Χολμενκόλεν, διέσχισε το Ρις, το Σον και το Ούλεβολ, και κατέληξε στου Σρέντερ, στην Μπολτελέκα. Σκέφτηκε να μπει μέσα, μα αποφάσισε να μην το κάνει. Αντ’ αυτού, προχώρησε προς τ’ ανατολικά, πάνω από το ποτάμι, προς το Τέιεν. Όταν έσπρωξε την πόρτα του Φάρου, το φως της ημέρας είχε ήδη αρχίσει να σβήνει. Τα πάντα παρέμεναν όπως τα θυμόταν. Οι άχρωμοι τοίχοι, το άχρωμο ντεκόρ του καφενείου, με τα μεγάλα παράθυρα που άφηναν να μπαίνει όσο περισσότερο φως γινόταν. Μέσα σ’ αυτό το φως κάθονταν οι απογευματινοί πελάτες καταναλώνοντας σάντουιτς και καφέδες. Ορισμένων τα κεφάλια κρεμόντουσαν πάνω από τα πιάτα του λες κι είχαν μόλις τερματίσει σ’ έναν αγώνα πενήντα χιλιομέτρων, ενώ άλλοι κουβέντιαζαν σε τόνους κοφτούς στην ακατανόητη γλώσσα των τοξικομανών. Κι ύστερα υπήρχαν κι άλλοι που μια χαρά θα μπορούσαν να πίνουν το εσπρεσάκι τους και στο United Bakeries, περιτριγυρισμένοι από τον αστικό στόλο με τα μωρά και τα καρότσια. Μερικοί είχαν προμηθευτεί καινούργια ρούχα από δεύτερο χέρι που είτε τα φορούσαν είτε τα κρατούσαν σε πλαστικές σακούλες. Άλλοι πάλι έμοιαζαν με ασφαλιστές ή επαρχιώ​τισσες δασκαλίτσες. Ο Χάρι κατευθύνθηκε προς τον πάγκο κι ένα παχουλό χαμογελαστό κορίτσι με φούτερ του Στρατού της Σωτηρίας έσπευσε να του προσφέρει γαλλικό καφέ και μαύρο ψωμί με τυράκι. «Όχι σήμερα, σας ευχαριστώ. Ψάχνω τη Μαρτίνε, είναι εδώ;» «Δουλεύει στην κλινική σήμερα». Το κορίτσι έδειξε με το δάχτυλο το ταβάνι, πάνω από το οποίο ήταν το δωμάτιο Πρώτων Βοηθειών. «Αλλά, πρέπει να τελειώνει σε...» «Χάρι!» Digitalised By Jah®

Ο Χάρι γύρισε προς τη φωνή. Η Μαρτίνε Έκχοφ παρέμενε μικρόσωμη. Το χαμογελαστό, γατίσιο της πρόσωπο εξακολουθούσε να έχει εκείνο το δυσανάλογα μεγάλο στόμα και τη μικρή προεξοχή που περνιόταν για μυτούλα. Οι κόρες των ματιών της έμοιαζαν να έχουν χυθεί μες στις καφετιές της ίριδες, δίνοντας την εντύπωση μιας μαύρης κλειδαρότρυπας. Του είχε εξηγήσει κάποτε ότι ήταν έμφυτο κι ονομαζόταν κολόβωμα της ίριδος. Η κοπέλα τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της και του έκανε μια μεγάλη αγκαλιά. Κι όταν έπαψε να τον αγκαλιάζει, δεν τον άφησε, μόνο κράτησε τα χέρια του στα δικά της και τον κοίταζε στα μάτια. Ο Χάρι είδε μια σκιά να σημαδεύει το χαμόγελό της όταν παρατήρησε την ουλή του. «Πόσο... πόσο λεπτός είσαι!» Ο Χάρι γέλασε. «Ευχαριστώ... Δεν είναι ότι λέπτυνα, είναι ότι...» «Ξέρω, ξέρω» φώναξε η Μαρτίνε «πάχυνα εγώ. Όλοι μας παχύναμε, Χάρι. Εκτός από σένα. Κι αν θες να ξέρεις, εγώ έχω και δικαιολογία για τα κιλά που πήρα...» Η Μαρτίνε ακούμπησε απαλά το στομάχι της, εκεί που το μαύρο μάλλινο πουλόβερ της ήταν τεντωμένο τέζα. «Χμ. Ο Ρίκαρντ φταίει γι' αυτό;» Εκείνη γέλασε και κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, γεμάτη ενθουσιασμό. Το πρόσωπό της ήταν κόκκινο κι ανέδινε ζέστη, όπως η οθόνη μιας τηλεόρασης πλάσμα. Πήγαν προς το μοναδικό ελεύθερο τραπέζι. Ο Χάρι κάθισε στην καρέκλα του και κοίταζε το μαύρο ημισφαίριο της κοιλιάς της να προσπαθεί να τον μιμηθεί. Έμοιαζε τόσο παράλογο με φόντο τόσες ναυαγισμένες ζωές, τόση απαθή απελπισία. «Ξέρεις τίποτα για την υπόθεση του Γκούστο;» ρώτησε ο Χάρι. Η Μαρτίνε αναστέναξε βαριά. «Φυσικά. Οι πάντες ξέρουν εδώ γύρω. Ήταν μέλος της κοινότητάς μας. Μπορεί να μην ερχόταν συχνά, αλλά τον βλέπαμε πού και πού. Τα κορίτσια που εργάζονται Digitalised By Jah®

εδώ μέσα ήταν όλα ερωτευμένα μαζί του, όλα τους! Ήταν τόσο όμορφος!» «Κι ο Όλεγκ; Ο τύπος που λένε ότι τον σκότωσε;» «Κι αυτός ερχόταν καμιά φορά, μαζί μ’ ένα κορίτσι». Συνοφρυώθηκε. «Που λένε; Τι δηλαδή, υπάρχουν αμφιβολίες;» «Αυτό προσπαθώ να καταλάβω. Τι κορίτσι;» «Ένα όμορφο, χλωμό κοριτσάκι. Ίνγκουν; Ίριαμ;» Γύρισε προς τη μεριά του πάγκου. «Ψιτ! Πώς λένε τη θετή αδελφή του Γκούστο;» Και πριν προλάβει κανείς να της απαντήσει, το βρήκε μόνη της: «Ιρένε!». «Μια κοκκινομάλλα με φακίδες;» ρώτησε ο Χάρι. «Ήταν τόσο χλωμή, που, αν δεν είχε και τα κόκκινα μαλλιά της, θα ήταν αόρατη. Το εννοώ. Προς το τέλος, το φως του ήλιου έμοιαζε να τη διαπερνά». «Προς το τέλος;» «Ναι, μάλιστα μιλούσαμε γι’ αυτό μόλις πριν από λίγο. Έχει περάσει αρκετός καιρός απ’ την τελευταία φορά που την είδαμε. Έχω ρωτήσει πολλούς από τους θαμώνες μήπως ξέρουν αν έφυγε από το Όσλο, αλλά κανείς δεν ξέρει πού είναι». «Θυμάσαι να συμβαίνει τίποτα περίεργο τις μέρες που έγινε ο φόνος;» «Τίποτα, εκτός από ένα συγκεκριμένο βράδυ. Άκουγα σειρήνες περιπολικών και κατάλαβα ότι μάλλον είχαν βγει στο κυνήγι των νεαρών ενοριτών μας, όταν χτύπησε το τηλέφωνο ενός συναδέλφου σου κι αυτός πετάχτηκε αμέσως έξω». «Νόμιζα ότι υπάρχει άγραφος νόμος που λέει ότι δεν επιτρέπεται να δουλεύουν μαζί σας μυστικοί αστυνομικοί». «Δεν νομίζω ότι βρισκόταν εν ώρα υπηρεσίας, Χάρι. Καθόταν μόνος του σ’ εκείνο το τραπέζι, διαβάζοντας δήθεν την Klassekampen, την αριστερή εφημερίδα. Μπορεί ν’ ακουστεί ολίγον ματαιόδοξο, αλλά νομίζω ότι ερχόταν για να χαζέψει την αφεντιά μου». Ακούμπησε την παλάμη με νάζι στο στήθος της. Digitalised By Jah®

«Βλέπω ότι ακόμη γοητεύεις τους μοναχικούς αστυνομικούς». Εκείνη γέλασε. «Εγώ ήταν που σ’ τα ’ριξα κάποτε. Ή μήπως το ξέχασες;» «Μια καλή χριστιανή, σαν κι εσένα;» «Θυμάμαι ότι ο τρόπος που με χάζευε ήταν λίγο γλοιώδης, αλλά ευτυχώς σταμάτησε όταν η εγκυμοσύνη μου έγινε πια εμφανής. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο το βράδυ πετάχτηκε έξω, η πόρτα έκλεισε με γδούπο πίσω του κι εγώ τον είδα να τρέχει προς τη μεριά της οδού Χάουσμαν. Ο τόπος του εγκλήματος απέχει μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα από εδώ. Αμέσως μετά άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες, ότι είχαν δολοφονήσει τον Γκούστο. Κι ότι είχαν συλλάβει τον Όλεγκ». «Τι άλλο ξέρεις για τον Γκούστο; Εκτός από το γεγονός ότι οι γυναίκες τον έβρισκαν ελκυστικό κι ότι είχε μεγαλώσει σε θετή οικογένεια». «Το παρατσούκλι του ήταν “ο Kλέφτης”. Και πουλούσε βιολίνη». «Για ποιον;» «Στην αρχή, πουλούσαν με τον Όλεγκ για λογαριασμό των Λος Λόμπος, των μοτοσικλετιστών στο Άλναμπρου. Ύστερα όμως πρέπει ν’ άρχισαν να δουλεύουν για τον Ντουμπάι. Σε όποιον προσέφερε δουλειά την έπαιρνε. Είχε την καθαρότερη ηρωίνη. Κι όταν έκανε την εμφάνισή της η βιολίνη, την είχαν μόνο τα βαποράκια του Ντουμπάι. Έτσι είναι ακόμη». «Τι ξέρεις για τον Ντουμπάι; Ποιος βρίσκεται από πίσω;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν έχω καν ιδέα αν είναι κάποιος ή κάτι». «Κοίτα να δεις. Τέτοια διαφήμιση στους δρόμους και τέτοια μυστικότητα από πίσω. Υπάρχει κανείς που ξέρει;» «Πιθανόν. Αλλά αυτοί που ξέρουν δεν μιλάνε». Κάποιος φώναξε τ’ όνομά της. «Μην το κουνήσεις» είπε η Μαρτίνε, κοπιάζοντας να σηκωθεί απ’ την καρέκλα της. «Επιστρέφω σ’ ένα λεπτό». Digitalised By Jah®

«Δυστυχώς πρέπει να φύγω» είπε ο Χάρι. «Να πας πού;» Για ένα δευτερόλεπτο έπεσε σιγή, καθώς συνειδητοποίησαν κι οι δύο ότι δεν είχε καμιά λογική απάντηση στο ερώτημα αυτό.

Ο Τουρ Σουλτς καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στο παράθυρο. Ο ήλιος ήταν χαμηλά, μα υπήρχε ακόμη αρκετό φως ώστε να ξεχωρίζει όσους περπατούσαν στον δρόμο ανάμεσα στα σπίτια. Δεν μπορούσε να δει τον δρόμο όμως. Έβαλε στο στόμα μια μπουκιά ψωμί με μορταδέλα. Αεροπλάνα περνούσαν πάνω από τις στέγες των σπιτιών, προσγειώνονταν κι απογειώνονταν. Προσγειώνονταν κι απογειώνονταν. Ο Τουρ Σουλτς αφουγκραζόταν τους ήχους των διαφορετικών κινητήρων. Κάτι σαν χρονοδιάγραμμα: οι παλιοί κινητήρες ακούγονταν σωστά, είχαν τον σωστό βρυχηθμό, αυτή τη θαλπωρή η οποία έφερνε στον νου του καλές αναμνήσεις, που έδιναν νόημα στη ζωή του, που ήταν το σάουντρακ σημαντικών πραγμάτων, όπως η δουλειά του, η τυπικότητα, η ακρίβεια, η οικογένεια, τα χάδια μιας γυναίκας, η αναγνώριση από τους συναδέλφους. Η νέα γενιά κινητήρων μπορεί να μετατόπιζε μεγαλύτερο όγκο αέρα, αλλά έμοιαζε υπερβολική, έβγαζε περισσότερα μίλια γρηγορότερα και με λιγότερα καύσιμα, είχε καλύτερη αποδοτικότητα, μείωνε τον χρόνο για τα επουσιώδη. Ακόμα και στα απαραίτητα επουσιώδη. Ο Τουρ ξανακοίταξε το ρολόι πάνω απ’ το ψυγείο. Χτυπούσε σαν μια μικρή φοβισμένη καρδούλα, γρήγορα, με φρενήρη ρυθμό. Εφτά η ώρα. Έμεναν άλλες δώδεκα. Σύντομα θα σκοτείνιαζε. Άκουσε ένα Μπόινγκ 747. Το κλασικό. Το καλύτερο απ’ όλα. Ο ήχος δυνάμωσε κι άλλο, μέχρι που έγινε ένα βουητό που έκανε τα παραθυρόφυλλα να τρίζουν και το ποτήρι να χτυπάει πάνω στο μισοάδειο μπουκάλι στο τραπέζι. Ο Τουρ Σουλτς έκλεισε τα μάτια του. Ήταν ο ήχος του Digitalised By Jah®

αισιόδοξου μέλλοντος: ωμή δύναμη, δικαιολογημένη υπεροψία. Ο ήχος ενός αήττητου άνδρα στην ακμή του. Όταν ο ήχος έσβησε κι η ησυχία επέστρεψε στο σπίτι, ο Σουλτς παρατήρησε ότι η ποιότητα της σιωπής είχε αλλάξει. Λες κι ο αέρας ξαφνικά είχε διαφορετική πυκνότητα. Λες κι ήταν κατειλημμένος. Γύρισε απότομα και κοίταξε προς το σαλόνι. Απ’ την πόρτα μπορούσε να δει τον πάγκο με τα βάρη και την άκρη του χαμηλού τραπεζιού. Κοίταξε το παρκέ, τις σκιές από το μέρος εκείνο του καθιστικού με το οποίο δεν είχε οπτική επαφή. Κράτησε την ανάσα του κι αφουγκράστηκε. Τίποτα. Μόνο το ρολόι που χτυπούσε ρυθμικά πάνω απ’ το ψυγείο. Δάγκωσε άλλη μια μπουκιά ψωμί, ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτήρι του κι ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του. Ένα μεγάλο αεροπλάνο είχε αρχίσει την κάθοδό του. Το άκουγε που πλησίαζε, πίσω από την πλάτη του. Ο ήχος του έπνιξε τον ήχο του χρόνου που κυλούσε. Κι εκείνος σκέφτηκε ότι περνούσε ανάμεσα στο σπίτι και στον ήλιο, καθώς μια σκιά απλωνόταν πάνω του και πάνω απ’ το τραπέζι.

Ο Χάρι κατηφόρισε την Ουρτεγκάτα, κι ύστερα την Πλατουσγκάτα και βγήκε στη Γκρενλαντσλέιρετ. Όδευε προς το Αρχηγείο της Αστυνομίας σε αυτόματο πιλότο. Σταμάτησε στο πάρκο Μποτς. Έριξε μια ματιά προς τη μεριά των φυλακών, στους γκρίζους πέτρινους τοίχους. Να πας πού; τον είχε ρωτήσει. Αμφέβαλλε πραγματικά για το ποιος είχε σκοτώσει τον Γκούστο Χάνσεν; Υπήρχε πτήση των Σκανδιναβικών Αερογραμμών για την Μπανγκόκ καθημερινά, πριν από τα μεσάνυχτα. Απευθείας από το Όσλο. Πέντε μέρες την εβδομάδα. Μπορούσε να φύγει από εδώ, να πάει κατευθείαν στο ξενοδοχείο Λεόν, να πακετάρει τη βαλίτσα του, Digitalised By Jah®

να πληρώσει και να φύγει. Θα του έπαιρνε πέντε ακριβώς λεπτά. Μετά, το γρήγορο τρένο για το Γκαρντεμούεν. Θ’ αγόραζε ένα εισιτήριο στα γραφεία της SAS, θα έτρωγε και θα διάβαζε την εφημερίδα του στη χαλαρωτική, απρόσωπη, διαμετακομιστική ατμόσφαιρα του αεροδρομίου. Ο Χάρι έκανε μεταβολή. Παρατήρησε ότι η κόκκινη αφίσα που είχε δει την προηγουμένη είχε κάνει φτερά. Κατέβηκε την Οσλογκάτε. Διασχίζοντας το πάρκο Μίνε δίπλα στο νεκροταφείo της Γκαμλεμπίεν, άκουσε μια φωνή να του μιλάει, κρυμμένη στις σκιές της εισόδου. «Ένα διακοσάρι;» είπε στα σουηδικά. Ο Χάρι δίστασε και σταμάτησε, κι ο ζητιάνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Το παλτό του ήταν μακρύ και φθαρμένο και τα μεγάλα του αυτιά γέμιζαν το πρόσωπό του με σκιές κάτω από τη λάμπα του δρόμου. «Να υποθέσω ότι μου ζητάς δάνειο;» είπε ο Χάρι, βγάζοντας το πορτοφόλι του. «Έρανο» είπε ο Κάτο, απλώνοντας το χέρι του. «Δεν πρόκειται να τα πάρεις πίσω. Άφησα το πορτοφόλι μου στο Λεόν». Η ανάσα του γέρου δεν μύριζε καθόλου αλκοόλ, μόνο τσιγάρο και κάτι που θύμιζε στον Χάρι τα παιδικά του χρόνια, όταν έπαιζε κρυφτό στο σπίτι του παππού και χωνόταν στην ντουλάπα του, μυρίζοντας τη γλυκιά μούχλα των ρούχων που βρίσκονταν κρεμασμένα εκεί μέσα χρόνια ολόκληρα. Όσο παλιό ήταν το σπίτι, τόσο παλιά ήταν κι εκείνα. Ο Χάρι βρήκε ένα χαρτονόμισμα των πεντακοσίων κορονών και το έδωσε στον Κάτο. «Να, πάρε». Ο Κάτο γούρλωσε τα μάτια του. Χάιδεψε το χαρτονόμισμα. «Έχω ακούσει διάφορα για σένα» είπε. «Λένε ότι είσαι μπάτσος». «Ναι, ε;» «Κι ότι τα πίνεις. Τι γουστάρεις;» Digitalised By Jah®

«Jim Beam». «Α, τον Τζιμάκο. Φίλος του Τζόνι. Λένε κι ότι ξέρεις εκείνο το αγόρι, τον Όλεγκ». «Γιατί, τον ξέρεις κι εσύ;» «Η φυλακή είναι χειρότερη απ’ τον θάνατο, Χάρι. Ο θάνατος είναι απλός, απελευθερώνεται η ψυχή σου. Η φυλακή σ’ την τρώει την ψυχή μέχρι που δεν μένει τίποτα ανθρώπινο πάνω σου. Μέχρι που γίνεσαι φάντασμα». «Ποιος σου είπε για τον Όλεγκ;» «Το εκκλησίασμά μου είναι μεγάλο, Χάρι. Οι ενορίτες μου πολλοί. Κι είμαι απ’ τους ανθρώπους που ακούν. Λένε ότι κυνηγάς κάποιον. Τον Ντουμπάι». Ο Χάρι κοίταξε το ρολόι του. Αυτή την εποχή οι πτήσεις ήσαν μισοάδειες. Θα μπορούσε να πάει κι από την Μπανγκόκ στη Σαγκάη. Η Ζαν Γιν του ’χε στείλει μήνυμα ότι θα είναι μόνη της αυτήν την εβδομάδα. Θα μπορούσαν να πάνε μαζί στο εξοχικό. «Εύχομαι να μην τον βρεις, Χάρι». «Ποιος είπε ότι τον...» «Όσοι τον βρίσκουν πεθαίνουν». «Κάτο, απόψε φεύγω για...» «Έχεις ακούσει για το Σκαθάρι;» «Όχι, αλλά...» «Έξι πόδια. Σου τρυπάει το πρόσωπο». «Πρέπει να φύγω, Κάτο». «Το ’χω δει με τα ίδια μου τα μάτια». Ο Κάτο κόλλησε το πιγούνι του στο κολάρο του πάστορα. «Κάτω από τη γέφυρα Άλβσμποργκ στο λιμάνι του Γκέτεμποργκ. Ένας αστυνομικός προσπαθούσε να ξετρυπώσει μια συμμορία ηρωίνης. Του ’χωσαν ένα τούβλο με έξι καρφιά στο πρόσωπο». Τότε συνειδητοποίησε ο Χάρι τι εννοούσε ο γέρος. Zjuk. To Σκαθάρι. Η μέθοδος ήταν ρωσικής προέλευσης· τη χρησιμοποιούσαν σε Digitalised By Jah®

πληροφοριοδότες. Γι’ αρχή, κάρφωναν το αυτί του πληροφοριοδότη στο πάτωμα, κάτω από μια δοκό στο ταβάνι. Ύστερα μισοέχωναν έξι καρφιά σ’ ένα τούβλο, έδεναν το τούβλο μ’ ένα σκοινί, περνούσαν το σκοινί πάνω απ’ τη δοκό κι ο πληροφοριοδότης κρατούσε τη μια του άκρη ανάμεσα στα δόντια του. Το νόημα −και ο συμβολισμός− του εγχειρήματος ήταν ότι, εφόσον ο πληροφοριοδότης κρατούσε το στόμα του κλειστό, θα παρέμενε εν ζωή. Ο Χάρι είχε δει τ’ αποτελέσματα του zjuk σ’ έναν κακομοίρη· η Τριάδα της Ταϊπέι είχε εφαρμόσει τη μέθοδο σ’ ένα απόμερο σοκάκι στο Τανσούι. Είχαν χρησιμοποιήσει καρφιά με πλατιές κεφαλές, αυτά που δεν κάνουν μεγάλες τρύπες όταν καρφώνονται στον τοίχο. Όταν ήρθε το ασθενοφόρο και οι νοσοκόμοι προσπάθησαν ν’ αποσπάσουν το τούβλο από το κεφάλι του νεκρού, πήραν μαζί και το πρόσωπό του. Με το ’να χέρι, ο Κάτο έχωσε το χαρτονόμισμα των πεντακοσίων κορονών στην τσέπη του παντελονιού του κι ακούμπησε το άλλο στον ώμο του Χάρι. «Το καταλαβαίνω· θες να προστατέψεις τον γιο σου. Αλλά κι ο άλλος; Εκείνος δεν είχε πατέρα, Χάρι; Όταν οι γονείς παλεύουν για τα παιδιά τους το αποκαλούν “αυτοθυσία”, μα στην πραγματικότητα προστατεύουν τον ίδιο τους τον εαυτό, τον κλώνο τους. Δεν θέλει και πολύ ηθικό σθένος όλο αυτό: γονιδιακός εγωισμός είναι. Όταν ήμουν παιδί κι ο πατέρας μάς διάβαζε τη Βίβλο, θυμάμαι να σκέφτομαι ότι ο Αβραάμ ήταν ένας δειλός που υπάκουσε τον Θεό και πήγε να θυσιάσει τον γιο του. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι ένας πραγματικά ανιδιοτελής πατέρας δέχεται να θυσιάσει το παιδί του αν ο σκοπός ξεπερνάει και το παιδί του και τον ίδιο. Γιατί υπάρχουν και τέτοια». Ο Χάρι πέταξε το τσιγάρο του στον δρόμο. «Λάθος κάνεις. Ο Όλεγκ δεν είναι γιος μου». «Δεν είναι; Και τι δουλειά έχεις εδώ, λοιπόν;» «Αστυνομικός είμαι». Digitalised By Jah®

Ο Κάτο έσκασε στα γέλια. «Η έκτη εντολή, Χάρι: Μη λες ψέματα». «Η όγδοη δεν είναι αυτή;» είπε ο Χάρι, πατώντας τη γόπα. «Κι αν θυμάμαι καλά, λέει ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή, που σημαίνει ότι δεν πειράζει να πεις και κάνα ψεματάκι για τον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν τελείωσες τις θεολογικές σπουδές σου;» Ο Κάτο ανασήκωσε τους ώμους του. «Ο Ιησούς κι εγώ δεν έχουμε επίσημα προσόντα. Είμαστε άνδρες του Λόγου. Όπως όλοι οι σαμάνοι, οι μάντισσες κι οι τσαρλατάνοι, είμαστε ικανοί να εμπνεύσουμε φρούδες ελπίδες και γνήσια παρηγοριά». «Δεν είσαι καν χριστιανός, είσαι;» «Εδώ θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι η πίστη δεν μου απέφερε ποτέ ούτε ένα καλό· μόνο η αμφιβολία. Γι’ αυτό έχει γίνει κι η διαθήκη μου». «Η αμφιβολία». «Ακριβώς». Τα κίτρινά του δόντια γυάλισαν στο σκοτάδι. «Και σε ερωτώ: είναι όντως τόσο βέβαιον ότι ο Θεός δεν υπάρχει, ότι δεν έχει κάποιο σχέδιο;» Ο Χάρι σιγογέλασε. «Δεν διαφέρουμε και πολύ, Χάρι. Εγώ φορώ το ψεύτικο κολάρο ενός πάστορα κι εσύ το ψεύτικο αστέρι ενός σερίφη. Πόσο ακλόνητη είναι η πίστη σου στο δικό σου ευαγγέλιο; Να προστατεύεις όσους έχουν βρει τον δρόμο τους και να εξασφαλίζεις ότι όσοι παραστράτησαν θα πληρώσουν ανάλογα με τις αμαρτίες τους; Αμφιβολίες εσύ δεν έχεις;» Χτυπώντας απαλά το πακέτο του, ο Χάρι έβγαλε κι άλλο τσιγάρο. «Δυστυχώς δεν υπάρχουν αμφιβολίες στη συγκεκριμένη υπόθεση. Πάω σπίτι μου». «Αν είναι έτσι, καλό σου ταξίδι. Έχω κι εγώ μια λειτουργία να τελέσω». Ακούστηκε η κόρνα ενός αυτοκινήτου. Ο Χάρι γύρισε Digitalised By Jah®

ενστικτωδώς προς τον ήχο. Δυο προβολείς τον τύφλωσαν κι ύστερα έστριψαν στη γωνία. Τα φώτα των φρένων έμοιαζαν με τις καύτρες των τσιγάρων στο σκοτάδι καθώς το αυτοκίνητο μείωσε ταχύτητα για να μπει στο πάρκινγκ του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Κι όταν ο Χάρι ξαναγύρισε να του μιλήσει, ο Κάτο είχε εξαφανιστεί. Ο γεροπάστορας έμοιαζε να είχε εξατμιστεί μέσα στη νύχτα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν βήματα προς τη μεριά του νεκροταφείου.

Του πήρε όντως πέντε λεπτά να φτιάξει τη βαλίτσα του και να αναχωρήσει από το ξενοδοχείο Λεόν. «Έχουμε και μια μικρή έκπτωση για όσους πληρώνουν μετρητά» είπε το αγόρι πίσω από τον πάγκο. Δεν είχαν αλλάξει όλα, λοιπόν. Ο Χάρι κοίταξε μες στο πορτοφόλι του. Δολάρια Χονγκ Κονγκ, γιουάν, αμερικάνικα δολάρια, ευρώ. Χτύπησε το κινητό του. Το έφερε στο αυτί ενώ συνέχιζε να σκαλίζει τα χαρτονομίσματα. Έδωσε μερικά στο αγόρι. «Λέγετε». «Εγώ είμαι. Τι κάνεις;» Σκατά. Είχε σκοπό να περιμένει και να την πάρει από το αεροδρόμιο. Απλά και βάναυσα πράγματα. Να ξεκολλήσει τον επίδεσμο με τη μία. «Κάνω τσεκ-άουτ απ’ το ξενοδοχείο. Να σε πάρω σε δυο λεπτά;» «Ήθελα μόνο να σου πω ότι ο Όλεγκ ήρθε σ’ επαφή με τον δικηγόρο του. Δηλαδή, ε..., με τον Χανς Κρίστιαν». «Νορβηγικές κορόνες» είπε το αγόρι. «Χάρι, ο Όλεγκ λέει ότι θέλει να σε συναντήσει». «Γαμώτο!» «Συγγνώμη; Χάρι; Είσαι εκεί;» «Βίζα παίρνετε;» «Είναι φτηνότερο να πάτε να τραβήξετε χρήματα». «Να με συναντήσει;» Digitalised By Jah®

«Αυτό είπε. Το συντομότερο δυνατόν». «Δεν γίνεται, Ράκελ». «Γιατί;» «Γιατί....» «Υπάρχει ένα μηχάνημα ανάληψης στα εκατό μέτρα, στην Τολμπουγκάτα». «Γιατί;» «Πάρε την κάρτα μου, εντάξει;» «Χάρι;» «Αρχικά, είναι αδύνατον, Ράκελ. Δεν του επιτρέπονται επισκέψεις και δεν θα τα καταφέρω να παρακάμψω την απαγόρευση για δεύτερη φορά». «Κι ύστερα;» «Δεν έχει νόημα, Ράκελ. Διάβασα όλα τα έγγραφα. Νομίζω...» «Νομίζεις. Τι νομίζεις;» «Νομίζω ότι αυτός πυροβόλησε τον Γκούστο Χάνσεν, Ράκελ». «Δεν δεχόμαστε Βίζα. Έχετε τίποτα άλλο; Μάστερκαρντ; Αμέρικαν Εξπρές;» «Όχι! Ράκελ;» «Καλά. Δολάρια κι ευρώ τότε. Η ισοτιμία δεν είναι κι η καλύτερη, αλλά προτιμότερο απ’ το να πληρώνετε με κάρτα». «Ράκελ; Ράκελ; Γαμώτο!» «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, κύριε Χόλε;» «Μου το ’κλεισε. Δεν φτάνει;»

Digitalised By Jah®

12

τάθηκα στη Σιπεργκάτα κοιτάζοντας τη βροχή να πέφτει με το τουλούμι. Ο χειμώνας δεν έλεγε να μπει κι είχαμε πήξει στις βροχές. Η ζήτηση στην πιάτσα όμως αδιάβροχη. Με τον Όλεγκ και την Ιρένε βγάζαμε σε μια μέρα περισσότερα απ’ ό,τι με τον Όντιν και τον Τούτου σε μια ολόκληρη εβδομάδα. Μέσες άκρες, γύρω στα έξι χιλιάρικα ημερησίως. Κάθισα και μέτρησα πόσες φανέλες της Άρσεναλ κυκλοφορούσαν στο κέντρο: με συντηρητική εκτίμηση, ο γέρος πρέπει να έβγαζε πάνω από δυο εκατομμύρια κορόνες την εβδομάδα. Κάθε βράδυ, πριν παραδώσουμε στον Αντρέι, καθόμασταν με τον Όλεγκ και λογαριάζαμε προσεκτικά έσοδα κι απόθεμα. Δεν έλειψε ποτέ ούτε μία κορόνα. Δεν άξιζε τον κόπο. Τον Όλεγκ τον εμπιστευόμουν εκατό τοις εκατό. Δεν νομίζω ότι του περνούσε απ’ το μυαλό να κλέψει, πιθανόν να μην καταλάβαινε καν την έννοια της κλοπής. Ή, τέλος πάντων, δεν είχε τίποτε άλλο στο μυαλό του εκτός απ’ την Ιρένε. Ήταν σχεδόν αστείο πώς κουνούσε την ουρά του κάθε φορά που την έβλεπε. Και πόσο τυφλή ήταν εκείνη απέναντι στη λατρεία που της έδειχνε. Γιατί η Ιρένε είχε μάτια για ένα πράγμα μόνο. Εμένα. Digitalised By Jah®

Σ

Αυτό ούτε μ’ άρεσε, αλλά ούτε με πείραζε κιόλας. Έτσι είχαν τα πράγματα. Ανέκαθεν. Την ήξερα τόσο καλά... Ήξερα πώς να κάνω την πεντακάθαρη καρδούλα της να χτυπά, το γλυκό στοματάκι της να χαμογελάει, τα γαλάζια της μάτια να γεμίζουν δάκρυα αν γούσταρα. Θα μπορούσα να την αφήσω να φύγει, ν’ ανοίξω την πόρτα και να της πω, ορίστε, γεια σου. Αλλά είμαι κλέφτης, κι οι κλέφτες δεν παρατάνε τίποτα που μπορεί να τους αποφέρει χρήμα. Η Ιρένε μού ανήκε. Και δυο εκατομμύρια την εβδομάδα ανήκαν στον γέρο. Έχει πλάκα να παρατηρείς πώς σε πριζώνουν έξι χιλιάρικα την ημέρα, άμα γουστάρεις παγάκια με κρίσταλ μεθ στα ποτά σου και ρούχα ακριβότερα απ’ τα φθηνιάρικα του Κούμπους. Γι’ αυτό κι εγώ κοιμόμουν ακόμη στο μουσικό δωμάτιο μαζί με την Ιρένε, που είχε βάλει ένα στρώμα πίσω ακριβώς από τα ντραμς. Εκείνη όμως τα πήγαινε μια χαρά: δεν είχε αγγίξει τίποτα, ούτε πειραγμένη φούντα, έτρωγε κάτι χορτοφαγικές μαλακίες κι είχε ανοίξει και λογαριασμό στην τράπεζα. Ο Όλεγκ έμενε με τη μάνα του, οπότε πρέπει να κολυμπούσε στο χρήμα. Είχε ξαναγίνει καθαρός, κάτι μελετούσε κι είχε μάλιστα αρχίσει και τις προπονήσεις στο Βάλε Χόβιν. Ενώ στεκόμουν λοιπόν στη Σιπεργκάτα κάνοντας μαθηματικές πράξεις με το μυαλό μου, είδα να με πλησιάζει μες στη βροχή μία φιγούρα. Τα γυαλιά του ήταν θαμπά, τα λεπτά του μαλλιά κολλημένα στο κεφάλι. Φορούσε ένα μπουφάν παντός καιρού, από εκείνα που αγοράζουν κάτι χοντρές κι άσχημες γκόμενες για τις ίδιες και τον γκόμενό τους τα Χριστούγεννα. Στη δική μας περίπτωση, η γκόμενα ήταν είτε άσχημη είτε ανύπαρκτη. Το ’πιασα απ’ τον τρόπο που ο τύπος περπατούσε. Που κούτσαινε, μάλλον. Είμαι σίγουρος πως κάποιος, κάπου, έχει βρει έναν όρο για να εξωραΐσει την όλη φάση, αλλά εγώ αυτά τα λέω με τ’ όνομά τους: ο τύπος ήταν κουτσός. Τι τώρα... εδώ λέω «σπαστικός», «νέγρος» κι άλλα τέτοια... Σταμάτησε μπροστά μου. Digitalised By Jah®

Η αλήθεια είναι ότι είχαν πάψει να με εκπλήσσουν οι άνθρωποι που αγόραζαν ηρωίνη, αλλά αυτός ο τύπος δεν ανήκε σε καμιά κατηγορία συνηθισμένων χρηστών. «Πόσο...» «Τριακόσια πενήντα το τέταρτο». «...θα έδινες για ένα γραμμάριο ηρωίνη;» «Να δώσω; Τι λε, ρε μαλάκα; Εγώ πουλάω». «Το ξέρω. Έρευνα κάνω». Τον κοίταξα καλά. Δημοσιογράφος; Κοινωνικός λειτουργός; Πολιτικός μήπως; Όταν δούλευα για τον Όντιν και τον Τούτου, ένας παρόμοιος βλάκας με είχε πλησιάσει και μου είχε πει ότι ήταν, λέει, από το δημοτικό συμβούλιο, από κάποια επιτροπή που την έλεγαν RUNO, και με ρώτησε ευγενικότατα αν θα ήθελα να συμμετάσχω σε μία συνάντηση για τα «Ναρκωτικά και τους Νέους». Ήθελαν, λέει, ν’ αφουγκραστούν «τη φωνή του δρόμου». Πήγα κι εγώ για να σπάσω πλάκα και κάθισα και τους άκουσα να παπαγαλίζουν αηδίες περί Ευρωπαϊκών Πόλεων Εναντίον των Ναρκωτικών και για κάποιο μεγάλο, διεθνές σχέδιο για μια Ευρώπη δίχως ναρκωτικά, και τέτοια. Μου δώσανε τσουρεκάκι και αναψυκτικό. Είχα πεθάνει στα γέλια. Αλλά η τύπισσα που προέδρευε ήταν μια μιλφάρα με οξυζεναρισμένο ξανθό μαλλί, ανδροπρεπή χαρακτηριστικά, δυο τεράστια καρπούζια και φωνή συνταγματάρχη. Για μια στιγμή σκέφτηκα μήπως είχε κάνει κι αλλού εγχείρηση, πέρα απ’ τα βυζιά της. Με πλησίασε μετά τη συνάντηση και μου είπε ότι ήταν γραμματέας της επιτρόπου Κοινωνικών Υπηρεσιών κι ότι πολύ θα ήθελε να μιλήσουμε κι άλλο για όλα αυτά, και θα ήθελα να συναντηθούμε στο σπίτι της κάποια μέρα, αν μου δινόταν «η ευκαιρία»; Εντέλει, μου προέκυψε μιλφάρα χωρίς παιδιά, αλλά με αγρόκτημα. Όταν άνοιξε την πόρτα, φορούσε στενό παντελόνι ιππασίας και ήθελε να «το κάνουμε» στον στάβλο. Ούτε που μ’ ένοιαζε αν είχε κόψει το πουλί της ή όχι. Οι γιατροί είχαν κάνει και γαμώ τις δουλειές: της είχαν δώσει δυο μαστάρια όλα τα λεφτά. Digitalised By Jah®

Αλλά εδώ που τα λέμε, είναι λίγο περίεργο να πηδάς μια γυναίκα που στριγκλίζει σαν αεροπλάνο δυο μέτρα μακριά από κάτι αλογάρες που μηρυκάζουν και σε κοιτούν με μισό μάτι. Ύστερα έπρεπε να βγάζω άχυρα από τα κωλομέρια μου... Της ζήτησα να μου δανείσει χίλιες κορόνες. Συνεχίσαμε να βλεπόμαστε μέχρι που άρχισα να βγάζω έξι χιλιάρικα τη μέρα κι εκείνη βρήκε τον χρόνο να μου εξηγήσει ότι ο ρόλος της γραμματέως δεν ήταν να κάθεται και να γράφει επιστολές για την κυρία επίτροπο όλη μέρα, αλλά ν’ ασχολείται με τα πρακτικά και πολιτικά θέματα της επιτροπής. Δεν την ένοιαζε που ήταν σκλάβα, αφού αυτή χειριζόταν ουσιαστικά τα πάντα. Κι όταν το καταλάβαιναν αυτό οι σωστοί άνθρωποι, τότε θα ερχόταν κι η δική της σειρά να γίνει επίτροπος. Αυτό που έμαθα ακούγοντάς τη να μιλάει για τα του Δημαρχείου ήταν πως όλοι οι πολιτικοί −υψηλά ιστάμενοι ή μη− ήθελαν δύο πράγματα: δύναμη και σεξ. Με αυτή τη σειρά. Θυμάμαι να της ψιθυρίζω στο αυτί τη λέξη «υπουργός», έχοντας μέσα της δυο δάχτυλα, και την τύπισσα να χύνει με τόση δύναμη που εκτοξευόταν μέχρι το χοιροστάσιο. Δεν κάνω πλάκα. Αυτού του είδους την αρρωστημένη λαχτάρα έβλεπα τώρα και στη φάτσα του άνδρα που στεκόταν μπροστά μου. «Άντε γαμήσου, ρε». «Ποιος είναι το αφεντικό σου; Θέλω να του μιλήσω». Πήγαινέ με στον αρχηγό σου, που λένε κι οι εξωγήινοι... Ο τύπος ή τρελός ήταν ή παντελώς ηλίθιος. «Σπάσε, ρε». Ο τύπος δεν το κουνούσε ρούπι. Στεκόταν απλώς εκεί, με τον γοφό του λυγισμένο παράξενα, βγάζοντας κάτι από το μπουφάν του. Μια πλαστική σακούλα που περιείχε λευκή σκόνη − μισό γραμμάριο, πιθανόν. «Αυτό είναι δείγμα. Πήγαινέ το στο αφεντικό σου. Η τιμή του είναι οκτακόσιες κορόνες το γραμμάριο. Να προσέξει, πες του, τη δόση: αυτό εδώ, διά δέκα. Θα επιστρέψω μεθαύριο την ίδια ώρα». Ο άνδρας μού έδωσε τη σακούλα, έκανε μεταβολή και έφυγε Digitalised By Jah®

κουτσαίνοντας. Υπό άλλες συνθήκες, θα είχα πετάξει τη σακούλα στον πρώτο σκουπιδοτενεκέ που θα έβρισκα. Ούτε να την πουλήσω και να τσεπώσω τα λεφτά μπορούσα· έπρεπε να προστατεύσω τη φήμη μου. Αλλά τα μάτια του τρελού λαμπύριζαν λες κι ήξερε κάτι πραγματικά σημαντικό. Έτσι λοιπόν, όταν τελείωσε η μέρα κι είχα παραδώσει στον Αντρέι, πήρα τον Όλεγκ και την Ιρένε και πήγαμε στο Πάρκο της Ηρωίνης. Αρχίσαμε να ρωτάμε αν γούσταρε κανείς να γίνει πειραματόζωο. Το είχα ξανακάνει αυτό, με τον Τούτου. Όταν έφτανε καινούργιο προϊόν στην πόλη πηγαίναμε και το τεστάραμε στο πάρκο όπου σύχναζαν τα χειρότερα τζάνκια, εκείνα που δεν είχαν πρόβλημα να πάρουν το οτιδήποτε, φτάνει να ’ταν δωρεάν. Χέστηκαν αν θα πέθαιναν ή όχι. Ένα βήμα πριν από τον τάφο ήταν εξάλλου. Βρήκαμε τέσσερις εθελοντές, που μας ζήτησαν ως αντάλλαγμα κι ένα όγδοο ηρωίνης. Αρνήθηκα κι έμειναν τρεις. Εμφάνισα το προϊόν. «Δεν φτάνει!» φώναξε ένα τζάνκι, ψελλίζοντας λες κι είχε πάθει εγκεφαλικό. Του είπα να το βουλώσει αν ήθελε και επιδόρπιο. Η Ιρένε, ο Όλεγκ κι εγώ καθίσαμε και τους χαζεύαμε να ψάχνουν τις ξεραμένες φλέβες τους. Μου έκανε εντύπωση πόσο αποτελεσματικά τρυπήθηκαν στο τέλος. «Ω, Χριστέ μου...» βόγκηξε ο ένας. «Και γαααααα...» ούρλιαξε ο άλλος. Κι ύστερα, σιωπή. Απόλυτη ησυχία. Ήταν σαν να στέλνεις πύραυλο στο διάστημα και να χάνεις επαφή. Κατάλαβα όμως, πρόλαβα να δω την έκσταση στα μάτια τους πριν εκείνοι χαθούν στην κοσμάρα τους: Houston, we have no problem. Όταν ξαναπροσγειώθηκαν, είχε πια νυχτώσει. Το τριπάκι είχε κρατήσει πάνω από πέντε ώρες, δυο φορές περισσότερο απ’ ό,τι ένα συνηθισμένο τριπ ηρωίνης. Η επιτροπή ήταν ομόφωνη, δεν είχαν ξαναπάρει ποτέ τους τέτοιο πράγμα. Ήθελαν κι άλλο, την υπόλοιπη σακούλα, τώρα, σε παρακαλώ, κι Digitalised By Jah®

άρχισαν να έρχονται καταπάνω μας σαν τα ζόμπι απ’ το βιντεοκλίπ του Thriller. Σκάσαμε στα γέλια και την κοπανήσαμε. Όταν πια καθίσαμε στα στρώματά μας στο δωμάτιο με τα μουσικά όργανα, μισή ώρα αργότερα, άρχισα να σκέφτομαι: ένας συχνός χρήστης χρησιμοποιούσε ένα τέταρτο γραμμαρίου ηρωίνης ανά τριπάκι. Και λίγο πριν, τα πιο σκληροπυρηνικά τζάνκια του Όσλο είχαν πάθει την πλάκα τους λες κι ήταν πρωτάρηδες με το ένα τέταρτο του ενός τετάρτου! Ο τύπος μού είχε δώσει πεντακάθαρο πράμα! Αλλά τι σκατά ήταν; Έμοιαζε και μύριζε σαν την ηρωίνη, είχε την πυκνότητα της ηρωίνης, αλλά σ’ έκανε να τριπάρεις πέντε ώρες με απειροελάχιστη ποσότητα... Τέλος πάντων, κατάλαβα ότι είχαμε χτυπήσει φλέβα χρυσού. Οκτακόσιες κορόνες το γραμμάριο, αραιωμένο τρεις φορές, θα μπορούσε να πουλιέται για χίλιες τετρακόσιες. Πενήντα γραμμάρια την ημέρα. Τριάντα χιλιάρικα στην τσέπη. Στη δική μου τσέπη. Στου Όλεγκ και της Ιρένε. Τους εξήγησα την επιχειρηματική μου ιδέα. Τους αριθμούς. Κοίταξε ο ένας τον άλλο. Δεν έμοιαζαν και τόσο ενθουσιασμένοι. «Κι ο Ντουμπάι;» ρώτησε ο Όλεγκ. Τους είπα ψέματα, λέγοντας πως δεν διατρέχαμε κανέναν κίνδυνο εφόσον δεν κλέβαμε τον γέρο. Στην αρχή, θα μπορούσαμε να του πούμε ότι παραιτούμαστε, ότι βρήκαμε τον Ιησού και διάφορες τέτοιες μαλακίες. Κι ύστερα, θα περιμέναμε λίγο και θα στήναμε τη δική μας μικρή επιχείρηση. Ξανακοιτάχτηκαν. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι κάτι έτρεχε, ότι κάτι μου ’χε ξεφύγει τόσο καιρό. «Να, μόνο που...» είπε ο Όλεγκ, προσπαθώντας να εστιάσει στον απέναντι τοίχο. «Η Ιρένε κι εγώ... εμείς...» «Εσείς, τι;» Στριφογύριζε από εδώ κι από εκεί, σαν καρφιτσωμένο σκουλήκι, μέχρι που γύρισε και κοίταξε την Ιρένε, εκλιπαρώντας τη σιωπηλά για βοήθεια. «Ο Όλεγκ κι εγώ αποφασίσαμε να ζήσουμε μαζί» είπε εκείνη. Digitalised By Jah®

«Κάνουμε οικονομίες για να δώσουμε προκαταβολή για ένα διαμέρισμα στο Μπόλερ. Σκεφτόμασταν να δουλέψουμε όλο το καλοκαίρι και μετά...» «Και μετά;» «Μετά θα τελειώναμε το σχολείο» είπε ο Όλεγκ. «Και θα πηγαίναμε πανεπιστήμιο». «Νομική» είπε η Ιρένε. «Οι βαθμοί του Όλεγκ είναι πολύ καλοί». Χαμογέλασε με τον τρόπο που χαμογελούσε όταν νόμιζε ότι είχε πει κάποια βλακεία, αλλά τα συνήθως χλωμά της μάγουλα είχαν κοκκινίσει από την ικανοποίηση. Κοίτα να δεις που την είχαν βρει τα μαλακισμένα πίσω απ’ την πλάτη μου! Πώς μου είχε ξεφύγει κάτι τέτοιο; «Νομική, ε;» είπα, ανοίγοντας τη σακούλα που περιείχε ακόμη πάνω από ένα γραμμάριο. «Εκεί δεν πάνε όσοι θέλουν να γίνουν αρχηγοί της μπατσαρίας;» Κανείς τους δεν απάντησε. Βρήκα το κουτάλι που έτρωγα κορν φλέικς και το σκούπισα στον μηρό μου. «Τι κάνεις;» είπε ο Όλεγκ. «Το γιορτάζω» απάντησα, χύνοντας τη σκόνη στο κουτάλι. «Δεν πρέπει να το τεστάρουμε πριν το πάμε στον γέρο;» «Δηλαδή, όλα καλά;» πετάχτηκε η Ιρένε, με φωνή γεμάτη ανακούφιση. «Να συνεχίσουμε όπως και πριν;» «Φυσικά, γλυκιά μου». Έβαλα τον αναπτήρα κάτω από το κουτάλι. «Αυτό είναι για σένα, Ιρένε». «Για μένα; Δεν νομίζω πως...» «Έλα, αδελφούλα, για χάρη μου». Την κοίταξα και χαμογέλασα. Με το χαμόγελο στο οποίο ήξερε ότι ήξερα ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί. «Είναι τρελά βαρετό να τριπάρεις μόνος σου, ξέρεις. Μοναξιά, κι έτσι». Η λιωμένη σκόνη άρχισε να βράζει πάνω στο κουτάλι. Δεν είχα βαμβάκι και σκέφτηκα να τη ρουφήξω με κανένα φίλτρο από Digitalised By Jah®

τσιγάρο. Ήταν όμως τόσο καθαρή! Λευκή, ομοιόμορφη. Έτσι την άφησα να κρυώσει για λίγο και την πέρασα κατευθείαν μες στη σύριγγα. «Γκούστο...» πήγε να πει ο Όλεγκ. «Καλά θα κάνουμε να προσέξουμε να μην υπερβάλουμε, ε; Αυτό φτάνει και περισσεύει και για τους τρεις μας. Κι εσύ κόπιασε, φίλε μου. Ή μήπως προτιμάς μόνο να παίρνεις μάτι;» Δεν χρειαζόταν να δω την αντίδρασή του. Τον ήξερα απέξω κι ανακατωτά. Αγνή καρδιά, τυφλός από έρωτα, φορώντας την πανοπλία του γενναίου ιππότη που τον είχε κάνει να πηδάει στο παγωμένο φιόρδ του Όσλο από δεκαπεντάμετρα κατάρτια. «Καλά» είπε κι άρχισε ν’ ανεβάζει το μανίκι του. «Είμαι μέσα». Αυτή η πανοπλία θα τον σκότωνε στο τέλος, θα τον τραβούσε στον βυθό και θα τον έπνιγε σαν το ποντίκι μες στη φάκα. Ξύπνησα επειδή κάποιος βαρούσε την εξώπορτα. Ένιωθα λες και το κεφάλι μου ήταν ένα τεράστιο ορυχείο. Συνέχισα να κάθομαι ανήμπορος και τρομοκρατημένος, μέχρι που πήρα την απόφαση ν’ ανοίξω το ένα μου μάτι. Το φως του πρωινού γλιστρούσε ανάμεσα στα μαδέρια που κάλυπταν τα παράθυρα. Η Ιρένε ήταν ακόμη ξαπλωμένη στο στρώμα της και είδα τα αθλητικά του Όλεγκ –λευκά Puma Speed Cat− να εξέχουν ανάμεσα σε δυο ενισχυτές. Αυτός που βρισκόταν έξω απ’ την πόρτα μας είχε αρχίσει να της ρίχνει κλοτσιές. Σηκώθηκα και πήγα παραπατώντας μέχρι την είσοδο προσπαθώντας να θυμηθώ μήπως η μπάντα είχε πρόβες ή μήπως είχε έρθει κανείς για τα όργανα. Άνοιξα την πόρτα μια σχισμή, βάζοντας ενστικτωδώς το πόδι μου από πίσω. Και κάτι έγινε... Η πόρτα με χτύπησε με τόση δύναμη, που εκτοξεύτηκα προς τα πίσω κι έπεσα πάνω στα ντραμς. Της πουτάνας. Παραμερίζοντας τα πιατίνια και το ταμπούρλο, είδα τη μούρη του αγαπητού θετού μου αδελφού Στάιν. Διαγράφω το αγαπητού. Digitalised By Jah®

Είχε γίνει ακόμα πιο εύσωμος, μα το κοντοκουρεμένο κεφάλι του αλά πεζοναύτη και τα κατάμαυρα, γεμάτα μίσος μάτια του δεν είχαν αλλάξει διόλου. Τον είδα που άνοιξε το στόμα του και μου είπε κάτι, μα τ’ αυτιά μου βούιζαν ακόμη από τον μεταλλικό ήχο που είχαν κάνει τα πιατίνια. Με πλησίασε κι έβαλα ενστικτωδώς τα χέρια μου μπροστά στο πρόσωπό μου. Μα αυτός με προσπέρασε, δρασκέλισε το ταμπούρλο και πήγε κατευθείαν προς την Ιρένε. Εκείνη πετάχτηκε με μια κραυγή καθώς την άρπαξε απ’ το μπράτσο και τη σήκωσε όρθια. Με το ένα χέρι την κρατούσε γερά και με το άλλο έχωνε τα λιγοστά της πράγματα μέσα σ’ ένα σακ βουαγιάζ. Στο τέλος εκείνη έπαψε ν’ αντιστέκεται. Την τράβηξε προς την εξώπορτα. «Στάιν...» προσπάθησα να πω. Εκείνος σταμάτησε στην πόρτα και με κοίταξε με περιέργεια, αλλά δεν είχα τίποτα να προσθέσω. «Αρκετό κακό έκανες στην οικογένειά μας» είπε. Με μια γυριστή κλοτσιά έδωσε μία κι έκλεισε τη σιδερένια πόρτα. Αλά Μπρους Λι. Ο αέρας στο δωμάτιο τραντάχτηκε. Ο Όλεγκ έβγαλε το κεφάλι του πίσω απ’ τον έναν ενισχυτή και κάτι είπε. Μα ήμουν ακόμη κουφός.

Στάθηκα με την πλάτη προς το τζάκι κι ένιωσα το δέρμα μου ν’ ανατριχιάζει. Το μόνο φως στο δωμάτιο έβγαινε από τις φλόγες κι ένα επιτραπέζιο πορτατίφ-αντίκα, μη χέσω. Ο γέρος στη δερμάτινη πολυθρόνα του περιεργαζόταν τον άνδρα που είχαμε κουβαλήσει με τη λιμουζίνα από τη Σιπεργκάτα. Φορούσε ακόμη το παντός καιρού μπουφάν του. Ο Αντρέι στεκόταν πίσω από τον άνδρα και του έλυνε τα μάτια. «Μάλιστα» είπε ο γέρος. «Ώστε εσύ είσαι ο προμηθευτής αυτού του προϊόντος, για το οποίο έχω ακούσει τόσα και τόσα». «Ναι» είπε ο άνδρας, φορώντας τα γυαλιά του, κι ανοιγόκλεισε τα Digitalised By Jah®

μάτια του, κοιτάζοντας τριγύρω στο δωμάτιο. «Από πού έρχεται;» «Ήρθα για να το πουλήσω, όχι για να δώσω περαιτέρω πληροφορίες». Ο γέρος χάιδεψε το πιγούνι του με τον αντίχειρα και τον δείκτη του. «Τότε δεν ενδιαφέρομαι. Σ’ αυτή τη δουλειά ο σφετερισμός κλοπιμαίων οδηγεί σε σωρεία πτωμάτων. Και τα πτώματα ζημιώνουν τα κέρδη». «Δεν πρόκειται για κλοπιμαία». «Τολμώ να πω ότι έχω μια αρκετά καλή ιδέα για τα κανάλια διακίνησης και εφοδιασμού της αγοράς, κι αυτό το προϊόν δεν το έχει ξαναδεί κανείς. Έτσι, επαναλαμβάνω, δεν πρόκειται ν’ αγοράσω τίποτα μέχρι να βεβαιωθώ πλήρως ότι δεν θα μας γυρίσει μπούμερανγκ». «Επέτρεψα να μεταφερθώ εδώ πέρα με δεμένα τα μάτια διότι κατανοώ την ανάγκη σας για διακριτικότητα. Ευελπιστώ ότι θα δείξετε κι εσείς την ίδια κατανόηση». Η ζέστη είχε θαμπώσει τα γυαλιά του, αλλά συνέχιζε να τα φοράει. Στο αμάξι, ενώ ο Αντρέι κι ο Πέτερ τον έκαναν φύλλο και φτερό στο ψάξιμο, εγώ παρατηρούσα τα μάτια του, τη γλώσσα του σώματός του, τη φωνή, τα χέρια του. Το μόνο πράγμα που εντόπισα ήταν μια απέραντη μοναξιά. Δεν υπήρχε χοντρή κι άσχημη γκόμενα, ούτε τίποτα. Μόνο αυτός και το απίθανο ναρκωτικό του. «Και πού ξέρω ότι δεν είσαι αστυνομικός;» ρώτησε ο γέρος. «Με αυτό εδώ;» είπε ο άνδρας κι έδειξε το πόδι του. «Αν εισάγεις προϊόντα, πώς και δεν σ’ έχει ξαναπιάσει το αυτί μου;» «Γιατί είμαι καινούργιος. Δεν έχω ποινικό μητρώο, κανείς δεν με ξέρει. Ούτε στην αστυνομία ούτε σ’ αυτή τη δουλειά. Έχω ένα κατά τα λεγόμενα αξιοσέβαστο επάγγελμα και ζούσα μέχρι τώρα μια απολύτως φυσιολογική ζωή». Μόρφασε προσεκτικά και συνειδητοποίησα ότι χαμογελούσε. «Μια αφύσικα φυσιολογική ζωή, Digitalised By Jah®

θα έλεγαν κάποιοι». «Μάλιστα» είπε ο γέρος, χαϊδεύοντας ξανά και ξανά το πιγούνι του. Κι ύστερα άρπαξε το χέρι μου και με τράβηξε προς την πολυθρόνα του, έτσι ώστε να στέκομαι δίπλα του κοιτάζοντας τον άνδρα. «Γκούστο, ξέρεις τι νομίζω; Νομίζω ότι το φτιάχνει μόνος του αυτό το προϊόν. Εσύ τι λες;» Το σκέφτηκα. «Ίσως» είπα. «Ξέρεις, Γκούστο, δεν χρειάζεται να είσαι Αϊνστάιν στη χημεία για να τα κάνεις όλα αυτά. Εδώ υπάρχουν λεπτομερείς συνταγές στο διαδίκτυο για το πώς να δημιουργήσεις ηρωίνη απ’ τη μορφίνη και μορφίνη απ’ το όπιο. Ας πούμε ότι έχεις δέκα κιλά καθαρό όπιο. Βρίσκεις διάφορα εξαρτήματα βρασμού, ένα ψυγείο, λίγη μεθανόλη, έναν ανεμιστήρα και, βουαλά, έχεις οκτώμισι κιλά ηρωίνης σε κρυστάλλους. Την αραιώνεις και καταλήγεις με δυο κιλά ηρωίνη του δρόμου». Ο άνδρας με το μπουφάν έβηξε διακριτικά. «Χρειάζεται κατιτίς παραπάνω από αυτό». «Το ερώτημα είναι» είπε ο γέρος «πώς βρίσκεις το όπιο». Ο άνδρας κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε. «Αχά!» είπε ο γέρος, χαϊδεύοντας το εσωτερικό του μπράτσου μου. «Όχι οπιούχο, λοιπόν. Οπιοειδές». Ο άνδρας δεν απάντησε. «Άκουσες τι είπε, Γκούστο;» Ο γέρος έδειξε με το δάχτυλό του το στραβό πόδι. «Ο άνδρας από εδώ κατασκευάζει εκατό τοις εκατό συνθετικά ναρκωτικά. Δεν χρειάζεται τη βοήθεια της φύσης, ούτε του Αφγανιστάν. Εφαρμόζει μόνον απλή, καθημερινή χημεία στο τραπέζι της κουζίνας του. Έχει τον πλήρη έλεγχο και μηδέν ρίσκο από λαθρεμπόριο. Και το τελικό προϊόν είναι εξίσου δυνατό με την ηρωίνη. Τουλάχιστον. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν έξυπνο άνθρωπο, Γκούστο. Τέτοια επιχειρηματικότητα είναι άξια σεβασμού». Digitalised By Jah®

«Τα σέβη μου» μουρμούρισα. «Πόσο μπορείς να παράγεις;» «Δυο κιλά την εβδομάδα, περίπου. Εξαρτάται». «Τ’ αγοράζω. Όλο» είπε ο γέρος. «Όλο;» Η φωνή του άνδρα ήταν επίπεδη, δίχως ίχνος έκπληξης. «Ναι, ό,τι παράγεις. Τα πάντα. Να σας κάνω μία επιχειρηματική πρόταση, κύριε...;» «Ίψεν». «Ίψεν;» «Αν δεν σας πειράζει». «Καθόλου. Κι εκείνος ήταν μεγάλος καλλιτέχνης. Θα ήθελα να σας προτείνω να συνεργαστούμε, κύριε Ίψεν. Καθετοποίηση παραγωγής. Μονοπωλούμε την αγορά και καθορίζουμε την τιμή. Μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους και για εσάς και για εμάς. Τι λέτε;» Ο Ίψεν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Ο γέρος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι μ’ ένα λεπτό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο δίχως χείλη πρόσωπό του. «Γιατί όχι, κύριε Ίψεν;» Είδα τον μικρόσωμο άνδρα, με το μπουφάν του πιο βαρετού ανθρώπου στον κόσμο, να τεντώνεται, να μεγαλώνει μες στο σακουλιασμένο, παντός καιρού ρούχο του. «Αν σας δώσω το μονοπώλιο, κύριε...» Ο γέρος ένωσε τα δάχτυλα των δυο χεριών του. «Μπορείτε να με αποκαλείτε όπως θέλετε, κύριε Ίψεν». «Δεν θέλω να εξαρτώμαι από έναν και μοναδικό αγοραστή, κύριε Ντουμπάι. Το ρίσκο είναι τεράστιο. Και σημαίνει ότι μπορείτε να ρίξετε τις τιμές οποιαδήποτε στιγμή. Από την άλλη, δεν θέλω πολλούς αγοραστές. Τότε αυξάνονται οι πιθανότητες να με εντοπίσει η αστυνομία. Ήρθα σ’ εσάς γιατί θεωρείστε αόρατος, αλλά θέλω κι άλλον έναν αγοραστή. Έχω ήδη έρθει σ’ επαφή με τους Λος Λόμπος. Ελπίζω να καταλαβαίνετε». Ο γέρος γέλασε, σαν εξάτμιση παλιάς ψαρότρατας. «Άκου να Digitalised By Jah®

μαθαίνεις, Γκούστο. Δεν είναι μόνο φαρμακοποιός, είναι κι επιχειρηματίας. Καλώς, κύριε Ίψεν, ας συμφωνήσουμε σε αυτό». «Η τιμή...» «Θα σας πληρώνω ό,τι ακριβώς έχετε ζητήσει. Θα καταλάβετε ότι σε αυτήν τη δουλειά δεν περισσεύει χρόνος για παζάρια. Η ζωή είναι μικρή κι ο θάνατος σιμώνει. Θέλετε η πρώτη παράδοση να γίνει την επόμενη Τρίτη;» Βγαίνοντας έξω, ο γέρος έκανε τάχα μου πως χρειαζόταν να στηριχθεί επάνω μου. Τα νύχια του έγδαραν το δέρμα στο μπράτσο μου. «Έχετε σκεφτεί να εξάγετε, κύριε Ίψεν; Ο έλεγχος για εξαγωγή ναρκωτικών από τη Νορβηγία είναι ανύπαρκτος, ξέρετε». Ο Ίψεν δεν απάντησε. Με εγώ κατάλαβα επιτέλους. Κατάλαβα τι ήθελε. Το κατάλαβα από τον τρόπο που στεκόταν πάνω στο στραβό του πόδι, από το στρεβλό του ισχίο, από την αντανάκλαση στο ιδρωμένο, γυαλιστερό του μέτωπο κάτω απ’ τα αραιά του μαλλιά. Η θαμπάδα είχε φύγει απ’ τα γυαλιά του και τα μάτια του είχαν την ίδια λάμψη που είχα δει στη Σιπεργκάτα. Ώρα να πληρώσεις, μπαμπά. Αυτό ήθελε: να πληρώσουν όσοι δεν του είχαν δείξει ποτέ σεβασμό, αγάπη, θαυμασμό, αποδοχή, όλα αυτά που λένε ότι δεν μπορούν ν’ αγοραστούν με χρήματα. Στην πραγματικότητα, βέβαια, μπορούν. Έτσι δεν είναι, μπαμπά; Η ζωή σου χρωστάει, αλλά καμιά φορά πρέπει να βγεις παγανιά να τα γυρέψεις. Τι κι αν στο τέλος καούμε όλοι στην κόλαση; Δεν θα έχει και πολύ κόσμο στον παράδεισο. Έτσι δεν είναι, μπαμπά;

Ο Χάρι χάζευε τα αεροπλάνα να πηγαινοέρχονται στον αεροδιάδρομο. Σε δεκαοκτώ ώρες θα βρισκόταν στη Σαγκάη. Του άρεσε η Σαγκάη. Του άρεσε το φαγητό, του άρεσε να περπατάει στο Μπουντ, κατά μήκος του ποταμού Χουανγκπού προς Digitalised By Jah®

το Peace Hotel, να μπαίνει στο Old Jazz Bar του ξενοδοχείου και ν’ ακούει τους γέρους μουσικούς να παίζουν τα κλασικά στάνταρ, να φαντάζεται ότι οι άνθρωποι αυτοί κάθονταν κι έπαιζαν ασταμάτητα από τότε που ξέσπασε η επανάσταση, το ’49. Του άρεσε κι εκείνη. Του άρεσε ό,τι είχαν, κι ό,τι δεν είχαν, αλλά το αγνοούσαν. Tι ευλογημένη αυτή η ικανότητα ν’ αγνοείς τα πράγματα... Δεν ήταν κάτι με το οποίο γεννιόταν κανείς φυσικά, μα ο Χάρι την είχε καλλιεργήσει συστηματικά τα τελευταία τρία χρόνια. Η ικανότητα να μη χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο αν δεν ήταν απαραίτητο. Πόσο ακλόνητη είναι η πίστη σου στο δικό σου ευαγγέλιο; Αμφιβολίες εσύ δεν έχεις; Θα ήταν στη Σαγκάη σε δεκαοχτώ ώρες. Θα μπορούσε να βρίσκεται στη Σαγκάη σε δεκαοχτώ ώρες. Σκατά. Η Ράκελ το σήκωσε στο δεύτερο χτύπημα. «Τι θέλεις;» «Μη μου το ξανακλείσεις, εντάξει;» «Εδώ είμαι. Πες μου». «Να σου πω, πόσο καλά τον κουμαντάρεις αυτόν τον Νιλς Κρίστιαν;» «Χανς Κρίστιαν». «Είναι αρκετά ερωτευμένος μαζί σου ώστε να πεισθεί να με βοηθήσει σ’ ένα κόλπο αμφιβόλου αποτελέσματος;»

Digitalised By Jah®

13

βρεχε όλη τη νύχτα. Ο Χάρι στεκόταν μπροστά στις φυλακές του Όσλο και κοιτούσε το πάρκο: ένα φρέσκο στρώμα από πεσμένα φύλλα κάλυπτε το χώμα σαν κίτρινος, βρεγμένος μουσαμάς. Είχε πάει απ’ το αεροδρόμιο κατευθείαν στο σπίτι της Ράκελ. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Κάποια στιγμή έφτασε κι ο Χανς Κρίστιαν και, χωρίς πολλά πολλά, αναχώρησε. Ύστερα έφτιαξαν με τη Ράκελ τσάι και κάθισαν να μιλήσουν για τον Όλεγκ. Για το πώς ήταν τα πράγματα παλιά. Για το πώς ήταν κι όχι για το πώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα. Τα χαράματα πια, η Ράκελ του πρότεινε να κοιμηθεί στο δωμάτιο του Όλεγκ. Πριν πάει για ύπνο, ο Χάρι χρησιμοποίησε τον υπολογιστή του Όλεγκ για να βρει παλιά άρθρα εφημερίδων που αναφέρονταν στον θάνατο ενός αστυνομικού κάτω από τη γέφυρα του Άλβσμποργκ, στο Γκέτεμποργκ. Τα άρθρα επιβεβαίωναν όσα του είχε πει ο Κάτο. Στην εφημερίδα Göteborgstidningen, μάλιστα, σε μια από αυτές τις φυλλάδες που τους αρέσει να εντυπωσιάζουν με σοκαριστικές ειδήσεις, διάβασε ότι υπήρχαν φήμες πως ο νεκρός αστυνομικός ήταν «καύτης», δηλαδή πρόσωπο που οι εγκληματίες χρησιμοποιούσαν για να καταστρέψουν τα εναντίον τους αποδεικτικά στοιχεία − σύμφωνα με τον ορισμό της εφημερίδας. Digitalised By Jah®

Έ

Δεν είχαν περάσει δυο ώρες από τότε που η Ράκελ τον είχε ξυπνήσει μ’ ένα αχνιστό φλιτζάνι τσάι κι έναν ψίθυρο στ’ αυτί. Πάντα το έκανε αυτό· ξεκινούσε τη μέρα της ψιθυρίζοντας σ’ εκείνον και στον Όλεγκ, λες κι ήθελε ν’ απαλύνει τη μετάβασή τους από τον κόσμο των ονείρων στην πραγματικότητα. Ο Χάρι κοίταξε την κάμερα κλειστού κυκλώματος, άκουσε τον βόμβο κι έσπρωξε την πόρτα. Μπήκε μέσα βιαστικά. Σήκωσε ψηλά τον χαρτοφύλακα που κρατούσε, για να τον δουν όλοι, κι ακούμπησε την ταυτότητά του πάνω στον πάγκο, προβάλλοντας το καλό του προφίλ. «Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν...» μουρμούρισε η φρουρός χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της, κοιτώντας τη λίστα με τα ονόματα που βρισκόταν μπροστά της. «Εδώ είμαστε, ναι. Για τον Όλεγκ Φάουκε». «Σωστά» είπε ο Χάρι. Ένας δεύτερος φρουρός τον οδήγησε μέσα από διαδρόμους από την άλλη μεριά του κεντρικού προαυλίου των φυλακών. Ο φρουρός φλυαρούσε για το ζεστό φετινό φθινόπωρο και κάθε φορά που ξεκλείδωνε μια πόρτα η μεγάλη αρμαθιά με τα κλειδιά του κροτάλιζε δυνατά. Πέρασαν από την αίθουσα ψυχαγωγίας: ένα τραπέζι του πινγκ πονγκ που είχε πάνω δυο ρακέτες κι ένα ανοιχτό βιβλίο, μια κουζινούλα πάνω στην οποία κάποιος είχε αφήσει μια φραντζόλα μαύρο ψωμί, ένα μαχαίρι και διάφορες μαρμελάδες. Αλλά πουθενά κρατούμενοι. Σταμάτησαν μπροστά από μία λευκή πόρτα. Ο φρουρός ξεκλείδωσε. «Νόμιζα ότι τα κελιά παρέμεναν ανοιχτά τέτοια ώρα» είπε ο Χάρι. «Τα υπόλοιπα, ναι. Αυτός εδώ όμως εκτίει απόφαση 171» είπε ο φρουρός. «Μπορεί να βγει μόνο μία ώρα την ημέρα». «Κι οι υπόλοιποι πού είναι;» «Ένας Θεός ξέρει. Ίσως να έχουν ξαναβάλει το πορνοκάναλο στην τηλεόραση». Digitalised By Jah®

O Χάρι μπήκε μέσα και περίμενε στην πόρτα μέχρι ν’ ακούσει τα βήματα του φρουρού ν’ απομακρύνονται. Το κελί ήταν συνηθισμένο· δέκα τετραγωνικά μέτρα, ένα κρεβάτι, μια ντουλάπα, ένα γραφείο, καρέκλα, ράφια, τηλεόραση. Ο Όλεγκ καθόταν στο γραφείο και τον κοιτούσε αποσβολωμένος. «Είπες ότι ήθελες να με δεις» είπε ο Χάρι. «Νόμιζα ότι δεν μου επιτρέπονταν οι επισκέψεις» είπε ο Όλεγκ. «Δεν ήρθα ως επισκέπτης. Ήρθα ως συνήγορος υπεράσπισης». «Συνήγορος υπεράσπισης;» Ο Χάρι έγνεψε καταφατικά. Κι είδε στο βλέμμα του Όλεγκ ότι κατάλαβε. Έξυπνος ο μικρός. «Πώς όμως...;» «Ο φόνος για τον οποίο κατηγορείσαι δεν πληροί τις προϋποθέσεις για φυλακή υψίστης ασφαλείας. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο». Ο Χάρι άνοιξε τον χαρτοφύλακα, έβγαλε το λευκό Game Boy και το έδωσε στον Όλεγκ. «Ορίστε, αυτό είναι για σένα». Ο Όλεγκ χάιδεψε την οθόνη. «Πού το βρήκες αυτό;» Ο Χάρι νόμισε ότι είδε ένα μικροσκοπικό χαμόγελο να σχηματίζεται στο σοβαρό πρόσωπο του αγοριού. «Μοντέλο αντίκα, με μπαταρίες. Το βρήκα στο Χονγκ Κονγκ. Σχεδίαζα να σε σκίσω στο Tetris την επόμενη φορά που θα συναντιόμασταν». «Με τίποτα!» γέλασε ο Όλεγκ. «Ούτε στο Tetris ούτε στα μακροβούτια». «Τι; Λες για εκείνη τη φορά στις πισίνες του Φρόγκνερ; Πφφφ. Θυμάμαι ότι ήμουν ένα ολόκληρο μέτρο μπροστά σου». «Πίσω μου θες να πεις! Η μαμά θυμάται, ήταν μάρτυρας». Ο Χάρι έμεινε ακίνητος, να μην καταστρέψει τίποτα· ρούφηξε όλη την αίσθηση ευτυχίας που ένιωθε βλέποντας το πρόσωπό του να χαμογελάει. «Τι ήθελες να μου πεις, Όλεγκ;» Το πρόσωπο του αγοριού συννέφιασε ξανά. Τα χέρια του έπαιζαν νευρικά με το Game Boy. Το γύριζαν και το αναποδογύριζαν ξανά Digitalised By Jah®

και ξανά, λες κι έψαχνε να βρει το κουμπί ενεργοποίησης. «Με την ησυχία σου, Όλεγκ. Καμιά φορά είναι ευκολότερο να ξεκινήσεις από την αρχή». Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον Χάρι. «Μπορώ να σ’ εμπιστευτώ; Ό,τι και να γίνει;» Ο Χάρι κάτι πήγε να πει, αλλά το μετάνιωσε. Έγνεψε απλώς καταφατικά. «Πρέπει να μου φέρεις κάτι...» Ο Χάρι ένιωσε λες και κάποιος του ’χωνε ένα μαχαίρι στην καρδιά. Ήξερε πολύ καλά τι θα έλεγε ο Όλεγκ. «Εδώ μέσα έχουν μόνο boy και σπιντ. Εγώ χρειάζομαι όμως βιολίνη. Μπορείς να με βοηθήσεις; Ε, Χάρι;» «Γι’ αυτό ζήτησες να με δεις;» «Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει καταφέρει να παρακάμψει την περιοριστική εντολή». Ο Όλεγκ κοιτούσε τον Χάρι με τα σκούρα μελαγχολικά του μάτια. Ένα μικροσκοπικό τικ κάτω απ’ το ένα μάτι μαρτυρούσε την απελπισία του. «Όλεγκ, το ξέρεις καλά πως δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο». «Φυσικά και μπορείς!» Η φωνή του αντήχησε σκληρή και μεταλλική στους τοίχους του κελιού. «Οι τύποι για τους οποίους πουλούσες δεν μπορούν να σε προμηθεύσουν τίποτα;» «Εγώ πουλούσα;» «Μη μου λες ψέματα!» Ο Χάρι χτύπησε με δύναμη την παλάμη του στον κλειστό χαρτοφύλακα. «Βρήκα μια φανέλα της Άρσεναλ στο ντουλάπι σου στο Βάλε Χόβιν». «Έκανες διάρρηξη!» «Βρήκα επίσης κι αυτό». Ο Χάρι πέταξε τη φωτογραφία της οικογένειας πάνω στο γραφείο. «Το κορίτσι της φωτογραφίας. Ξέρεις πού βρίσκεται;» «Ποιο...;» «Η Ιρένε Χάνσεν. Το κορίτσι σου». Digitalised By Jah®

«Πώς...;» «Σας είδαν μαζί στον Φάρο. Στο ντουλάπι σου βρήκα ένα φούτερ που μύριζε αγριολούλουδα και σύνεργα για δύο τοξικομανείς. Το να μοιράζεσαι τη δόση σου δηλώνει μεγαλύτερη οικειότητα κι απ’ το να μοιράζεσαι συζυγικό κρεβάτι, ε; Συν τοις άλλοις, η μάνα σου μου είπε ότι σας είδε στο κέντρο κι ότι έμοιαζες με πανευτυχή βλακέντιο. Η δική μου διάγνωση: ερωτευμένος». Το μήλο του Αδάμ στον λαιμό του Όλεγκ ανεβοκατέβηκε. «Λοιπόν;» είπε ο Χάρι. «Δεν ξέρω πού είναι! Εντάξει; Εξαφανίστηκε, αυτό είναι όλο. Ίσως να τη μάζεψε πάλι ο αδερφός της. Ίσως να είναι σε καμιά κλινική αποτοξίνωσης. Ίσως να μπήκε σε κάνα αεροπλάνο και να την κοπάνησε απ’ όλα αυτά τα σκατά». «Ή ίσως τα νέα να μην είναι και τόσο καλά. Πότε την είδες για τελευταία φορά;» «Δεν θυμάμαι». «Πώς δεν θυμάσαι. Μέχρι και το λεπτό θυμάσαι». Ο Όλεγκ έκλεισε τα μάτια του. «Εκατόν είκοσι δύο μέρες πριν. Πολύ πριν απ’ ό,τι συνέβη με τον Γκούστο, τι σχέση έχει το ένα με το άλλο;» «Τα πάντα έχουν σχέση μεταξύ τους, Όλεγκ. Ένας φόνος είναι σαν μια λευκή φάλαινα. Η εξαφάνιση ενός ανθρώπου είναι σαν μια λευκή φάλαινα. Αν δεις δυο φορές λευκή φάλαινα είναι η ίδια λευκή φάλαινα. Τι μπορείς να μου πεις για τον Ντουμπάι;» «Είναι η μεγαλύτερη πόλη, αλλά όχι η πρωτεύουσα, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιρ...» «Γιατί τους προστατεύεις, Όλεγκ; Τι είναι αυτό που δεν μπορείς να μου πεις;» Ο Όλεγκ είχε βρει το κουμπί ενεργοποίησης του Game Boy. Το ανοιγόκλεισε. Ύστερα γύρισε το Game Boy ανάποδα, άνοιξε το πλαστικό κάλυμμα για τις μπαταρίες, σήκωσε το καπάκι του μεταλλικού κάδου σκουπιδιών δίπλα στο γραφείο και τις έριξε Digitalised By Jah®

μέσα. Έδωσε μετά το Game Boy στον Χάρι. «Δεν δουλεύει». Ο Χάρι κοίταξε το Game Boy και το έχωσε στην τσέπη του. «Αν δεν μπορείς να μου φέρεις βιολίνη, θα πάρω ό,τι σκατά βρω εδώ μέσα. Έχεις ακούσει ποτέ για φεντανίλη με ηρωίνη;» «Η φεντανίλη είναι συνώνυμη με υπερβολική δόση, Όλεγκ». «Σούπερ. Οπότε μετά να πας να πεις στη μαμά ότι εσύ έφταιγες». Ο Χάρι δεν απάντησε. Η αξιολύπητη προσπάθεια του Όλεγκ να τον χειραγωγήσει δεν τον εκνεύριζε, τον έκανε να θέλει ν’ αρπάξει το αγόρι στην αγκαλιά του και να το σφίξει δυνατά. Δεν χρειαζόταν να δει τα δάκρυα στα μάτια του για να καταλάβει την πάλη που μαινόταν μέσα στο σώμα και στο κεφάλι του, την πείνα που του ροκάνιζε το κορμί. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει πια ηθική, ούτε αγάπη, ούτε σεβασμός, μόνο το αιώνιο σφυροκόπημα μίας και μοναδικής ανάμνησης: της ορμής απ’ το τριπάκι, της μαστούρας, της γαλήνης. Μια φορά μονάχα στη ζωή του παραλίγο ο Χάρι να χτυπήσει ηρωίνη· αλλά μια τυχαία αναλαμπή καθαρής σκέψης τον έπεισε ν’ αρνηθεί την προσφορά. Ίσως οφειλόταν στην πεποίθηση ότι η ηρωίνη θα κατάφερνε αυτό που το αλκοόλ δεν είχε ως τότε πετύχει: να τον σκοτώσει. Ίσως οφειλόταν στο κορίτσι που του είχε πει ότι εθίστηκε από την πρώτη κιόλας φορά γιατί τίποτα, τίποτα που είχε ζήσει ή είχε φανταστεί δεν μπορούσε να συγκριθεί με την έκσταση που ένιωσε σ’ εκείνο το πρώτο τριπάκι. Ίσως να έφταιγε εκείνος ο φίλος του από το Όπσαλ που είχε μπει σε κλινική αποτοξίνωσης για να επαναφέρει την ανοχή του στο ναδίρ, ελπίζοντας πως όταν θα ξανατρυπιόταν θα ένιωθε σαν εκείνη την πρώτη, τέλεια φορά. Προσθέτοντας πως, όταν αντίκρισε το σημάδι του εμβολιασμού στον μηρό του τρίμηνου μωρού του, τον έπιασαν σχεδόν τα κλάματα, γιατί η λαχτάρα του για ναρκωτικά ξύπνησε με τέτοια μανία, που ήταν έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα, να πάει απ’ την κλινική κατευθείαν στην Πλάτα. «Λέω να κάνουμε μια συμφωνία» είπε ο Χάρι, συνειδητοποιώντας Digitalised By Jah®

τη συγκίνηση στη φωνή του. «Θα σου φέρω αυτό που μου ζήτησες κι εσύ θα μου πεις ό,τι ξέρεις». «Τέλεια!» είπε ο Όλεγκ, κι ο Χάρι είδε τις κόρες των ματιών του να διαστέλλονται. Είχε διαβάσει ότι στους βαριούς χρήστες ναρκωτικών υπήρχαν μέρη του εγκεφάλου τους που ενεργοποιούνταν πολύ πριν η σύριγγα τρυπήσει το δέρμα τους: είχαν μαστουρώσει πριν η λιωμένη σκόνη περάσει στις φλέβες τους. Ήταν αυτά τα μέρη του εγκεφάλου του Όλεγκ που του μιλούσαν αυτή τη στιγμή. Δεν υπήρχε άλλη απάντηση πλην του «τέλεια!» − είτε ήταν αλήθεια είτε ψέματα. «Αλλά δεν θέλω να τρέχω να την αγοράζω στον δρόμο» είπε ο Χάρι. «Έχεις αφήσει πουθενά καθόλου βιολίνη;» Ο Όλεγκ έμοιαζε να διστάζει για μια στιγμή. «Αφού έψαξες τα πράγματά μου». Ο Χάρι θυμήθηκε ότι αυτό που λένε πως οι ηρωινομανείς δεν έχουν όσιο και ιερό ήταν μεγάλο ψέμα. Φυσικά και έχουν: τη δόση τους. «Έλα, Όλεγκ. Κανείς δεν κρατάει τις δόσεις του εκεί που μπορούν να τις βρουν κι άλλοι τοξικομανείς. Πού είναι η κρυψώνα σου, πού κρατάς εφεδρικά;» «Μια κρυψώνα είχα μόνο». «Δεν πρόκειται να σε κλέψω». «Δεν έχω άλλη, σου λέω!» Ο Χάρι άκουγε το ψέμα στη φωνή του. Αλλά δεν σήμαινε και τίποτα· πιθανόν να εννοούσε ότι δεν είχε κρύψει καθόλου βιολίνη εκεί μέσα. «Θα ξαναπεράσω αύριο» είπε ο Χάρι και σηκώθηκε όρθιος. Πήγε στην πόρτα και χτύπησε, περιμένοντας. Αλλά δεν ήρθε κανείς. Στο τέλος τράβηξε το πόμολο και η πόρτα άνοιξε. Φυλακή υψίστης ασφαλείας; Με τίποτα. Ο Χάρι επέστρεψε από τον ίδιο δρόμο. Δεν υπήρχε ψυχή στον διάδρομο ούτε στην αίθουσα ψυχαγωγίας − ο Χάρι παρατήρησε πως Digitalised By Jah®

το ψωμί βρισκόταν ακόμη εκεί, αλλά κάποιος είχε μαζέψει το μαχαίρι. Προχώρησε προς την πόρτα που έβγαζε από την πτέρυγα και συνειδητοποίησε, έκπληκτος, ότι κι εκείνη ήταν ξεκλείδωτη. Μόνο στην είσοδο των φυλακών βρήκε κλειδωμένες πόρτες. Ανέφερε το όλο θέμα στη φρουρό πίσω από το τζάμι κι εκείνη, σηκώνοντας το ένα φρύδι, κοίταξε τις οθόνες πάνω από το κεφάλι της. «Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν πρόκειται να βγει παραέξω από εδώ». «Πλην εμού, ελπίζω». «Ε;» «Τίποτα». Ο Χάρι είχε προχωρήσει γύρω στα εκατό μέτρα μες στο πάρκο, προς τη μεριά της Γκρενλαντσλέιρετ, όταν ξαφνικά κατάλαβε: τα άδεια δωμάτια, οι ανοιχτές πόρτες, το μαχαίρι του ψωμιού. Πάγωσε. Οι χτύποι της καρδιάς του επιταχύνθηκαν τόσο γρήγορα, που ένιωσε ότι θα λιποθυμούσε. Άκουσε το κελάηδισμα ενός πουλιού. Μύρισε το γρασίδι. Κι ύστερα έκανε μεταβολή κι άρχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη προς τη μεριά των φυλακών. Ένιωσε τον φόβο να του ξεραίνει το στόμα και την καρδιά να πλημμυρίζει το κορμί του με αδρεναλίνη.

Digitalised By Jah®

14

βιολίνη έπεσε στο Όσλο σαν αστεροειδής απ’ τα ουράνια. O Όλεγκ μού είχε εξηγήσει κάποτε τη διαφορά μεταξύ ενός μετεωρίτη, ενός διάττοντα αστέρα και των άλλων σκουπιδιών που μπορούσαν να μας πέσουν στο κεφάλι. Αυτό που συνέβη ήταν μεγέθους αστεροειδούς: ένα τέρας που θα μπορούσε να ισοπεδώσει τη γη με... Γαμώτο, ξέρεις τι εννοώ, μπαμπά, μη γελάς. Καθόμασταν και πουλούσαμε όγδοα, τέταρτα, ολόκληρα γραμμάρια και πέντε γραμμάρια, τα πάντα, από το πρωί έως το βράδυ. Αναστατώσαμε όλο το κέντρο της πόλης. Κι ύστερα ανεβάσαμε την τιμή. Και να σου οι ουρές να γίνονται όλο και μακρύτερες. Κι ύστερα ξανανεβάσαμε την τιμή. Κι οι ουρές παρέμειναν τεράστιες. Κι ύστερα ξανά, πάλι πάνω η τιμή. Και τότε έγινε χαμός. Μας λήστεψε μια συμμορία Αλβανών Κοσοβάρων πίσω από το Χρηματιστήριο. Δυο Εσθονοί, αδέλφια, πουλούσαν δίχως ψαρά και τους την έπεσαν οι Αλβανοί με μπαστούνια του μπέιζμπολ και σιδηρογροθιές. Πήραν λεφτά και προϊόν και τους έσπασαν τους γοφούς. Δυο βράδια αργότερα, μια συμμορία Βιετναμέζων χτύπησε στην Πρίνσενς, δέκα λεπτά πριν περάσει ο Αντρέι με τον Πέτερ να μαζέψουν τα κέρδη της ημέρας. Την έπεσαν σ’ αυτόν που είχε το πράμα, χωρίς να το πάρουν πρέφα ο πωλητής ή ο ψαράς. Και τότε Digitalised By Jah®

Η

σκέφτηκα: Τι άλλο θα δούμε; Δυο μέρες μετά, η ερώτησή μου απαντήθηκε. Διάφοροι πρωινοί τύποι που πήγαιναν νωρίς νωρίς στις δουλειές τους πρόλαβαν και είδαν έναν κιτρινιάρη κρεμασμένο ανάποδα από τη γέφυρα του Σάνερ, πριν προφτάσουν και τον κατεβάσουν οι μπάτσοι. Ήταν ντυμένος με ζουρλομανδύα και φιμωμένος. Το σχοινί γύρω απ’ τους αστραγάλους του ήταν τόσο μακρύ, ώστε να μην μπορεί να κρατήσει το κεφάλι του πάνω από το νερό. Από τη στιγμή που κάηκαν οι κοιλιακοί του μύες δηλαδή και μετά. Το ίδιο βράδυ, ο Αντρέι έδωσε στον Όλεγκ και σ’ εμένα ένα πιστόλι. Ήταν ρώσικο. Ο Αντρέι εμπιστευόταν μοναχά ρώσικα πράγματα. Κάπνιζε μαύρα ρώσικα τσιγάρα, είχε ένα ρωσικό κινητό τηλέφωνο (Δεν αστειεύομαι, μπαμπά. Ήταν ένα Γκρέσο, ένα ακριβό, πολυτελές γκάτζετ από αφρικανικό μαύρο ξύλο, αλλά αδιάβροχο, και δεν έστελνε σήμα όταν άνοιγε ώστε οι μπάτσοι να μην μπορούν να το εντοπίσουν.) κι ορκιζόταν στα ρώσικα πιστόλια. Ο Αντρέι μάς εξήγησε ότι ο τύπος του πιστολιού λεγόταν Οντέσα, μια φτηνότερη εκδοχή του Στέτσκιν, λες κι εμείς ξέραμε τι ήταν το ’να και τι τ’ άλλο. Τέλος πάντων, το ατού του Οντέσα ήταν ότι ήταν επαναληπτικό. Ο γεμιστήρας του χωρούσε είκοσι φυσίγγια 9x18 mm Μακάροφ. Το χρησιμοποιούσαν ο Αντρέι, ο Πέτερ και διάφοροι άλλοι. Μας έδωσε κι ένα κουτί με σφαίρες και μας έδειξαν πώς να γεμίζουμε, να βγάζουμε την ασφάλεια κι ύστερα να πυροβολούμε μ’ αυτό το παράξενο ογκώδες όπλο. Μας είπε ότι έπρεπε να το κρατάμε σταθερό και να σημαδεύουμε λίγο πιο κάτω από τον στόχο μας. Και να μη σημαδεύουμε στο κεφάλι, αν εκεί στοχεύαμε, αλλά στο πάνω μέρος του στέρνου. Αν γυρίζαμε τον πλαϊνό διακόπτη στο γράμμα C, το όπλο πυροβολούσε επαναληπτικά. Μια μικρή πίεση της σκανδάλης ήταν αρκετή για να ρίξει τρεις τέσσερις πυροβολισμούς. Αλλά μας διαβεβαίωσε ότι εννιά στις δέκα αρκούσε απλώς να το δείξουμε. Όταν ο Αντρέι έφυγε, ο Όλεγκ είπε ότι έμοιαζε μ’ εκείνο το πιστόλι στον δίσκο των Foo Fighters και σιγά μην κάτσει να Digitalised By Jah®

πυροβολήσει τον οποιονδήποτε. Το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε ήταν να πετάξουμε το πιστόλι στα σκουπίδια. Κι έτσι είπα κι εγώ ότι θα το κρατήσω για την πάρτη μου. Οι εφημερίδες είχαν τρελαθεί. Είχαν αρχίσει να ουρλιάζουν για πόλεμο συμμοριών, αίμα στους δρόμους, ότι είχαμε γίνει γαμημένο Λος Άντζελες και τα λοιπά και τα λοιπά. Η αντιπολίτευση μας τα έπρηζε περί αποτυχημένων πολιτικών κατά του εγκλήματος, κατά των ναρκωτικών, περί αποτυχημένου δημάρχου, αποτυχημένου δημοτικού συμβουλίου. Αποτυχημένη πόλη, είπε ένας τρελός των Κεντρώων και πρότεινε να σβηστεί το Όσλο από τον χάρτη, γιατί ήταν, λέει, ντροπή για τη χώρα. Τα πιο πολλά τα άκουσε ο Αρχηγός της Αστυνομίας γιατί, όπως ξέρουμε, όποιος κολυμπάει στα σκατά βρομάει. Κι έτσι, όταν ένας Σομαλός πυροβόλησε δυο συγγενείς του απ’ την ίδια φυλή μέρα μεσημέρι στην Πλάτα από απόσταση αναπνοής και δεν συνελήφθη κανείς, ε, τότε ο αρχηγός της ΌργκΚριμ παραιτήθηκε. Η επίτροπος Κοινωνικών Υπηρεσιών του Δήμου −που ήταν επίσης επικεφαλής του Συμβουλίου Επιτελικού Σχεδιασμού της Αστυνομίας− βγήκε και είπε ότι η εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά και η αστυνομία ήταν ευθύνη του κράτους, αλλά θεωρούσε καθήκον της να διασφαλίσει σε όλους τους πολίτες του Όσλο τη δυνατότητα να κυκλοφορούν με ασφάλεια στους δρόμους της πόλης τους. Μα τι καλή που ήταν! Και πίσω της ακριβώς στεκόταν η γραμματέας της. Η παλιά μου φίλη. Η μιλφάρα χωρίς το «μ». Έμοιαζε σοβαρή, επαγγελματίας. Αν και το μόνο που έβλεπα εγώ ήταν μια καυλιάρα γκόμενα με παντελόνι ιππασίας κατεβασμένο ως τα γόνατα. Ένα βράδυ, ο Αντρέι πέρασε πιο νωρίς, μας είπε να το λήξουμε νωρίτερα. Εγώ θα πήγαινα μαζί του μέχρι το Μπλίνερν. Όταν προσπεράσαμε το σπίτι του γέρου, άρχισαν να μου καρφώνονται διάφορες σκοτεινές σκέψεις. Ευτυχώς όμως ο Αντρέι πάρκαρε στο χωράφι του γείτονα, το οποίο φυσικά ανήκε κι αυτό στον γέρο. Με συνόδευσε ως το γειτονικό σπίτι. Το κτίριο δεν ήταν Digitalised By Jah®

τόσο έρημο όσο έμοιαζε απέξω. Πίσω από τους ξεφλουδισμένους τοίχους και τα σπασμένα παραθυρόφυλλα, το σπίτι ήταν επιπλωμένο και ζεστό. Ο γέρος καθόταν σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο ράφια από πάνω μέχρι κάτω και κάτι σαν κλασική μουσική έβγαινε από κάποια τεράστια ηχεία στο δάπεδο. Κάθισα στη μοναδική καρέκλα που υπήρχε στο δωμάτιο και ο Αντρέι έκλεισε την πόρτα ξοπίσω του καθώς αποχωρούσε. «Αποφάσισα να σου ζητήσω να μου κάνεις μια χάρη, Γκούστο» είπε ο γέρος, ακουμπώντας τη μια παλάμη του στο γόνατό μου. Κοίταξα την κλειστή πόρτα. «Βρισκόμαστε σε πόλεμο» είπε και σηκώθηκε όρθιος. Πήγε προς τα ράφια και τράβηξε ένα χοντρό βιβλίο με καφέ λεκιασμένο εξώφυλλο. «Αυτό το κείμενο γράφτηκε εξακόσια χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός. Δεν ξέρω κινέζικα, οπότε έχω μόνο τη γαλλική του μετάφραση που έγινε πριν από διακόσια περίπου χρόνια από έναν Ιησουίτη με το όνομα Ζαν Ζοζέφ Μαρί Αμιό. To αγόρασα σε μια δημοπρασία για εκατόν ενενήντα χιλιάδες κορόνες. Το βιβλίο μιλάει για το πώς να κοροϊδέψεις τους αντιπάλους σου σε περίοδο πολέμου και είναι το διασημότερο εγχειρίδιο στο εν λόγω ζήτημα. Υπήρξε η βίβλος του Στάλιν, του Χίτλερ και του Μπρους Λι. Και ξέρεις κάτι;» Τοποθέτησε ξανά το βιβλίο στο ράφι και τράβηξε έξω ένα άλλο. «Εγώ προτιμώ αυτό εδώ». Μου πέταξε το βιβλίο. Ήταν ένα λεπτό βιβλιαράκι με γυαλιστερό μπλε εξώφυλλο, εμφανώς καινούργιο σχετικά. Ο τίτλος του: Σκάκι για αρχάριους. «Εξήντα κορόνες στις εκπτώσεις» είπε ο γέρος. «Θα κάνουμε μια κίνηση που λέγεται ροκέ». «Ροκέ;» «Ναι, ανταλλάσσεις τον βασιλιά με τον πύργο για να προστατευθείς καλύτερα. Θα κάνουμε μία συμμαχία». «Με ποιον πύργο;» «Τον πύργο του Δημαρχείου, ας πούμε». Το σκέφτηκα. Digitalised By Jah®

«Το δημοτικό συμβούλιο» είπε ο γέρος. «Η επίτροπος Κοινωνικών Υπηρεσιών έχει μια γραμματέα που λέγεται Ιζαμπέλε Σκέγιεν, η οποία είναι υπεύθυνη ουσιαστικά για την πολιτική ολόκληρου του Δήμου απέναντι στα ναρκωτικά. Την ήλεγξα μαζί με μια πηγή μου και είναι τέλεια: έξυπνη, αποτελεσματική και φοβερά φιλόδοξη. Ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν έχει αναρριχηθεί ακόμα υψηλότερα, σύμφωνα πάντα με την πηγή μου, είναι ο τρόπος ζωής της, που μπορεί να προκαλέσει σκάνδαλο. Περίμενε και θα δεις. Κάνει συνέχεια πάρτι, έχει το θάρρος της γνώμης της κι ένα μάτσο εραστές από τη μια άκρη του Όσλο μέχρι την άλλη». «Χάλια μού ακούγεται» είπα εγώ. Ο γέρος με κοίταξε προειδοποιητικά κι ύστερα συνέχισε. «Ο πατέρας της ήταν κάποτε εκπρόσωπος Τύπου των Κεντρώων, αλλά τον πέταξαν έξω όταν προσπάθησε να μπει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Και η πηγή μου λέει ότι η Ιζαμπέλε κληρονόμησε τα όνειρά του και, μιας κι η ιστορία φαίνεται να ευνοεί τους Εργατικούς, απαρνήθηκε για χάρη τους το μικρό κόμμα του μπαμπά της και των λοιπών γαιοκτημόνων. Με λίγα λόγια, οτιδήποτε αφορά την Ιζαμπέλε Σκέγιεν είναι ευέλικτο και προσαρμόζεται στις φιλοδοξίες της. Συν τοις άλλοις, είναι μόνη της και κουβαλάει ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρέος συνδεδεμένο με το οικογενειακό αγρόκτημα». «Και τι θα κάνουμε, λοιπόν;» ρώτησα σαν να ήμουν υπουργός στην κυβέρνηση βιολίνης. Ο γέρος χαμογέλασε λες και βρήκε το σχόλιό μου γοητευτικό. «Θα την απειλήσουμε ώστε να κάτσει μαζί μας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κι εκεί θα τη σαγηνεύσουμε προτείνοντάς της μία συμμαχία. Κι εσύ είσαι υπεύθυνος επί των απειλών, Γκούστο. Γι’ αυτό βρίσκεσαι εδώ». «Εγώ; Θα απειλήσω εγώ μία πολιτικό;» «Ακριβώς. Μία πολιτικό με την οποία έχεις συνουσιαστεί, Γκούστο. Μία υπάλληλο του δημοτικού συμβουλίου που χρησιμοποίησε τη θέση και το κύρος της για να εκμεταλλευτεί Digitalised By Jah®

σεξουαλικά έναν έφηβο με τεράστια κοινωνικά προβλήματα». Στην αρχή δεν μπορούσα να πιστέψω στ’ αυτιά μου. Μέχρι που έβγαλε από το σακάκι του μια φωτογραφία και την ακούμπησε μπροστά μου, πάνω στο τραπέζι. Έμοιαζε να έχει τραβηχτεί πίσω από το φιμέ τζάμι ενός αυτοκινήτου. Έδειχνε ένα νεαρό αγόρι να μπαίνει μέσα σ’ ένα Λαντ Ρόβερ στην Τολμπουγκάτα. Η πινακίδα του οχήματος ήταν ευδιάκριτη. Το αγόρι ήμουν εγώ. Το αυτοκίνητο ανήκε στην Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Ανατρίχιασα. «Πώς ξέρετε...;» «Αγαπητέ μου Γκούστο, δεν σου είπα ότι θα σε παρακολουθώ; Αυτό που θέλω από σένα είναι να πάρεις τηλέφωνο την Ιζαμπέλε Σκέγιεν στον αριθμό που είμαι σίγουρος ότι έχεις και να της εξηγήσεις τη βερσιόν της ιστορίας που έχουμε προετοιμάσει για τις εφημερίδες. Κι ύστερα να της ζητήσεις μία άκρως ιδιωτική συνάντηση των τριών μας». Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε απέξω τον άσχημο καιρό. «Να δεις που θα βρει κενό στο πρόγραμμά της για εμάς».

Digitalised By Jah®

15

α τελευταία τρία χρόνια στο Χονγκ Κονγκ ο Χάρι είχε τρέξει όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Κι όμως, στα δεκατρία αυτά δευτερόλεπτα που του πήρε να καλύψει τα εκατό μέτρα ως την είσοδο της φυλακής, το μυαλό του έπλαθε σενάρια με μια μοναδική κεντρική ιδέα: ότι θα έφτανε πολύ αργά. Χτύπησε το κουδούνι και αντιστάθηκε στον πειρασμό ν’ αρχίσει να τραντάζει την πόρτα μέχρι ν’ ανοίξει. Εντέλει, ο βόμβος ακούστηκε κι ο Χάρι έτρεξε ως την υποδοχή. «Ξεχάσατε κάτι;» ρώτησε η φρουρός. «Ναι» είπε ο Χάρι και περίμενε να ξεκλειδώσει η πόρτα. «Χτυπήστε συναγερμό!» φώναξε, παράτησε τον χαρτοφύλακά του κι άρχισε να τρέχει. «Στο κελί του Όλεγκ Φάουκε!» Τα βήματά του ήχησαν στους διαδρόμους και στην υπερβολικά άδεια αίθουσα ψυχαγωγίας. Δεν είχε λαχανιάσει, μα στο κεφάλι του η ανάσα του ακουγόταν σαν βρυχηθμός. Ενώ έβγαινε από τον τελικό διάδρομο, έφτασε στ’ αυτιά του η κραυγή του Όλεγκ. Η πόρτα του κελιού του ήταν μισάνοιχτη και τα δευτερόλεπτα μέχρι να τη φτάσει του θύμισαν τους εφιάλτες του, τη χιονοστιβάδα, τα πόδια του που δεν μπορούσαν να κουνηθούν όσο γρήγορα έπρεπε. Digitalised By Jah®

Τ

Κι ύστερα μπήκε στο κελί και αντίκρισε την κατάσταση. Το γραφείο ήταν αναποδογυρισμένο, χαρτιά και βιβλία ήταν πεταμένα στο πάτωμα. Στην άλλη άκρη του δωματίου, με την πλάτη στην ντουλάπα, στεκόταν ο Όλεγκ. Η μαύρη του μπλούζα των Slayer ήταν γεμάτη αίματα. Κρατούσε μπροστά του το μεταλλικό καπάκι απ’ τον σκουπιδοτενεκέ. Το στόμα του ήταν ανοικτό. Ούρλιαζε. Ξανά και ξανά. Ο Χάρι είδε το πίσω μέρος μιας φανέλας Gym-Tech κι από πάνω έναν κοντόχοντρο, ιδρωμένο, βοϊδίσιο σβέρκο· από πάνω του ένα ξυρισμένο κρανίο κι από πάνω απ’ το κρανίο ένα χέρι που κρατούσε το μαχαίρι του ψωμιού. Ακούστηκε ο ήχος του μέταλλου πάνω σε μέταλλο, καθώς η λεπίδα χτύπησε το καπάκι. Ο άνδρας πρέπει να κατάλαβε την αλλαγή του φωτός στο δωμάτιο, διότι γύρισε αμέσως προς τη μεριά του Χάρι. Κατέβασε το κεφάλι του και κράτησε το μαχαίρι χαμηλά, έτοιμος να ξαναχτυπήσει. «Έξω!» σφύριξε. Ο Χάρι δεν ήταν ανόητος ώστε ν’ ακολουθήσει με το βλέμμα του το μαχαίρι· ήξερε πως έπρεπε να επικεντρωθεί στα πόδια. Πίσω από τον άνδρα, ο Όλεγκ είχε γλιστρήσει στο πάτωμα. Σε σύγκριση με όσους κάνουν πολεμικές τέχνες, ο Χάρι είχε ένα θλιβερά περιορισμένο ρεπερτόριο επιθετικών κινήσεων. Δηλαδή δύο. Και δυο κανόνες, επίσης. Πρώτον: δεν υπάρχουν κανόνες. Δεύτερον: να επιτίθεσαι πρώτος. Κι όταν όρμησε, ήταν με τον αυτόματο τρόπο που ενεργεί κάποιος που έχει μάθει κι επανειλημμένα εκτελέσει δύο και μοναδικές τακτικές επίθεσης: έκανε ένα βήμα προς τη μεριά του μαχαιριού ώστε να υποχρεώσει τον άνδρα να κάνει πίσω για να πάρει φόρα και να του επιτεθεί. Και την ώρα που ο άνδρας έφερνε το χέρι του προς τα πίσω, ο Χάρι είχε ήδη σηκώσει το δεξί του πόδι και είχε στρίψει τον μηρό του. Καθώς το μαχαίρι έφευγε προς τα εμπρός, το πέλμα του Χάρι κατέβαινε προς τα κάτω. Χτύπησε το γόνατο του άνδρα ακριβώς πάνω από την επιγονατίδα. Και, δεδομένου ότι η ανθρώπινη ανατομία δεν μας προστατεύει από Digitalised By Jah®

χτυπήματα από ετούτη τη γωνία, ο τετρακέφαλος διαλύθηκε αμέσως, ακολουθούμενος από τους χιαστούς και, καθώς η επιγονατίδα πιέστηκε πάνω στην κνήμη, από τον επιγονατιδικό τένοντα. Μ’ ένα βογκητό, ο άνδρας σωριάστηκε στο πάτωμα. Το μαχαίρι έπεσε κάτω με κρότο, ενώ τα χέρια του προσπάθησαν ν’ αγκαλιάσουν το γόνατό του. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν συνειδητοποίησε ότι είχε μετατοπιστεί από εκεί που περίμενε να το βρει. Ο Χάρι κλότσησε το μαχαίρι μακριά και σήκωσε το πόδι του για να τελειώσει την υπόθεση όπως είχε διδαχθεί: να πατήσει με τέτοια δύναμη τους μυς του μηρού, ώστε να δημιουργηθεί ακατάσχετη αιμορραγία κι ο άλλος να μην μπορέσει να ξανασηκωθεί. Αλλά είδε ότι η δουλειά είχε γίνει κι έτσι ξανακατέβασε το πόδι του. Από τον διάδρομο ακούστηκαν τρεξίματα και το κροτάλισμα από αρμαθιές κλειδιών. «Εδώ!» φώναξε ο Χάρι, δρασκελίζοντας τον τραυματισμένο άνδρα και πλησιάζοντας τον Όλεγκ. Λαχάνιασμα στην πόρτα. «Βγάλτε έξω αυτόν τον άνδρα και καλέστε αμέσως γιατρό!» φώναξε ο Χάρι για ν’ ακουστεί ανάμεσα στις συνεχόμενες κραυγές. «Τι σκατά...» «Δεν έχει σημασία τώρα, βρείτε έναν γιατρό!» Ο Χάρι έσχισε το μαύρο μπλουζάκι του Όλεγκ και ψαχούλεψε ανάμεσα στα αίματα να βρει την πληγή. «Και να έρθει πρώτα εδώ. Αυτός μόνο το γόνατό του έχει χτυπήσει». Ο Χάρι πήρε το πρόσωπο του Όλεγκ ανάμεσα στα αιματοβαμμένα του χέρια ενώ οι άλλοι έβγαζαν έξω τον άνδρα. «Όλεγκ; Μ’ ακούς, Όλεγκ;» Τα μάτια του Όλεγκ γύρισαν προς τα πίσω· η αχνή λέξη που βγήκε από τα χείλη του ίσα που έφτασε στ’ αυτιά του Χάρι. Ένιωσε έναν πόνο στο στέρνο. Digitalised By Jah®

«Όλεγκ, όλα θα πάνε καλά. Δεν μαχαίρωσε τίποτα που να χρειάζεσαι πραγματικά». «Χάρι...» «Και σύντομα θα κάνεις Χριστούγεννα. Θα σου δώσουν μορφίνη». «Σκάσε, Χάρι». Ο Χάρι το βούλωσε. Ο Όλεγκ άνοιξε τα μάτια του. Είχαν μια απελπισμένη, πυρετώδη λάμψη. Η φωνή του ήταν τραχιά αλλά καθαρή. «Έπρεπε να τον αφήσεις να κάνει τη δουλειά του, Χάρι». «Τι εννοείς;» «Πρέπει να με αφήσεις να το κάνω». «Ποιο;» Καμία απάντηση. «Να κάνεις τι, Όλεγκ;» Ο Όλεγκ έβαλε την παλάμη του πίσω από το κεφάλι του Χάρι, τον τράβηξε προς το μέρος του και ψιθύρισε: «Δεν γίνεται να το σταματήσεις, Χάρι. Ό,τι έγινε έγινε. Πρέπει να κάνει την πορεία του. Αν μπεις στη μέση θα πεθάνουν κι άλλοι». «Ποιος θα πεθάνει;» «Είναι τεράστιο, Χάρι. Θα σε καταπιεί, θα μας καταπιεί όλους». «Ποιος θα πεθάνει; Ποιον προστατεύεις, Όλεγκ; Την Ιρένε;» Ο Όλεγκ έκλεισε τα μάτια του. Τα χείλη του πήγαν να κουνηθούν, ύστερα σταμάτησαν. Κι ο Χάρι τον θυμήθηκε στα έντεκα, πώς έμοιαζε όταν τον έπαιρνε ο ύπνος ύστερα από μια κουραστική μέρα. Και τότε ο Όλεγκ είπε: «Εσύ, Χάρι. Θα σε σκοτώσουν».

Όταν ο Χάρι έφυγε από τη φυλακή, είχαν ήδη έρθει τ’ ασθενοφόρα. Ήρθαν στον νου του τα παλιά. Πώς ήταν η πόλη παλιά. Πώς ήταν η ζωή του παλιά. Ενώ καθόταν στον υπολογιστή του Όλεγκ, είχε Digitalised By Jah®

ψάξει επίσης και για το κλαμπ Sardines και το Russian Amcar Club. Δεν έδειχναν να έχουν ανασυσταθεί. Ίσως κάτι τέτοιο να πήγαινε πολύ. Η ζωή μπορεί να μη σου μαθαίνει πολλά, αλλά σου μαθαίνει σίγουρα ένα πράγμα: Δεν υπάρχει γυρισμός. Ο Χάρι άναψε τσιγάρο και πριν ρουφήξει την πρώτη τζούρα, με το μυαλό του να πανηγυρίζει ήδη στην ιδέα ότι στο αίμα του θα έμπαινε νικοτίνη, άκουσε να επαναλαμβάνεται εκείνος ο ήχος, ο ήχος που ήξερε ότι θα τον στοίχειωνε όλο το βράδυ κι ολόκληρη τη νύχτα, η σχεδόν σιωπηλή λέξη που ξεστόμισε ο Όλεγκ στο κελί του: «Μπαμπά».

Digitalised By Jah®

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ————

Digitalised By Jah®

16

μαμά-αρουραίος έγλειψε το μέταλλο. Είχε γεύση από αλάτι. Πετάχτηκε ξαφνιασμένη καθώς το ψυγείο ξύπνησε απότομα κι άρχισε να βουίζει. Οι καμπάνες χτυπούσαν ακόμη. Ένας τρόπος τής έμενε για να φτάσει στη φωλιά της· δεν το είχε τολμήσει επειδή το σώμα που έφραζε την είσοδο της φωλιάς ήταν ζωντανό. Όμως οι τσιρίδες των μικρών της τη γέμιζαν απελπισία κι έτσι το αποφάσισε. Χώθηκε στο μανίκι του ανθρώπου. Μύριζε καπνό. Όχι καπνό τσιγάρου ούτε καπνό τζακιού ή άλλης φωτιάς· κάτι άλλο. Κάτι σε αέρια μορφή, που είχε ξεπλυθεί όμως, αφήνοντας μόνο μερικά μόρια αερίου στις ίνες του υφάσματος. Πλησίασε τον αγκώνα, αλλά δεν χωρούσε να περάσει. Σταμάτησε κι αφουγκράστηκε. Από μακριά, ακούστηκαν σειρήνες περιπολικών.

Η

Ξέρεις, μπαμπά, όλες αυτές οι μικρές στιγμές, οι επιλογές που νομίζεις ότι είναι ασήμαντες −here today, gone tomorrow, όπως λένε− τελικά συσσωρεύονται και πριν καλά καλά το καταλάβεις έχουν γίνει ολόκληρο ποτάμι που σε παρασέρνει. Που σε πηγαίνει στον προορισμό σου. Εκεί πήγαινα κι εγώ, μπαμπά, εκείνο τον Digitalised By Jah®

κωλο-Ιούλη. Όχι, όχι! Δεν είχα σκοπό να πάω εκεί! Αλλού ήθελα να πάω, μπαμπά. Όταν στρίψαμε με το αυτοκίνητο προς τη μεριά του κεντρικού οικήματος του αγροκτήματος, η Ιζαμπέλε Σκέγιεν στεκόταν στην αυλή, με το στενό της παντελόνι, τα πόδια λίγο ανοιχτά και τα χέρια στη μέση. «Αντρέι, εσύ περίμενε εδώ» είπε ο γέρος. «Πέτερ, ψάξε τη γύρω περιοχή». Βγήκαμε από τη λιμουζίνα. Μας χτύπησαν αμέσως η μυρωδιά στάβλου, το ζουζούνισμα των μυγών και οι αχνοί ήχοι από κουδούνια αγελάδων. Εκείνη έσφιξε ξινά το χέρι του γέρου, εμένα με αγνόησε και μας κάλεσε μέσα για έναν καφέ. Τονίζοντας το «έναν». Στον διάδρομο κρέμονταν φωτογραφίες από διάφορα παλιάλογα − από εδώ αυτά με το καθαρότερο αίμα, από εκεί εκείνα με τα περισσότερα τρόπαια, και διάφορες άλλες τέτοιες μαλακίες. Καθώς περπατούσε, ο γέρος παρατηρούσε τις φωτογραφίες και ρώτησε αν ένα από αυτά ήταν αγγλικό καθαρόαιμο, επαινώντας τα λεπτά του πόδια και το εντυπωσιακό του στήθος, τόσο που άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν αναφερόταν στο άλογο ή στην οικοδέσποινα. Όπως και να ’χει, έπιασε. Ο πάγος έλιωσε λίγο και η Ιζαμπέλε έπαψε να είναι τόσο ξινή. «Ας καθίσουμε στο σαλόνι να τα πούμε» είπε εκείνος. «Ας πάμε καλύτερα στην κουζίνα» είπε εκείνη, με ανανεωμένη ξινίλα. Καθίσαμε κι η Ιζαμπέλε τοποθέτησε τον καφέ στη μέση του τραπεζιού. «Γκούστο, σερβίρισέ μας» είπε ο γέρος, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. «Είναι ωραίο το αγρόκτημά σας, δεσποινίς Σκέγιεν». «Δεν υπάρχει καμία δεσποινίδα σε αυτό το τραπέζι». «Στα μέρη όπου μεγάλωσα αποκαλούσαμε όλες τις γυναίκες που ήταν επικεφαλής μιας φάρμας “δεσποινίδες”, είτε ήταν χήρες, Digitalised By Jah®

διαζευγμένες ή απλώς ανύπαντρες. Θεωρούνταν ένδειξη σεβασμού». Γύρισε και της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. Εκείνη τον κοίταξε στα ίσια. Και για λίγα δευτερόλεπτα έπεσε τέτοια σιγή, που μπορούσες ν’ ακούσεις μια καθυστερημένη μύγα που επέμενε να χτυπάει το κεφάλι της στο τζάμι προσπαθώντας να βγει έξω. «Σας ευχαριστώ» είπε. «Ωραία. Ας ξεχάσουμε λοιπόν για την ώρα τις επίμαχες φωτογραφίες, δις Σκέγιεν». Εκείνη κάθισε πιο στητά στην καρέκλα της. Όταν είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο, προσπάθησε στην αρχή να το διασκεδάσει το θέμα: σιγά μη στέλναμε τις φωτογραφίες στις εφημερίδες. Ήταν μια ελεύθερη, σεξουαλικά ενεργή γυναίκα, λέει, που είχε κοιμηθεί με έναν νεαρότερό της άνδρα. Ε και; Κατά πρώτον, ήταν μια ασήμαντη γραμματέας μίας δημοτικής συμβούλου και, κατά δεύτερον, βρισκόμασταν στη Νορβηγία. Οι υπόνοιες περί υποκρισίας και τα τοιαύτα είναι τροφή για τις αμερικάνικες προεδρικές εκλογές. Έτσι κι εγώ αναγκάστηκα να της το ζωγραφίσω. Με έντονα χρώματα και κοφτές πινελιές. Με είχε πληρώσει και μπορούσα να το αποδείξω, τη στιγμή που η δουλειά της ήταν να συμβάλει στην καταπολέμηση των ναρκωτικών και της πορνείας. Και μάλιστα εκπροσωπούσε την επιτροπή Κοινωνικών Υπηρεσιών του Δήμου στα ΜΜΕ. Δυο λεπτά αργότερα είχαμε κλείσει ραντεβού. «Κοιτάξτε να δείτε, ο Τύπος γράφει υπεραρκετά για την προσωπική ζωή των πολιτικών, θέλουμε δεν θέλουμε» είπε ο γέρος. «Εγώ λέω να μιλήσουμε επιχειρηματικά, δις Σκέγιεν. Μία καλή πρόταση δεν είναι εκβιασμός: συμφέρει και τις δυο πλευρές. Δεν συμφωνείτε;» Εκείνη συνοφρυώθηκε. Ο γέρος έλαμψε. «Λέγοντας “επιχειρηματικά”, δεν εννοώ απαραίτητα τα χρήματα. Αν και το αγρόκτημά σας δεν ζει χωρίς αυτά. Όχι· χρήματα ίσον διαφθορά, ενώ εγώ σας προτείνω μία καθαρά πολιτική συναλλαγή. Μυστική φυσικά, αλλά αυτό συμβαίνει καθημερινά στα ενδότερα του Digitalised By Jah®

Δημαρχείου. Και είναι και προς όφελος των πολιτών, κάνω λάθος;» Η Σκέγιεν κατένευσε διστακτικά. «Η εν λόγω συμφωνία πρέπει να μείνει μεταξύ μας, δις Σκέγιεν. Θα είναι επωφελής για ολόκληρη την πόλη, αλλά, αν έχετε και πολιτικές φιλοδοξίες, προβλέπω και διάφορα πλεονεκτήματα για εσάς. Θα μπορούσε, λόγου χάρη, να κάνει τον δρόμο προς τη δημαρχία πολύ συντομότερο. Για να μη μιλήσουμε για την κεντρική πολιτική σκηνή». Η κούπα του καφέ έμεινε μετέωρη στο χέρι της. «Δεν θα το διανοούμουν να σας ζητήσω να κάνετε τίποτα ανήθικο, δις Σκέγιεν. Θέλω απλώς να σας επισημάνω ότι τα συμφέροντά μας συμπίπτουν. Από εκεί και πέρα είναι στο χέρι σας να κάνετε ό,τι νομίζω εγώ ότι είναι σωστό». «Ό,τι νομίζετε εσείς ότι είναι σωστό;» «Το δημοτικό συμβούλιο τα έχει βρει σκούρα. Ακόμα και πριν από τις τραγικές εξελίξεις του τελευταίου μηνός, ο στόχος ήταν να βγει το Όσλο από τη λίστα με τις πόλεις με τη μεγαλύτερη διακίνηση ηρωίνης. Είχατε υποσχεθεί να μειώσετε τη διακίνηση, τον εθισμό και τη χρήση στους νέους και, πάνω απ’ όλα, τον αριθμό των θανάτων από υπερβολική δόση. Αυτή τη στιγμή, όλα αυτά μοιάζουν ουτοπικά. Κάνω λάθος, δις Σκέγιεν;» Εκείνη δεν απάντησε. «Αυτό που χρειάζεται ετούτη η πόλη είναι ένας ήρωας, ή μια ηρωίδα αν θέλετε, για να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, από κάτω προς τα πάνω». Εκείνη κατένευσε αργά αργά. «Δουλειά της θα είναι να καθαρίσει την πόλη από τις συμμορίες και τα καρτέλ». Η Ιζαμπέλε ρουθούνισε τραχιά. «Μας υποχρεώσατε. Αυτό έχουν προσπαθήσει να το εφαρμόσουν σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης και νέες συμμορίες ξεπετάγονται σαν τ’ αγριόχορτα. Όπου υπάρχει ζήτηση, θα υπάρχει και προσφορά. Πάντα». Digitalised By Jah®

«Ακριβώς» είπε εκείνος. «Ακριβώς όπως τα αγριόχορτα. Βλέπω ότι καλλιεργείτε φράουλες, δις Σκέγιεν. Χρησιμοποιείτε κάποιο φυτό ως υπόστρωμα;» «Φυσικά. Υπόγειο τριφύλλι». «Εγώ λοιπόν μπορώ να σας προσφέρω το υπόστρωμα» είπε ο γέρος. «Υπόγειο τριφύλλι ενδεδυμένο με φανέλες της Άρσεναλ». Η Ιζαμπέλε τον κοίταξε καλά καλά. Το μυαλό της έπαιρνε χίλιες στροφές. Ο γέρος έδειχνε ευχαριστημένος. «Το υπόστρωμα, αγαπητέ μου Γκούστο» είπε, ρουφώντας μια γουλιά καφέ, «είναι ένα αγριόχορτο που φυτεύεται κι αφήνεται ν’ απλωθεί ακριβώς για ν’ αποτρέψει άλλα αγριόχορτα και παράσιτα απ’ το ν’ αναπτυχθούν. Διότι το τριφύλλι το υπόγειο κάνει μικρότερο κακό από άλλα παράσιτα. Καταλαβαίνεις τι λέω;». «Νομίζω πως ναι» είπα. «Αν είναι να φυτρώνουν τ’ αγρι ό​χορτα έτσι κι αλλιώς, καλά θα κάνεις να σπείρεις ένα αγριόχορτο που δεν καταστρέφει τις φράουλες». «Ακριβώς. Και στη μικρή μας ιστορία, το όραμα του δημοτικού συμβουλίου για ένα καλύτερο Όσλο είναι οι φράουλες. Και οι συμμορίες που πωλούν επικίνδυνη ηρωίνη είναι τα αγριόχορτα. Ενώ εμείς και η βιολίνη μας είμαστε το υπόστρωμα». «Άρα;» «Άρα, πρέπει ν’ αρχίσουμε το ξεχορτάριασμα. Και τότε μπορούμε ν’ αφήσουμε το τριφύλλι στην ησυχία του». «Και γιατί το δικό σας τριφύλλι να είναι καλύτερο για τις φράουλες;» ρώτησε εκείνη. «Γιατί εμείς δεν πυροβολούμε κανέναν, δουλεύουμε διακριτικότατα και πουλάμε ένα ναρκωτικό που δεν οδηγεί σε θάνατο από υπερβολική δόση. Έχοντας το μονοπώλιο στο χωράφι με τις φράουλες μπορούμε ν’ ανεβάσουμε τις τιμές τόσο ψηλά, που ελάχιστοι νέοι να μπορούν να γίνουν χρήστες. Χωρίς να ζημιωνόμαστε κιόλας, αυτό εξυπακούεται. Λιγότεροι χρήστες, λιγότερα βαποράκια. Τα πάρκα δεν θα είναι πια γεμάτα Digitalised By Jah®

τοξικομανείς. Ούτε οι δρόμοι του κέντρου. Με λίγα λόγια, το Όσλο θα γίνει μια πόλη-απόλαυση για τουρίστες, πολιτικούς και ψηφοφόρους». «Εγώ όμως δεν είμαι στην Επιτροπή Κοινωνικών Υπηρεσιών». «Όχι ακόμη, δις Σκέγιεν. Ξέρετε όμως, το ξεχορτάριασμα δεν είναι δουλειά των επιτρόπων. Γι’ αυτό έχουν τους διάφορους γραμματείς, για να παίρνουν όλες εκείνες τις μικρές, καθημερινές αποφάσεις που εν συνόλω διαμορφώνουν την όποια δράση γίνεται. Είναι φυσικό να ακολουθείτε την πολιτική του δημοτικού συμβουλίου, αλλά εσείς είστε ουσιαστικά ο άνθρωπος που έρχεται σε καθημερινή επαφή με την αστυνομία, που συζητά τις δράσεις και τις πρωτοβουλίες που συμβαίνουν στην περιοχή της Κβαντρατούρεν παραδείγματος χάρη. Θα πρέπει φυσικά να διαφημίσετε κι η ίδια τον ρόλο σας σε όλο αυτό, αλλά φαίνεται να έχετε ταλέντο σε κάτι τέτοια. Δώστε μια συνέντευξη για την κατάχρηση ουσιών στο Όσλο, κάντε μια δήλωση για τους θανάτους από υπερβολική δόση, ξέρετε εσείς. Έτσι ώστε, όταν το όλο εγχείρημα επιτύχει, να ξέρει ο Τύπος και οι συνάδελφοί σας στο κόμμα ποιος βρίσκεται πίσω από όλα αυτά». Χαμογέλασε σαν δράκος του Κομόντο. «Η περήφανη καλλιεργήτρια των μεγαλύτερων φραουλών σε ολόκληρη την αγορά». Απόλυτη σιγή. Η μύγα είχε παρατήσει το τζάμι αφού βρήκε το μπολ με τη ζάχαρη. «Αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ» είπε η Ιζαμπέλε. «Εννοείται». «Εμείς οι τρεις δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ». «Μετά λύπης μου, δις Σκέγιεν». «Και πώς φαντάζεστε... το ξεχορτάριασμα;» «Φυσικά μπορούμε να σας βοηθήσουμε. Το να καταδίδεις ανταγωνιστές έχει μακρά παράδοση στον χώρο της δουλειάς μας. Θα σας προσφέρουμε τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Εσείς θα προτείνετε αστυνομικές δράσεις μέσω της Επιτροπής Κοινωνικών Digitalised By Jah®

Υπηρεσιών, αλλά θα χρειαστείτε κι έναν έμπιστο άνθρωπο εντός της Αστυνομίας. Πιθανόν κάποιον που να μπορεί να επωφεληθεί με τη σειρά του από την όλη υπόθεση. Κάποιον…» «Έναν φιλόδοξο άνθρωπο που μπορεί να φανεί πραγματιστής εφόσον πρόκειται για το καλό ολόκληρης της κοινωνίας;» Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν σήκωσε το φλιτζάνι της εν είδει πρόποσης. «Τι λέτε, πάμε να καθίσουμε στο σαλόνι;»

Ο Σεργκέι ήταν ξαπλωμένος στον πάγκο, ενώ ο τατουατζής περιεργαζόταν σιωπηλά το σχέδιό του. Είχε έρθει στο μικροσκοπικό στούντιο στην ώρα του. Ο τατουατζής ήταν απασχολημένος· ζωγράφιζε έναν τεράστιο δράκο στην πλάτη ενός αγοριού που έσφιγγε τα δόντια του, ενώ μια γυναίκα, η μητέρα του προφανώς, τον παρηγορούσε ρωτώντας αν ήταν ανάγκη να γίνει το τατουάζ τόσο μεγάλο. Στο τέλος εκείνη πλήρωσε και, καθώς έφευγαν, ρώτησε το αγόρι αν ήταν χαρούμενος που είχε τώρα πιο κουλ τατουάζ από του Πρέμπεν και του Κρίστοφερ. «Αυτό εδώ θα ταιριάζει καλύτερα στην πλάτη σου» είπε ο τατουατζής στον Σεργκέι, δείχνοντας ένα από τα σχέδιά του. «Tupoy» μουρμούρισε ο Σεργκέι. Ηλίθιε. «Ε;» «Τα πάντα πρέπει να ’ναι ακριβώς όπως στο σχέδιο. Κάθε φορά τα ίδια θα λέμε;» «Καλά, εντάξει, αλλά δεν γίνεται να βγει όλο σήμερα». «Γίνεται. Όλο. Πληρώνω διπλά». «Βιάζεσαι, ε;» Ο Σεργκέι αποκρίθηκε μ’ ένα κοφτό νεύμα του κεφαλιού. Ο Αντρέι τον έπαιρνε τηλέφωνο καθημερινά, να τον κρατάει ενήμερο. Όταν λοιπόν χτύπησε το τηλέφωνο νωρίτερα, ο Σεργκέι δεν ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτό που του είπε ο Αντρέι. Digitalised By Jah®

Το αναγκαίο είχε γίνει ανάγκη. Κι όταν έκλεισε η γραμμή, η πρώτη σκέψη του Σεργκέι ήταν ότι ως εδώ ήταν, δεν υπήρχε άλλη διέξοδος πια. Διέξοδος; είχε κατσαδιάσει αυτομάτως τον εαυτό του. Ποιος χρειάζεται διέξοδο; Ίσως και να σκέφτηκε έτσι γιατί ο Αντρέι τον είχε προειδοποιήσει: ο αστυνομικός είχε καταφέρει να παροπλίσει έναν κατάδικο που είχαν λαδώσει για να ξεκάνει τον Όλεγκ Φάουκε. Ε και; Κατάδικος ξεκατάδικος, ήταν μόνο ένα Νορβηγάκι που δεν είχε σκοτώσει ποτέ του κανέναν με μαχαίρι. Εντάξει, απλώς δεν θα ήταν τόσο εύκολο όσο την προηγούμενη φορά. Τότε που πυροβόλησαν τον πωλητή τους· απλή εκτέλεση. Αυτή τη φορά θα έπρεπε να γλιστρήσει πίσω από την πλάτη του αστυνομικού, να περιμένει όσο χρειαζόταν και να τον μαχαιρώσει όταν εκείνος δεν θα το περίμενε. «Δεν θέλω να γίνομαι σπαστικός, αλλά τα τατουάζ που έχεις ήδη δεν είναι και πρώτης ποιότητας. Οι γραμμές είναι τσαπατσούλικες και το μελάνι αχνό. Δεν θες να τα ξαναπεράσουμε λίγο;» Ο Σεργκέι δεν απάντησε. Τι σκατά ήξερε ο τύπος από ποιότητα; Οι γραμμές ήταν τσαπατσούλικες γιατί ο τύπος στη φυλακή έπρεπε να χρησιμοποιήσει για βελόνα μια ακονισμένη χορδή κιθάρας συνδεδεμένη με ξυριστική μηχανή. Το μελάνι ήταν λιωμένη σόλα παπουτσιού μαζί με ούρα. «Το σχέδιο» είπε ο Σεργκέι, δείχνοντάς το με το δάχτυλό του. «Τώρα!» «Κι είσαι σίγουρος ότι θες ένα πιστόλι; Επιλογή σου είναι, αλλά η εμπειρία μου λέει ότι οι άνθρωποι τρομάζουν όταν βλέπουν βίαια σύμβολα. Απλώς, για να ξέρεις». Προφανώς ο τύπος δεν είχε ιδέα από τατουάζ ρώσων μαφιόζων. Δεν ήξερε ότι η γάτα συμβόλιζε πως τον είχαν καταδικάσει για κλοπή, η εκκλησία με τους δυο τρούλους σήμαινε ότι είχε καταδικαστεί δις. Δεν ήξερε ότι τα εγκαύματα στο δέρμα του είχαν γίνει από σκόνη μαγνησίου που είχε τρίψει ο ίδιος πάνω του για να Digitalised By Jah®

αφαιρέσει ένα άλλο τατουάζ. Το τατουάζ γυναικείων γεννητικών οργάνων που του είχαν κάνει με το ζόρι τα μέλη της γεωργιανής συμμορίας Μαύρο Σιτάρι στη φυλακή, επειδή νόμιζαν ότι τους χρωστούσε στα χαρτιά. Ούτε ήξερε ότι το πιστόλι του σχεδίου, ένα Μακάροφ, το επίσημο υπηρεσιακό όπλο της Ρωσικής Αστυνομίας, σήμαινε πως αυτός, ο Σεργκέι Ιβάνοφ, είχε σκοτώσει αστυνομικό. Ο τύπος δεν είχε ιδέα, κι έτσι ήταν καλύτερα για όλους. Ας συνέχιζε να χτυπάει πεταλουδίτσες, κινέζικα σύμβολα και πολύχρωμους δράκους στα καλοζωισμένα τέκνα της Νορβηγίας, που νόμιζαν ότι τα έτοιμα τατουάζ που διάλεγαν από τους καταλόγους δήλωναν, και καλά, κάτι. «Οκέι. Ν’ αρχίσουμε λοιπόν;» ρώτησε ο τατουατζής. Ο Σεργκέι δίστασε. Ο τατουατζής είχε δίκιο. Όντως βιαζόταν. Γιατί όμως; Γιατί δεν μπορούσε να περιμένει να σκοτώσει πρώτα τον αστυνομικό; Γιατί, αν τον έπιαναν για φόνο και τον έχωναν στη φυλακή εδώ στη Νορβηγία, δεν θα μπορούσε να κάνει εκεί μέσα το γαμημένο το τατουάζ που ήθελε. Αλλά υπήρχε κι άλλη απάντηση στο ερώτημά του. Μήπως χτυπούσε το τατουάζ πριν από τον φόνο γιατί βαθιά μέσα του φοβόταν; Τόσο πολύ, που δεν ήξερε καλά καλά αν θα κατάφερνε να τον φέρει σε πέρας; Γι’ αυτό έπρεπε να κάνει τώρα αυτό το τατουάζ, για να μην μπορεί να πισωγυρίσει, για να εξαλείψει οποιαδήποτε πιθανότητα υπαναχώρησης, για να μην μπορεί να μη διαπράξει τον φόνο. Κανένας σιβηριανός Ούρκα δεν ζει μ’ ένα ψέμα χαραγμένο στο δέρμα του, εννοείται. Το απολάμβανε όλο αυτό, ήξερε ότι το απολάμβανε, οπότε από πού σκατά ξεπηδούσαν όλες αυτές του οι σκέψεις; Ήξερε πολύ καλά. Από τον πωλητή. Το αγόρι με τη φανέλα της Άρσεναλ. Είχε αρχίσει να τον βλέπει στα όνειρά του. «Ναι, ας αρχίσουμε» είπε ο Σεργκέι. Digitalised By Jah®

17

υπολογίζει ότι θα σηκωθεί από το κρεβάτι σε μια δυο «Ο γιατρός μέρες» είπε η Ράκελ, αναφερόμενη στον Όλεγκ. Ήταν ακουμπισμένη στο ψυγείο μ’ ένα φλιτζάνι τσάι στο χέρι. «Και μετά θα πρέπει να μεταφερθεί κάπου όπου κανείς δεν θα μπορεί να τον αγγίξει. Κανείς όμως» πρόσθεσε ο Χάρι. Στεκόταν στο παράθυρο της κουζίνας και κοιτούσε κάτω, την πόλη και την απογευματινή κίνηση· τα αυτοκίνητα λαμπύριζαν σαν πυγολαμπίδες στις κεντρικές οδικές αρτηρίες. «Η αστυνομία πρέπει να διαθέτει μέρη για την προστασία μαρτύρων» είπε εκείνη. Η Ράκελ δεν είχε ξεσπάσει σε υστερίες. Είχε δεχθεί τα νέα για την επίθεση εναντίον του Όλεγκ με στωικότητα, λες και ήταν κάτι ακόμα που σχεδόν το περίμενε. Ο Χάρι όμως έβλεπε την αγανάκτηση στην έκφρασή της. Το πρόσωπό της δήλωνε πως θα πάλευε με λύσσα. «Πρέπει να παραμείνει στη φυλακή, μα θα μιλήσω στον εισαγγελέα μήπως και τον μεταφέρουν» είπε ο Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν. Είχε καταφθάσει αμέσως μετά το τηλεφώνημα της Ράκελ και τώρα καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας με ιδρωμένες τις μασχάλες του πουκαμίσου του. «Δες μήπως μπορείς να παρακάμψεις τα επίσημα κανάλια» είπε ο Digitalised By Jah®

Χάρι. «Τι εννοείς;» ρώτησε ο δικηγόρος. «Οι πόρτες ήταν ξεκλείδωτες, άρα κάποιος από τους φρουρούς γνώριζε τι θα συνέβαινε. Εφόσον δεν ξέρουμε ποιος βρίσκεται πίσω απ’ όλο αυτό, πρέπει να υποθέσουμε ότι μπορεί να είναι οποιοσδήποτε». «Γίνεσαι λίγο παρανοϊκός ή μου φαίνεται;» «Η παράνοια σώζει ζωές» είπε ο Χάρι. «Λέγε, Σίμονσεν, μπορείς να το κανονίσεις;» «Θα δω τι μπορώ να κάνω. Τώρα πού είναι; Είναι ασφαλής;» «Είναι στο νοσοκομείο Ούλεβολ κι έχω βάλει δύο έμπιστούς μου αστυνομικούς να τον φυλάνε. Α, και κάτι ακόμα: ο άνδρας που επιτέθηκε στον Όλεγκ βρίσκεται στο νοσοκομείο, αλλά θα είναι υπό περιορισμό με το που βγει». «Ούτε επισκέπτες ούτε ταχυδρομείο;» ρώτησε ο Σίμονσεν. «Σωστά. Μπορείς να μάθεις τι θα πει στην κατάθεσή του προς την αστυνομία ή στον δικηγόρο του;» «Δύσκολο αυτό» είπε ο Σίμονσεν κι έξυσε το κεφάλι του. «Το πιο πιθανό είναι να μην του αποσπάσουν ούτε λέξη, αλλά προσπάθησε» είπε ο Χάρι, κουμπώνοντας το σακάκι του. «Πού πας;» ρώτησε η Ράκελ, κρατώντας τον απ’ το μπράτσο. «Στην πηγή» είπε ο Χάρι.

Ήταν οκτώ η ώρα το βράδυ και η κίνηση στην πρωτεύουσα της χώρας με τη μικρότερη εργάσιμη μέρα στον κόσμο είχε κοπάσει εδώ και ώρα. Το αγόρι που στεκόταν στα σκαλοπάτια της εισόδου στην Τολμπουγκάτα φορούσε τη φανέλα με το νούμερο 23. Αρσάβιν. Κουκούλα που κάλυπτε το κεφάλι, λευκά αθλητικά Air Jordan κάνα δυο νούμερα μεγαλύτερα, καλοσιδερωμένο και κοκαλωμένο τζιν μάρκας Girbaud −που θα μπορούσε να στέκεται όρθιο κι από μόνο του−, όλο το πακέτο γκάνγκστα, κοπιαρισμένο από το τελευταίο

Digitalised By Jah®

βιντεοκλίπ του Rick Ross. Ο Χάρι υπέθεσε ότι κάτω από το τζιν υπήρχε και το κατάλληλο μποξεράκι· ούτε σημάδι από μαχαίρι ή σφαίρα, αλλά τουλάχιστον ένα τατουάζ με βίαιο θέμα. O Xάρι τον πλησίασε. «Βιολίνη. Ένα τέταρτο». Το αγόρι κοίταξε αφ’ υψηλού τον Χάρι χωρίς να βγάλει τα χέρια από τις τσέπες του κι έγνεψε καταφατικά. «Λοιπόν;» είπε ο Χάρι. «Πρέπει να περιμένεις, boraz». To αγόρι μιλούσε με πακιστανική προφορά. Ο Χάρι έβαζε στοίχημα ότι η προφορά εξαφανιζόταν όταν χλαπάκιαζε τα κεφτεδάκια της μαμάς του στο εκατό τοις εκατό νορβηγικό σπιτικό τους. «Δεν μπορώ να περιμένω να μαζέψεις ολόκληρο γκρουπ». «Chillax, δεν θα πάρει πολλή ώρα». «Θα σου δώσω εκατό παραπάνω». Το αγόρι ζύγισε τον Χάρι με το βλέμμα του. Κι ο Χάρι ήξερε τι σκεφτόταν περίπου ο μικρός: άσχημος επιχειρηματίας, περίεργο κουστούμι, χρήση υπό έλεγχο, τρομοκρατημένος μην και περάσει κάνας συνάδελφος ή συγγενής. Ένας άνδρας που πήγαινε φιρί φιρί να την πατήσει. «Εξακόσιες» είπε το αγόρι. Ο Χάρι ξεφύσηξε και κατένευσε. «Idra» είπε το αγόρι και ξεκίνησε να περπατά. Ο Χάρι υπέθεσε ότι η λέξη σήμαινε «ακολούθησέ με». Έστριψαν στη γωνία και περνώντας μέσα από μια πόρτα μπήκαν σ’ έναν ακάλυπτο. Ο τύπος με το προϊόν ήταν μαύρος, πιθανόν Βορειοαφρικανός, κι ακουμπούσε σε μια στοίβα από ξύλινες παλέτες. Το κεφάλι του κουνιόταν πάνω κάτω με τον ρυθμό που έβγαινε απ’ το iPod του. Το ένα ακουστικό κρεμόταν ελεύθερο. «Ένα τέταρτο» είπε ο Rick Ross με τη φανέλα της Άρσεναλ. Ο τύπος με το προϊόν έβγαλε κάτι από τη βαθιά του τσέπη και το έδωσε στον Χάρι, κρύβοντάς το με την παλάμη του. Ο Χάρι κοίταξε Digitalised By Jah®

το σακουλάκι. Η σκόνη ήταν λευκή, διάσπαρτη, με μικροσκοπικά σκούρα θραύσματα. «Έχω μια ερώτηση» είπε ο Χάρι, βάζοντας το σακουλάκι στην τσέπη του σακακιού του. Οι άλλοι δυο μαζεύτηκαν, κι ο Χάρι είδε τον μαυρούλη να βάζει το χέρι του πίσω από την πλάτη του. Υπέθεσε ότι είχε κάποιο όπλο μικρού διαμετρήματος χωμένο στη ζώνη του παντελονιού του. «Έχει δει κανένας σας αυτό το κορίτσι;» Τους έδειξε μια φωτογραφία της οικογένειας Χάνσεν. Εκείνοι κοίταξαν και κούνησαν αρνητικά τα κεφάλια τους. «Έχω πέντε χιλιάρικα για όποιον μπορεί να μου πει κάποιο στοιχείο, μια φήμη, κάτι, οτιδήποτε». Τα αγόρια αλληλοκοιτάχτηκαν. Ο Χάρι περίμενε. Ύστερα σήκωσαν τους ώμους τους και ξαναγύρισαν προς τον Χάρι. Ίσως και να το είχαν ξαναζήσει το σενάριο: ένας πατέρας που έψαχνε την κόρη του ανάμεσα στους τοξικομανείς του Όσλο. Παρ’ όλα αυτά, τους έλειπαν η απαραίτητη φαντασία ή ο κυνισμός ώστε να σκαρφιστούν μια ιστορία και να τσεπώσουν τα χρήματα. «Εντάξει» είπε ο Χάρι. «Αλλά δώστε χαιρετίσματα στον Ντουμπάι εκ μέρους μου και πείτε του ότι έχω πληροφορίες που μπορεί να τον ενδιαφέρουν. Σχετικά με τον Όλεγκ. Πείτε του να έρθει στο ξενοδοχείο Λεόν και να ζητήσει τον Χάρι». Από τη μια στιγμή στην άλλη, το όπλο είχε κάνει την εμφάνισή του. Κι ο Χάρι είχε δίκιο: έμοιαζε με Μπερέτα. Εννέα χιλιοστών. Κοντόρυγχη. Άσχημο πράγμα. «Είσαι baosj, ρε;» Νορβηγικά-κεμπάπ: Αστυνομία. «Όχι» είπε ο Χάρι, προσπαθώντας να καταπιεί τη ναυτία που ένιωθε κάθε φορά που κοιτούσε την κάννη ενός όπλου. «Λες ψέματα. Δεν χτυπάς βιολίνη εσύ. Μυστικός είσαι». «Δεν λέω ψέματα». Ο τύπος με το πράμα έγνεψε προς τον Rick Ross, που πήγε προς Digitalised By Jah®

τη μεριά του Χάρι και σήκωσε το μανίκι του. Ο Χάρι προσπάθησε να πάρει το βλέμμα του από την κάννη του όπλου. Ακούστηκε ένα χαμηλό σφύριγμα. «Για δες, το Nορβηγάκι μας όντως βαράει ενέσεις» είπε ο Rick Ross. Ο Χάρι είχε χρησιμοποιήσει μια κοινή βελόνα ραψίματος την οποία είχε καψαλίσει στη φλόγα ενός αναπτήρα. Την είχε μπήξει βαθιά στο χέρι του, σε τέσσερα πέντε σημεία, την είχε στριφογυρίσει κι ύστερα είχε τρίψει τις πληγές με σαπούνι αμμωνίας για να τις κάνει να φαίνονται πιο κόκκινες κι ερεθισμένες. Εντέλει, είχε τρυπήσει τη φλέβα στον αγκώνα του ώστε να δημιουργήσει εσωτερικό αιμάτωμα για έξτρα εντυπωσιακούς μώλωπες. «Εγώ νομίζω ότι λέει ψέματα» είπε ο μαυρούλης, ανοίγοντας περισσότερο τα πόδια του και πιάνοντας τη λαβή του όπλου με τα δυο του χέρια. «Γιατί; Κοίτα, έχει στην τσέπη του μια σύριγγα κι αλουμινόχαρτο». «Γιατί δεν φοβάται». «Τι σκατά λες; Κοίτα τον τύπο!» «Δεν φοβάται όσο θα ’πρεπε. Ε, baosj, για ρίξε ένα χτύπημα να δούμε». «Γιο, Rage, λοστρέ είσαι, ρε μαλάκα;» «Σκάσε!» «Κούλαρε, ρε φίλε. Γιατί τέτοια νεύρα;» «Δεν νομίζω ότι ο Rage χάρηκε που χρησιμοποίησες το όνομά του» είπε ο Χάρι. «Σκάσε κι εσύ! Χτύπα! Τώρα! Απ’ το δικό σου σακουλάκι». Ο Χάρι δεν είχε ποτέ του λιώσει σκόνη ή χτυπήσει ενέσεις, τουλάχιστον όχι νηφάλιος, αλλά είχε χρησιμοποιήσει όπιο και ήξερε πολύ καλά πώς γινόταν η όλη φάση: έλιωνες τη σκόνη σε υγρή μορφή και τη ρούφαγες μέσα στη σύριγγα. Πόσο δύσκολο να είναι όλο αυτό; Γονάτισε και έριξε λίγη σκόνη μέσα στο αλουμινόχαρτο. Έπεσε λίγη απέξω κι ο Χάρι έγλειψε το δάχτυλό του, τη μάζεψε και Digitalised By Jah®

την έτριψε στα ούλα του για να φανεί πρόθυμος. Ήταν πικρή, όπως όλες οι σκόνες που είχε δοκιμάσει ως αστυνομικός. Γεύτηκε όμως και κάτι άλλο: μια σχεδόν ανεπαίσθητη πικρίλα αμμωνίας. Όχι, όχι αμμωνίας. Κάτι άλλο, ναι, το θυμήθηκε τώρα, μια πικρίλα που του θύμιζε τη μυρωδιά σάπιας παπάγιας. Άναψε τον αναπτήρα ελπίζοντας ότι θα απέδιδαν την αδεξιότητά του στο γεγονός ότι τον σημάδευαν στο κεφάλι μ’ ένα όπλο. Δυο λεπτά αργότερα η σύριγγα ήταν έτοιμη, γεμάτη. Ο Rick Ross είχε ανακτήσει την ψυχραιμία του γκάνγκστα. Είχε σηκώσει τα μανίκια μέχρι τους αγκώνες και πόζαρε τώρα με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και το κεφάλι ριγμένο χαλαρά προς τα πίσω. «Βάρα» διέταξε. Tινάχτηκε αντανακλαστικά κι άπλωσε την παλάμη του αμυντικά. «Όχι εσύ, Rage!» Ο Χάρι έριξε μια καλή ματιά και στους δυο τους. Ο Rick Ross δεν είχε σημάδια από τρυπήματα στα γυμνά του μπράτσα κι ο Rage έμοιαζε νευρικός. Ο Χάρι έφερε την αριστερή του γροθιά προς τον ώμο δυο φορές, τίναξε το μπράτσο του και έχωσε τη βελόνα στο χέρι του με τη στάνταρ γωνία των τριάντα μοιρών. Ελπίζοντας ότι θα φαινόταν αρκετά πειστικό σε κάποιον που δεν χτυπούσε ο ίδιος. «Ααααχ» βόγκηξε ο Χάρι. Αρκετά πειστικός ώστε να μην περάσει απ’ το μυαλό τους ότι δεν είχε τρυπήσει τη φλέβα του, μα μόνο το δέρμα του. Γύρισε τα μάτια του προς τα πίσω και τα γόνατά του λύγισαν. Αρκετά πειστικός ώστε να χάψουν τον ψεύτικο οργασμό. «Μην ξεχάσετε να το πείτε στον Ντουμπάι» ψιθύρισε. Κι ύστερα βγήκε τρεκλίζοντας στον δρόμο κι έστριψε αριστερά προς το Παλάτι. Φτάνοντας στην Ντρόνινγκενς Γκάτε, ίσιωσε το σώμα του. Στην Πρίνσενς τον χτύπησε η καθυστερημένη επίδραση του ναρκωτικού. Όση ουσία είχε βρει λίγο αίμα είχε φτάσει στον εγκέφαλο μέσω των τριχοειδών αγγείων. Ήταν σαν μακρινή ηχώ της Digitalised By Jah®

μαστούρας που θα ένιωθε αν είχε χώσει τη βελόνα κατευθείαν στην αρτηρία του. Κι όμως· ο Χάρι ένιωσε τα μάτια του να δακρύζουν. Ήταν λες και ξανασυναντούσες έναν έρωτα που νόμιζες ότι δεν θα ξανάβλεπες ποτέ σου. Τα αυτιά του γέμισαν όχι με ουράνια μουσική, μα με ουράνιο φως. Κι εκείνη τη στιγμή ο Χάρι κατάλαβε γιατί την ονόμαζαν βιολίνη.

Ήταν δέκα το βράδυ. Τα φώτα στην ΌργκΚριμ ήταν σβηστά κι οι διάδρομοι άδειοι. Μα στο γραφείο του Τρουλς Μπέρντσεν η οθόνη του υπολογιστή έριχνε γαλάζιες ανταύγειες στα πόδια του αστυνομικού πάνω στο τραπέζι. Είχε παίξει χίλιες πεντακόσιες κορόνες στον άσο, στο παιχνίδι της Μάντσεστερ Σίτι, κι έτσι όπως πήγαινε, θα τα έχανε όλα. Όμως μόλις είχαν κερδίσει πέναλτι. Δεκαοχτώ μέτρα κι ο Τέβες. Για να δούμε. Άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει κι ο δεξής του δείκτης έκανε αυτομάτως κλικ στο escape. Πολύ αργά. «Ελπίζω το λάιβ στρίμινγκ να μην πληρώνεται απ’ τον προϋπολογισμό μου». Ο Μίκαελ Μπέλμαν μπήκε και κάθισε στη μοναδική διαθέσιμη καρέκλα. Ο Τρουλς είχε παρατηρήσει ότι, καθώς ο Μπέλμαν ανέβαινε στην ιεραρχία, είχε χάσει την προφορά του Μάνγκλερουντ, όπου είχαν κι οι δυο τους μεγαλώσει. Μόνο όταν μιλούσε στον Τρουλς γύριζε ασυναίσθητα στις ρίζες του. «Είδες τις εφημερίδες;» Ο Τρουλς κατένευσε. Μην έχοντας τίποτα άλλο πρόχειρο, είχε συνεχίσει να διαβάζει τις εφημερίδες ακόμα και αφότου τελείωσαν το αστυνομικό ρεπορτάζ και τα αθλητικά. Υπήρχαν πολλές φωτογραφίες της Ιζαμπέλε Σκέγιεν, γραμματέα της επιτρόπου Κοινωνικών Υπηρεσιών. Μετά την επιτυχία που είχε σημειώσει το καλοκαίρι, η γκόμενα είχε αρχίσει να φωτογραφίζεται σε διάφορα γκαλά και δεξιώσεις. Η εφημερίδα Verdens Gang της είχε κάνει Digitalised By Jah®

ολόκληρο αφιέρωμα υπό τον τίτλο «Η Οδοκαθαριστής». Την αναγνώριζαν ως την αρχιτέκτονα της εκκαθάρισης του Όσλο από τις συμμορίες και τους τοξικομανείς, ανοίγοντάς της τον δρόμο για καριέρα στο Κοινοβούλιο. Κι εδώ που τα λέμε, η Επιτροπή της είχε κάνει όντως πρόοδο. Ο Τρουλς είχε παρατηρήσει πως όσο έπεφτε η δύναμη της αντιπολίτευσης τόσο κατέβαινε και το ντεκολτέ της Ιζαμπέλε Σκέγιεν. «Είχα μόλις μία πολύ ανεπίσημη συνομιλία με τη γενική γραμματέα Δημοσίας Τάξεως» είπε ο Μπέλμαν. «Θα με διορίσει Αρχηγό της Αστυνομίας. Θα αναφέρομαι απευθείας στον Υπουργό Δικαιοσύνης». «Σκατά!» φώναξε ο Τρουλς. Ο Τέβες είχε ρίξει την μπάλα στο οριζόντιο δοκάρι. Ο Μπέλμαν σηκώθηκε όρθιος. «Παρεμπιπτόντως, η Ούλα κι εγώ θα καλέσουμε διαφόρους στο σπίτι το επόμενο Σάββατο. Είπα να σ’ το πω». Ο Τρουλς ένιωσε στην καρδιά του το ίδιο τσίμπημα που ένιωθε κάθε φορά που άκουγε το όνομά της. «Ξέρεις τώρα, καινούργιο σπίτι, καινούργια δουλειά... Άσε που μας βοήθησες να φτιάξουμε και τη βεράντα». Βοήθησα; σκέφτηκε ο Τρουλς. Εγώ την έχτισα τη γαμημένη, μόνος μου. «Οπότε, εκτός κι αν έχεις άλλα σχέδια…» είπε ο Μπέλμαν γνέφοντας προς τη μεριά της οθόνης του υπολογιστή. «Είσαι καλεσμένος». Ο Τρουλς τον ευχαρίστησε κι αποδέχτηκε την πρόταση. Όπως έκανε από τότε που ήταν παιδιά· αποδέχτηκε να κρατάει το φανάρι στην ευτυχία του Μίκαελ και της Ούλα Μπέλμαν. Αποδέχτηκε να παραστεί σε ένα ακόμα δείπνο όπου θα έπρεπε να κρύβει το ποιος πραγματικά ήταν και το τι πραγματικά ένιωθε. «Α, και κάτι ακόμα» είπε ο Μπέλμαν. «Θυμάσαι τον τύπο που σου ζήτησα να σβήσεις τ’ όνομά του από τη λίστα επισκεπτών στη Digitalised By Jah®

ρεσεψιόν;» Ο Τρουλς κατένευσε φλεγματικά. Ο Μπέλμαν τον είχε πάρει τηλέφωνο και του είχε εξηγήσει ότι ένας τύπος ονόματι Τουρ Σουλτς είχε έρθει να του προσφέρει πληροφορίες για λαθρεμπόριο ναρκωτικών και για την ύπαρξη ενός καύτη ανάμεσα στις τάξεις τους. Ο Μπέλμαν είχε ανησυχήσει για την ασφάλεια του Σουλτς κι ήθελε να σβηστεί το όνομά του από το αρχείο, σε περίπτωση που ο καύτης δούλευε εδώ στο Αρχηγείο κι είχε πρόσβαση σε αυτό. «Έχω προσπαθήσει να τον καλέσω πολλές φορές, αλλά δεν απαντάει. Είσαι απολύτως σίγουρος ότι η Securitas αφαίρεσε τ’ όνομά του κι ότι κανείς άλλος δεν το πήρε χαμπάρι;» «Απολύτως, αρχηγέ μου» είπε ο Τρουλς. Η Σίτι ήταν πάλι στην άμυνα και μόλις είχε διώξει την μπάλα μακριά. «Παρεμπιπτόντως, έχουμε τίποτα νέα από εκείνον τον εκνευριστικό επιθεωρητή στο αεροδρόμιο;» «Όχι» απάντησε ο Μπέλμαν. «Μάλλον αποδέχτηκε στο τέλος ότι επρόκειτο για άμυλο πατάτας. Γιατί;» «Απλή περιέργεια, αρχηγέ μου. Τα σέβη μου στη δράκαινα στο σπίτι». «Θα προτιμούσα να μη χρησιμοποιούσες αυτή την έκφραση». Ο Τρουλς ανασήκωσε τους ώμους. «Εσύ την αποκαλείς έτσι». «Εννοώ το “αρχηγέ μου” και τα λοιπά. Έχουμε ακόμα δυο βδομάδες μέχρι να επισημοποιηθεί».

Ο διευθυντής επιχειρήσεων αναστέναξε. Μόλις τον είχε πάρει τηλέφωνο ο υπεύθυνος του πύργου ελέγχου για να του πει ότι η πτήση για Μπέργκεν είχε καθυστερήσει επειδή δεν μπορούσαν να βρουν τον πιλότο κι έπρεπε να τον αντικαταστήσουν με κάποιον άλλον αμέσως. «Ο Σουλτς περνάει μια δύσκολη φάση αυτή την εποχή» είπε ο διευθυντής. Digitalised By Jah®

«Ούτε στο τηλέφωνο απαντάει» είπε ο αξιωματικός. «Το φοβόμουν αυτό. Μερικές φορές πετάει μόνος του στον ελεύθερό του χρόνο». «Ναι, το έχει πάρει το αυτί μου. Μόνο που δεν είχε ελεύθερο χρόνο. Παραλίγο να ακυρώσουμε την πτήση». «Όπως σου είπα, έχει διάφορα προβληματάκια αυτό τον καιρό. Θα του μιλήσω κι εγώ». «Όλοι μας έχουμε προβλήματα, Γκέοργκ. Τώρα πρέπει να συντάξω πλήρη έκθεση, καταλαβαίνεις τι σου λέω;» Ο διευθυντής επιχειρήσεων κοντοστάθηκε. Μα τα παράτησε. «Φυσικά». Καθώς έκλειναν το τηλέφωνο, στο μυαλό του διευθυντή ξεπήδησε μια ανάμνηση. Κάποιο περασμένο καλοκαίρι, απόγευμα· μπάρμπεκιου, Καμπάρι, μπίρες Μπαντβάιζερ και τεράστιες μπριζόλες απ’ το Τέξας, ευγενική προσφορά ενός εκπαιδευόμενου πιλότου. Κανείς δεν τον είδε που χώθηκε με την Έλσε στο υπνοδωμάτιο. Εκείνη βογκούσε απαλά, τόσο απαλά, που την κάλυπταν οι κραυγές των παιδιών· το ξέγνοιαστο γέλιο που ξεχυνόταν απ’ τα παράθυρα· ο ήχος των αεροσκαφών που προσγειώνονταν. Η βροντερή φωνή του Τουρ που διηγούνταν ακόμα μία κλασική αεροπορική ιστορία και τα χαμηλόφωνα βογκητά της γυναίκας του.

Digitalised By Jah®

18

βιολίνη;» «Α γόρασες Η Μπέτε Λεν κοίταξε αποσβολωμένη τον Χάρι, που καθόταν σε μια γωνιά του γραφείου της. Είχε τραβήξει την καρέκλα του μακριά από το πρωινό φως, και τα δάχτυλά του ήταν τυλιγμένα γύρω από την κούπα καφέ που του είχε προσφέρει. Είχε κρεμάσει το σακάκι του στην πλάτη της καρέκλας κι ο ιδρώτας κολλούσε στο πρόσωπό του σαν μεμβράνη. «Δεν;...» «Πας καλά;» είπε ο Χάρι ρουφώντας τον καυτό καφέ. «Ποιον μεθύστακα τον παίρνει να κάνει κάτι τέτοια;» «Ωραία, γιατί νόμιζα ότι αυτό ήταν κακοχτυπημένο τριπάκι» είπε κι έδειξε το χέρι του. Ο Χάρι κοίταξε με τη σειρά του το μπράτσο του. Είχε μόνο αυτό το κουστούμι, τρία εσώρουχα, δυο ζευγάρια κάλτσες και δυο φανελάκια. Είχε σκεφτεί ότι θ’ αγόραζε ό,τι χρειαζόταν από το Όσλο, αλλά μέχρι στιγμής δεν είχε πάρει ανάσα. Και σήμερα το πρωί είχε ξυπνήσει με τέτοιο πονοκέφαλο, που, από συνήθεια, παραλίγο να ξεράσει στη λεκάνη της τουαλέτας. Το χρωματικό αποτέλεσμα του να τρυπιέσαι κάτω απ’ το δέρμα έμοιαζε με τον εκλογικό χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τη νίκη του Ρόναλντ Digitalised By Jah®

Ρίγκαν το ’84. «Μπορείς να μου αναλύσεις αυτό εδώ, σε παρακαλώ;» είπε ο Χάρι. «Γιατί;» «Γιατί στις φωτογραφίες της Σήμανσης που δείχνουν την τσάντα που κρατούσε ο Όλεγκ…» «Ναι;» «...είναι εμφανές ότι η σκόνη που κουβαλούσε ήταν πάλλευκη. Οι κάμερές σας είναι ευκρινέστατες. Όμως αυτό εδώ έχει μέσα του κάτι μαύρα κομματάκια. Θέλω να μάθω τι είναι». Η Μπέτε έβγαλε από το συρτάρι έναν μεγεθυντικό φακό κι έσκυψε πάνω από τη σκόνη που ο Χάρι είχε απλώσει στο εξώφυλλο του Forensic Magazine. «Έχεις δίκιο» του απάντησε. «Τα δείγματα που έχουμε λάβει είναι λευκά, μα τους τελευταίους μήνες δεν έχει γίνει ούτε μία κατάσχεση, οπότε αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Ειδικά επειδή τις προάλλες μας πήρε τηλέφωνο ένας αξιωματικός από το Γκαρντεμούεν και μας είπε κάτι παρόμοιο». «Τι δηλαδή;» «Βρήκαν μια σακούλα με σκόνη στη βαλιτσούλα ενός πιλότου. Ο αξιωματικός αναρωτιόταν πώς γίνεται να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για άμυλο πατάτας. Είχε δει διάφορους σκουρόχρωμους κόκκους μες στη σκόνη με τα ίδια του τα μάτια». «Νόμιζε ότι ο πιλότος έφερνε λαθραία βιολίνη;» «Αφού δεν έχει κατασχεθεί ποτέ βιολίνη στα σύνορα, είναι πολύ πιθανόν ο αξιωματικός να μην ήξερε καν πώς μοιάζει η βιολίνη. Κι η λευκή ηρωίνη είναι πολύ σπάνια. Οι περισσότερες σκόνες που μας έρχονται είναι καφετιές, οπότε ο αξιωματικός μάλλον νόμιζε ότι επρόκειτο για κάποιο μείγμα ναρκωτικών ουσιών. Παρεμπιπτόντως, ο πιλότος δεν ερχόταν στη Νορβηγία, έφευγε». «Έφευγε;» «Ναι». Digitalised By Jah®

«Πού πήγαινε;» «Στην Μπανγκόκ». «Πήγαινε στην Μπανγκόκ άμυλο πατάτας;» «Ίσως να το πήγαινε σε τίποτα φιλαράκια του Νορβηγούς για να φτιάξουν λευκή σάλτσα για ψαροκεφτέδες». Η Μπέτε χαμογέλασε κι ύστερα κοκκίνισε, στην προσπάθειά της να φανεί αστεία. «Χμ. Μάλλον κάτι άλλο παίζει. Μόλις διάβασα για έναν μυστικό αστυνομικό που βρέθηκε νεκρός στο λιμάνι του Γκέτεμποργκ. Οι φήμες λένε ότι ήταν καύτης. Κυκλοφορούσαν τέτοιες φήμες και στο Όσλο για το πρόσωπό του;» Η Μπέτε κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι. Το αντίθετο μάλιστα. Ήταν διάσημος για τον ζήλο του. Πριν σκοτωθεί έλεγε ότι είχε τσιμπήσει ένα τεράστιο ψάρι κι ότι ήθελε να το πιάσει και να το ανεβάσει στη βάρκα μόνος του». «Μόνος του». «Δεν έλεγε τίποτα παραπάνω. Δεν εμπιστευόταν κανέναν εδώ μέσα. Σου θυμίζει κάποιον, Χάρι;» Εκείνος χαμογέλασε, σηκώθηκε και φόρεσε το σακάκι του. «Πού πας;» «Πάω να επισκεφτώ έναν παλιό μου φίλο». «Μπα, έχεις και τέτοιους;» «Τρόπος του λέγειν. Πήρα τηλέφωνο τον επικεφαλής της Κρίπος». «Τον Χάιμεν;» «Ναι. Του ζήτησα να μου δώσει μια λίστα με τους ανθρώπους με τους οποίους είχε μιλήσει ο Γκούστο στο κινητό του πριν από τη δολοφονία του. Στην αρχή μου απάντησε ότι σε μια τόσο ξεκάθαρη υπόθεση δεν είχαν συντάξει οποιαδήποτε τέτοια λίστα. Κι ότι, ακόμα κι αν το είχαν κάνει, δεν υπήρχε περίπτωση να τη δώσει σε έναν... για να θυμηθώ» ο Χάρι έκλεισε τα μάτια του και μέτρησε με τα δάχτυλά του «πρώην αστυνομικό, απολυμένο μεθύστακα ή προδότη σαν και του λόγου μου». «Όπως είπα και πριν, εκπλήσσομαι που έχεις παλιούς φίλους». Digitalised By Jah®

«Οπότε τώρα πρέπει να πάω να παρακαλέσω αλλού». «Εντάξει. Θα αναλύσω κι εγώ τη σκόνη σου σήμερα». Ο Χάρι κοντοστάθηκε στην έξοδο. «Είπες ότι η βιολίνη άρχισε να κάνει την εμφάνισή της τώρα τελευταία στη Στοκχόλμη και την Κοπεγχάγη. Θες να πεις ότι έφτασε εκεί αφότου είχε εμφανιστεί στο Όσλο;» «Ναι». «Δεν γίνεται συνήθως το ανάποδο; Οι νέες ουσίες φτάνουν πρώτα στην Κοπεγχάγη κι ύστερα εξαπλώνονται προς τα πάνω». «Πιθανόν. Τι θες να πεις;» «Δεν είμαι σίγουρος ακόμη. Πώς είπες ότι έλεγαν τον πιλότο;» «Δεν είπα. Σουλτς. Τουρ, το μικρό. Τίποτα άλλο;» «Ναι. Σκέφτηκες μήπως ο μυστικός είχε δίκιο;» «Σε ποιο πράγμα;» «Στο να κρατάει το στόμα του κλειστό και να μην εμπιστεύεται κανέναν. Ίσως ήξερε ότι κάπου εδώ γύρω κρυβόταν ένας καύτης».

Ο Χάρι κοίταξε τριγύρω του τον χώρο υποδοχής της εταιρείας τηλεπικοινωνιών Telenor στο Φόρνεμπου. Είχε το μέγεθος καθεδρικού ναού. Δέκα μέτρα μπροστά του, στη ρεσεψιόν, δυο άνθρωποι στέκονταν και περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Παρέλαβαν τις άδειες εισόδου, προχώρησαν προς τις θύρες ασφαλείας κι εκεί τους συνάντησε το άτομο που είχαν έρθει να επισκεφθούν, το οποίο τους συνόδευσε στο εσωτερικό του κτιρίου. Προφανώς η Telenor είχε αυξήσει τα μέτρα ασφαλείας. Πάει η ιδέα του να μπουκάρει φουριόζος στο γραφείο του Κλάους Τούρκιλντσεν. Ο Χάρι ζύγισε την όλη κατάσταση. Ο Τούρκιλντσεν δεν θα χαιρόταν με την επίσκεψή του. Γιατί; Διότι ήταν επιδειξίας και κάποτε τον είχαν τσακώσει. Κι αυτός είχε μεν καταφέρει να το αποκρύψει από την εταιρεία του, αλλά ο Χάρι το χρησιμοποιούσε χρόνια τώρα για να τον πιέζει για διάφορες Digitalised By Jah®

πληροφορίες που η εταιρεία δεν ήταν νομικά υποχρεωμένη να μοιράζεται. Εν πάση περιπτώσει, δίχως την εξουσία που προσδίδει μια αστυνομική ταυτότητα, ο Κλάους Τούρκιλντσεν δεν θα δεχόταν καν να δει τον Χάρι. Στα δεξιά των τεσσάρων θυρών ασφαλείας που οδηγούσαν στους ανελκυστήρες υπήρχε μία φαρδύτερη θύρα από την οποία περνούσε εκείνη τη στιγμή ένα μεγάλο γκρουπ επισκεπτών. Ο Χάρι πήρε μια γρήγορη απόφαση: πλησίασε το γκρουπ από το πλάι και χώθηκε κάπου στη μέση. Το πλήθος προχωρούσε αργά προς τον εργαζόμενο της Telenor που κρατούσε ανοιχτή τη θύρα ασφαλείας. Ο Χάρι γύρισε στον διπλανό του, έναν μικροσκοπικό άνδρα με κινέζικα χαρακτηριστικά. «Nin hao». «Με συγχωρείτε;» απάντησε ο ανθρωπάκος στ’ αγγλικά. Ο Χάρι κοίταξε το όνομα στην άδεια εισόδου του, στο πέτο. Yuki Nakazawa. «A, Γιαπωνέζος» γέλασε ο Χάρι και χτύπησε τον άνδρα στον ώμο φιλικά, λες κι ήταν παλιόφιλοι. Ο Γιούκι Νακαζάουα χαμογέλασε διστακτικά. «Ωραία μέρα, ε;» είπε ο Χάρι, με το χέρι του ακόμη στον ώμο του άνδρα. «Ναι» είπε ο Γιούκι. «Από ποια εταιρεία είστε;» «Από την ΤeliaSonera» είπε ο Χάρι. «Very good, very good». Πέρασαν μπροστά από τον υπάλληλο της Telenor και με την άκρη του ματιού του ο Χάρι τον είδε να έρχεται προς το μέρος τους. Ήξερε τι θα πει. Κι είχε δίκιο. «Με συγχωρείτε, κύριε, αλλά δεν μπορώ να σας αφήσω να περάσετε δίχως άδεια εισόδου». Ο Γιούκι Νακαζάουα τον κοίταξε έκπληκτος.

Digitalised By Jah®

Ο Τούρκιλντσεν είχε μετακομίσει σε καινούργιο γραφείο. Έχοντας διανύσει κάνα χιλιόμετρο κατά μήκος ενός ανοιχτού χώρου γραφείων, ο Χάρι είδε επιτέλους τη γνώριμη, εύσωμη φιγούρα του μέσα σ’ ένα γυάλινο κλουβί. Μπήκε κατευθείαν. Ο άνδρας είχε την πλάτη του γυρισμένη προς την είσοδο και μιλούσε σ’ ένα τηλέφωνο. Ο Χάρι έβλεπε τα σάλια του να πετάγονται και να προσγειώνονται στο τζάμι. «Βάλτε τον σέρβερ SW2 να λειτουργήσει αυτή τη στιγμή, είπα!» Ο Χάρι έβηξε. Η καρέκλα γύρισε προς το μέρος του. Ο Κλάους Τούρκιλντσεν είχε πάρει κι άλλα κιλά. Το απροσδόκητα κομψό του κουστούμι, προφανώς ραμμένο κατά παραγγελία, κατάφερνε να του κρύψει τα πάχη που κρέμονταν από εδώ κι από εκεί, μα τίποτα δεν μπορούσε να καλύψει τον τρόμο που απλώθηκε στο ιδιόμορφο πρόσωπό του. Ιδιόμορφο επειδή, έχοντας τόσον χώρο στη διάθεσή τους, τα μάτια, η μύτη και το στόμα του είχαν θεωρήσει σωστό να συγκεντρωθούν όλα μαζί σ’ ένα μικρό νησί στο κέντρο του τεράστιου ωκεανού του προσώπου του. Το βλέμμα του Τούρκιλντσεν έπεσε στο όνομα που βρισκόταν κολλημένο στο πέτο του Χάρι. «Ο Γιούκι Νακαζάουα...;» «Γεια σου, Κλάους». Χαμογέλασε φαρδιά πλατιά ο Χάρι κι άνοιξε τα χέρια του εν είδει αγκαλιάς. «Τι σκατά κάνεις εσύ εδώ πέρα;» ψιθύρισε ο Τούρκιλντσεν. Τα χέρια του Χάρι ξανάπεσαν στο πλάι. «Κι εγώ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, Κλάους». Κάθισε στην άκρη του γραφείου. Να εισβάλεις και να στέκεσαι σε υψηλότερο σημείο. Ένας απλός και πολύ αποτελεσματικός τρόπος για να εξουσιάζεις. Ο Τούρκιλντσεν ξεροκατάπιε, κι ο Χάρι είδε στο μέτωπό του να σχηματίζονται μεγάλες, γυαλιστερές στάλες ιδρώτα. «Το δίκτυο κινητής στο Τρόντχαϊμ» γκρίνιαξε ο Τούρκιλντσεν δείχνοντας το τηλέφωνο. «Ο σέρβερ τους έπρεπε να έχει Digitalised By Jah®

εγκατασταθεί και να λειτουργεί εδώ και μια εβδομάδα. Κανέναν δεν μπορώ να εμπιστευτώ πια. Βιάζομαι, τι θες;» «Τη λίστα με τα τηλεφωνήματα που έκανε ο Γκούστο Χάνσεν από το κινητό του, από τον Μάιο και μετά». Ο Χάρι πήρε ένα στιλό κι έγραψε το όνομα του αγοριού σ’ ένα κίτρινο αυτοκόλλητο χαρτάκι. «Είμαι διευθυντικό στέλεχος πια, δεν δουλεύω στο τμήμα δικτύου». «Ναι, αλλά μπορείς να μου βρεις τη λίστα». «Έχεις κάποιου είδους εξουσιοδότηση;» «Αν είχα, θα πήγαινα κατευθείαν σε κάποιον στην αστυνομία να μου τα βρει, δεν θα ερχόμουν σ’ εσένα». «Και γιατί να μην εξουσιοδοτήσει αυτή σου την έρευνα ο εισαγγελέας;» Παλιά, ο Τούρκιλντσεν δεν θα τολμούσε να κάνει τέτοια ερώτηση. Είχε γίνει σκληρό καρύδι. Είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Να έφταιγε άραγε η πρόσφατη προαγωγή ή κάτι άλλο; Ο Χάρι είδε πάνω στο γραφείο το πίσω μέρος μιας κορνίζας. Από εκείνες που περιέχουν προσωπικές φωτογραφίες για να σου θυμίζουν ότι έχεις κάποιον δίπλα σου. Αν λοιπόν δεν ήταν ο σκύλος του, τότε ήταν η γυναίκα του. Ίσως και το παιδί του. Ποιος το περίμενε; Ο γεροεπιδειξίας είχε ρίξει γκόμενα. «Δεν δουλεύω πια για την αστυνομία» είπε ο Χάρι. Ο Τούρκιλντσεν μειδίασε. «Και παρ’ όλα αυτά έρχεσαι και μου ζητάς πληροφορίες». «Μόνο τους αριθμούς αυτού του τηλεφώνου χρειάζομαι, δεν ζητώ πολλά». «Και γιατί να σ’ τους δώσω; Αν μαθευόταν ότι σου έδωσα τέτοιου είδους πληροφορίες, θα έπαιρνα πόδι από την εταιρεία. Και δεν είναι και πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί αν έχω μπει στο σύστημα». Ο Χάρι δεν απάντησε. Ο Τούρκιλντσεν χασκογέλασε πικρά. «Καταλαβαίνω. Με εκβιάζεις με τον παλιό, καλό, άνανδρο τρόπο. Αν δεν πάω κόντρα στον Digitalised By Jah®

κανονισμό και δεν σου δώσω τις πληροφορίες, θα φροντίσεις να μάθουν οι συνάδελφοί μου για ποιον λόγο έχω καταδικαστεί». «Όχι» είπε ο Χάρι. «Όχι, δεν πρόκειται να πω τίποτα. Σου ζητώ να μου κάνεις μια χάρη, Κλάους. Είναι προσωπικό το ζήτημα. Ο γιος της πρώην μου κινδυνεύει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή για έναν φόνο που δεν διέπραξε». Ο Χάρι είδε το διπλοπίγουνο του Τούρκιλντσεν ν’ ανεβοκατεβαίνει δημιουργώντας ένα κύμα λίπους που κατέβηκε απ’ τον λαιμό του, απορροφήθηκε από τη μάζα του σώματός του κι εξαφανίστηκε. Ο παχύς άνδρας τον κοίταξε καλά καλά. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Συγκεντρώθηκε. Οι στάλες του ιδρώτα γυάλισαν στο φως. Ήταν λες κι ο Χάρι μπορούσε να δει το μυαλό του να λογαριάζει, να προσθαφαιρεί και, εντέλει, να φτάνει σ’ ένα αποτέλεσμα. Ο Τούρκιλντσεν σήκωσε απότομα τα χέρια του και ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας του, που έσκουξε κάτω από το βάρος. «Με συγχωρείς πολύ, Χάρι. Θα ήθελα να σε βοηθήσω, αλλά αυτή τη στιγμή δεν με παίρνει να δείξω τόση συμπόνια. Ελπίζω να κατανοείς τη θέση μου». «Φυσικά» απάντησε ο Χάρι, τρίβοντας το πιγούνι του. «Είναι απόλυτα κατανοητή». «Σ’ ευχαριστώ» είπε ο Τούρκιλντσεν, εμφανώς ανακουφισμένος. Έκανε προσπάθεια για να σηκωθεί, ώστε να βγάλει τον Χάρι απ’ το γυάλινο κλουβί κι απ’ τη ζωή του. «Μάλιστα» είπε ο Χάρι. «Αν δεν μου δώσεις τη λίστα των τηλεφώνων, δεν θα μάθουν μόνο οι συνάδελφοί σου ότι είσαι επιδειξίας, αλλά και η γυναίκα σου. Έχεις παιδιά; Πόσα; Ένα; Δύο;» Ο Τούρκιλντσεν έπεσε σαν σακί πίσω στην καρέκλα του, κοιτάζοντας τον Χάρι έκπληκτος. Είχε μεταμορφωθεί στον παλιό, τρομοκρατημένο Κλάους Τούρκιλντσεν. «Μα είπες ότι δεν... δεν θα…» Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Με συγχωρείς πολύ. Αλλά Digitalised By Jah®

αυτή τη στιγμή δεν με παίρνει να δείξω τόση συμπόνια».

Ήταν δέκα και δέκα το βράδυ και το μπαρ του Σρέντερ ήταν μισογεμάτο. «Δεν ήθελα να περάσεις από τη δουλειά» είπε η Μπέτε. «Με πήρε ο Χάιμαν στο τηλέφωνο και μου ’πε ότι έψαχνες για μια λίστα τηλεφωνημάτων κι ότι έμαθε πως είχες έρθει να με βρεις. Με προειδοποίησε να μην μπλεχτώ στην υπόθεση Γκούστο». «Ε, τότε καλύτερα που ήρθες εσύ» είπε ο Χάρι. Με τα μάτια του έψαξε τη Ρίτα, που σερβίριζε μπίρες στην άλλη άκρη της αίθουσας. Σχημάτισε με τα δάχτυλα τον αριθμό «δύο». Εκείνη κατένευσε. Τρία χρόνια είχε να πατήσει εδώ μέσα, αλλά η Ρίτα ακόμη καταλάβαινε τα νοήματα του πρώην θαμώνα της: μια μπίρα για το φιλαράκι, έναν καφέ για τον αλκοολικό. «Βοήθησε ο φίλος σου με τη λίστα τηλεφωνημάτων;» «Πολύ». «Τι βρήκες, λοιπόν;» «Ο Γκούστο δεν πρέπει να είχε δεκάρα τσακιστή προς το τέλος. Του είχαν μπλοκάρει τον λογαριασμό πολλές φορές. Δεν χρησιμοποιούσε και πολύ το κινητό του, αλλά είχαν μιλήσει αρκετές φορές με τον Όλεγκ, έστω και σύντομα. Καλούσε συχνά και τη θετή του αδερφή, την Ιρένε, αλλά οι συνομιλίες τους σταμάτησαν ξαφνικά μερικές εβδομάδες πριν πεθάνει. Κατά τ’ άλλα, τα περισσότερα τηλεφωνήματα είχαν γίνει προς την Πίτσα Γκραντιόζα. Τα υπόλοιπα ονόματα θα τα γκουγκλάρω όταν επιστρέψω στης Ράκελ. Η ανάλυση που έκανες τι έδειξε;» «Η ουσία που αγόρασες είναι σχεδόν ίδια με τα πρώτα δείγματα βιολίνης που έφτασαν στα χέρια μας. Με μία μικρή μετάλλαξη στη χημική ένωση. Κι όσο γι’ αυτά τα μικρά, καφέ ξύσματα…» «Ναι;» «Δεν πρόκειται για κάποιον δραστικό φαρμακευτικό παράγοντα. Digitalised By Jah®

Είναι απλώς επικάλυψη χαπιών. Ξέρεις, για να γίνουν πιο εύκολα στην κατάποση ή πιο εύγευστα». «Μπορούμε να βρούμε τον παραγωγό τους;» «Θεωρητικά, ναι. Το ήλεγξα ήδη και οι φαρμακευτικές εταιρίες φτιάχνουν γενικά τις δικές τους επικαλύψεις, που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές χιλιάδες παραγωγοί ανά τον κόσμο». «Άρα δεν θα βρούμε άκρη από αυτό». «Όχι από την επικάλυψη» είπε η Μπέτε. «Αλλά στο εσωτερικό ορισμένων ρινιδίων υπήρχαν ακόμη ίχνη της δραστικής ουσίας των χαπιών. Μεθαδόνη ήταν». Η Ρίτα τούς έφερε την μπίρα και τον καφέ. Ο Χάρι την ευχαρίστησε κι εκείνη έφυγε. «Νόμιζα ότι η μεθαδόνη ήταν υγρή, ότι κυκλοφορούσε σε μπουκάλια». «Υγρή είναι η μεθαδόνη που χρησιμοποιούν στη λεγόμενη φαρμακευτικά υποβοηθούμενη θεραπεία των τοξικομανών. Πήρα τηλέφωνο στο νοσοκομείο Σεντ Ούλαβ. Κάνουν έρευνα πάνω σε οπιοειδή και οπιούχα και μου εξήγησαν ότι τα χάπια μεθαδόνης χρησιμοποιούνται ως παυσίπονα». «Κι η βιολίνη;» «Είπαν ότι πιθανόν να χρησιμοποιείται στην παραγωγή της τροποποιημένη μεθαδόνη». «Το μόνο που μας λέει αυτό είναι ότι η βιολίνη δεν φτιάχνεται απ’ το μηδέν. Και λοιπόν;» Η Μπέτε έπιασε την μπίρα της. «Υπάρχουν ελάχιστοι παραγωγοί χαπιών μεθαδόνης. Κι ένας από αυτούς έχει έδρα το Όσλο». «Ποιος; Η ΑΒ; Η Νίκομεντ;» «Το νοσοκομείο Ράντιουμ. Έχουν το δικό τους ινστιτούτο ερευνών και κατασκευάζουν χάπια μεθαδόνης για την αντιμετώπιση του πόνου των ασθενών τους». «Καρκινοπαθείς». Η Μπέτε κατένευσε. Με το ένα χέρι έφερε την μπίρα στο στόμα Digitalised By Jah®

της και με το άλλο σήκωσε κάτι από το τραπέζι. «Από το νοσοκομείο Ράντιουμ;» Η Μπέτε κατένευσε ξανά. Ο Χάρι σήκωσε το χαπάκι. Ήταν μικρό, στρογγυλό κι είχε ένα R χαραγμένο πάνω στην καφετιά του μεμβράνη. «Ξέρεις τι νομίζω, Μπέτε;» «Τι;» «Ότι η Νορβηγία απέκτησε ένα καινούργιο εξαγώγιμο προϊόν».

«Δηλαδή θες να μου πεις ότι κάποιος στη Νορβηγία παράγει και εξάγει βιολίνη;» ρώτησε η Ράκελ. Στεκόταν με τα χέρια στο στήθος, ακουμπισμένη στην κάσα της πόρτας στο δωμάτιο του Όλεγκ. «Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που μας οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα, ναι» είπε ο Χάρι, πληκτρολογώντας το επόμενο όνομα στη λίστα που είχε πάρει από τον Τούρκιλντσεν. «Καταρχήν, τα κύματα φαίνεται να ξεκινούν απ’ το Όσλο και να απλώνονται κατόπιν προς τα έξω. Η Ιντερπόλ δεν είχε ιδέα τι είναι η βιολίνη πριν κάνει την εμφάνισή της στο Όσλο και μόνο πρόσφατα άρχισε να εμφανίζεται στη Στοκχόλμη και την Κοπεγχάγη. Δεύτερον, η ουσία περιέχει λιωμένα χάπια μεθαδόνης που παρασκευάζονται στη Νορβηγία». Ο Χάρι πάτησε το κουμπί της αναζήτησης. «Και, τρίτον, συνέλαβαν έναν πιλότο στο Γκαρντεμούεν με ένα σακουλάκι από κάτι που μπορεί να ήταν βιολίνη, αλλά κάποιος πρόλαβε και το αντικατέστησε». «Το αντικατέστησε;» «Πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει κάπου μες στο σύστημα ένας καύτης. Το ζουμί της υπόθεσης είναι ότι ο πιλότος έφευγε από τη χώρα, πήγαινε στην Μπανγκόκ». Ο Χάρι μύρισε το άρωμά της και κατάλαβε ότι είχε φύγει από την πόρτα και στεκόταν δίπλα του. Η λάμψη της οθόνης ήταν το μοναδικό φως μες στο σκοτεινό δωμάτιο. Digitalised By Jah®

«Σέξι φωτό. Ποια είναι αυτή;» Η φωνή της ακούστηκε δίπλα στο αυτί του. «Αυτή είναι η Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Γραμματέας μιας επιτρόπου του δημοτικού συμβουλίου. Ο Γκούστο είχε επικοινωνήσει μαζί της. Ή, μάλλον, εκείνη είχε πάρει τηλέφωνο τον Γκούστο». «Αυτό το τισέρτ εθελοντή αιμοδότη δεν της πέφτει λίγο μικρό;» «Δεν είναι μέρος της δουλειάς των πολιτικών να προωθούν την αιμοδοσία;» «Μια γραμματέας δημοτικής επιτροπής είναι και πολιτικός;» «Τέλος πάντων, η γυναίκα απλώς σου λέει ότι είναι ΑΒ ρέζους αρνητικό κι ότι είναι καθήκον σου ως πολίτη να δώσεις αίμα». «Σπάνιο αίμα, βεβαίως. Γι’ αυτό έχεις σκαλώσει σ’ αυτήν τη φωτογραφία τόσην ώρα;» Ο Χάρι χαμογέλασε. «Βρήκα πολλούς συνδέσμους με τ’ όνομά της. Εκτροφές αλόγων. Τον τίτλο Οδοκαθαριστής». «Ναι, της πιστώνουν τη φυλάκιση όλων των συμμοριών που πουλούσαν ναρκωτικά». «Όχι όλων, προφανώς. Αναρωτιέμαι τι συζήτησαν με τον Γκούστο». «Η τύπισσα ηγείται των δράσεων της Επιτροπής Κοινωνικών Υπηρεσιών κατά των ναρκωτικών. Ίσως τον χρησιμοποίησε για να αποσπάσει πληροφορίες». «Στη μία και μισή το πρωί;» «Ωχ!» «Θα τη ρωτήσω». «Ναι, πολύ θα το ’θελες». Ο Χάρι λύγισε το κεφάλι του στο πλάι και την κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν τόσο κοντά στο δικό του, που δεν μπορούσε να εστιάσει καθαρά. «Ακούω όντως αυτό που νομίζω πως ακούω, αγάπη μου;» Εκείνη γέλασε απαλά. «Δεν νομίζω. Μου μοιάζει φτηνή». Ο Χάρι εισέπνευσε απαλά. Εκείνη δεν κουνήθηκε. «Και τι σε κάνει Digitalised By Jah®

να πιστεύεις ότι δεν μου αρέσει η φτήνια;» τη ρώτησε. «Γιατί ψιθυρίζεις;» Τα χείλη της ήταν τόσο κοντά στα δικά του, που ένιωσε τον αέρα που βγήκε με τις λέξεις της. Για δυο ατελείωτα δευτερόλεπτα το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν ο ανεμιστήρας του υπολογιστή. Και ξαφνικά, η Ράκελ σηκώθηκε όρθια. Έριξε στον Χάρι ένα αφηρημένο, απόμακρο βλέμμα κι έφερε τις παλάμες της στα μάγουλά της λες κι ήθελε να κρυώσουν. Έκανε μεταβολή κι έφυγε. Ο Χάρι έγειρε πίσω το κεφάλι του, έκλεισε τα μάτια κι έβρισε χαμηλόφωνα. Την άκουσε να μετακινεί πράγματα στην κουζίνα. Πήρε μια δυο ανάσες. Κι αποφάσισε πως αυτό που είχε μόλις συμβεί δεν συνέβη. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Κι ύστερα συνέχισε την αναζήτηση. Γκούγκλαρε τα υπόλοιπα ονόματα. Μερικά από αυτά οδηγούσαν σε δεκάχρονους συνδέσμους με παλιά αποτελέσματα αγώνων σκι ή αναφέρονταν σε κάποια οικογενειακή συνάντηση. Άλλα δεν έβγαζαν τίποτα. Βρήκε ανθρώπους που δεν υπήρχαν πια, που είχαν αποσυρθεί από τους καταιγιστικούς προβολείς της σύγχρονης ζωής κι είχαν κρυφτεί σε σκιερές γωνίτσες περιμένοντας την επόμενή τους δόση ή ακόμα και τίποτα. Ο Χάρι κοίταξε τον τοίχο μπροστά του. Το κεφάλι ενός άνδρα διακοσμημένο με φτερά. Από κάτω έγραφε Jónsi. Ο Χάρι θυμόταν αμυδρώς ότι ο τύπος είχε κάποια σχέση με το ισλανδικό συγκρότημα Sigur Rós. Αιθέριοι ήχοι και συνεχές φαλσέτο. Τελείως διαφορετικοί από τους Megadeath και τους Slayer. Μπορεί ο Όλεγκ να είχε αλλάξει γούστα. Ή να είχε επηρεαστεί. Ο Χάρι ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας του κι έφερε τα χέρια του πίσω απ’ το κεφάλι. Ιρένε Χάνσεν. Η λίστα με τα τηλεφωνήματα τον είχε εκπλήξει. Ο Γκούστο κι η Ιρένε μιλούσαν στο τηλέφωνο σχεδόν καθημερινά, μέχρι που σταμάτησαν· απότομα. Μετά από αυτό δεν προσπάθησε καν να την Digitalised By Jah®

ξαναπάρει. Λες και τα είχαν τσουγκρίσει. Ή λες κι ήξερε ότι δεν μπορούσε να τη βρει στο τηλέφωνο. Και μετά, λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, είχε καλέσει το σταθερό στο σπίτι της. Και κάποιος είχε απαντήσει. Η συζήτηση κράτησε ένα λεπτό και δώδεκα δευτερόλεπτα. Γιατί του φαινόταν τόσο παράξενο όλο αυτό; Ο Χάρι προσπάθησε ν’ ακολουθήσει το νήμα προς τα πίσω, προς την πηγή αυτής του της σκέψης. Αλλά δεν τα κατάφερε. Αντ’ αυτού, κάλεσε τον αριθμό. Κανείς δεν απάντησε. Κάλεσε το κινητό της Ιρένε. Μια φωνή τον πληροφόρησε ότι ο αριθμός είχε προσωρινή φραγή κλήσεων. Απλήρωτος λογαριασμός. Χρήμα. Όλα ξεκινούσαν και κατέληγαν στο χρήμα. Και φυσικά, τα ναρκωτικά. Ο Χάρι προσπάθησε να θυμηθεί το όνομα που του είχε πει η Μπέτε. Τον πιλότο που είχαν πιάσει με μια σακούλα σκόνη στη χειραποσκευή του. Η μνήμη του αστυνομικού ήταν ακόμη εν λειτουργία. Πήγε στις Πληροφορίες Τηλεφωνικού Καταλόγου και πληκτρολόγησε ΤORD SCHULTZ. Εμφανίστηκε ένας αριθμός κινητού τηλεφώνου. Ο Χάρι άνοιξε ένα συρτάρι του γραφείου του Όλεγκ για να βρει ένα στιλό. Σήκωσε το Masterful Magazine και το μάτι του έπεσε σ’ ένα απόκομμα εφημερίδας ακριβώς από κάτω, τυλιγμένο μέσα σε πλαστική ζελατίνα. Αναγνώρισε αμέσως τον νεαρότερο εαυτό του. Έβγαλε τον πλαστικό φάκελο και κοίταξε τα υπόλοιπα αποκόμματα. Αναφέρονταν όλα σε υποθέσεις στις οποίες είχε δουλέψει· κάθε άρθρο ανέφερε το όνομά του ή είχε και τη φωτογραφία του. Βρήκε και μια παλιά συνέντευξη για ένα περιοδικό ψυχολογίας, όπου είχε απαντήσει −ολίγον εκνευρισμένος, θυμόταν ακόμη− ερωτήσεις σχετικά με κατά συρροήν δολοφόνους. Ο Χάρι έκλεισε το συρτάρι. Κοίταξε τριγύρω του. Ένιωθε πως ήθελε να σπάσει κάτι. Ύστερα έσβησε τον υπολογιστή, τακτοποίησε τη βαλίτσα του, πήγε στο χολ και φόρεσε το σακάκι του. Η Ράκελ βγήκε να τον συναντήσει. Ξεσκόνισε ένα αόρατο χνούδι από τον γιακά του. Digitalised By Jah®

«Τι περίεργο» του είπε. «Είχα χρόνια να σε δω, είχα επιτέλους αρχίσει να σε ξεχνώ και ξαφνικά, να σε πάλι εδώ». «Ναι» απάντησε εκείνος. «Είναι καλό ή κακό αυτό;» Φευγαλέο χαμόγελο. «Δεν ξέρω. Και καλό και κακό. Καταλαβαίνεις;» Ο Χάρι κατένευσε και την τράβηξε προς το μέρος του. «Είσαι ό,τι χειρότερο μου έχει συμβεί» του είπε εκείνη. «Κι ό,τι καλύτερο. Ακόμα και τώρα, και μόνο που είσαι εδώ με κάνεις να ξεχνώ τα πάντα. Όχι λοιπόν, δεν ξέρω κατά πόσο είναι καλό αυτό». «Το ξέρω». «Τι είναι αυτό;» ρώτησε εκείνη, δείχνοντάς του τη βαλίτσα. «Πάω να μείνω στο ξενοδοχείο Λεόν». «Μα…» «Θα μιλήσουμε αύριο. Καληνύχτα, Ράκελ». Τη φίλησε στο μέτωπο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε, μες στο ζεστό φθινοπωρινό βράδυ.

Ο νεαρός στη ρεσεψιόν τού είπε ότι δεν χρειαζόταν να ξανασυμπληρώσει τα στοιχεία του και του προσέφερε το ίδιο δωμάτιο που είχε και προηγουμένως: το 301. Ο Χάρι δέχτηκε, φτάνει να έφτιαχναν, λέει, το σπασμένο κουρτινόξυλο. «Πάλι έσπασε;» είπε ο νεαρός. «Φταίει ο προηγούμενος ένοικος. Είχε διάφορα ξεσπάσματα, ο κακομοίρης». Έδωσε στον Χάρι το κλειδί του δωματίου. «Ένοικος;» «Ναι, ήταν ένας από τους μόνιμους ενοίκους μας. Ένας πράκτορας, μυστικός όπως λέτε κι εσείς». «Χμ. Αν το ήξερες κι εσύ, τότε δεν ήταν και πολύ μυστικός, ε;» Ο νεαρός χαμογέλασε. «Για να πάω να δω μήπως έχω κανένα κουρτινόξυλο στην αποθήκη». Κι έφυγε. «Ο Τραγιάσκας σού έμοιαζε πολύ, ξέρεις» είπε μια βαθιά, Digitalised By Jah®

σουηδική φωνή. Ο Χάρι έκανε μεταβολή. Ο Κάτο καθόταν σε μια καρέκλα του −ας το πούμε− λόμπι του ξενοδοχείου. Έδειχνε κουρασμένος και κουνούσε πέρα δώθε, αργά το κεφάλι του. «Πολύ όμως. Ήταν παθιασμένος. Υπομονετικός. Πεισματάρης. Δυστυχώς. Δεν είχε το ύψος σου βέβαια και τα μάτια του ήταν γκρίζα, αλλά είχαν το ίδιο μοναχικό, διερευνητικό βλέμμα. Βλέμμα αστυνομικού. Και πέθανε στο ίδιο μέρος που θα πεθάνεις κι εσύ. Έπρεπε να έχεις φύγει, Χάρι. Δεν έπρεπε να χάσεις το αεροπλάνο». Έκανε μια ακατανόητη χειρονομία με τα μακριά του δάχτυλα. Η έκφραση του προσώπου του ήταν τόσο μελαγχολική, που για μια στιγμή ο Χάρι νόμιζε ότι ο γέρος θα ξεσπούσε σε κλάματα. Μα εκείνος σηκώθηκε απλώς τρεκλίζοντας καθώς ο Χάρι γύρισε προς τη μεριά του αγοριού. «Αλήθεια λέει;» «Ποιος να λέει αλήθεια για τι;» ρώτησε το αγόρι. «Αυτός» είπε ο Χάρι, γυρίζοντας και δείχνοντας τον Κάτο. Μα εκείνος είχε ήδη εξαφανιστεί. Πρέπει να χώθηκε στα γρήγορα στο σκοτάδι, στις σκάλες. «Είναι αλήθεια ότι ο μυστικός αστυνομικός πέθανε εδώ, στο δωμάτιό μου;» Ο νεαρός κοίταξε καλά καλά τον Χάρι πριν απαντήσει. «Όχι. Πρώτα εξαφανίστηκε. Το πτώμα του ξεβράστηκε δίπλα στην Όπερα. Πολύ φοβάμαι ότι δεν έχω άλλο κουρτινόξυλο, αλλά σας κάνει μήπως αυτό το νάιλον σχοινί; Μπορείτε να το περάσετε απ’ τα πιαστράκια των κουρτινών και να δέσετε τις άκρες του στους βραχίονες». Ο Χάρι κατένευσε αργά. Ήταν περασμένες δύο το πρωί. Ο Χάρι ήταν ακόμη ξύπνιος και κάπνιζε το τελευταίο του τσιγάρο. Οι κουρτίνες και το νάιλον σχοινί βρίσκονταν πεταμένα στο πάτωμα. Μπορούσε να δει μια γυναίκα στην απέναντι μεριά του ακάλυπτου: χόρευε ένα σιωπηλό βαλς, Digitalised By Jah®

δίχως καβαλιέρο. Ο Χάρι αφουγκράστηκε τους ήχους της πόλης και κοίταξε τον καπνό να τυλίγεται και ν’ ανεβαίνει προς το ταβάνι. Παρατήρησε τις περίπλοκες τολύπες που δημιουργούσε, τα φαινομενικά τυχαία σχήματα που έπαιρνε, προσπαθώντας να βρει κάποιο σχέδιο.

Digitalised By Jah®

19

ο ξεκαθάρισμα άρχισε δυο μήνες μετά τη συνάντηση της Ιζαμπέλε με τον γέρο. Πρώτους πρώτους έπιασαν τους Βιετναμέζους. Οι εφημερίδες ανέφεραν ότι οι μπάτσοι χτύπησαν ταυτόχρονα εννέα μέρη, βρήκαν πέντε κρησφύγετα και συνέλαβαν τριάντα έξι Βιετκόνγκ. Μία βδομάδα αργότερα ήρθε η σειρά των Αλβανών Κοσοβάρων. Το ΕΚΑΜ έκανε έφοδο σ’ ένα διαμέρισμα στο Χέλσφιρ που ο τσιγγάνος αρχηγός θεωρούσε ασφαλές. Ύστερα ήρθε η σειρά των Βορειοαφρικανών και των Λιθουανών. Ο αρχηγός της ΌργκΚριμ, ένας μάγκας μοντελάκι με μακριές βλεφαρίδες, δήλωσε στις εφημερίδες ότι είχαν λάβει ανώνυμες πληροφορίες. Κατά τη διάρκεια των επόμενων εβδομάδων μάζεψαν και κλείδωσαν μέσα ένα κάρο βαποράκια − από καρβουνιάρηδες Σομαλούς μέχρι γαλατένιους Νορβηγούς. Μα ούτε έναν που να φορούσε μπλούζα της Άρσεναλ. Ήταν φανερό πως πλέον είχαμε πολύ μεγαλύτερο εκτόπισμα. Οι ουρές άρχισαν να μακραίνουν. Ο γέρος προσλάμβανε μερικούς από τους πωλητές που είχαν χάσει τη δουλειά τους, αλλά κρατούσε και την υπόσχεσή του: η διακίνηση ηρωίνης γινόταν ολοένα και πιο αραιή στους δρόμους του Όσλο. Μειώσαμε τις εισαγωγές ηρωίνης· κερδίζαμε πολλαπλάσια από τη Digitalised βιολίνη.By Jah® Η

Τ

βιολίνη ήταν ακριβή βέβαια, και μερικοί προσπάθησαν να περάσουν στη μορφίνη, αλλά επέστρεψαν. Ξεπουλούσαμε γρηγορότερα απ’ ό,τι προλάβαινε να παράγει ο Ίψεν. Μια Τρίτη ξεπουλήσαμε στις δωδεκάμισι και, μιας και μας απαγορευόταν να χρησιμοποιούμε κινητά −ο γέρος είχε περάσει το Όσλο για Βαλτιμόρη−, πήγα στον σταθμό και κάλεσα στο ρωσικό Γκρέσο από έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Ο Αντρέι μού είπε ότι ήταν απασχολημένος, αλλά θα έβλεπε τι μπορούσε να κάνει. Ο Όλεγκ, η Ιρένε κι εγώ αράξαμε στα σκαλιά της Σιπεργκάτα διώχνοντας υποψήφιους πελάτες. Μια ώρα αργότερα, είδα να μας πλησιάζει κουτσαίνοντας μια φιγούρα. Ήταν ο Ίψεν. Και ήταν έξαλλος. Φώναζε κι έβριζε. Μέχρι που είδε την Ιρένε. Η καταιγίδα κόπασε μονομιάς κι αυτός άλλαξε τροπάρι, έγινε πιο διαλλακτικός. Μας ακολούθησε σε μιαν αυλή όπου μας έδωσε μια σακούλα με εκατό σακουλάκια. «Είκοσι χιλιάρικα» είπε, απλώνοντας τη χερούκλα του. «Τοις μετρητοίς άμα τη παραδόσει» είπε. Τον τράβηξα στο πλάι και του εξήγησα ότι, αν ήθελε, την επόμενη φορά που θα ξεπουλούσαμε έτσι, μπορούσαμε να πάμε κι απ’ το σπίτι του. «Δεν θέλω επισκέψεις» είπε. «Κι αν σου δώσω παραπάνω από δυο κατοστάρικα το σακουλάκι;» ρώτησα. Με κοίταξε καχύποπτα. «Σχεδιάζεις ν’ ανοίξεις δικό σου μαγαζί; Τι θα πει το αφεντικό σου;» «Αυτό θα μείνει μεταξύ μας» του είπα. «Μιλάμε για ψίχουλα. Δέκα με δώδεκα σακουλάκια για φίλους και γνωστούς». Ο Ίψεν έσκασε στα γέλια. «Θα φέρω και το κορίτσι» είπα. «Τη λένε Ιρένε, αν θες να μάθεις». Το γέλιο σταμάτησε. Ο Κουτσός με κοίταξε. Προσπάθησε να ξαναγελάσει, αλλά δεν μπορούσε. Στα μάτια του έφεγγαν τα πάντα Digitalised By Jah®

πεντακάθαρα: μοναξιά. Απληστία. Μίσος. Και πόθος. Ναι. Γαμίδης πόθος. «Την Παρασκευή το βράδυ» είπε. «Στις οκτώ. Πίνει τζιν;» Έγνεψα καταφατικά. Θα έπινε από εδώ και στο εξής. Μου είπε τη διεύθυνσή του. Δυο μέρες αργότερα με κάλεσε για φαγητό ο γέρος. Για μια στιγμή θυμήθηκα τη φάτσα του Ίψεν και πίστεψα ότι με κάρφωσε. Καθίσαμε στο μεγάλο τραπέζι της παγωμένης τραπεζαρίας. Μας σέρβιρε ο Πέτερ. Ο γέρος μού εξήγησε ότι είχε κόψει τις εισαγωγές ηρωίνης από την υπόλοιπη Νορβηγία και το Άμστερνταμ και τώρα έφερνε σκόνη μόνο από την Μπανγκόκ μέσω δύο πιλότων. Μου εξήγησε τους αριθμούς, τσέκαρε αν κατάλαβα καλά κι επανέλαβε τη συνηθισμένη του προειδοποίηση: Ελπίζω να μην κάνεις βιολίνη. Κάθισε και με κοιτούσε μες στο μισοσκόταδο κι ύστερα φώναξε τον Πέτερ και του είπε να με πάει σπίτι. Στο αυτοκίνητο μου πέρασε απ’ το μυαλό να ρωτήσω τον Πέτερ αν ο γέρος ήταν ανίκανος. Ο Ίψεν ζούσε σ’ ένα τυπικό εργένικο διαμέρισμα στο Έκεμπαρ: τηλεόραση πλάσμα με τεράστια οθόνη, ψυγειάκι κι άδειοι τοίχοι. Μας κέρασε ένα φτηνιάρικο τζιν με ξεθυμασμένο τόνικ και τρία παγάκια, χωρίς λεμόνι. Η Ιρένε χάζευε την παράσταση. Χαμογελούσε γλυκά κι άφηνε εμένα να μιλάω. Ο Ίψεν καθόταν μ’ ένα ηλίθιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, κοιτάζοντας την Ιρένε. Προλάβαινε όμως να κλείσει κάθε φορά το στόμα του πριν αρχίσουν να του τρέχουν τα σάλια. Είχε βάλει και κλασική μουσική ο πούστης. Πήρα τα σακουλάκια μου και συμφωνήσαμε να ξαναπεράσω σε δυο βδομάδες. Μαζί με την Ιρένε. Τότε ήταν που έκανε την εμφάνισή της η πρώτη αναφορά περί πτωτικής πορείας των θανάτων από υπερβολική δόση. Αυτό που δεν γράψανε, βέβαια, ήταν ότι οι νέοι χρήστες της βιολίνης σχημάτιζαν ολόκληρες ουρές ύστερα από λίγες μόνο εβδομάδες χρήσης, με τα μάτια τους να βλέπουν αστράκια και τα κορμιά τους να τρέμουν με εμφανές το σύνδρομο της στέρησης. Με τα τσαλακωμένα τους Digitalised By Jah®

κατοστάρικα στο χέρι. Κι όταν μάθαιναν ότι η τιμή είχε ανέβει ξεσπούσαν σε κλάματα. Μετά την τρίτη επίσκεψη στου Ίψεν, ο τύπος με πήρε παράμερα και μου είπε ότι την επόμενη φορά ήθελε να έρθει η Ιρένε μόνη της. Του είπα κι εγώ εντάξει, φτάνει να μου έδινε πενήντα σακουλάκια προς εκατό κορόνες το καθένα. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια από μέρους μου για να πείσω την Ιρένε. Τα κόλπα που ήξερα δεν έπιαναν. Έπρεπε να γίνω σκληρός. Να της εξηγήσω ότι είχε έρθει η ώρα μου. Η ώρα μας. Να τη ρωτήσω αν γούσταρε να κοιμάται σ’ ένα στρώμα σ’ ένα δωμάτιο τίγκα στα μουσικά όργανα. Στο τέλος μουρμούρισε ότι, όχι, δεν γούσταρε. Αλλά δεν ήθελε και να... Και τότε της είπα ότι δεν χρειαζόταν να κάνει απολύτως τίποτα, μόνο να είναι καλή μαζί του. Τέτοιος μοναχικός, γέρος άνθρωπος, πόσο ωραία να περνούσε μ’ αυτό το πόδι που ’χε; Εκείνη έγνεψε και μου ζήτησε να υποσχεθώ ότι δεν θα το έλεγα στον Όλεγκ. Όταν έφυγε για του Ίψεν, έπεσα σε τέτοια κατάθλιψη, που αραίωσα ένα σακουλάκι βιολίνη κι ό,τι περίσσεψε το κάπνισα σε τσιγαριλίκι. Ξύπνησα επειδή κάποιος με σκουντούσε με δύναμη. Στεκόταν πάνω από το στρώμα μου κι είχε πλαντάξει στο κλάμα. Τα δάκρυά της έπεφταν στο πρόσωπό μου κι έκαναν τα μάτια μου να τσούζουν. Ο Ίψεν προσπάθησε να την πηδήξει, αλλά εκείνη είχε καταφέρει να του ξεφύγει. «Πήρες τα σακουλάκια;» τη ρώτησα. Ήταν προφανώς η λάθος ερώτηση. Έπαθε παράκρουση. Οπότε της έδωσα κάτι για να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Ετοίμασα μια σύριγγα κι εκείνη με κοίταζε με τα μεγάλα υγρά της μάτια καθώς έβρισκα μια μπλε φλέβα στο άψογο, λευκό της δέρμα και την τρυπούσα με τη βελόνα. Ένιωσα τους σπασμούς να μεταδίδονται απ’ το κορμί της στο δικό μου καθώς πίεζα το έμβολο. Το στόμα της άνοιξε σ’ έναν σιωπηλό οργασμό. Κι ύστερα η αγαλλίαση θόλωσε τα μάτια της. Μπορεί ο Ίψεν να ήταν διεστραμμένος, αλλά ήξερε από χημεία. Κι εγώ ήξερα ότι είχα μόλις χάσει την Ιρένε. Το είδα στο πρόσωπό Digitalised By Jah®

της όταν τη ρώτησα για τα σακουλάκια. Τελείωσαν αυτά που ήξερα. Εκείνο το βράδυ είδα την Ιρένε να γλιστρά εκστασιασμένη μακριά μου, μαζί με όσες πιθανότητες είχα να γίνω εκατομμυριούχος. Ο γέρος συνέχισε να βγάζει εκατομμύρια. Ήθελε όμως κι άλλα, ακόμα πιο γρήγορα. Ήταν λες κι ήθελε να προλάβει κάτι, να ξεπληρώσει κάποιο χρέος που έληγε. Δεν φαινόταν να χρειάζεται τα χρήματα· το σπίτι παρέμενε ίδιο κι απαράλλαχτο, η λιμουζίνα ήταν πάντοτε πλυμένη αλλά ίδια, το προσωπικό παρέμεινε σταθερό αριθμητικά: δύο. Ο Αντρέι και ο Πέτερ. Συνεχίσαμε να έχουμε έναν και μόνο ανταγωνιστή −τους Λος Λόμπος− κι είχαν κι εκείνοι απλωθεί επιχειρηματικά. Είχαν προσλάβει όσους Βιετναμέζους και Μαροκινούς δεν ήταν στη στενή και πουλούσαν βιολίνη όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στο Κονσβίνγκερ, το Τρούμσε, το Τρόντχαϊμ, ακόμα και στο Ελσίνκι, σύμφωνα με τις φήμες. Ο Όντιν κι οι Λος Λόμπος μπορεί να κέρδιζαν περισσότερα από τον γέρο, αλλά δεν υπήρχε τρίτος στην αγορά, ούτε εδαφικές διεκδικήσεις. Κι οι δυο τους έβγαζαν μια περιουσία. Οποιοσδήποτε επιχειρηματίας ήταν στα καλά του θα ήταν ευχαριστημένος με το κωλο-στάτους κβο. Μόνο δύο συννεφάκια σκίαζαν τον γαλανό ουρανό. Το ένα ήταν ο μυστικός μπάτσος μ’ εκείνο το ηλίθιο καπέλο. Ξέραμε ότι είχε πέσει σύρμα στην αστυνομία πως οι φανέλες της Άρσεναλ δεν ήταν πρώτης προτεραιότητας, αλλά ο Τραγιάσκας έχωνε τη μύτη του παντού. Το άλλο ήταν ότι οι Λος Λόμπος είχαν αρχίσει να πουλάνε βιολίνη στο Λίλεστρομ και το Ντράμεν πιο φτηνά απ’ ό,τι στο Όσλο, που σήμαινε ότι υπήρχαν πελάτες που προτιμούσαν να πάρουν το τρένο για εκεί παρά ν’ αγοράσουν από εδώ. Μια μέρα με φώναξε ο γέρος και μου είπε να πάω ένα μήνυμα σ’ έναν αστυνομικό. Το όνομά του ήταν Τρουλς Μπέρντσεν κι έπρεπε να είμαι διακριτικότατος. Τον ρώτησα γιατί να μην πάει ο Αντρέι ή ο Πέτερ κι εκείνος μου εξήγησε ότι δεν ήθελε να γίνει καμία επαφή που θα μπορούσε να οδηγήσει την αστυνομία στα ίχνη του. Ήταν μία Digitalised By Jah®

από τις αρχές του. Κι ακόμα κι αν είχα πληροφορίες που μπορούσαν να τον εκθέσουν, ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος πλην του Αντρέι και του Πέτερ που εμπιστευόταν. Ναι, με εμπιστευόταν σε πολλά πράγματα. Κι εγώ σκέφτηκα: ο Βαρόνος εμπιστεύεται τον Κλέφτη. Για δες. Το μήνυμα ήταν ότι είχε κανονίσει συνάντηση με τον Όντιν για να συζητήσουν τα του Λίλεστρομ και του Ντράμεν. Θα συναντιούνταν στα ΜακΝτόναλντς της Χιρκεβάιεν, στη Μαγιόρστουεν, την Πέμπτη στις εφτά. Είχαν κλείσει όλο τον πάνω όροφο για ένα παιδικό πάρτι. Φανταζόμουν τη σκηνή· μπαλόνια, σερπαντίνες, χάρτινα καπελάκια κι ένας γαμίδης κλόουν, που το πρόσωπό του θα πάγωνε σαν έβλεπε τους καλεσμένους: μπρατσαράδες μηχανόβιους με φονικά βλέμματα και σιδηρογροθιές, δυόμισι μέτρα κοζάκικο μπετόν, και τον Όντιν με τον γέρο να προσπαθούν να εξολοθρεύσουν ο ένας τον άλλο με τα μάτια πάνω απ’ τις τηγανητές πατάτες. Ο Τρουλς Μπέρντσεν ζούσε μοναχός του σε μία πολυκατοικία στο Μάνγκλερουντ, αλλά όταν χτύπησα το κουδούνι μια Κυριακή πρωί δεν απάντησε κανείς. Ο γείτονας, που προφανώς είχε ακούσει το κουδούνι, έβγαλε την κεφάλα του απ’ το μπαλκόνι και μου φώναξε ότι ο Τρουλς ήταν στου Μίκαελ κι έφτιαχνε μια βεράντα. Και καθώς πήγαινα προς τη διεύθυνση που μου έδωσε, σκεφτόμουν ότι το Μάνγκλερουντ ήταν απαίσιο μέρος: οι πάντες ήξεραν τους πάντες. Είχα ξαναπάει στο Χέγιενχαλ. Ήταν το Μπέβερλι Χιλς του Μάνγκλερουντ. Τεράστιες βίλες με θέα στο Κβαρνερντάλεν, το κέντρο και τον λόφο του Χολμενκόλεν. Στάθηκα στον δρόμο και κοίταξα τον μισοτελειωμένο σκελετό ενός σπιτιού. Μπροστά του κάθονταν κάτι τύποι χωρίς μπλούζες, είχαν από μια μπίρα στο χέρι και γελούσαν, δείχνοντας το καλούπι αυτού που προφανώς θα γινόταν κάποια στιγμή βεράντα. Αναγνώρισα αμέσως τον έναν. Τον μάγκα-μοντελάκι με τις μακριές βλεφαρίδες. Το νέο αφεντικό της ΌργκΚριμ. Οι άνδρες με πήραν χαμπάρι και σταμάτησαν να μιλούν. Και ξέρω γιατί. Ήταν όλοι τους αστυνομικοί κι ήξεραν να Digitalised By Jah®

οσφραίνονται τους κακούργους. Μπλέξιμο η κατάσταση. Δεν είχα ρωτήσει τον γέρο, αλλά μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι ο Τρουλς Μπέρντσεν ήταν ο σύνδεσμος που είχε συμβουλέψει ο γέρος την Ιζαμπέλε Σκέγιεν να βρει μες στην αστυνομία. «Ναι;» είπε ο άνδρας με τις βλεφαρίδες. Είχε και γαμώ τα σώματα ο τύπος. Κοιλιακοί φέτες. Προλάβαινα να φύγω. Θα συναντούσα τον Μπέρντσεν αργότερα μες στη μέρα. Οπότε δεν είμαι και πολύ σίγουρος γιατί έκανα ό,τι έκανα. «Έχω ένα μήνυμα για τον Τρουλς Μπέρντσεν» είπα. Δυνατά και καθαρά. Οι υπόλοιποι στράφηκαν προς τον άνδρα που είχε αφήσει την μπίρα του κι ερχόταν προς το μέρος μου σέρνοντας τα στραβά του πόδια. Δεν σταμάτησε μέχρι που έφτασε τόσο κοντά μου, ώστε οι άλλοι να μην μπορούν να μας ακούσουν. Ήταν ξανθός κι είχε έντονο προγναθισμό. Το σαγόνι του κρεμόταν σαν ξεχαρβαλωμένο συρτάρι. Τα μικρά γουρουνίσια μάτια του έλαμπαν γεμάτα μοχθηρή καχυποψία. Αν ήταν κατοικίδιο θα του είχαν κάνει ευθανασία μόνο και μόνο για αισθητικούς λόγους. «Δεν ξέρω ποιος είσαι» ψιθύρισε «αλλά μπορώ να μαντέψω ότι δεν θέλω τέτοιου είδους επισκέψεις, οκέι;». «Οκέι». «Μίλα, γρήγορα». Του είπα για τη συνάντηση, το μέρος και την ώρα. Κι ότι ο Όντιν μάς είχε προειδοποιήσει ότι θα εμφανιζόταν με σύσσωμη τη συμμορία. «Δεν έχει τ’ αρχίδια να κάνει κι αλλιώς» γρύλισε ο Μπέρντσεν. «Έχουμε πληροφορίες ότι μόλις παρέλαβε μια τεράστια ποσότητα άσπρης» είπα. Οι τύποι στη βεράντα είχαν ξαναρχίσει να πίνουν, αλλά το αφεντικό της ΌργκΚριμ έριχνε συνεχώς ματιές προς το μέρος μας. Μιλούσα ψιθυριστά προσπαθώντας να μεταφέρω γρήγορα κάθε πληροφορία. «Την έχουν στο κλαμπ στο Άλναμπρου αλλά θα φύγει σε δυο μέρες». Digitalised By Jah®

«Συλλήψεις κι επιδρομή μυρίζομαι» γρύλισε ξανά ο Μπέρντσεν και μόνο τότε κατάλαβα ότι γελούσε. «Αυτά» είπα και γύρισα να φύγω. Είχα προχωρήσει μόνο λίγα μέτρα όταν άκουσα κάποιον να φωνάζει. Δεν χρειαζόταν να γυρίσω για να καταλάβω ποιος ήταν. Το είχα δει στο βλέμμα του. Είμαι ειδικός σ’ αυτά, δεν είμαι; Ήρθε δίπλα μου και κοντοστάθηκα. «Ποιος είσαι εσύ;» ρώτησε. «Ο Γκούστο». Τράβηξα τη φράντζα από τα μάτια μου για να τα δει καλύτερα. «Κι εσύ;» Για μια στιγμή με κοίταξε έκπληκτος, λες και τον ρώτησα τίποτα δύσκολο. Κι ύστερα απάντησε μ’ ένα μικρό χαμόγελο. «Ο Μίκαελ». «Γεια σου, Μίκαελ. Πού γυμνάζεσαι;» Έβηξε. «Τι κάνεις εδώ;» «Ό,τι είπα. Είχα ένα μήνυμα για τον Τρουλς. Να πιω μια γουλιά από την μπίρα σου;» Οι περίεργες λευκές κηλίδες στο πρόσωπό του φάνηκαν να φωτίζονται ξαφνικά. Η φωνή του ήταν γεμάτη θυμό όταν ξαναμίλησε. «Αν τελείωσες μ’ ό,τι ήρθες να κάνεις, σου συνιστώ να την κοπανήσεις». Τον κοίταξα στα μάτια, στα οργισμένα πράσινα μάτια του. Ο Μίκαελ Μπέλμαν ήταν τόσο απίστευτα όμορφος, που θέλησα ν’ ακουμπήσω την παλάμη μου στο στήθος του. Να νιώσω το ηλιοκαμένο, ιδρωμένο δέρμα κάτω απ’ τα δάχτυλά μου. Τους μυς του που θα τεντώνονταν αυτόματα ως αντίδραση στο θράσος μου. Τη ρώγα που θα σκλήραινε ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη μου. Τον υπέροχο πόνο απ’ τη γροθιά του καθώς θα προσπαθούσε να προστατεύσει το όνομα και τη φήμη του. Μίκαελ Μπέλμαν. Ένιωσα τον πόθο. Τον πόθο μέσα μου. «Τα λέμε» είπα. Το ίδιο κιόλας βράδυ μού ήρθε. Πώς θα τα κατάφερνα εκεί που εσύ μάλλον απέτυχες. Γιατί αν δεν είχες αποτύχει δεν θα με είχες Digitalised By Jah®

παρατήσει, σωστά; Πώς θα ολοκληρωνόμουν. Πώς θα γινόμουν άνθρωπος. Πώς θα γινόμουν εκατομμυριούχος.

Digitalised By Jah®

20

ήλιος λαμπύριζε τόσο έντονα πάνω στο φιόρδ, που ο Χάρι έπρεπε να κάνει τα μάτια του δυο σχισμές ακόμα και πίσω απ’ τα γυναικεία γυαλιά ηλίου του. Το Όσλο δεν έκανε μόνο λίφτινγκ προσώπου στην περιοχή της Μπιορβίκα, έφτιαχνε και καινούργιο σιλικονάτο στήθος που έμπαινε μες στη θάλασσα, εκεί που παλιά υπήρχε μόνο ένα επίπεδο και βαρετό στέρνο. Το θαύμα από σιλικόνη ονομαζόταν Σχιβχόλμεν κι έμοιαζε πανάκριβο. Πανάκριβα διαμερίσματα με πανάκριβη θέα στο φιόρδ, πανάκριβες μαρίνες, μικρές πανάκριβες μπουτίκ με μοναδικά κομμάτια, γκαλερί με ξύλινα πατώματα από ζούγκλες παντελώς άγνωστες, που ήταν οι ίδιες πιο εντυπωσιακές απ’ την τέχνη που κρεμόταν στους τοίχους τους. Κι η ρώγα του στήθους ήταν ένα εστιατόριο στην άκρη του φιόρδ, οι τιμές του οποίου εξηγούσαν πώς το Όσλο πήρε την πρωτοκαθεδρία από το Τόκιο στη λίστα με τις ακριβότερες πόλεις στον κόσμο. O Xάρι μπήκε στο εστιατόριο. Τον καλωσόρισε ο συμπαθής μετρ. «Ψάχνω την Ιζαμπέλε Σκέγιεν» είπε ο Χάρι, κοιτάζοντας τριγύρω στην αίθουσα. Έμοιαζε γεμάτη. «Ξέρετε μήπως σε ποιο όνομα έχει γίνει η κράτηση;» ρώτησε ο μετρ μ’ ένα μειδίαμα που σήμαινε ότι όλα τα τραπέζια ήταν Digitalised By Jah®

Ο

κλεισμένα εβδομάδες πριν. Όταν ο Χάρι είχε τηλεφωνήσει στην Επιτροπή Κοινωνικών Υπηρεσιών, η γυναίκα που απάντησε αρνούνταν να του πει τίποτα περισσότερο από το ότι η Ιζαμπέλε Σκέγιεν είχε βγει για φαγητό. Μα όταν ο Χάρι τής εξήγησε για ποιον λόγο τηλεφωνούσε, ότι καθόταν στο εστιατόριο Κοντινεντάλ και την περίμενε, τότε η γραμματέας, θορυβημένη, του εξήγησε ότι το γεύμα είχε κανονιστεί για το Σεμαγκαζίνε! «Όχι» είπε ο Χάρι. «Σας πειράζει να ρίξω μια ματιά;» Ο μετρ δίστασε. Κοίταξε το κουστούμι του. «Α, εντάξει» είπε ο Χάρι «τη βλέπω». Και προσπέρασε τον μετρ πριν βγει η ετυμηγορία. Αναγνώριζε το πρόσωπο και το στήσιμο από τις φωτογραφίες της στο διαδίκτυο. Ήταν ακουμπισμένη στο μπαρ, με τους αγκώνες της στον πάγκο, χαζεύοντας την αίθουσα. Κατά πάσα πιθανότητα περίμενε κάποιον, αλλά έμοιαζε περισσότερο να δίνει παράσταση. Κι όταν ο Χάρι έριξε μια ματιά στους καθισμένους άνδρες συνειδητοποίησε ότι έκανε μάλλον και τα δύο. Το σκληρό, σχεδόν ανδρικό της πρόσωπο χωριζόταν στα δύο από μία μύτη ίσια και λεπτή σαν λεπίδα. Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν είχε μια συμβατική γοητεία που άλλες γυναίκες μπορεί να την αποκαλούσαν και «κομψότητα». Τα μάτια της ήταν βαμμένα έντονα −ένας ολόκληρος αστερισμός γύρω από το παγωμένο μπλε τους− και της έδιναν ένα λυκίσιο, αρπακτικό βλέμμα. Γι’ αυτό και τα μαλλιά της έμοιαζαν, εν αντιθέσει, αστεία: η χαίτη μιας ξανθιάς κούκλας με χαριτωμένες μπούκλες πλαισίωνε το ανδροπρεπές της πρόσωπο. Μα πάνω απ’ όλα ήταν το σώμα της Ιζαμπέλε Σκέγιεν που την έκανε χάρμα οφθαλμών. Το κορμί της ήταν ψηλό, αθλητικό, με φαρδιούς ώμους και γοφούς. Το κολλητό μαύρο παντελόνι της τόνιζε τους μυώδεις, καλοσχηματισμένους μηρούς της. Ο Χάρι αποφάσισε ότι το στήθος ήταν αγορασμένο και υποστηριζόταν από κάποιο σουτιέν πανέξυπνο Digitalised By Jah®

ή απλώς εντυπωσιακό. Η έρευνα στο Google είχε αποκαλύψει ότι εξέτρεφε άλογα σε μια φάρμα στο Ρίγκε, ότι είχε πάρει δυο φορές διαζύγιο −την τελευταία φορά από έναν χρηματοοικονομικό σύμβουλο που είχε κάνει περιουσία τέσσερις φορές και την είχε χάσει τρεις−, ότι έπαιρνε μέρος σε εθνικούς αγώνες σκοποβολής, ότι ήταν αιμοδότρια, ότι τα είχε βρει σκούρα γιατί είχε απολύσει έναν συνάδελφο επειδή ήταν «λαπάς» κι ότι γούσταρε να ποζάρει για τους φωτογράφους στις πρεμιέρες κινηματογραφικών και θεατρικών έργων. Mε λίγα λόγια, γυναικάρα με τα όλα της. Ο Χάρι μπήκε στο οπτικό της πεδίο και στα μισά του δρόμου το βλέμμα της ήταν ακόμη καρφωμένο επάνω του – ανήκε σ’ αυτούς που ένιωθαν ότι ήταν δικαίωμά τους να κοιτάζουν τους άλλους. Την πλησίασε με πλήρη επίγνωση ότι τουλάχιστον μια ντουζίνα βλέμματα ήταν καρφωμένα στην πλάτη του. «Είστε η Ιζαμπέλε Σκέγιεν» είπε. Πήγε να του πει κάτι στα γρήγορα, μα άλλαξε γνώμη κι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Αυτό είναι το πρόβλημα με αυτά τα υπερτιμημένα εστιατόρια: όλοι κάποιοι είναι. Άρα…» Τράβηξε το «α» της, ενώ το βλέμμα της τον έκοβε από την κορυφή έως τα νύχια. «Εσείς ποιος είστε;» «Χάρι Χόλε». «Μου φαίνεστε γνωστός. Σας έχω δει στην τηλεόραση;» «Πολλά χρόνια πριν. Πριν από αυτό εδώ». Έδειξε την ουλή στο πρόσωπό του. «Α, σωστά. Είστε ο αστυνομικός που συνέλαβε εκείνον τον κατά συρροή δολοφόνο». Υπήρχαν δύο τρόποι για ν’ απαντήσει σ’ αυτό. Ο Χάρι διάλεξε τον ευθύ. «Ήμουν». «Και τώρα με τι ασχολείστε;» ρώτησε αδιάφορα, ενώ το βλέμμα της βαριεστημένα κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο του, προς την έξοδο. Ένωσε τα χείλη της κι ανοιγόκλεισε τα μάτια της μια δυο φορές. Digitalised By Jah®

Προθέρμανση. Ήταν σημαντικό το γεύμα, φαίνεται. «Ρούχα και παπούτσια» είπε ο Χάρι. «Το βλέπω. Ωραίο κουστούμι». «Ωραίες μπότες. Rick Owens είναι;» Εκείνη τον κοίταξε, λες και τον ξανανακάλυπτε. Κάτι πήγε να πει, αλλά έπιασε μια κίνηση πίσω από την πλάτη του. «Ήρθε το ραντεβού μου. Ίσως να τα ξαναπούμε, Χάρι». «Χμ, ήλπιζα να τα λέγαμε στα γρήγορα τώρα». Εκείνη γέλασε κι έσκυψε προς το μέρος του. «Μ’ αρέσει η πρότασή σου, Χάρι. Αλλά η ώρα είναι δώδεκα, δεν έχω πιει σταγόνα κι έχω ήδη παρτενέρ γι’ αυτό το γεύμα. Καλή σου ημέρα». Και προχώρησε πάνω στα ηχηρά της τακούνια. «Ο Γκούστο Χάνσεν ήταν εραστής σου;» Όταν ο Χάρι μίλησε χαμηλόφωνα, η Ιζαμπέλε Σκέγιεν είχε προχωρήσει ήδη τρία μέτρα μακριά του. Παρ’ όλα αυτά τραντάχτηκε, λες κι είχε πιάσει μια συχνότητα που διαπερνούσε τον θόρυβο των τακουνιών, των ομιλιών και της αισθησιακής φωνής της Νταϊάνα Κρολ, έναν ήχο που τη χτύπησε κατευ​θείαν στο τύμπανο. Έκανε μεταβολή. «Τον κάλεσες τέσσερις φορές μέσα στο ίδιο βράδυ, την τελευταία φορά στις δύο παρά είκοσι έξι το πρωί». Ο Χάρι είχε καθίσει σ’ ένα από τα σκαμπό στο μπαρ. Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν περπάτησε τα τρία μέτρα προς το μέρος του. Τον πλησίασε. Του έριχνε ύψος έτσι όπως ήταν καθισμένος. Στο μυαλό του Χάρι ήρθε η εικόνα της Κοκκινοσκουφίτσας και του Κακού Λύκου. Αυτή σίγουρα δεν ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα. «Τι ακριβώς θες, Χάρι, αγόρι μου;» τον ρώτησε. «Θέλω να μάθω ό,τι ξέρεις για τον Γκούστο Χάνσεν». Τα ρουθούνια της λεπιδένιας μύτης της διαστάλθηκαν και το μαγευτικό της στήθος σείστηκε. Ο Χάρι παρατήρησε ότι το δέρμα της είχε μεγάλους μαύρους πόρους, σαν τις τελίτσες στα κόμικς. «Είμαι ένας από τους λίγους ανθρώπους σ’ αυτή την πόλη που Digitalised By Jah®

ενδιαφέρεται για τους τοξικομανείς κι άρα ένας από τους λίγους ανθρώπους που θυμούνται τον Γκούστο Χάνσεν. Τον χάσαμε, κι αυτό είναι πολύ λυπηρό. Τα τηλεφωνήματα έγιναν διότι έχω καταχωρίσει τον αριθμό του στο κινητό μου. Τον είχαμε καλέσει σε μια συνάντηση της επιτροπής RUNO. Έχω έναν καλό φίλο με παρόμοιο όνομα και πολλές φορές πατώ το λάθος κουμπί. Συμβαίνουν αυτά». «Πότε τον είδες τελευταία φορά;» «Άκου να δεις, Χάρι Χόλε» σφύριξε μέσ’ απ’ τα δόντια της, τονίζοντας το «Χόλε» και πλησιάζοντας κι άλλο το πρό σωπό της στο δικό του. «Αν κατάλαβα καλά, δεν είσαι αστυνομικός, απλώς ένας τύπος που ασχολείται με ρούχα και παπούτσια. Δεν βρίσκω για ποιον λόγο θα πρέπει να σου μιλήσω». «Να σου πω εγώ» είπε ο Χάρι, ακουμπώντας πίσω στον πάγκο. «Γιατί θέλω πολύ να μιλήσω σε κάποιον. Κι αν δεν μπορέσω να μιλήσω σ’ εσένα, θα μιλήσω σε κάποιον δημοσιογράφο. Και ξέρεις πόσο πολύ γουστάρουν να μιλούν για σκάνδαλα διασήμων και διάφορα τέτοια». «Διασήμων;» είπε εκείνη, χαμογελώντας φαρδιά πλατιά· όχι στον Χάρι, αλλά σ’ έναν κουστουμαρισμένο άνδρα που στεκόταν δίπλα στον μετρ και της έκανε νόημα με το χέρι. «Είμαι πια απλή γραμματέας μιας επιτροπής, Χάρι. Δεν γίνεται κανείς διάσημος επειδή μπήκε η φωτογραφία του στις εφημερίδες. Δες πόσο γρήγορα ξέχασαν εσένα». «Νομίζω ότι οι εφημερίδες σε βλέπουν σαν αναδυόμενο αστέρι». «Σοβαρά; Ίσως, αλλά ακόμα κι οι χειρότερες φυλλάδες χρειάζονται απτές αποδείξεις, Χάρι, κι εσύ δεν έχεις τίποτα. Ένα λάθος τηλεφώνημα είναι…» «...κάτι που μπορεί να συμβεί, ναι. Αυτό που δεν συμβαίνει όμως...» Ο Χάρι πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Ιζαμπέλε είχε δίκιο. Δεν είχε απολύτως τίποτα. Γι’ αυτό η ευθύτητα δεν ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προσέγγισης. «...είναι να βρεθεί, τυχαία, Digitalised By Jah®

αίμα ομάδος ΑΒ ρέζους αρνητικού σε δυο διαφορετικά σημεία στην ίδια υπόθεση δολοφονίας. Αυτήν την ομάδα την έχει ένας στους διακόσιους. Όταν λοιπόν η αναφορά της Σήμανσης δείχνει ότι το αίμα που βρέθηκε κάτω από τα δάχτυλα του Γκούστο ήταν ΑΒ αρνητικό κι οι εφημερίδες λένε ότι ανήκεις σε αυτήν την ομάδα αίματος, δεν είναι και πολύ δύσκολο για έναν γέρο αστυνομικό να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα τεστ DNA και τότε θα ξέρουμε με απόλυτη σιγουριά σε ποιον είχε χωμένα τα δάχτυλά του ο Γκούστο πριν πεθάνει. Τι λες, δεν είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα είδηση αυτή, Σκέγιεν;» Η γραμματέας ανοιγόκλεινε συνεχώς τα μάτια της λες κι οι βλεφαρίδες της προσπαθούσαν να ενεργοποιήσουν το στόμα της. «Για πες μου, κι ο Διάδοχος μέλος του Εργατικού Κόμματος δεν είναι;» ρώτησε ο Χάρι συνοφρυωμένος. «Πώς τον είπαμε πάλι;» «Θα μιλήσουμε» είπε η Ιζαμπέλε Σκέγιεν. «Αργότερα. Αλλά θα πρέπει να μου ορκιστείς ότι θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό». «Πού και πότε». «Δώσε μου το τηλέφωνό σου και θα σε πάρω αμέσως μετά τη δουλειά». Έξω, το φιόρδ στραφτάλιζε. Ο Χάρι φόρεσε τα γυαλιά του κι άναψε ένα τσιγάρο για να γιορτάσει την πετυχημένη του μπλόφα. Κάθισε στην άκρη της προβλήτας και ρούφηξε κάθε τζούρα με τεράστια ευχαρίστηση, προσπαθώντας να αγνοήσει τη λαχτάρα του για αλκοόλ. Έστρεψε την προσοχή του στα πανάκριβα παιχνίδια που η πλουσιότερη εργατική τάξη του κόσμου είχε αράξει στις αποβάθρες. Κι ύστερα έσβησε τη γόπα του, έφτυσε μες στο φιόρδ κι ετοιμάστηκε να επισκεφθεί το επόμενο όνομα στη λίστα.

Ο Χάρι επιβεβαίωσε στην κοπέλα στην υποδοχή του νοσοκομείου Ράντιουμ ότι όντως είχε ραντεβού κι εκείνη του έδωσε να συμπληρώσει μία φόρμα. Ο Χάρι έγραψε το όνομα και το τηλέφωνό Digitalised By Jah®

του, αλλά άφησε κενό το κουτάκι «εταιρεία». «Ιδιωτική επίσκεψη;» Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του. Ήξερε ότι κάτι τέτοια ήταν συνήθεια των καλών ρεσεψιονίστ: να έχουν μια καλή γενική εικόνα του τι συνέβαινε, να συλλέγουν πληροφορίες για το ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε και ποιος δούλευε μες στον χώρο. Ως επιθεωρητής, όταν ήθελε λεπτομερείς πληροφορίες για κάποιον εργασιακό χώρο, πήγαινε γραμμή στη ρεσεψιόν. Η κοπέλα έδειξε στον Χάρι το γραφείο στο τέρμα του διαδρόμου. Προχωρώντας προς τα εκεί, ο Χάρι πέρασε μπροστά από κλειστές πόρτες και γυάλινα χωρίσματα που αποκάλυπταν μεγάλες αίθουσες γεμάτες ανθρώπους με λευκές ρόμπες, πάγκους με φιάλες και δοκιμαστικούς σωλήνες και μεγάλα λουκέτα για ατσάλινα ντουλάπια· ένα πραγματικό Ελ Ντοράντο για οποιονδήποτε τοξικομανή. Στο τέρμα ο Χάρι σταμάτησε και, για να είναι σίγουρος, κοίταξε την ταμπελίτσα πάνω στην πόρτα πριν χτυπήσει: Στιγκ Νίμπακ. Στο πρώτο χτύπημα, μια φωνή αντήχησε από μέσα: «Περάστε!». Ο Νίμπακ στεκόταν πίσω από ένα γραφείο με το τηλέφωνο στο αυτί, αλλά έκανε νόημα στον Χάρι να περάσει και να καθίσει. Ύστερα από τρία ναι, δύο όχι, ένα τι σκατά κι ένα τρανταχτό γέλιο, έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε με τα σπινθηροβόλα μάτια του τον Χάρι, που, ως συνήθως, είχε απλωθεί στην καρέκλα του με τα πόδια τεντωμένα μπροστά. «Χάρι Χόλε. Εσύ μπορεί να μη με θυμάσαι, σε θυμάμαι όμως εγώ». «Τι να πω, τόσους και τόσους έχω συλλάβει». Ξανά το ίδιο, τρανταχτό γέλιο. «Ήμασταν στο ίδιο σχολείο στο Όπσαλ. Εγώ ήμουν δυο τάξεις μικρότερός σου». «Οι μικρότεροι πάντα θυμούνται τους μεγαλύτερους». «Σωστό κι αυτό. Για να είμαι ειλικρινής όμως, δεν σε θυμάμαι από το σχολείο. Σε είδα μια φορά στην τηλεόραση και κάποιος μου είπε Digitalised By Jah®

ότι είσαι από το Όπσαλ κι ότι ήσουν φίλος του Τρέσκο». «Χμ». Ο Χάρι παρατηρούσε με προσήλωση τις μύτες των παπουτσιών του για να δείξει ότι δεν είχε όρεξη για προσωπικές συζητήσεις. «Κατέληξες λοιπόν επιθεωρητής; Ποια δολοφονία ερευνάς τώρα;» «Ερευνώ έναν φόνο που έχει σχέση με ναρκωτικά» είπε ο Χάρι προσπαθώντας να μην αποκλίνει και πολύ από την αλήθεια. «Μήπως κοίταξες τα πράγματα που σου έστειλα;» «Ναι». Ο Νίμπακ ξανασήκωσε το ακουστικό, πληκτρολόγησε έναν αριθμό και ξύστηκε με μανία πίσω απ’ το αυτί του ενώ περίμενε. «Μάρτιν, μπορείς να έρθεις μέχρι εδώ; Ναι, για εκείνο το τεστ πρόκειται». Ο Νίμπακ κατέβασε το τηλέφωνο. Τρία δευτερόλεπτα σιωπής. Χαμογέλασε. Ο Χάρι ήξερε πως στο μυαλό του παιδευόταν να βρει κάποιο θέμα να γεμίσει το κενό. Ο Χάρι τσιμουδιά. Ο Νίμπακ έβηξε. «Έμενες στο κίτρινο σπίτι δίπλα στο μονοπάτι με τα χαλίκια, ε; Εγώ μεγάλωσα στο κόκκινο σπίτι στην κορυφή του λόφου. Η οικογένεια Νίμπακ;» «Σωστά» είπε ψέματα ο Χάρι, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά στον εαυτό του πόσο λίγα θυμόταν από τα παιδικά του χρόνια. «Το έχεις ακόμη το σπίτι;» Ο Χάρι κάθισε σταυροπόδι, ξέροντας ότι το ματσάκι δεν θα έληγε πριν έρθει αυτός ο Μάρτιν. «Ο πατέρας μου πέθανε πριν από μερικά χρόνια. Η πώληση τράβηξε λίγο, αλλά…» «Φαντάσματα». «Συγγνώμη;» «Είναι σημαντικό να διώξεις τα φαντάσματα πριν πουλήσεις ένα σπίτι, ε; Η μητέρα μου πέθανε πέρυσι, αλλά το σπίτι παραμένει άδειο. Είσαι παντρεμένος; Έχεις παιδιά;» Ο Χάρι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Kαι πέταξε το μπαλάκι. «Εσύ όμως είσαι, βλέπω». «Ε;» Digitalised By Jah®

«Το δαχτυλίδι σου» είπε ο Χάρι γνέφοντας προς το χέρι του. «Είχα κι εγώ ένα ολόιδιο κάποτε». Ο Νίμπακ σήκωσε την παλάμη με το δαχτυλίδι και χαμογέλασε. «Κάποτε; Χωρισμένος είσαι;» Ο Χάρι έβρισε από μέσα του. Τι σκατά έβρισκαν οι άνθρωποι στο κουτσομπολιό; Χωρισμένος; Φυσικά και ήταν χωρισμένος. Χωρισμένος από τον άνθρωπο που αγαπούσε. Τους ανθρώπους που αγαπούσε. Ο Χάρι έβηξε. «Α, ορίστε» είπε ο Νίμπακ. Ο Χάρι γύρισε το κεφάλι του κι αντίκρισε μια σκυφτή φιγούρα με μπλε εργαστηριακή ποδιά να τον κοιτάει αλλήθωρα από την πόρτα. Είχε μια μακριά μαύρη φράντζα που κάλυπτε το μεγάλο, χλωμό, σχεδόν κατάλευκό του μέτωπο. Μάτια ρουφηγμένα μες στο κρανίο. Ο Χάρι ούτε που τον είχε ακούσει να μπαίνει μέσα. «Από εδώ ο Μάρτιν Πραν, ένας από τους καλύτερους επιστήμονές μας» είπε ο Νίμπακ. Επίσης γνωστός και ως Κουασιμόδος, σκέφτηκε ο Χάρι. «Λοιπόν, Μάρτιν;» είπε ο Νίμπακ. «Αυτό που αποκαλείτε εσείς βιολίνη δεν είναι ηρωίνη αλλά ένα ναρκωτικό παρόμοιο με τη λεβορφανόλη». Ο Χάρι συγκράτησε το όνομα. «Τι είναι η λεβορφανόλη;» «Οπιοειδές με δύναμη πυρηνικής βόμβας» επενέβη ο Νίμπακ. «Εκπληκτικό αναλγητικό. Έξι με οκτώ φορές ισχυρότερο από τη μορφίνη. Τρεις φορές πιο δυνατό από την ηρωίνη». «Σοβαρά;» «Σοβαρά» είπε ο Νίμπακ. «Και κρατάει δυο φορές παραπάνω απ’ τη μορφίνη. Οκτώ με δώδεκα ώρες. Τρία μιλιγκράμ λεβορφανόλης ισούνται με ολική αναισθησία. Το μισό ενέσιμο». «Χμ, ακούγεται επικίνδυνο». «Όχι τόσο όσο φαντάζεσαι. Μέτριες δόσεις οπιοειδών σαν την ηρωίνη δεν καταστρέφουν άμεσα το σώμα. Η εξάρτηση το κάνει αυτό». Digitalised By Jah®

«Σοβαρολογείς; Εδώ οι ηρωινομανείς πεθαίνουν σαν τις μύγες». «Ναι, αλλά για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, η ηρωίνη που χρησιμοποιούν είναι αναμεμειγμένη με άλλες ουσίες που την καθιστούν ουσιαστικά δηλητήριο. Ηρωίνη και κοκαΐνη, παραδείγματος χάριν…» «Speedball» είπε ο Χάρι. «Σαν τον Τζον Μπελούσι». «Ας είν’ καλά η ψυχούλα του. Η δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτων είναι ότι η ηρωίνη εμποδίζει την αναπνοή. Αν πάρεις πολύ μεγάλη δόση, σταματάς ν’ αναπνέεις· τόσο απλά. Και καθώς τα επίπεδα ανοχής σου αυξάνονται, αυξάνεται κι η δόση που παίρνεις. Αλλά εδώ είναι που η λεβορφανόλη παρουσιάζει ενδιαφέρον: δεν εμποδίζει σχεδόν καθόλου την αναπνοή. Έτσι δεν είναι, Μάρτιν;» Ο Κουασιμόδος έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι του δίχως να σηκώσει το βλέμμα του. «Χμ» μουρμούρισε ο Χάρι παρατηρώντας τον Πραν. «Δυνατότερη από την ηρωίνη, με περισσότερη διάρκεια και λίγες πιθανότητες για υπερβολική δόση. Σαν το νέκταρ των τοξικομανών μού ακούγεται». «Εθισμός» είπε ο Κουασιμόδος. «Και τιμή». «Συγγνώμη;» «Το βλέπουμε στους διάφορους ασθενείς μας» αναστέναξε ο Νίμπακ. «Εθίζονται με τη μία» είπε και χτύπησε τα δάχτυλά του. «Αλλά με τους καρκινοπαθείς δεν τίθεται θέμα εθισμού. Ανεβάζουμε τη δόση του αναλγητικού σύμφωνα με κανόνες. Σκοπός μας είναι ν’ αποτρέψουμε τον πόνο, όχι να τον αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο. Συν τοις άλλοις, η παραγωγή ή εισαγωγή λεβορφανόλης κοστίζει ακριβά. Ίσως γι’ αυτό δεν τη βλέπουμε να κυκλοφορεί στους δρόμους». «Αυτό εδώ δεν είναι λεβορφανόλη». Ο Χάρι κι ο Νίμπακ γύρισαν και κοίταξαν τον Μάρτιν Πραν. «Είναι μεταλλαγμένο». Ο Πραν σήκωσε το κεφάλι του. Κι ο Χάρι είχε την εντύπωση πως τα μάτια του γυάλιζαν, λες κι είχε ανάψει ένα φωτάκι μες στο κεφάλι του. Digitalised By Jah®

«Πώς;» ρώτησε ο Νίμπακ. «Θα πάρει χρόνο να βρούμε πώς, αλλά φαίνεται ότι ένα από τα μόρια χλωρίου έχει αντικατασταθεί με μόριο φθορίου. Μπορεί και να μην είναι και τόσο ακριβό να κατασκευαστεί εντέλει». «Θεέ μου» είπε ο Νίμπακ. «Εννοείς αλά Ντρέζερ;» «Πιθανόν» είπε ο Πραν μ’ ένα αδιόρατο σχεδόν χαμόγελο. «Ο Χριστός κι η Παναγία!» φώναξε ο Νίμπακ, ξύνοντας το πίσω μέρος του κεφαλιού του και με τα δυο του χέρια, ενθουσιασμένος. «Τότε έχουμε πέσει σε ιδιοφυΐα! Ή σε κάποιον απίστευτα κωλόφαρδο». «Νομίζω ότι κάπου σας έχασα, παιδιά» είπε ο Χάρι. «Α, συγγνώμη» είπε ο Νίμπακ. «Ο Χάινριχ Ντρέζερ είναι ο τύπος που ανακάλυψε την ασπιρίνη το 1897. Κατόπιν, προσπάθησε να την τροποποιήσει. Όχι πολύ, ένα μόριο εδώ, ένα εκεί· και μπαμ! άρχισε αυτή να κολλάει με άλλους υποδοχείς στο ανθρώπινο σώμα. Έντεκα μέρες αργότερα, ο Ντρέζερ είχε βρει ένα ολοκαίνουργιο φάρμακο. Το πουλούσαν σαν σιρόπι για τον βήχα μέχρι και το 1913». «Και το φάρμακο αυτό ήταν;» «Το όνομά του έπαιζε με την ιδέα της ηρωίδας». «Ηρωίνη;» είπε ο Χάρι. «Ακριβώς». «Κι η επικάλυψη;» ρώτησε ο Χάρι τον Πραν. «Ονομάζεται υμένιο» είπε ο Κουασιμόδος. «Τι σχέση έχει το υμένιο;» Ήταν στραμμένος προς τη μεριά του Χάρι, μα το βλέμμα έπεφτε στον τοίχο από πίσω του. Σαν ζώο που ψάχνει διέξοδο, σκέφτηκε ο Χάρι. Ή ένα ζώο αγέλης που δεν ήθελε ν’ αντιμετωπίσει την πρόκληση ιεραρχίας που του απηύθυνε κάποιο άλλο ζώο κοιτάζοντάς το ίσια στα μάτια. Ή απλώς ένας άνθρωπος με περισσότερα προβλήματα κοινωνικής προσαρμογής απ’ το συνηθισμένο. Κάτι τράβηξε την προσοχή του Χάρι, κάτι που είχε σχέση με τον στραβό τρόπο που στεκόταν. Digitalised By Jah®

«Η Σήμανση λέει ότι οι καφετιές ρινίδες που βρέθηκαν στη βιολίνη προέρχονται από τη θραύση της επικάλυψης κάποιου χαπιού. Κι είναι το ίδιο... υμένιο που χρησιμοποιείται στα χάπια μεθαδόνης που παράγονται εδώ, στο νοσοκομείο Ράντιουμ». «Και λοιπόν;» είπε ο Πραν. «Είναι πιθανόν η βιολίνη να παράγεται εδώ στη Νορβηγία από κάποιον που έχει πρόσβαση στα χάπια σας;» Ο Στιγκ Νίμπακ κι ο Μάρτιν Πραν αντάλλαξαν ματιές. «Τροφοδοτούμε κι άλλα νοσοκομεία με αυτά τα χάπια, οπότε έχουν αρκετοί άνθρωποι πρόσβαση σε αυτά» είπε ο Νίμπακ. «Αλλά η βιολίνη είναι χημεία υψηλού επιπέδου». Ξεφύσηξε με δύναμη. «Εσύ τι λες, Πραν; Υπάρχει η δυνατότητα να επινοηθεί μια τέτοια ουσία από τη νορβηγική επιστημονική κοινότητα;» Ο Πραν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Ούτε κατά τύχη;» ρώτησε ο Χάρι. Ο Πραν ανασήκωσε τους ώμους του. «Όσο πιθανό είναι να έγραψε ο Μπραμς το Ein deutsches Requiem κατά τύχη». Ησυχία έπεσε στο δωμάτιο. Ούτε ο Νίμπακ είχε να προσθέσει τίποτα. «Καλώς» είπε ο Χάρι και σηκώθηκε όρθιος. «Ελπίζω να βοηθήσαμε κάπως» είπε ο Νίμπακ, απλώνοντας το χέρι του προς τον Χάρι πάνω απ’ το γραφείο. «Χαιρετίσματα στον Τρέσκο. Να υποθέσω ότι είναι ακόμη νυχτοφύλακας στη Χάφσλιν Ενεργκί προστατεύοντας τον διακόπτη ηλεκτροδότησης όλης της πόλης;» «Κάτι τέτοιο». «Δεν του αρέσει το φως της μέρας;» «Δεν του αρέσει η φασαρία». Ο Νίμπακ χαμογέλασε διστακτικά. Βγαίνοντας έξω, ο Χάρι κοντοστάθηκε δύο φορές. Μία για να παρατηρήσει το άδειο, σκοτεινό εργαστήριο. Κι ύστερα, έξω από την πόρτα που έγραφε πάνω της το όνομα του Μάρτιν Πραν. Έβγαινε Digitalised By Jah®

ακόμη φως από τη σχισμή. Ο Χάρι πίεσε το πόμολο προσεκτικά. Κλειδωμένη. Το πρώτο πράγμα που έκανε μπαίνοντας στο νοικιασμένο του αμάξι ήταν να τσεκάρει το κινητό του τηλέφωνο. Είδε μία αναπάντητη κλήση από την Μπέτε Λεν, αλλά ακόμη τίποτα από την Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Μέχρι να φτάσει στο στάδιο του Ούλεβολ ο Χάρι συνειδητοποίησε ότι δεν είχε υπολογίσει σωστά την ώρα: ο πληθυσμός με τη συντομότερη εργάσιμη ημέρα γυρνούσε σπίτι από τη δουλειά. Του πήρε πενήντα λεπτά να φτάσει στο Καριχάουγκεν.

Ο Σεργκέι καθόταν στο αμάξι του χτυπώντας τα δάχτυλά του στο τιμόνι. Θεωρητικά, η δουλειά του βρισκόταν από τη σωστή μεριά της κίνησης την απογευματινή ώρα αιχμής, μα όταν είχε νυχτερινή βάρδια κολλούσε στο μποτιλιάρισμα που έβγαινε από την πόλη. Τα αυτοκίνητα προχωρούσαν προς το Καριχάουγκεν με ταχύτητα λάβας που είχε αρχίσει να κρυώνει. Είχε ήδη γκουγκλάρει τον αστυνομικό. Είχε διαβάσει για τις παλιές υποθέσεις. Δολοφονίες. Είχε κανονίσει έναν κατά συρροή δολοφόνο στην Αυστραλία. Του κάθισε αυτό του Σεργκέι γιατί το ίδιο πρωί είχε τύχει να δει ένα αυστραλέζικο ντοκιμαντέρ στο κανάλι Animal Planet. Μιλούσε για την εξυπνάδα των κροκοδείλων της Βόρειας Επικράτειας, για το πώς μάθαιναν τις συνήθειες των θυμάτων τους. Οι κατασκηνωτές της υπαίθρου έστηναν τις σκηνές τους κοντά σ’ ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε μια λίμνη. Κατά μήκος του μονοπατιού ήταν ασφαλείς από τους κροκόδειλους, που λιάζονταν εμφανώς στο νερό και περίμεναν. Αν έμεναν και δεύτερο βράδυ, η διαδικασία θα επαναλαμβανόταν. Αν έμεναν και τρίτο και πήγαιναν να μαζέψουν νερό από το ίδιο μονοπάτι, δεν θα έβλεπαν πια τους κροκόδειλους. Παρά μόνο όταν θα έβγαιναν από τα χορτάρια για να γραπώσουν και να τραβήξουν το θύμα τους πίσω στη λίμνη. Στις φωτογραφίες που είχε βρει στο διαδίκτυο, ο αστυνομικός Digitalised By Jah®

φαινόταν να αισθάνεται άβολα. Λες και δεν του άρεσε να τον φωτογραφίζουν. Ή να τον παρακολουθούν. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Αντρέι. Μπήκε κατευθείαν στο ψητό. «Μένει στο ξενοδοχείο Λεόν». Η νοτιοσιβηριανή διάλεκτος ήταν στακάτη, σαν πολυβόλο, μα ο Αντρέι την έκανε ν’ ακούγεται απαλή και ρέουσα. Επανέλαβε τη διεύθυνση δυο φορές, αργά και καθαρά, κι ο Σεργκέι την απομνημόνευσε. «Ωραία» είπε, προσπαθώντας ν’ ακουστεί έτοιμος και πρόθυμος. «Θα ρωτήσω για τον αριθμό του δωματίου του. Και θα περιμένω στο τέρμα του διαδρόμου. Εκτός κι αν είναι το δωμάτιό του στο τέρμα του διαδρόμου. Έτσι ώστε φεύγοντας από το δωμάτιο και πηγαίνοντας προς το ασανσέρ ή τις σκάλες, να μου έχει γυρισμένη την πλάτη». «Όχι, Σεργκέι». «Όχι;» «Όχι μες στο ξενοδοχείο. Στο ξενοδοχείο θα είναι προετοιμασμένος». Ο Σεργκέι αναστατώθηκε. «Προετοιμασμένος; Τι εννοείς;» Άλλαξε λωρίδα και χώθηκε πίσω από ένα νοικιασμένο αμάξι, ενώ ο Αντρέι τού εξηγούσε ότι ο αστυνομικός είχε επικοινωνήσει με δυο πωλητές τους κι είχε προσκαλέσει τον αταμάν στο ξενοδοχείο Λεόν. Η υπόθεση μύριζε παγίδα από χιλιόμετρα μακριά. Ο αταμάν είχε δώσει σαφείς εντολές ότι ο Σεργκέι έπρεπε να κάνει τη δουλειά κάπου αλλού. «Μα πού;» «Περίμενέ τον στον δρόμο έξω από το ξενοδοχείο». «Ναι, αλλά πού θα το κάνω;» «Διάλεξε» είπε ο Αντρέι. «Εγώ προτιμώ τις ενέδρες». «Τις ενέδρες;» «Ναι, πάντα τις ενέδρες, Σεργκέι. Α, και κάτι ακόμα…» Digitalised By Jah®

«Ναι;» «Αρχίζει και χώνεται σε μέρη που δεν θέλουμε να χωθεί. Αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα έχει γίνει επείγον». «Και τι... τι σημαίνει αυτό;» « Ο αταμάν λέει να πάρεις όσο χρόνο χρειάζεσαι, αλλά όχι παραπάνω. Μην αναβάλεις για αύριο αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα. Κατάλαβες;» Όταν κλείσανε το τηλέφωνο ο Σεργκέι ήταν ακόμη κολλημένος στο μποτιλιάρισμα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόσο μόνος.

Η ώρα αιχμής ήταν στο φόρτε της και το μποτιλιάρισμα δεν αραίωνε πριν από το Μπέργκερ, λίγο πριν από τη διασταύρωση Σέσμου. O Χάρι είχε εγκλωβιστεί μες στο αμάξι του μία ώρα τώρα, κι είχε περάσει απ’ όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, πριν καταλήξει στον σταθμό κλασικής μουσικής της Νορβηγικής Ραδιοφωνίας μόνο και μόνο από αντίδραση. Είκοσι λεπτά αργότερα αντίκρισε επιτέλους την έξοδο για το αεροδρόμιο. Είχε καλέσει τον Τουρ Σουλτς καμιά δεκαριά φορές μες στη μέρα χωρίς να καταφέρει να επικοινωνήσει μαζί του. Ένας συνάδελφός του με τον οποίο μίλησε κάποια στιγμή τού είπε ότι δεν είχε ιδέα πού ήταν ο Τουρ κι ότι συνήθως βρισκόταν στο σπίτι όταν δεν πετούσε. Του έδωσε την ίδια διεύθυνση με αυτήν που ο Χάρι είχε βρει στο διαδίκτυο. Όταν η πινακίδα επιβεβαίωσε στον Χάρι ότι είχε έρθει στο σωστό μέρος, άρχισε να σκοτεινιάζει. Οδήγησε προσεκτικά ανάμεσα στα ολόιδια σπιρτόκουτα δεξιά κι αριστερά του νεοα​σφαλτωμένου δρόμου. Ο αμυδρός φωτισμός των σπιτιών τού επέτρεπε να διαβάζει τους αριθμούς τους, κι έτσι βρήκε ποιο ήταν του Τουρ Σουλτς. Ήταν πνιγμένο στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Χάρι πάρκαρε το αυτοκίνητο. Κοίταξε προς τον ουρανό. Κάτι ασημένιο πέρασε κάτω απ’ τον μαύρο θόλο· ένα αεροπλάνο, ένα σιωπηλό αρπακτικό. Τα φώτα του χάιδεψαν τις στέγες κι ύστερα το Digitalised By Jah®

κήτος εξαφανίστηκε κι έσυρε μαζί τον βρυχηθμό του, σαν νυφική πομπή. Ο Χάρι στάθηκε στην εξώπορτα, ακούμπησε το μάγουλό του στο τζάμι της και χτύπησε το κουδούνι. Περίμενε. Ξαναχτύπησε. Περίμενε για άλλο ένα λεπτό. Ύστερα κλότσησε το τζάμι. Πέρασε το χέρι του από μέσα, βρήκε το πόμολο κι άνοιξε την πόρτα. Δρασκέλισε τα σπασμένα γυαλιά και κατευθύνθηκε προς το καθιστικό. Το πρώτο που παρατήρησε ήταν το απόλυτο σκοτάδι: το δωμάτιο ήταν σκοτεινότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε να είναι, έστω και με τα φώτα σβηστά. Συνειδητοποίησε ότι οι κουρτίνες ήταν κλειστές. Παχιές κουρτίνες συσκότισης σαν κι αυτές που χρησιμοποιούσαν στη στρατιωτική βάση του Φίνμαρκ για να κλείνουν απέξω τον ήλιο του μεσονυχτίου. Το δεύτερο ήταν η αίσθηση ότι δεν ήταν μόνος του. Και, μιας κι η εμπειρία του έλεγε ότι τέτοιου είδους αισθήσεις συνοδεύονταν σχεδόν πάντα από απτά ερεθίσματα, συγκεντρώθηκε για ν’ ανακαλύψει τι μπορεί να την προξενούσε, προσπαθώντας να καταπνίξει την ενστικτώδη του αντίδραση − αυξημένους καρδιακούς παλμούς και την επιθυμία να γυρίσει πίσω από εκεί που είχε έρθει. Αφουγκράστηκε τριγύρω, μα το μόνο που ακουγόταν ήταν οι χτύποι του ρολογιού, πιθανόν από το διπλανό δωμάτιο. Μύρισε τον αέρα. Μύριζε μούχλα και κλεισούρα αλλά και κάτι άλλο, κάτι μακρινό αλλά κι οικείο συνάμα. Έκλεισε τα μάτια του. Συνήθως τα έβλεπε πριν έρθουν. Τόσα χρόνια είχε αναπτύξει διάφορους τρόπους για να τα διώχνει. Αλλά τώρα τον είχαν περικυκλώσει πριν προλάβει να ξεφύγει απ’ την πόρτα. Τα φαντάσματα. Μύριζε σκηνή του εγκλήματος. Άνοιξε τα μάτια του και θαμπώθηκε. Το φως. Γλίστρησε πάνω στο πάτωμα. Το ακολούθησε ο ήχος του αεροπλάνου κι αμέσως μετά το Digitalised By Jah®

δωμάτιο ξαναβυθίστηκε στο σκοτάδι. Αλλά πρόλαβε να το δει. Και του ήταν αδύνατον πια να καταπιέσει τους παλμούς της καρδιάς του και τη λαχτάρα να βγει αμέσως από εκεί μέσα. Ήταν το Σκαθάρι. Zjuk. Αιωρούνταν μπροστά απ’ το πρόσωπό του.

Digitalised By Jah®

21

ο πρόσωπό του ήταν χάλια. Ο Χάρι είχε ανάψει το φως του σαλονιού και κοιτούσε το πτώμα του άνδρα. Το δεξί αυτί ήταν καρφωμένο στο παρκέ και το πρόσωπό του είχε έξι βαθιούς αιμάτινους κρατήρες. Δεν χρειαζόταν να ψάξει για το φονικό όπλο· κρεμόταν μπροστά του, στο ύψος του κεφαλιού του, από ένα σχοινί που ήταν περασμένο σε μία δοκό στο ταβάνι. Ένα τούβλο από το οποίο εξείχαν έξι αιματοβαμμένα καρφιά. Ο Χάρι γονάτισε κι άπλωσε το χέρι του. Ο άνδρας ήταν ήδη παγωμένος κι είχε αρχίσει η νεκρική ακαμψία, παρόλο που το δωμάτιο ήταν ζεστό. Υπήρχαν σημάδια πτωματικής υπόστασης: η απουσία της κυκλοφορίας του αίματος σε συνδυασμό με τη βαρύτητα είχαν συγκεντρώσει το αίμα στα κατώτατα σημεία του σώματος, με αποτέλεσμα η κάτω μεριά των μπράτσων του να έχει μια ελαφριά κόκκινη χροιά. Ο άνδρας πρέπει να ήταν νεκρός εδώ και δώδεκα ώρες, υπολόγισε ο Χάρι. Το λευκό σιδερωμένο του πουκάμισο είχε σηκωθεί και φαινόταν η κοιλιά του. Δεν είχε ακόμη την πράσινη απόχρωση που παίρνουν τα σώματα όταν αρχίζουν να καταβροχθίζονται από τα βακτήρια − ένα φαγοπότι που συνήθως ξεκινούσε μετά τις σαράντα οκτώ ώρες κι απλωνόταν από το Digitalised By Jah®

Τ

στομάχι προς τα έξω. Στον λαιμό του κρεμόταν μια χαλαρωμένη γραβάτα. Το πτώμα φορούσε ένα μαύρο παντελόνι κουστουμιού και καλογυαλισμένα παπούτσια. Λες κι είχε γυρίσει από κάποια κηδεία ή από κάποια δουλειά στην οποία απαιτούνταν επίσημο ένδυμα, σκέφτηκε ο Χάρι. Έβγαλε το τηλέφωνό του κι αναρωτήθηκε αν έπρεπε να καλέσει την Άμεση Δράση ή απευθείας το Ανθρωποκτονιών. Σχημάτισε το τηλέφωνο της Άμεσης Δράσης καθώς κοιτούσε τριγύρω του. Δεν είχε παρατηρήσει σημάδια διάρρηξης και στο δωμάτιο δεν υπήρχαν ενδείξεις πάλης. Δεν υπήρχε κανένα άλλο στοιχείο πλην του τούβλου και του πτώματος, κι ο Χάρι ήξερε ότι ούτε η Σήμανση θα έβρισκε τίποτα όταν ερχόταν. Ούτε δαχτυλικά αποτυπώματα ούτε αποτυπώματα παπουτσιών ούτε δείγματα DNA. Ούτε οι επιθεωρητές του Ανθρωποκτονιών θα έβρισκαν τίποτα καινούργιο: κανένας γείτονας δεν θα είχε δει τίποτα, δεν θα έβρισκαν περίεργες φάτσες από τις κάμερες ασφαλείας στα γύρω βενζινάδικα, ούτε αποκαλυπτικά τηλεφωνήματα από και προς το σταθερό του Σουλτς. Τίποτα. Περιμένοντας το Κέντρο ν’ απαντήσει, ο Χάρι μπήκε στην κουζίνα. Ενστικτωδώς, περπατούσε αργά κι απέφευγε να ακουμπήσει το οτιδήποτε. Το βλέμμα του έπεσε στο τραπέζι, σ’ ένα πιάτο που περιείχε μια μισοφαγωμένη φέτα ψωμί με μορταδέλα. Στην πλάτη της καρέκλας ήταν ένα σακάκι, ανήκε στο ίδιο κουστούμι με το παντελόνι του πτώματος. Ο Χάρι έψαξε τις τσέπες και βρήκε τετρακόσιες κορόνες, μια άδεια εισόδου, ένα εισιτήριο τρένου και μια αεροπορική ταυτότητα. Τουρ Σουλτς. Το πρόσωπο της φωτογραφίας έμοιαζε με τα απομεινάρια που είχε δει στο σαλόνι. «Κέντρο». «Έχω βρει ένα πτώμα. Η διεύθυνση είναι…» Ο Χάρι παρατήρησε την άδεια εισόδου. «Ναι;» Κάτι του θύμιζε. Digitalised By Jah®

«Παρακαλώ;» Ο Χάρι πήρε στα χέρια του την άδεια. Επάνω έγραφε ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΟΣΛΟ . Kι από κάτω TΟΥΡ ΣΟΥΛΤΣ και μια ημερομηνία. Είχε επισκεφθεί το Αρχηγείο ή κάποιο αστυνομικό τμήμα πριν από δυο μέρες. Και τώρα ήταν νεκρός. «Παρακαλώ;» Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο. Κάθισε κάτω. Σκέφτηκε. Για ενενήντα λεπτά έψαχνε όλο το σπίτι. Ύστερα σκούπισε όλα τα μέρη όπου μπορεί να είχε αφήσει αποτυπώματα κι αφαίρεσε απ’ το κεφάλι του την πλαστική σακούλα που είχε στηρίξει μ’ ένα λαστιχάκι για να μην πέσει καμία τρίχα από τα μαλλιά του. Ήταν στάνταρ διαδικασία να καταγράφονται τα αποτυπώματα και το DNA όσων αξιωματικών ή επιθεωρητών εισέρχονταν σε οποιαδήποτε σκηνή εγκλήματος. Αν άφηνε για οποιονδήποτε λόγο οποιοδήποτε στοιχείο, θα τους έπαιρνε πέντε λεπτά για να διαπιστώσουν ότι ο Χάρι Χόλε είχε περάσει από εκεί. Το αποτέλεσμα της έρευνάς του ήταν τρία μικρά σακουλάκια κοκαΐνη και τέσσερα μπουκάλια μάλλον λαθραίου αλκοόλ. Κατά τ’ άλλα, ό,τι ακριβώς περίμενε: τίποτα. Έκλεισε την πόρτα, μπήκε στο αμάξι κι έφυγε. Αστυνομία του Όσλο. Σκατά. Σκατά.

Όταν έφτασε στο κέντρο, πάρκαρε το αυτοκίνητο και κάθισε χαζεύοντας από το παρμπρίζ. Ύστερα πήρε τηλέφωνο την Μπέτε. «Γεια σου, Χάρι». «Δύο πράγματα. Θα ήθελα μια χάρη. Και θα σου δώσω μια ανώνυμη πληροφορία ότι υπάρχει κι άλλο πτώμα στην υπόθεση». «Μόλις το έμαθα». Digitalised By Jah®

«Α, ναι;» είπε ο Χάρι έκπληκτος. «Η μέθοδος λέγεται Zjuk. Σκαθάρι, στα ρώσικα». «Τι εννοείς;» «Το τούβλο». «Ποιο τούβλο;» Ο Χάρι πήρε μια κοφτή ανάσα. «Εσύ τι εννοείς;» «Εγώ μιλάω για τον Γκόικε Τόσιτς». «Ποιος είναι αυτός;» «Ο τύπος που επιτέθηκε στον Όλεγκ». «Και λοιπόν;» «Βρέθηκε νεκρός στο κελί του». Ο Χάρι τυφλώθηκε από δυο προβολείς που έρχονταν προς το μέρος του. «Πώς...;» «Τώρα το ψάχνουν. Μάλλον κρεμάστηκε». «Ξέχνα την παθητική φωνή. Σκότωσαν και τον πιλότο». «Τι;» «Ο Τουρ Σουλτς βρίσκεται νεκρός στο πάτωμα του σπιτιού του, στο Γκαρντεμούεν». Πέρασαν δυο δευτερόλεπτα πριν η Μπέτε απαντήσει: «Θα ενημερώσω το Κέντρο». «Οκέι». «Και το δεύτερο;» «Ποιο δεύτερο;» «Είπες ότι ήθελες να μου ζητήσεις μία χάρη». «Α, ναι». Ο Χάρι έβγαλε την άδεια εισόδου από την τσέπη του. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να τσεκάρεις τη λίστα επισκεπτών στη ρεσεψιόν του Αρχηγείου; Δες ποιον επισκέφτηκε ο Τουρ Σουλτς πριν από δυο μέρες». Σιωπή, ξανά. «Μπέτε;» «Είσαι σίγουρος πως θα ’θελα να μπλεχτώ σε όλο αυτό, Χάρι;» «Είμαι σίγουρος ότι δεν θα ’θελες να μπλεχτείς σε όλο αυτό». Digitalised By Jah®

«Δεν μας παρατάς λέω εγώ;» Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Χάρι άφησε το αυτοκίνητο στο πολυώροφο γκαράζ στο τέρμα της Κβαντρατούρεν και κατευθύνθηκε προς το ξενοδοχείο Λεόν. Πέρασε έξω από ένα μπαρ και η μουσική που ακουγόταν από μέσα τού θύμισε το πρώτο βράδυ που είχε γυρίσει στο Όσλο − το «Come as you are» των Nirvana, που τον καλούσε εντός. Δεν κατάλαβε ότι είχε περάσει την ανοιχτή πόρτα μέχρι που στάθηκε μπροστά στην μπάρα. Γύρω του οι χώροι ξεδιπλώνονταν σαν μακρουλά δαιδαλώδη έντερα. Σε σκαμπό κάθονταν καμπουριασμένοι τρεις πελάτες. Έμοιαζε να είχε πέσει σε κηδεία που κρατούσε εδώ κι έναν μήνα. Μύριζε πτωματίλα και καμένη σάρκα. Ο μπάρμαν κοίταξε τον Χάρι μ’ ένα βλέμμα σε στιλ «ή παράγγειλε ή κοπάνα την» ενώ έβγαζε έναν φελλό από ένα τιρμπουσόν. Είχε ένα τατουάζ με τρία μεγάλα γοτθικά γράμματα στον λαιμό του: EAT. «Τι να βάλω;» φώναξε, καταφέρνοντας να σκεπάσει τη φωνή του Kurt Cobain που καλούσε τον Χάρι να έρθει ως φίλος. Ο Χάρι σάλιωσε τα χείλια του που είχαν ξαφνικά ξεραθεί. Κοίταξε τις περιστρoφικές κινήσεις του μπάρμαν. Κρατούσε ένα πολύ απλό τιρμπουσόν, από εκείνα που χρειάζονται έμπειρα χέρια και δυο τρεις στροφές, ακολουθούμενες από ένα γρήγορο τράβηγμα. Ο φελλός ήταν τρυπημένος πέρα για πέρα. Το μέρος όμως δεν πουλούσε κρασί. Τι άλλο πουλούσε τότε; Είδε τη στρεβλή αντανάκλασή του στον καθρέφτη πίσω από τον μπάρμαν. Το παραμορφωμένο του πρόσωπο. Όχι μόνο το δικό του όμως, ολωνών: τα πρόσωπα όλων των φαντασμάτων του. Ο Τουρ Σουλτς ήταν η πιο πρόσφατη προσθήκη. Το βλέμμα του περιεργάστηκε τις ετικέτες των μπουκαλιών μπροστά απ’ τα ράφια με τον καθρέφτη. Και βρήκε τον στόχο σαν πύραυλος θερμικής αναζήτησης. Ο παλιός του εχθρός: Digitalised By Jah®

Jim Beam. Ο Kurt Cobain φώναζε ότι δεν είχε πιστόλι. Ο Χάρι έβηξε. Μία και μοναδική φορά. Δεν είχε πιστόλι. Παρήγγειλε. «Ε;» φώναξε ο μπάρμπαν, σκύβοντας προς τα εμπρός. «Jim Beam». Δεν είχε πιστόλι. «Τζιν τι;» Ο Χάρι κατάπιε. Ο Cobain επανέλαβε τη λέξη memoria. Eίχε ξανακούσει το τραγούδι εκατοντάδες φορές, αλλά μόλις τώρα συνειδητοποιούσε ότι πάντα νόμιζε πως ο Cobain τραγουδούσε the more, και κάτι άλλο μετά. Ιn memoriam. Πού το είχε δει αυτό γραμμένο; Σε κάποιον τάφο; Στον καθρέφτη απέναντί του είδε κίνηση. Εκείνη τη στιγμή άρχισε να δονείται το τηλέφωνό του. «Τζιν τι;» φώναξε ο μπάρμαν, αφήνοντας το τιρμπουσόν στο μπαρ. Ο Χάρι έβγαλε το κινητό από την τσέπη του. Κοίταξε την οθόνη. «Ρ». Το σήκωσε. «Γεια σου, Ράκελ». «Χάρι;» Κι άλλη κίνηση ξοπίσω του. «Πολλή φασαρία γίνεται. Πού είσαι, Χάρι;» Ο Χάρι έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε γρήγορα προς την έξοδο. Ρούφηξε καυσαέριο αλλά και καθαρότερο αέρα απ’ ό,τι μέσα. «Μα τι κάνεις;» ρώτησε η Ράκελ. «Αναρωτιέμαι αν πρέπει να στρίψω αριστερά ή δεξιά» είπε ο Χάρι. «Εσύ;» «Πάω για ύπνο. Έχεις πιει;» «Τι;» Digitalised By Jah®

«Με άκουσες πολύ καλά. Το καταλαβαίνω στη φωνή σου, ξέρεις. Καταλαβαίνω όταν είσαι στρεσαρισμένος. Κι ακούγεσαι λες και είσαι σε μπαρ». Ο Χάρι έβγαλε το πακέτο με τα Camel. Το χτύπησε κι έβγαλε ένα τσιγάρο. Είδε το χέρι του που έτρεμε. «Πολύ χαίρομαι που πήρες, Ράκελ». «Χάρι;» Άναψε το τσιγάρο. «Ναι;» «Ο Χανς Κρίστιαν κανόνισε να κρατηθεί ο Όλεγκ σε κάποια απόρρητη τοποθεσία. Στον νομό του Έστλαντ είναι, αλλά κανείς δεν ξέρει πού». «Κάτι είναι κι αυτό». «Είναι καλός άνθρωπος, Χάρι». «Δεν αμφιβάλλω». «Χάρι;» «Εδώ είμαι». «Αν φυτεύαμε τίποτα στοιχεία; Αν φορτωνόμουν εγώ τον φόνο, θα με βοηθούσες;» Ο Χάρι πήρε μια τζούρα. «Όχι». «Γιατί όχι;» Η πόρτα άνοιξε πίσω από την πλάτη του Χάρι. Αλλά δεν ακούστηκαν βήματα να απομακρύνονται. «Θα σε πάρω από το ξενοδοχείο, οκέι;» Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο και διέσχισε στα γρήγορα τον δρόμο δίχως να κοιτάξει πίσω του.

Ο Σεργκέι παρακολούθησε τον άνδρα να διασχίζει τρέχοντας τον δρόμο. Τον είδε να μπαίνει στο ξενοδοχείο Λεόν. Παρά τρίχα. Πραγματικά. Πρώτα μες στο μπαρ κι ύστερα εδώ έξω, στον δρόμο. Digitalised By Jah®

Η παλάμη του Σεργκέι έσφιγγε ακόμη την κεράτινη λαβή του μαχαιριού μες στην τσέπη του. Η λεπίδα, ανοιχτή, έκοβε τη φόδρα του μπουφάν του. Δυο φορές πήγε να τον πιάσει από τα μαλλιά με το αριστερό χέρι· μετά το δεξί, να μαχαιρώνει τον λαιμό, σε σχήμα μισοφέγγαρου. Ναι, ο αστυνομικός ήταν ψηλότερος απ’ ό,τι είχε φανταστεί, αλλά δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Κανένα πρόβλημα. Καθώς έπεφταν οι σφυγμοί του, ο Σεργκέι ένιωσε να ανακτά την ηρεμία του. Την ηρεμία που είχε χάσει, την ηρεμία που είχε τσακίσει ο τρόμος του. Κι ένιωσε ξανά τον εαυτό του να φαντάζεται πώς θα ήταν όταν θα εκπλήρωνε την αποστολή του, όταν θα γινόταν ένα με την ιστορία που είχε φανταστεί. Διότι αυτό ήταν το μέρος για την ενέδρα. Ο Σεργκέι είχε δει τα μάτια του αστυνομικού καθώς κοίταζε τα μπουκάλια. Ήταν το βλέμμα του πατέρα του όταν είχε γυρίσει από τη φυλακή. Ο Σεργκέι ήταν κροκόδειλος στη λίμνη, κι ο κροκόδειλος ήξερε ότι ο άνδρας θα ξανάπαιρνε τον ίδιο δρόμο για να βρει κάτι να πιει. Το θέμα ήταν πόσο γρήγορα.

Ο Χάρι ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του στο δωμάτιο 301, φυσώντας τον καπνό του στο ταβάνι κι ακούγοντας τη φωνή της στο τηλέφωνο. «Ξέρω ότι έχεις κάνει πολύ χειρότερα πράγματα απ’ το φύτεμα στοιχείων» είπε εκείνη. «Γιατί όχι λοιπόν; Γιατί όχι για κάποιον που αγαπάς;» «Πίνεις λευκό κρασί;» είπε εκείνος. «Πού το ξέρεις ότι δεν είναι κόκκινο;» «Το ακούω στη φωνή σου». «Εξήγησέ μου λοιπόν γιατί δεν θες να με βοηθήσεις». «Μου επιτρέπεις;» «Ναι, Χάρι». Ο Χάρι έσβησε το τσιγάρο του στην άδεια κούπα του καφέ στο Digitalised By Jah®

κομοδίνο. «Εγώ, λοιπόν, ένας παραβάτης του νόμου και απολυμένος αστυνομικός, θεωρώ ότι οι νόμοι αξίζουν σεβασμό. Σε εκπλήσσει αυτό;» «Για συνέχισε». «Οι νόμοι είναι ο φράχτης που έχουμε υψώσει στην άκρη της αβύσσου. Κάθε φορά που κάποιος καταπατά τον νόμο καταπατά τον φράχτη. Κι εμείς πρέπει να τον επισκευάσουμε. Ο δράστης πρέπει να εξιλεωθεί». « Όχι· κάποιος πρέπει να εξιλεωθεί. Κάποιος πάντα την πληρώνει για να μάθει η κοινωνία ότι ο φόνος είναι μη αποδεκτός. Οποιοσδήποτε αποδιοπομπαίος τράγος μπορεί να επισκευάσει τον φράχτη». «Διαστρέφεις το πνεύμα των νόμων όπως σε συμφέρει. Δικηγόρος είσαι. Μη γίνεσαι αφελής». «Είμαι μητέρα, δουλεύω ως δικηγόρος. Κι εσύ, Χάρι; Αστυνομικός είσαι; Αυτό έχεις γίνει; Ρομποτάκι; Ένας δούλος στη μυρμηγκοφωλιά, υποταγμένος στις σκέψεις άλλων ανθρώπων; Αυτό είσαι; Λέγε!» «Χμ». «Δεν απαντάς;» «Εσύ γιατί λες να γύρισα στο Όσλο;» Παύση. «Χάρι;» «Ναι;» «Συγγνώμη». «Μην κλαις». «Ξέρω. Συγγνώμη». «Μη μου ζητάς συγγνώμη». «Καληνύχτα, Χάρι. Σε…» «Καληνύχτα». Ο Χάρι ξύπνησε. Κάτι είχε ακούσει. Κάτι που έπνιξε τον ήχο της χιονοστιβάδας και του τρεξίματός του στον διάδρομο. Κοίταξε το Digitalised By Jah®

ρολόι του. 01:34 π.μ. Το σπασμένο κουρτινόξυλο ακουμπούσε στο περβάζι κι έμοιαζε με τουλίπα. Σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω, στον ακάλυπτο. Ένας από τους σκουπιδοτενεκέδες είχε πέσει στο πλάι και κυλούσε από εδώ κι από εκεί. Ακούμπησε το μέτωπό του στο τζάμι.

Digitalised By Jah®

22

ταν νωρίς το πρωί και η κίνηση προχωρούσε σαν ψίθυρος προς την Γκρενλαντσλέιρετ. Ο Τρουλς ανέβηκε προς την είσοδο του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Λίγα βήματα πριν από την πόρτα με τα περίεργα φινιστρίνια, το μάτι του έπεσε στην κόκκινη αφίσα πάνω στη φιλύρα. Τότε έκανε μεταβολή και ήρεμα γύρισε από εκεί που είχε έρθει, αντίθετα με το ρεύμα της κίνησης στην Οσλογκάτε, με κατεύθυνση το νεκροταφείο. Το νεκροταφείο ήταν άδειο, κάτι που ήταν σύνηθες τέτοια ώρα. Από ζωντανούς φυσικά. Στάθηκε μπροστά στην ταφόπλακα του Α. Κ. Ριντ. Δεν υπήρχε κανένα μήνυμα γραμμένο πάνω της, άρα πρέπει να ήταν ημέρα πληρωμών. Έσκυψε κι έσκαψε το χώμα δίπλα στην ταφόπλακα. Έπιασε τον καφετή φάκελο και τον τράβηξε έξω. Αντιστάθηκε στον πειρασμό να τον ανοίξει και να μετρήσει τα χαρτονομίσματα επιτόπου. Τον έχωσε στην τσέπη του μπουφάν του. Πήγε να σηκωθεί, αλλά μια ξαφνική αίσθηση ότι τον παρακολουθούν τον έκανε να περιμένει λίγα δευτερόλεπτα, λες και συλλογιζόταν τον Α. Κ. Ριντ και την παροδική φύση της ζωής, κι άλλες τέτοιες μαλακίες. «Μείνε εκεί που είσαι, Μπέρντσεν». Μια σκιά κρεμόταν από πάνω του. Και μαζί της μια παγωνιά, λες Digitalised By Jah®

Ή

κι ο ήλιος είχε ξαφνικά κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα. Ο Τρουλς Μπέρντσεν ένιωσε λες κι έπεφτε στο κενό. Του ήρθε αναγούλα. Έτσι θα ήταν λοιπόν αν τον ανακάλυπταν. «Σου έχουμε μια άλλη δουλειά αυτή τη φορά». Ο Τρουλς ξανάνιωσε στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια του. Κι αυτή η φωνή, η ανεπαίσθητη προφορά. Ήταν εκείνος. Ο Τρουλς έριξε μια ματιά στο πλάι. Είδε τη φιγούρα να στέκεται σκυφτή δυο τάφους παραπέρα, σαν να προσευχόταν. «Πρέπει να βρεις πού έχουν κρύψει τον Όλεγκ Φάουκε. Κοίτα μπροστά σου!» Ο Τρουλς κοίταξε την πέτρα εμπρός του. «Προσπάθησα» είπε. «Μα δεν έχει καταχωριστεί πουθενά η μεταφορά του. Όχι εκεί που έχω εγώ πρόσβαση τουλάχιστον. Και κανείς δεν μοιάζει να τον ξέρει τον τύπο, οπότε υποθέτω ότι του έδωσαν ψεύτικο όνομα». «Να πας να μιλήσεις σε αυτούς που ξέρουν. Στον δικηγόρο του. Τον Σίμονσεν». «Γιατί όχι στη μάνα του; Αυτή πρέπει να...» «Όχι γυναίκες!» Οι λέξεις μαστίγωσαν τον αέρα. Έτσι και βρισκόταν κανείς άλλος στο νεκροταφείο θα τους είχε σίγουρα ακούσει. Κι ύστερα, πιο ήρεμα: «Μίλα με τον δικηγόρο του. Κι αν αυτό δεν πιάσει…». Στην παύση που ακολούθησε ο Μπέρντσεν άκουσε το θρόι​σμα ανάμεσα στις κορυφές των δέντρων. Ο αέρας έφταιγε, να· αυτός είχε φέρει το ξαφνικό κρύο. «...τότε υπάρχει κι ο Κρις Ρέντι» συνέχισε η φωνή. «Το παρατσούκλι του στους δρόμους είναι Αντίντας. Πουλάει…» «Σπιντ. Αντίντας σημαίνει αμφεταμ...» «Σκάσε, Μπέρντσεν, κι άκου». Ο Τρουλς το βούλωσε. Κι άκουσε. Όπως το βούλωνε κάθε φορά που κάποιος του έλεγε να σκάσει και ν’ ακούσει σε παρόμοιο τόνο. Όπως άκουγε όταν του έλεγαν να σκαλίσει στα σκατά. Όταν του Digitalised By Jah®

έλεγαν... Η φωνή τού έδωσε μία διεύθυνση. «Έχεις ακούσει φήμες, λέει, ότι ο Αντίντας γυρνάει από εδώ κι από εκεί και κομπάζει ότι αυτός πυροβόλησε τον Γκούστο Χάνσεν. Οπότε τον τσακώνεις και τον πας για ανάκριση. Κι αυτός ομολογεί τα πάντα. Αφήνω στο χέρι σου τις λεπτομέρειες ώστε να είναι εκατό τοις εκατό πιστευτή. Πρώτα όμως να πας να μιλήσεις με τον Σίμονσεν. Κατάλαβες;» «Ναι, αλλά γιατί να μου πει ο Αντίντας...» «Το γιατί δεν είναι δικό σου πρόβλημα, Μπέρντσεν. Η μοναδική σου ερώτηση πρέπει να είναι “πόσα”». Ο Τρουλς Μπέρντσεν ξεροκατάπιε. Ξανά και ξανά. Σκαλίζεις σκατά, τρως σκατά. «Πόσα;» «Α ναι, σωστά. Εξήντα χιλιάρικα». «Εκατό». Καμία απάντηση. «Ε!» Το μόνο που ακουγόταν όμως ήταν ο ψίθυρος από την πρωινή κίνηση. Ο Μπέρντσεν στάθηκε ακίνητος. Κοίταξε στο πλάι. Δεν υπήρχε κανείς. Ένιωσε τον ήλιο ν’ αρχίζει να τον ζεσταίνει ξανά. Καλές ήταν κι οι εξήντα χιλιάδες, ε;

Η ομίχλη σκέπαζε ακόμη το έδαφος όταν ο Χάρι έστριψε μπροστά στην είσοδο του κεντρικού οικήματος της φάρμας Σκέγιεν στις δέκα το πρωί. Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν τον περίμενε στα σκαλιά της εισόδου, χαμογελαστή, χτυπώντας τους μαυροντυμένους γοφούς της μ’ ένα μικρό μαστίγιο. Καθώς έβγαινε από το αυτοκίνητο, άκουσε τα χαλίκια να συνθλίβονται κάτω από τις μπότες της. «Καλημέρα, Χάρι. Τι ξέρεις από άλογα;» Ο Χάρι έκλεισε με δύναμη την πόρτα του αυτοκινήτου. «Έχω Digitalised By Jah®

χάσει πολλά λεφτά στα άλογα. Πιάνει;» «Α, ώστε είσαι και τζογαδόρος». «Εκτός από;» «Έκανα μια μικρή έρευνα. Τα επιτεύγματά σου αντισταθμίζονται από τα ελαττώματά σου. Έτσι τουλάχιστον λένε οι συνάδελφοί σου. Στο Χονγκ Κονγκ τα έχασες τα λεφτά;» «Στον ιππόδρομο του Χάπι Βάλεϊ. Μία και μόνη φορά». Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν άρχισε να περπατά προς ένα χαμηλό, κόκκινο κτίριο, κι εκείνος έπρεπε να ανοίξει το βήμα του για να τη φτάσει. «Έχεις ιππεύσει ποτέ, Χάρι;» «Ο παππούς μου είχε ένα από αυτά τα κλασικά νορβηγικά άλογα για τις δουλειές, στο Όνταλσνες. Ένα Ντόλαγκαμπ». «Έμπειρος αναβάτης, λοιπόν». «Μπα, άλλη μια από τις μοναδικές μου εμπειρίες. Ο παππούς έλεγε ότι τα άλογα δεν είναι παιχνίδια. Η ιππασία με μόνο σκοπό την ευχαρίστηση ήταν ένδειξη ασέβειας προς τα εργαζόμενα ζώα». Εκείνη σταμάτησε μπροστά από μία δοκό όπου ήταν ακουμπισμένες δύο στενές δερμάτινες σέλες. «Ούτε ένα από τα άλογά μου δεν έχει, ούτε πρόκειται ποτέ να γνωρίσει, τον ζυγό ή το άροτρο. Ενώ εγώ ετοιμάζω τα άλογα, σου προτείνω να πας εκεί» έδειξε το αγροτόσπιτο «και να βρεις τα ρούχα ιππασίας του πρώην συζύγου μου στην ντουλάπα της εισόδου. Δεν θα ’θελες να χαλάσεις το ωραίο σου κουστούμι, ε;». Στην ντουλάπα ο Χάρι βρήκε ένα πουλόβερ κι ένα τζιν παντελόνι που ήταν στο μέγεθός του. Ο πρώην σύζυγος πρέπει να είχε όμως μικρότερα πόδια γιατί κανένα από τα παπούτσια δεν του έκανε. Μέχρι που βρήκε ένα ζευγάρι μπλε αθλητικά του νορβηγικού στρατού στο βάθος της ντουλάπας. Όταν ξαναβγήκε στην αυλή, η Ιζαμπέλε τον περίμενε με δύο σελωμένα άλογα. Ο Χάρι άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού του νοικιασμένου αυτοκινήτου, κάθισε στο κάθισμα με τα πόδια προς τα έξω, άλλαξε παπούτσια, έβγαλε τις εσωτερικές τους σόλες και Digitalised By Jah®

φόρεσε τα γυαλιά ηλίου του που τα είχε φυλαγμένα στο ντουλαπάκι. «Έτοιμος». «Αυτή εδώ είναι η Μέδουσα» είπε η Ιζαμπέλε, χαϊδεύοντας τη μουσούδα ενός καστανοκόκκινου αλόγου. «Είναι ένα Όλντενμπουργκ από τη Δανία, ιδανική φυλή για ντρεσάζ. Δέκα χρονών κι αρχηγός του κοπαδιού. Κι αυτός είναι ο Μπάλντερ, πέντε χρονών, ευνουχισμένος, οπότε θ’ ακολουθεί τη Μέδουσα». Του έδωσε τα ηνία του Μπάλντερ και πήδηξε στην πλάτη της Μέδουσας. Ο Χάρι τη μιμήθηκε· έβαλε το αριστερό του πόδι στον αριστερό αναβολέα και κάθισε στη σέλα. Χωρίς να περιμένει εντολή, το άλογο ξεκίνησε να προχωρά ζωηρά πίσω από τη Μέδουσα. Δεν ήταν ακριβές ότι είχε ιππεύσει μόνο μία φορά, αλλά τούτο εδώ το άλογο ήταν διαφορετικό από του παππού του, που ήταν σταθερό σαν φορτηγό πλοίο. Έπρεπε να κρατάει ο ίδιος την ισορροπία του πάνω στη σέλα, κι όταν έσφιγγε με τα γόνατα το άλογο ένιωθε τα πλευρά του και την κίνηση των μυών του. Μόλις η Μέδουσα ανέπτυξε ταχύτητα κατά μήκος του λιβαδιού κι ο Μπάλντερ ακολούθησε, ο Χάρι ένιωσε λες κι είχε ανάμεσα στα πόδια του μια ιππική Φόρμουλα 1. Στο τέλος του λιβαδιού πήραν ένα μονοπάτι που χανόταν μες στο δάσος, προς την κορυφογραμμή. Όταν κάποια στιγμή το μονοπάτι χωρίστηκε στα δύο από ένα δέντρο, ο Χάρι προσπάθησε να στρίψει τον Μπάλντερ προς τ’ αριστερά. Μα εκείνος τον αγνόησε κι ακολούθησε τα ίχνη της Μέδουσας από τα δεξιά του κορμού. «Νόμιζα ότι οι επιβήτορες ήταν αρχηγοί του κοπαδιού» είπε ο Χάρι. «Κατά κανόνα έτσι είναι» απάντησε η Ιζαμπέλε γυρίζοντας το κεφάλι της ελαφριά προς τα πίσω. «Έχει σχέση με τον χαρακτήρα του αλόγου. Μια δυνατή, φιλόδοξη κι έξυπνη φοράδα μπορεί να κατατροπώσει τους πάντες, αν θέλει». «Κι εσύ θες». Digitalised By Jah®

Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν γέλασε. «Φυσικά. Αν είναι να πετύχεις κάτι, πρέπει και να το θέλεις. Η πολιτική έχει να κάνει με την απόκτηση εξουσίας. Και για ν’ αποκτήσει κανείς εξουσία πρέπει να μάθει ν’ αντέχει στον ανταγωνισμό». «Κι εσένα σου αρέσει ο ανταγωνισμός;» Την είδε να ανασηκώνει τους ώμους της. «Ο ανταγωνισμός είναι υγιές πράγμα. Σημαίνει ότι στο τέλος τις αποφάσεις θα τις πάρουν οι ισχυρότεροι και οι καλύτεροι κι αυτό είναι προς όφελος όλου του κοπαδιού». «Κι οι νικητές ζευγαρώνουν με όποιον θέλουν;» Η Ιζαμπέλε δεν απάντησε. Ο Χάρι την κοιτούσε. Η πλάτη της ήταν λυγερή και οι σφιχτοί γλουτοί της έμοιαζαν να κάνουν μασάζ στην πλάτη του αλόγου, καθώς πήγαιναν πέρα δώθε με τις απαλές κινήσεις των γοφών της. Έφτασαν σ’ ένα ξέφωτο. Ο ήλιος έλαμπε. Μόνο εδώ κι εκεί είχαν απομείνει μικρά συννεφάκια ομίχλης. «Ας τ’ αφήσουμε να ξεκουραστούν λίγο» είπε η Ιζαμπέλε Σκέγιεν, κατεβαίνοντας από το άλογό της. Έδεσαν τα δύο ζώα σ’ ένα δέντρο κι η Ιζαμπέλε ξάπλωσε στο γρασίδι. Έκανε νόημα στον Χάρι να τη μιμηθεί. Εκείνος κάθισε δίπλα της και φόρεσε ξανά τα γυαλιά ηλίου του. «Ανδρικά είναι αυτά τα γυαλιά;» τον πείραξε. «Με προστατεύουν απ’ τον ήλιο» είπε ο Χάρι, βγάζοντας ένα πακέτο τσιγάρα. «Μ’ αρέσει αυτό». «Τι σ’ αρέσει;» «Μ’ αρέσουν οι άνδρες που είναι σίγουροι για τον ανδρισμό τους». Ο Χάρι γύρισε και την κοίταξε. Στηριζόταν στους αγκώνες της κι είχε ανοίξει ένα κουμπί απ’ το πουκάμισό της. Ευχήθηκε τα γυαλιά του να είναι πραγματικά σκούρα. Εκείνη χαμογέλασε. «Λοιπόν, τι έχεις να μου πεις για τον Γκούστο;» ρώτησε ο Χάρι. «Μου αρέσουν οι γνήσιοι άνδρες» είπε εκείνη. Ακόμα μεγαλύτερο Digitalised By Jah®

χαμόγελο. Μια καφετιά λιβελούλα τούς προσπέρασε μουρμουρίζοντας κατά την τελευταία της φθινοπωρινή πτήση. Στον Χάρι δεν άρεσε το βλέμμα της. Δεν του είχε αρέσει από την πρώτη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι του στη φάρμα. Ήταν γεμάτο με την προσδοκία της απόλαυσης. Ούτε ίχνος από τη βασανιστική ανησυχία που θα έπρεπε να νιώθει κάποιος που απειλούνταν μ’ ένα σκάνδαλο ικανό να τινάξει την καριέρα του στον αέρα. «Δεν μου αρέσουν τα ψέματα» είπε. «Ούτε οι μπλόφες». Τα μάτια της, στεφανωμένα με μπλε μάσκαρα, έλαμψαν θριαμβευτικά. «Πήρα τηλέφωνο κάποιον γνωστό μου στην αστυνομία, βλέπεις. Κι εκτός του ότι μου είπε διάφορα για τον θρυλικό επιθεωρητή Χάρι Χόλε, μου εξήγησε επίσης ότι δεν είχαν γίνει αναλύσεις αίματος στην υπόθεση του Γκούστο Χάνσεν. Το δείγμα είχε προφανώς καταστραφεί. Δεν υπάρχει αίμα της ομάδας μου κάτω από κανένα νύχι, Χάρι. Μπλόφαρες». Ο Χάρι άναψε ένα τσιγάρο. Δεν ένιωθε τ’ αυτιά του και τα μάγουλά του να γεμίζουν αίμα. Αναρωτήθηκε μήπως ήταν πια πολύ γέρος για να κοκκινίσει. «Χμ. Αν η μοναδική επαφή που είχες με τον Γκούστο ήταν κάποιες αθώες συνεντεύξεις, γιατί φοβήθηκες τόσο πολύ όταν σου είπα ότι θα στείλω το δείγμα στο εργαστήριο;» Εκείνη κάγχασε απαλά. «Ποιος είπε ότι φοβήθηκα; Ίσως το μόνο που ήθελα ήταν να σε φέρω μέχρι εδώ. Για να χαρείς τη φύση, και λοιπά και λοιπά». Επιβεβαιώνοντας ότι ήταν όντως πολύ μεγάλος πια για να κοκκινίσει, ο Χάρι ξάπλωσε στο γρασίδι και φύσηξε τον καπνό του προς τον ανεκδιήγητα καταγάλανο ουρανό. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να βρει διάφορους καλούς λόγους να μην πηδήξει την Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Υπήρχαν πολλοί. «Τόσο κακό είναι αυτό;» συνέχισε εκείνη. «Το μόνο που λέω είναι Digitalised By Jah®

ότι είμαι μια μόνη, ενήλικη γυναίκα με φυσιολογικές ανάγκες. Δεν σημαίνει ότι δεν είμαι και σοβαρή. Ποτέ δεν θα μπλεκόμουν με κάποιον που δεν θεωρώ αντάξιό μου, όπως ο Γκούστο». Άκουσε τη φωνή της πιο κοντά του τώρα. «Ενώ με έναν ψηλό, ενήλικο άνδρα…» Ακούμπησε το ζεστό της χέρι στην κοιλιά του. «Ξάπλωσες με τον Γκούστο κι εδώ που είμαστε τώρα;» ρώτησε ο Χάρι απαλά. «Τι;» Σηκώθηκε στους αγκώνες του κι έγνεψε προς τα παπούτσια που φορούσε. «Η ντουλάπα σου ήταν γεμάτη ακριβά ανδρικά παπούτσια, νούμερο 42. Τα μόνα που ήταν 45άρια ήταν αυτά εδώ τ’ αθλητικά». «Και λοιπόν; Δεν εγγυώμαι ότι δεν είχα ποτέ επισκέψεις από κάποιον άνδρα που φορούσε νούμερο 45». Το χέρι της άρχισε να χαϊδεύει το στομάχι του πάνω κάτω. «Τα συγκεκριμένα αθλητικά κατασκευάζονταν εδώ και χρόνια για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Όταν αποφάσισαν ν’ αλλάξουν μοντέλο, ό,τι περίσσευμα είχαν το έδωσαν σε φιλανθρωπικές οργανώσεις. Στην αστυνομία τούς έχουμε βγάλει κι όνομα, παπούτσια τζάνκι, μιας και τα μοιράζει ο Στρατός της Σωτηρίας στον Φάρο. Το ερώτημα φυσικά είναι γιατί ένας οποιοσδήποτε επισκέπτης θα έφευγε αφήνοντας πίσω του ένα παλιό ζευγάρι παπούτσια. Και η απάντηση είναι, επειδή πιθανόν να φόρεσε ένα καινούργιο». Το χέρι της Ιζαμπέλε Σκέγιεν σταμάτησε να κινείται, κι έτσι ο Χάρι συνέχισε. «Ένας συνάδελφος μου έδειξε φωτογραφίες από τη σκηνή του εγκλήματος. Όταν ο Γκούστο δολοφονήθηκε φορούσε ένα φτηνιάρικο παντελόνι, αλλά ένα ζευγάρι πανάκριβα παπούτσια. Alberto Fasciani, αν δεν κάνω λάθος. Είσαι πολύ γενναιόδωρη. Πόσα έδωσες; Πέντε χιλιάρικα;» «Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς». Τράβηξε το χέρι της. Ο Χάρι κοίταξε συνοφρυωμένος τη στύση του. Πίεζε ήδη το Digitalised By Jah®

εσωτερικό του παντελονιού που είχε δανειστεί. Τέντωσε τα πόδια του. «Άφησα τις σόλες των παπουτσιών στο αμάξι. Ήξερες ότι ο ιδρώτας των ποδιών είναι καταπληκτικό δείγμα DNA; Είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε και μικρά ξύσματα δέρματος. Και πόσα καταστήματα στο Όσλο να έχουν παπούτσια μάρκας Alberto Fasciani; Ένα; Δύο; Εν πάση περιπτώσει, τι πιο απλό απ’ το να ελέγξουμε την πιστωτική σου κάρτα». Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν είχε καθίσει με την πλάτη στητή. Κοιτούσε μακριά, τον ορίζοντα. «Βλέπεις όλα εκείνα τα χωράφια;» τον ρώτησε. «Δεν είναι υπέροχα; Πόσο μου αρέσει η καλλιεργημένη γη. Σιχαίνομαι τα δάση. Εκτός από αυτά που έχουν φυτευτεί. Σιχαίνομαι το χάος». Ο Χάρι παρατήρησε το προφίλ της. Η λεπίδα της μύτης της έμοιαζε πραγματικά επικίνδυνη. «Μίλησέ μου για τον Γκούστο Χάνσεν». Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της. «Για ποιον λόγο; Προφανώς, έχεις καταλάβει από μόνος σου». «Ποιος προτιμάς να σου θέσει τις ερωτήσεις; Εγώ ή η Verdens Gang;» Εκείνη κάγχασε. «Ο Γκούστο ήταν νέος κι όμορφος. Κάτι τέτοιοι επιβήτορες είναι ωραίοι να τους βλέπεις, μα έχουν περίεργα γονίδια. Ο βιολογικός του πατέρας ήταν ένας εγκληματίας και η μάνα του τοξικομανής, σύμφωνα με τον θετό του πατέρα. Δεν ήταν άλογο για εκτροφή· αν και στην ίππευση ήταν πολύ διασκεδαστικό…» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Οκέι, ερχόταν εδώ, κάναμε σεξ. Καμιά φορά του έδινα και λίγα χρήματα. Πήγαινε και μ’ άλλους, δεν είχαμε κάτι το ιδιαίτερο». «Ζήλευες;» «Να ζηλέψω;» Η Ιζαμπέλε κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Ποτέ δεν ζήλεψα για το σεξ. Κι εγώ πήγαινα με άλλους. Κι ύστερα από λίγο, με κάποιον ξεχωριστό. Τότε ξέκοψα απ’ τον Γκούστο. Ή Digitalised By Jah®

ίσως να είχε ξεκόψει πρώτος αυτός. Δεν φαινόταν να χρειάζεται πια το χαρτζιλίκι του. Λίγο καιρό αργότερα όμως με ξαναπήρε τηλέφωνο. Άρχισε να μου γίνεται βάρος. Νομίζω ότι είχε οικονομικά προβλήματα. Και πρόβλημα ναρκωτικών». «Τι είδους άνθρωπος ήταν;» «Εγωιστής, αφερέγγυος, γοητευτικός. Ένας μαλάκας με αυτοπεποίθηση». «Και τι ήθελε;» «Σου μοιάζω με ψυχολόγο, Χάρι;» «Όχι». «Όχι. Οι άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν και τόσο πολύ». «Σοβαρά;» Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν κούνησε το κεφάλι της. Κοίταξε τον ορίζοντα. Τα μάτια της υγράνθηκαν. «Ο Γκούστο ήταν μόνος του» είπε. «Πώς το ξέρεις αυτό;» «Ξέρω πώς είναι η μοναξιά, γι’ αυτό. Απεχθανόταν τον εαυτό του». «Έχοντας αυτοπεποίθηση;» «Δεν είναι αντιφατικά αυτά τα δύο. Μπορεί να ξέρεις πολύ καλά τις δυνατότητές σου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι βλέπεις και στον εαυτό σου έναν άνθρωπο που μπορεί ν’ αγαπηθεί». «Και πού οφείλεται όλο αυτό;» «Σου είπα, δεν είμαι ψυχολόγος». «Σωστά». Ο Χάρι περίμενε. Η Ιζαμπέλε ξερόβηξε. «Οι γονείς του τον έδωσαν για υιοθεσία. Νομίζεις ότι κάτι τέτοιο δεν επηρεάζει ένα αγόρι; Πίσω από την πόζα και τη μάσκα του σκληρού, ήταν ένα αγόρι που πίστευε ότι δεν άξιζε και πολλά πολλά. Τόσα όσα άξιζαν κι εκείνοι που τον είχαν παρατήσει. Απλή λογική, μίστερ ψευτοαστυνόμε». Digitalised By Jah®

Ο Χάρι την κοίταξε. Κατένευσε. Παρατήρησε ότι το βλέμμα του την έκανε να αισθάνεται άβολα. Απέφυγε όμως να ρωτήσει αυτό που εκείνη περίμενε: Κι εσύ; Πόσο μόνη σου είσαι και πόσο πολύ απεχθάνεσαι τον εαυτό σου κάτω από τη μάσκα που φοράς; «Και τον Όλεγκ; Τον συνάντησες ποτέ;» «Ποιον; Το αγόρι που συνέλαβαν για τον φόνο; Ποτέ. Τον είχε αναφέρει μια δυο φορές ο Γκούστο, λέγοντας ότι ήταν ο κολλητός του. Νομίζω ότι ήταν ο μοναδικός του φίλος». «Κι η Ιρένε;» «Κι αυτήν την είχε αναφέρει. Την είχε σαν αδερφή του». «Ήταν αδερφή του». «Όχι εξ αίματος, Χάρι. Δεν είναι το ίδιο». «Ποτέ;» «Οι άνθρωποι είναι αφελείς, νομίζουν ότι μπορούν ν’ αγαπήσουν ανιδιοτελώς. Μα η αγάπη δεν είναι τίποτε άλλο απ’ την ανάγκη να μεταδώσεις τα γονίδια που μοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τα δικά σου. Το βλέπω στην εκτροφή των αλόγων καθημερινά, πίστεψέ με. Και, ναι, οι άνθρωποι είναι σαν τα άλογα: ζώα της αγέλης. Ο πατέρας θα προστατεύσει τον βιολογικό του γιο, ο αδερφός τη βιολογική του αδερφή. Σε μια σύγκρουση, παίρνουμε ενστικτωδώς το μέρος αυτών που μοιάζουν περισσότερο με εμάς. Φαντάσου να βρίσκεσαι σε μια ζούγκλα και ξαφνικά να πέφτεις πάνω σ’ έναν άλλο λευκό άνδρα, ντυμένο σαν κι εσένα, να παλεύει μ’ έναν ημίγυμνο μαύρο βαμμένο με τα χρώματα του πολέμου. Έχουν κι οι δυο τους μαχαίρια, παλεύουν μέχρι θανάτου. Εσύ έχεις όμως όπλο. Ποιο είναι το πρωταρχικό σου ένστικτο; Να πυροβολήσεις τον λευκό και να σώσεις τον μαύρο; Δεν νομίζω». «Χμ. Και τι αποδεικνύει όλο αυτό;» «Αυτό αποδεικνύει ότι η αφοσίωσή μας είναι γενετικά προγραμματισμένη. Σαν ομόκεντροι κύκλοι που απλώνονται προς τα έξω. Το κέντρο είμαστε εμείς και τα γονίδιά μας». «Άρα εσύ θα πυροβολούσες έναν από τους δύο για να σώσεις τα Digitalised By Jah®

γονίδιά σου». «Χωρίς δεύτερη σκέψη». «Και γιατί δεν τους πυροβολείς και τους δύο για να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο;» Εκείνη τον κοίταξε καλά. «Τι εννοείς;» «Πού ήσουν το βράδυ που δολοφονήθηκε ο Γκούστο;» «Τι;» Έκλεισε το ένα μάτι της λόγω του ήλιου και του χαμογέλασε πλατιά. «Υποπτεύεσαι ότι σκότωσα τον Γκούστο, Χάρι; Κι ότι ήθελα να τη φέρω στον... πώς τον είπαμε, Όλεγκ;» «Απάντησέ μου». «Θυμάμαι πού βρισκόμουν γιατί το ξανασκέφτηκα όταν διάβασα στις εφημερίδες για τον φόνο. Ήμουν σε μια συνάντηση με τους εκπροσώπους του τμήματος Ναρκωτικών της Αστυνομίας. Θα έλεγα ότι είναι αξιόπιστοι μάρτυρες. Θες και τα ονόματά τους;» Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Τίποτα άλλο;» «Ναι. Τι ξέρεις γι’ αυτόν τον τύπο με το όνομα Ντουμπάι;» «Ντουμπάι, ε; Κάτι λίγα, όσα και οι άλλοι δηλαδή. Κυκλοφορούν διάφορες φήμες, αλλά η αστυνομία δεν φαίνεται να κάνει καμία πρόοδο. Κλασικά, οι επαγγελματίες του είδους πάντα τη σκαπουλάρουν». Ο Χάρι προσπάθησε να εντοπίσει κάποια αλλαγή στις κόρες των ματιών της, στο χρώμα του προσώπου της. Αν η Ιζαμπέλε Σκέγιεν έλεγε ψέματα, τότε ήταν πολύ ικανή στο να το κρύβει. «Σε ρωτάω γιατί έχεις καθαρίσει τους δρόμους απ’ όλους τους εμπόρους ναρκωτικών εκτός από τον Ντουμπάι και κάτι άλλες μικρές συμμορίες». «Όχι εγώ, Χάρι. Εγώ είμαι μια απλή γραμματέας που ακολουθεί τις αποφάσεις της Επιτροπής Κοινωνικών Υπηρεσιών και την πολιτική του Δημαρχείου. Αυτό που λες, το καθάρισμα των δρόμων, είναι ουσιαστικά δουλειά της Αστυνομίας». «Ίσως η Νορβηγία να είναι η χώρα του παραμυθιού, Σκέγιεν, αλλά Digitalised By Jah®

ζω τα τελευταία χρόνια στον πραγματικό κόσμο. Κι ο πραγματικός κόσμος καθοδηγείται από δύο είδη ανθρώπων: αυτούς που θέλουν δύναμη κι αυτούς που θέλουν χρήματα. Οι πρώτοι θέλουν ανδριάντες, οι δεύτεροι ευχαρίστηση. Και το νόμισμα που χρησιμοποιούν στις μεταξύ τους συναλλαγές λέγεται διαφθορά». «Έχω δουλειά, Χόλε. Πού το πας;» «Εκεί που οι άλλοι δίστασαν να πάνε είτε από φόβο είτε από έλλειψη φαντασίας. Αν ζήσεις σε μια πόλη αρκετό καιρό, αρχίζεις και βλέπεις ό,τι συμβαίνει σαν ένα ψηφιδωτό από λεπτομέρειες που ήδη γνωρίζεις. Αλλά κάποιος νεόφερτος στην πόλη δεν βλέπει τις λεπτομέρειες, μόνο ολόκληρη την εικόνα. Και η εικόνα δείχνει ότι η κατάσταση στο Όσλο έχει ευνοήσει δύο ομάδες ανθρώπων: τους εμπόρους, που ελέγχουν την αγορά για την πάρτη τους, και τους πολιτικούς, που πιστώνονται την εκκαθάριση των δρόμων». «Υπονοείς ότι είμαι διεφθαρμένη;» «Είσαι;» Είδε την οργή στα μάτια της. Ήταν αναμφίβολα γνήσια. Δεν ήξερε όμως αν ήταν η οργή του δίκαιου ή του παγιδευμένου. Και ξαφνικά, εκείνη έσκασε στα γέλια. Ένα κελαηδιστό, αναπάντεχα κοριτσίστικο γέλιο. «Μ’ αρέσεις, Χάρι» είπε και σηκώθηκε όρθια. «Ξέρω καλά τους άνδρες κι οι περισσότεροι είναι λαπάδες όταν τα βρίσκουν σκούρα. Νομίζω πως εσύ είσαι η εξαίρεση». «Ε, τουλάχιστον τώρα ξέρεις τι κουμάσι είμαι» απάντησε εκείνος. «Η πραγματικότητα με καλεί, αγαπητέ μου». Ο Χάρι γύρισε και είδε τα χυμώδη οπίσθια της Ιζαμπέλε Σκέγιεν να λικνίζονται καθώς πήγαινε προς τα άλογά τους. Την ακολούθησε. Έβαλε το πόδι του στον αναβολέα. Ανέβηκε στον Μπάλντερ. Σήκωσε το βλέμμα και συνάντησε το δικό της. Ένα μικρό, πονηρό χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο κέντρο του σκληρού, όμορφου, γλυπτού προσώπου της. Του έστειλε ένα φιλί. Ρούφηξε τα χείλη της με δύναμη κι έχωσε με ορμή τις φτέρνες της Digitalised By Jah®

στα πλευρά της Μέδουσας. Η πλάτη της ταλαντεύτηκε απαλά καθώς το τεράστιο ζώο όρμησε προς τα εμπρός. Ο Μπάλντερ πετάχτηκε απροειδοποίητα, μα ο Χάρι κατάφερε να κρατηθεί στην πλάτη του. Η Ιζαμπέλε προπορευόταν. Οι οπλές της Μέδουσας εκτόξευαν λάσπες. Η φοράδα αύξησε την ταχύτητά της κι ο Χάρι είδε την αλογοουρά να στέκεται όρθια καθώς εξαφανίστηκε πίσω από μια στροφή. Έπιασε τα ηνία πιο κοντά στον λαιμό του αλόγου, όπως του είχε μάθει ο παππούς του, χωρίς να τα τραβάει. Το μονοπάτι ήταν τόσο στενό, που τα κλαριά των δέντρων τον χτυπούσαν. Έσκυψε πάνω στη σέλα και πίεσε τα γόνατά του πάνω στο άλογο. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να το σταματήσει, κι έτσι επικεντρώθηκε στο να κρατήσει τα πόδια του στους αναβολείς και το κεφάλι του χαμηλά. Με την άκρη των ματιών του έβλεπε τα δέντρα να περνούν γρήγορα, σαν κόκκινες και κίτρινες ρίγες. Αυτόματα, σηκώθηκε πάνω απ’ τη σέλα ρίχνοντας το βάρος του στα γόνατα και τους αναβολείς. Ένιωθε τους μυς των γοφών του να κυματίζουν. Είχε την αίσθηση ότι καθόταν πάνω σε βόα. Είχαν βρει κάπως έναν ρυθμό μαζί, αναβάτης και άλογο, συνοδευόμενο από τον βροντερό καλπασμό των οπλών πάνω στο χώμα. Μια αίσθηση φόβου τον κατέκλυσε, μαζί με μια αίσθηση εμμονής. Το μονοπάτι ίσιωσε και πενήντα μέτρα μπροστά τους ο Χάρι είδε την Ιζαμπέλε με τη Μέδουσα. Για μια στιγμή, η εικόνα έμοιαζε να παγώνει, να σταματά, λες και άλογο κι αναβάτης αιωρούνταν στον αέρα. Κι ύστερα η Μέδουσα συνέχισε τον καλπασμό της. Το επόμενο δευτερόλεπτο ο Χάρι κατάλαβε. Ένα πολύτιμο δευτερόλεπτο. Στην Αστυνομική Ακαδημία είχε διαβάσει επιστημονικές αναφορές που εξηγούσαν ότι, την ώρα της καταστροφής, ο ανθρώπινος εγκέφαλος προσπαθούσε να επεξεργαστεί τεράστιες ποσότητες πληροφοριών σε κλάσματα δευτερολέπτου. Σε ορισμένους αστυνομικούς αυτό δημιουργούσε μία αίσθηση παράλυσης. Σε άλλους, μία αίσθηση ότι ο χρόνος είχε σταματήσει, Digitalised By Jah®

ότι περνούσε όλη η ζωή μπροστά απ’ τα μάτια τους, κι έτσι κατάφερναν να κάνουν έναν απίθανο αριθμό παρατηρήσεων και αναλύσεων της κατάστασης. Όπως αυτή που έλεγε ότι είχαν μόλις καλύψει είκοσι μέτρα τρέχοντας με εβδομήντα χιλιόμετρα την ώρα κι απέμεναν μόνο τριάντα μέτρα κι ενενήντα δευτερόλεπτα μέχρι το χάσμα πάνω απ’ το οποίο είχε μόλις πηδήξει η Μέδουσα. Κι ότι ήταν αδύνατον να δει πόσο μεγάλο ήταν. Κι ότι η Μέδουσα ήταν ένα εκπαιδευμένο, ώριμο άλογο ντρεσάζ, με εκπαιδευμένο αναβάτη, ενώ ο Μπάλντερ ήταν ένας νεότερος, μικρότερος ίππος που κουβαλούσε πάνω στην πλάτη του έναν αρχάριο ενενήντα κιλών. Κι ότι ο Μπάλντερ ήταν ζώο της αγέλης κι η Ιζαμπέλε Σκέγιεν το ήξερε πολύ καλά αυτό. Κι ότι ήταν πολύ αργά για να σταματήσουν. Ο Χάρι χαλάρωσε τα χέρια του στα ηνία κι έχωσε τις σόλες του στα πλευρά του αλόγου. Ένιωσε την ταχύτητά του ν’ αυξάνεται. Κι ύστερα, σιωπή. Ο καλπασμός είχε σταματήσει. Πετούσαν. Από κάτω τους, ο Χάρι είδε την κορυφή ενός δέντρου κι ένα ποταμάκι. Κι ύστερα έπεσε προς τα εμπρός και χτύπησε το κεφάλι του στον σβέρκο του αλόγου. Έπεσαν.

Digitalised By Jah®

23

ραγε να ’σουν κι εσύ κλέφτης, μπαμπά; Γιατί εγώ πάντα ήξερα ότι θα γινόμουν εκατομμυριούχος. Το σύνθημά μου ήταν «κλέψε μόνο όταν αξίζει τον κόπο», οπότε ήμουν πάντα υπομονετικός. Και περίμενα. Περίμενα τόσο πολύ, που όταν μου παρουσιάστηκε πια η ευκαιρία νόμιζα ότι την άξιζα. Το σχέδιο ήταν απλό και ευφυές. Ενόσω ο Όντιν κι οι τσοπεράδες του θα βρίσκονταν στη συνάντηση με τον γέρο στα ΜακΝτόναλντς, ο Όλεγκ κι εγώ θα κλέβαμε μέρος της ηρωίνης τους απ’ το κρησφύγετο στο Άλναμπρου. Καταρχήν, δεν θα υπήρχε κανείς στο κλαμπ, αφού ο Όντιν θα είχε πάρει μαζί του όλους τους μπρατσαράδες. Κατά δεύτερον, δεν θα μάθαινε ποτέ ότι τον είχαν κλέψει, αφού η αστυνομία θα τον έκανε τσακωτό στα ΜακΝτόναλντς. Θα μας ευγνωμονούσε μάλιστα αργότερα από το εδώλιο του κατηγορουμένου που είχαμε ελαφρύνει το φορτίο που βρήκαν οι μπάτσοι κατά την έφοδό τους. Το μόνο πρόβλημα ήταν η υπόλοιπη μπατσαρία και ο γέρος. Αν η αστυνομία καταλάβαινε ότι κάποιος είχε μπει κι είχε βουτήξει το πράμα πριν έρθουν αυτοί, κι αν αυτό έφτανε στ’ αυτιά του γέρου, τότε την είχαμε κάτσει. Το πρόβλημα μπορούσε να λυθεί με τον τρόπο που μου είχε μάθει ο γέρος· κάνοντας ροκέ, μια στρατηγική συμμαχία. Πήγα κατευθείαν στην Digitalised By Jah®

Ά

πολυκατοικία στο Μάνγκλερουντ. Αυτή τη φορά ο Τρουλς Μπέρντσεν ήταν σπίτι. Με κοιτούσε με δυσπιστία καθώς του εξηγούσα τι θα συνέβαινε, αλλά δεν σκιάχτηκα. Γιατί είχα δει την απληστία στα μάτια του. Κι άλλος ένας από αυτούς τους τύπους που αναζητούν εκδίκηση, που νομίζουν ότι με τα χρήματα μπορούν ν’ αγοράσουν το φάρμακο κατά της απελπισίας, της μοναξιάς και της πίκρας. Ότι υπάρχει δικαιοσύνη κι ότι είναι καταναλωτικό αγαθό, σαν να λέμε. Του εξήγησα ότι θα χρειαστούμε την εμπειρία του για να καλύψουμε όποια τυχόν ίχνη αφήσουμε πίσω μας και για να κάψουμε οτιδήποτε βρει η αστυνομία. Ίσως και να ρίχναμε τις υποψίες σε κάποιον άλλον, αν χρειαζόταν. Είδα τη λάμψη στα μάτια του όταν είπα ότι θα πάρουμε πέντε από τα είκοσι κιλά. Δυο για μένα, δυο γι’ αυτόν, ένα για τον Όλεγκ. Έκανε τον υπολογισμό: 1,2 επί δύο φορές, 2,4 εκατομμύρια για την πάρτη του. «Κι έχεις μιλήσει μόνο σ’ αυτόν τον Όλεγκ;» ρώτησε. «Σ’ το ορκίζομαι». «Έχετε όπλα;» «Έχουμε ένα Οντέσα. Μαζί». «Ε;» «Είναι η φτηνή βερσιόν των Στέτσκιν». «Καλά. Eίναι απίθανο να κάτσουν να ψάξουν οι επιθεωρητές αν λείπουν τίποτα κιλά εφόσον δεν υπάρχουν σημάδια διάρρηξης. Μήπως φοβάσαι ότι θα σε πιάσει ο Όντιν;» «Όχι» είπα. «Χέστηκα για τον Όντιν. Το αφεντικό μου φοβάμαι. Δεν ξέρω πώς, αλλά γνωρίζω ότι ξέρει πάρα πολύ καλά πόση ηρωίνη έχουν εκεί μέσα. Μέχρι και το τελευταίο γραμμάριο». «Θέλω τα μισά» είπε. «Το άλλο μισό μοιραστείτε το με τον Μπόρις». «Όλεγκ». «Να χαίρεσαι που η μνήμη μου δεν είναι τόσο καλή. Δουλεύει κι απ’ την ανάποδη. Θα μου πάρει μισή μέρα να σ’ εντοπίσω και μια Digitalised By Jah®

στιγμή να σε καταστρέψω» είπε και τόνισε το «ρ» με πάθος. Ο Όλεγκ βρήκε το κόλπο να συγκαλύψουμε τη ληστεία. Ήταν τόσο απλό και προφανές, που δεν ξέρω γιατί δεν το σκέφτηκα πρώτος εγώ. «Θ’ ανταλλάξουμε ό,τι κλέψουμε με πατατάλευρο. Η αστυνομία θα καταγράψει πόσα κιλά κατάσχεσε, όχι την ποιότητα του περιεχομένου, σωστά;» Όπως είπα και πριν, το σχέδιο ήταν απλούστατο και ευφυές. Το ίδιο βράδυ που ο γέρος ήταν σε πάρτι γενεθλίων με τον Όντιν στα ΜακΝτόναλντς συζητώντας την τιμή της βιολίνης στο Ντράμεν και το Λίλεστρομ, ο Μπέρντσεν, ο Όλεγκ κι εγώ στεκόμασταν στο σκοτάδι από την έξω μεριά του φράχτη της λέσχης μοτοσικλετιστών του Άλναμπρου. Ο Μπέρντσεν είχε τεθεί επικεφαλής και φορούσαμε νάιλον κάλτσες στο κεφάλι, μαύρα μπουφάν και γάντια. Στα σακίδιά μας κουβαλούσαμε σιδερικά, ηλεκτρικό τρυπάνι, κατσαβίδι, λοστό κι έξι κιλά πατατάλευρο σε πλαστικές σακούλες. Ο Όλεγκ κι εγώ ξέραμε πού ήταν όλες οι κάμερες παρακολούθησης των Λος Λόμπος, αλλά, έτσι όπως σκαρφαλώσαμε στον φράχτη και τρέξαμε προς τον αριστερό τοίχο, παραμείναμε μονίμως σε τυφλό σημείο. Ξέραμε ότι δεν είχε σημασία πόση φασαρία κάναμε, αφού από κάτω μας περνούσε ο αυτοκινητόδρομος Ε6. Ο Μπέρντσεν τρύπησε τον τοίχο, ενώ ο Όλεγκ φυλούσε τσίλιες κι εγώ σιγομουρμούριζα το «Been Caught Stealing», που ήταν στο σάουντρακ του ηλεκτρονικού Grand Theft Auto του θετού αδερφού μου, του Στάιν, ο οποίος μου είχε πει ότι το τραγουδούσε το συγκρότημα Jane’s Addiction. Tο θυμόμουν γιατί το όνομά τους ήταν πολύ κουλ, πολύ πιο κουλ απ’ τα τραγούδια τους. Ο Όλεγκ κι εγώ ξέραμε τον χώρο, μα η διάταξη της λέσχης ήταν πολύ απλή έτσι κι αλλιώς: είχε μία μεγάλη αίθουσα − κι αυτό ήταν. Μιας και όλα τα παράθυρα είχαν ξύλινα παντζούρια, το σχέδιο ήταν να κάνουμε μια τρύπα στον τοίχο και να σιγουρευτούμε ότι δεν ήταν κανείς μέσα πριν μπούμε. Ο Μπέρντσεν επέμενε πολύ σ’ αυτό, αρνιόταν να πιστέψει ότι ο Όντιν θ’ άφηνε είκοσι κιλά Digitalised By Jah®

ηρωίνης, αξίας είκοσι πέντε εκατομμυρίων το σύνολο, αφύλαχτα. Εμείς ξέραμε τον Όντιν λίγο καλύτερα. Αλλά τελικά τού κάναμε το χατίρι. Προείχε η ασφάλεια. «Έτοιμος» είπε ο Μπέρντσεν, κρατώντας το ηλεκτρικό τρυπάνι που σιώπησε μ’ ένα τελευταίο γρύλισμα. Έβαλα το μάτι μου στην τρύπα. Δεν έβλεπα Χριστό. Ή τα φώτα ήταν σβηστά ή δεν είχαμε τρυπήσει πέρα ως πέρα. Γύρισα προς τον Μπέρντσεν, που σκούπιζε το τρυπάνι. «Τι κωλομόνωση είναι αυτή;» είπε, σηκώνοντας το ένα του δάχτυλο, από το οποίο έτρεχε κάτι που έμοιαζε με κρόκο αυγού και τρίχες. Πήγαμε δυο μέτρα πιο δίπλα κι ανοίξαμε καινούργια τρύπα. Κοίταξα μέσα. Κι είδα τη γνώριμή μου λέσχη. Με τις γνωστές της δερμάτινες πολυθρόνες, το γνωστό μπαρ και την ίδια φωτογραφία της Κάρεν ΜακΝτούγκαλ − Κουνελάκι της Χρονιάς πάνω σε μία φτιαγμένη μοτοσικλέτα. Ποτέ δεν έμαθα τι απ’ όλα τούς καύλωνε πιο πολύ αυτούς τους τύπους: οι γκόμενες ή οι μηχανές. «Όλα εντάξει» είπα. Η πίσω πόρτα ήταν γεμάτη λουκέτα και κλειδαριές. «Δεν είπες ότι υπήρχε μία μόνο κλειδαριά;» είπε ο Μπέρντσεν. «Έτσι ήταν. Προφανώς ο Όντιν έχει αρχίσει και γίνεται παρανοϊκός». Το σχέδιο ήταν να τρυπήσουμε και ν’ αφαιρέσουμε την κλειδαριά και να την ξαναβιδώσουμε στη θέση της καθώς θα φεύγαμε, ώστε να μην υπάρχουν ίχνη διάρρηξης. Και τώρα γινόταν η δουλειά, αλλά όχι στον χρόνο που είχαμε υπολογίσει. Στρωθήκαμε κι αρχίσαμε. Είκοσι λεπτά αργότερα, ο Όλεγκ τσέκαρε το ρολόι του και μας είπε να βιαστούμε. Δεν ξέραμε πότε ακριβώς θα την έπεφταν οι μπάτσοι, μόνο ότι θα συνέβαινε κάποια στιγμή μετά τις συλλήψεις κι ότι οι συλλήψεις θα γίνονταν αρκετά γρήγορα γιατί ο Όντιν δεν ήταν τόσο μαλάκας ώστε να περιμένει έχοντας καταλάβει ότι ο γέρος δεν θα εμφανιζόταν. Μας πήρε μισή ώρα να τρυπήσουμε όλες τις μαλακίες, τρεις φορές Digitalised By Jah®

παραπάνω απ’ ό,τι είχαμε υπολογίσει. Βγάλαμε τα σιδερικά, τραβήξαμε τις κάλτσες πάνω απ’ τα πρόσωπά μας και μπουκάραμε μέσα, με πρώτο τον Μπέρντσεν. Δεν προλάβαμε να περάσουμε την πόρτα, όταν ο τύπος γονάτισε στο ένα πόδι και κράτησε το σιδερικό του μπροστά στο στήθος του και με τα δυο του χέρια, λες κι ήταν στις Ειδικές Δυνάμεις. Σε μια καρέκλα προς τον δυτικό τοίχο καθόταν ένας άνδρας. Ο Όντιν είχε αφήσει τον Τούτου να φυλάει τη λέσχη. Στην αγκαλιά του υπήρχε μια κομμένη καραμπίνα. Μα ο φύλακας καθόταν με τα μάτια του κλειστά, το στόμα ορθάνοιχτο και το κεφάλι ακουμπισμένο πίσω στον τοίχο. Υπήρχαν φήμες ότι ο Τούτου κεκέδιζε ακόμα κι όταν ροχάλιζε, αλλά τώρα κοιμόταν σαν μωρό. Ο Μπέρντσεν σηκώθηκε όρθιος και πήγε στις μύτες των ποδιών του μέχρι τον Τούτου, με το πιστόλι του μπροστά. Τον ακολουθήσαμε, στις μύτες των ποδιών μας. «Βλέπω μόνο μια τρύπα» μου ψιθύρισε ο Όλεγκ. «Τι;» απάντησα στον ίδιο τόνο. Και τότε κατάλαβα. Κοίταξα την τελευταία τρύπα που κάναμε με το τρυπάνι. Κι υπολόγισα πού πρέπει να βρισκόταν η πρώτη. «Όχι, ρε γαμώτο» ψιθύρισα. Παρόλο που δεν υπήρχε πια κανένας λόγος να ψιθυρίζω. Ο Μπέρντσεν είχε φτάσει μπροστά απ’ τον Τούτου. Τον σκούντησε. Ο Τούτου έπεσε στο πλάι και κύλησε στο πάτωμα. Έμεινε εκεί, με το πρόσωπο στο μπετόν, κι εμείς μείναμε να χαζεύουμε τη στρογγυλή τρύπα στο πίσω μέρος του κρανίου του. «Ναι, το τρυπάνι μπήκε για τα καλά» είπε ο Μπέρντσεν. Έβαλε το δάχτυλό του στην τρύπα στον τοίχο. «Γάμησέ τα» ψιθύρισα στον Όλεγκ. «Πόσες πιθανότητες πια;» Εκείνος δεν απάντησε. Είχε κολλήσει το βλέμμα του στο πτώμα λες και δεν ήξερε αν ήθελε να ξεράσει ή να κλάψει. «Γκούστο» είπε στο τέλος «τι κάναμε;». Digitalised By Jah®

Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, αλλά άρχισα να γελάω. Μου ήταν αδύνατον να το βουλώσω. Από τη μια η σουπερμανική κίνηση του μπάτσου με τον προγναθισμό κι η απελπισία στο πρόσωπο του Όλεγκ, πατικωμένο απ’ την κάλτσα. Κι από την άλλη ο Τούτου −που, κοίτα να δεις τελικά, είχε μυαλό− με το στόμα του ορθάνοιχτο. Γελούσα τόσο πολύ, που άρχισα να τσιρίζω. Μέχρι που έφαγα ένα χαστούκι κι είδα αστράκια. «Μαζέψου για να μη φας κι άλλο» είπε ο Μπέρντσεν, τρίβοντας την παλάμη του. «Ευχαριστώ» είπα και το εννοούσα. «Πάμε να βρούμε τη σκόνη». «Πρώτα πρέπει να βρούμε τι σκατά θα κάνουμε με τον Τρυπιοκέφαλο εδώ χάμω» είπε. «Τίποτα» είπα. «Τώρα θα πάρουν χαμπάρι έτσι κι αλλιώς ότι κάποιος μπήκε μέσα». «Όχι, αν μεταφέρουμε τον Τούτου στο αμάξι και ξαναβιδώσουμε τις κλειδαριές» είπε ο Όλεγκ με μια διαπεραστική, δακρύβρεχτη φωνή. «Αν ανακαλύψουν ότι λείπει σκόνη, θα υποθέσουν ότι τη σούφρωσε και την κοπάνησε». Ο Μπέρντσεν κοίταξε τον Όλεγκ κι έγνεψε καταφατικά. «Ξύπνιο το φιλαράκι σου, Γκούστο “Χέσεν”. Άντε, πάμε». «Πρώτα τη σκόνη» είπα. «Πρώτα τον Τρυπιοκέφαλο» είπε ο Μπέρντσεν. «Τη σκόνη» επανέλαβα. «Τον Τρυπιοκέφαλο». «Έχω σκοπό να γίνω εκατομμυριούχος απόψε, ψηλολέλεκα». Ο Μπέρντσεν σήκωσε το χέρι του. «Τον Τρυπιοκέφαλο». «Σκάστε!» Γυρίσαμε κι οι δυο και κοιτάξαμε τον Όλεγκ. «Απλή λογική. Αν ο Τούτου δεν βρίσκεται στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου πριν έρθει η αστυνομία, χάνουμε και τα ναρκωτικά και την ελευθερία μας. Αν ο Τούτου, κι όχι η σκόνη, είναι στο πορτμπαγκάζ, χάνουμε μόνο τα εκατομμύρια». Ο Μπέρντσεν γύρισε και με κοίταξε. «Ο Μπόρις συμφωνεί μαζί Digitalised By Jah®

μου, “Χέσεν”. Δύο εναντίον ενός». «Οκέι» είπα. «Τραβάτε να μεταφέρετε το πτώμα και πάω να ψάξω τη σκόνη». «Λάθος» είπε ο Μπέρντσεν. «Εμείς μεταφέρουμε το πτώμα κι εσύ ξεπλένεις ό,τι κολλάει». Έδειξε τον επιτοίχιο νεροχύτη δίπλα στο μπαρ. Έριξα νερό σ’ έναν κουβά ενώ ο Όλεγκ κι ο Μπέρντσεν πήραν από ένα πόδι κι άρχισαν να τραβάνε τον Τούτου προς την έξοδο, αφήνοντας πίσω τους μια γραμμή αίματος. Κάτω απ’ το λάγνο βλέμμα της Κάρεν ΜακΝτούγκαλ καθάρισα τον τοίχο και το πάτωμα από αίμα και μυαλά. Μόλις είχα τελειώσει και πήγαινα να βρω επιτέλους τη σκόνη, άκουσα έναν ήχο από τη μεριά του αυτοκινητόδρομου. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ο ήχος δεν με αφορούσε. Το γεγονός ότι γινόταν όλο και πιο δυνατός μπορεί και να ήταν προϊόν της φαντασίας μου. Σειρήνες από περιπολικά. Κοίταξα στο μπαρ, στο γραφείο και την τουαλέτα. Ένα απλό δωμάτιο ήταν γαμώτο, ούτε έξτρα όροφος, ούτε υπόγειο, πού κρύβει κανείς είκοσι κιλά ηρωίνης; Κι ύστερα το βλέμμα μου έπεσε στην εργαλειοθήκη. Και στο λουκέτο της. Που δεν είχα ξαναδεί. Ο Όλεγκ μού φώναξε κάτι από την πόρτα. «Δώσ' μου τον λοστό!» φώναξα. «Πρέπει να φύγουμε! Έρχονται!» «Τον λοστό!» «Τώρα, Γκούστο!» Το ήξερα ότι ήταν εκεί μέσα. Είκοσι πέντε εκατομμύρια κορόνες μπροστά στα μάτια μου, σ’ ένα ξύλινο κωλόκουτο. Άρχισα να κλοτσάω την κλειδαριά. «Θα σου ρίξω, Γκούστο!» Γύρισα και τον κοίταξα. Με σημάδευε με το κωλο-Οντέσα. Όχι ότι υπήρχε περίπτωση να με πετύχει από τόσο μακριά, πάνω από δέκα μέτρα απόσταση, αλλά η ιδέα και μόνο ότι είχε γυρίσει το όπλο καταπάνω μου... Digitalised By Jah®

«Αν σε πιάσουν, θα μας πιάσουν κι εμάς!» φώναξε, πνιγμένος στα δάκρυα. «Έλα, ρε γαμώτο!» Ξαναχτύπησα το λουκέτο. Οι σειρήνες όλο και δυνάμωναν. Το θέμα με τις σειρήνες, πάντως, είναι ότι ακούγονται κοντύτερα απ’ ό,τι είναι. Ένας ήχος, σαν χτύπημα μαστιγίου, αντήχησε στον τοίχο από πάνω μου. Κοίταξα προς την πόρτα και πάγωσε το αίμα μου. Ήταν ο Μπέρντσεν. Στεκόταν με το αστυνομικό του περίστροφο να καπνίζει στο χέρι. «Δεν πρόκειται να αστοχήσω ξανά» είπε ήρεμα. Κλότσησα το κουτί μια τελευταία φορά. Κι ύστερα έτρεξα προς τα έξω. Ίσα ίσα προλάβαμε να πηδήξουμε τον φράχτη και να βγάλουμε από το κεφάλι μας τις κάλτσες, όταν μας χτύπησαν οι προβολείς των περιπολικών. Προχωρήσαμε ήρεμα προς το μέρος τους. Αυτά μας προσπέρασαν, έστριψαν στη γωνία και σταμάτησαν μπροστά από τη λέσχη. Ανεβήκαμε τον λόφο όπου είχε παρκάρει ο Μπέρντσεν. Μπήκαμε στο αυτοκίνητό του και φύγαμε. Περνώντας μπροστά από τη λέσχη, γύρισα και κοίταξα τον Όλεγκ, που καθόταν στο πίσω κάθισμα. Το πρόσωπό του φωτίστηκε από μπλε φως. Είχε πρηστεί από το κλάμα και τη νάιλον κάλτσα. Είχε ρέψει τελείως και κοιτούσε το σκοτάδι λες κι ήταν έτοιμος να πεθάνει. Κανείς μας δεν είπε τίποτα μέχρι που ο Μπέρντσεν σταμάτησε το αμάξι σε μια στάση λεωφορείου στο Σίνσεν. «Τα σκάτωσες, “Χέσεν”» είπε. «Δεν ήξερα για τις έξτρα κλειδαριές!» «Τη λέξη “προετοιμασία” δεν την έχεις ξανακούσει;» ρώτησε ο Μπέρντσεν. «Αναγνώριση εδάφους; Τώρα θα βρούμε την πόρτα ανοιχτή και τις κλειδαριές ξεβιδωμένες». Συνειδητοποίησα ότι το πρώτο πληθυντικό αναφερόταν στους Digitalised By Jah®

μπάτσους. Τι μουρλός τύπος. «Πήρα τις κλειδαριές και τα λουκέτα» είπε ο Όλεγκ μυξοκλαίγοντας. «Θα μοιάζει λες κι ο Τούτου έγινε καπνός μόλις άκουσε τις σειρήνες, δεν είχε καν ώρα να κλειδώσει. Και τα σημάδια από τις βίδες μπορεί να έχουν μείνει από κάποια διάρρηξη που έγινε οποιαδήποτε στιγμή τον τελευταίο χρόνο, σωστά;» Ο Μπέρντσεν κοίταξε τον Όλεγκ μέσα από το καθρεφτάκι. «Άκου να μαθαίνεις, “Χέσεν”. Ή μάλλον, μην ακούς. Το Όσλο δεν χρειάζεται κι άλλους ξύπνιους κλέφτες». «’Ντάξει» είπα. «Αλλά ούτε κι είναι έξυπνη ιδέα να παρκάρεις πάνω σε διπλή κίτρινη γραμμή μπροστά σε στάση λεωφορείου, μ’ ένα πτώμα στο πορτμπαγκάζ». «Συμφωνώ» είπε ο Μπέρντσεν. «Βγείτε λοιπόν». «Το πτώμα…» «Θα το κανονίσω εγώ». «Πού;...» «Δεν είναι δική σας δουλειά αυτή! Έξω είπα!» Βγήκαμε έξω κι είδαμε το αυτοκίνητο του Μπέρντσεν να σπινάρει και να φεύγει. «Από εδώ και πέρα πρέπει να τον αποφεύγουμε αυτόν τον τύπο» είπα. «Γιατί;» «Γιατί μόλις σκότωσε κάποιον, Όλεγκ. Πρέπει να εξαφανίσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Πρώτα πρέπει να βρει να θάψει το πτώμα. Και μετά…» «Πρέπει να εξαφανίσει τους αυτόπτες μάρτυρες». Έγνεψα καταφατικά. Ένιωθα εντελώς ντάουν. Κι ύστερα μου ήρθε μια αισιόδοξη σκέψη. «Δεν σου φάνηκε να έχει κάποιο καλό μέρος στο μυαλό του όπου θα πάει να θάψει τον Τούτου;» «Με τα χρήματα θα μετακόμιζα στο Μπέργκεν με την Ιρένε» είπε εκείνος. Γύρισα και τον κοίταξα. Digitalised By Jah®

«Με δέχτηκαν στη Νομική εκεί. Η Ιρένε είναι στο Τρόντχαϊμ με τον Στάιν. Ήθελα να πάω μέχρι εκεί και να την πείσω να με ακολουθήσει». Πήραμε το λεωφορείο για το κέντρο. Δεν άντεχα άλλο να βλέπω το χαμένο βλέμμα του Όλεγκ, έπρεπε κάτι να κάνω. «Έλα μαζί μου» είπα. Πήγαμε στο δωμάτιο με τα μουσικά όργανα. Ενώ του ετοίμαζα μια δόση, τον είδα να με κοιτάζει ανυπόμονα, λες κι ήθελε να το κάνει μόνος του, λες και νόμιζε ότι ήμουν αδέξιος. Κι όταν ανέβασε το μανίκι του κατάλαβα γιατί. Ήταν κατατρυπημένος. «Μέχρι να γυρίσει η Ιρένε μόνο» είπε. «Έχεις δικιά σου καβάτζα;» τον ρώτησα. Κούνησε το κεφάλι του. «Μου την έκλεψαν». Εκείνο το βράδυ τού έμαθα πού και πώς να φτιάχνει μια καλή κρυψώνα.

Ο Τρουλς Μπέρντσεν περίμενε πάνω από μία ώρα στο πολυώροφο γκαράζ. Επιτέλους, ένα αμάξι ήρθε και πάρκαρε στην άδεια θέση κάτω απ’ την πινακίδα Μπακ & Σίμονσεν, Δικηγορικό Γραφείο. Αποφάσισε πως αυτό ήταν το σωστό σημείο· μόνο δυο αμάξια είχαν έρθει προς αυτή τη μεριά του γκαράζ όλη αυτή την ώρα και το μέρος δεν είχε ούτε κάμερες ασφαλείας. Ο Τρουλς ήλεγξε αν η πινακίδα του αυτοκινήτου ήταν ίδια με εκείνη που είχε βρει στο σύστημα της Τροχαίας. Στον Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν άρεσε να χουζουρεύει, φαίνεται. Ή μπορεί και να μην κοιμόταν, μπορεί να είχε γκόμενα. Ο άνδρας που βγήκε απ’ το αυτοκίνητο είχε μια ξανθιά αγορίστικη φράντζα σαν κι αυτές που είχαν οι φλώροι του δυτικού Όσλο όταν ήταν παιδί. Ο Τρουλς Μπέρντσεν φόρεσε τα γυαλιά ηλίου του, έχωσε τις χούφτες του στις τσέπες του παλτού του κι έσφιξε τη λαβή ενός περιστρόφου − Στέιρ, αυστριακό, ημιαυτόματο. Δεν είχε πάρει το Digitalised By Jah®

υπηρεσιακό του περίστροφο για να μη δώσει στον δικηγόρο περιττές ενδείξεις. Προχώρησε γρήγορα για να προλάβει να μπλοκάρει τον Σίμονσεν μεταξύ των παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Η καλύτερη απειλή είναι γρήγορη κι επιθετική. Αν το θύμα δεν προλάβει να σκεφτεί τίποτε άλλο εκτός απ’ το πώς να σώσει τη ζωή του, θα σου δώσει ό,τι του ζητήσεις αμέσως. Ήταν λες και στο αίμα του έτρεχε ανθρακικό, σφυροκοπούσε στ’ αυτιά, στον λαιμό και τη βουβωνική του χώρα. Έφερε στον νου του ό,τι επρόκειτο να συμβεί: το όπλο πάνω στο πρόσωπο του Σίμονσεν, τόσο κοντά, που το μόνο που θα θυμόταν μετά θα ήταν η κάννη του. Πού είναι ο Όλεγκ Φάουκε; Απάντησέ μου, γρήγορα και με ακρίβεια, ή θα πεθάνεις εδώ και τώρα. Η απάντηση. Και μετά: Αν μιλήσεις στον οποιονδήποτε γι’ αυτήν τη συζήτηση, θα έρθουμε να σε σκοτώσουμε. Κατάλαβες; Nαι. Ή βουβό γνέψιμο. Ακούσια διούρηση. Η σκέψη έκανε τον Τρουλς να χαμογελάσει. Άνοιξε το βήμα του. Το σφυροκόπημα απλώθηκε στο στομάχι του. «Σίμονσεν!» Ο δικηγόρος σήκωσε το κεφάλι του. Και το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Α, γεια! Γεια σου, Μπέρντσεν! Μπέρντσεν, σωστά;» Το δεξί χέρι του Τρουλς πάγωσε στην τσέπη του. Το πρόσωπό του πρέπει να φαινόταν σοκαρισμένο, γιατί ο Σίμονσεν γέλασε δυνατά: «Θυμάμαι πολύ καλά πρόσωπα, Μπέρντσεν. Είχες ερευνήσει την υπόθεση της υπεξαίρεσης στο Μουσείο Χάιντερ με το αφεντικό σου, τον Μίκαελ Μπέλμαν. Ήμουν συνήγορος υπεράσπισης. Την κερδίσατε την υπόθεση, δυστυχώς». Ο Σίμονσεν γέλασε πρόσχαρα. Με το πρόσχαρο, αφελές, δυτικό του γέλιο. Το γέλιο αυτών που έχουν μεγαλώσει ανάμεσα σε ανθρώπους που ο ένας θέλει το καλό του άλλου, σ’ ένα μέρος όπου ο πλούτος τούς το επιτρέπει. Ο Τρουλς σιχαινόταν τους Σίμονσεν αυτού του κόσμου. «Πώς μπορώ να σε βοηθήσω, Μπέρντσεν;» «Ε...» Ο Τρουλς Μπέρντσεν δεν ήξερε τι να πει. Δεν ήταν το ατού Digitalised By Jah®

του αυτό, να ξέρει τι πρέπει να πει τετ α τετ με... με τι; Με ανθρώπους που σκέφτονταν και μιλούσαν γρηγορότερα απ’ αυτόν; Μια χαρά τα είχε καταφέρει στο Άλναμπρου: δυο αγοράκια ήταν κι είχε το πάνω χέρι. Ο Σίμονσεν είχε κουστούμι, παιδεία, διαφορετικό τρόπο ομιλίας, ανωτερότητα... σκατά! «Ήθελα απλώς να πω ένα γεια». «Ένα γεια;» επανέλαβε ο Σίμονσεν μ’ ένα ερωτηματικό στο πρόσωπο και στον τόνο της φωνής του. «Ναι, γεια» είπε ο Μπέρντσεν, αναγκαζόμενος να χαμογελάσει. «Κρίμα για την υπόθεση. Θα μας πάρετε την επόμενη φορά». Κι ύστερα πήγε προς την έξοδο με βήμα γοργό. Νιώθοντας το βλέμμα του Σίμονσεν στην πλάτη του. Όταν σκαλίζεις σκατά, τρως σκατά. Να πά’ να γαμηθούνε όλοι τους. Μίλα με τον δικηγόρο του. Κι αν αυτό δεν πιάσει, τότε υπάρχει ένας άνθρωπος που λέγεται Κρις Ρέντι, όλοι τον φωνάζουν Αντίντας. Ο τύπος που πουλούσε σπιντ. Ο Τρουλς ευχόταν να βρει μια δικαιολογία να ρίξει πολύ ξύλο κατά τη σύλληψή του.

Ο Χάρι κολύμπησε προς το φως, προς την επιφάνεια. Το φως γινόταν ολοένα και πιο δυνατό. Βγήκε στην επιφάνεια. Άνοιξε τα μάτια του. Κι είδε τον ουρανό. Ήταν ξαπλωμένος στο χώμα. Κάτι μπήκε στο οπτικό του πεδίο. Το κεφάλι ενός αλόγου. Δύο αλόγων. Σκίασε τα μάτια του. Κάποιος καθόταν πάνω στο άλογο. Ο ήλιος τον τύφλωνε. Η φωνή ακούστηκε σαν από πολύ μακριά. «Εσύ δεν μου είπες ότι είχες ξαναϊππεύσει, Χάρι;» Ο Χάρι βόγκηξε και σηκώθηκε όρθιος, φέρνοντας στη μνήμη του ό,τι είχε συμβεί. Ο Μπάλντερ είχε πηδήξει το χάσμα και είχε προσγειωθεί στα μπροστινά του πόδια, ενώ ο Χάρι είχε εκτιναχθεί μπροστά, είχε χτυπήσει στον σβέρκο του αλόγου, τα πόδια του είχαν φύγει από τους αναβολείς κι είχε γλιστρήσει στο πλάι κρατώντας Digitalised By Jah®

ακόμη τα ηνία. Θυμόταν να έχει πάρει και τον Μπάλντερ μαζί του, αλλά μάλλον τον κλότσησε μακριά, για να μην πέσει πάνω του μισός τόνος άλογο. Ένιωθε σαν να είχε βγάλει τη μέση του, αλλά κατά τα άλλα δεν είχε σπάσει κάτι. «Το άλογο του παππού δεν πηδούσε πάνω από φαράγγια» είπε ο Χάρι. «Φαράγγια;» Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν έσκασε στα γέλια, ξαναδίνοντάς του τα ηνία του Μπάλντερ. «Σιγά το φαράγγι. Πέντε μέτρα είναι μόνο. Εγώ πηδάω πιο μακριά δίχως άλογο. Δεν ήξερα ότι ήσουν τόσο νευρικός τύπος, Χάρι. Τι λες, όποιος φτάσει πρώτος στο σπίτι κερδίζει;» «Αχ, Μπάλντερ» είπε ο Χάρι, χαϊδεύοντας τη μύτη του ζώου καθώς η Ιζαμπέλε Σκέγιεν απομακρυνόταν πάνω στην καλπάζουσα Μέδουσα. «Είσαι εξοικειωμένος με τη φράση χαλαρά;»

Ο Χάρι σταμάτησε σ’ ένα βενζινάδικο στον αυτοκινητόδρομο για να πάρει καφέ. Ξαναμπήκε στο αμάξι και κοίταξε στον καθρέφτη. Η Ιζαμπέλε τού είχε δώσει ένα χανζαπλάστ για το κόψιμο στο μέτωπό του, την ευκαιρία να τη συνοδεύσει στην πρεμιέρα του Ντον Τζιοβάνι στην Όπερα («...μου είναι αδύνατον να βρω κάποιον να με συνοδεύσει όταν φοράω τακούνια, ρίχνω σε όλους ένα κεφάλι... και φαίνεται χάλια στις φωτογραφίες στις εφημερίδες») και μια σφιχτή αγκαλιά για αντίο. Ο Χάρι έβγαλε το τηλέφωνό του και κάλεσε τον αριθμό της αναπάντητης κλήσης. «Πού ήσουν και σε ψάχνω;» ρώτησε η Μπέτε. «Ερευνούσα διάφορα». «Δεν έχουμε και πολλά στοιχεία από το έγκλημα στο σπίτι στο Γκαρντεμούεν. Οι άντρες μου έψαξαν εξονυχιστικά. Nada. Το μόνο που βρήκαμε είναι ότι τα καρφιά είναι κοινά, ατσάλινα, με πολύ μεγάλο αλουμινένιο κεφάλι δεκαέξι χιλιοστών, κι ότι το τούβλο Digitalised By Jah®

πιθανόν να προέρχεται από κάποιο κτίριο του Όσλο χτισμένο στα τέλη του 19ου αιώνα». «Α, ναι;» «Βρήκαμε ίχνη από αίμα γουρουνιού και τρίχες από άλογο στο κονίαμα. Υπήρχε κάποτε ένας διάσημος χτίστης που χρησιμοποιούσε τέτοια υλικά στο κονίαμά του. Μπορείς να βρεις μεγάλη ποσότητα στα παλιά κτίρια του κέντρου. Άρα το τούβλο μπορεί να έχει παρθεί απ’ οπουδήποτε». «Χμ». «Άρα, τίποτα. Ούτε κι από αυτό». «Γιατί, από ποιο άλλο;» «Από εκείνη την επίσκεψη που μου ζήτησες να ψάξω. Πρέπει να έγινε αλλού, όχι στο Αρχηγείο, γιατί δεν υπάρχει πουθενά το όνομα Τουρ Σουλτς. Η άδεια εισόδου γράφει απλά Αστυνομία του Όσλο και τέτοιες χρησιμοποιούν σε πολλά αστυνομικά τμήματα μέσα στην πόλη». «Κατάλαβα. Ευχαριστώ». Ο Χάρι έχωσε το χέρι στις τσέπες του και βρήκε αυτό που έψαχνε. Την άδεια εισόδου του Τουρ Σουλτς. Καθώς και τη δικιά του, αυτή που του είχαν δώσει όταν πήγε να δει τον Χάγκεν στο Ανθρωποκτονιών, την πρώτη του μέρα στο Όσλο. Τις έβαλε δίπλα δίπλα πάνω στο ταμπλό. Τις κοίταξε προσεκτικά. Έβγαλε τα συμπεράσματά του και τις ξανάχωσε στην τσέπη του. Γύρισε το κλειδί στη μηχανή, ρούφηξε δυνατά από τη μύτη, επιβεβαίωσε ότι είχε ακόμη τη μυρωδιά αλόγου στα ρουθούνια του κι αποφάσισε να επισκεφθεί έναν παλιό ανταγωνιστή του στο Χέγιενχαλ.

Digitalised By Jah®

24

βροχή είχε αρχίσει να πέφτει από τις πέντε το απόγευμα, κι όταν πια ο Χάρι χτύπησε το κουδούνι της βίλας στο Χέγιενχαλ στις έξι, ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει λες κι ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Το σπίτι φαινόταν φρεσκοχτισμένο· υπήρχαν περισσευούμενα οικοδομικά υλικά δίπλα στο γκαράζ και κουβάδες με χρώματα και συσκευασίες μονωτικών υλικών κάτω απ’ τα σκαλιά της εισόδου. Ο Χάρι είδε μια φιγούρα να κινείται πίσω από το αδιαφανές γυαλί κι ένιωσε να του σηκώνονται οι τρίχες. Η πόρτα άνοιξε με μία γρήγορη, απότομη κίνηση, την κίνηση του άνδρα που δεν έχει να φοβάται τίποτα. Παρ’ όλα αυτά τινάχτηκε όταν είδε τον Χάρι. «Καλησπέρα, Μπέλμαν» είπε ο Χάρι. «Χάρι Χόλε. Για δες». «Τι να δω;» Ο Μπέλμαν γέλασε. «Εκπλήσσομαι που σε βλέπω. Πώς βρήκες πού μένω;» «Ο κόσμος το ’χει τούμπανο κι εσύ κρυφό καμάρι. Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα ο αρχηγός της ΌργκΚριμ θα είχε σωματοφύλακα, το ξέρεις; Σε διακόπτω από κάτι;» Digitalised By Jah®

Η

«Όχι, καθόλου» είπε ο Μπέλμαν, ξύνοντας το πιγούνι του. «Αναρωτιέμαι αν πρέπει να σε προσκαλέσω μέσα ή όχι». «Βρέχει εδώ έξω» είπε ο Χάρι. «Κι έρχομαι ειρηνικά». «Μπα, δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει αυτή η λέξη» είπε ο Μπέλμαν, ανοίγοντας την πόρτα. «Σκούπισε τα πόδια σου». Ο Μίκαελ Μπέλμαν οδήγησε τον Χάρι μέσα από το χολ, πέρασαν από έναν πύργο από κούτες και μια κουζίνα όπου δεν υπήρχαν ακόμη ηλεκτρικά είδη, για να καταλήξουν στο καθιστικό. Δεν ήταν τόσο πολυτελές όσο τα καθιστικά που είχε δει στις δυτικές συνοικίες του Όσλο, αλλά ήταν μεγάλο, αρκετό για μια ολόκληρη οικογένεια. Η θέα προς την κοιλάδα του Κβάρνερ, τον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό και το κέντρο ήταν φανταστική. Ο Χάρι εξέφρασε τον θαυμασμό του. «Το οικόπεδο μας κόστισε σχεδόν όσο και το σπίτι» είπε ο Μπέλμαν. «Με συγχωρείς για τον χαμό. Μόλις μετακομίσαμε. Έχουμε καλέσει κόσμο για πρώτη φορά την επόμενη εβδομάδα». «Κι εμένα με ξεχάσατε;» ρώτησε ο Χάρι, βγάζοντας το βρεγμένο του σακάκι. Ο Μπέλμαν χαμογέλασε. «Μπορώ να σε κεράσω τώρα ένα ποτό. Τι θα έλεγες για…» «Δεν πίνω». Ο Χάρι ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Α, γαμώτο» είπε ο Μπέλμαν, χωρίς ίχνος μεταμέλειας, «πόσο γρήγορα ξεχνάει κανείς. Για δες μήπως βρεις καμιά καρέκλα κι εγώ θα κοιτάξω μήπως βρω καμιά καφετιέρα και δυο κούπες». Δέκα λεπτά αργότερα κάθονταν δίπλα στα παράθυρα χαζεύοντας τη βεράντα και τη θέα. Ο Χάρι πέρασε κατευθείαν στο θέμα. Ο Μίκαελ Μπέλμαν τον άκουσε δίχως να τον διακόψει, ακόμα κι όταν η δυσπιστία στα μάτια του έγινε εμφανής. Όταν ο Χάρι τελείωσε, ο Μπέλμαν συνόψισε: «Δηλαδή νομίζεις ότι ο πιλότος, ο Τουρ Σουλτς, προσπαθούσε να βγάλει βιολίνη από τη χώρα. Στην αρχή τον συνέλαβαν, μα τον άφησαν όταν κάποιος καύτης με αστυνομική ταυτότητα αντάλλαξε Digitalised By Jah®

τη βιολίνη με άμυλο πατάτας. Κι ύστερα εκτέλεσαν τον Σουλτς στο σπίτι του, αφού είχε αφεθεί ελεύθερος, πιθανόν επειδή το αφεντικό του έμαθε ότι είχε πάει στην αστυνομία και φοβόταν πως θα μαρτυρούσε ό,τι ήξερε». «Χμ-μ». «Και ισχυρίζεσαι ότι ήρθε στο Αρχηγείο της Αστυνομίας επειδή έχεις ως αποδεικτικό στοιχείο μια άδεια εισόδου που γράφει επάνω Αστυνομία του Όσλο;» «Τη συνέκρινα με την άδεια που μου έδωσαν όταν πήγα να δω τον Χάγκεν. Το γράμμα Λ είναι αχνό και στις δύο, πρόκειται για τον ίδιο εκτυπωτή». «Δεν θα σε ρωτήσω πώς βρήκες την άδεια εισόδου του Σουλτς, αλλά πώς ξέρεις ότι δεν ήρθε για μια απλή επίσκεψη; Ίσως ήθελε να εξηγήσει την υπόθεση με το πατατάλευρο, να σιγουρευτεί ότι τον πιστεύουμε». «Γιατί το όνομά του δεν υπάρχει στη λίστα επισκεπτών. Άρα κάποιος θεώρησε σημαντικό η επίσκεψή του να παραμείνει μυστική». Ο Μίκαελ Μπέλμαν ξεφύσηξε. «Επιβεβαιώνονται οι σκέψεις μου, Χάρι. Έπρεπε να δουλεύαμε μαζί, όχι ανταγωνιστικά. Θα σου άρεσε η Κρίπος». «Τι εννοείς;» «Πριν πω οτιδήποτε άλλο, έχω να σου ζητήσω μία χάρη. Αλλά, σε παρακαλώ, να μείνει μεταξύ μας». «Οκέι». «Αυτή η υπόθεση μ’ έχει φέρει ήδη σε δύσκολη θέση. Εμένα επισκέφθηκε ο Σουλτς. Κι έχεις δίκιο, ήρθε να μου πει ακριβώς ό,τι ήξερε. Μεταξύ άλλων, μου είπε και κάτι που υποψιαζόμουν εδώ και καιρό: ότι υπήρχε κάποιος καύτης ανάμεσά μας. Κάποιος που εργάζεται στο Αρχηγείο πιστεύω, κοντά στις υποθέσεις της ΌργκΚριμ. Του είπα να περιμένει σπίτι του ενώ εγώ θα μιλούσα στους ανωτέρους μου. Έπρεπε να προσέχω τις κινήσεις μου ώστε να Digitalised By Jah®

μη με καταλάβει ο καύτης. Αλλά, όταν είναι κανείς προσεκτικός, είναι και αργός πολλές φορές. Μίλησα με τον απερχόμενο Αρχηγό της Αστυνομίας, μα άφησε το ζήτημα πάνω μου». «Γιατί;» «Όπως είπα, είναι έτοιμος να αποσυρθεί. Δεν γουστάρει να έχει για τελευταία του υπόθεση την ιστορία ενός διεφθαρμένου αστυνομικού». «Άρα ήθελε να το κρατήσει μυστικό μέχρι να αποσυρθεί;» Ο Μπέλμαν κοίταξε το φλιτζάνι του. «Είναι πολύ πιθανόν να είμαι εγώ ο νέος Αρχηγός της Αστυνομίας του Όσλο, Χάρι». «Εσύ;» «Δεν πειράζει αν ξεκινήσω με μια κωλοϋπόθεση, πειράζει; Βάζω στοίχημα ότι έτσι θα σκέφτηκε κι αυτός. Το πρόβλημα είναι ότι άργησα να κινητοποιηθώ. Το σκέφτηκα και το ξανασκέφτηκα, ενώ θα μπορούσα να έχω κάνει τον Σουλτς να μου αποκαλύψει το όνομα του καύτη με τη μία. Αλλά τότε όλοι οι άλλοι θα έτρεχαν να κρυφτούν. Νόμιζα ότι αν καλωδιώναμε τον Σουλτς θα μας οδηγούσε στους άλλους, που είχαν και προτεραιότητα. Ποιος ξέρει, ίσως και στο μεγάλο κεφάλι πίσω απ’ όλα». «Τον Ντουμπάι». Ο Μπέλμαν κατένευσε. «Το πρόβλημά μου ήταν ποιον να εμπιστευτώ στο Αρχηγείο και ποιον όχι. Μόλις είχα καταλήξει σ’ έναν μικρό αριθμό αστυνομικών, τσεκαρισμένους εξονυχιστικά, όταν άκουσα για το ανώνυμο τηλεφώνημα…» «Ότι ο Τουρ Σουλτς ήταν νεκρός» είπε ο Χάρι. Ο Μπέλμαν τον κοίταξε κοφτά. «Και τώρα» συνέχισε ο Χάρι «το πρόβλημά σου είναι ότι, αν μαθευτεί ότι έκανες γκάφα, τότε μπορεί να σου κοστίσει τη θέση του Αρχηγού». «Ναι, κι αυτό βέβαια» είπε ο Μπέλμαν «μα πιο πολύ με απασχολεί κάτι άλλο. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τίποτα απ’ όλα όσα μου είπε ο Σουλτς. Δεν έχουμε κάνει βήμα, Digitalised By Jah®

δηλαδή. Αυτός ο υποτιθέμενος αστυνομικός που επισκέφθηκε τον Σουλτς στο κρατητήριο και μπορεί ν’ αντάλλαξε τα ναρκωτικά…». «Ναι;» «Συστήθηκε ως αστυνομικός. Ο επιθεωρητής στο αεροδρόμιο θυμάται ότι το όνομά του ήταν Τόμας κάτι. Έχουμε πέντε Τόμας εδώ στο Αρχηγείο. Κανέναν στην ΌργκΚριμ. Του έστειλα τις φωτογραφίες τεσσάρων εξ αυτών, μα δεν αναγνώρισε κανέναν τους. Άρα, ο καύτης μπορεί και να μην είναι καν αστυνομικός». «Χμ, ίσως είχε ψεύτικη αστυνομική ταυτότητα. Ή πιθανόν να είναι σαν κι εμένα, πρώην αστυνομικός». «Γιατί;» Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους. «Μόνο ένας αστυνομικός μπορεί να ξεγελάσει έναν άλλο αστυνομικό». Η εξώπορτα του σπιτιού άνοιξε. «Αγάπη μου!» φώναξε ο Μπέλμαν. «Εδώ είμαστε». Η πόρτα του καθιστικού άνοιξε κι εμφανίστηκε το γλυκό μαυρισμένο πρόσωπο μιας γυναίκας λίγο πάνω από τα τριάντα. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν πιασμένα σε αλογοουρά και θύμιζε στον Χάρι την πρώην σύζυγο του Τάιγκερ Γουντς. «Άφησα τα παιδιά στη μαμά. Έρχεσαι, μωράκι μου;» Ο Μπέλμαν ξερόβηξε. «Έχουμε επισκέψεις». Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Το βλέπω, αγάπη μου». Ο Μπέλμαν κοίταξε τον Χάρι μ’ ένα βλέμμα σε στιλ «τι να πει κανείς». «Γεια» είπε η γυναίκα και κοίταξε αινιγματικά τον Χάρι. «Ο μπαμπάς κι εγώ έχουμε κι άλλα να κουβαλήσουμε απ’ το φορτηγάκι. Έχεις όρεξη να…» «...μην ξαναβγάλω τη μέση μου και να γυρίσω σπίτι μου» είπε ο Χάρι, τελειώνοντας τον καφέ του. Σηκώθηκε γρήγορα όρθιος. «Και κάτι ακόμα» είπε ο Χάρι καθώς στεκόταν στην είσοδο με τον Μπέλμαν. «Θυμάσαι που σου είπα για την επίσκεψή μου στο νοσοκομείο Ράντιουμ;» Digitalised By Jah®

«Ναι». «Δουλεύει εκεί ένας επιστήμονας, τ’ όνομά του είναι Μάρτιν Πραν. Κάτι μου λέει το ένστικτό μου, δεν ξέρω τι, αλλά θα μπορούσες να τον τσεκάρεις για χάρη μου, σε παρακαλώ;» «Για χάρη σου;» «Συγγνώμη, παλιές κακές συνήθειες. Για την αστυνομία. Για τη χώρα. Για την ανθρωπότητα». «Επειδή έτσι λέει το ένστικτό σου;» «Μόνο αυτό έχω να προσφέρω, μου φαίνεται, σ’ αυτή την υπόθεση. Αν μπορούσες να μου πεις τι βρήκες…» «Θα το σκεφτώ». «Σ’ ευχαριστώ, Μίκαελ». Ο Χάρι ένιωθε παράξενα λέγοντας το όνομά του. Αναρωτήθηκε αν το είχε ξαναπεί ποτέ. Ο Μίκαελ άνοιξε την πόρτα στη βροχή κι ο παγωμένος αέρας γέμισε το δωμάτιο. «Λυπάμαι πολύ για το αγόρι» είπε ο Μπέλμαν. «Ποιο απ’ όλα;» «Και τα δύο». «Χμ». «Ξέρεις κάτι; Τον είχα γνωρίσει τον Γκούστο. Μια φορά. Είχε έρθει από εδώ». «Εδώ;» «Ναι. Εντυπωσιακά όμορφο αγόρι. Σαν αυτά...» Ο Μπέλμαν προσπάθησε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Δεν τα κατάφερε. «Ήσουν ποτέ ερωτευμένος με τον Έλβις όταν ήσουν μικρός; Man crush κι έτσι, που λένε κι οι Αμερικάνοι». «Χμ» είπε ο Χάρι βγάζοντας τα τσιγάρα του. «Όχι». Θα ορκιζόταν ότι τα λευκά σημάδια στα μάγουλα του Μίκαελ κοκκίνισαν λίγο. «Τέτοια φάτσα είχε. Και τέτοιο χάρισμα». «Τι δουλειά είχε εδώ;» «Ήθελε να μιλήσει σ’ έναν αστυνομικό. Είχαν έρθει διάφοροι συνάδελφοι να βοηθήσουν με το σπίτι. Ο μισθός του αστυνομικού Digitalised By Jah®

δεν φτάνει ξέρεις, πρέπει να κάνεις σχεδόν τα πάντα μόνος σου». «Σε ποιον μίλησε;» «Σε ποιον;» Ο Μπέλμαν κοίταξε τον Χάρι, μα τα μάτια του φάνηκαν να βλέπουν κάτι άλλο. «Δεν θυμάμαι. Κάτι τέτοια πρεζόνια είναι πάντα έτοιμα να καρφώσουν τον οποιονδήποτε για χίλιες κορόνες και τη δόση τους. Καληνύχτα, Χάρι».

Ο Χάρι περπατούσε στην περιοχή της Κβαντρατούρεν. Λίγο πιο πάνω, μπροστά από μια μαύρη πόρνη, σταμάτησε ένα βανάκι. Η πόρτα άνοιξε και τρία αγόρια, ανάθεμα κι αν ήταν μεγαλύτερα από είκοσι ετών, πήδηξαν έξω. Ο ένας έπαιρνε κάμερα, ενώ ο δεύτερος μιλούσε στην κοπέλα. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Πιθανόν να μην ήθελε να κάνει ομαδικό σεξ και να το ανεβάσουν στο YouTube. Είχαν ίντερνετ και στη χώρα της. Οικογένεια, συγγενείς. Που νόμιζαν ότι τα λεφτά που τους έστελνε τα έβγαζε ως σερβιτόρα. Ή δεν νόμιζαν τίποτα, προτιμούσαν απλώς να μην κάνουν ερωτήσεις. Καθώς ο Χάρι προχώρησε προς το μέρος τους, ένα από τα αγόρια έφτυσε στην άσφαλτο μπροστά στην κοπέλα και είπε με μια τσιριχτή, μεθυσμένη φωνή: «Cheap nigger ass!». O Χάρι κοίταξε τα κουρασμένα μάτια της κοπέλας. Του έκανε ένα ευγενικό νόημα, λες και αναγνώρισε κάτι οικείο στο βλέμμα του. Οι άλλοι δυο νεαροί είδαν τον Χάρι και μαζεύτηκαν. Μεγαλόσωμα, καλοζωισμένα αγόρια, με μάγουλα κορόμηλα, δικέφαλους γυμναστηρίου κι έναν χρόνο κικ μπόξινγκ ή καράτε. «Καλησπέρα σας, ευγενικοί μου κύριοι» είπε ο Χάρι χαμογελώντας και συνεχίζοντας τον δρόμο του. Τους προσπέρασε κι άκουσε την πόρτα να κλείνει και το βανάκι να παίρνει μπρος. Από την πόρτα ακούστηκε η ίδια μελωδία, όπως πάντα. «Come as you are». H πρόσκληση. Ο Χάρι έκοψε ταχύτητα. Για μια στιγμή. Digitalised By Jah®

Κι ύστερα επιτάχυνε και προχώρησε με το βλέμμα του καρφωμένο ίσια εμπρός.

Ο Χάρι ξύπνησε το επόμενο πρωί από τον ήχο του κινητού του τηλεφώνου. Κάθισε στο κρεβάτι, ανοιγόκλεισε τα μάτια μπροστά στο παράθυρο δίχως κουρτίνες, τέντωσε το χέρι του προς το σακάκι που κρεμόταν από την καρέκλα, ψαχούλεψε τις τσέπες του και βρήκε το τηλέφωνο. «Λέγετε». «Η Ράκελ είμαι». Ήταν λαχανιασμένη, ενθουσιασμένη. «Αποφυλάκισαν τον Όλεγκ, Χάρι! Είναι ελεύθερος!»

Digitalised By Jah®

25

Xάρι στάθηκε στη μέση του δωματίου του πλημμυρισμένος απ’ το φως. Εκτός απ’ το τηλέφωνο που σκέπαζε το δεξί του αυτί, ήταν γυμνός. Στο απέναντι δωμάτιο μια γυναίκα καθόταν και τον χάζευε μισοκοιμισμένα, με το κεφάλι στο πλάι, μασουλώντας μια φέτα ψωμί. «Ο Χανς Κρίστιαν το έμαθε με το που έφτασε στη δουλειά, πριν από δεκαπέντε λεπτά» είπε η Ράκελ. «Τον αποφυλάκισαν αργά χθες το απόγευμα. Κάποιος άλλος ομολόγησε τον φόνο του Γκούστο Χάνσεν. Χάρι, δεν είναι καταπληκτικό;» Ναι, σκέφτηκε ο Χάρι. Είναι καταπληκτικό. Όπως λέμε απίστευτο. «Ποιος ομολόγησε;» «Κάποιος με το όνομα Κρις Ρέντι, γνωστός και ως Αντίντας. Πρεζόνι. Πυροβόλησε τον Γκούστο γιατί του χρωστούσε χρήματα για αμφεταμίνες». «Και πού είναι ο Όλεγκ τώρα;» «Δεν ξέρουμε. Μόλις το μάθαμε κι εμείς!» «Σκέψου, Ράκελ! Πού θα μπορούσε να είναι;» Η φωνή του ακούστηκε πιο απότομη απ’ ό,τι θα ’θελε. «Τι... τι συμβαίνει;» «Η ομολογία, Ράκελ! Η ομολογία!» Digitalised By Jah®

Ο

«Τι η ομολογία;» «Μα δεν καταλαβαίνεις; Είναι κατασκευασμένη, ψεύτικη!» «Όχι, όχι. Ο Χανς Κρίστιαν λέει ότι είναι λεπτομερής, αξιόπιστη και αληθοφανής. Γι’ αυτό και άφησαν ελεύθερο τον Όλεγκ». «Ο Αντίντας λέει ότι πυροβόλησε τον Γκούστο γιατί ο Γκούστο του χρωστούσε χρήματα. Άρα είναι ένας ψυχρός, κυνικός δολοφόνος. Εσύ λες να ξύπνησε μια μέρα μ’ ένα βάρος στη συνείδησή του και να είπε, α, πρέπει να ομολογήσω;» «Μα όταν είδε ότι θα καταδίκαζαν τον λάθος άνθρωπο…» «Έλεος! Ένα απελπισμένο τζάνκι έχει ένα και μοναδικό πράγμα στο μυαλό του: τα ναρκωτικά. Δεν υπάρχει χώρος για ενοχές, πίστεψέ με. Ο Αντίντας είναι τόσο απελπισμένος, που, σε αντάλλαγμα κάποιας αποζημίωσης, δέχτηκε να ομολογήσει έναν φόνο που δεν έκανε και ν’ αποσύρει την ομολογία του αργότερα, αφού οι αστυνομικοί θα είχαν αφήσει ελεύθερο τον βασικό ύποπτο. Δεν το βλέπεις; Αν η γάτα δεν μπορεί να πιάσει το πουλί μες στο κλουβί…» «Σταμάτα!» φώναξε η Ράκελ, κλαίγοντας. Αλλά ο Χάρι δεν μπορούσε. «...τότε το βγάζει έξω». Την άκουσε που έκλαιγε. Ήξερε ότι είχε απλώς εκφράσει ό,τι είχε λίγο πολύ σκεφτεί και η ίδια. «Δεν μπορείς να μου πεις κάτι να με καθησυχάσεις, Χάρι;» Ο Χάρι δεν μίλησε. «Δεν θέλω να φοβάμαι πια» του ψιθύρισε. Ο Χάρι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τα έχουμε καταφέρει και στο παρελθόν, θα τα ξανακαταφέρουμε και τώρα, Ράκελ». Κι έκλεισε το τηλέφωνο. Και τότε το συνειδητοποίησε. Είχε γίνει πρώτης τάξεως ψεύτης. Η γυναίκα απ’ το απέναντι παράθυρο του έγνεψε νωχελικά με τρία δάχτυλα. Ο Χάρι έτριψε την παλάμη του στο πρόσωπό του. Τώρα πια το ζήτημα ήταν ποιος θα έβρισκε πρώτος τον Όλεγκ: ο Digitalised By Jah®

ίδιος ή οι άλλοι. Σκέψου. Ο Όλεγκ είχε αποφυλακιστεί χθες το απόγευμα, κάπου στον νομό του Έστλαντ. Ήταν ένας τοξικομανής παθιασμένος με τη βιολίνη. Το πρώτο πράγμα που θα έκανε ήταν να έρθει εδώ στο Όσλο, στην Πλάτα. Εκτός κι αν είχε κάποια δικιά του κρυψώνα. Δεν θα μπορούσε να μπει στο σπίτι της οδού Χάουσμαν, ήταν ακόμη κλειστό από τη Σήμανση. Πού θα πήγαινε λοιπόν να κοιμηθεί, χωρίς λεφτά, χωρίς φίλους; Στην Ουρτεγκάτα; Όχι. Ήξερε ότι εκεί θα τον έβλεπαν κι οι φήμες θα έπαιρναν και θα ’διναν. Μόνο ένα μέρος υπήρχε. Ο Χάρι κοίταξε το ρολόι του. Ήταν απαραίτητο να φτάσει εκεί πριν πετάξει το πουλί.

Το στάδιο στο Βάλε Χόβιν ήταν εξίσου έρημο με την τελευταία φορά που το επισκέφτηκε. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ο Χάρι καθώς προχωρούσε προς τα αποδυτήρια ήταν ότι ένα από τα τζάμια του ισογείου ήταν σπασμένο. Κοίταξε εντός. Είδε σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα. Πήγε στην πόρτα, την ξεκλείδωσε με το κλειδί που είχε ακόμη και μπήκε μέσα. Ένιωσε λες και τον χτύπησε ολόκληρη εμπορική αμαξοστοιχία. Ο Χάρι προσπάθησε να πάρει ανάσα καθώς βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο έδαφος με κάτι βαρύ επάνω του. Κάτι βρομερό, υγρό κι απελπισμένο. Στράφηκε προς το πλάι, προσπαθώντας να ξεφύγει. Αντιστάθηκε στο ένστικτό του που του έλεγε να κλοτσήσει. Αντ’ αυτού, άρπαξε ένα χέρι, έναν καρπό, τον δίπλωσε προς τα πίσω, σηκώθηκε στα γόνατά του και χρησιμοποίησε τη λαβή για να πιέσει το πρόσωπο του άλλου στο έδαφος. «Άουτς! Άου! Άφησέ με!» «Όλεγκ! Εγώ είμαι! Ο Χάρι!» Χαλάρωσε τη λαβή και βοήθησε τον Όλεγκ να σταθεί στα πόδια Digitalised By Jah®

του. Ύστερα τον έσπρωξε ν’ ακουμπήσει πάνω στον πάγκο. Το αγόρι ήταν χάλια. Χλωμός. Ισχνός. Με εξογκωμένα μάτια. Και μύριζε ένα παράξενο μείγμα οδοντιατρείου και περιττωμάτων. Μα ήταν νηφάλιος. «Νόμιζα…» είπε ο Όλεγκ. «Νόμιζες ότι ήταν εκείνοι, ε;» Ο Όλεγκ έκρυψε το πρόσωπό του μες στα χέρια του. «Έλα» είπε ο Χάρι. «Ας βγούμε έξω». Κάθισαν στις κερκίδες. Το χλωμό φως γυάλιζε στο ραγισμένο μπετόν της πίστας. Ο Χάρι θυμήθηκε που καθόταν και χάζευε τον Όλεγκ να προπονείται στο πατινάζ· τον ήχο από τις λεπίδες, το τραγούδι τους πριν ξαναμπούν με δύναμη στον πάγο, την αντανάκλαση από τους προβολείς στη γαλαζοπράσινη κι εντέλει κατάλευκη επιφάνεια. Κάθονταν δίπλα δίπλα, λες και δεν υπήρχε χώρος στις κερκίδες. Ο Χάρι αφουγκράστηκε για λίγο την ανάσα του Όλεγκ κι ύστερα άρχισε: «Ποιοι είναι, Όλεγκ; Πρέπει να με εμπιστευτείς. Εφόσον σε βρήκα εγώ, μπορούν να σε βρουν κι αυτοί». «Πώς με βρήκες;» «Επαγωγικός συλλογισμός λέγεται». «Ξέρω τι είναι αυτό. Ό,τι μένει όταν εξαιρέσεις το αδύνατον». «Πότε ήρθες εδώ;» Ο Όλεγκ ανασήκωσε τους ώμους του. «Κάποια στιγμή χθες το βράδυ. Στις εννιάμισι;» «Γιατί δεν πήρες τηλέφωνο τη μάνα σου να της πεις ότι σε είχαν αφήσει ελεύθερο; Το ξέρεις ότι είναι πολύ επικίνδυνο να κυκλοφορείς έξω». «Θα ’ρχόταν να με πάρει και να με κρύψει κάπου. Μαζί μ’ αυτόν τον Νιλς Κρίστιαν». «Χανς Κρίστιαν. Το ξέρεις ότι θα σε βρουν, έτσι δεν είναι;» Ο Όλεγκ κοίταξε τις παλάμες του. Digitalised By Jah®

«Νόμιζα ότι ήρθες στο Όσλο για τη δόση σου» είπε ο Χάρι. «Μα είσαι καθαρός». «Εδώ και μια βδομάδα». «Γιατί;» Ο Όλεγκ δεν απάντησε. «Για την Ιρένε; Γι’ αυτήν;» Ο Όλεγκ κοίταξε την τσιμεντένια πίστα λες κι έβλεπε τον εαυτό του πάνω της. Λες κι άκουγε το ρυθμικό τραγούδι από τα πέδιλα καθώς έσπρωχνε το κορμί του προς τα εμπρός. Έγνεψε καταφατικά. «Είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που προσπαθεί να τη βρει. Δεν έχει κανέναν άλλον». Ο Χάρι δεν απάντησε. «Το κουτί με τα κοσμήματα που έκλεψα από τη μαμά…» «Ναι;» «Το πούλησα για τη δόση μου. Εκτός απ’ το δαχτυλίδι που της είχες αγοράσει». «Γιατί όχι αυτό;» Ο Όλεγκ χαμογέλασε. «Κατά πρώτον, δεν αξίζει και πολλά». «Τι!» είπε ο Χάρι με μια έκφραση φρίκης στο πρόσωπό του. «Με ξεγέλασαν λοιπόν!» Ο Όλεγκ γέλασε. «Ένα χρυσό δαχτυλίδι ελαφρώς μαυρισμένο; Πατιναρισμένος χαλκός. Με λίγο μόλυβδο παραπάνω για έξτρα βάρος». «Και τότε γιατί δεν το άφησες στο σπίτι;» «Η μαμά δεν το φορούσε πια. Κι ήθελα να το δώσω στην Ιρένε». «Χαλκός, πατίνα, μόλυβδος και χρυσή μπογιά». Ο Όλεγκ ανασήκωσε τους ώμους του. «Έτσι ένιωθα. Θυμάμαι πόσο χαρούμενη ήταν η μαμά όταν της το ’χες περάσει στο δάχτυλο». «Τι άλλο θυμάσαι;» «Ότι ήταν Κυριακή. Στο Βέστκαντ-Τόργκε. Ο ήλιος είχε πάρει να γέρνει κι εμείς τσαλαπατούσαμε τα φύλλα του φθινοπώρου. Τη Digitalised By Jah®

μαμά κι εσένα να χαμογελάτε, να γελάτε με κάτι. Ότι ήθελα να σου πιάσω το χέρι, μα δεν ήμουν πια μικρό παιδί. Ότι αγόρασες το δαχτυλίδι από έναν πάγκο όπου γινόταν εκποίηση ενός παλιού νοικοκυριού». «Τα θυμάσαι όλα αυτά;» «Ναι. Και σκέφτηκα ότι αν καταφέρω να κάνω την Ιρένε έστω και λίγο σαν τη μαμά, έστω και λίγο ευτυχισμένη…» «Τα κατάφερες;» Ο Όλεγκ κοίταξε τον Χάρι. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Δεν θυμάμαι. Πρέπει να ήμασταν φευγάτοι όταν της το έδωσα». Ο Χάρι ξεροκατάπιε. «Αυτός την έχει» είπε ο Όλεγκ. «Ποιος;» «Ο Ντουμπάι. Αυτός έχει την Ιρένε. Την κρατάει όμηρο για να μην ανοίξω το στόμα μου». Ο Χάρι κοίταξε με έκπληξη τον Όλεγκ, που κατέβασε το κεφάλι του. «Γι’ αυτό δεν έλεγα τίποτα». «Είσαι σίγουρος γι’ αυτό; Σε απείλησαν ότι θα της κάνουν τίποτα αν μιλήσεις;» «Δεν χρειάζεται. Το ξέρουν ότι δεν είμαι βλάκας. Συν τοις άλλοις, πρέπει να κλείσουν και το δικό της στόμα. Την έχουν, σου λέω». Ο Χάρι άλλαξε θέση. Θυμήθηκε ότι κάθονταν έτσι πριν από κάθε μεγάλο αγώνα. Με τα κεφάλια τους σκυφτά, σιωπηλοί, σ’ ένα είδος κοινής αυτοσυγκέντρωσης. Ο Όλεγκ δεν ήθελε συμβουλές. Κι ο Χάρι δεν είχε να του δώσει. Απλώς τους άρεσε να κάθονται έτσι. Ο Χάρι καθάρισε τον λαιμό του. Αυτό εδώ δεν ήταν αγώνας. «Αν θες να έχουμε πιθανότητες να σώσουμε την Ιρένε, πρέπει να με βοηθήσεις να βρω τον Ντουμπάι» είπε ο Χάρι. Ο Όλεγκ τον κοίταξε. Έχωσε τις παλάμες κάτω απ’ τους γοφούς του και κούνησε νευρικά τα πόδια του. Όπως έκανε παλιά. Ύστερα κατένευσε. Digitalised By Jah®

«Άρχισε απ’ τη δολοφονία» είπε ο Χάρι. «Πες μου ό,τι χρειάζεται να ξέρω». Ο Όλεγκ έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του. Κι ύστερα τα ξανάνοιξε. «Ήμουν μαστουρωμένος. Είχα χτυπήσει βιολίνη δίπλα στο ποτάμι, πίσω απ’ το σπίτι μας στη Χάουσμαν. Αν πήγαινα με τη δόση μου στο σπίτι και τύχαινε οι άλλοι να είναι απελπισμένοι, θα μου την έπεφταν. Καταλαβαίνεις;» Ο Χάρι έγνεψε καταφατικά. «Το πρώτο πράγμα που είδα ανεβαίνοντας τις σκάλες ήταν η πόρτα απ’ το γραφείο που βρίσκεται απέναντι απ’ το διαμέρισμά μας. Την είχαν παραβιάσει. Ξανά. Δεν έδωσα σημασία. Μπήκα στο σαλόνι και βρήκα τον Γκούστο. Κι έναν άνδρα με μπαλακλάβα. Σημάδευε τον Γκούστο με πιστόλι. Δεν ήξερα αν μιλούσαν για ντόπα ή τίποτε άλλο, κατάλαβα όμως ότι δεν επρόκειτο για ληστεία. Θα τον σκότωνε τον Γκούστο. Οπότε αντέδρασα ακαριαία. Πήδηξα πάνω στο χέρι που κρατούσε το πιστόλι. Αλλά ήταν πολύ αργά, είχε προλάβει να πυροβολήσει μια φορά. Έπεσα στο πάτωμα, δίπλα στον Γκούστο, κι όταν γύρισα ξανά το κεφάλι μου είδα μια κάννη να με σημαδεύει. Ο άνδρας δεν μίλησε. Ήμουν σίγουρος ότι θα πεθάνω». Ο Όλεγκ σταμάτησε και πήρα μια βαθιά ανάσα. «Μα ήταν λες και δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει. Κι ύστερα έφερε το δάχτυλο στον λαιμό του και το έσυρε από τη μία άκρη στην άλλη». Ο Χάρι κατένευσε. Ή το βουλώνεις ή σε καθαρίζω. «Επανέλαβε την κίνηση και του έγνεψα ότι κατάλαβα. Κι έφυγε. Ο Γκούστο αιμορραγούσε τρελά κι ήξερα ότι χρειαζόταν αμέσως βοήθεια. Μα δεν τολμούσα να κουνήσω· ήμουν σίγουρος ότι ο άνδρας με το πιστόλι παραμόνευε έξω από την πόρτα, γιατί δεν είχα ακούσει τα βήματά του στις σκάλες. Κι αν με έβλεπε, μπορεί και ν’ άλλαζε γνώμη και να με πυροβολούσε». Τα πόδια του Όλεγκ πήγαιναν πάνω κάτω. «Προσπάθησα να μετρήσω τους χτύπους της καρδιάς του, Digitalised By Jah®

προσπάθησα να του μιλήσω, του είπα ότι θα φέρω βοήθεια. Αλλά δεν απάντησε. Κι ύστερα δεν μπορούσα πια να νιώσω τον σφυγμό του. Κι ούτε μπορούσα να μείνω άλλο εκεί. Την κοπάνησα». Ο Όλεγκ τέντωσε την πλάτη του λες κι είχε πιαστεί, έπλεξε τα δάχτυλά του και τα έβαλε πίσω απ’ το κεφάλι του. Η φωνή του είχε γίνει τραχιά. «Ήμουν μαστουρωμένος, δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Ξανακατέβηκα προς το ποτάμι. Σκέφτηκα να πέσω να κολυμπήσω. Αν ήμουν τυχερός, ίσως και να πνιγόμουν. Τότε άκουσα τις σειρήνες. Κι αμέσως φάνηκαν οι μπάτσοι... Και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το δάχτυλο στον λαιμό. Κι ότι έπρεπε να το βουλώσω. Γιατί τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους, τους έχω ακούσει να λένε γι’ αυτά που κάνουν». «Και τι κάνουν;» «Πάνε και σε χτυπάνε εκεί που σε πονάει περισσότερο. Στην αρχή φοβήθηκα για τη μαμά». «Μα ήταν ευκολότερο να πάρουν την Ιρένε» είπε ο Χάρι. «Κανείς δεν θ’ αντιδρούσε αν ένα κορίτσι του δρόμου εξαφανιζόταν για λίγο, ε;» Ο Όλεγκ κοίταξε τον Χάρι. Ξεροκατάπιε. «Δηλαδή, με πιστεύεις;» Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Είναι εύκολο να μου τη φέρεις, Όλεγκ. Εσύ, ειδικά. Υποθέτω ότι έτσι γίνεται όταν είσαι... ξέρεις... όταν...» Τα μάτια του Όλεγκ δάκρυσαν. «Μα... μα είναι τόσο απίστευτη η ιστορία μου. Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία…» «Βλέπω πώς ταιριάζουν τα κομμάτια στο παζλ» είπε ο Χάρι. «Το μπαρούτι έμεινε στο χέρι σου όταν έπεσες πάνω στο πιστόλι. Το αίμα του Γκούστο όταν μέτρησες τον σφυγμό του. Τότε άφησες και τα αποτυπώματά σου πάνω του. Ο λόγος για τον οποίο κανείς δεν είδε κάποιον άλλον να φεύγει απ’ την πολυκατοικία ήταν γιατί ο δολοφόνος χώθηκε στο παραβιασμένο γραφείο, βγήκε από το παράθυρο και κατέβηκε την εξωτερική σκάλα απ’ τη μεριά του ποταμού. Γι’ αυτό δεν άκουσες βήματα στις σκάλες». Digitalised By Jah®

Ο Όλεγκ είχε εστιάσει κάπου στο κέντρο του στέρνου του Χάρι. «Ποιος τον σκότωσε όμως τον Γκούστο; Γιατί;» «Αυτό δεν το ξέρω. Αλλά νομίζω ότι τον σκότωσε κάποιος που ξέρεις». «Κάποιος που ξέρω;» «Ναι. Γι’ αυτό χρησιμοποίησε χειρονομίες αντί να μιλήσει. Για να μην καταλάβεις τη φωνή του. Κι η μπαλακλάβα σημαίνει ότι φοβόταν μήπως κάποιος από τον κόσμο των ναρκωτικών τον αναγνωρίσει. Μπορεί να ήταν κάποιος που γνωρίζατε οι περισσότεροι από εσάς που μένατε εκεί μέσα». «Γιατί δεν με σκότωσε κι εμένα;» «Δεν έχω ιδέα». «Δεν καταλαβαίνω. Προσπάθησαν να με σκοτώσουν αργότερα, στη φυλακή. Παρόλο που δεν είχα βγάλει τσιμουδιά». «Ίσως ο δολοφόνος να μην είχε λάβει σαφείς πληροφορίες του τι να κάνει με τους τυχόν μάρτυρες. Δίστασε. Από τη μία μπορεί και να τον αναγνώριζες από την κοψιά του, απ’ τη γλώσσα του σώματος, απ’ τον τρόπο που περπατούσε, αν είχε τύχει να τον δεις πολλές φορές στο παρελθόν. Κι από την άλλη, ήσουν τόσο μαστουρωμένος, που δεν καταλάβαινες και πολλά, έτσι δεν είναι;» «Δηλαδή η ντόπα σώζει ζωές;» είπε ο Όλεγκ μ’ ένα ανιχνευτικό χαμόγελο. «Ναι. Αν και το αφεντικό του μπορεί και να μη συμφώνησε με την απόφασή του όταν του είπε τα καθέκαστα. Μα ήταν αργά πια. Για να σιγουρευτούν λοιπόν ότι δεν θα μιλούσες, βούτηξαν την Ιρένε». «Ήξεραν ότι θα κρατούσα το στόμα μου κλειστό εφόσον είχαν την Ιρένε, οπότε γιατί να με σκοτώσουν;» «Γιατί εμφανίστηκα εγώ» είπε ο Χάρι. «Εσύ;» «Ναι. Ήξεραν ότι είχα έρθει στο Όσλο απ’ την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου εδώ. Ήξεραν ότι ήμουν ο μόνος που θα μπορούσε να σε κάνει να μιλήσεις. Δεν τους έφτανε πια η Ιρένε. Digitalised By Jah®

Οπότε ο Ντουμπάι έδωσε οδηγίες να σε κάνουν να το βουλώσεις στη φυλακή». Ο Όλεγκ έγνεψε καταφατικά, αργά αργά. «Μίλησέ μου για τον Ντουμπάι» είπε ο Χάρι. «Δεν τον έχω γνωρίσει. Αλλά νομίζω ότι πήγα στο σπίτι του μια φορά». «Και πού είναι το σπίτι του;» «Δεν ξέρω. Μας μάζεψαν οι λοχαγοί του, μαζί με τον Γκούστο, και μας πήγαν στο σπίτι, αλλά μου είχαν δέσει τα μάτια». «Και πού ξέρεις ότι ήταν το σπίτι του Ντουμπάι;» «Έτσι μου είπε ο Γκούστο. Μύριζε κατοικημένο. Ακουγόταν σαν σπίτι με έπιπλα, χαλιά, κουρτίνες, δεν ξέρω αν…» «Σε καταλαβαίνω. Συνέχισε». «Μας κατέβασαν στο υπόγειο κι εκεί μου έλυσαν τα μάτια. Υπήρχε ένα πτώμα στο πάτωμα. Μου είπαν ότι αυτό πάθαιναν όσοι τολμούσαν να τους κοροϊδέψουν. Κοίτα το καλά καλά, είπαν. Τότε αναγκαστήκαμε να τους πούμε τι συνέβη στο Άλναμπρου. Γιατί η αστυνομία δεν βρήκε κλειδωμένη την πόρτα. Και γιατί εξαφανίστηκε ο Τούτου». «Στο Άλναμπρου;» «Θα σου πω και γι’ αυτό». «Οκέι. Το πτώμα. Πώς είχε πεθάνει;» «Τι εννοείς;» «Είχε τίποτα σημάδια στο πρόσωπό του; Είχε φάει σφαίρα;» «Δεν ήξερα από τι είχε πεθάνει μέχρι που ο Πέτερ πάτησε με το πόδι στο στομάχι του. Απ’ το στόμα του βγήκε νερό». Ο Χάρι έγλειψε τα χείλια του. «Ξέρεις ποιος ήταν ο νεκρός;» «Ναι. Ένας μυστικός μπάτσος που σύχναζε στα μέρη μας. Τον λέγαμε Τραγιάσκα γιατί φορούσε συνέχεια μία». «Χμ». «Χάρι;» «Ναι;» Digitalised By Jah®

Τα πόδια του Όλεγκ έπαιζαν ντραμς πάνω στο μπετόν. «Δεν ξέρω και πολλά για τον Ντουμπάι. Ούτε ο Γκούστο μίλαγε γι’ αυτόν. Αλλά ξέρω ότι, αν προσπαθήσεις να τον πιάσεις, θα πεθάνεις».

Digitalised By Jah®

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ————

Digitalised By Jah®

26

μαμά-αρουραίος πηγαινοερχόταν πάνω στο πάτωμα ανυπόμονα. Η ανθρώπινη καρδιά χτυπούσε ακόμη, μα ολοένα και πιο αδύναμα. Σταμάτησε ξανά δίπλα στο παπούτσι. Δάγκωσε το δέρμα. Απαλό μα παχύ ανθεκτικό δέρμα. Ξαναπέρασε πάνω απ’ το πεσμένο σώμα. Τα ρούχα μύριζαν περισσότερο απ’ τα παπούτσια, μύριζαν ιδρώτα, φαγητό και αίμα. Ο άνδρας −ναι, μπορούσε να μυρίσει ότι ήταν αρσενικό− βρισκόταν ξαπλωμένος στο ίδιο ακριβώς μέρος. Δεν είχε μετακινηθεί καθόλου, εξακολουθούσε να εμποδίζει την είσοδο της φωλιάς της. Έξυσε το δέρμα του στομαχιού του άνδρα. Ήξερε ότι ήταν ο συντομότερος δρόμος. Αχνό καρδιοχτύπι. Όπου να ’ναι θα ξεκινούσε.

Η

Δεν είναι ότι πρέπει να σταματήσουμε να ζούμε, μπαμπά. Είναι ότι πρέπει να πεθάνουμε για να δώσουμε τέλος σε όλα αυτά τα σκατά. Δεν νομίζεις ότι θα ’πρεπε να υπάρχει κάποιος καλύτερος τρόπος; Μια ανώδυνη έξοδος προς το φως αντί γι’ αυτό το παγωμένο σκοτάδι που μοιάζει να σε τυλίγει από παντού; Κάποιος έπρεπε να είχε βάλει όπιο μέσα στις σφαίρες Μακάροφ, να κάνει αυτό που Digitalised By Jah®

έκανα εγώ για τον Ρούφους, τον ψωριάρη σκυλάκο, να μου δώσει ένα εισιτήριο δίχως γυρισμό για την Ευφορία, άντε και καλό ταξίδι, γαμώτο! Αλλά τα καλά αυτού του σκατόκοσμου είναι είτε συνταγογραφούμενα είτε εξαντλημένα ή τόσο ακριβά, που πρέπει να πουλήσεις την ψυχή σου στον διάβολο για να τ’ αποκτήσεις. Η ζωή είναι ένα πανάκριβο εστιατόριο. Κι ο θάνατος, ο λογαριασμός για το φαγητό που δεν είχες καν την ευκαιρία να φας. Γιατί να μην πας να παραγγείλεις το πιο ακριβό πιάτο στο μενού λοιπόν; Έτσι κι αλλιώς σ’ την έχουν στημένη. Μήπως και προλάβεις τουλάχιστον να φας και καμιά μπουκιά. Εντάξει, μπαμπά, θα σταματήσω να γκρινιάζω, οπότε μη φεύγεις, δεν έχεις ακούσει ακόμη τα υπόλοιπα. Κι έχουν ενδιαφέρον. Πού είχαμε μείνει; Α ναι, λίγες μέρες μετά τη ληστεία στο Άλναμπρου, ο Πέτερ με τον Αντρέι ήρθαν να πάρουν τον Όλεγκ κι εμένα. Έδεσαν τα μάτια του Όλεγκ και μας πήγαν στο σπίτι του γέρου και μας κατέβασαν στο υπόγειο. Κάποια στιγμή μου ’κοψε ότι δεν ήμαστε σ’ αυτό καθαυτό το υπόγειο αλλά σε κάποιον υπόγειο διάδρομο. Κάποια έξοδο κινδύνου, πιθανόν. Που είχε αποδειχθεί μοιραία για τον Τραγιάσκα. Ο τύπος έμοιαζε με πνιγμένο αρουραίο. Ήταν ένας πνιγμένος αρουραίος εδώ που τα λέμε. Ύστερα πήγαν τον Όλεγκ πίσω στο αμάξι, ενώ εμένα με φώναξε ο γέρος να μου μιλήσει. Κάθισε σε μια καρέκλα ακριβώς απέναντί μου, δίχως τραπέζι στη μέση. «Ήσαστε εκεί οι δυο σας;» ρώτησε. Τον κοίταξα στα ίσια. «Αν με ρωτάς αν ήμαστε στο Άλναμπρου, η απάντηση είναι όχι». Με κοίταξε εξεταστικά για λίγο, χωρίς να μιλάει. «Σαν κι εμένα είσαι» είπε ύστερα από κάποια ώρα. «Δεν μπορώ να καταλάβω αν λες ψέματα». Δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά, αλλά νομίζω ότι διέκρινα ένα αχνό χαμόγελο. «Λοιπόν, Γκούστο, κατάλαβες τι ήταν αυτό που είδες εκεί κάτω;» Digitalised By Jah®

«Ο μυστικός μπάτσος. Ο Τραγιάσκας». «Σωστά. Γιατί;» «Δεν ξέρω». «Μάντεψε». Σκέφτηκα ότι ο τύπος πρέπει να ήταν χάλια δάσκαλος στην προηγούμενή του ζωή. Αλλά τέλος πάντων, απάντησα. «Κάτι έκλεψε». Ο γέρος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Έμαθε ότι αυτό είναι το σπίτι μου. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να βγάλει ένταλμα ερεύνης. Μετά τη σύλληψη των Λος Λόμπος και την έφοδο στο Άλναμπρου, κατάλαβε τι συνέβαινε κι ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ να βγάλει ένταλμα ερεύνης, όσο καλά κι αν ήταν τα επιχειρήματά του…» Ο γέρος χαμογέλασε πλατιά. «Κι έτσι εμείς τον προειδοποιήσαμε, νομίζοντας ότι αυτό θα τον σταματούσε». «Ναι, ε;» «Μπάτσοι σαν κι αυτόν βασίζονται στη μυστική τους ταυτότητα. Νομίζουν ότι είναι αδύνατον να μάθουμε ποιοι πραγματικά είναι. Ποια είναι η οικογένειά τους. Μα είναι όλα γραμμένα χαρτί και καλαμάρι στα αρχεία της Αστυνομίας, φτάνει να έχεις τους σωστούς κωδικούς. Πράγμα που έχεις αν συνεργάζεσαι, ας πούμε, με κάποιον μέσα στην ΌργκΚριμ. Και πώς λες ότι τον προειδοποιήσαμε;» Απάντησα δίχως καν να το σκεφτώ. «Καθαρίσατε τα παιδιά του;» Το πρόσωπο του γέρου σκοτείνιασε. «Δεν είμαστε τέρατα, Γκούστο». «Σόρι». «Εξάλλου, ο άνθρωπος δεν είχε παιδιά». Γέλασε ασθμαίνοντας. Γκουχ γκουχ. «Αλλά είχε μια αδερφή. Ή, πιθανόν, μια θετή αδερφή». Έγνεψα καταφατικά. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν έλεγε ψέματα. «Του είπαμε ότι θα τη βιάζαμε κι ύστερα θα τη σκοτώναμε. Αλλά τον υποτίμησα. Αντί να σκεφτεί ότι είχε συγγενείς που έπρεπε να Digitalised By Jah®

προστατεύσει, εκείνος πέρασε στην αντεπίθεση. Μια μοναχική, πραγματικά απελπισμένη αντεπίθεση. Κατάφερε να διαρρήξει το σπίτι και να μπει μέσα χθες το βράδυ. Ομολογώ ότι δεν το περιμέναμε αυτό. Ίσως να λάτρευε την αδερφή του. Ήταν οπλισμένος. Κατέβηκα στο υπόγειο και με ακολούθησε. Κι ύστερα πέθανε». Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Πώς;» «Βγήκε νερό απ’ το στόμα. Πνίγηκε;» «Σωστά. Αλλά πού πνίγηκε;» «Μήπως τον φέρατε μέσα από καμιά λίμνη;» «Όχι. Μπήκε στο σπίτι πρώτα και μετά πνίγηκε. Λοιπόν;» «Ε, τότε δεν ξέρω…» «Σκέψου!» Η λέξη με χτύπησε σαν μαστίγιο. «Αν θες να επιζήσεις πρέπει να μάθεις να σκέφτεσαι, να βγάζεις συμπεράσματα απ’ όσα βλέπεις. Έτσι είναι η ζωή». «Καλά, καλά». Προσπάθησα να σκεφτώ. «Το υπόγειο δεν είναι υπόγειο. Είναι ένα τούνελ». Ο γέρος δίπλωσε τα μπράτσα μπροστά στο στήθος του. «Και;» «Είναι μακρύτερο απ’ ό,τι ο κήπος. Θα μπορούσε να βγαίνει, ας πούμε, σε κάποιο λιβάδι». «Αλλά;» «Αλλά μου έχεις πει ότι σου ανήκει κι ένα γειτονικό οικόπεδο, οπότε μάλλον καταλήγει εκεί». Ο γέρος χαμογέλασε ευχαριστημένος. «Μάντεψε πόσο παλιό είναι το τούνελ». «Παλιό. Οι τοίχοι ήταν πράσινοι απ’ τη μούχλα». «Φύκια. Μετά την τέταρτη αποτυχημένη προσπάθεια της Αντίστασης να μπει μέσα στο σπίτι, ο αρχηγός της Γκεστάπο έχτισε αυτό το τούνελ. Κατάφεραν να το κρατήσουν μυστικό. Όταν ο Ράινχαρντ επέστρεφε σπίτι το απόγευμα, έμπαινε από την πόρτα κανονικά ώστε να τον δούνε όλοι. Άναβε το φως κι ύστερα πήγαινε από το τούνελ στο πραγματικό του σπίτι, στο διπλανό οικόπεδο. Ο υπασπιστής του που όλοι νόμιζαν ότι κατοικούσε εκεί ερχόταν εδώ Digitalised By Jah®

κι έπαιρνε τη θέση του και πήγαινε πέρα δώθε, κοντά στα παράθυρα και λοιπά, φορώντας την ίδια στολή με τον αρχηγό της Γκεστάπο». «Ήταν δόλωμα». «Σωστά». «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;» «Γιατί θέλω να μάθεις πώς πραγματικά είναι η ζωή, Γκούστο. Οι περισσότεροι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα δεν έχουν ιδέα, δεν ξέρουν πόσο δύσκολη κι ακριβή είναι η επιβίωση στην πραγματική ζωή. Εγώ σ’ τα λέω όλα αυτά γιατί θέλω να θυμάσαι ότι σε εμπιστεύτηκα». Με κοίταξε λες και τα λόγια του ήταν πολύ σημαντικά. Προσποιήθηκα ότι κατάλαβα, ήθελα να πάω σπίτι, βλέπεις. Ίσως και να το ’πιασε. «Χάρηκα που σε είδα, Γκούστο. Θα σας γυρίσει πίσω ο Αντρέι». Όταν το αυτοκίνητο πέρασε μπροστά απ’ το πανεπιστήμιο, πρέπει να είχαν κάποια συναυλία ή κάτι τέτοιο. Ακούσαμε τις ηλεκτρικές κιθάρες ενός ροκ συγκροτήματος που έπαιζε σε κάποια σκηνή. Νεαροί και νεαρές κατευθύνονταν προς το μέρος μας κατεβαίνοντας την Μπλινερνβάιεν. Χαρούμενα πρόσωπα γεμάτα προσδοκίες, λες και τους είχαν υποσχεθεί κάτι, το μέλλον πιθανόν. Ή κάτι τέτοιο. «Τι γίνεται, τι είναι αυτός ο θόρυβος;» ρώτησε ο Όλεγκ, που είχε ακόμη τα μάτια του δεμένα. «Αυτό» απάντησα «είναι η ψεύτικη ζωή».

«Και δεν έχεις ιδέα πώς πνίγηκε;» ρώτησε ο Χάρι. «Όχι» είπε ο Όλεγκ. Η κίνηση των ποδιών του είχε γίνει ακόμα πιο γρήγορη· δονούνταν ολόκληρο το σώμα του. «Εντάξει. Είχες δεμένα τα μάτια, αλλά πες μου ό,τι μπορείς να θυμηθείς για τη διαδρομή από και προς αυτό το μέρος. Όλους τους ήχους. Όταν βγήκες από το αμάξι, παραδείγματος χάριν, άκουσες κάποιο τρένο, κάποιο τραμ;» Digitalised By Jah®

«Όχι. Αλλά έβρεχε όταν φτάσαμε και ουσιαστικά αυτό άκουγα μόνο». «Δυνατή βροχή, απαλή βροχή;» «Απαλή. Δεν την ένιωσα καθώς βγαίναμε απ’ το αμάξι. Αλλά την άκουσα». «Μάλιστα. Η απαλή βροχή δεν ακούγεται τόσο πολύ· μήπως έπεφτε πάνω σε φύλλα;» «Πολύ πιθανόν». «Τι υπήρχε κάτω από τα πόδια σου καθώς προχωρούσες προς την είσοδο; Άσφαλτος; Πέτρες; Γρασίδι;» «Χαλίκι νομίζω. Ναι, θυμάμαι ν’ ακούω κάτι να θρυμματίζεται. Έτσι καταλάβαινα πού βρισκόταν ο Πέτερ. Είναι ο βαρύτερος απ’ όλους μας, οπότε έκανε και περισσότερο θόρυβο». «Μπράβο. Σκαλιά στην είσοδο;» «Ναι». «Πόσα;» Ο Όλεγκ μούγκρισε. «Καλά» είπε ο Χάρι. «Έβρεχε ακόμη μπροστά στην πόρτα;» «Ναι, φυσικά». «Θέλω να πω, το ένιωθες στα μαλλιά σου;» «Ναι». «Άρα δεν υπήρχε στέγαστρο». «Γιατί, σκέφτεσαι να ψάξεις όλα τα μέρη στο Όσλο που δεν έχουν στέγαστρα;» «Κοίτα να δεις, οι γειτονιές του Όσλο έχουν χτιστεί σε διαφορετικές εποχές και πολλά κτίρια έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους». «Και σε ποια περίοδο ανήκουν τα ξύλινα κτίρια με χαλικόστρωτες αυλές και σκαλοπάτια που οδηγούν σε εισόδους χωρίς στέγαστρα, ενώ εκεί κοντά δεν υπάρχουν γραμμές τρένου ή τραμ;» «Ακούγεσαι σαν γενικός επιθεωρητής». Ο Χάρι δεν εισέπραξε το χαμόγελο ή το γέλιο που ήλπιζε να εισπράξει. «Όταν έφευγες, Digitalised By Jah®

παρατήρησες τίποτα ήχους στη γύρω περιοχή;» «Όπως;» «Όπως τον ήχο που κάνουν τα φανάρια για τους πεζούς». «Όχι, τίποτα τέτοιο. Μόνο μουσική». «Ηχογραφημένη ή ζωντανή;» «Ζωντανή, νομίζω. Θυμάμαι τα κρουστά. Ακούγαμε τις ηλεκτρικές κιθάρες, ήταν λες κι ο αέρας παράσερνε τον ήχο τους». «Ζωντανή μάλλον. Μπράβο που το θυμάσαι». «Το θυμάμαι μόνο και μόνο επειδή έπαιζαν ένα από τα τραγούδια σου». «Τα τραγούδια μου;» «Από έναν από τους δίσκους σου. Το θυμάμαι γιατί ο Γκούστο είπε ότι αυτή ήταν η ψεύτικη ζωή και θυμάμαι ότι αναρωτήθηκα πώς του κατέβηκε κάτι τέτοιο. Κατέληξα ωστόσο ότι μάλλον άκουσε κι εκείνος τον στίχο που μόλις είχα ακούσει κι εγώ». «Ποιον στίχο;» «Κάτι για ένα όνειρο. Δεν θυμάμαι, αλλά έπαιζες αυτό το τραγούδι παλιά συνέχεια». «Έλα, Όλεγκ, είναι πολύ σημαντικό αυτό». Ο Όλεγκ κοίταξε τον Χάρι. Τα πόδια του σταμάτησαν να χτυπιούνται. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να σιγομουρμουρίζει έναν σκοπό. «...It’s just a dreamy Gonzales». Ξανάνοιξε τα μάτια του· το πρόσωπό του ήταν κόκκινο. «Κάτι τέτοιο». Ο Χάρι μουρμούρισε τη μελωδία. Και κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε. «Συγγνώμη» είπε ο Όλεγκ «δεν είμαι και πολύ σίγουρος. Κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα». «Δεν πειράζει» είπε ο Χάρι, χαϊδεύοντας τον ώμο του αγοριού. «Πες μου λοιπόν τι έγινε στο Άλναμπρου». Τα πόδια του Όλεγκ ξανάρχισαν τον χορό τους. Πήρε δυο βαθιές ανάσες, δυο μεγάλες μπουκιές αέρα, σαν εκείνες που είχε μάθει να παίρνει πριν σκύψει για την εκκίνηση των αγώνων δρόμου. Κι Digitalised By Jah®

ύστερα μίλησε. Όταν τελείωσε, ο Χάρι κάθισε για πολλή ώρα σιωπηλός, τρίβοντας τον αυχένα του. «Δηλαδή, τρυπήσατε έναν άνθρωπο μέχρι θανάτου;» «Όχι εμείς. Ο αστυνομικός». «Του οποίου το όνομα δεν ξέρεις. Ή πού δούλευε». «Όχι. Ήταν κι οι δυο τους πολύ προσεκτικοί με αυτό το θέμα. Ο Γκούστο έλεγε ότι ήταν καλύτερα να μην ξέρω». «Και δεν ξέρεις τι απέγινε το πτώμα;» «Όχι. Θα με καταγγείλεις;» «Όχι». Ο Χάρι έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα και τίναξε ένα έξω. «Μπορώ να έχω ένα;» «Σόρι, αγόρι μου. Είναι κακό για την υγεία σου». «Μα…» «Υπό έναν όρο. Αν αφήσεις τον Χανς Κρίστιαν να σε κρύψει κι αφήσεις εμένα να ψάξω για την Ιρένε». Ο Όλεγκ γύρισε και κοίταξε τις πολυκατοικίες στον λόφο πίσω από το στάδιο. Είχαν ακόμη λουλούδια στα μπαλκόνια τους. Ο Χάρι χάζεψε το προφίλ του, το μήλο του Αδάμ που ανεβοκατέβαινε στον λεπτό του λαιμό. «Έγινε» είπε ο μικρός. «Τέλεια». Του έδωσε τσιγάρο και άναψε και των δυο τους. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί έφτιαξες το μεταλλικό δάχτυλο» είπε ο Όλεγκ. «Για να μπορείς να καπνίζεις». «Γιαπ» είπε ο Χάρι κρατώντας το τσιγάρο μεταξύ βιονικού δαχτύλου και δείκτη κι ενώ διάλεγε τον αριθμό της Ράκελ στο κινητό του. Δεν χρειαζόταν να ζητήσει το τηλέφωνο του Χανς Κρίστιαν: ήταν εκεί μαζί της. Ο δικηγόρος είπε ότι θα πήγαινε αμέσως. Ο Όλεγκ διπλώθηκε στα δύο λες κι είχε ξεπαγιάσει ξαφνικά. «Πού θα με κρύψει;» «Δεν ξέρω και δεν θέλω να ξέρω». Digitalised By Jah®

«Γιατί όχι;» «Έχω ευαίσθητους όρχεις. Στο άκουσμα και μόνο των λέξεων “μπαταρία αυτοκινήτου”, τα παίρνει όλα το ποτάμι». O Όλεγκ γέλασε. Κοφτά, αλλά γέλασε. «Δεν σε πιστεύω. Θα προτιμούσες να πεθάνεις παρά να βγάλεις μιλιά». Ο Χάρι κοίταξε το αγόρι. Θα μπορούσε να του λέει τέτοια χαζοαστεία όλη μέρα αν ήταν να βλέπει έστω και για λίγο το χαμόγελό του. «Με είχες πάντα τόσο ψηλά, Όλεγκ. Υπερβολικά ψηλά. Δεν λέω, κι εγώ ήθελα να με βλέπεις σαν να ήμουν καλύτερος απ’ ό,τι πραγματικά είμαι». Ο Όλεγκ περιεργάστηκε τα χέρια του. «Όλα τα παιδιά βλέπουν τους πατεράδες τους σαν ήρωες, έτσι δεν είναι;» «Ίσως. Και δεν ήθελα να με βλέπεις σαν έναν προδότη, κάποιον που σηκώθηκε κι έφυγε. Αλλά τα πράγματα έγιναν όπως έγιναν. Κι αυτό που ήθελα να σου πω είναι ότι, ακόμα κι αν δεν ήμουν δίπλα σου, δεν σημαίνει ότι δεν είσαι σημαντικός για μένα. Δεν μπορούμε πάντα να ’χουμε τη ζωή όπως τη θέλουμε. Είμαστε σκλάβοι… διαφόρων πραγμάτων. Της ταυτότητάς μας, ας πούμε». Ο Όλεγκ σήκωσε το πιγούνι του. «Διαφόρων σκουπιδιών και σκατών». «Κι αυτό». Ρούφηξαν συγχρόνως τα τσιγάρα τους. Χαζεύοντας τον καπνό ν’ ανεβαίνει ανά κύματα προς τον απέραντο ανοιχτό γαλάζιο ουρανό. Ο Χάρι ήξερε πως η νικοτίνη δεν θα ανακούφιζε τη στέρηση του αγοριού, αλλά ήταν τουλάχιστον ένας αντιπερισπασμός. Κι αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο για τα λίγα επόμενα λεπτά. «Χάρι;» «Ναι;» «Γιατί δεν γύρισες πίσω;» Ο Χάρι ρούφηξε ξανά το τσιγάρο του πριν απαντήσει. «Γιατί η μητέρα σου πίστευε ότι δεν ήμουν αρκετά καλός ούτε για σένα ούτε Digitalised By Jah®

για εκείνη. Κι είχε δίκιο». Συνέχισε να καπνίζει χαζεύοντας τον ορίζοντα. Ήξερε ότι ο Όλεγκ δεν ήθελε να τον κοιτάξει τώρα. Σε ποιον δεκαοκτάχρονο αρέσει να τον κοιτάζουν όταν κλαίει; Ούτε θα ήθελε να τον αγκαλιάσει ή να τον παρηγορήσει. Θα ήθελε απλώς να μείνει δίπλα του. Να μην πάει πουθενά. Να σκεφτούν μαζί τον επικείμενο αγώνα. Όταν άκουσαν το αυτοκίνητο να πλησιάζει, κατέβηκαν από τις κερκίδες προς το πάρκινγκ. Ο Χάρι είδε τον Χανς Κρίστιαν να προσπαθεί να συγκρατήσει με το χέρι του τη Ράκελ επειδή ήταν έτοιμη να πεταχτεί έξω απ’ το αμάξι. Ο Όλεγκ γύρισε προς τον Χάρι, φούσκωσε το στήθος του, γάντζωσε τον αντίχειρά του στον δικό του και χτύπησε τον δεξή του ώμο στον δικό του. Μα ο Χάρι δεν τον άφησε να ξεφύγει τόσο εύκολα και τον τράβηξε κοντά του. Του ψιθύρισε στο αυτί: «Κοίτα να νικήσεις!».

H διεύθυνση της Ιρένε Χάνσεν ήταν στο Γκρέφσεν, στους γονείς της. Το σπίτι ήταν μεσοτοιχία μ’ ένα άλλο, σ’ έναν κήπο γεμάτο μηλιές δίχως μήλα και μια κούνια. Ένας νεαρός γύρω στα είκοσι −υπέθεσε ο Χάρι− άνοιξε την πόρτα. Το πρόσωπό του ήταν οικείο και το αστυνομικό μυαλό του Χάρι χρειάστηκε ένα δέκατο του δευτερολέπτου για να βρει δυο απαντήσεις στη βάση δεδομένων. «Το όνομά μου είναι Χάρι Χόλε. Μήπως είσαι κατά τύχη ο Στάιν Χάνσεν;» «Ναι;» Αθωότητα και καχυποψία συνδυάζονταν στο πρόσωπο ενός νεαρού που είχε ζήσει όμορφες και δύσκολες στιγμές κι αμφιταλαντευόταν ακόμη ανάμεσα σε μια ειλικρινή κι ανοιχτή συμπεριφορά και μια έντονη επιφυλακτικότητα απέναντι στον κόσμο. Digitalised By Jah®

«Σε γνώρισα από μια φωτογραφία. Είμαι φίλος του Όλεγκ Φάουκε». Ο Χάρι κοίταξε τα μάτια του Στάιν Χάνσεν για να δει την αντίδρασή του, αλλά δεν είδε τίποτα. «Ίσως έμαθες ότι αποφυλακίστηκε. Κάποιος άλλος ομολόγησε ότι σκότωσε τον θετό σου αδερφό». Ο Στάιν Χάνσεν κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Καμιά έκφραση στο πρόσωπό του. «Είμαι πρώην αστυνομικός. Προσπαθώ να βρω την αδερφή σου, την Ιρένε». «Πώς κι έτσι;» «Θέλω να σιγουρευτώ ότι είναι καλά. Το έχω υποσχεθεί στον Όλεγκ». «Τέλεια. Για να συνεχίσει να την ντοπάρει με ναρκωτικά;» Ο Χάρι έριξε το βάρος του στο άλλο πόδι. «Ο Όλεγκ είναι καθαρός πια. Κι αυτό έχει μεγάλο κόστος, όπως ίσως να ξέρεις. Ξέφυγε απ’ τα ναρκωτικά για να μπορέσει να τη βρει. Την αγαπάει, Στάιν. Μα θα ήθελα να τη βρω για το καλό όλων μας, όχι μόνο για εκείνον. Θεωρούμαι γενικά καλός στο να βρίσκω ανθρώπους». Ο Στάιν Χάνσεν κοίταξε τον Χάρι. Δίστασε. Κι ύστερα άνοιξε την πόρτα. Ο Χάρι τον ακολούθησε στο καθιστικό. Ήταν τακτοποιημένο, όμορφα διακοσμημένο κι έμοιαζε ακατοίκητο. «Οι γονείς σου…» «Δεν ζούνε πια εδώ. Κι εγώ περνώ από εδώ μόνο όταν δεν είμαι στο Τρόντχαϊμ». Τα «ρο» του ήταν λαρυγγικά, ένδειξη κύρους παλιότερα, γιατί μαρτυρούσαν πως η οικογένειά σου είχε την οικονομική δυνατότητα να προσλάβει νταντά από τη νότια Νορβηγία. Μια προφορά που έκανε τη φωνή του ευκολομνημόνευτη, σκέφτηκε ο Χάρι, δίχως να ξέρει ακριβώς γιατί. Πάνω στο πιάνο που φαινόταν εντελώς αχρησιμοποίητο υπήρχε Digitalised By Jah®

μια φωτογραφία, παρμένη ίσως πριν από έξι εφτά χρόνια. Η Ιρένε κι ο Γκούστο ήταν νεότερες, μικρότερες εκδοχές του εαυτού τους, με ρούχα και κουρέματα που τώρα θα τους προκαλούσαν φοβερή ντροπή, σκέφτηκε ο Χάρι. Ο Στάιν στεκόταν στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, σοβαρός. Η μητέρα είχε τα χέρια της διπλωμένα στο στήθος κι ένα περιφρονητικό, σχεδόν σαρκαστικό χαμόγελο στο πρόσωπο. Ο πατέρας χαμογελούσε μ’ έναν τρόπο που έκανε τον Χάρι να σκεφτεί ότι η φωτογράφιση ήταν μάλλον δική του ιδέα. Τουλάχιστον ήταν ο μόνος που φαινόταν χαρούμενος. «Αυτή είναι λοιπόν η οικογένειά σας;» «Ήταν. Οι γονείς μου έχουν χωρίσει. Ο πατέρας μου μετακόμισε στη Δανία. Την κοπάνησε, ίσως είναι το πιο σωστό. Η μητέρα μου είναι στο νοσοκομείο. Οι υπόλοιποι... προφανώς ξέρεις για τους υπόλοιπους». Ο Χάρι κατένευσε. Ο ένας νεκρός. Η άλλη εξαφανισμένη. Πολύ δύσκολο για μια οικογένεια. Χωρίς να ρωτήσει, ο Χάρι κάθισε σε μια βαθιά πολυθρόνα. «Τι ξέρεις να μου πεις που μπορεί να με βοηθήσει να βρω την Ιρένε;» «Δεν έχω ιδέα». Ο Χάρι χαμογέλασε. «Προσπάθησε». «Η Ιρένε μετακόμισε μαζί μου στο Τρόντχαϊμ ύστερα από μια εμπειρία για την οποία δεν ήθελε να μου μιλήσει. Aλλά είμαι σίγουρος ότι είχε σχέση με τον Γκούστο. Τον Γκούστο τον λάτρευε, θα έκανε τα πάντα για χάρη του. Νόμιζε ότι τη νοιαζόταν κι αυτός, γιατί, πού και πού, της χάιδευε το μάγουλο. Μερικούς μήνες αργότερα όμως, έλαβε ένα τηλεφώνημα κι είπε ότι έπρεπε να επιστρέψει στο Όσλο. Αρνήθηκε να μου εξηγήσει γιατί. Πριν από τέσσερις μήνες όλα αυτά. Έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Όταν είχαν περάσει δυο εβδομάδες και δεν είχα νέα της, πήγα στην Αστυνομία και ανέφερα την εξαφάνισή της. Το σημείωσαν, έκαναν έναν μικρό έλεγχο κι ύστερα τίποτα. Κανείς δεν νοιάζεται για ένα πρεζόνι δίχως σπίτι». Digitalised By Jah®

«Έχεις καμιά θεωρία;» ρώτησε ο Χάρι. «Όχι. Αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι δεν έφυγε με τη θέλησή της. Δεν είναι ο τύπος του ανθρώπου που σηκώνεται και φεύγει σαν... σαν κάτι άλλους». Ο Χάρι δεν είχε ιδέα ποιον εννοούσε, αλλά ένιωσε τη σουβλιά μέσα του. Ο Στάιν Χάνσεν έξυσε ένα κακάδι στο χέρι του. «Τι σκατά τής βρίσκετε όλοι εσείς; Σας θυμίζει την κόρη σας; Τις κόρες σας νομίζετε ότι θα πάρετε;» Ο Χάρι τον κοίταξε έκπληκτος. «Εμείς; Τι εννοείς;» «Όλοι εσείς οι γέροι που σας τρέχουν τα σάλια όταν τη βλέπετε. Μόνο και μόνο επειδή μοιάζει με δεκατετράχρονη Λολίτα». Ο Χάρι θυμήθηκε τη φωτογραφία στην πόρτα του λόκερ. Ο Στάιν Χάνσεν είχε δίκιο. Και ξαφνικά, μια σκέψη κόλλησε στο μυαλό του Χάρι. Λες να είχε άδικο, λες η Ιρένε να ήταν θύμα κάποιου εγκλήματος που δεν είχε σχέση με αυτή την υπόθεση; «Σπουδάζεις στο Τρόντχαϊμ, σωστά; Στο Πολυτεχνείο;» «Ναι». «Τι σπουδάζεις;» «Πληροφορική». «Χμ. Κι ο Όλεγκ ήθελε να σπουδάσει. Τον ξέρεις;» Ο Στάιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν του ’χεις μιλήσει ποτέ;» «Πρέπει να έχουμε συναντηθεί μια δυο φορές. Για πολύ λίγο όμως». Ο Χάρι παρατήρησε τον πήχη του χεριού του Στάιν. Επαγγελματική συνήθεια. Εκτός από την πληγή όμως με το κακάδι δεν υπήρχαν άλλα σημάδια. Φυσικά και όχι· ο Στάιν Χάνσεν ήταν από τους ανθρώπους που επιζούν, που μπορούν να αντιμετωπίσουν τις αντιξοότητες. Ο Χάρι σηκώθηκε όρθιος. «Τέλος πάντων. Λυπάμαι πολύ για τον αδερφό σου». «Θετό αδερφό». Digitalised By Jah®

«Χμ. Μπορώ να έχω το κινητό σου; Σε περίπτωση που συμβεί τίποτα». «Σαν τι;» Αλληλοκοιτάχτηκαν. Η απάντηση αιωρούνταν, δίχως την ανάγκη να διευκρινιστεί, δίχως τη δύναμη να αρθρωθεί. Το κακάδι είχε φύγει κι ένα ρυάκι αίματος κυλούσε προς την παλάμη του. «Ξέρω ένα πράγμα που ίσως βοηθήσει» είπε ο Στάιν Χάνσεν όταν ο Χάρι είχε βγει έξω. «Τα μέρη όπου θα πας να την ψάξεις: η Ουρτεγκάτα, το Καφέ Μετεστέντε, τα πάρκα, τα χόστελ, οι γιάφκες, τα μπουρδέλα: ξέχνα τα. Τα έχω ψάξει ήδη». Ο Χάρι κατένευσε. Φόρεσε τα γυαλιά ηλίου του. «Να ’χεις το κινητό σου ανοιχτό, οκέι;»

Ο Χάρι πήγε στο Καφέ Λόρι για φαγητό, ανεβαίνοντας όμως τις σκάλες ένιωσε μια ξαφνική λαχτάρα για μπίρα. Γύρισε κι έβαλε πλώρη για ένα καινούργιο μέρος που είχε ανοίξει απέναντι από το Σπίτι της Λογοτεχνίας. Κοίταξε γρήγορα τους θαμώνες, έκανε μεταβολή και κατέληξε στο Πλα, όπου παρήγγειλε μια ταϊλανδέζικη βερσιόν των τάπας. «Θα πιείτε κάτι; Σινγκ;» «Όχι». «Τάιγκερ;» «Μα καλά, μόνο μπίρες έχετε;» Ο σερβιτόρος το ’πιασε το νόημα κι έφερε μια καράφα νερό. Ο Χάρι έφαγε τις καραβίδες και το κοτόπουλο αλλά όχι το λουκάνικο. Κι ύστερα πήρε τηλέφωνο τη Ράκελ και της ζήτησε να κοιτάξει τα CD που είχε κατά καιρούς μεταφέρει στο σπίτι της στο Χολμενκόλεν κι είχαν ξεμείνει εκεί. Μερικά τα είχε πάει για να τα ακούει ο ίδιος, άλλα για να εξιλεωθεί. Elvis Costello, Miles Davis, Led Zeppelin, Count Basie, Jayhawks, Muddy Waters. Πολύ που έσωσαν κανέναν... Digitalised By Jah®

Είχε κρατήσει ένα χωριστό ράφι γι’ αυτό που αποκαλούσε «μουσική Χάρι» − αδιαφορώντας για την ειρωνεία ότι στα νορβηγικά το «Χάρι» παραπέμπει στο «κάγκουρας». Μουσική για κάγκουρες. «Θέλω να μου διαβάσεις όλους τους τίτλους των τραγουδιών» είπε ο Χάρι. «Πλάκα μού κάνεις». «Θα σου εξηγήσω μετά». «Καλά. Το πρώτο είναι Aztec Camera». «Έχεις...» «Ναι, τα έχω τοποθετήσει αλφαβητικά». Ακούστηκε σαν να ντρεπόταν λίγο. «Αυτή είναι αγορίστικη συνήθεια». «Αυτή είναι συνήθεια του Χάρι. Δικά σου CD είναι. Μπορώ να τα διαβάσω τώρα;» Ύστερα από είκοσι λεπτά είχαν φτάσει στο γράμμα W, στο συγκρότημα Wilco, χωρίς να έχει έρθει στο μυαλό του Χάρι απολύτως τίποτα. Η Ράκελ ξεφύσηξε, μα συνέχισε. «“When you wake up feeling old”». «Όχι». «“Summerteeth”». «Το επόμενο». «“In a future age”». «Περίμενε!» Ο Χάρι ξέσπασε στα γέλια. «Τόσο αστείο ήταν;» ρώτησε η Ράκελ. «Το ρεφρέν από το “Summerteeth”. Πάει κάπως έτσι…» O Xάρι άρχισε να σιγοτραγουδάει: «It’s a dream he keeps having…». «Ναι, δεν ακούγεται και πάρα πολύ ωραία, Χάρι». «Τι λες! Εννοώ ότι το κανονικό ακούγεται πολύ ωραία. Τόσο πολύ, που το έβαζα συνέχεια στον Όλεγκ να το ακούσει. Αλλά νόμιζε ότι οι στίχοι έλεγαν “It’s a dreamy Gonzales”». O Χάρι Digitalised By Jah®

ξαναγέλασε τρανταχτά. Κι άρχισε να τραγουδάει: «It’s a dreamy Gonz…» «Χάρι, έλεος». «Καλά. Μπορείς, σε παρακαλώ, να μπεις στο ίντερνετ απ’ τον υπολογιστή του Όλεγκ και να ψάξεις κάτι;» «Τι;» «Πήγαινε στο Google και βρες την ιστοσελίδα των Wilko. Και πες μου αν έκαναν τίποτα συναυλίες στο Όσλο φέτος. Κι αν ναι, πού ακριβώς». Η Ράκελ επέστρεψε έξι λεπτά αργότερα. «Μία». Και του εξήγησε πού. «Ευχαριστώ» είπε ο Χάρι. «Έχεις πάλι αυτή τη φωνή». «Ποια φωνή;» «Την ανυπόμονη. Τη φωνή ενός νεαρού αγοριού».

Απειλητικά σύννεφα στο χρώμα του ατσαλιού άρχισαν να μαζεύονται πάνω απ’ το φιόρδ του Όσλο στις τέσσερις το απόγευμα. Ο Χάρι έστριψε από το Σκέγιεν προς το πάρκο του Φρόγκνερ και πάρκαρε στην οδό Τούρβαλ Έρικσενς Βάι. Είχε καλέσει το κινητό του Μπέλμαν τρεις φορές, κι όταν εκείνος δεν απάντησε, κάλεσε το Αρχηγείο όπου τον πληροφόρησαν ότι ο Μπέλμαν είχε φύγει νωρίς για να πάει να παίξει τένις με τον γιο του στο Όσλο Τένις Κλαμπ. Ο Χάρι κοίταξε τα σύννεφα. Ύστερα μπήκε μέσα κι έριξε μια ματιά στις εγκαταστάσεις του κλαμπ. Σούπερ, με χωμάτινα και σκληρά γήπεδα, ακόμα και κεντρικό κορτ με κερκίδες. Από τα δώδεκα, μόνο τα δύο χρησιμοποιούνταν εκείνη τη στιγμή. Στη Νορβηγία παίζουν μπάλα και κάνουν σκι. Αν πεις ότι παίζεις τένις, σε κοιτάζουν παράξενα και ψιθυρίζουν πίσω απ’ την πλάτη σου. Ο Χάρι βρήκε τον Μπέλμαν σ’ ένα χωμάτινο κορτ. Έβγαζε μπάλες Digitalised By Jah®

από ένα καλάθι και τις χτυπούσε απαλά προς τη μεριά ενός αγοριού που φαινόταν να προπονείται στα διαγώνια ρεβέρ. Δεν ήταν πολύ σίγουρος βέβαια: οι μπάλες εκτοξεύονταν από εδώ κι από εκεί. Ο Χάρι μπήκε στο γήπεδο απ’ την είσοδο πίσω από τον Μπέλμαν και στάθηκε δίπλα του. «Το παλεύει» είπε ο Χάρι, βγάζοντας το πακέτο τα τσιγάρα του. «Χάρι» είπε ο Μπέλμαν δίχως να σταματήσει ή να πάρει τα μάτια του απ’ το αγόρι. «Θα τα καταφέρει». «Διακρίνω μία ομοιότητα. Ο;...» «Ο γιος μου, ναι, ο Φίλιπ. Δέκα χρονών». «Πώς περνούν τα χρόνια. Έχει ταλέντο;» «Έχει πάρει λίγο απ’ τον μπαμπά, αλλά του έχω εμπιστοσύνη. Σπρώξιμο θέλει μόνο». «Νόμιζα ότι αυτό ήταν παράνομο πια». «Θέλουμε το καλύτερο για τα παιδιά μας, αλλά μπορεί και να τους κάνουμε κακό, Χάρι. Κουνήσου, Φίλιπ!» «Βρήκες τίποτα για τον Μάρτιν Πραν;» «Ποιον Πραν;» «Τον εκκεντρικό Κουασιμόδο απ’ το νοσοκομείο Ράντιουμ». «Α, ναι, αυτόν που τσάκωσε το ένστικτό σου. Και ναι και όχι. Δηλαδή ναι, τον τσέκαρα, και όχι, δεν βρήκαμε τίποτα. Απολύτως». «Χμ. Σκεφτόμουν να σου ζητήσω και κάτι άλλο». «Χαμήλωσε τα γόνατα! Τι άλλο;» «Ένα ένταλμα για να ξεθάψω τον Γκούστο Χάνσεν και να δω αν υπήρχε καθόλου αίμα κάτω απ’ τα νύχια του, να το εξετάσουμε». Ο Μπέλμαν πήρε το βλέμμα του απ’ τον γιο του, προφανώς για να δει αν ο Χάρι σοβαρολογούσε. «Χάρι, έχουμε μια φοβερά αξιόπιστη ομολογία στα χέρια μας. Βάζω στοίχημα ότι το αίτημά μας θα απορριφθεί». «Υπήρχε αίμα κάτω από τα νύχια του Γκούστο. Και κάπως, κάπου το δείγμα που είχε παρθεί χάθηκε πριν ελεγχθεί». «Συμβαίνουν αυτά». Digitalised By Jah®

«Πολύ σπάνια». «Και ποιανού το αίμα είναι, κατά τη γνώμη σου;» «Δεν ξέρω». «Δεν ξέρεις;» «Όχι. Αλλά, αν το πρώτο δείγμα έκανε φτερά, σημαίνει ότι ήταν επικίνδυνο για κάποιον». «Για το βαποράκι που ομολόγησε, παραδείγματος χάριν. Πώς τον είπαμε, Αντίντας;» «Το κανονικό του όνομα είναι Κρις Ρέντι». «Εν πάση περιπτώσει, δεν τελείωσες με αυτή την υπόθεση τώρα που ο Όλεγκ Φάουκε είναι ελεύθερος;» «Εν πάση περιπτώσει, δεν θα έπρεπε να κρατάει τη ρακέτα του με τα δύο χέρια για να κάνει ρεβέρ;» «Ξέρεις από τένις;» «Ό,τι έχω δει στην τηλεόραση». «Τα ρεβέρ με το ’να χέρι χτίζουν χαρακτήρα». «Δεν ξέρω καν αν το αίμα έχει σχέση με τον φόνο. Ίσως απλώς κάποιος να φοβάται να συνδεθεί με το όνομα του Γκούστο». «Ποιος, ας πούμε;» «Ο Ντουμπάι, ίσως. Συν τοις άλλοις, δεν πιστεύω ότι ο Αντίντας σκότωσε τον Γκούστο». «Γιατί όχι;» «Ένας πωρωμένος έμπορος ναρκωτικών δεν ομολογεί από το πουθενά». «Καταλαβαίνω τι εννοείς» είπε ο Μπέλμαν. «Δεν παύει να είναι ομολογία όμως. Και καλή μάλιστα». «Και πρόκειται μόνο για μια δολοφονία συνδεδεμένη με ναρκωτικά» συνέχισε ο Χάρι, αποφεύγοντας μια μπάλα που ερχόταν κατευθείαν πάνω του. «Κι έχεις τόσες άλλες υποθέσεις να ερευνήσεις». Ο Μπέλμαν αναστέναξε. «Πάντα έτσι δεν είναι, Χάρι; Είναι που είναι περιορισμένοι οι πόροι μας, θες να δώσουμε και προτεραιότητα Digitalised By Jah®

τώρα σε υποθέσεις που έχουν κάπως ξεκαθαριστεί;» «Κάπως;» «Ένα από τα καθήκοντα του αρχηγού είναι να μάθει να εκφράζεται διφορούμενα». «Εντάξει, άσε με λοιπόν να σου ξεκαθαρίσω εγώ δυο άλλες υποθέσεις. Και σε αντάλλαγμα θα με βοηθήσεις να βρω ένα σπίτι». Ο Μπέλμαν σταμάτησε να εκτοξεύει μπαλάκια. «Τι;» «Μια δολοφονία στο Άλναμπρου. Ένας μηχανόβιος με το όνομα Τούτου. Μια πηγή μου με πληροφόρησε ότι του τρύπησαν το κεφάλι με ηλεκτρικό τρυπάνι». «Κι η πηγή σου δέχεται να καταθέσει επισήμως;» «Ίσως». «Και η δεύτερη;» «Ο μυστικός που ξεβράστηκε μπροστά στην Όπερα. Η πηγή μου είπε ότι τον είδε νεκρό στο υπόγειο του Ντουμπάι». Ο Μπέλμαν έκλεισε το ένα του μάτι σφιχτά. Οι κηλίδες του προσώπου του έλαμψαν κι έφεραν στον νου του Χάρι μία τίγρη. «Μπαμπά!» «Πήγαινε και γέμισε το παγούρι σου στ’ αποδυτήρια, Φίλιπ!» «Είναι κλειδωμένα, μπαμπά!» «Κι ο κωδικός είναι;» «Η χρονιά που γεννήθηκε ο βασιλιάς, αλλά δεν θυμάμαι…» «Αν θυμηθείς, θα ξεδιψάσεις, Φίλιπ». Το αγόρι σύρθηκε έξω απ’ το γήπεδο, με τα χέρια του να κρέμονται στο πλάι. «Τι θες, Χάρι;» «Θέλω μια ομάδα να ψάξει εξονυχιστικά την περιοχή γύρω από τη Φρεντερικεπλάσεν, στο πανεπιστήμιο, σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου. Θέλω μια λίστα με όλες τις μονοκατοικίες που ταιριάζουν σε αυτή την περιγραφή». Έδωσε στον Μπέλμαν ένα φύλλο χαρτί. «Τι συνέβη στη Φρεντερικεπλάσεν;» «Τίποτα, μια συναυλία». Digitalised By Jah®

Συνειδητοποιώντας ότι δεν θα του έλεγε τίποτα παραπάνω, ο Μπέλμαν κοίταξε το χαρτί και διάβασε δυνατά: «Παλιό ξύλινο σπίτι με μεγάλο χαλικόστρωτο μονοπάτι, φυλλοβόλα δέντρα και σκαλιά στην είσοδο, αλλά όχι στέγαστρο; Έτσι δεν είναι όλα τα σπίτια στο Μπλίνερν; Τι ψάχνεις;». Ο Χάρι άναψε τσιγάρο. «Τη φωλιά ενός αρουραίου. Μια αετοφωλιά». «Κι αν τη βρούμε; Μετά τι;» «Εσείς θα χρειαστείτε ένταλμα ερεύνης. Ενώ ένας απλός πολίτης σαν κι εμένα θα μπορούσε να έχει χαθεί εκεί γύρω, κάποιο φθινοπωρινό βράδυ, και ν’ αναγκαστεί ν’ αναζητήσει καταφύγιο στο κοντινότερο σπίτι». «Καλά, θα δω τι μπορώ να κάνω. Μα θέλω να μου εξηγήσεις πρώτα γιατί θες σώνει και καλά να πιάσεις αυτόν τον Ντουμπάι». Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Επαγγελματική διαστροφή, ίσως. Βρες τη λίστα και στείλε τη με e-mail στη διεύθυνση στο κάτω μέρος του χαρτιού. Και τότε βλέπουμε τι μπορώ να κάνω για σένα». Ενώ έφευγε ο Χάρι, ο Φίλιπ επέστρεφε χωρίς νερό. Στον δρόμο προς το αυτοκίνητο, ο Χάρι άκουσε ένα μπαλάκι να χτυπάει το πλαίσιο της ρακέτας και μια σιγανή βρισιά. Κανονιοβολισμοί ακούστηκαν από τα συγκεντρωμένα σύννεφα και, μέχρι να προλάβει να μπει στο αυτοκίνητο, είχε σκοτεινιάσει. Ο Χάρι έβαλε μπρος τη μηχανή και πήρε τηλέφωνο τον Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν. «O Χάρι είμαι. Ποια είναι η ποινή για βεβήλωση τάφου;» «Ε... τέσσερα με έξι χρόνια, υποθέτω». «Είσαι διατεθειμένος να το ρισκάρεις;» Μια μικρή παύση. Κι ύστερα: «Για ποιον λόγο;». «Για να πιάσουμε τον δολοφόνο του Γκούστο. Και πιθανόν και τον άνθρωπο που κυνηγάει τον Όλεγκ». «Κι αν δεν είμαι;» Μια πολύ μικρή παύση. «Καλά, είμαι μέσα». Digitalised By Jah®

«Ωραία. Βρες πού έχουν θάψει τον Γκούστο και πάρε φτυάρια, φακό, ψαλιδάκι για τα νύχια και δυο κατσαβίδια. Θα πάμε αύριο το βράδυ». Η βροχή ξέσπασε καθώς ο Χάρι περνούσε από την πλατεία Σούλι. Μαστίγωνε τις στέγες, τους δρόμους, τον άνθρωπο που καθόταν στην Κβαντρατούρεν απέναντι απ’ την ανοιχτή πόρτα του μπαρ.

Το αγόρι στη ρεσεψιόν έριξε ένα αποδοκιμαστικό βλέμμα στον Χάρι. «Μήπως θα θέλατε μία ομπρέλα;» «Όχι, εκτός αν το ξενοδοχείο σας έχει διαρροή» είπε ο Χάρι, περνώντας το χέρι του μέσα από τα κοντά σαν βούρτσα μαλλιά του κι εκτοξεύοντας σταγόνες προς πάσα κατεύθυνση. «Έχω τίποτα μηνύματα;» Το αγόρι γέλασε λες κι ήταν αστείο. Ανεβαίνοντας τις σκάλες προς τον δεύτερο όροφο, ο Χάρι νόμιζε ότι άκουσε βήματα πιο κάτω και σταμάτησε. Αφουγκράστηκε. Ησυχία. Είτε ήταν η ηχώ από τα δικά του βήματα είτε είχε κι ο άλλος σταματήσει. Ο Χάρι συνέχισε ν’ ανεβαίνει, προσεκτικά. Φτάνοντας στον διάδρομο, τάχυνε το βήμα του, έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά κι άνοιξε την πόρτα. Κοίταξε τριγύρω στο σκοτεινό δωμάτιο κι απέναντι, στο φωτισμένο δωμάτιο της γειτόνισσας. Κανείς. Ούτε εδώ ούτε εκεί. Άναψε το φως. Στο φως είδε την αντανάκλασή του στο τζάμι. Και κάποιον άλλον να στέκεται από πίσω του. Ένιωσε ένα βαρύ χέρι να του σφίγγει τον ώμο. Μόνο ένα φάντασμα θα μπορούσε να είναι τόσο γρήγορο κι αθόρυβο, σκέφτηκε ο Χάρι, κάνοντας μεταβολή και ξέροντας ότι ήταν ήδη πολύ αργά. Digitalised By Jah®

27

είδα. Μια φορά. Ήταν λες κι έβλεπα κηδεία». «Τους Το βαρύ, βρόμικο χέρι του Κάτο ακουμπούσε ακόμη στον ώμο του Χάρι. Του Χάρι τού είχε κοπεί η ανάσα κι ένιωθε τα πνευμόνια του να πιέζουν τα πλευρά του προς τα έξω. «Ποιους;» «Μιλούσα με κάποιον που πουλούσε τα σύνεργα του διαβόλου. Τον έλεγαν Μπίσκεν και φορούσε ένα κολάρο για σκύλους. Είχε έρθει να με βρει γιατί φοβόταν. Η αστυνομία τον είχε μαζέψει για κατοχή ηρωίνης κι είπε στον Τραγιάσκα πού έμενε ο Ντουμπάι. Ο Τραγιάσκας τού είχε υποσχεθεί ασφάλεια κι ανωνυμία αν κατέθετε στο δικαστήριο. Κι όπως στεκόμουν εκεί, μπροστά του, ήρθαν αυτοί μ’ ένα μαύρο αυτοκίνητο. Μαύρα κουστούμια, μαύρα γάντια. Ήταν μεγάλος σε ηλικία. Έμοιαζε με λευκό Αβορίγινα». «Ποιος;» «Τον είδα, αλλά... ήταν σαν να μην ήταν εκεί. Σαν φάντασμα. Φαντομάς. Και μόλις τον είδε ο Μπίσκεν δεν κουνήθηκε, δεν προσπάθησε να ξεφύγει ή να παλέψει όταν τον πήραν μαζί τους. Αφού είχαν φύγει ήταν λες και τα είχα όλα ονειρευτεί». «Γιατί δεν μου το είπες πιο πριν;» Digitalised By Jah®

«Γιατί είμαι δειλός. Έχεις τσιγάρο;» Ο Χάρι τού έδωσε το πακέτο κι ο Κάτο σωριάστηκε στην καρέκλα. «Κυνηγάς έναν φαντομά και δεν γουστάρω να μπλέξω». «Αλλά;» Ο Κάτο ανασήκωσε τους ώμους κι άπλωσε την παλάμη του. Ο Χάρι τού έδωσε τον αναπτήρα. «Είμαι γέρος άνθρωπος. Δεν έχω τίποτα να χάσω». «Είσαι ετοιμοθάνατος;» Ο Κάτο άναψε το τσιγάρο του. «Δεν πάσχω από κάποια οξεία ασθένεια πιθανόν, αλλά όλοι πεθαίνουμε κάποια στιγμή, Χάρι. Θέλω απλώς να σε βοηθήσω». «Με ποιο πράγμα;» «Δεν ξέρω. Τι σχέδια έχεις;» «Μπορώ να σ’ εμπιστευτώ;» «Α πα πα. Δεν γίνεται να μ’ εμπιστευτείς. Αλλά είμαι και σαμάνος. Μπορώ να γίνω αόρατος. Να πάω αποδώ κι αποκεί χωρίς να με πάρει χαμπάρι κανείς». Ο Χάρι έτριψε το πιγούνι του. «Γιατί;» «Σου είπα γιατί». «Σε ξαναρωτάω». Ο Κάτο κοίταξε τον Χάρι μ’ ένα επιτιμητικό βλέμμα, κι όταν αυτό δεν έπιασε, αναστέναξε εκνευρισμένος. «Ίσως κάποτε να είχα κι εγώ έναν γιο. Έναν γιο στον οποίο δεν συμπεριφέρθηκα όπως θα ’πρεπε. Ίσως αυτή εδώ να είναι μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν πιστεύεις στις δεύτερες ευκαιρίες, Χάρι;» Ο Χάρι κοίταξε προσεκτικά τον γέρο άνδρα. Τα αυλάκια του προσώπου του φαίνονταν ακόμα πιο βαθιά στο ημίφως, σαν φαράγγια, χαραγματιές από μαχαίρι. Ο Χάρι άπλωσε το χέρι του κι ο Κάτο έβγαλε απρόθυμα τα τσιγάρα από την τσέπη του και του τα γύρισε πίσω. «Το εκτιμώ αυτό που κάνεις, Κάτο. Αν σε χρειαστώ, θα σ’ το πω. Αλλά αυτό που θα κάνω τώρα είναι να συνδέσω τον Ντουμπάι με Digitalised By Jah®

τον φόνο του Γκούστο. Από εκεί θα οδηγηθώ κατευθείαν στον καύτη μες στην αστυνομία κι από εκεί στον φόνο του μυστικού μπάτσου που πνίγηκε στο σπίτι του Ντουμπάι». Ο Κάτο κούνησε αργά αργά το κεφάλι του. «Έχεις μια αγνή και γενναία καρδιά, Χάρι. Ίσως και να πας στον παράδεισο». Ο Χάρι έχωσε ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη του. «Κι έτσι θα έχουμε κι ένα είδος χάπι εντ στο τέλος». «Το οποίο πρέπει να γιορτάσουμε. Να σε κεράσω ένα ποτό, Χάρι Χόλε;» «Ποιος πληρώνει;» «Εγώ φυσικά. Aν τσοντάρεις κι εσύ. Εσύ θα πεις γεια στον Τζιμ κι εγώ θα πω γεια στον Τζόνι μου». «Ύπαγε οπίσω μου». «Έλα τώρα. Ο Τζιμ είναι καλό παιδί κατά βάθος». «Καληνύχτα. Καλόν ύπνο». «Καληνύχτα. Μην κοιμηθείς και πολύ, σε περίπτωση που...» «Καληνύχτα».

Ήταν πάντα εκεί, μα ο Χάρι είχε καταφέρει να την κατευνάσει μέχρι τώρα, μέχρι την πρόσκληση του Κάτο. Μα ήταν πια αδύνατον ν’ αγνοήσει την επιθυμία. Είχε αρχίσει με τη δόση βιολίνης· αυτό τα είχε ξεκινήσει όλα, αυτό είχε λύσει τα σκυλιά. Και τώρα γάβγιζαν και γρατζουνούσαν, ούρλιαζαν μέχρι να βραχνιάσουν και του έτρωγαν τα σωθικά. Ο Χάρι ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι κι άκουγε τη βροχή, ελπίζοντας ότι ο ύπνος θα τον λύτρωνε. Ανάθεμα. Στο κινητό είχε ένα τηλέφωνο με δύο κεφαλαία γράμματα. ΑΑ. Ανώνυμοι Αλκοολικοί. Ήταν το τηλέφωνο του Τρίγκβε, ενός μέλους και σπόνσορα των ΑΑ, το οποίο είχε χρησιμοποιήσει αρκετές φορές στο παρελθόν σε κρίσιμες στιγμές. Τρία χρόνια. Γιατί να ξεκινήσει τώρα, τώρα που παίζονταν τα πάντα κι έπρεπε να Digitalised By Jah®

παραμείνει καθαρός περισσότερο από ποτέ; Ήταν σκέτη τρέλα. Μια κραυγή ακούστηκε απέξω. Κι ένα γέλιο. Στις έντεκα και δέκα σηκώθηκε και βγήκε. Ούτε που καταλάβαινε τη βροχή που πιτσιλούσε το κρανίο του καθώς διέσχιζε τον δρόμο προς την ανοιχτή πόρτα του μπαρ. Κι αυτή τη φορά δεν άκουσε τα βήματα ξοπίσω του, γιατί τ’ αυτιά του πλημμύριζε η φωνή του Kurt Cobain, η μουσική του σαν μια αγκαλιά· κι έτσι μπήκε μέσα, κάθισε σ’ ένα σκαμνί στο μπαρ και φώναξε στον μπάρμαν. «Ου-ί-σκι. Jim... Beam». Ο μπάρμαν σταμάτησε να καθαρίζει τον πάγκο, ακούμπησε την πετσέτα του δίπλα στο τιρμπουσόν και σήκωσε το μπουκάλι από το ράφι με τον καθρέφτη. Γέμισε ένα ποτήρι. Ακούμπησε το ποτήρι στον πάγκο. Ο Χάρι έβαλε το ποτήρι ανάμεσα στους πήχεις των χεριών του και κοίταξε το χρυσοκαφετί υγρό. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο. Ούτε οι Nirvana, ούτε ο Όλεγκ, ούτε η Ράκελ, ούτε ο Γκούστο, ούτε ο Ντουμπάι. Ούτε το πρόσωπο του Τουρ Σουλτς. Ούτε η φιγούρα που έκοψε τη βοή του δρόμου μπαίνοντας μέσα. Ούτε η κίνηση πίσω από την πλάτη του. Ούτε o τραγουδιστός τόνος των ελατηρίων καθώς η λεπίδα πετάχτηκε έξω. Ούτε η βαριά ανάσα του Σεργκέι Ιβάνοφ που στεκόταν ένα μέτρο πίσω του, με τα πόδια κλειστά και τα χέρια χαμηλά. Ο Σεργκέι κοίταξε την πλάτη του άνδρα. Ακουμπούσε και με τους δυο του αγκώνες στον πάγκο του μπαρ. Ήταν τέλειο. Είχε έρθει η ώρα. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, γεμάτη φρέσκο αίμα, σαν την πρώτη φορά που είχε βγάλει τα πακέτα της ηρωίνης από το κόκπιτ. Ίχνος φόβου. Γιατί ήξερε πια, ένιωθε ολοζώντανος. Ήταν ολοζώντανος κι έτοιμος να σκοτώσει τον άνδρα μπροστά του. Να του πάρει τη ζωή, να την κάνει δικιά του. Στην ιδέα και μόνο ένιωσε να γίνεται διπλάσιος. Λες κι είχε ήδη καταβροχθίσει την καρδιά του εχθρού. Τώρα. Οι κινήσεις. Ο Σεργκέι πήρε μια βαθιά ανάσα, έκανε ένα βήμα μπροστά κι ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι του Χάρι. Digitalised By Jah®

Σαν να τον ευλογούσε. Σαν να τον βάφτιζε.

Digitalised By Jah®

28

ο χέρι του Σεργκέι γλίστρησε. Πολύ απλά, γλίστρησε. Η γαμημένη βροχή είχε ποτίσει το κρανίο και τα κοντοκουρεμένα μαλλιά του άνδρα γλίστρησαν μέσ’ απ’ τα δάχτυλά του, αποτρέποντάς τον από το να φέρει το κεφάλι προς τα πίσω. Το αριστερό του χέρι ξανατινάχτηκε προς τα εμπρός, έπιασε τον άνδρα από το μέτωπο και τον τράβηξε προς τα πίσω, καθώς έφερνε με το δεξί το μαχαίρι στον λαιμό του. Το σώμα του άνδρα τινάχτηκε. Ο Σεργκέι τράβηξε το μαχαίρι, ένιωσε την επαφή, το ένιωσε να κόβει σάρκα. Ορίστε! Το ζεστό αίμα στον αντίχειρά του. Όχι τόσο βαθιά όσο περίμενε, αλλά τρεις χτύπους της καρδιάς ακόμα και το παιχνίδι θα τελείωνε. Σήκωσε το βλέμμα του στον καθρέφτη για να δει το σιντριβάνι από αίμα. Μια σειρά από δόντια κι από κάτω μια ανοιχτή πληγή, απ’ όπου έτρεχε αίμα πάνω στο πουκάμισο. Και το βλέμμα του άνδρα. Ήταν αυτό το βλέμμα, το παγωμένο βλέμμα ενός αρπακτικού, που τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει.

Τ

Όταν ο Χάρι ένιωσε το χέρι στο κεφάλι του, κατάλαβε ότι Digitalised By Jah®

ενστικτωδώς το περίμενε. Ότι δεν ήταν κάποιος μεθυσμένος πελάτης ή κάποιος γνωστός του, μα εκείνοι. Το χέρι γλίστρησε κι αυτό έδωσε στον Χάρι ένα δέκατο του δευτερολέπτου για να κοιτάξει στον καθρέφτη και να δει τη λάμψη απ’ το ατσάλι. Κι ήξερε για πού προοριζόταν. Κι ύστερα το χέρι τον έπιασε από το μέτωπο και τον τράβηξε προς τα πίσω. Ήταν πολύ αργά για να βάλει το χέρι του ανάμεσα στον λαιμό και στη λεπίδα, οπότε ο Χάρι έσπρωξε με τα παπούτσια του την μπάρα για τα πόδια και σηκώθηκε προς τα πάνω πιέζοντας το πιγούνι του στο στήθος. Δεν πόνεσε καθώς η λεπίδα έκοψε το δέρμα του, δεν την ένιωσε να κόβει το πιγούνι του μέχρι τη λεπτή μεμβράνη πάνω από το κόκαλο. Κι ύστερα συνάντησε το βλέμμα του άλλου άνδρα στον καθρέφτη. Εκείνος τράβηξε το κεφάλι του Χάρι προς το δικό του, έμοιαζαν με δυο φίλους που πόζαραν για φωτογραφία. Ο Χάρι ένιωσε τη λεπίδα να χώνεται ανάμεσα στο πιγούνι και το στέρνο του προσπαθώντας να βρει μια από τις δυο καρωτίδες και ήξερε ότι ήταν θέμα δευτερολέπτων να τα καταφέρει.

Ο Σεργκέι τύλιξε το μέτωπο του άνδρα με όλο του το μπράτσο και τράβηξε με όση δύναμη είχε. Το κεφάλι του άνδρα τραβήχτηκε προς τα πίσω κι είδε στον καθρέφτη τη λεπίδα του να βρίσκει επιτέλους το κενό ανάμεσα στο πιγούνι και το στέρνο και να μπαίνει μέσα. Το ατσάλι χώθηκε στον λαιμό και κουνήθηκε προς το πλάι, προς την καρωτιδική αρτηρία. Ντιν! Ο άνδρας είχε καταφέρει να σηκώσει το δεξί του χέρι και να χώσει ένα δάχτυλο μεταξύ λεπίδας κι αρτηρίας. Μα ο Σεργκέι ήξερε ότι μια τόσο αιχμηρή λεπίδα άνετα έκοβε και δάχτυλο. Ήταν απλώς ζήτημα πίεσης. Κι έτσι τράβηξε ξανά και ξανά.

Ο Χάρι ένιωθε την πίεση απ’ το μαχαίρι, αλλά ήξερε ότι δεν

Digitalised By Jah®

μπορούσε να διαπεράσει το μέταλλο με τον υψηλότερο λόγο αντοχής προς βάρος. Τίποτα δεν μπορούσε να κόψει το τιτάνιο, ακόμα κι αυτό που ήταν made in Hong Kong. Μα ο τύπος ήταν δυνατός. Σύντομα θα καταλάβαινε ότι η λεπίδα του δεν έκοβε άλλο. Ψαχούλεψε με το ελεύθερό του χέρι προς τα εμπρός, ρίχνοντας το ποτό του και βρίσκοντας επιτέλους κάτι. Ήταν το τιρμπουσόν σχήματος Τ. Το πιο απλό που κυκλοφορεί, με την κοντή έλικα. Άρπαξε τη λαβή με την έλικα ανάμεσα στον δείκτη και τον παράμεσο. Ένιωσε πανικό όταν άκουσε τη λεπίδα να γλιστράει πάνω από το μεταλλικό δάχτυλο. Ανάγκασε το βλέμμα του να βρει στον καθρέφτη πού θα χτυπούσε. Σήκωσε το χέρι του στο πλάι και χτύπησε προς τα πίσω, πίσω από το κεφάλι του. Ένιωσε το σώμα του άνδρα να πετάγεται καθώς η μύτη του τιρμπουσόν διαπέρασε το δέρμα του λαιμού του. Μα η πληγή ήταν ρηχή, ακίνδυνη και δεν τον σταμάτησε. Είχε αρχίσει να μετακινεί το μαχαίρι προς τ’ αριστερά. Ο Χάρι συγκεντρώθηκε. Τέτοιου είδους τιρμπουσόν χρειάζονταν σταθερό κι εκπαιδευμένο χέρι. Με μια δυο στροφές όμως χώνονταν βαθιά μες στον φελλό. Ο Χάρι το έστριψε δυο φορές. Το ένιωσε να σχίζει τη σάρκα, να χώνεται μέσα. Η αντίσταση ήταν απαλή, μηδαμινή. Ο οισοφάγος. Και τότε το τράβηξε. Ήταν λες κι έβγαζες την τάπα από ένα βαρέλι κόκκινο κρασί.

Ο Σεργκέι Ιβάνοφ είχε πλήρη συνείδηση του τι γινόταν· είδε την όλη διαδικασία στον καθρέφτη, καθώς ο πρώτος του σφυγμός έστειλε έναν πίδακα αίματος προς τα αριστερά. Το μυαλό του κατέγραψε, ανέλυσε κι έβγαλε συμπεράσματα: ο άνθρωπος του οποίου τον λαιμό προσπαθούσε να κόψει είχε βρει με το τιρμπουσόν την κεντρική του αρτηρία, είχε τραβήξει το αγγείο απ’ τον λαιμό του και τώρα η ζωή του χυνόταν μαζί με το αίμα του στο πάτωμα. Ο Σεργκέι πρόλαβε τρεις ακόμα σκέψεις πριν από τον δεύτερο σφυγμό, πριν Digitalised By Jah®

λιποθυμήσει: Είχε απογοητεύσει τον θείο του. Δεν θα ξανάβλεπε ποτέ την αγαπημένη του Σιβηρία. Θα τον έθαβαν μ’ ένα τατουάζ που έλεγε ψέματα. Με τον τρίτο χτύπο, έπεσε στο πάτωμα. Και μέχρι να τελειώσει το τραγούδι, ο Σεργκέι Ιβάνοφ ήταν νεκρός.

Ο Χάρι σηκώθηκε από το σκαμπό του. Είδε στον καθρέφτη το κόψιμο απ’ το μαχαίρι στο πιγούνι του. Δεν ήταν τόσο άσχημο σε σχέση με τις βαθιές πληγές στον λαιμό του. Το αίμα που έτρεχε από εκείνες είχε βάψει ήδη τον γιακά του κατακόκκινο. Οι άλλοι τρεις πελάτες του μπαρ είχαν εξαφανιστεί. Κοίταξε τον άνδρα που ήταν νεκρός στο πάτωμα. Έτρεχε ακόμη αίμα από το κόψιμο στον λαιμό του, αλλά χωρίς σφυγμό. Πράγμα που σήμαινε ότι η καρδιά του είχε πάψει να χτυπάει και δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να τον ανανήψει. Μα ακόμα κι αν ζούσε, ο Χάρι ήξερε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν υπήρχε περίπτωση να του αποκάλυπτε ποιος τον είχε στείλει. Διότι είδε τα τατουάζ που εξείχαν απ’ το πουκάμισό του. Δεν ήξερε τι σήμαιναν τα σύμβολα, ήξερε όμως ότι ήταν ρωσικά. Μαύρο Σιτάρι, πιθανόν. Εντελώς διαφορετικά από τα τυπικά δυτικοπρεπή τατουάζ του μπάρμαν, που ήταν τώρα κολλημένος πάνω στον καθρέφτη, με τις κόρες των ματιών του τόσο κατάμαυρες από το σοκ, που έμοιαζαν να έχουν καλύψει το λευκό των βολβών. Οι Nirvana είχαν σωπάσει και κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία. Ο Χάρι κοίταξε το ποτήρι με το ουίσκι που ήταν πεσμένο στο πλάι. «Συγγνώμη για τον χαμό» είπε. Ύστερα πήρε την πετσέτα από τον πάγκο, σκούπισε εκεί όπου είχαν ακουμπήσει τα χέρια του, το ποτήρι και τη λαβή του τιρμπουσόν, το οποίο έβαλε στη θέση του. Ήλεγξε ότι δεν είχε πέσει καθόλου δικό του αίμα στον πάγκο ή στο πάτωμα. Κατόπιν έσκυψε Digitalised By Jah®

πάνω από τον νεκρό και σκούπισε το αιματοβαμμένο του χέρι και το μακρύ μαχαίρι με τη λαβή από ελεφαντόδοντο και τη λεπτή λεπίδα. Το όπλο −διότι περί όπλου επρόκειτο, δεν χρησίμευε σε τίποτε άλλο− ήταν βαρύτερο απ’ οποιοδήποτε αντίστοιχο είχε κρατήσει ποτέ του. Η λεπίδα του ήταν κοφτερή σαν γιαπωνέζικου μαχαιριού για σούσι. Ο Χάρι δίστασε. Ύστερα δίπλωσε τη λεπίδα μέσα στη θήκη μ’ ένα απαλό κλικ, έκλεισε την ασφάλεια κι έριξε το μαχαίρι στην τσέπη του σακακιού του. «Πειράζει να πληρώσω με δολάρια;» είπε ο Χάρι, χρησιμοποιώντας την πετσέτα για να βγάλει ένα εικοσαδόλαρο από το πορτοφόλι του. «Νόμιμο νόμισμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, λέει». Ο μπάρμαν μισοκλαψούρισε λες κι ήθελε να πει κάτι, μα δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ο Χάρι κίνησε να φύγει, μα σταμάτησε. Γύρισε και κοίταξε το μπουκάλι στο ράφι. Έγλειψε τα χείλια του. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος κι ύστερα το σώμα του έκανε έναν σπασμό, κι ο Χάρι γύρισε κι έφυγε.

Διέσχισε τον δρόμο μες στη βροχή. Ήξεραν πού έμενε. Μπορεί να τον είχαν ακολουθήσει, αλλά μπορεί και να τον είχε δώσει το αγόρι στη ρεσεψιόν. Ή ο καύτης, που είχε βρει τ’ όνομά του στη λίστα των πελατών των ξενοδοχείων. Αν έμπαινε από τον ακάλυπτο, θα μπορούσε να φτάσει στο δωμάτιό του δίχως να τον πάρουν χαμπάρι. Η πόρτα προς τον ακάλυπτο ήταν κλειδωμένη. Ο Χάρι καταράστηκε την τύχη του. Η ρεσεψιόν ήταν άδεια όταν μπήκε στο ξενοδοχείο. Στις σκάλες και στον διάδρομο άφησε ίχνη από κόκκινες κηλίδες στον μπλε μουσαμά, σαν κώδικα Μορς. Στο δωμάτιό του έβγαλε το σετ ραπτικής από το κομοδίνο, γδύθηκε κι έσκυψε πάνω απ’ τον νιπτήρα, που έγινε σύντομα Digitalised By Jah®

κατακόκκινος από το αίμα. Μούλιασε μια πετσέτα με νερό κι έπλυνε το πιγούνι και τον λαιμό του, αλλά οι πληγές στον λαιμό ξαναγέμισαν γρήγορα αίμα. Κάτω από το ψυχρό, λευκό φως του μπάνιου κατάφερε να περάσει την κλωστή από το μάτι της βελόνας και τη βελόνα μέσα από το δέρμα του λαιμού του, πρώτα κάτω και μετά πάνω από την πληγή. Έραψε όσο μπορούσε, σταμάτησε για να σκουπίσει το αίμα κι ύστερα συνέχισε. Η κλωστή έσπασε ενώ τελείωνε. Έριξε ένα βρίσιμο, την τράβηξε απ’ τις άκρες και ξανάρχισε με διπλή κλωστή. Ύστερα έραψε την πληγή στο πιγούνι του, πολύ πιο εύκολα. Ξέπλυνε το αίμα από το στέρνο του κι έβγαλε απ’ τη βαλίτσα του ένα καθαρό πουκάμισο. Κι ύστερα κάθισε στο κρεβάτι. Ζαλιζόταν. Αλλά έπρεπε να βιαστεί, οι υπόλοιποι δεν πρέπει να ήταν μακριά· έπρεπε να δράσει τώρα πριν μάθουν ότι ήταν ακόμη ζωντανός. Πήρε τηλέφωνο τον Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν και μετά τον τέταρτο χτύπο άκουσε έναν κοιμισμένο: «Χανς Κρίστιαν εδώ». «Κι εδώ Χάρι. Πού είναι θαμμένος ο Γκούστο;» «Στο κοιμητήριο Βέστρε». «Έχεις έτοιμα τα πράγματα;» «Ναι». «Θα πάμε απόψε. Συνάντησέ με στον διάδρομο από την ανατολική μεριά σε μια ώρα». «Τώρα;» «Ναι. Και φέρε και πολλά χανζαπλάστ». «Χανζαπλάστ;» «Πέτυχα αδέξιο μπαρμπέρη. Σ’ εξήντα λεπτά από τώρα, εντάξει;» Μικρή παύση. Αναστεναγμός. Κι ύστερα: «Εντάξει». Καθώς ο Χάρι πήγε να κλείσει το τηλέφωνο, νόμιζε ότι άκουσε μια κοιμισμένη φωνή, τη φωνή κάποιου άλλου. Αλλά μέχρι να ντυθεί είχε πείσει τον εαυτό του ότι έκανε λάθος.

Digitalised By Jah®

29

Χάρι στεκόταν κάτω από έναν μοναχικό φανοστάτη. Περίμενε είκοσι λεπτά, ώσπου εμφανίστηκε επιτέλους ο Χανς Κρίστιαν με μαύρη αθλητική φόρμα και βήμα γοργό. «Πάρκαρα στη Μονολίτβαϊεν» είπε λαχανιασμένος. «Εσύ με το λινό κουστουμάκι θα σκάψεις τον τάφο;» Ο Χάρι σήκωσε το κεφάλι του κι ο Χανς Κρίστιαν γούρλωσε τα μάτια του. «Θεέ μου, κοίτα πώς είσαι! Τι σόι μπαρμπέρης…» «Δεν σ’ τον συνιστώ» είπε ο Χάρι. «Έλα, ας φύγουμε απ’ το φως». Όταν χώθηκαν στο σκοτάδι, ο Χάρι σταμάτησε. «Χανζαπλάστ;» «Ορίστε». Ο Χανς Κρίστιαν κοιτούσε προσεκτικά τα σκοτεινά σπίτια στον λόφο πίσω τους, καθώς ο Χάρι τοποθετούσε τα χανζαπλάστ πάνω στα ράμματα στον λαιμό και το πιγούνι του. «Χαλάρωσε, κανείς δεν μας βλέπει» είπε ο Χάρι, αρπάζοντας ένα φτυάρι και ξεκινώντας προς τον τάφο. Ο Χανς Κρίστιαν έτρεξε να τον προλάβει. Έβγαλε τον φακό και τον άναψε. «Τώρα όμως μας βλέπουν» είπε ο Χάρι. Ο Χανς Κρίστιαν έσβησε τον φακό. Διέσχισαν το άλσος του ηρώου, πέρασαν τους τάφους των Digitalised By Jah®

O

βρετανών ναυτικών και συνέχισαν κατά μήκος των χαλικόστρωτων μονοπατιών. Ο Χάρι σκέφτηκε πως ήταν ψέματα ότι ο θάνατος σβήνει όλες τις διαφορές: οι επιτύμβιες πλάκες σ’ αυτό το νεκροταφείο του δυτικού Όσλο ήταν μεγαλύτερες και καθαρότερες από εκείνες ανατολικότερα. Το χαλίκι έτριζε κάτω από τα πόδια τους· περπατούσαν όλο και πιο γρήγορα και στο τέλος ακουγόταν ένα συνεχές τρίξιμο. Σταμάτησαν στον τάφο του τσιγγάνου. «Ο δεύτερος από αριστερά» ψιθύρισε ο Χανς Κρίστιαν και προσπάθησε να διαβάσει τον εκτυπωμένο χάρτη του στο αδύναμο φεγγαρόφως. Ο Χάρι κοίταξε το σκοτάδι ξοπίσω τους. «Τρέχει τίποτα;» ψιθύρισε ο Χανς Κρίστιαν. «Νόμιζα ότι άκουσα βήματα. Σταμάτησαν όταν σταματήσαμε κι εμείς». Ο Χάρι σήκωσε το πιγούνι του λες κι οσμιζόταν τον αέρα. «Αντίλαλος ήταν» είπε τελικά. «Έλα, πάμε». Δυο λεπτά αργότερα στέκονταν μπροστά από μια ταπεινή μαύρη ταφόπλακα. Ο Χάρι πλησίασε τον φακό στην πέτρα πριν τον ανάψει. Τα γράμματα ήταν σκαλισμένα και βαμμένα χρυσά. Γκούστο Χάνσεν 14.03.1992 – 12.07.2011

Αναπαύσου εν ειρήνη «Διάνα» ψιθύρισε ο Χάρι χωρίς πολλά πολλά. «Πώς θα…» πήγε να πει ο Χανς Κρίστιαν, αλλά τον έκοψε ο ήχος του φτυαριού που μπηγόταν στη μαλακή γη. Πήρε κι αυτός το δικό του κι άρχισε. Ήταν τρεις και μισή το πρωί και το φεγγάρι είχε εξαφανιστεί πίσω απ’ τα σύννεφα όταν το φτυάρι του Χάρι χτύπησε επιτέλους κάτι σκληρό. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα αποκαλύφθηκε το λευκό φέρετρο. Πήραν ο καθένας από ένα κατσαβίδι, γονάτισαν πάνω στο φέρετρο Digitalised By Jah®

κι άρχισαν να ξεβιδώνουν τις έξι βίδες απ’ το καπάκι του. «Δεν θα μπορέσουμε να βγάλουμε το καπάκι αν είμαστε και οι δύο πάνω του» είπε ο Χάρι. «Ένας μας πρέπει ν’ ανέβει επάνω ώστε ο άλλος να το ανοίξει. Εθελοντές;» Ο Χανς Κρίστιαν είχε ήδη μισοσκαρφαλώσει προς το άνοιγμα. Ο Χάρι έβαλε το ένα πόδι στο χώμα δίπλα στο φέρετρο και στήριξε το άλλο στον τοίχο από χώμα. Έβαλε τα δάχτυλά του κάτω από το καπάκι και τράβηξε. Από συνήθεια, άρχισε να αναπνέει από το στόμα. Ένιωσε τη ζέστη που αναδινόταν από το φέρετρο πριν καλά καλά κοιτάξει κάτω. Ήξερε ότι κατά τη διαδικασία της αποσύνθεσης εκλυόταν ενέργεια, μα στο άκουσμα του ήχου ανατρίχιασε. To ροκάνισμα της σάρκας απ’ τα σκουλήκια. Κλότσησε το καπάκι του φέρετρου στο πλάι. «Ρίξε φως εδώ κάτω» είπε. Λευκές γλοιώδεις προνύμφες μπαινόβγαιναν στο στόμα και τη μύτη του πτώματος. Τα βλέφαρα ήταν ρουφηγμένα στο κρανίο· οι βολβοί των ματιών είναι από τα πρώτα πράγματα που καταναλώνονται. Η μυρωδιά δεν θύμιζε αέριο, αλλά κάτι υγρής, ίσως και στερεάς μορφής. Ο Χάρι αγνόησε τον Χανς Κρίστιαν που έκανε εμετό κι επικεντρώθηκε στις αναλυτικές του ικανότητες: το μαύρο αποχρωματισμένο πρόσωπο ήταν αδύνατον ν’ αναγνωριστεί, αλλά το χρώμα των μαλλιών και το σχήμα του προσώπου έδειχναν ότι το πτώμα ανήκε μάλλον στον Γκούστο Χάνσεν. Κάτι άλλο όμως τράβηξε την προσοχή του Χάρι και του έκοψε την ανάσα. Ο Γκούστο αιμορραγούσε. Κόκκινα τριαντάφυλλα άνθιζαν στο λευκό του σάβανο, αιμάτινα τριαντάφυλλα που ολοένα και μεγάλωναν. Πέρασαν δυο δευτερόλεπτα πριν συνειδητοποιήσει ότι ήταν το δικό του αίμα. Έπιασε τον λαιμό του. Τα δάχτυλά του κολύμπησαν στο κόκκινο. Τα ράμματα είχαν κοπεί. Digitalised By Jah®

«Δώσ' μου το μπλουζάκι σου» είπε ο Χάρι. «Τι;» «Χρειάζομαι ένα μπάλωμα, άντε». Ο Χάρι άκουσε τον ήχο ενός φερμουάρ και δευτερόλεπτα αργότερα ένα κοντομάνικο μπλουζάκι πέταξε προς το μέρος του. Ο Χάρι το άρπαξε και είδε τη στάμπα. Δωρεάν Νομική Βοήθεια. Θεέ μου, ένας από αυτούς τους ανόητους ιδεαλιστές. Τύλιξε το μπλουζάκι γύρω από τον λαιμό του χωρίς να είναι σίγουρος ότι αυτό θα βοηθούσε, μα ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει αυτή τη στιγμή. Ύστερα έσκυψε πάνω από τον Γκούστο, άρπαξε το σάβανο και με τα δυο του χέρια και το έσκισε. Το σώμα ήταν σκουρόχρωμο, ελαφρώς πρησμένο και σκουλήκια έβγαιναν από τις τρύπες που είχαν αφήσει οι σφαίρες στο στήθος. Οι πληγές ταίριαζαν με την αναφορά που είχε διαβάσει. «Δώσ’ μου το ψαλιδάκι». «Το ψαλιδάκι». «Ναι, το ψαλιδάκι για τα νύχια!» «Γαμώτο» έβηξε ο Χανς Κρίστιαν. «Το ξέχασα! Ίσως έχω κάτι στο αμάξι. Να πάω...» «Άσ’ το, δεν χρειάζεται» είπε ο Χάρι, βγάζοντας το μαχαίρι από την τσέπη του σακακιού του. Το απασφάλισε και πάτησε το κουμπί. Η λεπίδα τινάχτηκε με δύναμη, τόσο βίαια που η λαβή κλονίστηκε. Ένιωσε το τέλειο βάρος του όπλου. «Κάτι ακούω» είπε ο Χανς Κρίστιαν. «Τραγούδι των Slipknot είναι» είπε ο Χάρι. “Pulse for the Maggots”». Σιγοτραγουδούσε. «Όχι, γαμώτο μου! Κάποιος έρχεται!» «Ακούμπησε τον φακό ώστε να βλέπω και κοπάνα τη!» είπε ο Χάρι, σηκώνοντας τα χέρια του Γκούστο και κοιτώντας εξεταστικά τα νύχια στο δεξί. «Μα εσύ…» «Κοπάνα τη!» είπε ο Χάρι. «Τώρα!» Digitalised By Jah®

Τα βήματα του Χανς Κρίστιαν χάθηκαν μακριά. Το νύχι του μέσου ήταν κομμένο. Κοίταξε τον αντίχειρα και τον παράμεσο. Και είπε ήρεμα: «Είμαι από το γραφείο τελετών. Κάνουμε ένα μικρό άφτερ σέιλς σέρβις». Κι ύστερα σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τον νεαρό ένστολο φρουρό που καθόταν στην είσοδο του τάφου και τον παρατηρούσε. «Η οικογένεια δεν ήταν ευχαριστημένη με το μανικιούρ». «Βγες έξω!» διέταξε ο φρουρός με λίγο τρεμουλιαστή φωνή. «Γιατί;» είπε ο Χάρι, βγάζοντας ένα πλαστικό σακουλάκι από την τσέπη του και κρατώντας το κάτω από τον παράμεσο, ενώ έκοβε με προσοχή το νύχι. Η λεπίδα έκοψε το νύχι λες κι ήταν βούτυρο. Καταπληκτικό εργαλείο. «Δυστυχώς για σένα, οι οδηγίες της δουλειάς σου λένε ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίσεις οποιονδήποτε εισβολέα μόνος σου». Ο Χάρι χρησιμοποίησε τη μύτη της λεπίδας για να βγάλει το ξεραμένο αίμα κάτω από το νύχι. «Αν παρακούσεις θα απολυθείς, η αστυνομική ακαδημία δεν πρόκειται να σε δεχτεί ποτέ κι εντέλει δεν θα μπορέσεις να κουβαλήσεις υπηρεσιακό περίστροφο και να πυροβολήσεις κάποιον σε αυτοάμυνα». Ο Χάρι εστίασε τώρα στον αντίχειρα. «Καλύτερα να κάνεις αυτό που λένε οι οδηγίες: τηλεφώνησε σε κάποιον ενήλικα στην αστυνομία. Αν είσαι τυχερός, θα έχουν έρθει σε μισή ώρα. Αν είμαστε ρεαλιστές όμως, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι ν’ ανοίξουν τα γραφεία αύριο το πρωί. Α, ορίστε!» Ο Χάρι έκλεισε τα σακουλάκια, τα έβαλε στην τσέπη του, έκλεισε το καπάκι του φέρετρου και σκαρφάλωσε έξω από τον τάφο. Τίναξε το χώμα απ’ το κουστούμι του κι έσκυψε να πάρει το φτυάρι και τον φακό. Είδε τα φώτα του αυτοκινήτου που πάρκαρε μπροστά στο παρεκκλήσι. «Για την ακρίβεια είπαν ότι θα έρχονταν αμέσως» απάντησε ο Digitalised By Jah®

νεαρός φρουρός, παίρνοντας μια μικρή απόσταση ασφαλείας. «Βλέπεις, τους ενημέρωσα ότι ήταν ο τάφος του τύπου που δολοφονήθηκε. Εσύ ποιος είσαι;» Ο Χάρι έσβησε τον φακό κι απλώθηκε παντού σκοτάδι. «Εγώ είμαι ο τύπος που θα ’πρεπε να υποστηρίζεις». Κι άρχισε να τρέχει. Πήγε προς τ’ ανατολικά, μακριά από το παρεκκλήσι, από τη μεριά απ’ όπου είχαν έρθει. Υπολόγισε τη θέση του με βάση μια λάμπα που υπέθεσε ότι βρισκόταν στο πάρκο του Φρόγκνερ. Αν τα κατάφερνε να φτάσει έως το πάρκο, δεν θα τον προλάβαινε κανείς στη φυσική κατάσταση που ήταν. Ήλπιζε μόνο να μην έχουν σκυλιά μαζί τους. Τα μισούσε τα σκυλιά. Καλύτερα να παρέμενε στο χαλικόστρωτο μονοπάτι· δεν ήταν ώρα τώρα να μπλεχτεί ανάμεσα στις ταφόπλακες και τα παρτέρια. Μα το τρίξιμο δεν τον άφηνε ν’ ακούσει αν τον κυνηγούσαν. Φτάνοντας στο ηρώο, ο Χάρι πάτησε στο γρασίδι. Δεν άκουγε βήματα να τον ακολουθούν. Τους είδε όμως: μια ασθενής δέσμη φωτός ανάμεσα στα δέντρα. Κάποιος τον κυνηγούσε μ’ έναν φακό. Ο Χάρι βγήκε στο μονοπάτι κι έτρεξε προς το πάρκο. Προσπάθησε ν’ αγνοήσει τον πόνο στον λαιμό του και να τρέξει όσο πιο χαλαρά κι αποτελεσματικά γινόταν, δίνοντας έμφαση στην τεχνική και την αναπνοή του. Ένιωσε ότι κέρδιζε έδαφος. Έτρεξε προς τον Μονόλιθο κατά μήκος του φωτισμένου μονοπατιού, ξέροντας πως θα τον έβλεπαν και θα υπέθεταν ότι θα συνέχιζε την πορεία του και θα έβγαινε από την κεντρική είσοδο του πάρκου, στα ανατολικά. Με το που εξαφανίστηκε από την άλλη μεριά του λοφίσκου όμως, έστριψε και κατευθύνθηκε νοτιοδυτικά, προς τη Μαντσερούντ Αλέ. Η έκκριση αδρεναλίνης τον είχε φέρει μέχρι εδώ, αλλά τώρα άρχισε να νιώθει τους μυς του να πονάνε. Για μια στιγμή, τα πάντα γύρω του σκοτείνιασαν και νόμιζε ότι είχε χάσει τις αισθήσεις του. Μα επανήλθε σχεδόν αμέσως, μ’ ένα αίσθημα ναυτίας να τον κατακλύζει, ακολουθούμενο από ίλιγγο. Κοίταξε κάτω. Έτρεχε αίμα Digitalised By Jah®

από το μανίκι του σακακιού του, ανάμεσα στα δάχτυλά του, σαν τη μαρμελάδα φράουλα που έβαζε στο ψωμί στο σπίτι του παππού του. Δεν θα τα κατάφερνε. Γύρισε το κεφάλι του. Είδε μια φιγούρα κάτω από το φως της λάμπας στο ψηλότερο σημείο του λοφίσκου. Μεγαλόσωμος άνδρας, μα ελαφροπάτητος. Κολλητά μαύρα ρούχα. Άρα όχι στολή αστυνομικού. Μήπως ήταν ΕΚΑΜίτης; Μες στα μαύρα μεσάνυχτα και τόσο γρήγορα; Μόνο και μόνο επειδή κάποιος έσκαβε στο κοιμητήριο; Ο Χάρι παραπάτησε, αλλά ξαναβρήκε την ισορροπία του. Δεν θα μπορούσε να ξεφύγει με τα χάλια που είχε. Έπρεπε να βρει ένα μέρος να κρυφτεί. Έβαλε στο μάτι ένα από τα σπίτια στη Μαντσερούντ Αλέ. Βγήκε από το μονοπάτι, κατέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε την πράσινη πλαγιά, τέντωσε τα χέρια του για να μην πέσει, διέσχισε τον δρόμο, πήδηξε πάνω από τον ξύλινο χαμηλό φράχτη, χώθηκε ανάμεσα στις μηλιές και πίσω από το σπίτι. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ένιωσε το στομάχι του να κλοτσάει και να του έρχεται εμετός. Έσκυψε προς τα εμπρός. Συγκεντρώθηκε στην ανάσα του και αφουγκράστηκε. Τίποτα. Ήταν όμως ζήτημα χρόνου να τον βρούνε. Και χρειαζόταν επίδεσμο για τον λαιμό του. Ο Χάρι σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς τη βεράντα. Κοίταξε μέσα από την μπαλκονόπορτα. Το καθιστικό ήταν θεοσκότεινο. Κλότσησε το τζάμι κι έχωσε το χέρι του από μέσα. Αχ, καημένη αθώα Νορβηγία. Το κλειδί ήταν πάνω στην πόρτα. Χώθηκε μες στο σκοτάδι. Κράτησε την αναπνοή του. Τα υπνοδωμάτια ήταν μάλλον στον πρώτο όροφο. Άναψε ένα πορτατίφ. Βελούδινες πολυθρόνες. Έπιπλο τηλεόρασης. Εγκυκλοπαίδεια. Ένα κομοδίνο γεμάτο φωτογραφίες. Είδη πλεξίματος. Άρα Digitalised By Jah®

ηλικιωμένοι. Κι οι ηλικιωμένοι κοιμούνται βαριά. Ή μήπως το αντίθετο; Ο Χάρι βρήκε την κουζίνα κι άναψε το φως. Έψαξε στα συρτάρια. Μαχαιροπίρουνα, πετσέτες. Προσπάθησε να θυμηθεί πού είχαν οι δικοί του τέτοια πράγματα όταν ήταν μικρός. Άνοιξε το προτελευταίο συρτάρι. Διάνα. Σελοτέιπ, αυτοκόλλητη ταινία, μονωτική υφασμάτινη ταινία. Άρπαξε τη μονωτική ταινία κι άνοιξε δυο άσχετες πόρτες μέχρι να βρει το μπάνιο. Έβγαλε το σακάκι και το πουκάμισό του, έβαλε το κεφάλι του στην μπανιέρα και κράτησε το τηλέφωνο του ντους πάνω απ’ τον σβέρκο του. Είδε το λευκό της μπανιέρας να κοκκινίζει εν ριπή οφθαλμού. Ύστερα σκουπίστηκε με το μπλουζάκι και κράτησε κλειστή την πληγή με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κόλλησε την ταινία γύρω από τον λαιμό του δυο τρεις φορές. Ήλεγξε ότι δεν ήταν πολύ σφιχτή· έπρεπε το αίμα ν’ ανεβαίνει στον εγκέφαλο. Φόρεσε το πουκάμισό του. Ξαναζαλίστηκε. Κάθισε στην άκρη της μπανιέρας. Διέκρινε μια σκιά. Σήκωσε το κεφάλι του. Τα τεράστια τρομοκρατημένα μάτια μιας ηλικιωμένης γυναίκας τον κοιτούσαν από την πόρτα του μπάνιου. Φορούσε μια κόκκινη καπιτονέ ρόμπα πάνω από το νυχτικό της. Έβγαζε μια περίεργη λάμψη και στατικό ηλεκτρισμό κάθε φορά που η γυναίκα κουνιόταν. Ο Χάρι υπέθεσε ότι ήταν φτιαγμένη από κάποιο συνθετικό υλικό που δεν υπήρχε πια, το είχαν απαγορεύσει, ήταν καρκινογόνο, ήταν από αμίαντο, ένας θεός ξέρει. «Είμαι αστυνομικός» είπε ο Χάρι. Έβηξε. «Πρώην αστυνομικός. Έχω ένα μικρό προβληματάκι αυτή τη στιγμή». Εκείνη δεν είπε τίποτα. Απλώς στεκόταν εκεί. «Θα σας πληρώσω για το σπασμένο γυαλί, εννοείται». Ο Χάρι σήκωσε το σακάκι του από το πάτωμα του μπάνιου κι έβγαλε το πορτοφόλι του. Έβαλε κάτι χαρτονομίσματα στον νιπτήρα. «Είναι δολάρια Χονγκ Κονγκ. Είναι... πολύ καλύτερα απ’ ό,τι ακούγονται». Προσπάθησε να χαμογελάσει κι είδε ένα δάκρυ να κυλάει στα Digitalised By Jah®

ροζιασμένα της μάγουλα. «Ω, γλυκιά μου» είπε ο Χάρι, νιώθοντας τον πανικό, την αίσθηση ότι έχανε τον έλεγχο. «Μη φοβάσαι. Δεν πρόκειται να σε πειράξω, αλήθεια. Θα φύγω αμέσως, εντάξει;» Έχωσε το χέρι στο μανίκι του σακακιού του και προχώρησε προς το μέρος της. Εκείνη υποχώρησε με μικρά, συρτά βηματάκια, δίχως να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Ο Χάρι σήκωσε τις παλάμες του ψηλά και προχώρησε γρήγορα προς τη βεράντα. «Ευχαριστώ» είπε. «Και συγγνώμη». Έσπρωξε την πόρτα και βγήκε στη βεράντα. Η ένταση της έκρηξης υποδήλωνε ότι επρόκειτο για όπλο μεγάλου διαμετρήματος. Ύστερα ακούστηκε ο ήχος του πυροβολισμού, το καψούλι που έσκασε, και οι σκέψεις του επιβεβαιώθηκαν. Ο Χάρι γονάτισε στο πάτωμα καθώς η επόμενη σφαίρα διέλυσε την πλάτη της ξύλινης καρέκλας δίπλα του. Πολύ μεγάλου διαμετρήματος. Ο Χάρι σύρθηκε πίσω στο σαλόνι. «Πέσε κάτω!» φώναξε καθώς το τζάμι της μπαλκονόπορτας έσπαγε. Γυαλιά εκτοξεύτηκαν παντού, στο παρκέ, στην τηλεόραση, στο κομοδίνο με τις φωτογραφίες. Διπλωμένος στα δύο, ο Χάρι διέσχισε τρέχοντας το σαλόνι και το χολ και πήγε προς την εξώπορτα. Την άνοιξε. Είδε μια λάμψη από την ανοιχτή πόρτα μιας μαύρης λιμουζίνας που περίμενε κάτω από έναν φανοστάτη. Ένιωσε καυτό πόνο στο πρόσωπο κι άκουσε έναν δυνατό, διαπεραστικό, μεταλλικό ήχο. Γύρισε αυτόματα στο πλάι και είδε ότι το κουδούνι είχε γίνει κομματάκια. Σκλήθρες λευκού ξύλου εξείχαν προς όλες τις πλευρές. Ο Χάρι ξαναμπήκε μέσα. Έπεσε στο πάτωμα. Μεγαλύτερου διαμετρήματος απ’ οποιοδήποτε αστυνομικό όπλο. Ο Χάρι έφερε στον νου την ψηλή φιγούρα που είχε δει να τρέχει πάνω στον λόφο. Δεν ήταν αστυνομικός. «Έχετε κάτι στο μάγουλό σας…» Digitalised By Jah®

Ήταν η ηλικιωμένη γυναίκα. Φώναζε για ν’ ακουστεί πάνω απ’ το συνεχές χτύπημα του κουδουνιού που είχε κολλήσει. Στεκόταν πίσω του, στο βάθος του χολ. Ο Χάρι πασπάτεψε το μάγουλο με τα δάχτυλά του. Μία μεγάλη σκλήθρα. Την τράβηξε έξω. Πρόλαβε να σκεφτεί ότι ήταν τυχερός που ήταν από την ίδια μεριά με την ουλή του: δεν θα μείωνε και πολύ την αξία του στην αγορά. Κι άλλος πυροβολισμός. Το τζάμι της κουζίνας αυτή τη φορά. Πάει, θα ξέμενε τελείως από δολάρια Χονγκ Κονγκ. Πάνω απ’ το κουδούνισμα ακούστηκαν σειρήνες περιπολικών. Ο Χάρι σήκωσε το κεφάλι του. Κοίταξε έξω απ’ τα παράθυρα στο σαλόνι και είδε ότι στα γειτονικά σπίτια είχαν ανάψει όλα τα φώτα. Ο δρόμος ήταν κατάφωτος σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Απ’ όπου και να ’φευγε θα ήταν κινούμενος στόχος. Είχε δύο επιλογές: είτε τον πυροβολούσαν είτε τον συλλάμβαναν. Ούτε καν. Τις είχαν ακούσει κι εκείνοι τις σειρήνες και ήξεραν ότι δεν είχαν άλλο χρόνο. Δεν τους είχε πυροβολήσει, άρα θα ήξεραν ότι ήταν άοπλος. Θα τον ακολουθούσαν. Έπρεπε να ξεφύγει. Έβγαλε το κινητό του. Σκατά, γιατί δεν είχε σώσει το τηλέφωνό του στο γράμμα Τ; Και να πει κανείς ότι η λίστα ονομάτων του ήταν γεμάτη... «Ποιος είναι o αριθμός τηλεφωνικού καταλόγου;» φώναξε. «Ο αριθμός... του... τηλεφωνικού καταλόγου;» «Ναι». «Χμ». Η γυναίκα σκέφτηκε για λίγο φέρνοντας το δάχτυλο στο στόμα της, έστρωσε προσεκτικά την κόκκινη, τοξική της ρόμπα και κάθισε σε μια καρέκλα. «Υπάρχει το 1880. Αλλά τα παιδιά στο 1881 είναι πιο ευγενικά. Δεν έχουν τόσο άγχος και δεν βιάζονται. Καμιά φορά σού πιάνουν και την...» «Πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου 1880» είπε μια φωνή στο αυτί του Χάρι. «Ψάχνω τον Άσμπγιορν Τρέσκο, παρακαλώ». «Έχω έναν Άσμπγιορν Μπέρτχολ Τρέσκο στο Όπσαλ, στο Όσλο, κι έναν Άσμπ...» Digitalised By Jah®

«Αυτόν! Με συνδέετε με το κινητό του, σας παρακαλώ;» Τρία αιώνια δευτερόλεπτα αργότερα, μια ξινή φωνή απάντησε στο τηλέφωνο. «Δεν θέλω είπα». «Τρέσκο;» Σιωπή από την άλλη άκρη της γραμμής. Ο Χάρι φαντάστηκε το χοντρό πρόσωπο του έκπληκτου φίλου του. «Χάρι; Πόσον καιρό…» «Είσαι στη δουλειά;» «Ναιιιιιιιιιι» με καχυποψία. Κανείς δεν παίρνει τον Τρέσκο χωρίς λόγο. «Χρειάζομαι μια χάρη, γρήγορα». «Ναι, το φαντάζομαι. Δεν μου λες, κι εκείνες τις εκατό κορόνες που μου δανείστηκες; Είπες…» «Πρέπει να κατεβάσεις την ασφάλεια για την περιοχή Φρόγκνερ/Μαντσερούντ Αλέ». «Τι είπες;» «Είναι επείγον. Θέμα της αστυνομίας. Έχουμε έναν τρελό που περιφέρεται και πυροβολεί. Χρειαζόμαστε συσκότιση. Είσαι ακόμη στον υποσταθμό του Μοντεμπέλο;» Πάλι σιωπή. «Ναι, είσαι ακόμη μπάτσος;» «Φυσικά. Τρέσκο, είναι πραγματικά επείγον». «Χέστηκα. Δεν έχω εξουσιοδότηση να κάνω κάτι τέτοιο. Πρέπει να μιλήσεις με τον Χένμου κι αυτός…» «Κοιμάται και δεν έχω ώρα για τέτοια!» φώναξε ο Χάρι. Εκείνη τη στιγμή, άλλη μια σφαίρα έπεσε σ’ ένα ντουλάπι της κουζίνας. Τα πιάτα γλίστρησαν στο έδαφος κι έσπασαν με κρότο. «Τι σκατά ήταν αυτό;» ρώτησε ο Τρέσκο. «Εσύ τι νομίζεις; Διάλεξε: θες να είσαι υπεύθυνος για ένα μπλακ άουτ σαράντα δευτερολέπτων ή για έναν σωρό από πτώματα;» Σιωπή. Κι ύστερα, αργά αργά: «Για δες, κύριε Χάρι, που έχω εγώ Digitalised By Jah®

τώρα το πάνω χέρι, ενώ κάθομαι εδώ πέρα. Δεν το περίμενες αυτό, ε, το περίμενες;» Ο Χάρι πήρε μια βαθιά ανάσα. Είδε μια σκιά να γλιστράει κατά μήκος της βεράντας. «Όχι, Τρέσκο, δεν το περίμενα. Μπορείς να…» «Ποτέ δεν πιστέψατε με τον Έισταϊν ότι θα τα κατάφερνα, ε;» «Έχεις δίκιο, φτου κακά». «Οπότε τι λες για ένα παρακ…» «Ρίξε τη γαμημένη την ασφάλεια τώρα!» ούρλιαξε ο Χάρι. Και κόπηκε η γραμμή. Σηκώθηκε όρθιος, πήρε παραμάσχαλα τη γυναίκα και την έσυρε μέχρι το μπάνιο. «Κάθισε εδώ» της ψιθύρισε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ύστερα έτρεξε ν’ ανοίξει την μπροστινή πόρτα. Βγήκε στο φως, έτοιμος να δεχτεί βροχή από σφαίρες. Και ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Τόσο, που παραπάτησε, έπεσε στις πέτρινες πλάκες και κύλησε μπροστά, νομίζοντας για μια στιγμή ότι είχε πεθάνει. Πριν συνειδητοποιήσει ότι ο Άσμπγιορν Τρέσκο είχε κλείσει τον διακόπτη, είχε πιέσει το κουμπί, οτιδήποτε ήταν τέλος πάντων αυτό που είχε κάνει σ’ εκείνον τον υποσταθμό. Κι ότι είχε ακριβώς σαράντα δευτερόλεπτα στη διάθεσή του. Ο Χάρι άρχισε να τρέχει μες στο βαθύ σκοτάδι. Κατάφερε να περάσει τον ξύλινο φράχτη, ένιωσε την άσφαλτο κάτω από τα πόδια του και συνέχισε να τρέχει. Άκουσε φωνές και σειρήνες να πλησιάζουν. Αλλά και τον βρυχηθμό μιας μηχανής που πήρε μπρος. Ο Χάρι έμεινε προς τα δεξιά· μπορούσε να δει αρκετά ώστε να καταλάβει ότι ήταν ακόμη στον δρόμο, στα νότια του πάρκου Φρόγκνερ. Ίσως και να τα κατάφερνε. Πέρασε σκοτεινές μονοκατοικίες, δέντρα, δάσος. Η γειτονιά δεν είχε ακόμη ηλεκτρικό. Η μηχανή του αυτοκινήτου τον πλησίαζε. Έστριψε αριστερά στο πάρκινγκ του τένις κλαμπ. Μια λακκούβα παραλίγο να γίνει το τέλος του, αλλά κατάφερε να παραμείνει όρθιος. Το μόνο πράγμα που φαινόταν ήταν οι λευκές γραμμές των γηπέδων τένις πίσω από το Digitalised By Jah®

συρματόπλεγμα. Ο Χάρι είδε το περίγραμμα του κτιρίου του κλαμπ. Έβαλε όλη του τη δύναμη κι έτρεξε μέχρι τον τοίχο μπροστά από τα αποδυτήρια και βούτηξε από πίσω με το κεφάλι καθώς το φως από τους προβολείς του αυτοκινήτου έπεσε πάνω του. Προσγειώθηκε στο μπετόν και κύλησε στο πλάι. Έπεσε στα μαλακά, παρ’ όλα αυτά ζαλίστηκε. Έμεινε ακίνητος, περιμένοντας. Δεν ακουγόταν τίποτα. Κοίταξε προς τα πάνω, τον σκοτεινό ουρανό. Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, τυφλώθηκε από φως. Η εξωτερική λάμπα κάτω από τη στέγη. Είχε επιστρέψει το ηλεκτρικό. Ο Χάρι παρέμεινε ξαπλωμένος για δυο λεπτά, ακούγοντας τις σειρήνες της αστυνομίας. Τα αυτοκίνητα περνούσαν στον δρόμο δίπλα στο τένις κλαμπ. Ομάδες έρευνας. Πιθανόν να είχαν περικυκλώσει την περιοχή. Σύντομα θα έφερναν και τους σκύλους. Δεν μπορούσε να φύγει, οπότε έπρεπε να διαρρήξει το κτίριο. Σηκώθηκε και κοίταξε πάνω από τον τοίχο. Είδε το κουτάκι με το κόκκινο φωτάκι και το πληκτρολόγιο δίπλα στην πόρτα. Η χρονιά γέννησης του βασιλιά. Ένας θεός ξέρει ποια ήταν. Έφερε στο μυαλό του μια φωτογραφία από κάποιο κουτσομπολίστικο περιοδικό και πληκτρολόγησε 1941. Ακούστηκε ένα μπιπ κι ο Χάρι τράβηξε το πόμολο. Κλειδωμένα. Ένα λεπτό, ο βασιλιάς είχε γεννηθεί λίγο πριν η οικογένεια φύγει στο Λονδίνο το ’40. Άρα 1939; Ίσως λίγο πιο πριν. Ο Χάρι φοβόταν μήπως η πόρτα μπλοκάρει με την τρίτη λανθασμένη προσπάθεια. 1938. Έσπρωξε το πόμολο. Σκατά. 1937; Πράσινο φως. Η πόρτα άνοιξε. Ο Χάρι χώθηκε μέσα κι άκουσε την πόρτα να κλειδώνει πίσω του. Ησυχία. Ασφάλεια. Άναψε το φως. Τα αποδυτήρια. Στενόμακροι ξύλινοι πάγκοι. Σιδερένια λόκερ. Digitalised By Jah®

Μόνο τώρα συνειδητοποίησε πόσο εξαντλημένος ήταν. Μπορούσε να μείνει εδώ μέσα μέχρι την αυγή, μέχρι να σταματήσει το κυνηγητό. Κοίταξε γύρω του: ένας νιπτήρας με καθρέφτη, τέσσερα ντους, μια τουαλέτα. Άνοιξε μια βαριά ξύλινη πόρτα στο βάθος της αίθουσας. Μια σάουνα. Μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η μυρωδιά του ξύλου. Ξάπλωσε σ’ έναν φαρδύ πάγκο δίπλα στον κρύο φούρνο. Κι έκλεισε τα μάτια του.

Digitalised By Jah®

30

ταν οι τρεις τους. Έτρεχαν σ’ έναν διάδρομο πιασμένοι χέρι χέρι, κι ο Χάρι τούς φώναζε να μην αφήσουν τα χέρια τους ώστε να μη χωριστούν όταν θα τους χτυπούσε η χιονοστιβάδα. Άκουσε το χιόνι να έρχεται κατά πάνω τους, πρώτα σαν υπόκωφη βροντή, ύστερα σαν βρυχηθμός. Κράτησε τα χέρια τους με όση δύναμη είχε, κι όμως αυτά του γλίστρησαν. Ο Χάρι πετάχτηκε απ’ τον ύπνο. Κοίταξε το ρολόι του και είδε ότι είχε κοιμηθεί τρεις ώρες. Εξέπνευσε μ’ ένα μακρύ σφύριγμα λες και κρατούσε τόσες ώρες την ανάσα του. Ένιωθε το κορμί του παντού μελανιασμένο. Ο αυχένας του πονούσε. Είχε έναν φοβερό πονοκέφαλο. Και ίδρωνε σαν τρελός, τόσο πολύ, που το κουστούμι του είχε υγρούς λεκέδες. Δεν χρειαζόταν να γυρίσει και να δει την αιτία, ήταν ο φούρνος. Κάποιος είχε ανάψει τη σάουνα. Σηκώθηκε όρθιος και μπήκε τρεκλίζοντας στα αποδυτήρια. Είδε ρούχα πάνω στους πάγκους κι άκουσε τον ήχο από τις χορδές των ρακετών απέξω. Θα θέλανε να κάνουνε σάουνα μετά το ματς. Ο Χάρι πήγε στον νιπτήρα. Κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Τα μάτια του ήταν κόκκινα, το πρόσωπό του κόκκινο και πρησμένο. Στον λαιμό του φορούσε ένα γελοίο κολιέ από μονωτική ταινία. Οι άκρες της είχαν χωθεί μες στο δέρμα του. Έριξε νερό στο Digitalised By Jah®

Ή

πρόσωπό του και βγήκε στον πρωινό ήλιο. Τρεις άνδρες, με το μαύρισμα και τα ισχνά πόδια των συνταξιούχων, σταμάτησαν να παίζουν και γύρισαν να τον κοιτάξουν. Ο ένας τους ξανάβαλε τα γυαλιά του στα μάτια του. «Νεαρέ, μας λείπει ένας για διπλό. Τι λες...;» Ο Χάρι κοίταξε μακριά και προσπάθησε ν’ ακουστεί ήρεμος. «Σόρι, παιδιά. Επικονδυλίτιδα». Ένιωσε τα βλέμματά τους καρφωμένα στην πλάτη του καθώς κατέβαινε τον δρόμο προς το Σκέγιεν. Όλο και κάποιο λεωφορείο θα περνούσε εκεί γύρω.

Ο Τρουλς Μπέρντσεν χτύπησε την πόρτα του επικεφαλής της ΌργκΚριμ. «Περάστε!» Ο Μπέλμαν στεκόταν με το ακουστικό του τηλεφώνου στο αυτί. Φαινόταν ήρεμος, αλλά ο Τρουλς τον ήξερε καλά. Όλο και χάιδευε τα καλοκουρεμένα του μαλλιά, μιλούσε ελαφρώς πιο γρήγορα απ’ ό,τι συνήθως, το πρόσωπό του ήταν συνοφρυωμένο... Ο Μπέλμαν έκλεισε το τηλέφωνο. «Δύσκολο πρωινό;» ρώτησε ο Τρουλς, προσφέροντας στον Μπέλμαν μια κούπα καφέ. Ο επικεφαλής κοίταξε την κούπα έκπληκτος, αλλά την πήρε. «Ήταν ο Αρχηγός» είπε ο Μπέλμαν, γνέφοντας προς το τηλέφωνο. «Τον έχουν πρήξει οι δημοσιογράφοι γι’ αυτή την ηλικιωμένη κυρία στη Μαντσερούντ Αλέ. Το σπίτι της έγινε σουρωτήρι χθες βράδυ και θέλει να του εξηγήσω τι συνέβη». «Τι του είπες;» «Η Άμεση Δράση έστειλε ένα περιπολικό όταν έλαβε τηλεφώνημα απ’ τον φρουρό του νεκροταφείου Βέστρε πως κάποιοι ξέθαβαν τον Γκούστο Χάνσεν. Μέχρι να φτάσει το περιπολικό, οι τύποι την είχαν κοπανήσει, αλλά μετά κάποιος άρχισε να πυροβολεί από εδώ κι από

Digitalised By Jah®

εκεί στη Μαντσερούντ Αλέ. Κάποιος είχε διαρρήξει ένα σπίτι και κάποιος άλλος τον πυροβολούσε. Η κυρία είναι σοκαρισμένη· το μόνο που μας είπε είναι ότι ο διαρρήκτης ήταν ένας ευγενέστατος νεαρός, δυόμισι μέτρα ψηλός με μια ουλή στο πρόσωπο». «Νομίζεις ότι οι πυροβολισμοί συνδέονται με τη βεβήλωση του τάφου;» Ο Μπέλμαν κατένευσε. «Υπήρχαν κομμάτια λάσπης στο καθιστικό της που προέρχονται από το κοιμητήριο. Άρχισε λοιπόν κι ο Αρχηγός ν’ αναρωτιέται αν όλο αυτό έχει σχέση με ναρκωτικά, αν πρόκειται περί ξεκαθαρίσματος μεταξύ συμμοριών, αν έχω τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης... ξέρεις τώρα». Ο Μπέλμαν πήγε προς το παράθυρο και χάιδεψε τη λεπτή του μύτη με τον αντίχειρά του. «Γι’ αυτό μου ζήτησες να έρθω;» ρώτησε ο Τρουλς, πίνοντας προσεκτικά μια γουλιά από τον καφέ του. «Όχι» είπε ο Μπέλμαν, έχοντάς του γυρισμένη την πλάτη. «Αναρωτιόμουν για εκείνη τη νύχτα που λάβαμε το ανώνυμο τηλεφώνημα ότι οι Λος Λόμπος θα βρίσκονταν στα ΜακΝτόναλντς. Δεν ήσουν μαζί μας κατά τη σύλληψή τους, ήσουν;» «Όχι» είπε ο Μπέρντσεν βήχοντας. «Δεν μπορούσα να έρθω. Ήμουν άρρωστος εκείνο το βράδυ». «Ίδια αρρώστια μ’ αυτήν που έχεις τώρα;» ρώτησε ο Μπέλμαν δίχως να γυρίσει. «Ε;» «Ορισμένοι αξιωματικοί παραξενεύτηκαν που η πόρτα της λέσχης ήταν ξεκλείδωτη. Κι αναρωτήθηκαν πώς αυτός ο Τούτου, που σύμφωνα με τον Όντιν κρατούσε τσίλιες, κατάφερε να τους ξεφύγει. Κανείς δεν γνώριζε ότι θα πηγαίναμε από εκεί, σωστά;» «Απ’ ό,τι ξέρω» είπε ο Τρουλς «μόνο εμείς». Ο Μπέλμαν συνέχισε να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο, ταλαντευόμενος πάνω στις σόλες των παπουτσιών του. Με τα χέρια του πίσω απ’ τους γοφούς. Μπρος πίσω. Μπρος πίσω. Digitalised By Jah®

Ο Τρουλς σκούπισε το πάνω χείλος του. Ήλπιζε να μη φαίνεται πως είχε ιδρώσει. «Κάτι άλλο;» Ο Μπέλμαν συνέχιζε να ταλαντεύεται. Μπρος πίσω. Σαν ένα αγόρι που προσπαθούσε να δει κάτι, μα ήταν πολύ κοντό. «Όχι, Τρουλς, αυτό μόνο. Σ’ ευχαριστώ... για τον καφέ». Γυρνώντας στο γραφείο του, ο Τρουλς κοίταξε απ’ το παράθυρό του. Και είδε ό,τι μάλλον έβλεπε κι ο Μπέλμαν. Την κόκκινη αφίσα στο δέντρο.

Ήταν δώδεκα το μεσημέρι και στο πεζοδρόμιο έξω απ’ του Σρέντερ οι γνωστές διψασμένες ψυχές περίμεναν τη Ρίτα ν’ ανοίξει το μαγαζί. «Ωωωωω» είπε εκείνη καθώς είδε τον Χάρι. «Μην ανησυχείς, δεν θέλω μπίρα, μόνο πρωινό» είπε ο Χάρι. «Και μια χάρη». «Εννοούσα τον λαιμό» είπε η Ρίτα, κρατώντας του ανοιχτή την πόρτα. «Είναι εντελώς μελανιασμένος. Και τι είναι αυτό...;» «Μονωτική ταινία» είπε ο Χάρι. Η Ρίτα κατένευσε και πήγε να πάρει παραγγελίες. Η πολιτική στου Σρέντερ ήταν ότι ο καθένας κοιτούσε τη δουλειά του. Ο Χάρι κάθισε στο συνηθισμένο του τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και πήρε τηλέφωνο την Μπέτε Λεν. Απάντησε ο τηλεφωνητής. Ο Χάρι περίμενε μέχρι το ηχητικό σήμα. «Ο Χάρι είμαι. Έπεσα πάνω σε μια γηραιά κυρία, στην οποία πρέπει να έκανα μεγάλη εντύπωση, οπότε δεν θεωρώ σοφό εκ μέρους μου να πλησιάσω οποιοδήποτε αστυνομικό τμήμα για λίγο καιρό. Αφήνω δύο σακουλάκια με αίμα εδώ στου Σρέντερ. Να έρθεις να τα πάρεις η ίδια, ζήτησέ τα από τη Ρίτα. Α, κι έχω να σου ζητήσω και μια χάρη. Ο Μπέλμαν άρχισε να καταγράφει κάτι διευθύνσεις στο Μπλίνερν. Θα ήθελα, όσο πιο διακριτικά γίνεται, να Digitalised By Jah®

πάρεις μια κόπια της λίστας κάθε ομάδας, πριν αυτές φτάσουν στην ΌργκΚριμ». Έκλεισε το τηλέφωνο. Πήρε τη Ράκελ. Πάλι τηλεφωνητής. «Γεια, ο Χάρι είμαι. Χρειάζομαι μερικά καθαρά ρούχα που να μου κάνουν κι απ’ ό,τι θυμάμαι έχουν ξεμείνει μερικά στο σπίτι σου από... από τότε. Θ’ αναβαθμίσω τη διαμονή μου και θα πάω στο Πλάζα, οπότε, αν μπορείς να τα στείλεις εκεί μ’ ένα ταξί όταν γυρίσεις σπίτι, θα ήταν...» Προσπάθησε να βρει μια έκφραση που θα την έκανε να χαμογελάσει, όπως και γαμώ, σούπερ ντούπερ ή τζάμι, δικιά μου. Αλλά δεν τα κατάφερε κι έτσι είπε απλώς «τέλεια». Η Ρίτα τού έφερε καφέ κι ένα τηγανητό αυγό, ενώ εκείνος έπαιρνε στο τηλέφωνο τον Χανς Κρίστιαν. Η κοπέλα τον κοίταξε επικριτικά. Στου Σρέντερ υπήρχε ένας άγραφος κανόνας που έλεγε ότι υπολογιστές, επιτραπέζια και κινητά δεν επιτρέπονταν. Ήταν μέρος για να πιεις κάτι, κατά προτίμηση μπίρα, να φας κάτι, να συζητήσεις, να το βουλώσεις αν θες, άντε και να διαβάσεις και καμιά εφημερίδα. Τα βιβλία ήταν γκρίζα ζώνη. Ο Χάρι έκανε νόημα ότι θα τελείωνε σε λίγα δευτερόλεπτα κι η Ρίτα κατένευσε ευγενικά. Ο Χανς Κρίστιαν ακούστηκε ανακουφισμένος και τρομοκρατημένος μαζί. «Χάρι; Θεέ μου! Είσαι καλά;» «Από το ένα έως το δέκα…» «Ναι;» «Άκουσες για τους πυροβολισμούς στη Μαντσερούντ Αλέ;» «Χριστέ μου! Εσύ ήσουν αυτός!» «Έχεις όπλο, Χανς Κρίστιαν;» Ο Χάρι νόμιζε ότι τον άκουσε να ξεροκαταπίνει. «Γιατί, νομίζεις ότι χρειάζομαι;» «Όχι εσύ. Εγώ». «Χάρι…» «Μόνο για αυτοάμυνα. Σε περίπτωση που...» Μια μικρή παύση. «Έχω μια παλιά κυνηγετική καραμπίνα που μου Digitalised By Jah®

άφησε ο πατέρας μου. Την είχε για ταράνδους». «Μια χαρά μού ακούγεται. Μπορείς να την τυλίξεις και να μου τη φέρεις στου Σρέντερ σε τρία τέταρτα;» «Θα προσπαθήσω. Τι... τι προτίθεσαι να κάνεις;» «Θα...» είπε ο Χάρι, συναντώντας το επικριτικό βλέμμα της Ρίτας από τον πάγκο της κουζίνας. «Θα φάω το πρωινό μου».

Πηγαίνοντας προς το νεκροταφείο της Γκαμλεμπίεν, ο Τρουλς Μπέρντσεν είδε μια μαύρη λιμουζίνα παρκαρισμένη έξω από την πύλη που συνήθως χρησιμοποιούσε. Πλησιάζοντας, η πόρτα άνοιξε κι ένας άνδρας με μαύρο κουστούμι και πάνω από δυο μέτρα ύψος βγήκε έξω. Στιβαρό πιγούνι, ίσια φράντζα και κάτι απροσδιόριστα ασιατικό, που ο Τρουλς είχε συνδυάσει με Λάπωνες, Φινλανδούς και Ρώσους. Το σακάκι πρέπει να ήταν ραμμένο πάνω του, παρ’ όλα αυτά τού ήταν στενό στους ώμους. Ο άνδρας έκανε στο πλάι κι έγνεψε στον Τρουλς να μπει στο αυτοκίνητο. Ο Τρουλς κοντοστάθηκε. Αν αυτοί εδώ ήταν άνθρωποι του Ντουμπάι, παραβίαζαν απροσδόκητα τη συμφωνία τους περί αποφυγής άμεσης επαφής. Κοίταξε τριγύρω του. Δεν είδε κανέναν. Δίστασε. Αν είχαν αποφασίσει να ξεφορτωθούν τον καύτη τους, κάπως έτσι θα το έκαναν. Ο Τρουλς κοίταξε τον γιγαντόσωμο άνδρα. Δεν μπορούσε να διαβάσει την έκφραση του προσώπου του, ούτε μπορούσε να καταλάβει αν ήταν καλό ή κακό που είχε μπει στον κόπο να φορέσει γυαλιά ηλίου. Θα μπορούσε να κάνει μεταβολή και να την κοπανήσει φυσικά. Και μετά, τι; «Audi Q5» μουρμούρισε ψιθυριστά ο Τρουλς. Η πόρτα έκλεισε απευθείας ξοπίσω του. Στο εσωτερικό ήταν Digitalised By Jah®

υπερβολικά σκοτεινά· πρέπει να έφταιγαν τα φιμέ τζάμια. Και το κλιματιστικό ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό· ένιωθε σαν να μπήκε σε θερμοκρασία υπό το μηδέν. Στη θέση του οδηγού καθόταν ένας άνδρας με λυκίσιο πρόσωπο. Μαύρο κουστούμι και χωρίστρα. Μάλλον Ρώσος. «Χαίρομαι που ήρθες» είπε μια φωνή πίσω από τον Τρουλς. Δεν χρειαζόταν να γυρίσει. Έφτανε η προφορά. Ήταν ο Ντουμπάι. Ο άνδρας που δεν ήξερε κανείς. Κανείς άλλος. Ωραία· και που ήξερε το όνομά του και μπορούσε ν’ αναγνωρίσει το πρόσωπό του, τι μ’ αυτό; Δεν δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει. «Θέλω να μας φέρεις κάτι». «Να σας φέρω κάτι;» «Να πάρεις κάτι και να μας το παραδώσεις. Μην ανησυχείς για τα υπόλοιπα». «Σας το έχω ξαναπεί, δεν ξέρω πού είναι ο Όλεγκ Φάουκε». «Δεν μας ενδιαφέρει ο Όλεγκ Φάουκε, Μπέρντσεν. Τον Χάρι Χόλε θέλουμε». Ο Τρουλς Μπέρντσεν δεν πίστευε στ’ αυτιά του. «Τον Χάρι Χόλε;» «Δεν ξέρεις ποιος είναι;» «Φυσικά και ξέρω. Ήταν στο Ανθρωποκτονιών. Θεότρελος. Αλκοολικός. Έλυσε μια δυο υποθέσεις. Γιατί, γύρισε πίσω;» «Διαμένει στο ξενοδοχείο Λεόν. Δωμάτιο 301. Να πας να τον πάρεις από εκεί σήμερα τα μεσάνυχτα». «Και πώς ακριβώς να τον πάρω δηλαδή;» «Πήγαινε να τον συλλάβεις. Ρίξ’ τον αναίσθητο. Πες του ότι θες να τον πας βόλτα με το κότερο, δεν μ’ ενδιαφέρει. Φέρ’ τον απλώς στην αποβάθρα στο Κόνγκεν. Το υπόλοιπα θα τ’ αναλάβουμε εμείς. Θα έχεις και πενήντα χιλιάρικα». Τα υπόλοιπα θα τ’ αναλάβουμε εμείς . Ο τύπος έλεγε ουσιαστικά ότι θα σκότωναν τον Χάρι Χόλε. Για δολοφονία επρόκειτο. Για δολοφονία αστυνομικού. Digitalised By Jah®

Ο Τρουλς άνοιξε το στόμα του για ν’ αρνηθεί, μα η φωνή στο πίσω κάθισμα τον πρόλαβε. «Ευρώ». Το στόμα του Τρουλς Μπέρντσεν έμεινε μετέωρο μ’ ένα ναυαγισμένο «όχι» κάπου ανάμεσα στον εγκέφαλο και τις φωνητικές του χορδές. Αντ’ αυτού, επανέλαβε τις λέξεις που νόμιζε ότι είχε ακούσει, μα δεν πίστευε στ’ αυτιά του: «Πενήντα χιλιάδες ευρώ;». «Λοιπόν;» Ο Τρουλς κοίταξε το ρολόι του. Έμεναν ακόμη κάτι παραπάνω από έντεκα ώρες. Ξερόβηξε. «Και πού το ξέρετε ότι θα βρίσκεται στο δωμάτιό του τα μεσάνυχτα;» «Γιατί ξέρει ότι θα πάμε να τον βρούμε». «Ε; Μήπως εννοείτε ότι δεν ξέρει ότι θα πάτε να τον βρείτε;» Η φωνή απ’ το πίσω κάθισμα ξέσπασε σε γέλια. Μ’ έναν ήχο σαν εξάτμιση παλιάς ψαρότρατας. Γκουχ γκουχ.

Digitalised By Jah®

31

τις τέσσερις το απόγευμα ο Χάρι στεκόταν κάτω απ’ το ντους στον δέκατο όγδοο όροφο του Ράντισον Πλάζα, ελπίζοντας η μονωτική ταινία να κρατούσε στο νερό. Μετρίαζε τουλάχιστον τον πόνο. Του είχαν δώσει το δωμάτιο 1937 κι όταν το άκουσε κάτι έκανε κλικ στο μυαλό του: η χρονιά γέννησης του βασιλιά, ο Άρθουρ Κέσλερ, συγχρονικότητα και τα λοιπά. Ο Χάρι δεν πίστευε σε κάτι τέτοια. Πίστευε στην ικανότητα του ανθρώπινου μυαλού να βρίσκει μοτίβα· ακόμα κι εκεί που δεν υπήρχαν. Γι’ αυτό ήταν πάντα αμφισβητίας ως αστυνομικός επιθεωρητής: αμφισβητούσε κι έψαχνε, έψαχνε κι αμφισβητούσε. Έβλεπε μοτίβα κι αμφισβητούσε την ενοχή. Ή το ανάποδο. Ο Χάρι άκουσε το τηλέφωνο να χτυπάει. Ένας ήχος διακριτικός κι ευχάριστος. Ήχος πολυτελών ξενοδοχείων. Βγήκε από το ντους και πήγε προς το κρεβάτι. Σήκωσε το ακουστικό. «Έχει έρθει μία κυρία» είπε η ρεσεψιονίστ. «Ονομάζεται Ράκελ Φάουσκε... Με συγχωρείτε, Φάουκε, λέει. Σας έχει φέρει κάτι». «Δώστε της ένα κλειδί για το ασανσέρ και στείλτε την επάνω» είπε ο Χάρι. Κοίταξε το κουστούμι του, κρεμασμένο στην ντουλάπα. Έμοιαζε λες κι είχε ζήσει δύο παγκόσμιους πολέμους. Άνοιξε την πόρτα και τύλιξε στη μέση του δυο τετραγωνικά πετσέτας. Κάθισε Digitalised By Jah®

Σ

στο κρεβάτι κι αφουγκράστηκε. Άκουσε έναν ήχο από τον ανελκυστήρα κι ύστερα τα βήματά της. Μπορούσε ακόμη να τ’ αναγνωρίσει, αποφασιστικά αλλά μικρά βήματα, γρήγορα, λες και φορούσε μονίμως στενή φούστα. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του κι όταν τα ξανάνοιξε εκείνη στεκόταν μπροστά του. «Χαίρετε, γυμνέ κύριε» είπε χαμογελαστά, ακούμπησε τις τσάντες στο πάτωμα και κάθισε δίπλα του στο κρεβάτι. «Τι είναι αυτό;» Χάιδεψε τη μονωτική ταινία με τα δάχτυλά της. «Αυτοσχέδιο χανζαπλάστ» απάντησε εκείνος. «Δεν χρειαζόταν να έρθεις η ίδια». «Το ξέρω. Αλλά δεν μπορούσα να βρω τα ρούχα σου. Πρέπει να χάθηκαν όταν μετακομίσαμε στο Άμστερνταμ». Πετάχτηκαν θες να πεις, σκέφτηκε ο Χάρι. Πάσο. «Κι ύστερα μίλησα στον Χανς Κρίστιαν κι έχει μια ντουλάπα γεμάτη ρούχα που δεν φοράει. Δεν είναι ακριβώς στο στιλ σου, αλλά δεν διαφέρουν και πολύ στο μέγεθος». Άνοιξε τις τσάντες κι ο Χάρι κοίταξε έντρομος τα ρούχα που έβγαλε από μέσα: ένα πουκάμισο Lacoste, τέσσερα σιδερωμένα μποξεράκια, ένα τζιν μάρκας Armani με τσάκιση, ένα πουλόβερ με V, ένα μπουφάν Timberland, δυο πουκάμισα με παίχτες του πόλο κι ένα ζευγάρι μαλακά καφετιά δερμάτινα παπούτσια. Άρχισε να τα κρεμάει στην ντουλάπα κι εκείνος σηκώθηκε και ανέλαβε δράση. Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει από το πλάι και, χαμογελώντας, έσπρωξε τα μαλλιά της πίσω από το αυτί. «Δεν είχες σκοπό ν’ αγοράσεις καινούργια ρούχα μέχρι το κουστούμι να έλιωνε κυριολεκτικά πάνω σου, έτσι δεν είναι;» «Τι να πω» είπε ο Χάρι, μετακινώντας τις κρεμάστρες. Τα ρούχα ήταν ανοίκεια, μα ανέδιδαν ένα απαλό οικείο άρωμα. «Πρέπει να παραδεχτώ ότι σκεφτόμουν ν’ αγοράσω ένα καινούργιο πουκάμισο κι ίσως κάνα δυο καινούργια σώβρακα». «Δεν έχεις καθόλου καθαρά σώβρακα;» «Τι εννοείς καθαρά;» Digitalised By Jah®

«Χάρι!» είπε εκείνη και τον χτύπησε στον ώμο του μ’ ένα γελάκι. Ο Χάρι χαμογέλασε. Το χέρι της παρέμεινε στον ώμο του. «Είσαι ζεστός» του είπε. «Σαν να έχεις πυρετό. Είσαι σίγουρος ότι αυτό που έχεις κάτω απ’ το, χμ, χανζαπλάστ σου δεν έχει μολυνθεί;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. Γνωρίζοντας πολύ καλά, από τον θαμπό και ρυθμικό πόνο, ότι είχε κάνει φλεγμονή. Αλλά ήξερε και κάτι άλλο από τα πολλά του χρόνια στο Ανθρωποκτονιών: ότι η αστυνομία είχε ήδη ανακρίνει τον μπάρμαν και τους πελάτες στο μπαρ Nirvana και γνώριζε ότι αυτός που σκότωσε τον τύπο με το μαχαίρι είχε διαφύγει έχοντας βαθιές πληγές στο πιγούνι και τον λαιμό του. Θα είχαν λοιπόν στείλει σύρμα σε όλους τους γιατρούς της πόλης και θα είχαν ελέγξει όλα τα επείγοντα περιστατικά των νοσοκομείων. Αυτή τη στιγμή δεν είχε χρόνο για κρατητήρια. Η Ράκελ τού χάιδεψε τον ώμο, μέχρι τον σβέρκο και ξανά πίσω. Το στέρνο του. Ο Χάρι σκέφτηκε ότι, δεν μπορεί, θα ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει· κι ότι όλο αυτό ήταν σαν εκείνη την τηλεόραση Pioneer που είχαν βγάλει κάποτε κι ύστερα τη σταμάτησαν γιατί ήταν τέλεια· και μπορούσες να δεις κιόλας ότι ήταν τέλεια, γιατί το μαύρο της εικόνας ήταν πραγματικά μαύρο. Είχε ανοίξει το παράθυρο όσο πήγαινε, μια χαραμάδα δηλαδή − δεν ήθελαν αυτοκτονίες στο ξενοδοχείο. Ακόμα κι εδώ πάνω, στον δέκατο όγδοο όροφο, έφτανε ο απόηχος της κίνησης· καμιά κόρνα πού και πού κι από κάπου αλλού, από κάποιο άλλο δωμάτιο ίσως, ένα παράταιρο, αργοπορημένο καλοκαιρινό τραγούδι. «Είσαι βέβαιη ότι το θες αυτό;» είπε εκείνος δίχως να κρύψει τη βραχνάδα του. Στέκονταν ακίνητοι· αυτή με το χέρι της στον ώμο του και τα μάτια της καρφωμένα στα δικά του σαν να συγκεντρωνόταν στον παρτενέρ της στο τανγκό. Έγνεψε καταφατικά. Ένα τόσο έντονο, κοσμικό μαύρο, που σε ρουφούσε μέσα του. Δεν κατάλαβε καν ότι η Ράκελ σήκωσε το πόδι της κι έκλεισε την πόρτα. Την άκουσε απλώς να κλείνει, απαλά· ένας ήχος πολυτελούς Digitalised By Jah®

ξενοδοχείου, σαν φιλί. Και καθώς έκαναν έρωτα, ο Χάρι σκεφτόταν μόνο το σκοτάδι και το άρωμα. Το σκοτάδι των ματιών, των φρυδιών, των μαλλιών της. Και το άρωμά της, για το οποίο δεν την είχε ρωτήσει ποτέ, μα ήταν μόνο δικό της, το άρωμα που υπήρχε στα ρούχα της, στην ντουλάπα της, το άρωμα που πότιζε παλιά τα δικά του ρούχα όταν κρέμονταν μαζί με τα δικά της. Και βρισκόταν τώρα κλεισμένο στην ντουλάπα του ξενοδοχείου, στα ρούχα ενός άλλου άνδρα. Στην ντουλάπα της τα είχε βρει, κρεμασμένα μαζί με τα δικά της. Όχι στο σπίτι του. Ίσως να μην ήταν καν δική του ιδέα, ίσως να τα έβγαλε απλώς από την ντουλάπα της και να τα έφερε ως εδώ. Μα ο Χάρι δεν είπε τίποτα. Γιατί ήξερε ότι την είχε δανεική. Ότι την είχε αυτή τη στιγμή μονάχα κι άρα μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα σε αυτό και στο τίποτα. Οπότε δεν μίλησε. Της έκανε έρωτα όπως της έκανε πάντα, έντονα και αργά. Χωρίς ν’ αφεθεί να παρασυρθεί από την απληστία της, την ανυπομονησία της, μ’ ένα πάθος τόσο αργό, που εκείνη μια τον έβριζε και μια της κοβόταν η ανάσα. Όχι επειδή έτσι θα το ήθελε εκείνη αλλά επειδή έτσι ήθελε αυτός. Γιατί την είχε μόνο δανεική. Αυτές τις λίγες ώρες. Κι όταν εκείνη τελείωσε κι έμεινε ακίνητη κοιτάζοντάς τον μ’ εκείνο το παράδοξο, αδικημένο της βλέμμα, το μυαλό του πλημμύρισε με όλα τα βράδια που είχαν περάσει μαζί και παραλίγο να βάλει τα κλάματα. Μοιράστηκαν ένα τσιγάρο. «Γιατί δεν μου λες ότι είσαστε ζευγάρι;» ρώτησε ο Χάρι, παίρνοντας μια ρουφηξιά και δίνοντάς της το τσιγάρο. «Γιατί δεν είμαστε. Είναι ένα... προσωρινό καταφύγιο». Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα πια. Καλύτερα να μείνω μακριά, μακριά απ’ όλους». «Είναι καλός άνθρωπος». «Αυτό είναι το ζήτημα. Χρειάζομαι έναν καλό άνθρωπο, γιατί λοιπόν να μη θέλω έναν καλό άνθρωπο; Γιατί είμαστε τόσο Digitalised By Jah®

παράλογοι ενώ ξέρουμε το καλό μας, γαμώτο;» «Ο άνθρωπος είναι διεστραμμένος και διεφθαρμένος από τη φύση του» είπε ο Χάρι. «Δεν υπάρχει θεραπεία, μόνο ανακούφιση». Η Ράκελ χώθηκε στην αγκαλιά του. «Αυτό μ’ αρέσει σ’ εσένα. Η ακατάβλητη αισιοδοξία σου». «Είναι καθήκον μου να μοιράζω φως, καρδιά μου». «Χάρι;» «Χμ;» «Υπάρχει τρόπος να γυρίσουμε πίσω; Σ’ εμάς;» Ο Χάρι έκλεισε τα μάτια του. Αφουγκράστηκε τους σφυγμούς του. Τους σφυγμούς της. «Πίσω, όχι». Γύρισε και την κοίταξε. «Μα αν νομίζεις ότι έχεις ακόμα μέλλον…» «Το εννοείς;» «Ερωτόλογα δεν είναι όλα αυτά;» «Χαζέ». Τον φίλησε στο μάγουλο, του έδωσε το τσιγάρο και σηκώθηκε. Ντύθηκε. «Μπορείς να μείνεις σ’ εμένα, στον πάνω όροφο, ξέρεις». Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Καλύτερα έτσι, για την ώρα». «Σ’ αγαπάω, μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό» του είπε. «Ό,τι κι αν γίνει. Μου το υπόσχεσαι;» Εκείνος κατένευσε. Έκλεισε τα μάτια του. Η πόρτα έκλεισε εξίσου απαλά με την πρώτη φορά. Ο Χάρι ξανάνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε το ρολόι του. Καλύτερα έτσι, για την ώρα. Τι άλλο να έκανε, δηλαδή; Να την ακολουθούσε στο Χολμενκόλεν οδηγώντας τον Ντουμπάι εκεί και να την έμπλεκε σε περιπέτειες όπως είχε κάνει με τον Χιονάνθρωπο; Γιατί τώρα το συνειδητοποιούσε: τον είχαν ακολουθήσει από την πρώτη στιγμή. Η πρόσκληση που είχε απευθύνει στον Ντουμπάι μέσω των πωλητών του ήταν περιττή. Θα τον έβρισκαν πριν τους βρει αυτός. Και μετά Digitalised By Jah®

θα έβρισκαν τον Όλεγκ. Συνεπώς, το μοναδικό πλεονέκτημα που είχε ήταν ότι μπορούσε να διαλέξει ο ίδιος το μέρος. Τον τόπο του εγκλήματος. Κι είχε ήδη διαλέξει. Όχι εδώ, στο Πλάζα· εδώ είχε έρθει μόνο για να ξεκουραστεί για λίγο, να κοιμηθεί μια δυο ώρες, να προετοιμαστεί. Το μέρος ήταν το ξενοδοχείο Λεόν. Κάποια στιγμή ο Χάρι αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να επικοινωνήσει με τον Χάγκεν. Ή τον Μπέλμαν. Να τους εξηγήσει την όλη κατάσταση. Μα δεν θα είχαν άλλη επιλογή από το να τον συλλάβουν. Έτσι κι αλλιώς ήταν θέμα χρόνου πριν συνδυάσουν τις περιγραφές του μπάρμαν από την Κβαντρατούρεν, του φρουρού από το νεκροταφείο Βέστρε και της ηλικιωμένης γυναίκας από τη Μαντσερούντ Αλέ: άνδρας, ένα και ενενήντα δύο, λινό κουστούμι, μια ουλή στο μάγουλο κι ένας επίδεσμος γύρω από το πιγούνι και τον λαιμό του. Σύντομα θα τσακίζονταν όλοι να βρουν τον Χάρι Χόλε. Το θέμα λοιπόν ήταν επείγον. Σηκώθηκε μ’ ένα βογκητό κι άνοιξε την ντουλάπα. Φόρεσε τα σιδερωμένα εσώρουχα κι ένα πουκάμισο με σηματάκι έναν παίκτη του πόλο. Χάζεψε για λίγο το τζιν Armani, κούνησε το κεφάλι του, έβρισε χαμηλόφωνα και ξαναφόρεσε το κουστούμι του. Κι ύστερα έβγαλε την τσάντα του τένις που είχε ακουμπήσει στο ψηλό ράφι. Ήταν η μοναδική τσάντα που χωρούσε την καραμπίνα του, του είχε εξηγήσει ο Χανς Κρίστιαν. Ο Χάρι την πέρασε στον ώμο του και βγήκε από το δωμάτιο. Η πόρτα πίσω του έκλεισε μ’ ένα απαλό φιλί.

Digitalised By Jah®

32

εν ξέρω κατά πόσο μπορώ να προσδιορίσω πότε άλλαξε χέρια ο θρόνος. Πότε δηλαδή άρχισε να μας εξουσιάζει η βιολίνη κι όχι εμείς αυτήν. Τα πάντα είχαν καταρρεύσει − η συμφωνία που ’χα προσπαθήσει να κάνω με τον Ίψεν, το πραξικόπημα στην Άλναμπρου. Κι είχα και τον Όλεγκ που κυκλοφορούσε με την καταθλιπτική, ρωσική του φάτσα να γκρινιάζει πως η ζωή δεν είχε νόημα χωρίς την Ιρένε. Πριν περάσουν τρεις βδομάδες, χτυπούσαμε πιο πολλά απ’ όσα κερδίζαμε. Δουλεύαμε μαστουρωμένοι και περιμέναμε να μας πάρει ο διάολος. Αλλά ούτε κι αυτό μας ένοιαζε. Σημασία είχε η επόμενη δόση. Ξέρω ότι ακούγεται κλισέ, και είναι κλισέ, ακριβώς έτσι είναι. Τόσο απλό, γαμώτο, και τόσο ανέφικτο. Νομίζω ότι μπορώ να πω με σιγουριά ότι ποτέ μου δεν έχω αγαπήσει άνθρωπο, εννοώ πραγματικά αγαπήσει. Τη βιολίνη όμως την είχα ερωτευτεί. Για λίγο καιρό ο Όλεγκ τη χρησιμοποιούσε σαν φάρμακο, για ν’ ανακουφίσει τον πόνο της ραγισμένης του καρδιάς. Ενώ εγώ τη χρησιμοποιούσα όπως έπρεπε: για να είμαι ευτυχισμένος. Και το εννοώ αυτό. Απόλυτα ευτυχισμένος λέμε. Τίποτε δεν συγκρινόταν μαζί της, ούτε το φαγητό, ούτε το σεξ, ούτε ο ύπνος. Γι’ αυτό λοιπόν δεν σοκαρίστηκα όταν ένα βράδυ μετά τους λογαριασμούς με πήρε ο Αντρέι παράμερα και μου είπε Digitalised ότι ο γέρος By Jah®

Δ

είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί. «Καλά είμαι» είπα. Μου εξήγησε ότι, αν δεν συμμαζευόμουν και δεν πήγαινα καθημερινά στη δουλειά καθαρός από εδώ και πέρα, θα με ’στελναν με το ζόρι για αποτοξίνωση. Έσκασα στα γέλια. Απάντησα ότι δεν ήξερα ότι είχε και τέτοιες απολαβές η δουλειά, επιδόματα υγείας και τα ρέστα. Τι δηλαδή, είχαμε και οδοντιατρική περίθαλψη και σύνταξη με τον Όλεγκ; «Ο Όλεγκ δεν έχει». Είδα στα μάτια του τι περίπου σήμαινε αυτό. Μα δεν σχεδίαζα να μείνω νηφάλιος, γαμώτο μου, όχι ακόμη. Ούτε ο Όλεγκ. Οπότε τους γράψαμε στ’ αρχίδια μας και το επόμενο βράδυ μαστουρώσαμε τόσο πολύ, που, έχοντας πουλήσει τη μισή μόνο ποσότητα, πήραμε την άλλη μισή, κλέψαμε ένα αμάξι και πήγαμε στο Κριστιανσάν. Είχαμε βάλει και τον Frankie στη διαπασών και τραγουδούσα «I’ve got plenty of nothing». Πράγμα που ίσχυε, δεν είχαμε καν άδεια οδήγησης. Στο τέλος άρχισε να τραγουδάει κι ο Όλεγκ, αλλά μόνο για να κάνει εμένα και τον Frankie να το βουλώσουμε, είπε. Γελούσαμε και πίναμε ζεστές μπίρες κι ήταν σαν τις παλιές καλές μέρες. Μείναμε στο ξενοδοχείο Ερνστ, που δεν είναι τόσο βαρετό όσο ακούγεται, μα όταν ρωτήσαμε στη ρεσεψιόν πού σύχναζαν τα βαποράκια μάς κοίταξαν σαν χαμένοι. Ο Όλεγκ μού είπε για το μουσικό φεστιβάλ της πόλης που απέτυχε παταγωδώς λόγω ενός ηλίθιου. Ο τύπος ήθελε να το παίξει γκουρού και πήγε κι έκλεισε τα πιο κουλ συγκροτήματα και μετά δεν μπορούσαν να τα πληρώσουν. Παρ’ όλα αυτά, οι καλοί χριστιανοί της πόλης έλεγαν και ξανάλεγαν ότι ο μισός πληθυσμός μεταξύ δεκαοκτώ και είκοσι πέντε είχε αγοράσει ναρκωτικά με αφορμή το φεστιβάλ. Εμείς πάντως πελάτες δεν βρήκαμε. Περιφερόμασταν σαν χαμένοι, μες στο βράδυ, στο πεζοδρομημένο κέντρο, όπου υπήρχε ένας −ένας μόνο!− μεθύστακας και μια χριστιανική χορωδία με δεκατέσσερα μέλη που μας ρώτησαν αν θέλαμε να γνωρίσουμε τον Digitalised By Jah®

Ιησού. «Αμέ, άμα θέλει βιολίνη» είπα. Αλλά μάλλον δεν ήθελε, οπότε γυρίσαμε στο ξενοδοχείο μας και χτυπήσαμε μια δόση για το καληνύχτα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ξεμείναμε εκεί, στου διαόλου τη μάνα, χωρίς να κάνουμε απολύτως τίποτα. Απλώς χτυπιόμασταν και τραγουδούσαμε Sinatra. Ένα βράδυ ξύπνησα κι ο Όλεγκ στεκόταν από πάνω μου. Κρατούσε στην αγκαλιά του έναν γαμίδη σκύλο. Μου είπε ότι είχε ξυπνήσει από τα φρένα ενός αυτοκινήτου έξω απ’ το παράθυρο, κι όταν κοίταξε έξω, είδε στον δρόμο τον σκύλο. Τον κοίταξα. Δεν φαινόταν καλά. Ο Όλεγκ κι εγώ συμφωνήσαμε: είχε σπάσει την πλάτη του. Κι ήταν γεμάτος πληγές και ψώρα. Ο κακομοίρης, τον είχαν σπάσει στο ξύλο είτε ο ιδιοκτήτης του είτε άλλα σκυλιά. Κι ήταν όμορφος! Με κοίταζε με τα ήρεμα καφετιά του μάτια λες και μπορούσα να τον κάνω καλά. Έτσι κι εγώ προσπάθησα. Του έδωσα φαγητό και νεράκι, του χάιδεψα το κεφάλι και του μιλούσα. Ο Όλεγκ είπε να τον πάμε σε κτηνίατρο, αλλά ήξερα τι θα του έκαναν, οπότε τον κράτησα κι εγώ στο δωμάτιό μας, κρέμασα το ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ απέξω και τον άφησα να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Χωρίσαμε τις βάρδιες ώστε να μείνουμε ξύπνιοι και να σιγουρευτούμε ότι ανέπνεε. Ο σκύλος παρέμενε ξαπλωμένος ανεβάζοντας πυρετό, ο σφυγμός του γινόταν ολοένα και πιο αδύναμος. Την τρίτη μέρα τού έδωσα και όνομα: Ρούφους. Γιατί όχι; Καλύτερα να ’χεις ένα όνομα αν είναι να τα τινάξεις. «Υποφέρει» είπε ο Όλεγκ. «Ο κτηνίατρος θα τον κοιμίσει με μια ένεση. Δεν θα πονέσει». «Κανείς δεν πρόκειται να τρυπήσει τον Ρούφους με φτηνιάρικο πράμα» είπα, βγάζοντας τη σύριγγα. «Είσαι με τα καλά σου;» είπε ο Όλεγκ. «Αυτή η βιολίνη κοστίζει δυο χιλιάρικα». Ίσως και να έκανε τόσα. Εν πάση περιπτώσει, ο Ρούφους έφυγε από αυτό τον κόσμο σε θέση μπίζνες κλας. Θυμάμαι πως το ταξίδι του γυρισμού ήταν γεμάτο σύννεφα. Ούτε Digitalised By Jah®

Sinatra ούτε τραγούδια. Γυρνώντας στο Όσλο, ο Όλεγκ είχε κατατρομάξει με το τι θα μας συνέβαινε. Εγώ ήμουν περιέργως κουλ. Λες κι ήξερα ότι ο γέρος δεν θα μας πείραζε. Ήμασταν δυο ακίνδυνα πρεζόνια ένα βήμα πριν από τον γκρεμό. Ήμασταν πανί με πανί, άνεργοι και πολύ σύντομα μας τέλειωσε κι η βιολίνη. Ο Όλεγκ είχε ανακαλύψει ότι η λέξη «τζάνκι» ήταν πάνω από εκατό χρόνια πολλά, από τότε που οι πρώτοι ηρωινομανείς έκλεβαν παλιοσίδερα, «τζανκ» στ’ αγγλικά, και τα πουλούσαν στο λιμάνι της Φιλαδέλφειας για να βρουν λεφτά για τη δόση τους. Κι αυτό καταλήξαμε να κάνουμε κι εμείς. Αρχίσαμε να τρυπώνουμε σε οικοδομές στο λιμάνι στην Μπιορβίκα και να κλέβουμε ό,τι βρίσκαμε μπροστά μας. Χαλκός κι εργαλεία άξιζαν χρυσάφι. Πουλούσαμε τον χαλκό σε μια μάντρα στο Καλμπάκεν και τα εργαλεία σε δυο λιθουανούς εργάτες. Αλλά, όταν μπήκαν κι άλλοι στο παιχνίδι, οι μάντρες άρχισαν να ψηλώνουν, οι φρουροί να πληθαίνουν, εμφανίστηκαν οι μπάτσοι κι οι αγοραστές έκαναν φτερά. Καθόμασταν κι εμείς άπραγοι λοιπόν, με την ανάγκη να μας μαστιγώνει σαν λυσσασμένος δουλέμπορος, μέρα νύχτα. Κι ήξερα ότι έπρεπε να κατεβάσω μια καλή ιδέα, ένα Endlösung. Κι αυτό έκανα. Σιγά μην το έλεγα στον Όλεγκ. Προετοίμαζα το τι θα ’λεγα μια ολόκληρη μέρα. Κι ύστερα την πήρα τηλέφωνο. Η Ιρένε μόλις είχε γυρίσει σπίτι απ’ την προπόνηση. Ακουγόταν σχεδόν χαρούμενη που άκουγε τη φωνή μου. Της μίλησα χωρίς σταματημό για μια περίπου ώρα. Όταν τελείωσα, εκείνη έκλαιγε. Το επόμενο βράδυ κατέβηκα στον Σιδηροδρομικό Σταθμό κι ήμουν ήδη στην αποβάθρα όταν το τρένο από το Τρόντχαϊμ έφτασε. Έκλαιγε όταν με αγκάλιασε. Τόσο νέα. Τόσο τρυφερή. Τόσο πολύτιμη. Όπως είπα και πριν, δεν έχω αγαπήσει πραγματικά ποτέ μου. Μα πρέπει να έχω φτάσει κοντά, γιατί βούρκωσα σχεδόν κι εγώ. Digitalised By Jah®

33

έσα από το μικρό άνοιγμα του παραθύρου στο δωμάτιο 301, ο Χάρι άκουσε τις καμπάνες να χτυπούν στο σκοτάδι. Ο πόνος στον λαιμό και το πιγούνι του είχε τουλάχιστον ένα καλό: δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και κάθισε στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Την έγειρε πίσω, έως τον τοίχο, ώστε να βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με την πόρτα του δωματίου. Η καραμπίνα ήταν ακουμπισμένη στα γόνατά του. Στη ρεσεψιόν είχε ζητήσει έναν λαμπτήρα πολλών βατ για το δωμάτιό του, για ν’ αντικαταστήσει αυτόν που είχε καεί· κι ένα σφυρί για να μπήξει μέσα κάτι πρόκες που εξείχαν απ’ το κατώφλι της πόρτας. Ναι, θα τα έφτιαχνε ο ίδιος. Ύστερα πήγε κι αντικατέστησε τον λαμπτήρα του διαδρόμου και με το σφυρί ξεκόλλησε το ξύλινο κατώφλι της πόρτας. Τώρα, από εκεί που καθόταν, θα μπορούσε να δει τις σκιές τους κάτω από την πόρτα σαν έρχονταν. Ο Χάρι άναψε κι άλλο τσιγάρο. Ήλεγξε την καραμπίνα. Τελείωσε το υπόλοιπο πακέτο. Στο σκοτάδι έξω από το παράθυρο οι καμπάνες χτύπησαν δώδεκα φορές. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Μπέτε. Είχε πάρει αντίγραφα των τεσσάρων από τις πέντε λίστες των περιπολικών που αλώνιζαν γύρω Digitalised By Jah®

Μ

από το Μπλίνερν. «Το τελευταίο περιπολικό είχε προλάβει να στείλει τη λίστα στην ΌργκΚριμ» είπε. «Ευχαριστώ» είπε ο Χάρι. «Πήρες τα σακουλάκια από τη Ρίτα, στου Σρέντερ;» «Ναι. Είπα στο Παθολογικό να μπουν σε προτεραιότητα. Αναλύουν το αίμα αυτή τη στιγμή». Παύση. «Και;» ρώτησε ο Χάρι. «Και τι;» «Ξέρω τον τόνο της φωνής σου, Μπέτε. Κάτι άλλο συμβαίνει». «Το τεστ DNA παίρνει ώρα, Χάρι. Μπορεί…» «...να περάσουν μέρες προτού έχουμε την απάντηση». «Ναι. Που σημαίνει ότι για την ώρα το τεστ θεωρείται μη ολοκληρωμένο». «Πόσο μη ολοκληρωμένο;» Ο Χάρι άκουσε βήματα στον διάδρομο. «Υπάρχει τουλάχιστον 5% πιθανότητα να μην ταιριάζει». «Θες να πεις ότι σου έχουν δώσει ένα προσωρινό προφίλ κι ότι έχεις βρει σε ποιον ταιριάζει στο μητρώο DNA, αυτό μου λες;» «Όταν τα τεστ δεν έχουν ολοκληρωθεί, χρησιμοποιούνται για να αποκλείσουμε ανθρώπους, Χάρι, όχι το αντίθετο». «Σε ποιον ταιριάζει;» «Δεν θέλω να πω τίποτα ακόμη, πριν…» «Έλα τώρα». «Όχι. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι το αίμα δεν ανήκει στον Γκούστο». «Και;» «Και δεν ανήκει ούτε στον Όλεγκ, εντάξει;» «Πάρα πολύ» είπε ο Χάρι, συναισθανόμενος ξαφνικά ότι κρατούσε την ανάσα του. Μια σκιά κάτω απ’ την πόρτα. Digitalised By Jah®

«Χάρι;» Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο. Έστρεψε την καραμπίνα προς την πόρτα. Περίμενε. Τρία κοφτά χτυπήματα. Περίμενε. Αφουγκράστηκε. Η σκιά δεν μετακινήθηκε. Στις μύτες των ποδιών, πήγε τοίχο τοίχο στο δωμάτιο, μακριά απ’ τη γραμμή του πυρός, ως το ματάκι της πόρτας. Είδε την πλάτη ενός άνδρα. Το μπουφάν έπεφτε ίσια κι ήταν τόσο κοντό, που ο Χάρι έβλεπε τη μέση του. Ένα μαύρο κομμάτι ύφασμα κρεμόταν από τη μια κωλότσεπη, πιθανόν κάποιο καπέλο. Ο άνδρας δεν φορούσε ζώνη. Τα χέρια του κρέμονταν στο πλάι, κοντά στο κορμί του. Άρα, αν ο άνδρας κουβαλούσε όπλο, θα πρέπει να ήταν σε θήκη δεμένη στο στήθος του, είτε στο πλάι των μηρών του. Καθόλου συνηθισμένο. Ο άνδρας γύρισε προς την πόρτα και χτύπησε δυο φορές· δυνατότερα αυτή τη φορά. Ο Χάρι εξέτασε το παραμορφωμένο πρόσωπο στο ματάκι. Παραμορφωμένο μα χαρακτηριστικό. Ο άνδρας έπασχε από έντονο προγναθισμό. Κι έξυνε τον λαιμό του με μια κάρτα που κρεμόταν στο στήθος του. Με τον τρόπο που φορούσαν οι αστυνομικοί τις ταυτότητές τους όταν πήγαιναν να συλλάβουν κάποιον. Σκατά! Η αστυνομία ήταν ταχύτερη απ’ τον Ντουμπάι. Δίστασε. Αν ο άνδρας είχε διαταγές να τον συλλάβει, τότε θα έπρεπε να είχε κι ένα μπλε χαρτάκι μ’ ένταλμα σύλληψης το οποίο θα είχε δείξει στη ρεσεψιόν ώστε να παραλάβει ένα πασπαρτού. Το μυαλό του Χάρι έκανε ταχύτατους υπολογισμούς. Σιωπηλά, γύρισε, έκρυψε την καραμπίνα πίσω από την ντουλάπα, ξαναπήγε προς την πόρτα και την άνοιξε, λέγοντας: «Τι θες και ποιος είσαι;». Ο άνδρας τον κοίταξε σαν χαζός. «Κοίτα τα χάλια σου, Χόλε. Μπορώ να περάσω;» Του έδειξε την ταυτότητά του. «Τρουλς Μπέρντσεν. Για τον Μπέλμαν δεν δούλευες εσύ;» «Ακόμη δουλεύω. Σου στέλνει χαιρετίσματα». O Χάρι έκανε ένα βήμα στο πλάι κι άφησε τον Μπέρντσεν να Digitalised By Jah®

περάσει μέσα πρώτος. «Cosy» είπε ο Μπέρντσεν κοιτώντας τριγύρω του. «Κάθισε» είπε ο Χάρι, δείχνοντάς του το κρεβάτι, ενώ εκείνος βολεύτηκε στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. «Τσίχλα;» είπε ο Μπέρντσεν, προσφέροντάς του το πακέτο. «Προκαλεί τερηδόνα. Τι θες;» «Φιλικότατος όπως πάντα, βλέπω». Ο Μπέρντσεν χαμογέλασε πλατιά, ξετύλιξε μια τσίχλα, την έβαλε στο συρταρωτό του σαγόνι και κάθισε. Όλη αυτή την ώρα το μυαλό του Χάρι ανέλυε τον τόνο της φωνής, τη γλώσσα του σώματος, τη μυρωδιά, τις κινήσεις των ματιών του Τρουλς Μπέρντσεν. Ο άνδρας ήταν χαλαρός και απειλητικός συνάμα. Με ανοιχτές παλάμες, δίχως απότομες κινήσεις, μα τα μάτια του συνέλεγαν πληροφορίες, διάβαζαν την κατάσταση, προετοιμάζονταν για κάτι. Ο Χάρι είχε ήδη μετανιώσει που έκρυψε την καραμπίνα του. Το ότι δεν είχε άδεια οπλοφορίας ήταν το μικρότερο απ’ τα προβλήματά του εκείνη τη στιγμή. «Τα πράγματα έχουν ως εξής: βρήκαμε αίμα στο πουκάμισο του Γκούστο Χάνσεν στην υπόθεση βεβήλωσης στο νεκροταφείο Βέστρε χθες το βράδυ. Και το τεστ DNA έδειξε ότι το αίμα προέρχεται από εσένα». Ο Χάρι παρατήρησε τον Μπέρντσεν, ενώ αυτός δίπλωνε προσεκτικά το ασημόχαρτο της τσίχλας. Τον θυμήθηκε κάπως καλύτερα τώρα. Ήταν ο τύπος που όλοι φώναζαν «Μπίβις». Το παιδί για όλες τις δουλειές του Μπέλμαν. Βλάκας κι έξυπνος μαζί. Κι επικίνδυνος. Ένας κακός Φόρεστ Γκαμπ. «Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς» είπε ο Χάρι. «Ναι, φαντάζομαι» είπε ο Μπέρντσεν αναστενάζοντας. «Ίσως κάποιο λάθος στο μητρώο. Θα πρέπει να σε πάω μέχρι το Αρχηγείο για να πάρουμε ξανά δείγμα». «Ψάχνω για ένα κορίτσι» είπε ο Χάρι. «Την Ιρένε Χάνσεν». «Είναι κι αυτή στο νεκροταφείο Βέστρε;» Digitalised By Jah®

«Έχει εξαφανιστεί απ’ το καλοκαίρι. Είναι η θετή αδερφή του Γκούστο Χάνσεν». «Πρώτη φορά την ακούω. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να έρθεις…» «Είναι το κορίτσι στη μέση» είπε ο Χάρι. Είχε βγάλει τη φωτογραφία της οικογένειας Χάνσεν από την τσέπη του σακακιού του και την έδειχνε στον Μπέρντσεν. «Χρειάζομαι λίγη ώρα. Όχι πολύ. Θα καταλάβεις μετά γιατί πρέπει να γίνουν έτσι τα πράγματα. Σου υπόσχομαι ότι θα έρθω εγώ ο ίδιος στα γραφεία σε σαράντα οκτώ ώρες από τώρα». « Χμ, 48 ώρες» είπε ο Μπέρντσεν κοιτάζοντας τη φωτογραφία. «Καλή ταινία. Με τον Νικ Νόλτε κι εκείνο τον νέγρο. ΜακΜέρφι τον έλεγαν;» «Έντι Μέρφι». «Σωστά. Πάει κι αυτός, δεν είναι πια αστείος. Δεν είναι περίεργο; Έχεις κάτι, κι ύστερα δεν το ’χεις. Πώς νομίζεις ότι είναι να σου συμβαίνει κάτι τέτοιο, Χόλε;» Ο Χάρι κοίταξε τον Τρουλς Μπέρντσεν. Δεν ήταν και πολύ σίγουρος για την όλη ομοιότητα με τον Φόρεστ Γκαμπ πια. Ο Μπέρντσεν σήκωσε τη φωτογραφία προς το φως. Μισόκλεισε τα βλέφαρα για να συγκεντρωθεί πάνω της. «Την αναγνωρίζεις;» «Όχι» είπε ο Μπέρντσεν, δίνοντας πίσω τη φωτογραφία και στρίβοντας λίγο τη μέση του. Προφανώς, είχε πιαστεί καθισμένος πάνω στο ύφασμα που είχε στην κωλότσεπή του, γιατί το έβγαλε και το έβαλε γρήγορα στην τσέπη του μπουφάν του. «Λοιπόν, θα πάμε μια βόλτα μέχρι το Αρχηγείο κι εκεί θα το συζητήσουμε για τις σαράντα οκτώ ώρες». Ο τόνος της φωνής του ήταν απαλός. Υπερβολικά απαλός. Κι ο Χάρι είχε ήδη βάλει τα πράγματα στη σειρά: Η Μπέτε είχε πει στο Παθολογικό να δώσουν προτεραιότητα στα δικά της τεστ DNA κι ακόμη δεν είχε λάβει απάντηση· άρα πώς γινόταν να έχει ο Digitalised By Jah®

Μπέρντσεν ήδη τ’ αποτελέσματα για το αίμα από το σάβανο του Γκούστο; Και κάτι ακόμα: ο Μπέρντσεν δεν είχε κινηθεί όσο γρήγορα θα ήθελε. Το ύφασμα στην τσέπη του δεν ήταν καπελάκι, ήταν μπαλακλάβα. Σαν κι αυτή που φορούσε ο δολοφόνος του Γκούστο Χάνσεν. Κι αμέσως του καρφώθηκε στο μυαλό η εξής σκέψη: ο καύτης. Μήπως δεν ήταν η αστυνομία που είχε φτάσει πρώτη στη σκηνή του εγκλήματος αλλά ο λακές του Ντουμπάι; Ο Χάρι έφερε στον νου την καραμπίνα πίσω από την ντουλάπα. Πολύ αργά όμως. Άκουσε βήματα στον διάδρομο. Δύο άνθρωποι. Ο ένας τόσο μεγαλόσωμος, που τα σανίδια έτριζαν κάτω από τα πόδια του. Τα βήματα σταμάτησαν έξω από την πόρτα. Οι σκιές από δυο ζευγάρια μισάνοιχτα πόδια γλίστρησαν κάτω από την πόρτα. Θα μπορούσαν φυσικά να ήταν συνάδελφοι του Μπέρντσεν στην αστυνομία, που είχαν έρθει να τον συλλάβουν πραγματικά. Μα ο Χάρι είχε ακούσει το σκούξιμο του πατώματος: ένας μεγαλόσωμος άνδρας στο μέγεθος περίπου της φιγούρας που τον είχε καταδιώξει στο πάρκο Φρόγκνερ. «Έλα» είπε ο Μπέρντσεν, σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στον Χάρι. Έκανε ότι έξυνε το στέρνο του μέσα από το μπουφάν του, δήθεν τυχαία. «Μια βολτούλα, εσύ κι εγώ». «Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είμαστε μόνοι μας» είπε ο Χάρι. «Έχεις ενισχύσεις, βλέπω». Έγνεψε προς τη μεριά της σκιάς κάτω απ’ την πόρτα. Εμφανίστηκε μια ακόμα σκιά, ίσια κι επιμήκης. Ο Τρουλς ακολούθησε το βλέμμα του. Κι ο Χάρι είδε στο πρόσωπό του γνήσια έκπληξη, το είδος της έκπληξης που τύποι σαν τον Τρουλς Μπέρντσεν δεν μπορούν να μιμηθούν. Όχι, αυτοί δεν ήταν οι άνθρωποι του Μπέρντσεν. «Φύγε από την πόρτα» ψιθύρισε ο Χάρι. Ο Τρουλς έπαψε να μασάει την τσίχλα του και τον κοίταξε καλά καλά. Digitalised By Jah®

Στον Τρουλς Μπέρντσεν άρεσε να κουβαλάει το περίστροφο Στέιρ του σε μια θήκη στο στήθος του, τοποθετημένο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το πιστόλι ν’ ακουμπάει κατά μήκος πάνω στο στέρνο του. Φαινόταν έτσι ελάχιστα αν τον κοιτούσες. Και γνωρίζοντας ότι ο Χάρι Χόλε ήταν έμπειρος αστυνομικός, μετεκπαιδευμένος με το FBI στο Σικάγο και τα λοιπά, ήξερε ότι θα παρατηρούσε αμέσως οτιδήποτε προεξείχε στα γνωστά σημεία. Όχι ότι υπολόγιζε να χρησιμοποιήσει το πιστόλι, μα ο Τρουλς Μπέρντσεν είχε πάρει τουλάχιστον τις προφυλάξεις του. Αν ο Χάρι τού αντιστεκόταν, θα τον συνόδευε έξω απ’ το δωμάτιο με το Στέιρ διακριτικά χωμένο στην πλάτη του, έχοντας φορέσει την μπαλακλάβα του ώστε οι εν δυνάμει μάρτυρες να μην μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τον τύπο που συνόδευε τον Χάρι Χόλε πριν ο τελευταίος εξαφανιστεί από προσώπου γης. Είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του σ’ ένα δρομάκι κι είχε σπάσει και τη μοναδική λάμπα στον δρόμο, ώστε κανείς να μην μπορεί να δει τον αριθμό κυκλοφορίας του. Πενήντα χιλιάδες ευρώ ήταν αυτά. Έπρεπε να είναι υπομονετικός. Φασούλι το φασούλι. Θα αγόραζε ένα σπίτι λίγο πιο ψηλά στο Χέγιενχαλ, με θέα, ώστε να μπορεί να τους κοιτάζει αφ’ υψηλού. Να την κοιτάζει αφ’ υψηλού. Ο Χάρι Χόλε τού είχε φανεί πιο κοντός από τον γίγαντα που θυμόταν. Κι ασχημότερος. Χλωμός, βρόμικος, άσχημος κι εξουθενωμένος. Δίχως ικανότητα συγκέντρωσης, λες και τα είχε παρατήσει. Θα ξεμπέρδευε πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι υπολόγιζε. Όταν λοιπόν ο Χάρι τού είπε να φύγει μπροστά από την πόρτα, η πρώτη αντίδραση του Τρουλς ήταν ο εκνευρισμός. Τι προσπαθούσε να κάνει ο Χόλε; Να παίξει παιχνιδάκια τώρα που πήγαιναν όλα τόσο καλά; Μα η δεύτερή του αντίδραση ήταν ότι τον ήξερε αυτόν τον τόνο της φωνής· ήταν ο τόνος που χρησιμοποιούσαν οι αστυνομικοί σε καταστάσεις έκτακτου κινδύνου. Χωρίς χρωματισμούς ή δράματα, με μια ουδέτερη, ψυχρή σαφήνεια που Digitalised By Jah®

είχε τις λιγότερες πιθανότητες παρεξήγησης. Και τις περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης. Οπότε ο Τρουλς Μπέρντσεν, σχεδόν μηχανικά, έκανε ένα βήμα στο πλάι. Κι εκείνη τη στιγμή, το πάνω μέρος της πόρτας εκτοξεύτηκε μες στο δωμάτιο. Καθώς ο Μπέρντσεν έκανε μεταβολή, σκέφτηκε αυτομάτως ότι, για να έχει τόσο μεγάλη κάλυψη σε τόσο μικρή απόσταση, η κάννη του όπλου πρέπει να ήταν κομμένη. Είχε ήδη το χέρι μέσα στο μπουφάν του. Αν φορούσε τη θήκη στην κανονική της θέση κι αν δεν φορούσε μπουφάν, το όπλο θα ήταν τώρα ήδη έξω. Ο Τρουλς Μπέρντσεν έπεσε προς τα πίσω πάνω στο κρεβάτι με το πιστόλι έτοιμο στο τεντωμένο του χέρι, καθώς η υπόλοιπη πόρτα τινάχτηκε μ’ έναν κρότο. Άκουσε το τζάμι ξοπίσω του να θρυμματίζεται πριν κάθε ήχος χαθεί σε μια καινούργια έκρηξη. Ο ήχος βούιξε στ’ αυτιά του και ξαφνικά άρχισε να χιονίζει. Στην είσοδο της πόρτας, οι σιλουέτες δυο ανδρών στέκονταν πίσω από το χιόνι. Ο ψηλότερος σήκωσε το πιστόλι του. Το κεφάλι του σχεδόν ακουμπούσε στο πλαίσιο της πόρτας· πρέπει να ήταν πάνω από δύο μέτρα. Ο Τρουλς πυροβόλησε. Και ξανά. Ένιωσε το υπέροχο κλότσημα και την ακόμα πιο υπέροχη βεβαιότητα ότι αυτό συνέβαινε πραγματικά, στον διάολο οι συνέπειες. Ο ψηλός τραντάχτηκε, έμοιαζε να χτενίζει τη φράντζα του πριν κάνει ένα βήμα πίσω κι εξαφανιστεί. Ο Τρουλς μετατόπισε το πιστόλι και το βλέμμα του. Ο δεύτερος άνδρας στεκόταν ακίνητος στην πόρτα. Τριγύρω του αιωρούνταν λευκά πούπουλα. Ο Τρουλς τον είχε. Μα δεν πυροβόλησε. Τον έβλεπε καλύτερα τώρα. Λυκίσιο πρόσωπο. Σαν τα πρόσωπα που ο Τρουλς συνέδεε πάντα με Λάπωνες, Φινλανδούς και Ρώσους. Ο τύπος σήκωσε ήρεμα το πιστόλι του. Με το δάχτυλο στη σκανδάλη. «Ήρεμα, Μπέρντσεν» είπε στ’ αγγλικά. Digitalised By Jah®

Ο Τρουλς Μπέρντσεν έβγαλε έναν βαθύ, μακρύ βρυχηθμό.

Ο Χάρι έπεσε. Με το πρώτο χτύπημα είχε πέσει στα τέσσερα, είχε κατεβάσει το κεφάλι και είχε προχωρήσει προς τα πίσω, με θραύσματα και ροκανίδια να πέφτουν πάνω στο κεφάλι του. Προς τα πίσω, εκεί που ήταν το παράθυρο. Ένιωσε το τζάμι σχεδόν να λυγίζει κάτω απ’ το βάρος του, πριν θυμηθεί ότι ήταν από γυαλί και σπάσει. Κι ο Χάρι βρέθηκε να πέφτει. Ο χρόνος πάτησε φρένο, λες κι έπεφτε μέσα σε νερό. Τα χέρια και τα πόδια του δούλευαν σαν κουπιά, προσπαθώντας ν’ αποτρέψουν το κορμί του να γυρίσει τούμπα προς τα εμπρός. Μισοσχηματισμένες σκέψεις χοροπηδούσαν ανάμεσα στις συνάψεις του εγκεφάλου του: Θα προσγειωνόταν με το κεφάλι και θα έσπαγε τον λαιμό του. Ήταν τυχερός τελικά που δεν είχε κουρτίνες. Η γυμνή γυναίκα στο απέναντι παράθυρο ήταν με τα πόδια επάνω και το κεφάλι κάτω. Κι ύστερα τον υποδέχθηκε κάτι απαλό. Άδεια χαρτόνια, παλιές εφημερίδες, κουτιά γάλατος, μπαγιάτικο ψωμί από την κουζίνα του ξενοδοχείου, χρησιμοποιημένα φίλτρα καφέ. Βρισκόταν ανάσκελα μες στον ανοιχτό κάδο απορριμμάτων μέσα σε μια βροχή από θραύσματα γυαλιών. Από το παράθυρο πάνω απ’ το κεφάλι του, φλας, σαν από φωτογραφική μηχανή. Και φλόγες. Και μια απόκοσμη ησυχία, λες και τα φλας έβγαιναν από χαμηλωμένη τηλεόραση. Η μονωτική ταινία γύρω από τον λαιμό του είχε σχιστεί. Έτρεχε αίμα παντού. Και για μια απίθανη στιγμή ο Χάρι σκέφτηκε να μείνει εκεί που ήταν. Να κλείσει τα μάτια του και να κοιμηθεί, να παρασυρθεί μακριά. Είδε τον εαυτό του να σηκώνεται, να πηδάει έξω από τον κάδο και να τρέχει προς την πόρτα στην άκρη του ακάλυπτου. Να την ανοίγει καθώς ένας άγριος, παρατεταμένος Digitalised By Jah®

βρυχηθμός ακούστηκε από το παράθυρό του. Να γλιστράει σε μια σχάρα του δρόμου, αλλά να καταφέρνει να παραμείνει όρθιος. Να βλέπει μια μαύρη γυναίκα με στενό τζιν, που έκανε πιάτσα, να του χαμογελάει ενστικτωδώς και να σουφρώνει τα χείλια της, πριν αλλάξει γνώμη και κοιτάξει από την άλλη μεριά. Ο Χάρι άρχισε να τρέχει. Κι αυτή τη φορά αποφάσισε να κάνει μόνο αυτό: να τρέξει. Μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Μέχρι που να τον πιάσουν. Ελπίζοντας ότι δεν θα κρατούσε πολύ. Εντωμεταξύ, θα έκανε αυτό που όλα τα θηράματα είναι προγραμματισμένα να κάνουν: θα έφευγε, θα προσπαθούσε να το σκάσει, θα επιζούσε λίγες ακόμα ώρες, λίγα ακόμα λεπτά, λίγα ακόμα δευτερόλεπτα. Η καρδιά του διαμαρτυρόταν χτυπώντας δυνατά κι ο Χάρι άρχισε να γελάει καθώς διέσχισε τον δρόμο μπροστά από ένα νυχτερινό λεωφορείο και κατευθύνθηκε προς τον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό του Όσλο.

Digitalised By Jah®

34

ον είχαν κλειδώσει μέσα. Το κατάλαβε με το που ξύπνησε. Στον τοίχο πάνω από το κεφάλι του κρεμόταν μια αφίσα ενός γδαρμένου ανθρώπινου σώματος. Ακριβώς δίπλα της, μια περίτεχνη σκαλιστή φιγούρα ενός εσταυρωμένου άνδρα που αιμορραγούσε μέχρι θανάτου. Και παραδίπλα, μια σειρά από ντουλάπια γεμάτα φάρμακα. Ο Χάρι στριφογύρισε πάνω στον πάγκο. Προσπάθησε να πιάσει το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει την προηγούμενη ημέρα, να δει την όλη εικόνα. Είχε στη διάθεσή του πολλά στοιχεία, μα δεν είχε καταφέρει ακόμη να τα βάλει στη σειρά. Άσε που κι αυτά ήταν μονάχα υποθέσεις. Υπόθεση πρώτη: ο Τρουλς Μπέρντσεν ήταν o καύτης. Κι ως υπάλληλος της ΌργκΚριμ ήταν στην ιδανική θέση να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Ντουμπάι. Υπόθεση δεύτερη: Η Μπέτε είχε ταυτοποιήσει ότι το DNA ανήκε στον Μπέρντσεν. Γι’ αυτό δεν έλεγε τίποτα μέχρι να σιγουρευτεί εκατό τοις εκατό· διότι το αίμα κάτω από τα νύχια του Γκούστο υποδείκνυε έναν δικό τους άνθρωπο. Αν τα πράγματα είχαν όντως έτσι, τότε ο Γκούστο Χάνσεν είχε διαπληκτιστεί με τον Τρουλς Μπέρντσεν την ημέρα που σκοτώθηκε. Digitalised By Jah®

Τ

Κι εδώ ήταν που άρχιζαν τα δύσκολα. Αν ο Μπέρντσεν δούλευε για τον Ντουμπάι και τον είχαν στείλει να ξεπαστρέψει τον Χάρι, τότε γιατί εμφανίστηκαν οι Μπλουζ Μπράδερς προσπαθώντας να ξεκάνουν και τους δυο τους; Αν οι τύποι ήταν όντως μπράβοι του Ντουμπάι, γιατί παραλίγο να σκοτωθούν με τον Μπέρντσεν; Στην ίδια πλευρά δεν ήταν όλοι τους; Ή μήπως δεν είχαν συντονιστεί σωστά; Και μήπως η απουσία συντονισμού μαρτυρούσε ότι ο Μπέρντσεν είχε προσπαθήσει από μόνος του ν’ αποτρέψει τον Χάρι να παραδώσει τα αποδεικτικά στοιχεία από τον τάφο του Γκούστο και να τον εκθέσει; Μια αρμαθιά κλειδιών κουδούνισε κι η πόρτα άνοιξε. «Καλημέρα» κελάηδησε η Μαρτίνε. «Πώς αισθάνεσαι;» «Καλύτερα» είπε ψέματα ο Χάρι κοιτώντας το ρολόι του. Έξι η ώρα το πρωί. Πέταξε την κουβέρτα από πάνω του, γύρισε και πάτησε τα πόδια του στο πάτωμα. «Το αναρρωτήριό μας δεν προορίζεται για διανυκτερεύσεις» απολογήθηκε η Μαρτίνε. «Έλα, ξάπλωσε να σου αλλάξω τον επίδεσμο στον λαιμό». «Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες χθες βράδυ» είπε ο Χάρι. «Καλύτερα να φύγω όμως. Το να με κρύβεις ενέχει κινδύνους, δεν είπαμε;» «Ξάπλωσε είπα!» Ο Χάρι την κοίταξε καλά καλά. Αναστέναξε κι υπάκουσε. Έκλεισε τα μάτια του κι άκουσε τη Μαρτίνε ν’ ανοιγοκλείνει συρτάρια, τον ήχο ενός ψαλιδιού πάνω σε τζάμι, τους πρώτους θαμώνες του Φάρου να καταφθάνουν για πρωινό στο ισόγειο. Ενώ η κοπέλα αφαιρούσε τον επίδεσμο της προηγουμένης, ο Χάρι πήρε τηλέφωνο την Μπέτε. Ένα λακωνικό μήνυμα του είπε να είναι σύντομος, μπιπ. «Ξέρω ότι το αίμα ανήκει σ’ έναν πρώην επιθεωρητή της Κρίπος» είπε ο Χάρι. «Ακόμα κι αν το Παθολογικό σ’ το επιβεβαιώσει, θα σε συμβούλευα να μην το πεις σε κανέναν ακόμη. Ούτε μας φτάνει για Digitalised By Jah®

να πάρουμε ένταλμα σύλληψης ούτε έχει νόημα να τον ταρακουνήσουμε και να σηκωθεί να κάψει τα πάντα και να φύγει. Προτείνω λοιπόν να τον συλλάβουμε για κάτι άσχετο και μετά να κάνουμε τη δουλειά μας με την ησυχία μας. Για τη διάρρηξη και τη δολοφονία στη λέσχη των μοτοσικλετιστών στο Άλναμπρου, ας πούμε. Αν δεν κάνω λάθος, αυτός ήταν ο συνεργός του Όλεγκ. Κι ο Όλεγκ είναι έτοιμος να καταθέσει επ’ αυτού. Οπότε θα ήθελα να στείλεις με φαξ στο γραφείο του Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν μια φωτογραφία του Τρουλς Μπέρντσεν, που δουλεύει τώρα για την ΌργκΚριμ, και να του ζητήσεις να τη δείξει στον Όλεγκ για αναγνώριση». Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο, πήρε μια βαθιά ανάσα κι ένιωσε να ’ρχεται, τόσο ξαφνικά κι έντονα, που του κόπηκε η ανάσα. Γύρισε στο πλάι πριν το περιεχόμενο του στομάχου του ανεβεί στον οισοφάγο. «Τόσο πολύ πονάει;» ρώτησε η Μαρτίνε, καθαρίζοντας τον λαιμό και το πιγούνι του μ’ ένα βαμβάκι με οινόπνευμα. Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του και της έδειξε το ανοικτό μπουκάλι με το οινόπνευμα. «Α» είπε η Μαρτίνε, κλείνοντας το καπάκι. «Δεν θα περάσει ποτέ;» τον ρώτησε απαλά. «Ποιο;» είπε ο Χάρι με τραχιά φωνή. Εκείνη δεν απάντησε. Ο Χάρι κοίταξε απεγνωσμένα τριγύρω στο αναρρωτήριο να βρει κάτι να του αποσπάσει την προσοχή. Οτιδήποτε. Βρήκε τη βέρα της. Η Μαρτίνε την είχε αφήσει πάνω στον πάγκο ώστε να του περιποιηθεί τα τραύματα. Η βέρα ήταν φθαρμένη και θαμπή, όχι λαμπερή κι ολοκαίνουργια σαν του Τούρκιλντσεν στην Telenor, η Μαρτίνε ήταν παντρεμένη με τον Ρίκαρντ εδώ κι αρκετά χρόνια. Ο Χάρι ένιωσε ένα ξαφνικό ρίγος και μια φαγούρα στο τριχωτό της κεφαλής. Θα μπορούσε να είναι ιδρώτας, φυσικά. «Πραγματικός χρυσός;» ρώτησε ο Χάρι. Digitalised By Jah®

Η Μαρτίνε άρχισε να τυλίγει έναν φρέσκο επίδεσμο γύρω από τον λαιμό του. «Βέρα είναι, Χάρι». «Και λοιπόν;» «Και λοιπόν φυσικά και είναι χρυσή. Όσο φτωχός ή σπάγγος και να ’σαι, δεν αγοράζεις ποτέ βέρα που να μην είναι χρυσή». Ο Χάρι κατένευσε. Το κεφάλι του συνέχισε να τον τρώει. Ένιωσε μια ανατριχίλα στον σβέρκο του. «Εγώ όμως το ’κανα». Η Μαρτίνε γέλασε. «Άρα είσαι ο μοναδικός στον κόσμο, Χάρι». Ο Χάρι κοίταξε τη βέρα. Αυτό είχε πει κι εκείνη. «Σιγά μην είμαι κι ο μοναδικός...» είπε αργά. Όταν ανατρίχιαζε στον σβέρκο, ήταν σίγουρο σύμπτωμα. «Ε, περίμενε, δεν τελείωσα!» «Μια χαρά είναι» είπε ο Χάρι και σηκώθηκε. «Κοίτα τουλάχιστον να πάρεις τίποτα καθαρά ρούχα. Βρομάς σκουπιδίλα, ιδρώτα κι αίμα». «Οι Μογγόλοι συνήθιζαν να τρίβονται με ζωικά περιττώματα πριν από κάθε μεγάλη μάχη» είπε ο Χάρι, κουμπώνοντας το πουκάμισό του. «Αν θες να μου δώσεις κάτι που χρειάζομαι, πρόσφερέ μου μια κούπα καφέ». Τον κοίταξε απογοητευμένη. Κι ύστερα βγήκε απ’ την πόρτα και κατέβηκε τις σκάλες κουνώντας το κεφάλι της πέρα δώθε. Ο Χάρι έβγαλε γρήγορα το κινητό του. «Παρακαλώ;» Ο Κλάους Τούρκιλντσεν ακουγόταν σαν ζόμπι. Ουρλιαχτά παιδιών τριγύρω του εξηγούσαν το γιατί. «Ο Χάρι Χ. είμαι. Αν κάνεις αυτό που σου ζητώ, δεν πρόκειται να σε ξαναενοχλήσω ποτέ, Τούρκιλντσεν. Θα ήθελα να ελέγξεις μερικούς σταθμούς βάσης. Πρέπει να μάθω όλα τα μέρη όπου βρισκόταν ο Τρουλς Μπέρντσεν −μένει κάπου στο Μάνγκλερουντ− το βράδυ της 12ης Ιουλίου». «Δεν γίνεται να εντοπίσουμε τα μέρη με ακρίβεια τετραγωνικού μέτρου, ούτε να προσδιορίσουμε τις κινήσεις του…» «...λεπτό προς λεπτό, ξέρω. Κάνε ό,τι μπορείς». Digitalised By Jah®

Σιγή. «Αυτό είναι όλο;» «Όχι, έχω κι άλλο ένα όνομα». Ο Χάρι έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να θυμηθεί. Έφερε στον νου του την πινακίδα στην πόρτα του γραφείου στο νοσοκομείο Ράντιουμ. Μουρμούρισε. Κι ύστερα είπε το όνομα στον Τούρκιλντσεν, δυνατά και καθαρά. «Έγινε. Και ποτέ ξανά σημαίνει...;» «Ποτέ ξανά». «Μάλιστα» είπε ο Τούρκιλντσεν. «Α, και κάτι ακόμα». «Ναι;» «Η αστυνομία μάς ζήτησε το τηλέφωνό σου χθες. Δεν το έχουμε όμως». «Ναι, έχω έναν μη καταχωρισμένο κινέζικο αριθμό». «Μάλλον ήθελαν να το εντοπίσουν. Τι συμβαίνει;» «Είσαι σίγουρος πως θες να μάθεις, Τούρκιλντσεν;» «Όχι» είπε ο Τούρκιλντσεν ύστερα από μια μικρή παύση. «Θα σε πάρω όταν βρω κάτι». Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο κι άρχισε να σκέφτεται. Τον αναζητούσε η αστυνομία. Ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να συνδέσουν τ’ όνομά του με τον αριθμό του τηλεφώνου του, μπορούσαν να ελέγξουν τα τηλεφωνήματα της Ράκελ και να βρουν τον ένα και μοναδικό κινέζικο αριθμό του από εκεί. Το κινητό του μαρτυρούσε τη θέση του· έπρεπε να το ξεφορτωθεί. Όταν η Μαρτίνε επέστρεψε με μια κούπα αχνιστό καφέ, ο Χάρι ήπιε δυο γουλιές και τη ρώτησε στα ίσια αν μπορούσε να δανειστεί το τηλέφωνό της για μια δυο μέρες. Εκείνη τον κοίταξε μ’ αυτό το άμεσο, καθάριο βλέμμα της και είπε ναι, αν εκείνος το είχε σκεφτεί προσεκτικά. Ο Χάρι έγνεψε καταφατικά, πήρε το μικρό κόκκινο τηλέφωνο, τη φίλησε στο μάγουλο και κατέβηκε στο καφέ με την κούπα στο χέρι. Πέντε από τα τραπέζια ήταν ήδη κατειλημμένα κι ολοένα έμπαιναν μέσα καινούργια πρωινά σκιάχτρα. Ο Χάρι κάθισε σ’ ένα ελεύθερο Digitalised By Jah®

τραπέζι και σημείωσε τους αριθμούς τηλεφώνου από την κινέζικη συσκευή του. Ύστερα έστειλε στους σημαντικότερους από αυτούς ένα σύντομο μήνυμα για τον καινούργιο του προσωρινό αριθμό. Η ψυχή των τοξικομανών είναι εξίσου αβυσσαλέα με την ψυχή των άλλων ανθρώπων, αλλά σ’ ένα πράγμα τουλάχιστον είναι προβλέψιμοι. Όταν λοιπόν ο Χάρι σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο έχοντας αφήσει το κινέζικο τηλέφωνό του πάνω στο τραπέζι, ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα. Κατά την επιστροφή του το κινητό είχε κάνει φτερά. Τώρα θα πήγαινε ταξιδάκι μες στην πόλη, με την αστυνομία να το παρακολουθεί μέσω διάφορων σταθμών βάσης. Ο Χάρι, απ’ τη μεριά του, βγήκε από τον Φάρο και κατέβηκε την Τεγιενγκάτα προς το Γκρένλαντ. Ένα περιπολικό ανέβαινε την ανηφόρα προς το μέρος του. Ο Χάρι έσκυψε το κεφάλι του, έβγαλε το κινητό της Μαρτίνε και προσποιήθηκε ότι μιλούσε, καλύπτοντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του με το χέρι του. Το περιπολικό τον προσπέρασε. Για τις επόμενες τουλάχιστον ώρες θα έπρεπε να κρύβεται. Το σημαντικό όμως ήταν άλλο· ήξερε από πού ν’ αρχίσει.

Ο Τρουλς Μπέρντσεν βρισκόταν ξαπλωμένος και παγωμένος κάτω από ένα παχύ στρώμα πευκοβελόνες. Στο μυαλό του έπαιζε το ίδιο έργο ξανά και ξανά: ο Λυκάνθρωπος είχε κάνει πίσω, προσεκτικά, επαναλαμβάνοντας τη λέξη «ήρεμα» σαν να ’ταν προσευχή κι ενώ αλληλοσημαδεύονταν με τα περίστροφά τους. Ο Λυκάνθρωπος, ο άνθρωπος με το λυκίσιο πρόσωπο, οδηγός της λιμουζίνας έξω από το νεκροταφείο της Γκαμλεμπίεν. Ο άνθρωπος του Ντουμπάι. Σκύβοντας για ν’ αρπάξει τον μεγαλόσωμο άνδρα που είχε ήδη πυροβολήσει ο Τρουλς, κατέβασε το πιστόλι του, κι ο αστυνομικός κατάλαβε ότι ο τύπος ήταν πρόθυμος να χάσει τη ζωή του για να σώσει τον φίλο του. Digitalised By Jah®

Πρώην στρατιώτης, πρώην αστυνομικός; Κάποιος άρρωστος κώδικας τιμής έπαιζε τέλος πάντων. Εκείνη τη στιγμή, ο ψηλός βόγκηξε· ήταν ζωντανός. Ο Τρουλς ένιωσε ανακούφιση κι απογοήτευση μαζί. Άφησε όμως τον Λυκάνθρωπο να σηκώσει τον γίγαντα σιγά σιγά, κι ύστερα άκουσε τα πόδια του να τρίζουν στα αιματοβαμμένα του παπούτσια, καθώς οι δυο τους απομακρύνονταν προς την πίσω πόρτα. Με το που έφυγαν, φόρεσε την μπαλακλάβα του κι έγινε καπνός. Μπήκε στο αυτοκίνητο και οδήγησε μέχρι εδώ πάνω, μην τολμώντας να πάει σπίτι του. Εδώ ένιωθε ασφαλής, προφυλαγμένος. Κανείς δεν μπορούσε να τον δει εδώ πάνω, στο μέρος που μόνο αυτός ήξερε και που ερχόταν κάθε φορά που ήθελε να τη δει. Το μέρος ήταν στο Μάνγκλερουντ, σ’ ένα σημείο δημοφιλές για πεζοπορία, μα όσοι περπατούσαν εδώ γύρω πήγαιναν από τα μονοπάτια και δεν ανέβαιναν ποτέ σ’ αυτόν τον απότομο βράχο, που ήταν έτσι κι αλλιώς περιτριγυρισμένος από πυκνή βλάστηση. Το σπίτι του Μίκαελ και της Ούλα Μπέλμαν βρισκόταν στην κορυφή του λόφου, ακριβώς απέναντι από τον βράχο. Ο Τρουλς μπορούσε να δει καθαρά μέσ’ από το παράθυρο του καθιστικού, εκεί που η Ούλα καθόταν σχεδόν κάθε βράδυ, στον καναπέ, με το όμορφο πρόσωπό της και το λεπτοκαμωμένο σώμα της που τόσα χρόνια δεν είχε αλλάξει. Ήταν ακόμη η παλιά Ούλα· το πιο όμορφο κορίτσι στο Μάνγκλερουντ. Καμιά φορά καθόταν κι ο Μίκαελ μαζί της. Τους είχε δει να φιλιούνται και να χαϊδεύονται, μα πάντα προλάβαιναν να μπουν στο υπνοδωμάτιο πριν τα πράγματα προχωρήσουν. Ο Τρουλς δεν ήθελε να δει και τα υπόλοιπα, εδώ που τα λέμε. Πάνω απ’ όλα προτιμούσε να τη βλέπει να κάθεται μόνη της στον καναπέ, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι και τα πόδια μαζεμένα κάτω απ’ τους μηρούς. Πού και πού, η Ούλα έριχνε καμιά ματιά έξω από το παράθυρο λες κι ένιωθε ότι την παρακολουθούσαν. Και τότε ο Τρουλς ενθουσιαζόταν με την ιδέα ότι ίσως και να ήξερε· να ήξερε ότι εκείνος βρισκόταν κάπου εκεί έξω. Digitalised By Jah®

Μα το καθιστικό ήταν σκοτεινό τώρα. Είχαν μετακομίσει. Η Ούλα είχε μετακομίσει. Και δεν υπήρχε μέρος γι’ ασφαλή παρακολούθηση γύρω απ’ το νέο σπίτι. Το είχε ελέγξει. Κι έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα, δεν θα του χρειαζόταν κιόλας. Τίποτα δεν θα του χρειαζόταν πια. Ήταν ένας σημαδεμένος άνθρωπος. Τον είχαν πείσει να επισκεφθεί τον Χόλε στο ξενοδοχείο Λεόν τα μεσάνυχτα κι ύστερα τους είχαν επιτεθεί. Είχαν προσπαθήσει να τον ξεφορτωθούν. Να κάψουν τον καύτη. Γιατί όμως; Γιατί ήξερε πολλά; Ε, καύτης δεν ήταν; Οι καύτες ξέρουν πολλά, έτσι πάει. Δεν μπορούσε να βγάλει άκρη. Στον διάολο πια! Δεν είχε σημασία το γιατί, σημασία είχε να μείνει ζωντανός. Κρύωνε τόσο πολύ και τον πονούσαν όλα του τα κόκαλα, μα δεν τολμούσε να πάει σπίτι του πριν ξημερώσει και ελέγξει τη γύρω περιοχή. Αν τα κατάφερνε να μπει στο διαμέρισμά του, είχε τόσα πυρομαχικά, που και πολιορκία θα μπορούσε να αντέξει. Έπρεπε να τους είχε ξεπαστρέψει και τους δυο τους όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Μα έτσι και τολμούσαν να το ξανακάνουν, τότε θα έβλεπαν πόσο δύσκολο ήταν να ξεφορτωθούν τον κύριο Τρουλς Μπέρντσεν. Ο Τρουλς σηκώθηκε, τίναξε τις βελόνες από πάνω του και χτύπησε με τις παλάμες μπράτσα και στήθος. Ξανακοίταξε το άδειο σπίτι. Άρχιζε να ξημερώνει. Σκέφτηκε τις άλλες Ούλα που ήξερε, σαν εκείνο το σκούρο πιτσουνάκι στον Φάρο. Τη Μαρτίνε. Είχε πραγματικά πιστέψει ότι εκείνην θα την κατάφερνε. Με τόσους επικίνδυνους ανθρώπους που δούλευε, αυτός μπορούσε να την προστατεύσει. Μα εκείνη τον είχε απορρίψει και, ως συνήθως, αυτός δεν είχε τα κότσια να πάει να της μιλήσει και να δεχτεί την απόρριψη στα ίσια, να τελειώνει η υπόθεση. Όχι, προτιμούσε να περιμένει και να ελπίζει, να το τραβάει όσο δεν πάει, να βλέπει πιθανή ενθάρρυνση εκεί που λιγότερο απελπισμένοι άνδρες έβλεπαν απλώς μια φιλική συμπεριφορά δίχως συγκεκριμένο παραλήπτη. Μέχρι που μια μέρα Digitalised By Jah®

είχε ακούσει κάποιον να της λέει κάτι κι είχε συνειδητοποιήσει ότι η κοπέλα ήταν έγκυος. Παλιοπουτάνα. Όλες τους πουτάνες ήταν. Σαν το κορίτσι που ο Γκούστο Χάνσεν χρησιμοποιούσε για ψαρά: πουτανάκι, παλιοπουτανάκι. Τις σιχαινόταν αυτές τις γυναίκες. Και τους άνδρες που ήξεραν να τις κάνουν να τους αγαπούν. Χοροπήδηξε χτυπώντας τα χέρια του δυνατά, μα ήξερε ότι δεν θα ξανάνιωθε ζεστασιά.

Ο Χάρι επέστρεψε στην Κβαντρατούρεν. Κάθισε στο Ποστκαφέ, που άνοιγε πρώτο απ’ όλα, τέσσερις ώρες πριν από του Σρέντερ. Έπρεπε να σταθεί στην ουρά μ’ όλους τους διψασμένους για μπίρα, ώστε να παραγγείλει κάτι που έμοιαζε με πρωινό. Πρώτη απ’ όλους πήρε τηλέφωνο τη Ράκελ. Της ζήτησε να κοιτάξει τα εισερχόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα του Όλεγκ. «Έχεις κάτι από τον Μπέλμαν» είπε εκείνη. «Μοιάζει με κατάλογο διευθύνσεων». «Ωραία» είπε ο Χάρι. «Προώθησέ το στην Μπέτε Λεν, σε παρακαλώ». Της έδωσε την ηλεκτρονική διεύθυνση. Ύστερα έστειλε μήνυμα στην Μπέτε λέγοντάς της ότι της είχε στείλει τη λίστα. Τελείωσε το πρωινό του, έφυγε, πήγε στο Γιασγκιβερί στην πλατεία Στούρτορβε και μόλις είχε σερβιριστεί τον δυνατό καφέ του, εκείνη τον πήρε τηλέφωνο. «Συνέκρινα τις λίστες που πήρα από τα περιπολικά με τη λίστα που μου έστειλες» είπε η Μπέτε. «Τι ακριβώς μου έστειλες;» «Είναι η λίστα που παρέλαβε ο Μπέλμαν και την οποία μου προώθησε. Ήθελα να δω αν του την έδωσαν ολοκληρωμένη ή αν κάποιος τη μαγείρεψε πρώτα». «Κατάλαβα. Ό,τι διεύθυνση είχα από πριν βρίσκεται και στη λίστα του Μπέλμαν». «Ενώ είπες ότι υπήρχε ένα περιπολικό του οποίου τη λίστα δεν παρέλαβες, σωστά;» Digitalised By Jah®

«Τι ακριβώς κάνεις, Χάρι;» «Προσπαθώ να κάνω τον καύτη να μας βοηθήσει». «Πώς ακριβώς;» «Δείχνοντάς μας πού βρίσκεται το σπίτι του Ντουμπάι». Παύση. «Θα δω αν μπορώ να βρω την τελευταία λίστα» είπε η Μπέτε. «Ευχαριστώ. Τα λέμε αργότερα». «Περίμενε». «Ναι;» «Δεν θες να μάθεις ποιανού το DNA βρισκόταν στο αίμα κάτω από τα νύχια του Γκούστο Χάνσεν;»

Digitalised By Jah®

35

ταν καλοκαίρι και ήμουν ο βασιλιάς του Όσλο. Είχα ανταλλάξει την Ιρένε με μισό κιλό βιολίνη κι είχα πουλήσει το μισό απ’ αυτό στον δρόμο. Το άλλο μισό θα γινόταν το αρχικό κεφάλαιο για κάτι μεγάλο, ένα νέο δίκτυο που θα έβγαζε τον γέρο εκτός συναγωνισμού. Όμως έπρεπε πρώτα να γιορτάσω το νέο μου ξεκίνημα. Πήρα ελάχιστα απ’ τα λεφτά που ’χα ήδη βγάλει και πήγα κι αγόρασα ένα κουστούμι που ταίριαζε με τα παπούτσια που μου είχε χαρίσει η Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Ήμουν όλα τα λεφτά λέμε. Ακόμα κι όταν μπήκα στο γαμημένο το Γκραντ και ζήτησα σουίτα, κανείς δεν είπε τίποτα. Εκεί λοιπόν αράξαμε όλοι, εικοσιτετράωρο πάρτι. Η σύνθεση της ομάδας άλλαζε κατά καιρούς, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Ήταν καλοκαίρι στο Όσλο, γυναίκες, αγόρια, σαν να ’χα γυρίσει στα παλιά ήταν, με λίγο πιο βαριά φάρμακα. Ακόμα κι ο Όλεγκ ξεμουρτζούφλιασε για λίγο και θύμιζε τον παλιό, καλό του εαυτό. Αποδείχθηκε ότι είχα πολύ περισσότερους φίλους απ’ ό,τι θυμόμουν κι η ντόπα εξαφανιζόταν πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ. Μας πέταξαν έξω από το Γκραντ και μετακομίσαμε στο Κριστιάνια. Κι ύστερα στο Ράντισον, στην πλατεία Χόλμπεργκ. Εννοείται πως όλο αυτό δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα, αλλά κρατάει και τίποτα; Digitalised By Jah®

Ή

Μια δυο φορές είδα μια μαύρη λιμουζίνα παρκαρισμένη από την απέναντι μεριά του δρόμου καθώς έβγαινα από το ξενοδοχείο, αλλά τόσες λιμουζίνες κυκλοφορούν. Αυτή βέβαια δεν πήγαινε πουθενά. Και κάποια μέρα ήρθε επιτέλους η ώρα που στέρεψε το χρήμα κι έπρεπε να βγω να πουλήσω κι άλλο πράμα. Είχα φτιάξει μια ωραία κρυψώνα σε μια ντουλάπα για σκούπες και καθαριστικά στον αποκάτω όροφο, πίσω από ένα μάτσο ηλεκτρικά καλώδια. Αλλά ή άνοιξα το στοματάκι μου ενώ ήμουν μαστουρωμένος ή κάποιος με είδε να το κρύβω εκεί, γιατί όταν πήγα η κρυψώνα ήταν άδεια. Και δεν είχα ούτε εφεδρικό. Είχαμε γυρίσει στο απόλυτο μηδέν. Με τη διαφορά ότι δεν υπήρχε πια το «εμείς». Είχε έρθει η ώρα να την κάνω. Και να χτυπήσω το πρώτο τριπάκι της ημέρας, αγορασμένο από τον δρόμο. Όταν ήρθε η ώρα να πληρώσω το δωμάτιο που είχαμε καβατζώσει για περισσότερο από δυο εβδομάδες, μου έλειπαν δεκαπέντε ολόκληρα χιλιάρικα. Κι έτσι κι εγώ έκανα το μόνο λογικό πράγμα. Το έβαλα στα πόδια. Βγήκα απ’ το λόμπι του ξενοδοχείου τρέχοντας, πέρασα το πάρκο κι έφτασα στη θάλασσα. Κανείς δεν μ’ ακολούθησε. Ύστερα πήγα προς την Κβαντρατούρεν για να ψωνίσω. Δεν υπήρχε ούτε ένας παίκτης της Άρσεναλ, μόνο κάτι πρεζόνια με θολά μάτια που έψαχναν να βρουν κάνα βαποράκι. Μίλησα σε κάποιον που ήθελε να μου πουλήσει μεθαμφεταμίνη. Μου είπε ότι δεν κυκλοφορούσε βιολίνη ούτε για δείγμα εδώ και μέρες, λες κι είχαν στερέψει οι πηγές. Υπήρχαν φήμες ότι τα πρεζάκια πουλούσαν ό,τι τέταρτο τους είχε απομείνει προς πέντε χιλιάρικα το ένα στην Πλάτα κι ύστερα πήγαιναν κι αγόραζαν ρούχλα για μια βδομάδα. Εννοείται πως δεν είχα πέντε χιλιάρικα, πράγμα που σήμαινε ότι την είχα πατήσει. Τρεις εναλλακτικές: να πουλήσω, να εξαπατήσω, να κλέψω. Να πουλήσω, πρώτον. Αλλά τι είχα να πουλήσω; Εδώ είχα Digitalised By Jah®

πουλήσει ήδη τη θετή μου αδερφή. Θυμήθηκα. Το Οντέσα. Ήταν στο δωμάτιο με τα όργανα. Τα Πακιστάνια στην Κβαντρατούρεν θα μου ’διναν οπωσδήποτε πέντε χιλιάρικα για ένα αυτόματο σιδερικό. Έτρεξα βόρεια, πέρασα την Όπερα και τον Σταθμό. Πρέπει να είχε γίνει διάρρηξη όμως, γιατί βρήκα καινούργιο λουκέτο στην πόρτα και πουθενά τα όργανα και τους ενισχυτές. Μόνο τα ντραμς είχαν μείνει. Έψαξα για το Οντέσα, αλλά πρέπει να το είχαν πάρει κι αυτό. Παλιοκλεφτρόνια, γαμώτο μου. Να εξαπατήσω. Φώναξα ένα ταξί, του είπα να πάμε δυτικά, προς το Μπλίνερν. Ο ταξιτζής μ’ έπρηζε για τα λεφτά απ’ τη στιγμή που μπήκα μέσα, άρα κάτι μυριζόταν. Του είπα να σταματήσει στο τέλος του δρόμου δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές, πετάχτηκα έξω και του ξέφυγα περνώντας πάνω από τη γέφυρα πεζών. Έτρεξα μέσα από το πάρκο Φόρσκνιν παρόλο που κανείς δεν με κυνηγούσε, γιατί βιαζόμουν, ποιος ξέρει. Άνοιξα την πύλη, διέσχισα τρέχοντας το χαλικόστρωτο μονοπάτι κι έφτασα στο γκαράζ. Κοίταξα μέσ’ από τη σχισμή της μεταλλικής πόρτας. Η λιμουζίνα ήταν εκεί. Πήγα και χτύπησα την μπροστινή πόρτα. Μου άνοιξε ο Αντρέι. Ο γέρος δεν ήταν σπίτι, είπε. Έδειξα προς το διπλανό σπίτι, πίσω από τη δεξαμενή του νερού, κι είπα ότι τότε έπρεπε να είναι δίπλα γιατί η λιμουζίνα ήταν στο γκαράζ. Εκείνος επανέλαβε ότι ο αταμάν δεν ήταν σπίτι. Του είπα ότι χρειαζόμουν χρήματα. Μου είπε ότι δεν μπορούσε να με βοηθήσει κι ότι δεν έπρεπε να ξαναπάω από εκεί. Του είπα ότι χρειαζόμουν βιολίνη, μια φορά μόνο. Μου είπε ότι δεν υπήρχε βιολίνη αυτή τη στιγμή, έλειπε στον Ίψεν κάποιο συστατικό, θα έπρεπε να περιμένω μερικές εβδομάδες. Του είπα ότι μέχρι τότε θα τα ’χα τινάξει. Χρεια ​ζόμουν είτε λεφτά είτε βιολίνη. Ο Αντρέι πήγε να κλείσει την πόρτα μα έχωσα το πόδι μου. Του είπα ότι, αν δεν μου τα ’δινε, θα έλεγα παντού πού ζούσε ο γέρος. Digitalised By Jah®

Ο Αντρέι με κοίταξε. «Τι προσπαθείς να κάνεις, να σκοτωθείς;» ρώτησε με την κωμική του προφορά στ’ αγγλικά. «Θυμάσαι τον Μπίσκεν;» Άπλωσα το χέρι μου. Του είπα ότι οι μπάτσοι θα με πλήρωναν αδρά αν μάθαιναν πού ζούσε ο Ντουμπάι και τα τσιράκια του. Συν τα εξτρά που θα ’παιρνα αν τους έλεγα για τον Μπίσκεν. Κι ύστερα θα με χρύσωναν όταν άκουγαν και για τον μυστικό μπάτσο που είχα δει τέζα στο υπόγειο. Ο Αντρέι κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε. Κι έτσι του ’πα κι εγώ «passhol v'chorte», που νομίζω ότι σημαίνει στα ρωσικά «άντε και στον διάολο». Κοζάκικο καθοίκι. Ένιωθα το βλέμμα του να με ακολουθεί μέχρι να βγω από την πύλη. Δεν είχα ιδέα γιατί ο γέρος δεν με είχε τιμωρήσει που είχαμε κλέψει πράμα με τον Όλεγκ, ήξερα όμως ότι αυτό δεν θα μου το συγχωρούσε. Χέστηκα όμως, ήμουν τελειωμένος. Άκουγα μόνο τις πεινασμένες κραυγές των φλεβών μου. Προχώρησα στο μονοπάτι πίσω από την εκκλησία του Βέστρε Άκερ. Κάθισα και χάζευα κάτι γριούλες που πηγαινοέρχονταν, χήρες που πήγαιναν στους τάφους του συζύγου και τους δικούς τους, κουβαλώντας τσαντάκια γεμάτα μετρητά. Αλλά δεν το ’λεγε η ψυχούλα μου. Εγώ, ο Κλέφτης, στεκόμουν ακίνητος, ιδρώνοντας σαν το γουρούνι, φοβούμενος κάτι εύθραυστες ογδοντάχρονες. Για κλάματα ήμουν. Ήταν Σάββατο και σκεφτόμουν ποιους φίλους είχα που θα μπορούσαν να μου δανείσουν χρήματα. Δεν πήρε και πολλή ώρα να καταλήξω· κανέναν. Κι ύστερα μου κατέβηκε ότι υπήρχε τουλάχιστον ένας που θα ’πρεπε να μου δανείσει χρήματα. Ιδιαίτερα αν ήθελε το καλό του. Μπήκα λαθραία σ’ ένα λεωφορείο προς τ’ ανατολικά, πέρασα απ’ τη σωστή μεριά της πόλης και κατέβηκα στο Μάνγκλερουντ. Κι αυτή τη φορά, ο Τρουλς Μπέρντσεν ήταν σπίτι. Digitalised By Jah®

Στάθηκε στην είσοδο του διαμερίσματος στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας του και μ’ άκουσε να του δίνω το ίδιο περίπου τελεσίγραφο που είχα δώσει και στον Αντρέι. Αν δεν μου έδινε πέντε χιλιαρικάκια κολλαριστά, θα έπεφτε σύρμα ότι είχε σκοτώσει τον Τούτου και ότι είχε θάψει μετά το πτώμα του. Μα ο Μπέρντσεν ήταν πολύ χαλαρός. Μου είπε να περάσω μέσα λέγοντάς μου ότι θα τα βρίσκαμε, να μην ανησυχούσα. Κάτι στα μάτια του δεν μ’ άρεσε καθόλου. Οπότε δεν κουνήθηκα σπιθαμή και του είπα ότι δεν είχαμε τίποτα να συζητήσουμε, είτε θα ’πεφτε το παραδάκι είτε θα τον κάρφωνα για αμοιβή. Μου είπε ότι η αστυνομία δεν πληρώνει λεχρίτες που καρφώνουν αστυνομικούς. Τα πέντε χιλιάρικα δεν ήταν πρόβλημα, ήμασταν σχεδόν φιλαράκια, είχαμε ιστορία. Είπε ότι δεν είχε πολλά μετρητά στο σπίτι, γιατί να μην πάμε μέχρι ένα ATM, το αυτοκίνητο ήταν στο γκαράζ. Αυτό το ’χαψα. Όχι ότι δεν χτυπούσαν καμπανάκια μέσα στο κεφάλι μου, αλλά η ανάγκη μου ήταν τόσο μεγάλη, που έκλεισα τ’ αυτιά μου σε οποιαδήποτε λογική σκέψη. Κι ενώ ήξερα ότι δεν θα μου έβγαινε σε καλό, έγνεψα καταφατικά.

«Έχεις τα τελικά αποτελέσματα του DNA;» ρώτησε ο Χάρι, κοιτώντας τριγύρω του τον κόσμο στο καφέ. Καμία ύποπτη φάτσα. Ή, για να είμαστε ακριβείς, πολλές ύποπτες φάτσες αλλά κανείς που φαινόταν να είναι αστυνομικός. «Ναι» είπε η Μπέτε. Ο Χάρι έπιασε καλύτερα το τηλέφωνο. «Νομίζω ότι ξέρω ήδη σε ποιον έμπηξε τα νύχια του ο Γκούστο». «Α, ναι;» Η φωνή της Μπέτε πρόδιδε έκπληξη. «Ναι, ναι. Αν υπάρχει το DNA σου στο μητρώο, τότε είσαι είτε ύποπτος είτε έχεις καταδικαστεί για κάτι είτε είσαι αστυνομικός που θα μπορούσες να έχεις μολύνει τη σκηνή κάποιου εγκλήματος. Ε, Digitalised By Jah®

αυτό το τελευταίο συμβαίνει. Το όνομά του είναι Τρουλς Μπέρντσεν και δουλεύει για την ΌργκΚριμ». «Και πώς ξέρεις ότι είναι αυτός;» «Απ’ όλα όσα έχουν συμβεί, μέσες άκρες». «Καλά» απάντησε η Μπέτε. «Δεν αμφιβάλλω ότι ο συλλογισμός σου είναι ορθός». «Ευχαριστώ» είπε ο Χάρι. «Αλλά κάνεις λάθος». «Τι;» «Το αίμα κάτω από τα νύχια του Γκούστο Χάνσεν ανήκει στον Μίκαελ Μπέλμαν».

Την ώρα όμως που στεκόμουν στην είσοδο του Τρουλς Μπέρντσεν, περιμένοντάς τον να πάρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου από μέσα, έτυχε να κοιτάξω κάτω. Κι είδα τα παπούτσια μου. Και γαμώ τα παπούτσια. Κι άρχισα να σκέφτομαι την Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Δεν ήταν επικίνδυνη σαν τον Μπέρντσεν. Και με γούσταρε τρελά, δεν με γούσταρε; Ε; Όχι απλώς τρελά, κάτι παραπάνω. Κι έτσι, πριν προλάβει να επιστρέψει ο Μπέρντσεν, έφυγα πηδώντας εφτά εφτά τα σκαλιά, πατώντας το κουμπί του ασανσέρ σε κάθε όροφο. Χώθηκα στο μετρό για τον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Στην αρχή σκέφτηκα να της τηλεφωνήσω, μα άλλαξα γνώμη. Απ’ το τηλέφωνο θα μπορούσε να με αγνοήσει. Όχι όμως αν της εμφανιζόμουν ολοζώντανος κι υπέροχος. Ήταν και Σάββατο, που σημαίνει ότι ο σταβλίτης της είχε ρεπό και άρα, μιας και τα γουρούνια και τα άλογα δεν μπορούσαν να σηκωθούν να πάρουν φαγητό απ’ το ψυγείο μόνα τους, θα ήταν εκείνη σπίτι για να τα ταΐσει. Στον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό μπήκα στο τρένο για το Έστφολντ, στο βαγόνι για κατόχους καρτών απεριορίστων διαδρομών. Πώς Digitalised By Jah®

αλλιώς; Το εισιτήριο έκανε εκατόν σαράντα τέσσερις κορόνες και σιγά μην τις είχα. Περπάτησα από τον σταθμό έως τη φάρμα. Μιλάμε για απόσταση, ειδικά άμα του έρθει να βρέξει. Και του ήρθε. Μπαίνοντας στην αυλή είδα το αμάξι της, ένα από αυτά τα τζιπ τέσσερα επί τέσσερα που έχουν μερικοί μερικοί για να προελαύνουν αγέρωχοι μες στους δρόμους της πόλης. Χτύπησα την εξώπορτα, αλλά κανείς δεν απάντησε. Φώναξα κι άκουσα τη φωνή μου να αντιλαλεί στους τοίχους, πάλι δεν απάντησε κανείς. Θα μπορούσε να έχει πάει βόλτα με τα άλογα. Δεν πειράζει, καλύτερα. Ήξερα πού κρατούσε τα μετρητά κι ήξερα ότι στην επαρχία οι άνθρωποι δεν κλείδωναν τις πόρτες τους. Έσπρωξα λοιπόν το πόμολο και, ναι, ήταν ανοιχτά. Ανέβαινα προς το υπνοδωμάτιο όταν εμφανίστηκε ξαφνικά. Με τα μακριά της, δυνατά κανιά, στεκόταν στην κορυφή της σκάλας φορώντας το μπουρνούζι της. «Τι δουλειά έχεις εδώ, Γκούστο;» «Ήθελα να σε δω» είπα χαμογελώντας της. Χολιγουντιανά. «Χρειάζεσαι οδοντίατρο» είπε ψυχρά. Ήξερα τι εννοούσε, είχα κάτι καφετιά σημάδια στα δόντια μου, έμοιαζαν λίγο σάπια, αλλά μ’ ένα συρμάτινο βουρτσάκι θα γίνονταν τζάμι. «Τι δουλειά έχεις εδώ;» επανέλαβε. «Λεφτά θες;» Να γιατί ταιριάζαμε με την Ιζαμπέλε: είμαστε το ίδιο, ούτε υποκρισίες ούτε τίποτα. «Πέντε χιλιάρικα;» είπα. «Δεν γίνεται, Γκούστο, είπαμε τέρμα αυτά. Να σε πάω πίσω στον σταθμό;» «Ε; Έλα, ρε Ιζαμπέλε. Τι λες για ένα πηδηματάκι;» «Σςςςς!» Μου πήρε μια στιγμή να καταλάβω τι έπαιζε. Ήμουν ψιλοαργόστροφος. Η ντόπα να ’ν’ καλά. Ήταν μεσημέρι κι αυτή Digitalised By Jah®

φορούσε το μπουρνούζι της με φουλ μέικ απ. «Περιμένεις κανέναν;» ρώτησα. Δεν πήρα απάντηση. «Καινούργιο γκομενάκι;» «Αυτά συμβαίνουν όταν εξαφανίζεσαι, Γκούστο». «Είμαι μαέστρος στο να επιστρέφω» είπα και της όρμησα. Την έπιασα από τον καρπό και την τράβηξα πάνω μου τόσο γρήγορα που έχασε την ισορροπία της. «Είσαι βρεγμένος» είπε και πάλεψε να μου ξεφύγει, αλλά όχι περισσότερο από τις φορές που γούσταρε ζοριλίκια. «Βρέχει» είπα και της δάγκωσα το αυτί. «Εσύ τι δικαιολογία έχεις;» Είχα χώσει ήδη το χέρι μου μέσα απ’ το μπουρνούζι της. «Και βρομάς! Άφησέ με!» Το χέρι μου βρήκε το ξυρισμένο της μουνάκι κι ύστερα τη σχισμή της. Ήταν υγρή, φοβερά υγρή. Μπορούσα να χώσω δυο δάχτυλα μέσα με τη μία. Υπερβολικά υγρή, γαμώτο μου. Ένιωσα κάτι που κολλούσε. Έβγαλα το χέρι μου κι είδα στα δάχτυλά μου κάτι λευκό και κολλώδες. Την κοίταξα έκπληκτος. Χαμογελούσε θριαμβευτικά καθώς έσκυψε κοντά μου και ψιθύρισε: «Όπως είπα, όταν εξαφανίζεσαι...». Μου ’στριψε. Σήκωσα το χέρι μου να τη χτυπήσω, αλλά το άρπαξε και με σταμάτησε. Δυνατό πουτανάκι η Σκέγιεν. «Φύγε, Γκούστο». Κάτι ένιωσα στα μάτια μου. Αν δεν με ήξερα καλύτερα, θα έλεγα ότι είχα δακρύσει. «Πέντε χιλιάδες» είπα με τραχιά φωνή. «Όχι» είπε εκείνη. «Αν σ’ τα δώσω, θα ξανάρθεις. Και δεν γίνεται αυτό». «Βρομοκαριόλα!» φώναξα. «Ξεχνάς μερικές σημαντικές λεπτομέρειες. Ή μου πέφτεις το παραδάκι ή πάω στις εφημερίδες και τους τα λέω χαρτί και καλαμάρι. Και δεν εννοώ τα γαμήσια μας, εννοώ το πώς τα κανόνισες με τον γέρο για να καθαρίσετε και καλά Digitalised By Jah®

το Όσλο. Αρχίδια σοσιαλιστές είστε. Βρόμικο χρήμα και πολιτική στο ίδιο κρεβάτι πάνε. Πόσα λες να μου σκάσουν στη Verdens Gang για όλα αυτά;» Άκουσα την πόρτα του δωματίου ν’ ανοίγει. «Στη θέση σου θα την κοπανούσα αυτή τη στιγμή» είπε η Ιζαμπέλε. Άκουσα τα σανίδια του πατώματος να σκούζουν στο σκοτάδι πίσω απ’ την πλάτη της. Ήθελα να το βάλω στα πόδια, πραγματικά το ήθελα. Κι όμως έμεινα καρφωμένος εκεί. Πλησίασε. Νόμιζα ότι έβλεπα τις ρίγες στο πρόσωπό του να λάμπουν στο σκοτάδι. Γκομενάκι; Τίγρης καλύτερα. Ξερόβηξε. Κι ήρθε κάτω απ’ το φως. Ήταν τόσο όμορφος, που, ακόμα κι έτσι άρρωστος που ήμουν, το ένιωσα ξανά... Αυτή τη λαχτάρα ν’ ακουμπήσω την παλάμη μου στο στήθος του, να νιώσω το ηλιοκαμένο κι ιδρωμένο σώμα του κάτω απ’ τα δάχτυλά μου. Τους μυς του που θα τεντώνονταν αυτόματα ως αντίδραση στο θράσος μου.

«Ποιος είπες;» είπε ο Χάρι. Η Μπέτε έβηξε κι επανέλαβε: «Ο Μίκαελ Μπέλμαν». «Ο Μπέλμαν;» «Ναι». «Ο Γκούστο είχε το αίμα του Μίκαελ Μπέλμαν κάτω από τα νύχια του όταν πέθανε;» «Έτσι φαίνεται». Ο Χάρι ακούμπησε πίσω. Τότε άλλαζαν τα πάντα. Ή όχι; Θα μπορούσε όλο αυτό να μην έχει σχέση με τον φόνο. Είχε όμως σχέση με κάτι. Κάτι το οποίο ο Μπέλμαν δεν ήθελε να μαθευτεί. Digitalised By Jah®

«Δίνε του» είπε ο Μπέλμαν χωρίς να χρειαστεί να υψώσει τη φωνή του. «Ώστε οι δυο σας είσαστε, ε;» είπα. «Κι εγώ που νόμιζα ότι η τύπισσα είχε εξαγοράσει τον Τρουλς Μπέρντσεν. Πολύ ξύπνια κίνηση να χτυπήσεις τόσο ψηλά, Ιζαμπέλε. Για πείτε μου, και πώς παίζει η όλη φάση; Ο Τρουλς Μπέρντσεν είναι απλώς σκλαβάκι σου, Μίκαελ;» Είπα το όνομά του λες και το χάιδευα. Έτσι είχαμε συστηθεί εξάλλου στο σπίτι του εκείνη τη μέρα, ως Γκούστο και Μίκαελ. Σαν δυο απλά αγόρια, δυο πιθανοί φίλοι στο παιχνίδι. Είδα τα μάτια του να λαμπυρίζουν, να ξυπνούν. Ο Μπέλμαν ήταν γυμνός, ίσως γι’ αυτό να νόμιζα ότι δεν θα μου ορμούσε. Αλλά ήταν πολύ γρήγορος. Στη στιγμή, με είχε καβαλήσει και μου είχε κάνει κεφαλοκλείδωμα. «Άσε με!» Με τράβηξε μέχρι την αρχή της σκάλας. Η μύτη μου ήταν ζουληγμένη ανάμεσα στο στήθος και τη μασχάλη του και μπορούσα να μυρίσω και τα δύο. Και στο μυαλό μου κόλλησε η εξής σκέψη: Αν ήθελε να με πετάξει έξω, γιατί με τράβηξε προς την κορυφή της σκάλας; Οι μπουνιές μου δεν έκαναν τίποτα, οπότε έχωσα τα νύχια μου στο στήθος του και τα έσυρα πάνω του, σαν τα νύχια αρπακτικού, νιώθοντας το ένα να γδέρνει τη ρώγα του. Εκείνος έβρισε και χαλάρωσε τη λαβή του. Γλίστρησα μακριά του και πήδηξα. Προσγειώθηκα στα μισά της σκάλας, αλλά κατάφερα να παραμείνω όρθιος. Έτρεξα στο χολ, άρπαξα τα κλειδιά του αμαξιού της και βγήκα τρέχοντας στον κήπο. Ούτε το αμάξι ήταν κλειδωμένο φυσικά. Οι ρόδες σπινάρισαν στο χαλίκι καθώς άφηνα τον συμπλέκτη. Στον καθρέφτη είδα τον Μίκαελ Μπέλμαν να βγαίνει τρέχοντας από το σπίτι. Κάτι γυάλιζε στο χέρι του. Οι ρόδες βρήκαν πρόσφυση κι η πλάτη μου κόλλησε στο κάθισμα. Το αυτοκίνητο διέσχισε την αυλή και βγήκε μανιασμένα στον δρόμο. Digitalised By Jah®

«Ο Μπέλμαν πήρε τον Μπέρντσεν στην ΌργκΚριμ» είπε ο Χάρι. «Είναι δυνατόν ο Μπέρντσεν να κάνει τη δουλειά του καύτη υπό τις οδηγίες του Μπέλμαν;» «Καταλαβαίνεις τι λες, Χάρι;» «Ναι» απάντησε εκείνος. «Κι από εδώ και πέρα καλά θα κάνεις να μην ξανασχοληθείς με την υπόθεση, Μπέτε». «Ούτε που να το σκέφτεσαι, το κέρατό μου!» Το τηλέφωνο δονήθηκε. Ο Χάρι δεν θυμόταν να είχε ξανακούσει ποτέ την Μπέτε Λεν να βρίζει. «Μιλάμε για τη δική μου αστυνομία, Χάρι. Δεν γουστάρω ανθρώπους σαν τον Μπέρντσεν να τη γεμίζουν σκατά». «Οκέι» είπε ο Χάρι. «Αλλά ας μη βγάζουμε γρήγορα συμπεράσματα. Το μόνο πράγμα που ξέρουμε στα σίγουρα είναι ότι ο Μπέλμαν συνάντησε τον Γκούστο. Δεν έχουμε τίποτα συγκεκριμένο για τον Τρουλς Μπέρντσεν». «Και τι θα κάνεις λοιπόν;» «Θ’ αρχίσω από κάπου αλλού. Κι αν τα πράγματα πάνε όπως ελπίζω, τότε θα καταρρεύσουν όλα σαν ένα μεγάλο ντόμινο. Το ζήτημα είναι να παραμείνω ελεύθερος όσο περισσότερο γίνεται για να θέσω το σχέδιο σε λειτουργία». «Θες να πεις ότι έχεις και σχέδιο;» «Φυσικά και έχω σχέδιο!» «Καλό σχέδιο;» «Δεν είπα κάτι τέτοιο». «Ένα σχέδιο, τέλος πάντων». «Ακριβώς». «Ψέματα μου λες;» «Όχι εντελώς».

Πήγαινα σαν τρελός στον πόσο πολύ είχα μπλέξει.

Ε18

προς το Όσλο, έχοντας καταλάβει Digitalised By Jah®

Ο Μπέλμαν προσπάθησε να με τραβήξει προς τα πάνω, προς το υπνοδωμάτιο, εκεί που βρισκόταν το πιστόλι με το οποίο με κυνήγησε. Ήταν έτοιμος να με ξεπαστρέψει για να μην πω κουβέντα, γαμώτο μου! Πράγμα που σήμαινε ότι ήταν κι αυτός χωμένος μέχρι τον λαιμό στα σκατά. Οπότε τι θα έκανε τώρα; Θα με μάζευε. Για κλοπή οχήματος, εμπόριο ναρκωτικών, εξαπάτηση του ξενοδοχείου... ου, είχε να διαλέξει από ολόκληρο κατάλογο. Θα μ’ έχωνε στη στενή πριν προλάβω ν’ ανοίξω το στοματάκι μου. Και με το που έμπαινα μέσα και το βούλωνα, δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι θ’ ακολουθούσε. Θα το έκαναν να μοιάζει με αυτοκτονία ή σαν να με καθάρισε κάποιος άλλος κατάδικος. Η μεγαλύτερη βλακεία που μπορούσα λοιπόν να κάνω ήταν να συνεχίσω να οδηγώ ένα αμάξι που πιθανόν να το έψαχναν ήδη. Το σανίδωσα λοιπόν προς τ’ ανατολικά, με σκοπό ν’ αποφύγω το κέντρο. Ανέβηκα τον λόφο προς τα ήσυχα προάστια. Πάρκαρα λίγο πιο μακριά κι άρχισα να περπατώ. Ο ήλιος είχε ξαναβγεί κι οι άνθρωποι σουλατσάριζαν πέρα δώθε και χαμογελούσαν προς τον ήλιο λες κι ήταν η απόλυτη πηγή ευτυχίας. Πέταξα τα κλειδιά σ’ έναν κήπο και προχώρησα προς το διαμέρισμα. Βρήκα τ’ όνομα στο κουδούνι και χτύπησα. «Εγώ είμαι» είπα όταν επιτέλους μου απάντησε. «Είμαι λίγο απασχολημένος» είπε η φωνή από το θυροτηλέφωνο. «Κι εγώ ολίγον εθισμένος» απάντησα. Για αστείο το ’πα, αλλά ένιωσα τον βαρύ αντίκτυπο των λέξεων. Ο Όλεγκ έσκαγε στα γέλια όταν καμιά φορά ρωτούσα διάφορους πελάτες μήπως, κατά τύχη λέμε, ήταν εθισμένοι στα ναρκωτικά και μήπως θα ήθελαν λίγη βιολίνη. «Τι θες;» είπε η φωνή. «Λίγη βιολίνη». Είχα υιοθετήσει τα λόγια των πελατών μου. Digitalised By Jah®

Σιωπή. «Δεν έχω. Μου τελείωσε. Δεν βρίσκω τη βάση για να φτιάξω κι άλλη». «Ποια βάση;» «Τη βάση λεβορφανόλης. Μήπως θες να σου πω και τον χημικό τύπο;» Ήξερα ότι έλεγε αλήθεια, αλλά δεν μπορεί, κάτι θα είχε. Δεν μπορεί. Έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί. Στο δωμάτιο με τα όργανα δεν μπορούσα να πάω, θα μου την είχαν στημένη. Στον Όλεγκ! Ο καλός μου παλιόφιλος Όλεγκ θα μ’ άφηνε να μπω στο σπίτι του. «Έχεις δυο ώρες, Ίψεν. Αν δεν έρθεις με δύο τέταρτα σε δυο ώρες στην οδό Χάουσμαν, θα πάω γραμμή στους μπάτσους και θα τα ξεράσω όλα. Δεν έχω τίποτα να χάσω πια. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Οδός Χάουσμαν, αριθμός 92. Με το που μπαίνεις, ανεβαίνεις στον δεύτερο». Προσπάθησα να φανταστώ τη φάτσα του: τρομοκρατημένη, ιδρωμένη. Τον κακομοίρη τον διεστραμμένο. «Καλά» είπε. Έτσι γίνονται οι δουλειές. Πρέπει απλώς να τους κάνεις να καταλάβουν τη βαρύτητα της κατάστασης.

Ο Χάρι τελείωνε τον καφέ του χαζεύοντας τον δρόμο. Ώρα να φύγει. Διασχίζοντας την πλατεία Γιουνγκς προς τα κεμπαπομάγαζα της Τουργκάτα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Κλάους Τούρκιλντσεν. «Καλά νέα» είπε. «Για πες». «Στο χρονικό περιθώριο που ψάχνεις, το κινητό του Τρουλς Μπέρντσεν πήρε σήμα από τέσσερις σταθμούς βάσης στο κέντρο του Όσλο. Αυτό τον τοποθετεί στην ίδια περιοχή με τον αριθμό 92 της οδού Χάουσμαν». Digitalised By Jah®

«Για πόσο μεγάλη περιοχή μιλάμε;» «Για ένα εξάγωνο με απόστημα οκτακόσια μέτρα». «Καλά» είπε ο Χάρι καταγράφοντας την πληροφορία. «Κι ο άλλος;» «Δεν μπόρεσα να βρω κάτι στ’ όνομά του, αλλά έχει ένα επαγγελματικό κινητό καταγεγραμμένο στο νοσοκομείο Ράντιουμ». «Και;» «Και, όπως είπα, τα νέα είναι καλά. Κι αυτό το τηλέφωνο βρισκόταν στην ίδια περιοχή εκείνη την ώρα». «Χμ» ο Χάρι πέρασε το κατώφλι μιας πόρτας, προσπέρασε τρία γεμάτα τραπέζια και σταμάτησε μπροστά σ’ έναν πάγκο όπου ήταν εκτεθειμένη μια γκάμα από αφύσικα πολύχρωμα κεμπάπ. «Έχεις τη διεύθυνσή του;» Ο Κλάους Τούρκιλντσεν του τη διάβασε κι ο Χάρι την έγραψε σε μια χαρτοπετσέτα. «Άλλος αριθμός σε αυτήν τη διεύθυνση υπάρχει;» «Τι εννοείς;» «Αναρωτιόμουν αν είχε κάποια σύζυγο ή φίλη ή κάτι τέτοιο». Ο Χάρι άκουσε τον Τούρκιλντσεν να πληκτρολογεί κάτι. Η απάντηση έφτασε στ’ αυτιά του: «Όχι. Δεν υπάρχει κανείς άλλος καταγεγραμμένος σε αυτήν τη διεύθυνση». «Σ’ ευχαριστώ». «Άρα ισχύει η συμφωνία μας; Δεν θα ξαναμιλήσουμε;» «Ισχύει. Εκτός από ένα τελευταίο πραγματάκι. Θέλω να τσεκάρεις και τον Μίκαελ Μπέλμαν. Με ποιον έχει μιλήσει τον τελευταίο καιρό και πού βρισκόταν την ώρα του φόνου». Τρανταχτό γέλιο από την άλλη άκρη της γραμμής. «Τον επικεφαλής της ΌργκΚριμ; Ξέχνα το! Μπορώ να κρύψω ή να εξηγήσω τη διερεύνηση στοιχείων γύρω από κάποιον κακομοίρη αξιωματικό, αλλά αυτό που μου ζητάς θα μου στοίχιζε τη δουλειά μου στο άψε σβήσε». Κι άλλο γέλιο, λες κι η ίδια η ιδέα ήταν αστεία. «Περιμένω να κρατήσεις την υπόσχεσή σου, Χόλε». Digitalised By Jah®

Κι η γραμμή νέκρωσε.

Όταν το ταξί έφτασε στη διεύθυνση της χαρτοπετσέτας, ένας άνδρας περίμενε στην είσοδο του κτιρίου. Ο Χάρι βγήκε από το ταξί και τον πλησίασε. «Είστε ο Ούλα Κβέρνμπαρ, ο θυρωρός;» Ο άνδρας κατένευσε. «Επιθεωρητής Χόλε, σας κάλεσα προηγουμένως». Είδε τον θυρωρό να ρίχνει μια ματιά στο ταξί που περίμενε σταθμευμένο. «Χρησιμοποιούμε ταξί όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα περιπολικά». Ο Κβέρνμπαρ εξέτασε την ταυτότητα που του έδειξε ο άνδρας. «Δεν έχω δει σημάδια διάρρηξης» είπε. «Ναι, αλλά κάποιος μας κάλεσε, οπότε καλό θα ήταν να το ελέγξουμε. Έχετε κάποιο πασπαρτού;» Ο Κβέρνμπαρ κατένευσε και ξεκλείδωσε την κεντρική πόρτα καθώς ο αστυνομικός εξέταζε τα ονόματα στα κουδούνια. «Ο μάρτυρας μας είπε ότι είδε κάποιον να σκαρφαλώνει τα μπαλκόνια και να μπαίνει στον δεύτερο όροφο». «Ποιος σας πήρε τηλέφωνο;» ρώτησε ο θυρωρός ανεβαίνοντας. «Αυτό είναι απόρρητο, κύριε Κβέρνμπαρ». «Έχετε κάτι στο παντελόνι σας». «Σάλτσα από κεμπάπ είναι. Καιρό τώρα λέω να το πάω στο καθαριστήριο. Μπορείτε ν’ ανοίξετε την πόρτα, σας παρακαλώ;» «Του φαρμακοποιού;» «Φαρμακοποιός είναι;» «Εργάζεται στο νοσοκομείο Ράντιουμ. Δεν θα ’πρεπε να τον καλέσουμε στη δουλειά πριν μπούμε μέσα;» «Θα προτιμούσα να εξακριβώσω αν ο ληστής είναι ακόμη μέσα, ώστε να μπορέσω να τον συλλάβω, αν δεν σας πειράζει». Ο θυρωρός μουρμούρισε μια συγγνώμη και ξεκλείδωσε την πόρτα γρήγορα γρήγορα. Digitalised By Jah®

Ο Χόλε μπήκε στο διαμέρισμα. Ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για το διαμέρισμα ενός εργένη. Συγυρισμένο όμως. Τα CD της κλασικής μουσικής ήταν τοποθετημένα αλφαβητικά στο δικό τους ράφι. Υπήρχαν επιστημονικά περιοδικά χημείας και φαρμακολογίας σε ψηλές μα τακτοποιημένες ντάνες. Σε μια βιβλιοθήκη, μια φωτογραφία δύο ενηλίκων κι ενός αγοριού. Ο Χάρι αναγνώρισε το αγόρι. Έγερνε λίγο από τη μία πλευρά κι είχε μια κατσούφικη έκφραση. Δεν θα ’ταν παραπάνω από δώδεκα ή δεκατριών ετών. Ο θυρωρός στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας παρατηρώντας προσεκτικά τι έκανε ο Χάρι, κι έτσι, για το φαίνεσθαι του πράγματος, ο Χάρι ήλεγξε πρώτα την πόρτα που έβγαζε στο μπαλκόνι κι ύστερα περιηγήθηκε από δωμάτιο σε δωμάτιο ανοίγοντας συρτάρια και ντουλάπια. Μα δεν είδε τίποτα ύποπτο. Ίσως και ανησυχητικά τίποτα, θα έλεγαν πολλοί συνάδελφοί του. Κι όμως του Χάρι τού είχε ξανατύχει: ορισμένοι άνθρωποι απλώς δεν έχουν μυστικά. Δεν συμβαίνει και πολύ συχνά, αλλά συμβαίνει πού και πού. Άκουσε τον θυρωρό να μετατοπίζει το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο στην πόρτα του υπνοδωματίου ξοπίσω του. «Δεν βλέπω σημάδια διάρρηξης ή κλοπής» είπε ο Χάρι, προσπερνώντας τον και κατευθυνόμενος προς την εξώπορτα. «Καμιά φορά μάς καλούν αδίκως». «Μάλιστα» είπε ο θυρωρός, κλειδώνοντας το διαμέρισμα. «Και τι θα είχατε κάνει αν υπήρχε όντως διαρρήκτης μες στο διαμέρισμα; Θα τον μεταφέρατε στο τμήμα με το ταξί;» «Τότε θα είχα καλέσει ένα περιπολικό» απάντησε ο Χάρι χαμογελώντας, σηκώνοντας κι εξετάζοντας τις μπότες που ήταν στοιβαγμένες στο ραφάκι έξω από την πόρτα. «Πείτε μου, δεν βρίσκετε ότι αυτές οι δύο μπότες έχουν εντελώς διαφορετικό μέγεθος;» Ο Κβέρνμπαρ έξυσε το πιγούνι ενώ παρατηρούσε τον Χάρι. «Πιθανόν. Ο άνθρωπος πάσχει από ραιβοϊπποποδία. Μπορώ να Digitalised By Jah®

ξαναδώ την ταυτότητά σας;» Ο Χάρι του έδωσε την κάρτα του. «Η ημερομηνία λήξης…» «Με περιμένει το ταξί» είπε ο Χάρι, αρπάζοντας την ταυτότητα και κατεβαίνοντας τα σκαλιά με γοργά βήματα. «Σας ευχαριστώ για τη βοήθειά σας, κύριε Κβέρνμπαρ!»

Πήγα στην οδό Χάουσμαν και, φυσικά, κανείς δεν είχε φτιάξει τις κλειδαριές. Ανέβηκα κατευθείαν στο διαμέρισμα. Ο Όλεγκ δεν ήταν εκεί. Όπως κι όλοι οι υπόλοιποι. Είχαν βγει έξω, μες στο άγχος, σκεπτόμενοι: Πρέπει να βρω τη δόση μου, πρέπει να βρω τη δόση μου. Ήταν φανερό ότι στο διαμέρισμα έμεναν μόνο πρεζόνια. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί μέσα, μόνο άδεια μπουκάλια, χρησιμοποιημένες σύριγγες, αιματοβαμμένα βαμβάκια κι άδεια πακέτα τσιγάρων. Καμένη γη, λέμε. Κι ενώ καθόμουν σ’ ένα πενταβρόμικο στρώμα κι έβριζα, είδα τον αρουραίο. Όταν οι άνθρωποι περιγράφουν αρουραίους, λένε πάντα ότι είναι τεράστιοι. Αλλά δεν είναι. Είναι μικρούληδες, μάλιστα. Απλώς οι ουρές τους είναι μακριές. Εντάξει, αν τους τρομάξεις και σηκωθούν στα δυο τους πόδια, τότε, ναι, μπορεί να φανούν και μεγαλύτεροι από αυτό που είναι. Εκτός αυτού όμως, είναι κι αυτά κακόμοιρα πλασματάκια που αγχώνονται όπως αγχωνόμαστε κι εμείς. Πρέπει να βρω τη δόση μου. Άκουσα μια καμπάνα να χτυπάει. Και σκέφτηκα ότι όπου να ’ναι θα ’ρχόταν κι ο Ίψεν. Έπρεπε να έρθει, έπρεπε. Γαμώτο, ήμουν χάλια. Τους θυμάμαι που μας περίμεναν όλοι τους πώς και πώς όταν πιάναμε δουλειά. Ήταν τόσο χαρούμενοι μόλις μας έβλεπαν, ήταν συγκινητικό. Έτρεμαν με τα χαρτονομίσματα στο χέρι, σαν ερασιτέχνες ζητιάνοι. Και τώρα βρισκόμουν εγώ στη θέση τους. Αποζητούσα αρρωστημένα τον κουτσό βηματισμό του Ίψεν, το ηλίθιο πρόσωπό του. Έπαιξα τα χαρτιά μου σαν ηλίθιος. Μία δόση ήθελα, μία και Digitalised By Jah®

μόνο, και κατάφερα να κάνω ολόκληρο το κοπάδι να με κυνηγάει. Τον γέρο και τους Κοζάκους του, τον Τρουλς Μπέρντσεν με το τρυπάνι και το τρελό του βλέμμα, τη βασίλισσα Ιζαμπέλε και το γκομενάκι-αρχηγό της. Ο αρουραίος έτρεξε στο σοβατεπί στον τοίχο. Από την απελπισία μου άρχισα να ψάχνω κάτω από χαλιά και στρώματα. Κάτω από ένα στρώμα βρήκα μια φωτογραφία κι ένα κομμάτι σύρμα. Η φωτογραφία ανήκε στην Ιρένε, ήταν παλιά και τσαλακωμένη σε μέγεθος φωτό διαβατηρίου, οπότε σκέφτηκα ότι αυτό πρέπει να ήταν το στρώμα του Όλεγκ. Αλλά δεν καταλάβαινα σε τι χρησίμευε το σύρμα. Μέχρι που το ’πιασα. Κι ένιωσα τις παλάμες μου να ιδρώνουν και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Εξάλλου, εγώ είχα μάθει στον Όλεγκ πώς να φτιάχνει μια καλή κρυψώνα.

Digitalised By Jah®

36

Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους τουρίστες που είχαν κατακλύσει τη μαρμάρινη επικλινή οροφή της Όπερας. Το κατάλευκο ιταλικό της μάρμαρο την έκανε να μοιάζει με παγόβουνο αραγμένο στην άκρη του φιόρδ. Στην κορυφή της στέγης κοίταξε τριγύρω κι είδε τον Χάρι Χόλε να κάθεται σ’ ένα τοιχίο. Ήταν μόνος του· οι τουρίστες προτιμούσαν κατά κανόνα την άλλη μεριά, για να θαυμάσουν τη θέα στη θάλασσα. Ο Χάρι καθόταν και κοιτούσε προς τα μέσα, προς τις παλιές κι άσχημες γειτονιές της πόλης. Ο Χανς Κρίστιαν πήγε και κάθισε δίπλα του. «Γεια σου Χ. Κ.» είπε ο Χάρι, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από το διαφημιστικό έντυπο που διάβαζε. «Ήξερες ότι αυτό το μάρμαρο λέγεται μάρμαρο της Καράρα κι ότι η Όπερα στοίχισε σε κάθε Νορβηγό πάνω από δύο χιλιάδες κορόνες;» «Ναι». «Ξέρεις τίποτα από Ντον Τζιοβάνι;» «Όπερα του Μότσαρτ σε δύο πράξεις. Ένα αλαζονικό κωλόπαιδο που νομίζει ότι είναι δώρο Θεού για γυναίκες κι άνδρες εξαπατά τους πάντες και τους κάνει να μισούν τον ίδιο τους τον εαυτό. Νομίζει ότι είναι αθάνατος, μέχρι που ένα μυστηριώδες άγαλμα Digitalised By Jah®

Ο

έρχεται και του παίρνει τη ζωή καθώς ανοίγει η γη και καταπίνει και τους δύο». «Μάλιστα. Μια καινούργια παραγωγή του κάνει πρεμιέρα σε δυο μέρες. Εδώ γράφει ότι στην τελευταία σκηνή, η χορωδία τραγουδάει: Αυτό είν’ το τέλος των κακών: ο θάνατος ενός αμαρτωλού αντικατοπτρίζει πάντα τη ζωή του. Πιστεύεις ότι αληθεύει κάτι τέτοιο, Χ. Κ.;» «Ξέρω ότι δεν αληθεύει. Ο θάνατος δυστυχώς είναι εξίσου άδικος με τη ζωή». «Χμ. Ήξερες ότι ξεβράστηκε το πτώμα ενός αστυνομικού εδώ κάτω;» «Ναι». «Υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις;» «Ποιος πυροβόλησε τον Γκούστο Χάνσεν». «Α, το μυστηριώδες άγαλμα φυσικά» είπε ο Χάρι, αφήνοντας κάτω το φυλλάδιο. «Θες να μάθεις;» «Εσύ δεν θες;» «Όχι απαραιτήτως. Το σημαντικό είναι ν’ αποδείξουμε ποιος δεν τον πυροβόλησε, ότι δεν τον πυροβόλησε ο Όλεγκ». «Σύμφωνοι» είπε ο Χανς Κρίστιαν κοιτώντας εξεταστικά τον Χάρι. «Αλλά αυτά τα λόγια δεν συνάδουν με όλα όσα έχω ακούσει για τον περίφημο ζήλο του Χάρι Χόλε». «Ίσως τελικά οι άνθρωποι ν’ αλλάζουν» είπε ο Χάρι μ’ ένα σύντομο χαμόγελο. «Έμαθες για την πρόοδο της έρευνας από τον φίλο σου τον δικηγόρο της αστυνομίας;» «Δεν έχουν δημοσιοποιήσει ακόμη τ’ όνομά σου, αλλά το έχουν στείλει σε όλα τα αεροδρόμια και τα συνοριακά φυλάκια. Να σ’ το θέσω πιο απλά: το διαβατήριό σου δεν αξίζει μία». «Φτου, πώς θα πάω στη Μαγιόρκα τώρα;» «Έλα, Χάρι, ξέρεις ότι σε καταζητούν και παρ’ όλα αυτά μου ζητάς να συναντηθούμε στον νούμερο ένα τουριστικό προορισμό του Όσλο;» Digitalised By Jah®

«H λογική της μαρίδας, Χανς Κρίστιαν. Αποδεδειγμένα αποτελεσματική. Το ασφαλέστερο μέρος είναι μαζί με το κοπάδι». «Νόμιζα ότι θεωρούσες ασφαλέστερη τη μοναξιά». Ο Χάρι έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα του, το τίναξε και του προσέφερε ένα. «Η Ράκελ σ’ το είπε αυτό;» Ο Χανς Κρίστιαν κατένευσε και πήρε ένα τσιγάρο. «Πόσο καιρό είστε μαζί;» ρώτησε ο Χάρι κάνοντας μια γκριμάτσα. «Αρκετό καιρό. Πονάει αυτό;» «Ο λαιμός μου; Ίσως και να ’χει μολυνθεί λίγο». Ο Χάρι άναψε το τσιγάρο του Χανς Κρίστιαν. «Την αγαπάς, ε;» Ο δικηγόρος εισέπνευσε μ’ έναν τρόπο που έκανε τον Χάρι να σκεφτεί ότι είχε να καπνίσει από τα πάρτι των φοιτητικών του χρόνων. «Ναι, την αγαπώ». Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Αλλά υπήρχες πάντα εσύ» είπε ο Χανς Κρίστιαν, πιπιλώντας το τσιγάρο του. «Στις σκιές, στην ντουλάπα, κάτω από το κρεβάτι». «Με περιγράφεις σαν τέρας» είπε ο Χάρι. «Ναι, μπορεί να έχεις και δίκιο» είπε ο Χανς Κρίστιαν. «Προσπάθησα να σε ξορκίσω, μα δεν τα κατάφερα». «Δεν χρειάζεται να καπνίσεις όλο το τσιγάρο, Χανς Κρίστιαν». «Ευχαριστώ». Ο δικηγόρος πέταξε το τσιγάρο του μακριά. «Και τι έχεις σκοπό να με βάλεις να κάνω αυτή τη φορά;» «Ληστεία» είπε ο Χάρι.

Ξεκίνησαν μόλις έπεσε το σκοτάδι. Ο Χανς Κρίστιαν μάζεψε τον Χάρι από το μπαρ Μπόκα στην Γκρουνερλέκα. «Ωραίο αμάξι» είπε ο Χάρι. «Οικογενειακό». «Κάποτε είχα και κυνηγόσκυλο» είπε ο Χανς Κρίστιαν. «Εξοχικό στο βουνό, κυνήγι ταράνδων και τέτοια». Digitalised By Jah®

Ο Χάρι κατένευσε. «Ωραία ζωή». «Ποδοπατήθηκε μέχρι θανάτου από έναν τάρανδο. Για να παρηγορηθώ, έλεγα στον εαυτό μου ότι πήγε τουλάχιστον με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, εν ώρα υπηρεσίας, ας πούμε». Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του παριστάνοντας ότι καταλάβαινε. Οδήγησαν μέχρι το Ρίεν και πήραν τις στροφές που οδηγούσαν στα μέρη με την καλύτερη θέα σε όλο το Όσλο, στα ανατολικά. «Εδώ είμαστε» είπε ο Χάρι, δείχνοντας ένα σκοτεινό σπίτι. «Πάρκαρε διαγώνια ώστε τα φώτα να πέφτουν στα παράθυρα». «Να έρθω...;» «Όχι» είπε ο Χάρι. «Περίμενέ με εδώ. Να με πάρεις τηλέφωνο αν δεις να έρχεται κανείς». Ο Χάρι πήρε μαζί του τον λοστό και προχώρησε στο χαλικόστρωτο μονοπάτι προς το σπίτι. Τριγύρω του φθινόπωρο, καθαρός νυχτερινός αέρας, αρώματα από μηλιές. Για μια στιγμή είχε την αίσθηση του ντέζα βου· να χώνονται με τον Έισταϊν σ’ έναν κήπο κι ο Τρέσκο να φυλάει τσίλιες στον φράχτη. Και ξαφνικά μες στο σκοτάδι, να τους πλησιάζει μια φιγούρα με ινδικό τουρμπάνι και να σκούζει σαν γουρουνάκι. Χτύπησε το κουδούνι. Περίμενε. Δεν ήρθε κανείς. Παρ’ όλα αυτά ο Χάρι είχε την αίσθηση ότι κάποιος ήταν στο σπίτι. Έχωσε τον λοστό στη σχισμή δίπλα στην κλειδαριά και έριξε προσεκτικά το βάρος του πάνω της. Η πόρτα ήταν παλιά, από μαλακό ξύλο, ποτισμένο στην υγρασία, κι η κλειδαριά απαρχαιωμένη. Χρησιμοποίησε το άλλο του χέρι για να χώσει την αστυνομική του ταυτότητα στο εσωτερικό της στραβωμένης κλειδαριάς. Πίεσε περισσότερο. Η κλειδαριά έσπασε. Ο Χάρι γλίστρησε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Στάθηκε ακίνητος μες στο σκοτάδι. Ένιωσε κάτι σαν νήμα στο χέρι του, ίσως κάποιον Digitalised By Jah®

ιστό αράχνης. Το μέρος μύριζε κλεισούρα κι εγκατάλειψη. Και κάτι ακόμα όμως, κάτι διαπεραστικό. Ασθένεια, νοσοκομείο, πάνες και φάρμακα. Ο Χάρι άναψε τον φακό του. Είδε έναν άδειο καλόγερο. Συνέχισε στο εσωτερικό του σπιτιού. Το καθιστικό έμοιαζε καλυμμένο με πούδρα· τοίχοι κι έπιπλα είχαν χάσει το χρώμα τους. Η δέσμη του φωτός γυρόφερε τον χώρο. Η καρδιά του Χάρι σταμάτησε όταν είδε δυο μάτια να τον κοιτάζουν μες στο σκοτάδι. Κι ύστερα ξανάρχισε. Μια ταριχευμένη κουκουβάγια, γκρίζα σαν το υπόλοιπο δωμάτιο. Ο Χάρι προχώρησε κι άλλο μες στο σπίτι που αργότερα θα περιέγραφε με τους ίδιους όρους που χρησιμοποίησε και για το διαμέρισμα: Δεν είχε τίποτα το παράξενο. Μέχρι, δηλαδή, που μπήκε στην κουζίνα κι ανακάλυψε τα δυο διαβατήρια και τα εισιτήρια πάνω στον πάγκο. Παρόλο που η φωτογραφία διαβατηρίου του πρέπει να είχε παρθεί εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια, ο Χάρι αναγνώρισε τον άνδρα από το νοσοκομείο Ράντιουμ. Το δικό της διαβατήριο ήταν ολοκαίνουργιο. Τρόμαξε να την αναγνωρίσει στη φωτογραφία· ήταν χλωμή, με τα μαλλιά της να κρέμονται σαν μαρούλια. Τα εισιτήρια ήταν για την Μπανγκόκ, αναχώρηση σε δέκα ημέρες. Ο Χάρι κατέβηκε έναν όροφο. Προχώρησε προς τη μοναδική πόρτα που δεν είχε ανοίξει ακόμη. Υπήρχε ένα κλειδί στην κλειδαριά. Ξεκλείδωσε. Τον χτύπησε η ίδια μυρωδιά του χολ. Άναψε τον διακόπτη δίπλα στην πόρτα κι ένας γυμνός γλόμπος φώτισε τα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπόγειο. Η αίσθηση ότι κάποιος ήταν σπίτι. Ή το ένστικτό του, όπως με τόση ειρωνεία είχε πει ο Μπέλμαν όταν ο Χάρι τον είχε ρωτήσει εάν είχε ελέγξει το μητρώο του Μάρτιν Πραν. Μια αίσθηση που ο Χάρι ήξερε πια ότι τον είχε παραπλανήσει. Ήθελε να κατέβει τα σκαλιά, μα κάτι δεν τον άφηνε. Το υπόγειο. Ήταν παρόμοιο με εκείνο που είχαν στο πατρικό του. Όταν η μητέρα Digitalised By Jah®

τού ζητούσε να φέρει πατάτες από τα δύο σακιά στο σκοτεινό κελάρι, εκείνος έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να τελειώνει, προσπαθώντας να μη σκέφτεται τίποτα. Φανταζόταν ότι έτρεχε επειδή έκανε πολύ κρύο, επειδή βιάζονταν να φτιάξουν το φαΐ, επειδή του άρεσε να τρέχει. Όχι, δεν είχε σχέση με τον κίτρινο άνθρωπο που παραμόνευε στο υπόγειο· τον γυμνό, χαμογελαστό άνδρα με τη μακριά γλώσσα, που σφύριζε κάθε φορά που μπαινόβγαινε στο στόμα του. Δεν έφταιγαν όμως οι αναμνήσεις τώρα, κάτι άλλο έφταιγε. Το όνειρό του: η χιονοστιβάδα μέσα στον στενό διάδρομο. Ο Χάρι καταπίεσε αυτές τις σκέψεις κι έβαλε το πόδι του στο πρώτο σκαλί. Έτριξε σαν σε προειδοποίηση. Πίεσε τον εαυτό του να προχωρήσει προσεκτικά. Κρατούσε ακόμη τον λοστό. Φτάνοντας κάτω, παρατήρησε τις διάφορες αποθήκες. Μία λάμπα στο ταβάνι έριχνε ένα ισχνό φως και δημιουργούσε ακόμα περισσότερες σκιές. Όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες με λουκέτα. Ποιος θα έβαζε λουκέτο σε αποθήκες στο ίδιο του το υπόγειο; Ο Χάρι έχωσε το αιχμηρό άκρο του λοστού κάτω από έναν μεντεσέ. Τράβηξε στα γρήγορα τον λοστό κι άκουσε ένα σύντομο σπάσιμο. Κράτησε την ανάσα του κι αφουγκράστηκε. Το σπίτι φαινόταν κι αυτό να κρατάει την ανάσα του. Απόλυτη σιγή. Άνοιξε απαλά την πόρτα. Η μυρωδιά τον χτύπησε αμέσως. Τα δάχτυλά του εντόπισαν έναν διακόπτη και ξαφνικά ο Χάρι κολύμπησε στο φως. Λαμπτήρες φθορισμού. Η αποθήκη ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι φαινόταν απέξω. Την αναγνώρισε· ήταν ακριβές αντίγραφο του εργαστηρίου στο νοσοκομείο Ράντιουμ: πάγκοι γεμάτοι φιάλες και δοκιμαστικούς σωλήνες. Σήκωσε το καπάκι ενός μεγάλου πλαστικού κουτιού − λευκή σκόνη διάστικτη με καφέ κομματάκια. Ο Χάρι σάλιωσε την άκρη του δαχτύλου του, την ακούμπησε στη σκόνη και την έτριψε στα ούλα του. Πικρή. Βιολίνη. Ξαφνικά τινάχτηκε. Ένας ήχος. Κράτησε την ανάσα του. Και τον Digitalised By Jah®

ξανάκουσε. Κάποιος έκλαιγε. Ο Χάρι έτρεξε κι έσβησε το φως κι έσκυψε μες στο σκοτάδι με τον λοστό στο χέρι. Κι άλλο κλαψούρισμα. Ο Χάρι περίμενε για λίγα δευτερόλεπτα. Κι ύστερα, με γρήγορα και σιωπηλά βήματα, βγήκε από την αποθήκη και πήγε προς τα εκεί απ’ όπου ακουγόταν ο ήχος. Μια άλλη αποθήκη στο αριστερό του χέρι. Έπιασε τον λοστό με το δεξί. Πατώντας στις μύτες των ποδιών του έφτασε στην πόρτα, που είχε μία μικρή τρύπα με πλέγμα ασφαλείας, ακριβώς όπως είχαν και στο πατρικό του. Με μία διαφορά: η πόρτα μπροστά του ήταν ενισχυμένη με μέταλλο. Ο Χάρι κράτησε ψηλά τον λοστό, σ’ ετοιμότητα. Στάθηκε στον τοίχο δίπλα στην πόρτα, μέτρησε έως το τρία, άναψε τον φακό κι έριξε το φως του μέσα απ’ την τρύπα. Περίμενε. Πέρασαν τρία δευτερόλεπτα και κανείς δεν τον πυροβόλησε, κανείς δεν πετάχτηκε προς τη δέσμη του φωτός. Ακούμπησε το κεφάλι του στο πλέγμα ασφαλείας και κοίταξε μέσα. Το φως έπεσε πάνω σε τούβλινους τοίχους, μια αλυσίδα, ένα στρώμα κι ύστερα εντόπισε αυτό που έψαχνε. Ένα πρόσωπο. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Καθόταν σχεδόν ακίνητη, λες και είχε συνηθίσει να την παρακολουθούν υπό το φως ενός φακού. «Ιρένε;» ρώτησε ο Χάρι διστακτικά. Κι εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνο στην τσέπη του άρχισε να δονείται.

Digitalised By Jah®

37

οίταξα το ρολόι μου. Είχα ξεσηκώσει όλο το σπίτι, αλλά πουθενά η κρυψώνα του Όλεγκ. Κι ο Ίψεν έπρεπε να είχε έρθει εδώ και είκοσι λεπτά. Ας τολμήσει να μην έρθει ο κωλοδιεστραμμένος. Για απαγωγή και βιασμό σε πάνε ισόβια σ’ αυτή τη χώρα. Την ημέρα που η Ιρένε έφτασε στο Όσλο την πήγα στο δωμάτιο με τα μουσικά όργανα λέγοντάς της ότι θα την περίμενε εκεί ο Όλεγκ. Ψέματα, φυσικά. Αντ’ αυτού, μας περίμενε ο Ίψεν. Την κράτησε ενώ εγώ της έκανα ένεση. Σκέφτηκα τον Ρούφους. Και σ’ αυτήν για το καλό της το έκανα. Η Ιρένε καλμάρισε αμέσως και το μόνο που έμενε ήταν να την πάμε ως τ’ αυτοκίνητό του. Στο πορτμπαγκάζ είχε το μισό κιλό μου. Το μετάνιωσα; Ναι, το μετάνιωσα που δεν του ζήτησα ολόκληρο! Όχι, όχι... φυσικά και το μετάνιωσα λίγο. Δεν είμαι κι εντελώς αναίσθητος. Αλλά κάθε φορά που σκεφτόμουν: Σκατά, δεν έπρεπε να το έχω κάνει αυτό, ρε γαμώτο, έλεγα στον εαυτό μου ότι ο Ίψεν τουλάχιστον θα της συμπεριφερόταν σωστά. Πρέπει να την αγαπάει. Έστω και με τον διεστραμμένο τρόπο του. Τέλος πάντων, ήταν ήδη αργά για κλάματα. Το ζήτημα τώρα ήταν να ’παιρνα λίγο φάρμακο και να ξαναγινόμουν καλά. Αυτή η αίσθηση ήταν ολοκαίνουργια για μένα, να μη δίνω στο κορμί μου ό,τι του χρειαζόταν. Πάντα είχα ό,τι γούσταρα, τώρα το Digitalised By Jah®

Κ

συνειδητοποιώ. Κι αν τα πράγματα δεν θα ήταν πια έτσι, καλύτερα να πέθαινα με τη μία. Νέος κι όμορφος, με τα δόντια μου σχεδόν ανέπαφα. Ο Ίψεν δεν θα ’ρχόταν. Το ’χα πάρει χαμπάρι. Κάθισα στο παράθυρο της κουζίνας και κοίταζα τον δρόμο, αλλά ο παλιαρχίδης ο κωλοκουτσός δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε αυτός ούτε ο Όλεγκ. Είχα δοκιμάσει τους πάντες. Εκτός από έναν. Είχα αποκλείσει αυτή την οψιόν για πάρα πολύ καιρό. Φοβόμουν, ναι, το παραδέχομαι. Αλλά ήξερα ότι ο μάγκας βρισκόταν στην πόλη. Είχε έρθει από την πρώτη στιγμή που η Ιρένε εξαφανίστηκε. Ο θετός μου αδερφός, ο Στάιν. Ξανακοίταξα έξω στον δρόμο. Όχι. Προτιμούσα να πεθάνω παρά να τον πάρω τηλέφωνο. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν κι ο Ίψεν δεν ερχόταν. Διάολε! Καλύτερα να πέθαινα απ’ το να νιώθω τόσο άρρωστος. Σφάλισα ξανά τα μάτια μου, αλλά από τα βλέφαρά μου γλίστρησαν σκουλήκια κι άρχισαν να σέρνονται στο πρόσωπό μου. ’Ντάξει. Ο θάνατος μόλις έχασε το παιχνίδι. Με περίμενε το μεγάλο φινάλε. Να τον πάρω τηλέφωνο ή να παραμείνω άρρωστος; Γαμώτο μου! Γαμώτο!

Ο Χάρι έσβησε τον φακό σαν ένιωσε το τηλέφωνό του να δονείται. Είδε στην οθόνη τον αριθμό του Χανς Κρίστιαν. «Κάποιος έρχεται» ψιθύρισε η φωνή του, τραχιά από την αγωνία. «Πάρκαρε έξω από την πύλη και κατευθύνεται τώρα προς το σπίτι». «Οκέι» είπε ο Χάρι. «Ηρέμησε. Στείλε μήνυμα αν δεις οτιδήποτε. Και να φύγεις αν…» «Να φύγω;» Ο Χανς Κρίστιαν ακούστηκε πραγματικά αναστατωμένος. «Αν συνειδητοποιήσεις ότι όλα πάνε κατά διαόλου, οκέι;»

Digitalised By Jah®

«Γιατί να...» Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο, άναψε ξανά τον φακό και φώτισε το πλέγμα. «Ιρένε;» Το κορίτσι ανοιγόκλεισε τα τεράστια μάτια του στο φως του φακού. «Άκουσέ με. Το όνομά μου είναι Χάρι. Είμαι αστυνομικός κι έχω έρθει να σ’ ελευθερώσω. Αλλά κάποιος έρχεται. Αν κατέβει εδώ κάτω, κάνε σαν να μη μ’ έχεις δει, εντάξει; Και θα σε βγάλω σύντομα, Ιρένε, σ’ το υπόσχομαι». «Έχεις;...» μουρμούρισε εκείνη, αλλά ο Χάρι δεν κατάλαβε τι του έλεγε. «Αν έχω τι;» «Έχεις... καθόλου βιολίνη;» Ο Χάρι έτριξε τα δόντια του. «Κρατήσου για λίγο ακόμα» της ψιθύρισε. Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας κι έσβησε το φως. Στάθηκε πίσω από την πόρτα του υπογείου, αφήνοντάς τη λίγο ανοιχτή. Έβλεπε πεντακάθαρα την είσοδο του σπιτιού. Άκουσε κάποιον να σέρνει τα πόδια του στα χαλίκια απέξω. Το ένα πόδι να σέρνεται μετά το άλλο. Ραιβοϊπποποδία. Η πόρτα άνοιξε. Το φως άναψε. Και να τος· μεγαλόσωμος, παχουλός, στρογγυλός. Ο Στιγκ Νίμπακ. O προϊστάμενος στο νοσοκομείο Ράντιουμ. Αυτός που θυμόταν τον Χάρι από το σχολείο και που ήξερε τον Τρέσκο. Αυτός που φορούσε μια μαυρισμένη βέρα κι είχε ένα εργένικο διαμέρισμα χωρίς τίποτα το περίεργο. Αλλά κι ένα σπίτι που του άφησαν οι γονείς του κι έμενε άδειο και απούλητο. Κρέμασε το παλτό του στον καλόγερο και προχώρησε προς τα εκεί που κρυβόταν ο Χάρι, με το χέρι τεντωμένο εμπρός. Ξάφνου σταμάτησε. Τίναξε το χέρι του με ύφος συνοφρυωμένο. Στάθηκε κι αφουγκράστηκε. Κι ο Χάρι κατάλαβε γιατί· το νήμα που είχε νιώσει Digitalised By Jah®

μπαίνοντας, αυτό που είχε εκλάβει ως ιστό αράχνης, πρέπει να ήταν κάτι άλλο. Κάποια αόρατη ίνα που ο Νίμπακ είχε τοποθετήσει για να καταλαβαίνει αν έχει ανεπιθύμητους επισκέπτες. Ο Νίμπακ κινήθηκε με εκπληκτική ταχύτητα κι ευκινησία προς μια ντουλάπα, έχωσε μέσα το χέρι του κι έβγαλε έξω κάτι μεταλλικό και ματ. Μια καραμπίνα. Σκατά, σκατά. Ο Χάρι σιχαινόταν τις καραμπίνες. Ο Νίμπακ έβγαλε κι ένα ανοικτό πακέτο φυσίγγια, πήρε δυο μεγάλα κόκκινα φυσίγγια και τα κράτησε ανάμεσα στον αντίχειρα και τον μέσο του. Το μυαλό του Χάρι είχε αρχίσει να παίρνει τρελές στροφές, αλλά δεν έβρισκε καμιά καλή ιδέα. Διάλεξε λοιπόν την κακή. Έβγαλε το κινητό κι άρχισε να γράφει: Κ-Ο-Ρ-Ν-Α-Ρ-Ε-Κ-Α-Ι-Π-Ε-Ρ-Ι-Ν-Ε-Ν-Ρ Σκατά, λάθος! Άκουσε το μεταλλικό κλικ της καραμπίνας που άνοιγε. Διαγραφή. Πού είναι, γαμώτο; Εδώ. Αντί για Ν Μ κι αντί για Ρ Ε. Τον άκουσε να χώνει μέσα τα φυσίγγια. Π-Ε-Ρ-Ι-Μ-Ε-Ν-Ε-Ν-Α-Ε-Ρ-Θ-Ε-Ι Γαμώτο μου, αυτά τα μικρά κωλοκουμπιά! Άκουσε την καραμπίνα να ξανακλείνει. Σ-Τ-Ο-Π-Α-Ρ-Α-Θ-Θ Λάθος πάλι! Ο Χάρι άκουσε τον Νίμπακ να σέρνει το πόδι του προς το μέρος του. Δεν είχε άλλο χρόνο. Ο Χανς Κρίστιαν έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του. Φ-Ω-Τ-Α! Πάτησε «αποστολή». Ο Χάρι είδε τον Νίμπακ να βάζει την καραμπίνα στον ώμο του. Και συνειδητοποίησε ότι ο φαρμακοποιός είχε δει τη μισάνοιχτη πόρτα προς το υπόγειο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια κόρνα. Δυνατή κι επίμονη. Ο Νίμπακ τινάχτηκε. Κοίταξε στο καθιστικό που έβλεπε στον δρόμο. Digitalised By Jah®

Δίστασε. Κι ύστερα μπήκε στο δωμάτιο. Η κόρνα ξανακούστηκε κι αυτή τη φορά συνεχίστηκε ασταμάτητα. Ο Χάρι άνοιξε την πόρτα κι ακολούθησε τον Νίμπακ. Δεν χρειαζόταν να προχωρήσει σιγά σιγά, η κόρνα σκέπαζε τα βήματά του. Από το άνοιγμα της πόρτας του καθιστικού είδε τον Νίμπακ ν’ ανοίγει τις κουρτίνες. Το δωμάτιο πλημμύρισε με εκτυφλωτικό φως από τους προβολείς του αυτοκινήτου του Χανς Κρίστιαν. Ο Χάρι έκανε τέσσερα μεγάλα βήματα κι ο Στιγκ Νίμπακ ούτε τον είδε ούτε και τον άκουσε να πλησιάζει. Κρατούσε το ένα χέρι μπροστά στα μάτια του για να προστατευτεί από το φως. Ο Χάρι άνοιξε τα χέρια του σαν να τον αγκάλιαζε από πίσω, άρπαξε την καραμπίνα κι έχωσε την κάννη της στον λαιμό του φαρμακοποιού. Έχωσε τα γόνατα στο πίσω μέρος των ποδιών του, ρίχνοντάς τους και τους δυο τους στα γόνατα. Ο Στιγκ Νίμπακ πάλευε να πάρει ανάσα. Ο Χανς Κρίστιαν πρέπει να κατάλαβε ότι η κόρνα έκανε τη δουλειά της γιατί σταμάτησε να κορνάρει, αλλά ο Χάρι συνέχιζε να πιέζει. Μέχρι που οι κινήσεις του Νίμπακ έγιναν αδύναμες κι αργές κι ο ίδιος έμοιαζε να μαραίνεται. Ο Χάρι κατάλαβε ότι ο Νίμπακ λιποθυμούσε. Σε λίγα δευτερόλεπτα ο εγκέφαλος θα καταστρεφόταν από την απουσία οξυγόνου και σε μερικά ακόμα ο Στιγκ Νίμπακ, απαγωγέας και ο εγκέφαλος πίσω από τη βιολίνη, θα ήταν νεκρός. Ο Χάρι ζύγισε την κατάσταση. Μέτρησε έως το τρία και τράβηξε το ένα του χέρι από την καραμπίνα. Ο Νίμπακ γλίστρησε στο πάτωμα δίχως τσιμουδιά. Κάθισε σε μια καρέκλα λαχανιασμένος. Σιγά σιγά, καθώς τα επίπεδα αδρεναλίνης στον οργανισμό του άρχισαν να ξαναπέφτουν, ο πόνος από το πιγούνι και τον λαιμό του επέστρεψε. Χειροτέρευε ώρα με την ώρα. Προσπάθησε να τον αγνοήσει και πληκτρολόγησε Ο και Κ προς τον Χανς Κρίστιαν. Ο Νίμπακ άρχισε να βογκάει απαλά και κουλουριάστηκε σε Digitalised By Jah®

εμβρυϊκή στάση στο πάτωμα. Ο Χάρι τον έψαξε. Ό,τι βρήκε στις τσέπες του το άφησε πάνω στο τραπεζάκι του καθιστικού − πορτοφόλι, κινητό κι ένα μπουκαλάκι με συνταγογραφούμενα χάπια. Ζεστρίλ. Ο Χάρι θυμήθηκε πως τα έπαιρνε κι ο παππούς του για να αποτρέψει τυχόν καρδιακή προσβολή. Ο Χάρι έχωσε τα χάπια στην τσέπη του, ακούμπησε την κάννη της καραμπίνας στο μέτωπο του Νίμπακ και τον διέταξε να σηκωθεί όρθιος. Ο Νίμπακ κοίταξε τον Χάρι. Κάτι πήγε να πει, μα άλλαξε γνώμη. Σηκώθηκε όρθιος με δυσκολία και στάθηκε τρεκλίζοντας. «Πού πάμε;» ρώτησε καθώς ο Χάρι τον έσπρωξε προς το χολ. «Κάτω». Ο Στιγκ Νίμπακ δεν είχε ακόμη ανακτήσει πλήρως την ισορροπία του και ο Χάρι τον κρατούσε με το ένα χέρι κάτω από τον ώμο, έχοντας στο άλλο την καραμπίνα. Κατέβηκαν μαζί στο υπόγειο. Στάθηκαν έξω από την πόρτα όπου βρισκόταν η Ιρένε. «Πώς κατάλαβες ότι ήμουν εγώ;» «Απ’ το δαχτυλίδι» είπε ο Χάρι. «Άνοιξε». Ο Νίμπακ έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη του και το γύρισε στην κλειδαριά. Μπήκε μέσα κι άναψε ένα φως. Η Ιρένε είχε μετακινηθεί. Είχε κουλουριαστεί στην πιο απόμακρη γωνία τρέμοντας, με τον έναν ώμο σηκωμένο λες και περίμενε ότι θα τη χτυπούσαν. Γύρω από τον αστράγαλό της υπήρχε μια αλυσίδα· κατέβαινε από το ταβάνι όπου ήταν καρφωμένη σ’ ένα δοκάρι. Ο Χάρι παρατήρησε ότι η αλυσίδα ήταν αρκετά μακριά ώστε να επιτρέπει στο κορίτσι να κινείται μες στον χώρο. Και να φτάνει ακόμα και τον διακόπτη. Απλώς εκείνη προτιμούσε το σκοτάδι. «Λύσε την» είπε ο Χάρι. «Και φόρα εσύ την αλυσίδα». Ο Νίμπακ ξερόβηξε. Σήκωσε τα χέρια του. «Άκουσέ με, Χάρι…» Digitalised By Jah®

Ο Χάρι τον χτύπησε. Τα πήρε εντελώς και τον χτύπησε. Άκουσε τον μουντό γδούπο του μετάλλου πάνω σε σάρκα κι είδε τον κατακόκκινο μώλωπα που άφησε η κάννη της καραμπίνας στη μύτη του Νίμπακ. «Έτσι και τολμήσεις και ξαναξεστομίσεις τ’ όνομά μου» ψιθύρισε ο Χάρι προσπαθώντας να αρθρώσει τις λέξεις «θα σου λιώσω το κεφάλι στον απέναντι τοίχο με τη λάθος μεριά της καραμπίνας». Με τρεμάμενα χέρια ο Νίμπακ έλυσε την αλυσίδα γύρω από το πόδι της, ενώ η Ιρένε κοιτούσε χαμένη κάπου στο κενό, ακίνητη και απαθής, λες και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν την αφορούσαν. «Ιρένε» είπε ο Χάρι. «Ιρένε!» Το κορίτσι έμοιαζε να ξυπνάει. Γύρισε και τον κοίταξε. «Φύγε από εδώ μέσα» της είπε. Εκείνη σφάλισε με δύναμη τα μάτια της λες και χρειαζόταν όση δύναμη της είχε απομείνει για να ερμηνεύσει τους ήχους που έβγαιναν από το στόμα του, να προσδώσει στις λέξεις του νόημα και να τις μετατρέψει σε δράση. Τον προσπέρασε και βγήκε στον διάδρομο με αργά, αδέξια βήματα, σαν να υπνοβατούσε. Ο Νίμπακ είχε καθίσει πάνω στο στρώμα και είχε σηκώσει το μπατζάκι του παντελονιού του. Προσπαθούσε να δέσει το στενό βραχιόλι της αλυσίδας γύρω απ’ το παχύ κατάλευκό του πόδι. «Εγώ…» «Γύρω απ’ τον καρπό σου» είπε ο Χάρι. Ο Νίμπακ υπάκουσε κι ο Χάρι τράβηξε την αλυσίδα για να δει αν ήταν αρκετά σφιχτή. «Βγάλε αυτό το δαχτυλίδι και δώσ’ το μου». «Γιατί; Είναι μόνο ένα φτηνό…» «Γιατί δεν σου ανήκει». Ο Νίμπακ ξεκόλλησε το δαχτυλίδι από το δάχτυλό του και το έδωσε στον Χάρι. «Δεν ξέρω τίποτα» είπε κατόπιν. «Για ποιο πράγμα;» Digitalised By Jah®

«Γι’ αυτά που θα με ρωτήσεις. Για τον Ντουμπάι. Έχουμε συναντηθεί δυο φορές, αλλά και τις δύο με πήγανε μέχρι εκεί με τα μάτια δεμένα, οπότε δεν έχω ιδέα πού βρισκόμουν. Οι δυο Ρώσοι του έρχονταν κι έπαιρναν προϊόν δυο φορές την εβδομάδα, αλλά δεν έμαθα ποτέ τα ονόματά τους. Πραγματικά, αν θες χρήματα…» «Αυτό είναι λοιπόν;» «Ποιο;» «Όλο αυτό. Για τα χρήματα το έκανες;» Ο Νίμπακ ανοιγόκλεισε τα μάτια του μια δυο φορές. Ανασήκωσε τους ώμους. Ο Χάρι περίμενε. Ένα κουρασμένο μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. «Εσύ τι νομίζεις, Χάρι;» Κι έγνεψε προς το πόδι του. Ο Χάρι δεν απάντησε. Δεν χρειαζόταν να τ’ ακούσει. Δεν ήθελε να τ’ ακούσει. Δεν ήθελε ν’ αρχίσει να καταλαβαίνει. Ότι δύο αγόρια που μεγάλωσαν στο Όπσαλ κάτω από τις ίδιες συνθήκες λίγο πολύ μπορούσαν να έχουν μια δραματικά ανόμοια ζωή μόνο και μόνο λόγω μιας φαινομενικά ασήμαντης συγγενούς βλάβης: λίγα οστά του ποδιού παράταιρα, και το πέλμα γυρίζει προς τα μέσα και σ’ αναγκάζει να φοράς στο ένα πόδι παπούτσι δυο νούμερα μικρότερο απ’ το άλλο. Ιπποποδία: «πόδι αλόγου», παρέκκλιση προς τα κάτω, από τον τρόπο που οι πάσχοντες περπατούν, ο οποίος θυμίζει τροχασμό αλόγου. Μια βλάβη που καθιστά το ξεκίνημα της ζωής σου λίγο χειρότερο από των υπολοίπων, κι εσύ είτε καταφέρνεις είτε δεν καταφέρνεις ν’ αντεπεξέλθεις. Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσεις λίγο παραπάνω για να γίνεις γοητευτικός, να γίνεις το αγόρι που όλοι θέλουν να έχουν, ο αρχηγός της ομάδας, ο κουλ τύπος που έχει κουλ φίλους και ρίχνει το κορίτσι που κάθεται δίπλα στο παράθυρο, αυτό που χαμογελά κι η καρδιά σου πάει να σπάσει, ακόμα κι αν το χαμόγελο δεν προορίζεται για σένα. Ο Στιγκ Νίμπακ έβγαλε όλη του τη ζωή απαρατήρητος, κουτσαίνοντας πάνω στο στραβό του πόδι. Τόσο απαρατήρητος, που ο Χάρι δεν τον θυμόταν καν. Και μια χαρά τα είχε καταφέρει: πήγε στο πανεπιστήμιο, Digitalised By Jah®

δούλεψε σκληρά, έγινε υπεύθυνος τμήματος σε νοσοκομείο. Είχε φτάσει να γίνει αρχηγός της τάξης. Μα του έλειπε το βασικό συστατικό· το κορίτσι που καθόταν δίπλα στο παράθυρο. Εξακολουθούσε να χαμογελά μόνο στους άλλους. Πλούσιος, λοιπόν. Έπρεπε να γίνει πλούσιος. Γιατί τα λεφτά είναι σαν τα καλλυντικά, καλύπτουν τα πάντα και σου δίνουν τα πάντα, ακόμα κι αυτά που λένε ότι δεν αγοράζονται, όπως ο σεβασμός, ο θαυμασμός και η αγάπη. Το βλέπεις παντού, η ομορφιά παντρεύεται το χρήμα. Κι είχε έρθει επιτέλους και η δική του η σειρά. Η σειρά του Στιγκ Νίμπακ, του Κουτσού. Είχε εφεύρει τη βιολίνη κι ο κόσμος ήταν στα πόδια του. Γιατί λοιπόν εκείνη δεν τον ήθελε; Γιατί απέστρεφε το κεφάλι της προσπαθώντας να κρύψει την απέχθειά της, ενώ ήξερε −ήξερε!− ότι ήταν πλούσιος κι ότι γινόταν ολοένα και πλουσιότερος με το πέρας κάθε εβδομάδας; Μήπως υπήρχε κάποιος άλλος στο μυαλό της, εκείνος που της είχε δώσει το γελοίο κι άκομψο δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της; Ήταν άδικο! Είχε δουλέψει τόσο σκληρά κι ακούραστα για να πληροί τα κριτήρια του να τον αγαπούν. Κι άρα έπρεπε κι εκείνη να τον αγαπήσει. Κι έτσι την απήγαγε, την έκλεψε απ’ τη σειρά δίπλα στο παράθυρο και την αλυσόδεσε εδώ κάτω για να μην του ξεφύγει ποτέ πια. Και για να ολοκληρώσει τον αναγκαστικό τους γάμο, της έκλεψε και το δαχτυλίδι και το φόρεσε στο δικό του δάχτυλο. Ήταν το φτηνό δαχτυλίδι που είχε δώσει ο Όλεγκ στην Ιρένε, αυτό που είχε ο ίδιος κλέψει από τη μητέρα του, αυτό που της είχε δώσει ο Χάρι, ο οποίος το είχε αγοράσει από έναν πάγκο σ’ ένα παζάρι, που με τη σειρά του... ήταν σαν το παιδικό τραγουδάκι: «Πάρ’ το δαχτυλίδι και άσ’ το να γυρίσει, απ’ τον ένανε στον άλλον να καθίσει». O Χάρι χάιδεψε τη μαύρη εγκοπή στην πατίνα του δαχτυλιδιού. Ήταν παρατηρητικός μεν, τυφλός δε. Παρατηρητικός ήταν την πρώτη φορά που γνώρισε τον Στιγκ Νίμπακ και του είπε: «Είχα κι εγώ ένα ολόιδιο δαχτυλίδι κάποτε». Digitalised By Jah®

Και τυφλός γιατί δεν είχε καταλάβει για ποιον λόγο ήταν ολόιδιο. Γιατί η εγκοπή στον χαλκό είχε μαυρίσει. Μόνο όταν είδε τη χρυσή βέρα της Μαρτίνε και την άκουσε να του λέει ότι ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που θα αγόραζε ένα τέτοιο κιτς δαχτυλίδι, μόνο τότε συνέδεσε τον Όλεγκ με τον Νίμπακ. Κι έκτοτε, ο Χάρι δεν είχε καμία αμφιβολία για τον φαρμακοποιό, ακόμα κι όταν δεν βρήκε τίποτα το περίεργο στο διαμέρισμά του. Το αντίθετο μάλιστα· το σπίτι ήταν τόσο άδειο από οτιδήποτε περίεργο, που ο Χάρι υπέθεσε ότι ο Στιγκ Νίμπακ πρέπει να φύλαγε όλα του τα μυστικά κάπου αλλού. Στο σπίτι των γονιών του, που παρέμενε άδειο κι απούλητο, ας πούμε. Το κόκκινο σπίτι στην κορυφή του λόφου πάνω από το πατρικό του Χάρι. «Εσύ σκότωσες τον Γκούστο;» ρώτησε ο Χάρι. Ο Στιγκ Νίμπακ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Τα βλέφαρά του είχαν βαρύνει. Φαινόταν νυσταγμένος. «Άλλοθι;» «Όχι, όχι, δεν έχω». «Πες μου». «Εκεί ήμουν». «Πού;» «Στην οδό Χάουσμαν. Πήγαινα να τον δω. Με απειλούσε ότι θα τ’ αποκάλυπτε όλα. Αλλά όταν έφτασα στην οδό Χάουσμαν υπήρχαν περιπολικά παντού. Κάποιος είχε ήδη πυροβολήσει τον Γκούστο». «Ήδη; Θες να πεις ότι σχεδίαζες να το κάνεις κι εσύ;» «Όχι ακριβώς. Εγώ δεν έχω πιστόλι». «Και τι έχεις;» Ο Νίμπακ ανασήκωσε τους ώμους του. «Σπουδές χημείας. Ο Γκούστο υπέφερε από σύνδρομο στέρησης. Χρειαζόταν βιολίνη». Ο Χάρι κοίταξε το κουρασμένο χαμόγελο του Νίμπακ και κατένευσε. «Κι άρα ό,τι λευκή σκόνη και να του έδινες, ο Γκούστο θα τη χτυπούσε με τη μία». Digitalised By Jah®

Η αλυσίδα κουδούνισε καθώς ο Στιγκ Νίμπακ σήκωσε το χέρι του κι έδειξε προς την πόρτα. «Μπορώ... μπορώ να πω κάτι στην Ιρένε πριν;...» Ο Χάρι τον κοίταξε προσεκτικά. Και είδε κάτι οικείο. Έναν άνθρωπο κατεστραμμένο, έναν άνθρωπο τελειωμένο. Έναν άνθρωπο που είχε επαναστατήσει απέναντι στη μοιρασιά της ζωής και είχε χάσει. «Θα τη ρωτήσω» του απάντησε. Ο Χάρι βρήκε την Ιρένε στο καθιστικό. Καθόταν σε μια πολυθρόνα με τα πόδια μαζεμένα κάτω από τους γλουτούς της. Έφερε ένα παλτό από την ντουλάπα στο χολ και τη σκέπασε. Της μίλησε ψιθυριστά. Του απάντησε με μια φωνούλα χαμηλή, λες και φοβόταν τον αντίλαλο στους ψυχρούς τοίχους του καθιστικού. Του εξήγησε ότι ο Γκούστο και ο Νίμπακ, ή Ίψεν όπως τον αποκαλούσαν, είχαν συνεργαστεί για να την παγιδεύσουν. Σε αντάλλαγμα, ο Γκούστο είχε πάρει μισό κιλό βιολίνης. Βρισκόταν κλεισμένη εδώ μέσα τέσσερις μήνες. Ο Χάρι την άφησε να μιλήσει με την ησυχία της. Περίμενε να τελειώσει κι ύστερα της έκανε την επόμενη ερώτηση. Όχι, δεν ήξερε πολλά για τον φόνο του Γκούστο, μόνο αυτά που της είχε πει ο Ίψεν. Ούτε ήξερε ποιος ήταν ο Ντουμπάι ή πού κατοικούσε. Ο Γκούστο δεν είχε πει ποτέ του τίποτα κι ούτε η Ιρένε ήθελε να ξέρει. Το μόνο που ήξερε για τον Ντουμπάι είναι ότι κυκλοφορούσε μες στην πόλη σαν φαντομάς κι ότι κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ή πώς έμοιαζε, μόνο ότι ήταν σαν τον άνεμο· αδύνατον να τον πιάσεις. Ο Χάρι κατένευσε. Είχε ακούσει αυτή την παρομοίωση πολύ συχνά τώρα τελευταία. «Ο Χ. Κ. θα σε πάει στην αστυνομία. Είναι δικηγόρος και θα σε βοηθήσει να συντάξεις την κατάθεσή σου. Και μετά θα σε πάει στη μητέρα του Όλεγκ, με την οποία θα μείνεις για λίγο καιρό». Η Ιρένε κούνησε το κεφάλι της. «Θα πάρω τηλέφωνο τον Στάιν, Digitalised By Jah®

τον αδερφό μου. Μπορώ να μείνω μαζί του. Και…» «Ναι;» «Πρέπει πραγματικά να δώσω κατάθεση στην αστυνομία;» Ο Χάρι την κοίταξε. Ήταν τόσο νέα, τόσο μικροσκοπική, σαν πουλάκι. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ζημιά τής είχε κάνει. «Μπορείς να περιμένεις μέχρι αύριο» είπε ο Χάρι. Είδε τα μάτια της να δακρύζουν. Η πρώτη του σκέψη ήταν: Επιτέλους. Πήγε να βάλει το χέρι του στον ώμο της, αλλά πρόλαβε κι άλλαξε γνώμη. Το χέρι ενός άγνωστου άνδρα ήταν το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν το κορίτσι αυτή τη στιγμή. Ξαφνικά, τα δάκρυά της στέρεψαν. «Υπάρχει... μήπως υπάρχει άλλος τρόπος;» τον ρώτησε. «Τι εννοείς;» «Ώστε να μην τον ξαναδώ ποτέ, αυτό εννοώ». Τα μάτια της δεν τον άφηναν. «Ποτέ ξανά». Και τότε το ένιωσε. Το χέρι της πάνω στο δικό του. «Σε παρακαλώ». Ο Χάρι χάιδεψε το χέρι της κι ύστερα το ξανάβαλε στα γόνατά της. «Έλα, θα σε πάω στον Χανς Κρίστιαν».

Ο Χάρι κοίταξε το αυτοκίνητο που έφευγε. Γύρισε και ξαναμπήκε στο σπίτι, κατέβηκε στο υπόγειο. Δεν μπορούσε να βρει σχοινί, βρήκε όμως ένα λάστιχο κήπου κάτω από τις σκάλες. Το κουβάλησε μέχρι την αποθήκη και το πέταξε προς τη μεριά του Νίμπακ. Σήκωσε το βλέμμα στο ταβάνι· ήταν αρκετά ψηλά. Έβγαλε τα χαπάκια Ζεστρίλ που είχε βρει στην τσέπη του Νίμπακ και τ’ άδειασε στην παλάμη του. «Έχεις την καρδιά σου;» ρώτησε ο Χάρι. Ο Νίμπακ κατένευσε. «Πόσα χάπια πρέπει να παίρνεις την ημέρα;» «Δύο». Digitalised By Jah®

Ο Χάρι άφησε τα χαπάκια στην παλάμη του Νίμπακ και ξανάβαλε το άδειο μπουκαλάκι στην τσέπη του. «Θα επιστρέψω σε δυο μέρες. Δεν ξέρω αν σε νοιάζει η φήμη σου κι όλα αυτά. Προφανώς, η ντροπή σου θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν ζούσαν οι γονείς σου, αλλά πρέπει να έχεις ακούσει πώς συμπεριφέρονται οι υπόλοιποι κρατούμενοι στους βιαστές, ε; Αν όταν γυρίσω δεν υπάρχεις πια, τότε θα σε ξεχάσουν και κανείς δεν θα ξαναναφέρει τ’ όνομά σου. Αν υπάρχεις, θα σε πάμε στην αστυνομία. Κατάλαβες;» Οι κραυγές του Στιγκ Νίμπακ τον ακολούθησαν μέχρι την εξώπορτα. Ήταν οι κραυγές ενός ανθρώπου που είχε μείνει ολομόναχος με τις τύψεις του, τα φαντάσματά του, τη μοναξιά και τις επιλογές του. Ναι, υπήρχε κάτι οικείο πάνω του. Ο Χάρι έκλεισε με λύσσα την πόρτα πίσω του.

Στην οδό Βετλανσβάιεν ο Χάρι βρήκε ταξί για την Ουρτεγκάτα. Ο λαιμός του πονούσε ρυθμικά λες κι είχε δικό του σφυγμό, λες και μέσα του είχε ξαφνικά ζωντανέψει ένα φλεγόμενο πλάσμα γεμάτο βακτήρια κι αποζητούσε να ξεπηδήσει από τον λαιμό του. Ρώτησε τον οδηγό αν είχε κάποιο παυσίπονο, αλλά εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Στρίβοντας για την Μπιορβίκα, ο Χάρι είδε βεγγαλικά πάνω από την Όπερα. Κάποιος γιόρταζε κάτι. Σκέφτηκε ότι κι εκείνος θα έπρεπε να το γιορτάσει. Τα είχε καταφέρει· είχε βρει την Ιρένε, κι ο Όλεγκ ήταν ελεύθερος. Ό,τι είχε σκοπό να κάνει το είχε φέρει εις πέρας. Τότε γιατί δεν είχε καθόλου όρεξη για πανηγυρισμούς; «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Χάρι τον οδηγό. «Α, είναι η πρεμιέρα κάποιας όπερας. Πήγα κάτι πολύ σικάτους τύπους εκεί πέρα νωρίτερα». «Ντον Τζιοβάνι. Είχα και πρόσκληση». «Και γιατί δεν πήγες; Λένε ότι είναι καλό». Digitalised By Jah®

«Οι τραγωδίες με στεναχωρούν». Ο οδηγός κοίταξε τον Χάρι απ’ τον καθρέφτη με μάτια γουρλωμένα. Κι έσκασε στα γέλια. «Οι τραγωδίες σε στεναχωρούν;» Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Κλάους Τούρκιλντσεν. «Νόμιζα ότι δεν θα ξαναμιλούσαμε ποτέ» είπε ο Χάρι. «Κι εγώ» απάντησε εκείνος. «Αλλά... τέλος πάντων, κάθισα και το έψαξα». «Δεν έχει και πολλή σημασία πια» είπε ο Χάρι. «Η υπόθεση έκλεισε απ’ τη μεριά μου». «Ναι μεν, αλλά ίσως να σ’ ενδιαφέρει να μάθεις ότι ακριβώς πριν και μετά τον φόνο του Γκούστο Χάνσεν ο Μπέλμαν, ή το τηλέφωνό του εν πάση περιπτώσει, βρισκόταν στο Έστφολντ. Θα ήταν λοιπόν αδύνατον να προλάβει να πάει μέχρι την οδό Χάουσμαν και να γυρίσει πίσω». «Οκέι, Κλάους, σ’ ευχαριστώ». «Εντάξει. Ποτέ ξανά, λοιπόν;» «Ποτέ ξανά. Κλείνω τώρα». Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο. Ακούμπησε το κεφάλι του στο μαξιλαράκι κι έκλεισε τα μάτια του. Θα έπρεπε να είναι χαρούμενος. Στο πίσω μέρος των βλεφάρων του έβλεπε τη λάμψη από τα πυροτεχνήματα.

Digitalised By Jah®

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ————

Digitalised By Jah®

38

έρθω μαζί σου». Αυτό ήταν. Τέλος. «Θ α Ήταν ξανά δικιά του. Ο Χάρι προχώρησε μια θέση στην ουρά του τσεκ ιν στη μεγάλη αίθουσα του αεροδρομίου Γκαρντεμούεν. Ξαφνικά είχε σχέδιο· ένα σχέδιο για το υπόλοιπο της ζωής του. Ένα κάποιο σχέδιο, τέλος πάντων. Και μια μεθυστική αίσθηση που μπορούσε να περιγράψει με μία και μόνο λέξη: ευτυχία. Η οθόνη πάνω από τον πάγκο έγραφε ΤΗAI AIR - BUSINESS CLASS. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα. Από το σπίτι του Νίμπακ είχε πάει κατευθείαν στον Φάρο για να επιστρέψει στη Μαρτίνε το τηλέφωνό της, μα εκείνη είχε αγοράσει καινούργιο κι επέμενε να το κρατήσει. Ο Χάρι δέχτηκε εντέλει κι ένα ολοκαίνουργιο σχεδόν παλτό, ώστε να μοιάζει ευπαρουσίαστος. Πήρε και τρία παυσίπονα παρακεταμόλης, αλλά αρνήθηκε να την αφήσει να δει τις πληγές του. Θα ήθελε μετά να του αλλάξει τους επιδέσμους και δυστυχώς ο Χάρι δεν είχε ώρα για τέτοια. Είχε πάρει τηλέφωνο τις Ταϊλανδέζικες Αερογραμμές και είχε κλείσει ήδη εισιτήριο. Τότε συνέβη. Πήρε τηλέφωνο τη Ράκελ, της είπε ότι βρήκε την Ιρένε κι ότι η Digitalised By Jah®

αποστολή του είχε τελειώσει, μιας και ο Όλεγκ είχε αποφυλακιστεί. Και τώρα έπρεπε να φύγει από τη χώρα, πριν τον συλλάβουν κι αυτόν. Τότε ήταν που του το είπε. Ο Χάρι έκλεισε τα μάτια και ξανάκουσε μες στο κεφάλι του ν’ αντηχούν οι λέξεις της Ράκελ: «Θα έρθω μαζί σου, Χάρι». Θα έρθω μαζί σου, θα έρθω μαζί σου. Κι ύστερα: «Πότε;». Πότε; Ήθελε να φωνάξει: «Τώρα! Φτιάξε μια βαλίτσα κι έλα τώρα!». Αλλά δεν είχε τρελαθεί εντελώς ακόμη. «Ράκελ, άκουσέ με. Είμαι καταζητούμενος κι είναι πολύ πιθανόν η αστυνομία να σε παρακολουθεί ελπίζοντας ότι θα τους οδηγήσεις σ’ εμένα, κατάλαβες; Θα φύγω απόψε μόνος μου κι εσύ μπορείς να έρθεις αύριο με τη βραδινή πτήση. Θα σε περιμένω στην Μπανγκόκ. Θα πετάξουμε μαζί για Χονγκ Κονγκ». «Μα ο Χανς Κρίστιαν μπορεί να σε υπερασπιστεί αν σε συλλάβουν. Η ποινή δεν θα...» «Δεν με απασχολεί αν θα ’ναι μακρόχρονη η ποινή ή όχι» είπε ο Χάρι. «Το θέμα είναι ο Ντουμπάι: εφόσον παραμένω στο Όσλο, μπορεί να με βρει. Είσαι σίγουρη ότι ο Όλεγκ είναι ασφαλής;» «Ναι. Αλλά θέλω να ’ρθει κι αυτός μαζί μας, Χάρι. Δεν μπορώ να ταξιδέψω...» «Φυσικά και θα έρθει». «Το εννοείς;» Η ανακούφιση στη φωνή της ήταν φανερή. «Θα είμαστε όλοι μαζί. Ο Ντουμπάι δεν μπορεί να μας αγγίξει στο Χονγκ Κονγκ. Εμείς οι δυο θα περιμένουμε δυο μέρες στο Χονγκ Κονγκ κι ύστερα θα στείλω ανθρώπους του Χέρμαν Κλούιτ στο Όσλο να τον πάρουν και να μας τον φέρουν». «Θα μιλήσω στον Χανς Κρίστιαν. Και θ’ αγοράσω το εισιτήριό μου για αύριο, αγάπη μου». «Θα σε περιμένω στην Μπανγκόκ». Digitalised By Jah®

Σιωπηλή παύση. «Μα είσαι καταζητούμενος, Χάρι. Πώς θα μπεις στο αεροπλάνο χωρίς να....» «Ο επόμενος!» Ο επόμενος; Ο Χάρι άνοιξε τα μάτια του κι είδε την κοπέλα πίσω από τον πάγκο να του χαμογελάει. Προχώρησε και της έδωσε διαβατήριο και εισιτήριο. Την είδε να πληκτρολογεί το όνομα μέσα στο σύστημα. «Δεν μπορώ να βρω τ’ όνομά σας, κύριε Νίμπακ...» Ο Χάρι χαμογέλασε φαρδιά. «Είχα κράτηση για Μπανγκόκ σε δέκα μέρες, μα σας πήρα τηλέφωνο πριν από μιάμιση ώρα και το άλλαξα γι’ απόψε». Η γυναίκα πληκτρολόγησε κάτι ακόμα. Ο Χάρι μέτρησε τα δευτερόλεπτα. Εισέπνευσε, εξέπνευσε. Εισέπνευσε, εξέ.... «Α, ναι, εδώ είστε. Καμιά φορά το σύστημα αργεί να περάσει τις πιο πρόσφατες κρατήσεις. Εδώ γράφει ότι σχεδιάζατε να πετάξετε με την κυρία Ιρένε Χάνσεν;» «Η κυρία Χάνσεν θα πετάξει όπως σχεδιάζαμε, σε δέκα ημέρες» είπε ο Χάρι. «Α, μάλιστα. Βαλίτσες;» «Καμία». Ήχος πληκτρολογίου. Η κοπέλα συνοφρυώθηκε. Ξανάνοιξε το διαβατήριο. Ο Χάρι σταμάτησε ν’ αναπνέει. Η κοπέλα τοποθέτησε την κάρτα επιβίβασης μες στο διαβατήριο και του τα επέστρεψε. «Καλύτερα να βιαστείτε, κύριε Νίμπακ. Η επιβίβαση έχει ήδη αρχίσει. Καλό σας ταξίδι». «Σας ευχαριστώ» είπε ο Χάρι με περισσότερη θέρμη απ’ ό,τι περίμενε, κι έτρεξε προς τον έλεγχο ασφαλείας. Μόνο όταν πέρασε από τις ακτίνες Χ και ξαναπήρε στα χέρια του το κινητό της Μαρτίνε και τα κλειδιά του είδε ότι είχε μήνυμα. Πήγε να το σώσει μαζί με τ’ άλλα μηνύματα της Μαρτίνε, μα είδε το σύντομο όνομα του αποστολέα. Μπ.: Μπέτε. Digitalised By Jah®

Πήγε τρέχοντας στην πύλη 54. Τελευταία αναγγελία αναχώρησης της πτήσης για Μπανγκόκ. Διάβασε το μήνυμα. Βρήκα τη λίστα του πέμπτου περιπολικού. Υπάρχει διεύθυνση που δεν βρίσκεται στον κατάλογο του Μπέλμαν. Μπλινερνβάιεν 74. Ο Χάρι έχωσε το τηλέφωνο στην τσέπη του. Δεν υπήρχε ουρά στον έλεγχο. Άνοιξε το διαβατήριό του, ο αξιωματικός το ήλεγξε και κοίταξε και την κάρτα επιβίβασης. Ύστερα κοίταξε τον Χάρι. «Την ουλή την απέκτησα μετά τη φωτογραφία» είπε ο Χάρι. Ο αξιωματικός τον εξέτασε προσεκτικά. «Να βγάλετε νέα φωτογραφία λοιπόν, κύριε Νίμπακ» είπε και του επέστρεψε τα έγγραφα. Έκανε νόημα στον άνθρωπο πίσω του πως είχε έρθει η σειρά του. Ο Χάρι ήταν ελεύθερος. Είχε σωθεί. Μια νέα ζωή ανοιγόταν μπροστά του. Στην πύλη αναχώρησης πέντε άνθρωποι περίμεναν στην ουρά. Ο Χάρι κοίταξε την κάρτα επιβίβασης. Διακεκριμένη θέση. Ποτέ του δεν είχε ταξιδέψει παρά μόνο οικονομική, ακόμα και για τις δουλειές του Χέρμαν Κλούιτ. Μια χαρά τα είχε πιάσει τα λεφτά του ο Στιγκ Νίμπακ. Κι ο Ντουμπάι. Μια χαρά τα έπιανε ακόμη. Τώρα, αυτή τη στιγμή, απόψε, οι πελάτες του συνέρρεαν στο κέντρο πεινασμένοι, με τρεμάμενα πρόσωπα, και περίμεναν να έρθει κάποιος παίκτης της Άρσεναλ για να τους πει: «Πάμε». Δυο άνθρωποι ακόμα μπροστά του. Οδός Μπλινερνβάιεν, αριθμός 74. Θα έρθω μαζί σου. Ο Χάρι έκλεισε τα μάτια του να ξανακούσει τη φωνή της. Και την άκουσε να λέει: Αστυνομικός έχεις γίνει; Ρομποτάκι; Ένας δούλος στη μυρμηγκοφωλιά, υποταγμένος στις σκέψεις άλλων ανθρώπων; Αυτό είσαι; Αυτό ήταν; Ήρθε η σειρά του. Η γυναίκα στον τελικό έλεγχο σήκωσε τα φρύδια της. Digitalised By Jah®

Όχι, δεν ήταν σκλάβος. Της έδωσε την κάρτα επιβίβασης. Προχώρησε. Κατευθύνθηκε μέσα από τη φυσούνα προς το αεροσκάφος. Από τα πλαϊνά παράθυρα είδε ένα αεροπλάνο που προσγειωνόταν. Πάνω από το σπίτι του Τουρ Σουλτς. Μπλινερνβάιεν 74. Το αίμα του Μίκαελ Μπέλμαν κάτω από τα νύχια του Γκούστο. Σκατά! Σκατά! Ο Χάρι επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο, βρήκε τη θέση του κι έπεσε βαρύς πάνω στο δερμάτινο κάθισμα. Θεέ μου, τι απαλότητα. Πάτησε ένα κουμπί και το κάθισμα έγειρε προς τα πίσω, κι άλλο, κι άλλο, μέχρι που οριζοντιώθηκε. Έκλεισε ξανά τα μάτια του. Ήθελε να κοιμηθεί. Να κοιμηθεί μέχρι την ώρα που θα βρισκόταν σ’ ένα εντελώς διαφορετικό μέρος, εντελώς αλλαγμένος. Προσπάθησε να φέρει στο μυαλό του τη φωνή της. Αντ’ αυτής, άκουσε μιαν άλλη να του λέει στα σουηδικά: Εγώ φορώ το ψεύτικο κολάρο ενός πάστορα κι εσύ το ψεύτικο αστέρι ενός σερίφη. Πόσο ακλόνητη είναι η πίστη σου στο δικό σου ευαγγέλιο; Το αίμα του Μπέλμαν… Στο Έστφολντ. Θα ήταν αδύνατον να προλάβει να πάει μέχρι την οδό Χάουσμαν. Κι όμως, τα πάντα ταίριαζαν. Ο Χάρι ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του κι άνοιξε τα μάτια του. Μια αεροσυνοδός με ψηλά ζυγωματικά τού χαμογέλασε. «Με συγχωρείτε, αλλά θα πρέπει να φέρετε το κάθισμά σας σε όρθια θέση για την απογείωση». Όρθια θέση. Ο Χάρι πήρε μιαν ανάσα. Έβγαλε το κινητό του τηλέφωνο. Κοίταξε τον τελευταίο αριθμό. «Κύριε, πρέπει να κλείσετε το...» Σήκωσε την παλάμη προς την αεροσυνοδό και πάτησε το κουμπί της κλήσης. Digitalised By Jah®

«Νόμιζα ότι δεν θα ξαναμιλούσαμε ποτέ» είπε ο Κλάους Τούρκιλντσεν. «Πού ακριβώς στο Έστφολντ;» «Συγγνώμη;» «Ο Μπέλμαν. Πού στο Έστφολντ βρισκόταν όταν σκοτώθηκε ο Γκούστο;» «Στο Ρίγκε. Κοντά στο Μος». Ο Χάρι έκλεισε το τηλέφωνο και σηκώθηκε όρθιος. «Κύριε, έχει ανάψει το σήμα πρόσδ...» «Συγγνώμη» είπε ο Χάρι. «Λάθος πτήση». «Κάποιο λάθος κάνετε. Έχουμε ελέγξει τον αριθμό των επιβατών και...» Ο Χάρι βγήκε στον διάδρομο. Άκουσε βηματάκια να τον ακολουθούν τρέχοντας. «Κύριε! Έχουμε ήδη κλείσει...» «Τότε να την ανοίξετε». Ο υπεύθυνος καμπίνας μπήκε μπροστά του. «Με συγχωρείτε, αλλά οι κανόνες μάς απαγορεύουν ν’ ανοίξουμε...» «Μου τελείωσαν τα χάπια μου» είπε ο Χάρι, χώνοντας το χέρι του στην τσέπη του σακακιού του και βγάζοντας το άδειο κουτάκι Ζεστρίλ. Το κόλλησε στο πρόσωπο του υπευθύνου. «Ο κύριος Νίμπακ, που γράφει επάνω, είμαι εγώ, εντάξει; Θέλετε να πάθω καμιά καρδιακή προσβολή εν ώρα πτήσης; Πάνω από το Αφγανιστάν, ας πούμε;»

Ήταν περασμένες έντεκα και το εξπρές του αεροδρομίου ήταν σχεδόν άδειο στην κατεύθυνση προς το Όσλο. O Xάρι χάζευε τις ειδήσεις στην οθόνη που κρεμόταν από το ταβάνι χωρίς να πολυκαταλαβαίνει. Μέχρι πριν από λίγο είχε ένα σχέδιο· ένα σχέδιο για μια νέα ζωή. Και τώρα του έμεναν είκοσι λεπτά για να βρει καινούργιο. Ήταν σκέτη τρέλα. Αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να Digitalised By Jah®

βρίσκεται καθ’ οδόν για την Μπανγκόκ. Μα του έλειπε η ικανότητα για κάτι τέτοιο· ήταν λειψός, ανάπηρος. Η δική του ιπποποδία ήταν ότι δεν μπόρεσε ποτέ να τους γράψει όλους στα παλιά του τα παπούτσια, να ξεχάσει και να εξαφανιστεί. Έπινε, κι ύστερα ξεμέθαγε. Μπορούσε να διαφύγει στο Χονγκ Κονγκ, μα είχε γυρίσει πίσω. Ήταν αναμφίβολα κατεστραμμένος. Και η δράση των παυσίπονων που του είχε δώσει η Μαρτίνε είχε αρχίσει να περνάει. Χρεια​ζόταν κι άλλα, ζαλιζόταν από τον πόνο. Ο Χάρι είχε καρφωμένα τα μάτια του στους τίτλους ειδήσεων περί τριμηνιαίων κερδών και αθλητικών αποτελεσμάτων, όταν το μυαλό του γύρισε ανάποδα: Κι αν στην πραγματικότητα έκανε το αντίθετο από αυτό που νόμιζε; Αν είχε δειλιάσει και την κοπανούσε τώρα από την πραγματικότητα; Όχι. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Είχε αλλάξει την πτήση του για αύριο, θα πετούσε μαζί με τη Ράκελ. Της είχε μάλιστα κλείσει θέση δίπλα του στις διακεκριμένες, κι είχε πληρώσει και τη διαφορά. Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να της πει τι σχεδίαζε να κάνει, αλλά ήξερε πολύ καλά τι θα σκεφτόταν: Ότι δεν είχε αλλάξει καθόλου. Ότι είχε μέσα του την ίδια ακριβώς τρέλα. Ότι τίποτε, ποτέ δεν θα άλλαζε. Μα όταν θα κάθονταν δίπλα δίπλα στην καμπίνα, με τις πλάτες τους κολλημένες στο κάθισμα λόγω της επιτάχυνσης του αεροπλάνου, όταν θα ένιωθαν την ανύψωση του αεροσκάφους, την ελαφρότητα, το αναπόφευκτο, τότε εκείνη θα καταλάβαινε επιτέλους ότι είχαν αφήσει πίσω τους, από κάτω τους, μια για πάντα τις παλιές εκείνες μέρες. Κι ότι το ταξίδι τους μόλις ξεκινούσε. Ο Χάρι βγήκε από το τρένο, διέσχισε την πεζογέφυρα προς την Όπερα και περπάτησε στο λευκό ιταλικό μάρμαρο κατευθυνόμενος προς την κεντρική είσοδο. Μέσα από την τζαμαρία μπορούσε να δει καλοντυμένους ανθρώπους να τρώνε καναπεδάκια, να πίνουν και να συζητούν πίσω από τα προστατευτικά κορδόνια του πολυτελούς φουαγέ. Digitalised By Jah®

Μπροστά από την είσοδο στεκόταν ένας άνδρας με κουστούμι και ακουστικό στο αυτί, με τα χέρια δεμένα στη βουβωνική του χώρα, λες κι είχε πάρει θέση για την εκτέλεση φάουλ. Μεγάλες πλάτες, μα αδύνατος. Τα έμπειρα μάτια του είχαν ήδη εντοπίσει τον Χάρι και τώρα κοιτούσαν τον χώρο τριγύρω για πιθανούς ύποπτους συσχετισμούς. Πράγμα που σήμαινε ότι ο άνδρας ανήκε στις Δυνάμεις Ασφαλείας της νορβηγικής αστυνομίας κι άρα είτε ο Αρχηγός της Αστυνομίας ή κάποιο κυβερνητικό στέλεχος βρισκόταν εντός της Όπερας. Ο άνδρας έκανε δυο βήματα προς τη μεριά του Χάρι καθώς αυτός πλησίασε στην είσοδο. «Συγγνώμη, ο χώρος είναι κλειστός για μια πρεμιέρα...» άρχισε να λέει, αλλά σταμάτησε σαν είδε την ταυτότητά του. «Δεν έχει σχέση με τον Αρχηγό σου, φίλε μου» είπε ο Χάρι. «Πρέπει να μιλήσω σε κάποιον που βρίσκεται εντός. Δουλειά της αστυνομίας». Ο άνδρας κατένευσε, μίλησε στο μικρόφωνο που είχε χωμένο στο πέτο του κι άφησε τον Χάρι να περάσει. Το φουαγέ έμοιαζε με τεράστιο ιγκλού γεμάτο γνωστές φάτσες, παρ’ όλη την πολύχρονη απουσία του Χάρι: μαϊντανοί των ΜΜΕ, ομιλούντα κεφάλια της ΤV, διασκεδαστές του αθλητισμού και της πολιτικής, οι εξοχότητες του πολιτισμού. Κι ο Χάρι κατάλαβε τι εννοούσε η Ιζαμπέλε Σκέγιεν όταν του έλεγε πως της ήταν πολύ δύσκολο να βρει καβαλιέρο όταν φορούσε τακούνια· ξεχώριζε πάνω από τα κεφάλια των υπόλοιπων καλεσμένων. Ο Χάρι πήδηξε το προστατευτικό κορδόνι κι άνοιξε χώρο ανάμεσα στους καλεσμένους επαναλαμβάνοντας «με συγχωρείτε», κάνοντάς τους να χύνουν αρκετές γουλιές λευκό κρασί στο πάτωμα. Η Ιζαμπέλε μιλούσε μ’ έναν άνδρα που ήταν μισό κεφάλι κοντύτερός της, μα η ενθουσιώδης, κολακευτική της έκφραση μαρτυρούσε ότι της έριχνε πολλά κεφάλια σε δύναμη και κύρος. Τρία μέτρα τον χώριζαν, όταν κάποιος τού έκοψε τον δρόμο. «Είμαι ο αξιωματικός που μίλησε μόλις με τον συνάδελφό σου Digitalised By Jah®

στην είσοδο» είπε ο Χάρι. «Πρέπει να μιλήσω σε αυτήν». «Μετά χαράς» είπε ο φρουρός κι ο Χάρι νόμιζε ότι διέκρινε κάποιο υπονοούμενο. Λίγα βήματα ακόμα. «Γεια σου, Ιζαμπέλε» είπε κι είδε την έκπληξη στο πρόσωπό της. «Ελπίζω να μη διακόπτω... την καριέρα σου». «Επιθεωρητή Χόλε!» είπε εκείνη μ’ ένα υστερικό γελάκι λες κι είχαν μόλις μοιραστεί κάποιο προσωπικό αστείο. Ο άνδρας δίπλα της τέντωσε γρήγορα το χέρι του και είπε −κάπως περιττά− το όνομά του. Η πολύχρονη καριέρα του στο Δημαρχείο τού είχε προφανώς διδάξει ότι ο συγχρωτισμός με τον λαουτζίκο ανταμείβεται στις εκλογές. «Σας άρεσε η παράσταση, επιθεωρητά;» «Και ναι και όχι» είπε ο Χάρι. «Βασικά ήμουν χαρούμενος που τελείωσε, πήγαινα μάλιστα σπίτι μου, όταν συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν ορισμένα σημεία που παρέμεναν σκοτεινά». «Όπως;» «Να, αφού ο Ντον Τζιοβάνι είναι κλέφτης και γυναικάς, είναι πολύ λογικό και πρέπον να τιμωρηθεί στην τελευταία πράξη. Νομίζω ότι κατάλαβα ποιος είναι το άγαλμα που έρχεται και τον παίρνει μαζί του στην κόλαση. Αυτό που με απασχολεί όμως είναι ποιος του είπε ότι μπορούσε να βρει τον Ντον Τζιοβάνι σ’ εκείνο το σημείο. Μπορείτε να μου το απαντήσετε αυτό...» ο Χάρι γύρισε στο πλάι «...δις Ιζαμπέλε;». Η Ιζαμπέλε χαμογέλασε στεγνά. «Οι θεωρίες συνωμοσίας είναι πάντα ενδιαφέρουσες, αλλά ας την ακούσουμε κάποια άλλη φορά. Αυτή τη στιγμή μιλάμε...» «Πρέπει να σας την πάρω για λίγο για να μιλήσουμε» είπε ο Χάρι απευθυνόμενος στον συνομιλητή της. «Με την άδειά σας, φυσικά». Ο Χάρι την είδε που πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο συνομιλητής ήταν πιο γρήγορος. «Βεβαίως» είπε, χαμογέλασε, έκανε μία μικρή υπόκλιση με το κεφάλι και γύρισε σ’ ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που περίμενε τόσην ώρα να τους απευθύνει τον λόγο. Digitalised By Jah®

Ο Χάρι έπιασε την Ιζαμπέλε από το μπράτσο και την οδήγησε προς τις τουαλέτες. «Βρομάς» είπε εκείνη σφυρίζοντας σαν φίδι καθώς την κολλούσε στον τοίχο δίπλα στις ανδρικές τουαλέτες, τοποθετώντας τις παλάμες του στους ώμους της. «Το κουστούμι μου έχει βρεθεί στα σκουπίδια μια δυο φο​ρές» είπε ο Χάρι και είδε ότι τραβούσαν τα βλέμματα διαφόρων. «Άκου. Μπορώ να φερθώ πολιτισμένα ή βάναυσα. Ποια ακριβώς είναι η φύση της συνεργασίας σου με τον Μίκαελ Μπέλμαν;» «Άντε και γαμήσου, Χόλε». Ο Χάρι κλότσησε την πόρτα και την τράβηξε βίαια μέσα. Ένας άνδρας με σμόκιν τούς έριξε ένα έκπληκτο βλέμμα από τον καθρέφτη πάνω από τους νιπτήρες· ο Χάρι κόλλησε την Ιζαμπέλε σε μια πόρτα τουαλέτας κι έχωσε τον πήχη του κάτω απ’ τον λαιμό της. «Ο Μπέλμαν ήταν σπίτι σου όταν σκοτώθηκε ο Γκούστο» είπε ο Χάρι μέσ’ απ’ τα δόντια. «Ο Γκούστο είχε το αίμα του Μπέλμαν κάτω από τα νύχια του. Ο καύτης του Ντουμπάι είναι ο στενότερος συνεργάτης και φίλος του Μπέλμαν. Εάν δεν ξεράσεις τα πάντα αυτή τη στιγμή, παίρνω τώρα τηλέφωνο τον φίλο μου στην Aftenposten και τα τυπώνει όλα στην αυριανή έκδοση. Κι ύστερα θα δώσω ό,τι στοιχεία έχω και δεν έχω στον Γενικό Εισαγγελέα. Πώς σου φαίνεται;» «Με συγχωρείτε» είπε ο άνδρας με το σμόκιν, κρατώντας μια απόσταση ασφαλείας. «Μήπως χρειάζεστε βοήθεια;» «Τσακίσου και βγες έξω!» Ο άνδρας φάνηκε να σοκάρεται, ίσως όχι με τα λόγια αυτά καθαυτά, αλλά με το γεγονός ότι τα είχε ξεστομίσει η Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Τσακίστηκε και βγήκε. «Πηδιόμασταν» είπε η Ιζαμπέλε, μισοπνιγμένη. Ο Χάρι χαλάρωσε τη λαβή του. Από την ανάσα της κατάλαβε ότι είχε πιει σαμπάνια. «Πηδιόσουν με τον Μίκαελ Μπέλμαν;» Digitalised By Jah®

«Το ξέρω ότι είναι παντρεμένος και, ναι, πηδιόμασταν, αυτό είναι όλο» είπε εκείνη, τρίβοντας τον λαιμό της. «Ο Γκούστο εμφανίστηκε από το πουθενά και γρατζούνισε με τα νύχια του τον Μπέλμαν ενώ εκείνος προσπαθούσε να τον πετάξει έξω από το σπίτι. Αν θες να πας να τα πεις στις εφημερίδες, πήγαινε. Να υποθέσω ότι εσύ δεν έχεις πηδήξει ποτέ σου παντρεμένη γυναίκα. Καλά θα κάνεις να σκεφτείς όμως τι θα πάθουν η γυναίκα του και τα παιδιά του με μια τέτοια είδηση». «Και πώς γνωριστήκατε με τον Μπέλμαν; Θες να πιστέψω ότι αυτό το τρίγωνο μεταξύ του Γκούστο και των δυο σας είναι εντελώς τυχαίο;» «Εσύ πώς λες να γνωρίζονται οι άνθρωποι σε πόστα εξουσίας, Χόλε; Κοίτα γύρω σου. Κοίτα ποιοι βρίσκονται έξω στο φουαγέ. Οι πάντες ξέρουν ότι ο Μπέλμαν θα γίνει ο νέος Αρχηγός της Αστυνομίας του Όσλο». «Κι ότι εσύ θα τσεπώσεις αξίωμα στο Δημαρχείο;» «Συναντηθήκαμε σε κάποια εγκαίνια, κάποια πρεμιέρα, κάποια ιδιωτική προβολή, δεν θυμάμαι. Έτσι συμβαίνουν αυτά. Πάρε τηλέφωνο τον Μίκαελ και ρώτα τον πού και πώς. Ίσως όχι απόψε, είναι σπίτι με την οικογένειά του. Έτσι... έτσι έχουν τα πράγματα, τι να κάνουμε». Έτσι είχαν τα πράγματα. Ο Χάρι την κοίταξε καλά καλά. «Κι ο Τρουλς Μπέρντσεν;» «Ποιος;» «Ο καύτης. Ο καύτης τους δεν είναι; Ποιος τον έστειλε στο ξενοδοχείο Λεόν να με ξεπαστρέψει; Εσύ; Ή ο Ντουμπάι;» «Τι στον άνεμο λες; Δεν καταλαβαίνω». Ο Χάρι το κατάλαβε: η Ιζαμπέλε Σκέγιεν δεν είχε πράγματι ιδέα ποιος ήταν ο Τρουλς Μπέρντσεν. Η γυναίκα άρχισε να γελάει. «Έλα, Χάρι, μην απογοητεύεσαι τόσο». Θα μπορούσε να βρίσκεται ήδη στην πτήση για Μπανγκόκ. Για μια Digitalised By Jah®

νέα ζωή. Γύρισε να φύγει. «Χάρι, περίμενε». Έκανε μεταβολή. Ήταν ακουμπισμένη στην πόρτα της τουαλέτας κι είχε ανεβάσει τη φούστα της τόσο ψηλά, που ο Χάρι μπορούσε να δει τις ζαρτιέρες που φορούσε. Μια ξανθιά μπούκλα έπεσε στο πρόσωπό της. «Μιας κι έχουμε τις τουαλέτες όλες δικές μας...» Ο Χάρι συνάντησε το βλέμμα της. Ήταν υγρό· όχι από αλκοόλ, ούτε από λαγνεία, μα από κάτι άλλο. Ήταν δυνατόν να έκλαιγε; Αυτή η δυναμική, μοναχική γυναίκα που μισούσε τον εαυτό της; Και τι μ’ αυτό; Άλλος ένας πικρόχολος άνθρωπος που ήταν διατεθειμένος να καταστρέψει τις ζωές άλλων ανθρώπων ώστε ν’ αποκτήσει αυτό που θεωρούσε αναφαίρετο δικαίωμά του: να αγαπηθεί. Ο Χάρι είχε βγει ήδη έξω καθώς η πόρτα της τουαλέτας συνέχισε να χτυπάει πέρα δώθε και το πλαστικό μονωτικό της να σκούζει ολοένα και πιο γρήγορα, σαν το αυξανόμενο τελικό χειροκρότημα.

Ο Χάρι ξαναπέρασε τη σκεπαστή πεζογέφυρα για τον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό και κατέβηκε τα σκαλιά προς τη μεριά της Πλάτα. Στην απέναντι γωνία υπήρχε ένα εικοσιτετράωρο φαρμακείο, αλλά η ουρά ήταν ατελείωτη και τα μη συνταγογραφούμενα παυσίπονα δεν αρκούσαν ν’ απαλύνουν τους πόνους στον λαιμό του. Διέσχισε το πάρκο της ηρωίνης. Είχε αρχίσει να βρέχει και τα φώτα του δρόμου έλαμπαν απαλά στις βρεγμένες ράγες του τραμ στην οδό Πρίνσενς. Περπατώντας ζύγιζε τις επιλογές του. Η κοντόκαννη καραμπίνα του Νίμπακ στο Όπσαλ ήταν η πιο εύκολη λύση. Συν τοις άλλοις, μια κοντόκαννη θα του έδινε και μεγαλύτερη ευκολία κινήσεων. Ενώ για να πάρει την κυνηγετική του Χανς Κρίστιαν από εκεί που την είχε αφήσει, πίσω από την ντουλάπα στο Digitalised By Jah®

δωμάτιο 301, θα έπρεπε να μπει στο ξενοδοχείο Λεόν χωρίς να τον πάρει χαμπάρι κανείς. Άσε που μπορεί να την είχε βρει ήδη κάποιος. Από την άλλη, με την κυνηγετική το αποτέλεσμα ήταν οριστικό. Το λουκέτο στην πόρτα του ακάλυπτου του ξενοδοχείου Λεόν ήταν σπασμένο. Προσφάτως μάλιστα. Ο Χάρι υπέθεσε πως έτσι είχαν μπει μέσα και τα δυο κουστούμια το βράδυ της επίσκεψής τους. Ανέβηκε γρήγορα τη στενή σκαλωσιά που χρησιμοποιούνταν σαν έξοδος κινδύνου. Ψυχή στον διάδρομο του δεύτερου ορόφου. Ο Χάρι χτύπησε στο 310 για να ρωτήσει τον Κάτο αν είχε έρθει η αστυνομία ή κανείς άλλος. Καμία απάντηση. Κόλλησε το αυτί του στην πόρτα. Ησυχία. Κανείς δεν είχε προσπαθήσει να φτιάξει την πόρτα του δωματίου του, οπότε το κλειδί ήταν περιττό. Έσπρωξε την πόρτα κι εκείνη άνοιξε. Παρατήρησε τον λεκέ από αίμα στο γυμνό τσιμέντο, στο σημείο όπου είχε αφαιρέσει το ξύλινο κατώφλι. Ούτε το παράθυρο είχαν επισκευάσει. Ο Χάρι δεν άναψε το φως. Χώθηκε με τη μία στο δωμάτιο, βρήκε ψαχουλεύοντας την ντουλάπα κι από πίσω της την καραμπίνα. Δεν την είχαν πάρει. Ούτε το κουτί με τις σφαίρες που είχε αφήσει δίπλα στην Αγία Γραφή στο κομοδίνο. Και τότε συνειδητοποίησε ότι η αστυνομία δεν είχε έρθει καθόλου στο ξενοδοχείο Λεόν: ένοικοι και γείτονες είχαν θεωρήσει ότι δεν ήταν απαραίτητο να καλέσουν τους μπάτσους για μερικούς ψωροπυροβολισμούς. Εξάλλου δεν υπήρχαν και τίποτα πτώματα. Άνοιξε την ντουλάπα. Ακόμα και τα ρούχα κι η βαλίτσα του ήταν εκεί, λες και δεν είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Ο Χάρι είδε τη γυναίκα του απέναντι διαμερίσματος. Καθόταν μπροστά από έναν καθρέφτη, με την πλάτη της προς το μέρος του. Φαινόταν να χτενίζεται. Φορούσε ένα περίεργο, παλιομοδίτικο φουστάνι. Όχι παλιό, απλώς παλιομοδίτικο, σαν κουστούμι εποχής. Χωρίς να πολυκαταλάβει πώς και γιατί, ο Χάρι φώναξε μέσα απ’ το σπασμένο παράθυρο. Μια κοφτή κραυγή. Η Digitalised By Jah®

γυναίκα δεν αντέδρασε. Όταν βγήκε από το ξενοδοχείο, ο Χάρι κατάλαβε ότι δεν θα τα έβγαζε πέρα. Ο λαιμός του έκαιγε και η ζέστη έκανε τους πόρους του να ιδρώνουν. Ήταν μούσκεμα κι είχαν ήδη αρχίσει οι ανατριχίλες. Η μουσική του μπαρ είχε αλλάξει. Από την ανοιχτή πόρτα ακουγόταν τώρα Van Morrison: «And it stoned me». Παυσίπονο. Διέσχιζε τον δρόμο, όταν άκουσε έναν διαπεραστικό, απελπισμένο ήχο και ξαφνικά το οπτικό του πεδίο κατακλύστηκε από έναν γαλανόλευκο τοίχο φωτός. Για τέσσερα δευτερόλεπτα στάθηκε παντελώς ακίνητος στη μέση του δρόμου. Κι ύστερα το τραμ συνέχισε την πορεία του και η πόρτα του μπαρ ξαναεμφανίστηκε μπροστά του. Ο μπάρμαν τινάχτηκε καθώς σήκωσε το βλέμμα από την εφημερίδα του κι είδε τον Χάρι από την άλλη μεριά του πάγκου. «Jim Beam» είπε ο Χάρι. Ο μπάρμαν ανοιγόκλεισε τα μάτια του και παρέμεινε ακίνητος. Η εφημερίδα γλίστρησε προς το πάτωμα. Ο Χάρι έβγαλε ευρώ από το πορτοφόλι του και τ’ ακούμπησε στον πάγκο. «Δώσ’ μου το μπουκάλι, ολόκληρο». Ο μπάρμαν είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Πάνω από το Τ του τατουάζ στον λαιμό του υπήρχε ένας κύλινδρος λίπους. «Τώρα» είπε ο Χάρι. «Και θα φύγω». Ο μπάρμαν κοίταξε τα χαρτονομίσματα. Ξανακοίταξε τον Χάρι. Άπλωσε το χέρι και πήρε το μπουκάλι δίχως να τον αφήσει από τα μάτια του. Βλέποντας ότι το μπουκάλι ήταν μισοάδειο, ο Χάρι αναστέναξε. Το έχωσε στην τσέπη του παλτού του, κοίταξε τριγύρω του, προσπάθησε να βρει καμιά εξυπνάδα αντί αποχαιρετισμού, δεν τα κατάφερε, κούνησε το κεφάλι κι έφυγε. Digitalised By Jah®

Ο Χάρι στάθηκε στη διασταύρωση της οδού Πρίνσενς και Ντρόνινγκενς Γκάτε. Κάλεσε πρώτα τις πληροφορίες καταλόγου. Ύστερα άνοιξε το μπουκάλι. Η μυρωδιά του αλκοόλ έκανε το στομάχι του κόμπο. Αλλά ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα χωρίς αναισθητικό. Είχαν περάσει τρία χρόνια από την τελευταία φορά, ίσως τα πράγματα να πήγαιναν καλύτερα τώρα. Έβαλε το μπουκάλι στο στόμα. Έγειρε πίσω και το σήκωσε. Τρία χρόνια καθαρός. Το δηλητήριο έπεσε στο στομάχι του σαν βόμβα ναπάλμ. Όχι, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλύτερα· ήταν χειρότερα από ποτέ. Ο Χάρι διπλώθηκε στα δύο, τέντωσε το χέρι του και κρατήθηκε από τον τοίχο, να μη λερώσει το παντελόνι και τα παπούτσια του. Στην άσφαλτο πίσω του άκουσε ήχο από τακούνια. «Hey mister, me beautiful?» «Sure» κατάφερε να ψελλίσει ο Χάρι από πριν από την αναρρόφηση. Ο κίτρινος πίδακας έπεσε πάνω στο πεζοδρόμιο με αναπάντεχη φόρα και σ’ εντυπωσιακή ακτίνα, κι ο Χάρι άκουσε τα τακούνια ν’ απομακρύνονται σαν καστανιέτες. Σκούπισε το στόμα του με τη ράχη της παλάμης του και ξαναπροσπάθησε. Πίσω το κεφάλι, ουίσκι και φλέματα μέσα. Ξανά εμετός. Την τρίτη φορά δεν τα έβγαλε. Την τέταρτη βρήκε το σωστό κουμπί. Και η πέμπτη φορά ήταν πραγματικός παράδεισος. Ο Χάρι φώναξε ένα ταξί κι έδωσε στον οδηγό τη διεύθυνση.

O Τρουλς Μπέρντσεν περπατούσε γρήγορα μες στο σκοτάδι. Διέσχισε τον χώρο στάθμευσης μπροστά από την κατάφωτη πολυκατοικία. Στα ασφαλή και καλά της διαμερίσματα οι άνθρωποι μοιράζονταν τέτοια ώρα σνακ, καφέδες, ίσως και μπίρες, ανοίγοντας τις τηλεοράσεις τους τώρα που οι ειδήσεις είχαν τελειώσει και το

Digitalised By Jah®

πρόγραμμα γινόταν πιο διασκεδαστικό. Ο Τρουλς είχε πάρει τηλέφωνο στο Αρχηγείο για να δηλώσει ασθένεια. Δεν τον ρώτησαν τι είχε, μόνο αν θα έλειπε για τρεις ημέρες δίχως χαρτί γιατρού. Πώς είναι δυνατόν να ξέρει κανείς αν πρόκειται να είναι άρρωστος για τρεις μέρες, γαμώτο μου; − τους είχε απαντήσει. Tι φυγόπονη κωλοχώρα, Θεέ μου, γεμάτη υποκριτές πολιτικούς που υποστήριζαν ότι, εφόσον μπορούσαν, οι άνθρωποι ήθελαν πραγματικά να εργαστούν. Οι Νορβηγοί ψήφιζαν Εργατικούς γιατί θεωρούσαν τη φυγοπονία ανθρώπινο δικαίωμα. Και ποιος, διάολε, δεν θα ψήφιζε ένα κόμμα που σου επέτρεπε να πάρεις εν λευκώ τρεις μέρες άδεια, δίχως χαρτί γιατρού, δίνοντάς σου τη δυνατότητα να κάτσεις σπιτάκι σου και να τραβάς μαλακία ή να πας για σκι ή να ξεπεράσεις τον πονοκέφαλο απ’ το μεθύσι της προηγουμένης; Οι Εργατικοί ήξεραν βέβαια τι σόι γλειφιτζούρι ήταν όλο αυτό, αλλά συνέχιζαν να το παίζουν υπεύθυνοι, ραίνοντας τους πάντες με δηλώσεις του στιλ «πιστεύουμε στους περισσότερους από εσάς» και ονομάζοντας το δικαίωμα στο να κάθεσαι και να τον παίζεις «κοινωνική μεταρρύθμιση». Οι Προοδευτικοί δε ήταν ακόμα χειρότεροι· αγόραζαν ψήφους κόβοντας φόρους κι ούτε που προσπαθούσαν να το κρύψουν. Όλη μέρα αυτά καθόταν και σκεφτόταν, ενώ έφτιαχνε τα όπλα του· τα γέμιζε, τα ήλεγχε, έχοντας τον νου του στην κλειδωμένη πόρτα, ελέγχοντας ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε στο πάρκινγκ μέσα από τη διόπτρα ενός Μάρκλιν, του θρυλικού φονικού όπλου, το οποίο είχε κατασχεθεί σε μια υπόθεση εδώ και χρόνια και το οποίο ο υπεύθυνος αξιωματικός πίστευε ότι βρισκόταν ακόμη στο Αρχηγείο. Ο Τρουλς ήξερε ότι κάποια στιγμή έπρεπε να βγει για να πάρει κάτι να φάει, αλλά περίμενε πρώτα να νυχτώσει και να λιγοστέψει η κίνηση. Λίγο πριν το σουπερμάρκετ Ρίμι κλείσει στις έντεκα το βράδυ, πήρε το περίστροφό του μάρκας Στέιρ, βγήκε έξω και πήγε τρέχοντας μέχρι εκεί. Με το ένα μάτι ψώνιζε και με το άλλο παρακολουθούσε τους άλλους πελάτες. Αγόρασε κατεψυγμένες Digitalised By Jah®

κρεατοκροκέτες Φιούρλαν για μια ολόκληρη εβδομάδα: μικρές, διαφανείς σακουλίτσες με αποφλοιωμένες πατάτες, κροκέτες, αρακά και σάλτσα. Της πετάς σε μια κατσαρόλα με βραστό νερό για λίγα λεπτά, ανοίγεις τις σακούλες κι αδειάζεις το περιεχόμενό τους σ’ ένα πιάτο. Κι αν κλείσεις τα μάτια σου, να μου τρυπήσεις τη μύτη αν δεν σου θυμίζουν πραγματικό φαγητό. Ο Τρουλς ήταν στην είσοδο της πολυκατοικίας βάζοντας το κλειδί στην κλειδαριά όταν άκουσε γοργά βήματα μες στο σκοτάδι ξοπίσω του. Γύρισε απότομα, πανικοβλημένος, με το χέρι του στη λαβή του όπλου στην τσέπη του μπουφάν του. Κι αντίκρισε το τρομοκρατημένο πρόσωπο της Βίγκντις Α. «Σ-σας τρόμαξα;» ψέλλισε η γυναίκα. «Όχι» είπε κοφτά ο Τρουλς και μπήκε χωρίς να της κρατήσει την πόρτα. Την άκουσε που πρόλαβε να χώσει τα πάχη της μέσα πριν κλείσει. Πάτησε το κουμπί του ανελκυστήρα. Αν είχε τρομάξει λέει; Φυσικά και είχε τρομάξει. Εδώ τον κυνηγούσαν Σιβηριανοί Κοζάκοι, γινόταν να μην είναι κατατρομαγμένος; Η Βίγκντις Α. τον πλησίασε λαχανιάζοντας. Ήταν υπέρβαρη, όπως όλες τους πια. Έπρεπε να βρεθεί και κάποιος άλλος, εκτός από τον ίδιο, να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους; Οι Νορβηγίδες είχαν γίνει τόσο χοντρές, που όχι μόνο θα τα κακάρωναν από κάποια από τις χιλιάδες αρρώστιες που κυκλοφορούσαν, αλλά θα σταματούσαν και την αναπαραγωγή της φυλής, αδειάζοντας τη χώρα. Γιατί ποιος άντρας θα χωνόταν μέσα σε τόσο λίπος; Εκτός αν ήταν το δικό του, φυσικά. Ο ανελκυστήρας ήρθε, επιβιβάστηκαν μαζί και τα καλώδια στρίγκλισαν από το βάρος. Κάπου είχε διαβάσει ότι και οι άντρες έπαιρναν εξίσου πολλά κιλά, αλλά δεν φαινόταν τόσο. Είχαν μικρότερους κώλους και γίνονταν μεγαλόσωμοι και δυνατότεροι. Σαν κι αυτόν. Έδειχνε πολύ καλύτερος με δέκα κιλά παραπάνω. Οι γυναίκες όμως αποκτούσαν Digitalised By Jah®

αυτό το τρεμάμενο, αηδιαστικό πάχος που σ’ έκανε να θες να τις κλοτσήσεις, να δεις το πόδι σου να χάνεται μέσα σ’ όλον αυτό τον χυλό. Όλοι ήξεραν ότι το πάχος ήταν ο καινούργιος καρκίνος, αλλά κατά τ’ άλλα ούρλιαζαν για την υστερία με τις δίαιτες, επικροτώντας τις «πραγματικές» γυναίκες. Λες κι η παντελής απουσία γυμναστικής και το χλαπάκιασμα ήταν βιώσιμη στρατηγική. Να είσαι χαρούμενη με το σώμα που έχεις, και τέτοιες μαλακίες· καλύτερα να πεθάνουν εκατοντάδες από καρδιαγγειακά νοσήματα παρά μία από διατροφικές διαταραχές. Ακόμα και η Μαρτίνε είχε χοντρύνει. Οκέι, ήταν έγκυος· αλλά ο Τρουλς δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται ότι είχε γίνει μία από αυτές. «Μήπως κρυώνετε;» ρώτησε μ’ ένα χαμόγελο η Βίγκντις Α. Ο Τρουλς δεν ήξερε σε τι αντιστοιχούσε το Α του επωνύμου της. Έτσι έγραφε το κουδούνι της: Βίγκντις Α. Ένιωσε την επιθυμία να της χώσει μια μπουνιά, ένα δεξί ντιρέκτ με όλη του τη δύναμη· δεν είχε να φοβηθεί για τις αρθρώσεις του με αυτά τα μάγουλατσουρέκια. Ή να τη γαμήσει τέλος πάντων. Ή και τα δύο. Ο Τρουλς ήξερε πολύ καλά γιατί είχε τόσα νεύρα. Έφταιγε το κινητό. Όταν κατάφεραν επιτέλους να πείσουν την Telenor ν’ ακολουθήσει το σήμα του κινητού του Χόλε, είδαν πως βρισκόταν στο κέντρο, συγκεκριμένα γύρω από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Πουθενά σ’ αυτήν την πόλη δεν κυκλοφορούν περισσότεροι άνθρωποι όλο το εικοσιτετράωρο. Είχαν στείλει δώδεκα αστυνομικούς να τον ψαρέψουν. Έψαχναν για ώρες. Τίποτα. Στο τέλος, ένα κορόιδο είχε προτείνει την κοινότοπη ιδέα να συγχρονίσουν τα ρολόγια τους, ν’ απλωθούν στην περιοχή και να καλούν τον αριθμό του Χόλε ανά δεκαπέντε λεπτά. Όποιος άκουγε ένα κινητό να χτυπά εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπρεπε να ορμήσει· κάπου εκεί γύρω θα ήταν. Το ’παν και το ’καναν. Και το βρήκαν το τηλέφωνο. Ήταν στην τσέπη ενός πρεζονιού που μισοκοιμόταν στην πλατεία μπροστά στον σταθμό. Είπε ότι του το «έδωσε» ένας τύπος Digitalised By Jah®

στον Φάρο. Ο ανελκυστήρας σταμάτησε. «Καληνύχτα» μουρμούρισε ο Τρουλς και βγήκε έξω. Άκουσε την πόρτα να κλείνει ξοπίσω του και τον ανελκυστήρα να συνεχίζει προς τα πάνω. Κροκέτες και ταινία σε DVD. Την πρώτη από τους Μαχητές των δρόμων ίσως. Σκατοταινία, αλλά είχε μια δυο καλές σκηνές. Ή το Τρανσφόρμερς. Μέγκαν Φοξ: θα τραβούσε μια μαλακία όλα τα λεφτά. Άκουσε την ανάσα της. Είχε λοιπόν βγει από τον ανελκυστήρα μαζί του. Μουνάκι. Ο Τρουλς Μπέρντσεν θα πηδούσε απόψε, κυρίες και κύριοι. Χαμογέλασε κι έκανε μεταβολή. Και έπεσε πάνω σε κάτι. Κάτι σκληρό και ψυχρό. Στράβωσε τα μάτια του. Η κάννη ενός όπλου. «Ευχαριστώ πάρα πολύ» είπε μια οικεία φωνή. «Θα χαρώ να περάσω μέσα».

Ο Τρουλς Μπέρντσεν καθόταν στην πολυθρόνα κοιτάζοντας να τον σημαδεύει η κάννη του περιστρόφου του. Τον είχε βρει. Και τούμπαλιν. «Δεν γίνεται να συναντιόμαστε έτσι κάθε φορά» είπε ο Χάρι Χόλε. Κρατούσε το τσιγάρο του στην άκρη του στόματος για να μην του μπαίνει ο καπνός στα μάτια. Ο Τρουλς δεν απάντησε. «Ξέρεις γιατί προτιμώ να χρησιμοποιήσω το περίστροφό σου;» ρώτησε, χαϊδεύοντας την κυνηγετική καραμπίνα που είχε στην αγκαλιά του. Ο Τρουλς κρατούσε το στόμα του κλειστό. «Γιατί προτιμώ οι σφαίρες που θα βρουν μέσα σου ν’ ανήκουν στο δικό σου όπλο». Ο Τρουλς ανασήκωσε τους ώμους του. Digitalised By Jah®

Ο Χάρι Χόλε έσκυψε μπροστά. Κι ο Τρουλς μύρισε την ανάσα του, βρομούσε αλκοόλ. Έλεος, ο τύπος ήταν τύφλα. Είχε ακούσει ιστορίες κι ιστορίες για το τι ήταν ικανός να κάνει ο Χόλε νηφάλιος· κι ο τύπος ήταν τώρα σκνίπα. «Είσαι καύτης, Τρουλς Μπέρντσεν. Κι ορίστε κι η απόδειξη». Του έδειξε την αστυνομική ταυτότητα που είχε πάρει από το πορτοφόλι του μαζί με το όπλο. «Τόμας Λούντερ. Έτσι δεν έλεγαν και τον τύπο που συνέλεξε τα ναρκωτικά από το αεροδρόμιο;» «Τι θες;» είπε ο Τρουλς, κλείνοντας τα μάτια του και ακουμπώντας βαθιά στην πλάτη της καρέκλας. Κροκέτες και DVD. «Θέλω να μάθω πώς συνδέεσαι εσύ με τον Ντουμπάι, την Ιζαμπέλε Σκέγιεν και τον Μίκαελ Μπέλμαν». Ο Τρουλς μαζεύτηκε. Με τον Μίκαελ; Τι σχέση είχε ο Μίκαελ με όλα αυτά; Κι η Ιζαμπέλε Σκέγιεν; Αυτή δεν ήταν εκείνη η πολιτικός που;... «Δεν έχω ιδέα». Είδε τον Χάρι να τραβάει τη σφύρα. «Πρόσεχε, Χόλε! Η σκανδάλη είναι πολύ πιο ευαίσθητη απ’ ό,τι νομίζεις. Είναι...» Είδε τον κόκορα ν’ ανεβαίνει. «Περίμενε! Για τον Θεό, περίμενε!» Η γλώσσα του Τρουλς Μπέρντσεν γύρισε σαν τρελή μες στο στόμα του ψάχνοντας να βρει λίγο σάλιο. «Δεν ξέρω τίποτα για τον Μπέλμαν και τη Σκέγιεν, αλλά για τον Ντουμπάι...» «Ναι;» «Μπορώ να σου πω γι’ αυτόν». «Τι μπορείς να μου πεις;» Ο Τρουλς Μπέρντσεν πήρε μια βαθιά ανάσα, την κράτησε κι ύστερα εξέπνευσε μ’ έναν βρυχηθμό. «Τα πάντα».

Digitalised By Jah®

39

ρία μάτια κοίταζαν τον Τρουλς Μπέρντσεν. Δυο γαλάζιες ίριδες ξεπλυμένες από το αλκοόλ κι ένα στρογγυλό και κατάμαυρο, η κάννη του περιστρόφου Στέιρ του. Ο άνδρας με το περίστροφο ήταν σχεδόν ξαπλωμένος στην πολυθρόνα με τα μακριά του πόδια τεντωμένα πάνω στο χαλί. Με τραχιά φωνή είπε: «Πες μου λοιπόν, Μπέρντσεν. Πες μου για τον Ντουμπάι». Ο Τρουλς έβηξε δυο φορές. Γαμώ τον ξερό μου λαιμό, γαμώ. «Ένα βράδυ μού χτύπησαν το κουδούνι. Σήκωσα το ακουστικό του θυροτηλεφώνου κι άκουσα μια φωνή να μου λέει ότι θέλει να μιλήσουμε. Δεν είχα σκοπό να τον αφήσω να μπει μέσα, αλλά μετά μου είπε ένα όνομα... και...» Ο Τρουλς Μπέρντσεν κράτησε το πιγούνι του ανάμεσα σ’ αντίχειρα και δείκτη. Ο άνδρας περίμενε. «Μια ατυχής υπόθεση ήταν. Νόμιζα ότι κανείς δεν την ήξερε». «Κι η οποία ήταν;» «Ένας κρατούμενος. Χρειάστηκε να του μάθω τρόπους. Δεν περίμενα ότι θα μαθευόταν ότι το έκανα εγώ». «Μεγάλη ζημιά;» «Οι γονείς του ήθελαν να μου κάνουν μήνυση, αλλά τοDigitalised αγόριByδεν Jah®

Τ

μπορούσε να με ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλους ψευτοϋπόπτους. Μάλλον του κατέστρεψα το οπτικό νεύρο. Κάθε εμπόδιο για καλό, ε;» Ο Τρουλς γέλασε μ’ αυτό το νευρικό του γρύλισμα κι ύστερα σώπασε απότομα. «Και να σου λοιπόν αυτός ο άντρας έξω απ’ το σπίτι μου. Και ήξερε τα πάντα. Είπε ότι είχα ταλέντο στο να μη με παίρνουν χαμπάρι κι ότι ήταν πρόθυμος να πληρώσει πολλά για κάποιον σαν κι εμένα. Μιλούσε νορβηγικά, πολύ κομψά όμως, ε; Με λίγη προφορά. Του είπα να περάσει μέσα». «Γνώρισες λοιπόν τον Ντουμπάι;» «Ναι. Δυο φορές τον έχω δει όλες κι όλες. Είχε έρθει μόνος του. Ήταν γέρος αλλά φορούσε ένα σικάτο, παλιομοδίτικο κουστούμι με γιλέκο. Καπέλο και γάντια, φαντάσου. Ήταν πολύ προσεκτικός. Είπε ότι δεν θα ξανασυναντιόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο. Ούτε τηλεφωνήματα ούτε e-mail, τίποτα που θα παρακολουθούνταν. Συμφώνησα με χαρά». «Και πώς τη στήσατε τη δουλειά;» «Μου άφηνε μηνύματα σε μια ταφόπλακα. Ο Ντουμπάι μού εξήγησε πού ήταν». «Πού;» «Στο νεκροταφείο της Γκαμλεμπίεν. Εκεί έβρισκα και τα χρήματα». «Πες μου γι’ αυτόν. Ποιος είναι;» Ο Τρουλς Μπέρντσεν κοίταξε στο κενό. Προσπάθησε να ζυγίσει τα υπέρ και τα κατά της απάντησής του, τις συνέπειες. «Άντε, Μπέρντσεν, τι περιμένεις; Είπες ότι θα μου έλεγες τα πάντα». «Καταλαβαίνεις τι ρισκάρω αν σου πω...» «Την τελευταία φορά που σε είδα, δυο τσιράκια του Ντουμπάι προσπαθούσαν να σε κάνουν σουρωτήρι. Οπότε και χωρίς εμένα να σε σημαδεύω, είσαι βαθιά χωμένος στα σκατά. Λέγε λοιπόν. Ποιος είναι;» Τα μάτια του Χάρι Χόλε τον κοιτούσαν πυρετωδώς, σαν να τον Digitalised By Jah®

τρυπούσαν − σκέφτηκε ο Τρουλς. Η σφύρα του όπλου του κουνήθηκε λίγο προς τα πάνω και τα πράγματα έγιναν ιδιαιτέρως απλά. «Εντάξει, εντάξει» είπε ο Μπέρντσεν, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. «Δεν τον λένε Ντουμπάι. Τον φωνάζουν έτσι γιατί τα βαποράκια του φοράνε ποδοσφαιρικές φανέλες με το σήμα μιας αεροπορικής εταιρείας που πετάει σ’ όλες αυτές τις χώρες εκεί κάτω. Στην Αραβία». «Έχεις δέκα δευτερόλεπτα να μου πεις κάτι που δεν έχω καταλάβει από μόνος μου». «Περίμενε, περίμενε, οκέι! Το όνομά του είναι Ρούντολφ Ασάγιεφ. Είναι Ρώσος. Οι γονείς του ήταν πολιτικοί διαφωνούντες και πρόσφυγες. Έτσι τουλάχιστον είχε πει στη δίκη. Έχει ζήσει σε πολλές χώρες και μιλά γύρω στις εφτά γλώσσες. Ήρθε στη Νορβηγία στα μέσα της δεκαετίας του ’70 κι ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στο χασισεμπόριο, μπορεί να πει κανείς. Κρατούσε χαμηλό προφίλ αλλά τον κάρφωσε ένας δικός του το ’80. Τότε η εισαγωγή και πώληση των ναρκωτικών τιμωρούνταν σαν προδοσία. Κάθισε μέσα για αρκετά χρονάκια. Όταν βγήκε μετακόμισε στη Σουηδία και πήγε απ’ το χασίς στην ηρωίνη». «Η ίδια σχεδόν ποινή, αλλά πολύ μεγαλύτερο κέρδος». «Φυσικά. Έχτισε ολόκληρο δίκτυο στο Γκέτεμποργκ, αλλά όταν σκοτώθηκε ένας μυστικός αστυνομικός, αναγκάστηκε να κρυφτεί. Ήρθε στο Όσλο πριν από δύο χρόνια». «Και σου τα είπε ο ίδιος όλα αυτά;» «Όχι, μόνος μου τα έμαθα». «Ναι; Πώς; Νόμιζα ότι ο τύπος ήταν σωστός φαντομάς. Ότι κανείς δεν ξέρει τίποτα για την πάρτη του». Ο Τρουλς Μπέρντσεν κοίταξε τις παλάμες του κι ύστερα ξανασήκωσε το βλέμμα του προς τον Χάρι. Σχεδόν χαμογέλασε. Ήθελε καιρό να τα πει όλα αυτά −πώς ξεγέλασε τον Ντουμπάι− αλλά δεν μπορούσε. Έγλειψε τα χείλια του. «Καθόταν σε αυτήν την Digitalised By Jah®

πολυθρόνα που κάθεσαι κι εσύ τώρα, με τα χέρια ακουμπισμένα στα μπράτσα της». «Και;» «Σε μια στιγμή, σηκώθηκε κατά λάθος το μανίκι του κι είδα ένα κομμάτι σάρκας μεταξύ του γαντιού και του σακακιού του. Ήταν γεμάτο λευκές ουλές, σαν αυτές που σου μένουν όταν αφαιρείς ένα τατουάζ. Κι όταν τις είδα πάνω στον καρπό του, σκέφτηκα...» «Ότι έχει κάνει φυλακή. Κι ότι φορούσε γάντια για να μην αφήσει αποτυπώματα και τα τσεκάρεις μετά εσύ στο μητρώο». Ο Τρουλς κατένευσε. Ο Χόλε τα έπιανε γρήγορα, έπρεπε να το παραδεχτεί. «Ακριβώς. Όταν συμφώνησα με τους όρους του όμως έμοιαζε να χαλαρώνει λίγο. Κι όταν ήταν να σφίξουμε τα χέρια για να κλείσει η συμφωνία, έβγαλε τα γάντια του. Κατάφερα να πάρω κάτι μισοαξιοπρεπή δείγματα από τη ράχη του χεριού μου κι ο υπολογιστής βρήκε τον κάτοχό τους». «Ρούντολφ Ασάγιεφ λοιπόν. Αλλιώς, Ντουμπάι. Πώς έχει καταφέρει να κρατήσει την ταυτότητά του κρυφή τόσον καιρό;» Ο Τρουλς Μπέρντσεν ανασήκωσε τους ώμους του. «Από τέτοια άλλο τίποτα στην ΌργκΚριμ. Ένα πράγμα ξεχωρίζει τους μεγάλους από τη μαρίδα και γι’ αυτό και δεν πιάνονται ποτέ: το μικρό μέγεθος της οργάνωσής τους. Ελάχιστες διασυνδέσεις, ελάχιστοι έμπιστοι συνεργάτες. Τους εμπόρους που νομίζουν ότι όσο περισσότερο στρατό έχουν, τόσο πιο ασφαλείς είναι, αυτούς τους πιάνουμε πάντα. Όλο και κάποιος άπιστος υπηρέτης θα βρεθεί, κάποιος που θέλει να τους πάρει τη δουλειά ή να τους καρφώσει για να κόψει χρόνο απ’ την ποινή του». «Και τον έχεις δει μόνο μια φορά λοιπόν, εδώ;» «Όχι, κι άλλη μία. Στον Φάρο. Νομίζω πως ήταν αυτός. Με είδε, έκανε μεταβολή και την κοπάνησε». «Δηλαδή αληθεύει η φήμη ότι κυκλοφορεί μες στην πόλη σαν φαντομάς;» Digitalised By Jah®

«Ποιος ξέρει». «Τι δουλειά είχες στον Φάρο;» «Εγώ;» «Η αστυνομία δεν επιτρέπεται να μπαίνει εκεί μέσα». «Ήξερα ένα κορίτσι που δούλευε εκεί». «Χμ. Τη Μαρτίνε;» «Την ξέρεις;» «Καθόσουν και τη χάζευες;» Ο Τρουλς ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι. «Μα...» «Χαλάρωσε, Μπέρντσεν. Μόλις αθωώθηκες». «Τ-τι;» «Εσύ είσαι ο τύπος που κόλλαγε στη Μαρτίνε κι εκείνη νόμιζε ότι ήταν της μυστικής αστυνομίας. Ήσουν στον Φάρο όταν πυροβόλησαν τον Γκούστο, σωστά;» «Της κολλούσα;» «Ξέχνα το αυτό κι απάντησέ μου». «Χριστέ μου, νόμιζες ότι εγώ;... Γιατί να θέλω να ξεπαστρέψω τον Γκούστο Χάνσεν;» «Για λογαριασμό του Ασάγιεφ, γιατί όχι;» είπε ο Χόλε. «Άσε που είχες κι άλλο λόγο, πιο προσωπικό. Ο Γκούστο σε είχε δει να σκοτώνεις έναν άνδρα στο Άλναμπρου. Μ’ ένα ηλεκτρικό τρυπάνι». Ο Τρουλς Μπέρντσεν ζύγισε τα λόγια του Χόλε. Με τον τρόπο που κάνει ένας αστυνομικός που ζει μια ζωή γεμάτη ψέμα και πρέπει κάθε ώρα και στιγμή να προσπαθεί να ξεχωρίσει ποιος του λέει αλήθεια και ποιος μπλοφάρει. «Αυτός ο φόνος δεν σου έδωσε κίνητρο για να δολοφονήσεις και τον Όλεγκ Φάουκε, που ήταν επίσης αυτόπτης μάρτυρας. Ο κρατούμενος που πήγε να μαχαιρώσει τον Όλεγκ...» «Δεν δούλευε για πάρτη μου! Πρέπει να με πιστέψεις, Χόλε, δεν είχα καμία σχέση με όλο αυτό. Το μόνο πράγμα που έχω κάνει είναι να κάψω στοιχεία. Κανέναν δεν σκότωσα. Στο Άλναμπρου ήμουν απλώς γκαντέμης». Digitalised By Jah®

Ο Χόλε έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Κι όταν ήρθες στο ξενοδοχείο Λεόν, δεν ήρθες για να με σκοτώσεις;» Ο Τρουλς ξεροκατάπιε. Αυτός ο Χόλε ήταν ικανός να τον σκοτώσει, όχι αστεία. Να του φυτέψει μια σφαίρα στο κρανίο, να σβήσει τ’ αποτυπώματά του και να τον αφήσει με το περίστροφο στο χέρι. Ούτε διάρρηξη ούτε ζημιά. Η Βίγκντις Α. θα κατέθετε ότι ο Τρουλς είχε γυρίσει σπίτι μόνος του κι ότι έμοιαζε να κρυώνει. Μοναχικός. Σε αναρρωτική άδεια. Καταθλιπτικός. «Ποιοι ήταν οι τύποι με τα κουστούμια; Άνδρες του Ρούντολφ;» Ο Τρουλς κατένευσε. «Διέφυγαν, αλλά του την έχωσα του ενός». «Τι συνέβη;» Ο Τρουλς ανασήκωσε τους ώμους του. «Μάλλον ξέρω πολύ περισσότερα απ’ ό,τι θα ’πρεπε». Προσπάθησε να γελάσει, μα ακούστηκε σαν βαθύς βήχας. Παρέμειναν σιωπηλοί, χαζεύοντας ο ένας τον άλλο. «Τι σκέφτεσαι να κάνεις;» ρώτησε ο Τρουλς. «Να τον τσακώσω» είπε ο Χόλε. Να τον τσακώσω! Πόσο καιρό είχε ν’ ακούσει αυτήν την έκφραση ο Τρουλς; «Για λέγε λοιπόν, πόσους έχει γύρω του;» «Τρεις τέσσερις μάξιμουμ» είπε ο Τρουλς. «Ίσως και μόνον αυτούς τους δυο». «Χμ. Έχεις κι άλλα σιδερικά;» «Σιδερικά;» «Εκτός από αυτά εδώ εννοώ». Ο Χόλε έγνεψε προς το τραπεζάκι όπου ήταν ακουμπισμένα δυο περίστροφα κι ένα πολυβόλο Μ5, γεμισμένα κι έτοιμα. «Σκοπεύω να σε δέσω και να ψάξω το διαμέρισμα, οπότε καλύτερα να μου πεις». Ο Τρουλς Μπέρντσεν ζύγισε τις επιλογές του. Κι ύστερα έγνεψε καταφατικά προς τη μεριά του υπνοδωματίου.

Digitalised By Jah®

Όταν ο Τρουλς άνοιξε την ντουλάπα κι άναψε τον λαμπτήρα φθορισμού, ο Χάρι Χόλε κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε: ένα γαλάζιο φως απλώθηκε πάνω σε έξι περίστροφα, δυο μεγάλα μαχαίρια, ένα μαύρο κλομπ, σιδηρογροθιές, μια μάσκα αερίων και μια φυσούνα δακρυγόνων − μια κοντόχοντρη καραμπίνα με κύλινδρο στη μέση, που αντί για φυσίγγια έπαιρνε φιάλες αερίων. Ο Τρουλς Μπέρντσεν είχε σχεδόν όλο το στοκ του καταστήματος αστυνομικών όπλων. «Είσαι θεόμουρλος, Μπέρντσεν». «Γιατί;» Ο Χόλε έδειξε το περιεχόμενο της ντουλάπας. Ο Μπέρντσεν είχε καρφώσει καρφιά για να κρεμάσει τα όπλα και γύρω από το καθένα είχε ζωγραφίσει με μαρκαδόρο το περίγραμμά του. Όλα στη θέση τους. «Κι έχεις κρεμάσει το αλεξίσφαιρο σε κρεμάστρα; Τι, φοβάσαι μην τσαλακωθεί;» Ο Τρουλς Μπέρντσεν δεν απάντησε. «Οκέι» είπε ο Χάρι παίρνοντας το γιλέκο. «Δώσ’ μου τη φυσούνα, τη μάσκα και τις σφαίρες για το MP5 που έχεις στο σαλόνι. Κι ένα σακίδιο». Ο Χόλε ακολουθούσε τον Τρουλς που γέμιζε το σακίδιο. Γύρισαν στο καθιστικό κι ο Χόλε σήκωσε το MP5. Τελειώνοντας, στάθηκαν στην πόρτα. «Ξέρω τι σκέφτεσαι» είπε ο Χάρι. «Αλλά πριν κάνεις οποιοδήποτε τηλεφώνημα ή με σταματήσεις με οποιονδήποτε τρόπο, καλό θα ήταν να ξέρεις πως οτιδήποτε ξέρω για σένα βρίσκεται με στοιχεία στα χέρια δικηγόρου. Εάν μου συμβεί οτιδήποτε, έχει σαφείς οδηγίες να τα δημοσιεύσει. Κατάλαβες;» Ψέματα, σκέφτηκε ο Τρουλς και κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ο Χόλε χασκογέλασε. «Νομίζεις ότι αστειεύομαι, ε; Αλλά δεν μπορείς να είσαι και σίγουρος, μπορείς;» Digitalised By Jah®

Εκείνη τη στιγμή ο Τρουλς Μπέρντσεν ένιωσε ένα βαθύ μίσος για τον Χάρι Χόλε και το περιφρονητικό, αδιάφορο χαμόγελό του. «Κι αν επιζήσεις, Χόλε;» «Τότε θα τελειώσουν και τα προβλήματά σου, Μπέρντσεν. Θα φύγω για την άλλη άκρη του κόσμου και δεν θα ξαναγυρίσω. Α, και κάτι ακόμα...» Ο Χόλε κούμπωσε το παλτό του πάνω από το αλεξίσφαιρο γιλέκο. «Εσύ ήσουν που έσβησες τη διεύθυνση Μπλινερβάιεν 74 από τη λίστα που λάβαμε ο Μπέλμαν κι εγώ, σωστά;» Ο Τρουλς Μπέρντσεν ήταν έτοιμος ν’ απαντήσει όχι. Μα κάτι −πες το διαίσθηση, πες το αόριστη σκέψη− τον σταμάτησε. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε ιδέα πού έμενε ο Ρούντολφ Ασάγιεφ. «Ναι» είπε ο Μπέρντσεν, με το μυαλό του να τρέχει σαν τρελό, αφομοιώνοντας αυτή τη νέα πληροφορία. Προσπάθησε ν’ αναλύσει τι ακριβώς σήμαινε. Η λίστα που λάβαμε ο Μπέλμαν κι εγώ. Προσπάθησε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί όσο γρήγορα θα ήθελε, δεν είχε ποτέ του τέτοιο ταλέντο, χρειαζόταν κι άλλο χρόνο. «Ναι» επανέλαβε, ελπίζοντας η φωνή του να μη μαρτυρούσε την έκπληξή του. «Φυσικά κι ήμουν εγώ που την έσβησε». «Θα σου αφήσω αυτήν την καραμπίνα» είπε ο Χάρι, ανοίγοντας τον θάλαμο και βγάζοντας το φυσίγγι. «Εάν δεν επιστρέψω, μπορείς να την παραδώσεις στο δικηγορικό γραφείο Μπακ & Σίμονσεν». Ο Χόλε έκλεισε την πόρτα με δύναμη κι ο Τρουλς τον άκουσε να κατεβαίνει τις σκάλες με μεγάλες δρασκελιές. Περίμενε μέχρι να σιγουρευτεί ότι δεν θα επέστρεφε και τότε αντέδρασε. Ο Χόλε δεν είχε βρει το Μάρκλιν που ήταν ακουμπισμένο στον τοίχο πίσω από την κουρτίνα της μπαλκονόπορτας. Ο Τρουλς άρπαξε το βαρύ φονικό όπλο, άνοιξε με μανία την πόρτα του σαλονιού κι ακούμπησε την κάννη του στα κάγκελα. Ο καιρός ήταν παγωμένος κι έριχνε ψιλόβροχο. Μα δεν φυσούσε καθόλου κι αυτό είχε σημασία. Digitalised By Jah®

Είδε τον Χόλε να βγαίνει από την πολυκατοικία με το παλτό του ν’ ανεμίζει γύρω του και να προχωρά προς το ταξί που τον περίμενε στο πάρκινγκ. Τον κέντραρε μέσα από τη φωτοευαίσθητη διόπτρα. Οπτική και μηχανική τεχνογνωσία made in Germany. Η εικόνα ήταν γεμάτη κόκκους μα νεταρισμένη. Θα μπορούσε να τον καθαρίσει εδώ και τώρα δίχως πρόβλημα· η σφαίρα θα τον διαπερνούσε από την κορυφή ως τα νύχια, ή ακόμα καλύτερα, ως το αναπαραγωγικό του εργαλείο. Εξάλλου το όπλο του είχε πρωτοκατασκευαστεί για κυνήγι ελεφάντων. Αν περίμενε όμως μέχρι να βρίσκεται κάτω από τα φώτα του πάρκινγκ, τότε θα είχε ακόμα καλύτερες πιθανότητες να τον πετύχει. Άσε που θα ήταν φοβερά πρακτικό: τέτοια ώρα το πάρκινγκ ήταν σχεδόν άδειο και θα του ήταν πολύ εύκολο να σύρει το πτώμα μέχρι το αυτοκίνητό του. Είχε δώσει οδηγίες σε δικηγόρο; Σιγά μην το ’χε κάνει. Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να σκεφτεί μετά αν ήταν αναγκαίο να καθαρίσει και τον δικηγόρο για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Αυτόν τον Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν. Ο Χόλε πλησίαζε. Στον σβέρκο ή στο κεφάλι; Το αλεξίσφαιρο γιλέκο ήταν από εκείνα που προφύλασσαν μέχρι επάνω. Βαρύ σαν μέταλλο. Ο Τρουλς Μπέρντσεν τράβηξε τη σφύρα. Μια πεντακάθαρη φωνούλα τού έλεγε ότι δεν έπρεπε να το κάνει. Ήταν φόνος. Δεν είχε ξανασκοτώσει άλλον άνθρωπο. Όχι επίτηδες τουλάχιστον. Δεν σκότωσε αυτός τον Τουρ Σουλτς· τα τσιράκια του Ασάγιεφ το ’καναν. Και τον Γκούστο; Ποιος στον διάολο καθάρισε τον Γκούστο; Όχι αυτός, σε καμία περίπτωση. Ο Μίκαελ Μπέλμαν τότε. Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Η φωνούλα σώπασε και το σταυρόνημα της διόπτρας κόλλησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του Χόλε. Καμπούμ! Έβλεπε ήδη τα μυαλά του να εκτινάσσονται. Χάιδεψε τη σκανδάλη. Σε δυο δευτερόλεπτα ο Χόλε θα βρισκόταν κάτω απ’ τα φώτα. Τι κρίμα να μην μπορεί να το τραβήξει κάμερα όλο αυτό! Να το γράψει σε DVD. Και ποιος τη χέζει μετά τη Μέγκαν Φοξ, με ή χωρίς κροκέτες. Digitalised By Jah®

40

Τρουλς Μπέρντσεν πήρε μια βαθιά, αργή ανάσα. Οι σφυγμοί του ήταν πολλοί, μα υπό έλεγχο. Ο Χάρι Χόλε βρισκόταν κάτω από το φως. Και στο κέντρο της διόπτρας. Πραγματικά κρίμα που δεν μπορούσε να τραβήξει βίντεο... Ο Τρουλς Μπέρντσεν δίστασε. Δεν ήταν καλός στο να σκέφτεται στα γρήγορα. Όχι ότι ήταν βλάκας· απλώς πού και πού του έπαιρνε λίγη ώρα. Αυτό έκανε τον Μίκαελ ξεχωριστό όταν μεγαλώνανε μαζί· ήξερε πώς να σκεφτεί και πώς να μιλήσει. Κι ο Τρουλς βέβαια μια χαρά τα κατάφερνε στο τέλος, καλή ώρα όπως τώρα. Όλη αυτή η φάση με τη σβησμένη διεύθυνση ή με τη φωνούλα που του έλεγε να μην πυροβολήσει τον Χάρι Χόλε. Απλά μαθηματικά, που θα έλεγε κι ο Μίκαελ. Ο Χόλε κυνηγούσε τον Ρούντολφ Ασάγιεφ και τον Τρουλς. Ευτυχώς, με αυτή τη σειρά. Αν λοιπόν κατάφερνε να ξεπαστρέψει τον Ασάγιεφ, τότε κι ο Τρουλς θα είχε ένα πρόβλημα λιγότερο. Ακριβώς το ίδιο θα συνέβαινε αν ο Ασάγιεφ ξεπάστρευε τον Χόλε. Από την άλλη... Ο Χάρι Χόλε στεκόταν ακόμη κάτω από το φως. Ο Τρουλς τύλιξε με το δάχτυλό του απαλά τη σκανδάλη. Στην Digitalised By Jah®

Ο

Κρίπος ήταν κάποτε ο δεύτερος καλύτερος σκοπευτής στις καραμπίνες, ο πρώτος στα περίστροφα. Ξεφύσηξε. Το σώμα του ήταν χαλαρό. Δεν θα τρανταζόταν από τον πυροβολισμό. Ανέπνευσε ξανά. Και κατέβασε την καραμπίνα.

Η Μπλινερνβάιεν ήταν κατάφωτη, σαν τρενάκι του λούνα παρκ μέσα σ’ ένα ορεινό τοπίο με παλιά σπίτια, μεγάλους κήπους, πανεπιστημιακά κτίρια και γρασίδια. Ο Χάρι περίμενε μέχρι τα φώτα του ταξί να εξαφανιστούν κι ύστερα άρχισε να περπατάει. Η ώρα ήταν μία παρά τέσσερα λεπτά το πρωί και δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Το ταξί τον είχε αφήσει έξω από τον αριθμό 68. Το 74 της Μπλινερνβάιεν ήταν τραβηγμένο μέσα, πενήντα μέτρα από τον δρόμο, και περιβαλλόταν από έναν τοίχο ύψους τριών μέτρων. Δίπλα στο σπίτι υπήρχε ένα κυλινδρικό τούβλινο κτίριο, ύψους και διαμέτρου τεσσάρων μέτρων, που έμοιαζε με δεξαμενή νερού. Ο Χάρι δεν είχε ξαναδεί τέτοιες δεξαμενές στη Νορβηγία, μα παρατήρησε ότι και το διπλανό σπίτι είχε μία ολόιδια. Και ναι, να και το χαλικόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε στα σκαλιά της εισόδου ενός εντυπωσιακού ξύλινου σπιτιού. Ένα και μοναδικό φανάρι κρεμόταν πάνω από τη σκουρόχρωμη πόρτα από μασίφ ξύλο. Δυο απ’ τα παράθυρα του ισογείου ήταν φωτισμένα, κι ένα στον πρώτο. Ο Χάρι στάθηκε κάτω από μια βελανιδιά στην απέναντι μεριά του δρόμου. Έβγαλε το σακίδιό του και το άνοιξε. Ετοίμασε τη φυσούνα με το δακρυγόνο και πέρασε τη μάσκα στο κεφάλι του ώστε να την τραβήξει απλώς πάνω απ’ το πρόσωπό του όταν χρειαστεί. Ήλπιζε ότι η βροχή θα τον βοηθούσε να προσεγγίσει όσο

Digitalised By Jah®

χρειαζόταν. Ήλεγξε ότι το αυτόματο ΜΡ5 ήταν γεμάτο κι η ασφάλεια βγαλμένη. Είχε έρθει η ώρα. Μα το αναισθητικό του έφθινε ταχύτατα. Έβγαλε το μπουκάλι Jim Beam και ξεβίδωσε το καπάκι. Έμενε ελάχιστο ουίσκι στον πάτο. Κοίταξε μια το σπίτι και μια το μπουκάλι. Αν τα κατάφερνε στην αποστολή του, θα χρειαζόταν σίγουρα μια γουλιά μετά. Ξαναβίδωσε το καπάκι κι έχωσε το μπουκάλι στην εσωτερική του τσέπη μαζί μ’ έναν έξτρα γεμιστήρα του πολυβόλου. Προσπάθησε ν’ αναπνεύσει ήρεμα, να δώσει στον εγκέφαλο και τους μυς του όσο περισσότερο οξυγόνο γινόταν. Κοίταξε το ρολόι του: μία κι ένα πρώτο λεπτό. Το αεροπλάνο του έφευγε σε είκοσι τέσσερις ώρες. Το αεροπλάνο τους, της Ράκελ και το δικό του. Πήρε άλλες δυο βαθιές ανάσες. Πολύ πιθανόν η πύλη να είχε συναγερμό, αλλά κουβαλούσε πάρα πολύ βάρος για να μπορέσει να σκαρφαλώσει γρήγορα στον τοίχο. Και δεν είχε καμιά διάθεση να κολλήσει και να γίνει ζωντανός στόχος, όπως τότε στη Μάντσερουντ Αλέ. Δύο και μισό, σκέφτηκε ο Χάρι, τρία. Προχώρησε ως την πύλη, έσπρωξε το πόμολο και μπήκε στον κήπο. Με τη φυσούνα στο ένα χέρι και το ΜΡ5 στο άλλο, άρχισε να τρέχει. Όχι απ’ τα χαλίκια, από το γρασίδι. Έτρεξε προς το παράθυρο του καθιστικού. Ως αστυνομικός είχε συμμετάσχει σε αρκετές συλλήψεις-αστραπή ώστε να ξέρει πόσο σημαντικό πλεονέκτημα ήταν ο αιφνιδιασμός. Δεν σου έδινε μόνο το πλεονέκτημα του να πυροβολήσεις πρώτος, αλλά και τη δυνατότητα να σοκάρεις τον αντίπαλο με οπτικά και ηχητικά εφέ κάνοντάς τον να παραλύσει εντελώς. Ήξερε και πόσο λίγο κρατούσε αυτή η έκπληξη όμως· δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Τόσα είχε στη διάθεσή του, στιγμή παραπάνω. Αν δεν προλάβαινε να τους αφοπλίσει μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, θα μπορούσαν να ανασυνταχθούν και Digitalised By Jah®

ν’ αντεπιτεθούν. Εκείνοι γνώριζαν το σπίτι, ενώ αυτός δεν είχε δει ποτέ του ούτε κάτοψη. Δεκατέσσερα, δεκατρία. Πυροβόλησε με δυο δακρυγόνα μέσα από το παράθυρο του καθιστικού κι αυτά έσκασαν και γέμισαν το σπίτι με μια χιονοστιβάδα λευκού αερίου· ο χρόνος σταμάτησε, σαν σ’ ένα τρεμάμενο φιλμ όπου έβλεπε τον εαυτό του να κινείται, το σώμα του να κάνει ό,τι ήταν απαραίτητο, μα το μυαλό του να καταλαβαίνει μόνο θραύσματα. Δώδεκα. Τράβηξε τη μάσκα πάνω στο πρόσωπό του, πέταξε τη φυσούνα μέσα στο δωμάτιο, έσπασε τα μεγαλύτερα κομμάτια τζαμιού με τη λαβή του ΜΡ5, ακούμπησε σακίδιο και χέρια στο περβάζι του παραθύρου, πέρασε το ένα πόδι εντός και βυθίστηκε μες στον παχύ καπνό που φούσκωνε προς το μέρος του. Το μολύβδινο γιλέκο τού δυσκόλευε τις κινήσεις, αλλά όταν μπήκε μέσα νόμιζε ότι πετούσε στα σύννεφα. Άκουσε πυροβολισμούς κι έπεσε στο πάτωμα. Οκτώ. Κι άλλοι πυροβολισμοί. Ο ξερός ήχος του ξύλινου πατώματος που σκιζόταν. Όχι, δεν είχαν παραλύσει. Ο Χάρι περίμενε. Κι ύστερα άκουσε επιτέλους βήχα, τον βήχα που αδυνατείς να καταπνίξεις όταν τα δακρυγόνα σού τσούζουν τα μάτια, τη μύτη και τα πνευμόνια. Πέντε. Ο Χάρι σήκωσε το ΜΡ5 και πυροβόλησε προς τον βήχα που ακουγόταν μέσα από την γκριζόλευκη ομίχλη. Άκουσε κοφτά, βαριά βήματα. Τα βήματα κάποιου που ανέβαινε τρέχοντας τις σκάλες. Τρία. Ο Χάρι σηκώθηκε όρθιος κι έτρεξε με όλη του τη δύναμη. Δύο. Στον πρώτο όροφο δεν υπήρχε καπνός. Αν ο φυγάς κατάφερνε να ξεφύγει, οι πιθανότητες επιβίωσής του θα μειώνονταν δραματικά. Ένα, μηδέν. Digitalised By Jah®

Ο Χάρι μπορούσε να ξεχωρίσει το περίγραμμα μιας σκάλας κι ύστερα την κουπαστή με τα κάγκελά της. Έχωσε το ΜΡ5 ανάμεσα στα κάγκελα, το έστριψε διαγώνια και πυροβόλησε. Το όπλο έτρεμε μες στο χέρι του, μα το κράτησε γερά. Άδειασε όλο τον γεμιστήρα. Τράβηξε πίσω το πολυβόλο, άδειασε τον γεμιστήρα με το άλλο του χέρι κι έψαξε στην τσέπη του για τον δεύτερο. Βρήκε μόνο το μπουκάλι με το ουίσκι. Είχε χάσει τον δεύτερο γεμιστήρα πέφτοντας στο πάτωμα! Οι υπόλοιποι ήταν ακόμη μες στο σακίδιο, στο περβάζι του παραθύρου. Ο Χάρι κατάλαβε ότι ήταν νεκρός όταν άκουσε βήματα στη σκάλα. Κατέβαιναν, στην αρχή αργά, προσεκτικά κι ύστερα πιο γρήγορα και μετά ταχύτατα προς το μέρος του. Είδε μια φιγούρα να πηδάει πάνω του μέσ’ από την ομίχλη. Ένα φάντασμα με λευκό πουκάμισο και μαύρο κουστούμι που τρέκλιζε. Χτύπησε την κουπαστή, διπλώθηκε στα δύο και γλίστρησε νεκρό μέχρι το κάγκελο του πρώτου σκαλιού. Ο Χάρι είδε τις τραχιές τρύπες απ’ τις σφαίρες στο πίσω μέρος του κουστουμιού. Προχώρησε προς το πτώμα, άρπαξε τη φράντζα του και σήκωσε το κεφάλι. Ένιωσε αναγούλα κι αντιστάθηκε στην παρόρμηση να βγάλει τη μάσκα του. Μια από τις σφαίρες είχε σχίσει τη μύτη του πτώματος κατά την έξοδό της. Όμως ο Χάρι τον αναγνώρισε. Ήταν ο μικρόσωμος τύπος από το ξενοδοχείο Λεόν. Ο άνδρας που τον είχε πυροβολήσει από τη λιμουζίνα στη Μάντσερουντ Αλέ. Ο Χάρι αφουγκράστηκε. Σιωπή, πλην του συριγμού από τα δακρυγόνα απ’ όπου έβγαινε ακόμη καπνός. Πήγε μέχρι το παράθυρο του καθιστικού, βρήκε το σακίδιο, έχωσε νέο γεμιστήρα στο αυτόματο και πέρασε έναν κάτω από το αλεξίσφαιρο γιλέκο του. Μόνο τότε παρατήρησε τον ιδρώτα του που έτρεχε σαν ποτάμι. Πού ήταν ο μεγαλόσωμος άνδρας; Και πού ήταν ο Ντουμπάι; Ο Χάρι ξαναφουγκράστηκε γύρω του. Ο συριγμός των δακρυγόνων. Είχε ή δεν είχε ακούσει βήματα στον πάνω όροφο; Μέσ’ απ’ τον καπνό διέκρινε ένα ακόμα δωμάτιο και μια ανοιχτή Digitalised By Jah®

πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα. Και μία και μοναδική κλειστή πόρτα. Στάθηκε δίπλα στην κλειστή πόρτα, την άνοιξε, έριξε μέσα δύο δακρυγόνα και την ξανάκλεισε. Περίμενε. Μέτρησε μέχρι το δέκα. Την άνοιξε και μπήκε μέσα. Άδειο. Μέσα από τον καπνό διέκρινε βιβλιοθήκες, μια μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα κι ένα μεγάλο τζάκι. Από πάνω κρεμόταν ο πίνακας ενός άνδρα ντυμένου με τη στολή της Γκεστάπο. Μήπως είχε πέσει πάνω σε σπίτι των Ναζί από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Ο Χάρι ήξερε ότι, όταν ο νορβηγός ναζιστής κι αρχηγός των Ταγμάτων Εφόδου Καρλ Μάρτινσεν πέθανε από καταιγισμό σφαιρών έξω από το Κτίριο Επιστημών του Πανεπιστημίου, ζούσε σε μια τέτοια, κατασχεθείσα βίλα στην Μπλινερνβάιεν. Ο Χάρι έκανε μεταβολή, διέσχισε την κουζίνα, βγήκε από την πίσω πόρτα στο κλασικό δωματιάκι υπηρεσίας και βρήκε ακριβώς αυτό που έψαχνε: τη βοηθητική σκάλα. Συνήθως κάτι τέτοιες σκάλες λειτουργούσαν και ως έξοδοι κινδύνου, μα αυτή εδώ κατέβαινε κι άλλο, προς το υπόγειο, σε μια παλιά πόρτα που είχε χτιστεί με τούβλα. Ο Χάρι βεβαιώθηκε ότι έμενε ακόμα ένα δακρυγόνο μες στη φυσούνα κι ανέβηκε ξανά τη σκάλα με μεγάλους, σιωπηλούς διασκελισμούς. Έριξε το τελευταίο του δακρυγόνο στον διάδρομο, μέτρησε μέχρι το δέκα και το ακολούθησε. Άρχισε ν’ ανοίγει πόρτες με τον λαιμό του να τον σφάζει, μα πλήρως συγκεντρωμένος. Εκτός από την πρώτη πόρτα που ήταν κλειδωμένη, όλα τ’ άλλα δωμάτια ήταν άδεια. Τα δύο υπνοδωμάτια έμοιαζαν κατοικημένα. Το κρεβάτι του ενός δεν είχε σεντόνια και το στρώμα ήταν σκούρο, λες κι ήταν βουτηγμένο στο αίμα. Στο κομοδίνο του δεύτερου βρήκε μια Αγία Γραφή. Την κοίταξε καλά καλά. Κυριλλικό αλφάβητο. Ρώσοι ορθόδοξοι λοιπόν. Δίπλα της βρήκε ένα έτοιμο zjuk, ένα τούβλο με έξι καρφιά. Είχε ακριβώς το ίδιο πάχος με την Αγία Γραφή. Ο Χάρι ξαναπήγε προς την κλειδωμένη πόρτα. Ο ιδρώτας τού είχε θαμπώσει τη μάσκα. Ακούμπησε στον απέναντι τοίχο, σήκωσε το Digitalised By Jah®

πόδι και κλότσησε την κλειδαριά. Η πόρτα υποχώρησε στην τέταρτη κλοτσιά. Ο Χάρι έσκυψε κι έριξε μια βροχή από σφαίρες μες στο δωμάτιο. Ακούστηκαν τζάμια που έσπαγαν. Περίμενε μέχρι να μπει μέσα ο καπνός από τον διάδρομο κι ύστερα μπήκε κι αυτός. Βρήκε τον διακόπτη κι άναψε το φως. Το δωμάτιο ήταν μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα. Το κρεβάτι με ουρανό ήταν άστρωτο. Στο κομοδίνο έλαμπε ένα δαχτυλίδι με μπλε πέτρα. Ο Χάρι έβαλε το χέρι του κάτω από το πάπλωμα. Ήταν ακόμη ζεστό. Κοίταξε τριγύρω. Όποιος βρισκόταν ξαπλωμένος εδώ πέρα πριν από λίγο θα μπορούσε φυσικά να έχει βγει και να έχει κλειδώσει την πόρτα πίσω του. Μόνο που το κλειδί βρισκόταν από την εσωτερική μεριά της πόρτας. Ο Χάρι πήγε στο παράθυρο: κλειστό και κλειδωμένο. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στην τεράστια ντουλάπα στον μικρότερο τοίχο. Την άνοιξε. Με την πρώτη ματιά έμοιαζε με μια απλή ντουλάπα. Ο Χάρι έσπρωξε την πλάτη της. Κι εκείνη άνοιξε. Γερμανική επιμέλεια. Ο Χάρι έκανε στο πλάι πουκάμισα και σακάκια κι έχωσε το κεφάλι του μέσα από την ψεύτικη πλάτη. Μια κρύα ριπή αέρα τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ένα φρεάτιο. Ο Χάρι ψαχούλεψε μες στο σκοτάδι. Σιδερένια σκαλοπάτια έβγαιναν στον τοίχο κι έμοιαζαν να κατεβαίνουν προς τα κάτω, να οδηγούν στο υπόγειο. Μια εικόνα τρεμόπαιξε στο μυαλό του, ένα κομμάτι από κάποιο όνειρο. Αγνόησε την εικόνα, έβγαλε τη μάσκα του και χώθηκε ανάμεσα στην ψεύτικη πλάτη της ντουλάπας. Τα πόδια του βρήκαν τα σκαλιά. Άρχισε να κατεβαίνει. Όταν το πρόσωπό του έφτασε στο ύψος του πατώματος, είδε στον πάτο της ντουλάπας κάτι περίεργο: ένα κομμάτι κολλαριστό βαμβακερό ύφασμα σε σχήμα U. O Χάρι το έβαλε στην τσέπη του παλτού του και συνέχισε να κατεβαίνει μες στο σκοτάδι. Μέτρησε τα σκαλοπάτια. Μετά το εικοστό δεύτερο το ένα του πόδι βρήκε στέρεα γη. Όμως, ενώ κατέβαζε και το δεύτερο Digitalised By Jah®

πόδι, η όχι και τόσο στέρεα γη κουνήθηκε. Ο Χάρι έχασε την ισορροπία του αλλά προσγειώθηκε στα μαλακά. Στα πολύ μαλακά. Έμεινε ακίνητος κι αφουγκράστηκε. Έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη του παντελονιού του, τον άναψε, τον άφησε να κάψει για δύο δευτερόλεπτα κι ύστερα να σβήσει. Είχε δει ό,τι χρειαζόταν να δει. Ήταν ξαπλωμένος πάνω σ’ έναν άνδρα. Έναν εξαιρετικά μεγάλο και γυμνό άνδρα. Με δέρμα κρύο σαν το μάρμαρο και χρώμα γαλαζοπράσινο, σαν αυτό που αποκτούν τα πτώματα το πρώτο μεταθανάτιο εικοσιτετράωρο. Ο Χάρι ξεκόλλησε από το πτώμα και περπάτησε πάνω στο μπετονένιο πάτωμα προς τη μεριά μιας πόρτας. Με τον αναπτήρα του αναμμένο, ήταν στόχος. Με περισσότερο φως όμως, όλοι τους ήταν στόχος. Κράτησε το ΜΡ5 σε ετοιμότητα και πάτησε τον διακόπτη στ’ αριστερά του. Μια σειρά από φώτα άναψε κι αποκάλυψε ένα μακρύ στενό τούνελ. Ο Χάρι συνειδητοποίησε ότι ήταν ολομόναχος. Κοίταξε το πτώμα. Κείτονταν σ’ ένα χαλί στο πάτωμα κι είχε έναν αιματοβαμμένο επίδεσμο γύρω από το στομάχι του. Στο στήθος του ήταν ζωγραφισμένο ένα τατουάζ που απεικόνιζε την Παναγία. Ο Χάρι ήξερε ότι αυτό το τατουάζ μαρτυρούσε πως ο άνδρας ήταν εγκληματίας από τα γεννοφάσκια του. Δεν μπορούσε να δει άλλες πληγές και υπέθεσε ότι είχε πεθάνει από το τραύμα κάτω από τον επίδεσμο, το οποίο είχε πιθανότατα προκληθεί από τη σφαίρα του περίστροφου του Τρουλς Μπέρντσεν. Ο Χάρι έσπρωξε με τα δάχτυλά του την πόρτα. Ήταν κλειδωμένη. Το τούνελ κατέληγε σε μια μεταλλική πλάκα χωμένη μες στον τοίχο. Με άλλα λόγια, ο Ρούντολφ Ασάγιεφ είχε μία και μοναδική διέξοδο από το σπίτι: το τούνελ. Κι ο Χάρι ήξερε γιατί αυτός είχε δοκιμάσει πρώτα όλες τις άλλες πιθανές εξόδους − λόγω του Digitalised By Jah®

ονείρου του. Γύρισε και κοίταξε το στενό τούνελ. Η κλειστοφοβία είναι αντιπαραγωγική· σου δίνει ψευδή αίσθηση του κινδύνου και πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται. Ο Χάρι ήλεγξε αν ο γεμιστήρας του ΜΡ5 ήταν τοποθετημένος σωστά. Να πά’ να γαμηθούν· τα φαντάσματα υπάρχουν μόνο αν τ’ αφήσεις. Κι άρχισε να περπατάει. Το τούνελ ήταν ακόμα πιο στενό απ’ ό,τι φανταζόταν. Ο Χάρι έσκυβε, μα χτυπούσε το κεφάλι και τους ώμους του στο μουχλιασμένο ταβάνι και τους τοίχους. Προσπάθησε να κρατήσει τον εγκέφαλό του σε εγρήγορση ώστε να μην επιτρέψει στην κλειστοφοβία να τον πνίξει. Σκέφτηκε ότι το τούνελ πρέπει να ήταν κάποια έξοδος κινδύνου σχεδιασμένη από τους Γερμανούς· ταίριαζε με τη χτισμένη πίσω πόρτα. Ήταν συνηθισμένος στο να μη χάνει τον προσανατολισμό του, κι αν δεν έκανε εντελώς λάθος, τότε προχωρούσε προς το γειτονικό σπίτι με την πανομοιότυπη δεξαμενή νερού. Το τούνελ είχε χτιστεί με μεγάλη επιμέλεια· υπήρχαν ακόμα κι αποχετεύσεις στο πάτωμα για περιπτώσεις διαρροής. Περίεργο όμως που οι Γερμανοί, οι οποίοι συνήθιζαν να χτίζουν αυτοκινητοδρόμους, είχαν κατασκευάσει ένα τόσο στενό τούνελ. Με το που σκέφτηκε τη λέξη «στενό», η κλειστοφοβία τον κυρίευσε. Έστρεψε την προσοχή του στο μέτρημα των βημάτων του, προσπάθησε να καταλάβει πού ακριβώς βρισκόταν σε σχέση με οτιδήποτε υπήρχε πίσω από τον λόφο. Πίσω από τον λόφο, έξω από εδώ, στον ελεύθερο, καθαρό αέρα. Μέτρα, μέτρα για τ’ όνομα του Θεού! Όταν έφτασε στα 110, παρατήρησε μια λευκή γραμμή ανάμεσα στα πόδια του. Τα φώτα σταματούσαν από κάποιο σημείο και μετά, κι όταν ο Χάρι έκανε μεταβολή, συνειδητοποίησε ότι η γραμμή πρέπει να υποδείκνυε το μέσον του τούνελ. Δεδομένων των μικρών βημάτων που έκανε, υπολόγισε ότι η απόσταση που είχε διανύσει ήταν γύρω στα εξήντα με εβδομήντα μέτρα. Λίγο ακόμα έμενε. Προσπάθησε να πάει πιο γρήγορα, σέρνοντας τα πόδια του σαν Digitalised By Jah®

γέρος. Άκουσε ένα κλικ και κοίταξε κάτω. Ο ήχος είχε ακουστεί από μία από τις αποχετεύσεις. Οι λεπίδες της μετακινήθηκαν μέχρι που έκλεισαν, σαν τις λεπίδες εξαερισμού στο ταμπλό των αυτοκινήτων. Κι εκείνη τη στιγμή άκουσε έναν άλλο ήχο, διαφορετικό, σαν βαθιά βροντή πίσω από την πλάτη του. Έκανε απότομα μεταβολή. Το φως αντανακλούσε στο μέταλλο. Η μεταλλική πλάκα στην άκρη του τούνελ είχε μετακινηθεί. Είχε χωθεί μες στο πάτωμα· από εκεί ερχόταν όλη αυτή η φασαρία. Ο Χάρι κοντοστάθηκε και κράτησε το οπλοπολυβόλο του σε ετοιμότητα. Δεν μπορούσε να δει τι υπήρχε πίσω από την πλάκα, ήταν πολύ σκοτεινά. Και μετά κάτι άστραψε, σαν τον ήλιο που αντανακλά στο φιόρδ του Όσλο τα υπέροχα φθινοπωρινά απογεύματα. Μια στιγμή απόλυτης σιγής. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Ο Τραγιάσκας είχε βρεθεί στο πάτωμα του τούνελ, πνιγμένος. Οι δεξαμενές. Το στενό τούνελ. Η μούχλα στο ταβάνι δεν ήταν μούχλα, μα φύκια. Κι ύστερα είδε τον τοίχο να έρχεται καταπάνω του. Μαυροπράσινος με λευκές άκρες. Γύρισε από την άλλη και πήγε να τρέξει. Και είδε έναν ολόιδιο τοίχο να έρχεται καταπάνω του κι από την απέναντι πλευρά.

Digitalised By Jah®

41

ταν λες και στεκόταν ανάμεσα σε δύο κινούμενες αμαξοστοιχίες. Ο υδάτινος τοίχος τον χτύπησε πρώτος. Τον πέταξε προς τα πίσω κι ο Χάρι ένιωσε το κεφάλι του να πέφτει στο πάτωμα. Το νερό τον σήκωσε και τον στροβίλισε. Χτυπιόταν απεγνωσμένα, προσπαθώντας από κάπου να πιαστεί, δάχτυλα, πόδια έγδερναν τους τοίχους, αλλά ενάντια σε τέτοια δύναμη δεν είχε καμία ελπίδα. Και τότε η πίεση σταμάτησε, όσο ξαφνικά είχε αρχίσει. Ένιωσε τα πολύπλοκα ρεύματα τριγύρω του καθώς οι δύο πίδακες εξουδετέρωσαν ο ένας τον άλλον. Ο Χάρι είδε κάτι πίσω από την πλάτη του. Δυο λευκά χέρια με γαλαζοπράσινη χροιά προσπαθούσαν να τον αγκαλιάσουν, να αρπάξουν το πρόσωπό του με τα χλωμά τους δάχτυλα. Ο Χάρι κλότσησε, γύρισε ανάποδα και είδε το πτώμα με τον επίδεσμο στο στομάχι να στριφογυρίζει στο σκούρο νερό σαν αβαρής, γυμνός αστροναύτης, με το στόμα ανοιχτό και τα μαλλιά και τη γενειάδα του να κυματίζουν απαλά. Ο Χάρι πάτησε τα πόδια του στο πάτωμα και τεντώθηκε μέχρι το ταβάνι. Το νερό έφτανε μέχρι την κορυφή. Ξαναέσκυψε και είδε το ΜΡ5 και τη λευκή γραμμή στο πάτωμα κι άρχισε να κολυμπάει. Είχε αποπροσανατολιστεί μέχρι που το πτώμα τού υπέδειξε προς τα πού ήταν το φρεάτιο απ’ το οποίο είχε έρθει. Ο Χάρι κολυμπούσε με το Digitalised By Jah®

Ή

σώμα του διαγωνίως προς τους τοίχους, ώστε να μπορεί ν’ απλώσει τα χέρια του όσο περισσότερο γινόταν. Έσπρωχνε και προσπαθούσε να μη σκέφτεται την άλλη σκέψη. Η άνωση δεν ήταν πρόβλημα· αντιθέτως, το αλεξίσφαιρο γιλέκο τον τραβούσε προς τον πάτο. Ο Χάρι αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να σταματήσει και να βγάλει το παλτό του, που ανέβαινε προς τα πάνω και δημιουργούσε μεγάλη αντίσταση. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί σ’ αυτό που έπρεπε να κάνει· να κολυμπήσει μέχρι το φρεάτιο, χωρίς να μετράει δευτερόλεπτα ή μέτρα. Μα ένιωθε ήδη την πίεση στο κεφάλι του, λες και το κρανίο του πήγαινε να σπάσει. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει άλλο τη σκέψη του: καλοκαίρι, πισίνα πενήντα μέτρων, νωρίς το πρωί· σχεδόν ψυχή τριγύρω, λιακάδα κι η Ράκελ με το κίτρινο μαγιό της· ο Όλεγκ κι ο Χάρι θα μάθαιναν επιτέλους ποιος απ’ τους δυο τους μπορούσε να κάνει το μεγαλύτερο μακροβούτι. Ο Όλεγκ ήταν σε πολύ καλή φυσική κατάσταση μετά τις προπονήσεις στο πατινάζ, αλλά ο Χάρι κολυμπούσε καλύτερα. Η Ράκελ τους επευφημούσε γελώντας μ’ αυτό το όμορφο γέλιο της ενώ οι δυο τους έκαναν ζέσταμα. Έκαναν φιγούρα για να κερδίσουν την εύνοιά της· εκείνη ήταν η βασίλισσα του Φρόγκνερ Λίντο κι ο Όλεγκ με τον Χάρι οι υπήκοοί της που κοπίαζαν για ένα της βλέμμα. Κι ύστερα ξεκίνησαν. Και κατέληξαν ισόπαλοι μετά σαράντα μέτρα, βγήκαν και οι δυο στην επιφάνεια, λαχανιασμένοι και σίγουροι ότι είχαν νικήσει. Σαράντα μέτρα. Δέκα μέτρα πριν από το τέλος. Με αρχική ώθηση από τον τοίχο της πισίνας κι απεριόριστο πεδίο κινήσεων. Λίγο παραπάνω από τη μισή απόσταση μέχρι το φρεάτιο. Ο Χάρι δεν είχε καμιά ελπίδα. Εδώ θα πέθαινε. Θα πέθαινε σύντομα, τώρα. Ένιωθε τους βολβούς του να έχουν βγει απ’ τις κόγχες τους. Το αεροπλάνο του πετούσε τα μεσάνυχτα. Κίτρινο μαγιό. Δέκα μέτρα από το τέλος. Άλλη μια χεριά. Θα κατάφερνε ακόμα μία. Κι ύστερα θα πέθαινε.

Digitalised By Jah®

Ήταν τρεις και μισή το πρωί κι ο Τρουλς Μπέρντσεν οδηγούσε στους δρόμους του Όσλο με τη βροχή να ψιθυρίζει και να μουρμουρίζει πάνω στο παρμπρίζ. Ήταν στους δρόμους εδώ και δυο ώρες. Δεν έψαχνε κάτι συγκεκριμένο, μόνο λίγη ηρεμία. Ηρεμία για να μπορέσει να σκεφτεί· ηρεμία για να μη σκέφτεται. Κάποιος είχε διαγράψει μια διεύθυνση από τη λίστα που είχε λάβει ο Χάρι Χόλε. Και δεν ήταν αυτός. Ίσως τελικά τα πράγματα να μην ήταν τόσο ξεκάθαρα όσο νόμιζε. Έφερε γι’ ακόμα μια φορά στον νου του τη νύχτα του φόνου. Ο Γκούστο είχε έρθει από το σπίτι του. Είχε τόση ανάγκη τη δόση του, που έτρεμε σύγκορμος κι απειλούσε ότι θα τα ξερνούσε όλα αν ο Τρουλς δεν του έδινε λεφτά για βιολίνη. Για κάποιο λόγο η βιολίνη είχε εξαφανιστεί εδώ κι εβδομάδες από τους δρόμους. Τα πρεζόνια στο πάρκο είχαν πανικοβληθεί κι η τιμή του τέταρτου είχε εκτοξευτεί στα τρία χιλιάρικα, μίνιμουμ. Ο Τρουλς του είχε προτείνει να πάνε σ’ ένα αυτόματο μηχάνημα ανάληψης μετρητών, μα έπρεπε να πάρει πρώτα τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Μαζί με τα κλειδιά είχε πάρει και το Στέιρ του. Ήταν φως φανάρι τι έπρεπε να κάνει, αλλιώς ο Γκούστο θα συνέχιζε να τον απειλεί με τον ίδιο τρόπο. Τα τζάνκι είναι πολύ προβλέψιμα σε κάτι τέτοια. Όταν επέστρεψε στην είσοδο όμως, το αγόρι την είχε κοπανήσει. Μάλλον τον είχε μυριστεί. Οκέι, είχε σκεφτεί τότε ο Τρουλς, ο Γκούστο δεν επρόκειτο να τον καρφώσει αν δεν είχε τίποτα να κερδίσει. Συν τοις άλλοις, ήταν κι εκείνος μαζί τους στη ληστεία. Ήταν Σάββατο κι ο Τρουλς είχε εφημερία. Πήγε λοιπόν στον Φάρο για να διαβάσει λίγο, να χαζέψει τη Μαρτίνε Έκχοφ και να πιει κάνα καφέ. Κι ύστερα άκουσε τις σειρήνες τον περιπολικών και το κινητό να χτυπάει με λίγα δευτερόλεπτα καθυστέρηση. Ήταν η Άμεση Δράση. Κάποιος είχε πάρει τηλέφωνο για πυροβολισμούς στην οδό Χάουσμαν αρ. 92 και κανείς άλλος του Εγκληματολογικού δεν εφημέρευε πλην αυτού. Ο Τρουλς έτρεξε προς τη διεύθυνση που απείχε λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον Φάρο. Το αστυνομικό του ένστικτο ήταν Digitalised By Jah®

πλήρως αφυπνισμένο· παρατηρούσε τους ανθρώπους που προσπερνούσε στον δρόμο του ξέροντας ότι οι εντυπώσεις του μπορούσαν να αποβούν σημαντικές. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ένας νεαρός με μάλλινο καπέλο, που ακουμπούσε στον τοίχο ενός σπιτιού. Το αγόρι είχε κολλήσει με το περιπολικό που ήταν παρκαρισμένο έξω από τον τόπο του εγκλήματος. Τράβηξε την προσοχή του Τρουλς ο τρόπος με τον οποίο είχε χωμένα τα χέρια του βαθιά στις τσέπες του μπουφάν του, το οποίο ήταν υπερβολικά μεγάλο και ζεστό γι’ αυτή την εποχή, ενώ οι τσέπες του μπορεί να έκρυβαν ό,τι μπορείς να φανταστείς. Το αγόρι είχε μια αφύσικα σοβαρή έκφραση και δεν θύμιζε βαποράκι. Περίμενε μέχρι που είδε την αστυνομία να συνοδεύει τον Όλεγκ Φάουκε από το ποτάμι έως το περιπολικό· ύστερα έκανε μεταβολή κι έφυγε από την οδό Χάουσμαν. Εδώ που τα λέμε, ο Τρουλς θα μπορούσε να έχει φτιάξει θεωρίες για τουλάχιστον άλλους δέκα ανθρώπους που είχε παρατηρήσει γύρω από τον τόπο του εγκλήματος. Θυμήθηκε όμως τον συγκεκριμένο νεαρό επειδή τον ξαναείδε. Στην οικογενειακή φωτογραφία που του έδειξε ο Χάρι Χόλε στο ξενοδοχείο Λεόν. Ο Χόλε τον είχε ρωτήσει αν αναγνώριζε την Ιρένε Χάνσεν κι ο Τρουλς το είχε αρνηθεί με απόλυτη ειλικρίνεια. Δεν του είχε πει όμως ότι αναγνώριζε το αγόρι της φωτογραφίας, τον θετό αδερφό του Γκούστο. Είχε την ίδια σοβαρή έκφραση στο πρόσωπό του, ήταν το αγόρι από τον τόπο του εγκλήματος. Ο Τρουλς σταμάτησε το αμάξι στην οδό Πρίνσενς, λίγο πιο κάτω από το Λεόν. Είχε ανοικτή τη συχνότητα της αστυνομίας. Eντέλει άκουσε το μήνυμα που περίμενε από την Άμεση Δράση: «Προς Μηδέν Ένα: Ελέγξαμε την αναφορά για τους θορύβους στην Μπλινερνβάιεν. Ο τόπος μοιάζει με πεδίο μάχης. Δακρυγόνα και τόνοι από σφαίρες. Από αυτόματο, χωρίς αμφιβολία. Ένας νεκρός. Κατεβήκαμε στο υπόγειο αλλά είναι πλημμυρισμένο με Digitalised By Jah®

νερό. Καλύτερα να καλέσουμε το ΕΚΑΜ για να ελέγξει τον πρώτο όροφο». «Μπορείτε να δείτε αν υπάρχουν επιζώντες;» «Να έρθεις να δεις μόνος σου! Δεν άκουσες τι είπα; Δακρυγόνα και αυτόματο!» «Εντάξει, εντάξει. Τι θέλετε;» «Τέσσερα περιπολικά να διασφαλίσουν την περιοχή. EKAM, Σήμανση και... έναν υδραυλικό ίσως». Ο Τρουλς Μπέρντσεν κατέβασε τον ήχο. Άκουσε ένα αμάξι να σταματάει στριγκλίζοντας για ν’ αποφύγει έναν ψηλό άνδρα που διέσχιζε τον δρόμο. Ο οδηγός κόρναρε εξαγριωμένος, αλλά ο άνδρας τον αγνόησε και συνέχισε να περπατά με κατεύθυνση το ξενοδοχείο Λεόν. Ο Τρουλς Μπέρντσεν μισόκλεισε τα μάτια του. Ήταν δυνατόν; Ήταν αυτός ο Χάρι Χόλε; Ο άνδρας προχωρούσε σκυφτός, με το κεφάλι του χωμένο μέσα στο άθλιο παλτό του. Μόνο όταν γύρισε το κεφάλι του και το πρόσωπό του φωτίστηκε από μια λάμπα του δρόμου κατάλαβε ο Τρουλς ότι είχε κάνει λάθος − το πρόσωπο ήταν οικείο, μα δεν ήταν ο Χόλε. Ο Τρουλς χαλάρωσε στο κάθισμά του. Ήξερε πια ποιος είχε νικήσει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο την πόλη του· του ανήκε πια. Η βροχή τραγουδούσε στη στέγη του αμαξιού ότι ο Χάρι Χόλε ήταν νεκρός, ξεσπώντας σε δάκρυα πάνω στο παρμπρίζ.

Μετά τις δύο το βράδυ το Λεόν ησύχαζε· οι περισσότεροι πελάτες είχαν πηδήξει κι είχαν γυρίσει σπίτια τους. Το αγόρι στη ρεσεψιόν ούτε που σήκωσε το κεφάλι του όταν μπήκε μέσα ο ιερέας. Έσταζε από την κορυφή ως τα νύχια. Παλιά όταν το αγόρι έβλεπε τον Κάτο να καταφθάνει σε τέτοιο κακό χάλι μες στη νύχτα ύστερα από απουσία ημερών, τον ρωτούσε αν του είχε συμβεί τίποτα. Αλλά οι Digitalised By Jah®

απαντήσεις που έπαιρνε ήταν τόσο εξαντλητικά χρονοβόρες, έντονες και γεμάτες λεπτομέρειες για την αθλιότητα των άλλων, που σταμάτησε να ρωτάει. Όμως απόψε ο Κάτο φαινόταν πιο κουρασμένος απ’ ό,τι συνήθως. «Δύσκολο βράδυ;» ρώτησε ο νεαρός, ελπίζοντας σε μονολεκτική απάντηση. «Α, τα γνωστά» είπε ο γέρος μ’ ένα χλιαρό χαμόγελο. «Αχ αυτή η ανθρωπότητα. Παραλίγο να σκοτωθώ απόψε». «Σοβαρά;» είπε το αγόρι κι αμέσως μετάνιωσε που ρώτησε. Τον περίμενε μια μακρά απάντηση. «Μόλις πήγε να με πατήσει ένα αμάξι» είπε ο Κάτο κι ανέβηκε τις σκάλες. Το αγόρι εξέπνευσε μ’ ανακούφιση και ξαναγύρισε στο κόμικ που διάβαζε, Ο Φαντομάς. Ο γέρος έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά και το γύρισε. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι ήταν ξεκλείδωτη. Μπήκε μέσα. Πάτησε τον διακόπτη, μα το φως στο ταβάνι δεν άναψε. Γύρισε και είδε ότι το πορτατίφ στο κομοδίνο ήταν αναμμένο. Ο άνδρας που καθόταν στο κρεβάτι ήταν ψηλός, καμπούριαζε λίγο και φορούσε ένα μακρύ παλτό σαν το δικό του. Νερό έσταζε από το στρίφωμα στο πάτωμα. Ήταν τόσο διαφορετικοί, μα για πρώτη φορά του γέρου τού φάνηκε λες και κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέφτη. «Τι ακριβώς κάνεις;» ψιθύρισε. «Διάρρηξη, βεβαίως» είπε ο άλλος άνδρας. «Ήθελα να δω αν είχες τίποτα αξίας». «Βρήκες τίποτα;» «Αξίας; Όχι. Βρήκα όμως αυτό». Ο γέρος έπιασε στον αέρα αυτό που του πέταξε ο άνδρας. Το κράτησε στο χέρι του. Κατένευσε αργά. Ήταν φτιαγμένο από κολλαριστό βαμβακερό ύφασμα σε σχήμα U. Όχι τόσο λευκό όσο θα έπρεπε. Digitalised By Jah®

«Το βρήκες λοιπόν στο δωμάτιό μου;» ρώτησε ο γέρος. «Ναι, στο υπνοδωμάτιο. Στην ντουλάπα. Φόρεσέ το». «Γιατί;» «Γιατί θέλω να εξομολογηθώ. Και γιατί μοιάζεις γυμνός χωρίς αυτό». Ο Κάτο κοίταξε τον άνδρα που καθόταν στο κρεβάτι σκυφτός. Νερό έσταζε από τα μαλλιά του στην ουλή που είχε από το μάγουλο ως το πιγούνι. Κι από εκεί μέχρι το πάτωμα. Η μοναδική καρέκλα βρισκόταν στη μέση του δωματίου. Η καρέκλα του εξομολογητή. Στο τραπέζι υπήρχε ένα κλειστό πακέτο Camel, ένας αναπτήρας κι ένα υγρό, σπασμένο τσιγάρο. «Όπως θες, Χάρι». Κάθισε κι άρχισε να ξεκουμπώνει το παλτό του. Φόρεσε το κολάρο του ιερέα σχήματος U στον γιακά του πουκαμίσου του. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του παλτού του κι ο άλλος τινάχτηκε απότομα. «Τσιγάρα» είπε ο γέρος. «Και για τους δυο μας. Τα δικά σου πνίγηκαν». Ο αστυνομικός κατένευσε κι ο γέρος έβγαλε απ’ την τσέπη ένα κλειστό πακέτο τσιγάρα. «Τα νορβηγικά σου είναι πολύ καλά» είπε ο Χάρι. «Λίγο καλύτερα από τα σουηδικά μου. Επειδή είσαι Νορβηγός δεν μπορείς να καταλάβεις ότι έχω προφορά στα σουη​δικά». Ο Χάρι πήρε ένα από τα μαύρα τσιγάρα. Το κοίταξε προσεκτικά. «Ρωσική προφορά εννοείς;» «Sobranie Black Russian» είπε ο γέρος. «Τα μόνα καλά τσιγάρα που βρίσκει κανείς στη Ρωσία. Τώρα τα φτιάχνουν στην Ουκρανία βέβαια. Τα κλέβω συνήθως από τον Αντρέι. Παρεμπιπτόντως, πώς είναι ο Αντρέι;» «Χάλια» είπε ο αστυνομικός, επιτρέποντας στον γέρο να του ανάψει το τσιγάρο. «Λυπάμαι που το ακούω. Μιας και είπες “χάλια”... θα έπρεπε να Digitalised By Jah®

ήσουν νεκρός, Χάρι. Ήσουν στο τούνελ όταν άνοιξα τις κάνουλες». «Ήμουν». «Άνοιξαν κι οι δύο ταυτόχρονα κι οι δεξαμενές ήταν γεμάτες. Το νερό θα έπρεπε να σ’ έχει παρασύρει στο κέντρο». «Με παρέσυρε». «Τότε δεν καταλαβαίνω. Οι περισσότεροι σοκάρονται και πνίγονται με τη μία». Ο αστυνομικός φύσηξε τον καπνό από την άκρη των χειλιών του. «Όπως οι αντιστασιακοί που κυνηγούσαν τον αρχηγό της Γκεστάπο;» «Δεν ξέρω κατά πόσο δοκίμασαν οι Ναζί την παγίδα τους σε συνθήκες πραγματικής υποχώρησης». «Τη δοκίμασες όμως εσύ. Με τον μυστικό αστυνομικό». «Ήταν σαν κι εσένα, Χάρι. Οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι έχουν μια αποστολή είναι επικίνδυνοι· και για τον εαυτό τους και για τους γύρω τους. Θα έπρεπε να έχεις πνιγεί σαν κι αυτόν». «Όπως βλέπεις όμως, είμαι ακόμη εδώ». «Δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο. Μου λες δηλαδή ότι ύστερα απ’ όλο αυτό το νερό είχες αέρα στα πνευμόνια σου για να κολυμπήσεις ογδόντα μέτρα μέσα σ’ ένα τόσο στενό τούνελ, στο παγωμένο νερό, με όλα σου τα ρούχα;» «Όχι». «Όχι;» Ο γέρος χαμογέλασε. Φαινόταν πραγματικά παραξενεμένος. «Όχι, δεν είχα πολύ αέρα στα πνευμόνια μου, μου έφτανε μόνο για σαράντα μέτρα». «Και μετά;» «Μετά μ’ έσωσε». «Ποιος;» «Ο άνδρας που είχες πει ότι είναι καλό παιδί κατά βάθος». Ο Χάρι τού έδειξε το άδειο μπουκάλι ουίσκι. «Ο Jim Beam». «Σ’ έσωσε το ουίσκι;» Digitalised By Jah®

«Ένα μπουκάλι ουίσκι». «Ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι;» «Αντιθέτως, ένα γεμάτο μπουκάλι». Ο Χάρι έβαλε το τσιγάρο στην άκρη του στόματός του, ξεβίδωσε το καπάκι και κράτησε το μπουκάλι πάνω από το κεφάλι του. «Ένα μπουκάλι γεμάτο αέρα». Ο γέρος τον κοίταξε αποσβολωμένος. «Πήρες;...» «Το μεγαλύτερο πρόβλημα όταν δεν είχα πια αέρα ήταν να μπορέσω να βάλω το μπουκάλι στο στόμα μου μες στο νερό κάθετα, ώστε ο λαιμός του να είναι όρθιος και να μπορέσω να εισπνεύσω. Ήταν σαν την πρώτη φορά που κάνει κανείς βουτιά: Το σώμα διαμαρτύρεται. Το σώμα δεν ξέρει από φυσική και νομίζει ότι θα πιει νερό και θα πνιγεί. Ήξερες ότι οι πνεύμονες χωρούν τέσσερα λίτρα αέρα; Ε, ένα μπουκάλι αέρας και λίγη αποφασιστικότητα ήταν αρκετά για να κολυμπήσω άλλα σαράντα μέτρα». Ο αστυνομικός άφησε το μπουκάλι στο πάτωμα, έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα του και το κοίταξε δύσπιστα. «Οι Γερμανοί θα έπρεπε να έχουν κατασκευάσει ένα μεγαλύτερο τούνελ». Ο Χάρι κοίταξε τον γέρο. Είδε το συνοφρυωμένο του πρόσωπο να σχίζεται στα δύο και να σκάει στα γέλια, τραχιά, σαν εξάτμιση παλιάς ψαρότρατας.. «Το ήξερα ότι ήσουν διαφορετικός, Χάρι. Ναι, μου είχαν πει πως θα γύριζες στο Όσλο όταν θα μάθαινες για τον Όλεγκ. Κάθισα κι έκανα μια μικρή έρευνα λοιπόν. Και ξέρεις κάτι; Οι φήμες δεν ήταν διόλου υπερβολικές». «Τι να πει κανείς» είπε ο Χάρι με το βλέμμα του να μην αφήνει τα διπλωμένα στα γόνατά του χέρια του πάστορα. Ο Χάρι καθόταν στην άκρη του κρεβατιού σε εγρήγορση, πατώντας γερά στο πάτωμα κι έχοντας ρίξει όλο το βάρος του στις μύτες των ποδιών του. Ήταν τέτοια η πίεση, που ένιωθε το λεπτό νάιλον κορδόνι κάτω από τις σόλες των παπουτσιών του. «Κι εσύ, Ρούντολφ; Υπερβάλλουν οι φήμες στην περίπτωσή σου;» Digitalised By Jah®

«Ποιες απ’ όλες;» «Να, αυτές που λένε ότι είχες δίκτυο διακίνησης στο Γκέτεμποργκ κι ότι σκότωσες εκεί κάτω έναν αστυνομικό, ας πούμε». «Μάλλον εγώ πρέπει να σου εξομολογηθώ κι όχι εσύ, ε;» «Νομίζω ότι καλό θα ήταν ν’ αφήσεις το βάρος των αμαρτιών σου στα χέρια του Ιησού πριν πεθάνεις». Ξανά το γέλιο-αγκομαχητό. «Καλό, καλό, Χάρι! Ναι, έπρεπε να τον καθαρίσουμε. Ήταν ο καύτης μας κι υποψιαζόμουν ότι δεν ήταν φερέγγυος. Δεν είχα καμιά όρεξη να ξαναπάω φυλακή. Η φυλακή έχει μια ιδιαίτερη υγρασία που τρώει την ψυχή σου, Χάρι, όπως η μούχλα τρώει τους τοίχους. Κάθε μέρα κι από μια μπουκιά. Καταναλώνει ό,τι ανθρώπινο έχεις μέσα σου. Μόνο στον χειρότερο εχθρό μου θα ευχόμουν να μπει μέσα». Κοίταξε τον Χάρι. «Στον εχθρό που μισώ πάνω απ’ όλους τους άλλους». «Ξέρεις γιατί επέστρεψα στο Όσλο εγώ. Εσύ τι λόγο είχες να γυρίσεις πίσω; Νόμιζα ότι η Σουηδία είχε εξίσου καλή αγορά με τη νορβηγική». «Τον ίδιο λόγο που είχες κι εσύ, Χάρι». «Τον ίδιο;» Ο Ρούντολφ Ασάγιεφ ρούφηξε βαθιά το τσιγάρο του πριν απαντήσει. «Ξέχνα το. Η αστυνομία με καταζητούσε για φόνο. Κι είναι αστείο πόσο μακριά βρίσκεται η Σουηδία από τη Νορβηγία, παρόλο που είναι δίπλα». «Κι ερχόμενος εδώ έγινες ο μυστηριώδης Ντουμπάι, ο άνδρας που δεν είχε δει ποτέ κανείς, μα στοίχειωνε τα βράδια την πόλη. Το φάντασμα της Κβαντρατούρεν». «Έπρεπε οπωσδήποτε να περάσω απαρατήρητος. Όχι μόνο λόγω της δουλειάς, αλλά κι επειδή το όνομα Ρούντολφ Ασάγιεφ θα ξυπνούσε διάφορες κακές αναμνήσεις στην Αστυνομία». «Το ’70 και το ’80 οι ηρωινομανείς πέθαιναν σαν τις μύγες. Μήπως προσευχήθηκες και για την ψυχούλα τους, Πάτερ;» Ο γέρος ανασήκωσε τους ώμους του. «Κατακρίνει κανείς τους Digitalised By Jah®

ανθρώπους που κατασκευάζουν σπορ αμάξια, αλεξίπτωτα για base jump, περίστροφα ή οτιδήποτε άλλο αγοράζουν οι άνθρωποι για να διασκεδάσουν και παρ’ όλα αυτά τους κοστίζει τη ζωή τους; Όχι. Εγώ προσφέρω κάτι που έχει ζήτηση σε ποιότητες και τιμές που με κάνουν ανταγωνιστικό. Το τι κάνουν οι πελάτες μου με το προϊόν μου δεν είναι δική μου δουλειά. Φαντάζομαι ότι ξέρεις πως υπάρχουν χιλιάδες νηφαλιότατοι πολίτες που παίρνουν όπιο». «Ναι, κι εγώ το έκανα κάποτε. Η διαφορά ανάμεσα σ’ εσένα και σε έναν κατασκευαστή σπορ αμαξιών είναι ότι εσύ κάνεις κάτι παράνομο». «Κακό πράγμα να συγχέεται ο νόμος με την ηθική, Χάρι». «Και νομίζεις λοιπόν ότι ο θεός σου θα σου δώσει άφεση αμαρτιών;» Ο γέρος ακούμπησε το πιγούνι στην παλάμη του. Ο Χάρι έβλεπε την εξάντλησή του, αλλά ήξερε ότι μπορεί και να υποκρινόταν. Συνέχισε να παρακολουθεί προσεκτικά τις κινήσεις του. «Μου το ’χαν πει ότι ήσουν ηθικολόγος, Χάρι, γεμάτος ζήλο. Ο Όλεγκ μιλούσε για σένα στον Γκούστο, το ήξερες; Ο Όλεγκ σ’ αγαπούσε με τον τρόπο που θα ’θελε κάθε πατέρας να τον αγαπάει ο γιος του. Ζηλωτές ηθικολόγοι και πατεράδες δίχως αγάπη σαν κι εμάς τους δύο έχουν τεράστιο σθένος. Η αχίλλειος πτέρνα μας είναι η προβλεψιμότητά μας βέβαια. Ήταν θέμα χρόνου να έρθεις να με βρεις. Έχουμε έναν δάκτυλο στο αεροδρόμιο και ξέρουμε τις λίστες των επιβατών. Γνωρίζαμε ότι θα ερχόσουν πριν καλά καλά μπεις στο αεροπλάνο στο Χονγκ Κονγκ». «Χμ. Ο Τρουλς Μπέρντσεν δεν είναι αυτός; Ο καύτης». Ο γέρος χαμογέλασε εν είδει απάντησης. «Και η Ιζαμπέλε Σκέγιεν από το δημοτικό συμβούλιο; Δούλευες και μ’ αυτήν;» Ο γέρος αναστέναξε βαριά. «Το ξέρεις πολύ καλά ότι τις απαντήσεις θα τις πάρω μαζί μου στον τάφο. Δεν έχω πρόβλημα να πεθάνω σαν το σκυλί, αλλά πληροφοριοδότης δεν γίνομαι». Digitalised By Jah®

«Μάλιστα» είπε ο Χάρι. «Και τι συνέβη μετά;» «Ο Αντρέι σε ακολούθησε από το αεροδρόμιο ως το ξενοδοχείο Λεόν. Κυκλοφορώ σε διάφορα τέτοια ξενοδοχεία ως Κάτο, και στο Λεόν έχω μείνει πάρα πολλές φορές. Οπότε ήρθα κι έκλεισα δωμάτιο την επόμενη κιόλας μέρα». «Γιατί;» «Για να παρακολουθώ τι κάνεις, να ξέρω εάν μας πλησιάζεις ή όχι». «Έτσι έκανες και με τον Τραγιάσκα;» Ο γέρος κατένευσε. «Το ήξερα ότι ήσουν επικίνδυνος, Χάρι, αλλά μου άρεσες. Οπότε προσπάθησα να σου δώσω ορισμένες φιλικές συμβουλές». Αναστέναξε. «Αλλά δεν μ’ άκουσες. Σιγά μη με άκουγες. Άνθρωποι σαν εσένα κι εμένα δεν ακούνε κανέναν. Γι’ αυτό τα καταφέρνουμε. Και γι’ αυτό επίσης χάνουμε στο τέλος». «Χμ. Τι φοβόσουν ότι θα έκανα δηλαδή; Ότι θα έπειθα τον Όλεγκ να σε καρφώσει;» «Και αυτό. Ο Όλεγκ δεν με είχε δει ποτέ του, αλλά δεν μπορούσα να ξέρω τι του είχε πει ο Γκούστο. Δυστυχώς ο Γκούστο ήταν αφερέγγυος, ιδιαίτερα αφού άρχισε κι ο ίδιος τη βιολίνη». Ο Χάρι είδε στα μάτια του γέρου κάτι που, με έκπληξη, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν κούραση, αλλά πόνος· γνήσιος, οξύς πόνος. «Κι όταν πίστεψες ότι ο Όλεγκ θα μου μιλούσε, προσπάθησες να τον σκοτώσεις. Κι όταν κι αυτό απέτυχε, προσφέρθηκες να με βοηθήσεις. Ώστε να σε οδηγούσα εγώ στον Όλεγκ». Ο γέρος κατένευσε αργά αργά. «Μην το παίρνεις προσωπικά, Χάρι. Έτσι δουλεύει αυτή η βιομηχανία· τα καρφιά καθαρίζονται. Αλλά το ξέρεις αυτό, δεν το ξέρεις;» «Ναι, το ξέρω. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν πρόκειται να σε σκοτώσω μόνο και μόνο επειδή τηρείς τους κανόνες». «Και τότε τι περιμένεις τόση ώρα; Μήπως δεν τολμάς; Φοβάσαι να καείς στην κόλαση, Χάρι;» Ο Χάρι έσβησε τη γόπα του στο κομοδίνο. «Θέλω να μάθω μερικά Digitalised By Jah®

πραγματάκια πρώτα. Γιατί σκότωσες τον Γκούστο; Φοβόσουν ότι κι αυτός θα σε κάρφωνε;» Ο γέρος πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα λευκά του μαλλιά και πίσω από τα μεγάλα αυτιά του. «Ο Γκούστο είχε εκ γενετής κακό αίμα στις φλέβες του, όπως κι εγώ. Ήταν από τη φύση του πληροφοριοδότης. Θα με είχε προδώσει εδώ και καιρό αν θα κέρδιζε κάτι απ’ όλο αυτό. Κι ύστερα κατάντησε ένας απελπισμένος, έφταιγε η λαχτάρα του για βιολίνη. Καθαρή χημεία. Το πνεύμα πρόθυμον, η σαρξ αδύναμος. Λυγίζουμε όλοι μπροστά στους πόθους μας». «Ναι» είπε ο Χάρι. «Λυγίζουμε όντως». «Έπρεπε...» ο γέρος έβηξε. «Έπρεπε να τον αφήσω να φύγει». «Να φύγει;» «Ναι, να φύγει. Να βουλιάξει, να εξαφανιστεί. Κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να τον αφήσω ν’ αναλάβει την επιχείρηση. Έξυπνος ήταν, δεν λέω, το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Αλλά του έλειπε το τσαγανό. Αυτό το πήρε από τη μάνα του. Προσπάθησα να τον κάνω υπεύθυνο, αλλά απέτυχε στις δοκιμασίες». Ο άνδρας συνέχισε να χτενίζει τα μαλλιά του προς τα πίσω με τα δάχτυλα με όλο και περισσότερη δύναμη, λες κι είχαν κάτι πάνω τους που προσπαθούσε να καθαρίσει. «Ναι, απέτυχε στις δοκιμασίες. Κακό αίμα. Οπότε αποφάσισα κι εγώ ότι έπρεπε να βρω κάποιον άλλον να με κληρονομήσει. Στην αρχή σκέφτηκα τον Αντρέι και τον Πέτερ. Σιβηριανοί Κοζάκοι από το Ομσκ. Ήξερες ότι “κοζάκος” σημαίνει “ελεύθερος άνθρωπος”; O Αντρέι κι ο Πέτερ ήταν το στρατιωτικό μου σύνταγμα, το στανίτσα μου. Ήταν πιστοί στον αταμάν τους μέχρι θανάτου. Αλλά δεν ήταν επιχειρηματίες, όπως έχεις κι ο ίδιος καταλάβει». Ο Χάρι παρατηρούσε τις χειρονομίες του γέρου· έμοιαζε χαμένος στις σκέψεις του. «Ούτε σ’ αυτούς μπορούσα ν’ αφήσω την επιχείρηση. Έτσι αποφάσισα ότι θα με κληρονομούσε ο Σεργκέι. Ήταν νέος, είχε όλο το μέλλον μπροστά του, θα μπορούσα να τον πλάσω...» «Είπες κάποια στιγμή ότι μπορεί να είχες κι εσύ κάπου έναν γιο». Digitalised By Jah®

«Ο Σεργκέι δεν είχε την κλίση του Γκούστο στην αριθμητική, αλλά ήξερε από πειθαρχία. Κι ήταν φιλόδοξος. Θα έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο για να γίνει αταμάν. Του έδωσα λοιπόν το μαχαίρι και μια τελική δοκιμασία. Για να γίνεις αταμάν ανάμεσα στους Κοζάκους τα παλιά τα χρόνια, έπρεπε να πας στην τάιγκα και να φέρεις πίσω έναν λύκο ζωντανό, δεμένο χειροπόδαρα. Ο Σεργκέι ήταν διατεθειμένος αλλά και ικανός να κάνει το chto nuzhno». «Συγγνώμη;» «Το αναγκαίο». «Ο Γκούστο ήταν γιος σου;» Ο άνδρας τράβηξε τα μαλλιά του πίσω με τέτοια δύναμη, που τα μάτια του έγιναν δυο σχισμές. «Ο Γκούστο ήταν έξι μηνών όταν μπήκα φυλακή. Η μητέρα του βρήκε παρηγοριά όπου μπορούσε. Για λίγο τουλάχιστον. Δεν ήταν σε θέση να τον μεγαλώσει». «Ηρωίνη;» «Κοινωνικοί λειτουργοί ήρθαν και πήραν τον Γκούστο και τον έδωσαν σε θετούς γονείς. Συμφώνησαν ότι εγώ, ο κατάδικος, δεν υπήρχα. Τον επόμενο χειμώνα εκείνη πέθανε από υπερβολική δόση. Έπρεπε να το είχε κάνει μια ώρα αρχύτερα». «Είπες ότι γύρισες στο Όσλο για τον ίδιο λόγο που γύρισα κι εγώ. Για τον γιο σου». «Έμαθα ότι είχε φύγει από τη θετή του οικογένεια κι είχε μπει σε λάθος μονοπάτια. Σκεφτόμουν να φύγω από τη Σουηδία έτσι κι αλλιώς και στο Όσλο δεν υπήρχε και πολύς ανταγωνισμός. Βρήκα τα στέκια του. Στην αρχή τον παρακολουθούσα από μακριά. Τι όμορφος που ήταν! Τόσο όμορφος... σαν τη μάνα του φυσικά. Μπορούσα να κάθομαι απλώς και να τον χαζεύω, να τον χαζεύω και να σκέφτομαι: Αυτός είναι ο γιος μου, η δική μου...» Η φωνή του έσπασε. Ο Χάρι κοίταξε τα πόδια του. Το νάιλον κορδόνι που του είχαν δώσει αντί κουρτινόξυλου πιεζόταν πάνω στο πάτωμα κάτω απ’ τη Digitalised By Jah®

σόλα του παπουτσιού του. «Κι ύστερα τον έβαλες στη δουλειά. Και τον δοκίμασες να δεις αν θα μπορούσε να σε κληρονομήσει». Ο γέρος κατένευσε. Και ψιθύρισε: «Δεν του είπα ποτέ τίποτα όμως. Πέθανε χωρίς να ξέρει ότι ήμουν ο πατέρας του». «Και προς τι η όλη φούρια;» «Ποια φούρια;» «Γιατί έπρεπε να βρεις κάποιον ν’ αναλάβει την επιχείρηση τόσο γρήγορα; Πρώτα τον Γκούστο, μετά τον Σεργκέι;» Ο γέρος χαμογέλασε κουρασμένα. Έγειρε μπροστά και φωτίστηκε από το φως του πορτατίφ. «Είμαι άρρωστος». «Ναι, το φαντάστηκα. Καρκίνος;» «Πριν από έξι μήνες οι γιατροί μού έδωσαν έναν χρόνο ζωής. Το ιερό μαχαίρι του Σεργκέι ήταν φυλαγμένο κάτω από το μαξιλάρι μου. Πονάνε οι πληγές σου, Χάρι; Το μαχαίρι μου σου μετέφερε τον πόνο μου». Ο Χάρι κατένευσε αργά. Τα κομμάτια ταίριαζαν. Και δεν ταίριαζαν. «Αν σου έχουν μείνει μόνο έξι μήνες ζωής, γιατί να θες να σκοτώσεις τον ίδιο σου τον γιο μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι μη σε προδώσει; Εσύ έζησες τη ζωή σου, αυτός;» Ο γέρος έβηξε πνιχτά. «Οι Ούρκα και οι Κοζάκοι είμαστε απλοί στρατιώτες, Χάρι. Ορκιζόμαστε σ’ έναν κώδικα τιμής και τον υπερασπιζόμαστε· όχι τυφλά, μα με τα μάτια ανοιχτά. Είμαστε εκπαιδευμένοι να αγνοούμε τα συναισθήματά μας. Γινόμαστε έτσι κύριοι της ζωής μας. Ο Αβραάμ αποδέχθηκε να θυσιάσει τον γιο του γιατί...» «...ήταν θέλημα Θεού. Δεν ξέρω τι σόι κώδικας τιμής είναι αυτός, αλλά για πες μου αν λέει ότι επιτρέπεται να στείλεις έναν δεκαοκτάχρονο στη φυλακή για να πληρώσει για τα δικά σου αμαρτήματα». Digitalised By Jah®

«Μα, Χάρι, Χάρι! Δεν το κατάλαβες ακόμη; Δεν σκότωσα εγώ τον Γκούστο». Ο Χάρι τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Μα μόλις είπε ότι είναι μέρος του κώδικα τιμής σας να σκοτώνεις τον γιο σου, αν είναι απαραίτητο». «Ναι, αυτό είπα, αλλά είπα επίσης ότι γεννήθηκε με κακό αίμα. Τον γιο μου τον αγαπώ. Δεν θα μπορούσα ποτέ να τον σκοτώσω. Το αντίθετο μάλιστα. Δεν πά’ να γαμηθεί ο Αβραάμ κι ο θεός του». Το γέλιο του γέρου γύρισε σε βήχα. Ακούμπησε τις παλάμες στο στήθος του, διπλώθηκε στα δύο κι έβηξε, ξανά και ξανά. Ο Χάρι ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Και ποιος τον σκότωσε τότε;» Ο γέρος ίσιωσε την πλάτη του. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα περίστροφο. Ένα μεγάλο, άσχημο όπλο που έμοιαζε πιο παλιό από τον κάτοχό του. «Σε περίμενα πιο έξυπνο, Χάρι. Ήρθες να με βρεις και δεν είχες όπλο μαζί σου;» Ο Χάρι δεν απάντησε. Το ΜΡ5 ήταν στον πάτο ενός πλημμυρισμένου υπογείου, η καραμπίνα στο διαμέρισμα του Τρουλς Μπέρντσεν. «Ποιος σκότωσε τον Γκούστο;» επανέλαβε ο Χάρι. «Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τον έχει σκοτώσει». Ο Χάρι νόμισε ότι άκουσε το δάχτυλο του γέρου να τρίζει καθώς τυλίχτηκε γύρω από τη σκανδάλη. «Δεν είναι και τόσο δύσκολο να σκοτώσεις κάποιον, Χάρι. Συμφωνείς;» «Συμφωνώ» είπε ο Χάρι και σήκωσε το πόδι του. Μ’ ένα σφύριγμα, το λεπτό νάιλον κορδόνι έφυγε κάτω από τη σόλα του και τινάχτηκε προς τα πάνω, προς το κουρτινόξυλο. Ο Χάρι είδε στα μάτια του γέρου δεκάδες ερωτηματικά, είδε το μυαλό του να δουλεύει με ταχύτητα αστραπής για να ταξινομήσει τις ελλιπείς πληροφορίες που είχε. Το φως που δεν δούλευε. Digitalised By Jah®

Την καρέκλα στη μέση του δωματίου. Τον Χάρι που δεν τον είχε ψάξει. Τον Χάρι που δεν είχε κουνηθεί ούτε σπιθαμή από τη θέση του όλη αυτήν την ώρα. Κι ίσως να μπόρεσε μες στο μισοσκόταδο να δει το νάιλον κορδόνι που τινάχτηκε κάτω από τη σόλα του Χάρι προς το κουρτινόξυλο κι ύστερα ακόμα πιο ψηλά, προς τη λάμπα της οροφής ακριβώς πάνω από το κεφάλι του. Όπου δεν υπήρχε πια λάμπα μα το μοναδικό πράγμα που ο Χάρι είχε πάρει από την Μπλινερνβάιεν, μαζί με το κολάρο του ιερέα. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί καθώς έπεφτε μούσκεμα στο κρεβάτι του Ρούντολφ Ασάγιεφ, προσπαθώντας να πάρει ανάσα, με την όρασή του κατάστικτη από μαύρες κουκκίδες και σίγουρος ότι θα λιποθυμούσε, ενώ πάλευε να μη χάσει τις αισθήσεις του και να παραμείνει από αυτή τη μεριά του ερέβους. Ο Ρούντολφ Ασάγιεφ τινάχτηκε προς τ’ αριστερά και τα ατσάλινα καρφιά δεν τρύπησαν το κεφάλι του μα το δέρμα μεταξύ κλείδας και ώμου. Από εκεί περνά ένα πλέγμα νεύρων, το λεγόμενο βραχιόνιο, με αποτέλεσμα, δύο εκατοστά του δευτερολέπτου αργότερα, όταν ο Ασάγιεφ τράβηξε τη σκανδάλη, ο μυς του άνω άκρου του να έχει ήδη παραλύσει, ρίχνοντας την κάννη του περιστρόφου του προς το πάτωμα κατά εφτά εκατοστά. Το μπαρούτι χρειάστηκε χιλιοστά του δευτερολέπτου για να κάψει τη σφαίρα που εκτοξεύτηκε από το παλιό Ναγκάντ. Τρία χιλιοστά του δευτερολέπτου αργότερα, η σφαίρα καρφώθηκε στο πλαίσιο του κρεβατιού ανάμεσα στις γάμπες του Χάρι Χόλε. Ο Χάρι σηκώθηκε όρθιος. Έβγαλε την ασφάλεια και πάτησε το κουμπί. Η λαβή τραντάχτηκε καθώς η λεπίδα πεταγόταν έξω. Ο Χάρι τράβηξε το χέρι του χαμηλά και προς τα πίσω κι ύστερα το τέντωσε προς τα εμπρός, δίπλα απ’ τον γοφό του, κι έχωσε τη μακριά λεπτή λεπίδα ανάμεσα στα δύο πέτα του παλτού και μέσα από το πουκάμισο του πάστορα. Ένιωσε το ύφασμα και το δέρμα να Digitalised By Jah®

τρυπιούνται· η λεπίδα χώθηκε δίχως την παραμικρή αντίσταση μέσα στη σάρκα. Ο Χάρι άφησε τη λαβή του μαχαιριού ξέροντας πως ο Ρούντολφ Ασάγιεφ θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς, καθώς η καρέκλα έπεφτε προς τα πίσω κι ο Ρώσος χτυπούσε στο πάτωμα μ’ ένα βογκητό. Ο Ασάγιεφ κλότσησε την καρέκλα μακριά αλλά παρέμεινε στη θέση του, μαζεμένος, σαν τραυματισμένη μα επικίνδυνη σφήκα. Ο Χάρι στάθηκε από πάνω του, έσκυψε και τράβηξε έξω το μαχαίρι. Είδε το αφύσικα σκούρο κόκκινο χρώμα του αίματος. Απ’ το συκώτι, πιθανόν. Το αριστερό χέρι του άνδρα ψαχούλεψε το πάτωμα πάνω από το παραλυμένο δεξί του μπράτσο, ψάχνοντας το πιστόλι του. Και για μία παράλογη στιγμή ο Χάρι ευχήθηκε να το έβρισκε, για να του έδινε αφορμή να... Ο Χάρι κλότσησε το πιστόλι μακριά και το άκουσε να χτυπάει μ’ έναν γδούπο στον τοίχο. «Το σίδερο» ψιθύρισε ο γέρος. «Ευλόγησέ με με το δικό μου σίδερο, αγόρι μου. Με καίει. Για το καλό και των δυο μας, δώσε ένα τέλος σε όλα αυτά». Για μια στιγμή ο Χάρι έκλεισε τα μάτια του. Το είχε χάσει· το μίσος είχε ξεθυμάνει, αυτό το υπέροχο λευκό μίσος, που ήταν το καύσιμο που τον κρατούσε δυνατό τόση ώρα. Τετέλεσται. «Όχι, ευχαριστώ» είπε ο Χάρι. Δρασκέλισε τον γέρο και στάθηκε στο πλάι. Κούμπωσε το υγρό του παλτό. «Φεύγω τώρα, Ρούντολφ Ασάγιεφ. Θα ζητήσω από τον νεαρό στη ρεσεψιόν να καλέσει ένα ασθενοφόρο. Κι εγώ θα πάρω τηλέφωνο το πρώην αφεντικό μου και θα του πω πού να έρθουν να σε βρουν». Ο γέρος χασκογέλασε και κόκκινες φουσκάλες εμφανίστηκαν στις άκρες του στόματός του. «Το μαχαίρι, Χάρι. Δεν θα είναι φόνος, είμαι ήδη νεκρός. Δεν πρόκειται να πας στην κόλαση, σ’ το υπόσχομαι. Θα τους πω στην πύλη να μη σε αφήσουν να μπεις». «Δεν με φοβίζει η κόλαση». Ο Χάρι έβαλε το υγρό πακέτο Camel στην τσέπη του παλτού του. «Είμαι αστυνομικός. Η δουλειά μας είναι να στέλνουμε τους πιθανούς εγκληματίες στα δικαστήρια». Digitalised By Jah®

Οι φουσκάλες έσκασαν καθώς ο γέρος έβηξε. «Έλα, Χάρι. Το σηματάκι του σερίφη που φοράς είναι από πλαστικό. Είμαι άρρωστος. Το μόνο πράγμα που μπορεί να μου δώσει ένας δικαστής είναι φροντίδα, φιλιά, αγκαλιές και μορφίνη. Φαντάσου! Κι έχω σκοτώσει τόσο πολλούς! Τους ανταγωνιστές μου τους κρέμασα από γέφυρες. Για τους υπαλλήλους μου, σαν εκείνον τον πιλότο, χρησιμοποιούσα το τούβλο. Και για τους αστυνομικούς, επίσης, όπως τον Τραγιάσκα. Έστειλα τον Αντρέι και τον Πέτερ στο δωμάτιό σου για να σκοτώσουν κι εσένα και τον Τρουλς Μπέρντσεν. Και θες να μάθεις γιατί; Για να το κάνω να φαίνεται λες κι αλληλοσκοτωθήκατε. Είχαμε ήδη αφήσει το όπλο ως αποδεικτικό στοιχείο. Έλα τώρα». Ο Χάρι σκούπισε τη λεπίδα του μαχαιριού στο σεντόνι. «Γιατί να σκοτώσεις τον Μπέρντσεν; Για σένα εργαζόταν». Ο Ασάγιεφ γύρισε στο πλάι κι έμοιαζε να ανασαίνει λίγο καλύτερα. Έμεινε εκεί σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα απάντησε: «Ήταν ρίσκο πια. Πήγε κι έκλεψε ολόκληρη ποσότητα ηρωίνης από το Άλναμπρου πίσω από την πλάτη μου. Δεν ήταν δικιά μου η σκόνη, αλλά όταν ανακαλύπτεις ότι ο καύτης σου είναι τόσο άπληστος, που δεν μπορείς πια να τον εμπιστευθείς και ξέρει αρκετά ώστε να σε καταστρέψει, καταλαβαίνεις ότι ο κίνδυνος που διατρέχεις είναι πολύ μεγάλος. Και σ’ επιχειρηματίες σαν κι εμένα δεν αρέσει το ρίσκο, Χάρι. Είχαμε την τέλεια ευκαιρία να σκοτώσουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, εσένα και τον Μπέρντσεν». Χασκογέλασε πνιχτά. «Όπως όταν έστειλα να δολοφονήσουν το αγόρι στη φυλακή. Με μισείς τώρα, Χάρι; Παραλίγο να δολοφονήσω το αγόρι σου». Ο Χάρι κοντοστάθηκε στην πόρτα. «Ποιος σκότωσε τον Γκούστο;» «Η ανθρωπότητα ακολουθεί το ευαγγέλιο του μίσους. Ακολούθησε το μίσος και θα το μάθεις». «Ποιους έχεις μέσα στην Αστυνομία και στο Δημαρχείο;» Digitalised By Jah®

«Αν σου πω, θα με αποτελειώσεις;» Ο Χάρι τον κοίταξε. Κατένευσε κοφτά. Ελπίζοντας ότι δεν φαινόταν πως έλεγε ψέματα. «Πλησίασε» ψιθύρισε ο γέρος. Ο Χάρι έσκυψε προς το μέρος του. Το χέρι του γέρου πετάχτηκε ξαφνικά και τον έπιασε από το πέτο του παλτού του σαν σιδερένια γροθιά· τον τράβηξε κοντά του. H φωνή του, σαν ακονισμένη πέτρα, σφύριξε απαλά στο αυτί του: «Το ξέρεις ότι πλήρωσα κάποιον για να ομολογήσει τον φόνο του Γκούστο, Χάρι. Και νομίζεις ότι το έκανα γιατί δεν μπορούσα να σκοτώσω τον Όλεγκ επειδή τον είχατε κρύψει σε κάποια μυστική τοποθεσία. Λάθος. Ο άνθρωπος που έχω στην Αστυνομία έχει πρόσβαση στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Θα μπορούσα να βάλω κάποιον να τον σφάξει ανά πάσα στιγμή. Αλλά δεν ήθελα. Δεν ήθελα να γλιτώσει τόσο εύκολα...» Ο Χάρι προσπάθησε να ελευθερωθεί, αλλά ο γέρος τον κρατούσε σφιχτά. «Ήθελα να τον κρεμάσω ανάποδα, με μια πλαστική σακούλα στο κεφάλι» γουργούρισε η φωνή «να βάλω το κεφάλι του μέσα σε μια διαφανή πλαστική σακούλα. Να βάλω νερό να τρέχει από τα πόδια του, ν’ ακολουθεί όλο του το σώμα και να κυλάει στη σακούλα. Ήθελα να το τραβήξω με την κάμερα. Με ήχο μάλιστα, για ν’ ακούγονται οι κραυγές του. Κι ύστερα θα σου την έστελνα. Κι αν με αφήσεις να φύγω, αυτό σχεδιάζω να κάνω. Δεν θα το πιστεύεις πόσο γρήγορα θα με απαλλάξουν λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, Χάρι. Και μετά θα τον βρω, Χάρι, σ’ το ορκίζομαι, θα τον βρω. Εσύ απλώς να έχεις τον νου σου στο ταχυδρομείο για το DVD που θα σου στείλω». Ο Χάρι έδρασε ενστικτωδώς. Τίναξε το χέρι του. Ένιωσε τη λεπίδα να βυθίζεται βαθιά. Την έστριψε. Άκουσε τον γέρο να ασθμαίνει. Συνέχισε να τη στρίβει. Έκλεισε τα μάτια του κι ένιωσε εντόσθια και όργανα να στριφογυρίζουν, να σκάνε, να γυρνούν απ’ Digitalised By Jah®

την ανάποδη. Κι όταν εντέλει άκουσε τον γέρο να ουρλιάζει, κατάλαβε ότι η κραυγή ήταν ολοδική του.

Digitalised By Jah®

42

Χάρι ξύπνησε απ’ τον ήλιο που του έκαιγε μονόπαντα το πρόσωπο. Ή μήπως από κάποιον ήχο; Άνοιξε προσεκτικά το ένα μάτι και κοίταξε τριγύρω. Είδε τα έπιπλα ενός καθιστικού και τον γαλανό ουρανό. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν, όχι τώρα τουλάχιστον. Ρούφηξε τη μυρωδιά του τσιγάρου που είχε ποτίσει τον καναπέ και σήκωσε το κεφάλι του. Τότε θυμήθηκε πού βρισκόταν. Είχε βγει από το δωμάτιο του γέρου και είχε γυρίσει στο δικό του. Είχε φτιάξει ήρεμα τη βαλίτσα του, είχε φύγει απ’ το ξενοδοχείο από την έξοδο κινδύνου και είχε πάρει ένα ταξί για το μόνο μέρος όπου δεν θα τον έβρισκε κανείς: το πατρικό του Στιγκ Νίμπακ στο Όπσαλ. Κανείς δεν φαινόταν να έχει έρθει στο σπίτι από την τελευταία φορά που το επισκέφτηκε ο Χάρι και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ψάξει στα συρτάρια για παυσίπονα. Πήρε τέσσερα χαπάκια μαζεμένα, ξέπλυνε τα χέρια του απ’ το αίμα του γέρου και κατέβηκε στο υπόγειο να δει αν ο Στιγκ Νίμπακ είχε πάρει μια απόφαση. Είχε. Ο Χάρι ξανανέβηκε στο ισόγειο, γδύθηκε, κρέμασε τα ρούχα του στο μπάνιο να στεγνώσουν, βρήκε μια κουβέρτα κιDigitalised έπεσεBy Jah® να

Ο

κοιμηθεί στον καναπέ πριν το μυαλό του προλάβει να σκεφτεί τίποτα άλλο. Αφού ξύπνησε, πήγε στην κουζίνα. Πήρε άλλα δύο παυσίπονα μ’ ένα ποτήρι νερό. Άνοιξε το ψυγείο και κοίταξε μέσα. Ήταν γεμάτο εκλεκτό φαγητό· προφανώς ο Νίμπακ τάιζε την Ιρένε καλά. Η ναυτία της προηγουμένης επέστρεψε, κι ο Χάρι συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να καταπιεί μπουκιά. Ξαναγύρισε στο καθιστικό. Παρατήρησε το ντουλαπάκι με τα ποτά. Το είχε δει κι εχθές. Είχε αποφύγει να το πλησιάσει πριν κοιμηθεί. Ο Χάρι άνοιξε την πόρτα του ντουλαπιού. Ήταν άδειο. Ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Ψαχούλεψε την τσέπη του για την ψεύτική του βέρα. Κι εκείνη τη στιγμή άκουσε κάτι. Τον ίδιο ήχο που νόμισε ότι είχε ακούσει ξυπνώντας. Πήγε προς την ανοιχτή πόρτα του υπογείου. Αφουγκράστηκε προσεκτικά. Joe Zawinul! Κατέβηκε τα σκαλιά και πήγε προς την αποθήκη με τη μεταλλική πόρτα. Κοίταξε μέσα από το πλέγμα: ο Στιγκ Νίμπακ στριφογύριζε αργά αργά σαν αστροναύτης, αβαρής στο διάστημα. Προς στιγμήν ο Χάρι αναρωτήθηκε αν το κινητό που δονούνταν στην τσέπη του μπορούσε να λειτουργεί και ως προπέλα. Ο ήχος κλήσης, αυτές οι τρεις νότες από το «Palladium» των Weather Report, ακούγονταν σαν σινιάλο από το υπερπέραν. Αυτό ακριβώς σκεφτόταν ο Χάρι καθώς έπαιρνε στα χέρια του το τηλέφωνο − ότι τον καλούσε ο Νίμπακ από τον άλλο κόσμο, ότι ήθελε να του μιλήσει. Κοίταξε τον αριθμό που εμφανιζόταν στην οθόνη και πάτησε το κουμπί της απάντησης. Αναγνώρισε τη φωνή της ρεσεψιονίστ του νοσοκομείου Ράντιουμ. «Στιγκ! Επιτέλους! Είσαι εκεί; Μ’ ακούς; Προσπαθούμε να σε βρούμε τόσες μέρες. Πού είσαι; Είχες μια συνάντηση, πολλές συναντήσεις, γιατί δεν είσαι εδώ; Έχουμε ανησυχήσει. Ο Μάρτιν πέρασε από το σπίτι και δεν σε βρήκε. Στιγκ;» Ο Χάρι έκλεισε τη γραμμή κι έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη του. Digitalised By Jah®

Θα του χρειαζόταν, το κινητό της Μαρτίνε είχε ξεμείνει στο μακροβούτι. Πήρε μια καρέκλα από την κουζίνα και κάθισε στη βεράντα με τον πρωινό ήλιο να του ζεσταίνει το πρόσωπο. Έβγαλε το πακέτο, έχωσε ένα από τα κομψά μαύρα τσιγάρα ανάμεσα στα χείλια του και το άναψε. Κάτι ήταν κι αυτό. Κάλεσε τον αριθμό που ήξερε απέξω κι ανακατωτά. «Ράκελ στο τηλέφωνο, λέγετε;» «Γεια, εγώ είμαι». «Χάρι; Δεν αναγνώρισα τον αριθμό σου». «Έχω καινούργιο κινητό». «Πόσο χαίρομαι που ακούω τη φωνή σου! Πήγαν όλα καλά;» «Ναι» είπε ο Χάρι χαμογελώντας με την πρόδηλη χαρά της. «Όλα καλά πήγαν». «Κάνει ζέστη;» «Πολλή ζέστη. Ο ήλιος λάμπει και σκέφτομαι να πάρω πρωινό». «Πρωινό στις τέσσερις η ώρα;» «Τζετ λαγκ» είπε ο Χάρι. «Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ στο αεροπλάνο. Μας βρήκα ένα καταπληκτικό ξενοδοχείο στο Σουκουμβίτ». «Δεν ξέρεις πόσο ανυπομονώ να σε ξαναδώ, Χάρι!» «Ράκελ...» «Όχι, περίμενε! Το εννοώ. Δεν έχω κλείσει μάτι σκεπτόμενη αυτό που πάμε να κάνουμε και ξέρω πως είναι το σωστό. Εννοώ, θα δεις, θ’ ανακαλύψουμε ότι είναι το σωστό! Κι αυτό ακριβώς είναι το ωραίο: η ανακάλυψη. Αχ, σκέψου να είχα πει όχι, Χάρι...» «Ράκελ...» «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ σου λέω, μ’ ακούς; Μπορείς ν’ ακούσεις πόσο επίπεδη, παράξενη και υπέροχη είναι αυτή η λέξη; Πρέπει να το εννοείς για να το υποστηρίξεις, όπως ένα κατακόκκινο φόρεμα. Σ’ αγαπώ! Χα, χα, λες να υπερβάλλω λίγο;» Η Ράκελ γέλασε. Ο Χάρι έκλεισε τα μάτια του κι ένιωσε τον Digitalised By Jah®

ωραιότερο ήλιο του κόσμου να φιλά το δέρμα του και το ωραιότερο γέλιο του κόσμου να φιλάει τ’ αυτιά του. «Χάρι, είσαι εκεί;» «Εδώ είμαι, ναι». «Τι περίεργο, ακούγεσαι λες κι είσαι δίπλα». «Χμ. Πολύ σύντομα θα είμαι όντως δίπλα σου, αγάπη μου». «Ξαναπές το αυτό». «Ποιο;» «Αγάπη μου». «Αγάπη μου». «Μμμμ!» Ο Χάρι ένιωθε σαν να κάθεται πάνω σε κάτι, κάτι σκληρό στην κωλότσεπή του. Το έπιασε και το έβγαλε έξω· ο ήλιος έκανε την πατίνα να λάμπει σαν πραγματικός χρυσός. «Ράκελ» είπε χαϊδεύοντας τη μαύρη εγκοπή με το δάχτυλό του. «Τι θα έλεγες αν παντρευόμασταν;» «Χάρι, άσε την πλάκα». «Δεν κάνω πλάκα. Ξέρω βέβαια ότι δεν ονειρευόσουν ποτέ να παντρευτείς έναν εισπράκτορα απ’ το Χονγκ Κονγκ». «Σωστά ξέρεις. Κι άρα ποιον λες να ονειρεύομαι ότι θα παντρευτώ;» «Δεν ξέρω. Τι λες για έναν απλό πολίτη, έναν πρώην αστυνομικό που διδάσκει στην Αστυνομική Ακαδημία;» «Μπα, δεν ξέρω κανέναν τέτοιο». «Ίσως είναι κάποιος που θα γνωρίσεις στο μέλλον. Κάποιος που θα σε εκπλήξει. Εδώ συμβαίνουν άλλα κι άλλα». «Εσύ έλεγες πάντα ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει». «Άρα λέγοντας τώρα ότι ο άνθρωπος αλλάζει αποδεικνύω μια για πάντα ότι όντως το κάνει». «Ετοιμόλογε εξυπνάκια!» «Ας υποθέσουμε ότι έχω δίκιο κι ότι οι άνθρωποι αλλάζουν. Κι ότι ορισμένα πράγματα μπορούν όντως να γίνουν παρελθόν». Digitalised By Jah®

«Δηλαδή να εξαλείψεις τα φαντάσματα που σε στοιχειώνουν;» «Ναι. Σε αυτήν την περίπτωση τι λες;» «Σε ποιο πράγμα;» «Στην υποθετική μου ερώτηση αν θα με παντρευόσουν». «Προσπαθείς να μου κάνεις πρόταση γάμου; Υποθετική; Από το τηλέφωνο;» «Έλα τώρα, μην το παρατραβάς. Κάθομαι απλώς στη λιακάδα και συζητώ με μια γοητευτική γυναίκα». «Κι εγώ σε κλείνω!» Η γραμμή έκλεισε κι ο Χάρι γλίστρησε στην καρέκλα με τα μάτια του κλειστά κι ένα τεράστιο χαμόγελο. Δίχως να πονά, με τον ήλιο να τον ζεσταίνει. Θα τη συναντούσε σε δεκατέσσερις ώρες. Προσπάθησε να φανταστεί την έκφρασή της όταν θα τον έβλεπε να την περιμένει στη θύρα αναχωρήσεων στο αεροδρόμιο· το βλέμμα της καθώς το Όσλο θα εξαφανιζόταν κάτω από τα πόδια τους. Την άκουσε ν’ ακουμπά στον ώμο του και να κοιμάται. Έμεινε ακίνητος μέχρι που η θερμοκρασία έπεσε κατακόρυφα. Άνοιξε το ένα μάτι: η άκρη ενός σύννεφου είχε καλύψει για λίγο τον ήλιο. Ξανάκλεισε τα μάτια του. Ακολούθησε το μίσος. Όταν ο γέρος πρωτοείπε αυτά τα λόγια, ο Χάρι νόμιζε ότι τον παρακινούσε ν’ ακολουθήσει το μίσος του και να τον σκοτώσει. Αν δεν εννοούσε όμως αυτό; Ο Χάρι τον είχε ρωτήσει ποιος σκότωσε τον Γκούστο. Μήπως εννοούσε ότι ακολουθώντας το μίσος ο Χάρι θα οδηγούνταν στον δολοφόνο; Σ’ αυτήν την περίπτωση υπήρχαν αρκετοί ύποπτοι. Ποιος όμως είχε τους περισσότερους λόγους να μισεί τον Γκούστο; Η Ιρένε, φυσικά, μα αυτή ήταν φυλακισμένη όταν σκοτώθηκε ο μικρός. Ο ήλιος ξανάναψε κι ο Χάρι αποφάσισε ότι ερμήνευε κατά το δοκούν τα λόγια του γέρου, ότι η δουλειά είχε γίνει κι ότι έπρεπε να χαλαρώσει. Σύντομα θα χρειαζόταν κι άλλο χάπι. Κι έπρεπε να πάρει Digitalised By Jah®

τηλέφωνο τον Χανς Κρίστιαν για να του πει ότι ο Όλεγκ είχε επιτέλους διαφύγει τον κίνδυνο. Μια άλλη σκέψη ξεπήδησε απ’ το μυαλό του εκείνη τη στιγμή: ο Τρουλς Μπέρντσεν ήταν ένας απλός υπάλληλος της ΌργκΚριμ, δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στα αρχεία του προγράμματος προστασίας μαρτύρων. Κάποιος άλλος ήταν ο σύνδεσμος του Ντουμπάι. Κάποιος πολύ πιο ψηλά. Μη δίνεις σημασία, σκέφτηκε ο Χάρι. Μη δίνεις σημασία, για τ’ όνομα του Θεού. Ας πάνε όλοι τους στον διάολο. Σκέψου την πτήση σου, τη βραδινή σου πτήση. Τ’ άστρα πάνω απ’ τη Ρωσία. Κι ύστερα κατέβηκε στο υπόγειο, σκέφτηκε μήπως έπρεπε να κόψει το λάστιχο του Νίμπακ, απέρριψε την ιδέα και βρήκε τον λοστό που έψαχνε.

Η είσοδος της πολυκατοικίας στο 92 της οδού Χάουσμαν ήταν ανοικτή, αλλά η πόρτα του διαμερίσματος είχε επανασφραγιστεί και κλειδωθεί. Ίσως λόγω της πρόσφατης ομολογίας, σκέφτηκε ο Χάρι την ώρα που έχωνε τον λοστό ανάμεσα στην πόρτα και το πλαίσιο. Στο εσωτερικό τα πάντα έμοιαζαν ανέπαφα. Ο πρωινός ήλιος έπεφτε σε λωρίδες πάνω στο πάτωμα, σαν πλήκτρα πιάνου. Ακούμπησε τη μικρή του πάνινη βαλίτσα δίπλα στον τοίχο και κάθισε πάνω σ’ ένα στρώμα. Ήλεγξε ότι είχε ακόμη το εισιτήριό του στην εσωτερική του τσέπη. Κοίταξε το ρολόι του: δεκατρείς ώρες για την απογείωση. Κοίταξε τριγύρω. Έκλεισε τα μάτια. Προσπάθησε να οραματιστεί τη σκηνή. Ένας άνδρας με μπαλακλάβα που δεν είπε λέξη γιατί ήξερε ότι θ’ αναγνώριζαν τη φωνή του. Ένας άνδρας που είχε έρθει να επισκεφτεί τον Γκούστο και δεν του είχε αφαιρέσει τίποτα άλλο παρά μόνο τη ζωή του. Ένας άνδρας που τον μισούσε. Digitalised By Jah®

Η σφαίρα ήταν εννιά επί δεκαοκτώ χιλιοστά, μάρκας Μακάροφ, κι άρα ο δολοφόνος είχε κατά πάσα πιθανότητα χρησιμοποιήσει πιστόλι Μακάροφ. Ή ένα Φορτ-12· ή κι ένα Οντέσα ακόμα, αν είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν εκτεταμένα στη νορβηγική αγορά. Στάθηκε ακριβώς εδώ, πυροβόλησε, έφυγε. Ο Χάρι αφουγκράστηκε τον χώρο ελπίζοντας το δωμάτιο να μαρτυρούσε τι συνέβη. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν, γίνονταν λεπτά. Χτύπησαν οι καμπάνες μιας εκκλησίας. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να βρει εδώ πέρα. Ο Χάρι σηκώθηκε και πήγε να φύγει. Είχε φτάσει στην πόρτα όταν άκουσε έναν ήχο ανάμεσα στις καμπανοκρουσίες. Περίμενε για μια παύση ανάμεσα στους χτύπους. Να το πάλι· ένα απαλό γρατζούνισμα. Έκανε προσεκτικά δυο βήματα προς τα πίσω και κοίταξε μες στο δωμάτιο. Τον είδε στο κατώφλι, είχε στραμμένη την πλάτη του προς το μέρος του: ένας αρουραίος. Καφετής και λείος, με γυαλιστερή ουρά κι αυτιά ροζ στο εσωτερικό τους. Η γούνα του είχε διάφορες λευκές κουκκίδες. Ο Χάρι δεν καταλάβαινε τι τον έκανε να κάθεται και να χαζεύει τον αρουραίο. Διόλου παράξενο να κυκλοφορούν τρωκτικά εδώ γύρω. Κι ύστερα κατάλαβε· έφταιγαν οι λευκές κουκκίδες. Ο αρουραίος έμοιαζε να έχει ακουμπήσει σε σκόνη πλυντηρίου. Ή... Ο Χάρι ξανακοίταξε τριγύρω στο δωμάτιο. Είδε το μεγάλο σταχτοδοχείο ανάμεσα στα στρώματα. Ήξερε ότι θα είχε μία και μοναδική ευκαιρία, οπότε έβγαλε τα παπούτσια του, μπήκε στο δωμάτιο μαζί με τους επόμενους χτύπους της καμπάνας, άρπαξε το σταχτοδοχείο και στάθηκε ακίνητος, ενάμισι μέτρο από τον αρουραίο που δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμη την παρουσία του. Υπολόγισε την απόσταση και τον χρόνο. Με το που ξαναχτύπησαν οι καμπάνες ο Χάρι πετάχτηκε με το χέρι τεντωμένο. Η αντίδραση Digitalised By Jah®

του αρουραίου ήταν πολύ αργή για ν’ αποφύγει τη μεγάλη πήλινη παγίδα. Ο Χάρι τον άκουσε να σκούζει, να πηγαίνει σαν τρελός μπρος πίσω μες στο δοχείο. Έσπρωξε το σταχτοδοχείο πάνω στο πάτωμα μέχρι το παράθυρο όπου υπήρχε μια ντάνα περιοδικά και τα τοποθέτησε από πάνω του. Κι ύστερα άρχισε να ψάχνει. Έψαξε διάφορα συρτάρια και ντουλάπια και δεν βρήκε πουθενά σπάγγο ή νήμα. Άρπαξε το χαλάκι που υπήρχε στο πάτωμα κι έβγαλε ένα ξέφτι· ήταν μακρύ και θα έκανε τη δουλειά του. Ύστερα αφαίρεσε τα περιοδικά και σήκωσε το δοχείο τόσο όσο για να χώσει μέσα το χέρι του ξέροντας πολύ καλά τι τον περίμενε. Καθώς τα δόντια του αρουραίου χώθηκαν στη μαλακή σάρκα μεταξύ αντίχειρα και δείκτη, ο Χάρι τίναξε μακριά το σταχτοδοχείο κι άρπαξε το ζώο και με το άλλο του χέρι. Ο αρουραίος χτυπιόταν κι έσκουζε καθώς ο Χάρι έπιανε τους λευκούς κόκκους που ήταν χωμένοι στη γούνα του. Τους έβαλε στο στόμα του· η γεύση τους ήταν πικρή, σαν ώριμη παπάγια. Βιολίνη... Κάποιος είχε την καβάτζα του κρυμμένη κάπου εδώ γύρω. Ο Χάρι πέρασε τη θηλιά στην ουρά του αρουραίου και την έσφιξε στη βάση της. Ακούμπησε το ζώο στο πάτωμα και το άφησε να περπατήσει. Ο αρουραίος άρχισε να τρέχει ακολουθούμενος από τη μακριά κλωστή που κατέληγε στην παλάμη του Χάρι. Φωλίτσα. Ο Χάρι τον ακολούθησε. Μπήκαν στην κουζίνα. Ο αρουραίος χάθηκε πίσω από μια λιγδιασμένη ηλεκτρική κουζίνα. Ο Χάρι έγειρε την αρχαία συσκευή πάνω στα πίσω της ροδάκια και την τράβηξε από τον τοίχο. Είδε ένα άνοιγμα σε μέγεθος γροθιάς μέσα στο οποίο εξαφανιζόταν ταχύτατα η κλωστή. Μέχρι που σταμάτησε. Ο Χάρι έχωσε το ήδη δαγκωμένο του χέρι στην τρύπα. Ένιωσε τα εντόσθια του τοίχου: μόνωση δεξιά κι αριστερά. Απ’ το πάνω μέρος της τρύπας, τίποτα. Η μόνωση είχε αφαιρεθεί. Ο Χάρι έδεσε το ένα άκρο της κλωστής στο πόδι της ηλεκτρικής κουζίνας, πήγε στο μπάνιο, έβγαλε τον καθρέφτη που ήταν γεμάτος σάλια και βλέννες, Digitalised By Jah®

τον έσπασε στην άκρη του νιπτήρα και διάλεξε το κομμάτι που του ταίριαζε. Μπήκε σ’ ένα υπνοδωμάτιο, ξεχαρβάλωσε ένα επιτοίχιο πορτατίφ κι επέστρεψε στην κουζίνα. Έχωσε το κομμάτι του καθρέφτη μέσα στην τρύπα. Ύστερα έβαλε το πορτατίφ στην πρίζα δίπλα στην κουζίνα και έριξε το φως πάνω στον καθρέφτη. Κούνησε το πορτατίφ μέχρι να βρει τη σωστή γωνία και τότε την είδε. Την καβάτζα. Ήταν μια πάνινη τσάντα κρεμασμένη από ένα άγκιστρο μισό μέτρο πάνω από το πάτωμα. Το άνοιγμα ήταν πολύ στενό για να χώσει κανείς το χέρι του και να το γυρίσει προς τα πάνω ώστε να φτάσει την τσάντα. Ο Χάρι έξυσε το κεφάλι του. Τι εργαλείο χρησιμοποιούσε ο ιδιοκτήτης της για να φτάσει την τσάντα; Προηγουμένως είχε ψάξει όλα τα συρτάρια και τα ντουλάπια μες στο διαμέρισμα, οπότε αναμάσησε τις πληροφορίες που είχε συλλέξει. Το κομμάτι σύρμα. Ξαναμπήκε στο καθιστικό· εκεί είχε δει το σύρμα την πρώτη φορά που μπήκε εδώ μέσα, μαζί με την Μπέτε. Εξείχε κάτω από ένα στρώμα κι ήταν διπλωμένο σε γωνία ενενήντα μοιρών. Μόνο ο ιδιοκτήτης του σύρματος θα μπορούσε να ξέρει σε τι χρησίμευε. Ο Χάρι το έχωσε μέσα από την τρύπα και χρησιμοποίησε το τσακισμένο μέρος του για να ξεκρεμάσει την τσάντα. Ήταν βαριά. Όσο βαριά ευχόταν να ήταν. Θα έπρεπε να βάλει δύναμη για να την τραβήξει έξω. Η τσάντα ήταν κρεμασμένη ψηλά για να μην τη φτάνουν οι αρουραίοι. Παρ’ όλα αυτά τα τρωκτικά είχαν καταφέρει να κάνουν μια μικρή τρυπούλα στον πάτο της. Ο Χάρι τίναξε την τσάντα και λίγοι κόκκοι σκόνης έπεσαν έξω. Έτσι εξηγούνταν τα στίγματα στη γούνα του αρουραίου. Άνοιξε την τσάντα. Έβγαλε έξω τρεις μικρές σακουλίτσες βιολίνη· ένα τέταρτο η καθεμία κατά πάσα πιθανότητα. Η τσάντα δεν περιείχε τον πλήρη εξοπλισμό ενός τζάνκι, μόνο ένα κουτάλι με λυγισμένο χερούλι και μια χρησιμοποιημένη σύριγγα. Digitalised By Jah®

Και κάτι ακόμα, χωμένο στον πάτο. Ο Χάρι το έβγαλε από την τσάντα με τη βοήθεια ενός βετέξ, ώστε να μην αφήσει πάνω του δακτυλικά αποτυπώματα. Ήταν αδύνατον να μην το αναγνωρίσεις, όπως ακριβώς έλεγαν. Ογκώδες, παράξενο, σχεδόν αστείο, σαν εκείνο στο εξώφυλλο του δίσκου των Foo Fighters. Ένα Οντέσα. Ο Χάρι έφερε το όπλο κοντά στη μύτη του. Η μυρωδιά από το μπαρούτι μπορεί να μείνει για μήνες πάνω σ’ ένα όπλο που έχει χρησιμοποιηθεί δίχως μετά να καθαριστεί και να λαδωθεί. Αυτό εδώ είχε χρησιμοποιηθεί προσφάτως. Κοίταξε τον γεμιστήρα. Δεκαοκτώ σφαίρες. Έλειπαν δύο. Ο Χάρι δεν είχε πια καμιά αμφιβολία. Είχε βρει το όπλο του εγκλήματος.

Ο Χάρι μπήκε στο παιχνιδάδικο της Στούργκατα δώδεκα ώρες πριν από την αναχώρηση της πτήσης του. Το κατάστημα διέθετε δύο σετ με εξοπλισμό αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων. Ο Χάρι αγόρασε το πιο ακριβό, που είχε μέσα έναν μεγεθυντικό φακό, ένα φωτάκι LED, μια μαλακή βούρτσα, σκόνη σε τρία χρώματα, κολλητική ταινία για να μεταφέρεις τα δακτυλικά αποτυπώματα κι ένα άλμπουμ για να ταξινομείς τα στοιχεία όλης της οικογένειας. «Για τον γιο μου είναι» εξήγησε στην ταμία. Το κορίτσι τού χαμογέλασε σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Ο Χάρι επέστρεψε στην οδό Χάουσμαν και στρώθηκε στη δουλειά, χρησιμοποιώντας το γελοιωδώς μικροσκοπικό φωτάκι LED για να ψάξει για αποτυπώματα και τα μπουκαλάκια-μινιατούρες με τις χρωματιστές σκόνες. Η βούρτσα ήταν τόσο μικροσκοπική, που ένιωθε σαν τον Γκιούλιβερ στη χώρα των Λιλιπούτειων. Υπήρχαν αποτυπώματα στη λαβή του όπλου. Και μάλιστα ένα πεντακάθαρο, πιθανόν απ’ τον αντίχειρα, στο έμβολο της σύριγγας, όπου υπήρχαν και μερικοί μαύροι κόκκοι − θα Digitalised By Jah®

μπορούσαν να είναι οτιδήποτε, μα ο Χάρι υπέθεσε ότι ήταν υπολείμματα μπαρουτιού. Με το που είχε περάσει όλα τα αποτυπώματα στην αυτοκόλλητη ταινία, κάθισε να τα συγκρίνει. Ήταν εμφανές ότι τη σύριγγα και το όπλο τα είχε κρατήσει ο ίδιος άνθρωπος. Ο Χάρι είχε ελέγξει τους τοίχους και το πάτωμα δίπλα στο στρώμα, αλλά κανένα αποτύπωμα δεν ταίριαζε με εκείνα στο όπλο. Πήγε στη βαλίτσα του, άνοιξε την εσωτερική της θήκη, έβγαλε έξω το περιεχόμενό της και το τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Άναψε ξανά το φωτάκι LED. Κοίταξε το ρολόι του. Έντεκα ώρες ακόμα. Απεριόριστος χρόνος.

Ήταν δύο η ώρα το μεσημέρι κι ο Χανς Κρίστιαν Σίμονσεν έμοιαζε εντελώς εκτός τόπου μπαίνοντας στου Σρέντερ. Ο Χάρι καθόταν στο αγαπημένο του τραπέζι στη γωνία, δίπλα στο παράθυρο. Ο Χανς Κρίστιαν κάθισε απέναντί του. «Καλός;» ρώτησε γνέφοντας προς τον καφέ του Χάρι. Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες». «Κανένα πρόβλημα. Τα Σάββατα έχω ρεπό και δεν κάνω τίποτα. Τι συμβαίνει;» «Ο Όλεγκ μπορεί να γυρίσει σπίτι». Ο δικηγόρος ζωντάνεψε. «Θες να πεις ότι...» «Όσοι θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του έφυγαν». «Έφυγαν;» «Ναι. Πού είναι, είναι μακριά;» «Όχι. Είκοσι λεπτά απ’ την πόλη, στο Νίτενταλ. Τι εννοείς έφυγαν;» Ο Χάρι σήκωσε την κούπα με τον καφέ του. «Είσαι σίγουρος ότι θες να μάθεις, Χανς Κρίστιαν;» Digitalised By Jah®

Ο δικηγόρος κοίταξε προσεκτικά τον Χάρι. «Έλυσες δηλαδή και την υπόθεση;» Ο Χάρι δεν απάντησε. Ο Χανς Κρίστιαν έσκυψε προς το μέρος του. «Δηλαδή ξέρεις και ποιος πυροβόλησε τον Γκούστο;» «Χμ-μ». «Πώς;» «Ταίριαξα ορισμένα αποτυπώματα». «Και ποιος;...» «Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι φεύγω σήμερα, οπότε θα ήθελα να πω αντίο στον Όλεγκ». Ο Χανς Κρίστιαν χαμογέλασε. Το χαμόγελό του έκρυβε πόνο, ήταν όμως αυθεντικό. «Πριν φύγετε μαζί με τη Ράκελ εννοείς;» Ο Χάρι κούνησε κυκλικά την κούπα του. «Σου το είπε λοιπόν». «Πήγαμε για φαγητό. Της υποσχέθηκα να προσέχω εγώ τον Όλεγκ για λίγες μέρες. Απ’ ό,τι κατάλαβα, θα έρθουν άνθρωποι από το Χονγκ Κονγκ για να τον παραλάβουν, δικοί σου άνθρωποι. Αλλά μάλλον κάτι δεν κατάλαβα σωστά γιατί νόμιζα ότι βρισκόσουν ήδη στην Μπανγκόκ». «Καθυστέρησα. Θα ήθελα να σου ζητήσω κάτι...» «Μου είπε κι άλλα. Μου είπε ότι της έκανες πρόταση γάμου». «Α, ναι;» «Ναι, με τον δικό σου ιδιαίτερο τρόπο, φυσικά». «Ε, τότε...» «Και μου είπε ότι το σκέφτηκε». Ο Χάρι σήκωσε την παλάμη του. Δεν ήθελε να μάθει την απάντηση. «Το συμπέρασμα των σκέψεών της ήταν όχι». Ο Χάρι ξεφύσηξε. «Καλώς». «Οπότε σταμάτησε να σκέφτεται κι άρχισε να αισθάνεται, έτσι μου είπε». «Χανς Κρίστιαν...» Digitalised By Jah®

«Κι η απάντησή της είναι ναι, Χάρι». «Χανς Κρίστιαν, άκουσέ με...» «Άκουσες τι είπα; Θέλει να σε παντρευτεί, Χάρι. Lucky bastard». To πρόσωπο του δικηγόρου έλαμπε μ’ αυτήν τη λάμψη της απελπισίας που ο Χάρι ήξερε καλά. «Είπε ότι θέλει να περάσει μαζί σου το υπόλοιπο της ζωής της». Το μήλο του Αδάμ στον λαιμό του ανεβοκατέβαινε κι η φωνή του κυμαινόταν μεταξύ βραχνάδας κι υστερίας. «Είπε ότι ήθελε να ζήσει μαζί σου τα ωραία και τα απλά, τις άθλιες και τις καταστροφικές στιγμές επίσης. Κι ότι ήθελε να ζήσει μαζί σου και όλα τα υπέροχα αυτού του κόσμου». Ο Χάρι ήξερε ότι ο Χανς Κρίστιαν παρέθετε τα λόγια της Ράκελ αυτολεξεί. Κι ήξερε και το γιατί: γιατί κάθε λέξη ήταν χαραγμένη στην καρδιά του. «Πόσο πολύ την αγαπάς;» ρώτησε ο Χάρι. «Εγώ...» «Την αγαπάς αρκετά ώστε να τη φροντίζεις για το υπόλοιπο της ζωής της; Κι αυτήν και τον Όλεγκ;» «Τι;» «Απάντησέ μου». «Ναι, φυσικά, αλλά...» «Ορκίσου το». «Χάρι». «Ορκίσου το, είπα». «Το... το ορκίζομαι. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα». «Δίκιο έχεις. Τίποτα δεν αλλάζει» είπε ο Χάρι μ’ ένα πικρό χαμόγελο. «Τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει, ποτέ. Το ποτάμι κυλάει πάντα στην ίδια, άθλια κοίτη». «Δεν βγάζουν νόημα τα λόγια σου, δεν καταλαβαίνω τι λες». «Θα καταλάβεις» είπε ο Χάρι. «Κι αυτή επίσης». «Μα... αγαπιόσαστε. Μου το είπε ξεκάθαρα. Είσαι ο έρωτας της ζωής της, Χάρι». «Κι εκείνη ο δικός μου. Πάντα ήταν και πάντα θα είναι». Digitalised By Jah®

Ο Χανς Κρίστιαν κοίταξε τον Χάρι με έκπληξη αλλά και συμπάθεια. «Δηλαδή δεν τη θες;» «Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να θέλω περισσότερο. Αλλά δεν ξέρω πόσο ακόμα θα μπορέσω να βρίσκομαι εδώ. Κι αν δεν είμαι, μην ξεχάσεις την υπόσχεσή σου». Ο Χανς Κρίστιαν ρουθούνισε. «Τι μελοδραματισμοί είναι αυτοί, Χάρι; Δεν ξέρω καν αν με θέλει». «Να την πείσεις». Οι πόνοι στον λαιμό του τον δυσκόλευαν λίγο στην αναπνοή. «Μου το υπόσχεσαι;» Ο Χανς Κρίστιαν κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και είπε: «Θα προσπαθήσω». Ο Χάρι δίστασε. Ύστερα τέντωσε το χέρι του. Έσφιξαν τα χέρια. «Είσαι καλός άνθρωπος, Χανς Κρίστιαν. Σ’ έχω σώσει στο γράμμα Χ». Έδειξε το κινητό του. «Αντικατέστησες τον Χάλβορσεν». «Ποιον;» «Έναν πρώην συνάδελφο που εύχομαι να ξαναδώ. Πρέπει να φύγω τώρα». «Τι πας να κάνεις;» «Να συναντήσω τον δολοφόνο του Γκούστο». Ο Χάρι σηκώθηκε, γύρισε προς τον πάγκο και χαιρέτησε τη Ρίτα, που του κούνησε το χέρι. Βγαίνοντας έξω και διασχίζοντας τον δρόμο ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα, το σώμα του αντέδρασε. Ένιωσε το πίσω μέρος των βολβών των ματιών να εκρήγνυται και τον λαιμό του έτοιμο να σχιστεί στα δύο. Στην Ντοβρεγκάτα μια γεύση χολής πλημμύρισε το στόμα του. Διπλώθηκε στα δύο σ’ έναν τοίχο, και ξέρασε το μπέικον, τ’ αυγά και τον καφέ στο πεζοδρόμιο του ήσυχου αυτού δρόμου. Ύστερα ίσιωσε την πλάτη του και προχώρησε προς την οδό Χάουσμαν. Digitalised By Jah®

Στο τέλος η απόφαση ήταν απλή, άσε τι έλεγα. Καθόμουν στο βρόμικο στρώμα με το τηλέφωνο στο χέρι κι ένιωθα την τρομοκρατημένη μου καρδιά να πάει να σπάσει. Από τη μία ήθελα να το σηκώσει κι από την άλλη δεν ήθελα. Απάντησε πάνω που ήμουν έτοιμος να κλείσω. Άκουσα τη νεκρή και καθαρή φωνή του θετού μου αδερφού. «Εδώ Στάιν, λέγετε, παρακαλώ». Καμιά φορά σκεφτόμουν πόσο πολύ του ταίριαζε τ’ όνομά του. Στάιν σημαίνει πέτρα. Μια αδιαπέραστη επιφάνεια πάνω από έναν σκληρό πυρήνα. Ανεπηρέαστη, σκοτεινή, βαριά. Ακόμα κι οι πέτρες έχουν κάποιο ευαίσθητο σημείο όμως, κι ένα σφυρί μπορεί να τις ραγίσει μ’ ένα και μόνο χτύπημα. Στην περίπτωση του Στάιν η δουλειά ήταν πολύ εύκολη. Καθάρισα τον λαιμό μου. «Ο Γκούστο είμαι. Ξέρω πού είναι η Ιρένε». Άκουσα την ανάλαφρη αναπνοή του. Ο Στάιν πάντα ανάλαφρα ανάσαινε. Έτρεχε με τις ώρες δίχως σχεδόν καθόλου οξυγόνο. Ή αφορμή. «Πού;» «Αυτό είναι το θέμα μας» είπα. «Θα σου κοστίσει για να μάθεις». «Γιατί;» «Γιατί χρειάζομαι τα χρήματα». Ένιωσα ένα κύμα ζέστης. Όχι, πάγου. Ένιωσα το μίσος του. Τον άκουσα να στραβοκαταπίνει. «Πόσ...» «Πέντε χιλιάρικα». «Εντάξει». «Εννοώ δέκα». «Είπες πέντε». Γαμώτο. «Αλλά επείγει» είπα, αν και ήξερα ότι είχε ήδη σηκωθεί. Digitalised By Jah®

«Εντάξει. Πού είσαι;» «Οδός Χάουσμαν. Στο 92. Η κλειδαριά της πολυκατοικίας είναι σπασμένη. Δεύτερος όροφος». «Έρχομαι. Μη φύγεις». Πού να πάω; Πήρα δυο γόπες από το τασάκι στο σαλόνι και τις άναψα στην κουζίνα μες στην εκκωφαντική ησυχία του απογεύματος. Τι σκατά, έκανε πάρα πολλή ζέστη εδώ μέσα. Κάτι σάλεψε. Ακολούθησα τον ήχο. Ο αρουραίος ήταν, έτρεχε κατά μήκος του τοίχου. Είχε βγει πίσω από τον φούρνο. Θα ’χε βρει καμιά ωραία κρυψώνα εκεί πίσω. Κάπνισα τη δεύτερη γόπα. Κι ύστερα πετάχτηκα όρθιος. Ο κωλοφούρνος ζύγιζε ολόκληρο τόνο, μέχρι που βρήκα τα ροδάκια που είχε πίσω πίσω. Η τρύπα ήταν υπερβολικά μεγάλη για αρουραίο. Όλεγκ, Όλεγκ φιλαράκο μου... Είσαι ξύπνιος, δεν λέω, αλλά τα κόλπα τα έμαθες από μένα. Έπεσα στα γόνατα. Ένιωθα ήδη μαστούρης. Προσπαθούσα να χρησιμοποιήσω το σύρμα, αλλά τα δάχτυλά μου έτρεμαν τόσο πολύ, που μου ’ρχότανε να τα δαγκώσω. Κάποια στιγμή την είχα, μετά μου ξέφυγε. Βιολίνη ήταν, δεν μπορεί! Κάποια στιγμή τσίμπησε, και, μάνα μου, τι λαβράκι ήταν αυτό! Το τράβηξα προς το μέρος μου. Μια μεγάλη πάνινη τσάντα. Την άνοιξα. Δεν μπορεί, αυτό θα ήταν! Ένας λαστιχένιος σωλήνας, ένα κουτάλι και μια σύριγγα. Και τρία μικρά διαφανή σακουλάκια. Η λευκή σκόνη μέσα τους είχε καφετιά στίγματα. Τρελάθηκα από τη χαρά μου. Είχα ξανασυναντήσει τον μοναδικό φίλο κι εραστή που μπόρεσα ποτέ μου να εμπιστευθώ. Έχωσα τα δυο σακούλια στην τσέπη κι άνοιξα το τρίτο. Είχα αρκετό πράμα για μια ολόκληρη εβδομάδα, φτάνει να ήμουν λιτοδίαιτος. Έπρεπε να προλάβω να χτυπήσω ένα τριπάκι και να την κοπανήσω πριν εμφανιστεί ο Στάιν ή κανείς άλλος. Έριξα σκόνη Digitalised By Jah®

στο κουτάλι, άναψα τον αναπτήρα μου. Συνήθως έβαζα και δυο σταγόνες λεμόνι, από αυτό που αγοράζεις σε μπουκάλι και το βάζουν διάφοροι στο τσάι τους. Ο χυμός δεν άφηνε τη σκόνη να σβολιάσει κι έτσι μπορούσες να τη ρουφήξεις όλη με τη σύριγγα. Αλλά ούτε λεμόνι είχα ούτε υπομονή. Ένα πράγμα μ’ ένοιαζε μόνο: να χώσω αυτό το πράγμα μες στο αίμα μου. Έδεσα τον σωλήνα γύρω απ’ το μπράτσο μου, έβαλα τη μια άκρη ανάμεσα στα δόντια μου και τράβηξα. Βρήκα μια ωραία μπλε φλέβα. Έγειρα τη σύριγγα στη σωστή γωνία για να βρω το καλύτερο μέρος και να πάψω να τρέμω. Γιατί έτρεμα σαν τρελός. Αστόχησα. Μια φορά, δυο φορές. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Έλα, μην το σκέφτεσαι τόσο πολύ, μην τρελαίνεσαι, μην πανικοβάλλεσαι. Η βελόνα χόρεψε. Ξαναπροσπάθησα να καρφώσω το μπλε σκουλήκι. Κι αστόχησα πάλι. Πάλεψα ενάντια στην απελπισία μου. Σκέφτηκα μήπως καπνίσω λίγη πρώτα, να ηρεμήσω. Αλλά ήθελα την τρέλα, τη διέγερση που νιώθεις όταν αδειάζεις με τη μία όλη τη δόση μες στο αίμα και σε χτυπάει κατευθείαν στον εγκέφαλο. Αυτόν τον οργασμό ήθελα, την ελεύθερη πτώση! Η ζέστη κι η λιακάδα με τύφλωναν. Πήγα στο σαλόνι και κάθισα στη σκιά ενός τοίχου. Γαμίδια, τώρα δεν μπορούσα καν να δω τη φλέβα! Ήρεμα. Περίμενα τις κόρες μου να διασταλούν ξανά. Ευτυχώς που τα χέρια μου ήταν κατάλευκα σαν οθόνη κινηματογράφου. Η φλέβα έμοιαζε με ποταμό σε χάρτη της Γροιλανδίας. Τώρα. Αστόχησα. Δεν είχα το κουράγιο για όλο αυτό, ήθελα να ξεσπάσω σε κλάματα. Άκουσα το πάτωμα να τρίζει. Ήμουν τόσο συγκεντρωμένος, που δεν πήρα χαμπάρι ότι είχε μπει μέσα. Digitalised By Jah®

Και όταν σήκωσα το κεφάλι, τα μάτια μου ήταν γεμάτα δάκρυα και οι μορφές παραμορφωμένες, σαν σ’ αυτούς τους καθρέφτες που έχουνε στα λούνα παρκ. «Γεια σου, Κλέφτη». Είχα χρόνια ν’ ακούσω αυτήν την προσφώνηση. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για να φύγουν τα δάκρυα. Κι οι μορφές πήραν σχήμα. Ναι, αναγνώρισα τα πάντα. Ακόμα και το όπλο. Τελικά δεν το είχαν κλέψει τίποτα ληστές απ’ το δωμάτιο με τα μουσικά όργανα, όπως νόμιζα. Το περίεργο είναι ότι δεν φοβόμουν. Καθόλου όμως. Ήμουν ξαφνικά πολύ ήρεμος. Ξανακοίταξα τη φλέβα μου. «Μην το κάνεις» είπε η φωνή. Παρατήρησα το χέρι μου. Σταθερό σαν χέρι τσαντάκια. Να η ευκαιρία μου. «Θα πυροβολήσω». «Δεν νομίζω» απάντησα. «Τότε δεν θα μάθεις ποτέ πού βρίσκεται η Ιρένε». «Γκούστο!» «Εγώ θα κάνω αυτό που πρέπει να κάνω» είπα κι έχωσα τη βελόνα. Βρήκα φλέβα. Σήκωσα το δάχτυλο να πιέσω το έμβολο. «Κι εσύ να κάνεις ό,τι πρέπει να κάνεις». Οι καμπάνες άρχισαν πάλι να χτυπούν.

Ο Χάρι στάθηκε στη σκιά του τοίχου. Το φως της λάμπας έξω απ’ το παράθυρο έπεφτε πάνω στα στρώματα. Κοίταξε το ρολόι του. Εννέα η ώρα. Τρεις ώρες μέχρι την πτήση για Μπανγκόκ. Ο πόνος στον λαιμό είχε ξαφνικά χειροτερέψει. Σαν τη ζέστη του ήλιου πριν χαθεί ξαφνικά πίσω από τα σύννεφα. Σύντομα κι ο ήλιος θα χανόταν, σύντομα θα χανόταν κι ο πόνος. Ο Χάρι ήξερε πώς έπρεπε να λήξει όλο αυτό. Ήταν εξίσου αναπόφευκτο με την επιστροφή του Digitalised By Jah®

στο Όσλο. Κι ήξερε επίσης ότι η ανθρώπινη ανάγκη για τάξη και συνοχή θα τον έκανε να αυτοχειραγωγηθεί τόσο πολύ, ώστε να βρει κάποια λογική σε όλη αυτήν την ιστορία. Γιατί η ιδέα πως υπάρχει μόνο το παγωμένο χάος και νόημα πουθενά αντέχεται λιγότερο κι απ’ τη χειρότερη, μα κατανοητή, τραγωδία. Έχωσε το χέρι στο παλτό του να βρει το πακέτο με τα τσιγάρα κι ακούμπησε τη λαβή του μαχαιριού. Είχε την αίσθηση ότι ίσως έπρεπε να το είχε ξεφορτωθεί. Αποδείχτηκε καταραμένο. Αλλά δεν θα ’χε διαφορά... ήταν καταραμένος πολύ πριν απ’ το μαχαίρι. Κι η κατάρα του ήταν πολύ χειρότερη από του μαχαιριού· έλεγε πως η αγάπη του ήταν μια μάστιγα που την κουβαλούσε μονίμως μαζί του. Όπως ο Ασάγιεφ έλεγε ότι το μαχαίρι μετέφερε τον πόνο και την αρρώστια του ιδιοκτήτη του στο θύμα, έτσι κι όλοι όσοι άφηναν τον Χάρι να τους αγαπήσει πλήρωναν το τίμημα. Καταστρέφονταν, αναγκάζονταν να φύγουν μακριά του. Μόνο τα φαντάσματα παρέμεναν. Μηδενός εξαιρουμένου. Και σύντομα η Ράκελ κι ο Όλεγκ θα γίνονταν κι αυτοί φαντάσματα. Άνοιξε το πακέτο και κοίταξε μέσα. Τι ακριβώς περίμενε; Ότι θα γλίτωνε απ’ την κατάρα; Ότι θα κατάφερνε να ξεφύγει στην άλλη μεριά του πλανήτη και να ζήσει μαζί τους ζωή χαρισάμενη; Αυτά σκεφτόταν καθώς ξανακοιτούσε το ρολόι του, υπολογίζοντας ποια ήταν η τελευταία του διορία για να φύγει ώστε να προλάβει την πτήση του. Τώρα μιλούσε η άπληστη, εγωίστρια καρδιά του.

Έβγαλε την τσαλακωμένη οικογενειακή φωτογραφία και την ξανακοίταξε. Να η Ιρένε, να και ο αδερφός της ο Στάιν. Το αγόρι με το γκρίζο βλέμμα. Η αναζήτηση στη βάση δεδομένων στο μυαλό του Χάρι έβγαλε δύο αναγνωριστικά αποτελέσματα όταν συναντήθηκαν. Το ένα ήταν αυτή η φωτογραφία. Το δεύτερο ήταν το βράδυ που ο Χάρι είχε πρωτοφτάσει στο Όσλο, στην Digitalised By Jah®

Κβαντρατούρεν. Το αγόρι τον είχε κοιτάξει μ’ ένα τέτοιο διερευνητικό βλέμμα, που ο Χάρι είχε νομίσει ότι ήταν αστυνομικός· μα είχε κάνει λάθος. Πολύ λάθος. Κι ύστερα άκουσε βήματα στις σκάλες. Οι καμπάνες χτύπησαν με τον εύθραυστο και μοναχικό τους ήχο.

Ο Τρουλς Μπέρντσεν στάθηκε στο κεφαλόσκαλο και κοίταξε την εξώπορτα. Αφουγκράστηκε τους χτύπους της καρδιάς του. Θα την ξανάβλεπε. Ανυπομονούσε και φοβόταν μαζί. Πήρε μιαν ανάσα. Και χτύπησε το κουδούνι. Ίσιωσε τη γραβάτα του. Ποτέ του δεν αισθάνθηκε άνετα φορώντας κουστούμι, αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς όταν ο Μίκαελ του εξήγησε ποιος θα ερχόταν στο πάρτι. Όλη η ηγεσία της αστυνομίας, από τον απερχόμενο Αρχηγό και τους επικεφαλής των διαφόρων τμημάτων μέχρι τον παλιό τους ανταγωνιστή στο Ανθρωποκτονιών, τον Γκούναρ Χάγκεν. Θα έρχονταν και πολιτικοί, σαν εκείνη τη σέξι τύπισσα απ’ το δημοτικό συμβούλιο, τις φωτογραφίες της οποίας ο Τρουλς είχε χαζέψει για ώρα, την Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Και διάφοροι διάσημοι από την τηλεόραση. Ο Τρουλς δεν είχε ιδέα πώς τους είχε γνωρίσει όλους αυτούς ο Μίκαελ. Η πόρτα άνοιξε. Ήταν η Ούλα. «Είσαι πολύ ωραίος, Τρουλς» είπε, με το καθωσπρέπει χαμόγελο της οικοδέσποινας. Τα μάτια της έλαμπαν. Ο Τρουλς κατάλαβε ότι είχε έρθει πολύ νωρίς. Κούνησε απλώς το κεφάλι του, μην μπορώντας να πει αυτό που ήθελε να πει, ότι κι εκείνη ήταν πολύ όμορφη. Η Ούλα τον αγκάλιασε στα γρήγορα και του είπε να περάσει. Είχαν σκοπό να καλωσορίζουν τους καλεσμένους με σαμπάνια, αλλά δεν είχε βγάλει ακόμη τα ποτήρια. Χαμογέλασε ξανά, έτριψε Digitalised By Jah®

τα χέρια της και κοίταξε αγχωμένα τη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο, ελπίζοντας μάλλον ότι ο Μίκαελ θα κατέβαινε σύντομα για ν’ αναλάβει τα πάντα. Αλλά ο Μίκαελ μάλλον ντυνόταν, χάζευε τον εαυτό του στον καθρέφτη κι ήλεγχε ότι ήταν στην τρίχα. Η Ούλα μιλούσε λίγο γρήγορα, ρωτούσε για τους παιδικούς τους φίλους στο Μάνγκλερουντ, μήπως ο Τρουλς είχε νέα τους; Ο Τρουλς δεν είχε. «Δεν έχουμε και πολλές επαφές πια» της απάντησε, παρόλο που ήταν σίγουρος ότι η Ούλα γνώριζε πως ποτέ δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με κανέναν τους − ούτε με τον Γκόγκεν και τον Τζίμι, ούτε με τον Άνερς ή τον Κρόκε. Ο Τρουλς είχε έναν και μοναδικό φίλο: τον Μίκαελ. Κι ακόμα κι αυτός κρατούσε τις αποστάσεις του καθώς ανέβαινε στην κοινωνική κι επαγγελματική ιεραρχία. Δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν. Δηλαδή, εκείνη δεν είχε· διότι ο Τρουλς από την αρχή δεν είχε. Σιωπή. «Κι από γυναίκες, Τρουλς; Τίποτα καινούργιο;» «Τίποτα καινούργιο, τσου». Προσπάθησε να της απαντήσει στον ίδιο, αστείο τόνο. Ένα ποτό για το «καλώς όρισες» πολύ θα το ήθελε τώρα. «Δεν υπάρχει καμιά που να μπορεί να σου κλέψει την καρδιά εσένα;» Είχε γείρει το κεφάλι της στο πλάι και είχε κλείσει το ένα της μάτι χαμογελώντας, αλλά ο Τρουλς έβλεπε ήδη ότι μετάνιωνε που τον ρώτησε κάτι τέτοιο. Ίσως γιατί τον είδε που κοκκίνισε. Ή επειδή ήξερε την απάντηση. Ότι εσύ, εσύ και μόνο εσύ, Ούλα, μπορείς να μου κλέψεις την καρδιά. Ανέκαθεν κρατούσε το φανάρι στο διάσημο ζευγάρι του Μάνγκλερουντ, τον Μίκαελ και την Ούλα, κι ήταν μονίμως δίπλα τους, στην υπηρεσία τους θα έλεγε κανείς, αν κι αυτό αντισταθμιζόταν από την κατηφή κι αδιάφορη έκφρασή του, που πιθανόν μαρτυρούσε ότι βαριόταν και δεν είχε πραγματικά τίποτα καλύτερο να κάνει. Ενώ στην πραγματικότητα, η καρδιά του Digitalised By Jah®

φλεγόταν για κείνη και με την άκρη του ματιού του κατέγραφε κάθε της κίνηση ή έκφραση, χρόνια τώρα. Ποτέ δεν θα γινόταν δική του, το ήξερε. Μα τη λαχταρούσε όπως οι άνθρωποι λαχταρούν να πετάξουν. Επιτέλους, ο Μίκαελ κατέβηκε τα σκαλοπάτια με μεγάλες δρασκελιές, κατεβάζοντας τα μανίκια του ώστε να φαίνονται τα μανικετόκουμπα μέσα από το σμόκιν του. «Τρουλς!» Ο εγκάρδιος τόνος ακούστηκε σαν υπερβάλλων ζήλος, σαν αυτόν που χρησιμοποιούν πολλοί για τους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καλά. «Προς τι η κατήφεια, φίλε μου; Ολόκληρο παλάτι ήρθαμε να γιορτάσουμε!» «Νόμιζα ότι γιορτάζαμε τη θέση του Αρχηγού» είπε ο Τρουλς, κοιτάζοντας τριγύρω. «Το είδα σήμερα στις ειδήσεις». «Κάποιος τους το σφύριξε, δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως ακόμη. Αλλά όχι, σήμερα γιορτάζουμε τη βεράντα που έφτιαξες, Τρουλς! Η σαμπάνια τι γίνεται, αγάπη μου;» «Πάω να τη σερβίρω» είπε η Ούλα, ξεσκόνισε έναν αόρατο κόκκο σκόνης από το πέτο του συζύγου της κι εξαφανίστηκε στην κουζίνα. «Ξέρεις την Ιζαμπέλε Σκέγιεν;» ρώτησε ο Τρουλς. «Ναι» είπε ο Μίκαελ, συνεχίζοντας να χαμογελά. «Θα έρθει κι αυτή απόψε, γιατί;» «Τίποτα» είπε ο Τρουλς παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Ή τώρα ή ποτέ. «Να, απλώς αναρωτιόμουν για κάτι». «Για τι;» «Εδώ και λίγες μέρες με στείλανε να συλλάβω έναν τύπο στο ξενοδοχείο Λεόν, το ξέρεις;» «Νομίζω πως ναι». «Αλλά την ώρα που έκανα τη σύλληψη εμφανίστηκαν δυο άλλοι αστυνομικοί, άγνωστοι, και ήθελαν να μας συλλάβουν και τους δύο». «Έγινε διπλή κράτηση;» είπε ο Μίκαελ γελώντας. «Μίλα στον Φιν. Digitalised By Jah®

Αυτός συντονίζει τις επιχειρήσεις». Ο Τρουλς κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν νομίζω ότι ήταν κάτι τέτοιο». «Α, όχι;» «Νομίζω ότι κάποιος μ’ έστειλε εκεί επίτηδες». «Θες να πεις ότι ήταν στημένο;» «Ναι, στημένο, αυτό» είπε ο Τρουλς κοιτάζοντας εξεταστικά το βλέμμα του Μίκαελ, δίχως όμως να βρίσκει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Μίκαελ ήξερε για ποιο πράγμα μιλούσε. Λες να έκανε λάθος λοιπόν; Ξεροκατάπιε. «Αναρωτιόμουν λοιπόν αν ήξερες τίποτα, αν μου την είχες στημένη». «Εγώ;» Ο Μίκαελ έγειρε πίσω το κεφάλι του κι έσκασε στα γέλια. Κι όταν ο Τρουλς κοίταξε μες στο στόμα του, θυμήθηκε τον Μίκαελ να γυρνά από τον σχολικό οδοντίατρο δίχως ούτε ένα σφράγισμα. Ούτε ο Τερηδονάκος κι ο Μικροβιούλης δεν μπορούσαν να τον νικήσουν. «Μακάρι! Για πες, για πες, σ’ έστρωσαν στο πάτωμα και σου πέρασαν και χειροπέδες;» Ο Τρουλς κοίταξε τον Μίκαελ κι είδε ότι είχε κάνει λάθος. Οπότε αποφάσισε να γελάσει κι αυτός, περισσότερο από ανακούφιση παρά με την ιδέα του εαυτού του φαρδιού πλατιού στο πάτωμα με δυο αξιωματικούς να κάθονται επάνω του, κι επειδή το γέλιο του Μίκαελ ήταν κολλητικό κι έφερνε πάντα αυτό το αποτέλεσμα. Λάθος· απαιτούσε αυτό το αποτέλεσμα. Ήταν ένα γέλιο που τον αγκάλιαζε, τον ζέσταινε, τον έκανε να αισθάνεται μέρος κάτι πολύ μεγαλύτερου, ενός ντουέτου που αποτελούνταν από τον ίδιο και τον Μίκαελ Μπέλμαν, δύο καλών φίλων. Άκουσε τον εαυτό του να γελάει γρυλίζοντας καθώς ο Μίκαελ σώπασε. «Πραγματικά πιστεύεις ότι σου την είχα στημένη, Τρουλς;» ρώτησε ο Μίκαελ σκεπτικός. Ο Τρουλς τον κοίταξε, χαμογελώντας ακόμη. Σκέφτηκε πώς τον Digitalised By Jah®

είχε βρει ο Ντουμπάι, σκέφτηκε το αγόρι που είχε τυφλωθεί από το ξύλο και του είχε ρίξει στο κρατητήριο. Ποιος το είχε μαρτυρήσει στον Ντουμπάι αυτό; Σκέφτηκε το αίμα που είχε βρει η Σήμανση κάτω από τα νύχια του Γκούστο στην οδό Χάουσμαν, το αίμα που ο Τρουλς ο ίδιος είχε μολύνει πριν φτάσει στο Παθολογικό για τεστ DNA. Ο Τρουλς όμως κατάφερε να σώσει ένα μέρος του και να το αναλύσει. Κάτι τέτοια αποδεικτικά στοιχεία θα φαίνονταν χρήσιμα κάποια στιγμή. Και μιας και τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, το είχε πάει ο ίδιος στο Παθολογικό, το ίδιο πρωί κιόλας, κι είχε λάβει τ’ αποτελέσματα λίγο πριν έρθει στο πάρτι. Το αίμα ταίριαζε μ’ εκείνο που είχε στείλει η Μπέτε Λεν λίγες μέρες πριν. Μα καλά, δεν συνεννοούνταν μεταξύ τους στο Αρχηγείο; − είχε έρθει η απάντηση. Τι δηλαδή, νομίζετε ότι καθόμαστε και βαράμε μύγες εδώ στο Παθολογικό; Ο Τρουλς είχε ζητήσει συγγνώμη και είχε κατεβάσει το τηλέφωνο, προσπαθώντας να σκεφτεί. Το αίμα κάτω από τα νύχια του Γκούστο Χάνσεν ανήκε στον Μίκαελ Μπέλμαν. Ο Μίκαελ κι ο Γκούστο. Ο Μίκαελ κι ο Ρούντολφ Ασάγιεφ. Ο Τρουλς έσφιξε τη γραβάτα του. Ο πατέρας του ποτέ δεν του έμαθε πώς να δένει μια γραβάτα, αφού δεν ήξερε ούτε ο ίδιος. Ο Μίκαελ τού είχε δείξει πώς να το κάνει, όταν ήταν να πάνε στον χορό της αποφοίτησης του σχολείου τους. Του είχε εξηγήσει πώς να δένει έναν απλό κόμπο Ουίνδσορ κι όταν ο Τρουλς τον ρώτησε γιατί ο δικός του κόμπος έμοιαζε πολύ πιο χοντρός, ο Μίκαελ τού απάντησε ότι ήταν διπλός κόμπος Ουίνδσορ αλλά δεν θα ταίριαζε στον Τρουλς. Ο Μίκαελ τον κοίταζε καλά καλά. Περίμενε ακόμη απάντηση στην ερώτησή του, γιατί νόμιζε ο Τρουλς ότι του την είχε στημένη. Αν του την είχε στημένη ώστε να τον δολοφονήσει μαζί με τον Χάρι Χόλε στο ξενοδοχείο Λεόν. Χτύπησε το κουδούνι, μα ο Μίκαελ δεν κουνήθηκε ούτε χιλιοστό. Ο Τρουλς προσποιήθηκε ότι έξυνε το μέτωπό του, μα στην Digitalised By Jah®

πραγματικότητα σκούπιζε με τ’ ακροδάχτυλά του τον ιδρώτα του. «Όχι» είπε κι άκουσε τον εαυτό του να γρυλίζει και να γελά. «Μια ιδέα ήταν μόνο. Ξέχνα το».

Τα σκαλοπάτια έτριξαν κάτω από το βάρος του Στάιν Χάνσεν. Ήξερε το κάθε πάτημα, το κάθε τρίξιμο και αναστεναγμό τους. Σταμάτησε στην κορυφή. Χτύπησε την πόρτα. «Πέρασε» ακούστηκε μια φωνή. Ο Στάιν Χάνσεν μπήκε στο δωμάτιο. Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν η βαλίτσα. «Τέρμα το πακετάρισμα;» ρώτησε. Γνέψιμο. «Βρήκες το διαβατήριο;» «Ναι». «Κάλεσα ένα ταξί να σε πάει στο αεροδρόμιο». «Έρχομαι». «Οκέι». Ο Στάιν κοίταξε τριγύρω του, όπως έκανε και στ’ άλλα δωμάτια. Τους είπε αντίο κι ότι δεν θα τα ξανάβλεπε. Κι άκουσε την ηχώ των παιδικών του χρόνων. Την ενθαρρυντική φωνή του πατέρα του, την καθησυχαστική φωνή της μάνας του, την ενθουσιώδη φωνή του Γκούστο, τη χαρούμενη φωνή της Ιρένε. Η μόνη φωνή που δεν άκουσε ήταν η δική του. Αυτός ήταν πάντα σιωπηλός. «Στάιν;» Η Ιρένε κρατούσε στο χέρι της μια φωτογραφία. Ο Στάιν την ήξερε αυτή τη φωτογραφία, την είχε κρεμάσει πάνω από το κρεβάτι της το ίδιο βράδυ που την είχε φέρει σπίτι ο Σίμονσεν, ο δικηγόρος: η Ιρένε με τον Γκούστο και τον Όλεγκ. «Ναι;» «Θέλησες ποτέ να σκοτώσεις τον Γκούστο;» Ο Στάιν δεν απάντησε, θυμήθηκε μόνο εκείνο το βράδυ. Θυμήθηκε τον Γκούστο που τον είχε πάρει τηλέφωνο να του πει ότι ήξερε πού βρισκόταν η Ιρένε. Θυμήθηκε να πηγαίνει στην οδό Digitalised By Jah®

Χάουσμαν τρέχοντας. Θυμήθηκε τα περιπολικά σαν έφτασε, τις φωνές τριγύρω που έλεγαν πως το αγόρι ήταν νεκρό, κάποιος τον είχε πυροβολήσει. Θυμήθηκε το αίσθημα του ενθουσιασμού, της ευτυχίας σχεδόν. Και την ίδια στιγμή το σοκ, τη θλίψη. Ναι, κατά κάποιον τρόπο τον θρήνησε τον Γκούστο. Την ίδια στιγμή που ευχόταν η Ιρένε να ήταν ακόμη καθαρή. Μια ελπίδα που είχε σβήσει φυσικά καθώς περνούσαν οι μέρες και συνειδητοποιούσε ότι ο θάνατος του Γκούστο σήμαινε ότι είχε χάσει και την ευκαιρία να μάθει πού βρίσκεται. Η Ιρένε ήταν χλωμή από τη στέρηση. Τα πράγματα θα ήταν δύσκολα αλλά θα τα κατάφερναν. Οι δυο τους. «Τι λες;...» «Ναι» είπε εκείνη, ανοίγοντας το συρτάρι του κομοδίνου. Κοίταξε τη φωτογραφία, ακούμπησε τα χείλη της επάνω και την ξαναέβαλε στο συρτάρι, ανάποδα.

Ο Χάρι άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει. Καθόταν ακίνητος στο σκοτάδι. Άκουσε τα βήματα στο σαλόνι κι είδε την κίνηση δίπλα στα στρώματα. Το φως από τη λάμπα του δρόμου έκανε το σύρμα να λάμψει για μια στιγμή. Τα βήματα μπήκαν στην κουζίνα. Το φως άναψε και ο φούρνος άρχισε να μετακινείται. Ο Χάρι σηκώθηκε κι ακολούθησε τους ήχους. Στάθηκε στην είσοδο της κουζίνας παρατηρώντας τον ν’ ανοίγει την τσάντα με τρεμάμενα χέρια, γονατισμένος μπροστά στην τρύπα του αρουραίου. Να τοποθετεί τα περιεχόμενα το ένα δίπλα στο άλλο: τη σύριγγα, τον λαστιχένιο σωλήνα, το κουτάλι, τον αναπτήρα, το όπλο. Τα σακουλάκια με τη βιολίνη. Το κατώφλι έτριξε καθώς ο Χάρι μετέφερε το βάρος του στο άλλο πόδι, μα το αγόρι δεν τον άκουσε, συνέχισε απλώς να εργάζεται πυρετωδώς. Digitalised By Jah®

Ο Χάρι ήξερε ότι του μιλούσε η ανάγκη, το μυαλό του ήταν συγκεντρωμένο σ’ ένα πράγμα μόνο. Έβηξε από την πόρτα. Το αγόρι πάγωσε. Οι ώμοι του έπεσαν, αλλά δεν γύρισε προς τον ήχο. Κάθισε ακίνητο, με το κεφάλι σκυφτό, κοιτάζοντας τα λάφυρά του. Δεν γύρισε. «Καλά το κατάλαβα» είπε ο Χάρι. «Ότι θα ερχόσουν πρώτα από εδώ. Σκέφτηκες ότι ήσουν ασφαλής πια». Το αγόρι παρέμεινε ακίνητο. «Ο Χανς Κρίστιαν σού είπε ότι τη βρήκαμε, για χατίρι σου. Αλλά όχι, εσύ έπρεπε να περάσεις πρώτα από εδώ». Το αγόρι σηκώθηκε. Και για μια ακόμα φορά ο Χάρι έμεινε έκπληκτος με το πόσο πολύ είχε μεγαλώσει. Είχε γίνει σχεδόν άνδρας. «Τι ακριβώς θες, Χάρι;» «Έχω έρθει να σε συλλάβω, Όλεγκ». Ο Όλεγκ συνοφρυώθηκε. «Για δυο σακουλάκια βιολίνη;» «Όχι. Για τον φόνο του Γκούστο».

«Μην το κάνεις!» επανέλαβε. Αλλά η βελόνα ήταν ήδη μπηγμένη βαθιά κι η φλέβα μου έτρεμε από την προσμονή. «Περίμενα τον Στάιν ή τον ΄Ιψεν» είπα. «Εσένα δεν σε περίμενα». Το γαμημένο του το πόδι σηκώθηκε πριν το δω. Κλότσησε τη βελόνα, που πετάχτηκε στον αέρα και προσγειώθηκε στην κουζίνα, στον νεροχύτη που ήταν γεμάτος πιάτα. «Γαμώ το στανιό μου, ρε Όλεγκ» είπα, κοιτάζοντάς τον.

Ο Όλεγκ κοίταξε τον Χάρι ώρα αρκετή. Το βλέμμα του ήταν σοβαρό, ήρεμο, δεν έδειχνε να έχει ξαφνιαστεί. Έμοιαζε περισσότερο να κάνει αναγνώριση εδάφους, να

Digitalised By Jah®

δει πού βρισκόταν. Κι όταν πια μίλησε, ακούστηκε περίεργος, όχι θυμωμένος, ούτε μπερδεμένος. «Μα με πίστεψες, Χάρι. Με πίστεψες όταν σου είπα ότι το έκανε κάποιος άλλος, κάποιος που φορούσε μπαλακλάβα». «Ναι» απάντησε ο Χάρι. «Σε πίστεψα γιατί ήθελα να σε πιστέψω». «Μα, Χάρι» είπε ο Όλεγκ μαλακά, κοιτάζοντας το σακουλάκι που είχε ήδη ανοίξει, «αν δεν μπορείς να πιστέψεις τον καλύτερό σου φίλο, ποιον θα πιστέψεις;». «Τα αποδεικτικά στοιχεία» είπε ο Χάρι νιώθοντας τον λαιμό του να σφίγγεται. «Ποια στοιχεία; Μια χαρά εξηγήσεις βρήκαμε για τ’ αποδεικτικά στοιχεία, Χάρι, μαζί το κάναμε, τσακίσαμε ό,τι υπήρχε». «Τα άλλα στοιχεία, τα καινούργια». «Ποια καινούργια στοιχεία;» Ο Χάρι έδειξε την τσάντα δίπλα στα πόδια του Όλεγκ. «Το πιστόλι εκεί μέσα είναι μάρκας Οντέσα. Παίρνει σφαίρες ίδιου διαμετρήματος με αυτές που δέχτηκε ο Γκούστο: Μακάροφ, 9x18 mm. Η βαλλιστική μελέτη θα επιβεβαιώσει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτό εδώ είναι το όπλο του εγκλήματος. Κι είναι γεμάτο με τα δακτυλικά σου αποτυπώματα. Μόνο με τα δικά σου. Αν οποιοσδήποτε άλλος το είχε χρησιμοποιήσει και το σκούπιζε μετά, τότε θα είχαν σβηστεί και τα δικά σου». Ο Όλεγκ άγγιξε το όπλο, λες κι ήθελε να επιβεβαιώσει ότι μιλούσαν γι’ αυτό. «Κι ύστερα υπάρχει και η σύριγγα» είπε ο Χάρι. «Υπάρχουν πολλά αποτυπώματα πάνω της, πιθανόν και από κάποιον άλλο. Αλλά το έμβολο έχει μόνο τα δικά σου, το έμβολο που σπρώχνεις όταν χτυπάς την ένεση. Και πάνω στο αποτύπωμά σου αυτό υπάρχουν ίχνη πυρίτιδας, Όλεγκ». Ο Όλεγκ χάιδεψε τη σύριγγα. «Και γιατί όλα αυτά θεωρούνται νέα στοιχεία;» Digitalised By Jah®

«Γιατί στην κατάθεσή σου είχες πει ότι μπήκες στο δωμάτιο ήδη μαστουρωμένος. Αλλά τα ίχνη πυρίτιδας στη σύριγγα αποδεικνύουν ότι τρυπήθηκες αφού το μπαρούτι είχε μείνει πάνω σου. Κι αυτό σημαίνει ότι πρώτα πυροβόλησες τον Γκούστο κι ύστερα τρυπήθηκες. Δεν ήσουν μαστουρωμένος την ώρα του φόνου, Όλεγκ, κι αυτό θεωρείται φόνος εκ προμελέτης». Ο Όλεγκ κούνησε αργά το κεφάλι του. «Κι έχεις ήδη τσεκάρει τα αποτυπώματά μου στο πιστόλι και τη σύριγγα με το αρχείο της αστυνομίας, άρα ξέρουν ήδη ότι...» «Δεν έχω μιλήσει ακόμη στην αστυνομία. Μόνο εγώ ξέρω τι έχει συμβεί». Ο Όλεγκ ξεροκατάπιε. Ο Χάρι είδε τις μικρές κινήσεις στον λαιμό του. «Και πώς ξέρεις ότι είναι δικά μου τ’ αποτυπώματα αν δεν το τσέκαρες με την αστυνομία;» «Είχα μαζί μου δείγματα και τα συνέκρινα». Ο Χάρι έβγαλε το χέρι του από την τσέπη του παλτού του κι άφησε το Game Boy πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ο Όλεγκ κοίταξε το Game Boy με γουρλωμένα μάτια. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα ξανά και ξανά, λες και κάτι είχε μπει στο μάτι του. «Πώς με υποπτεύτηκες;» ψιθύρισε. «Λόγω μίσους» είπε ο Χάρι. «Ο γέρος, ο Ρούντολφ Ασάγιεφ, μου είπε ν’ ακολουθήσω το μίσος». «Ποιος είναι αυτός;» «Είναι ο άνδρας που εσύ αποκαλούσες Ντουμπάι. Μου πήρε λίγο χρόνο να καταλάβω ότι εννοούσε το δικό του μίσος, το μίσος του για σένα. Το μίσος που σου είχε επειδή σκότωσες τον γιο του». «Τον γιο του;» Ο Όλεγκ σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε ανήξερος τον Χάρι. «Ναι. Ο Γκούστο ήταν γιος του». Ο Όλεγκ έριξε το βλέμμα του στο πάτωμα κι κάθισε ανακούρκουδα. «Αν...» Κούνησε το κεφάλι του. Ξαναπροσπάθησε: Digitalised By Jah®

«Αν είναι αλήθεια ότι ο Ντουμπάι ήταν ο πατέρας του Γκούστο κι αν με μισούσε τόσο πολύ, τότε γιατί δεν με σκότωσε με το που μπήκα φυλακή;» «Γιατί ήσουν ακριβώς εκεί που σε ήθελε. Η φυλακή γι’ αυτόν είναι χειρότερη από θάνατο, σου τρώει την ψυχή, ενώ ο θάνατος την απελευθερώνει. Η φυλακή ήταν η τιμωρία για τους χειρότερους εχθρούς του. Κι άρα για σένα, Όλεγκ. Είχε τον απόλυτο έλεγχο του τι έκανες εκεί μέσα. Μόνο όταν άρχισες να μιλάς σ’ εμένα κι άρχισες να γίνεσαι επικίνδυνος, θεώρησε ότι έπρεπε να σε σκοτώσει. Αλλά δεν τα κατάφερε». Ο Όλεγκ έκλεισε τα μάτια του. Συνέχισε να κάθεται ανακούρκουδα. Λες κι ακολουθούσε κάποιος σημαντικός αγώνας και το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να ηρεμήσει και να συγκεντρωθεί. Η μουσική της πόλης συνέχισε να παίζει απέξω: τα αυτοκίνητα, η μακρινή κόρνα ενός πλοίου, μια μισοσβησμένη σειρήνα, ο θόρυβος ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, σαν το αέναο και αδυσώπητο βουητό μιας μυρμηγκοφωλιάς, μονότονος, υπνωτιστικός, ασφαλής, σαν ένα ζεστό πάπλωμα. Ο Όλεγκ έσκυψε αργά αργά προς τα εμπρός, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον Χάρι. Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Αλλά ο Όλεγκ άρπαξε το πιστόλι, προσεκτικά, λες και θα έσκαγε στα χέρια του.

Digitalised By Jah®

43

Τρουλς είχε βγει στη βεράντα για να είναι μόνος του. Πριν από λίγο τριγυρνούσε σαν δορυφόρος γύρω από διάφορα πηγαδάκια, πίνοντας τη σαμπάνια του και τρώγοντας από οδοντογλυφίδες, προσπαθώντας να υποκριθεί ότι ανήκε σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Μερικοί από αυτούς, καλοαναθρεμμένοι κι ευγενείς, είχαν προσπαθήσει να τον συμπεριλάβουν στις συζητήσεις τους. Τον είχαν καλησπερίσει, τον είχαν ρωτήσει ποιος ήταν και τι δουλειά έκανε. Ο Τρουλς απαντούσε κοφτά, αλλά δεν του περνούσε από το μυαλό να ρωτήσει κι αυτός με τη σειρά του. Λες και δεν ήταν σε θέση να το κάνει ή λες και φοβόταν ότι θα έπρεπε να ξέρει ποιος είναι ποιος και τι σκατά σημαντική δουλειά έκανε. Η Ούλα ήταν απασχολημένη με το να σερβίρει, να χαμογελά και ν’ ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις με όλους αυτούς τους ανθρώπους, λες και τους ήξερε από παλιά. Ο Τρουλς είχε καταφέρει να ανταλλάξει μόνο ένα δυο βλέμματα μαζί της. Κάποια στιγμή, χαμογελώντας, του είχε κάνει μια γκριμάτσα που μάλλον σήμαινε ότι θα ήθελε να μπορεί να του μιλήσει, αλλά τα καθήκοντά της ως οικοδέσποινας την καλούσαν. Κανείς από τους άλλους τύπους που βοήθησαν να χτιστεί το σπίτι δεν είχε έρθει, ενώ ούτε ο Αρχηγός της Αστυνομίας ούτε οι επικεφαλής των διαφόρων τμημάτων είχαν αναγνωρίσει τον Digitalised By Jah®

Ο

Τρουλς. Ήθελε σχεδόν να ουρλιάξει ότι ήταν ο αξιωματικός που είχε αλλάξει τα φώτα στο νεαρό αγόρι. Αλλά η βεράντα ήταν υπέροχη. Το Όσλο απλωνόταν κάτω από τα πόδια του σαν κόσμημα που λαμποκοπούσε. Το υψηλό βαρομετρικό είχε φέρει και τα κρύα του φθινοπώρου. Στα ορεινά προβλέπονταν βραδινές θερμοκρασίες κοντά στο μηδέν. Άκουσε τις μακρινές σειρήνες: ένα ασθενοφόρο και τουλάχιστον ένα περιπολικό, κάπου στο κέντρο. Ο Τρουλς ήθελε να γλιστρήσει μακριά, να συντονιστεί στη ραδιοφωνική συχνότητα της αστυνομίας, να δει τι συνέβαινε· να νιώσει τον παλμό της πόλης, να νιώσει ότι ανήκε κάπου. Η πόρτα της βεράντας άνοιξε, και ο Τρουλς έκανε αυτόματα δυο βήματα πίσω, στο σκοτάδι, για ν’ αποφύγει να μπλεχτεί σε μια ακόμα συζήτηση που θα τον έκανε να αισθάνεται ασήμαντος. Είδε τον Μίκαελ. Και εκείνη την πολιτικό, την Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Η τύπισσα ήταν τύφλα, ο Μίκαελ έμοιαζε να τη στηρίζει. Μεγαλόσωμη γυναίκα, του έριχνε αρκετό ύψος. Στάθηκαν στο κάγκελο της βεράντας, με τις πλάτες τους γυρισμένες προς τον Τρουλς, μπροστά απ’ την κόγχη του σπιτιού που δεν είχε παράθυρα, ώστε να μη φαίνονται απ’ το σαλόνι. Ο Μίκαελ στεκόταν πίσω της κι ο Τρουλς περίμενε ότι κάποιος θα έβγαζε έναν αναπτήρα και θ’ άναβαν τσιγάρο, αλλά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Κι όταν άκουσε το θρόισμα του φορέματος και την Ιζαμπέλε Σκέγιεν να διαμαρτύρεται χαμηλόφωνα, γελώντας, ήταν ήδη πολύ αργά για ν’ αναγγείλει την παρουσία του. Είδε έναν λευκό μηρό πριν το στρίφωμα τραβηχτεί κάτω απότομα. Η γυναίκα γύρισε προς τον Μίκαελ και τα κεφάλια τους έγιναν μια ενιαία σιλουέτα με φόντο την πόλη. Ο Τρουλς άκουγε το πλατάγισμα των υγρών τους γλωσσών. Γύρισε και κοίταξε προς το σαλόνι. Είδε την Ούλα να χαμογελάει και να τρέχει ανάμεσα στους καλεσμένους μ’ έναν δίσκο. Ο Τρουλς αδυνατούσε να καταλάβει. Πώς ήταν δυνατόν, γαμώτο. Φυσικά δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Μίκαελ είχε σχέση Digitalised By Jah®

με άλλη γυναίκα, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πώς το άντεχε. Πώς το άντεχε το στομάχι του, η καρδιά του. Όταν έχεις μια γυναίκα σαν την Ούλα, όταν έχεις τέτοια τύχη, όταν σου έχει πέσει το λαχείο, πώς γίνεται να τα ρισκάρεις όλα για ένα πήδημα; Είναι επειδή ο Θεός, ή όποιος άλλος μαλάκας τέλος πάντων, σ’ έχει προικίσει με τόσα προσόντα από αυτά που θέλουν οι γυναίκες −γοητεία, φιλοδοξία, ευφράδεια−, που νιώθεις υποχρεωμένος ν’ αξιοποιήσεις τις δυνατότητές σου στο έπακρο, σαν να λέμε; Σαν τους ανθρώπους που έχουν ύψος δύο κι είκοσι και νομίζουν ότι πρέπει σώνει και καλά να παίζουν μπάσκετ; Δεν είχε ιδέα. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι η Ούλα άξιζε κάτι καλύτερο, έναν άνθρωπο να την αγαπά, να την αγαπά με τον τρόπο που την αγαπούσε αυτός τόσα χρόνια τώρα. Και για πάντα. Η φάση με τη Μαρτίνε ήταν μια χαζή περιπέτεια, ασήμαντη, άσε που δεν επρόκειτο να ξανασυμβεί. Καμιά φορά σκεφτόταν να βρει έναν τρόπο να πει στην Ούλα ότι, αν ποτέ έχανε τον Μίκαελ, αυτός, ο Τρουλς, θα ήταν δίπλα της. Αλλά δεν έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις. Ο Τρουλς τέντωσε τ’ αυτιά του. Μιλούσαν. «Απλώς ξέρω ότι έφυγε» είπε ο Μίκαελ κι ο Τρουλς κατάλαβε από τη φωνή του που γλιστρούσε ότι ούτε εκείνος ήταν εντελώς νηφάλιος. «Αλλά βρήκαν τους άλλους δύο». «Τους Κοζάκους του;» «Συνεχίζω να πιστεύω ότι όλο αυτό το παραμύθι περί Κοζάκων είναι μια σκέτη μαλακία. Τέλος πάντων, ο Γκούναρ Χάγκεν απ’ το Ανθρωποκτονιών με πήρε και μου ζήτησε να βοηθήσω. Το μέρος ήταν γεμάτο δακρυγόνα και σφαίρες από αυτόματο και θεωρούν ότι μπορεί να έπαιξε κάποια βεντέτα. Αναρωτιόταν αν έχουμε τίποτα υπόπτους στην ΌργκΚριμ. Έψαχναν, λέει, ψύλλους στ’ άχυρα». «Και τι του είπες;» «Του είπα ότι δεν είχα ιδέα ποιος θα μπορούσε να είναι, πράγμα που είναι αλήθεια. Αν είναι καμιά συμμορία, εμένα μου είναι παντελώς άγνωστη». «Νομίζεις ότι ο γέρος τη γλίτωσε;» Digitalised By Jah®

«Όχι». «Όχι;» «Νομίζω ότι το πτώμα του είναι κάπου εκεί κάτω και σαπίζει αυτή τη στιγμή». Ο Τρουλς είδε ένα χέρι να δείχνει προς τη θέα. «Ίσως το ανακαλύψουμε, ίσως και να μη μάθουμε ποτέ». «Τα πτώματα πάντα εμφανίζονται κάποια στιγμή, έτσι δεν είναι;» Όχι, σκέφτηκε ο Τρουλς. Στεκόταν με το βάρος του μοιρασμένο στα δυο του πόδια, νιώθοντας τις σόλες του να σπρώχνουν το τσιμέντο της βεράντας, και το ανάποδο. Όχι, δεν είναι έτσι. «Τέλος πάντων» είπε ο Μίκαελ. «Κάποιος το ’κανε όλο αυτό κι αυτός ο κάποιος είναι νέος. Σύντομα θα μάθουμε ποιος είναι ο νέος βασιλιάς των πρεζονιών του Όσλο». «Και τι νομίζεις ότι σημαίνει αυτό για εμάς τους δύο;» «Τίποτα, αγάπη μου». Ο Τρουλς είδε τον Μίκαελ Μπέλμαν να τοποθετεί το χέρι του στον σβέρκο της Ιζαμπέλε Σκέγιεν. Από εκεί που καθόταν, φαινόταν λες και πήγαινε να τη στραγγαλίσει. Εκείνη τινάχτηκε στο πλάι. «Φτάσαμε όπου θέλαμε να φτάσουμε. Κι εδώ κατεβαίνουμε. Για την ακρίβεια, το τέλος είναι ιδιαίτερα αίσιο και για τους δυο μας. Δεν τον χρειαζόμασταν άλλο τον γέρο. Δεδομένων των πόσων γνωρίζει για σένα και για μένα λόγω... της συνεργασίας μας, είναι...» «Είναι;» «Είναι...» «Πάρε το χέρι σου, Μίκαελ, σε παρακαλώ». Ο Μπέλμαν γέλασε βελούδινα, γεμάτος αλκοόλ. «Αν ο καινούργιος βασιλιάς δεν είχε κάνει τη δουλειά, ίσως και να ’πρεπε να την έχω κάνει εγώ». «Εννοείς να στείλεις τον Μπίβις να την κάνει;» Ο Τρουλς τινάχτηκε στο άκουσμα του μισητού του ψευδώνυμου. Ο Μίκαελ ήταν ο πρώτος άνθρωπος που το χρησιμοποίησε κι ύστερα του κόλλησε. Οι άνθρωποι έμπαιναν αμέσως στο νόημα· ο προγναθισμός, το γέλιο-γρύλισμα. Ο Μίκαελ είχε προσπαθήσει να Digitalised By Jah®

τον παρηγορήσει λέγοντάς του ότι εξέφραζε την «αναρχική αντίληψη της πραγματικότητας» και την «αντικομφορμιστική ηθική» του χαρακτήρα κινουμένων σχεδίων του MTV. Το έκανε ν’ ακούγεται λες κι έδινε στον Τρουλς τίτλο τιμής. Αρχίδια. «Όχι, δεν θα μιλούσα ποτέ στον Τρουλς για τον ρόλο μου σε όλο αυτό». «Ακόμη μου φαίνεται περίεργο που δεν τον εμπιστεύεσαι. Παλιοί φίλοι δεν είστε; Αυτός δεν έχτισε αυτή τη βεράντα;» «Ακριβώς. Ολομόναχος και μες στη νύχτα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Μιλάμε για έναν άνθρωπο που δεν είναι και εκατό τοις εκατό προβλέψιμος. Έχει χιλιάδες παράξενες κι ωραίες ιδέες». «Και παρ’ όλα αυτά συμβούλεψες τον γέρο να τον πάρει για καύτη». «Επειδή ξέρω τον Τρουλς από παιδί και ξέρω ότι είναι διεφθαρμένος ως το κόκαλο κι εξαγοράζεται εύκολα». Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν έσκουξε απ’ το γέλιο κι ο Μίκαελ τής είπε να χαμηλώσει την ένταση της φωνής της. Του Τρουλς τού είχε κοπεί η ανάσα. Ο λαιμός του είχε κλείσει κι ένιωθε σαν να είχε ένα ζώο στο στομάχι του, ένα περιπλανώμενο, μικρό ζώο που έψαχνε διέξοδο. Τον γαργαλούσε, έτρεμε, προσπαθούσε ν’ ανέβει προς τα επάνω. Άρχισε να τον πιέζει στο στήθος. «Παρεμπιπτόντως, δεν μου είπες ποτέ γιατί διάλεξες εμένα ως συνεργάτη» είπε ο Μίκαελ. «Γιατί έχεις τέλειο πούτσο, φυσικά». «Έλα, σοβαρά τώρα. Αν δεν συμφωνούσα να δουλέψουμε μαζί με τον γέρο, θα σας είχα συλλάβει». «Να μας συλλάβεις;» κάγχασε εκείνη. «Ό,τι έχω κάνει έχει αποδειχθεί καλό για την πόλη. Από τη νομιμοποίηση της μαριχουάνας και τη διανομή της μεθαδόνης μέχρι τη χρηματοδότηση του χώρου για να τρυπιούνται οι τοξικομανείς. Κι ύστερα άνοιξα τον δρόμο για ένα ναρκωτικό που καταλήγει σε Digitalised By Jah®

λιγότερους θανάτους. Ποια η διαφορά; Η πολιτική για τα ναρκωτικά πρέπει να είναι ρεαλιστική, Μίκαελ». «Χαλάρωσε, συμφωνώ, εννοείται. Κάναμε το Όσλο μια καλύτερη πόλη. Στην υγειά μας, λοιπόν, σκολ!» Εκείνη αγνόησε το σηκωμένο του ποτήρι. «Δεν υπήρχε περίπτωση να με συλλάβεις έτσι κι αλλιώς, γιατί αν το έκανες θα έλεγα παντού ότι πηδιόμαστε πίσω από την πλάτη της γλυκιάς σου γυναικούλας». Χαχάνισε. «Ακριβώς πίσω από την πλάτη της. Θυμάσαι τότε που πρωτογνωριστήκαμε σ’ εκείνη την πρεμιέρα και σου ’πα να με πηδήξεις; Η γυναίκα σου στεκόταν ακριβώς από πίσω σου, μπορούσε σχεδόν ν’ ακούσει, μα εσύ ήσουν τέρας ψυχραιμίας. Απλώς μου ζήτησες δεκαπέντε λεπτά για να τη στείλεις σπίτι». «Σσσσς, είσαι μεθυσμένη» είπε ο Μίκαελ, ακουμπώντας την παλάμη του στη σπονδυλική της στήλη. «Τότε κατάλαβα ότι ήθελες ό,τι κι εγώ. Κι όταν λοιπόν ο γέρος με συμβούλεψε να βρω έναν σύμμαχο με ανάλογη φιλοδοξία με τη δικιά μου, ήξερα ακριβώς σε ποιον ν’ απευθυνθώ. Σκολ, Μίκαελ». «Παρεμπιπτόντως, ξεμείναμε από καύσιμα. Ίσως να πρέπει να γυρίσουμε μέσα και να βάλουμε κι άλλο...» «Ξέχνα αυτό που είπα πριν. Κανείς άνδρας δεν θέλει ό,τι θέλω εγώ. Θέλουν όλοι το...» Βαθύ κι ηχηρό γέλιο. Το δικό της. «Έλα, πάμε μέσα». «Ο Χάρι Χόλε!» «Σσσσς». «Ορίστε ένας άνδρας που θέλει ό,τι θέλω. Λιγουλάκι χαζός βέβαια, αλλά... χμ. Πού λες να είναι αυτός;» «Έχω φάει την πόλη να τον βρω και τίποτα, οπότε υποθέτω ότι έφυγε απ’ τη χώρα. Τώρα που αθώωσε τον Όλεγκ, δεν τον βλέπω να γυρίζει πίσω». Η Ιζαμπέλε τρέκλισε, αλλά ο Μίκαελ την έπιασε. «Είσαι ένα κάθαρμα, Μίκαελ, κι εμείς τα καθάρματα αξίζουμε ο ένας τον άλλο». Digitalised By Jah®

«Πιθανόν, αλλά πρέπει να ξαναμπούμε μέσα» είπε ο Μίκαελ κοιτάζοντας το ρολόι του. «Ε, μη στρεσάρεσαι, αγόρι μου. Μια χαρά τα καταφέρνω στο ποτό, για δες!» «Ναι, το βλέπω, αλλά πήγαινε πρώτα εσύ μέσα ώστε να μη φανεί τόσο...» «Γουρουνιά;» «Ας πούμε». Ο Τρουλς άκουσε το σκληρό της γέλιο κι είδε τα ακόμα πιο σκληρά της τακούνια να χτυπάνε το μπετόν. Η Ιζαμπέλε μπήκε μέσα, και ο Μίκαελ έμεινε να στηρίζεται μόνος του πάνω στο κάγκελο. Ο Τρουλς περίμενε λίγα δευτερόλεπτα κι έκανε ένα βήμα μπροστά. «Γεια σου, Μίκαελ». Ο παιδικός του φίλος γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια του ήταν θολά και το πρόσωπό του λίγο πρησμένο. Άργησε να χαμογελάσει κι ο Τρουλς κατάλαβε ότι ήταν λόγω του αλκοόλ. «Α, εδώ είσαι, Τρουλς. Δεν σε άκουσα που βγήκες έξω. Τι λέει, υπάρχει ζωή εκεί μέσα;» «Ναι, αμέ». Αλληλοκοιτάχτηκαν. Κι ο Τρουλς αναρωτήθηκε πού και πώς συνέβη όλο αυτό, πώς ξέχασαν να μιλούν ο ένας στον άλλο, όλες εκείνες τις ανέμελες συζητήσεις, τα όνειρα που έκαναν μαζί, τις μέρες που μπορούσαν να μιλούν για τους πάντες και τα πάντα. Τις μέρες που οι δυο τους ήταν σαν ένα. Σαν τότε, στην αρχή της καριέρας τους, που είχαν σπάσει στο ξύλο τον τύπο που τα είχε ρίξει στην Ούλα. Ή εκείνη την κωλαδερφάρα που δούλευε στην Κρίπος και που τα είχε ρίξει στον Μίκαελ, τον οποίο είχαν κατεβάσει με το ζόρι στο λεβητοστάσιο στο Μπριν κάτι μέρες μετά. Ο τύπος φώναζε και ζητούσε συγγνώμη, λέγοντας πως είχε παρεξηγήσει τον Μίκαελ. Απέφυγαν να τον χτυπήσουν στο πρόσωπο για να μη φαίνεται, αλλά Digitalised By Jah®

το μυξιάρικο είχε εκνευρίσει τόσο πολύ τον Τρουλς, που τον κοπανούσε με το κλομπ με περισσότερη δύναμη απ’ ό,τι είχε υπολογίσει, κι ο Μίκαελ ίσα που πρόλαβε να τον σταματήσει. Οκέι, δεν ήταν και οι καλύτερες των αναμνήσεων, αλλά και πάλι τέτοια πράγματα δένουν τους ανθρώπους. «Μάλιστα. Κι εγώ κάθομαι εδώ και θαυμάζω τη βεράντα» είπε ο Μίκαελ. «Ευχαριστώ». «Αλλά ήθελα να σε ρωτήσω κάτι, που λες, για κείνη τη νύχτα που έριξες το μπετόν...» «Ναι;» «Πήρες κι είπες ότι ήσουν ανήσυχος και δεν μπορούσες να κοιμηθείς. Και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήταν η νύχτα που συλλάβαμε τον Όντιν και κάναμε έφοδο στο Άλναμπρου. Κι εξαφανίστηκε ο... πώς τον έλεγαν;» «Τούτου». «Ο Τούτου, ναι. Θυμάμαι που μου είπες ότι δεν ήρθες μαζί μας γιατί ήσουν άρρωστος. Κι άρρωστος άνθρωπος ήρθες εδώ να ρίξεις το τσιμέντο;» Ο Τρουλς μειδίασε. Κοίταξε τον Μίκαελ. Εντέλει κατάφερε να τον κοιτάξει στα ίσια και τον κάρφωσε με το βλέμμα του. «Θες να μάθεις την αλήθεια;» Ο Μίκαελ φάνηκε να διστάζει πριν απαντήσει. «Φυσικά». «Έκανα κοπάνα». Η βεράντα ησύχασε για μερικές στιγμές. Ακουγόταν μόνο ο μακρινός θόρυβος της πόλης. «Έκανες κοπάνα;» γέλασε ο Μίκαελ. Δύσπιστα μα και εγκάρδια. Στον Τρουλς άρεσε το γέλιο του. Σε όλους άρεσε αυτό το γέλιο, σε άνδρες και γυναίκες. Ήταν το γέλιο ενός ανθρώπου αστείου και συμπαθητικού και προφανώς έξυπνου, ενός ανθρώπου που όλοι ήθελαν να γελούν παρέα του. «Έκανες κοπάνα εσύ; Εσύ που δεν κάνεις ποτέ κοπάνα και Digitalised By Jah®

γουστάρεις τις συλλήψεις σαν τρελός;» «Ναι» είπε ο Τρουλς. «Δεν γινόταν να έρθω. Ήμουν απασχολημένος μ’ ένα πήδημα». Σιωπή ξανά. Και τότε ο Μίκαελ έσκασε στα γέλια. Έγειρε πίσω και γέλασε τόσο πολύ, που του κόπηκε η ανάσα. Μηδέν σφραγίσματα. Ξαναέσκυψε μπροστά και χτύπησε τον Τρουλς στον ώμο. Το γέλιο του ήταν τόσο χαρούμενο, τόσο απελευθερωτικό, που ο Τρουλς δεν άντεξε κι άρχισε να γελάει κι αυτός. «Γαμήσι και χτίσιμο» είπε ο Μίκαελ Μπέλμαν λαχανιασμένος. «Τρουλς, είσαι ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Πολύ ιδιαίτερος». Ο Τρουλς ένιωθε ξαφνικά να κερδίζει σε ύψος, να εξυψώνεται από τη φιλοφρόνηση του φίλου του. Και για μια στιγμή τα πάντα ήταν σχεδόν όπως παλιά. Ακριβώς όπως παλιά. «Ξέρεις» γρύλισε ο Τρουλς «καμιά φορά πρέπει να παίρνεις την κατάσταση στα χέρια σου. Μόνο έτσι γίνεται η δουλειά». «Σωστός» είπε ο Μίκαελ, περνώντας το μπράτσο του πάνω από τους ώμους του Τρουλς. «Αλλά αυτό εδώ» είπε και χτύπησε τα δυο του πόδια στη βεράντα «είναι πάρα πολύ τσιμέντο για έναν και μόνο άνθρωπο». Όντως, σκέφτηκε ο Τρουλς, νιώθοντας το στέρνο του να φουσκώνει με χαρμόσυνο γέλιο: πάρα πολύ τσιμέντο για έναν μόνο άνθρωπο.

«Έπρεπε να το ’χα κρατήσει το Game Boy όταν μου το έφερες» είπε ο Όλεγκ. «Ναι, έπρεπε» απάντησε ο Χάρι, ακουμπώντας στην κάσα της πόρτας. «Θα μπορούσες να καλυτερεύσεις και το Tetris σου». «Κι εσύ θα έπρεπε να αφαιρέσεις τον γεμιστήρα αυτού του όπλου πριν το αφήσεις ξανά μες στη σακούλα». «Ίσως». Ο Χάρι προσπάθησε να μην κοιτάζει το Οντέσα που Digitalised By Jah®

σημάδευε κάπου ανάμεσα στο πάτωμα και στον ίδιο. Ο Όλεγκ χαμογέλασε χλωμά: «Έχουμε κάνει πολλά λάθη κι οι δυο μας, ε;». Ο Χάρι κατένευσε. Ο Όλεγκ είχε σηκωθεί όρθιος και στεκόταν δίπλα στην ηλεκτρική κουζίνα. «Αλλά δεν έκανα μόνο λάθη, έκανα;» «Όχι, πολλά τα έκανες σωστά». «Όπως;» Ο Χάρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Όπως το να ισχυριστείς ότι έπεσες πάνω στον υποτιθέμενο δολοφόνο κι ότι αυτός φορούσε μπαλακλάβα και δεν έβγαλε μιλιά. Ότι έκανε μόνο χειρονομίες. Κι ύστερα με άφησες να βγάλω το προφανές συμπέρασμα: ότι έτσι εξηγούνταν τα υπολείμματα πυρίτιδας που βρήκαν στα χέρια σου κι ότι ο δολοφόνος δεν μίλησε γιατί φοβόταν ότι θα τον αναγνώριζες κι άρα έπρεπε να ’χει κάποια σχέση με τα ναρκωτικά ή με την αστυνομία. Βάζω στοίχημα ότι σκαρφίστηκες την ιδέα της μπαλακλάβας επειδή την είδες στον αστυνομικό που ήταν μαζί σας στο Άλναμπρου. Τον έβαλες να κρύβεται στο διπλανό γραφείο γιατί ήταν ρημαγμένο κι ανοικτό, και μπορούσε να μπει ο οποιοσδήποτε μέσα και να ξεφύγει προς το ποτάμι. Μου έδωσες ό,τι στοιχεία χρειαζόμουν για να φτιάξω μια δική μου, πειστική εξήγηση του γιατί δεν είχες σκοτώσει τον Γκούστο, ξέροντας πόσο καλό είναι το μυαλό μου σε κάτι τέτοια. Γιατί το μυαλό επιτρέπει στα συναισθήματά μας να παίρνουν τις αποφάσεις, να βρίσκουν τις απαντήσεις που παρηγορούν την καρδιά μας». Ο Όλεγκ κούνησε αργά το κεφάλι του. «Και τώρα τις έχεις τις απαντήσεις όλες. Τις σωστές απαντήσεις». «Εκτός από μία» είπε ο Χάρι. «Γιατί;» Ο Όλεγκ δεν απάντησε. Ο Χάρι σήκωσε τη δεξιά του παλάμη βάζοντας αργά το αριστερό του χέρι στην τσέπη και βγάζοντας προσεκτικά ένα τσαλακωμένο πακέτο τσιγάρα κι έναν αναπτήρα. «Γιατί, Όλεγκ;» Digitalised By Jah®

«Εσύ γιατί λες;» «Στην αρχή σκέφτηκα ότι το έκανες για την Ιρένε, από ζήλια. Ή επειδή ήξερες ότι την πούλησε σε κάποιον. Αν όμως ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερε πού βρισκόταν, δεν μπορούσες να τον σκοτώσεις μέχρι να σου πει πού την είχε πάει. Οπότε κάτι άλλο πρέπει να συνέβη. Κάτι εξίσου δυνατό με την αγάπη για μια γυναίκα. Γιατί κατά βάθος δεν είσαι δολοφόνος, είσαι;» «Εσύ να μου πεις». «Είσαι ένας άνθρωπος που βρέθηκε να έχει το κλασικό κίνητρο που οδηγεί τόσους άλλους καλούς ανθρώπους να κάνουν τραγικά πράγματα, συμπεριλαμβανομένου κι εμού. Έψαξα, έψαξα, κι όλο στην αρχή γυρνώ, στον έρωτα. Το χειρότερο κίνητρο απ’ όλα». «Και τι ξέρεις εσύ από έρωτα;» «Είμαι ερωτευμένος με την ίδια γυναίκα τόσα χρόνια. Ή την αδερφή της. Το βράδυ είναι πανέμορφη και το επόμενο πρωί ξυπνάς κι είναι πανάσχημη». Ο Χάρι άναψε το μαύρο τσιγάρο με το χρυσό φίλτρο και τον αυτοκρατορικό ρωσικό αετό. «Αλλά όταν ξαναέρθει το βράδυ το έχεις ήδη ξεχάσει και την ξαναερωτεύεσαι. Και τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με μια αγάπη σαν κι αυτή, Όλεγκ. Ούτε καν η Ιρένε. Έχω άδικο;» Ο Χάρι πήρε μια ρουφηξιά παρακολουθώντας την αντίδραση του Όλεγκ. «Τι θες να πω; Αφού τα ξέρεις όλα». «Θέλω να σε ακούσω να το λες». «Γιατί;» «Γιατί θέλω να ακούσεις εσύ τον εαυτό σου να το λέει. Για να καταλάβεις πόσο άρρωστο και δίχως νόημα είναι». «Τι θες να πω; Ότι είναι άρρωστο να σκοτώσεις κάποιον επειδή πήγε να κλέψει την πρέζα σου; Την πρέζα που έχεις παλέψει με νύχια και με δόντια ν’ αποκτήσεις;» «Δεν καταλαβαίνεις πόσο μπανάλ και θλιβερό ακούγεται όλο αυτό;» Digitalised By Jah®

«Ποιος μιλάει!» «Εγώ. Έχασα την καλύτερη γυναίκα στον κόσμο γιατί δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ. Κι εσύ σκότωσες τον καλύτερό σου φίλο, Όλεγκ. Πες τ’ όνομά του». «Γιατί;» «Πες τ’ όνομά του». «Εγώ έχω το όπλο». «Πες τ’ όνομά του». Ο Όλεγκ χαμογέλασε. «Γκούστο. Ποιο το...» «Ξανά». Ο Όλεγκ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και κοίταξε τον Χάρι. «Γκούστο». «Ξανά!» φώναξε ο Χάρι. «Γκούστο!» φώναξε ο Όλεγκ. «Ξα...» «Γκούστο!» Ο Όλεγκ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Γκούστο! Γκούστο! Γκούστο...» Η φωνή του άρχισε να τρέμει. «Γκούστο!» Εξαρθρώθηκε. «Γκούστο. Γκούσ....» Ένας λυγμός. «...το». Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του καθώς τα έσφιξε με δύναμη και ψιθύρισε: «Γκούστο. Γκούστο Χάνσεν...». Ο Χάρι έκανε ένα βήμα μπροστά, μα ο Όλεγκ σήκωσε το πιστόλι. «Είσαι νέος ακόμη, Όλεγκ. Μπορείς ν’ αλλάξεις». «Κι εσύ, Χάρι; Εσύ δεν μπορείς;» «Μακάρι να μπορούσα, Όλεγκ. Μακάρι να είχα αλλάξει, τότε θα σας φρόντιζα όπως σας άξιζε. Αλλά είναι πολύ αργά πια. Είμαι αυτός που είμαι». «Που σημαίνει τι ακριβώς; Αλκοολικός; Προδότης;» «Αστυνομικός». Ο Όλεγκ γέλασε. «Αυτό είναι όλο; Ένας αστυνομικός είσαι; Ούτε καν άνθρωπος;» «Βασικά αστυνομικός». «Βασικά αστυνομικός» επανέλαβε ο Όλεγκ κουνώντας το κεφάλι Digitalised By Jah®

του. «Δεν είναι μπανάλ και θλιβερό αυτό;» «Είναι μπανάλ και θλιβερό» είπε ο Χάρι, παίρνοντας στο ένα χέρι το μισοκαπνισμένο του τσιγάρο και κοιτάζοντάς το με περιφρόνηση, λες και δεν δούλευε όπως θα ’πρεπε. «Γιατί σημαίνει ότι δεν έχω άλλη επιλογή, Όλεγκ». «Για ποιο πράγμα;» «Πρέπει να σιγουρευτώ ότι θα τιμωρηθείς γι’ αυτό που έκανες». «Δεν δουλεύεις πια για την αστυνομία, Χάρι. Είσαι άοπλος και κανείς δεν ξέρει αυτά που ξέρεις ή ότι βρίσκεσαι εδώ. Σκέψου τη μαμά. Σκέψου εμένα! Για μια φορά στη ζωή σου, σκέψου όλους μας!» Τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα κι η φωνή του είχε μια διαπεραστική, μεταλλική χροιά. «Γιατί δεν φεύγεις, κι ας ξεχάσουμε τα πάντα, ας πούμε ότι δεν συνέβη τίποτα;» «Μακάρι να μπορούσα» είπε ο Χάρι. «Αλλά με παγίδεψες. Ξέρω τι συνέβη και τώρα πρέπει να σε σταματήσω». «Και τότε γιατί με άφησες να πάρω το όπλο;» «Δεν μπορώ να σε συλλάβω. Πρέπει να παραδοθείς από μόνος σου. Δικός σου είναι ο αγώνας». «Να παραδοθώ; Για ποιον λόγο; Μόλις με άφησαν ελεύθερο!» «Εάν σε συλλάβω θα χάσω κι εσένα και τη μητέρα σου. Και χωρίς εσάς, είμαι ένα τίποτα. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσάς τους δύο. Καταλαβαίνεις, Όλεγκ; Είμαι ένας αρουραίος που κλειδώθηκε απέξω κι έχει μόνο έναν τρόπο να ξαναμπεί μέσα. Μέσω εσού». «Γιατί δεν μ’ αφήνεις λοιπόν να φύγω; Ας ξεχάσουμε ό,τι έγινε κι ας αρχίσουμε απ’ την αρχή». Ο Χάρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Φόνος εκ προμελέτης, Όλεγκ. Δεν γίνεται. Εσύ κρατάς το όπλο, εσύ έχεις το κλειδί. Πρέπει να σκεφτείς όλους εμάς. Εάν πάμε στον Χανς Κρίστιαν, θα τα οργανώσει σωστά και η ποινή σου θα μειωθεί πολύ». «Ναι, αλλά θα είναι αρκετή ώστε να χάσω μια για πάντα την Ιρένε. Κανείς δεν περιμένει τόσο πολύ». «Μπορεί, μπορεί και όχι. Ίσως την έχεις ήδη χάσει». Digitalised By Jah®

«Ψέματα λες! Όλο ψέματα λες!» Ο Χάρι είδε τον Όλεγκ ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια του προσπαθώντας να σφουγγίσει τα δάκρυά του. «Τι θα κάνεις αν αρνηθώ να παραδοθώ;» «Τότε θα πρέπει να σε συλλάβω τώρα». Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του Όλεγκ, κάτι μεταξύ λυγμού και δύσπιστου γέλιου. «Είσαι τρελός, Χάρι». «Έτσι είμαι φτιαγμένος, Όλεγκ. Κάνω αυτό που πρέπει να κάνω. Όπως κι εσύ κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις». «Πρέπει; Το κάνεις ν’ ακούγεται λες κι είναι καμιά κατάρα». «Ίσως και να είναι». «Μαλακίες!» «Σπάσ’ την κατάρα τότε, Όλεγκ! Δεν θες να ξανασκοτώσεις, θες;» «Φύγε!» ούρλιαξε ο Όλεγκ. Το πιστόλι έτρεμε στο χέρι του. «Φύγε, κοπάνα την! Δεν δουλεύεις για τους μπάτσους πια!» «Σωστά» είπε ο Χάρι. «Αλλά όπως είπα και πριν...» Έσφιξε τα χείλια του γύρω από το μαύρο τσιγάρο και ρούφηξε βαθιά. Έκλεισε τα μάτια του και για δυο δευτερόλεπτα έμοιαζε να το απολαμβάνει. Ύστερα έβγαλε καπνό κι αέρα απ’ τα πνευμόνια του. «...είμαι αστυνομικός». Πέταξε το τσιγάρο στο πάτωμα εμπρός του. Το πάτησε καθώς προχωρούσε προς τον Όλεγκ. Σήκωσε το κεφάλι του. Ο Όλεγκ είχε σχεδόν το ύψος του. Ο Χάρι συνάντησε το βλέμμα του μικρού πίσω απ’ την κάννη του σηκωμένου όπλου. Τον είδε να οπλίζει και ήξερε ήδη το αποτέλεσμα. Του ήταν εμπόδιο, το αγόρι δεν είχε άλλη επιλογή. Οι δυο τους ήσαν δυο άγνωστοι παράγοντες μιας εξίσωσης δίχως λύση, δυο ουράνια σώματα καθ’ οδόν προς τη σύγκρουση, ένα παιχνίδι Tetris που μόνο ο ένας τους μπορούσε να κερδίσει. Που μόνο ο ένας τους ήθελε να κερδίσει. Ήλπιζε πως ο Όλεγκ θα είχε τη σύνεση να εξαφανίσει το όπλο μετά, να πάρει το αεροπλάνο για την Μπανγκόκ, να μη μιλούσε ποτέ στη Ράκελ για όλο αυτό, να μην ξυπνάει στη μέση της νύχτας ουρλιάζοντας σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο φαντάσματα του παρελθόντος και να κατάφερνε να Digitalised By Jah®

φτιάξει μια ζωή που ν’ άξιζε. Γιατί η δική του δεν άξιζε πια. Μάζεψε το κουράγιο του και συνέχισε να περπατάει νιώθοντας το βάρος του σώματός του, βλέποντας τη μαύρη κάννη του όπλου να μεγαλώνει ολοένα. Ήταν μια φθινοπωρινή μέρα κι ο Όλεγκ ήταν δέκα ετών, ο αέρας τού ανακάτευε τα μαλλιά: η Ράκελ, ο Χάρι, πορτοκαλιά φυλλώματα, ο φακός μιας φωτογραφικής μηχανής, η αναμονή για το κλικ του χρονοδιακόπτη. Απτή απόδειξη ότι τα είχαν καταφέρει, είχαν φτάσει το απόγειο της ευτυχίας. Το δάχτυλο του Όλεγκ, λευκό στην άρθρωση καθώς αγκάλιαζε τη σκανδάλη του όπλου. Δεν υπήρχε επιστροφή. Δεν υπήρξε ποτέ χρόνος για να προλάβει το αεροπλάνο, δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο αεροπλάνο, ποτέ το Χονγκ Κονγκ, μόνο η ιδέα μιας ζωής που κανείς απ’ τους δυο τους δεν μπορούσε να ζήσει. Ο Χάρι δεν φοβόταν. Μόνο θλίψη ένιωθε. Η σύντομη ακολουθία ακούστηκε σαν ένας και μόνος πυροβολισμός, κι έκανε τα παράθυρα να τρίξουν. Ένιωσε την πίεση από τις σφαίρες που τον χτύπησαν στη μέση του στέρνου. Η ανάκρουση τράνταξε το όπλο και η τρίτη σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι. Σωριάστηκε στο πάτωμα. Από κάτω, σκοτάδι. Βούτηξε μέσα του μέχρι που αυτό τον κατάπιε και τον ξέβρασε σ’ ένα δροσερό κι ανώδυνο τίποτα. Επιτέλους, σκέφτηκε. Κι αυτή ήταν η τελευταία σκέψη του Χάρι Χόλε. Ότι επιτέλους ήταν ελεύθερος.

Η μαμά-αρουραίος αφουγκράστηκε τριγύρω. Οι τσιρίδες των μικρών της ήταν ακόμα πιο έντονες τώρα που οι καμπάνες σώπασαν μετά τα δέκα χτυπήματα, και η σειρήνα του περιπολικού που είχε πλησιάσει απομακρύνθηκε πάλι. Το μόνο που ακουγόταν πια ήταν οι αδύναμοι χτύποι της καρδιάς του. Κάπου στη μνήμη του τρωκτικού υπήρχε η μυρωδιά του μπαρουτιού κι ένα άλλο, πιο νεανικό κορμί, σωριασμένο κι αυτό και αιμόφυρτο στο πάτωμα της κουζίνας. Τότε ήταν καλοκαίρι, πολύ πριν γεννηθούν τα μικρά της. Και το σώμα δεν είχε κλείσει τη δίοδο προς τη φωλιά της. Digitalised By Jah®

Ανακάλυψε ότι το στομάχι του άνδρα ήταν πολύ πιο δύσκολο να διαπεραστεί απ’ ό,τι νόμιζε κι έπρεπε να βρει άλλο πέρασμα. Οπότε επέστρεψε εκεί απ’ όπου είχε αρχίσει. Δάγκωσε μια φορά το δερμάτινο παπούτσι. Έγλειψε ξανά το μέταλλο, το αλμυρό μέταλλο που εξείχε μεταξύ δυο δαχτύλων του ενός χεριού. Χώθηκε ξανά στο μανίκι του σακακιού που μύριζε ιδρώτα, αίμα και φαγητό, τόσα είδη φαγητού, που το ύφασμα πρέπει να είχε βρεθεί σε σκουπιδοτενεκέ. Και να τα πάλι, αυτά τα λιγοστά μόρια καπνού που δεν είχαν φύγει στο πλύσιμο. Ακόμα κι αυτά τα λίγα έκαναν τα μάτια της να τσούζουν, να υγρανθούν, έκαναν την αναπνοή της δύσκολη. Έτρεξε κατά μήκος του μπράτσου, πάνω από τον ώμο, βρήκε έναν αιματοβαμμένο επίδεσμο γύρω από τον λαιμό, που την αποσυντόνισε για λίγο. Ύστερα ξανάκουσε τις τσιρίδες των μικρών της κι ανέβηκε στο στήθος. Μια δυνατή μυρωδιά έβγαινε από τις δύο στρογγυλές τρύπες στο σακάκι: θειάφι και μπαρούτι. Η μία τρύπα ήταν δίπλα στην καρδιά. Η μαμά-αρουραίος ένιωθε τις σχεδόν ανεπαίσθητες δονήσεις. Χτυπούσε ακόμη. Ανέβηκε στο μέτωπο, έγλειψε το αίμα που έτρεχε σ’ ένα αυλάκι από τα ξανθά μαλλιά. Κατέβηκε προς τα χείλη, τα ρουθούνια, τα βλέφαρα. Υπήρχε μια ουλή κατά μήκος του ενός μάγουλου. Το μυαλό της δούλεψε όπως δουλεύει το μυαλό των τρωκτικών στα πειράματα με τους λαβυρίνθους· με εκπληκτικές ορθολογικές ικανότητες κι αποδοτικότητα. Το μάγουλο. Το μέσα μέρος του στόματος. Ο λαιμός ακριβώς κάτω από το κεφάλι. Κι ύστερα θα έβγαινε από πίσω. Η ζωή ενός αρουραίου είναι δύσκολη κι απλή: κάνεις ό,τι πρέπει να κάνει.

Digitalised By Jah®

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ ————

Digitalised By Jah®

44

σελήνη στραφτάλιζε στην επιφάνεια του ποταμού Άκερ, κάνοντας το βρόμικο ρέμα να διασχίζει την πόλη σαν χρυσή αλυσίδα. Ελάχιστες γυναίκες διάλεγαν να περπατήσουν κατά μήκος της έρημης κοίτης του, αλλά η Μαρτίνε ήταν μία από αυτές. Μια γεμάτη μέρα στον Φάρο μόλις είχε τελειώσει κι η Μαρτίνε ένιωθε πολύ κουρασμένη. Με όμορφο τρόπο όμως. Ήταν μια όμορφη, γεμάτη μέρα. Ένα αγόρι βγήκε μέσα από τις σκιές, είδε το πρόσωπό της στο φως του φακού, μουρμούρισε απαλά ένα «γεια» και ξαναχώθηκε στο σκοτάδι. Ο Ρίκαρντ την είχε ρωτήσει μια δυο φορές μήπως ήταν σοφότερο, τώρα ειδικά που ήταν κι έγκυος, να έρχεται σπίτι από κάποιον άλλο δρόμο. Του είχε απαντήσει ότι αυτός ήταν ο συντομότερος δρόμος από τον Φάρο στην Γκρουνερλέκα. Κι ότι δεν θα άφηνε κανέναν να της πάρει την πόλη της. Κι ότι ήξερε τόσους πολλούς από αυτούς που ζούσαν κάτω από τις γέφυρες του ποταμού, που ένιωθε πολύ περισσότερη ασφάλεια εκεί γύρω παρά σε κάποιο μοδάτο μπαρ στα δυτικά προάστια. Είχε περάσει το νοσοκομείο επειγόντων περιστατικών, την πλατεία Σους και κατευθυνόταν προς το τζαζ μπαρ Μπλο, όταν άκουσε κοφτά, έντονα βήματα στην άσφαλτο. Ένας ψηλός νεαρός ερχόταν τρέχοντας προς το μέρος της. Digitalised By Jah®

Η

Γλιστρούσε μες στο σκοτάδι, φωτίζοντας τον δρόμο μπροστά του μ’ ένα φωτάκι. Η Μαρτίνε είδε στα γρήγορα το πρόσωπό του πριν την προσπεράσει κι άκουσε τη λαχανιασμένη του ανάσα να χάνεται ξοπίσω της. Το πρόσωπό του ήταν οικείο, το είχε ξαναδεί στον Φάρο. Αλλά ήταν τόσο πολλοί και καμιά φορά νόμιζε ότι είχε δει κάποιον που, την επομένη, οι συνάδελφοί της της είχαν πει ότι ήταν νεκρός εδώ και μήνες ή ακόμα και χρόνια. Μα το πρόσωπο του νεαρού την έκανε να ξανασκεφτεί τον Χάρι. Δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν σε κανέναν, πόσο μάλλον στον Ρίκαρντ, αλλά είχε κρατήσει ένα κομμάτι μέσα της, ένα δωμάτιο όπου μπορούσε καμιά φορά να πάει και να τον επισκεφτεί. Λες να ήταν ο Όλεγκ; Λες γι’ αυτό να θυμήθηκε τον Χάρι; Γύρισε και κοίταξε την πλάτη του αγοριού που έτρεχε λες και τον κυνηγούσαν, λες και προσπαθούσε να ξεφύγει από κάτι. Αλλά δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Η μορφή του μίκραινε ολοένα και σύντομα εξαφανίστηκε μες στο σκοτάδι.

Η Ιρένε κοίταξε το ρολόι της. Έντεκα και πέντε. Ακούμπησε στην πλάτη της πολυθρόνας της και κοίταξε την οθόνη πάνω από τον πάγκο. Σε λίγα λεπτά θ’ άρχιζε η επιβίβαση. Ο μπαμπάς είχε στείλει μήνυμα ότι θα τους συναντούσε στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης. Η Ιρένε ήταν ιδρωμένη και το κορμί της πονούσε παντού. Τα πράγματα δεν θα ήταν εύκολα, αλλά όλα θα πήγαιναν καλά. Ο Στάιν τής έσφιξε το χέρι. «Πώς πάει, μικρούλα μου;» Η Ιρένε χαμογέλασε κι έσφιξε κι αυτή το δικό του. Όλα θα πήγαιναν καλά. «Την ξέρουμε αυτήν;» του ψιθύρισε. «Ποια;» «Εκείνη τη σκουρομάλλα που κάθεται εκεί πέρα μόνη της». Καθόταν εκεί από τότε που είχαν έρθει, σε μια πολυθρόνα της

Digitalised By Jah®

απέναντι θύρας αναχωρήσεων. Διάβαζε έναν τουριστικό οδηγό για την Ταϊλάνδη. Ήταν όμορφη, με μια ομορφιά που ο χρόνος δεν σβήνει ποτέ. Και ανέδιδε κάτι, ένα είδος ήρεμης ευτυχίας, λες και μέσα της γελούσε παρόλο που ήταν μόνη της. «Εγώ δεν την ξέρω. Ποια είναι;» «Δεν ξέρω. Μου θυμίζει κάποιον». «Ποιον;» «Δεν ξέρω». Ο Στάιν γέλασε. Το γέλιο του ήταν στιβαρό, ήρεμο, το γέλιο του μεγάλου αδερφού. Ξανάσφιξε το χέρι της. Ακούστηκε ένας παρατεταμένος, μεταλλικός ήχος και μια φωνή ανακοίνωσε ότι η πτήση για Φρανκφούρτη ήταν έτοιμη για επιβίβαση. Οι άνθρωποι σηκώθηκαν και πλησίασαν τον πάγκο. Η Ιρένε συγκράτησε τον Στάιν που ήθελε να σηκωθεί όρθιος. «Τι συμβαίνει, μικρούλα μου;» «Ας περιμένουμε μέχρι να φύγει η ουρά». «Μα...» «Δεν μου αρέσει να κάθομαι στη φυσούνα τόσο κοντά με... τόσους άλλους ανθρώπους». «Έχεις δίκιο. Χαζομάρα μου. Πώς τα πας;» «Οκέι». «Ωραία». «Μοιάζει πολύ μόνη». Ο Στάιν κοίταξε τη γυναίκα. «Ναι, αλλά φαίνεται ευτυχισμένη». «Ναι, αλλά και μόνη». «Ευτυχισμένη και μόνη;» Η Ιρένε γέλασε. «Όχι, λάθος κάνω. Ίσως μου θυμίζει ένα αγόρι που είναι πολύ μόνο του». «Ιρένε;» «Ναι;» «Θυμάσαι τι συμφωνήσαμε; Χαρούμενες σκέψεις, οκέι;» «Σωστά. Εμείς οι δυο δεν είμαστε μόνοι μας». Digitalised By Jah®

«Ναι, είμαστε εδώ ο ένας για τον άλλο. Για πάντα, σωστά;» «Για πάντα». Η Ιρένε αγκάλιασε το μπράτσο του αδερφού της κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Σκέφτηκε τον αστυνομικό που την είχε βρει. Χάρι είχε πει ότι τον έλεγαν. Στην αρχή είχε σκεφτεί τον Χάρι για τον οποίο μιλούσε συνεχώς ο Όλεγκ. Αλλά έτσι όπως της τον περιέγραφε ο Όλεγκ έμοιαζε πολύ ψηλότερος, πιο νέος, ίσως και πιο όμορφος από τον σχετικά άσχημο άνδρα που την απελευθέρωσε. Αλλά μετά είχε επισκεφθεί και τον Στάιν και τώρα ήξερε ότι όντως ήταν εκείνος. Ο Χάρι Χόλε. Και ήξερε ότι θα τον θυμόταν για το υπόλοιπο της ζωής της. Το σημαδεμένο του πρόσωπο, την πληγή κατά μήκος του πιγουνιού του και τον μεγάλο επίδεσμο γύρω από τον λαιμό του. Και τη φωνή του. Ο Όλεγκ δεν της είχε πει ποτέ ότι είχε μια τόσο καθησυχαστική φωνή. Και ξαφνικά ήταν σίγουρη, είχε μια τέτοια σιγουριά, δεν ήξερε από πού πήγαζε, αλλά ήταν εκεί: Όλα θα πήγαιναν καλά. Φεύγοντας από το Όσλο θα τα ξεχνούσε όλα. Δεν μπορούσε ν’ αγγίξει τίποτα, ούτε αλκοόλ, ούτε χασίς, αυτό είχαν πει ο μπαμπάς και ο γιατρός που την είχε παρακολουθήσει. Η βιολίνη θα υπήρχε πάντα, αλλά θα την κρατούσε σε απόσταση. Όπως πάντα θα υπήρχε και το φάντασμα του Γκούστο, το φάντασμα του Ίψεν κι όλων αυτών των κακόμοιρων ψυχών στις οποίες είχε πουλήσει τον θάνατο σε σκόνη. Θα έρχονταν όλα στην ώρα τους. Κι ίσως σε μερικά χρόνια να ξεθώριαζαν κιόλας. Και θα γύριζε κάποια στιγμή στο Όσλο. Το σημαντικό ήταν ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Θα κατάφερνε να φτιάξει μια ζωή που άξιζε τον κόπο. Κοίταξε τη γυναίκα που διάβαζε. Κι η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα της λες και την είχε δει. Της έστειλε ένα σύντομο μα λαμπερό χαμόγελο και ξανάχωσε τη μύτη της στο βιβλίο της. «Έλα, φεύγουμε» είπε ο Στάιν. «Φεύγουμε» επανέλαβε η Ιρένε. Digitalised By Jah®

Ο Τρουλς Μπέρντσεν οδηγούσε στην Κβαντρατούρεν. Κατέβηκε την Τολμπουγκάτα, ανέβηκε την οδό Πρίνσενς, κατέβηκε τη Ροντχουσγκάτα. Είχε φύγει νωρίς από το πάρτι. Μπήκε στο αυτοκίνητο κι άρχισε να οδηγεί όπου τον έβγαζε ο δρόμος. Ο καιρός ήταν κρύος και καθαρός και η Κβαντρατούρεν ήταν ολοζώντανη απόψε. Πόρνες του φώναζαν να σταματήσει −μάλλον μυρίζονταν την τεστοστερόνη−, βαποράκια ανταγωνίζονταν το ένα το άλλο, τα μπάσα μιας παρκαρισμένης Κορβέτ έκαναν μπουμ, μπουμ, μπουμ. Ένα ζευγάρι φιλιόταν στη στάση του τραμ. Ένας άνδρας κατέβαινε τρέχοντας τον δρόμο γελώντας χαρωπά, το σακάκι του ήταν ανοιχτό κι ανέμιζε στον αέρα. Ένας άλλος άνδρας, με το ίδιο ακριβώς σακάκι, έτρεχε από πίσω του. Στη γωνία της Ντρόνινγκενς είδε μία και μοναδική φανέλα της Άρσεναλ. Ο Τρουλς δεν αναγνώρισε τον νεαρό, πρέπει να ήταν καινούργιος. Tο ραδιόφωνο, συντονισμένο στη συχνότητα της αστυνομίας, έτριξε. Κι ο Τρουλς είχε μια παράξενη αίσθηση ευφορίας: το αίμα που κυλούσε στις φλέβες του, το μπάσο, ο ρυθμός όσων συνέβαιναν, το ότι καθόταν εδώ και χάζευε όλα αυτά τα μικρά γρανάζια που δεν είχαν ιδέα για την ύπαρξη των υπολοίπων κι όμως τα έκαναν να γυρίζουν. Ήταν ο μόνος που έβλεπε όλη την εικόνα. Κι έτσι ακριβώς έπρεπε να έχουν τα πράγματα. Γιατί αυτή η πόλη του ανήκε τώρα.

O ιερέας της εκκλησίας της Γκαμλεμπίεν ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε έξω. Άκουσε τις κορυφές των δέντρων να θροΐζουν κατά μήκος του νεκροταφείου. Γύρισε και κοίταξε το φεγγάρι. Τι όμορφο βράδυ! Η συναυλία ήταν καλή και η προσέλευση του κόσμου διόλου άσχημη. Καλύτερη απ’ ό,τι θα ήταν την επομένη το πρωί στη λειτουργία. Ο ιερέας αναστέναξε. Το κήρυγμα που θα εκφωνούσε αύριο στα κενά στασίδια είχε να κάνει με την άφεση των αμαρτιών. Κατέβηκε τα σκαλάκια και προχώρησε μες στο νεκροταφείο. Είχε

Digitalised By Jah®

αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το κήρυγμα που είχε εκφωνήσει στην κηδεία την προηγούμενη Παρασκευή. Ο νεκρός, σύμφωνα πάντα με την κοντινότερη συγγενή του −την πρώην του σύζυγο−, ήταν μπλεγμένος σε εγκληματικές ενέργειες προς το τέλος κι είχε ζήσει μια ζωή τόσο αμαρτωλή, που όσοι έρχονταν στην κηδεία του θα έπρεπε να κάνουν μεγάλη προσπάθεια για ν’ αγνοήσουν τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Τελικά, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, καθώς οι μοναδικοί που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν ήταν η πρώην γυναίκα του με τα παιδιά τους και μια συνάδελφος που ρουφούσε δυνατά τη μύτη της κατά τη διάρκεια της τελετής. Η πρώην σύζυγος του είχε εξομολογηθεί ότι η συνάδελφος ήταν πιθανόν η μοναδική αεροσυνοδός της εταιρείας με την οποία ο νεκρός δεν είχε συνουσιαστεί. Προσπερνώντας μία ταφόπλακα, ο ιερέας είδε κάτι λευκό στο φεγγαρόφως, λες και κάποιος είχε γράψει πάνω της με κιμωλία κι ύστερα το έσβησε. Ήταν ο τάφος του Άσκιλ Κάτο Ριντ, γνωστού και ως Άσκιλ ο Καλοαυτιάς. Απ’ τους αρχαιότατους χρόνους υπήρχε κανόνας που έλεγε ότι το ενοίκιο των τάφων έληγε με το πέρας μιας γενιάς απογόνων. Ανανεωνόταν μόνο αν πληρωνόταν ειδικό τίμημα, κάτι που ευνοούσε φυσικά τους πλούσιους. Αλλά για άγνωστους λόγους, ο τάφος του φτωχού Άσκιλ Κάτο Ριντ είχε παραμείνει άθικτος. Κι όταν πάλιωσε για τα καλά, θεωρήθηκε προστατευόμενο μνημείο. Ίσως κάποτε να υπήρχε η ελπίδα ότι θα γινόταν σημείο ιδιαίτερου αρχαιολογικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος· οι συγγενείς του νεκρού, προερχόμενοι από τη φτωχότερη γειτονιά του ανατολικού Όσλο, είχαν αγοράσει μια μικροσκοπική ταφόπλακα και την είχαν σκαλίσει μόνο με τα αρχικά των δύο ονομάτων του, το επώνυμό του και την ημερομηνία − ο λιθοξόος πληρωνόταν με το γράμμα. Ένας αρχαιολόγος επέμενε μάλιστα ότι το κανονικό του όνομα ήταν Rudd, με δύο «ντ», κι ότι κόβοντας το ένα, είχαν γλιτώσει λίγα ακόμα χρήματα. Κι ύστερα υπήρχε κι ο μύθος ότι ο Άσκιλ ο Καλοαυτιάς τριγυρνούσε ακόμη ανάμεσα στους ζωντανούς, Digitalised By Jah®

αλλά δεν ήταν και πολύ διαδεδομένος πια. Κάποια στιγμή οι άνθρωποι τον ξέχασαν, και τον άφησαν, κυριολεκτικά, ν’ αναπαυθεί εν ειρήνη. Καθώς πήγε να κλειδώσει την πύλη του νεκροταφείου, μια φιγούρα ξεκόλλησε από τις σκιές του τοίχου. Ο ιερέας αυτομάτως μαζεύτηκε. «Δείξτε λίγο έλεος» είπε μια φθαρμένη φωνή. Μια μεγάλη, ανοιχτή παλάμη τεντώθηκε προς το μέρος του. Ο ιερέας κοίταξε το πρόσωπο κάτω από το καπέλο. Ήταν ένα πρόσωπο ηλικιωμένο, σκαμμένο σαν χωράφι, με μεγάλη μύτη και μεγάλα αυτιά και δύο απρόσμενα καθαρά κι αθώα γαλάζια μάτια. Ναι, αθώα έμοιαζαν. Αυτό ακριβώς σκέφτηκε ο ιερέας δίνοντας στον άνδρα ένα κέρμα των είκοσι κορονών και προχωρώντας προς το σπίτι του. Τα αθώα γαλανά μάτια ενός νεογέννητου μωρού που δεν χρειάζεται ακόμη άφεση αμαρτιών. Ναι, θα το έβαζε κι αυτό στο αυριανό του κήρυγμα.

Φτάσαμε στο τέλος, μπαμπά. Κάθομαι στο στρώμα κι ο Όλεγκ στέκεται από πάνω μου. Κρατάει το σιδερικό, το Οντέσα, και με τα δυο του χέρια, λες και κρατιέται από ένα κλαδί πάνω απ’ τον γκρεμό. Κρατιέται και φωνάζει. Έχει τρελαθεί εντελώς. «Πού είναι; Πού είναι η Ιρένε; Πες μου γιατί αλλιώς... αλλιώς...» «Αλλιώς τι, ρε πρεζόνι; Σιγά μην μπορείς να το χρησιμοποιήσεις. Δεν το ’χεις, Όλεγκ. Είσαι με τους καλούς εσύ. Έλα, χαλάρωσε και θα μοιραστούμε τη δόση, οκέι;» «Αρχίδια θα μοιραστούμε. Δεν θα κάνουμε τίποτα μέχρι να μου πεις πού βρίσκεται». «Αν σου πω, θα μου δώσεις όλη τη δόση;» «Τη μισή. Είναι η τελευταία μου». «Έγινε. Κατέβασε το όπλο πρώτα». Digitalised By Jah®

Ο ηλίθιος έκανε ακριβώς αυτό που του είπα. Δεν τα έπαιρνε γρήγορα τα γράμματα αυτό το παιδί. Τον ξεγέλασα σαν την πρώτη φορά, έξω από τη συναυλία των Judas Priest. Έσκυψε κι άφησε το περίεργο μαραφέτι στο πάτωμα μπροστά στα πόδια του. Είδα ότι ο διακόπτης ήταν γυρισμένος στην υποδοχή C, που σήμαινε ότι πυροβολούσε αυτόματα. Η παραμικρή πίεση στη σκανδάλη και... «Πού είναι λοιπόν;» ρώτησε καθώς σηκωνόταν όρθιος. Και τώρα, τώρα που δεν είχα την κάννη του όπλου στη μούρη μου, ένιωσα να με πλημμυρίζει οργή. Με είχε απειλήσει! Όπως έκανε ο θετός πατέρας μου. Κι αν υπάρχει κάτι που δεν γουστάρω καθόλου μα καθόλου είναι να με απειλούν. Οπότε αντί να του πω την ωραία βερσιόν −μπήκε σε μια κρυφή κλινική αποτοξίνωσης στη Δανία, είναι απομονωμένη, δεν της επιτρέπουν να επικοινωνήσει με φίλους που μπορεί να την ξαναρίξουν στα ναρκωτικά, κου.λου.που., κου.λου.που.−, έμπηξα το μαχαίρι στο κόκαλο και το έστριψα. Έπρεπε να το στρίψω! Έχω άσχημο αίμα στις φλέβες μου, μπαμπά, οπότε εσύ μη μιλάς. Απ’ όσο αίμα μου έχει μείνει εννοώ, γιατί το περισσότερο βρίσκεται τώρα στο πάτωμα της κουζίνας. Αλλά εγώ εκεί, ήθελα να το στρίψω, ο ηλίθιος. «Την πούλησα» του είπα. «Για λίγα γραμμάρια βιολίνη». «Τι είπες;» «Την πούλησα σ’ έναν Γερμανό κάτω στον Σιδηροδρομικό. Δεν ξέρω πώς τον λένε ή πού μένει. Ίσως στο Μόναχο. Μπορεί αυτή τη στιγμή να κάθεται μ’ έναν φίλο του σ’ ένα διαμέρισμα στο Μόναχο και να παίρνει και στους δύο πίπα με το μικρό της στοματάκι. Κι είναι μαστουρωμένη μέχρι εκεί που δεν πάει και δεν ξέρει ποιανού το πουλί είναι ποιο, γιατί το μόνο που σκέφτεται είναι η μεγάλη της αγάπη. Και το όνομά της είναι...» Ο Όλεγκ στεκόταν με το στόμα ανοιχτό, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του σαν ηλίθιος, όπως τότε που μου είχε δώσει το πεντακοσάρικο στο κεμπαμπτζίδικο. Άνοιξα τα χέρια μου σαν ταχυδακτυλουργός. «...βιολίνη!» Digitalised By Jah®

Ο Όλεγκ συνέχιζε ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια του σε κατάσταση σοκ, δίχως να μπορεί ν’ αντιδράσει μέχρι που τινάχτηκα για ν’ αρπάξω το όπλο. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Γιατί είχα ξεχάσει κάτι. Με είχε ακολουθήσει εκείνη, την πρώτη φορά. Ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα του έφερνα μεθ. Είχε κι αυτός ταλέντο στο να διαβάζει τις σκέψεις των ανθρώπων. Το ταλέντο ενός κλέφτη. Έπρεπε να το είχα σκεφτεί, να είχα δεχτεί τη μισή δόση και να τελειώναμε. Πρόλαβε κι άρπαξε πρώτος το πιστόλι. Πρέπει ν’ άγγιξε τη σκανδάλη· ο διακόπτης ήταν γυρισμένος στο αυτόματο κι είδα το σοκ στο πρόσωπό του πριν σωριαστώ στο έδαφος. Τα πάντα γύρω μου ησύχασαν. Τον άκουσα να σκύβει από πάνω μου. Άκουσα ένα χαμηλό κλαψούρισμα σαν μια μηχανή στο ρελαντί, σαν να ήθελε να κλάψει μα να μην μπορούσε. Ύστερα περπάτησε μέχρι την άκρη της κουζίνας. Ο σωστός τοξικομανής δρα με προτεραιότητα: Έβαλε πρώτα τη σύριγγα δίπλα μου. Με ρώτησε κιόλας αν ήθελα να τη μοιραστούμε. Μια χαρά μου ακούστηκε αλλά δεν μπορούσα πια να μιλήσω. Μόνο ν’ ακούσω. Κι άκουσα τα αργά, βαριά του βήματα καθώς κατέβηκε τις σκάλες. Κι έμεινα μόνος, περισσότερο από ποτέ. Οι καμπάνες έχουν πάψει να χτυπούν. Την είπα λοιπόν την ιστορία μου. Δεν πονάει τόσο πολύ πια. Μπαμπά, είσαι εκεί; Ρούφους, είσαι εκεί; Με περίμενες, αγόρι μου; Τέλος πάντων, θυμάμαι κάτι που μου είχε πει κάποτε ο γέρος. Ο θάνατος, λέει, απελευθερώνει την ψυχή. Απελευθερώνει τη γαμημένη την ψυχή, ε; Ανάθεμα κι αν ξέρω, γαμώτο μου. Θα δείξει.

Digitalised By Jah®

Πηγές, Βοήθειες κι Ευχαριστίες

Ευχαριστώ τους: Audun Beckstrøm και Curt A. Lier για τα γενικά περί Αστυνομίας· Torgeir Eira, E.B. Marine, για τις πληροφορίες περί καταδύσεων· Are Myklebust και την ΌργκΚριμ της αστυνομίας του Όσλο για τα περί ναρκωτικών. Συμβουλεύτηκα τα βιβλία των Pål Kolstø Ρωσία, Ole Thomas Bjerknes και Ann Kristin Hoff Johansen Ερευνητικές μέθοδοι, Nicolai Lilin Μεγαλώνοντας στη Σιβηρία, Berit Nøkleby Αρχηγός της Αστυνομίας και των Ταγμάτων Εφόδου. Ευχαριστώ επίσης τους: Dag Fjeldstad για τα ρωσικά, Eva Stenlund για τα σουηδικά, Lars Petter Sveen για τη διάλεκτο της Φράνα, Kjell Erik Strømskag για τα περί φαρμακολογίας, Tor Honningsvåg για τα περί αεροπλοΐας, Jørgen Vik για τα περί νεκροταφείων, Morten Gåskjønli για την ανατομία, Øystein Eikeland και Thomas Helle-Valle για τα ιατρικά ζητήματα, Birgitta Blomen για την ψυχολογία, Odd Cato Kristiansen για τη σκοτεινή πλευρά του Όσλο, Kristin Clemet για τη λειτουργία του δημοτικού συμβουλίου του Όσλο, Kristin Gjerde για τα άλογα, Julie Simonsen για τη δακτυλογράφηση. Ευχαριστώ όλους στις εκδόσεις Aschehoug και στο πρακτορείο Salomonsson. Digitalised By Jah®

Διαβάστε τις πρώτες σελίδες από το επόμενο βιβλίο του Jo Nesbo

Αστυνομία Μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 2014

Τον Ιανουάριο του 2014 θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ το πρώτο βιβλίο της σειράς με τον Χάρι Χόλε με τίτλο Η νυχτερίδα (πρώτη έκδοση στα νορβηγικά: 1997, πρώτη έκδοση στα αγγλικά: 2013, μετάφραση στα ελληνικά: Δέσπω Παπαγρηγοράκη).

Digitalised By Jah®

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

οιμόταν μέσα εκεί. Πίσω από την πόρτα. Το εσωτερικό του γωνιακού ντουλαπιού μύριζε παλιό ξύλο, λάσπη και λάδι όπλου. Όταν το φως του ήλιου έλουσε το δωμάτιο, μια αχτίδα σε σχήμα κλεψύδρας τρύπωσε στο εσωτερικό του ντουλαπιού απ’ την κλειδαρότρυπα. Αν το φως έπεφτε με την κατάλληλη γωνία, το ματ μέταλλο του όπλου που κείτονταν καταμεσής του ραφιού θα έλαμπε. Το πιστόλι ήταν ένα ρωσικό Οντέσα, ένα αντίγραφο του διασημότερου περιστρόφου Στέτσκιν. Το όπλο είχε ζήσει ζωή νομαδική: είχε ταξιδέψει με τους Κοζάκους από τη Λιθουανία στη Σιβηρία, είχε μεταφερθεί μεταξύ αρχηγείων των Ούρκα στη Νότια Σιβηρία, είχε βρεθεί στην κατοχή ενός αταμάν −ενός κοζάκου αρχηγού που σκοτώθηκε από την αστυνομία με το Οντέσα του στο χέρι−, πριν καταλήξει στο σπίτι ενός συλλέκτη όπλων που υπηρετούσε ως διευθυντής φυλακών στο Ταγκίλ. Εντέλει, το άσχημο, γωνιώδες, αυτόματο όπλο είχε εισαχθεί στη Νορβηγία από τον Ρούντολφ Ασάγιεφ, ο οποίος, πριν χαθούν τα ίχνη του, μονοπωλούσε το εμπόριο ναρκωτικών του Όσλο μ’ ένα ηρωινοειδές οπιοειδές γνωστό ως βιολίνη. Το όπλο βρισκόταν αυτή

Κ

Digitalised By Jah®

τη στιγμή ακόμη στην ίδια πόλη, και πιο συγκεκριμένα στο σπίτι της Ράκελ Φάουκε. Ο γεμιστήρας του Οντέσα έπαιρνε είκοσι σφαίρες 9x18mm Μακάροφ, και μπορούσε να πυροβολήσει μεμονωμένα ή επαναληπτικά. Στον γεμιστήρα υπήρχαν αυτή τη στιγμή δώδεκα σφαίρες. Τρεις εξ αυτών έπληξαν αντίπαλους εμπόρους ναρκωτικών, Αλβανούς Κοσοβάρους. Μόνο μία είχε βρει στο ψαχνό. Οι άλλες δύο είχαν σκοτώσει τον Γκούστο Χάνσεν, ένα νεαρό βαποράκι που είχε υπεξαιρέσει τα λεφτά και τα ναρκωτικά του Ασάγιεφ. Όμως το όπλο μύριζε ακόμη μπαρούτι από τις τρεις τελευταίες σφαίρες· αυτές είχαν βρει στο κεφάλι και το στήθος τον πρώην αστυνομικό Χάρι Χόλε κατά τη διάρκεια της έρευνάς του για τη δολοφονία του Γκούστο Χάνσεν. Ο τόπος του εγκλήματος και στις δύο περιπτώσεις ήταν κοινός: ο αριθμός 92 της οδού Χάουσμαν. Η αστυνομία δεν είχε λύσει την υπόθεση Γκούστο, κι ο δεκαοκτάχρονος που είχε συλληφθεί αρχικά για τον φόνο είχε αφεθεί κατόπιν ελεύθερος, επειδή η αστυνομία δεν είχε καταφέρει να βρει ή να τον συνδέσει με το όπλο του εγκλήματος, μεταξύ άλλων. Ο νεαρός ονομαζόταν Όλεγκ Φάουκε και ξυπνούσε κάθε βράδυ μες στο σκοτάδι ακούγοντας πυροβολισμούς. Όχι εκείνους που είχαν σκοτώσει τον Γκούστο· τους άλλους. Τους πυροβολισμούς που είχε εξαπολύσει εναντίον του αστυνομικού που θεωρούσε πατέρα του καθώς μεγάλωνε. Του αστυνομικού που κάποτε ονειρευόταν ότι θα παντρευόταν τη μητέρα του Όλεγκ, τη Ράκελ. Του Χάρι Χόλε. Το βλέμμα του αστυνομικού έκαιγε τώρα μπροστά στα μάτια του νεαρού μες στο σκοτάδι, κι ο Όλεγκ έφερε στον νου το όπλο, χωμένο σ’ ένα γωνιακό ντουλάπι, μακριά του, ευχόμενος να μην το ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Να μην το έβλεπε ποτέ ξανά κανείς. Να κοιμηθεί εκεί μέσα, στον αιώνα των αιώνων.

Digitalised By Jah®

Κοιμόταν μέσα εκεί. Πίσω από την πόρτα. Το φυλασσόμενο δωμάτιο του νοσοκομείου μύριζε φάρμακα και μπογιά. Το μηχάνημα δίπλα του κατέγραφε τους παλμούς της καρδιάς του. Η Ιζαμπέλε Σκέγιεν, της Επιτροπής Κοινωνικών Υπηρεσιών του Δήμου, και ο Μίκαελ Μπέλμαν, φρεσκοδιορισθείς Αρχηγός της Αστυνομίας του Όσλο, εύχονταν να μην τον ξαναέβλεπαν ποτέ στη ζωή τους. Να μην τον έβλεπε ποτέ ξανά κανείς. Να κοιμηθεί πια, στον αιώνα των αιώνων.

Digitalised By Jah®

Κεφάλαιο 1

ταν μια ζεστή, μεγάλη μέρα του Σεπτέμβρη, γεμάτη μ’ εκείνο το φως που μετατρέπει το φιόρδ του Όσλο σε λιωμένο ασήμι και κάνει τους χαμηλούς λόφους να λάμπουν μετά τα πρωτοβρόχια. Μία από εκείνες τις μέρες που οι κάτοικοι του Όσλο ορκίζονται ότι ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν αυτήν την πόλη. Ο ήλιος έδυε πίσω από το Ούλερν κι οι τελευταίες του αχτίδες σάρωναν την ύπαιθρο· τις ερημωμένες, μουντές πολυκατοικίες, δείγματα της ταπεινής καταγωγής της πόλης· τα πανάκριβα ρετιρέ με τις βεράντες, που μαρτυρούσαν την περιπέτεια της χώρας, η οποία έγινε εν μιά νυκτί η πλουσιότερη του κόσμου λόγω πετρελαίου, και τους τοξικομανείς στην κορυφή του Στενσπάρκεν, σ’ αυτήν τη μικρή κι οργανωμένη πόλη με τους οκταπλάσιους θανάτους από ναρκωτικά από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή. Τους κήπους με τραμπολίνα περιτριγυρισμένα από προστατευτικά δίχτυα, όπου τα παιδιά δεν χοροπηδούσαν ποτέ πάνω από τρία μαζί, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες, και τους λόφους και τα δάση που μισοκύκλωναν το λεκανοπέδιο του Όσλο. Ο ήλιος άπλωνε τα ακτινωτά του δάχτυλα πάνω από την πόλη μη θέλοντας να την εγκαταλείψει, ένα είδος παρατεταμένου αποχαιρετισμού σαν μέσα απ’ το παράθυρο ενός τρένου. Digitalised By Jah®

Ή

Η μέρα είχε ξεκινήσει με κρύο, καθαρό αέρα κι έντονο φως, ήταν λες και βρισκόσουν κάτω από λάμπες χειρουργείου. Σιγά σιγά όμως η θερμοκρασία είχε ανέβει, ο ουρανός είχε αποκτήσει το ιδιαίτερο, βαθύ του γαλάζιο κι ο αέρας εκείνη τη φιλική υφή που κάνει τον Σεπτέμβρη τον ωραιότερο μήνα του χρόνου. Και καθώς έπεφτε πια το σούρουπο, απαλό, διακριτικό, στις περιοχές με τις μονοκατοικίες γύρω από τη λίμνη του Μάρινταλ, η ατμόσφαιρα μοσχοβολούσε μήλο και έλατο. Ο Έρλαν Βενεσλά πλησίασε την κορυφή του τελευταίου λόφου. Είχε αρχίσει να νιώθει το γαλακτικό οξύ να τον καίει, μα συγκεντρώθηκε ώστε να πετύχει το σωστό, κάθετο πάτημα πάνω στα κλιπ των πεταλιών του ποδηλάτου του, με τα γόνατά του στραμμένα λίγο προς τα μέσα. Γιατί η σωστή τεχνική είχε μεγάλη σημασία· ειδικά όταν κουράζεσαι και το μυαλό σου θέλει ν’ αλλάξεις θέση, να ξεκουραστείς, αλλά και να γίνεις λιγότερο αποτελεσματικός. Ένιωθε το άκαμπτο πλαίσιο του ποδηλάτου ν’ απορροφά κάθε βατ ενέργειας που δημιουργούσε σε κάθε του πεταλιά. Κατέβασε ταχύτητα κι ένιωσε την επιτάχυνση. Σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να κρατήσει τον ίδιο ρυθμό: ενενήντα πεταλιές το λεπτό, πάνω κάτω. Κοίταξε το χρονόμετρο που μετρούσε τους σφυγμούς του: εκατόν εξήντα οκτώ. Κούνησε το φωτάκι στο μέτωπό του ώστε να πέσει πάνω στο GPS που είχε τοποθετήσει στο τιμόνι. Έδειχνε λεπτομερώς την περιοχή του Όσλο κι είχε κι ενεργό πομπό. Το ποδήλατο και τα αξεσουάρ είχαν στοιχίσει παραπάνω απ’ ό,τι θα έπρεπε κανονικά να ξοδεύει ένας συνταξιούχος αστυνομικός. Μα ήταν σημαντικό να είναι κανείς σε φόρμα, τώρα ειδικά που η ζωή προσέφερε νέες προκλήσεις. Μικρότερες προκλήσεις, για να είμαστε ειλικρινείς. Το γαλακτικό οξύ τού δάγκωνε τώρα μηρούς και γάμπες σαν μια επώδυνη, υπέροχη υπόσχεση γι’ αυτά που θα ακολουθούσαν: το πάρτι των ενδορφινών, την αύξηση της μυϊκής του μάζας και την ήσυχη συνείδησή του. Και μια μπίρα με τη γυναίκα του στο Digitalised By Jah®

μπαλκόνι, αν η θερμοκρασία δεν υποχωρούσε πολύ μετά τη δύση του ήλιου. Και ξαφνικά, έφτασε. Ο δρόμος έγινε επίπεδος και η λίμνη του Μάρινταλ απλώθηκε μπροστά του. Έκοψε ταχύτητα. Ήταν στην εξοχή. Έμοιαζε σχεδόν εξωφρενικό ότι σε μια απόσταση δεκαπέντε μόνο λεπτών από το κέντρο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας μπορούσες να βρίσκεσαι περιτριγυρισμένος από αγροκτήματα, πεδιάδες και πυκνά δάση, γεμάτα μονοπάτια που χάνονταν μες στο σούρουπο. Ο ιδρώτας τού προκαλούσε φαγούρα κάτω από το ανθρακί του κράνος μάρκας Μπελ, που από μόνο του είχε κοστίσει όσο το παιδικό ποδήλατο που είχε χαρίσει στην εγγονή του Λίνε Μαρίε για τα έκτα της γενέθλια. Κοίταξε τους σφυγμούς του στο χρονόμετρο. Εκατόν εβδομήντα πέντε. Εκατόν εβδομήντα δύο. Μια ευπρόσδεκτη, μικρή ριπή του ανέμου έφερε μαζί της το μακρινό τραγούδι της πόλης. Πρέπει να προερχόταν από το στάδιο του Ούλεβολ: είχε παιχνίδι η Εθνική απόψε. Εναντίον της Σλοβακίας ή της Σλοβενίας, ένα απ’ τα δύο. Ο Έρλαν Βενεσλά φαντάστηκε για μερικές στιγμές ότι οι επευφημίες προορίζονταν για τον ίδιο. Πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία φορά που είχε δεχθεί χειροκροτήματα; Πρέπει να ήταν κατά την αποχαιρετιστήρια τελετή της Κρίπος στο Μπριν: τούρτα κι επίσημη ομιλία του αφεντικού, Μίκαελ Μπέλμαν, που έκτοτε είχε ακολουθήσει μια σταθερά ανοδική πορεία έως το πόστο του Αρχηγού της Αστυνομίας του Όσλο. Ο Έρλαν είχε δεχθεί το χειροκρότημά τους, τους είχε κοιτάξει ίσια στα μάτια, τους είχε ευχαριστήσει και είχε μάλιστα νιώσει τον λαιμό του να σφίγγεται λίγο καθώς εκφωνούσε την απλή, σύντομη ομιλία που απαιτούσε τότε η παράδοση της Κρίπος. Η καριέρα του είχε τα σκαμπανεβάσματά της αλλά είχε αποφύγει τις θεαματικές αποτυχίες. Απ’ όσο ήξερε φυσικά. Ποτέ δεν ήσουν εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι είχες βρει τις σωστές απαντήσεις. Τώρα, βέβαια, που η τεχνολογία ανάλυσης του DNA είχε προχωρήσει τόσο πολύ και τα Digitalised By Jah®

ανώτατα κλιμάκια της Αστυνομίας είχαν δηλώσει ότι θα τη χρησιμοποιούσαν και σε παλαιότερες υποθέσεις, υπήρχε πια ο κίνδυνος να βρεθούν οι απαντήσεις. Νέες απαντήσεις – οι οριστικές. Ο Έρλαν το καταλάβαινε σε ό,τι αφορούσε νέες, εκκρεμείς υποθέσεις· μα δεν συμφωνούσε στο να χρησιμοποιούνται πολύτιμοι πόροι για να ξανανοίξουν περιπτώσεις που είχαν από καιρό διαλευκανθεί. Το σκοτάδι είχε πυκνώσει ακόμα και κάτω από τις λάμπες του δρόμου. Ο Έρλαν προσπέρασε την ξύλινη πινακίδα που έδειχνε προς το εσωτερικό του δάσους· ήταν ακριβώς όπως τη θυμόταν. Βγήκε από την πεπατημένη και μπήκε σ’ ένα μονοπάτι στρωμένο με μαλακό χώμα και βρύα. Οδηγούσε όσο πιο σιγά μπορούσε για να μη χάσει την ισορροπία του. Ο κώνος του φωτός που έβγαινε από τον φακό στο μέτωπό του φώτιζε τις πέτρες εμπρός του και σταματούσε στον τοίχο που σχημάτιζαν τα έλατα αριστερά και δεξιά. Σκιές ξεπηδούσαν με ταχύτητα κι ύστερα, σαν να τρόμαζαν, ξανακρύβονταν μες στο σκοτάδι. Ήταν όπως τότε που είχε προσπαθήσει να βάλει τον εαυτό του στη θέση της: σαν να έτρεχε μ’ έναν φακό στο χέρι, έχοντας ξεφύγει από τρεις μέρες εγκλεισμού και συνεχόμενων βιασμών. Ένας φακός άναψε μπροστά του μες στο σκοτάδι κι ο Έρλαν Βενεσλά νόμισε για μια στιγμή ότι ήταν ο δικός της· κι ότι εκείνη έτρεχε πάλι να ξεφύγει κι ότι εκείνος την κυνηγούσε ξανά με τη μηχανή και την ξανάπιανε. Το φως του φακού τρεμόπαιξε για λίγο κι ύστερα γύρισε προς τη μεριά του. Ο Έρλαν σταμάτησε και κατέβηκε από το ποδήλατο. Έριξε φως στον μετρητή των σφυγμών του: ήδη κάτω από εκατό. Καθόλου άσχημα. Χαλάρωσε τα λουράκια, έβγαλε το κράνος του κι έξυσε το κεφάλι του. Θεέ μου, τι ανακούφιση. Έσβησε το φωτάκι, κρέμασε το κράνος στο τιμόνι του ποδηλάτου και προχώρησε προς το φως του φακού. Άκουσε το κράνος να χτυπιέται πάνω στο τιμόνι. Σταμάτησε μπρος στον φακό, που στράφηκε κατευθείαν προς το Digitalised By Jah®

πρόσωπό του. Το δυνατό του φως τού έτσουξε τα μάτια. Τυφλωμένος, αισθάνθηκε ν’ ανασαίνει ακόμα πολύ βαριά. Τι περίεργο που οι σφυγμοί του ήσαν τόσο χαμηλοί. Ένιωσε μια κίνηση πίσω από τον μεγάλο, τρεμουλιαστό κύκλο του φωτός, άκουσε ένα χαμηλό σφύριγμα στον αέρα και την ίδια στιγμή μια σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό του: Δεν έπρεπε να το είχε κάνει. Δεν έπρεπε να βγάλει το κράνος του. Οι περισσότεροι θάνατοι ποδηλατών συμβαίνουν... Ήταν λες κι η σκέψη του πάγωσε, λες κι ο χρόνος εξαρθρώθηκε, λες και διακόπηκε προς στιγμήν η οπτική επαφή του με την πραγματικότητα. Ο Έρλαν Βενεσλά κοίταξε έκπληκτος μπροστά του κι ένιωσε μια παχιά σταγόνα ιδρώτα να κυλά στο μέτωπό του. Μίλησε, μα οι λέξεις του δεν έβγαζαν νόημα, λες κι είχε χαθεί η σύνδεση μεταξύ εγκεφάλου και στόματος. Ξανάκουσε το χαμηλό σφύριγμα. Κι ύστερα κάθε ήχος βουβάθηκε. Δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε καν η ανάσα του. Κι ανακάλυψε ότι είχε πέσει στα γόνατα κι ότι το ποδήλατό του κυλούσε αργά προς ένα χαντάκι. Μπροστά στα μάτια του έβλεπε το κίτρινο φως να χορεύει, μα εξαφανίστηκε κι αυτό όταν ο ιδρώτας έφτασε στη ράχη της μύτης του, κύλησε στα μάτια του και τον τύφλωσε. Και τότε ο Έρλαν Βενεσλά συνειδητοποίησε ότι το υγρό αυτό δεν ήταν ιδρώτας. Το τρίτο χτύπημα ήταν σαν παγοκρύσταλλος που διαπέρασε το κεφάλι, τον λαιμό και το κορμί του. Τα πάντα πάγωσαν. Δεν θέλω να πεθάνω, σκέφτηκε και προσπάθησε να σηκώσει το χέρι του για να προστατεύσει το κεφάλι του, μα του ήταν αδύνατον να κουνήσει οποιοδήποτε μέλος του κορμιού του· νόμιζε ότι είχε παραλύσει. Το τέταρτο χτύπημα δεν το ένιωσε, μα η μυρωδιά του υγρού χώματος του έδωσε να καταλάβει ότι βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του αρκετές φορές και κατάφερε να ανακτήσει την όραση από το ένα του μάτι. Ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό του στεκόταν ένα ζευγάρι μεγάλες βρόμικες λασπωμένες Digitalised By Jah®

μπότες. Οι σόλες ανασηκώθηκαν κι οι μπότες ξεκόλλησαν από το έδαφος. Κι ύστερα προσγειώθηκαν. Και ξανά το ίδιο. Οι σόλες ανασηκώθηκαν, οι μπότες ξεκόλλησαν. Λες κι αυτός που τον χτυπούσε, πηδούσε πρώτα στον αέρα, πηδούσε για να δώσει ακόμα περισσότερη δύναμη στα χτυπήματά του. Και το τελευταίο πράγμα που πέρασε από το μυαλό του Έρλαν Βενεσλά ήταν ότι έπρεπε να θυμηθεί πώς την έλεγαν, την εγγονή· δεν έπρεπε να ξεχάσει τ’ όνομά της.

Digitalised By Jah®

View more...

Comments

Copyright ©2017 KUPDF Inc.
SUPPORT KUPDF