Graham Masterton - ο Παρίας

December 22, 2017 | Author: greekbaron | Category: N/A
Share Embed Donate


Short Description

Graham Masterton - ο Παρίας...

Description

^ ^ ^ ^ ^ ^ Ό μ ω ς υπάρχει Ένας Άλλος, του οποίου το Όνομα δεν προφέρεται ποτε', γιατί είναι

ένας Εξόριστος τόσο του Παράδεισου όσο και της Κόλασης· ένα Ον καταραμένο σε κάθε Βασίλειο, πνευματικό ή υλικό. Το Όνομά του σβήστηκε από κάθε Βιβλίο και κάθε Επιγραφή, και η Εικόνα του διαγράφηκε από κάθε Τόπο όπου οι άνθρωποι την αναζητούσαν για να τον λατρέψουν. Είναι ένας Παρίας και στις καρδιές των ανθρώπων γεννά Φόβο τρομερό· διότι στο Κάλεσμά του ξυπνούν οι νεκροί, και ακόμα και ο Ήλιος χάνεται από τον Ουρανό — Η αποκαλούμενη «απαγορευμένη τελευταία παράγραφος» από τον Codex Daemonicus, του 1516, ένα βιβλίο απαγορευμένο στην ολότητά του, έως την επανέκδοσή του (δίχως αυτήν την τελευταία παράγραφο) από τις εκδόσεις Ίβις στο Παρίσι, το 1926. Το μόνο πλήρες αντίγραφο του Codex Daemonicus του οποίου την ύπαρξη γνωρίζουμε σήμερα βρίσκεται στην κρύπτη της Βιβλιοθήκης του Βατικανού.

ΜΥΣΤΗ ΡΙΩΔΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΣΥΖΥΓΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ ΕΤΟΙΜΩΝ ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΦΟΣ ΤΗΣ — Γκράνιτχεντ, Τρίτη

Tα ελικόπτερα της ακτοφυλακής έκαναν εξονυχιστικές

έρευνες στον Όρμο της Μασαχουσέτης, ανάμεσα στο Μάντσεστερ και το Νάχαντ, νωρίς σήμερα το πρωίγια την ανεύρεση της συζύγου του Τζέιμς Γκουλντ, κατασκευαστή έτοιμων κατοικιών στο Γκράνιτχεντ, η οποία εξαφανίστηκε από το σπίτι της αργά εχτές τη νύχτα, φορώντας μόνο το νυχτικό της. Η 44χρονη κα Γκουλντ, πήγε με το αυτοκίνητο της στο λιμάνι του Γκράνιτχεντ γύρω στις 11:30 μ.μ. και αφού επιβιβάστηκε στο μήκους 6 μέτρων οικογενειακό γιώτ Πατρίσια χάθηκε στη θάλασσα. Ο κος Γκουλντ δήλωσε: «Η γυναίκα μου έχει μεγάλη εμπειρία στη θάλασσα και δεν έχω καμία αμφιβολία πως υπό κανονικές συνθήκες είναι ικανή να χειριστεί το σκάφος. Όμως, είναι προφανές πως αυτές δεν είναι κανονικές συνθήκες, και ανησυχώ πάρα πολύ για την ασφάλειά της». Σύμφωνα με τον ίδιο, της εξαφάνισης δεν είχε προηγηθεί κανένας διαπληκτισμός, και ο τρόπος που εξαφανίστηκε, φορώντας μάλιστα μόνο το νυχτικό της, ήταν «ένα απόλυτο μυστήριο». Ο υποπλοίαρχος Τζορτζ Γότζερς, της ακτοφυλακής του Σάλεμ, είπε: «Ερευνούμε την περιοχή συστηματικά και αν το Πατρίσια μπορεί ακόμα να βρεθεί, θα το βρούμε».

ΕΝΑ Aνοιξα τα μάτια μου απότομα- δεν ήμουν σίγουρος αν προηγουμένως κοιμόμουν η όχι. Μήπως εξακολουθούσα να κοιμάμαι, και έβλεπα κάποιο «όνειρο; Ή τ α ν τόσο σκοτεινά που με δυσκολία μπορούσα να καταλάβω αν είχα τα μάτια μου πραγματικά ανοιχτά. Σιγά-σιγά μπόρεσα να ξεχωρίσω τους φωσφορίζοντες δείκτες του παλιού μου ξυπνητηριού· δύο αχνές λάμψεις, σαν τα μάτια ενός ασθενικού μα μοχθηρού μικρού δαίμονα. Δύο και δέκα, μια παγωμένη νύχτα του Μάρτη, στην ακτή της Μασαχουσέτης. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί, όμως, που να μπορεί να μου πει τι ήταν εκείνο που με είχε ξυπνήσει. Γεμάτος υπερένταση, έμεινα ξαπλωμένος εκεί που ήμουν, κουκουλωμένος μονάχος μου σε εκείνο το τεράστιο αποικιακό κρεβάτι, κρατώντας την αναπνοή μου, με τα αυτιά τεντωμένα. Απ' έξω ακουγόταν ο αέρας, φυσικά, που έκανε το παράθυρο να κροταλίζει και να χτυπάει, αλλά εδώ πέρα, στη χερσόνησο του Γκράνιτχεντ, όπου η κρεβατοκάμαρά σου χωρίζεται από τις ακτές της Νέας Σκοτίας μόνο από εκατοντάδες μίλια σκοτεινής και σιωπηλής θάλασσας, ο άνεμος είναι μία από τις καθημερινές πραγματικότητες της ζωής. Επίμονος, ευερέθιστος και ιδιότροπος, ακόμα και την άνοιξη. Προσπάθησα να ακούσω με τις οξυμένες αισθήσεις κάποιου που ήταν ακόμα απεγνωσμένα ασυνήθιστος στο να μένει μόνος του τις νύχτες· ήταν τα ίδια υπερευαίσθητα αυτιά μιας γυναίκας που μένει μόνη της στο σπίτι ενώ ο σύζυγος της φεύγει για επαγγελματικό ταξίδι. Και όταν ο άνεμος ξαφνικά αγρίεψε και αναστάτωσε το σπίτι, και έπειτα εξίσου ξαφνικά έσβησε, οι χτύποι της καρδιάς μου δυνάμωσαν και γρηγόρεψαν, και έπειτα έσβησαν μαζί του. Το παράθυρο κροτάλισε, σώπασε, κροτάλισε. Και τότε το άκουσα, και παρ' όλο που ήταν σχεδόν ανεπαίσθητο, παρ' όλο που μάλλον το αισθανόμουν περισσότερο με τα δόντια μου και τις απολήξεις των νεύρων μου, απ' ό,τι με τα αυτιά μου, αμέσως το αναγνώρισα ως τον ήχο που με είχε ξυπνήσει, και ένιωσα να διαπερνά τις αισθήσεις μου στατικός ηλεκτρισμός. Θρηνητικές και μονότονες, κρακκκ-σκουίκ, κρακκκ-σκουίκ, κρακ-σκουίκ, ήταν οι αλυσίδες της κούνιας στον κήπο. Κοίταξα μέσα στο σκοτάδι, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Τα φωσφορίζοντα μάτια του δαίμονα που κατοικούσαν μέσα στο ξυπνητήρι μου μού ανταπέδωσαν το βλέμμα, και όσο περισσότερο τα κοιτούσα, τόσο πιο πολύ έδειχναν σαν μάτια δαίμονα και λιγότερο σαν το ξυπνητήρι της κρεβατοκάμαράς μου. Τα προκάλεσα να κινηθούν, τα προκάλεσα να ανοιγοκλείσουν. Όμως, έξω από το δωμάτιο μου, στον κήπο, ξανά και ξανά, ακουγόταν εκείνο το κρακκκ-σκουίκ, κρακκκ-σκουίκ, κρακ-σκουίκ. Και τα μάτια αρνιούνταν να ανοιγοκλείσουν. Είναι μόνο ο αέρας, είπα μέσα μου. Μόνο ο αέρας, έτσι δεν είναι; Έτσι πρέπει να είναι. Ο ίδιος αέρας που κάνει όλη τη νύχτα τα παραθυρόφυλλά μου να τρί-

ζουν. Ο ίδιος αέρας που παραμιλάει με αδύναμη φωνή μόνος του μέσα στην καμινάδα του δωματίου μου. Όμως, έπρεπε να παραδεχτώ πως αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τον αέρα αυτόν να τραντάζει και την κούνια μου. Ποτέ πριν δεν είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, ούτε καν στη διάρκεια κάποιας θυελλώδους νύχτας όπως η αποψινή, όταν μπορούσα ξεκάθαρα να ακούσω τον ταραγμένο, ανήσυχο ύπνο του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού καθώς τυλιγόταν σε δίνες δύο χιλιόμετρα μακριά από εδώ, γύρω από τους βράχους του Ισθμού του Γκράνιτχεντ· και οι καγκελόπορτες των αυλών της πόλης χτυπούσαν με πάταγο όπως έκαναν πάντα, σε ένα διακοπτόμενο χειροκρότημα. Η κούνια ήταν πολύ βαριά, ένα κάθισμα με ψηλή πλάτη, λαξεμένο από σφικτό αμερικάνικο λυκίσκο, που κρεμόταν από ένα ζευγάρι ατσάλινες αλυσίδες. Η μόνη περίπτωση να τρίξει ήταν αν κάποιος καθόταν πάνω της, και άρχιζε να κάνει αιωρήσεις, σταθερές και ψηλές. Κρακκκ-σκουίκ, κρακκκ-σκουίκ, κρακ-σκουίκ, ξανά και ξανά- μερικές φορές ο ήχος του αέρα και το μουγκρητό της θάλασσας στο βάθος έκαναν το τρίξιμο να σβήνει για λίγο, όμως ο ρυθμός του δεν σταμάτησε ούτε ελάχιστα, ενώ οι δείκτες του ρολογιού διέτρεξαν μια απόσταση πέντε ολόκληρων λεπτών και ο μικρός δαίμονας άρχισε να γέρνει το κεφάλι. Αυτό είναι τρελό, σκέφτηκα. Δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω, στις δύο και είκοσι το πρωί, που να κάνει κούνια. Είναι ένα είδος τρέλας, όπως και να 'χει. Μάλλον μοιάζει με καταθλιπτική νεύρωση, όπως προσπαθούσε να μου εξηγήσει ο Δρ. Ρόσεν μια μεταβολή στην αντίληψη, μια μετατόπιση της πνευματικής ισορροπίας. Συμβαίνει σχεδόν στον καθένα, όταν χάνει κάποιον κοντινό του άνθρωπο. Ο Δρ. Ρόσεν είπε πως ήταν πολύ πιθανό να το αισθάνομαι στο μέλλον αρκετά συχνά: την τρομακτική αίσθηση πως η Τζέιν είναι ακόμα μαζί μου· πως είναι ακόμα ζωντανή. Είχε βιώσει παρόμοιες παραισθήσεις και ο ίδιος, έπειτα από τον θάνατο της δικής του γυναίκας. Την είχε δει μέσα σε σούπερ-μάρκετ, να στρίβει στο τέλος των διαδρόμων και να χάνεται. Την είχε ακούσει να ανακατεύει τη ζύμη στην κουζίνα, και είχε τρέξει να ανοίξει την πόρτα, διαπιστώνοντας στο τέλος πως το δωμάτιο ήταν τελείως άδειο, πως τα μπολ και τα κουτάλια παρέμεναν άθικτα, αχρησιμοποίητα. Αυτό το τρίξιμο, λοιπόν, που νόμιζα πως άκουγα, πρέπει να ήταν το ίδιο πράγμα. Πολύ ρεαλιστικό, με τον τρόπο του, αλλά στην πραγματικότητα τίποτα παραπάνω από μια παραίσθηση που είχε προκληθεί από τον συναισθηματικό απόηχο του ξαφνικού μου πένθους. Και όμως: κρακκκ-σκουίκ, κρακκκ-σκουίκ, κρακ-σκουίκ, ξανά και ξανά, και κατά κάποιον τρόπο, όσο περισσότερο συνεχιζόταν αυτό, τόσο δυσκολότερο μου φαινόταν να πιστέψω πως δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο το μυαλό μου το οποίο έπαιζε παιχνίδια στα αυτιά μου. Είσαι ένας λογικός, ενήλικος άντρας, είπα μέσα μου. Για ποιον λόγο να σηκωθείς από το ζεστό σου αναπαυτικό κρεβάτι μια νύχτα σαν κι αυτή, μόνο και μόνο

για να πας στο παράθυρο και να δεις την κούνια του κήπου σου να πηγαίνει πέρα δώθε μέσα στη θύελλα; Ναι αλλά — αν υπάρχει πράγματι κάποιος εκεί έξω; Αν υπάρχει κάποιος που κάνει κούνια, όπως συνήθιζε να κάνει η Τζέιν, με τα χέρια σηκωμένα ψηλά να σφίγγουν τις αλυσίδες, το κεφάλι ριγμένο πίσω να ακουμπάει στην πλάτη του καθίσματος, τα μάτια κλειστά; Και τι μ' αυτό λοιπόν; Δεν υπάρχει τίποτα να φοβάσαι. Αλήθεια πιστεύεις πως είναι κάποιος εκεί; Αλήθεια νομίζεις πως κάποιος μπήκε στον κόπο να σκαρφαλώσει τον φράκτη της αυλής σου και να διασχίσει παραπατώντας είκοσι πέντε μέτρα με άγριες ορχιδέες, μόνο και μόνο για να καθίσει στη σκουριασμένη παλιά κούνια του κήπου σου; Ειδικά μια σκοτεινή νύχτα σαν και τούτη, που τη δέρνει ο άνεμος, παγωμένη σαν τη θηλή μιας μάγισσας, με το θερμόμετρο στο μηδέν; Διόλου απίθανο. Παραδέξου το, δεν αποκλείεται καθόλου. Κάποιος μπορεί να ανέβαινε την οδό Κουάκερ επιστρέφοντας από το χωριό, μεθυσμένος, ή απλά με όρεξη να παίξει, ή ίσως σκεπτικός ή θλιμμένος. Και μπορεί αυτός ο κάποιος να πρόσεξε την κούνια και να σκέφτηκε πως θα είχε πλάκα να δοκιμάσει λίγο, αδιαφορώντας για τον άνεμο και το κρύο και τον φόβο να τον πιάσουν. Το πρόβλημα είναι, σκέφτηκα, πως δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός ο κάποιος. Υπήρχε μόνο ένα σπίτι ακόμα στην οδό Κουάκερ, προτού αυτή στενέψει και συρρικνωθεί σε ένα χορταριασμένο μονοπάτι για άλογα, και αρχίσει να κατηφορίζει σαν φίδι τον λόφο, προς την ακτή του Λιμανιού του Σάλεμ. Το μονοπάτι ήταν γεμάτο πέτρες και η επιφάνειά του ήταν ανώμαλη, και ακόμα και κάτω από το φως της ημέρας ήταν σχεδόν αδύνατο να το περπατήσεις, πόσο μάλλον τη νύχτα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το τελευταίο σπίτι έμενε σχεδόν συνέχεια άδειο τον χειμώνα, ή έτσι τουλάχιστον μας είχαν πει. Μπορεί να ήταν ο Τόμας Έσεξ, ο γέρος αναχωρητής με το πλατύγυρο καπέλο, που ζούσε σε εκείνο το ερειπωμένο σπιτάκι κοντά στην παραλία, λίγο πέρα από το νεκροταφείο Ουότερσαϊντ. Μερικές φορές περνούσε από εδώ, τραγουδώντας και κάνοντας μικρά πηδηματάκια· και κάποτε είχε εξομολογηθεί στην Τζέιν πως μπορούσε να πιάσει πέρκες στη θάλασσα απλά με το να τους σφυρίζει. Τους αρέσει το Λιλιμττουλέρο, είχε πει. Ακόμα, μπορούσε να κάνει ζογκλερικά κόλπα με σουγιάδες. Έπειτα όμως, σκέφτηκα: είναι εκκεντρικός, αυτό είναι σίγουρο. Αλλά είναι επίσης γέρος. Είναι εξήντα οχτώ χρονών. Και τι κάνει ένας εξηνταοχτάχρονος άντρας πάνω στην κούνια μου, περασμένες δύο τα ξημερώματα, ειδικά μια νύχτα σαν και τούτη; Αποφάσισα να αγνοήσω το τρίξιμο, και να επιστρέψω στον ύπνο μου. Τύλιξα το απαλό, χειροποίητο πάπλωμα γύρω από τα αυτιά μου, χώθηκα στο κρεβάτι μου, έκλεισα τα μάτια μου, και ανάπνευσα όσο πιο βαθιά μπορούσα. Αν η Τζέιν

ήταν ακόμα εδώ, το πιο πιθανό ήταν να με κορόιδευε που είχα σηκωθεί για να πάω να κοιτάξω έξω από το παράθυρο. Όμως ήμουν κουρασμένος. Είσαι κουρασμένος, σωστά, χρειάζεσαι τον ύπνο σου. Δεν είχα καταφέρει να κοιμηθώ πάνω από τέσσερις με πέντε ώρες κάθε βράδι έπειτα από το ατύχημα, και συχνά κοιμόμουν λιγότερο. Αύριρ θα έπρεπε να σηκωθώ νωρίς για να συναντήσω το πρωί τον πατέρα της Τζέιν· και έπειτα είχα να πάω στην πλατεία Χόλιοκ, στου Έντικοτ, όπου θα γινόταν μια δημοπρασία σπάνιων ναυτικών γκραβούρων και πινάκων ζωγραφικής, που μερικοί τους άξιζαν πραγματικά τον κόπο να χους έχει κανείς στη συλλογή του. Κατάφερα να κρατήσω τα μάτια μου κλειστά για περίπου ένα ολόκληρο λεπτό. Ύστερα τα άνοιξα ξανά και τα μάτια του μικρού δαίμονα εξακολουθούσαν να με καρφώνουν με το βλέμμα χους. Και από τον κήπο, όσο σκληρά και να προσπαθούσα να βουλώσω τα αυτιά μου, ερχόταν εκείνο το συνεχόμενο κρακκκσκουίκ, κρακκκ-σκουίκ, κρακ-σκουίκ. Και τότε, Θεέ μου, θα μπορούσα να πάρω όρκο γι' αυτό, ακούστηκε η φωνή κάποιου που τραγουδούσε. Ερχόταν αχνά, από μια ψιλή φωνή, που την έφερνε σε μένα ο άνεμος· ήταν τόσο αμυδρό που θα μπορούσε να μην είναι τίποτα παραπάνω από το ρεύμα του αέρα που γλιστρούσε ανάμεσα από τις καπνοδόχους των σπιτιών. Όμως ήταν σίγουρο, ακουγόταν σαν τραγούδι. Ήταν μια γυναικεία φωνή, καθαρή και ιδιαίτερα πένθιμη. Πετάχτηκα από το κρεβάτι τόσο γρήγορα που έγδαρα το πόδι μου στο κομοδίνο από μαόνι, και εκτόξευσα το ξυπνητήρι-δαίμονα να σωριαστεί και να κουδουνίσει στο πάτωμα. Ήμουν υπερβολικά τρομαγμένος για να μπορέσω να σηκωθώ αργά: ή θα επιτιθόμουν σαν καμικάζι, ή θα έμενα ακίνητος. Έσυρα το πάπλωμα μαζί μου, τυλίγονχάς το γύρω από το στήθος μου, και πήγα σκοντάφτοντας μέχρι το παράθυρο, με κομμένη την ανάσα και δίχως να μπορώ να δω τίποτα. Έξω ήταν τόσο σκοτεινά που μου ήταν σχεδόν αδύνατο να δω το παραμικρό. Μπορούσα μόνο να ξεχωρίσω ελάχιστα τους λόφους από τον ουρανό στο βάθος του ορίζοντα, και τα δέντρα που βολόδερναν καθώς ο άνεμος χα λύγιζε δίχως έλεος κάτω, ξανά και ξανά. Κοίχαξα επίμονα και προσπάθησα να ακούσω, προσπάθησα να ακούσω και κοίχαξα επίμονα, νιώθονχας γελοίος μα και συγχρόνως ήρωας. Ακούμπησα χην παλάμη μου πάνω σχο χζάμι χου παράθυρου, για να το σταματήσω να κροταλίζει. Αλλά το τρίξιμο της κούνιας στον κήπο έμοιαζε να έχει σβήσει, και χώρα δεν υπήρχε κανένα χραγούδι, χίποχα που να μπορώ να ακούσω. Και όμως, ήχαν λες και εκείνη η μελωδία, εκείνη η αλλόκοχη θλιμμένη μελωδία, ανχηχούσε ακόμα σχα χοιχώμαχα χου μυαλού μου. Μου έφερνε σχον νου ένα ναυχικό χραγούδι που ο γερο-Τόμας Έσεξ χραγουδούσε χην πρώχη φορά που έχυχε να χον συνανχήσουμε, καθώς ανηφόριζε χην οδό Κουάκερ.

«Ω, οι άντρες από το Γκράνιτχεντ σήκωσαν τα πανιά τους να πάνε να ψαρέψουν σε ξένες αμμουδιές. Μα τα καλά που επιάσανε μέσα στην ψαριά τους, ήταν κόκαλα, που στα σαγόνια τους είχαν λιώσει καρδιές». Αυτά τα λογία τα είχα ανακαλύψει αργότερα στο βιβλίο Θαλασσινά Τραγούδια τον ΠαλιούΣάλεμ, του Τζορτζ Μπλάιθ· όμως, σε αντίθεση με σχεδόν όλα τα άλλα τραγούδια του βιβλίου, δεν υπήρχε καμία απολύτως εξήγηση σχετικά με το νόημα τους, ούτε αναφερόταν αν οι στίχοι αυτοί πήγαζαν από την ιστορία των ντόπιων κατοίκων. Είχε απλά τον υπότιτλο «Αξιοπερίεργο». Ποιος λοιπόν ήταν εκείνος που τραγουδούσε ένα «αξιοπερίεργο» θαλασσινό τραγούδι έξω από το σπίτι μου, τόσο αργά τη νύχτα; Και για ποιον λόγο; Δεν θα ήταν δυνατό να υπάρχουν πάνω από δέκα άνθρωποι στο Γκράνιτχεντ που γνώριζαν αυτό το τραγούδι, ή τη μελωδία του. Η Τζέιν πάντα έλεγε πως το τραγούδι τούτο ακουγόταν «υπέροχα θλιμμένο». Περίμενα μπροστά στο παράθυρο, ώσπου στους ώμους μου άρχισε να φτάνει το κρύο. Σταδιακά, τα μάτια μου είχαν συνηθίσει στο σκοτάδι, και τώρα πια μπορούσα να διακρίνω ακαθόριστα το μαύρο βραχώδες άνοιγμα του Ισθμού του Γκράνιτχεντ, όπως το σχημάτιζαν τα κύματα του Ατλαντικού που έσπαγαν πάνω του. Τράβηξα το χέρι μου από το παραθυρόφυλλο, και τότε διαπίστωσα πως ήταν παγωμένο και υγρό. Το αποτύπωμά του έμεινε για λίγο πάνω στο τζάμι, δείχνοντας σαν χειρονομία φαντάσματος, και έπειτα έσβησε. Καθώς επέστρεφα στα τυφλά πίσω, στην κρεβατοκάμαρά μου, βρήκα τον διακόπτη της λάμπας και άναψα το φως. Το δωμάτιο ήταν το ίδιο όπως πάντα. Το μεγάλο, ξύλινο, παλιό αμερικάνικο κρεβάτι, με τα παραφουσκωμένα λινά μαξιλάρια- η σκαλιστή δίφυλλη ντουλάπα· η ξύλινη κασέλα. Πάνω στην τουαλέτα, στην άλλη άκρη του δωματίου, υπήρχε ένας μικρός καθρέφτης με ωοειδές σχήμα μέσα στον οποίον μόλις που μπορούσα να διακρίνω τη χλωμή, θολή αντανάκλαση του προσώπου μου. Αναρωτήθηκα αν μια κάθοδος μου στον κάτω όροφο, για να πιω κάτι, θα αποτελούσε παραδοχή της επικείμενης κατάρρευσής μου. Σήκωσα από το πάτωμα τη γαλάζια ρόμπα που είχα πετάξει κάτω όταν έπεφτα για ύπνο πριν από λίγες ώρες, και τη φόρεσα. Από τότε που έφυγε η Τζέιν, στο σπίτι βασίλευε μια απέραντη ησυχία. Ποτέ μου δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο θόρυβο, πόση αύρα, εκπέμπει ένας ζωντανός άνθρωπος, ακόμα και στον ύπνο του. Όταν η Τζέιν ζούσε, γέμιζε το σπίτι με τη ζεστασία και την προσωπικότητα και την ανάσα της. Τώρα, σε όποιο δωμάτιο και να κοιτούσα, το μόνο που συναντούσα ήταν το παρελθόν και η σιγή. Κουνιστές πολυθρόνες που έμεναν μονίμως ακίνητες. Κουρτίνες που δεν άνοιγαν ποτέ, παρά μόνο αν τις τραβούσα εγώ ο ίδιος. Ένας φούρνος που δεν άναβε ποτέ, παρά

μόνο οχ αν πήγαινα εγώ στην κουζίνα και τον άναβα για να ετοιμάσω ένα από τα μοναχικά μου γεύματα. Δεν υπήρχε κανείς για να μιλήσω· ούτε καν κάποιος που να μπορώ να του χαμογελώ όταν δεν έχω όρεξη για κουβέντα. Και η αβάσταχη, αδιανόητη σκέψη πως δεν θα τη δω ποτέ ξανά, ποτέ. Είχε περάσει ένας μήνας. Ένας μήνας και δυο μέρες, και μερικές ώρες. Είχα ξεπεράσει πλέον τον αυτοοικτιρμό. Νομίζω πως τον είχα ξεπεράσει. Σίγουρα πάντως είχαν τελειώσει τα δάκρυα, αν και δεν μπορείς να χάσεις από τη ζωή σου έναν άνθρωπο σαν την Τζέιν δίχως να κινδυνεύεις σε όλα τα υπόλοιπα χρόνια σου να παραδίνεσαι στο κλάμα τις πιο απροσδόκητες στιγμές. Ο Δρ. Ρόσεν με είχε προειδοποιήσει πως κάτι τέτοιο θα συνέβαινε από καιρό σε καιρό, και έλεγε την αλήθεια: μπορεί να βρισκόμουν σε έναν πλειστηριασμό, έτοιμος να κάνω προσφορά για κάποιο σπάνιο κομμάτι ναυτικής τέχνης που ίσως να ήθελα να αποκτήσω για το μαγαζί· και τότε ξαφνικά θα συνειδητοποιούσα πως στα μάγουλα μου κυλούσαν δάκρυα, και έπειτα θα χρειαζόταν να ζητήσω συγγνώμη από όσους βρίσκονταν γύρω μου και να αποσυρθώ στην τουαλέτα για να φυσήξω τη μύτη μου. «Καταραμένο ανοιξιάτικο κρύωμα», θα έλεγα στον υπάλληλο, στην πόρτα. Και εκείνος θα με κοιτούσε και θα ήξερε τι ακριβώς μου συνέβαινε, γιατί υπάρχει μια ανομολόγητη συγγένεια ανάμεσα σε όλους εκείνους που έχουν χάσει κοντινά τους πρόσωπα, ένα συναίσθημα που δεν μπορούν να μοιραστούν με κανέναν άλλον, γιατί θα έμοιαζε σαν να λυπούνται αρρωστημένα πολύ τους εαυτούς τους. Και όμως, που να πάρει, έτσι ακριβώς ένιωθα. Κατέβηκα στο χαμηλοτάβανο καθιστικό, άνοιξα τον μπουφέ, και έκανα απογραφή των ποτών που μου είχαν απομείνει. Δυο γουλιές Σίβας Ρίγκαλ· ένα ποτήρι του τσαγιού τζιν. Έ ν α μπουκάλι γλυκό σέρι, που άρεσε τόσο στην Τζέιν την πρώτη φορά που είχε μείνει έγκυος. Αποφάσισα να πιώ τσάι. Σχεδόν πάντα έπινα τσάι τα βράδια που ξυπνούσα απότομα στη μέση της νύχτας. Μαύρο τσάι, δίχως γάλα ή ζάχαρη. Μια γεύση που μου είχαν μάθει οι κάτοικοι του Σάλεμ. Έστριβα το κλειδί του μπουφέ όταν άκουσα την πόρτα της κουζίνας να κλείνει. Δεν χτύπησε με δύναμη, όπως θα είχε συμβεί αν την είχε σπρώξει ο αέρας, αλλά έκλεισε, στο παλιό της μάνταλο. Με μιας πάγωσα εκεί που βρισκόμουν· με κομμένη την ανάσα, και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή, προσπάθησα να ακούσω. Πέρα από το φύσημα του ανέμου, δεν υπήρχε κανένας άλλος ήχος- και όμως, ήμουν βέβαιος πως μπορούσα να νιώσω μια παρουσία, είχα την αίσθηση πως υπήρχε και κάποιος άλλος μέσα στο σπίτι. Έπειτα από έναν μήνα μοναξιάς, έναν μήνα απόλυτης ησυχίας, είχα αρχίσει να αισθάνομαι το παραμικρό ερέθισμα, το παραμικρό τρίξιμο, ακόμα και το πάτημα των ποντικιών και βέβαια, τις πολύ δυνατότερες δονήσεις των ανθρώπων. Γιατί οι άνθρωποι πάλλονται, όπως το ηχείο ενός βιολοντσέλο.

Ήμουν σίγουρος πως υπήρχε κάποιος εκεί μέσα, στην κουζίνα. Υπήρχε κάποιος εκεί, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο δεν υπήρχε καμιά ζεστασιά, και κανένας από τους συνήθως φιλικούς ήχους της ανθρώπινης φύσης. Διέσχισα το καφέ χαλί με το σκληρό πέλος, κάνοντας όσο λιγότερο θόρυβο μπορούσα, και πήγα προς το τζάκι, που ήταν ακόμα πυρακτωμένο και γεμάτο στάχτες από τα χτεσινά κούτσουρα. Έπιασα το μακρύ μπρούτζινο σκαλιστήρι της σχάρας, με το βαρύ κεφάλι σε σχήμα ιππόκαμπου, και το ζύγιασα στο χέρι μου. Καθώς περνούσα από το χολ, τα γυμνά μου πόδια έκαναν τα γυαλισμένα κεραμικά πλακάκια να τρίξουν. Το μακρόστενο ρολόι τοίχου που μας είχαν κάνει δώρο στον γάμο μας οι γονείς της Τζέιν χτυπούσε βαθιά και στοχαστικά μέσα στην κάσα του, που ήταν φτιαγμένη από ένα διχαλωτό κομμάτι μαόνι. Έφτασα στην πόρτα της κουζίνας και τέντωσα τα αυτιά μου, μήπως και καταφέρω να ακούσω το παραμικρό τρίξιμο, την παραμικρή ανάσα, την παραμικρή τριβή ανάμεσα στο ξύλο και σε κάποιο άλλο υλικό. Τίποτα. Μόνο το ρολόι, που μετρούσε τη ζωή που μου απέμενε, με τον ίδιο τρόπο που είχε μετρήσει και τη ζωή της Τζέιν. Μόνο ο άνεμος, που θα εξακολουθούσε να φυσά πάνω από τον Ισθμό του Γκράνιτχεντ πολύ καιρό αφότου εγώ θα είχα φύγει. Ακόμα και η θάλασσα έμοιαζε να έχει μείνει ακίνητη. «Είναι κανείς εκεί;» φώναξα, με μια φωνή που ξεκινούσε δυνατά και κατέληγε να ακούγεται σα στραγγαλισμένη. Και περίμενα, να απαντήσει κάποιος ή να μην απαντήσει κανείς. Τι ήταν αυτό; Τραγούδι; Έ ν α μακρινό, αμυδρό τραγούδι; «Ω, οι άντρες από το Γκράνιτχεντ σήκωσαν τα πανιά τους να πάνε να ψαρέψουν σε ξένες αμμουδιές». Ή μήπως δεν ήταν παρά μόνο το ρεύμα, που προσπαθούσε να γλιστρήσει κάτω από την πόρτα του κήπου; Τελικά, γύρισα απαλά το χερούλι της πόρτας· κοντοστάθηκα, και έπειτα έσπρωξα την πόρτα προς τα μέσα. Κανένα τρίξιμο, κανένας θόρυβος· είχα λαδώσει τους μεντεσέδες εγώ ο ίδιος. Έκανα ένα βήμα, έπειτα ένα ακόμα, ύστερα ψαχούλεψα με το χέρι μου τον τοίχο με περισσότερο ζήλο απ' όσο χρειαζόταν, ψάχνοντας για τον διακόπτη της λάμπας. Ο λαμπτήρας φθορισμού τρεμόπαιξε, έσβησε, και τέλος άναψε για τα καλά. Όρθωσα το σκαλιστήρι μπροστά μου, σε μια νευρική αντίδραση, και τότε συνειδητοποίησα πως η παλιού ρυθμού κουζίνα ήταν άδεια, και το κατέβασα. Η πόρτα που οδηγούσε στον κήπο ήταν κλειδωμένη και ασφαλισμένη, και το κλειδί βρισκόταν ακόμα εκεί όπου το είχα αφήσει, πάνω στο ψυγείο του πάγου, που σφύριζε απαλά. Τα γυαλισμένα φαγεντιανά πλακάκια πίσω από τα σκεύη της κουζίνας άστραφταν ήπια όπως πάντα, με τους ανεμόμυλούς τους και τις

ολλανδικές βάρκες, τις τουλίπες και τα ξυλοπάπουτοα. Οι χάλκινες κατσαρόλες κρέμονταν σε σειρές που γυάλιζαν ελαφρά- και το βαθύ πιάτο μου, από το χτεσινοβραδινό δείπνο βρισκόταν ακόμα εκεί, περιμένοντας κάποιον να το πλύνει. Άνοιξα ντουλάπια, χτύπησα πόρτες με κρότο, έκανα πολύ θόρυβο για να διαβεβαιώσω τον εαυτό μου πως ήμουν πραγματικά μόνος. Κοίταξα με άγριο βλέμμα έξω από το παράθυρο, για να τρομοκρατήσω οποιονδήποτε θα μπορούσε να κρύβεται στον κήπο. Το μόνο που είδα, όμως, ήταν η αντανάκλαση του δικού μου προσώπου, και θαρρώ πως αυτό με τρομοκράτησε πιο πολύ από κάθε τι άλλο. Ο φόβος από μόνος του είναι τρομακτικός. Το να δεις rov ίδιο σου τον εαυτό τρομαγμένο είναι ακόμα χειρότερο. Βγήκα από την κουζίνα, και πέρασα από το χολ, φωνάζοντας για άλλη μια φορά: «Ποιος είναι εκεί; Είναι κανείς εκεί;» και η απάντηση που πήρα, για άλλη μια φορά, ήταν η ησυχία. Όμως, είχα μια αίσθηση που με γέμιζε ανησυχία πως κάποιος ή κάτι περνούσε μέσα από τον αέρα, λες και τα μόρια της ατμόσφαιρας αναδεύονταν από κάποιες αόρατες σε μένα κινήσεις. Υπήρχε μια αίσθηση παγωμάρας, ακόμα· μια αίσθηση απώλειας και οδυνηρής δυστυχίας. Ή τ α ν η ίδια παγωμάρα που νιώθει κανείς έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, ή όταν ακούει το ίδιο του το παιδί να κλαίει μέσα στη νύχτα· ο τρόμος ενός μικρού παιδιού για αυτά που μπορεί να φέρει μαζί του το σκοτάδι. Στάθηκα στο χολ, δίχως να ξέρω τι πρέπει να κάνω, ή πώς πρέπει να νιώσω. Ή τ α ν αρκετά ξεκάθαρο πως δεν υπήρχε κανείς εδώ· εκτός από τη δική μου παρουσία, το σπίτι ήταν άδειο. Δεν υπήρχε κανένα υλικό σημάδι εισβολής. Καμία πόρτα δεν είχε παραβιαστεί, κανένα παράθυρο δεν είχε σπάσει. Και όμως, ήταν εξίσου προφανές πως με κάποιον τρόπο η προοπτική του σπιτιού είχε ανεπαίσθητα μεταβληθεί. Τώρα ένιωθα σαν να κοιτούσα το χολ από μια νέα οπτική γωνία· ήταν σαν να έβλεπα τη δεξιά όψη μιας στερεοσκοπικής εικόνας, αντί για την αριστερή. Μπήκα στην κουζίνα, δίστασα ξανά, και έπειτα πήρα την απόφαση να φτιάξω τσάι. Ίσως και κάνα-δυο ασπιρίνες να βοηθούσαν. Κατευθύνθηκα προς τον πάγκο, εκεί που με περίμενε η χύτρα, και με μεγάλο φόβο διαπίστωσα πως μέσα από το στόμιο της ήδη ανέβαινε μια λεπτή ελικοειδής γραμμή ατμού. Με τις άκρες των δαχτύλων μου, ακούμπησα το καπάκι της χύτρας. Ζεματούσε. Έκανα ένα βήμα πίσω, και κοίταξα το σκεύος με δυσφορία. Η συνοφρυωμένη μου αντανάκλαση, γελοία παραμορφωμένη, μου ανταπόδωσε το βλέμμα μέσα από το ανοξείδωτο ατσάλι της χύτρας. Ήξερα πως σκεφτόμουν να κάνω τσάι, είχα όμως πραγματικά γυρίσει τον διακόπτη της χύτρας εγώ ο ίδιος; Δεν μπορούσα να θυμηθώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι τέτοιο. Και όμως, η χύτρα έβραζε ήδη, κάτι που συνήθως έπαιρνε δύο με τρία λεπτά, και είχε κιόλας σβήσει αυτόματα. Πρέπει να το είχα κάνει εγώ ο ίδιος. Ήμουν κουρασμένος, αυτό ήταν όλο.

Άπλωσα το χέρι μου στο ντουλαπάκι του τοίχου, για να κατεβάσω μια κούπα και ένα πιατάκι. Και καθώς έκανα αυτήν την κίνηση, μπορούσα να το ακούσω ξανά, εκείνο το τραγούδι που έφτανε τόσο αμυδρά στα αυτιά μου. Έμεινα ακίνητος, τεντώνοντας τα αυτιά μου, αλλά είχε χαθεί. Έβγαλα την κούπα και το πιατάκι, και τη μικρή τσαγιέρα από αγγλική πορσελάνη, και άνοιξα πάλι τη χύτρα, για να ξαναβράσει το νερό. Ίσως ο θάνατος της Τζέιν να με είχε επηρεάσει περισσότερο απ' όσο είχα συνειδητοποιήσει. Ίσως το πένθος να έβρισκε τρόπους να εκφραστεί μέσα από οράματα, παραισθήσεις, και περίεργα συναισθήματα. Ο Καρλ Γιουνγκ δεν ήταν που είχε μιλήσει για το συλλογικό υποσυνείδητο, μια δεξαμενή ονείρων που τη μοιραζόμαστε όλοι; Ίσως κάθε φορά που μια ψυχή χάνεται σ' αυτή τη δεξαμενή, να προκαλεί κυματισμούς που όλοι μπορούν να νιώσουν, και ιδιαίτερα εκείνοι που βρίσκονταν πιο κοντά από τους άλλους στην ψυχή τούτη. Η χύτρα σχεδόν έβραζε πάλι όταν, αργά-αργά, η γυαλιστερή της επιφάνεια άρχισε να θαμπώνει, θαρρείς και η θερμοκρασία στο εσωτερικό της κουζίνας να είχε πέσει απότομα. Όμως ήταν μια κρύα νύχτα, και έτσι αυτό δεν μου έκανε καμία εντύπωση. Πήγα στην άλλη πλευρά της κουζίνας, για να πάρω το φτιαγμένο από κασσίτερο κουτί του τσαγιού. Όταν γύρισα πίσω, όμως, για μερικές σύντομες στιγμές, ήμουν σίγουρος πως είδα κάτι γραμμένο στη θαμπή πλευρά της χύτρας, σαν κάποιος να είχε βιαστικά γράψει κάτι με το δάχτυλο του πάνω στον ατμό. Εκείνη τη στιγμή, το νερό έβρασε, ο διακόπτης της χύτρας έκλεισε, και ο ατμός έσβησε. Όμως, εγώ εξακολουθούσα να κοιτώ επίμονα τη χύτρα, για να βρω ένα απομεινάρι εκείνου που πριν λίγο είχα δει, και αφού γέμισα την τσαγιέρα, έβαλα κι άλλο νερό να βράσει, για να δω αν τα γράμματα θα έκαναν ξανά την εμφάνισή τους. Υπήρχε μια κηλίδα που θα μπορούσε να είναι ένα «Σ», και άλλη μια που έμοιαζε με «Ε», αλλά αυτό ήταν όλο. Μάλλον μου έστριβε οριστικά και αμετάκλητα. Πήρα το τσάι μου στο καθιστικό, έκατσα δίπλα στο τζάκι που ήταν ακόμα ζεστό, και προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Δεν μπορούσε να είναι γράμματα αυτά. Δεν μπορούσε να είναι τίποτα παραπάνω από λιγδιασμένα σημάδια στα πλαϊνά της χύτρας, εκεί όπου οι ατμοί δεν μπορούσαν να στερεωθούν. Δεν πίστευα στους πίνακες Ουίτζα* ή την αυτόματη γραφή, ή τις «παρουσίες». Δεν πίστευα στα Πόλτεργκαϊστ και δεν πίστευα σε καμία από εκείνες τις αποκρυφιστικές θεωρίες σχετικά με τη μεταβίβαση της σκέψης, την ψυχοκινητική, στο ότι μπορεί κανείς να μετακινεί τασάκια μόνο με τη σκέψη του· δεν πκττευα σε τίποτα απ' όλα αυτά. Ο καθένας είχε το δικαίωμα να πιστεύει σε ό,τι ήθελε, δεν έλεγα το αντίθετο, όμως εγώ δεν τα πίστευα. Αλήθεια. Θέλω να πω, δεν ήμουν έτομος να δεχθώ τα μεταφυσικά φαινόμενα δίχως επιχειρήματα. Ίσως κάποιοι άνθρωποι να είχαν αληθινά δει τέτοια πράγματα. Ό χ ι όμως εγώ, και πιο πολύ από κάθε τι προσευχόμουν να μην έβλεπα ποτέ κάτι τέτοιο. * Ξύλινο ταμπλό με τα γ ρ ά μ μ α τ α της α λ φ α β ή τ ο υ , τ ο υ ς α ρ ι θ μ ο ύ ς α π ό το ο έ ω ς το 9 και τις λ έ ξ ε ι ς «Ναι» και «Όχι», π ο υ χρησιμοποιείται οτις πνευματιστικές σ υ γ κ ε ν τ ρ ώ σ ε ι ς ως μέσο επικοινωνίας με τα π ν ε ύ μ α τ α τ ω ν νεκρών.

Διόλου δεν ήθελα να σκέφτομαι πως η Οικία της Οδού Κουάκερ μπορεί να είναι στοιχειωμένη, ειδικά από κάποιον που ήξερα. Ειδικά, Θεός φυλάξοι, από την Τζέιν. Έμεινα στο καθιστικό ώσπου το εκκρεμές του χολ σήμανε πέντε, ξάγρυπνος και δυστυχισμένος και βαθιά ανήσυχος. Επιτέλους η αυγή του Βόρειου Ατλαντικού πέρασε με αυστηρότητα μέσα από τα παράθυρα από γραφίτη, και έντυσε το καθιστικό στα γκρίζα. Ο άνεμος είχε απαλύνει τώρα και είχε γίνει παγωμένο αεράκι, και εγώ βγήκα έξω, από την πίσω πόρτα, και περπάτησα ξυπόλυτος στον δροσοσκέπαστο κήπο, φορώντας μόνο τη ρόμπα μου και το παλιό μου τζάκετ από προβιά, και στάθηκα δίπλα στην κούνια. Τα νερά πρέπει να ήταν χαμηλά, γιατί μακριά, πάνω απο τις παραλίες του Ισθμού του Γκράνιτχεντ οι στέρνες είχαν ήδη αρχίσει τις εφορμήσεις για τη λεία τους. Οι φωνές τους έμοιαζαν με τις φωνές μικρών παιδιών. Προς τα βορειοδυτικά, μπορούσα να δω τον φάρο της νήσου Γουίντερ να αναβοσβήνει ακόμα. Έ ν α παγωμένο φωτογραφικό πρωινό. Μια εικόνα του κόσμου που έφυγε. Η κούνια ήταν πάνω από εβδομήντα με ογδόντα χρόνια παλιά, φτιαγμένη σαν πολυθρόνα, με μια πλατιά, λαξεμένη πλάτη. Ψηλά υπήρχε χαραγμένο το πρόσωπο του ήλιου, και η φράση: «Τα πάντα, εκτός από τον ήλιο τους, είναι σταθερά», που όπως είχε ανακαλύψει η Τζέιν ήταν απόσπασμα από τον Λόρδο Βύρωνα. Οι αλυσίδες της κούνιας κρέμονταν από ένα είδος μονόζυγου· όμως αυτό ήταν αρκετά δύσκολο να το δει κανείς, γιατί όποιος και αν ήταν εκείνος που είχε φτιάξει την κούνια, πριν από τόσα πολλά χρόνια, είχε φυτέψει μια μικρή μηλιά δίπλα της, και τώρα η κούνια βρισκόταν κάτω από μια ομπρέλα από παλιά ροζιασμένα κλαδιά, και τα καλοκαίρια, κάθε φορά που έκανε κανείς κούνια, τα άνθη της μηλιάς ράντιζαν όλον τον τόπο, σα νιφάδες χιονιού. Η κούνια (είχε πει κάποτε η Τζέιν, καθώς λικνιζόταν και τραγουδούσε) ήταν το χόμπι των ανόητων και των γελωτοποιών, ένα είδος μεσαιωνικής τρέλας που δεν διέφερε από τις περιδινήσεις των περιστρεφόμενων δερβίσηδων. Της θύμιζε κλόουν και μίμους και κύστες χοίρων πάνω σε ξύλα, και είχε πει πως κάποτε με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι επικαλούνταν τους καλικάντζαρους, τα δαιμόνια και τα ξωτικά. Θυμάμαι πώς γελούσα μαζί της καθώς έκανε κούνια· όπως στεκόμουν εκείνο το πρωινό μόνος μου εκεί, διαπίστωσα πως τα μάτια μου ακολουθούσαν την τροχιά στην οποία εκείνη κάποτε λικνιζόταν, παρ' όλο που η κούνια ήταν ακίνητη, διακοσμημένη από την πρωινή δροσιά, ακίνητη από τον αέρα, και εξίσου ακίνητη από τις αναμνήσεις μου. Έβαλα τα χέρια μου στις τσέπες του τζάκετ μου. Απ' ό,τι φαινόταν ξημέρωνε μια από εκείνες τις καθαρές, δροσερές μέρες του Ατλαντικού, απελπιστικά παγωμένη, μα φωτεινή. Έσπρωξα λίγο την κούνια και οι αλυσίδες διαμαρτυρήθηκαν, αλλά ακόμα και όταν την έσπρωξα με μεγαλύτερη δύναμη, δεν μπόρεσα να αναπαράγω εκείνον τον ήχο που είχα ακούσει το βράδι. Για να δημιουργήσει κανείς

εκείνο το χαρακτηριστικό κρακκκ-ακουίκ, ε'πρεπε να κάτσει πάνω στην κούνια, πάνω σε εκείνο το κάθισμα με την ψηλή πλάτη, και να σπρώξει προς τα πίσω, και πάνω, και πίσω, και πάνω, ώσπου σι μύτες των ποδιών του να ακουμπούν σχεδόν τα χαμηλότερα κλαδιά της μηλιάς. Διέσχισα τον δενδρόκηπο μέχρι το τέλος του, και κοίταξα την ελικοειδή κατηφοριά της οδού Κουάκερ προς το Γκράνιτχεντ. Δύο ή τρεις καμινάδες ήδη κάπνιζαν στα σπίτια των ψαράδων και ο καπνός κατευθυνόταν προς τα δυτικά, προς το Σάλεμ, το διάγραμμα των σπιτιών του οποίου είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται πιο καθαρά πάνω στον ορίζοντα . Με αργές κινήσεις επέστρεψα στο σπίτι, ρίχνοντας ματιές εδώ και κει για να ανακαλύψω τυχόν σημάδια λιωμένου χορταριού, ή πατημασιές, οποιοδήποτε σημάδι τέλος πάντων που θα μου έδειχνε πως κάποιος είχε βρεθεί στον κήπο μου το προηγούμενο βράδι· δεν υπήρχε όμως τίποτα. Πήγα στην κουζίνα, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, και έκανα άλλο ένα φλυτζάνι μαύρο τσάι, και έφαγα τρία μπισκότα με καρύδα, νιώθοντας αδικαιολόγητα ένοχος που αυτό ήταν όλο κι όλο το πρωινό μου. Η Τζέιν πάντα επέμενε να μου ετοιμάζει μπέικον, ή βάφλες, ή χτυπητά αυγά. Πήρα το φλυτζάνι μαζί μου, και πήγα στο μπάνιο για να ξυριστώ. Είχαμε τοποθετήσει στο μπάνιο έναν μεγάλο Βικτοριανό νιπτήρα που είχαμε περισώσει από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στο Σουόμπσκοτ, και τον είχαμε διακοσμήσει με ένα ζευγάρι τεράστιες μπρούντζινες στρόφιγγες. Πάνω από τον νιπτήρα υπήρχε ένας αυθεντικός καθρέφτης κουρείου, που περιστοιχιζόταν από μια ωοειδή κορνίζα από βραζιλιάνικο ξύλο. Επιθεώρησα την εμφάνιση μου στον καθρέφτη και αποφάσισα πως δεν έδειχνα ιδιαίτερα άσχημος αν υπολογίζαμε πως είχα μείνει ξύπνιος το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς — όχι μόνο ξύπνιος, αλλά και πολύ τρομαγμένος για να πέσω για ύπνο. Έπειτα έστριψα τις βρύσες και γέμισα τον νιπτήρα με ζεστό νερό. Μόνο όταν σήκωσα το κεφάλι μου για να αρχίσω το ξύρισμα είδα τα γράμματα που υπήρχαν πάνω στον καθρέφτη. Τουλάχιστον, έμοιαζαν με γράμματα, αν και θα μπορούσαν σχεδόν εξίσου εύκολα να είναι απλές σταγόνες υγρασίας που έπαιζαν παιχνίδια πάνω στο τζάμι. Κοίταξα προσεκτικά, τρομαγμένος και υπνωτισμένος, και ήμουν σίγουρος πως μπορούσα να διακρίνω τα γράμματα Ε, Λ, Σ, αν και ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά ακόμη δυσδιάκριτα γράμματα. Έ ν α Ε, ένα Λ, έπειτα κάτι ακόμα, και ένα Σ; Τι στην ευχή θα μπορούσε να σημαίνει τούτο; ΕΛΟΣ; ΕΛΕΟΣ; Ξαφνικά ήμουν σίγουρος πως τα μάτια μου είχαν παρατηρήσει την αντανάκλαση μίας κίνησης, ενός λευκού τρεμουλιαστού αντικειμένου πέρα από την ανοιχτή πόρτα του μπάνιου, πίσω μου. Γύρισα και ρώτησα, φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσα: «Ποιος είναι εκεί;» και στη συνέχεια, με πόδια παγωμένα από τον φόβο, βγήκα στον διάδρομο, και το βλέμμα μου διέτρεξε τη διαδρομή από τις σκοτεινές σκαλιστές σκάλες έως τον διάδρομο του κάτω ορόφου. Δεν ήταν

κανείς εκεί. Κανένα βήμα, κανένας ψίθυρος, κανένα μυστηριώδες κλείσιμο πόρτας, τίποτα. Μόνο ένας μικρός πίνακας του Έντουαρντ Χικς που απεικόνιζε έναν ναύτη, ο οποίος με κοιτούσε με εκείνον τον νωθρό, γαλήνιο τρόπο που χαρακτηρίζει όλους τους ανθρώπους στους πίνακες του Έντουαρντ Χικς. Δεν ήταν κανείς εκεί. Και όμως, για πρώτη φορά από τότε που πέθανε, για πρώτη φορά έπειτα από έναν ολόκληρο μήνα μοναξιάς και σιωπηλού πόνου, άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει: «Τζέιν;»

ΔΥΟ

Ο

Ουόλτερ Μπέντφορντ κάθισε πίσω από το μεγάλο του γραφείο με τη δερμάτινη επιφάνεια, με το πρόσωπο του να μισοσκιάζεται από το πράσινο φωτιστικό, και είπε: «Θα πάρω τη μητέρα της μαζί μου τον επόμενο μήνα. Μερικές βδομάδες στις Βερμούδες, ίσως, κάπου να ηρεμήσει το μυαλό της, να μπορέσει να το ξεπεράσει. Θα έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα, υποθέτω- όμως, ξέρεις τώρα, ήταν τόσο άρρωστος ο γερο-Μπίμπερ». «Λυπάμαι που το έχει πάρει τόσο άσχημα», απάντησα. «Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελες να κάνω — » Ο κος Μπέντφορντ κούνησε το κεφάλι. Τόσο για τον ίδιο, όσο και για τη σύζυγο του, την Κόνσταντιν, ο θάνατος της Τζέιν ήταν η χειρότερη τραγωδία της ζωής τους- κατά κάποιον τρόπο, ήταν ακόμα χειρότερο και από τον χαμό του μοναδικού άλλου τους παιδιού, του αδερφού της Τζέιν, του Φίλιπ, που πέθανε όταν ήταν πέντε χρονών από πολιομυελίτιδα. Ο κος Μπέντφορντ μού είχε πει πως όταν πέθανε η Τζέιν είχε νιώσει ότι τον είχε καταραστεί ο Θεός. Η γυναίκα του είχε αισθανθεί ακόμα μεγαλύτερη πίκρα, και είχε αρχίσει να αναρωτιέται μήπως ο ςιορέας της κατάρας ήμουν εγώ. Παρ' όλο που ένας από τους πιο νέους συνεταίρους του κου Μπέντφορντ στη δικηγορική εταιρεία του Σάλεμ Μπέντφορντ & Μπίμπερ είχε προσφερθεί να εκτελέσει τη διαθήκη της Τζέιν, και να αναλάβει τα της κηδείας της, ο πατέρας της είχε επιμείνει να χειριστεί όλες τις λεπτομέρειες ο ίδιος, με ένα είδος οδυνηρής ικανοποίησης. Μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Η Τζέιν είχε αποτελέσει ένα τόσο λαμπρό φως στις ζωές όλων μας που ήταν πολύ δύσκολο να την αφήσει κανείς να φύγει- και ήταν ακόμα δυσκολότερο να σκέφτεται πως θα έφτανε κάποτε μια μέρα που δεν θα τη σκεφτόμαστε, έστω και για λίγο. Κηδεύτηκε στο κοιμητήριο Ουότερσαϊντ, στο Γκράνιτχεντ, το απομεσήμερο μιας Παρασκευής. Ήταν είκοσι οχτώ χρονών, και το φέρετρο της το μοιραζόταν με το αγέννητο παιδί μας. Η ταφόπλακά της έγραφε: «Δείξτε μου τον δρόμο που οδηγεί σε οποιοδήποτε όμορφο αστέρι». Η κα Μπέντφορντ δεν καταδέχτηκε ούτε να με κοιτάξει κατά τη διάρκεια της

τελετής. Νομίζω πως στα μάτια της ήμουν χειρότερος ακόμα και από έναν δολοφόνο. Δεν είχα καν την αξιοπρέπεια να σκοτώσω την Τζέιν εγώ ο ίδιος, με τα γυμνά μου χέρια. Αντίθετα, είχα αφήσει τη μοίρα να κάνει όλη τη βρόμικη δουλειά για λογαριασμό μου. Η μοίρα ήταν ο φονιάς που είχε δουλέψει για μένα. Είχα γνωρίσει την Τζέιν κατά τύχη σε ένα κυνήγι αλεπούς, κοντά στο Γκρίνγουντ της Νότιας Καρολίνας, πριν από λιγότερο από δύο χρόνια, αν και τώρα πια τα χρόνια αυτά έμοιαζαν να είναι είκοσι. Βρέθηκα στο κυνήγι εκείνο αναγκαστικά· διεξαγόταν στο πενήντα δύο χιλιάδων στρεμμάτων κτήμα ενός από τους πιο ισχυρούς πελάτες του εργοδότη μου. Η Τζέιν ήταν εκεί επειδή την είχε καλέσει κάποια διαχυτική φίλη της από το Κολέγιο Ουέλεσλι να νιώσει την έξαψη της μύησης στο κυνήγι, για να δει το αίμα των θηραμάτων. Τελικά δεν έτρεξε καθόλου αίμα, οι αλεπούδες κατάφεραν να ξεφύγουν. Όμως αργότερα, κάτσαμε μόνοι μας στις πανέμορφες ιταλικές πολυθρόνες του ήσυχου υπερώου της καλόγουστης αποικιακής έπαυλης, και ήπιαμε σαμπάνια, και ερωτευτήκαμε. Η Τζέιν μού ανέφερε ένα κομμάτι του Κιτς, και αυτός ήταν ο λόγος που στην ταφόπλακά της είχαμε χαράξει έναν στίχο του Κιτς. «Είδα χλωμούς βασιλιάδες και πριγκίπισσες, χλωμούς πολεμιστές, σαν τον θάνατο χλωμοί ήταν όλοι τους, που έκλαιγαν — Η όμορφη Κυρά δίχως £1εος σε έχει στη σκλαβιά της!» Φαινομενικά δεν είχαμε τίποτα κοινό με την Τζέιν: ούτε τρόπο ζωής, ούτε εκπαίδευση, ούτε φίλους. Εγώ είχα γεννηθεί και μεγαλώσει στο Σεντ Λούις, του Μιζούρι· ο πατέρας μου ήταν ιδιοκτήτης υποδηματοπωλείου, του Παπούτσια και Τακούνια Τρέντον, και παρ' όλο που είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μου προσφέρει μόρφωση υψηλού επιπέδου — «κανένα από τα παιδιά μου δεν πρόκειται να περάσει την υπόλοιπη ζωή του κοιτώντας τις πατούσες των ποδιών των άλλων ανθρώπων», συνήθιζε να λέει— εγώ ήμουν ένας κλασικός κάτοικος μιας κλασικής μεσοδυτικής πολιτείας. Μιλήστε μου για το Τσίλικοθ, για την Κολούμπια και τους Καταρράκτες Σιου· αυτά είναι τα ονόματα που με ενδιαφέρουν. Σπούδασα διοίκηση επιχειρήσεων στο πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον, και στα είκοσι τέσσερά μου έπιασα δουλειά στη χημική εταιρεία Μιντγουέστερν, στο Φέργκιουσον. Ήμουν ένα ανώτερο στέλεχος τριάντα ενός ετών που φορούσε γκρίζα κουστούμια και σκούρες κάλτσες και κουβαλούσε μαζί του τεύχη του περιοδικού Φόρτσιουν στον χειροποίητο δερμάτινο χαρτοφύλακά του. Η Τζέιν, από την άλλη, ήταν η μοναχοκόρη μιας σεβαστής μα όχι και τόσο ευκατάστατης οικογένειας από το Σάλεμ της Μασαχουσέτης- μοναχοκόρη, και αργότερα μοναχοπαίδι. Μεγάλωσε μέσα στην ομορφιά και τη χάρη με παλιούς τρόπους, αλλά ήταν συγχρόνως τόσο εκλεπτυσμένη, αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «τοπική Βίβιαν Λι». Της άρεσαν τα έπιπλα αντίκες και η πρωτόγονη αμερικανική ζωγραφική και τα χειροποίητα παπλώματα, αλλά δεν είχε καθόλου χρόνο για

να ράβει η ίδια, και πολύ σπάνια φορούσε εσώρουχα, και κάθε φορά που έβγαινε στον κήπο φορούσε ψηλοτάκουνες γαλλικές παντόφλες, και βυθιζόταν μέσα στη λάσπη, δίπλα στα λάχανα. «Που να πάρει, θα έπρεπε να είχα γίνει μια καλή νοικοκυρά», συνήθιζε να μου λέει κάθε φορά που το ψωμί της αρνιόταν να φουσκώσει και έμενε διπλωμένο πεισματάρικα στο ταψί του, ή όταν η μαρμελάδα της μετατρεπόταν σε πίσσα. «Όμως, για κάποιον λόγο δεν έχω το ταλέντο». Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς είχε δοκιμάσει να φτιάξει λίγο Χοροπηδηχτό Τζον, ένα παραδοσιακό φαγητό του Νότου με μπέικον και μπιζέλια, όμως στο τέλος αυτό που είχε μαγειρέψει έμοιαζε πιο πολύ με κόκκινα λαστιχένια γάντια και ξεραμένη κόλλα, και όταν σήκωσε το καπάκι από την κατσαρόλα γελάσαμε μέχρι που πόνεσε το σαγόνι μας, και υποθέτω αυτό είναι που κάνει έναν γάμο επιτυχημένο. Όμως αργότερα, καθώς ξαπλώναμε στο κρεβάτι, είχε πει: «Σύμφωνα με τον μύθο, αν την Πρωτοχρονιά δεν σερβίρεις Χοροπηδηχτό Τζον σε περιμένει ένας χρόνος κακής τύχης». Δεν ήταν τόσο απελπισμένη σαν τη «Γλύκα» σε εκείνο το κάντρι τραγούδι, που έκανε το αυτοκίνητο της κομμάτια και έκλαψε όταν έλιωσε το χιόνι, αλλά πιστεύω πως μπορείτε να καταλάβετε γιατί αυτό το τραγούδι δεν ήταν από εκείνα που μου άρεσε να ακούω. Όλοι μας ρέπουμε ασταμάτητα προς τον οδυνηρό συναισθηματισμό κάθε φορά που σκεφτόμαστε ανθρώπους που αγαπήσαμε και χάσαμε. Όλα τέλειωσαν στη Γέφυρα του Απόκρυφου Ποταμού, τέλος Γενάρη, μέσα στο ανελέητο χιόνι, καθώς επέστρεφε με το αυτοκίνητο, έπειτα από μια επίσκεψη στο σπίτι των γονιών της στο Ντένταμ, και προσπάθησε να κόψει ταχύτητα για τα διόδια· ήταν μια έξι μηνών έγκυος νέα γυναίκα με μαύρα μαλλιά, που οδηγούσε μια κίτρινη σπορ Μάστανγκ II· και τα αερόφρενα της νταλίκας Κένγουορθ που ερχόταν από πίσω, υπερβολικά κοντά της, κόλλησαν. Οι δεκαεφτά τόνοι της νταλίκας, και ολόκληρο το φορτίο της από ατσάλινες σωληνώσεις για τα καινούργια αποχετευτικά έργα στο Γκλόστερ, έμπηξαν το τιμόνι μέσα της, και μέσα στο παιδί της. Μου τηλεφώνησαν και μου είπαν: «Γειά σας», με πολλή ζωντάνια, και έπειτα μου ανακοίνωσαν πως η Τζέιν ήταν νεκρή και αυτό ήταν το τέλος. Για χάρη της Τζέιν, λιγότερο από έναν χρόνο πριν, είχα παραιτηθεί από τη Μιντγουέστερν, και είχαμε μετακομίσει στο Γκράνιτχεντ. Ήθελε γαλήνη, μου είχε πει, μια ζωή με ηρεμία, στην εξοχή, μέσα σε ένα ανεπηρέαστο από τη σύγχρονη ζωή περιβάλλον. Ήθελε παιδιά, και χαρούμενα Χριστούγεννα, και εκείνο το είδος ήπιας ευτυχίας που έβγαινε από τα τραγούδια του Μπινγκ Κρόσμπι, και που οι σύγχρονοι Αμερικάνοι που ζούσαν στα αστικά κέντρα είχαν ξεχάσει. Της είπα πως είχα κίνητρα να φτάσω ψηλά, πως χρειαζόμουν την επιδοκιμασία των συναδέλφων μου, και δολάρια, και ένα γιακούζι, και ένα γκαράζ που οι πόρτες /tiSPRl·κ

του θα αναγνώριζαν αυτόματα τη φωνή μου. Μου απάντησε: «Δεν μπορεί να σοβαρολογείς, Τζον. Για ποιο λόγο θέλεις να αλυσοδέσεις τον εαυτό σου με όλα αυτά τα πράγματα;» και με φίλησε στο μέτωπο, αν και μου φαίνεται πως από τότε που μετακομίσαμε στο Γκράνιτχεντ αποκτήσαμε περισσότερα υλικά αγαθά με τη μορφή εκκρεμών ρολογιών και γραφείων και κουνιστών πολυθρόνων απ' ό,τι θα μπορούσα ποτέ μου να φανταστώ πως θα έχω ή θα επιθυμήσω. Και εγώ όμως, βαθιά μέσα μου αισθανόμουν να με κυριεύει πανικός στη σκέψη πως την επόμενη χρονιά μπορεί να μην έβγαζα περισσότερα σε σχέση με χην προηγούμενη. Όταν υπέβαλα την παραίχησή μου, μού φέρθηκαν σαν να είχα ξαφνικά ομολογήσει πως ήμουν ένας κρυφός ομοφυλόφιλος. Ο πρόεδρος της εταιρείας διάβασε χο γράμμα μου, το διάβασε άλλη μια φορά, και μάλιστα το γύρισε και ανάποδα για να δει αν μπορούσε να διαβασχεί διαφορεχικά. Ύστερα, είπε: «Τζον, θα δεχτώ χην παραίχησή σου, αλλά με όλο το θάρρος θα σου θυμίσω τα λόγια του Οράτιου. Caelum non animum mutant qui trans mare currunt. Εκείνοι που διασχίζουν τις θάλασσες αλλάζουν τους ουρανούς τους, μα όχι και τις ψυχές τους». «Μάλιστα, κε Κέντρικ», απάντησα άχονα, και γύρισα σχο σπίχι στο οποίο μέναμε με νοίκι σχο Φέργκιουσον και, πριν επισχρέψει η Τζέιν, αποχελείωσα ένα μπουκάλι Σίβας Ρίγκαλ. «Παραιχήθηκες», είπε, μόλις μπήκε μέσα, με χα χέρια χης φορχωμένα πακέχα που ήδη δεν μπορούσαμε να πληρώσουμε. «Είμαι σχο σπίχι μου, είμαι μεθυσμένος, άρα πρέπει να παραιχήθηκα», χης είπα. Μέσα σε έξι βδομάδες, είχαμε μεχακομίσει σχο Γκράνιχχενχ, μισή ώρα απόσχαση με το αυτοκίνηχο από χο σπίχι χων γονιών χης Τζέιν και καθώς χο καλοκαίρι φούνχωνε αγοράσαμε χην Οικία χης Οδού Κουάκερ, σχη βορειοδυχική ακχή της χερσονήσου του Γκράνιχχενχ. Ο προηγούμενος ιδιοκχήχης είχε κουρασχεί από χον άνεμο, όπως μας είχε δηλώσει ο μεσίχης· είχε κουρασχεί από χους παγωμένους χειμώνες, από χα σχρείδια χου Γκράνιχχενχ, και είχε ήδη μεχακομίσει νόχια, σε ένα συγκρόχημα καχοικιών σχο Φορτ Λόνχερνχεϊλ. Δύο βδομάδες αργότερα, όταν το σπίτι βρισκόχαν ακόμα σε καχάσχαση χάους, και ο χραπεζικός μου λογαριασμός είχε αρχίσει να μοιάζει σαν να είχε δεχχεί επίθεση με βόμβες ναπάλμ, νοικιάσαμε ένα καχάσχημα ακριβώς σχο κένχρο χου Γκράνιχχενχ, που κοιχούσε σχην πλατεία σχην οποία χο 1691 είχαν κρεμάσει χη μοναδική μάγισσα χου Γκράνιτχεντ από χις φχέρνες και χην είχαν κάψει- χην πλαχεία σχην οποία ένα απόσπασμα από βρεχανούς σχραχιώχες είχε πυροβολήσει και σκοχώσει χρεις ψαράδες από χη Μασαχουσέχη. Βαφχίσαμε χο μαγαζί Ναυχικές Αντίκες Τρένχον (αν και η μηχέρα χης Τζέιν είχε παγωμένα προχείνει χην ονομασία Ναυχικά Μπιχλιμπίδια) και χο ανοίξαμε με περηφάνια και μπόλικη πράσινη μπογιά. Δεν ήμουν διόλου σίγουρος πώς θα χα βγάζαμε πέρα για αρκεχό καιρό, πουλώνχας μόνο βαρούλκα και κουλουμπρίνες και ρολόγια φχιαγμένα με

κουμπιά από σημαίες· όμως, η Τζε'ιν αντιμετώπιζε την ανησυχία μου γελώντας και λέγοντας πως όλοι λάτρευαν τις ναυτικές αντίκες, ειδικά όσοι δεν είχαν βρεθεί ποτέ στη θάλασσα, και πως θα γινόμασταν πλούσιοι. Τελικά δεν γίναμε πλούσιοι, αλλά βγάζαμε αρκετά για να αγοράζουμε ξύλα για το τζάκι μας και κακκαβιά και κόκκινο κρασί Πολ Μασόν, και να πληρώνουμε το νοίκι, και υποθέτω πως αυτό ήθελε η Τζέιν. Ήθελε, ακόμα, παιδιά φυσικά, αλλά αυτά δεν κοστίζουν τίποτα· τουλάχιστον μέχρι να γεννηθούν. Στους λίγους σύντομους μήνες που η Τζέιν και γω ζήσαμε και δουλέψαμε μαζί στο Γκράνιτχεντ, έκανα μερικές από τις πιο σημαντικές ανακαλύψεις ολόκληρης της ζωής μου. Ανακάλυψα, κατ' αρχάς, τι σημαίνει αγάπη· και τότε ήταν που έγινε ξεκάθαρο σε μένα πως αυτό ήταν κάτι που δεν το γνώριζα πριν. Ανακάλυψα, επίσης, την έννοια της αφοσίωσης και του αυτοσεβασμού. Έμαθα ακόμα την ανεκτικότητα. Ενώ ο πατέρας της Τζέιν με αντιμετώπιζε σαν να ήμουν κάποιος κατώτερος υπάλληλος δίχως όνομα, τον οποίον ήταν υποχρεωμένος να ψυχαγωγήσει στο Χριστουγεννιάτικο πάρτι του γραφείου του, και ενίοτε, αν και με πασίδηλη απροθυμία, μου πρόσφερε λίγο από το κονιάκ του 1926, η μητέρα της Τζέιν πραγματικά ανατρίχιαζε κάθε φορά που έμπαινα στο ίδιο δωμάτιο με κείνην, και κατέβαζε τα μούτρα όταν μιλούσα με εκείνη τη χαρακτηριστική προφορά του Σεντ Λούις, και μου φερόταν με μια διαπεραστικά ψυχρή ευγένεια που ήταν χειρότερη και από την απροκάλυπτη επιθετικότητα. Θα έκανε οτιδήποτε προκειμένου να μη μου μιλήσει ευθέως. «Μήπως θα ήθελε λίγο τσάι;» ρωτούσε την Τζέιν, μπροστά μου- όμως η Τζέιν τής ανταπέδιδε το χτύπημα λέγοντας: «Πού θες να ξέρω; Ρώτα τον ίδιο. Δεν είμαι μέντιουμ». Δεν ήμουν του Χάρβαρντ, βλέπετε· δεν σύχναζα στο Χαϊάνισπορ ή το Μπακ Μπέι· ούτε καν στην υπαίθρια Λέσχη του Κέρνγουντ. Όσο η Τζέιν ζούσε, με κατηγορούσαν επειδή έλεγαν πως είχα καταστρέψει τις κοινωνικές της προοπτικές· και όταν πέθανε, κατηγόρησαν εμένα για τον θάνατο της. Όχι, δεν κατηγόρησαν τον οδηγό της νταλίκας, που μπορεί να οδηγούσε απρόσεκτα· ή τον μηχανικό που έπρεπε να είχε ελέγξει τον σερβομηχανισμό της νταλίκας, και που μάλλον δεν το είχε κάνει. Κατηγόρησαν μόνο εμένα. Λες και, ο Θεός να με βοηθήσει, δεν κατηγορούσα εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου. Ο κος Μπέντφορντ είπε: «Ξεμπέρδεψα με όλες τις φορολογικές εκκρεμότητες. Κατέθεσα τη δήλωση 1040· και ζήτησα την αποζημίωση για τις ιατρικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην Τζέιν στο νοσοκομείο, αν και βέβαια ήταν μάταιες. Θα, ε, προωθήσω τις υποθέσεις σου στον κο Ρόσνερ, αν συμφωνείς». Έγνεψα καταφατικά. Ή τ α ν προφανές πως η οικογένεια Μπέντφορντ ήθελε να ξεπλύνει τα χέρια της από μένα όσο το δυνατόν συντομότερα, δίχως όμως να θέλει να δείξει άξεστη, ή ανάρμοστα βιαστική. «Υπάρχει ακόμα ένα μικρό ζήτημα», πρόσθεσε ο κος Μπέντφορντ. «Η κα Μπέντφορντ σκέφτηκε πως ίσως θα το θεωρούσες μια πρέπουσα συναισθηματι-

κή χειρονομία να της επέτρεπες να κρατήσει το κολιέ της Τζέιν που είναι φτιαγμένο από διαμάντια και μαργαριτάρια». Φαινόταν καθαρά πως το αίτημα αυτό προκαλούσε στον κο Μπέντφορντ πολύ μεγάλη αμηχανία· όμως, φαινόταν εξίσου καθαρά ότι δεν τολμούσε να επιστρέψει στο σπίτι του δίχως να με έχει ρωτήσει. Χτύπησε τα δάχτυλά του πάνω στο γραφείο, και ξαφνικά κοίταξε μακριά, λες και η αναφορά στο κολιέ έγινε από κάποιον άλλον, και όχι από κείνον. «Σχετικά με την αξία του κολιέ— » συμπλήρωσε αφηρημένα. «Η Τζέιν μού είχε δώσει να καταλάβω πως είναι οικογενειακό κειμήλιο», είπα, με τον πιο ευγενικό τόνο που μπορούσε να πάρει εκείνη τη στιγμή η φωνή μου. «Ναι, πράγματι. Έχει μια ιστορία σχεδόν εκατόν πενήντα ετών. Πάντα περνούσε από τη μια γενιά Μπέντφορντ στην επόμενη. Όμως, αφού η Τζέιν δεν είχε παιδιά για να τους το χαρίσει — » «Και αφού, στο κάτω-κάτω, εκείνη είχε πάρει το επώνυμο Τρέντον», συμπλήρωσα, προσπαθώντας να μην ακουστώ τόσο πικραμένος όσο ένιωθα. «Λοιπόν», είπε ο κος Μπέντφορντ, αμήχανα. Καθάρισε το λαρύγγι του κάνοντας έναν θόρυβο που έμοιαζε με τρυπάνι. Έβλεπα πως δεν έβρισκε τίποτα άλλο να πει. «Εντάξει τότε», είπα. «Αφού πρόκειται για την παράδοση των Μπέντφορντ». «Είμαι υπόχρεος», είπε ο κος Μπέντφορντ. Σηκώθηκα όρθιος. «Υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να υπογράψω;» «Όχι. Όχι, σε ευχαριστώ, Τζον. Όλα είναι τακτοποιημένα τώρα». Σηκώθηκε και εκείνος. «Θέλω να ξέρεις πως αν υπάρχει κάποιος τρόπος να βοηθήσουμε... Ξέρεις, αρκεί να μου τηλεφωνήσεις». Χαμήλωσα το κεφάλι μου. Υποθέτω πως δεν ήταν σωστό να αισθάνομαι τόσο ανταγωνιστικά απέναντι στους Μπέντφορντ. Μπορεί εγώ να είχα χάσει τη γυναίκα με την οποία ζούσα για λιγότερο από έναν χρόνο, και το αγέννητο παιδί μου- όμως, εκείνοι είχαν χάσει το μοναδικό παιδί που τους είχε απομείνει. Ποιον άλλον θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε για όλην αυτή την κακοτυχία, παρά τον Θεό, και τους άλλους γύρω μας; Σφίξαμε τα χέρια με τον κο Μπέντφορντ σαν αντίπαλοι στρατηγοί έπειτα από την υπογραφή μιας ανεπιθύμητης ανακωχής. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να φύγω, όμως, άκουσα μια αχνή γυναικεία φωνή να λέει, με τον πιο φυσικό τόνο: «Τζον;» Γύρισα πίσω, με το κρανίο μου να βράζει από τον τρόμο, και κάρφωσα το βλέμμα μου στον κο Μπέντφορντ. Ο κος Μπέντφορντ έκανε το ίδιο. «Ναι;» με ρώτησε. Έπειτα σούφρωσε τα φρύδια, και είπε: «Είσαι καλά; Μοιάζεις σαν να είδες κανένα φάντασμα». Σήκωσα το χέρι μου, προσπαθώντας να ακούσω, προσπαθώντας να συγκεντρωθώ. «Ακούσατε τίποτα;» τον ρώτησα. «Μια φωνή; Κάποιον να λέει Τζον;»

«Μια φωνή·,» ρώτησε ο κος Μπέντφορντ. Κοντοστάθηκα, μα δεν υπήρχε κανένας άλλος ήχος, εκτός από τον θόρυβο της κυκλοφορίας έξω από το παράθυρο του γραφείου του κου Μπέντφορντ και το βουητό των γραφομηχανών που ερχόταν από τα διπλανά γραφεία. «Όχι», είπα στο τέλος. «Πρέπει να έχω αρχίσει να φαντάζομαι διάφορα». «Είσαι καλά; Μήπως θα 'θελες να ξαναδείς τον Δρ. Ρόσεν;» «Όχι, και βέβαια όχι. Θέλω να πω, όχι, ευχαριστώ. Είμαι μια χαρά». «Είσαι σίγουρος; Δεν δείχνεις πολύ καλά. Έτσι μου φάνηκε και όταν μπήκες στο γραφείο το πρωί». «Δεν κοιμήθηκα καθόλου τη νύχτα», του απάντησα. Ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη μου, όχι τόσο σαν να ήθελε να με καθησυχάσει πως όλοι μας θα καταφέρναμε να ξεπεράσουμε τη θλίψη μας με το πέρασμα του χρόνου, όσο σαν να χρειαζόταν στιγμιαία κάποιο μέρος να ακουμπήσει το χέρι του. «Η κα Μπέντφορντ θα το εκτιμήσει ιδιαίτερα όταν της πω για το κολιέ», μου είπε.

ΤΡΙΑ

Π

ριν από το μεσημεριανό, έκανα έναν περίπατο μόνος μου στο Άλσος του Σάλεμ, με το κολάρο του παλτού γυρισμένο ψηλά για να με προστατεύει από το κρύο· η αναπνοή μου έβγαινε από το στόμα μου σαν καπνός. Στο πάρκο, τα γυμνά δέντρα στέκονταν όρθια, υπομένοντας τον σιωπηλό τρόμο του χειμώνα, σαν ένα κοπάδι μαγισσών του Σάλεμ, και το χορτάρι είχε πάρει μια ασημένια απόχρωση από τη δροσιά. Έφτασα μέχρι την εξέδρα της μπάντας, με την τρουλωτή της οροφή, και έκατσα στα πέτρινα σκαλιά· λίγο παραπέρα, δύο μικρά παιδιά έπαιζαν στο γρασίδι, κουτρουβαλώντας και τρέχοντας, αφήνοντας σημάδια σε σχήμα τεράστιων πράσινων οχταριών στο χόρτο. Αν είχαμε κάνει εμείς δύο παιδιά, τότε αυτά θα ήταν: ο Νάθανιελ, το αγόρι που πέθανε στη μήτρα της μητέρας του (πώς αλλιώς να αποκαλέσει κανείς ένα αγόρι που θα γεννιόταν αν προλάβαινε να ζήσει;) και η Τζέσικα, το κορίτσι που η μητέρα του δεν συνέλαβε ποτέ. Καθόμουν ακόμα εκεί, όταν εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα, που φορούσε ένα τσαλακωμένο παλτό το οποίο έμοιαζε αγορασμένο από κάποιο κατάστημα μεταχειρισμένων ρούχων, και ένα άμορφο καπέλο από τσόχα· έσερνε πίσω της μια τσάντα που πιο πολύ έδειχνε να στηρίζεται πάνω της παρά να την κουβαλάει, και στα χέρια της είχε μια κόκκινη ομπρέλα, την οποία για κάποιο ανεξήγητο λόγο άνοιξε, και άφησε δίπλα στα σκαλιά. Έκατσε μόλις ένα με δύο μέτρα μακριά μου, αν και θα μπορούσε να είχε καθίσει οπουδήποτε. «Για να δούμε», είπε, καθώς άνοιγε μια καφετιά χαρτοσακούλα, και έβγαζε

από μέσα ένα σάντουιτς με λουκάνικο από συκώτι. Την κοίταξα επιφυλακτικά. Πιθανόν να μην ήταν τόσο μεγάλη όσο αρχικά μού είχε φανεί, πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα με πενήντα πέντε· όμως, τα ρούχα της ήταν τόσο πολύ φθαρμένα και τα μαλλιά της τόσο άσπρα και ξεφτισμένα που κάλλιστα κάποιος θα μπορούσε να την περάσει για εβδομηντάρα. Άρχισε να τρώει το σάντουιτς της με τέτοια επιμέλεια και αρχοντιά που μου ήταν αδύνατο να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Αυτό κράτησε γύρω στα είκοσι λεπτά, στα σκαλιά της τρουλωτής εξέδρας της μπάντας στην κεντρική λεωφόρο του Σάλεμ, εκείνο το παγωμένο Μαρτιάτικο πρωινό- η γυναίκα έτρωγε το σάντουιτς, και εγώ την παρακολουθούσα κρυφά, και ο κόσμος περνούσε από μπροστά μας διασχίζοντας το πάρκο πάνω στα ακτινοειδή του μονοπάτια, μερικοί περπατώντας άσκοπα, άλλοι πηγαίνοντας στις δουλειές τους, αλλά ο κάθε ένας απ' αυτούς κρύωνε και ο κάθε ένας απ' αυτούς είχε για παρέα το προσωπικό του φάντασμα που δημιουργούνταν από την παγωμένη του αναπνοή. Στις δώδεκα παρά πέντε, πήρα την απόφαση να φύγω. Προτού το κάνω αυτό, όμως, έβαλα το χέρι στην τσέπη του παλτού μου, έβγαλα μερικά ψιλά, και της τα πρόσφερα. Εκείνη τότε είπε: «Σε παρακαλώ, κάνε μου τη χάρη». Κοίταξε τα κέρματα, και έπειτα κοίταξε εμένα. «Άνθρωποι που βρίσκονται στην κατάστασή σου δεν θα 'πρεπε να δίνουν ασήμι σε μάγισσες», είπε χαμογελαστά. «Είσαιμάγισσα;» τη ρώτησα, με όχι ιδιαίτερα σοβαρό ύφος. «Δεν σου μοιάζω για μάγισσα;» «Δεν ξέρω», της χαμογέλασα. «Δεν έχω ξαναδεί μάγισσα. Πάντα πίστευα πως οι μάγισσες κουβαλούν σκουπόξυλα, και στους ώμους τους έχουν μαύρες γάτες». «Α, δεισιδαιμονίες», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα. «Εντάξει, λοιπόν, θα πάρω τα λεφτά σου, αν δεν ανησυχείς πολύ για τις συνέπειες». «Ποιες συνέπειες;» «Όσοι είναι στην κατάστασή σου πάντα πρέπει να υποστούν κάποιες συνέπειες». «Και ποια είναι η κατάστασή μου;» Η γυναίκα ψαχούλεψε το εσωτερικό της τσάντας της και στο τέλος έβγαλε ένα μήλο, το οποίο καθάρισε στο πέτο του παλτού της. «Είσαι μόνος σου, έτσι δεν είναι;» με ρώτησε, και έπειτα το δάγκωσε, μασώντας με τη μία πλευρά του στόματος της, σαν σκίουρος από κάποιο καρτούν του Ντίσνεϊ. «Δεν είσαι πολύ καιρό μόνος, αλλά όπως και να 'χει είσαι μόνος». «Ίσως», απάντησα αόριστα. Είχα αρχίσει να νιώθω πως η κουβέντα τούτη ήταν βαρυφορτωμένη από ανείπωτες επιπτώσεις- ήταν λες και η γυναίκα αυτή και εγώ είχαμε συναντηθεί στο Άλσος του Σάλεμ για κάποιον σκοπό που μας είχε τάξει η μοίρα, και οι άνθρωποι που περπατούσαν ολόγυρά μας, περνώντας από

τα ακτινωτά μονοπάτια του πάρκου, ήταν πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα. Ανώνυμοι, αλλά ήταν εκεί για κάποιον ειδικό σκοπό. «Λοιπόν, ξέρεις κάποια πράγματα», μου είπε η γυναίκα. Έκανε άλλη μια δαγκωματιά στο μήλο. «Όμως, εγώ έτσι το βλέπω, και δεν κάνω συχνά λάθος. Είναι ένα αποκρυφιστικό ταλέντο, όπως λένε μερικοί άνθρωποι. Αλλά δεν το βρίσκω κακό να το λέω με το όνομά του, ειδικά εδώ, στο Σάλεμ. Καλή περιοχή για μάγισσες, η καλύτερη σε ολόκληρη τη χώρα. Ίσως, όμως, όχι και το πιο κατάλληλο μέρος να είναι κανείς μόνος». «Τι θέλεις να πεις;» τη ρώτησα. Σήκωσε το βλέμμα της προς το μέρος μου. Τα μάτια της είχαν ένα περίεργο διαφανές γαλάζιο χρώμα, και στο μέτωπο της υπήρχε μια αμυδρά κόκκινη γυαλιστερή ουλή που έμοιαζε με βέλος, ή με ανάποδο σταυρό. «Όλοι μας πρέπει να πεθάνουμε κάποτε, αυτό θέλω να πω», μου αποκρίθηκε. «Αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι ο τόπος που πεθαίνεις, όχι ο χρόνος. Υπάρχουν σφαίρες επιρροής, και μερικές φορές μπορεί να να πεθάνεις υπό την επίδρασή τους, και άλλες φορές μπορεί να πεθάνεις δίχως αυτήν». «Συγγνώμη», της είπα. «Δεν μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς». «Ας υποθέσουμε ότι πεθαίνεις στο Σάλεμ», είπε χαμογελαστά η γυναίκα. «Το Σάλεμ είναι η ρίζα, η καρδιά, τα σπλάχνα και η κοιλιά. Το Σάλεμ είναι η χύτρα της μάγισσας. Τι πιστεύεις πως έκαναν όλες εκείνες οι μάγισσες; Και γιατίνομίζεις πως σταμάτησαν τόσο απότομα; Έχεις γνωρίσει ποτέ κανέναν που να έδειξε τέτοια μεταμέλεια, τόσο γρήγορα; Εγώ όχι. Ποτέ μου. Η επιρροή ήρθε, και η επιρροή έφυγε- υπάρχουν όμως φορές που σκέφτομαι πως ίσως η επιρροή να μην έφυγε για πάντα. Εξαρτάται». «Εξαρτάται από τι;» ζήτησα να μάθω. Μου χαμογέλασε άλλη μια φορά, μου ανοιγόκλεισε το μάτι, και είπε: «Από διαφόρων λογιών πράγματα». Ύψωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό, και γύρω από τον λαιμό της άφησε να φανεί ένας λαιμοδέτης που έμοιαζε φτιαγμένος από πλεξούδες μαλλιών, στερεωμένες με ασήμι και καλάι. «Από τον καιρό, από την τιμή του λίπους της χήνας. Εξαρτάται». Ξαφνικά ένιωσα σαν να ήμουν κανένας τουρίστας. Είχα αφήσει μια μισοπάλαβη γυναίκα να με παιδεύει με ιστορίες για «σφαίρες επιρροής» και για μάγισσες, και μάλιστα την είχα πάρει στα σοβαρά. Μάλλον σε λίγο θα προσφερόταν να μου πει το ριζικό μου, αν της έδινα όσα μου ζητούσε. Στο Σάλεμ, όπου το τοπικό Εμπορικό Επιμελητήριο εξετάζει με ενθουσιασμό τις προοπτικές εμπορικής εκμετάλλευσης των δικών των μαγισσών του 1692 ως μια μεγάλη τουριστική ατραξιόν («Κάντε μια στάση για ένα Ξόρκι», ξορκίζουν τους περαστικούς) δεν ήταν να απορεί κανείς που ακόμα και οι ζητιάνοι χρησιμοποιούσαν τη μαγεία ως ένα μέσο επαγγελματικής επιτυχίας. ds&Rtk.

«Ακου», είπα στη γυναίκα, «πρέπει να σε αφήσω τώρα. Καλημέρα». «Φεύγεις;» με ρώτησε. «Φεύγω. Χάρηκα που τα είπαμε. Ήταν πολύ ενδιαφέρον». «Ενδιαφέρον, αλλά όχι και τόσο πιστευτό, έτσι;» «Όχι, σε πιστεύω», της απάντησα. «Ο καιρός, η τιμή του λίπους της γαλοπούλας. Και μια που το 'φερε η κουβέντα, πόσο έχει πάει το λίπος της γαλοπούλας;» Αγνόησε την περιπαικτική μου ερώτηση και σηκώθηκε όρθια, καθαρίζοντας με το χέρι της που ήταν γεμάτο γαλάζιες φλέβες, σαν τυρί ροκφόρ, τα ψίχουλα από το φθαρμένο της πανωφόρι. «Νομίζεις πως σου ζητιανεύω χρήματα;» απαίτησε να μάθει. «Αυτό είναι; Νομίζεις πως είμαι ζητιάνα;» «Όχι, κάθε άλλο. Απλά πρέπει να φύγω, αυτό είναι όλο». Ένας περαστικός κοντοστάθηκε για να μας παρακολουθήσει, καθώς έμοιαζε να διαισθάνεται πως αναπτυσσόταν ένας ενδιαφέρων τσακωμός. Έπειτα, το παράδειγμά του ακολούθησαν άλλοι δύο· ανάμεσα τους μια γυναίκα που τα σγουρά της μαλλιά είχαν πάρει από τον χειμωνιάτικο ήλιο τη μορφή ενός παράξενα ακτινοβόλου φωτοστέφανου. «Θα σου πω δύο πράγματα», είπε η γυναίκα, με φωνή που έτρεμε. «Κανονικά δεν θα έπρεπε να σου πω κανένα από τα δύο, αλλά εγώ θα το κάνω. Εσύ θα αποφασίσεις αν αποτελούν προειδοποιήσεις ή γρίφους ή τίποτα απ' όλα αυτά, παρά μόνο ανοησίες. Κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει, ξέρεις, γιατί η ζωή που ζούμε πάνω στη γη είναι μια ζωή δίχως βοήθεια». Δεν είπα τίποτα, μόνο έμεινα να την κοιτάω με περίσκεψη, προσπαθώντας να καταλάβω αν ήταν απλά μια τρελή ή μια όχι και τόσο συνηθισμένη απατεώνισσα. «Το πρώτο είναι», είπε, «πως δεν είσαι μόνος σου, με τον τρόπο που το νομίζεις εσύ τουλάχιστον, και ποτέ δεν θα είσαι μόνος σου, ποτέ ξανά, αν και μερικές φορές θα προσευχηθείς στον Θεό να σε απαλλάξει από τη συντροφιά σου. Και το δεύτερο είναι πως θα πρέπει να μείνεις μακριά από τον τόπο όπου δεν πετούν τα πουλιά». Οι περαστικοί, βλέποντας πως τίποτα ιδιαίτερα συναρπαστικό δεν επρόκειτο να συμβεί, άρχισαν να σκορπίζουν, και να παίρνει ο καθένας τον δρόμο του. Η γυναίκα είπε: «Μπορείς να μου κάνεις παρέα μέχρι την Πλατεία Ουάσινγκτον, αν θέλεις. Είναι στον δρόμο σου;» «Ναι», της απάντησα. Και έπειτα: «Πάμε λοιπόν». Μάζεψε την τσάντα της, δίπλωσε την κόκκινη ομπρέλα της και άρχισε να περπατάει δίπλα μου προς τη δυτική πλευρά του άλσους. Το άλσος περικλειόταν από διακοσμητικές ατσάλινες σιδεριές, των οποίων η ακτινωτή σκιά ζωγραφιζόταν στο χορτάρι. Έκανε ακόμα πολύ κρύο, αλλά στην ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της μια αισθητή υπόνοια άνοιξης, και ενός καλοκαιριού πολύ διαφορετικού από εκείνο της προηγούμενης χρονιάς. «Συγγνώμη αν σε έκανα να πιστέψεις πως έλεγα ασυναρτησίες», μου είπε η

γυναίκα, καθώς βγαίναμε στο πεζοδρόμιο της δυτικής πλευράς της Πλατείας Ουάσινγκτον. Στην άλλη πλευρά της πλατείας βρισκόταν το Μουσείο Μαγισσών, που υπενθυμίζει το κρέμασμα των είκοσι μαγισσών του Σάλεμ το 1692, ένα από τα αγριότερα κυνήγια μαγισσών στην ιστορία της ανθρωπότητας. Μπροστά από το μουσείο ήταν το άγαλμα του ιδρυτή του Σάλεμ, του Ρότζερ Κόναντ, που τον έδειχνε να φοράει το βαρύ του Πουριτανικό παλτό· οι ώμοι του γυάλιζαν από τις στάλες της δροσιάς. «Αυτή είναι μια παλιά πόλη, ξέρεις», μου είπε η γυναίκα. «Οι παλιές πόλεις έχουν τον δικό τους τρόπο για το κάθε τι, έχουν τα δικά τους μυστήρια. Δεν άρχισες να το νιώθεις, έστω λίγο, όταν ήμασταν στο πάρκο; Το αίσθημα πως η ζωή στο Σάλεμ είναι κατά κάποιον τρόπο ένα αίνιγμα, ένα μαγεμένο αίνιγμα; Γεμάτο νοήματα, μα δίχως εξηγήσεις;» Κοίταξα πέρα από κείνην, προς την απέναντι πλευρά της πλατείας. Σε εκείνο το πεζοδρόμιο, ανάμεσα στο πλήθος των τουριστών και των πεζών, το μάτι μου πήρε στιγμιαία τη φιγούρα μιας όμορφης μελαχρινής κοπέλας που φορούσε ένα μπουφάν από δέρμα πρόβατου και ένα στενό βαμβακερό παντελόνι· κολλητά στο στήθος της κρατούσε μια στοίβα βιβλία του πανεπιστημίου. Μέσα σε μια στιγμή, χάθηκε στο πλήθος, αλλά στην καρδιά μου αισθάνθηκα ένα περίεργο σκίρτημα, γιατί η κοπέλα εκείνη είχε φανεί στα μάτια μου ίδια με την Τζέιν. Υποθέτω πως αυτό συνέβαινε με πολλές κοπέλες, και πάντα θα συνέβαινε. Σίγουρα υπέφερα από το Σύνδρομο Ρόσεν. Η γυναίκα είπε: «Ο δρόμος μου είναι από κει. Χάρηκα ιδιαίτερα που μιλήσαμε. Δεν συμβαίνει συχνά να με ακούν οι άντρες, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που με άκουσες εσύ». Της χαμογέλασα ανόρεχτα, και πρότεινα το χέρι μου. «Θα ήθελες να μάθεις το όνομά μου, φυσικά», μου είπε. Δεν ήμουν σίγουρος αν αυτό αποτελούσε δήλωση ή ερώτηση, αλλά της έκανα ένα νεύμα που θα μπορούσε άνετα να σημαίνει ναι, και εξίσου άνετα να υποδηλώνει πως δεν ενδιαφερόμουν ιδιαίτερα. «Μέρσι Λούις», μου είπε. «Το όνομά μου είναι Μέρσι Λούις». «Λοιπόν, Μέρσι», της είπα. «Να προσέχεις». «Και εσύ το ίδιο», μου απάντησε, και έπειτα απομακρύνθηκε, περπατώντας απρόσμενα γρήγορα, ώσπου στο τέλος την έχασα από το οπτικό μου πεδίο. Για κάποιον λόγο, άρχισα να σκέφτομαι τα λόγια που συνήθιζε να μου διαβάζει η Τζέιν από χην Ωδή, στη, Μελαγχολία. «Εκείνη ζει στην Ομορφιά — Ομορφιά που πρέπει να πεθάνει· και τη Χαρά, που το χέρι της είναι πάντα στα χείλη του, λέγοντάς του αντίο» Σήκωσα τον γιακά μου για να προσχαχευχώ από χο κρύο, βύθισα χα χέρια μου σχις χσέπες μου, και πήγα να βρω ένα μέρος να φάω μεσημεριανό.

ΤΕΣΣΕΡΑ γ ^ Η φαγα ένα σκέτο σάντουιτς με κορνμπίφ και μουστάρδα στο Μαγαζί του Ιμ Ρεντ, στο παλιό κτίριο του Καφενείου του Λονδίνου στην Κεντρική Οδό. L· Δίπλα μου, ένας μαύρος άντρας που φορούσε μια ολοκαίνουργια καπαρντίνα Μπέρμπερι σφύριζε τη μελωδία του Σαν Θα 'ρθει, Θα 'ρθει Απ' Το Βουνό, ξανά και ξανά, μέσα από τα δόντια του. Μέσα από έναν καθρέφτη, μια νεαρή μελαχρινή γραμματέας με κοιτούσε δίχως να ανοιγοκλείσει τα μάτια της έστω για μια στιγμή. Το πρόσωπο της είχε μια παράξενη, χλωμή, προραφαηλιτική όψη. Τώρα αισθανόμουν κουρασμένος, και πολύ μόνος. Γύρω στις δύο, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό, περπάτησα προς την Πλατεία Χόλιοκ, στο Κατάστημα Δημοπρασιών του Έντικοτ, όπου θα γινόταν μία από τις έξι μηνιαίες δημοπρασίες ναυτικών γκραβούρων και πινάκων ζωγραφικής. Στον κατάλογο αναφέρονταν τρεις σημαντικές ελαιογραφίες, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν ένας πίνακας του Σο που απεικόνιζε το πλοίο Τζον, αλλά δεν πίστευα πως η τσέπη μου θα μπορούσε να αντέξει καμιά τους. Εγώ βρισκόμουν εκεί για να αγοράσω εμπόρευμα για την αντικερί: γκραβούρες και χαλκογραφίες και χάρτες και ίσως μια-δυο ακουαρέλες· πράγματα που θα μπορούσα να κορνιζάρω εκ νέου με επίχρυσο πλαίσιο και να τα πουλήσω δέκα φορές ακριβότερα από όσο μου είχαν κοστίσει. Υπήρχε στον κατάλογο και κάποιος πίνακας ενός Ανώνυμου Καλλιτέχνη, με τον τίτλο Άποψη, Της Δυτικής Ακτής Του Γκράνιτχεντ Στα Τέλη Του Που Αιώνα, τον οποίον ενδιαφερόμουν αρκετά να αγοράσω, για τον απλούστατο λόγο πως απεικόνιζε το ακρωτήριο στο οποίο ήταν χτισμένο το σπίτι όπου ζούσα. Μέσα στο κτίριο, τα δωμάτια όπου γίνονταν οι δημοπρασίες ήταν ψυχρά, ψηλοτάβανα, και σε Βικτωριανό ρυθμό, και ο χειμωνιάτικος ήλιος έπεφτε λοξά πάνω μας περνώντας μέσα από τα παράθυρα που βρίσκονταν κοντά στο ταβάνι. Οι πιο πολλοί από τους αγοραστές φορούσαν ακόμα τα πανωφόρια τους, και πριν την έναρξη της δημοπρασίας ακουγόταν μια χορωδία από βηξίματα και φυσήματα μύτης και σύρσιμο ποδιών. Στο δωμάτιο βρίσκονταν μοναχά καμιά δεκαριά αγοραστές, πράγμα ασυνήθιστο για δημοπρασία στου Έντικοτ· μάλιστα, δεν μπορούσα να αναγνωρίσω κανέναν που να γνώριζα από τη συλλογή του Πίμποντι. Οι προσφορές ήταν χαμηλές: ο πίνακας του Σο έφυγε για μόνο δέκα οχτώμιση χιλιάδες δολάρια, και ένας σπάνιος πίνακας με κάδρο φιλοτεχνημένο από κάποιον ναυτικό έφτασε μόνο μέχρι τα εφτακόσια είκοσι πέντε δολάρια. Ευχήθηκα αυτό να μην ήταν ένα σημάδι πως η ύφεση είχε αρχίσει να αγγίζει το εμπόριο ναυτικών αντικών. Μιαχρεωκοπία τώρα θα ήταν ό,τι έπρεπε για να ολοκληρώσει την καταστροφική μου χρονιά. Ως τη στιγμή που ο υπάλληλος έβγαλε στη δημοπρασία την άποψη του Γκράνιτχεντ, είχαν μείνει μόνο πέντε με έξι αγοραστές, εκτός από εμένα και έναν

εκκεντρικό ηλικιωμένο άντρα που παρουσιαζόταν σε κάθε δημοπρασία του Έντικοτ και έκανε μεγαλύτερες προσφορές από τον καθένα για το κάθε τι, παρ' όλο που δεν φορούσε κάλτσες και ζούσε σε μια παράγκα δίπλα σε μια από τις αποβάθρες. «Πρώτη προσφορά στα πενήντα δολάρια», δήλωσε ο δημοπράτης, σπρώχνοντας τον αντίχειρά του στο κομψό του γκρι γιλέκο, το οποίο κοσμούσε η αλυσίδα του ρολογιού του. Του έκανα νεύμα, κουνώντας σαν κουνέλι τη μύτη μου. «Άλλες προσφορές στα πενήντα δολάρια; Ελάτε, λοιπόν, κύριοι, αυτό το κομμάτι από μόνο του είναι ένα κομμάτι ιστορίας. Η ακτή του Γκράνιτχεντ, στα 1690. Έ ν α αληθινό απόκτημα». Δεν υπήρξε καμία αντίδραση. Ο δημοπράτης χαμογέλασε απρόθυμα, χτύπησε το σφυρί του, και είπε: «Κατοχυρώνεται στον κο Τρέντον για πενήντα δολάρια. Επόμενο έκθεμα, παρακαλώ». Δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να με ενδιαφέρει στη δημοπρασία, και έτσι έσπρωξα πίσω την καρέκλα μου, και πήγα στην αίθουσα παραλαβής. Σήμερα δούλευε εκεί η κα Ντόνοχιου, μια στοργική Ιρλανδέζα με καροτί μαλλιά, με τα γυαλιά της στερεωμένα στην κορυφή του κεφαλιού της· διέθετε τον μεγαλύτερο πισινό που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Πήρε τον πίνακα, και άπλωσε το χαρτί περιτυλίγματος και την κορδέλα, και είπε κοφτά στον βοηθό της: «Ντέιμιεν, μου δίνεις σε παρακαλώ το ψαλίδι;» «Πώς είστε, κα Ντόνοχιου;» τη ρώτησα. «Ίσα που ζω», μου απάντησε εκείνη. «Με τυραννάνε τα πόδια μου και η πίεσή μου. Λυπήθηκα τόσο όταν έμαθα για την αξιολάτρευτη σύζυγο σας. Με έπιασαν τα κλάματα όταν το άκουσα. Τόσο όμορφη κοπέλα. Τη θυμάμαι να έρχεται εδώ από τότε που ήταν τόσο δα μικρούλα». «Σας ευχαριστώ», της έγνεψα. «Τι είναι αυτό; Άποψη του Λιμανιού του Σάλεμ;» με ρώτησε, σηκώνοντας τον πίνακα. «Είναι το Γκράνιτχεντ, λίγο πιο βόρεια από την Οδό Κουάκερ. Βλέπετε αυτόν τον λόφο εκεί; Εκεί βρίσκεται τώρα το σπίτι μου». «Για δες. Και τι είναι αυτό το πλοίο;» «Ποιο πλοίο;» «Εκεί, στην ακριανή ακτή. Πλοίο είναι αυτό, έτσι δεν είναι;» Περιεργάστηκα τον πίνακα. Δεν το είχα παρατηρήσει νωρίτερα, αλλά η κα Ντόνοχιου είχε δίκιο. Στην άλλη άκρη του λιμανιού υπήρχε ένα πλήρως εξοπλισμένο ιστιοφόρο, που ήταν όμως τόσο θολά ζωγραφισμένο που αρχικά το είχα περάσει για δενδρόκηπο πάνω στην ακτή πίσω του. «Δεν θέλω να φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν· μην με παρεξηγείτε, δεν προσπαθώ να σας μάθω τη δουλειά σας», είπε η κα Ντόνοχιου. «Όμως απ' ό,τι

ξέρω δεν είναι πολύς καιρός από τότε που αρχίσατε να αγοράζετε και να πουλάτε αντίκες· και τώρα χάσατε την αγαπημένη σας γυναικούλα. Αλλά, αν ήμουν στη θέση σας θα έπαιρνα αυτό το ερέθισμα και θα προσπαθούσα να ανακαλύψω ποιο είναι αυτό το καράβι». «Πιστεύετε ότι αξίζει τον κόπο;» τη ρώτησα. Δεν με πείραζε καθόλου που μια κυρία που πακετάριζε πίνακες σε ένα κατάστημα δημοπρασιών μού έδινε χρήσιμες συμβουλές. Μια χρήσιμη συμβουλή είναι πάντα μια χρήσιμη συμβουλή, όποιος και αν είναι εκείνος που στην προσφέρει. «Δεν μπορώ να ξέρω με σιγουριά», μου απάντησε. «Όμως, ο κος Μπρέιζνοουζ αγόρασε κάποτε έναν πίνακα από εδώ που υποτίθεται πως έδειχνε μερικά Γαλλικά καράβια λίγο έξω από τον Πορθμό του Σάλεμ, αλλά μόλις μπήκε στον κόπο να εξακριβώσει την ταυτότητά τους, ανακάλυψε πως αυτό που είχε στα χέρια του ήταν ο ένας και μοναδικός πίνακας που απεικόνιζε τον Μεγάλο Τούρκο- και τον πούλησε στο Μουσείο Πίμποντι για πενήντα πέντε χιλιάδες δολάρια». Έριξα άλλη μια προσεκτική ματιά στο περίεργο σκούρο σκάφος στο βάθος του πίνακα που είχα μόλις αποκτήσει. Δεν έδειχνε ιδιαίτερα άξιο λόγου, και ο ανώνυμος ζωγράφος δεν είχε σχεδιάσει το όνομά του στην πλώρη. Ή τ α ν μάλλον δημιούργημα της φαντασίας του, ζωγραφισμένο βιαστικά για να βελτιώσει την τρεμουλιαστή σύνθεση του έργου. Όπως και να 'χε όμως, θα δοκίμαζα να βρω το όνομά του, ειδικά αφού μου το είχε προτείνει η κα Ντόνοχιου. Εκείνη ήταν που μου είχε βάλει την ιδέα να ψάξω στα φανάρια του Ρόουντ Άιλαντ για το κεφάλι του γρύπα, που αποτελούσε το σημάδι του κατασκευαστή τους. «Αν γίνω εκατομμυριούχος απ' αυτόν τον πίνακα», της είπα, καθώς τα πεπειραμένα της χέρια τύλιγαν τον πίνακα, «θα σας δώσω το πέντε τοις εκατό». «Πενήντα τοις εκατό ή τίποτα, κε τσιγγούνη», μου είπε γελώντας. Έ φ υ γ α από το δημοπρατήριο κρατώντας τον πίνακα κάτω από τη μασχάλη μου. Οι υπόλοιποι πίνακες που είχα αγοράσει —χαλκογραφίες και ακουατίντες και μια μικρή σειρά γκραβούρες από ατσάλι— θα παραδίδονταν σε μένα αργότερα, μέσα στη βδομάδα. Σκεφτόμουν πόσο θα ήθελα να είχα τα χρήματα να αγοράσω τον Σο. Έξω, την ώρα που κατέβαινα τα σκαλιά μπροστά από του Έντικοτ, ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να σιγοτρώει τις σκεπές των κομψών παλιών Ομοσπονδιακών μεγάρων της Οδού Τσέστνατ, και ένας πολύ ψυχρός άνεμος έκανε αισθητή την παρουσία του. Παραξενεύτηκα όταν είδα την ίδια εκείνη χλωμή γραμματέα που είχα προσέξει στου Ρεντ να περνάει από μπροστά μου, φορώντας ένα μακρύ μαύρο παλτό και ένα γκρι μαντήλι. Γύρισε και με κοίταξε, δίχως να μου χαμογελάσει. Στο πεζοδρόμιο λίγο πιο κάτω, το μάτι μου έπεσε στον Ί α ν Χέρμπερτ, τον ιδιοκτήτη μιας από τις μεγαλύτερες αντικερί του Σάλεμ· μιλούσε με έναν από τους διευθυντές στου Έντικοτ. Το μαγαζί του Ί α ν Χέρμπερτ ήταν γεμάτο μαλα-

κές μοκέτες και χαμηλόφωνες συζητήσεις και καλλιτεχνικά τοποθετημένα φωτιστικά. Δεν το αποκαλούσε καν μαγαζί' για εκείνον ήταν «τόπος εξεύρεσης πόρων». Δεν ήταν όμως καθόλου σνομπ όταν μιλούσε για τη δουλειά, και καθώς τον πλησίασα μου κούνησε το χέρι. «Τζον», μου είπε, χτυπώντας με στον ώμο. «Υποθέτω πως γνωρίζεσαι με τον Νταν Βόουκς, διευθυντή πωλήσεων στου Έντικοτ». «Πώς είστε;» είπε ο Νταν Βόουκς. «Απ' ό,τι φαίνεται μόλις με κάνατε λίγο πιο πλούσιο». Έγνεψε προς το πακέτο κάτω από τη μασχάλη μου. «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο», του είπα. «Μια παλιά υδατογραφία του ακρωτηρίου όπου ζω. Την αγόρασα πενήντα δολάρια ακριβώς». «Δεν έχει σημασία. Αρκεί να έχετε μείνει ικανοποιημένος», είπε χαμογελαστά ο Νταν Βόουκς. «Παρεμπιπτόντως», διέκοψε ο Ίαν, «ίσως να σε ενδιέφερε να μάθεις πως πουλάνε μερικά κομμάτια από την παλιά ναυτική συλλογή στο Μουσείο του Νιούμπεριπορτ. Ενδιαφέροντα δείγματα· μερικά απ' αυτά έχουν σχέση με μαγεία. Για παράδειγμα, ήξερες πως τα περισσότερα από τα πλοία του Σάλεμ τον παλιό καιρό είχαν ένα μικρό μπρούντζινο κλουβί, με ένα πιάτο βρώμη μέσα, για να παγιδεύουν τους καλικάντζαρους και τους δαίμονες;» «Θα μου ήταν αρκετά χρήσιμα μερικά τέτοια στο λογιστήριο μου», αστειεύτηκε ο Νταν Βόουκς. «Πρέπει να επιστρέψω στο Γκράνιτχεντ», τους είπα, και ετοιμαζόμουν να φύγω όταν ένιωσα κάποιον να αρπάζει το χέρι μου από πίσω, με τόση δύναμη μάλιστα που γύρισα από την άλλη, και σχεδόν έχασα την ισορροπία μου. Τότε βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με έναν νεαρό γενειοφόρο άντρα που φορούσε ένα γκρίζο καρώ σακάκι, και άσθμαινε αναστατωμένος και αναμαλλιασμένος από το τρέξιμο. «Τι στο διάολο τρέχει;» του είπα επιθετικά. «Συγγνώμη», μου είπε λαχανιασμένα. «Συγχωρήστε με, πραγματικά δεν ήθελα να σας τρομάξω. Είστε ο κος Τρέντον — ο κος Τζον Τρέντον από το Γκράνιτχεντ;» «Ναι, εγώ είμαι. Εσύ ποιος διάολο είσαι;» «Παρακαλώ», είπε ο νεαρός, «αληθινά δεν ήθελα να σας ταράξω. Αλλά, δεν ήθελα να μου φύγετε». «Άκου, φιλαράκο, γιατί δεν πας μια βόλτα;» του είπε ο Νταν Βόουκς, πλησιάζοντάς τον. «Είσαι τυχερός που δεν φωνάζω την αστυνομία». «Κε Τρέντον, πρέπει να σας μιλήσω ιδιαιτέρως», με παρακάλεσε ο νεαρός. «Πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό». «Λοιπόν, θα φύγεις επιτέλους, ή θα φωνάξω την αστυνομία;» είπε ο Νταν Βόουκς. «Ο κύριος είναι προσωπικός μου φίλος, και σου λέω να φύγεις αμέσως από δω».

«Δεν πειράζει, κε Βόουκς», του είπα. «Θα του μιλήσω. Αν με ακούσετε να βγάζω καμιά άγρια κραυγή, ελάτε να με βοηθήσετε». Ο Ί α ν Χέρμπερτ γέλασε, και είπε: «Τα λέμε, Τζον. Πέρνα καμιά μέρα από το μαγαζί». «Εννοείς από τον τόπο εξεύρεσης πόρων», τον πείραξα. Ο νεαρός άντρας με το καρώ σακάκι με περίμενε ανυπόμονα καθώς αποχαιρετούσα τους γνωστούς μου. Έπειτα, αφού μάζεψα τον πίνακά μου και τον τοποθέτησα πάλι κάτω από τη μασχάλη μου, και ξεκίνησα για το πάρκινγκ της Πλατείας Ράιλι, όπου είχα αφήσει το αυτοκίνητο μου, άρχισε να περπατά στο πλάι μου, κάνοντας αραιά και που μικρά πηδηματάκια για να ακολουθήσει τον ρυθμό μου. «Νιώθω πολύ αμήχανα», είπε. «Για ποιον λόγο;» τον ρώτησα. «Εγώ καθόλου». «Καλύτερα να σας συστηθώ», μου είπε. «Λέγομαι Έντουαρντ Ουόρντουελ. Εργάζομαι στο Μουσείο Πίμποντι, στο αρχειοφυλάκειο». «Χαίρω πολύ». Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ έξυσε ανήσυχα τη γενειάδα του. Ή τ α ν ένας από εκείνους τους νεαρούς Αμερικανούς που έδειχναν απόγονοι της γενιάς του 1860, απόγονοι όλων εκείνων των κληρικών, των πιονέρων, ή των μουσικών εκκλησιαστικού οργάνου. Φορούσε ένα τσαλακωμένο κοτλέ παντελόνι και τα μαλλιά του έμοιαζαν να μην έχουν δώσει τη χαρά σε μια χτένα να έρθει σε επαφή μαζί τους για μήνες ολόκληρους. Νεαρούς σαν κι αυτόν μπορούσε κανείς να δει στο φόντο σχεδόν κάθε φωτογραφίας που είχε τραβηχτεί στην παραμεθόριο, από το Μάνκι στους Καταρράκτες Μπλακ Ρίβερ, έως το Τζάνκσιον Σίτι. Ξαφνικά, έπιασε πάλι το χέρι μου, και έσκυψε προς το μέρος μου έτσι ώστε να μπορώ να μυρίσω την καραμέλα με άρωμα γλυκάνισου στην ανάσα του. «Αυτό που με φέρνει σε αμηχανία, κε Τρέντον, είναι πως είχα σαφείς οδηγίες να αποκτήσω τον πίνακα που μόλις αγοράσατε, για τα αρχεία του Μουσείου Πίμποντι». «Αυτόν εδώ τον πίνακα; Εννοείς την άποψη της ακτής του Γκράνιτχεντ;» Μου έγνεψε καταφατικά. «Έχασα την αίσθηση του χρόνου. Είχα σκοπό να βρεθώ στο δημοπρατήριο στις τρεις. Μου είχαν πει πως ο πίνακας δεν θα έβγαινε σε δημοπρασία νωρίτερα. Έτσι, σκέφτηκα πως είχα μπόλικο χρόνο. Αλλά υποθέτω πως μπερδεύτηκα. Μια γνωστή μου μόλις άνοιξε ένα καινούργιο κατάστημα με ρούχα στην Πλατεία Ιστ Ίντια, και είπα να περάσω από κει για να τη βοηθήσω λίγο, και τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Έφτασα στου Έντικοτ καθυστερημένος». Αρχισα να περπατώ ξανά. «Ώστε,» του είπα, «έπρεπε να αγοράσεις τον πίνακα αυτόν για τα αρχεία του μουσείου, σωστά;» «Ακριβώς. Είναι πολύ ασυνήθιστος». «Χαίρομαι πολύ γι' αυτό», του είπα. «Εγώ τον αγόρασα μόνο και μόνο επειδή

δείχνει το μέρος όπου ζω. Πενήντα δολάρια έκανε». «Τον αγοράσατε πενήντα δολάρια;» «Να στο ξαναπώ;» «Δεν γνωρίζετε πως αξίζει πολύ περισσότερο; Θέλω να πω, πενήντα δολάρια είναι τζάμπα». «Τότε, χαίρομαι ακόμα περισσότερο. Είμαι έμπορος, το ήξερες αυτό; Κάνω αυτή τη δουλειά για να βγάζω κέρδος. Αν μπορώ να αγοράσω κάτι πενήντα δολάρια και έπειτα να το πουλήσω διακόσια πενήντα, αυτό σημαίνει πως κάνω τη δουλειά μου καλά». «Κε Τρέντον», είπε ο Έντουαρντ Ουόρντουελ, καθώς στρίβαμε από την Πλατεία Χόλιοκ στην Οδό Γκέντνι, «ο πίνακας αυτός είναι πολύ σπάνιος, πάρα πολύ σπάνιος». «Ωραία», σχολίασα. «Κε Τρέντον, θα σας προσφέρω διακόσια εβδομήντα πέντε δολάρια γι' αυτόν τον πίνακα. Εδώ και τώρα. Μετρητά». Σταμάτησα εκεί που ήμουν, και κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω του. «Διακόσια εβδομήντα πέντε δολάρια, μετρητά; Για αυτόν τον πίνακα;» «Ας το στρογγυλέψω: τριακόσια». «Τι το τόσο σημαντικό έχει αυτός ο πίνακας;» τον ρώτησα. «Δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια χαριτωμένη ανόητη υδατογραφία της ακτής του Γκράνιτχεντ. Δεν ξέρουμε καν ποιος τον ζωγράφισε». Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ στήριξε τα χέρια στους γοφούς του και ξεφούσκωσε τα μάγουλά του σαν ένας οργισμένος γονιός που προσπαθεί να κάνει το ιδιαίτερα αργόστροφο παιδί του να τον καταλάβει. «Κε Τρέντον», είπε, «ο πίνακας τυγχάνει να είναι σπάνιος επειδή απεικονίζει μια άποψη του Λιμανιού του Σάλεμ όπως δεν απαθανατίστηκε σε κανέναν άλλον πίνακα της εποχής εκείνης. Συμπληρώνει μια τοπογραφική εικόνα που ήταν ελλιπής για αιώνες· μας δίνει τη δυνατότητα να εντοπίσουμε την ακριβή τοποθεσία διαφόρων κτιρίων και τη διάταξη των δρόμων, μέχρι και τα σημεία όπου υπήρχαν συγκεκριμένα δέντρα. Ξέρω πως ως έργο τέχνης είναι μικρής καλλιτεχνικής αξίας, αλλά απ' όσο έχω δει είναι ασυνήθιστα ακριβής όσον αφορά την αναπαράσταση του τότε τοπίου. Και αυτό ακριβώς είναι που ενδιαφέρει τόσο πολύ το Μουσείο Πίμποντι». Το σκέφτηκα για λίγο, και έπειτα είπα: «Δεν τον πουλάω. Όχι ακόμα. Τουλάχιστον όχι μέχρι να μάθω τι ακριβώς τρέχει». Διέσχισα την Οδό Γκέντνι και ο Έντουαρντ Ουόρντουελ προσπάθησε να με ακολουθήσει, αλλά το οργισμένο κορνάρισμα ενός ταξί που περνούσε εκείνη τη στιγμή από τον δρόμο τον σταμάτησε. «Κε Τρέντον!» φώναξε, καθώς έκανε έναν ελιγμό για να αποφύγει ένα λεωφορείο. «Κε Τρέντον, περιμένετε! Δεν νομίζω να καταλάβατε!» «Δεν νομίζω πως θέλω να καταλάβω», του είπα.

Με πρόλαβε, και άρχισε να περπατά δίπλα μου, αναπνε'οντας με δυσκολία, ρίχνοντας κάθε λίγο ματιε'ς στο πακε'το που κρατούσα, σαν να εξέταζε το ενδεχόμενο να μου το αρπάξει μέσα από τα χέρια. «Κε Τρέντον, αν επιστρέψω στο Πίμποντι δίχως τον πίνακα μαζί μου, μπορεί ακόμα και να με απολύσουν». «Ας σε απολύσουν. Λυπάμαι πολύ. Αλλά η λύση στο πρόβλημά σου ήταν να έχεις έρθει στη δημοπρασία εγκαίρως, και να κάνεις την προσφορά σου. Αν είχες κάνει προσφορά, τώρα θα ήταν δικός σου. Όμως δεν έκανες προσφορά, και τώρα δεν είναι δικός σου. Τώρα ο πίνακας είναι δικός μου και προς το παρόν δεν θέλω να τον πουλήσω, ιδίως στη γωνία Γκέντνι και Μάρτζιν, ένα παγωμένο απόγευμα με τόσον πολύ αέρα, αν δεν έχεις κι εσύ αντίρρηση». Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ πέρασε το χέρι του μέσα από τα ανακατεμένα μαλλιά του· η μια τους πλευρά ανασηκώθηκε, μοιάζοντας με φτερά ερυθρόδερμου. «Συγγνώμη», μου είπε. «Δεν ήθελα να σας μιλήσω έτσι. Απλά έχει μεγάλη σημασία για το μουσείο να έχει αυτόν τον πίνακα. Είναι πολύ σημαντικός πίνακας, ξέρετε, από αρχειακής άποψης». Σχεδόν τον λυπήθηκα. Όμως η Τζέιν μού είχε πει αμέτρητες φορές πως υπάρχει ένας σταθερός κανόνας στο εμπόριο αντικών· ένας κανόνας που δεν πρέπει να τον παραβαίνουμε ποτέ, για οποιονδήποτε λόγο. Ποτέ μην πουλάς κάτι από οίκτο. Διαφορετικά, ο μόνος που τελικά θα οικτίρεις θα είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. «Άκου», του είπα, «ίσως κάποια στιγμή να μπορέσω να δανείσω τον πίνακα στο Πίμποντι. Ίσως να κάνουμε κάποια συμφωνία με τον Διευθυντή». «Δεν ξέρω τι να πω», είπε ο Έντουαρντ Ουόρντουελ. «Ήθελαν πραγματικά να τον αποκτήσουν, μια κι έξω. Μήπως γίνεται να του ρίξω μια ματιά;» «Πώς είπες;» «Γίνεται να του ρίξω μια ματιά;» Σήκωσα τους ώμους. «Αν θέλεις. Έλα στο αυτοκίνητο μου· το έχω αφήσει εκεί, στην Πλατεία Ράιλι». Διασχίσαμε την Οδό Μάρτζιν, και έπειτα περάσαμε μέσα από το πάρκινγκ για να φτάσουμε στο οχτώ χρόνων φαιοκίτρινο Τορνέιντό μου. Μπήκαμε μέσα, και άναψα το λαμπάκι της οροφής, για να μπορέσει να δει καλύτερα. Ο Ουόρντουελ έκλεισε την πόρτα και έκατσε αναπαυτικά, σαν να ετοιμαζόταν να με συνοδεύσει σε κανένα ταξίδι τριάντα χιλιομέτρων. Μάλιστα, σχεδόν περίμενα να δέσει και τη ζώνη ασφαλείας. Καθώς ξετύλιγα τον πίνακα, έσκυψε ξανά κοντά μου, και για άλλη μια φορά στα ρουθούνια μου έφτασε η μυρωδιά εκείνης της καραμέλας για τον βήχα. Τα χέρια του πρέπει να ήταν υγρά από την αναμονή, γιατί τα σκούπισε στις γάμπες του κοτλέ παντελονιού του. Στο τέλος ξετύλιξα τον πίνακα, και τον στερέωσα όρθιο στο τιμόνι. Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ πίεσε το σώμα του τόσο σφικτά πάνω στο δικό μου καθώς κοι-

τούσε, που με πόνεσε ο ώμος μου. Μπορούσα να δω το εσωτερικό του αριστερού του αυτιού· ήταν ελικοειδές και τριχωτό. «Λοιπόν;» τον ρώτησα, στο τέλος. «Τι λες;» «Συναρπαστικό», μου απάντησε. «Μπορείς να δεις την Αποβάθρα Ουάιμαν εκεί κάτω, από την πλευρά του Γκράνιτχεντ, και μπορείς να δεις πόσο μικρή είναι. Τίποτα παραπάνω από μια πρόχειρη κατασκευή από δοκάρια. Καμία σχέση με το μέγεθος της Αποβάθρας Ντέρμπι, από την πλευρά του Σάλεμ. Αυτή ήταν όλο αποθήκες και λογιστήρια και αγκυροβόλια για τα καράβια που πήγαιναν στην Αγγλία». «Μάλιστα», του είπα, προσπαθώντας να ακουστώ αδιάφορος, αποπεμπτικός. Εκείνος, όμως, έσκυψε από πάνω μου με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη, καθώς συνέχισε να παρατηρεί επίμονα ακόμα και την πιο μικρή λεπτομέρεια. «Αυτή εκεί είναι η Οδός Κουάκερ, που ανεβαίνει από το χωριό- και αυτό είναι το σημείο όπου βρίσκεται το Κοιμητήριο Ουότερσαϊντ στις μέρες μας, αν και τότε το αποκαλούσαν Τόπο Πορείας, δίχως κανείς σήμερα να γνωρίζει γιατί Το ξέρατε πως μέχρι το 1703 το Γκράνιτχεντ ονομαζόταν Ανάσταση; Πιθανόν γιατί οι άποικοι αισθάνθηκαν πως είχαν αναστηθεί από τη ζωή τους στον Παλιό Κόσμο». «Μου το έχουν ξαναπεί αυτό, κάνα-δυο φορές», είπα, άβολα. «Και τώρα, αν δεν σε πειράζει — » Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ έκανε πίσω. «Είστε σίγουρος πως δεν θέλετε τριακόσια δολάρια; Τόσα μου έδωσαν από το Πίμποντι για τον πίνακα. Τριακόσια δολάρια μετρητά στο χέρι, και δεν σας ξαναενοχλώ. Είναι η καλύτερη τιμή που θα πετύχετε ποτέ.» «Έτσι λες; Εγώ πιστεύω πως θα βρω αγοραστή με περισσότερα». «Ποιον; Ποιος άλλος πρόκειται να σας δώσει τριακόσια δολάρια για έναν ασήμαντο πίνακα της παραλίας του Γκράνιτχεντ;» «Κανείς. Αλλά από την άλλη, υπολογίζω πως αν το Πίμποντι είναι διατεθειμένο να ξοδέψει τριακόσια δολάρια για τον πίνακα, τότε θα είναι έτοιμο να ανεβάσει την προσφορά του και να ξοδέψει πεντακόσια ή ακόμα και εξακόσια δολάρια. Εξαρτάται». «Εξαρτάται; Από τι εξαρτάται;» «Δεν ξέρω», του απάντησα, τυλίγοντας πάλι τον πίνακα. «Από τον καιρό, από την τιμή του λίπους της χήνας». Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ τύλιξε μερικές τρίχες από τη γενειάδα του γύρω από το δάχτυλο του, και είπε: «Α-χα. Τώρα το 'πιασα. Καταλαβαίνω ακριβώς πού το πάτε. Εντάξει λοιπόν, δεν πειράζει. Ας πούμε ότι δεν πειράζει. Δεν υπάρχει λόγος να χαλάμε τις καρδιές μας. Ακούστε με, όμως. Οα σας τηλεφωνήσω σε μιαδυο μέρες, εντάξει; Δεν πιστεύω να σας πειράζει. Και ίσως τότε να μπορέσουμε να ξαναμιλήσουμε. Ξέρετε, σκεφτείτε τα τριακόσια δολάρια, σκεφτείτε το με την /0&&Κ.

ησυχία σας. Ίσως να αλλάξετε γνώμη». Απόθεσα τον πίνακα στο πίσω κάθισμα, και έπειτα έσφιξα το χέρι του Έντουαρντ Ουόρντουελ. «Κε Όργουελ», του είπα, «θα σου υποσχεθώ κάτι. Δεν θα πουλήσω τον πίνακα σε κανέναν άλλον ώσπου να ασχοληθώ όσο θέλω μαζί του, να κάνω μια έρευνα. Και όταν τον πουλήσω, θα δώσω στο Πίμποντι την ευκαιρία να ανταγωνιστεί οποιαδήποτε προσφορά μού γίνει. Λοιπόν, πώς σου φαίνεται αυτό, είναι δίκαιο;» «Θα τον προσέχετε;» «Φυσικά και θα τον προσέχω. Τι σε κάνει να πιστεύεις το αντίθετο;» Ανασήκωσε τους ώμους, κούνησε το κεφάλι του, και είπε: «Τίποτα. Απλά δεν θα ήθελα να μάθω πως χάθηκε, ή έπαθε κάτι. Ξέρετε από πού προέρχεται, έτσι δεν είναι; Ξέρετε ποιος τον πούλησε;» «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα». «Νομίζω, αν και δεν είμαι σίγουρος, πως προέρχεται από τη συλλογή Ίβλιθ. Τους ξέρετε τους Ίβλιθ; Πολύ παλιά οικογένεια, οι πιο πολλοί απ' αυτούς μένουν τώρα κοντά στο Τιούκσμπερι, στην Κομητεία Ντάκατ. Αλλά οι Ίβλιθ βρίσκονταν στο Σάλεμ από τον δέκατο έκτο αιώνα, πάνω-κάτω. Πολύ κλειστοί, πολύ μυστικοπαθείς, ήταν εκείνο το είδος οικογένειας για το οποίο συνήθιζε να γράφει ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, ξέρετε τον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ; Απ' ό,τι έχω ακούσει, ο μεγαλύτερος απόγονος της οικογένειας, ο Ντάγκλας Ίβλιθ έχει μια βιβλιοθήκη ιστορικών βιβλίων σχετικών με το Σάλεμ, που δίπλα της το Πίμποντι μοιάζει σαν ένα ράφι με χαρτόδετα βιβλία σε κάποια παράγκα. Έχει ακόμα γκραβούρες, και πίνακες· και το πιο πιθανό είναι ο πίνακας που έχετε τώρα εσείς να προέρχεται από αυτή τη συλλογή. Κάθε τόσο τους βγάζει στην αγορά, ποιος ξέρει για ποιον λόγο, αλλά πάντα ανώνυμα, και πάντα είναι πολύ δύσκολο να πιστοποιήσει κανείς τη γνησιότητά τους γιατί αρνείται να συζητήσει για αυτούς, ή έστω να παραδεχτεί πως ήταν δικοί του». Έριξα μια βιαστική ματιά στον πίνακα, στο πίσω κάθισμα. «Ενδιαφέρον ακούγεται», παραδέχτηκα. «Υποθέτω πως είναι ωραίο να ξέρει κανείς πως υπάρχουν ακόμα στην Αμερική μερικοί αυθεντικοί εκκεντρικοί». Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ σκέφτηκε για μια στιγμή, έχοντας το χέρι του στη γενειάδα του. 'Υστερα είπε: «Σίγουρα δεν πρόκειται να αλλάξετε γνώμη;» «Όχι», του απάντησα. «Δεν θα πουλήσω αυτόν τον πίνακα μέχρι να μάθω πολύ περισσότερα γι' αυτόν· όπως, για παράδειγμα, τον λόγο για τον οποίον το Πίμποντι τον θέλει τόσο πολύ». «Μα, σας είπα. Έ χ ε ι μεγάλο τοπογραφικό ενδιαφέρον. Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος». «Σχεδόν σε πιστεύω. Ελπίζω όμως να μην σε πειράζει να το ελέγξω μόνος μου, έτσι; Ίσως να μπορούσα να μιλήσω με τον διευθυντή σου». Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ με κοίταξε με σφιγμένα χείλια, και έπειτα είπε, με

ύφος παραίτησης: «Εντάξει. Είναι δικαίωμά σας. Ελπίζω μόνο να μη χάσω τη δουλειά μου εξαιτίας αυτής της δημοπρασίας». Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε έξω. «Ήταν πολύ ενδιαφέρον που σας γνώρισα», είπε, και περίμενε, σαν να ήλπιζε να ενδώσω και να του προσφέρω τον πίνακα. Ύστερα είπε: «Γνώριζα τη γυναίκα σας αρκετά καλά, προτού...ξέρετε...πριν το ατύχημα». «Ήξερες την Τζέιν;» «Ασφαλώς», μου απάντησε, και πριν προλάβω να τον ρωτήσω τίποτα άλλο, απομακρύνθηκε προς την Οδό Μάρτζιν, κυρτώνοντας τους ώμους για να αποφύγει το κρύο. Έκατσα αρκετή ώρα στο αμάξι, αναρωτώμενος τι στο διάολο να κάνω. Έβγαλα για άλλη μια φορά τον πίνακα από το περιτύλιγμά του και τον κοίταξα προσεκτικά. Ίσως ο Έντουαρντ Ουόρντουελ να μου έλεγε την αλήθεια, και ίσως αυτή να ήταν η μοναδική άποψη του Λιμανιού του Σάλεμ από τα βορειοδυτικά που είχε ποτέ κανείς ζωγραφίσει. Και όμως, ήμουν βέβαιος πως είχα δει μια γκραβούρα ή μια ξυλογραφία με την ίδια άποψη κάποια στιγμή στο παρελθόν. Ήταν δύσκολο να πιστέψω πως ένας από τους πιο πολυσχεδιασμένους και πολυζωγραφισμένους όρμους της ακτογραμμής της Μασαχουσέτης είχε ζωγραφιστεί μόνο μία φορά από αυτήν τη συγκεκριμένη γωνία. Ή τ α ν μια παράξενη, ταραγμένη μέρα. Δεν ένιωθα καμία διάθεση να επιστρέψω στο σπίτι μου. Ένας άντρας με κοιτούσε από την απέναντι πλευρά του δρόμου· ένα ασυνήθιστα μεγάλο καπέλο σκίαζε το πρόσωπο του. Άναψα τη μηχανή, και άνοιξα το ραδιόφωνο. Έπαιζε το Η Αγάπη Είναι Το Πιο Γλυκό Πράγμα στον Κόσμο.

ΠΕΝΤΕ

Κ

αθώς έβγαινα από την Οδό Λαφαγιέτ και άρχισα να ανηφορίζω με το αμάξι μου βόρεια στη χερσόνησο του Γκράνιτχεντ με προορισμό την Οδό Κουάκερ, τα μαύρα σύννεφα μιας ακόμα καταιγίδας του Ατλαντικού άρχισαν να υψώνονται από τον βορειοανατολικό ορίζοντα, μοιάζοντας με ορδή από σκούρα και πυκνόμαλλα τέρατα. Όταν έφτασα στο σπίτι μου, είχαν ήδη φτάσει πάνω από το κεφάλι μου, και οι πρώτες στάλες της βροχής άρχισαν να ραντίζουν την πτυσσόμενη οροφή του αυτοκινήτου, και να σημαδεύουν το μονοπάτι του κήπου. Άνοιξα το βήμα μου, υψώνοντας τον γιακά του παλτού μου από τη μια πλευρά, και ψαχούλεψα τις τσέπες μου, ψάχνοντας για τα κλειδιά μου. Η βροχή έπεφτε και ψιθύριζε μέσα από το ξεραμένο από τη χειμωνιά αναρριχητικό φυτό της βεράντας, και από πίσω μου ο άνεμος που σηκωνόταν ανάδεψε απαλά τους

θάμνους από δάφνες. Καθώς γλιστρούσα το κλειδί στην κλειδαριά της εξώπορτας, άκουσα μια γυναικεία φωνή να ψιθυρίζει: «Τζον;» Πάγωσα ολόκληρος, και γύρισα να κοιτάξω πίσω μου, αν και ο φόβος με είχε σχεδόν παραλύσει. Ο μπροστινός κήπος ήταν ε'ρημος. Μόνο οι συστάδες των θάμνων, το αγριεμένο χορτάρι και οι κύκλοι της βροχής στη λιμνούλα. «Τζέιν;» είπα, με καθαρή φωνή. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα και κανένας· και η απλή λογική μού έλεγε πως δεν μπορούσε να είναι η Τζέιν. Παρ' όλα αυτά, υπήρχε κάτι αλλιώτικο στο σπίτι, είτε αυτό ήταν απλά μια αίσθηση, ή η παρουσία κάποιου άλλου. Έκανα πίσω, στον κήπο, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μου για να τα προστατέψω από τη βροχή που έπεφτε, και προσπάθησα να δω τι ήταν αυτό που θα μπορούσε να συμβαίνει. Είχα ερωτευτεί την Οικία της Οδού Κουάκερ από την πρώτη μέρα που την είχα δει. Είχα λατρέψει την ελαφρώς παραμελημένη Γοτθική όψη της του 1860, τα παράθυρά της σε σχήμα διαμαντιού, τα στηθαία της με την επένδυση από λαξευτή πέτρα, το αναρριχητικό της φυτό. Στο μέρος που είχε χτιστεί υπήρχε παλιότερα ένα άλλο σπίτι, και η παλιά πέτρινη εστία αυτού που σήμερα ήταν η βιβλιοθήκη είχε χαραγμένη τη χρονολογία 1666. Απόψε όμως, καθώς η βροχή στάλαζε από τα σκαλιστά πράσινα αετώματα, και ένα από τα παραθυρόφυλλα του πάνω ορόφου έτριζε πηγαίνοντας μπρος-πίσω κάτω από την πίεση του ανέμου, από το μυαλό μού πέρασε η σκέψη πως θα μπορούσα να είχα διαλέξει να ζήσω κάπου πιο φιλόξενα, δίχως αυτή τη μαύρη αίσθηση της παρουσίας ανήσυχων πνευμάτων και ταραγμένων αναμνήσεων. «Τζον;» κάποιος ψιθύρισε- ή ίσως πάλι να μην ήταν παρά μόνο ο άνεμος. Τα μαύρα δασύτριχα τέρατα των σύννεφων βρίσκονταν ακριβώς από πάνω μου τώρα, οι σταγόνες της βροχής γίνονταν όλο και πιο χοντρές, και οι σωλήνες της αποχέτευσης και οι υδρορροές άρχισαν να φλυαρούν σαν μικρά δαιμόνια. Είχα ένα προαίσθημα κακού- ένα προαίσθημα που έκανε τα κόκαλα των ποδιών μου να παγώσουν. Έ ν α προαίσθημα πως η Οικία της Οδού Κουάκερ είχε καταληφθεί από κάποιο πνεύμα που δεν είχε κανένα εγκόσμιο δικαίωμα να είναι εκεί. Κατέβηκα πάλι στο μονοπάτι του κήπου, και από εκεί πήγα στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η βροχή βομβάρδιζε το κεφάλι μου και τσιμπούσε το πρόσωπο μου, αλλά προτού πάω πάλι μέσα, ήθελα να σιγουρευτώ πως το σπίτι ήταν άδειο- πως δεν είχε μπει κανένας βάνδαλος, ή κανένας διαρρήκτης. Τουλάχιστον, αυτό έλεγα στον εαυτό μου. Διέσχισα τον χορταριασμένο κήπο μέχρι το παράθυρο του καθιστικού, και έριξα μια προσεκτική ματιά μέσα, καλύπτοντας τα μάτια μου από πάνω, έτσι ώστε να μπορώ να δω καλύτερα. Το δωμάτιο έδειχνε να είναι άδειο. Η σχάρα του τζακιού ήταν ακόμα φορτωμένη με παγωμένη γκρίζα στάχτη. Το φλυτζάνι με το τσάι μου στεκόταν στο

πάτωμα, εκεί όπου το είχα αφήσει το πρωί. Έκανα τη διαδρομή για το μπροστινό μέρος του σπιτιού, και τέντωσα τα αυτιά μου, καθώς η βροχή ξύριζε το πίσω μέρος του λαιμού μου. Μια αχτίδα φωτός διαπέρασε τα σύννεφα, και για μια στιγμή η επιφάνεια της διακοσμητικής μικρής λίμνης έμοιαζε πασπαλισμένη με ασημένια νομίσματα. Καθόμουν ακόμα εκεί έξω, στη βροχή, όταν ένας γείτονάς μας τάραξε την ηρεμία του δρόμου με τη σπορ Σεβρολέτ του. Ήταν ο Τζορτζ Μάρκαμ, που έμενε στον αριθμό 7, μαζί με την ανάπηρη γυναίκα του, την Τζόαν, και τόσα πολλά σαματατζίδικα σκυλιά Δαλματίας, που είχα χάσει τον λογαριασμό. Κατέβασε το τζάμι του, και με κοίταξε. Φορούσε ένα πλαστικό κάλυμμα για τη βροχή πάνω από το καπέλο του, και τα γυαλιά του ήταν διάστικτα από μικρές σταγόνες. «Σου συμβαίνει τίποτα, γείτονα;» φώναξε. «Μοιάζεις σαν να κάνεις μπάνιο, εκεί έξω». «Όλα είναι μια χαρά», τον καθησύχασα. «Μου φάνηκε πως άκουσα μια από τις υδρορροές να στάζει». «Πρόσεχε μην πλευριτωθείς». Ετοιμαζόταν να σηκώσει πάλι το τζάμι του, όταν διέσχισα τον γεμάτο νερολακκούβες δρόμο, και τον πλησίασα, για να του πω: «Τζορτζ, μήπως άκουσες κανέναν να ανηφορίζει τον δρόμο εχτές το βράδι, γύρω στις δύο με τρεις τα ξημερώματα;» Ο Τζορτζ σούφρωσε τα χείλη σκεπτικός, και έπειτα κούνησε το κεφάλι. «Άκουσα τον άνεμο εχτές το βράδι, στα σίγουρα. Τίποτα άλλο, όμως. Δεν άκουσα κανέναν να ανεβαίνει τον δρόμο. Γιατί ρωτάς;» «Δεν είμαι σίγουρος, σαν κάτι να άκουσα». Ο Τζορτζ με κοίταξε για μερικές στιγμές, και έπειτα μου είπε: «Καλύτερα να πας μέσα, να στεγνώσεις. Δεν γίνεται να παραμελείς τον εαυτό σου, μόνο και μόνο επειδή η Τζέιν δεν είναι πια εδώ. Θέλεις να κάνεις μια βόλτα από το σπίτι αργότερα, να παίξουμε χαρτιά; Μπορεί να έρθει και ο γερο-Κιθ Ριντ, αν καταφέρει να βάλει μπρος το φορτηγάκι του». «Μπορείνα περάσω. Ευχαριστώ, Τζορτζ». Ο Τζορτζ απομακρύνθηκε, και εγώ έμεινα ξανά μόνος στη βροχή. Πέρασα πάλι στην άλλη πλευρά του δρόμου και ανέβηκα το μονοπάτι του κήπου. Τέλος πάντων, σκέφτηκα, δεν μπορώ να περάσω όλη μου τη νύχτα εδώ έξω. Άνοιξα την πόρτα, και την έσπρωξα, και εκείνη έκανε πίσω, βγάζοντας το συνηθισμένο της βογγητό. Με υποδέχτηκαν σκιές και η οικεία οσμή της παλιάς ξυλείας. «Είναι κανείς στο σπίτι;» ρώτησα. Η πιο ανόητη ερώτηση όλων των εποχών. Το μοναδικό άτομο που υπήρχε στο σπίτι ήμουν εγώ. Η Τζέιν ήταν νεκρή εδώ και έναν μήνα, και ευχόμουν να μπορούσα να πάψω να φαντάζομαι το δυστύχημά της, ξανά και ξανά. Ευχόμουν μόνο να μπορούσα να σταματήσω να ξαναπαίζω στην οθόνη του μυαλού μου τις τελευταίες θολές στιγμές της ζωής της σαν

κάποια από εκείνες τις συγκρούσεις αυτοκινήτων που δείχνουν στην τηλεόραση, με τα αβοήθητα εκείνα ανδρείκελα που εκτοξεύονται μέσα από τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων. Μόνο που η Τζέιν δεν ήταν ένα ανδρείκελο· και ούτε και το κονιορτοποιημένο και παραμορφωμένο παιδί μας. Μπήκα μέσα στο σπίτι. Δεν υπήρχε αμφιβολία: κάτι στην ατμόσφαιρα ήταν διαφορετικό, λες και τα διάφορα αντικείμενα είχαν αλλάξει θέση κατά τη διάρκεια της απουσίας μου. Στην αρχή σκέφτηκα: Που να πάρει, δίκιο είχα, κάποιος διέρρηξε το σπίτι. Αλλά το εκκρεμές στον διάδρομο εξακολουθούσε να μετράει με κουρασμένη νηφαλιότητα τον χρόνο, ο πίνακας του δέκατου όγδοου αιώνα με τα σκυλιά που κυνηγούσαν αλεπούδες βρισκόταν ακόμα κρεμασμένος πάνω από το παλιό βελανιδένιο μπαούλο όπου φυλούσαμε τα λινά. Η Τζέιν μού είχε κάνει δώρο αυτόν τον πίνακα τα τελευταία Χριστούγεννα, ως ένα είδος τρυφερού αστείου σχετικά με τη μέρα της γνωριμίας μας. Είχα προσπαθήσει να φυσήξω το κυνηγετικό κέρας εκείνη την ημέρα, για να την εντυπωσιάσω, και το μόνο που κατάφερα ήταν να βγάλω έναν δυνατό διαπεραστικό ήχο, που έμοιαζε να προέρχεται από έναν ιπποπόταμο με αέρια. Ακόμα και τώρα μπορούσα να ακούσω το γέλιο της μέσα μου. Έκλεισα την πόρτα και ανέβηκα πάνω, στην κρεβατοκάμαρα, για να βγάλω τα βρεγμένα μου ρούχα. Ένιωθα ακόμα εκείνη την αίσθηση που με αναστάτωνε, πως εκτός από μένα, είχε μπει και κάποιος άλλος στο σπίτι· πως κάποιος είχε αγγίξει τα οικιακά αντικείμενα, πως τα είχε σηκώσει από τη θέση τους και τα είχε βάλει πάλι πίσω. Ήμουν σίγουρος πως είχα αφήσει τη χτένα μου στην τουαλέτα, και όχι στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι. Και το ξυπνητήρι μου είχε σταματήσει. Φόρεσα ένα γαλάζιο ζιβάγκο και ένα τζιν. Έπειτα κατέβηκα κάτω και γέμισα ένα ποτήρι με τα τελευταία απομεινάρια του Σίβας Ρίγκαλ. Σκόπευα να αγοράσω μερικά ποτά όταν ήμουν στο Σάλεμ, αλλά όλη εκείνη η ιστορία με τον Έντουαρντ Ουόρντουελ και τον πίνακα με έκανε να ξεχάσω τελείως να κάνω μια στάση στην κάβα. Κατέβασα το ουίσκι μονορούφι, και σκέφτηκα πως δεν θα ήταν άσχημα να είχα λίγο ακόμα. Μπορεί όταν η βροχή έκοβε να κατέβαινα μέχρι το Σούπερ-Μάρκετ του Γκράνιτχεντ, και να αγόραζα ένα-δυο μπουκάλια κρασί, και λίγο προμαγειρεμένο φαγητό, ίσως λαζάνια. Δεν θα άντεχα ούτε να κοιτάξω ξανά ένα ακόμα πιάτο με μπριζόλες, ακόμα και αν κάποιος με απειλούσε πως θα μου έσπαγε τα δάχτυλα. Ή τ α ν τότε που ξανάκουσα την ψιθυριστή φωνή, σαν να υπήρχαν στο σπίτι άλλοι δύο άνθρωποι οι οποίοι συζητούσαν για μένα χαμηλόφωνα. Έμεινα εκεί που ήμουν για λίγη ώρα, προσπαθώντας να ακούσω· αλλά κάθε φορά που εστίαζα την προσοχή μου στην ακοή, το ψιθύρισμα έμοιαζε να μετατρέπεται σε ήχο του ανέμου, που γλιστρούσε κάτω από την πόρτα, ή έπαιρνε το ηχόχρωμα του παφλάσματος της βροχής μέσα στους σωλήνες της αποχέτευσης. Σηκώθηκα και βγήκα στον διάδρομο, κρατώντας στο χέρι το άδειο μου ποτήρι, και είπα: «Ναι;»

Καμία απάντηση. Μονσ το σταθερό τρεμούλιασμα των χαλαρών φύλλων των παράθυρων. Μόνο ο αναστεναγμός του αε'ρα, και οι απόμακρες βροντές της θάλασσας. «Συντηρείτο αιώνιο ψιθύρισμα στις έρημες ακτές». Πάλι Κιτς. Σχεδόν μισούσα την Τζέιν για την αγάπη της για τον Κιτς. Πήγα στη βιβλιοθήκη. Είχε κρύο και υγρασία εκεί. Κάτω από τη μεγάλη αιωρούμενη μπρούντζινη λάμπα, που κάποτε κρεμόταν στην καμπίνα του Καπετάνιου Χένρι Πρινς, στο Άστρεα II, το γραφείο ήταν διάσπαρτο με γράμματα και λογαριασμούς και τους καταλόγους των πλειστηριασμών του περασμένου μήνα. Στο πρεβάζι του παράθυρου υπήρχαν πέντε-έξι κορνιζαρισμένες φωτογραφίες: η Τζέιν όταν αποφοιτούσε από το Κολέγιο Γουέλεσλι- η Τζέιν και εγώ έξω από ένα ρεστοράν σε μια λεωφόρο στο Νιου Χάμσαϊρ· η Τζέιν στον μπροστινό κήπο της Οικίας της Οδού Κουάκερ' η Τζέιν με τη μητέρα και τον πατέρα της, με τα μάτια μισόκλειστα κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο. Τις έπιασα στα χέρια μου, μία-μία, και τις κοίταξα με θλίψη. Και όμως, οι φωτογραφίες αυτές είχαν κάτι το περίεργο σήμερα. Καμιά τους δεν έμοιαζε ίδια με το πώς τις θυμόμουν. Εκείνη την ημέρα που είχα φωτογραφήσει την Τζέιν έξω από το σπίτι μας, ήμουν σίγουρος πως στεκόταν στο μονοπάτι, και όχι στον μπροστινό κήπο — λογικό, αφού είχε μόλις αγοράσει ένα καινούργιο ζευγάρι μπότες από μωβ καστόρι, τις οποίες δεν ήθελε να γεμίσει λάσπες. Και ήταν και κάτι ακόμα. Στο σκούρο τζάμι του σταυρωτού παράθυρου, μόλις δύο με τρία μέτρα πίσω της, μπορούσα να διακρίνω μια παράξενη χλωμή θολούρα. Θα μπορούσε να ήταν κάποιο φωτιστικό, ή η αντανάκλαση κάποιου που περνούσε απ' έξω- και όμως, έμοιαζε ανησυχητικά με το πρόσωπο μιας γυναίκας, με ισχνά και θλιμμένα μάτια, που όμως είχε κινηθεί πολύ γρήγορα για να προλάβει να το αποτυπώσει με σαφήνεια ο φακός. Ήξερα πως εκτός από την Τζέιν και εμένα, το σπίτι ήταν άδειο εκείνη την ημέρα. Εξέτασα τη φωτογραφία όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, αλλά ήταν αδύνατο να πω με ακρίβεια τι θα μπορούσε να είναι εκείνη η θολούρα. Κοίταξα για άλη μια φορά όλες τις φωτογραφίες. Όλες τους, αν και ήταν αδύνατο να είμαι σίγουρος για αυτό, μου προκαλούσαν το πολύ περίεργο συναίσθημα πως οι άνθρωποι και τα αντικείμενα είχαν μετακινηθεί. Ελάχιστα, μα αισθητά. Για παράδειγμα, υπήρχε μια φωτογραφία της Τζέιν δίπλα στο άγαλμα του Τζόναθαν Πόουπ, του ιδρυτή του Λιμανιού του Γκράνιτχεντ, και «πατέρα του εμπορίου τσαγιού». Ήμουν σίγουρος πως την τελευταία φορά που είχα κοιτάξει τη φωτογραφία, η Τζέιν στεκόταν στη δεξιά πλευρά του αγάλματος· και όμως, τώρα βρισκόταν στα αριστερά. Η φωτογραφία δεν είχε ανατυπωθεί ανάποδα, γιατί η επιγραφή στο άγαλμα έγραφε καθαρά «Τζόναθαν Πόουπ» από τη σωστή κατεύθυνση. Έφερα τη φωτογραφία κοντά στο πρόσωπο μου, και ύστερα την κοίταξα από πιο μακρινή απόσταση, αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να δείχνει πως κάποιος την είχε παραποιήσει. Αυτό που με έκανε να ταραχτώ, πέρα από τη δια-

φορετική θέση της Τζέιν, ήταν μια φευγαλέα, ανεστιαστη φιγούρα στο βάθος, σαν κάποιος να έτρεχε τη στιγμή της φωτογράφησης, και ξαφνικά να γύρισε προς τον φακό. Έδειχνε σαν μια γυναίκα, με ένα μακρύ καφετί φόρεμα, ή παλτό. Το πρόσωπο της δεν φαινόταν καθαρά, αλλά μπορούσα να ξεχωρίσω τις σκούρες εσοχές των ματιών της, και έναν ακαθόριστο λεκέ που πρέπει να ήταν το πρόσωπο της. Άξαφνα άρχισα να κρυώνω, και αισθάνθηκα πάρα πολύ τρομαγμένος. Όλα αυτά μπορούσαν να σημαίνουν μοναχά δύο πράγματα: ή αντιδρούσα στην ένταση από τον θάνατο της Τζέιν με παραισθήσεις, ξεπερνώντας ακόμα και τα όρια της απλής τρέλας, ή κάτι αφύσικο συνέβαινε στην Οικία της Οδού Κουάκερ, κάτι ισχυρό, παγωμένο και αλλόκοτο. Μια πόρτα έκλεισε, σε κάποιο σημείο του σπιτιού. Έκλεισε ήρεμα, με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε μια νοσοκόμα καθώς έφευγε από το προσκέφαλο ενός άρρωστου ή ετοιμοθάνατου παιδιού. Για μια στιγμή που με γέμισε τρόμο, μου φάνηκε πως άκουσα βήματα να κατεβαίνουν τις σκάλες, και έτρεξα άτσαλα στο χολ. Όμως, δεν ήταν κανείς εκεί. Κανείς, εκτός από εμένα, και τις στοιχειωμένες μου αναμνήσεις. Κοίταξα πίσω, στη βιβλιοθήκη. Πάνω στο γραφείο, εκεί όπου την είχα αφήσει, βρισκόταν η φωτογραφία της Τζέιν στον μπροστινό κήπο. Μπήκα στο δωμάτιο και την πήρα πάλι στα χέρια μου, συνοφρυωμένος. Υπήρχε κάποιο γκροτέσκο λάθος, αλλά δεν μπορούσα να ξεκαθαρίσω τι. Η Τζέιν μού χαμογελούσε αρκετά φυσικά· και εκτός από τη χλωμή αντανάκλαση στο παράθυρο, πίσω της, το σπίτι έδειχνε απαράλλαχτο. Αλλά η φωτογραφία ήταν διαφορετική, λάθος. Έδειχνε σαν κάποιος να είχε στήσει την Τζέιν, και να μη στεκόταν εκεί από μόνη της- σαν κάποια από εκείνες τις φριχτές αστυνομικές φωτογραφίες των θυμάτων δολοφονιών. Με τη φωτογραφία στο χέρι, πήγα στο παράθυρο της βιβλιοθήκης και κοίταξα έξω, στον μπροστινό κήπο. Η φωτογραφία πρέπει να είχε τραβηχτεί στα μέσα του απογεύματος, γιατί ο ήλιος ήταν χαμηλά προς τη δύση, και όλες οι σκιές ήταν ακριβώς οριζόντιες, από τη μία άκρη της φωτογραφίας ως την άλλη. Η σκιά της Τζέιν απλωνόταν στη μέση του μονοπατιού, έτσι ώστε, παρ' όλο που η ίδια στεκόταν γύρω στα τρία με τέσσερα μέτρα στα αριστερά του και τα πόδια της κρύβονταν από τον χαμηλό φράχτη που σχημάτιζαν οι δάφνες ανάμεσά μας, μπορούσα να καταλάβω σε ποιο ακριβώς σημείο του κήπου βρισκόταν. Σήκωσα τη φωτογραφία ξανά και ξανά, προσπαθώντας να τη συγκρίνω με τον μπροστινό κήπο. Ένιωσα ένα αίσθημα απελπισίας να φουντώνει μέσα μου που παραλίγο να με κάνει να χτυπήσω το κεφάλι μου στο τζάμι του παράθυρου. Ή τ α ν αδύνατο. Ή τ α ν τελείως και απόλυτα αδύνατο. Και όμως, οι αποδείξεις ήταν εδώ, μπροστά στα μάτια μου, σε αυτήν τη φωτογραφία που απεικόνιζε την Τζέιν να μου χαμογελά γαλήνια. Ή τ α ν αδύνατο και όμως δεν υπήρχε αμφιβολία.

Σε αυτή τη φωτογραφία, η Τζε'ιν στεκόταν στο μοναδικό μέρος του κήπου που ήταν ανθρωπίνως αδύνατο για τον οποιονδήποτε να σταθεί: στην επιφάνεια της διακοσμητικής λίμνης.

ΕΞΙ Έφυγα από το σπίτι και κατηφόρισα τον δρόμο, περνώντας ανάμεσα από τα έλατα που τα έδερνε ο άνεμος, προς την κατεύθυνση της κεντρικής λεωφόρου του Γκράνιτχεντ, και από κει βορειοανατολικά, προς το Σούπερ-Μάρκετ του Γκράνιτχεντ, στα περίχωρα του χωριού. Ή τ α ν μια διαδρομή πέντε χιλιομέτρων, από το σπίτι μου ως εκεί και πάλι πίσω, αλλά συνήθως περπατούσα γιατί αυτή ήταν η μοναδική γυμναστική που μπορούσα να αντέξω, και απόψε ήθελα να νιώσω τη βροχή στο πρόσωπο μου και τον αέρα στα μάτια μου και οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει πως ήμουν ακόμα στα καλά μου και πως ήμουν πραγματικός. Κάπου στα δεξιά μου ένα σκυλί γαύγιζε, με την επιμονή ενός άρρωστου παιδιού που βήχει. Έπειτα, ένα μικρό σύννεφο από ξεραμένα φύλλα σηκώθηκε από έναν θαμνοφράχτη και στροβιλίστηκε μπροστά μου. Ή τ α ν μια από εκείνες τις νύχτες που ο άνεμος ξεριζώνει σχιστόλιθους από τις στέγες των σπιτιών, οι κεραίες των τηλεοράσεων γκρεμίζονται στο έδαφος, και οι δρόμοι κλείνουν από τους κορμούς των πεσμένων δέντρων. Ή τ α ν μια από εκείνες τις νύχτες που βυθίζουν πλοία και πνίγουν ναυτικούς. Βροχή και αέρας. Οι άνθρωποι του Γκράνιτχεντ τις αποκαλούν «νύχτες του Σατανά». Προσπέρασα τα σπίτια των γειτόνων μου: τη λιτή τριγωνική σκεπή του σπιτιού της κας Χάραντεν το γραφικό κουβάρι των Οικιών Μπρέντμποουρντ, με τις βεράντες πίσω από τα δικτυωτά πλέγματα- τον γοτθικό ρυθμό του αριθμού 7, εκεί όπου έμενε ο Τζορτζ Μάρκαμ. Από μέσα από κάθε σπίτι ξεπρόβαλλαν ζεστά φώτα, τηλεοράσεις που τρεμόπαιζαν, άνθρωποι που έτρωγαν βραδινόκάθε ένα από τα παράθυρα μια χαρούμενη ανάμνηση, που επέστρεφε στον νου μου μέσα στη βροχερή αγριάδα της νύχτας. Ένιωσα μοναξιά και φόβο, και καθώς πλησίαζα στη λεωφόρο άρχισα να έχω την τρομακτική αίσθηση πως κάποιος με είχε πάρει στο κατόπι. Χρειάστηκα όλη την αποφασιστικότητα που μπορούσα να συγκεντρώσω για να μη γυρίσω και κοιτάξω πίσω μου. Και όμως — βήματα δεν ήταν αυτά; Ανάσα δεν ήταν αυτό που άκουγα; Και αυτό, δεν ήταν μια πέτρα που την είχαν κλωτσήσει τα βιαστικά πόδια του άγνωστου που με ακολουθούσε; Ή τ α ν ένας μακρύς περίπατος μέσα στον υγρό άνεμο, μέχρι να φτάσω από τον κεντρικό δρόμο στο Σούπερ-Μάρκετ του Γκράνιτχεντ. Ένα-δύο αυτοκίνητα με προσπέρασαν, αλλά κανενός ο οδηγός δεν σταμάτησε για να προσφερθεί να με

πάει μέχρι τον προορισμό μου, και εγώ δεν έκανα καμία προσπάθεια να ζητήσω κάτι τέτοιο. Οι μοναδικοί άλλοι άνθρωποι που είδα, πέρα από τους οδηγούς, ήταν τρεις νεαροί από το σπίτι των Ουόλς, που φορούσαν όλοι τους μουσαμάδες και σήκωναν ένα πεσμένο δέντρο από τον μπροστινό τους φράχτη. Ένας τους σχολίασε: «Πολύ χαίρομαι που δεν είμαι στη θάλασσα, ειδικά απόψε». Και στο μυαλό μου ήρθε εκείνο το τραγούδι, εκείνο το αξιοπερίεργο από το Παλιό Σάλεμ: «Μα τα καλά που επιάσανε μέσα στην ψαριά τους, ήταν κόκαλα, που στα σαγόνια τους είχαν λιώσει καρδιές». Έπειτα από λίγο, είδα τους προβολείς που έλαμπαν στο πάρκινγκ του σούπερμάρκετ, και την κόκκινη φωτεινή επιγραφή που ενημέρωνε: Ανοιχτά 8-11. Η βιτρίνα ήταν θαμπωμένη, αλλά απ' έξω μπορούσα να δω τα φωτεινά χρώματα της σύγχρονης πραγματικότητας, και τους ανθρώπους που έκαναν τα ψώνια τους. Άνοιξα την πόρτα, προχώρησα μέσα, και σκούπισα τα πόδια μου στο χαλάκι της εισόδου. «Βγήκατε για βραδινό μπάνιο, κε Τρέντον;» μου φώναξε ο Τσάρλι Μάνζι, πίσω από το ταμείο. Ο Τσάρλι ήταν ευτραφής και εύθυμος· το κεφάλι του κοσμούσε ένα παχύ στρώμα από μαύρα σγουρά μαλλιά, και καμιά φορά μπορούσε να γίνει αναπάντεχα σαρκαστικός. Τίναξα με γρήγορες κινήσεις τη βροχή από το αδιάβροχο μου, και κούνησα το κεφάλι μου σαν βρεγμένο σκυλί. «Σκέφτομαι σοβαρά να ανταλλάξω το αυτοκίνητο μου με ένα κανό από φλοιό σημύδας», του είπα. «Αυτός πρέπει να είναι ο πιο υγρός τόπος σε ολόκληρο τον πλανήτη». «Έτσι νομίζετε;» είπε ο Τσάρλι, κόβοντας φέτες σαλάμι. «Στο Όρος Ουέλιαλ στη Χαβάη, βρέχει χίλια εκατόν εξήντα οχτώ εκατοστά τον χρόνο, δηλαδή δέκα φορές παραπάνω απ' ό,τι εδώ, οπότε μην είστε και τόσο σίγουρος». Είχα ξεχάσει πως το χόμπι του Τσάρλι ήταν τα διάφορα ρεκόρ. Καιρικά, αθλητικά, υψομετρικά, ταχύτητας· το ρεκόρ του παχύτερου ανθρώπου στον κόσμο, το ρεκόρ του ανθρώπου που έφαγε τα περισσότερα πεπόνια στεκόμενος με το κεφάλι κάτω. Υπήρχε ένας άγραφος κανόνας για τους κατοίκους του Γκράνιτχεντ που έλεγε πως δεν πρέπει να αναφέρεις πως κάτι ήταν το καλύτερο ή το χειρότερο σε οτιδήποτε, όταν ήξερες πως ο Τσάρλι Μάνζι βρισκόταν σε ακτίνα ακοής- ο Τσάρλι θα αποδείκνυε πάντα πως έκανες λάθος. Η χαμηλότερη θερμοκρασία που καταγράφηκε ποτέ στη Βορειοαμερικανική Ήπειρο, ήταν μείον ογδόντα επτά βαθμοί Φαρενάιτ, στο Σναγκ του Γιούκον, το 1947, οπότε καλύτερα να μη δοκιμάσει κανείς να πει στον Τσάρλι πως, «απόψε πρέπει να είναι το πιο κρύο βράδι στην ιστορία της Αμερικής». Για πωλητής παντοπωλείου, ο Τσάρλι ήταν φιλικός, φλύαρος, και πειραχτή-

pi. Για την ακρίβεια, η ανταλλαγή πειραγμάτων με τον Τσάρλι ήταν ένα από τα κυριότερα θέλγητρα του Σούπερ-Μάρκετ του Γκράνιχεντ, πέρα βέβαια από το γεγονός πως το κατάστημα τούτο ήταν το κοντινότερο στην Οδό Κουάκερ. Μερικοί πελάτες, μάλιστα, προτού πάνε για να ψωνίσουν πρόβαραν τα λόγια που θα έλεγαν στον Τσάρλι, για να δουν αν θα μπορούσαν να αποφύγουν τα καυστικά του σχόλια· αλλά αυτό συνέβαινε σπάνια. Βλέπετε, τον Τσάρλι τον είχε διδάξει να πειράζει η σκληρότητα της ζωής, το ότι όταν ήταν μικρός ήταν παχύς και διόλου δημοφιλής. Εξαιτίας της δύσκολης παιδικής του ηλικίας και των μετέπειτα μοναχικών του χρόνων, η προσωπική τραγωδία του Τσάρλι έμοιαζε πιο οδυνηρή από των υπολοίπων μας. Από ένα Θεόσταλτο θαύμα των περιστάσεων και της μοίρας, ο Τσάρλι είχε γνωρίσει και είχε παντρευτεί στα τριάντα ένα του μια όμορφη και εργατική δασκάλα από το Μπέβερλι· και παρ' όλο που χρειάστηκε να περάσουν δύο δύσκολα χρόνια γυναικολογικών επιπλοκών, στο τέλος κατάφερε να του χαρίσει ένα αγόρι, τον Νιλ. Όμως, οι γιατροί τούς είχαν προειδοποιήσει πως η επόμενη εγκυμοσύνη θα μπορούσε να σκοτώσει την κα Μάνζι, και έτσι ο Νιλ θα έπρεπε να μείνει το μοναχοπαίδι τους. Είχαν μεγαλώσει το παιδί τους με τέτοια φροντίδα και αγάπη που, σύμφωνα με την Τζέιν, όλο το Γκράνιτχεντ μιλούσε για αυτό το θέμα. «Αν κακομάθουν κι τούτο τ' αγόρι, θα το καταστρέψουν για τα καλά», είχε σχολιάσει ο γερο-Τόμας Έσεξ. Και έτσι κι έγινε: καβαλώντας την ολοκαίνουργια μοτοσυκλέτα των πεντακοσίων κυβικών που του είχαν κάνει δώρο οι αφοσιωμένοι του γονείς για τα δέκατα όγδοά του γενέθλια, ο Νιλ γλίστρησε ένα απόγευμα στην Οδό Μπριτζ, στο Σάλεμ, και καρφώθηκε με το κεφάλι στα πλαϊνά ενός περαστικού φορτηγού. Εκτεταμένες κρανιακές κακώσεις — μέσα σε δεκαπέντε λεπτά νεκρός. Μετά απ' αυτό, ο παράδεισος του Τσάρλι, που τόσο σκληρά είχε κοπιάσει για να τον αποκτήσει, έγινε κομμάτια. Η γυναίκα του τον άφησε, μην μπορώντας να αντέξει την εμμονή του με τον θάνατο του Νιλ· ή την ανικανότητά της να του προσφέρει ένα ακόμα παιδί. Στον Τσάρλι δεν είχε μείνει τίποτα άλλο από το μαγαζί του, οι πελάτες του και οι αναμνήσεις του. Ο Τσάρλι κι εγώ συχνά συζητούσαμε για το πένθος μας. Μερικές φορές, όταν πίστευε πως έδειχνα ιδιαίτερα θλιμμένος, με καλούσε στο γραφειάκι στο πίσω μέρος του μαγαζιού, που στους τοίχους του κρέμονταν κατάλογοι παραγγελιών χονδρικής και αισθησιακά γιαπωνέζικα ημερολόγια, μου έβαζε ένα ποτηράκι ουίσκι και μου έκανε διάλεξη σχετικά με το πώς είχε νιώσει όταν άκουσε πως ο Νιλ είχε σκοτωθεί· προσπαθούσε να με συμβουλέψει πώς να τα βγάλω πέρα, πώς να συμφιλιωθώ με τη σκέψη της απώλειας, πώς να μάθω να ζω τη ζωή μου ξανά. «Κε Τρέντον, μην ακούσετε εκείνους που θα προσπαθήσουν να σας πουν ότι δεν είναι δύσκολο ή οδυνηρό, γιατί είναι. Μην ακούσετε εκείνους που θα σας πουν πως είναι ευκολότερο να ξεχάσεις κάποιον που έχει πεθάνει, απ' ό,τι κάποιον που

απλά σε έχει εγκαταλείψει, γιατί ούτε αυτό είναι έτσι». Και αυτά ακριβώς τα λόγια του είχα στο μυαλό μου, καθώς στεκόμουν βρεγμένος και παγωμένος στο μαγαζί του, εκείνο το ανεμοδαρμένο βράδι του Μαρτίου. «Τι θα θέλατε, κε Τρέντον;» με ρώτησε, καθώς μετρούσε τον ακαβούρδιστο καφέ για τον Τζακ Ουίλιαμς, από το πρατήριο βενζίνης του Γκράνιτχεντ. «Αλκοόλ, βασικά. Έ χ ω πλημμυρίσει απ' εξω, οπότε είπα να πλημμυρίσω και από μέσα». «Εντάξει», είπε ο Τσάρλι, δείχνοντας προς τον διάδρομο, με την κουτάλα του καφέ, «ξέρετε πού είναι». Αγόρασα ένα μπουκάλι Σίβας, δύο μπουκάλια μαύρο Στόουνγκεϊτ, από το καλύτερο, και Περιέ. Πήρα από τον καταψύκτη μια προμαγειρευμένη μερίδα λαζάνια, μια κατεψυγμένη ουρά αστακού και δύο σακουλάκια ανάμικτα λαχανικά. Όταν έφτασα στο ταμείο, πήρα από τον πάγκο και μισή καρυδόπιτα. «Αυτά;» ρώτησε ο Τσάρλι. «Αυτά», του έγνεψα. Αρχισε να χτυπάει τις τιμές στην ταμειακή μηχανή. «Ξέρετε κάτι;» μου είπε. «Θα έπρεπε να τρώτε καλύτερα. Χάνετε βάρος, και δεν σας πάει. Μοιάζετε με το μπαστουνάκι του Τζιν Κέλι, έπειτα από εκείνο το τραγούδι κάτω από τη βροχή». «Πόσο είχες χάσει εσύ;» τον ρώτησα. Δεν χρειαζόταν να του πω πότε. Χαμογέλασε. «Εγώ δεν είχα χάσει τίποτα. Ούτε ένα κιλό. Μάλιστα, πήρα και έξι κιλά. Κάθε φορά που αισθανόμουν στενοχωρημένος, μου μαγείρευα ένα μεγάλο πιάτο ζυμαρικά με σάλτσα από στρείδια». Έβγαλε κάτω από το ταμείο δύο καφέ χαρτοσακούλες, και άρχισε να τις γεμίζει με τα ποτά και τα άλλα ψώνια μου. «Πιστεύετε πως τώρα είμαι παχύς; Έπρεπε να με βλέπατε τότε. Τσάρλι ο Τεράστιος». Στάθηκα για λίγο εκεί, κοιτώντας τον να τοποθετεί τα πράγματα μέσα στις σακούλες. Έπειτα, του είπα: «Τσάρλι, θα σε πείραζε αν σου έκανα μια ερώτηση;» «Εξαρτάται από την ερώτηση». «Η ερώτηση είναι αυτή: έπειτα από αυτό που συνέβη στον Νιλ, ένιωσες ποτέ...» Ο Τσάρλι με κοίταξε προσεκτικά, αλλά δεν είπε τίποτα. Περίμενε να χωρέσω σε λέξεις αυτό που μου είχε συμβεί στο σπίτι μου, περίμενε να βρω κάποιον εύσχημο τρόπο να τον ρωτήσω αν είχα παραισθήσεις, αν τρελαινόμουν, ή αν απλά βίωνα τις συνέπειες του χαμού και της απουσίας ενός αγαπημένου προσώπου. «Ας το θέσω έτσι», είπα. «Αισθάνεσαι ποτέ ότι ο Νιλ είναι ακόμα εδώ·,» Πέρασε τη γλώσσα του πάνω από τα χείλη του, λες και είχαν τη γεύση αλατιού. Έπειτα είπε: «Αυτή ήταν η ερώτησή σας;» «Υποθέτω πως είναι μισή ερώτηση, μισή δήλωση. Όμως, αισθάνθηκες ποτέ κάτι που σε έκανε να πιστέψεις ότι — να, αυτό που θέλω να πω είναι...σκέφτηκες ποτέ ότι ίσως ο Νιλ να μην είναι εντελώς...»

Ο Τσάρλι συνέχισε να με κοιτάει επίμονα, για πάρα πολλή ώρα. Στο τέλος όμως, χαμήλωσε τα μάτια, και έπειτα και το κεφάλι, και κοίταξε τα χοντρά του χέρια που ήταν ακουμπισμένα στο ταμείο. «Βλέπετε αυτά τα χέρια;» με ρώτησε, δίχως να σηκώσει το βλέμμα του. «Και βέβαια τα βλέπω. Είναι καλά χέρια, δυνατά». Τα σήκωσε και τα δύο ψηλά- κατακόκκινες κλειδώσεις, ροζιασμένα δάχτυλα. «Θα μπορούσα να τα είχα κόψει, αυτά τα γαμημένα χέρια», είπε. Ή τ α ν η πρώτη φορά που τον άκουγα να βρίζει, και με έκανε να νιώσω μια σουβλιά στο πίσω μέρος του λαιμού μου. «Ό,τι και αν άγγιξαν αυτά τα χέρια, μετατράπηκε σε σκατά. Βασιλιάς Μίδας από την ανάποδη. Δεν υπήρχε ένα τέτοιο τραγούδι; Είμαι ο Βασιλιάς Μίδας, από την ανάποδη». «Και αν υπήρχε, εγώ δεν το έχω ακούσει». «Όπως και να 'χει, σας λέω την αλήθεια. Κοιτάξτε αυτά τα χέρια». «Δυνατά», επανέλαβα. «Και ικανά, επίσης». «Α, ναι, σίγουρα. Δυνατά και ικανά. Ό χ ι αρκετά δυνατά όμως για να φέρουν τη γυναίκα μου πίσω σε μένα· και ούτε ικανά να αναστήσουν τον γιο μου». «Όχι», είπα, συνειδητοποιώντας με κάποιον περίεργο τρόπο πως αυτή ήταν η δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα που κάποιος μιλούσε για «ανάσταση». Δεν ήταν, όπως και να το κάνουμε, ένα θέμα για το οποίο άκουγες τους ανθρώπους να μιλούν συχνά, αν εξαιρέσει κανείς τις κυριακάτικες εκκλησιαστικές εκπομπές της τηλεόρασης. Η «ανάσταση» πάντα μού θύμιζε το συναίσθημα του φόβου και την οσμή του δέρματος των παπουτσιών, γιατί ο πατέρας μου συνήθιζε να μου κάνει κήρυγμα όταν τον βοηθούσα στο μαγαζί. Υπήρχε η ανάσταση προς τον Παράδεισο, για εκείνους που ήταν καλοί και η ανάσταση προς την Κρίση για εκείνους που ήταν κακοί. Για πολύ καιρό, όταν ήμουν μικρός, δεν ήξερα αν βρισκόμουν στο παπουτσάδικο του πατέρα μου ή στο κατηχητικό, εξαιτίας του τρόπου που ο πατέρας μου προσπαθούσε να με εκπαιδεύσει ως Χριστιανό όταν βρισκόμουν στη δουλειά μαζί του. «Μην τυχόν και μάθω πως αναστήθηκες στην Κρίση», με προειδοποιούσε. «Θα σου γδάρω το τομάρι». Έμεινα σιωπηλός για λίγο, και έπειτα είπα στον Τσάρλι: «Ποτέ δεν σου έχει τύχει να νιώσεις — θέλω να πω, ποτέ δεν αισθάνθηκες πως ο Νιλ γυρνάει πίσω σε σένα, με κάποιον τρόπο; Πως σου μιλάει; Σε ρωτάω, γιατί κάπως έτσι αισθάνομαι εγώ, και απλά αναρωτιόμουν αν...» «Γυρνάει πίσω σε μένα;» ρώτησε ο Τσάρλι. Η φωνή του ήταν πολύ απαλή. «Δεν ξέρω, τι να πω. Γυρνάει πίσω σε μένα». «Κοίτα», του είπα. «Δεν ξέρω αν έχει αρχίσει να μου στρίβει ή όχι, αλλά συνεχώς νομίζω πως ακούω κάποιον να μου ψιθυρίζει, να ψιθυρίζει το όνομά μου, και μοιάζει με τη φωνή της Τζέιν. Έ χ ω μια περίεργη αίσθηση στο σπίτι, σαν να είναι και κάποιος άλλος εκεί. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Και εχτές το βράδι, θα μπορούσα να πάρω όρκο πως την άκουσα να τραγουδάει. Πιστεύεις πως είναι

φυσιολογικό αυτό; Θέλω να πω, έχει συμβεί και σε σένα; Άκουσες ποτέ τον Νιλ;» Ο Τσάρλι με κοίταξε σαν για μια στιγμή να ήταν έτοιμος να πει κάτι- η έκφρασή του έδειχνε πως τον έπνιγαν ανεκδήλωτες ανησυχίες. Έπειτα όμως, εντελώς ξαφνικά, έσπρωξε τις σακούλες μου προς το μέρος μου, χαμογέλασε, μου κούνησε το κεφάλι, και είπε: «Κανείς δεν επιστρέφει, κε Τρέντον. Αυτό είναι το πολύ σκληρό μάθημα που πρέπει να χαράζεις στο μυαλό σου όταν χάνεις κάποιον που αγαπάς. Κανείς δεν γυρνάει πίσω». «Σίγουρα», του είπα, κουνώντας το κεφάλι μου. «Όπως και να 'χει, σ' ευχαριστώ που με άκουσες. Πάντα βοηθάει να έχεις κάποιον να σε ακούσει». «Είστε κουρασμένος, αυτό είναι όλο», είπε ο Τσάρλι. «Φαντάζεστε διάφορα πράγματα. Μήπως θα θέλατε να αγοράσετε κανένα ηρεμιστικό, για να κοιμηθείτε ευκολότερα;» «Έχω ακόμα τα χάπια που μου έδωσε ο Δρ. Ρόσεν». «Ωραία, πάρτε τα, αλλά να φάτε καλά. Έ ν α ακόμη από αυτά τα έτοιμα γεύματα, και το δέρμα σας θα αρχίσει να σπάει σε κομμάτια». «Έλα τώρα, Τσάρλι, δεν είσαι η μητέρα του», είπε ο Λένι Ντάναρτς, από το μαγαζί με δώρα του Γκράνιτχεντ, ανυπόμονος να τον εξυπηρετήσει ο Τσάρλι. Πήρα το καινούργιο τεύχος του Οδηγού Τηλεόρασης από το ράφι, κούνησα το χέρι μου καληνυχτίζοντας τον Τσάρλι, και έσπρωξα με το σώμα μου την πόρτα, έχοντας τα χέρια μου γεμάτα ψώνια. Φυσούσε ακόμα αέρας έξω, αλλά η βροχή έμοιαζε να έχει κόψει, και στην ατμόσφαιρα υπήρχε μια φρέσκια μυρωδιά ωκεανού και βρεγμένου πετρωμένου χώματος. Η διαδρομή της επιστροφής στην Οδό Κουάκερ και στην ανηφοριά του λόφου, ανάμεσα από τα έλατα, μου φάνηκε ξαφνικά πολύ μεγάλη, αλλά ζύγιασα τα ψώνια μου και ξεκίνησα να διασχίσω το πάρκινγκ. Βρισκόμουν στο μέσο, όταν μια κρεμ Μπιούικ ήρθε από το πλάι και ο οδηγός της πάτησε την κόρνα. Έσκυψα και είδα πως ήταν η ηλικιωμένη κα Σίμονς, μια ασθενική και μάλλον ελαφρόμυαλη χήρα, που έμενε λίγο πιο πέρα από την Οδό Κουάκερ, σε ένα τεράστιο σπίτι που πάντα ζήλευα. Κατέβασε το τζάμι του συνοδηγού και είπε: «Θέλετε να σας πάω μέχρι το σπίτι σας, κε Τρέντον; Δεν μπορείτε με αυτόν τον καιρό να γυρίσετε πεζός στο σπίτι σας, με τα χέρια γεμάτα ψώνια». «Ευχαριστώ πολύ», της είπα, και το εννοούσα. Άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ, και τοποθέτησα τις χαρτοσακούλες μου δίπλα από τη ρεζέρβα, και έπειτα μπήκα στο αυτοκίνητο. Μύριζε δέρμα και λεβάντα, το άρωμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας, διόλου δυσάρεστο όμως. «Το περπάτημα μέχρι το παντοπωλείο είναι η μόνη μου γυμναστική», της είπα. «Αυτόν τον καιρό είμαι πολύ απασχολημένος και μου είναι πολύ δύσκολο να βρω χρόνο για να παίξω σκουός. Για την ακρίβεια, μου είναι δύσκολο να βρω χρόνο για οτιδήποτε άλλο εκτός από δουλειά και ύπνο».

«Ίσως είναι καλό που είστε τόσο απασχολημένος», είπε η κα Σίμονς, βγάζοντας το κεφάλι της πάνω από την πασπαλισμένη με σταγόνες βροχής πτυσσόμενη οροφή του αυτοκινήτου. «Έρχεται κανένα αυτοκίνητο από την πλευρά σας; Μπορώ να βγω; Ο Έντγκαρ δεν σταματούσε να μου φωνάζει που έβγαινα στον δρόμο δίχως να κοιτάω. Κάποτε πήγα και έπεσα κατευθείαν πάνω σε ένα άλογο. Σε ένα άλογο!» Κοίταξα προς τα βόρεια, προς τη λεωφόρο. «Είστε εντάξει», της είπα, και βγήκαμε από το πάρκινγκ με ένα στρίγγλισμα των υγρών της τροχών. Μια βόλτα με την κα Σίμονς οδηγό αποτελούσε πάντα μια ενδιαφέρουσα και ελαφρώς συναρπαστική εμπειρία. Ποτέ δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος αν θα έφτανες στο μέρος που σκόπευες να πας, στην ώρα σου ή και γενικότερα. «Μπορεί να με περάσετε για καμιά απαίσια γριά κουτσομπόλα», είπε καθώς οδηγούσε. «Αλλά δεν μπορούσα να μην ακούσω αυτά που λέγατε στον Τσάρλι, στο μαγαζί. Δεν έχω πολλούς ανθρώπους να μιλήσω πια, και έχω την τάση να κρυφακούω περισσότερο απ' όσο θα 'πρεπε. Ελπίζω να μη σας πειράζει. Αν ενοχλείστε, σας παρακαλώ να μου το πείτε». «Γιατί να ενοχληθώ; Δεν συζητούσαμε για κανένα κρατικό μυστικό». «Ρωτήσατε τον Τσάρλι αν αισθάνεται καμιά φορά πως ο γιος του γυρνάει πίσω», είπε η κα Σίμονς. «Και το περίεργο είναι πως ήξερα ακριβώς τι εννοούσατε μ' αυτό. Όταν ο αγαπημένος μου Έντγκαρ πέθανε — στις 10 Ιουλίου θα έχουν κλείσει έξι χρόνια— έζησα ακριβώς την ίδια εμπειρία. Τον άκουγα να περπατάει στη σοφίτα, νύχτες ατελείωτες. Το πιστεύετε; Και μερικές φορές τον άκουγα να βήχει. Δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσετε τον Έντγκαρ φυσικά, αλλά όταν καθάριζε τον λαιμό του έβηχε με έναν πολύ χαρακτηριστικό τρόπο». «Τον ακούτε ακόμα;» τη ρώτησα. «Αραία και πού. Μια ή δυο φορές τον μήνα, μερικές φορές συχνότερα. Και ακόμα και τώρα, όταν μπαίνω σε συγκεκριμένα δωμάτια του σπιτιού αισθάνομαι πως μόλις πριν από λίγο ήταν και ο Έντγκαρ εκεί, πως μόλις πριν από μία στιγμή βγήκε έξω από μια άλλη πόρτα. Κάποτε, ξέρετε, μου φάνηκε μάλιστα πως τον είδα, όχι μέσα στο σπίτι, αλλά στην πλατεία του Γκράνιτχενν φορούσε ένα παράξενο καφέ παλτό. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και προσπάθησα να τον ακολουθήσω, αλλά εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος». «Ώστε, έπειτα από έξι χρόνια, υπάρχουν ακόμα φορές που έχετε αυτήν την αίσθηση; Το έχετε πει σε κανέναν;» «Μίλησα στον γιατρό μου, φυσικά, αλλά δεν με βοήθησε και πολύ. Μου έδωσε μερικά χάπια, και μου είπε να σταματήσω να κάνω σαν υστερική. Το περίεργο είναι πως η αίσθηση αυτή ποικίλει σε ένταση, αλλά και σε συχνότητα. Δεν ξέρω γιατί. Μερικές φορές μπορώ να ακούσω τον Έντγκαρ καθαρά· άλλες φορές ακούγεται τόσο αχνά που μοιάζει με έναν ραδιοφωνικό σταθμό που δεν μπορώ να πιάσω καλά. Και η αίσθηση μοιάζει επίσης να είναι εποχιακή,. Τον χειμώνα /ϋί^Ο/κ.

ακούω λιγότερο τον Έντγκαρ σε σχέση με το καλοκαίρι. Κάποιες φορές, τα βράδια του καλοκαιριού, όταν δεν φυσάει καθόλου αέρας, τον ακούω να κάθεται έξω, στον τοίχο του κήπου, και να τραγουδάει μουρμουριστά ή να να μιλάει μόνος του». «Κα Σίμονς», της είπα, «πιστεύετε αληθινά πως είναι ο Έντγκαρ;» «Παλιά δεν το πίστευα. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως για όλα έφταιγε η ανόητη φαντασία μου. Ω — για δείτε εκείνο το κουτό κορίτσι που περπατάει στον δρόμο με την πλάτη γυρισμένη στα αυτοκίνητα. Έτσι όπως δεν προσέχει, θα σκοτωθεί». Σήκωσα το κεφάλι μου, και μέσα στη λάμψη των προβολέων μας είδα μια καστανομάλλα κοπέλα με μια κάπα που τη φυσούσε ο αέρας, να περπατάει στην άκρη της λεωφόρου. Πλησιάζαμε τη στροφή που θα μας έβγαζε στη δυτική πλευρά του Λόφου Κουάκερ, και έτσι προσπεράσαμε την κοπέλα με σχετικά αργή ταχύτητα- και καθώς την προσπερνούσαμε, περιστράφηκα στη θέση μου για να την κοιτάξω. Είχε αρχίσει να βρέχει πάλι και το σκοτάδι ήταν βαθύ, και υποθέτω πως μπορεί πολύ εύκολα να έκανα λάθος. Όμως, στα ελάχιστα εκείνα κλάσματα του δευτερολέπτου που μπόρεσα να τη δω πίσω από το χρωματιστό πίσω τζάμι του αυτοκίνητου της κας Σίμονς, ήμουν σίγουρος πως έβλεπα ένα γνωστό πρόσωπο. Λευκό, λευκό σαν το φως ενός φακού, με σκούρες εσοχές ματιών. Έ ν α πρόσωπο ίδιο με ίο θολό εκείνο πρόσωπο στο παράθυρο του σπιτιού μου, σε εκείνη τη φωτογρα(|)ία· ένα πρόσωπο ίδιο με της κοπέλας εκείνης που γύρισε απροσδόκητα την ώρα που φωτογράφιζα την Τζέιν δίπλα στο άγαλμα του Τζόναθαν Πόουιι. Ένα πρόσωπο σαν αυτό που ανήκε στη γραμματέα που με κοιτούσε όταν έτρωγα σε εκείνο το μαγαζάκι, στο Σάλεμ. Ένιωσα μια σουβλιά έκπληξης, και αδυναμίας να κατανοήσω τι συνέβαινε. Μπορούσε άραγε να είναι εκείνη; Και αν ναι, πώς; Και γιατί; «Τίποτα δεν υπολογίζουν, αυτοί οι πεζοί», διαμαρτυρήθηκε η κα Σίμονς. «Σουλατσάρουν γύρω μας λες και οι δρόμοι είναι όλοι δικοί τους. Και ποιον κατηγορούν κάθε φορά που τους χτυπά κάποιο αμάξι; Ακόμα και αν είναι αδύνατο να τους δει κανείς, πάντα ο οδηγός θα είναι εκείνος που φταίει». Συνέχισα να έχω τα μάτια μου καρφωμένα στην κοπέλα ώσπου χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο, πίσω από τη στροφή. Έπειτα ξαναπήρα την κανονική μου στάση, και ρώτησα: «Τι είπατε; Συγγνώμη, δεν σας πρόσεχα». «Απλά γκρινιάζω, αυτό είναι όλο», είπε η κα Σίμονς. «Ο Έντγκαρ πάντα έλεγε πως δεν μπορώ να σταματήσω τη γκρίνια». «Μάλιστα», είπα. «Ο Έντγκαρ». «Λοιπόν, αυτό είναι το περίεργο», είπε η κα Σίμονς, ξαναπιάνοντας απότομα την κουβέντα που είχαμε σχετικά με στοιχειωμένα σπίτια και επισκέψεις από τον άλλο κόσμο. «Βλέπετε, έχω ακούσει τον Έντγκαρ, και πιστεύω ακόμα και πως τον έχω δει- και τώρα βλέπω πως εσείς σκέφτεστε ότι η γυναίκα σας, η Τζέιν,

ίσως να προσπαθεί να γυρίσει πίσω, σε σας. Αυτό δεν μου λέτε τώρα; Και όμως, το μόνο που μπορούσε να βρει ο Τσάρλι να πει ήταν πως μάλλον φαντάζεστε διάφορα». «Δεν τον κατηγορείτε, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησα. «Πρέπει να είναι πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε να το χωνέψει, ειδικά όταν δεν έχει νιώσει ποτέ τίποτα ανάλογο στη ζωή του». «Ναι, αλλά από όλους τους ανθρώπους, μόνο ο Τσάρλι δεν θα έπρεπε να απορρίπτει αυτή τη σκέψη». «Τι θέλετε να πείτε;» τη ρώτησα, σουφρώνοντας το πρόσωπο μου. «Δεν θέλω να πω τίποτα παραπάνω από το ότι ο Τσάρλι νιώθει ακριβώς το ίδιο πράγμα, έπειτα από τον θάνατο του κακόμοιρου του Νιλ. Τον ακούει να περπατάει στο δωμάτιο του· έχει ακούσει ακόμα και τη μηχανή της μοτοσυκλέτας του να παίρνει μπρος. Και, απ' ό,τι έχω καταλάβει, τον έχει δει κιόλας. Μου προκάλεσε μεγάλη έκπληξη που δεν σας είπε τίποτα όταν τον ρωτήσατε. Στο κάτω-κάτω, δεν είναι κάτι για το οποίο θα 'ρεπε να ντρέπεται κανείς. Για ποιο λόγο;» «Ο Τσάρλι έχει δει τον Νιλ;» ρώτησα, με δυσπιστία. «Ακριβώς. Ξανά και ξανά. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που η κα Μάνζι έφυγε από το Γκράνιτχεντ. Ο Τσάρλι πάντα έλεγε ότι είχε να κάνει με το γεγονός πως δεν μπορούσε να του κάνει άλλα παιδιά, αλλά η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσε να αντέξει την αίσθηση του νεκρού γιού της να περπατάει ακόμα στο σπίτι τους. Έλπιζε πως αν έφευγε, εκείνος δεν θα την ακολουθούσε». «Ακόμα ακούει τον Νιλ ο Τσάρλι;» ρώτησα. «Ναι, απ' όσο τουλάχιστον ξέρω. Τον τελευταίο καιρό δεν μιλά πολύ γι' αυτό. Μου φαίνεται ότι φοβάται πως αν αρχίσουν να ενδιαφέρονται πολλοί άνθρωποι για την επανεμφάνιση του Νιλ, ο γιος του θα τρομάξει και θα απομακρυνθεί. Αγαπούσε τον Νιλ, ξέρετε, περισσότερο και από την ίδια του τη ζωή». Αναλογίστηκα για λίγο όλα αυτά, και ύστερα είπα: «Κα Σίμονς, ελπίζω πραγματικά όλα τούτα να μην είναι κανένα αστείο». Με κοίταξε με μάτια που έμοιαζαν με ρόγες σταφυλιών που κάποιος μόλις είχε ξεφλουδίσει. Της έδειξα τρομαγμένος μπροστά, στον δρόμο μας, για να της υπενθυμίσω πως αντί να κοιτά εμένα, θα ήταν πολύ καλύτερα και για τους δυο μας να κοιτούσε πού πηγαίναμε. «Αστείο;» είπε, με μια φωνή που ξεκινούσε από το μεσαίο Ντο και κατέληγε μια οκτάβα ψηλότερα, στο Ντο δίεση. Έστρεψε πάλι το βλέμμα της προς εμένα, τρεμοπαίζοντας τα μάτια της, ώσπου της είπα κοφτά: «Τον δρόμο, κα Σίμονς. Τα μάτια σας στον δρόμο». Ξεφύσηξε περιφρονητικά. «Μάλιστα, αστείο. Αληθινά πιστεύετε πως θα είχα το θράσος να κάνω αστεία σχετικά με ανθρώπους που αγαπούσαμε πολύ και που έχουμε χάσει;»

«Είναι αλήθεια, λοιπόν; Πραγματικά σας είπε κάτι τέτοιο ο Τσάρλι;» «Ο Τσάρλι μού είπε ακριβώς αυτό». «Και τότε, γιατί δεν το είπε και σε μένα;» «Δεν ξέρω. Πιθανόν να είχε τους λόγους του. Το είχε συζητήσει μαζί μου μόνο και μόνο επειδή ήταν τόσο αναστατωμένος που η κα Μάνζι τον είχε εγκαταλείψει. Από τότε δεν το έχει αναφέρει ξανά πολλές φορές. Μόνο με έμμεσο τρόπο». «Κα Σίμονς», είπα, «όλα αυτά έχουν αρχίσει να με φοβίζουν. Μπορώ να σας πω κάτι; Δεν το καταλαβαίνω. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Έ χ ω τρομοκρατηθεί» . Η κα Σίμονς με κοίταξε ξανά, και μόλις που κατάφερε να αποφύγει να συγκρουστεί με το πίσω μέρος ενός σταθμευμένου φορτηγού που είχε τα φώτα του σβηστά. «Μακάρι να προσέχατε λίγο και τον δρόμο», της είπα. «Ακούστε, λοιπόν», μου είπε. «Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να φοβάστε, όπως τουλάχιστον το βλέπω εγώ. Γιατί να φοβάστε; Η Τζέιν σάς αγαπούσε όταν ζούσε, οπότε γιατίνα μην σας αγαπά και τώρα;» «Μα, με έχει στοιχειώσει. Όπως ακριβώς έχει στοιχειώσει εσάς ο Έντγκαρ. Και όπως έχει στοιχειώσει ο Νιλ τον Τσάρλι. Κα Σίμονς, μιλάμε για φαντάσματα». «Φαντάσματα; Ακούγεστε σαν καμιά φτηνοφυλλάδα». «Δεν εννοώ φαντάσματα με την έννοια...» «Δεν είναι παρά συναισθήματα που διαρκούν για πάντα, αναμνήσεις που έχουν διεισδύσει μέσα μας», είπε η κα Σίμονς. «Δεν είναι στοιχειά, ή τίποτα τέτοιο. Όπως το βλέπω εγώ, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τις αποθηκευμένες χαρές των παλιών μας σχέσεων — επαναλαμβάνονται, ακόμα και μετά τον χαμό εκείνων που αγαπήσαμε». Είχαμε σχεδόν φτάσει στην αρχή της Οδού Κουάκερ. Έδειξα μπροστά και είπα στην κα Σίμονς: «Μήπως θα σας ήταν εύκολο να με αφήσετε εδώ; Δεν υπάρχει λόγος να ανεβείτε όλον τον δρόμο. Είναι πολύ σκοτεινά, και μάλλον θα καταστρέψετε τα αμορτισέρ σας». Η κα Σίμονς χαμογέλασε, σχεδόν μακάρια, και έφερε την Μπιούικ στο πλάι του δρόμου. Άνοιξα την πόρτα, και ένα κύμα υγρού αέρα μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο. «Ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση», της είπα. «Ίσως θα μπορούσαμε να ξαναμιλήσουμε κάποια φορά. Ξέρετε, σχετικά με τον Έντγκαρ. Και, δεν ξέρω, ίσως και για την Τζέιν». Τα φώτα του ταμπλό έδιναν στο πρόσωπο της μια πράσινη λάμψη. Έδειχνε πολύ μεγάλη και έμοιαζε με προφήτης — ήταν σαν μια μικρή γριά μάγισσα. « Οι νεκροί έχουν μόνο τρυφερά συναισθήματα για εμάς, ξέρετε», μου είπε, και κούνησε το κεφάλι της χαμογελώντας. «Οι άνθρωποι που αγαπούσαμε και

που έχουν πεθάνει, είναι τόσο καλοί μαζί μας όσο και όταν ζούσαν. Το ξέρω. Και σύντομα θα το διαπιστώσετε και εσείς». Κοντοστάθηκα για λίγο, και ύστερα είπα: «Καληνύχτα, κα Σίμονς», και έκλεισα την πόρτα. Έβγαλα τα ψώνια μου από το πορτ-μπαγκάζ, το έκλεισα με δύναμη, και χτύπησα με το χέρι μου την οροφή από βινύλιο, για να της δώσω να καταλάβει ότι μπορούσε να φύγει. Καθώς απομακρυνόταν αθόρυβα, τα πίσω φώτα του αυτοκινήτου αντανακλούσαν στην άσφαλτο, αφήνοντας στο διάβα τους έξι πλατιά κόκκινα ίχνη. Οι νεκροί έχουν μόνο τρυφερά συναισθήματα για εμάς, συλλογίστηκα. Θεέ μου. Ο άνεμος αναστέναζε μέσα από τα συρματοπλέγματα. Έστρεψα το πρόσωπο μου προς τη σκοτεινιά της Οδού Κουάκερ, προς τα ανεμοδαρμένα έλατα, και γεμάτος ανασφάλεια ξεκίνησα τη μακρινή ανηφορική διαδρομή προς το σπίτι.

ΕΠΤΑ

Κ

αθώς ανηφόριζα την Οδό Κουάκερ, μπήκα στον πειρασμό να κάνω μια στάση στο σπίτι του Τζορτζ Μάρκαμ για να παίξω μερικές παρτίδες χαρτιά μαζί του και μαζί με τον γερο-Κιθ Ριντ. Από τότε που σκοτώθηκε η Τζέιν παραμελούσα τους γείτονές μου, και αν σκόπευα να συνεχίσω να ζω εδώ, καλά θα έκανα να τους επισκέπτομαι κάπως συχνότερα. Αλλά ακόμα και την ώρα που πλησίαζα στον μπροστινό φράκτη του Τζορτζ, ήξερα πως απλά έβρισκα δικαιολογίες για τον εαυτό μου. Η επίσκεψή μου στον Τζορτζ δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από ένας τρόπος να αναβάλω την επιστροφή μου στο σπίτι και σε όποιους φόβους κρύβονταν πίσω από τις πόρτες του. Το να επισκευθώ τον Τζορτζ θα σήμαινε δειλία· θα ήταν σαν να αφήνω τους ψίθυρους και τις φωνές και τις περίεργες κινήσεις να με τρομάξουν, απομακρύνοντάς με από το ίδιο μου το σπίτι. Όμως κοντοστάθηκα, και κοίταξα μέσα από το παραθυράκι του δωμάτιου υποδοχής του Τζορτζ, απ' όπου μπορούσα να δω το πίσω μέρος του κεφαλιού του Κιθ Ριντ καθώς μοίραζε τα χαρτιά, το τραπέζι που φωτιζόταν από μια λάμπα, τα μπουκάλια μπύρας και μια ξαφνική κίνηση μιας μικρής γαλάζιας μάζας καπνού από το πούρο του Τζορτζ. Ανασήκωσα τις τσάντες με τα ψώνια μου, πήρα μια βαθιά ανάσα και συνέχισα την πορεία μου για την κορυφή του λόφου. Το σπίτι μου ήταν βυθισμένο σε απόλυτο σκοτάδι όταν έφτασα κοντά, παρ' όλο που ήμουν σίγουρος πως την ώρα που έφευγα είχα αφήσει το φως της βεράντας αναμμένο, για να με οδηγήσει στην επιστροφή μου. Ο δυνατός άνεμος φυσούσε ολόγυρα από το σπίτι, και έκανε τα αναρριχητικά του φυτά να θροϊσουν σαν τούφες μαλλιά, και τα δύο σφαλιστά παράθυρα του πάνω ορόφου έμοιαζαν με ένα ζευγάρι σφιχτοκλεισμένα μάτια. Έ ν α σπίτι που κρατούσε τα

μυστικά του καλά φυλαγμένα. Από πολύ μακριά, μπορούσα να ακούσω το ατέλειωτο θλιμμένο γόγγυσμα του σπασίματος των κυμάτων στις ακτές του Βόρειου Ατλαντικού. Ακούμπησα κάτω τα ψώνια μου, έβγαλα τα κλειδιά μου και άνοιξα την εξώπορτα. Μέσα με περίμενε ζέστη και ηρεμία, και μπορούσα να δω την αντανάκλαση από το φως του τζακιού του καθιστικού να χορεύει στο ταβάνι. Κουβάλησα τις σακούλες μέσα και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Ίσως τελικά το σπίτι να μην ήταν στοιχειωμένο. Ίσως το τρίξιμο εκείνης της κούνιας το περασμένο βράδι να μου είχε δημιουργήσει υπερένταση, οδηγώντας με σε μια παροδική κρίση υστερίας. Παρ' όλα αυτά, μόλις έβαλα στη θέση τους τα ψώνια μου και τα ποτά, και άναψα τον φούρνο για να ζεστάνω τα λαζάνια μου, έκανα έναν γύρο στο σπίτι, ελέγχοντας όλα τα πατώματα· κοίταξα σε κάθε δωμάτιο, άνοιξα κάθε ντουλάπι, γονάτισα και έριξα μια ματιά κάτω από κάθε κρεβάτι. Ήθελα απλά όταν θα καθόμουν και θα έτρωγα το βραδινό μου απόψε να είμαι σίγουρος πως δεν υπήρχε τίποτα στο σπίτι που να παραμονεύει στο σκοτάδι, περιμένοντας να με αιφνιδιάσει δυσάρεστα. Είναι γελοίο- όμως, τι θα είχατε κάνει εσείς στη θέση μου; Είδα λίγο τηλεόραση για καμία ώρα, αν και η λήψη δεν ήταν καθόλου καλή εξαιτίας του καιρού. Παρακολούθησα το Sanford και το MASH, ακόμα και το Trapper John, Μ.Ό. Έπειτα αποτελείωσα το φαγητό μου, γέμισα ένα ολόκληρο ποτήρι με ουίσκι, και πήγα στη βιβλιοθήκη. Ήθελα να ρίξω μια ματιά σε εκείνον τον πίνακα για τον οποίον ο Έντουαρντ Ουόρντουελ είχε δημιουργήσει ολόκληρο ζήτημα στο Σάλεμ, και να δω μήπως μπορούσα να εξακριβώσω την ταυτότητα του καραβιού που απεικονιζόταν. Το κρύο ήταν σχεδόν αβάσταχτο στη βιβλιοθήκη. Συνήθως, αυτό ήταν ένα από τα πιο ζεστά δωμάτια του σπιτιού. Δεν είχε νόημα να ανάψω το τζάκι της βιβλιοθήκης· άναψα όμως την ηλεκτρική θερμάστρα. Αλλά, έπειτα από λίγα μόνο δευτερόλεπτα, η θερμάστρα βραχυκύκλωσε, κροτάλισε και έβγαλε μερικούς σπινθήρες, σφύριξε και ξεψύχησε. Στον χώρο απλώθηκε η μυρωδιά καμένου πλαστικού και ηλεκτρισμού. Έξω, τα αναρριχητικά φυτά χτυπούσαν ελαφρά στο παράθυρο· ένα απαλό και περίπλοκο ηχητικό μοτίβο, σαν λησμονημένα πνεύματα που ψάχνουν τη δίοδο της επιστροφής. Σήκωσα τον πίνακα, που ήταν ακόμα μέσα στο περιτύλιγμά του, και κατέβασα από τα ράφια ένα-δύο βιβλία που πίστευα πως ίσως να μπορούσαν να με βοηθήσουν να ανακαλύψω ποιο ήταν αυτό το πλοίο. Κατέβασα το Ναυτικό Σάλεμ, του Όζμπορν· τα Εμπορικά Σκάφη, Της Μασαχουσέτης, Κατά Την Περίοδο 16501850, του Ουόλκοτ- και, ακολουθώντας μια έμπνευση της στιγμής, το Μεγάλοι Άντρες Του Σάλεμ, του Ντάγκλας. Θυμόμουν πως μερικές από τις εξέχουσες εμπορικές και πολιτικές μορφές του Παλιού Σάλεμ είχαν δικά τους, ιδιωτικά,

σκάφη, και έτσι το βιβλίο του Ντάγκλας ίσως να περιείχε μερικά στοιχεία σχετικά με το πλοίο του πίνακα. Ως την ώρα που ήμουν πια έτοιμος να φύγω από τη βιβλιοθήκη, έκανε τόσο πολύ κρύο εκεί μέσα, που πραγματικά μπορούσα να δω την ανάσα μου. Το βαρόμετρο πρέπει να πέφτει με ιλλιγιώδη ταχύτητα, είπα από μέσα μου. Και όμως, στον διάδρομο είχε τόση ζέστη όση και προηγουμένως, και η ένδειξη του βαρόμετρου βρισκόταν στον αισιόδοξο δείκτη της Ταραχής. Κοίταξα ξανά πίσω, στη βιβλιοθήκη, και αναρωτήθηκα μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί μέσα. Πολλή υγρασία, ίσως. Κάποιο περίεργο ρεύμα αέρα που κατέβαινε από την καμινάδα. Και πάλι μου φάνηκε πως μπορούσα να ακούσω κάτι — τι ήταν τούτο, αναπνοή; Ψίθυρος; Πάγωσα ολόκληρος στη θέση μου, δίχως να είμαι σίγουρος αν πρέπει να επιστρέψω στη βιβλιοθήκη και να αντιμετωπίσω ό,τι και αν ήταν αυτό που υπήρχε εκεί· ή μήπως έπρεπε να συνεχίσω να κάνω ό,τι έκανα, με όσο μεγαλύτερη φαινομενική αδιαφορία γινόταν; Πιθανόν το να πιστεύεις στα φαντάσματα να τους δίνει περισσότερη δύναμη να κάνουν την εμφάνισή τους. Ίσως αν δεν πιστεύεις στην ύπαρξή τους να γίνονται αδύναμα, να αποθαρρύνονται, και στο τέλος να σε αφήνουν στην ησυχία σου. Ψίθυρος. Παγωμένος, απαλός, επίμονος ψίθυρος· σαν τη φωνή κάποιου που διηγείται μια πολύ μεγάλη και δυσάρεστη ιστορία. «Εντάξει!» είπα φωναχτά. «Εντάξει, αυτό ήταν!» και όρμησα να ανοίξω την πόρτα της βιλιοθήκης. Ρίγησε πάνω στους μεντεσέδες της, και αφού έβγαλε ένα τρίξιμο, σταθεροποιήθηκε. Η βιβλιοθήκη, φυσικά, ήταν έρημη. Μόνο τα αναρριχητικά φυτά που χτυπούσαν απαλά στα παράθυρα. Μόνο ο άνεμος, και το σποραδικό ράντισμα της βροχής. Η ανάσα μου άχνιζε, και από το μυαλό μου δεν μπορούσα να διώξω όλες εκείνες τις ανατριχιαστικές ταινίες όπως Ο Εξορκιστής όπου η παρουσία ενός μοχθηρού δαίμονα πάντα υποδηλώνεται από μια μεγάλη και απότομη πτώση της θερμοκρασίας. «Εντάξει», είπα, προσπαθώντας να ακουστώ σαν κάποιος σκληρός τύπος που αποφάσισε να γίνει γενναιόδωρος, και να μη συντρίψει τον σαρκαστικό αλκοολικό που κάνει συνεχώς σχόλια για τη γυναίκα του. Έπιασα το χερούλι της πόρτας της βιοβλιοθήκης και με σταθερές κινήσεις την έκλεισα. Όταν βρέθηκα πάλι στον διάδρομο, είπα στον εαυτό μου: «Δεν είναι τίποτα. Απολύτως τίποτα. Ούτε φαντάσματα, ούτε πνεύματα, ούτε δαίμονες, ούτε τίποτα». Έπιασα για άλλη μια φορά στα χέρια μου την ακουαρέλα και τα βιβλία, και τα πήγα στο καθιστικό, όπου τα άπλωσα στο χαλί, μπροστά από το τζάκι. Ξεδίπλωσα τον πίνακα και τον σήκωσα ψηλά, έτσι ώστε να μπορέσω να τον εξετάσω προσεκτικά. Τα παιχνιδίσματα της φωτιάς στο τζάκι δημιουργούσαν στην επιφάνειά του σχήματα που έκαναν τη ζωγραφισμένη θάλασσα να φαίνεται πως κινείται. Ή τ α ν παράξενο να γνωρίζω πως το ίδιο ακριβώς κομμάτι χειροποίητο χαρτί

είχε στερεωθεί σε ένα καβαλέτο πριν από διακόσια ενενήντα χρόνια, μόλις μισό χιλιόμετρο από εδώ, και πως κάποιος άγνωστος καλλιτέχνης είχε αναπλάσει με τα χρώματά του μια μέρα που είχε αληθινά υπάρξει· μια μέρα κατά την οποία άντρες με ρεντιγκότες είχαν περπατήσει δίπλα στο λιμάνι, και το Σάλεμ είχε πλημμυρίσει απο τους ήχους των αλόγων και των κάρων και των ανθρώπων που φορούσαν Πουριτανικά ρούχα. Άγγιξα την επιφάνειά του με την άκρη των δακτύλων μου. Από πολλές απόψεις ήταν ένας άτεχνος πίνακας. Η προοπτική και ο χρωματισμός ανήκαν σε κάποιον αρχάριο. Και όμως, έμοιαζε να διαθέτει κάποια ποιότητα που του χάριζε ζωή, λες και είχε ζωγραφιστεί για κάποιον ειλικρινή λόγο. Λες και ο καλλιτέχνης είχε θελήσει πιο πολύ από κάθε τι να φέρει εκείνη την από καιρό χαμένη μέρα πίσω στη ζωή, και να δείξει στους απογόνους του την ακριβή όψη του Κόλπου του Σάλεμ, με κάθε λεπτομέρεια. Τώρα πια μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι του Μουσείου Πίμποντι ενδιαφέρονταν τόσο πολύ για αυτό το έργο. Κάθε δέντρο είχε καταγραφεί με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή- ήταν ακόμα δυνατό να διακρίνει κανείς την περιελισσόμενη καμπύλη της Οδού Κουάκερ, και ένα-δυο μικρά σπίτια στον ίδιο δρόμο. Έ ν α από τα δύο αυτά σπίτια θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο πρόγονος του τωρινού μου σπιτιού- ένα μικρό, ασύμμετρο κτίσμα, με ψηλή καμινάδα, και σειρές από σανίδες στα πλαϊνά για να το προστατεύουν από τον άνεμο. Ή τ α ν η ώρα να εξετάσω το πλοίο στην άλλη άκρη του όρμου. Ήταν ένα τρικάταρτο, συνηθισμένα εξοπλισμένο, ιστιοφόρο, αν και είχε κάποιο ξεχωριστό χαρακτηριστικό, το οποίο δεν είχα προσέξει όταν πρωτοκοίταξα τον πίνακα το πρωί. Στον πύργο της πρύμνης κυμάτιζαν δύο μεγάλες σημαίες, η μιά πάνω από την άλλη- η πρώτη ήταν ένας κόκκινος σταυρός πάνω σε μαύρο φόντο, και η δεύτερη είχε χρώματα που προφανώς προέρχονταν από το οικόσημο του ιδιοκτήτη του σκάφους. Φυσικά δεν υπήρχε η αστερόεσσα, γιατί ο πίνακας είχε ζωγραφιστεί το 1691, πολύ πριν την αμερικανική ανεξαρτησία. Μερικοί ισχυρίζονται πως ο πρώτος που αποκάλεσε τη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας «Περασμένο Μεγαλείο», ήταν ένας καπετάνιος από το Σάλεμ, ο Ουίλιαμ Ντράιβερ, αλλά αυτό συνέβη το 1824. Γέμισα ξανά το ποτήρι μου με ουίσκι, και κοίταξα το βιβλίο του Ουόλκοτ για τα εμπορικά σκάφη. Εκεί ανακάλυψα πως «ανάμεσα σε κάποιους από τους αξιωματούχους του Σάλεμ υπήρχε το έθιμο να αναρτούν στα πλοία τους δύο σημαίες: η μία μαρτυρούσε την κυριότητά τους, και η άλλη κρεμόταν εκεί για να γιορτάσει το εκάστοτε ταξίδι, ιδιαίτερα αν το ταξίδι αυτό αναμενόταν να είναι πολύ σημαντικό ή επικερδές». Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, βρήκα έναν πίνακα με τις σημαίες των πλοιοκτητών, που όμως ήταν τυπωμένες σε ασπρόμαυρο, και ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τα διάφορα σχέδια με τις ρίγες, τους σταυρούς και τα αστέρια. Δύο από τις σημαίες αυτές έμοιαζαν ακαθόριστα με τη σημαία του ιδιοκτήτη του

πλοίου στον πίνακα, και έτσι συμβουλεύτηκα το βιβλίο του Όζμπορν, το Ναυτικό Σάλεμ, για να μάθω μερικά πράγματα σχετικά με τους στόλους των αντρών στους οποίους ανήκαν οι σημαίες τούτες. Για τη μία από τις δύο περιπτώσεις δεν υπήρχε καμία ελπίδα: ήταν η σημαία του Αξιότιμου Τζόζεφ Ουίντερτον, για τον οποίον λέγεται πως του ανήκε ένα από τα πρώτα πορθμεία που έκαναν τη διαδρομή από το Σάλεμ στον Ισθμό του Γκράνιτχεντ. Όμως η άλλη σημαία ανήκε στον Ησαύ Χάσκετ, έναν εύπορο έμπορο που είχε φύγει από την Αγγλία το 1670, εξαιτίας των ακραίων του θρησκευτικών απόψεων, και που σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα είχε δημιουργήσει στο Σάλεμ έναν από τους μεγαλύτερους στόλους εμπορικών πλοίων και ψαράδικων στην ανατολική ακτή των αποικιών. Το κείμενο έλεγε: «Λίγα είναι αυτά που γνωρίζουμε σήμερα σχετικά με τον στόλο του Ησαύ Χάσκετ, αν και πιθανόν να απαριθμούσε τέσσερα εμπορικά πλοία με μήκος τριάντα μέτρα, και πολυάριθμα μικρότερα σκάφη. Αν και μικρά σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, σκάφη μήκους τριάντα μέτρων ήταν τα μεγαλύτερα που μπορούσε να φιλοξενήσει δίχως δυσκολίες το Λιμάνι του Σάλεμ εκείνη την εποχή, αφού είχε παλιρροιακή γραμμή τριών μέτρων, πράγμα που σήμαινε πως πλοία που είχαν μπει στο λιμάνι με μεγάλη ευκολία όταν υπήρχε παλίρροια, κατά τη διάρκεια της άμπωτης κάθονταν στη λάσπη του βυθού. Στις μέρες μας είναι γνωστά τα ονόματα μόνο δύο σκαφών του Χάσκετ: το Ωσαννά, και το Ντέιβιντ Νταρκ. Μια εικόνα του Ωσαννά, χειροτεχνημένη το 1712 από ένα παλιό μέλος του πληρώματος του, το δείχνει ως ένα τρικάταρτο σκάφος, στο οποίο κυμάτιζε μια σημαία που απεικόνιζε μια φοινικιά, μαρτυρώντας έτσι το ότι συνήθως ταξίδευε στις Δυτικές Ινδίες. Δεν υπάρχει κανένα γνωστό σχέδιο που να απεικονίζει το Ντέιβιντ Νταρκ, αν και είναι λογικό να υποτεθεί πως έμοιζε πολύ με το Ωσαννά». Άνοιξα το Μεγάλοι Άντρες Του Σάλεμ, και διάβασα ό,τι υπήρχε σχετικά με τον Ησαύ Χάσκετ. Έ ν α ς ρωμαλέος πρόδρομος του Ελάιας Ντέρμπι, που από το στόμα του έβγαζε φλόγες, ο Ησαύ Χάσκετ προφανώς αποτελούσε αντικείμενο φόβου αλλά και σεβασμού τόσο για την Πουριτανική του θρησκευτική θέρμη, όσο και για τις επιδόσεις του στο ναυτικό εμπόριο. Ο Ντέρμπι είχε κάνει το Σάλεμ ένα από τα λιμάνια με τη μεγαλύτερη κίνηση και πλούτο στην ανατολική ακτή, και ήταν εκείνος που κέρδισε τον χαρακτηρισμό του πρώτου Αμερικανού εκατομμυριούχου, όμως ο Χάσκετ ήταν που μαζί με τις τσέπες της τοπικής κοινωνίας είχε τραντάξει και τις ψυχές των κατοίκων της. Μια σύγχρονή του αφήγηση έλεγε πως: «Ο κος Χάσκετ πιστεύει στην ύπαρξη στη Γη τόσο Αγγέλων, όσο και δαιμόνων, και εκφράζεται απεριφράστα τοιαύτως· διότι εάν ένας άνθρωπος πιστεύει εις τον Κύριον Ημών και τας στρατιάς Του, λέγει ο Χάσκετ, τότε πρέπει να πιστεύει μετά ιδίας βεβαιότητος και εις τον Σατανάν και τους ακολούθους αυτού».

Ετοιμαζόμουν να αφήσω τα βιβλία παράμερα, ικανοποιημένος επιτέλους που μπορούσα να πουλήσω τον πίνακα είτε στο Πίμποντι είτε σε κάποιον από τους τακτικούς μας πελάτες, τοποθετώντας δίπλα του την ακαταμάχητη επιγραφή: «θεωρείται μία από τις σπάνιες αναπαραστάσεις ενός από τα εμπορικά σκάφη του Ησαύ Χάσκετ», όταν μου ήρθε η ιδέα να ρίξω μια ματιά στο βιβλίο του Ντάγκλας για τον Ντέιβιντ Νταρκ. Ήταν ένα περίεργο όνομα, αλλά είχε κάτι το πολύ απόμακρα οικείο. Ίσως να ήταν κάτι που είχε πει κάποτε η Τζέιν ή κάτι που είχα ακούσει από κάποιον από τους πελάτες μας. Ξεφύλλισα το Μεγάλοι Άντρες Του Σάλεμ πάλι, ώσπου το βρήκα. Το λήμμα ήταν προκλητικά σύντομο. Δώδεκα γραμμές όλες κι όλες. «Ντέιβιντ Ιτάι Νταρκ, 1610 (;) — 1691. Ιεροκήρυκας με ακραίες τάσεις από τη Λίμνη Μιλ, του Σάλεμ, που το 1682 έγινε για λίγο διάσημος στην τοπική κοινωνία, όταν ισχυρίστηκε πως είχε σειρά προσωπικών συζητήσεων με τον Σατανά, ο οποίος του είχε παράσχει έναν κατάλογο με τα ονόματα όλων εκείνων των ψυχών στην ευρύτερη περιοχή του Σάλεμ που ήταν σίγουρα καταραμένες, και των οποίων την "αναπόφευκτη αποτέφρωση" ο Σατανάς περίμενε με "ανυπομονησία". Ο Ντέιβιντ Νταρκ ήταν προστατευόμενος και σύμβουλος του εύπορου έμπορου από το Σάλεμ Ησαύ Χάσκετ (βλ. λ.) και για σειρά ετών είχε αποδυθεί μαζί με τον Χάσκετ σε μια προσπάθεια να εμφυσήσει φανατικές αρχές στη θρησκευτική κοινότητα του Σάλεμ. Πέθανε την άνοιξη του 1691, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, όπως λένε κάποιοι, από το φαινόμενο της "αυτοανάφλεξης". Για να τιμήσει τη μνήμη του Νταρκ, ο Χάσκετ έδωσε το όνομα Ντέιβιντ Νταρκ στο καλύτερο εμπορικό του πλοίο, αν και είναι άξιο προσοχής το γεγονός πως όλες οι καταγραφές της εποχής εκείνης σχετικά με το σκάφος αυτό σβήστηκαν από κάθε ημερολόγιο πλοίου, πίνακα, λογιστικό βιβλίο και τετράδιο της περιόδου, προφανώς ύστερα από σχετική υπόδειξη του Χάσκετ». Και τότε ήταν που βρήκα αυτό που έψαχνα. Ακολούθησα με τα δάχτυλά μου τις λέξεις καθώς τις διάβαζα, και αφού τέλειωσα την ανάγνωσή τους από μέσα μου, τις ξαναδιάβασα φωναχτά. Ένιωσα εκείνο το μεθυστικό κύμα διέγερσης που βιώνει κάθε έμπορος αντικών όταν ανακαλύπτει με βεβαιότητα πως τα αντικείμενα που έχει αγοράσει είναι μοναδικά και πολύτιμα. «Το έμβλημα του Ντέιβιντ Νταρκ ήταν ένας κόκκινος σταυρός σε μαύρο φόντο, που συμβόλιζε τον θρίαμβο του Κυρίου πάνω στις δυνάμεις του σκότους. Κατά κάποιον περίεργο τρόπο, όμως, αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ντέιβιντ Νταρκ το έμβλημα αυτό υιοθετήθηκε περιοδικά από διάφορες μυστικές συνάξεις "μαγισσών" και ατόμων που ασχολούνταν με τη μαύρη μαγεία. Το έμβλημα κηρύχτηκε παράνομο το 1731 από τον Αντικυβερνήτη Ουίλιαμ Κλαρκ, πρόεδρο

του Ορκωτού Δικαστηρίου». Άφησα το βιβλίο ανοιχτό στο πάτωμα, και σήκωσα ξανά τον πίνακα. Ώστε λοιπόν, αυτό το πλοίο ήταν το Ντέιβιντ Νταρκ, ένα πλοίο που είχε πάρει το όνομά του από έναν άνθρωπο που ισχυριζόταν πως συνομιλούσε με τον Διάβολο- ένα πλοίο του οποίου η ύπαρξη είχε διαγραφεί από κάθε τοπικό έγγραφο και αρχείο. Που να πάρει, δεν ήταν να απορεί κανείς που ο Έντουαρντ Ουόλντουελ επιζητούσε τόσο απεγνωσμένα να αποκτήσει τον πίνακα για λογαριασμό του Μουσείου Πίμποντι. Πολύ απλά, αυτή μπορεί να ήταν η μοναδική εικονογραφημένη καταγραφή του Ντέιβιντ Νταρκ που είχε υπάρξει ποτέ. Ή τουλάχιστον, η μοναδική εικονογραφημένη καταγραφή που είχε καταφέρει να επιζήσει έπειτα από διακόσια ενενήντα χρόνια και μια προσπάθεια να σβηστεί από τη μνήμη οποιουδήποτε γνώριζε πώς έμοιαζε ή τα μέρη που είχε σαλπάρει. Το Ντέιβιντ Νταρκ, με το απαγορευμένο του ερυθρόμαυρο λάβαρο, καθώς έβγαινε από το Λιμάνι του Σάλεμ. Το κοίταξα προσεκτικά, και συνειδητοποίησα ότι ο καλλιτέχνης το είχε ζωγραφίσει με πολύ μεγάλη λεπτομέρεια, ειδικά αν αναλογιζόταν κανείς πόσο μακριά από αυτόν ήταν το πλοίο την ώρα που το σχεδίαζε, και μάλιστα λαμβάνοντας υπόψη πως δεκάδες πλοία πρέπει να έμπαιναν και να έβγαιναν από το Αιμάνι του Σάλεμ σε καθημερινή βάση. Ίσως ο ζωγράφος να μην είχε τελικά καμία πρόθεση να σχεδιάσει μια άμεση αναπαράσταση του τοπίου της ακτής του Γκράνιτχεντ. Ίσως ο σκοπός του να μην ήταν τίποτα παραπάνω από το να ζωγραφίσει τη μοναδική ιστορική καταγραφή του Ντέιβιντ Νταρκ, καθώς σάλπαρε για κάποιο ταξίδι μεγάλης σπουδαιότητας. Αλλά ποιος ήταν ο προορισμός του; Και για ποιον λόγο πήγαινε εκεί; Η φωτιά στο τζάκι ξαφνικά χαμήλωσε, κάνοντας το κεφάλι μου να τιναχτεί απότομα αντιδρώντας τρομαγμένα, και η καρδιά μου άρχισε να αντλεί αίμα λες και προσπαθούσε να αδειάσει το νερό από το εσωτερικό μια σωσίβιας λέμβου που βυθιζόταν. Ο άνεμος είχε σταματήσει και μπορούσα να ακούσω τη βροχή να πέφτει με πιο σταθερό ρυθμό τώρα, θροϊζοντας στον δενδρόκηπο και τον δρόμο. Γονάτισα στο χαλί, με τα βιβλία μου ολόγυρά μου, προσπαθώντας να ακούσω, ακούγοντας, προκαλώντας το σπίτι να μην ψιθυρίσει, προκαλώντας τις πόρτες να μην ανοιγοκλείσουν, προκαλώντας τα φαντάσματα τριακοσίων ετών να μην πλημμυρίσουν τους διαδρόμους και τις σκάλες. Και μπροστά μου, πάνω στη γκρίζα ζωγραφισμένη του θάλασσα, το Ντέιβιντ Νταρκ ξεκινούσε για το άγνωστο ταξίδι του, μυστηριώδες και θαμπό, μπροστά από τις δενδροστοιχίες της Μασαχουσέτης. Το κοίταξα, καθώς αγωνιζόμουν να ακούσω το παραμικρό, και τότε άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει το όνομά του. «Ντέιβιντ Νταρκ». Για λίγο ακολούθησε σιωπή, μαζί με το τεφρώδες κροτάλισμα της φωτιάς και

τον απαλό ήχο της βροχής. Και έπειτα, στα όρια της ακοής, ένας θόρυβος που με έκανε να φοβηθώ τόσο πολύ που από το στόμα μου ξέφυγε ένα παράξενο γρύλλισμα· ήταν από εκείνες τις αναφωνήσεις που συνηθίζουν όσοι θνητοί βρίσκονται σε απόγνωση, και που καμιά φορά ακούγονται από τους επιβάτες των αεροπλάνων όταν αυτά κάνουν κάποια απρόσμενη βουτιά. Το κρύο με έκανε να τρεμουλιάσω, και δεν ήμουν καν σίγουρος αν θα κατάφερνα να τρέξω, αν κάτι τέτοιο το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ή τ α ν η κούνια του κήπου. Σταθερό και ρυθμικό, το ίδιο εκείνο κρακκκ-σκουίκ, κρακκκ-οκουίκ, κρακκκ-σκονίκ που είχα ακούσει το προηγούμενο βράδι. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Σηκώθηκα και προχώρησα με σπασμωδικές κινήσεις προς τον διάδρομο. Είχα κλείσει την πόρτα της βιβλιοθήκης, και όμως τώρα ήταν ανοιχτή. Μήπως δεν είχε κλείσει καλά το μάνταλο; Όχι. Το είχα κλείσει, και τώρα είχε ξανανοίξει. Κάποιος, ή κάτι, είχε ανοίξει την πόρτα. Μήπως ο άνεμος; Αδύνατο. Σταμάτα να κατηγορείς τον καταραμένο άνεμο. Ο άνεμος μπορεί να κροταλίζει και να σφυρίζει και να ψιθυρίζει και να ουρλιάζει, αλλά ο άνεμος δεν μπορεί να ανοίξει μια καλά κλεισμένη πόρτα, και ο άνεμος δεν μπορεί να αλλάξει τη θέση των ανθρώπων στις φωτογραφίες, και ο άνεμος δεν μπορεί να κάνει την κούνια του κήπου να πηγαίνει μπρος-πίσω, μπρος-πίσω· τουλάχιστον, όχι μόνος του. Υπάρχει κάποιος εκεί έξω, που κάνει κούνια. Δέξου το αναθεματισμένο γεγονός πως συμβαίνουν διάφορα πράγματα σ' αυτό το σπίτι, και κάποιος τα προκαλεί, είτε αυτός ο κάποιος είναι άνθρωπος είτε όχι. Για τ' όνομα του Θεού, υπάρχει κάποιος εκεί έξω που κάνει κούνια, γι' αυτό πήγαινε και κοίτα. Πήγαινε και κοίτα με τα ίδια σου τα μάτια τι είναι αυτό που σε γεμίζει τόσο τρόμο. Αντιμετώπισε' το. Διέσχισα κουτσαίνοντας την κουζίνα, σαν να ήμουν χτυπημένος στο πόδι, αλλά ήταν ο συνδυασμός φόβου και μουδιάσματος από το γονάτισμά μου στο χαλί που με έκανε να περπατώ έτσι. Έφτασα στην πίσω πόρτα. Κλειδωμένη. Το κλειδί ήταν πάνω από το ψυγείο πάγου. Ψαχούλεψα για να το πιάσω και μου έπεσε στο πάτωμα. Επίτηδες; Το έριξες επίτηδες. Κατά βάθος δεν θέλεις να πας έξω. Κατά βάθος είσαι τρομοκρατημένος, μόνο και μόνο εξαιτίας κάποιου σκανταλιάρικου παιδιού που πήδηξε μέσα στην αυλή σου και ανέβηκε στην ηλίθια κούνια σου. Έπεσα στα τέσσερα, και βρήκα το κλειδί. Σηκώθηκα πάλι, το έσπρωξα στην οπή της κλειδαριάς, ξεκλείδωσα, έστριψα το χερούλι της πόρτας. Και αν είναι εκείνη; Με διαπέρασε η μία παγωμένη σουβλιά τρόμου μετά την άλλη· σαν κάποιος να έριχνε στο κορμί μου κουβάδες με παγωμένο νερό, σε αργή κίνηση. Και αν είναι η Τζέιν; Δεν θυμάμαι πώς άνοιξα την πόρτα. Θυμάμαι μόνο την αίσθηση των σταγόνων της βροχής να κεντούν το πρόσωπο μου, καθώς έβγαινα από τη βεράντα της κουζίνας. Θυμάμαι να περπατώ, να σκοντάφτω στα αγριόχορτα και το

ακούρευτο γρασίδι, να τρέχω όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα· φοβόμουν μην τυχόν και δεν προλάβω αυτόν που έκανε κούνια, αλλά αυτό που φοβόμουν περισσότερο ήταν μήπως έφτανα εκεί προτού αυτός το έβαζε στα πόδια. Έφτασα στη μηλιά, δίπλα ακριβώς από την κούνια, και πάγωσα σύγκορμος. Η βρεγμένη από τη βροχή κούνια πήγαινε πέρα-δώθε, ψηλά και σταθερά, από μόνη της. Οι αλυσίδες έκαναν κρακκκ-σκουίκ, κρακκκ-σκουίκ, κρακ-σκουίκ, μα το κάθισμα ήταν κενό. Κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω στην κούνια, αναπνέοντας τραχιά. Τρομαγμένος, αλλά για κάποιον περίεργο λόγο συγχρόνως ανακουφισμένος. Είναι ένα φυσικό φαινόμενο, σκέφτηκα. Δόξα τω Θεώ. Επιστήμη, όχι φαντάσματα. Κάποιο είδος μαγνητικής διαταραχής. Ίσως η σελήνη να ασκεί έλξη στις αλυσίδες κάποιες συγκεκριμένες εποχές του χρόνου, με τον ίδιο τρόπο που προκαλεί την παλίρροια, και η κούνια να αποκτά κάποια σταδιακή ορμή, σύμφωνα και με τον Νόμο του Νεύτωνα· ίσως να είναι κάποιο είδος αδράνειας ή κάτι τέτοιο. Πιθανόν να υπάρχει κάποια μαγνητική φλέβα κάτω από το χώμα σε αυτό το σημείο, η οποία να φορτίζεται από συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες, όπως από τον ηλεκτρισμό μιας καταιγίδας. Ή μπορεί να ξεκινά από κάποιο τοπικό κύμα αέρα, έναν καθοδικό άνεμο που κατεβαίνει από τα πλαϊνά του σπιτιού, και να — Τότε το είδα. Έ ν α σύντομο, γαλαζωπό τρεμούλιασμα του φωτός, στο κάθισμα της κούνιας. Δεν έμοιαζε με τίποτα παραπάνω από το παροδικό ξέσπασμα μιας μακρινής λάμψης, αλλά ήταν αρκετό να με κάνει να κοιτάξω ακόμα πιο επίμονα στο κάθισμα της κούνιας καθώς εκείνη έκανε την παλινδρομική της διαδρομή τρίζοντας. Έπειτα, ένα ακόμα τρεμόπαιγμα, κάπως πιο φωτεινό από το πρώτο. Έκανα ένα βήμα πίσω, και ύστερα ένα ακόμα. Το φως τρεμόφεξε πάλι, και μου φάνηκε πως μπορούσα να διακρίνω κάτι που δεν μου άρεσε. Για ένα χρονικό διάστημα που φάνηκε ατελείωτο, το φως δεν ξανάκανε την εμφάνισή του. Έπειτα, δίχως καμία προειδοποίηση, έλαμψε ξανά, τέσσερεις ή πέντε φορές, και αυτό που είδα στο κάθισμα της κούνιας έμοιαζε με μια εικόνα που φωτιζόταν από το φλας ενός φωτογράφου, μια εικόνα που ακτινοβολούσε εκτυφλωτικά τη μια στιγμή, και που την επόμενη δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα μετείκασμα στον αμφιβληστροειδή του ματιού. Μισό-σχηματισμένη, θολή, σαν ένα ολόγραμμα που κάποιος εξέπεμψε χρόνια πριν, από πολύ μακριά. Ή τ α ν η Τζέιν, και κάθε φορά που το φως έλαμπε και μπορούσα να τη δω; μπορούσα να ξεχωρίσω το βλέμμα της πάνω μου. Το πρόσωπο της δεν είχε σημάδια, μα ήταν παράξενο, κάπως λεπτότερο, λες και το κρανίο της είχε επιμηκυνθεί. Δεν χαμογελούσε. Τα μαλλιά της κροτάλιζαν σαν να περνούσε από μέσα τους μια ηλεκτρική εκκένωση και όχι ο αέρας. Φορούσε κάτι που έμοιαζε με λευκό φόρεμα, ένα μακρύ λευκό φόρεμα με φαρδιά μανίκια και ήταν στιγμές που την έβλεπα, και άλλες στιγμές που ήταν αόρατη, αλλά η κούνια συνέχιζε να ανεβο-

κατεβαίνει, και το φως να τρεμοπαίζει, και οι αλυσίδες να κάνουν κρακκκ-σκουίκ, κρακκκ-σκουίκ, κρακ-σκουίκ. Και, Θεέ μου, ήταν νεκρή. Ήταν νεκρή και όμως μπορούσα να τη δω. Άνοιξα το στόμα μου. Στην αρχή δεν μπορούσα καν να μιλήσω. Το πρόσωπο μου ήταν υγρό από τη βροχή μα το λαρύγγι μου ήταν στεγνό και σφιγμένο. Η Τζέιν με κοιτούσε, δίχως να χαμογελά, και τα παιχνιδίσματα του φωτός άρχισαν να γίνονται όλο και πιο αδύναμα. Σε λίγο, μόλις που μπορούσα να τη διακρίνω1 το μόνο που ξεχώριζα πια ήταν η αναλαμπή ενός χλωμού λευκού χεριού γύρω από την αλυσίδα της κούνιας, το αχνό περίγραμμα του ώμου και των μαλλιών της που ανέμιζαν στον αέρα. «Τζέιν», ψιθύρισα. Θεέ μου, ήμουν τρομοκρατημένος. Η κούνια άρχισε να χάνει την ορμή της. Οι αλυσίδες ξαφνικά σταμάτησαν να τρίζουν. «Τζέιν!» ούρλιαξα. Και κατά κάποιον τρόπο, για μια στιγμή, ο τρόμος τού να τη χάσω ξανά υπερνίκησε τον τρόμο τού να τη δω. Αν βέβαια ήταν πραγματικά εκεί· αν χάρη σε κάποιο ανίερο θαύμα ήταν ακόμα εκεί, παγιδευμένη κάπου στο καθαρτήριο του κόσμου των πνευμάτων, αν δεν είχε πεθάνει ακόμα για πάντα, τότε ίσως — Δεν ούρλιαξα ξανά στην Τζέιν. Ήμουν έτοιμος για κάτι τέτοιο, αλλά κάτι με σταμάτησε. Η κούνια ανεβοκατέβηκε άλλες τρεις ή τέσσερεις φορές και έπειτα ακινητοποιήθηκε. Έμεινα να την κοιτάω, και ύστερα την πλησίασα αργά και ακούμπησα το χέρι μου στο υγρό ξύλινο χέρι του καθίσματος. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί, κανένα σημάδι που να δείχνει πως πριν από λίγο κάποιος καθόταν εκεί. Οι δύο λαξεμένες κοιλότητες του καθίσματος ήταν γεμάτες με βρόχινο νερό. «Τζέιν», είπα χαμηλόφωνα, αλλά τώρα πια δεν ένιωθα την παρουσία της κοντά μου. Και δεν ήμουν πια σίγουρος πως ήθελα να την καλέσω. Αν επέστρεφε, ποια θα ήταν η μορφή που θα είχε; Το σώμα της είχε συνθλιφτεί ανεπανόρθωτα, και εδώ και έναν μήνα είχε αρχίσει η διαδικασία της αποσύνθεσης. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακατοικήσει στην εγκόσμια υπόστασή της. Και άραγε, ήμουν σίγουρος πως ήθελα να κατοικήσει πάλι στο σπίτι μας και στον κήπο μας, δίπλα μου; Είχε ζήσει, αλλά τώρα ήταν νεκρή· και λίγοι είναι εκείνοι που είναι περισσότερο ανεπιθύμητοι στον κόσμο των ζωντανών απ' ό,τι οι νεκροί. Υπήρχε και ένας ακόμα λόγος που δεν την φώναξα. Θυμήθηκα εκείνο που μου είχε πει ο Έντουαρντ Ουόρντουελ σήμερα, στο Σάλεμ. «Γνωρίζατε πως μέχρι το 1703 το Γκράνιτχεντ ονομαζόταν Ανάσταση; Γνωρίζατε πως το Γκράνιτχεντ ονομαζόταν Ανάσταση;» Μουσκεμένος και αναστατωμένος, επέστρεψα στο σπίτι. Προτού μπω μέσα, κοίταξα ψηλά, στο άνοιγμα των παράθυρων της κρεβατοκάμαρας. Μου είχε φανεί πως είδα ένα γαλαζόλευκο φως να τρεμοπαίζει εκεί, αλλά μάλλον είχα κάνει λάθος. Ακόμα και οι εφιάλτες τελειώνουν κάποτε. Το πρόβλημα ήταν πως είχα αρχίσει να αισθάνομαι ότι ο δικός μου εφιάλτης μόλις τώρα άρχιζε.

ΟΚΤΩ

Ο

Τζορτζ άνοιξε την πόρτα και με κοίταξε γεμάτος έκπληξη. «Ήρθες κάπως αργά για να παίξουμε χαρτιά, Τζον. Μόλις τελειώναμε για απόψε. Πάντως, αν θα 'θελες να πιούμε παρέα ένα τελευταίο ποτηράκι πριν τον ύπνο...» Προχώρησα στον διάδρομο και κοντοστάθηκα, με το βρεγμένο μου σώμα να τρεμουλιάζει· ένιωθα λες και ήμουν θύμα κάποιου αυτοκινητιστικού δυστυχήματος. Ο Τζορτζ με ρώτησε: «Είσαι εντάξει; Δεν πιστεύω να άρπαξες κανένα κρύωμα, τόσην ώρα που στεκόσουν έξω στη βροχή, έτσι; Και πού πήγε το αδιάβροχο σου;» Γύρισα και τον κοίταξα, δίχως όμως να ξέρω τι να του απαντήσω. Πώς μπορούσα να του εξηγήσω ότι είχα κατέβει τρέχοντας την Οδό Κουάκερ μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, γλιστρώντας και σκοντάφτοντας στον υγρό, υπό κατασκευή δρόμο, σαν να με καταδίωκαν μανιασμένοι όλοι οι δαίμονες της κόλασης; Και ότι περίμενα αρκετή ώρα έξω από το σπίτι του, προσπαθώντας να αναπνεύσω πάλι κανονικά, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου πως δεν με κυνηγούσε τίποτα, κανένα πνεύμα, κανένα φάντασμα, καμιά τρεμουλιαστή λευκή μορφή που είχε αποδράσει από κάποιον τάφο; Ο Τζορτζ με πήρε από το χέρι και με οδήγησε από τον διάδρομο στο καθιστικό του σπιτιού του. Ο διάδρομος ήταν διακοσμημένος με μια ταπετσαρία με διχτυωτά μοτίβα, και σε κάποιο σημείο του τοίχου κρέμονταν με περηφάνια τα αλιευτικά διπλώματα του Τζορτζ, και φωτογραφίες δικές του και του Κιθ και μερικών ακόμα από τα άλλα ηλικιωμένα παιδιά του Γκράνιτχεντ, που τους έδειχναν να κρατούν μπακαλιάρους και πέρκες και πλευρονήκτες. Ο Κιθ Ριντ βρισκόταν στο καθιστικό, δίπλα στο αναμμένο τζάκι, πίνοντας τις γουλιές που του είχαν απομείνει από το τελευταίο ποτήρι μπύρας, ενώ το αναπηρικό καροτσάκι της κας Μάρκαμ, με το πλεκτό της στο καθισμά του, στεκόταν άδειο στην ακριανή γωνιά. «Η Τζόαν πήγε για ύπνο», είπε ο Τζορτζ. «Κουράζεται εύκολα όταν βλέπουμε κόσμο. Ειδικά όταν έχουμε στην παρέα μας κάποιον τόσο ζωηρό όσο ο Κιθ». Ο Κιθ, ένας ασπρομάλλης συνταξιούχος καπετάνιος, έβγαλε ένα γρύλλισμα ευθυμίας. «Κάποιον που ήταν ζωηρός, μια φορά και έναν καιρό», είπε χαμογελώντας πλατιά, αφήνοντας να φανεί η τετράγωνη, κιτρινισμένη από τον καπνό οδοντοστοιχία του. «Υπήρχε μια εποχή, που καμία γυναίκα σε απόσταση φιλιού από τον Κιθ Ριντ δεν ήταν ασφαλής. Ρώτα τον καπετάν-Ρέι, κάτω στη Μεταφορική Εταιρία Πιρ, και θα σου πει». «Θέλεις να πιεις κάτι, Τζον;» ρώτησε ο Τζορτζ. «Λίγο ουίσκι; Είσαι πραγματικά κατάχλωμος». «Πολύ καθαρή ζωή, αυτό είναι το πρόβλημά σου», είπε ο Κιθ. Πιάστηκα από τον βραχίονα της δρύινης πολυθρόνας με το εμπριμέ κάλυμμα

δίπλα απο το τζάκι, και έκατσα με ασταθείς κινήσεις. «Δεν ξέρω τι να σας πω», είπα. Ο φωνή μου έβγαινε τρεμάμενη, και φραγμένη από το φλέμα. Ο Κιθ έριξε μια κλεφτή ματιά στον Τζορτζ, αλλά εκείνος σήκωσε τους ώμους του για να του δείξει πως δεν ήξερε τι έτρεχε. «Κατέβηκα, ε, τρέχοντας τον λόφο», τους είπα. «Κατέβηκες τρέχοντας τον λόφο;» επανέλαβε ο Κιθ. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα πως δεν απείχα πολύ από το να με πιάσει το κλάμα. Κλάμα που είχε προκαλέσε ο φόβος, η ανακούφιση, οι συνέπειες της οπτικής μου επαφής με την Τζέιν, και το αναπάντεχο ενδιαφέρον που έδειχναν για μένα δύο γκριζομάλλικα γέρικα παλικάρια του Γκράνιτχεντ, που συνήθως φέρονταν στους ξένους με βαθιά καταφρόνηση και ένα φτύσιμο στο πεζοδρόμιο. «Εντάξει, Τζον, ηρέμησε. Κατέβασε λίγο ουίσκι και πες μας τι σου συμβαίνει», είπε ο Τζορτζ. Μου έδωσε ένα ποτήρι, που πάνω του είχε τη στάμπα ενός ιστιοφόρου, και κατέβασα μια μεγάλη γουλιά. Το αλκοόλ έκαψε το λαρύγγι και το στομάχι μου, και με έκανε να βήξω· όμως κάλμαρε τα νεύρα μου και επιβράδυνε τους χτύπους της καρδιάς μου, και καταπράυνε κάπως εκείνη την απαίσια υστερία που τόσο ξαφνικά με είχε κυριέψει. «Ήρθα τρέχοντας από το σπίτι μου», είπα. «Και για ποιον λόγο έκανες κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Κιθ. «Δεν πιστεύω να άρπαξε φωτιά το σπίτι σου, έτσι;» Η προφορά του ήταν έντονη, χαρακτηριστική των κατοίκων του Γκράνιτχεντ. «Δεν καίγεται το σπίτι σου, έτσι δεν είναι;» Κοίταξα τον Κιθ, έπειτα τον Τζορτζ, έπειτα πάλι τον Κιθ. Η κανονικότητα του καθιστικού με έκανε σχεδόν να αισθανθώ πως είχα φανταστεί τα πάντα. Το μπρούντζινο ρολόι πάνω από το τζάκι, το τιμόνι από κάποιο καράβι πάνω στον τοίχο, τα λουλουδιαστά σχέδια πάνω στα έπιπλα. Μια παρδαλή γάτα, με τα νύχια της κρυμμένα κάτω από τις πατούσες, κοιμόταν με τη μύτη προς το τζάκι. Οι καμένες πίπες του Τζορτζ, βρίσκονταν στερεωμένες στο στήριγμά τους που κρεμόταν στον τοίχο. Από τον πάνω όροφο, έφτασε στα αυτιά μου μια ξαφνική έκρηξη γέλιου, που προερχόταν από την κα Μάρκαμ, που καθόταν στο κρεβάτι της και έβλεπε τηλεόραση. «Είδα την Τζέιν», είπα, ήρεμα. Ο Τζορτζ έκατσε. Ύστερα σηκώθηκε ξανά, πήρε μαζί του το ποτήρι με την μπύρα του και κάθισε πάλι, κοιτώντας προς τη μεριά μου με γουρλωμένα μάτια. Ο Κιθ έμεινε σιωπηλός, δίχως όμως να σταματήσει να χαμογελά, αν και τώρα αυτό του το χαμόγελο έμοιαζε να έχει χάσει λίγο από το χιούμορ του. «Πού την είδες;» ρώτησε ο Τζορτζ, όσο πιο απαλά μπορούσε. «Εκεί πάνω, στο σπίτι σου;» «Στον κήπο. Καθόταν στην κούνια. Απόψε ήταν η δεύτερη φορά που έγινε κάτι τέτοιο. Το ίδιο συνέβη και εχτές, μόνο που δεν την είδα». «Απόψε, όμως, την είδες;»

«Για πολύ λίγο. Δεν ήταν πολύ καθαρή η μορφή της. Έμοιαζε σαν την εικόνα μιας τηλεόρασης με πολλά παράσιτα. Αλλά ήταν σίγουρα εκείνη. Το ξέρω. Και η κούνια — η κούνια πήγαινε μπρος-πίσω από μόνη της. Βέβαια, ήταν και εκείνη πάνω της. Αλλά, παρ' όλο που ήταν φάντασμα, έκανε την κούνια να ανεβοκατεβαίνει τόσο δυνατά, σαν να ήταν αληθινή». Ο Τζορτζ σούφρωσε τα χείλια του σκεπτικός, και με κοίταξε συνοφρυωμένος. Ο Κιθ σήκωσε τα φρύδια του και έξυσε το πηγούνι του. «Δεν με πιστεύετε», τους είπα. «Δεν είπαμε κάτι τέτοιο», απάντησε ο Κιθ. «Δεν είπαμε τίποτα τέτοιο». «Είναι απλά, ξέρεις, είναι αλλόκοτο, έτσι δεν είναι;» πετάχτηκε ο Τζορτζ. «Είδες πραγματικά ένα αληθινό φάντασμα; Δεν θα μπορούσε να είναι κάποια οφθαλμαπάτη; Μερικές φορές το φως μπορεί να παίξει πολύ περίεργα παιχνίδια τη νύχτα, ειδικά στον ωκεανό». «Καθόταν στην κούνια, Τζορτζ. Ήταν ςιωτισμένη, σαν μια γαλάζια λάμψη που τρεμόπαιζε. Γαλαζόλευκη, σαν ένα φλας». Ο Κιθ κατέβασε μια γενναία γουλιά μπύρας, και ύστερα σκούπισε το στόμα του με την πίσω πλευρά του χεριού του. Έπειτα σηκώθηκε, και πίεσε τα χέρια του χαμηλά στην πλάτη του, τρίβοντάς την για να ξεμουδιάσει, και στη συνέχεια βημάτισε μέχρι το παράθυρο. Άνοιξε τις κουρτίνες και στάθηκε εκεί για αρκετή ώρα, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μας, κοιτώντας έξω τον καιρό. «Ξέρεις τι ήταν αυτό που μόλις είδες, έτσι δεν είναι;» μου είπε. «Ήταν η γυναίκα μου, μόνο αυτό ξέρω. Είναι εδώ και ένα μήνα νεκρή, και όμως εγώ μόλις την είδα». Ο Κιθ γύρισε προς τα μένα, κουνώντας αργά το κεφάλι του. «Δεν είδες τη γυναίκα σου, Τζον. Ίσως η φαντασία σου να κατασκεύασε κάποια εικόνα, μετατρέποντας αυτό που πραγματικά είδες σε κάτι που νόμισες ότι ήταν η Τζέιν. Αλλά όχι, παιδί μου. Αυτό που είδες απόψε, εγώ το έχω δει εκατοντάδες φορές. Είναι κάτι που έκανε τους ναυτικούς να κατατρομάζουν τα παλιά χρόνια. Το λένε Φως του Αγίου Έλμου». «Φως του Αγίου Έλμου; Τι στην ευχή είναι το Φως του Αγίου Έλμου;» «Είναι μια εκκένωση φυσικού ηλεκτρισμού. Το βλέπεις κυρίως στα κατάρτια των πλοίων, ή στις κεραίες των ασυρμάτων, ή στα φτερά των αεροπλάνων. Στο Σάλεμ συνήθως το αποκαλούν Φώτα των Διόσκουρων. Μια λάμψη που τρεμοπαίζει, σαν φλεγόμενος θάμνος. Αυτό δεν είναι που είδες; Έ ν α φως που τρεμοπαίζει». Κοίταξα τον Τζορτζ. «Ο Κιθ έχει δίκιο», είπε. «Το έχω δει μερικές φορές και εγώ, στο ψάρεμα. Είναι πραγματικά τρομακτικό, την πρώτη φορά που το βλέπεις». «Είδα το πρόσωπο της, Τζορτζ», του είπα. «Δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό. Είδα το πρόσωπο της». Ο Τζορτζ έσκυψε προς το μέρος μου και ακούμπησε το χέρι του στο πόδι μου.

«Τζον», είπε, «πιστεύω ότι είδες αυτά που λες πως είδες. Αληθινά πιστεύω πως είδες την Τζέιν, με τα μάτια του νου σου. Αλλά, ξέρεις και ξέρω πως δεν υπάρχουν φαντάσματα. Ξέρεις και ξέρω πως οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν από τον θάνατο. Μπορεί να πιστεύουμε στην αθανασία της ψυχής, στην αιώνια ζωή, αμήν, αλλά δεν πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο γίνεται εδώ, στη γη, γιατί αν γινόταν αυτό, ο κόσμος τούτος θα ήταν γεμάτος από περιπλανώμενα πνεύματα, δεν νομίζεις;» Άπλωσε το χέρι του πίσω, για να πιάσει το μπουκάλι του Φορ Ρόουζες, και γέμισε άλλη μια φορά το ποτήρι μου σχεδόν μέχρι πάνω. Έπειτα είπε: «Μέχρι τώρα έχεις αντιμετωπίσει τον θάνατο της γυναίκας σου πολύ καλά. Αυτό ακριβώς έλεγα μόλις απόψε στον Κιθ, ότι το αντιμετωπίζεις πολύ καλά. Αλλά είναι αναπόφευκτο όλη αυτή η θλίψη που νιώθεις βαθιά μέσα σου να ξεσπάει, αραία και πού. Κανείς δεν σε κατηγορεί γι' αυτό. Δεν γίνεται να το αποφύγεις. Πριν από πόσο, δέκα οχτώ χρόνια, έχασα τον αδερφό μου, τον Ουίλφ- πνίγηκε ένα βράδι στον ισθμό. Και πίστεψέ με, μου πήρε πολύ περισσότερο από έναν μήνα να ξεπεράσω αυτό το αίσθημα θλίψης και απώλειας». «Η κα Σίμονς μού είπε απόψε πως κι εκείνη έχει δει τον μακαρίτη τον άντρα της» Ο Τζορτζ χαμογέλασε, και με το χαμόγελο αυτό γύρισε προς τον Κιθ. Ο Κιθ, που γέμιζε ένα ακόμα ποτήρι μπύρα, του ανταπόδωσε το χαμόγελο και κούνησε το κεφάλι. «Μην αρχίσεις τώρα να δίνεις σημασία και σε αυτά που σου λέει η χήρα του Σίμονς. Όλοι γνωρίζουν τι πρόβλημα έχει». Χτύπησε ελαφρά το κούτελο του για να μου δείξει πως η χήρα τα είχε για τα καλά χαμένα. «Δεν έκανε και πολλά για τον γερο-Σίμονς όσο εκείνος ήταν ζωντανός», συμπλήρωσε ο Κιθ. «Κάποτε, ο Έντγκαρ μού είπε πως ένα ολόκληρο βράδι τον είχε αφήσει κλειδωμένο έξω από το σπίτι με τις πυτζάμες, γιατί προσπάθησε να ασκήσει τα συζυγικά του δικαιώματα και εκείνη δεν είχε καμία όρεξη. Ένας άντρας ποτέ δεν θα γυρνούσε πίσω σε μια γυναίκα που του είχε φερθεί έτσι, ακόμα και αν ήταν φάντασμα, σωστά;» «Δεν ξέρω», απάντησα. Τώρα ένιωθα μπερδεμένος. Είχα αρχίσει ακόμα και να αμφιβάλλω για το αν είχα πραγματικά δει την Τζέιν στον κήπο του σπιτιού μου. Ή τ α ν στ' αλήθεια η Τζέιν; Φαινόταν δύσκολο να το πιστέψει κανείς· και ακόμα πιο δύσκολο ήταν να θυμηθώ με ακρίβεια το πώς έδειχνε το πρόσωπο της. Επιμηκυνμένο, σαν να ανήκε σε κάποιον άγιο ζωγραφισμένο από τον Ελ Γκρέκο, και τα μαλλιά της σπινθήριζαν. Αλλά, μήπως αυτό το σπινθήρισμα των μαλλιών της δεν ήταν τίποτα παραπάνω από εκείνη την ηλεκτρική εκκένωση που ο Κιθ είχε ονομάσει Φώτα των Διόσκουρων, Φως του Αγίου Έλμου; Μια λάμψη, είχε πει, που τρεμοπαίζει σαν φλεγόμενος θάμνος. Τέλειωσα το δεύτερο ουίσκι μου, και αρνήθηκα ένα τρίτο. «Δεν θα καταφέρω

να επιστρέψω σπίτι μου ακόμα και αν πάω μπουσουλώντας, πόσο μάλλον να γυρίσω περπατώντας». «Μήπως θα 'θελες να έρθω μαζί σου;» με ρώτησε ο Κιθ, αλλά εγώ του κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Αν υπάρχει κάτι εκεί πάνω, Κιθ, νομίζω πως θα 'ταν καλύτερα να το αντιμετωπίσω μόνος μου. Αν υπάρχει κάποιο φάντασμα, τότε θα πρόκειται για το δικό μου φάντασμα, αυτό είναι όλο». «Θα ήταν καλό να ξεκουραστείς για μερικές μέρες», είπε ο Τζορτζ. «Το ίδιο μου είπε και ο πατέρας της Τζέιν». «Λοιπόν, είχε δίκιο. Δεν έχει νόημα να κάθεσαι ολομόναχος σε ένα παλιό σπίτι, και να αναλογίζεσαι το τι έγινε, να σκέφτεσαι το παρελθόν. Είσαι βέβαιος πως θα είσαι εντάξει;» «Σίγουρα. Και ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε. Πραγματικά με ηρεμήσατε». Ο Τζορτζ κούνησε το κεφάλι προς το μπουκάλι του ουίσκι. «Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για τα τεντωμένα νεύρα από ένα μπουκάλι Φορ Ρόουζες». Χαιρετήθηκα με τους δύο άντρες και κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Αλλά καθώς πλησίαζα τον διάδρομο, γύρισα και τους είπα: «Κάτι ακόμα. Μήπως κανείς από τους δυο σας ξέρει γιατί παλιά το Γκράνιτχεντ ονομαζόταν Ανάσταση;» Ο Κιθ κοίταξε τον Τζορτζ και ο Τζορτζ τον Κιθ. Έπειτα ο Τζορτζ είπε: «Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά. Μερικοί λένε πως πήρε αυτό το όνομα από την καινούργια ζωή που θα ζούσαν όσοι έφτασαν για πρώτη φορά εδώ από την Ευρώπη. Αλλοι λένε πως ήταν απλά ένα όνομα. Αλλά εγώ προτιμώ εκείνη την εκδοχή που λέει πως το όνομα αυτό είναι παρμένο από την τρίτη μέρα ύστερα από τη Σταύρωση, όταν ο Χριστός σηκώθηκε από τον τάφο». «Δεν πιστεύεις ότι μπορεί να ονομάστηκε έτσι για κάποιον άλλο λόγο;» «Σαν ποιον;» ρώτησε ο Τζορτζ. «Να... για πράγματα σαν αυτό που μου φάνηκε πως είδα απόψε. Πράγματα σαν εκείνα που ισχυρίζεται πως ακούει η κα Σίμονς. Και ο Τσάρλι Μάνζι, επίσης, που έχει το παντοπωλείο κάτω στην πόλη». «Ο Τσάρλι Μάνζι; Τι θες να πεις;» «Η κα Σίμονς λέει πως ο Τσάρλι Μάνζι βλέπει ακόμα τον γιο του» «Εννοείς τον Νιλ;» «Ένα γιο είχε μόνο, έτσι δεν είναι;» Ο Τζορτζ ξεφούσκωσε τα μάγουλά του με μεγάλη κατάπληξη, και ο Κιθ Ριντ έβγαλε ένα μακρύ σφύριγμα. «Αυτή η γυναίκα», είπε ο Κιθ, «έχει παλαβώσει οριστικά και αμετάκλητα. Δεν θα 'πρεπε να ασχολείσαι με αυτά που λέει, Τζον δεν θα 'πρεπε να ασχολείσαι καθόλου. Δεν είναι να απορεί κανείς λοιπόν που σου φάνηκε ότι είδες κάτι, αφού μιλούσες μαζί της. Χα, ο Τσάρλι Μάνζι, για δες. Βλέ-

πει τον Νιλ, είπες;» «Ακριβώς», του έγνεψα. Τώρα αισθανόμουν ντροπή, που είχα πιστέψει όλα όσα μου είχε πει η κα Σίμονς. Δεν μπορούσα καν να σκεφτώ για ποιον λόγο είχα κάτσει να την ακούσω, με τον τρόπο που φλυαρούσε ασταμάτητα, και με τον τρόπο που οδηγούσε. Πρέπει να ήμουν πολύ κουρασμένος, ή μισο-μεθυσμένος, ή απλά ανόητος. «Ακούστε», είπα στον Τζορτζ και τον Κιθ, «πρέπει να πηγαίνω τώρα. Αλλά αν δεν σας πειράζει, θα περάσω μια βόλτα από εδώ αύριο καθώς θα κατεβαίνω στο μαγαζί. Δεν σας πειράζει, έτσι;» «Είσαι ευπρόσδεκτος, Τζον. Μπορείς να μείνεις να πάρουμε πρωινό μαζί, αν θέλεις. Η κα Μάρκαμ κι εγώ φτιάχνουμε ωραία κέικ με δημητριακά. Εκείνη ανακατεύει και εγώ ψήνω. Πέρνα οπωσδήποτε». «Ευχαριστώ, Τζορτζ. Ευχαριστώ, Κιθ». «Πρόσεχε τώρα που θα γυρνάς, ακούς;»

ΕΝΝΕΑ Έφυγα από τον αριθμό 9 και βγήκα πάλι έξω, στο νυχτερινό ψιλοβρόχι. Έστριψα δεξιά, για να πάρω τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι μου- τότε όμως σταμάτησα, κοντοστάθηκα, και κοίταξα την κατηφόρα, προς την κατεύθυνση της κεντρικής λεωφόρου, και του σπιτιού όπου έμενε η κα Σίμονς. Ή τ α ν λίγο πριν τις δέκα, και δεν πίστευα ότι θα την πείραζε αν την επισκεπτόμουν. Δεν πρέπει να της είχαν απομείνει πολλοί φίλοι τώρα πια· και οι γείτονές της, πάνω στην κεντρική λεωφόρο Γκράνιτχεντ-Σάλεμ, ήταν ελάχιστοι. Τα πιο πολλά μεγάλα σπίτια είχαν πουληθεί και κατεδαφιστεί, για να κάνουν χώρο σε πρατήρια βενζίνης, καταστήματα τροφίμων και μαγαζιά που θα πουλούσαν ζωντανά δολώματα και περίεργα σουβενίρ. Οι παλιοί κάτοικοι του Γκράνιτχεντ είχαν φύγει μαζί τους, πολύ ηλικιωμένοι και πολύ κουρασμένοι και όχι αρκετά εύποροι για να μπορέσουν να επανεγκατασταθούν σε κάποιο από τα μοντέρνα παραθαλάσσια σπίτια που συνόρευαν με τον Κόλπο του Γκράνιτχεντ. Μου πήρε πάνω από δέκα λεπτά πεζοπορίας, αλλά στο τέλος έφτασα στο σπίτι — ένα μεγάλο Ομοσπονδιακό αρχοντικό, τετράγωνο μα καλόγουστο, με σειρές από παραθυρόφυλλα, και μια καμπυλωτή βεράντα με Δωρικού ρυθμού κίονες. Ο κήπος που την αγκάλιαζε ήταν κάποτε προσεγμένος και καλοδιατηρημένος, αλλά τώρα πια η βλάστησή του είχε μεγαλώσει και αγριέψει τρομαχτικά. Τα δέντρα γύρω από το σπίτι είχαν μείνει ακλάδευτα γύρω στα πέντε χρόνια, και είχαν προσκολληθεί στους τοίχους του αρχοντικού σαν κάποια αραχνοειδή πλάσματα που κρέμονταν από τους αστράγαλους μιας γενναίας και πανέμορφης πρι-

γκίπισσας. Η πριγκίπισσα αυτή, όμως, είχε προ πολλού ξεθωριάσει: καθώς ανέβαινα το χορταριασμένο μονοπάτι από ξυλοκέραμα, παρατήρησα πως τα διακοσμητικά μπαλκόνια είχαν πιάσει σκουριά, και η πλινθοδομή είχε ανοίξει, σχηματίζοντας μεγάλες, διαγώνιες τεθλασμένες γραμμές, και ακόμα και το διακοσμητικό καλάθι με τα φρούτα στην μπροστινή βεράντα, ένα θέαμα που ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στον Σάμιουελ Μακίντάιρ, είχε ραγίσει και ήταν γεμάτο κουτσουλιές. Το κλαψούρισμα του ανέμου του Ατλαντικού διαπερνούσε τον κήπο, φτάνοντας σε κάθε εξωτερική γωνία του σπιτιού, κάνοντας την ήδη μουλιασμένη μου πλάτη να παγώσει. Ανέβηκα τα πέτρινα σκαλιά και βρέθηκα στη βεράντα. Το μαρμάρινο πάτωμα ήταν γεμάτο ραγίσματα, κομματιασμένο, και η μπογιά από την πόρτα είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει λες και το ξύλο υπέφερε από κάποιο είδος λέπρας. Χτύπησα το κουδούνι, και από το εσωτερικό του σπιτιού άκουσα έναν πνιχτό μεταλλικό ήχο. Έτριψα τα χέρια μου μεταξύ τους με γρήγορες κινήσεις σε μια προσπάθεια να ζεσταθώ, αλλά ο άνεμος που λυσσομανούσε ολόγυρα από το σπίτι έκανε κάτι τέτοιο πολύ δύσκολο. Δεν πήρα καμία απάντηση, και έτσι πάτησα πάλι το κουδούνι και χτύπησα και την πόρτα με το χέρι μου. Το ρόπτρο είχε το σχήμα της κεφαλής κάποιου τέρατος, με καμπύλα κέρατα και αγριεμένο πρόσωπο. Αυτό αρκούσε από μόνο του για να τρομοκρατήσει τους επισκέπτες και να τους κάνει να το βάλουν στα πόδια, ακόμα και κάτω από το φως της ημέρας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το ρόπτρο τούτο έβγαζε έναν υπόκωφο, άτονο, πένθιμο ήχο, σαν καρφιά που περνούν μέσα από το σκέπασμα ενός φερέτρου από μασίφ μαόνι. «Ελάτε λοιπόν, κα Σίμονς», την παρακάλεσα, μέσα από τα δόντια μου. «Δεν θα σας περιμένω εδώ έξω όλη τη νύχτα». Αποφάσισα να κάνω μια τελευταία προσπάθεια. Χτύπησα το ρόπτρο και πίεσα το κουδούνι και φώναξα: «Κα Σίμονς; Κα Σίμονς; Είστε μέιτα, κα Σίμονς;» Καμία απάντηση. Απομακρύνθηκα από την πόρτα και κα ι έβηκα τα σκαλιά της βεράντας. Ίσως να είχε βγει έξω, σε κάποια επίσκεψη, αν και δεν μπορούσα να φανταστώ ποιον θα ήθελε να επισκεφτεί τέτοια ώρα, μες τη μέση μιας τόσο άγριας θύελλας. Όπως και να 'χε, δεν φαινόταν να είναι αναμμένο κανένα φως, και παρ' όλο που ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουν μέσα στο σκοτάδι, οι κουρτίνες του πάνω πατώματος έδειχναν να είναι κλειστές. Επομένως δεν βρισκόταν κάτω, βλέποντας τηλεόραση ή κάτι τέτοιο· και μάλλον δεν ήταν ούτε πάνω, στο κρεβάτι της. Έκανα μια βόλτα γύρω από το σπίτι, για να σιγουρευτώ πως ούτε στην πίσω πλευρά υπήρχαν φώτα αναμμένα. Τότε ήταν που είδα την Μπιούκ της κας Σίμονς, παρκαρισμένη έξω ακριβώς από τις ανοιχτές πόρτες του γκαράζ της, που έτρεμαν και κροτάλιζαν από τον αέρα· και όμως, δεν υπήρχε κανείς εκεί κοντά,

ούτε κάποιο φως, κάποιος ήχος, παρά μόνο η βροχή που ε'πεφτε στην πτυσσόμενη οροφή του αυτοκινήτου. Ίσως, σκέφτηκα, με αβεβαιότητα — ίσως κάποιος να πέρασε από δω και να βγήκαν μαζί έξω. Έτσι κι αλλιώς, δεν με αφορά καθόλου. Γύρισα για να ακολουθήσω προς τα πίσω τα βήματά μου που με είχαν φέρει ως εδώ, αλλά έξαφνα, με την κόχη του ματιού μου νόμισα πως είδα ένα λευκό φως να σπινθηρίζει σε κάποιο από τα δωμάτια του πάνω ορόφου. Πάγωσα το βήμα μου, και προσπάθησα να κοιτάξω καλύτερα μέσα από τη βροχή. Για λίγο δεν είδα τίποτα, και έπειτα το φως έλαμψε ξανά, τόσο σύντομα που θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε — οι προβολείς κάποιου αυτοκινήτου που περνούσε από μακριά και που αντανακλώνταν στο τζάμι του δωματίου, η απόμακρη λάμψη μιας αστραπής, οτιδήποτε. Ύστερα λαμπύρισε ξανά και ξανά, και τούτη τη φορά το τρεμόπαιγμα του φωτός διάρκεσε κάπως περισσότερο, και θα μπορούσε να πάρω όρκο πως είδα το πρόσωπο ενός άντρα, που με κοιτούσε από ψηλά, καθώς στεκόμουν στον κήπο. Η πρώτη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό ήταν να αρχίσω να τρέχω σαν τρελός. Είχα προσπαθήσει να διατηρήσω την ψυχραιμία και την αυτοσυγκράτησή μου έπειτα από εκείνη τη φορά που είχα εκείνη την τρεμουλιαστή παραίσθηση πως έβλεπα την Τζέιν, αλλά αφού επέστρεψα στο σπίτι ένιωσα αμέσως να με κυριεύει ένας τρομακτικός πανικός, και άνοιξα με ορμή την εξώπορτά μου και κατέβηκα τρέχοντας την Οδό Κουάκερ όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τώρα όμως, φαινόμουν κάπως πιο γενναίος. Ίσως ο Κιθ και ο Τζορτζ να είχαν δίκιο, και όλα αυτά που παρακολουθούσα απόψε στον Λόφο Κουάκερ να ήταν μια Φωτιά του Αγίου Έλμου, ή κάποιο άλλο είδος επιστημονικού φαινόμενου. Ο Κιθ είχε πει πως το είχε δει εκατοντάδες φορές· ποιο ήταν το περίεργο στο να το δω κι εγώ δύο φορές, λοιπόν; Υπήρχε και ένας ακόμη λόγος που δεν το έβαλα στα πόδια, ένας λόγος βαθύτερος, συνδεδεμένος με τα θλιβερά και περίπλοκα συναισθήματα που μου είχε προκαλέσει ο χαμός της Τζέιν. Αν η Τζέιν είχε πράγματι εμφανιστεί μπροστά μου σαν ένα ηλεκτρικό φάντασμα, τότε θα ήθελα να μάθω όσο πιο πολλά μπορούσα σχετικά με αυτές τις εμφανίσεις της. Ακόμα και αν δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω σωματικά, ίσως να υπήρχε ένας τρόπος να επικοινωνώ μαζί της, ή ακόμα και να της μιλώ. Ίσως όλοι αυτοί που ασχολούνται με τον πνευματισμό να είχαν δίκιο τελικά· ίσως οι ψυχές των ανθρώπων να μην διέφεραν από όλα εκείνα τα ηλεκρικά ερεθίσματα που είχαν συμβάλει στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν ο εγκεφαλός τους όταν ήταν εν ζωή, μόνο που τώρα ήταν απελευθερωμένα από τα σώματα στα οποία βρίσκονταν ίσως, όμως, ακόμα και έτσι να εξακολουθούσαν να αποτελούν μια ολότητα, ίσως να συνέχιζαν να λειτουργούν ως ανθρώπινο πνεύμα. Και αφού ο εγκέφαλος περιείχε τον πίνακα ελέγχου των αισθήσεων του σώματος, δεν θα ήταν λογικό κάποιες φορές το σώμα να μπορούσε να εμφάνιζε-

ται ως μια τρεμουλιαστή οφθαλμαπάτη ηλεκτρικών εκκενώσεων; Όλες αυτές σι σκέψεις ξεχείλιζαν στο μυαλό μου κατά τη διάρκεια της διαδρομής μου προς το σπίτι της κας Σίμονς, και αυτός ήταν ο λόγος που δεν άρχισα να τρέχω μόλις είδα το πρόσωπο σε εκείνο το παράθυρο του πάνω πατώματος. Αν τα φαντάσματα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από σχηματισμούς ηλεκτρισμού, τότε με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να με στοιχειώσουν; Το χειρότερο που θα μπορούσα να υποστώ θα ήταν ένα μικρό σοκ. Επέστρεψα στην εξώπορτα του σπιτιού της κας Σίμονς για να δω μήπως μπορούσα να την παραβιάσω. Προσπάθησα ακόμα και να γλιστρήσω την πιστωτική μου κάρτα μέσα στην κλειδαριά, όπως κάνουν οι κλέφτες στο σινεμά, αλλά δίχως κανένα αποτέλεσμα. Οι κλειδαριές των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα ήταν προφανώς ανίκητες από το πλαστικό των τελών του εικοστού αιώνα. Πήγα μέχρι την άλλη πλευρά του σπιτιού, περνώντας δίπλα από τους κυρτωμένους και πνιγμένους από ρείκια κορμούς των δέντρων που χάιδευαν τα τούβλα των εξωτερικών τοίχων, ώσπου βρήκα το μικρό παράθυρο του κελαριού. Καλυπτόταν από διχτυωτό πλέγμα, αλλά ο αλατισμένος αέρας του ωκεανού είχε διαβρώσει το σύρμα, και χρειάστηκα μόνο δύο ή τρία δυνατά τραβήγματα για να αποσπάσω το πλέγμα από το παράθυρο. Εκεί κοντά, πάνω στο μονοπάτι του κατάφυτου κήπου, κείτονταν η τυφλή και σπασμένη κεφαλή ενός αγαλματιδίου του θεού Έρωτα. Τη σήκωσα, την κουβάλησα γρήγορα μέχρι το παράθυρο, και την πέταξα στο τζάμι, σα να ήταν μπάλα του μπόουλινγκ. Ακούστηκε ο πάταγος του τζαμιού που έσπαγε, τον οποίον ακολούθησε ένας βαρύς γδούπος· ήταν η κεφαλή που προσγειωνόταν στο πάτωμα. Κλώτσησα τα εναπομείναντα θραύσματα στο παράθυρο, και έπειτα πέρασα και το δικό μου κεφάλι μέσα, για να δω τι υπήρχε εκεί. Επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι- στα ρουθούνια μου έφτανε η μυρωδιά της υγρασίας και της μούχλας, και εκείνη η περίεργη οσμή κλεισούρας που αισθάνεται κανείς σε κτίρια με ηλικία εκατό χρόνων, λες και οι συσσωρευμένες εμπειρίες όλων εκείνων των δεκαετιών έχουν ποτίσει το ξύλο, αφήνοντας ένα άλας θλίψης και πάθους και εξατμισμένης χαράς. Τράβηξα το κεφάλι μου έξω, και ξαναμπήκα στο κελάρι, περνώντας αυτή τη φορά πρώτα τα πόδια μου. Έσκισα το γόνατο του παντελονιού μου σε ένα καρφί στο πλαίσιο του παράθυρου, και είπα: «Που να πάρει», μέσα στην αποπνικτική ακινησία του κελαριού- όμως τελικά αποδείχτηκε πολύ εύκολο να κατέβω κάτω. Από την άλλη γωνιά του δωματιού ακούστηκε ξαφνικά ο ήχος από μικρά και γρήγορα βήματα, και ένα αδύναμο ξέσπασμα από στριγγλιές. Ποντίκια, και μάλιστα άγρια, αν υποθέταμε ότι συνέχιζαν την παράδοση των τρωκτικών του Γκράνιτχεντ, πολλά από τα οποία είχαν πηδήξει στη στεριά από καράβια. Προχώρησα ψηλαφώντας στο πάτωμα, έχοντας τα χέρια μου απλωμένα μπροστά μου.

Έκανα τον κύκλο του δωματίου πριν βρω τελικά το ξύλινο κιγκλίδωμα της σκάλας και το πρώτο πέτρινο σκαλί· απ' όπου περνούσα, άκουγα τα ποντίκια να τσιρίζουν, να τρέχουν και να πηδούν. Εκατοστό το εκατοστό, κατάφερα να ανέβω τα σκαλιά του κελαριού που οδηγούσαν στην πόρτα του, και έστριψα το πόμολο. Κάποιος πρέπει να με είχε λυπηθεί, γιατί η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Την άνοιξα, και βγήκα στον διάδρομο. Το σπίτι της κας Σίμονς είχε χτιστεί όταν το Σάλεμ ήταν το πέμπτο πιο πλούσιο λιμάνι στον κόσμο, και η έκτη πιο πλούσια πόλη στις Ηνωμένες Πολιτείες, συγκεντρώνοντας το ένα εικοστό των συνολικών εσόδων της Ομοσπονδίας από τους δασμούς εισαγωγών. Ο διάδρομος ξεκινούσε από την εξώπορτα και έφτανε μέχρι την πόρτα που οδηγούσε στον πίσω κήπο· μια μεγαλοπρεπής ελικοειδής αιωρούμενη σκάλα κατέβαινε από έναν τοίχο. Αν και φορούσα παπούτσια με μαλακές σόλες, καθώς περπατούσα πάνω στο ασπρόμαυρο μαρμάρινο πάτωμα τα βήματά μου προκαλούσαν ένα βουητό από αντηχήσεις, αντηχήσεις που επέστρεφαν σε μένα από τα σκοτεινά καθιστικά, τις άδειες κουζίνες και το πλατύσκαλο του πάνω ορόφου. «Κα Σίμονς;» είπα, πολύ αδύναμα για να μπορέσει να με ακούσει κανείς. Και η φωνή μου επέστρεψε ψιθυριστά σε μένα, από πολύ κοντά: «Κα Σίμονς;» Προχώρησα στο κύριο καθιστικό. Ή τ α ν ψηλοτάβανο, και μύριζε λεβάντα και σκόνη. Τα έπιπλα ήταν παλιομοδίτικα αλλά όχι αντίκες, από εκείνο το είδος παραδοσιακών έπιπλων που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στα μέσα της δεκαετίας του 1950, άκομψα και ακριβά· Τζάκομπαϊτ από τη φίρμα Γκραντ Ράπιντς. Είδα το δικό μου χλωμό πρόσωπο να αντικατοπτρίζεται στον καθρέφτη πάνω από το τζάκι, στην άλλη άκρη του δωματίου, και απομάκρυνα αμέσως το βλέμμα μου, προτού αρχίσει πάλι να με κυριεύει ο φόβος. Η κα Σίμονς δεν ήταν πουθενά- τουλάχιστον όχι στο κάτω πάτωμα. Πήγα στην τραπεζαρία, που ήταν πλημμυρισμένη από την οσμή σβησμένων κεριών και πολυκαιρισμένων καρυδιών έπειτα μπήκα στο γραφείο, το οποίο θα πρέπει να είχε αποτελέσει νεωτερισμό την εποχή που το σπίτι αυτό χτίστηκε- και τέλος, τα βήματά μου με οδήγησαν στην παλιομοδίτικη κουζίνα, με τους πάγκους από λευκό μάρμαρο. Ύστερα, πήρα μια βαθιά ανάσα, και επέστρεψα στον διάδρομο, για να ανέβω τη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο. Είχα φτάσει στη μέση της σκάλας, όταν μέσα από την πόρτα μιας κρεβατοκάμαρας που έβλεπε στο πλατύσκαλο, είδα να βγαίνει πάλι εκείνο το γαλαζόλευκο τρεμόπαιγμα του φωτός. Σταμάτησα για μια στιγμή, έχοντας το χέρι μου πάνω στο κιγκλίδωμα της σκάλας, αλλά ήξερα πως δεν είχε κανένα νόημα να καθυστερώ. Ή θα ανακάλυπτα επιτέλους τι ήταν αυτό το ηλεκτρικό λαμπερό τρεμόπαιγμα ή θα έφευγα τρέχοντας και θα ξεχνούσα και την κα Σίμονς και τον Νιλ Μάνζι — τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης και της Τζέιν. «Τζον», είπε ένας οικείος ψίθυρος, κοντά στ' αυτί μου. Ένιωσα για άλλη μια

φορά εκείνο χο σφίξιμο στο κρανίο μου, εκείνη τη σουβλιά φόβου που μου προκαλούσε το συναίσθημα πως βυθίζομαι αργά στο άγνωστο. Το φως έλαμψε ξανά, κάτω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ήταν πολύ αθόρυβο, σε αντίθεση με το βομβώδες κροτάλισμα της λάμψης που συνοδεύει συνήθως μια βαριά ηλεκτρική εκκένωση· και μαζί του έφερνε μια παγωμάρα, που με έκανε να παραλύσω. «Τζον», είπε ψιθυριστά πάλι η φωνή, πιο θολά τούτη τη φορά, σαν να άκουγα συγχρόνως δύο φωνές να μου ψιθυρίζουν. Έφτασα στην κορυφή της σκάλας. Το πλατύσκαλο ήταν καλυμμένο με ένα χαλί, που πριν το φθείρουν τα χρόνια θα πρέπει να ήταν παχύ. Στους τοίχους υπήρχαν πολύ λίγοι πίνακες, και είχε τόσο πολύ σκοτάδι που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τι απεικόνιζαν. Μέσα από τη μαυρίλα μιας ελαιογραφίας είδα για μια στιγμή ένα ωχρό πρόσωπο να με κοιτά ερευνητικά, αλλά αυτό ήταν όλο· και δεν ήθελα να ανάψω τα φώτα, γιατί έτσι μπορεί να τρόμαζα εκείνο που βρισκόταν μέσα στην κρεβατοκάμαρα και τρεμόπαιζε, ό,τι και αν ήταν αυτό. Στάθηκα έξω από την πόρτα του δωματίου για πάρα πολλή ώρα. Τι φοβάσαι; ρώτησα τον εαυτό μου. Τον ηλεκτρισμό; Αυχό είναι; Φοβάσαι χον ηλεκχρισμό; Έ λ α χώρα, μόλις επινόησες μια πολύ έξυπνη εξήγηση σχεχικά με χην εμφάνιση χων φανχασμάχων ηλεκχρικοί πίνακες ελέγχου και ηλεκχρικά ερεθίσμαχα και όλες εκείνες οι ανοησίες. Και χώρα φοβάσαι να ανοίξεις χην πόρχα και να δεις μερικές σπίθες που αναβοσβήνουν; Πισχεύεις χη θεωρία σου ή όχι; Γιαχί αν δεν χην πισχεύεις, δεν θα 'πρεπε να βρίσκεσαι εδώ, θα 'πρεπε να καχέβαινες τρέχονχας χη λεωφόρο μέχρι το κοντινότερο φτηνό πανδοχείο, το μοναδικό μέρος όπου σίγουρα δεν θα σε παρενοχλήσουν φαντάσματα. Έπιασα το χερούλι της πόρτας και τότε άκουσα εκείνο το τραγούδι. Άτονο, όσο πιο άτονο γινόταν, αλλά αρκετά καθαρό για να με κάνει να κοκκαλώσω εκεί που βρισκόμουν. «Ω, οι άντρες από το Γκράνιτχεντ σήκωσαν τα πανιά τους να πάνε να ψαρέψουν σε ξένες αμμουδιές...» Έκλεισα τα μάτια μου και αμέσως τα ξανάνοιξα, για να δω μήπως κάτι ή κάποιος είχε κάνει την εμφάνισή του όσην ώρα δεν κοιτούσα. «Μα τα καλά που επιάσανε μέσα στην ψαριά τους, ήταν κόκαλα, που στα σαγόνια τους είχαν λιώσει καρδιές». Καθάρισα τον λαιμό μου, σα να ετοιμαζόμουν να κάνω κάποια πρόποση. Έπειτα, έστριψα το πόμολο και άρχισα να σπρώχνω με προσοχή την πόρτα. Ακούστηκε ένα μανιασμένο σπινθήρισμα, και τα μάτια μου τυφλώθηκαν από μια δυνατή λάμψη· η πόρτα ορθάνοιξε με πάταγο, καθώς το πόμολο γλιστρούσε

με βία απο τη λαβή μου. Στάθηκα στο άνοιγμα της πόρτας τρομοκρατημένος, κοιτώντας το δωμάτιο, και το θέαμα που συνάντησαν τα μάτια μου με άφησε με ανοιχτό το στόμα, ανίκανο να αρθρώσω λέξη, ανίκανο να κάνω την παραμικρή κίνηση. Ή τ α ν ένα από εκείνα χα τεράστια γαλάζια υπνοδωμάτια, με ένα μεγάλο παράθυρο με κουρτίνες, και ένα κρεβάχι με χέσσερις κολώνες και χη δική χου κουρχίνα. Στην απέναντι γωνία του δωματίου στεκόταν η εκτυφλωτική και τρεμουλιαστή φιγούρα ενός άντρα, με τα χέρια του ανοιχτά. Ολόγυρά του, στην ατμόσφαιρα, υπήρχε μια ζωντανή, έρπουσα αύρα ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία ανέβαινε από το πάτωμα με σπαστές κινήσεις, που έφερναν με τρόμο στο μυαλό μου την εικόνα πυρακτωμένων προνυμφών εντόμων. Το πρόσωπο του άντρα ήταν μακρύ και λεπχό, αλλόκοχα παραμορφωμένο, και χα μάχια χου ήχαν ένα ζευγάρι μυσχηριώδεις εσοχές. Όμως, μπορούσα να δω πως χα μάχια του κοιτούσαν προς το ταβάνι, και με ανεξήγητο αίσθημα τρόμου ύψωσα και τα δικά μου μάτια προς εκείνη χην καχεύθυνση. Ένας χεράσχιος πολυέλαιος από γυαλί κρεμόταν από κει, με σειρές από κρυστάλλινα σταγονίδια, και με δώδεκα επίχρυσα κηροπήγια. Η ανησυχία μου μεγάλωσε όταν είδα πως ο πολυέλαιος ταλαντευόταν από τη μία άκρη στην άλλη, και καθώς το ηλεκτρικό κροτάλισμα έσβηνε, μπορούσα να ακούσω τα κρυστάλλινα διακοσμητικά να κουδουνίζουν, όχι με μουσικότητα, αλλά φρενιασμένα, λες και κάποιος προσπαθούσε να τα ρίξει κάτω, σαν μήλα από το δέντρο τους. Πάνω στον πολυέλαιο υπήρχε κάτι δεμένο. Όχι, ακόμα χειρότερα, πάνω στον πολυέλαιο υπήρχε κάποιος άνθρωπος ανασκολοπιομένος, με τα άκρα του ανοιγμένα διάπλατα. Έκανα δύο ή τρία μηχανικά βήματα προς το εσωτερικό του δωματίου, και κοίταξα τον πολυέλαιο κατακλυσμένος από πλήρη φρίκη, αδυνατώντας να πιστέψω αυτό που αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι μου, μπροστά στα μάτια μου. Ή τ α ν η κα Σίμονς. Με κάποιον τρόπο, που ήταν αδύνατο να χωρέσει ο ανθρώπινος νους, η αλυσίδα που κρατούσε τον πολυέλαιο από το ταβάνι, είχε περάσει μέσα από το στομάχι της, και τώρα η κα Σίμονς κείτονταν, με το πρόσωπο προς το πάτωμα, πάνω στις δώδεκα ακτίνες του πολυέλαιου, σπαρταρώντας και ριγώντας σαν αγκιστρωμένο ψάρι, κρατώντας σφιχτά τα κηροπήγια και τα κρυστάλλινα σταγονίδια, τυραννώντας η ίδια τον εαυτό της μέσα στην οδυνηρή απιθανόχηχα χου βασανισχηρίου χης. «Θεέ μου, Θεέ μου, Θεέ μου», ψέλλιζε, και από χο σχόμα χης κυλούσαν ρυάκια από αίμα και σάλιο. «Θεέ μου, ελευθέρωσέ με, Θεέ μου, ελευθέρωσέ με, Θεέ μου, Θεέ μου, Θεέ μου, ελευθέρωσέ με». Κοίχαξα με γουρλωμένα μάχια χο παλλόμενο φάνχασμα που στεκόταν ακόμα στην άλλη άκρη του δωματίου, με τα χέρια του υψωμένα. Το πρόσωπο του ήταν ανέκφραστο· ούτε χαμόγελο, ούτε συνοφρύωση, μόνο σκοτεινή και ακατανόητη

αυτοσυγκέντρωση. «Άφησε την κάτω!» του ούρλιαξα. «Για όνομα του Θεού, άφησε την κάτω!» Όμως, το φάντασμα απλά φεγγοβόλησε και κροτάλισε και με αγνόησε, αν βέβαια με είχε ακούσει. Κοίταξα πάλι την κα Σίμονς, που με κοιτούσε κι εκείνη μέσα από τα κρυστάλλινα διακοσμητικά του πολυέλαιου που λαμποκοπούσαν τα μάτια της είχαν διογκωθεί. Αίμα άρχισε να στάζει στο χαλί, λίγες σταγόνες στην αρχή, έπειτα πιο γρήγορα, και ύστερα μια απότομη κόκκινη ορμητική βροχή. Η κα Σίμονς πιάστηκε ακόμη πιο σφιχτά από το κρύσταλλο, και εκείνο έγινε κομμάτια στα χέρια της· θραύσματα διαπέρασαν τη σάρκα των δαχτύλων της, και άνοιξαν τις παλάμες της. Έκανα δύο-τρία βήματα πίσω, και έπειτα έτρεξα προς τα μπρος και πήδηξα για να πιαστώ από τις ακτίνες του πολυέλαιου, σε μια προσπάθεια να τον κατεβάσω με το βάρος μου από το ταβάνι. Στην πρώτη μου απόπειρα, το μόνο που κατάφερα ήταν να πιάσω το φωτιστικό με το ένα μου μόνο χέρι, να ταλαντευτώ για λίγο, και έπειτα να το αφήσω να φύγει. Τη δεύτερη φορά, μπόρεσα να πιαστώ καλύτερα, και να αιωρηθώ με ορμή μπρος-πίσω, ενώ η κα Σίμονς ριγούσε και αιμορραγούσε και ικέτευε τον Θεό, κλαίγοντας, να τη σώσει. Ακούστηκε ένα ράγισμα, και ο πολυέλαιος κατέβηκε μερικά εκατοστά χαμηλότερα. Έπειτα, με έναν απαίσιο κουδουνιστό ήχο, ο πολυέλαιος κατέρρευσε στο πάτωμα, έχοντας πάνω του την κα Σίμονς. Ολόκληρη η κρεβατοκάμαρα ήταν ραντισμένη με αίμα και σπασμένο γυαλί. Σηκώθηκα από το πάτωμα, όπου είχα πέσει αδέξια όταν άρχισε η πτώση του πολυελαίου. Στην άλλη άκρη του δωματίου, δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα από το φάντασμα, παρά μόνο μια μουντή και ακανόνιστη φλόγα. Πάτησα πάνω από τα θραύσματα για να φτάσω στην κα Σίμονς, και γονάτισα δίπλα της, ακουμπώντας το χέρι μου στο κεφάλι της. Ήταν παγωμένη σαν νεκρή, αν και τα μάτια της ήταν ακόμα ανοιχτά, και μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια της. «Βοήθεια», με ικέτευσε, αλλά στη φωνή της δεν υπήρχε κανένα ίχνος ελπίδας. «Κα Σίμονς», της είπα, «θα καλέσω ένα ασθενοφόρο». Προσπάθησε να ανασηκώσει το κεφάλι της λίγο, για να μπορέσει να με κοιτάξει. «Πολύ αργά», ψέλλισε. «Μόνο, βγάλε μου αυτήν την αλυσίδα». «Κα Σίμονς, δεν είμαι γιατρός. Δεν θα μπορούσα ούτε καν να — » «Κάνει τόσο κρύο», είπε. Το κεφάλι της έπεσε πίσω, πάνω στα γυαλιά. «Ω, Θεέ μου, κε Τρέντον, κάνει τόσο κρύο. Μην με αφήσετε». Δεν ήξερα τι να της πω. Κράτησα το χέρι της για λίγο, αλλά δεν έμοιαζε να μπορεί να το αισθανθεί, και έτσι το άφησα πάλι ελεύθερο. «Ακούστε», επέμεινα. «Πρέπει να καλέσω ένα ασθενοφόρο. Πείτε μου πού είναι το τηλέφωνο. Υπάρχει τηλέφωνο στον πάνω όροφο;» «Μη με αφήνετε. Σας παρακαλώ, μη. Μπορεί να ξανάρθει». «Ποιος μπορεί να ξανάρθει; Ποιος ήταν, κα Σίμονς;»

«Μη με αφήνετε», επανέλαβε. Τα βλέφαρά της είχαν αρχίσει να τρεμοπαίζουν τώρα. Μέσα στη σκοτεινιά του δωματίου μπορούσα να δω το ασπράδι των ματιών της να στέλνει τα τελευταία μηνύματα απόγνωσης σε έναν κόσμο που έσβηνε. «Μη με αφήνετε. Μην τον αφήσετε να μου κάνει άλλο κακό». «Ποιος ήταν, κα Σίμονς;» τη ρώτησα. «Πρέπει να μου πείτε. Έχει μεγάλη σημασία. Μήπως ήταν ο Έντγκαρ; Ήταν ο σύζυγος σας; Θα μου γνέψετε αν ήταν ο Έντγκαρ;» Τα μάτια της σφάλισαν. Η ανάσα της κροτάλιζε στο λαρύγγι της, αργά και κουρασμένα. Ήξερα πως έπρεπε να τηλεφωνήσω να έρθει κάποιο ασθενοφόρο, αλλά συγχρόνως ήξερα πως δεν είχε νόημα, και πως τώρα πια ήταν πολύ αργά. Έσκυψα κάτω, κοντά στο αυτί της. Μέσα του υπήρχε αίμα που ξεραινόταν αργά, αίμα που είχε φτάσει μέχρι το διαμαντένιο σκουλαρίκι της. «Κα Σίμονς, πρέπει να μου πείτε. Ή τ α ν ο Έντγκαρ;» Ξεψύχησε δίχως να πει τίποτα άλλο. Η τελευταία της πνοή βγήκε από τα πνευμόνια της σαν ένας μακρόσυρτος, θλιμμένος αναστεναγμός. Έμεινα δίπλα της για λίγο, και έπειτα σηκώθηκα, με τα πέλματά μου να πατάνε με θόρυβο πάνω στα θραύσματα του πολυέλαιου. Δεν χρειαζόταν μου πει η ίδια πως αυτός που είχε παρουσιαστεί απόψε σε τούτο το δωμάτιο ήταν ο Έντγκαρ. Ήξερα πως έπρεπε να είναι αυτός. Με τον ίδιο τρόπο που ήξερα ότι το φάντασμα που είχε εμφανιστεί πάνω στην κούνια μου ήταν αναπόφευκτα η Τζέιν. Οι νεκροί είχαν επιστρέψει για να στοιχειώσουν τους ζωντανούς που κάποτε τους είχαν αγαπήσει. Τώρα όμως γνώριζα και κάτι ακόμα, κάτι τρομακτικό. Και αυτό ήταν πως, πέρα από το να είναι άκακες λάμψεις εγκεφαλικού ηλεκτρισμού, αυτά τα φαντάσματα είχαν τη δύναμη να κάνουν αλλόκοτα και φρικιαστικά πράγματα· όχι μόνο τη δύναμη, μα και τη θέληση. Βρήκα ένα τηλέφωνο στο τραπεζάκι του διαδρόμου, στο κάτω πάτωμα. Σήκωσα το ακουστικό, και με θλιβερό τόνο είπα: «Κέντρο, δώστε μου το αστυνομικό τμήμα, παρακαλώ. Ναι, είναι επείγον».

ΔΕΚΑ

Ο

υπαρχιφύλακας ξεκλείδωσε το κελί μου και ο Ουόλτερ Μπέντφορντ μπήκε μέσα, με ταχύτητα που ήταν υπερβολικά μεγάλη για το μέγεθος του δωματίου. Σταμάτησε και με κοίταξε, κούνησε λίγο το κεφάλι του, και είπε: «Τζον;» σαν να είχε εκπλαγεί που έβλεπε πραγματικά εμένα. «Ευχαριστώ που ήρθες, Ουόλτερ», του είπα. «Το εκτιμώ». «Λένε ότι εσύ σκότωσες εκείνη τη γυναίκα», μου είπε. Δεν ακούμπησε κάτω τον χαρτοφύλακά του.

«Κάποιος χ η σκότωσε, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά όχι εγώ». Ο Ουόλτερ γύρισε προς τον υπαρχιφύλακα που του είχε ανοίξει την πόρτα του κελιού. «Υπάρχει κάποιο πιο άνετο με'ρος για να μιλήσουμε;» Ο υπαρχιφύλακας μας κοίταξε για λίγο διστακτικά, και έπειτα είπε: «Εντάξει, υπάρχει ένα δωμάτιο ανακρίσεων στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Αλλά θα πρέπει να αφήσω την πόρτα ανοιχτή». «Εντάξει, δεν πειράζει», είπε ο κος Μπέντφορντ. «Απλά πήγαινέ μας εκεί». Μας οδήγησε σε ένα δωμάτιο με ωχρούς πράσινους τοίχους. Η επίπλωσή του αποτελούνταν από ένα τραπέζι γεμάτο χαραγματιές και δύο καρέκλες από ατσάλι και καραβόπανο. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα παραφορτωμένο τασάκι και όλος ο χώρος μύριζε ξεθυμασμένο καπνό από τσιγάρα. «Μπορείς να ανοίξεις το παράθυρο, αν θέλεις», είπε ο κος Μπέντφορντ στον υπαρχιφύλακα, αλλά εκείνος απλά του χαμογέλασε και του κούνησε αρνητικυ το κεφάλι. Καθίσαμε ο ένας απέναντι από τον άλλον. Ο κος Μπέντφορντ άνοιξε τον χαρτοφύλακά του και από μέσα έβγαλε ένα κίτρινο δικηγορικό σημειωματάριο· στη συνέχεια έβγαλε το καπάκι από την ακριβή λουστραρισμένη του πένα. Στο πάνω μέρος της σελίδας που είχε ανοιχτή μπροστά του έγραψε την ημερομηνία, και αφού την υπογράμμισε, στη συνέχεια συμπλήρωσε: Τζ. Τρέντον, Ανθρωποκτονία. Έξω από την πόρτα, ο υπαρχιφύλακας φυσούσε με θόρυβο τη μύτη του. «Μπορείς να μου εξηγήσεις τι ακριβώς έκανες στο σπίτι εκείνης της γυναίκας;» με ρώτησε ο κος Μπέντφορντ. «Ήθελα να της κάνω επίσκεψη. Ήθελα να της μιλήσω». «Όμως, σύμφωνα με την αστυνομία, μπήκες στο σπίτι μέσα από το παράθυρο του κελαριού. Αυτός είναι ο συνηθισμένος τρόπος να κάνει κάποιος επισκέψεις;» «Χτύπησα πρώτα την πόρτα, αλλά δεν πήρα καμία απάντηση». «Όταν χτυπάς κάποιο κουδούνι και δεν παίρνεις καμία απάντηση, δεν υποθέτεις συνήθως πως δεν υπάρχει κανείς μέσα, και έπειτα φεύγεις;» «Αυτό σκόπευα να κάνω, αλλά ύστερα είδα κάποιο πρόσωπο σε ένα παράθυρο του πάνω ορόφου. Ή τ α ν ένας άντρας». Ο Ουόλτερ Μπέντφορντ έγραψε πρόχειρα: «πρόσωπο ενός άντρα»· έπειτα, με ρώτησε: «Ήταν κάποιος που γνώριζες;» «Ήταν κάποιος για τον οποίον είχα ακουστά». «Δεν καταλαβαίνω». «Νωρίτερα απόψε», είπα, «η κα Σίμονς με έφερε με το αυτοκίνητο της από το Σούπερ-Μάρκετ του Γκράνιτχεντ μέχρι την αρχή της Οδού Κουάκερ, και μου τον ανέφερε». «Σου τον περιέγραψε;» «Όχι». «Και τότε πώς ήξερες ότι ο άντρας που είδες στο παράθυρο ήταν εκείνος ο

άντρας για τον οποίον σου είχε μιλήσει η κα Σίμονς;» «Γιατί αυτό μου ε'λεγε η λογική μου. Γιατί δεν ήταν ένας συνηθισμένος άντρας». «Τι εννοείς με αυτό το "δεν ήταν ένας συνηθισμένος άντρας"; Δηλαδή, τι είδους άντρας ήταν;» Σήκωσα τα χέρια μου. «Ουόλτερ», είπα, «ο τρόπος με τον οποίον μου κάνεις αυτές τις ερωτήσεις τώρα, με δυσκολεύει αφάνταστα να σου εξηγήσω ακριβώς τι συνέβη». «Τζον», είπε ο κος Μπέντφορντ, «σου κάνω αυτές τις ερωτήσεις με τον ίδιον τρόπο που θα σου τις κάνει και ο εισαγγελέας. Αν δεν μπορείς να μου εξηγήσεις τι συνέβη όταν σου κάνω ευθείες ερωτήσεις σαν κι αυτές, τότε σε προειδοποιώ εδώ και τώρα πως θα σου φανεί πολύ πιο δύσκολο να απαντήσεις όταν θα βρεθείς στο δικαστήριο». «Ουόλτερ», του είπα, «το καταλαβαίνω αυτό. Αλλά αυτή τη στιγμή χρειάζομαι τη βοήθειά σου, και ο μόνος τρόπος να σου δώσω τα μέσα να με βοηθήσεις είναι να με αφήσεις να σου πω τι συνέβη όπως θα ήθελα εγώ. Ακούς τα γεγονότα, αλλά δεν ακούς ολόκληρη την ιστορία». Ο κος Μπέντφορντ έκανε μια γκριμάτσα, αλλά έπειτα ανασήκωσε τους ώμους, άφησε την πένα του κάτω, και δίπλωσε τα χέρια. «Εντάξει, λοιπόν», είπε. «Πες μου την ιστορία. Να θυμάσαι μόνο ότι θα πρέπει να την προσαρμόσουμε στον συμβατικό τρόπο με τον οποίον γίνονται οι ερωτήσεις στο δικαστήριο· αλλιώτικα, είτε είσαι ένοχος είτε όχι, θα χάσεις. Είναι τόσο απλό». «Πιστεύεις ότι είμαι ένοχος;» Στη γωνία του στόματος του κου Μπέντφορντ φανερώθηκε μια αμυδρή μα ορατή σύσπαση. «Σε βρήκαν μόνο σου μέσα σε ένα ολοσκότεινο σπίτι, δίπλα σε μια δολοφονημένη γυναίκα. Αρκετοί άνθρωποι σε είδαν να μπαίνεις στο αυτοκίνητο της απόψε, και η αστυνομία έχει μάρτυρες που λένε πως λίγο πριν πας στο σπίτι της βρισκόσουν σε μια κλονισμένη πνευματική κατάσταση . Ένας απ' αυτούς ισχυρίζεται πως παραληρούσες και μουρμούριζες ακατάσχετα, σα να σκόπευες να κάνεις κάτι κακό». «Πάντα εξυπηρετικός ο γερο-Κιθ Ριντ», είπα, με πίκρα. «Αυτά είναι τα στοιχεία που έχουν στα χέρια τους, Τζον. Και, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας, τα στοιχεία αυτά είναι ατράνταχτα. Φυσικά, αφού μου λες πως δεν είσαι ένοχος, σε πιστεύω, αλλά για να γλυτώσεις τον εαυτό σου από μερικά χρόνια στη φυλακή, ίσως να άξιζε να ομολογήσεις την ενοχή σου. Θα μπορούσα να πετύχω κάποιον συμβιβασμό με τον Ρότζερ Άνταμς, είναι ένας πολύ συζητήσιμος άνθρωπος. Ή θα μπορούσες να ισχυριστείς πως είσαι παράφρονας». «Ουόλτερ, δεν είμαι ένοχος και δεν είμαι παράφρονας. Δεν ήμουν εγώ εκείνος που σκότωσε την κα Σίμονς· τελεία και παύλα».

«Θέλεις να πεις πως την σκότωσε εκείνος ο άλλος άντρας; Εκείνος ο καθόλου συνηθισμένος άντρας;» Έσπρωξα πίσω την καρέκλα μου και σηκώθηκα. «Κοίτα, Ουόλτερ, θα πρέπει να με αφήσεις να μιλήσω. Δεν μου είναι εύκολο να σου περιγράψω αυτά που είδα· και ούτε για σένα θα είναι εύκολο να με πιστέψεις. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι πως ό,τι θα σου πω θα είναι η αλήθεια». Ο κος Μπέντφορντ έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό. «Εντάξει», είπε. «Σε ακούω». Περπάτησα μέχρι τον πράσινο τοίχο, και στάθηκα με την πλάτη μου γυρισμένη στον κο Μπέντφορντ. Έδειχνε ευκολότερο να εξηγήσω το τι είχε συμβεί σε έναν άψυχο τοίχο. Ο υπαρχιφύλακας πέρασε το κεφάλι του μέσα από την πόρτα, για να σιγουρευτεί πως δεν είχα κάνει καμιά βουτιά έξω από το παράθυρο, και έπειτα επέστρεψε στην ανάγνωση των Απογευματινών Νέων του Σάλεμ. «Κάτι συμβαίνει στο Γκράνιτχεντ αυτή την άνοιξη, αν και δεν ξέρω για ποιο λόγο. Οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να βλέπουν διάφορα περίεργα πράγματα. Θα μπορούσες να τα πεις φαντάσματα, αν αυτός είναι ο πιο εύκολος τρόπος να καταλάβεις τι ακριβώς είναι. Αλλά όπως και να 'χει, είναι εικόνες, φωτεινές εικόνες που αναβοσβήνουν έντονα, εικόνες ανθρώπων που ζούσαν στο Γκράνιτχεντ και πέθαναν πρόσφατα». Ο κος Μπέντφορντ έμεινε σιωπηλός. Μπορούσα όμως να φανταστώ τι σκεφτόταν. Μια περίπτωση προμελετημένης ανθρωποκτονίας, ενώ ο δράστης βρισκόταν σε κατάσταση παροδικής παραφροσύνης. Συνέχισα: «Η κα Σίμονς μού είχε πει νωρίτερα απόψε πως είχε ακούσει και είχε δει τον νεκρό της άντρα, τον Έντγκαρ. Τον είχε ακούσει να βηματίζει στο σπίτι τους, τον είχε δει στον κήπο. Μου είπε ακόμα πως ο Τσάρλι Μάνζι, που έχει το Σούπερ-Μάρκετ του Γκράνιτχεντ, είχε βιώσει ανάλογες επισκέψεις από τον νεκρό του γιο, τον Νιλ». «Συνέχισε», είπε ο κος Μπέντφορντ, με βραχνή φωνή. «Πολύ νωρίς εχτές το πρωί, είχα και εγώ μια τέτοια επίσκεψη. Άκουσα κάποιον να αιωρείται στην παλιά κούνια του κήπου. Ύστερα, όταν γύρισα σπίτι το βράδι, άκουσα ξανά τον ίδιο ήχο, και βγήκα έξω να ρίξω μια ματιά». «Πολύ λογικό», είπε ο κος Μπέντφορντ. «Και τι ήταν τελικά αυτός ο θόρυβος;» «Όχι τι ήταν, Ουόλτερ. Ποιος ήταν». «Εντάξει, όπως προτιμάς. Ποιος ήταν;» Γύρισα προς το μέρος του. Έπρεπε να τον αντικρύζω για να του το πω αυτό. «Ήταν η κόρη σου, Ουόλτερ. Ήταν η Τζέιν. Καθόταν στην κούνια ακριβώς μπροστά μου, όσο περίπου απέχω κι εγώ από εσένα τώρα, και με κοιτούσε». Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που περίμενα να κάνει ή να πει κος Μπέντφορντ. Νομίζω πως περίμενα να χάσει την ψυχραιμία του, να με αποκαλέσει παλιάνθρωπο

και βλάσφημο, και να αρνηθεί να αναλάβει την υπεράσπιση μου. Δεν ήταν διόλου εύκολο να χωνέψει κανείς την ιδέα των φαντασμάτων, ακόμα και κάτω από τις πιο ευνοϊκές για κάτι τέτοιο συνθήκες. Η σκέψη ότι ένα φάντασμα είχε δολοφονήσει μια γριούλα σε ένα σπίτι πάνω στη λεωφόρο του Γκράνιτχεντ, ήταν κάτι που ξεπερνούσε τα όρια ακόμα και του πιο ζοφερού χιούμορ. Έκατσα στην καρέκλα μου, ακουμπώντας τα χέρια μου στα γόνατα, και κοίταξα τον κο Μπέντφορντ με ανυπομονησία. Οι μύες στα μάγουλά του κινούνταν, και δεν υπήρχε αμφιβολία πως το μέτωπο του είχε κατακοκκινήσει. Αλλά η έκφραση των ματιών του διόλου δεν με βοηθούσε να διαβάσω τις σκέψεις του, γιατί τα μάτια του είχαν στραφεί προς τα μέσα, στο εσωτερικό του, και δεν μαρτυρούσαν τίποτε απολύτως από εκείνα που είχε στο μυαλό του. «Αν θέλεις να στο πω ξεκάθαρα», του είπα, «δεν σκότωσα εγώ την κα Σίμονς. Την σκότωσε το πνεύμα του νεκρού της άντρα. Βέβαια, ξέρω πως δεν μπορούμε να εμφανιστούμε στο δικαστήριο και να — » «Είδες την Τζέιν;» με διέκοψε ξαφνικά ο κος Μπέντφορντ, με έναν ιδιαίτερα τραχύ τόνο στη φωνή του. Του έγνεψα καταφατικά, έκπληκτος. «Έτσι νομίζω. Για την ακρίβεια, είμαι σίγουρος. Ο γερο-Κιθ Ριντ προσπάθησε να με πείσει πως ήταν μια Φωτιά του Αγίου Έλμου, ή κάτι τέτοιο, αλλά είδα το πρόσωπο της, Ουόλτερ, τόσο καθαρά σαν να ήταν — » «Σίγουρα δεν τα βγάζεις από το μυαλό σου όλα αυτά; Σίγουρα δεν πας να με κοροϊδέψεις; Δεν πιστεύω όλα αυτά να είναι κάποιο κακοήθες αστείο για να με εκδικηθείς;» Πολύ αργά, κούνησα το κεφάλι μου. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σε εκδικηθώ, Ουόλτερ. Μπορεί να με κατηγορείτε για ό,τι συνέβη στην Τζέιν, αλλά μου έχετε φερθεί πολύ καλά». «Όταν την είδες— » είπε ο κος Μπέντφορντ, προφέροντας τις λέξεις με δυσκολία, «όταν την είδες...πώς...πώς ήταν η εμφάνισή της;» «Κάπως περίεργη. Έμοιαζε κατά κάποιον τρόπο πιο αδύνατη. Αλλά ήταν η ίδια Τζέιν». Ο κος Μπέντφορντ έφερε το χέρι του μπροστά από το στόμα του και συνειδητοποίησα με κατάπληξη πως από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα· δάκρυα που έκαναν τις κόρες του να γυαλίζουν. «Μήπως — σου μίλησε καθόλου;» με ρώτησε, ξεροκαταπίνοντας. «Μήπως σου είπε κάτι; Οτιδήποτε». «Όχι. Αλλά μου φάνηκε πως την άκουσα να τραγουδάει. Και αρκετές φορές, μου φάνηκε πως την άκουσα να ψιθυρίζει το όνομά μου. Θυμάσαι εχτές το πρωί, στο γραφείο;» Ο κος Μπέντφορντ έγνεψε. Έδειχνε να είναι τόσο συγκινημένος που με δυσκολία μπορούσε να μιλήσει. «Έχω ακούσει γι' αυτό, φυσικά. Βέβαια, κανείς

δεν το παραδε'χεται. Αλλά δεν μπορείς να φροντίζεις για τα παιδιά σου, για τον γάμο τους, για τη διαθήκη τους δίχως να σου δημιουργείται η εντύπωση πως κάτι περίεργο συμβαίνει, έτσι δεν είναι;» «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα. «Δεν καταλαβαίνω». Ρούφηξε τη μύτη του, καθάρισε το λαρύγγι του, και έπειτα βύθισε το χέρι στην τσέπη του για να βρει το μαντήλι του. «Δεν ξέρω πολλά. Τα μόνα που γνωρίζω είναι όσα μου έχουν πει μερικοί από τους πελάτες μου. Αλλά πολλοί λένε πως το Γκράνιτχεντ δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη, και ποτέ δεν ήταν. Πολλοί λένε ότι αν ζεις στο Γκράνιτχεντ, έχεις πάρα πολλές πιθανότητες να δεις τα νεκρά αγαπημένα σου πρόσωπα και μετά τον θάνατο τους. Ίσως να γνωρίζεις πως η πόλη αυτή, πριν ονομαστεί Γκράνιτχεντ έπειτα από εντολή του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, ονομαζόταν Ανάσταση. Ο λόγος που ονομαζόταν έτσι είναι ότι σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλιών οι νεκροί συνέχιζαν να επισκέπτονται τους ζωντανούς, μέχρι τη μέρα που και οι ζωντανοί έφταναν στο τέλος της ζωής τους». «Με πιστεύεις, λοιπόν», είπα, έκπληκτος. «Νόμιζες το αντίθετο;» «Φυσικά και νόμιζα το αντίθετο. Δολοφόνησα μια ηλικιωμένη γυναίκα, και το άλλοθι μου είναι πως ο δολοφόνος είναι κάποιο φάντασμα;» Ο κος Μπέντφορντ στρίμωξε πίσω στην τσέπη του το μαντήλι. «Αλήθεια είδες την Τζέιν», ψιθύρισε. «Θεέ μου, μακάρι να ήμουν κι εγώ εκεί. Θα έδινα έναν ολόκληρο χρόνο από τη ζωή μου, μόνο για να τη δω». «Στη θέση σου δεν θα έκανα τέτοιες συμφωνίες», τον έκοψα. «Αν κρίνουμε από το φάντασμα του Έντγκαρ Σίμονς, αυτές οι, πες-τις-όπως-θες, εμφανίσεις των πνευμάτων, μπορεί να είναι πολύ μοχθηρές». Ο κος Μπέντφορντ χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. «Μπορείς πραγματικά να φανταστείς την Τζέιν να κάνει οτιδήποτε κακό, ή βλαβερό;» «Όχι εκείνη η Τζέιν που ήξερα όσο ζούσε, αλλά — » «Ζωντανή ή νεκρή, η Τζέιν δεν θα έκανε ποτέ κακό σε κανέναν. Ήταν ένας άγγελος, ξέρεις, Τζον. Ένας άγγελος, όσο ζούσε· και τώρα που έχει φύγει από κοντά μας, εξακολουθεί να είναι ένας άγγελος. Θα πρέπει να το πω στη μητέρα της, ξέρεις». «Ουόλτερ, λυπάμαι που σε προσγειώνω απότομα», του είπα. «Αλλά ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω με ποιον τρόπο θα με ξεμπλέξεις από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Δεν νομίζω να αρκεί που έχω για άλλοθι ένα φάντασμα». Ο κος Μπέντφορντ βυθίστηκε στη σιωπή για αρκετή ώρα. Έπειτα, σήκωσε το βλέμμα του προς τη μεριά μου και με κόκκινα μάτια είπε: «Η κα Σίμονς σκοτώθηκε με πολύ ασυνήθιστο τρόπο, έτσι δεν είναι;» «Όχι απλώς με ασυνήθιστο τρόπο. Με αδύνατο τρόπο. Τουλάχιστον για να έχει σκοτωθεί από τα δικά μου χέρια. Ή από τα χέρια οποιουδήποτε ανθρώπου».

«Τότε», είπε ο κος Μπέντφορντ, «μου φαίνεται πως θα πρέπει να μιλήσω στον εισαγγελέα. Είμαι σίγουρος πως θα καταλήξουμε σε κάποιον συμβιβασμό. Είναι φίλος μου από παλιά, ξέρεις. Είμαστε μέλη στο ίδιο γκολφ κλαμπ». «Αλήθεια νομίζεις πως μπορείς να καταφέρεις κάτι;» «Τουλάχιστον θα προσπαθήσω». Σηκώθηκε, και έβαλε το σημειωματάριο του στον χαρτοφύλακα. Δεν μπορούσε να σταματήσει να χαμογελά. «Ανυπομονώ να το πω στην Κόνστανς», είπε. «Θα ενθουσιαστεί». «Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω για ποιον λόγο θα ενθουσιαστεί». «Τζον, καλό μου παιδί, έχουμε κάθε λόγο στον κόσμο να είμαστε ενθουσιασμένοι. Σχεδόν κάθε λόγο. Γίνεται, μόλις βγεις από δω και γυρίσεις στο σπίτι σου, να σε επισκευθούμε, και να δούμε και εμείς οι ίδιοι την Τζέιν ξανά;» Δεν ήξερα τι να πω. Έσφιξα το χέρι του, με αβεβαιότητα, και έπειτα έκατσα στην καρέκλα μου απότομα, σαν κάποιος να με είχε χτυπήσει με μια κάλτσα γεμάτη βρεγμένη άμμο. Ο κος Μπέντφορντ έφυγε και άκουσα τις ελαστικές σόλες των παπουτσιών του να τρίζουν στο δάπεδο του γυαλισμένου διαδρόμου του αστυνομικού τμήματος. Ο υπαρχιφύλακας πέρασε πάλι το κεφάλι του μέσα από το άνοιγμα της πόρτας. «Τι κάθεσαι ακόμα εκεί;» ζήτησε να μάθει. «Σε περιμένει πάλι η στενή».

ΕΝΤΕΚΑ

Β

γήκα από το κρατητήριο αργά το απόγευμα. Τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες δολάρια της εγγύησής μου είχαν καταβληθεί από μία μεσιτική εταιρία της κομητείας του Έσεξ, της οποίας ένας από τους κύριους μετόχους ήταν η κα Κόνστανς Μπέντφορντ. Έξω φυσούσε αέρας, και η μέρα ήταν φωτεινή και ξερή. Ο Τομ Ουάτκινς, ένας υπάλληλος του Ουόλτερ Μπέντφορντ, με πήρε με το αυτοκίνητο του και με πήγε πίσω στο σπίτι μου. Ο Τομ Ουάτκινς ήταν νέος. Το πρόσωπο του ήταν κόκκινο και το κοσμούσε ένα μικρό μα παχύ μουστάκι. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σε επαφή με κάποια υπόθεση ανθρωποκτονίας, και νομίζω πως τον τρόμαζα. «Διάβασα την αστυνομική έκθεση για τον θάνατο της κας Σίμονς», μου είπε, καθώς οδηγούσε. «Απαίσιος τρόπος να πεθάνει κανείς». Κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι. Ήταν αδύνατο να εξηγήσω στον οποιονδήποτε αυτά που αισθανόμουν σχετικά με τα φρικιαστικά γεγονότα της περασμένης νύχτας. Βρισκόμουν ακόμα σε κατάσταση σοκ, και εξακολουθούσε να με βασανίζει ένα είδος ναυτίας. Μπορούσα να φανταστώ πώς πρέπει να ένιωσε η κα Σίμονς καθώς εκείνος ο πολυέλαιος διαπερνούσε τα σωθικά της, παγωμένος,

αμείλικτος· ήταν πέρα από κάθε ανθρώπινη δύναμη να αφαιρεθεί. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ήμουν ακόμη τρομοκρατημένος. Αν το πνεύμα του Έντγκαρ, του πολυαγαπημένου συζύγου της κας Σιμονς, είχε φανεί τόσο δυνατό και σκληρό ώστε να ανασκολοπίσει τη χήρα του, τι θα προσπαθούσε να κάνει ο Νιλ στον Τσάρλι Μάνζι, ή η Τζέιν σε μένα; Και αν έκρινα από αυτά που μου είχε πει ο Ουόλτερ Μπέντφορντ, ο Τσάρλι και η κα Σίμονς δεν ήταν οι μοναδικοί κάτοικοι του Γκράνιτχεντ που είχαν δει τα παλλόμενα φαντάσματα των νεκρών τους συγγενών. Για κάποιον άγνωστο λόγο, έμοιαζε λες και, αυτόν τον χρόνο, η επίδραση των εμφανίσεων των πνευμάτων ήταν ισχυρότερη απ' ό,τι συνήθως, αν και δεν μπορώ να πω ότι ζούσα στο Γκράνιτχεντ για αρκετό καιρό ώστε να γνωρίζω πώς ήταν το «συνήθως». Η κα Σίμονς είχε πει κάτι σχετικό με την εποχιακή εμφάνιση των φαντασμάτων τους καλοκαιρινούς μήνες ήταν συχνότερες και εντονότερες απ' ό,τι τον χειμώνα. Μόνο ο ίδιος ο Θεός γνώριζε τον λόγο για κάτι τέτοιο: ίσως να υπήρχε περισσότερος στατικός ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα το καλοκαίρι, που τροφοδοτούσε τα φαντάσματα με φυσική ενέργεια. Ο Τομ Ουάτκινς είπε: «Ο κος Μπέντφορντ θα σας ξεμπλέξει. Περιμένετε και θα δείτε. Ή δ η μίλησε στον εισαγγελέα, και αύριο θα συναντήσει τον αρχηγό της αστυνομίας. Μάλιστα ούτε στην αστυνομία πιστεύουν ότι το κάνατε εσείς. Δεν έχουν ιδέα πώς στην οργή η κα Σίμονς βρέθηκε εκεί πάνω, με την αλυσίδα του πολυέλαιου στα σπλάχνα της, αλλά δεν πιστεύουν ότι εσείς ήσασταν εκείνος που την έβαλε εκεί. Έπρεπε να σας συλλάβουν, για να είναι τυπικοί απέναντι στη διαδικασία που ακολουθούν συνήθως- και για να ικανοποιήσουν τις εφημερίδες». «Το έγραψαν οι εφημερίδες; Δεν έχω διαβάσει ούτε μία». Ο Τομ Ουάτκινς έγνεψε προς το πίσω κάθισμα. «Υπάρχουν μια-δύο από τις τοπικές, εκεί πίσω. Ρίξτε μια ματιά». Άπλωσα το χέρι μου και πήρα τον Αγγελιοφόρο του Γκράνιτχεντ. Ο κύριος τίτλος έλεγε: ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟΣ ΦΟΝΟΣ ΣΤΟ ΓΚΡΑΝΙΤΧΕΝΤ. ΧΗΡΑ ΒΡΕΘΗΚΕ ΦΡΙΚΤΑ ΣΦΑΓΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ, ύποπτος ένας έμπορος αντικών. Από κάτω υπήρχε μια φωτογραφία ταυτότητας της κας Σίμονς, παρμένη δέκα χρόνια πριν, και μια φωτογραφία δική μου, έξω από τις Ναυτικές Αντίκες Τρέντον, όταν είχαν πρωτανοίξει. «Αυτό θα κάνει πολύ καλό στις δουλειές μου», είπα, διπλώνοντας την εφημερίδα, και ρίχνοντας την πάλι πίσω. Ο Τομ Ουάτκινς ανέβηκε την Οδό Κουάκερ, έκανε μια επιτόπια στροφή έξω από το σπίτι μου, και πάρκαρε. «Ο κος Μπέντφορντ είπε πως θα σας τηλεφωνήσει αργότερα απόψε. Είπε πως ήθελε να κανονίσει μαζί σας να σας επισκεφτεί». «Ναι», είπα. «Μήπως χρειάζεστε τίποτα άλλο; Ο κος Μπέντφορντ μού είπε να σας φέρω

ο,τι μου ζητήσετε». «Όχι, δεν θέλω τίποτα, ευχαριστώ. Αυτό που χρειάζομαι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ένα ποτό». «Είστε σίγουρος πως είσαστε καλα;» «Είμαι σίγουρος. Ευχαριστώ για όλα. Και πες ευχαριστώ εκ μέρους μου και στον κο Μπέντφορτ». Ο Τομ Ουότκινς έφυγε με το αυτοκίνητο του, και για άλλη μια φορά στεκόμουν μόνος μου έξω από το σπίτι μου, με τα χέρια στις τσέπες, δίχως να είμαι σίγουρος για το τι με περιμένει στο εσωτερικό, για εκείνες τις αλλόκοτες αναταραχές που έρχονταν σε μένα, από έναν χρόνο και έναν τόπο των οποίων την ταυτότητα μόνο να υποθέσω μπορούσα. Ήταν ο Παράδεισος; Ή μήπως η Κόλαση; Ή κάποιος συνεχώς μεταβαλλόμενος, κινούμενος, ενδιάμεσος χώρος όπου βρίσκονταν οι ψυχές των νεκρών; Ένας μισο-ορατός κόσμος παραμορφωμένης ψυχικής ενέργειας, όπου τα πνεύματα των νεκρών έσβηναν και τρεμόπαιζαν σαν γεμάτα παράσιτα μηνύματα από έναν ασύρματο, τα οποία μπορείς να λάβεις μέσα στο σκοτάδι; Το σπίτι με παρακολουθούσε με τα ουδέτερα, σφαλιστά του μάτια. Ανέβηκα το μονοπατάκι του κήπου, έβγαλα τα κλειδιά μου από την τσέπη και άνοιξα την εξώπορτα. Τα πάντα ήταν όπως ακριβώς τα είχα αφήσει το προηγούμενο βράδι. Τουλάχιστον είχα θυμηθεί να σβήσω τον φούρνο προτού βγω τρέχοντας έξω, αφήνοντας τα μισοψημένα μου λαζάνια στη μεσαία σχάρα. Πήγα στο καθιστικό· το τζάκι είχε σβήσει, και το ρεύμα που κατέβαινε από την καπνοδόχο φυσούσε τις στάχτες στο χαλί. Τα βιβλία μου ήταν απλωμένα στο χαλί, και στα πόδια μιας καρέκλας βρισκόταν στηριγμένος ο πίνακας με τη ζωγραφιά του Ντέιβιντ Νταρκ. Διέσχισα το δωμάτιο και κοίταξα έξω από το παράθυρο, προς τον κήπο. Μόλις που μπορούσα να δω την πλάτη της κούνιας, και τη δεξιά πλευρά του δενδρόκηπου. Μακριά στον ορίζοντα, ασημόγκριζα σύννεφα βροχής συγκεντρώνονταν πάνω από τον Πορθμό του Σάλεμ. Γλάροι έστριβαν και φτερούγιζαν πάνω από τον ισθμό σαν εφημερίδες που τις φυσούσε ο άνεμος. Ακούμπησα το μέτωπο μου στο παγωμένο τζάμι του παράθυρου, και για πρώτη φορά στη ζωή μου αισθάνθηκα ανείπωτα ηττημένος. Ίσως θα έπρεπε να εγκαταλείψω το Γκράνιτχεντ μια για πάντα. Ίσως θα έπρεπε να πουλήσω το μαγαζί, και να επιστρέψω στο Σεντ Λούις. Υπήρχε ακόμα και μια πιθανότητα να μπορούσα να γυρίσω στην παλιά μου δουλειά, στη Μιντγουέστερν. Θα είχα χάσει βέβαια αρκετά χρόνια προαγωγής, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά σε όλα αυτά τα απίστευτα τρομακτικά πράγματα που συνέβαιναν εδώ στο Γκράνιτχεντ. Με είχε αναστατώσει ιδιαίτερα ο ενθουσιασμός του Ουόλτερ Μπέντφορντ όταν του μίλησα για την εμφάνιση της Τζέιν. Ή τ α ν ένας ενθουσιασμός που είχε κάτι το αφύσικα νοσηρό, αλλά και επικίνδυνο. Το

πρόβλημα ήταν πως χρωστούσα πολλά στους Μπέντφορντ, όχι μόνο επειδή με έβγαλαν από τη φυλακή, αλλά και επειδή μου είχαν δώσει τα δύο τρίτα του κεφαλαίου με το οποίο είχα ανοίξει το μαγαζί μου, και έτσι θα μου ήταν πολύ δύσκολο να πω όχι στην παράκλησή τους να έρθουν στο σπίτι μου και να δουν το φάντασμα της Τζέιν με τα ίδια τους τα μάτια. Ετοιμαζόμουν να πιω ένα ποτό όταν άκουσα το κουδούνι της εξώπορτας. Μπορεί να ήταν ο Τζορτζ Μάρκαμ· ή ο Κιθ Ριντ. Καλύτερα να μην ήταν ο Κιθ Ριντ, γιατί αν ήταν αυτός θα του τα έψελνα από την καλή για όλα εκείνα που είχε πει στην αστυνομία για μένα. Φώναξα: «Εντάξει, έρχομαι», και πήγα να ανοίξω. Αυτός που στεκόταν έξω από την πόρτα μου, μέσα στον βραδινό άνεμο, ήταν ο Έντουαρντ Ουόρντουελ· φορούσε ένα καρώ μπουφάν, από εκείνα που συνηθίζουν να φορούν οι ξυλοκόποι, και ένα ντένιμ καπέλο με γείσο. Είπε: «Λυπάμαι που σας ενοχλώ. Άκουσα όμως αυτό που συνέβη, και έπρεπε να έρθω από το Σάλεμ για να σας μιλήσω προσωπικά». Για να είμαι ειλικρινής, η παρουσία του κατά περίεργο τρόπο με ανακούφισε. Ή τ α ν καλύτερο να έχεις κάποια παρέα μέσα σε αυτό το ταραγμένο σπίτι, από το να είσαι ολομόναχος. Και επιπλέον, ήθελα να του μιλήσω για τον πίνακα που απεικόνιζε το Ντέιβιντ Νταρκ. «Πέρνα μέσα», του είπα. «Δεν έχω ανάψει ακόμα το τζάκι. Μόλις βγήκα από το φρέσκο· έτσι δεν το λένε;» «Πιστεύετε πως ο δικηγόρος σας θα καταφέρει να σας αθωώσει;» ρώτησε ο Έντουαρντ Ουόρντουελ, βγάζοντας το καπέλο του και προχωρώντας στον διάδρομο. «Ελπίζω. Είναι ο πεθερός μου. Για την ακρίβεια, ήταν ο πεθερός μου, προτού πεθάνει η γυναίκα μου. Ο Ουόλτερ Μπέντφορντ, της δικηγορικής εταιρείας Μπέντφορντ & Μπίμπερ. Έχει πολύ καλές διασυνδέσεις. Παίζει γκολφ μαζί με τον εισαγγελέα και χαρτιά με τον δικαστή». «Τον έχω γνωρίσει», είπε ο Έντουαρντ Ουόρντουελ. «Ξεχνάτε πως ήξερα τη γυναίκα σας; Πηγαίναμε μαζί σε ένα σεμινάριο για τη ναυτική ιστορία. Αυτό έγινε πριν τρία, ή τέσσερα χρόνια, στο Ρόκπορτ. Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα, η γυναίκα σας. Όλοι οι άντρες στο σεμινάριο προσπαθούσαν να βγουν μαζί της. Ήταν, επίσης, πολύ έξυπνη. Λυπήθηκα πολύ όταν έμαθα ότι σκοτώθηκε». «Σ' ευχαριστώ», του είπα. «Να σου φέρω ένα ποτό;» «Προτιμώ την μπύρα». «Έχω μερικά μπουκάλια Χάινεκεν στο ψυγείο». Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ με ακολούθησε στην κουζίνα και άνοιξα ένα μπουκάλι μπύρα για κείνον. Με παρακολούθησε καθώς γέμιζα το ποτήρι του. «Δεν σκοτώσατε εσείς τη γριούλα, έτσι δεν είναι;» με ρώτησε. Τον κοίταξα και έπειτα κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. «Πού το ξέρεις

εσυ;» τον ρώτησα. «Έχω μια αρκετά καλή ιδέα σχετικά με το γίνεται σ' αυτό το μέρος, ξέρετε. Το Πίμποντι δεν με έχει προσλάβει δίχως λόγο. Ξέρω περισσότερα για τη ναυτική ιστορία του Σάλεμ και του Γκράνιτχεντ από σχεδόν κάθε άλλον, εκτός ίσως από την οικογένεια Ίβλιθ. Αλλά αυτοί έχουν τόσα βιβλία που εγώ ούτε να ονειρευτώ δεν θα μπορούσα». «Ξέρεις τι γίνεται σε αυτό το μέρος;» «Φυσικά», είπε, παίρνοντας το ποτήρι της μπύρας από το χέρι μου. Κατέβασε μερικές γουλιές, και ο αφρός άφησε τα ίχνη του στο μουστάκι του. «Το Γκράνιτχεντ ήταν πάντα γνωστό από διάφορες ιστορίες σχετικές με φαντάσματα, όπως ακριβώς το Σάλεμ ήταν πάντα γνωστό για τις μάγισσές του. Αν και οι πατέρες της πόλης έκαναν ό,τχ ήταν δυνατό για να σβήσουν αυτήν του τη φήμη, στο μυαλό μου δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι το Γκράνιτχεντ αποτελεί έναν σύνδεσμο ανάμεσα στον κόσμο των πνευμάτων, αν μπορώ να τον πω έτσι, και τον κόσμο της ύλης. Πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο μέρος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ίσως περισσότερο και από οπουδήποτε στον κόσμο». «Τι συνέβη λοιπόν στην κα Σίμονς; Δεν θεωρείς εμένα υπεύθυνο;» «Είναι πιθανό να ήσασταν υπεύθυνος, αλλά όχι αρκετά πιθανό κατά τη γνώμη μου. Αυτό που προφανώς αγνοείτε είναι πως τα τελευταία δέκα χρόνια βρήκαν τον θάνατο έξι ή εφτά άνθρωποι που είχαν πρόσφατα χάσει αγαπημένα τους πρόσωπα, και κάθε ένας από αυτούς τους ανθρώπους πέθανε με τρόπο αφύσικο και ανεξήγητο. Ένας άντρας βρέθηκε πνιγμένος, με το κεφάλι παγιδευμένο μέσα σε έναν αγωγό νερού. Οι εφημερίδες έγραψαν ότι είχε περάσει το κεφάλι του μέσα από ένα στόμιο του αγωγού για να δει τι ήταν εκείνο που εμπόδιζε τη ροή του νερού, αλλά η έκθεση της αστυνομίας αναφέρει διαφορετικά αίτια. Το στόμιο ήταν σφιχτό γύρω από τον λαιμό του, και επομένως ήταν αδύνατο να έχει περάσει μόνος του το κεφάλι του εκεί μέσα. Οι γιατροί αναγκάστηκαν να του κόψουν το κεφάλι για να ελευθερώσουν το σώμα του, και έπειτα έβγαλαν το κεφάλι του από το εσωτερικό του αγωγού ρίχνοντας νερό προς το μέρος του με μεγάλη πίεση». Έκανα μια γκριμάτσα, και ο Έντουαρντ Ουόρντουελ ανασήκωσε τους ώμους. «Ο θάνατος της κας Σίμονς δεν διέφερε και πολύ», είπε. «Σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής ήταν τελείως απίθανος. Να σας κάνω μια ερώτηση: αν πραγματικά είχατε θελήσει να τη σκοτώσετε με αυτόν τον τρόπο, πώς ακριβώς θα το είχατε κάνει;» «Δεν θα μπορούσα να το είχα κάνει. Έμοιαζε με ένα φρικιαστικό ταχυδακτυλουργικό τρικ». «Ακριβώς, και η αστυνομία το ξέρει αυτό. Θα πρέπει να αποδείξουν στο δικαστήριο ότι σκοτώσατε την κα Σίμονς, και αν μπορέσετε να δείξετε στους δικαστές πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ήταν αδύνατο για οποιοδήποτε ανθρώπινο ον

να έχει τρυπήσει το σώμα της κας Σίμονς με την αλυσίδα του πολυέλαιου, θα μπορέσετε να γυρίσετε σπίτι σας ελεύθερος». «Πάμε στο καθιστικά», του είπα. «Θέλω να ανάψω το τζάκι προτού αρχίσει να πέφτει η θερμοκρασία». Φτάσαμε στο καθιστικά, και εγώ γονάτισα μπροστά στο τζάκι και άρχισα να ετοιμάζω τη φωτιά. Ευτυχώς υπήρχαν μπόλικα κούτσουρα και ξύλα για προσάναμμα στοιβαγμένα δίπλα στη σχάρα, και έτσι δεν χρειάστηκε να βγω έξω για να φέρω ξύλα. Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ ακούμπησε κάτω την μπύρα του και σήκωσε την υδατογραφία της ακτής του Γκράνιτχεντ. Την εξέτασε προσεκτικά, και όταν γύρισα το βλέμμα μου από τη φωτιά για να βρω μερικά τσαλακωμένα τεύχη του Νιούζγουικ και να τα βάλω κάτω από τα κούτσουρα, τον είδα να αφιερώνει την προσοχή του στο καράβι. Είπε: «Μόνο στην περίπτωση των δύο από τους έξι ή εφτά εκείνους θανάτους κατηγορήθηκε κάποιος άνθρωπος για ανθρωποκτονία, και μάλιστα και τις δύο φορές ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελέύθερος προτού η υπόθεση φτάσει στο δικαστήριο. Και για τις δύο υποθέσεις ο εισαγγελέας δήλωσε πως δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να προχωρήσει η ανάκριση. Το ίδιο θα συμβεί και με σας.» «Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με όλες αυτές τις υποθέσεις;» τον ρώτησα, καθώς άναβα το πρώτο σπίρτο και το τοποθετούσα στη γωνία της στοίβας με τα περιοδικά. «Η ναυτική και η πνευματιστική ιστορία του Γκράνιτχεντ είναι συνυφασμένες με πολύ περίπλοκο τρόπο. Ο τόπος όπου ζείτε, κε Τρέντον, είναι μαγικός, όπως θα έχετε ανακαλύψει και μόνος σας, και η μαγεία αυτή είναι αληθινή και βίαιη. Δεν είναι σαν το Στοιχειωμένο Σπίτι στην Ντίσνεϊλαντ». Η φωτιά άρχισε να δυναμώνει, κι εγώ σηκώθηκα και ξεσκόνισα το παντελόνι μου. «Αυτό είναι κάτι που έχω αρχίσει να συνειδητοποιώ, κε Όργουελ». «Ουόρντουελ. Αλλά γιατί δεν με λέτε απλά Έντουαρντ;» «Εντάξει. Και εσύ μπορείς να με φωνάζεις Τζον». Και για πρώτη φορά, σφίξαμε τα χέρια. Έγνεψα προς την κατεύθυνση της ακουαρέλας. «Τώρα καταλαβαίνω για ποιον λόγο ήθελες τόσο επίμονα να πάρεις στα χέρια σου τον πίνακα. Έκανα μια μικρή έρευνα χτες το βράδι, και ανακάλυψα τι είναι εκείνο το πλοίο, στο βάθος». «Το πλοίο;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Έλα τώρα, Έντουαρντ, μην κάνεις πως δεν ξέρεις για τι πράγμα μιλάω. Αυτό το πλοίο είναι το Ντέιβιντ Νταρκ- και αυτός ο πίνακας πρέπει να είναι η μοναδική του εικονογράφηση που διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που αξίζει πάνω από πενήντα δολάρια. Δεν θα τον πουλούσα για λιγότερο από χίλια». Ο Έντουαρντ τράβηξε τη γενειάδα του, τυλίγοντας τις τρίχες της γύρω από το δάχτυλο του. Με κοίταξε πίσω από τα κυκλικά γυαλιά μυωπίας του με υγρά

μάτια· και έπειτα άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό παραίτησης. Στα ρουθούνια μου έφτασε πάλι η μυρωδιά από την καραμέλα για τον βήχα που μασουλούσε· γλυκόριζα και γλυκάνισο. «Έλπιζα ότι δεν θα το ανακαλύπτατε», είπε. «Πολύ φοβάμαι πως φέρθηκα σαν ηλίθιος εχτές, τρέχοντας ξοπίσω σας. Θα έπρεπε να είχα παραστήσει τον ψύχραιμο». «Η αλήθεια είναι πως ξύπνησες το ενδιαφέρον μου. Τώρα αύξησες και τις οικονομικές μου απαιτήσεις». «Δεν μπορώ να πληρώσω πάνω από τριακόσια δολάρια». «Γιατί όχι;» «Απλά δεν έχω πάνω από τριακόσια δολάρια, να γιατί». «Μα εχτές μου είπες ότι θα αγόραζες τον πίνακα εκ μέρους του Πίμποντι», του απάντησα. «Μη μου πεις ότι το Πίμποντι έχει μόνο τριακόσια δολάρια ». Ο Έντουαρντ κάθισε, κρατώντας ακόμα στα χέρια του τον πίνακα. «Η αλήθεια είναι», είπε, «ότι το Πίμποντι δεν έχει ιδέα για τις έρευνες που κάνω σχετικά με την ιστορία του Ντέιβιντ Νταρκ. Στο Σάλεμ, και ειδικά στο Πίμποντι, το Ντέιβιντ Νταρκ είναι ένα από εκείνα τα πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι απλά αποφεύγουν να μιλούν. Τους αναφέρεις το όνομα Ντέιβιντ Νταρκ, και σου απαντούν πως το ακούν για πρώτη φορά και σου δείχνουν ξεκάθαρα πως ούτε θέλουν να το ξανακούσουν». Γέμισα ένα ποτήρι ουίσκι για μένα και έκατσα απέναντι του. «Μα γιατί;» ζήτησα να μάθω. «Ο ίδιος ο Ντέιβιντ Νταρκ υποτίθεται πως είχε συνομιλίες με τον διάβολο ή κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι; Αλλά τίποτα από αυτά που διάβασα δεν εξηγούσε γιατί απάλειψαν το όνομα του πλοίου από όλα τα αρχεία, ή γιατί οι άνθρωποι δεν θέλουν να μιλούν για αυτό». «Ούτε εγώ είμαι σίγουρος για τους λόγους», είπε ο Έντουαρντ. Τελείωσε την μπύρα του, και ακούμπησε το ποτήρι κάτω. «Η πρώτη φορά που συνάντησα το όνομα Ντέιβιντ Νταρκ ήταν τη χρονιά που τέλειωσα το πανεπιστήμιο και με προσέλαβαν στο Πίμποντι. Μου ζήτησαν να ετοιμάσω μια μικρή έκθεση, μια ειδική βιτρίνα στην οποία θα αναπαριστούσαμε την ιστορία των επιχειρήσεων διάσωσης και περισυλλογής ναυαγών, που είχαν γίνει γύρω από την περιοχή του Σάλεμ και του Γκράνιτχεντ κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριακοσίων χρόνων. Για να είμαι ειλικρινής, αν εξαιρέσουμε ένα-δύο θεαματικά ναυάγια στη Νήσο του Χειμώνα, και τις περιπτώσεις δύο φαιλονοθηρικών που τα είχαν μπατάρει φάλαινες, ήταν μια πολύ ανιαρή εργασία. Αλλά ένα από τα παλιότερα έγγραφα που ανακάλυψα μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον ήταν το ημερολόγιο του ναυαγοσωστικού Μιμόζα, από το Γκράνιτχεντ. Απ' ό,τι φαινόταν, ο καπετάνιος του Μιμόζα ήταν ένας αληθινός θαλασσόλυκος, ειδικός στις ανελκύσεις ναυαγίων, και είχε καταφέρει να βγάλει από τον βυθό της θάλασσας ένα από τα καράβια του Ελάιας Ντέρμπι που πήγαινε στην Κίνα, και που μια καταιγίδα το είχε

στείλει στις εκβολές του Ποταμού Ντάνβερς και το είχε βυθίσει έξι οργιές μέσα στο νερό, κοντά στο Τακς Πόιντ. Το όνομα του καπετάνιου αυτού ήταν Πίρσον Τέρνερ, και το ημερολόγιο του, το οποίο κάλυπτε μια περίοδο πέντε χρόνων, από το 1701 έως το 1706, ήταν πολύ λεπτομερές». «Συνέχισε», του είπα. Σκάλισα τη φωτιά, για να συνεχίσει να σπινθηρίζει. «Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα ακόμα», είπε ο Έντουαρντ. «Ένα καλοκαίρι, τα νερά στον Κόλπο του Σάλεμ είχαν φτάσει πολύ χαμηλά, και ακόμα και τα πιο μικρά σκάφη είχαν κάτσει στη λάσπη. Αυτό συνέβη το 1704, μου φαίνεται, ή το 1705. Η χαμηλή στάθμη του νερού αναφέρεται και σε αρκετά άλλα ημερολόγια και αρχεία, και αποτελεί ένα γεγονός που έχει διασταυρωθεί με σιγουριά. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου ένας φίλος του Πίρσον Τέρνερ εντόπισε στα υψώματα λάσπης στη δυτική πλευρά του Ισθμού του Γκράνιτχεντ μια προεξοχή που πίστεψε πως ήταν κομμάτι από την πλώρη κάποιου βυθισμένου και μισοθαμμένου πλοίου. Ο Πίρσον περπάτησε ο ίδιος μέχρι το ναυάγιο, φορώντας γαλότσες, αν και δεν κατάφερε να φτάσει όσο κοντά θα ήθελε, μιας και η λάσπη ήταν πολύ ρευστή. Μπόρεσε όμως να φέρει πίσω στην ακτή ένα κομμάτι από ένα διακοσμητικό ξυλόγλυπτο, το οποίο ο Ησαύ Χάσκετ, ο πλοιοκτήτης του Ντέιβιντ Νταρκ, αναγνώρισε διστακτικά ως μέρος από το χαμένο του πλοίο». «Χαμένο; Το Ντέιβιντ Νταρκ είχε χαθεί;» «Ναι. Είχε σαλπάρει από το Λιμάνι του Σάλεμ την τελευταία μέρα του Οκτωβρίου του 1692, και αυτό το γνωρίζω μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να αναφέρεται στο ημερολόγιο ενός από τους πρώτους επόπτες της αποβάθρας του Σάλεμ. Γράφει κάτι σαν: Για τρεις συνεχόμενες μέρες φυσούσε μια τρικυμιώδης βορειοδυτική θύελλα, που δεν φαινόταν να υποχωρεί, αλλά παρά τον επικίνδυνο καιρό το Ντέιβιντ Νταρκ σάλπαρε. Ή τ α ν το μοναδικό σκάφος που έκανε κάτι τέτοιο κατά τη διάρκεια αυτής της κακοκαιρίας η οποία κράτησε μια ολόκληρη βδομάδα. Χάθηκε μέσα στην καταιγίδα και δεν ξαναφάνηκε ποτέ στο Σάλεμ. Αυτό είναι το ζουμί από εκείνα που αναφέρονταν στο ημερολόγιο. Μπορώ να σου το δείξω κιόλας, αν θέλεις». «Αλλά, τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με την εμφάνιση πνευμάτων στο Γκράνιτχεντ;» ρώτησα. «Θα πρέπει να υπάρχουν αμέτρητα ναυάγια γύρω από αυτές τις ακτές». Καθώς η φωτιά φούντωνε, ο Έντουαρντ ξεκούμπωσε το σακάκι του. «Περίμενε να σου φέρω πρώτα άλλη μια μπύρα». Πήγα στην κουζίνα. Όταν έφτασα στη βάση της σκάλας που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα, έκανα μια παύση ενός ή δύο δευτερολέπτων, προσπαθώντας να ακούσω τον παραμικρό ήχο. Δεν είχα ανέβει ακόμα πάνω, από τη στιγμή που είχα δει εκεί τη λάμψη που τρεμόσβηνε χθες το βράδι. Προσευχόμουν στον Θεό να μην υπάρχει τίποτα εκεί πάνω που θα προτιμούσα να μην δω. Προσευχόμουν στον Θεό να μην εμφανιστεί πάλι η Τζέιν, ούτε για να τη δει ο πατέρας της, ούτε

για να τη δει η μητέρα της, και το κυριότερο, ούτε για να τη δω εγώ. Ήταν νεκρή, και έτσι ήθελα να μείνει, για το δικό της καλό, και για το καλό του παιδιού μας που ποτέ δεν γεννήθηκε. Όχαν επέσχρεψα σχο καθισχικό με χην μπύρα, ο Ένχουαρνχ ξεφύλλιζε χο Μεγάλοι Άντρες του Σάλεμ. «Ευχαρισχώ», μου είπε, και έπειχα με ρώχησε: «Δεν πισχεύω να έχεις χίποχα προβλήμαχα, έχσι;» «Προβλήματα;» «Θέλω να πω, έχεις δει τίποτα που θα μπορούσε να σε κάνει να νομίζεις ότι η Τζέιν προσπαθεί να έρθει σε επαφή μαζί σου; Ή μήπως έχεις ακούσει κάτι; Πολλές από τις εμφανίσεις πνευμάτων στο Γκράνιτχεντ γίνονται με ακουστικό τρόπο, και όχι οπχικά». Έκαχσα κάχω, είδα όχι χο ποχήρι μου ήχαν άδειο, και σηκώθηκα πάλι πάνω. «Δεν, ε, εγώ — όχι. Όχι, χίποχα χέχοιο. Υποθέχω πως αυχά χα πράγμαχα συμβαίνουν μόνο σε όσους ζουν σχο Γκράνιχχενχ από παλιά. Όχι και σε εμάς χους ξένους». Ο Ένχουαρνχ κούνησε χο κεφάλι χου, σαν να δεχόχαν αυχό που έλεγα, δίχως όμως να με πισχεύει απόλυχα. «Μου έλεγες για χη σχέση χου Ντέιβιντ Νταρκ με χα φανχάσμαχα», χου υπενθύμισα. «Θα πρέπει να σε προειδοποιήσω», είπε, «πως η σχέση αυχή, ιδωμένη με βάση αυστηρά επιστημονικά κριτήρια, είναι αρκετά μεροληπτική. Δεν θα μου εξασφάλιζε κανένα βραβείο ιστορίας. Αλλά δεν ξέρω με τι είδους κόσμο έχουμε να κάνουμε εδώ. Δεν ξέρω για ποιον λόγο τα πνεύματα αυτά εμφανίζονται, ή με ποιον τρόπο, ή τι είναι αυτό που επιδιώκουν. Μπορεί απλά να είναι κάποια δυσάρεστη ιδιορρυθμία της φύσης, κάτι που έχει να κάνει με τις καιρικές συνθήκες, ή που σχετίζεχαι με χη γεωγραφική χοποθεσία. Το Γκράνιχχενχ μπορεί να είναι σαν χη Νήσο χου Πάσχα, μια κουκίδα σχον χάρχη η οποία, για χελείως ανεξήγητους λόγους, τυχαίνει να ευνοεί τις εμφανίσεις πνευμάτων». «Αλλά εσύ πιστεύεις ότι για όλα αυτά ευθύνεται το πλοίο». «Τείνω να πιστέψω πως ευθύνεται το πλοίο. Και ο λόγος που τείνω να πιστέψω κάτι τέτοιο είναι το ότι ανακάλυψα δύο αναφορές σχετικές με τις ετοιμασίες του Ντέιβιντ Νταρκ πριν από το τελευταίο του ταξίδι — η μία γράφτηκε λίγο πριν το πλοίο σαλπάρει, και η άλλη κάπου ογδόντα χρόνια αργότερα. Την πρώτη τη βρήκα στο πιο βαρετό παλιό βιβλίο που θα μπορούσες να φανταστείς, μια διατριβή των τελών του δέκατου έβδομου αιώνα πάνω στις ναυτικές κατασκευές από μέταλλο. Είναι γραμμένη από κάποιον ναυπηγό από τη Βοστώνη ονόματι Νιμς, και πίστεψέ με, αυτός ο άνθρωπος πρέπει να ήταν πολύ πληκτικός. Αλλά λίγο πριν το τέλος του βιβλίου αναφέρει τους χαλκουργούς Πέρλι και Φισκ από το Σάλεμ, και σχολιάζει το πόσο καλή δουλειά έκαναν κατά την κατασκευή ενός τεράστιου χάλκινου σκεύους το οποίο θα προσάρμοζαν στο εσωτερικό του Ντέι-

βιντ Νταρκ για να δεχθεί μέσα του τη "Μέγιστη Ρυπαρότητα που έχει τόσο πολύ μαστίσει το Σάλεμ, και της οποίας περιμένουμε την τελειωτική εξαφάνιση"». «Βλέπω ότι τα ξέρεις απ' έξω όλα αυτά», παρατήρησα, όχι ακριβώς με θαυμασμό. «Τα έχω μελετήσει αρκετά συχνά», είπε ο Έντουαρντ. «Αλλά η Τζέιν ήταν εκείνη που μπορούσε να μάθει την ιστορία απ' έξω. Μπορούσε να αραδιάζει ημερομηνίες και ονόματα, σαν ηλεκτρονικός υπολογιστής». «Ναι», συμφώνησα, φέρνοντας στο μυαλό μου τον τρόπο με τον οποίον η Τζέιν μπορούσε να αποστηθίσει αριθμούς τηλεφώνων και ημερομηνίες γενεθλίων. Δεν ήθελα να συζητήσω για την Τζέιν με τον Έντουαρντ Ουόρντουελ· ήταν ένα πολύ λεπτό θέμα, και άλλωστε, ένιωθα μια παράλογη μα έντονη ζήλια εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Έντουαρντ την είχε γνωρίσει πριν από εμένα. «Ποια ήταν η άλλη αναφορά σχετικά με το τελευταίο ταξίδι του Ντέιβιντ Νταρκ;» «Η δεύτερη — ογδονταδύο χρόνια μετά, για την ακρίβεια— περιλαμβανόταν στα απομνημονεύματα του αιδεσιμώτατου Τζορτζ Νουρς, ο οποίος είχε ζήσει και εργαστεί στο Γκράνιτχεντ το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του. Εκεί, ο αιδεσιμώτατος λέει πως μια μέρα του 1752 είχε παραστεί στο νεκροκρέβατο ενός λοστρόμου από το Σάλεμ, ο οποίος του είχε ζητήσει να παραδώσει την ψυχή του στον Θεό, μιας και στα νιάτα του είχε παρακολουθήσει κρυφά τις μυστικές ετοιμασίες του τελευταίου φορτίου του Ντέιβιντ Νταρκ, παρ' όλο που τον είχαν προειδοποιήσει πως όσοι το έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια θα ήταν καταδικασμένοι να περπατούν πάνω στη γη για πάντα, δίχως να είναι νεκροί μα ούτε και ζωντανοί. Όταν ο Αιδεσιμώτατος Νουρς ρώτησε τον λοστρόμο τι θα μπορούσε να είναι αυτό το φορτίο, ο λοστρόμος καταλήφθηκε από σπασμούς και άρχισε να ουρλιάζει κάτι για τον Μικ τον Μαχαιρά. Ο αιδεσιμώτατος αναστατώθηκε πολύ από αυτό, και αποφάσισε να μιλήσει σε όλους τους μαχαιροποιούς της περιοχής του Σάλεμ, προσπαθώντας να ρίξει λίγο φως σε αυτά που του είχε πει ο λοστρόμος. Η προσπάθεια αυτή όμως δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Αργότερα είπε πως ήταν σίγουρος ότι είδε τον λοστρόμο έπειτα από τον θάνατο του να στρίβει στη γωνία της Οδού Βίλατζ». Χώθηκα βαθιά στην καρέκλα μου και συλλογίστηκα αυτό που υπαινισσόταν ο Έντουαρντ Ουόρντουελ. Υπό κανονικές συνθήκες, θα απέρριπτα την ιδέα δίχως δεύτερη σκέψη, ως ένα παραμύθι. Τώρα πια γνώριζα όμως ότι τα στοιχειά και τα δαιμόνια και κάθε άλλου είδους εμφανίσεις πνευμάτων μπορεί να είναι αληθινά, και αν ένας νεαρός άντρας με τη σοβαρότητα του Έντουαρντ Ουόρντουελ ήταν πεπεισμένος ότι το ναυάγιο του Ντέιβιντ Νταρκ ασκούσε κατά κάποιον τρόπο επιρροή στην πόλη του Γκράνιτχεντ, τότε ίσως να έπρεπε να τον πάρω κι εγώ στα σοβαρά. Και τι ήταν εκείνο που μου είχε πει εκείνη η γριά μάγισσα στο Άλσος του Κ.

Σάλεμ; «Εκείνο που έχει σημασία είναι ο τόπος που πεθαίνεις, όχι ο χρόνος. Υπάρχουν σφαίρες επιρροής, και μερικές φορές μπορεί να να πεθάνεις υπό την επίδραση τους, και άλλες φορές μπορεί να πεθάνεις δίχως αυτήν. Η επιρροή ήρθε, και η επιρροή έφυγε· υπάρχουν όμως φορές που σκέφτομαι πως ίσως η επιρροή να μην έφυγε για πάντα». «Μάλιστα», είπα στο τέλος. «Υποθέτω λοιπόν πως θέλεις αυτόν τον πίνακα επειδή μπορεί να σου προσφέρει κάποια ένδειξη σχετικά με το τι θα μπορούσε να είναι αυτό που κουβαλούσε το Ντέιβιντ Νταρκ;» «Κάτι περισσότερο απ' αυτό», είπε ο Έντουαρντ. «Θέλω να ξέρω πώς έδειχνε το πλοίο, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια. Έ χ ω κάποιο σκίτσο το οποίο υποτίθεται ότι παριστάνει το Ντέιβιντ Νταρκ, αλλά δεν έχει ούτε τις μισές λεπτομέρειες αυτού του πίνακα». Με κοίταξε, και έβγαλε τα γυαλιά του. Ήξερα πως ήθελε να με ακούσει να του λέω πως μπορούσε να πάρει τον πίνακα, πως θα έριχνα την τιμή από τα χίλια δολάρια στα τριακόσια· δεν είχα όμως κανέναν τέτοιο σκοπό. Υπήρχε πάντα η μικρή πιθανότητα ο Έντουαρντ να μην ήταν παρά ένας ετοιμόλογος και δημιουργικός απατεώνας που ήξερε να εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη που του έδειχναν οι γύρω του, και απλά είχε επινοήσει όλες αυτές τις ιστορίες για τον Πίρσον Τέρνερ και τον Αιδεσιμώτατο Νουρς και τον «Μικ τον Μαχαιρά». Κατά βάθος δεν πίστευα κάτι τέτοιο, αλλά όπως και να 'χε δεν θα άφηνα τον πίνακα να φύγει από τα χέρια μου. «Η λεπτομέρεια σ' αυτόν τον πίνακα έχει πολύ μεγάλη σημασία», είπε. «Παρ' όλο που δεν έχει μεγάλη καλλιτεχνική αξία, δείχνει αρκετά ακριβής, και αυτό σημαίνει πως μπορώ πάνω-κάτω να υπολογίσω τις διαστάσεις του Ντέιβιντ Νταρκ και το πόσα πόστα πρέπει να είχε το κύτος του, και το πώς είχε δομηθεί ο σκελετός του. Και όλα αυτά σημαίνουν πως όταν τελικά βρω το πλοίο, θα μπορώ να είμαι σίγουρος πως έχω εντοπίσει το σωστό πλοίο». «Όταν θα κάνεις τι;» τον ρώτησα. «Όταν θα το βρεις;» Ο Έντουαρντ έβαλε πάλι τα γυαλιά του στη θέση τους και μου χαμογέλασε με συνεσταλμένη περηφάνια. «Κάνω καταδύσεις στον Ισθμό του Γκράνιτχεντ εδώ και εφτά μήνες, προσπαθώντας να το εντοπίσω. Δεν κατάφερα να κάνω αρκετές καταδύσεις μέσα στον χειμώνα, αλλά τώρα που μπήκε η άνοιξη, σκοπεύω να αρχίσω ξανά με την ίδια επιμονή». «Και για ποιον λόγο θέλεις να το βρεις;» τον ρώτησα. «Αν έχει τέτοιου είδους επιρροή πάνω στο Γκράνιτχεντ, τότε καλύτερα να μείνει για πάντα κάτω από χο νερό». «Κάτω από τη λάσπη, εννοείς», είπε ο Έντουαρντ. «Τώρα πια πρέπει να είναι θαμμένο πολύ βαθιά. Θα είμαστε τυχεροί αν φαίνονται έστω ελάχιστες κορυφές από τα πόστα του». «Θα είσαστε τυχεροί; Ποιοι;»

«Με βοηθάνε άλλοι δύο συνάδελφοι από χο μουσείο, και ο Νχαν Μπεις από χη Λέσχη Υποβρύχιων Καχαδύσεων χου Γκράνιχχενχ. Και η Τζίλι ΜακΚόρμικ είναι η ανεπίσημη βοηθός μου. Κάθεχαι σχο παραχηρηχήριο και κραχά χο ημερολόγιο χων προσπαθειών μας.» «Πισχεύεις αληθινά όχι μπορείς να βρεις αυχό χο ναυάγιο;» «Έχσι νομίζω. Δεν είναι πολύ βαθιά από εκείνη χην πλευρά χου Ισθμού, χάρη σχον χρόπο με χον οποίο συσσωρεύεχαι η λάσπη. Υπάρχουν δεκάδες ναυάγια σε εκείνην χην περιοχή, αλλά σχεδόν όλα είναι γιοχ και μικρές φουσκωχές βάρκες, που έχουν βυθισχεί σχεχικά πρόσφατα. Βρήκαμε χα απομεινάρια μιας υπέροχης βενζινάκαχου Νχοχζ κατασκευασμένης τη δεκαετία του 1920, αλλά αυτή πρέπει να βρίσκεται βυθισμένη εκείτο πολύ έξι μήνες. Όταν έρθει το καλοκαίρι, σκοπεύουμε να ανιχνεύσουμε την επιφάνεια του βυθού με ένα EG & G σόναρ που μπορεί να ανιχνεύσει ηχητικά σήματα που προέρχονται κάτω από τη λάσπη, και θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε με ακρίβεια το Ντέιβιντ Νταρκ». «Τώρα πια σίγουρα θα έχει αποσυντεθεί. Δεν θα έχει απομείνει τίποτα για να εντοπίσετε». «Εγώ πιστεύω πως θα έχει απομείνει», διαφώνησε ο Έντουαρντ. «Η λάσπη εκεί είναι τόσο μαλακή που μπορείς να βουτήξεις το χέρι σου μέσα της μέχρι τον ώμο δίχως κανένα πρόβλημα. Κάποτε, βούλιαξα εκεί μέσα σχεδόν μέχρι τη μέση. Αν το Ντέιβιντ Νταρκ βυθίστηκε κάπου εκεί κοντά, θα πρέπει αρχικά να θάφτηκε μέχρι το ύψος του ίσαλού του, και τις επόμενες βδομάδες θα κατέβηκε βαθύτερα. Όλα τα ξύλα που βρέθηκαν κάτω από τη λάσπη πρέπει να παρέμειναν άθικτα, και χο ιδιαίχερα κρύο ρεύμα που περνάει από χον Ισθμό χου Γκράνιχχενχ προχού φτάσει στον Κόλπο του Σάλεμ πρέπει να έχει αποτρέψει την αποσύνθεση των ξύλων που παρέμειναν εκτεθειμένα. Οι μύκητες και οι βάκιλλοι απεχθάνονται το παγωμένο νερό, όσο και τα ισόποδα ή τα nototeredo norvavica — δηλαδή τα μαλάκια». «Ευχαριστώ για το μάθημα θαλάσσιας βιολογίας. Τι ελπίζετε όμως να καταφέρετε αν τελικά μπορέσετε να εντοπίσετε το Ντέιβιντ Νταρκ;» Ο Έντουαρντ άνοιξε τα χέρια του με έκπληξη. «Να το ανεβάσουμε στην επιφάνεια, φυσικά», είπε, σαν να ήταν προφανές από την αρχή. «Να το ανεβάσουμε στην επιφάνεια και να μάθουμε τι είναι αυτό που έχει στο αμπάρι του».

ΔΩΔΕΚΑ

Μ

πήκαμε στο αυτοκίνητο του Έντουαρντ Ουόρντουελ, ένα γαλάζιο τζιπ γεμάτο βαθουλώματα στο αμάξωμα, και κατεβήκαμε στο Ψαράδικο της Δυτικής Ακτής, όπου του έκανα το τραπέζι. Εκείνος έφαγε στρείδια στιφάδο και παϊδάκια, και εγώ, που για πρώτη φορά μέσα σε δύο μέρες ανακάλυπτα

πως πραγματικά πεινούσα, παρήγγειλα μαζί με το στιφάδο μου δυο μερίδες Ιρλανδέζικο ψωμί, και συνόδεψα το φιλέτο μου με μια γενναία ποσότητα σαλάτας. Το Ψαράδικο ήταν διακοσμημένο με δίχτυα και αστακούς, με τον κλασικό τρόπο όλων των εστιατορίων που βρίσκονταν κατά μήκος ολόκληρης της ακτής της Νέας Αγγλίας· αλλά ο φωτισμός ήταν χαμηλός, η ατμόσφαιρα σε βοηθούσε να χαλαρώσεις και τα πάντα έδειχναν τόσο φυσιολογικά εκεί — και τα ψάρια του ήταν καλύτερα από τα περισσότερα άλλα εστιατόρια. Το μόνο που ήθελα ήταν καλό φαγητό και μια αίσθηση φυσιολογικής ζωής, ειδικά μετά το χθεσινό βράδι. Ο Έντουαρντ μου είπε πως είχε ξεκινήσει να ασχολείται με τις υποβρύχιες καταδύσεις στο Σαν Ντιέγκο όταν ήταν δεκαπέντε χρονών. «Δεν είμαι ιδιαίτερα καλός», μου είπε, ενώ άλειφε με βούτυρο μια φέτα ψωμιού για το τσάι, «αλλά μου άνοιξε την όρεξη για την υποβρύχια αρχαιολογία». Αντίθετα με την κοινή αντίληψη ότι στον Ειρηνικό Ωκεανό και την Καραϊβική Θάλασσα υπάρχουν τα ναυάγια αμέτρητων Ισπανικών καραβιών που το καθένα στο αμπάρι του κρύβει κάποιον θησαυρό, ο Έντουαρντ είπε ότι ο μεγαλύτερος αριθμός καλοδιατηρημένων σκαφών βρίσκεται στα βόρεια νερά. «Στη Μεσόγειο, για παράδειγμα, ένα πλοίο από ξύλο θα αντέξει γύρω στα πέντε χρόνια κάτω από το νερό. Στον Ειρηνικό, θα είσαι τυχερός αν δεις κάποιο να κρατάει πάνω από έναν χρόνο. Και ακόμα και όσα είναι φτιαγμένα από σίδερο, σε ζεστά νερά μπορούν να κρατήσουν μόνο μέχρι τριάντα ή σαράντα χρόνια το πολύ». Με την άκρη του δείκτη του σχημάτισε μερικούς κύκλους στην επιφάνεια του τραπεζομάντηλου. «Αυτό που συνειδητοποιείς με τον καιρό καθώς ασχολείσαι με την υποβρύχια αρχαιολογία είναι ότι κατά βάθος δεν υπάρχει εκείνο που λέμε "Ο Ωκεανός". Οι συνθήκες κάτω από τον ωκεανό ποικίλουν τόσο πολύ από το ένα μέρος στο άλλο όσο και στη στεριά. Πάρε για παράδειγμα το Ουόζα, που βυθίστηκε στο λιμάνι της Στοκχόλμης το 1628, και το οποίο ανελκύστηκε σχεδόν ανέπαφο το 1961. Βρισκόταν σε εκπληκτική κατάσταση, για τον απλούστατο λόγο ότι το νερό ήταν πολύ παγωμένο για να επιβιώσει η ναυτική τερηδόνα, και να φθείρει την ξύλινη κατασκευή του. Και στο Σόλεντ, την είσοδο στα λιμάνια του Σαουθάμπτον και του Πόρτσμουθ στην Αγγλία, το Βασιλιάς Γεώργιος παρέμενε σχεδόν ανέπαφο έπειτα από πενήντα τρία χρόνια στον βυθό, και το Έντγκαρ αποτελούσε ακόμα εμπόδιο στη διέλευση των πλοίων έπειτα από εκατόν τριάντα τρία χρόνια. Το κλασικό παράδειγμα, βέβαια, ήταν το Μαίρη, Ρόουζ, που βούλιαξε το 1545, σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια πριν χαθεί το Ντέιβιντ Νταρκ, και όμως το μισό αμπάρι του, εκείνο το μισό που είχε θαφτεί κάτω από τη λάσπη του βυθού, είχε επιζήσει». «Η ανέλκυση του Έντγκαρ και του Μαίρη, Ρόουζ κόστισε εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια», του υπενθύμισα. «Πώς θα φέρεις στην επιφάνεια το Ντέιβιντ Νταρκ, όταν δεν έχεις να πληρώσεις ούτε χίλια δολάρια για έναν πίνακα

ζωγραφικής;» «Το πρώτο βήμα θα είναι να το εντοπίσουμε, να αποδείξουμε ότι είναι εκεί. Μόλις το καταφέρουμε αυτό, θα μπορώ να πλησιάσω το Πίμποντι, το Ινστιτούτο Έσεξ και τον Δήμο, και θα προσπαθήσω να συγκεντρώσω κάποια οικονομική βοήθεια». «Είσαι αρκετά σίγουρος, έτσι;» «Νομίζω πως πρέπει να είμαι. Υπάρχουν δύο πολύ επιτακτικοί λόγοι για την ανέλκυση αυτού του ναυαγίου. Ο πρώτος είναι προφανής: η ιστορική του σημασία. Ο δεύτερος είναι ότι το ναυάγιο τούτο έχει κάποια αλλόκοτη επιρροή στον πληθυσμό του Γκράνιτχεντ». «Σ' αυτό θα συμφωνήσω», είπα. Έκανα νόημα στον σερβιτόρο να μου φέρει άλλο ένα ουίσκι. «Έχω μια καταπληκτική ιδέα», είπε ο Έντουαρντ. «Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου στην κατάδυση το Σαββατοκύριακο; Αν ο καιρός το επιτρέψει, θα κατέβουμε το πρωί του Σαββάτου, και ίσως και την Κυριακή». «Θα αστειεύεσαι! Δεν έχω κάνει ούτε μία κατάδυση στη ζωή μου. Κατάγομαι από το Σεντ Λούις, το ξέχασες;» «Θα σου μάθω εγώ. Είναι τόσο εύκολο όσο το να αναπνέεις. Είναι πολύ βρόμικα εκεί κάτω, δεν είναι σαν να βουτάς στις Βερμούδες. Αλλά θα σου αρέσει πολύ, μόλις συνηθίσεις». «Δεν είμαι και τόσο σίγουρος», είπα απρόθυμα. «Έλα να δοκιμάσεις μόνο», με πίεσε ο Έντουαρντ. «Άκουσέ με, θέλεις να μάθεις τι συνέβη στην κα Σίμονς, έτσι δεν είναι; Θέλεις να μάθεις για ποιον λόγο εμφανίζονται φαντάσματα στο Γκράνιτχεντ;» «Φυσικά». «Θα σου τηλεφωνήσω τότε το Σάββατο το πρωί, αν καθαρίσει ο καιρός. Το μόνο που θα χρειαστεί να φέρεις μαζί σου είναι ένα ζεστό πουλόβερ, μια δερμάτινη μπλούζα και δύο βερμούδες. Θα σου δώσω εγώ στολή, και όλον τον εξοπλισμό που χρειάζεται». Κατέβασα τις τελευταίες σταγόνες του ποτού μου. «Ελπίζω να μην μπλέκω τον εαυτό μου σε τίποτα απαίσιο». «Σου είπα, θα σου αρέσει πολύ. Α — να θυμηθείς μόνο να μη φας τίποτα βαρύ για πρωινό. Αν κάνεις εμετό κάτω από το νερό, μπορεί να είναι πραγματικά πολύ επικίνδυνο, ίσως και θανατηφόρο». Του χαμογέλασα λοξά. «Ευχαριστώ για την προειδοποίηση. Ελπίζω να είναι εντάξει ένα πιάτο δημητριακά». «Τα δημητριακά είναι μια χαρά», είπε ο Έντουαρντ, με αρκετά σοβαρό ύφος. Έπειτα συμβουλεύτηκε το αδιάβροχο καταδυτικό του ρολόι, και είπε: «Πρέπει να πηγαίνω. Περιμένω την αδερφή μου από τη Νέα Υόρκη απόψε, και δεν θέλω να την αφήσω να με περιμένει έξω από την πόρτα μου».

Ο Έντουαρντ με γύρισε πίσω στο σπίτι μου. «Θέλεις να μάθεις κάτι ενδιαφέρον;» με ρώτησε, καθώς το τζιπ του τρανταζόταν από το απότομο φρενάρισμα. «Κάποτε έψαξα την προέλευση της ονομασίας της Οδού Κουάκερ γιατίμου είχε φανεί αταίριαστο ένας δρόμος του Γκράνιτχεντ να έχει πάρει το όνομα των Κουακέρων, τη στιγμή μάλιστα που δεν είχαν έρθει ποτέ εδώ. Θέλω να πω, οι περισσότεροι απ' αυτούς, όπως ξέρεις, ζούσαν στην περιοχή της Πενσιλβάνια· και απ' ό,τι μπόρεσα να ανακαλύψω, δεν υπάρχει καμία καταγραφή για εμφάνιση της Κοινωνίας των Φίλων των Κουακέρων στο Γκράνιτχεντ, τουλάχιστον όχι μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα». «Έμαθες τελικά γιατί ονομάστηκε Οδός Κουάκερ;» τον ρώτησα. «Στο τέλος τα κατάφερα, σχεδόν κατά τύχη. Η απάντηση βρισκόταν στο λευκό φύλλο στην αρχή ενός παλιού βιβλίου που είχε σταλεί στο Πίμποντι από την ηλικιωμένη κα Σίμουρ· πάντα μας στέλνει πράγματα, τα πιο πολλά είναι σκουπίδια από τη σοφίτα της. Όμως σε εκείνο το φύλλο, κάποιος είχε γράψει: Οδός Κρακέρ, Γκράνιτχεντ». «Κρακέρ; Αυτό ακούγεται Γαλλικό». «Είναι. Σημαίνει ραγίζω, σπάω». «Και για ποιον λόγο κανείς να ονομάσει τον δρόμο αυτό Οδό Κρακέρ;» «Δεν έχω ιδέα. Εγώ είμαι απλά ένας ερευνητής της ναυτικής ιστορίας. Ίσως ο δρόμος να ήταν γνωστός για τη ραγισμένη του επιφάνεια. Μην ξεχνάς πως από εδώ κουβαλούσαν τα φέρετρα καθώς τα ανέβαζαν στο Κοιμητήριο Ουότερσαϊντ, και ίσως να ονόμασαν τον δρόμο έτσι επειδή πάντα τους έπεφταν τα φέρετρα και έσπαγαν. Ποιος ξέρει;» «Αυτό είναι που μου αρέσει στους ιστορικούς», του είπα. «Πάντα δημιουργούν περισσότερες ερωτήσεις απ' όσες απαντούν». Κατέβηκα από το τζιπ και έκλεισα την πόρτα. Ο Έντουαρντ έγειρε το σώμα του προς το μέρος μου και κατέβασε το τζάμι του παράθυρου. «Ευχαριστώ για το φαγητό», είπε. «Και...καλή τύχη με την αστυνομία». Κατηφόρισε τον λόφο· άκουσα τον ήχο των τροχών του τζιπ του καθώς βουτούσαν με μικρά τινάγματα στις γεμάτες νερό λακκούβες. Επέστρεψα στο σπίτι, έβαλα να πιώ ένα ακόμη ποτό και άρχισα να συμμαζεύω λιγάκι. Η κα Χέρον από τις Οικίες Μπρέντμποουρντ έστελνε την υπηρέτρια της, την Έθελ, να μου συγυρίζει δύο φορές τη βδομάδα, κάθε Τρίτη και Παρασκευή, να αλλάζει τα σεντόνια στο κρεβάτι, να περνάει με την ηλεκρική σκούπα τα χαλιά, να πλένει τα παράθυρα· αλλά ήθελα να διατηρώ το σπίτι καθαρό και συμμαζεμένο όπως και να 'χε, και πάντα μου άρεσε να υπάρχουν μέσα στο σπίτι φρέσκα λουλούδια. Μου θύμιζαν τις ευτυχισμένες μέρες εδώ με την Τζέιν τις καλύτερες μέρες ολόκληρης της καταραμένης ζωής μου. Κάθισα μπροστά στο τζάκι και διάβασα όσα περισσότερα μπόρεσα να βρω σχετικά με βυθισμένα καράβια και υποβρύχιες καταδύσεις κάι την παλιά εποχή στο

Σάλεμ και χο Γκράνιχχενχ. Με'χρι χην ώρα που χο εκκρεμε'ς οχον διάδρομο σήμανε δώδεκα, ο αέρας είχε πέσει και η βροχή είχε μαλακώσει, και εγώ είχα μάθει χόσα πράγμαχα για χην ανέλκυση ναυαγίων που οι μόνοι που με ξεπερνούσαν σε γνώσεις ήχαν οι αληθινοί ειδικοί. Σκάλισα χο χελευχαίο θρυψαλλισμένο κούτσουρο σχη φωχιά που αργόσβηνε, και χενχώθηκα — αναρωχήθηκα αν δικαιούμουν ένα χελευχαίο ποτό για απόψε. Ήταν παράξενο το να πίνω μόνος μου: ποτέ δεν κατάφερνα να μεθύσω. Μου έμεναν οι πονοκέφαλοι του επόμενου πρωινού, πάντως. Ή τ α ν η τιμωρία, δίχως την ευχαρίστηση. Κλείδωσα την εξώπορτα και πήρα μια τελευταία μεζούρα Σίβας μαζί μου στην κρεβατοκάμαρα. Γέμισα την μπανιέρα μέχρι πάνω με ζεστό νερό, και έβγαλα αργά τα ρούχα μου. Είχα να κοιμηθώ κανονικά δύο νύχτες, και ένιωθα εξαντλημένος. Μόλις μπήκα στην μπανιέρα, ξάπλωσα πίσω, έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να στραγγίξω την ένταση από το σώμα μου. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το σταθερό στάξιμο της καυτής στρόφιγγας, που ποτέ δεν έκλεινε καλά, και το κροτάλισμα από τους αφρούς του Μπάντεντας. Τώρα που ο καιρός είχε ηρεμήσει και ο άνεμος είχε σταματήσει να περικυκλώνει το σπίτι με την ένταση της ανάσας του, ένιωσα για κάποιον περίεργο λόγο λιγότερο φοβισμένος. Ίσως να ήταν ο άνεμος εκείνος που είχε φέρει μαζί του τα πνεύματα, με τον ίδιο τρόπο που είχε φέρει και τη Μαίρη Πόπινς· και μόλις έπεσε, τα πνεύματα μας άφησαν να ησυχάσουμε. Αυτό τουλάχιστον προσευχήθηκα στον Θεό. Συμπλήρωσα όμως την προσευχή μου με την παράκληση ο καιρός να φρενιάσει το Σάββατο το πρωί, μόνο για λίγες ώρες, για να αποφύγω την κατάδυση. Βρισκόμουν ακόμα ξαπλωμένος στην μπανιέρα όταν άκουσα ένα αχνό ψιθύρισμα. Άνοιξα τα μάτια μου αμέσως, και αφουγκράστηκα τον χώρο. Δεν μπορούσε να κάνω λάθος. Ήταν το ίδιο ψιθύρισμα που είχα ακούσει κάτω, στη βιβλιοθήκη, ένας απαλός χείμαρρος βλασφήμιας, που ίσα που έφτανε στα όρια της ακοής μου. Ένιωσα τους ώμους μου να παγώνουν, και τελείως ξαφνικά αισθάνθηκα το νερό του μπάνιου δυσάρεστο και βρόμικο. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Η Οικία της Οδού Κουάκερ ήταν στοιχειωμένη. Μπορούσα να αισθανθώ το ψύχος των πνευμάτων που διέσχιζαν τους χώρους της, λες και όλες οι πόρτες του κάτω πατώματος είχαν ανοίξει αθόρυβα, και παντού μέσα στο σπίτι φυσούσαν παγωμένα ρεύματα. Ανακάθισα στην μπανιέρα και ο ήχος του νερού ακούστηκε περίεργος και παράφωνος, σαν ένα φτηνό ηχητικό εφέ. Τότε ήταν που κοίταξα τον καθρέφτη πάνω από τον νιπτήρα. Είχε θαμπώσει από τους ατμούς που αναδύονταν από την μπανιέρα, αλλά τώρα η θολούρα έμοιαζε σε μερικά σημεία να υγροποιείται και να παίρνει το σχήμα ενός ισχνού προσώπου. Τα σταγονίδια υγροποιημένων ατμών που έτρεχαν από τις σκούρες

εσοχές των ματιών έμοιαζαν με δάκρυα, ενώ οι σταγόνες εκείνες που κυλούσαν από τη γραμμή των χειλιών έδειχναν σαν αίμα· και παρ' όλο που όλα αυτά πιθανόν να μην ήταν τίποτα παραπάνω από τους ατμούς του μπάνιου που σταδιακά πάγωναν, το πρόσωπο έμοιαζε να είναι ζωντανό και να κινείται, σαν πίσω από την αργυρόχρωμη επιφάνεια του καθρέφτη να υπήρχε κάποιο αιχμάλωτο πνεύμα, που προσπαθούσε απεγνωσμένα να εκδηλωθεί, που προσπαθούσε απεγνωσμένα να μιλήσει στον έξω κόσμο. Σηκώθηκα όρθιος, ρίχνοντας νερά ολόγυρά μου, και άπλωσα το χέρι μου για να πιάσω το πανάκι που υπήρχε στο πλαϊνό μέρος του νιπτήρα. Με τρεις απότομες κινήσεις του χεριού μου σκούπισα τον ατμό από τον καθρέφτη, ώσπου να καθαρίσει η επιφάνειά του· και το μόνο που είδα ήταν το δικό μου, ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Έπειτα, βγήκα από την μπανιέρα και πέρασα πάνω μου την πετσέτα. Δεν έχει κανένα νόημα, είπα από μέσα μου, καθώς κατευθυνόμουν προς την κρεβατοκάμαρα. Αν ήταν να με επισκέπτονται ψίθυροι και φαντάσματα κάθε βράδι, τότε θα έπρεπε να μετακομίσω. Είχα διαβάσει στην Αρχιτεκτονική Επιλογή, για έναν Ιταλό που μοιραζόταν ευτυχισμένα το τεράστιο αρχοντικό του με ένα θορυβώδες φθοροποιό πνεύμα, αλλά εγώ δεν ήμουν ούτε αρκετά γενναίος ούτε αρκετά ήρεμος για να μπορέσω να ανεχτώ όλα αυτά που συνέβαιναν στην Οικία της Οδού Κουάκερ. Υπήρχε κάτι το τρομακτικά ακόλαστο στον ψίθυροκαι μέσα μου ένιωθα μια φοβερή καταπιεσμένη αγωνία για όλα αυτά που είχα δει. Αισθανόμουν πως έβλεπα και άκουγα πράγματα από το Καθαρτήριο, εκείνον τον προθάλαμο σκότους και οδύνης πριν την Κόλαση. Το χειρότερο απ' όλα, όμως, ήταν πως βρισκόταν και η Τζέιν εκεί. Η γυναίκα που είχα αγαπήσει και είχα παντρευτεί, και που εξακολουθούσα να αγαπώ. Σκουπίστηκα με την πετσέτα, βούρτσισα τα δόντια μου, και πήγα στο κρεβάτι με μία από τις υπνωτικές κάψουλες που μου είχε δώσει ο Δρ. Ρόσεν, και ένα βιβλίο σχετικά με την κατασκευή της Διώρυγας του Παναμά. Ήταν περασμένες μία τώρα, και στο σπίτι υπήρχε ησυχία, εκτός από το ρυθμικό τικ-τακ του εκκρεμούς στον διάδρομο, και το περιοδικό δυνατό χτύπημά του που σήμαινε τις ώρες. Δεν ξέρω πότε με πήρε ο ύπνος, αλλά με ξύπνησε το ξαφνικό σκοτείνιασμα της λάμπας που υπήρχε δίπλα στο κρεβάτι- ήταν σαν να είχε κοπεί το ρεύμα σε όλη την περιοχή. Σκοτείνιαζε και σκοτείνιαζε, ώσπου στο τέλος είδα το ηλεκτρόδιο της λυχνίας να παίρνει ένα πορτοκαλί χρώμα και να σιγοσβήνει, σαν πυγολαμπίδα που πεθαίνει. Έπειτα ακολούθησε το κρύο. Μία απότομη πτώση της θερμοκρασίας, ίδια με την ψύχρα που με είχε διαπεράσει το περασμένο βράδι στη βιβλιοθήκη. Η ανάσα μου άρχισε να γίνεται ορατή, και για να ζεσταθώ τύλιξα το πάπλωμα πιο σφικτά γύρω μου . Άκουσα γέλια, ψιθύρους. Υπήρχαν κάποιοι στο σπίτι! Δεν εξηγούνταν

αλλιώς. Άκουσα βήματα στη σκάλα, λες και τε'σσερις ή πέντε άνθρωποι ανέβαιναν γρήγορα πάνω για να με δουν. Αλλά έπειτα από ένα ξέσπασμα, ο θόρυβος έσβησε, και η πόρτα παρέμεινε κλειστή, και δεν είδα απολύτως κανέναν. Έμεινα ακριβώς εκεί που ήμουν, κουρνιασμένος μέσα στην κουβέρτα μου. Ο αγκώνας μου που στήριζε το σώμα μου στην ίδια στάση για τόσην ώρα με πονούσε, αλλά ήμουν πολύ τρομαγμένος για να κουνήσω κάποιον μυ. Εχτές το πρωί, όταν έφερνα στο μυαλό μου τον τρόπο με τον οποίον είχα μπει στο σπίτι της κας Σίμονς, είχα δώσει συγχαρητήρια στον εαυτό μου για το θάρρος του. Αλλά τώρα, μες τη μέση της νύχτας, με όλα αυτά τα θροίσματα και τα μουρμουρητά έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου, θυμήθηκα πόσο πολύ είχα τρομοκρατηθεί. «Τζον», ψιθύρισε μια φωνή. Κοίταξα ολόγυρα, με τα δόντια μου σφιγμένα, παγωμένα από τον πανικό μου. «Τζον», επανέλαβε η φωνή. Δεν υπήρχε αμφιβολία σε ποιον ανήκε η φωνή αυτή. Με τραχιά φωνή, απάντησα: «Τζέιν; Εσύ είσαι;» Αργά, εκείνη άρχισε να εμφανίζεται, στην άκρη του κρεβατιού. Δεν ήταν εκτυφλωτικά φωτεινή όπως την πρώτη φορά, αλλά εξακολουθούσε να τρεμοπαίζει σαν ένα μακρινό μήνυμα από έναν ηλιογράφο. Αδύνατη, με τα μάτια βυθισμένα στις εσοχές τους, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν γύρω από το κεφάλι της από κάποιον αέρα που εγώ δεν μπορούσα να νιώσω με τις δικές μου αισθήσεις, με τα χέρια υψωμένα σαν να επιδείκνυε το γεγονός ότι ήταν νεκρή αλλά δεν είχε στίγματα. Φορούσε μια ωχρή λευκή ρόμπα, αλλά αυτό που με τρόμαζε πιο πολύ απ' όλα ήταν το ύψος της. Έμοιαζε να είναι πάνω πάνω από δύο μέτρα ψηλή, και τα μαλλιά της σχεδόν άγγιζαν το ταβάνι- με κοιτούσε από ψηλά με μια σοβαρή, άκαμπτη έκφραση στο πρόσωπο, που έκανε τον τρόμο να ποτίσει το κορμί μου σαν να ήταν η παγωμένη βροχή του Βόρειου Ατλαντικού. «Τζον;» μου ψιθύρισε πάλι, αν και το στόμα της έμενε ακίνητο. Και άρχισε να κινείται γύρω από την άκρη του κρεβατιού. Η εικόνα της ερχόταν και έφευγε, σαν να την έβλεπα μέσα από μια κουρελιασμένη κουρτίνα από γάζα. Αλλά όσο περισσότερο με πλησίαζε, τόσο πιο πολύ η θερμοκρασία έπεφτε, και τόσο πιο καθαρά μπορούσα να ακούσω το κροτάλισμα του στατικού ηλεκτρισμού από τα ανασηκωμένα της μαλλιά. «Τζέιν», είπα, με σφιγμένη φωνή, «δεν είσαι πραγματική. Τζέιν, είσαι νεκρή! Δεν μπορεί να είσαι εδώ, είσαι νεκρή!» «Τζον», αναστέναξε, και η φωνή της έμοιαζε σαν τέσσερις ή πέντε φωνές που μιλούσαν συγχρόνως. «Τζον, κάνε μου έρωτα». Για μια στιγμή, όλο μου το κουράγιο και το θάρρος κατέρρευσαν μέσα μου και χάθηκαν μέσα σε εκείνη την ελκτική Μαύρη Τρύπα που ονομάζεται πανικός. Σκέπασα το κεφάλι μου με το πάπλωμα και σφιχτόκλεισα με δύναμη τα μάτια μου και ούρλιαξα κάτω από τα σκεπάσματα: «Βλέπω κάποιο όνειρο! Είναι ένας

εφιάλτης! Για όνομα του Θεού, ας μου πει κάποιος ότι ονειρεύομαι!» Περίμενα κάτω από το πάπλωμα με τα μάτια κλειστά, ώσπου άρχισα να αναπνέω με δυσκολία. Τότε άνοιξα πάλι τα μάτια μου και κοίταξα τη σκοτεινιά του εσωτερικού του σκεπάσματος μου, μπροστά ακριβώς στη μύτη μου. Το πρόβλημα όταν κρύβεται κανείς είναι ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να βγει από την κρυψώνα του και να αντιμετωπίσει αυτό που τον είχε κάνει να κρυφτεί. Προσευχήθηκα μέσα μου η Τζέιν να έχει φύγει, ο ψίθυρος να έχει σωπάσει, το σπίτι να έχει ζεσταθεί και να έχει επιστρέψει στην κανονική του κατάσταση. Κατέβασα το πάπλωμα από το κεφάλι μου και κοίταξα ψηλά. Αυτό που είδα ακριβώς από πάνω μου με έκανε να βγάλω μια εκκωφαντική κραυγή. Ήταν το πρόσωπο της Τζέιν, γύρω στα δέκα εκατοστά απόσταση από εμένα, και κοιτούσε κατ' ευθείαν προς το μέρος μου. Έμοιαζε να λιώνει και να μεταβάλλεται και να αλλάζει κάθε δευτερόλεπτο- τη μια στιγμή έδειχνε παιδικό και νέο, και την άλλη ρημαγμένο και γερασμένο. Τα μάτια της ήταν αδιαπέραστα: έμοιαζε να μην υπάρχει καθόλου ζωή μέσα τους. Και από την έκφραση της δεν έσβηνε ποτέ εκείνη η βαριά γαλήνη που είχα δει στο πρόσωπο της μέσα στο φέρετρο, πριν την ταφή της. «Τζον», είπε, από κάποιο σημείο στο εσωτερικό του κρανίου μου. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Ήμουν τρομοκρατημένος. Γιατί όχι μόνο η Τζέιν με κοιτούσε από τόσο κοντινή απόσταση, αλλά και το σώμα της βρισκόταν, για την ακρίβεια αιωρούνταν, πάνω από το δικό μου, από τη μία άκρη στην άλλη, μερικά εκατοστά πάνω από το κρεβάτι. Η ψύχρα διαχεόταν από μέσα της σαν την άχνη του ξηρού πάγου, και στα μαλλιά και τις βλεφαρίδες μου αισθάνθηκα να σχηματίζονται παγωμένοι κρύσταλοι, αλλά η Τζέιν εξακολουθούσε να αιωρείται από πάνω μου, άυλη και παγερή, στο κενό κάποιου κόσμου όπου η βαρύτητα και η ύλη έμοιαζαν να μην έχουν κανένα νόημα. «Κάνεμου έρωτα», ψιθύρισε. Τη φωνή της ακολουθούσαν αντηχήσεις, σαν να μιλούσε μέσα από κάποιον μακρύ αδειανό διάδρομο. «Τζον, κάνε μου έρωτα». Το πάπλωμα γλίστρησε από το κρεβάτι, θαρρείς και ήταν ζωντανό. Τώρα βρισκόμουν ξαπλωμένος γυμνός, με αυτή την τρεμάμενη εικόνα της Τζέιν να ίπταται οριζόντια από πάνω μου και να μου ψιθυρίζει, να με παγώνει, και συγχρόνως να μου ζητάει να της κάνω έρωτα. Δεν κούνησε τον βραχίονά της, και όμως αισθάνθηκα ένα παγωμένο χέρι να περνάει πάνω από το μέτωπο μου, και να αγγίζει τα μάγουλά μου, και έπειτα τα χείλη μου. Η αίσθηση του ψύχους γλίστρησε στα γυμνά πλευρά μου, κάνοντας τις θηλές μου να ριγήσουν, διαγράφοντας τους μύες του στήθους μου, αγγίζοντας τους γοφούς μου στο πλάι. Έπειτα, άγγιξε τους όρχεις μου, κάνοντάς τους να σκληρύνουν και να μαζέψουν, αλλά προκαλώντας συγχρόνως μια περίεργη έξαψη στο πέος μου, που παρ' όλο τον φόβο και την ανησυχία μου, το έκανε να ορθωθεί.

«Κάνε μου έρωτα, Τζον», μου ψιθύρισε, μια φωνή πάνω στην άλλη, μια ηχώ μέσα στην άλλη. Και η ψύχρα συνέχιζε να με χαϊδεύει, πάνω κάτω, ώσπου μέσα μου άρχισαν να αναδεύονται αισθήσεις που δεν είχα νιώσει για πάνω από έναν μήνα. «Τζον», μου είπε ξανά. «Αυτό δεν είναι παρά ένα όνειρο», της είπα. «Δεν μπορεί να συμβαίνει στην πραγματικότητα. Δεν μπορεί να είσαι αληθινή. Είσαι νεκρή, Τζέιν, σε έχω δει νεκρή, και είσαι νεκρή». Το παγωμένο χάδι εξακολουθούσε να διατρέχει το σώμα μου, ξανά και ξανά, ώσπου άρχισα να αισθάνομαι πως πλησίαζα σε οργασμό. Ή τ α ν σαν να κάνω έρωτα και συγχρόνως δεν έμοιαζε καθόλου με το να κάνω έρωτα: μπορούσα να νιώσω ολισθηρότητα και απαλότητα και τη νευρώδη διέγερση που μου προκαλούσαν οι τρίχες ενός εφηβαίου, αλλά την ίδια στιγμή τα πάντα ήταν απόλυτα παγερά. Ένιωθα το πέος μου να είναι λευκό από το κρύο, και το σώμα μου ολόκληρο να έχει ανατριχιάσει. «Τζέιν», της είπα, «αυτό δεν είναι πραγματικότητα». Και καθώς η αίσθηση του οργασμού που πλησίαζε έκανε το κορμί μου να τεντωθεί, ήξερα ότι αυτό δεν ήταν πραγματικότητα, ήξερα πως ήταν ολοκληρωτικά αδύνατο, ήξερα πως δεν γινόταν να κάνω έρωτα με την εδώ και ένα μήνα νεκρή γυναίκα μου- και τη στιγμή που το σπέρμα ανάβλυσε στο γυμνό μου στομάχι, ακούστηκε μια φρικιαστικά δυνατή στριγγλιά και η Τζέιν ήρθε με ορμή καταπάνω μου με το πρόσωπο της να εκρήγνυται και να μετατρέπεται σε μια μάζα από αίμα και θρυμματισμένο γυαλί και για μια στιγμή απόλυτου τρόμου το κρανίο της ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι στο δικό μου, με τη σάρκα από τα μάγουλά της να έχει αποκολληθεί από τα ζυγωματικά, τα μάτια να έχουν βγει από τις εσοχές τους, τα χείλη να έχουν απλωθεί σαν ένας λιωμένος σωρός από φράουλες που από κάτω τους άφηναν να φανούν τα χαμογελαστά ματωμένα της δόντια. Εκτινάχθηκα έξω από το κρεβάτι, στο πάτωμα, τόσο γρήγορα που συγκρούστηκα με την τουαλέτα και έκανα έναν συρφετό από μπουκάλια άφτερ-σέιβ και κορνίζες με φωτογραφίες και διάφορα διακοσμητικά να κουδουνίσει με θόρυβο. Έ ν α βάζο με πορσελάνινα λουλούδια έπεσε στο πάτωμα και έγινε κομμάτια. Γούρλωσα τα μάτια μου προς το ανακατωμένο κρεβάτι, ριγώντας. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί, ούτε αίμα, ούτε κάποιο σώμα, τίποτα. Ένιωσα την κολλώδη αίσθηση του σπέρματος να γλιστράει στο στομάχι μου, και έβαλα το χέρι μου για να τη νιώσω με την αφή μου. Ένας εφιάλτης, αυτό πρέπει να ήταν. Ένας σεξουαλικός εφιάλτης. Έ ν α μίγμα σεξουαλικής αναστάτωσης και φόβου, μπλεγμένων με εκόνες της Τζέιν. Δεν ήθελα να επιστρέψω στο κρεβάτι μου, και φοβόμουν να πέσω για ύπνο, αλλά η ώρα είχε πάει ήδη δύο τα ξημερώματα, και ήμουν τόσο κουρασμένος που το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να συρθώ κάτω από το πάπλωμα και να κλείσω

τα μάτια μου. Πίεσα την παλάμη μου στο μέτωπο μου και προσπάθησα να ηρεμήσω. Καθώς αυτή μου η προσπάθεια είχε αρχίσει να φέρνει αποτελέσματα, στο σεντόνι μου έκαναν την εμφάνισή τους μερικές καφετί κηλίδες, σαν σημάδια από κάψιμο πάνω στο δέρμα. Μερικές από τις κηλίδες αυτές μάλιστα έμοιαζαν να σιγοκαίνε, σαν κάποιος που είχε κρυφτεί κάτω από το σεντόνι να τις καψάλιζε με ένα καυτό σκαλιστήρι ή με την κάφτρα ενός τσιγάρου. Τις παρακολούθησα με φόβο, ανάμικτο με περιέργεια, καθώς σχημάτιζαν γραμμές καμπύλες, σπειροειδείς και ευθείες. Αυτό που σχηματίστηκε ήταν μια σειρά από γράμματα. Ήταν ασαφή, δυσανάγνωστα, αλλά ήταν σίγουρα γράμματα. Α.ΕΛ.Σ. ΑΝΕΛΕΗΤΟΣ; ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ; Και τότε ήταν που μου πέρασε από το μυαλό. Μπορεί να είχε να κάνει μόνο με το γεγονός ότι πριν από λίγο μιλούσα με τον Έντουαρντ Ουόρντουελ για αυτό ακριβώς το πράγμα. Αλλά έδειχνε να ταιριάζει τόσο καλά που μου ήταν σχεδόν αδύνατο να πιστέψω ότι τα γράμματα αυτά θα μπορούσαν να σημαίνουν οτιδήποτε άλλο. Ό χ ι ΑΝΕΛΕΗΤΟΣ, ούτε ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ, αλλά ΑΝΕΛΚΥΣΗ. Μέσα από το πνεύμα της νεκρής γυναίκας μου, αυτό που κρυβόταν στο αμπάρι του Ντέιβιντ Νταρκ, ό,τι κι αν ήταν, ικέτευε για τη σωτηρία του.

ΔΕΚΑΤΡΙΑ

Τ

ο υπόλοιπο της νύχτας πέρασε ήρεμα, και ξύπνησα κατά τις έντεκα το πρωί. Λίγο πριν την ώρα του μεσημεριανού κατέβηκα με το αυτοκίνητο μέχρι το Γκράνιτχεντ, πάρκαρα στο κέντρο της πλατείας, και διέσχισα τον πλινθόκτιστο δρόμο για να ανοίξω το μαγαζί μου. Το Γκράνιτχεντ ήταν μια μικρότερη εκδοχή του Σάλεμ, ένα σύνολο από σπίτια και μαγαζιά του δέκατου όγδοου και του δέκατου ένατου αιώνα, όλα τους συγκεντρωμένα γύρω από μια γραφική αγορά. Τρία ή τέσσερα στενά δρομάκια κατέβαιναν απότομα από την πλατεία στο καμπυλωτό και γραφικό λιμάνι, κάθε γωνιά του οποίου στις μέρες μας ήταν κατειλημμένη από κάποια θαλαμηγό. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του πενήντα, το Γκράνιτχεντ ήταν μια εγκαταλειμένη και απομονωμένη κοινότητα ψαράδων. Με την άνοδο όμως της μεσαίας τάξης, στα τέλη της ίδιας δεκαετίας και στις αρχές της επόμενης, που με τη σειρά της έφερε την εξάπλωση της ιστιοπλοΐας και της αλιείας στο ανοιχτό πέλαγος ως μία από τις αγαπημένες ενασχολήσεις της αστικής τάξης, το Γκράνιτχεντ γρήγορα άρχισε να ασκεί τη γοητεία του σε όλους εκείνους που επιθυμούσαν να αποκτήσουν μια παραθαλάσσια εξοχική κατοικία κοντά στη Βοστώνη. Μια επιθετική οικιστική επιτροπή κατάφερε να αποσπάσει από τα κρατικά και τα ομο-

σπονδιακά κονδύλια αρκετά χρήματα για να αναπαλαιώσει όλα τα κομψά και ιστορικά κτίρια της πόλης, να κατεδαφίσει δρόμους ολόκληρους από εξαθλιωμένα σπίτια ψαράδων και να αντικαταστήσει τις ετοιμόρροπες αποθήκες και τις ρημαγμένες αποβάθρες με κοσμηματοπωλεία, καταστήματα ανδρικών ρούχων, αίθουσες τέχνης, ζαχαροπλαστεία, παμπ που σε έκαναν να νομίζεις πως βρίσκεσαι στην Αγγλία, εστατόρια που σέρβιραν κρέας και ψάρι, και όλα εκείνα τα μοντέρνα και κάπως ψεύτικα μαγαζιά που έχουν πάντα τη δική τους θέση στο σύγχρονο αμερικανικό εμπορικό κέντρο. Συχνά αναρωτιόμουν πού θα μπορούσα να πάω στο Γκράνιτχεντ για να αγοράσω κανονικό φαγητό και κανονικά είδη πρώτης ανάγκης για το σπίτι. Δεν έχεις πάντα όρεξη να φας βαυαρικό στρούντελ και να αγοράσεις χειροποίητα είδη κεραμικής για τη μοντέρνα κουζίνα σου. Βέβαια, και οι Ναυτικές Αντίκες Τρέντον ήταν εξίσου ένοχες για όλην αυτή την εμπορική κακογουστιά, με την πρασινοβαμμένη τους πρόσοψη και τα ψευτο-γεωργιανά τους παράθυρα. Στο εσωτερικό, υπήρχε ένας ακριβός συρφετός από μινιατούρες καραβιών μέσα σε μπουκάλια, γυαλιστερά μπρούντζινα τηλεσκόπια, εκτοκύκλια, ημικουλουμπρίνες, ναυτικές αρπάγες, ναυτοπλοϊκούς διαβήτες, πίνακες ζωγραφικής και γκραβούρες. Το αγαπημένα μου κομμάτια, φυσικά, παρέμεναν τα ακρόπρωρα, και όσο μεγαλύτερο στήθος είχε η γυναικεία φιγούρα πάνω τους, τόσο το καλύτερο. Έ ν α αυθεντικό ακρόπρωρο από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, ειδικά αν πάνω του είχε κάποια γυμνόστηθη γοργόνα, μπορούσε να πιάσει μέχρι τριάντα πέντε χιλιάδες δολάρια, μερικές φορές και παραπάνω. Αλλά η ζήτηση ήταν τόσο μεγάλη που είχα προσλάβει έναν γεράκο στο Σίνγκιν Μπιτς, για να μου λαξεύει «γνήσια αντίγραφα» παλιών ακρόπρωρων, χρησιμοποιώντας ως μοντέλο το κορίτσι του μήνα από το τεύχος Μαΐου του 1982 του Πλεϊμπόι. Πάνω στο χαλάκι της πόρτας με περίμενε μια δέσμη από λογαριασμούς και γράμματα, μαζί με μια ειδοποίηση από το ταχυδρομείο ότι είχαν τις γκραβούρες που είχα αγοράσει νωρίτερα αυτή τη βδομάδα στον πλειστηριασμό του Έντικοτ. Αργότερα θα έπρεπε να περάσω από κει και να τις πάρω. Παρ' όλο που είχα καταφέρει να κοιμηθώ λιγάκι, ένιωθα μελαγχολικός και ευερέθιστος. Δεν ήθελα να φύγω από το Γκράνιτχεντ, αλλά συγχρόνως γνώριζα πως δεν θα είχα τη δύναμη να αντιμετωπίσω άλλη μια νύχτα σαν τις προηγούμενες στο σπίτι μου. Με βασάνιζε ένας μοναδικός συνδυασμός φόβου και συναισθηματικού πόνου. Αυτό που μου προκαλούσε τον φόβο ήταν το κρύο, οι ψίθυροι, και ο φρικτός θάνατος της κας Σίμονς από κάποιο πνεύμα, θάνατος του οποίου είχα υπάρξει μάρτυρας· ένας θάνατος που θα μπορούσε να περιγραφεί μόνο με τις λέξεις «μαύρη μαγεία». Η πηγή του συναισθηματικού πόνου ήταν το γεγονός ότι αγαπούσα την Τζέιν, και παρ' όλο που γνώριζα καλά πως είναι νεκρή, την είχα δει και την είχα ακούσει. Όλα αυτά είχαν εξαντλήσει τις αντο-

χές του μυαλού μου. Έ ν α κοντόχοντρο ζευγάρι από δύο μεσήλικες, που φορούσαν πανομοιότυπα κοκκινοκάστανα χοντρά μπουφάν, μπήκε στο μαγαζί. Καθώς κοιτούσαν τις μινιατούρες των καραβιών, τα μάτια τους έπαιξαν πίσω από τα πανομοιότυπα γυαλιά τους που έμοιαζαν με πατομπούκαλα, και ψιθύριζαν μεταξύ τους. «Δεν είναι χαριτωμένα;» ρώτησε η γυναίκα. «Ξέρεις πώς τα φτιάχνουν αυτά, έτσι δεν είναι;» με ρώτησε απότομα ο άντρας, με δυνατή φωνή· κρίνοντας από την προφορά του θα πρέπει να ήταν από το Νιού Τζέρσεϊ. «Κάτι λίγο», του κούνησα το κεφάλι. «Κόβουν τα κατάρτια στη ρίζα, να έτσι, ώστε να ξαπλώσουν οριζόντια στο κατάστρωμα, και έπειτα τους δένουν ένα κομμάτι κλωστή, και μόλις το καράβι μπει στο μπουκάλι, τραβούν την κλωστή και τα κατάρτια σηκώνονται όρθια». «Μάλιστα», είπα. «Κάθε μέρα μαθαίνει κανείς κάτι καινούργιο», πρόσθεσε ο άντρας. «Πόσο κάνει αυτό; Το φαλαινοθηρικό;» «Αυτό φτιάχτηκε το 1871 από έναν δόκιμο σημαιοφόρο του Βέντσουρ», είπα. «Δύο χιλιάδες εφτακόσια δολάρια». «Πόσο;» «Δύο χιλιάδες εφτακόσια. Το πολύ να κατέβω μέχρι τα δυόμιση χιλιάρικα». Ο άντρας κοίταξε άφωνος το μπουκάλι που κρατούσε στα χέρια του. Στο τέλος είπε: «Δύο χιλιάδες εφτακόσια δολάρια για μια μινιατούρα μέσα σε ένα μπουκάλι; Θα μπορούσα να τη φτιάξω μόνος μου για ενάμιση δολάριο». «Τότε δεν χάνετε τίποτα να δοκιμάσετε», τον συμβούλεψα. «Υπάρχει μεγάλη ζήτηση στην αγορά για τέτοιες μινιατούρες. Ακόμα και για καινούργιες». «Θεέ μου», είπε ο άντρας, ακουμπώντας κάτω το μπουκάλι, σαν να ήταν το Άγιο Δισκοπότηρο, και άρχισε να οπισθοχωρεί από το μαγαζί. Συνέχισε όμως να κοιτάει ολόγυρα, έτσι ώστε να μη ρεζιλευτεί τελείως, και ήμουν σίγουρος πως θα ρωτούσε την τιμή ενός ακόμα πράγματος προτού φύγει, και έπειτα θα έλεγε: «Θα το σκεφτώ, και θα περάσω αργότερα», πριν εξαφανιστεί για πάντα. «Πόσο κάνει αυτός ο γάντζος;» είπε, ακριβώς πάνω στην ώρα του. «Εννοείτε τη ναυτική αρπάγη; Αυτή ανήκε σε ένα από τα πλοία του Τζον Πολ Τζόουνς. Οκτακόσια πενήντα. Είναι μεγάλη ευκαιρία». «Χμ», έκανε ο άντρας. «Θα το σκεφτώ. Ίσως να περάσουμε αργότερα, μετά το μεσημεριανό». «Ευχαριστώ», είπα, και τους παρακολούθησα καθώς έφευγαν. Μόλις είχαν φύγει, όταν στο μαγαζί μπήκε ο Ουόλτερ Μπέντφορντ, φορώντας ένα πλατύ χαμόγελο και μια μαύρη καπαρτίνα Λόντον Φογκ που του ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερη. «Τζον, έπρεπε να σε δω. Με πήρε τηλέφωνο ο εισαγγελέας σήμερα το πρωί.

Αποφάσισαν να φανούν λογικοί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις, και να αποσύρουν την κατηγορία εναντίον σου. Ανεπαρκή στοιχεία. Για να το καλύψουν, είπαν στις εφημερίδες πως αναζητούν ε'ναν μανιακό με μεγάλη σωματική δύναμη· αλλά αυτό που έχει σημασία είναι πως είσαι ελεύθερος. Τελείως καθαρός». «Ελπίζω να μην άλλαξαν χέρια τίποτα χρήματα», είπα, κάπως σαρκαστικά. Ο Ουόλτερ Μπέντφορντ βρισκόταν σε πολύ καλή διάθεση για να προσβληθεί από κάτι τέτοιο, και μου χτύπησε φιλικά την πλάτη. «Η αλήθεια είναι, Τζον, πως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η δολοφονία έκαναν τον αρχηγό της αστυνομίας να πονοκεφαλιάσει. Αργά εχτές το βράδι, πήρε στα χέρια του την έκθεση του ιατροδικαστή, που έλεγε πως ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε κάποιος να έχει διαπεράσει την κα Σίμονς με την αλυσίδα του πολυέλαιου, ήταν να έχει κάνει κάτι τέτοιο πριν το φωτιστικό κρεμαστεί από το ταβάνι, και έπειτα όλο αυτό το σύμπλεγμα, πολυέλαιος, σώμα, και τα λοιπά, να ανυψώθηκε με κάποιον τρόπο ψηλά, να καλωδιώθηκε, να βιδώθηκε, και να αφέθηκε να αιωρείται. Όμως, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ο δολοφόνος είχε μαζί του έναν ανυψωτήρα για να σηκώσει τον πολυέλαιο και το σώμα της γυναίκας, θα του έπαιρνε τουλάχιστον μιάμιση ώρα να ολοκληρώσει το έργο του, μην υπολογίζοντας μάλιστα και τον χρόνο που θα χρειαζόταν για να βγάλει από το σπίτι το ανυψωτικό μηχάνημα, από το οποίο όμως δεν βρέθηκε κανένα ίχνος στο σπίτι. Αυτή η μιάμιση ώρα σε τοποθετεί αρκετά μακριά από το σπίτι των Σίμονς, σύμφωνα με τον κο Μάρκαμ και τον κο Ριντ, οπότε το άλλοθι σου είναι ακλόνητο. Η υπόθεση έκλεισε». «Ευχαριστώ», είπα, «ευχαριστώ πολύ. Θα περιμένω να μου στείλεις τον λογαριασμό». «Ω, όχι, όχι λογαριασμός. Ό χ ι για σένα. Όχι, για σένα που έχεις καταφέρει να φέρεις πίσω την Τζέιν». «Ουόλτερ, πραγματικά δεν νομίζω ότι — » Ο κος Μπέντφορντ με έπιασε σφιχτά από το μπράτσο, και στήλωσε τα μάτια του στα δικά μου. Μύριζε άφτερ-σέιβ Τζάκομο, από εκείνο που κάνει εκατόν τριάντα πέντε δολάρια το μπουκάλι. «Τζον», είπε, με την καλύτερή του φωνή αγόρευσης, «γνωρίζω πώς αισθάνεσαι για όλα αυτά. Σε τρομάζει, και σε κάνει να λυπάσαι βαθιά. Καταλαβαίνω ότι ίσως να προτιμάς να κρατήσεις αυτές τις εμφανίσεις της Τζέιν μόνο για τον εαυτό σου, ιδιαίτερα έπειτα από τον τρόπο με τον οποίον τόσο η Κόνστανς όσο και εγώ σε κατηγορήσαμε για αυτά που συνέβησαν. Αλλά, τώρα πια και οι δυο μας έχουμε συνειδητοποιήσει ότι δεν θα μπορούσε να είναι δικό σου το φταίξιμο. Αν ήταν έτσι, η Τζέιν δεν θα είχε θελήσει να επιστρέψει σε σένα και να σε παρηγορήσει μέσα από τον κόσμο των πνευμάτων. Η Κόνστανς, σε πληροφορώ, έχει μετανιώσει αφάνταστα για όλα εκείνα που πίστευε κάποτε για σένα. Τη βασανίζουν τύψεις. Και σε ικετεύει, Τζον, αν και

δεν είναι από τις γυναίκες που συνηθίζουν κάτι τε'τοιο — σε ικετεύει να την αφήσεις να δει τη μοναχοκόρη της ξανά, ε'στω για μια στιγμή μονάχα. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό για μας, Τζον. Όταν χάσαμε την Τζέιν, χάσαμε ό,τι είχαμε σ' αυτόν τον κόσμο. Θέλουμε μόνο να της μιλήσουμε ξανά, να δούμε ότι εκεί που είναι είναι ευτυχισμένη. Μόνο για μια φορά, Τζον. Αυτό είναι όλο που σου ζητώ». Χαμήλωσα το βλέμμα μου. «Ουόλτερ», είπα, με βραχνή φωνή, «κατανοώ τη λαχτάρα σου να δεις την Τζέιν. Αλλά πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι δεν είναι ακριβώς η Τζέιν που ήξερες. Ούτε η Τζέιν που ήξερα εγώ. Είναι — πώς να στο πω, είναι πολύ διαφορετική. Για όνομα του Θεού, Ουόλτερ, είναι ένα φάντασμα». Ο Ουόλτερ έσφιξε το κάτω χείλι του, και κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Μη χρησιμοποιείς τη λέξη φάντασμα, Τζον. Προτιμώ τον όρο "επίσκεψη πνεύματος"». «Αυτή λοιπόν είναι η διαφωνία μας; Το πώς θα την αποκαλέσουμε-, Ουόλτερ, είναι ένα φάντασμα, ένα στοιχειό, ένα ταραγμένο πνεύμα». «Το ξέρω, Τζον. Δεν εθελοτυφλώ. Αλλά το θέμα είναι — πιστεύεις ότι είναι ευτυχισμένη,·, Πιστεύεις ότι της αρέσει, εκεί που βρίσκεται;» «Ουόλτερ, δεν ξέρω πού βρίσκεται». «Ναι, μα είναι ευτυχισμένη; Μόνο αυτό θέλουμε να τη ρωτήσουμε. Και η Κόνστανς θέλει να τη ρωτήσει αν κατάφερε να εντοπίσει τον Φίλιπ. Ξέρεις, τον μικρό αδερφό της Τζέιν, που πέθανε όταν ήταν πέντε χρονών». Απλά δεν μπορούσα να δώσω απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Έτριψα κουρασμένα το πίσω μέρος του λαιμού μου και προσπάθησα να σκεφτώ τι θα μπορούσα να πω για να αποθαρρύνω τον Ουόλτερ Μπέντφορντ. Κάτι που δεν θα του φαινόταν πάλι επιθετικό και που δεν θα με έκανε να χάσω τον πιο γενναιόδωρο ευεργέτη μου· όχι πως η λέξη «γενναιόδωρος» ήταν από εκείνες που θα χρησιμοποιούσε κανείς σε συνδυασμό με το όνομα του Ουόλτερ Μπέντφορντ. «Συνετά ανοιχτοχέρης» ίσως να ταίριαζε καλύτερα. «Πραγματικά, Ουόλτερ, δεν νομίζω πως κανείς μας θα μπορούσε να καταλάβει αν η Τζέιν είναι ευτυχισμένη ή όχι. Θα πρέπει να σου πω ότι εμφανίστηκε πάλι εχτές το βράδι και — » «Την είδες ξανά; Αληθινά την είδες ξανά;» «Ουόλτερ, σε παρακαλώ. Εμφανίστηκε εχτές το βράδι στην κρεβατοκάμαρά μου. Η όλη εμπειρία ήταν πολύ συνταρακτική. Είπε το όνομά μου μερικές φορές, και έπειτα — έπειτα μου ζήτησε να κάνουμε έρωτα». Ο Ουόλτερ σκυθρώπιασε και πήρε ξαφνικά μια αυστηρή στάση. «Τζον», μου είπε, «η κόρη μου είναι νεκρή «Το ξέρω αυτό, Ουόλτερ, για όνομα του Θεού». «Ελπίζω τελικά να μην — » «Τελικά να μην έκανα τι, Ουόλτερ; Να μη γάμησα τη νεκρή μου γυναίκα; Τι

υπονοείς, ότι είμαι νεκρόφιλος; Δεν υπήρχε κάποιο πτώμα, Ουόλτερ, μόνο ένα πρόσωπο και μια αίσθηση και μια φωνή. Ήταν σαν παγωμένος ηλεκτρισμός, αυτό ήταν όλο». Ο Ουόλτερ Μπέντφορντ έδειχνε να έχει ταραχτεί. Διέσχισε το κατάστημα, και για λίγο στάθηκε με την πλάτη του γυρισμένη προς το μέρος μου. Έπειτα πήρε στα χέρια του ένα μπρούντζινο τηλεσκόπιο και άρχισε να το ανοιγοκλείνει, με νευρική ανησυχία. «Νομίζω, Τζον, ότι εμείς θα μπορέσουμε να καταλάβουμε αν είναι ευτυχισμένη ή όχι. Είμαστε οι γονείς της, στο κάτω-κάτω. Την ξέρουμε από τότε που γεννήθηκε. Είναι πιθανόν μερικές από τις ανεπαίσθητες αλλαγές στην έκφραση του προσώπου της — που σ' εσένα ίσως να διέφυγαν αφού δεν την ήξερες τόσο καλά όσο εμείς— μερικές από τις μικρές εκείνες χαρακτηριστικές λέξεις που εσύ ίσως να μην αναγνωρίζεις, να σημαίνουν κάτι για εμάς». «Ουόλτερ, που να πάρει», είπα, «δεν μιλάμε για μια χαριτωμένη διαφανή έκδοση της Τζέιν εδώ. Δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο ζεστό και φιλικό φάντασμα, με το οποίο μπορεί κανείς να συνομιλήσει. Σου μιλώ για μια παγωμένη, εχθρική, τρομακτική εμφάνιση του πνεύματος της, με μάτια που μοιάζουν με τον ίδιο τον θάνατο, και μαλλιά που κροταλίζουν σαν πενήντα χιλιάδες βολτ. Θέλεις πραγματικά να έρθεις αντιμέτωπος με κάτι τέτοιο; Θέλεις πραγματικά να το αντιμετωπίσει η Κόνστανς;» Ο Ουόλτερ Μπέντφορντ έκλεισε το τηλεσκόπιο και το απόθεσε στο τραπέζι. Όταν γύρισε να με κοιτάξει, τα μάτια του ήταν πολύ θλιμμένα και βουρκωμένα. «Τζον», είπε, «είμαι έτοιμος για το χειρότερο. Ξέρω πως δεν θα 'ναι εύκολο. Αλλά δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημο όσο την ημέρα που μας πήραν τηλέφωνο και μας είπαν πως η Τζέιν έχει σκοτωθεί. Η ημέρα εκείνη ήταν η πιο μαύρη απ' όλες». «Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη;» τον ρώτησα, χαμηλόφωνα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Θα έρθω ό,τι και να γίνει, είτε με καλέσεις είτε όχι». Δάγκωσα τα χείλια μου. «Εντάξει λοιπόν. Ελάτε αύριο το βράδι, αφού το θέλετε τόσο. Εγώ δεν θα κοιμηθώ απόψε στην Οδό Κουάκερ, δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω. Αλλά σε παρακαλώ, κάνε μου μια χάρη». «Ό,τι μου ζητήσεις». «Προειδοποίησε την Κόνστανς, ξανά και ξανά, ότι αυτό που θα δει μπορεί να είναι φρικιαστικό και παγωμένο και ίσως ακόμα και μοχθηρό. Μην την αφήσεις να έρθει στο σπίτι μου πιστεύοντας ότι θα συναντήσει την Τζέιν που ήξερε». «Είναι η μητέρα της, ξέρεις, Τζον. Το πνεύμα της Τζέιν μπορεί να συμπεριφερθεί διαφορετικά όταν θα είναι εκεί η μητέρα της». «Ναι», απάντησα, μη θέλοντας να τραβήξω άλλο την κουβέντα. «Υποθέτω ότι

αυτό δεν είναι απίθανο». Ο Ουόλτερ Μπέντφορντ μού πρότεινε το χέρι του, και εγώ δεν είχα άλλη επιλογή από το να το σφίξω. Την ίδια ώρα έπιασε τον αγκώνα μου, και είπε: «Ευχαριστώ, Τζον. Δεν μπορείς να φανταστείς τι σημαίνει αυτό για μας, πραγματικά δεν μπορείς». «Εντάξει», του είπα. «Θα σας δω αύριο το βράδι. Ελάτε κάπως αργά, κατά τις έντεκα. Και σε παρακαλώ, μην ξεχάσεις να προειδοποιήσεις την Κόνστανς». «Καλά, θα την προειδοποιήσω», είπε ο κος Μπέντφορντ, και έφυγε από το μαγαζί μου, σαν κάποιος που μόλις έμαθε ότι κληρονόμησε έναν πολύ πλούσιο συγγενή του.

ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ

Κ

ράτησα το μαγαζί ανοιχτό μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα, και αν σκεφτεί κανείς ότι μόλις είχε μπει ο Μάρτιος, και ο καιρός δεν ήταν ιδιαίτερα καλός, είχα έναν αρκετά μεγάλο αριθμό πελατών που είχαν στον νου τους να αγόρασουν κάτι. Κατάφερα να πουλήσω έναν τεράστιο και πολύ άσχημο ναυτικό τηλέγραφο σε ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων από το Ντέιριεν, του Κονέκτικατ, που γεμάτοι ενθουσιασμό τοποθέτησαν το καινούργιο τους απόκτημα στο πίσω μέρος του γυαλιστερού γαλάζιου τους Όλντσμομπιλ στέισον-βάγκον· και ένας σοβαρός γκριζομάλλης κύριος πέρασε σχεδόν μια ώρα εξετάζοντας προσεκτικά τις γκραβούρες μου, για να επιλέξει στο τέλος με σιγουριά τις καλύτερες. Αφού κλείδωσα το μαγαζί, πήγα στο «Θρυμματισμένο Μπισκότο» (ελπίζω ο Θεός να με συγχωρέσει) για έναν σκέτο καφέ και ένα ντόνατ. Συμπαθούσα αρκετά τις κοπέλες που δούλευαν πίσω από τον πάγκο· μία από αυτές, η Λόρα, ήταν φίλη με την Τζέιν, και ήξερε πώς να μιλά για κείνη δίχως να με αναστατώνει. «Πήγε καλά η δουλειά σήμερα;» με ρώτησε, δίνοντάς μου τον καφέ. «Όχι κι άσχημα. Τουλάχιστον κατάφερα να ξεφορτωθώ εκείνον τον ναυτικό τηλέγραφο που τόσο σιχαινόταν η Τζέιν». «Α, εκείνο το πράγμα που είχες αγοράσει στο Ρόκπορτ, όταν είχες πάει να ψωνίσεις για το μαγαζί μόνος σου;» «Ακριβώς». «Το καλύτερο που έχεις να κάνεις, λοιπόν», είπε η Λόρα, «είναι να βελτιώσεις το γούστο σου στις αγορές, γιατί αλλιώς θα σηκωθεί από τον τάφο και θα 'ρθει να σε βρει». Έκανα μια γκριμάτσα αμηχανίας. Ο Λόρα με κοίταξε, με το κεφάλι γερμένο στο πλάι, και είπε: «Το είπα για αστείο. Συγγνώμη. Δεν ήθελα να— » «Δεν πειράζει», την έκοψα. «Δεν φταις εσύ». «Πραγματικά δεν το 'θελα, συγγνώμη», επέμεινε εκείνη.

«Ξέχνα το», της είπα. «Απλά δεν είμαι στις καλές μου σήμερα». Τέλειωσα τον καφέ μου, άφησα ένα δολάριο φιλοδώρημα στη Λόρα, και διέσχισα την Πλατεία του Γκράνιτχεντ μέσα στο απογευματινά κρύο. Ένιωσα τη διάθεση να μπω στο αμάξι μου και να οδηγήσω για ολόκληρη τη νύχτα, όσο πιο μακριά γινόταν από το Γκράνιτχεντ προς τα δυτικά, μέχρι το Σεντ Λούις, ή ακόμα παραπέρα. Παρά τον συνεχή άνεμο, παρά την κοντινή παρουσία του ωκεανού, αισθανόμουν ότι το Σάλεμ και το Γκράνιτχεντ ήταν μικρά και σκοτεινά, ασφυκτικά και γερασμένα. Το πνιγηρό βάρος της ιστορίας του μέρους τούτου με συνέθλιβε- σειρές από αρχαία κτίρια, αμέτρητοι νεκροί άνθρωποι, μυστηριώδη γεγονότα. Προλήψεις, διχόνοια και πόνος. Οδήγησα νοτιοδυτικά, μέχρι την Οδό Λαφαγιέτ, και έπειτα μπήκα στο Σάλεμ, περνώντας από το νεκροταφείο του Άστρου της Θάλασσας. Η μέρα ήταν ασυνήθιστα ηλιόλουστη, και στα παράθυρα, τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων και τα γιοτ άστραφταν στιγμιαίες αντανακλάσεις φωτός. Στο βάθος του ουρανού, ένα αεροπλάνο γυάλιζε σαν βελόνα, καθώς έκανε τον τελικό του κύκλο πριν την προσγείωση στο Αεροδρόμιο του Μπέβερλι, οκτώ χιλιόμετρα από το Σάλεμ. Στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, ο σταθμός WESX έπαιζε το Μην τον αφήσεις να σου κλέψει την καρδιά. Έφτασα μέχρι την Οδό Τσάρτερ, απέναντι από το αρχηγείο της αστυνομίας, και έπειτα έστριψα στην Οδό Αίμπερτι, όπου και πάρκαρα. Αφού βγήκα από το αυτοκίνητο, άρχισα να κατευθύνομαι προς το Μουσείο Πίμποντι, στην Πλατεία Ανατολικών Ινδιών. Το Σάλεμ είχε ξαναζωντανέψει, με τον ίδιο τρόπο που είχε ξαναζωντανέψει και το Γκράνιτχεντ, και η Πλατεία Ανατολικών Ινδιών, κτισμένη πρόσφατα, ήταν ένας καθαρός, πλινθόστρωτος περίκλειστος χώρος, που στο κέντρο του είχε μια βρύση, στο σχήμα μιας γιαπωνέζικης πύλης. Από τη δυτική πλευρά της πλατείας ξεκινούσε ένας μακρύς εμπορικός δρόμος, με κοσμηματοπωλεία, καταστήματα ανδρικών ενδυμάτων, μεγάλα μαγαζιά με παλιά κομψοτεχνήματα. Σε αντίθεση με όλα αυτά, το οικοδομημένο το 1824 Ναυτικό Μέγαρο Ανατολικών Ινδιών, στο οποίο στεγαζόταν από την ίδρυσή του το Μουσείο Πίμποντι, κοιτούσε προς την πλατεία σαν ένας ηλικιωμένος συγγενής που μόλις τον είχαν πλύνει και καθαροντύσει για να παρευρεθεί στο γαμήλιο πάρτι ενός εγγονιού του. Βρήκα τον Έντουαρντ Ουόρντουελ στο τμήμα Ναυτιλιακής Ιστορίας, να κάθεται στη μεγάλη καμπίνα του κότερου Εφόλκιον της Κλεοπάτρας, που είχε κατασκευαστεί το 1816, και να διαβάζει ένα εγχειρίδιο υποβρύχιων καταδύσεων. Χτύπησα με το χέρι μου το ξύλο, και είπα: «Είναι κανείς εδώ;» «Α, καλώς τον», είπε ο Έντουαρντ. Άφησε κάτω το βιβλίο του. «Τώρα σε σκεφτόμουν. Προσπαθούσα να φρεσκάρω τις γνώσεις μου πάνω στις καταδύσεις για αρχάριους. Απ' ό,τι δείχουν τα πράγματα, η καλοκαιρία θα κρατήσει μέχρι αύριο το πρωί». «Όχι, αν ο θεός της καταιγίδας εισακούσει τις προσευχές μου».

«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι», είπε ο Έντουαρντ. «Μάλιστα, όταν κάνεις καταδύσεις, έχει πολύ μεγάλη σημασία να μη φοβάσαι, ή τουλάχιστον να προσπαθείς να ελέγξεις τον φόβο σου. Θέλω να πω, όλοι φοβόμαστε. Φοβόμαστε επειδή δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε κανονικά· φοβόμαστε τα σκοτεινά νερά· φοβόμαστε μην τυχόν και παγιδευτούμε στα φύκια. Μερικοί δύτες, μάλιστα, αναπτύσσουν τη φοβία της επιστροφής στην επιφάνεια του νερού. Αλλά, αν είσαι όπως πρέπει χαλαρωμένος, δεν υπάρχει κανένας λόγος απολύτως να μην περάσεις όσο καλύτερα γίνεται». «Χμ», έκανα, δύσπιστα. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς», με καθησύχασε ο Έντουαρντ, βγάζοντας τα γυαλιά του, και κοιτώντας με, με μάτια που τρεμόπαιζαν. «Θα είμαι συνεχώς δίπλα σου». «Τι ώρα τελειώνεις από εδώ;» τον ρώτησα. «Υπάρχει κάτι για το οποίο θέλω να σου μιλήσω». «Κλείνουμε στις πέντε, αλλά θα χρειαστώ και άλλα είκοσι λεπτά για να τακτοποιήσω». Κοίταξα γύρω. Το φως που περνούσε μέσα από τα αψιδωτά παράθυρα του μουσείου είχε ήδη αρχίσει να σιγοσβήνει. Άλλη μια νύχτα πλησίαζε· άλλη μια φορά που οι νεκροί του Γκράνιτχεντ ίσως να εμφανίζονταν στους αγαπημένους τους που από καιρό είχαν αποχωριστεί και άλλη μια φορά που ηΤζέιν ίσως να εμφανιζόταν μπροστά μου. Θα διανυκτέρευα στο Σάλεμ απόψε, στο Πανδοχείο Χόθορν, αλλά δεν ήμουν διόλου σίγουρος πως οι εμφανίσεις της Τζέιν περιορίζονταν μόνο στον χώρο της Οικίας της Οδού Κουάκερ. «Γιατί δεν έρχεσαι για ένα ποτό στο Πράσινο Μπαράκι;» πρότεινα. «Εκεί πάω τώρα. Θες να βρεθούμε κατά τις έξι;» «Έχω μια καλύτερη ιδέα», απάντησε ο Έντουαρντ. «Κατέβα στην αγορά, και συστήσου στην Τζίλι ΜακΚόρμικ. Θα κρατάει σημειώσεις για εμάς αύριο, και γι' αυτό καλό θα ήταν να τη γνωρίσεις από σήμερα. Έχει ένα κατάστημα μόδας, το Λινό και Δαντέλα· είναι το έκτο μαγαζί, όπως κατεβαίνεις την εμπορική στοά. Θα σε συναντήσω εκεί μόλις ξεμπερδέψω από δω». Έ φ υ γ α από το Πίμποντι και διέσχισα την Πλατεία Ανατολικών Ινδιών, για να βρεθώ στο εμπορικό κέντρο. Το κρύο είχε αρχίσει να γίνεται πιο έντονο τώρα, όπως και το σκοτάδι, και έτριψα τα χέρια μου ζωηρά μεταξύ τους για να ζεσταθώ. Μια μικρή ομάδα από τουρίστες πέρασε δίπλα μου, και μια γυναίκα είπε δυνατά, με ένρινη τεξανή προφορά: «Δεν είναι υπέροχα-, Μπορείς να νιώσεις την ατμόσφαιρα του δέκατου όγδοου αιώνα». Το Λινό και Δαντέλα ήταν ένα μικρό, καλαίσθητο και ακριβό μικρό κατάστημα που πουλούσε φορέματα σαν αυτά που φοράει η Πριγκίπισσα Νταϊάνα, με ψηλούς γιακάδες, φιόγκους, σούρες, και φαρδιά μανίκια. Μια πάρα πολύ σβέλτη μαύρη κοπέλα με κατηύθυνε με το μακρύ της κόκκινο νύχι στο πίσω μέρος του

μαγαζιού- και εκεί βρήκα την Τζίλι ΜακΚόρμικ να ετοιμάζει ένα πακέτο για μια ηλικιωμένη βοστωνέζα με κουρασμένη όψη, που φορούσε μια μαδημένη γούνα. Η Τζίλι ήταν ψηλή, με σγουρά καστανά μαλλιά, και ψηλά ζυγωματικά που έδιναν στο πρόσωπο της μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Φορούσε μία από τις λινές μπλούζες που υπήρχαν και στα ράφια του μαγαζιού, με ένα πτυχωτό μπούστο — το οποίο όμως δεν μπορούσε να κρύψει το μέγεθος του στήθους της, ή τη λεπτότητα της μέσης της— και μία μακριά ανθρακί φούστα και ένα ζευγάρι μοντέρνες μικρές μαύρες μπότες. Νεραϊδόμποτες, έτσι συνήθιζε να τις αποκαλεί η Τζέιν. «Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» με ρώτησε, μόλις η ηλικιωμένη βοστωνέζα κατάφερε να σύρει τα βήματά της έξω από το κατάστημα. Πρότεινα το χέρι μου. «Λέγομαι Τζον Τρέντον. Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ μού είπε να περάσω από δω για να γνωριστούμε. Απ' ό,τι δείχνουν τα πράγματα, θα είμαι κι εγώ αύριο στην κατάδυση». «Α, μάλιστα, χαίρω πολύ», μου είπε χαμογελαστά. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του σκούρου κάστανου, και στο δεξί της μάγουλο υπήρχε ένα μικρό λακκάκι. Σκέφτηκα πως αν η παρέα που θα είχα στις καταδύσεις θα ήταν πάντα αυτού του επιπέδου, θα μπορούσα κάλλιστα να γίνω επαγγελματίας δύτης. «Ο Έντουαρντ μου είπε ότι αγόρασες τις προάλλες την υδατογραφία του Ντέιβιντ Νταρκ», είπε η Τζίλι. «Είχε ξεχάσει τελείως τον πλειστηριασμό, ξέρειςήταν εδώ, και με βοηθούσε να στήσω μια βιτρίνα. Όταν γύρισε πίσω ήταν έξαλλος, και μου είπε πως τον είχες αγοράσει εσύ. "Εκείνος ο καταραμένος στενόμυαλος τύπος!" φώναζε. "Του πρόσφερα τριακόσια δολάρια και το μόνο που έκανε ήταν να μου πει πως μπορούσα να τον δανειστώ"». «Ο Έντουαρντ είναι πολύ συνεπαρμένος από αυτή τη θεωρία για το Ντέιβιντ Νταρκ, έτσι δεν είναι;» είπα. «Μπορείς να πεις πορωμένος, αν θέλεις», χαμογέλασε πάλι η Τζίλι. «Δεν θα τον πειράξει τον Έντουαρντ. Το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή πιστεύει πραγματικά πως έχει δίκιο». «Και εσύ τι πιστεύεις;» «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Μου φαίνεται ότι συμφωνώ μαζί του- αν και δεν μπορώ να μιλήσω με βεβαιότητα για όλες αυτές τις εμφανίσεις πνευμάτων στο Γκράνιτχεντ. Δεν έχω συναντήσει ακόμα κάποιον που να έχει δει ποτέ ένα πνεύμα. Θέλω να πω, θα μπορούσε όλη αυτή η υπόθεση να μην είναι παρά κάποιο είδος μαζικής υστερίας, όπως οι δίκες των μαγισσών, έτσι δεν είναι;» Την κοίταξα προσεκτικά. «Έχεις ακούσει για μένα, έτσι; Έχεις ακούσει ότι με κατηγόρησαν για μια δολοφονία;» Η Τζίλι κοκκίνησε ελαφρά, και έγνεψε καταφατικά. «Ναι, διάβασα γι' αυτό στα Βραδινά Νέα». «Λοιπόν, ό,τι και να έγραψαν τα Βραδινά Νέα, επίτρεψέ μου να σου μιλήσω

για ένα αναμφισβήτητο γεγονός, πέρα από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν ήμουν εγώ αυτός που σκότωσε εκείνη τη γυναίκα. Το γεγονός είναι ότι ένα από αυτά τα πνεύματα ήταν εκεί, το βράδι εκείνο. Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια· και πιστεύω πως αυτό ήταν που τη σκότωσε». Η Τζίλι έμεινε να με κοιτάει για πάρα πολλή ώρα, προσπαθώντας προφανώς να αποφασίσει αν ήμουν απλά ιδιόρρυθμος ή παλαβός. Πιθανόν να μην το είχε συνειδητοποιήσει, αλλά η γλώσσα του σώματος της πρόδιδε την ταραχή της· σταύρωσε τα χέρια της πάνω από το στήθος. «Ωραία», είπα, δίχως να χαμογελάσω. «Τώρα νομίζεις πως είμαι κανένας μανιακός. Ίσως να έπρεπε να μην σου πω τίποτα». «Ω, όχι», ψέλλισε, «θέλω να πω, καλά έκανες, δηλαδή, καθόλου δεν νομίζω πως είσαι μανιακός. Απλά πιστεύω ότι — » Δίστασε, και ύστερα είπε: «Απλά πιστεύω πως είναι κάπως δύσκολο να πιστέψει κανείς στα φαντάσματα». «Το ξέρω. Ούτε εγώ πίστευα στην ύπαρξή τους, ώσπου είδα ένα». «Αλήθεια είδες ένα φάντασμα;» Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. «Είδα ένα αληθινό, πραγματικό φάντασμα. Ή τ α ν ο κος Έντγκαρ Σίμονς, ο μακαρίτης άντρας της γυναίκας που σκοτώθηκε. Έμοιαζε με — δεν ξέρω, ηλεκτρισμό. Έ ν α ς άντρας φτιαγμένος από ηλεκτρισμό υψηλής τάσης. Είναι δύσκολο να το περιγράψω». «Και γιατί τη σκότωσε;» «Δεν ξέρω. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Ίσως αυτή να ήταν η εκδίκησή του για κάτι που του είχε κάνει όταν ήταν ζωντανός. Είναι αδύνατο να ξέρουμε». «Και τον είδες πραγματικά;» «Τον είδα πραγματικά». Η Τζίλι τράβηξε πίσω τις μπούκλες της με το χέρι της. «Ο Έντουαρντ λέει συνεχώς πως το Γκράνιτχεντ είναι στοιχειωμένο. Δεν νομίζω πως κανείς από εμάς τον πιστεύει αληθινά- τουλάχιστον, δεν τον πιστεύαμε, μέχρι τώρα. Είναι κάπως αλλοπαρμένος, αν με καταλαβαίνεις. Έχει εμμονή με τις μάγισσες του Σάλεμ και τον Κότον Μάδερ*, και όλες εκείνες τις μυστικιστικές αιρέσεις που φύτρωναν διαρκώς στη Μασαχουσέτη κατά τη διάρκεια του δέκατου όγδοου αιώνα». Στηρίχτηκα στον πάγκο και δίπλωσα τα χέρια μου. «Δεν είμαι ο μοναδικός στο Γκράνιτχεντ που βλέπει φαντάσματα. Ο ιδιοκτήτης του Σούπερ Μάρκετ του Γκράνιτχεντ, κοντά στο σπίτι μου, βλέπει συχνά τον νεκρό του γιο. Και αν θέλεις τη γνώμη μου, πάρα πολλοί είναι εκείνοι στο Γκράνιτχεντ που βλέπουν εδώ και καιρό τους νεκρούς τους συγγενείς, αλλά δεν μιλούν ποτέ γι' αυτό». «Το ίδιο πιστεύει και ο Έντουαρντ. Γιατί όμως δεν λένε τίποτα γι' αυτό;» «Εσύ θα μιλούσες, αν ο νεκρός σου σύζυγος εμφανιζόταν στο κατώφλι του * Κότον Μ ά δ ε ρ (1662-1728): Επιφανής, αλλά εν τέλει α π ο τ υ χ η μ έ ν ο ς κληρικός που, με τους π ύ ρ ι ν ο υ ς λ ό γ ο υ ς του, ε π έ δ ρ α σ ε καταλυτικά στην κοινή γ ν ώ μ η την ε π ο χ ή τ ω ν δικών τ ω ν μαγισσών του Σάλεμ. 0 υ π ε ρ β ά λ λ ω ν ζήλος του σ υ ν έ β α λ ε στο να ο δ η γ η θ ο ύ ν αρκετοί α θ ώ ο ι οτην π υ ρ ά .

σπιτιού σου κάποιο βράδι; Ποιος θα σε πίστευε; Και ακόμα και αν υποθέσουμε πως τελικά κάποιος σε πίστευε, πριν καλά-καλά το καταλάβεις, γύρω από το σπίτι σου θα μαζεύονταν εφημερίδες και τηλεοπτικοί σταθμοί και κυνηγοί φαντασμάτων και αργόσχολοι, σαν σμήνος από γεράκια. Γι' αυτό έχει κρατηθεί μυστικό. Οι κάτοικοι του Γκράνιτχεντ, οι παλιοί κάτοικοι του Γκράνιτχεντ, ξέρουν τα πάντα εδώ και χρόνια, ίσως εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Έτσι τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Αλλά προσποιούνται πως δεν τρέχει τίποτα. Τουρίστες θέλουν, όχι πνευματιστικές ύαινες». «Θεούλη μου», είπε η Τζίλι, μην ξέροντας τι άλλο να πει. Έπειτα με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι της, και είπε: «Είδες ένα πραγματικό φάντασμα. Έ ν α πραγματικό, ζωντανό φάντασμα. Ή μάλλον, ένα πραγματικό νεκρό φάντασμα, θα 'πρεπε να πω». «Θα σου πω μόνο αυτό», της απάντησα. «Να προσεύχεσαι να μην σου τύχει ποτέ να δεις ένα φάντασμα. Δεν είναι καθόλου ευχάριστο, ούτε κατά διάνοια». Συζητήσαμε λίγο ακόμα. Η Τζίλι μού μίλησε για το κατάστημά της, και πώς το είχε ανοίξει. Είχε σπουδάσει μόδα και υφάσματα στο Πανεπιστήμιο του Σάλεμ και στη συνέχεια, αφού κληρονόμησε εκατόν πενήντα χιλιάδες δολάρια από τον παππού της και εξασφάλισε και ένα επιπλέον κεφάλαιο από την Εμπορική Τράπεζα Σόματ, άνοιξε ένα μικρό κατάστημα μόδας στο Εμπορικό Κέντρο της Πλατείας Χόθορν. Οι δουλειές είχαν πάει τόσο καλά, που μόλις βρήκε έναν χώρο προς ενοικίαση στο κέντρο του Σάλεμ, τον άρπαξε «με νύχια και με δόντια», όπως μου είπε. «Είμαι ανεξάρτητη», σχολίασε. «Μια ανεξάρτητη επιχειρηματίας που πουλάει τα δικά της σχέδια. Τι άλλο θα μπορούσα να θέλω;» «Είσαι παντρεμένη;» τη ρώτησα. «Θα αστειεύεσαι. Δεν έχω καν χρόνο για έναν φίλο, πόσο μάλλον για έναν σύζυγο. Ξέρεις τι έχω να κάνω σήμερα το βράδι; Πρέπει να πάω με το αυτοκίνητο μέχρι το Μίντλτον για να πάρω μερικά πρωινά δαντελένια φορέματα, ραμμένα στο χέρι, από δύο γεροντοκόρες από τη Νέα Αγγλία. Αν δεν το κάνω απόψε, δεν θα τα έχω στο μαγαζί αύριο, και αύριο είναι Σάββατο». «Μόνο δουλειά και καθόλου ευχαρίστηση», παρατήρησα. «Για μένα, η δουλειά είναι ευχαρίστηση», μου απάντησε. «Αγαπώ τη δουλειά μου. Είναι όλη μου η ζωή. Με γεμίζει απόλυτα». «Παρ' όλα αυτά, Θα έρθεις αύριο στην κατάδυση». «Α, βέβαια. Μου αρέσει να αποδεικνύω πως είμαι εξίσου καλή με έναν άντρα και σε άλλα πράγματα». «Μα εγώ δεν είπα ότι δεν είσαι τόσο καλή όσο ένας άντρας». Κοκκίνησε. «Ξέρεις τι εννοώ». Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο μαγαζί ο Έντουαρντ, κρατώντας μια ακατάστατη στοίβα από χαρτιά και βιβλία. «Συγγνώμη για την καθυστέρηση», είπε, προ-

σπαθώνχας να τακτοποιήσει τα χαρτιά του και να ξύσει το αυτί του ταυτόχρονα. «Ο Διευθυντής ήθελε να σιγουρευτεί πως ήταν όλα ε'τοιμα για την αυριανή έκθεση του Τζόναθαν Χάραντεν. Ισχύει ακόμα η πρόταση για ποτό;» «Φυσικά», είπα. «Εσύ τι λες, Τζίλι; Θα 'θελες να έρθεις μαζί μας;» «Πρέπει να είμαι στο Μίντλτον μέχρι τις εφτά», απάντησε. «Έπειτα θα πρέπει να επιστρέψω για να σιδερώσω τα φορέματα και να τους βάλω τιμές». «Πέρνα τότε από το Χόθορν, στον γυρισμό. Θα είμαι ακόμα στο μπαράκι», της πρότεινα. «Θα προσπαθήσω». Αφήσαμε την Τζίλι στο Λινό και Δαντέλα και περπατήσαμε μέχρι την Οδό Λίμπερτι, για να πάρω το αυτοκίνητο μου. «Είναι πολύ ενδιαφέρουσα κοπέλα η Τζίλι», είπε ο Έντουαρντ. «Κάτω από αυτήν την όμορφη εξωτερική εμφάνιση, κρύβεται ένα πολύ σκληροτράχηλο επιχειρηματικό μυαλό. Είναι η προσωποποίηση της γυναικείας απελευθέρωσης. Μπορείς να μαντέψεις πόσων χρονών είναι;» «Δεν ξέρω. Είκοσι τέσσερα ίσως, είκοσι πέντε». «Δεν πρόσεξες όσο έπρεπε, φαίνεται, την επιδερμίδα της, ή το σώμα της. Μόλις έκλεισε τα είκοσι». «Με δουλεύεις;» «Περίμενε μέχρι αύριο, που θα τη δεις με το μαγιό της. Τότε θα με πιστέψεις». «Σου αρέσει;» τον ρώτησα. Ο Έντουαρντ σήκωσε τους ώμους. «Είναι πολύ δυναμική για τα γούστα μου. Υπερβολικά δραστήρια. Προτιμώ τις ονειροπόλες κοπέλες, τις φοιτήτριες, ξέρεις· αρωματικός μηλίτης μπροστά στο τζάκι, ποιήματα του Λόρενς Φερλινγκέτι, οι Λεντ Ζέπελιν στο στέρεο». «Εσύ κι αν κόλλησες στην εποχή σου!» Ο Έντουαρντ γέλασε. «Ίσως να έχεις δίκιο». Καταφέραμε να φτάσουμε στο Πράσινο Μπαράκι του Πανδοχείου Χόθορν την ώρα ακριβώς που ένα από τα τραπεζάκια που βρίσκονταν μπροστά στο τζάκι άδειαζε. Το μπαράκι ήταν γεμάτο από επιχειρηματίες που επέστρεφαν στα σπίτια τους, και ανθρώπους από τα μαγαζιά της πόλης. Οι επενδυμένοι με βελανιδιά τοίχοι είχαν διακοσμηθεί με πίνακες πλοίων και ναυτικά πορσελάνινα αντικείμενα. Παρήγγειλα ένα Σίβας Ρίγκαλ, και ο Έντουαρντ μια μπύρα. «Πρέπει να σου πω κάτι», του είπα. «Κάτι που παρέλειψα να σου πω χθες, για ιιροσωπικούς λόγους, υποθέτω». Ο Έντουαρντ έκατσε πιο μπροστά στην καρέκλα του, και έπλεξε τα χέρια του. «Δεν ξέρω αν θα το κάνει πιο εύκολο για σένα, αλλά νομίζω πως ήδη ξέρω τι πρόκειται να μου πεις». «Τις τρεις τελευταίες νύχτες», ξεκίνησα, «με επισκέφτηκε το φάντασμα της Τζέιν, χης νεκρής γυναίκας μου. Την πρώτη νύχτα δεν είδα τίποτα, παρά μόνο

την άκουσα να κάθεται στην κούνια του κήπου. Την επόμενη νύχτα την είδα στο ίδιο σημείο. Και εχθές το βράδι, λίγο αφού έφυγες, την είδα ξανά. Ήρθε στην κρεβατοκάμαρά μου». Ο Έντουαρντ με κοίταξε με ανησυχία. «Μάλιστα», είπε, σκεπτικός. «Καταλαβαίνω γιατί δεν ήθελες να μου πεις τίποτα. Δεν είναι πολλοί εκείνοι που τους αρέσει να μιλούν γι' αυτό, τουλάχιστον στην αρχή. Μήπως σου είπε τίποτα; Μήπως σου έδωσε κάποιο μήνυμα; Μπόρεσες να επικοινωνήσεις μαζί της με κάποιον τρόπο;» «Είπε — είπε το όνομά μου μερικές φορές. Και έπειτα μου ζήτησε να της κάνω έρωτα». «Μάλιστα», κούνησε το κεφάλι ο Έντουαρντ. «Αρκετοί άνθρωποι είχαν αυτή την εμπειρία. Συνέχισε. Τι άλλο έγινε; Κάνατε τελικά έρωτα;» «Είχα — δεν ξέρω πώς να το πω. Είχα κάποιο είδος σεξουαλικής εμπειρίας. Ή τ α ν τρομερά παγωμένα. Ποτέ μου δεν θα ξεχάσω πόσο παγωμένα ήταν. Θυμάσαι στον Εξορκιστή, εκεί που το δωμάτιο πάγωσε; Αυτό ήρθε εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μου. Όλα τέλειωσαν όταν την είδα όπως θα πρέπει να έδειχνε αμέσως μετά το δυστύχημα. Ξέρεις —αίμα, κόκαλα— δεν έχω ξανανιώσει τέτοιο φόβο στη ζωή μου». «Αυτός είναι ο λόγος που δεν θα κοιμηθείς στο Γκράνιτχεντ απόψε;» «Αδικο έχω;» «Και βέβαια όχι. Έτσι κι αλλιώς, θέλω να είσαι ήρεμος για την αυριανή κατάδυση. Η ανησυχία προκαλεί άγχος, και το άγχος προκαλεί λάθη. Δεν πιστεύω να θέλεις να πνιγείς από την πρώτη κιόλας φορά που θα βουτήξεις, έτσι;» «Μακάρι να σταματούσες να είσαι τόσο αισιόδοξος γι' αυτήν την κατάδυση, που να πάρει». Μια σερβιτόρα, που φορούσε ένα μαύρο γιλέκο από σμόκιν και μια μαύρη γραβάτα, έφερε τα ποτά μας. Καθώς ο Έντουαρντ δοκίμαζε την πρώτη γουλιά από την μπύρα του, εγώ έβγαλα το στυλό μου και είπα: «Είναι και κάτι άλλο. Κάποιο είδος γραπτού μηνύματος, χαραγμένο σαν από κάψιμο στα σεντόνια του κρεβατιού μου. Ή τ α ν ακόμα εκεί σήμερα το πρωί». Έγραψα πάνω στο χάρτινο κάλυμμα του τραπεζιού, μπροστά μου, τα γράμματα που είχαν εμφανιστεί στο κρεβάτι μου, αντιγράφοντάς τα από το μυαλό μου με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια μπορούσα. ΑΝΕΛΚΥΣΗ. Έσπρωξα το χαρτί προς τη μεριά του Έντουαρντ και εκείνος το εξέτασε προσεκτικά. «Ανέλκυση;» ρώτησε. «Είσαι σίγουρος πως δεν λέει ανελέητος;» «Ναι, είμαι σίγουρος. Γράφει σίγουρα ανέλκυση. Είναι η δεύτερη ή η τρίτη φορά που εμφανίζονται τα γράμματα. Τα είδα μια φορά στον καθρέφτη του μπάνιου μου, και άλλη μια στα πλαϊνά της χύτρας μου. Λέει ανέλκυση. Είναι μια έκκληση προς εμένα να ανελκύσω το Ντέιβιντ Νταρκ.» Ο Έντουαρντ σούφρωσε τα χείλη με δυσπιστία. «Είσαι βέβαιος γι' αυτό που

λες;» «Έντουαρντ, όταν βλέπεις αυτά τα φαντάσματα, αντιλαμβάνεσαι διάφορα συναισθήματα και σκέψεις για πρώτη φορά στη ζωή σου. Είναι μια εμπειρία που τη νιώθεις με τη διαίσθηση αλλά και τις αισθήσεις σου. Κανείς δεν μου είπε: Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανελκύσεις το Ντέιβιντ Νταρκ. Δεν χρειαζόταν. Απλά το νιώθω». «Άκουσέ με», είπε ο Έντουαρντ. «Ξέρω πως έχω την τάση να βγάζω μεροληπτικά ιστορικά συμπεράσματα, αλλά πραγματικά πιστεύω πως έχεις κάνει ένα σωρό λογικά άλματα δίχως τον παραμικρό συλλογισμό. Αν θέλουμε να βρούμε και να ανεβάσουμε το Ντέιβιντ Νταρκ θα πρέπει η σκέψη μας να είναι αναλυτική, εκτός από θεωρητική». «Πέθανε κανένας κοντινός σου άνθρωπος πρόσφατα;» τον ρώτησα με την απαλότερη φωνή που διαθέτω. «Όχι, κανένας». «Τότε, εμπιστεύσου αυτά που σου λέω. Έ χ ω δει την ίδια τη γυναίκα μου, που έχει πεθάνει, σε απόσταση αναπνοής από μένα. Έ χ ω κάνει έρωτα με το πνεύμα της, αν αυτό ήταν που συνέβη. Έ χ ω ήδη αρχίσει να συνειδητοποιώ πως υπάρχει κάποια άλλη ζωή, κάποια άλλη πραγματικότητα, δίπλα ακριβώς από τη δική μας, και είναι ξέχειλη από πόνο και αμφιβολία και φόβο και λαχτάρα. Ίσως αν καταφέρουμε να βγάλουμε από τον βυθό το Ντέιβιντ Νταρκ, όπως ήθελες όλον αυτόν τον καιρό, να μπορέσουμε να βρούμε έναν τρόπο να απαλύνουμε αυτόν τον πόνο και να σβήσουμε αυτήν την αμφιβολία και να διώξουμε αυτούς τους φόβους και τη λαχτάρα, μια για πάντα». Ο Έντουαρντ χαμήλωσε το βλέμμα του προς το τραπέζι. Ξεφύσηξε και είπε, δίχως το παραμικρό ίχνος σαρκασμού: «Για μια στιγμή μού ακούστηκες σαν θρησκόληπτος». «Μα όλα αυτά είναι θρησκεία, έτσι δεν είναι; Είναι ένα με τη θρησκεία». Ο Έντουαρντ έδειχνε διστακτικός. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Δεν έχω δει ποτέ μου φάντασμα, και αυτό σημαίνει πως ξέρεις πολύ περισσότερα από μένα, τουλάχιστον όσον αφορά τις ουσιαστικές εμπειρίες». Ύψωσα το ποτήρι μου. «Στην επιτυχία της αυριανής κατάδυσης. Δεν θέλω να έρθω, αλλά μου φαίνεται πως πρέπει να έρθω».

ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ

Λ

ίγο μετά τις δέκα, έφυγα από το Πράσινο Μπαράκι και ανέβηκα στο δωμάτιο μου. Ο Έντουαρντ είχε φύγει από τις εννιάμιση για να πάει σπίτι του, στην αδερφή του, και η Τζίλι δεν είχε φανεί ακόμα, και έτσι αποφάσισα να παραγγείλω στο ρουμ σέρβις μια μπριζόλα και μια πατάτα με τη φλούδα

της, και να περάσω το υπόλοιπο της νύχτας μελετώντας προσεκτικά το καταδυτικό εγχειρίδιο που μου είχε δανείσει ο Έντουαρντ. Το δωμάτιο μου βρισκόταν στη γωνία του έκτου ορόφου, και έβλεπε στο Άλσος του Σάλεμ, και μέσα από τα δέντρα μπορούσα να διακρίνω ελάχιστα τον θόλο της εξέδρας της μπάντας όπου είχα συναντήσει τις προάλλες εκείνη τη γυναίκα που παρίστανε τη μάγισσα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον υπερβολικά καφέ για τα γούστα μου · καφέ μοκέτα, καφέ και πορτοκαλί κουρτίνες, καφέ και λευκό κάλυμμα στο κρεβάτι, αλλά μου έδινε μια αίσθηση ασφάλειας και ζεστασιάς και, επιπλέον, απείχε πάρα πολύ από την Οικία της Οδού Κουάκερ. Καθώς ξάπλωνα στο διπλό κρεβάτι, έχοντας πρώτα βγάλει τα παπούτσια μου, και περιμένοντας το μισοψημένο μου φιλέτο, αναρωτήθηκα τι να συνέβαινε εκείνη ακριβώς τη στιγμή στο σπίτι μου. Θα εμφανιζόταν άραγε πάλι η Τζέιν, παρ' όλο που εγώ δεν ήμουν εκεί για να τη δω; Κατά πόσο άραγε η εμφάνιση ενός φαντάσματος εξαρτιόταν από την παρουσία των ανθρώπων που καταδίωκε; Μπορούσα να φανταστώ την τρεμάμενη εικόνα να περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, σε αναζήτηση της παρουσίας μου- και παντού θα ακούγονταν οι ψιθυριστές εκείνες φωνές. Σκέφτηκα και κάτι ακόμα. Τι θα συνέβαινε αν οαην αυριανή κατάδυση πνιγόμουν, ή πέθαινα με κάποιον άλλον τρόπο; Θα κατέληγα στον ίδιο ηλεκτρικά φορτισμένο τόπο όπου πάνε οι ψυχές των νεκρών, μαζί με την Τζέιν; Θα γινόμουν κι εγώ μια από εκείνες τις παραμορφωμένες φιγούρες, όπως εκείνη, να περιπλανώμαι τρεμοσβήνοντας από τη μία πραγματικότητα στην άλλη, δίχως ποτέ να μπορώ να βρω γαλήνη; Είχε άραγε η Τζέιν συνείδηση αυτών που έκανε; Ή τ α ν πραγματικά εκείνη, με την έννοια ότι γνώριζε ποια ήταν κάποτε; Σκεφτόμουν ακόμα την Τζέιν όταν ακούστηκε ένα ξαφνικό χτύπημα στην πόρτα, και δίχως να το θέλω πετάχτηκα πάνω έντρομος. «Έρχομαι αμέσως», είπα, και διέσχισα αθόρυβα τη μοκέτα φορώντας μόνο τις κάλτσες μου. Ξεκλείδωσα την πόρτα και άνοιξα· αλλά, αντί να δω τη μισοψημένη μου μπριζόλα και την πατάτα μου, αντίκρυσα την Τζίλι. Η μύτη της ήταν κόκκινη από το κρύο, αλλά το πρόσωπο της ήταν χαμογελαστό, και στο χέρι της βαστούσε μια καφέ χαρτοσακούλα που με δυσκολία έκρυβε πως μέσα της υπήρχε ένα μπουκάλι κρασί. «Είναι ένα δώρο για εξιλεωθώ για την καθυστέρησή μου», είπε η Τζίλι. «Μπορώ να περάσω;» «Ασφαλώς. Δώσε μου το παλτό σου. Δείχνεις μισο-κατεψυγμένη». «Για την ακρίβεια, είμαι μισο-λιωμένη. Είχα παγώσει τελείως όταν ήμουν στο Μίντλτον. Εκείνες οι γεροντοκόρες έχουν αφοσιωθεί τελείως στο παρελθόν. Ό τ α ν δεν μπορούν να ζεστάνουν αρκετά το σπίτι τους με τη σόμπα και τα καυσόξυλά τους, το μόνο που κάνουν είναι να φοράνε ένα-δύο πουλόβερ παραπάνω. Η κεντρική θέρμανση γι' αυτές είναι έργο του διαβόλου, που κάνει τους

ανθρώπους μαλθακούς και αδρανείς και τεμπέληδες». «Κάθισε», της είπα. «Έχω παραγγείλει να μου φέρουν μια μπριζόλα. Θέλεις να παραγγείλω και για σένα;» «Κάνω δίαιτα, αλλά θα τσιμπήσω λίγο από τη δική σου». «Τι δίαιτα κάνεις;» τη ρώτησα. «Την αποκαλώ Δίαιτα της Ακρίβειας. Επιτρέπω στον ευατό μου να τρώει οτιδήποτε αρκεί να κοστίζει πάνω από εφτά δολάρια το κιλό. Αυτό περιλαμβάνει το χαβιάρι, την καπνιστή αγριόπαπια, τον σολομό, και τις καλύτερες σιτεμένες μπριζόλες. Το πολύ ακριβό φαγητό παχαίνει πολύ σπάνια, και όπως και να 'χει, δεν μπορείς να φας πολύ από δαύτο». Μιλήσαμε για λίγη ώρα σχετικά με αντίκες και το εμπόριο τουριστικών ειδών. Έτσι κι αλλιώς, είχαμε και οι δύο καταστήματα. Έπειτα, ήρθε ο σερβιτόρος και έφερε την μπριζόλα μου, και ανοίξαμε το κρασί, ένα μπουκάλι Φλερί του 1977, και ήπιαμε ο ένας στην υγειά του άλλου. Έκοψα την μπριζόλα μου, και τη μοιραστήκαμε, μιλώντας ελάχιστα όσην ώρα τρώγαμε. «Μάλλον θα πιστεύεις ότι ήταν πολύ τολμηρό εκ μέρους μου να ανέβω στο δωμάτιο σου απροειδοποίητα», είπε η Τζίλι. Ακούμπησα κάτω την πετσέτα μου και της χαμογέλασα. «Αναρωτιόμουν πότε θα το έλεγες αυτό». Κοκκίνησε. «Υποθέτω πως έπρεπε να το πω κάποια στιγμή. Έπρεπε να σου δώσω την αφορμή για να μου πεις ότι και βέβαια δεν είμαι τολμηρή, ότι και βέβαια είναι απόλυτα φυσικό για μια κοπέλα να ανεβαίνει μόνη της στο δωμάτιο ενός άγνωστου, και να τρώει το μισό του δείπνο». Την κοίταξα με σοβαρό βλέμμα. «Νομίζω πως με το μαγαζί σου έχεις αποδείξει ότι είσαι αρκετά ώριμη να κάνεις ό,τι θέλεις, δίχως να χρειάζεσαι τη δική μου έγκριση». Σκέφτηκε για λίγο τα λόγια μου, και έπειτα είπε, σε κάπως ψηλότερο τόνο: «Ευχαριστώ». Έσπρωξα το τραπεζάκι με το φαγητό στον διάδρομο του ξενοδοχείου, και ύστερα επέστρεψα και ξάπλωσα στο κρεβάτι, βάζοντας τα χέρια πίσω από το κεφάλι μου. Η Τζίλι έμεινε εκεί που ήταν, γονατισμένη στο πάτωμα. «Ξέρεις κάτι», είπα, «ποτέ δεν είμαι σίγουρος για το πώς διαμορφώνονται τα αισθήματα δύο ανθρώπων όταν πρωτοσυναντιούνται, ή για το πώς αποφασίζουν αν η έλξη τους είναι αμοιβαία, ή πώς καθορίζουν τους βασικούς κανόνες της σχέσης τους. Όλο αυτό το κομμάτι, το πιο σημαντικό κομμάτι, μου φαίνεται πως καθορίζεται σχεδόν στιγμιαία, και δίχως καμία απολύτως συζήτηση· και κάθε κουβέντα που ακολουθεί έχει απλά να κάνει με την σταθεροποίηση της πορείας της σχέσης τους». «Πώς φαίνεται», είπε η Τζίλι, «ότι σου αρέσει η θάλασσα, και κάθε τι ναυτικό».

«Η ζωή εδώ είναι που με έχει κάνει έτσι. Το αλάτι δεν έχει φτάσει ακόμα μέχρι το αίμα μου, αλλά τώρα πια δεν λείπει από τη σαλάτα μου». Σηκώθηκε και κοίταξε προς το μέρος μου. Τα χείλη της είχαν ανοίξει ελαφρά, και στα μάτια της υπήρχε ένα σκεπτικό, ερωτικό βλέμμα που δεν είχα ξανασυναντήσει σε άλλη γυναίκα από τότε που γνώρισα την Τζέιν. Είπε, με χαμηλή φωνή: «Θα σε πείραζε να σβήσεις το φως;» Άπλωσα το χέρι μου και έσβησα τη λάμπα στο πλάι του κρεβατιού. Το μόνο φως που υπήρχε τώρα στο δωμάτιο προερχόταν από την τηλεόραση· και μπροστά του σχηματιζόταν το περίγραμμα της Τζίλι. Προσεκτικά, αργά, ξεκούμπωσε τις μανσέτες της μπλούζας της και έπειτα το δαντελένιο μπροστινό άνοιγμα, και πέρασε το ρούχο της πάνω από το κεφάλι. Είχε φαρδείς ώμους, αλλά τα στήθη της, που κρύβονταν πίσω από τη ζεστή προστασία ενός χειροποίητου στηθόδεσμου, ήταν μεγαλύτερα απ' ό,τι νόμιζα. Άνοιξε το φερμουάρ της φούστας της και την άφησε να πέσει κάτω, και είδα ότι φορούσε σκούρες γκρίζες ζαρτιέρες, που στερεώνονταν πάνω της με μια μαύρη ζώνη. Δεν φορούσε κυλότα, όμως- το φως της τηλεόρασης τόνιζε τις ατίθασες μπούκλες του εφηβαίου της. Ξεκούμπωσε το σουτιέν της, και τα στήθη της ελευθερώθηκαν με μια απαλή, πολύπλοκη αναπήδηση. Άπλωσα το χέρι μου προς το μέρος της. «Δεν είναι εύκολο να με ικανοποιήσει κάποιος», είπε, με τραχιά φωνή. «Υποθέτω πως αυτός είναι ένας από τους λόγους που πάντα απέφευγα τις σχέσεις με τους άντρες. Αυτά που χρειάζομαι, είναι πάρα πολλά· αυτά που απαιτώ είναι πάρα πολλά, τόσο σεξουαλικά όσο και συναισθηματικά». «Όποιες κι αν είναι οι δυνάμεις μου», της είπα, «θα σου δώσω ό,τι έχω». Ανασηκώθηκα, και έβγαλα το πουκάμισο, τις κάλτσες, το παντελόνι και το εσώρουχο μου. Η Τζίλι ξάπλωσε δίπλα μου, φορώντας ακόμα τις ζαρτιέρες και τη ζώνη της, και μπορούσα να νιώσω την απαλή αίσθηση των μαλλιών της πάνω στους ώμους μου, το άγγιγμα των μεγάλων θηλών της και το βάρος του στήθους της στο στέρνο μου, και τη ζεστή ολισθηρότητα του νάυλον, που τύλιγε τα πόδια της, πάνω στους μηρούς μου. Φιληθήκαμε, διστακτικά στην αρχή, ύστερα με όλο και μεγαλύτερο πάθος. Τα χέρια της τραβούσαν τα μαλλιά μου, χάιδευαν τους ώμους μου, έπιαναν σφιχτά τον γοφό μου. Ακούμπησα το χέρι μου στο στήθος της, διεγείροντας τη ρώγα της ανάμεσα στα δάχτυλά μου, ώσπου ορθώθηκε, κόκκινη και σκληρή. Η γυαλιστερή σφικτή αίσθηση της κάλτσας της έκανε τη στύση μου να μεγαλώσει, και η Τζίλι έφερε το χέρι της χαμηλά, και την κράτησε σφικτά στην παλάμη της, πιέζοντας και τρίβοντάς την πάνω στο εφηβαίο της. Κανείς από τους δυο μας δεν χρειαζόταν πολλά προκαταρκτικά- κανείς από τους δυο μας δεν μπορούσε να περιμένει. Για διαφορετικούς λόγους, και οι δυο μας είχαμε στερηθεί κάποιον σεξουαλικό σύντροφο για πολύ περισσότερο καιρό απ' όσο έπρεπε, και η ένταση ανάμεσά μας αυξήθηκε ξαφνικά τόσο πολύ που το

μόνο που και οι δυο μας θέλαμε ήταν δυνατό, επείγον, ασυμβίβαστο σεξ. Άρχισα να διεισδύω μέσα της, και με κάθε διείσδυση εκείνη γινόταν όλο και πιο ζεστή, όλο και πιο υγρή, και ανέπνεε όλο και πιο δυνατά. Αισθάνθηκα το εσωτερικό του κεφαλιού μου να εκρήγνυται· αλλά η έκρηξη συνέχιζε και συνέχιζε και συνέχιζε, και η Τζίλι έσφιξε τα πόδια της γύρω μου ώστε να μπορέσω να μπω ακόμα πιο βαθιά, και τα νύχια της βυθίστηκαν στην πλάτη μου, και τα δόντια της δάγκωσαν με όλη τους τη δύναμη τον μυ του ώμου μου. «Ω Θεέ μου, πιο δυνατά, πιο δυνατά, πιο δυνατά», μου φώναξε η Τζίλι, και άρπαξα τους γοφούς της στα χέρια μου και πίεσα με δύναμη το σώμα της πάνω στο δικό μου, ώσπου άρχισε να λαχανιάζει και να ουρλιάζει και να κουνάει το κεφάλι της μανιασμένα από τη μια πλευρά του μαξιλαριού στην άλλη. Μπορούσα να νιώσω τον οργασμό να γίνεται όλο και πιο έντονος και να ξεσπάει σε κύματα μέσα της, σαν δονήσεις πριν από έναν μεγάλο σεισμό. Από το στόμα της έβγαιναν λέξεις που δεν μπορούσα να καταλάβω· αδύνατες και οξείες, σαν να με έβριζε και να με ικέτευε συγχρόνως. Τα μάτια της ήταν κλεισμένα με δύναμη και το πρόσωπο της σφιγμένο. Τα στήθη της ήταν αναψοκοκκινισμένα και οι ρώγες τους στητές. Ή τ α ν τότε που, ακριβώς στην κορύφωση του οργασμού, άνοιξα τα μάτια μου και την κοίταξα από κάτω μου, και μονομιάς πάγωσα. Γιατί, πάνω από το πρόσωπο της Τζίλι, σαν να φορούσε μια παγερή αλλά συγχρόνως πυρακτωμένη μάσκα υπήρχε το πρόσωπο της Τζέιν, ισχνό, ανέκφραστο, τρεμοπαίζοντας με εκείνον τον απειλητικό τρόπο, που έκανε την ατμόσφαιρα να πάλλεται από ηλεκτρισμό. Και για μια στιγμή γεμάτη φρίκη, δεν ήξερα αν έκανα έρωτα στην Τζέιν ή την Τζίλι ή αν όλα αυτά δεν ήταν παρά δημιούργημα της δικής μου, ξέχειλης από παραισθήσεις, φαντασίας. Η Τζίλι άνοιξε τρεμοπαίζοντας τα μάτια της, και οι κόρες τους διαπέρασαν τις σκοτεινές εσοχές του ηλεκτρικού προσωπείου της Τζέιν, με τρόμο και έκπληξη. «Τζον — τι τρέχει; Τζον!» Άνοιξα το στόμα μου, αλλά δεν κατάφερα να μιλήσω. Τα μάτια της Τζίλι είχαν δώσει ζωή στη νεκρική μάσκα της Τζέιν, και αυτή μάλιστα ήταν η πιο απόκοσμη από τις όψεις της που είχα συναντήσει. Έμοιαζε με ζωγραφισμένο πορτρέτο, μόνο που τα μάτια του κινούνταν. Και ήταν τόσο παγωμένο. Δίχως κανένα ίχνος συναισθήματος. Σαν να με κατηγορούσαν. «Τζον — παγώνω! Τζον — » Ακούστηκε ένας βροντερός, διαπεραστικός, εκκωφαντικός κρότος. Τα τζάμια των παραθύρων έγιναν θρύψαλλα, και ένας ισοπεδωτικός άνεμος παρέσυρε τις κουρτίνες στο πλάι· ο αέρας μέσα στο δωμάτιο γέμισε με αστραφτερά, αιωρούμενα, κοφτερά θραύσματα γυαλιού. Έσκυψα πάνω από την Τζίλι όσο πιο πολύ μπορούσα, αλλά ακόμα και έτσι το παγωμένο ρεύμα κατάφερε να σκορπίσει ένα ολόκληρο σμήνος από θραύσματα πάνω στην πλάτη μου, μέσα στη σάρκα των

γλουτών και των μυών των μηρών μου. Το κάλυμμα του κρεβατιού έγινε κουρέλια, και μέσα από τα κατασκισμένα από τα γυαλιά μαξιλάρια έβγαιναν κομμάτια πούπουλο που γέμιζαν τον αέρα σαν νιφάδες χιονιού. Κράτησα τα μάτια μου κλειστά μέχρι να καταλαγιάσει και το τελευταίο κουδούνισμα από τα γυαλιά που έπεφταν. Ο παγωμένος αέρας του Μαρτίου έμπαινε με αμείωτη ένταση μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα, και ράπιζε το εξώφυλλο του περιοδικού που είχα αφήσει πάνω στην τηλεόραση. Κοίταξα την Τζίλι και είδα μόνο την Τζίλι, τίποτα και κανέναν άλλον· το πρόσωπο της είχε γίνει χλωμό από τον φόβο και στην άκρη του μετώπου της υπήρχε ένα κόψιμο. «Μπορείς να κάνεις λίγο πιο πέρα;» τη ρώτησα ψιθυριστά. «Πρόσεχε — το κρεβάτι είναι γεμάτο γυαλιά. Το ίδιο και η πλάτη μου. Δεν νομίζω να είναι τίποτα σοβαρό, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ μέχρι να μου τα βγάλεις». Τα μάτια της Τζίλι άρχισαν να πλημμυρίζουν δάκρυα· δάκρυα τρόμου κ ανησυχίας. «Τι συνέβη,;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. «Δεν καταλαβαίνω τι υι βΐ»· «Μου φαίνεται πως ο οργασμός μου παραήταν δυνατός», της είπα, προσπαθώντας να φανώ γελοία απαθής. «Τρέμεις ολόκληρος», μου είπε. «Μην κουνηθείς». Κατάφερε να γλιστρήσει γυμνή κάτω από το κορμί μου. Έπειτα, μου είπε: «Ξάπλωσε μπρούμυτα. Υπάρχουν γύρω στα είκοσι κομμάτια γυαλί στην πλάτη σου. Δεν μοιάζουν να έχουν μπει βαθιά, πάντως». Φόρεσε τα παπούτσια της και πήγε στο μπάνιο για να φέρει ένα προσόψι και μια πετσέτα. Στη συνέχεια έκατσε δίπλα μου και άρχισε να τραβάει τα κομμάτια του γυαλιού από την πλάτη μου. Το αίμα δεν ήταν πολύ, αλλά οι πληγές με πονούσαν, και όταν κατάφερε να βγάλει και το τελευταίο από τα κομμάτια, από το εσωτερικό του δεξιού μου μηρού, ένιωσα πολύ καλύτερα. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Μια φωνή είπε: «Κε Τρέντον; Είστε εκεί, κε Τρέντον; Είμαι ο βοηθός διευθυντής, κε Τρέντον». «Τι θέλετε;» φώναξα. «Κάποιος ανέφερε ότι άκουσε έναν δυνατό θόρυβο από το δωμάτιο σας, και γυαλιά να σπάνε. Είναι όλα εντάξει;» «Μισό λεπτό», είπα. Η Τζίλι μού έδωσε το παντελόνι μου, και αφού το κούνησα λίγο για να φύγουν τα γυαλιά από πάνω του, το φόρεσα, και περπάτησα πάνω στις μύτες των ποδιών μου μέχρι την πόρτα. Ο βοηθός διευθυντή ήταν ένας ψηλός άντρας με πολύ γυαλιστερά μαύρα μαλλιά, που φορούσε σμόκιν και ένα ζευγάρι πολύ γυαλιστερά μαύρα παπούτσια. «Αγόρασα για την ξαδέρφη μου ένα ζευγάρι κυάλια σήμερα», του είπα. «Ενθύμιο από το Σάλεμ. Δυστυχώς μπλέχτηκε το πόδι μου στην ρόμπα του μπάνιου καθώς πήγα να της τα δώσω. Έπεσα πάνω στο τραπέζι». Ο βοηθός διευθυντή με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. «Ελπίζω να μη χτυπή-

σατε, κύριε». «Να χτύπησα; Όχι, όχι, όχι. Δεν χτύπησα». Έκανε μια μικρή παύση, και στη συνέχεια είπε: «Θα σας πείραζε να έριχνα μια ματιά μέσα στο δωμάτιο;» «Μια ματιά;» «Αν δεν σας πειράζει». Πήρα μια βαθιά ανάσα. Δεν είχε κανένα νόημα να μπλοφάρω. Αν ο βοηθός διευθυντή ήθελε να ρίξει μια ματιά, δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσα να κάνω για να τον σταματήσω. «Το θέμα είναι», είπα ,«ότι είχαμε ένα προβληματάκι με τα παράθυρα. Αλλά θα σας τα πληρώσω. Αρκεί να δείξετε κατανόηση».

ΔΕΚΑΕΞΙ

Π

ήγαμε στο διαμέρισμα της Τζίλι, στην Οδό Γουίτς Χιλ, που έβλεπε στο Πάρκο του Λόφου της Αγχώνης. Το διαμέρισμα ήταν μικρό μα προσεκτικά διακοσμημένο, με τους λευκοβαμμένους του τοίχους στολισμένους με κορνίζες που μέσα τους είχαν σχέδια μόδας, και με τις καλόγουστες λευκές του γλάστρες να φιλοξενούν γιούκες. Ο πόνος από τα κοψίματα που μου είχαν κάνει τα γυάλινα θραύσματα εξακολουθούσε να με τυραννά, αλλά ευτυχώς οι πληγές είχαν όλες τους καθαρίσει, και μόνο μία τους, στον ώμο μου, συνέχιζε να αιμορραγεί. «Θέλεις λίγο κρασί;» με ρώτησε η Τζίλι. Κάθισα άκαμπτα στον μπεζ βελούδινο καναπέ. «Θα προτιμούσα ένα μεγάλο ποτήρι ουίσκι, αν έχεις». «Λυπάμαι», είπε, καθώς έβγαινε από την κουζίνα με ένα μεγάλο παγωμένο μπουκάλι Πινό Σαρντονέ στα χέρια της. «Όλοι οι γνωστοί μου πίνουν μόνο κρασί». «Μη μου πεις πως είναι και χορτοφάγοι». «Μερικοί απ' αυτούς», μου απάντησε χαμογελώντας. Τοποθέτησε δύο κολωνάτα ποτήρια στο τραπέζι, και κάθισε δίπλα μου. Πήρα το μπουκάλι και γέμισα το ποτήρια σχεδόν μέχρι πάνω. Εκείνη τη στιγμή ένιωθα πως αφού έπρεπε να πιω κρασί, τότε το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να πιω όσο πιο πολύ μπορούσα. «Πόσο πιστεύεις ότι θα σε χρεώσει το Χόθορν;» ρώτησε η Τζίλι. «Δύο χιλιάδες, το λιγότερο. Αυτά τα παράθυρα από χοντρό τζάμι θα πρέπει να κοστίζουν μια περιουσία». «Ακόμα δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς έγινε». Ύψωσα το ποτήρι μου κάνοντας μια σιωπηλή πρόποση και κατάπια σχεδόν

το μισό από το περιεχόμενο του με τη μία. «Συζυγική ζήλεια», της είπα. Κάρφωσε τα μάτια της πάνω μου με αβεβαιότητα. «Μου είχες πει ότι η γυναίκα σου ήταν — » «Είναι», είπα εμφατικά. Και έπειτα, πιο χαμηλόφωνα: «Είναι». «Τότε, θες να πεις ότι αυτό που έγινε απόψε — αυτό ήταν εκείνη; Η γυναίκα σου; Εκείνη το έκανε;» «Δεν ξέρω. Είναι μια πιθανότητα. Μπορεί να μην ήταν τίποτα παραπάνω από ένα αλλόκοτο, δυνατό ρεύμα αέρα. Θυμάσαι εκείνον τον ουρανοξύστη στη Βοστώνη, που τα παράθυρά του έσπαγαν συνεχώς; Ίσως το ίδιο να συνέβη και στο Χόθορν». Η Τζίλι με κοίταξε συνοφρυωμένη· έδειχνε να μην μπορεί να συλλάβει αυτά που άκουγε. «Μα, αν η γυναίκα σου είναι νεκρή, πώς θα μπορούσε να είναι έστω και πιθανόν όλα αυτά που έγιναν απόψε να έγιναν από κείνη; Θέλεις να πεις ότι και εκείνη είναι φάντασμα; Η νεκρή γυναίκα σου είναι ένα φάντασμα;» «Ναι, και μάλιστα την έχω δει», παραδέχτηκα. «Την έχεις δει», είπε η Τζίλι. «Θεέμου, μου φαίνεται αδύνατο να το πιστέψω». «Δεν είναι ανάγκη να το πιστέψεις. Αλλά είναι η αλήθεια. Την έχω δει δύο ή τρεις φορές μέχρι τώρα, και απόψε, όταν κάναμε έρωτα, την είδα ξανά. Κοίταξα το πρόσωπο σου και αντί να δω εσένα είδα εκείνη». Η Τζίλι κατέβασε μερικές γουλιές κρασί και έπειτα με κοίταξε με ευθύτητα. «Όλα αυτά έχουν αρχίσει να χωράνε όλο και πιο δύσκολα στο μυαλό μου, το ξέρεις;» «Ούτε για μένα είναι εύκολο». «Νομίζεις ότι μου έχει τύχει πολλές φορές να πάω στο κρεβάτι με έναν άντρα, σχεδόν την ίδια στιγμή που τον γνώρισα, όπως έκανα με σένα;» «Θα ήθελα να σταματούσες να προσπαθείς να βρεις δικαιολογίες για τον εαυτό σου», της είπα. «Πήγα στο κρεβάτι μαζί σου όσο γρήγορα πήγες κι εσύ μαζί μου. Το ότι εσύ είσαι γυναίκα και εγώ άντρας, δεν κάνει καμιά διαφορά, έτσι δεν είναι;» «Τουλάχιστον, δεν θα 'πρεπε να κάνει διαφορά», είπε κάπως αμυντικά. «Αφού είναι έτσι, μην το σκέφτεσαι καν». «Ναι, αλλά τώρα με έχεις φέρει σε μια περίεργη θέση». «Περίεργη;» ρώτησα, σηκώνοντας πάλι το ποτήρι μου. «Ναι, περίεργη, γιατί ο πρώτος άντρας στον οποίο αποφάσισα να ριχτώ —ο πρώτος άντρας στη ζωή μου— αποδεικνύεται πως έχει κάποια εμμονή με τη νεκρή γυναίκα του. Και τα παράθυρα του αναθεματισμένου του δωμάτιού του στο ξενοδοχείο μέσα σε μια στιγμή γίνονται κομμάτια». Σηκώθηκα όρθιος, και πήγα στις πόρτες που οδηγούσαν στο στενό μπαλκόνι του διαμερίσματος της Τζίλι, που βρισκόταν στον τρίτο όροφο του κτιρίου. Έξω, ο δυνατός νυχτερινός αέρας έκανε τα γεράνια να τρέμουν. Πιο ψηλά, μπο-

ρούσα να δω εκείνη τη θολή κηλίδα απο φώτα, τα Υψώματα της Μαγείας. Ή τ α ν περασμένες δύο τα ξημερώματα τώρα, και έπρεπε να το παραδεχτώ πως ήμουν πέρα από κάθε αμφιβολία κουρασμένος και ταραγμένος. Η αχνή μου αντανάκλαση στο σκούρο τζάμι σήκωσε το ποτήρι με το κρασί και ήπιε. «Μακάρι να μπορούσα να πω ότι έχω εμμονή με τη γυναίκα μου», είπα ήρεμα. «Μακάρι να μπορούσα να πω ότι υποφέρω από κάποιο είδος υστερίας· ότι δεν την έχω δει ή ακούσει πουθενά αλλού παρά μόνο μέσα στο κεφάλι μου. Αλλά είναι αληθινή, Τζίλι. Με έχει στοιχειώσει. Ό χ ι μόνο το σπίτι, όπου ζούσαμε μαζί, αλλά και εμένα, ολόκληρη την ύπαρξή μου. Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που θα έρθω στην κατάδυση αύριο, παρ' όλο που δεν το θέλω καθόλου. Θέλω να βοηθήσω τη γυναίκα μου να αναπαυθεί». Η Τζίλι έμεινε σιωπηλή. Επέστρεψα από την μπαλκονόπορτα και κάθισα απέναντι της, παρ' όλο που εκείνη έμοιαζε να μη θέλει να κοιτάξει προς το μέρος μου. «Αν θέλεις να ξεχάσεις πως γνωριστήκαμε, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα από μέρους μου», της είπα. «Για να είμαι ειλικρινής — υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Θα στενοχωρηθώ πολύ. Αλλά μπορώ να καταλάβω το πώς νιώθεις. Ο καθένας θα ένιωθε έτσι. Ακόμα και ο γιατρός μου πιστεύει πως όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι συνέπειες του σοκ που έπαθα μετά τον θάνατο της γυναίκας μου». Έκανα μια μικρή παύση, και έπειτα είπα: «Είσαι ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, Τζίλι. Η παρουσία σου με συναρπάζει. Και εξακολουθώ να πιστεύω αυτά που είπα νωρίτερα — πόσο καταπληκτικό μού φαίνεται που δύο άνθρωποι μπορούν να νιώσουν τέτοιο πάθος λίγα μόλις λεπτά αφού γνωρίστηκαν. Θα μπορούσαμε να περάσουμε πολύ όμορφες στιγμές οι δυο μας· το ξέρεις αυτό. Αλλά θα πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι το πνεύμα της Τζέιν είναι ακόμα ολόγυρά μου, και πως μπορεί να υπάρχει ακόμα κίνδυνος, όπως ακριβώς απόψε». Η Τζίλι με κοίταξε, και τα μάτια της λαμπύριζαν. «Δεν είναι ο κίνδυνος», είπε, με σπασμένη φωνή. «Το ξέρω. Είναι η εικόνα της πρώην συζύγου». «Το έχω ξαναπεράσει αυτό. Είχα μια σχέση με έναν παντρεμένο όταν ήμουν δεκαεφτά χρονών. Ή τ α ν τραπεζίτης. Η γυναίκα εκείνου δεν είχε πεθάνει, αλλά ήταν πάντα εκεί. Είτε στο τηλέφωνο είτε σε κάποια γωνία του μυαλού του». «Και με τίποτα δεν θα ήθελες να το ξαναζήσεις αυτό». Τέντωσε το χέρι της προς το μέρος μου. «Τζον», μου είπε, «δεν έχει να κάνει με σένα. Είναι απλά που αισθάνομαι να απειλούμαι. Και υπάρχει κάτι που έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, από τότε που άρχισα να δουλεύω μόνη μου. Ποτέ μην επιτρέψεις σε κανέναν να σε απειλήσει, ό,τι και να γίνει». Δεν ήξερα τι να απαντήσω σ' αυτό. Είχε δίκιο, φυσικά. Μπορεί να μου είχε ριχτεί σαν μια σεξουαλικά στερημένη τίγρης, και μπορεί και εγώ να είχα πέσει πάνω της σαν ένας εξίσου σεξουαλικά στερημένος τίγρης. Αλλά τίποτα δεν την

υποχρέωνε να με δεχτεί ως εραστή με όλα τα προβλήματα που κουβαλούσα στις πλάτες μου. Όλα εκείνα τα φαντάσματα και τους φόβους και τις υποθέσεις επί υποθέσεων. Για να μην αναφέρω την αγιάτρευτη πληγή του πρόσφατου χαμού της γυναίκας μου και του αγέννητου παιδιού μας. «Εντάξει», της είπα. Άφησα το χέρι της. «Δεν είναι και πολύ ευχάριστο για μένα αυτό που λες, αλλά καταλαβαίνω απόλυτα γιατί το λες». «Συγγνώμη», μου είπε. «Δεν νομίζω να έχεις συνειδητοποιήσει πόσο πολύ μου αρέσεις. Είσαι ακριβώς ο τύπος μου». «Κανένας άνθρωπος που σέρνει ένα φάντασμα πίσω από την πλάτη του δεν μπορεί να είναι ο τύπος σου. Δεν μπορεί να είναι κανενός ο τύπος. Ό χ ι μέχρι τη στιγμή που το φάντασμα θα έχει ξορκιστεί». Η Τζίλι έκατσε και με κοίταξε σιωπηλή για λίγο, και έπειτα σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Την ακολούθησα και στάθηκα στην πόρτα, ενώ εκείνη ετοίμαζε αυγά και τηγανίτες και καφέ. «Δεν χρειάζεται να μου μαγειρέψεις τίποτα», είπα. «Ένα απλό πρωινό, αυτό είναι όλο», μου είπε χαμογελώντας. Έσπασε τα αυγά μέσα σε ένα μικρό μπολ και άρχισε να τα χτυπά. «Έχεις σκεφτεί τον εξορκισμό;» με ρώτησε. «Θα μπορούσες να φωνάξεις κανέναν παπά για να αναπαύσει την ψυχή της γυναίκας σου». Κούνησα το κεφάλι. «Δεν νομίζω να γινόταν τίποτα. Δεν ξέρω, ίσως και να γινόταν. Αλλά μου φαίνεται πως ο μόνος τρόπος να βρουν γαλήνη όλα αυτά τα φαντάσματα στο Γκράνιτχεντ είναι να ανακαλύψουμε γιατί είναι τόσο ταραγμένα, και τι είναι εκείνο που τα κάνει να εμφανίζονται». «Δηλαδή, θα πρέπει να βγάλουμε το Ντέιβιντ Νταρκ από τον βυθό». «Ίσως. Απ' ό,τι φαίνεται, ο Έντουαρντ πιστεύει πως αυτή είναι η απάντηση». «Εσύ τι πιστεύεις;» με ρώτησε η Τζίλι, βγάζοντας από ένα ντουλαπάκι ένα τηγάνι, και ρίχνοντας μέσα χου ένα μικρό κομματάκι βούτυρο από ηλίανθο. Έτριψα τα μάτια μου. «Προσπαθώ να έχω το μυαλό μου ανοιχτό. Δεν ξέρω. Απλά προσπαθώ να μείνω λογικός». Με κοίταξε καλοσυνάτα. «Είσαι πολύ λογικός», είπε. «Είσαι επίσης υπέροχος εραστής. Προσεύχομαι στον Θεό να καταφέρεις να δώσεις στη γυναίκα σου τη γαλήνη που αποζητά». Δεν υπήρχε λόγος να απαντήσω σε αυτό το σχόλιο. Την παρακολούθησα καθώς μαγείρευε τα αυγά, ζέσταινε τις χηγανίχες και ετοίμαζε τον καφέ, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ο ύπνος, και η αυριανή κατάδυση. Τα παγωμένα νερά του Ισθμού του Γκράνιτχεντ ήταν εκεί έξω, ταραγμένα σαν τα πνεύματα του ίδιου του Γκράνιτχεντ, και περίμεναν τον ερχομό της αυγής.

jfeiJetIh.

ΔΕΚΑΕΠΤΑ

Γ

ύρω στις εννιά το πρωί, ήμασταν στα στενά του Σάλεμ, καταμεσίς ενός γκρίζου και ελαφρά τρικυμιώδη ωκεανού, ισορροπώντας στο πίσω κατάστρωμα του Άλεξις, ενός αλιευτικού μήκους δε'κα μέτρων, που ο Έντουαρντ και ο Νταν Μπέις και άλλοι δύο συνάδελφοι του Έντουαρντ από το Πίμποντι είχαν νοικιάσει από κοινού για το πρωινό. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και η ατμόσφαιρα καθαρή, και έμεινα κατάπληκτος από το κρύο που έκανε, μέχρι που ο Έντουαρντ μού είπε πως η θερμοκρασία πάνω από την επιφάνεια του ωκεανού συχνά ήταν μέχρι και τριάντα βαθμούς Φαρενάιτ πιο χαμηλή από τη θερμοκρασία της στεριάς. Στον βορειοδυτικό ορίζοντα μπορούσα να δω μια μεγάλη μάζα από σύννεφα, παχιά σαν πηχτή κρέμα, αλλά ο Νταν Μπέις είχε υπολογίσει ότι είχαμε μπροστά μας δύο με τρεις ώρες κατάδυσης, προτού ο καιρός αρχίσει να αγριεύει. Συμπάθησα τον Νταν Μπέις με τη μία. Ήταν ένας καυστικός, γεμάτος αυτοπεποίθηση σαραντάρης άντρας, με ένα ζευγάρι μάτια που έδειχναν σαν να είχαν αρχικά το χρώμα της θάλασσας, και στη συνέχεια το χρώμα αυτό να ξέβαψε σε ένα πολύ χλωμό γαλάζιο. Μιλούσε με μια κοφτή προφορά που στα αυτιά μου έμοιαζε να προέρχεται από κάποιον κάτοικο της Βοστώνης, και το πρόσωπο του είχε ένα τετράγωνο σχήμα, χαρακτηριστικό των Ιρλανδών της Βοστώνης — αλλά καθώς πλοηγούσε το σκάφος στον προορισμό μας μου δήλωσε ότι η πρώτη φορά που έκανε κατάδυση αναζητώντας τα απομεινάρια κάποιου ναυαγίου ήταν στις ακτές της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Βόρειας Καρολίνας, στον Ισθμό Παμλίκο και στον Κόλπο Όνσλοου. «Κάποτε βούτηξα σε μία τορπιλάκατο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που είχε βυθιστεί από μια καταιγίδα το '44. Φώτισα με τον φακό μου τα φινιστρίνια, και τι νομίζεις ότι είδα να με κοιτάει; Έ ν α ανθρώπινο κρανίο, που φορούσε ακόμα ένα σκουριασμένο χαλύβδινο κράνος. Πήρα την τρομάρα της ζωής μου». Ο Έντουαρντ είχε πολύ καλή διάθεση, και το ίδιο ίσχυε και για τους συναδέλφους του, έναν νεαρό φοιτητή με σοβαρή όψη, τον Τζίμι Κάρλσεν, και έναν απόφοιτο του τμήματος εθνολογίας του Πίμποντι με πυρόξανθα μαλλιά και πρόσωπο διάστικτο από φακίδες, τον Φόρεστ Μπρόου. Και οι δυο τους ήταν πεπειραμένοι δύτες. Ο Τζίμι φορούσε μια μακρυμάνικη μπλούζα που στην πλάτη έγραφε: «Δείτε τη Μασαχουσέτη και Καταδυθείτε». Πριν από τρία χρόνια, ο Φόρεστ είχε βοηθήσει στην ανέλκυση των κανονιών και των σκευών μαγειρικής από ένα ναυάγιο του δέκατου όγδοου αιώνα, κοντά στο Όρος Χόουπ Πόιντ, στο Ρόουντ Άιλαντ. Και οι δύο τους αφιέρωσαν πολύ χρόνο για να μου εξηγήσουν το πώς και γιατί έκαναν το καθετί, έτσι ώστε ακόμα και αν δεν κατάφερνα να τους βοηθήσω αρκετά, τουλάχιστον δεν θα αποτελούσα καταστροφικό εμπόδιο. Η Τζίλι, τυλιγμένη σε ένα χοντρό πανωφόρι που είχε κουκούλα με γούνινη

φόδρα, καθόταν στην τιμονιέρα του σκάφους με το σημειωματάριο και το χρονόμετρο της και μου μιλούσε ελάχιστα. Αλλά κάποια στιγμή το βλέμμα της συνάντησε το δικό μου, και το χαμόγελο που διαγράφηκε στα χείλη της μου είπε πως τα πάντα μεταξύ μας ήταν όπως ακριβώς θα θέλαμε να είναι. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα, αλλά γι' αυτό μάλλον έφταιγε ο παγωμένος άνεμος. Ο Έντουαρντ είπε: «Θα ψάξουμε λίγο περισσότερο απ' ό,τι μέχρι τώρα κατά μήκος της ακτής. Ο Νταν θα φέρει το σκάφος στο σημείο εκείνο το οποίο συμφωνεί με τις πορείες διάβασης που έχουμε ήδη υπολογίσει — αυτό σημαίνει πως το ένα μας σταθερό σημείο είναι ο φάρος της Νήσου του Χειμώνα και το άλλο η Επισκοπιανή Εκκλησία του Λόφου Κουάκερ, και εκεί που οι δύο γραμμές διάβασης συναντιούνται θα ρίξουμε άγκυρα». Ο Νταν Μπέις πλησίασε το Άλεξις λίγο πιο κοντά στην ακτή, ενώ ο Φόρεστ έλεγχε την ακριβή μας θέση. Χρειάστηκαν μερικά λεπτά μέχρι το σκάφος να έρθει στη σωστή θέση, αλλά στο τέλος ρίξαμε την άγκυρά μας και σβήσαμε τη μηχανή. «Η στάθμη του νερού πέφτει αυτή τη στιγμή», εξήγησε ο Έντουαρντ. «Σε λίγο όμως τα νερά θα ηρεμήσουν, και εκείνη είναι η πιο ασφαλής στιγμή για να βουτήξουμε. Τώρα, αφού αυτή είναι η πρώτη σου κατάδυση, δεν θέλω να μείνεις κάτω παραπάνω από πέντε λεπτά. Κάνει πολύ κρύο και η ορατότητα είναι χάλια και έτσι κι αλλιώς θα είσαι αρκετά απασχολημένος με το να συνηθίσεις να αναπνέεις και να κολυμπάς και να βρίσκεσαι μέσα στο νερό». Ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι μου, και εκείνη τη στιγμή θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν κατάφερνα να προτείνω να αναβάλω την υποβρύχια μύησή μου μέχρι αύριο, ή την επόμενη βδομάδα ή ακόμα και τον επόμενο χρόνο. Ο άνεμος μαστίγωνε το κατάστρωμα του Άλεξις και τραβολογούσε την καταδυτική μας σημαία, αλλά δεν ήξερα αν αυτό που έκανε εμένα να τρέμω ήταν το κρύο ή η νευρικότητα της αναμονής. Ο Νταν τύλιξε το χέρι του γύρω από τον ώμο μου και είπε: «Μη φοβάσαι τίποτα, Τζον. Αν μπορείς να κολυμπήσεις, τότε μπορείς να τα καταφέρεις και κάτω από το νερό· αρκεί να είσαι ψύχραιμος και να ακολουθήσεις αυτά που θα κάνουμε όλοι μας. Έτσι κι αλλιώς, ο Έντουαρντ είναι πρώτης τάξεως δύτης, και θα σε βοηθήσει». Φορέσαμε τις εφαρμοστές στολές κατάδυσης από συνθετικό καουτσούκ, πάνω από τα σφιχτά γιλέκα από το ίδιο υλικό, που θα μας παρείχαν επιπρόσθετη προστασία από το κρύο. Οι στολές ήταν λευκές, με πορτοκαλί καλύπτρες για το κεφάλι, οι οποίες, σύμφωνα με τον Έντουαρντ, θα μας βοηθούσαν να είμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο ορατοί στο θολό νερό. Ο Νταν Μπέις πέρασε στην πλάτη μου τη φιάλη του οξυγόνου, και μου έδειξε πώς να φυσώ με δύναμη στο επιστόμιο προτού να εισπνεύσω, για να διώχνω τη σκόνη ή το νερό, και πώς να ελέγχω αν η βαλβίδα λειτουργεί σωστά. Έπειτα φόρεσα τη ζώνη με τα βαρίδια,

και ο Νταν χα ρύθμισε έχσι ώσχε να νιώθω άνεχα. «Να ελέγχεις και χσν εξοπλισμό εκείνου που βουτάει μαζί σου», με συμβούλεψε ο Νχαν. «Να θυμάσαι πώς λειτουργεί και η δική χου βαλβίδα, και πώς να χου βγάλεις τη ζώνη του, αν παραστεί ανάγκη. Και προσπάθησε να θυμάσαι όσα περισσότερα μπορείς σχετικά με τις διαδικασίες εκτάκτου ανάγκης». Στην πρώτη μου κατάδυση θα με συνόδευαν ο Έντουαρντ και ο Φόρεστ. Όσην ώρα καθόμασταν στην άκρη του σκάφους και προετοιμαζόμασταν για να βρεθούμε στο νερό, όλο και κάποιος από τους δύο θυμόταν να μου δώσει κάποια μικρή συμβουλή που είχε ξεχάσει' και όταν πια ήμασταν έτοιμοι να βουτήξουμε, στο μυαλό μου δεν υπήρχε παρά ένας σωρός από σινιάλα και διαδικασίες και υποδείξεις σχετικά με το τι να κάνω αν το τζάμι της μάσκας μου θολώσει ή αν ο αέρας δεν έφτανε στο στόμα μου ή αν άρχιζα να πανικοβάλλομαι (ο πιο πιθανός κίνδυνος, σε σχέση τουλάχιστον με μένα). Η Τζίλι ήρθε προς το μέρος μας, κρατώντας σφικτά στα χέρια το σημειωματάριο της, και στάθηκε δίπλα μου, ενώ ο άνεμος ανακάτευε τη γούνα του πανωφοριού της. «Καλή τύχη», μου είπε. «Να προσέχεις». «Θα προσπαθήσω», της αποκρίθηκα, με στόμα στεγνό από την αγωνία. «Μου φαίνεται ότι τώρα φοβάμαι πιο πολύ απ' ό,τι χθες το βραδχ, τότε που έσπασαν τα τζάμια». «Τζάμια;» ρώτησε ο Έντουαρντ. Κοίταξε αρχικά εμένα, και έπειτα την Τζίλι· αλλά μόλις διαπίστωσε πως κανείς απ' τους δυο μας δεν σκόπευε να του εξηγήσει για τι πράγμα μιλούσαμε, σήκωσε τους ώμους, και είπε: «Έτοιμος; Ας πέσουμε». Φόρεσα τον αναπνευστήρα μου, είπα μια προσευχή από μέσα μου, και έπειτα βούτηξα με την πλάτη στο νερό. Ή τ α ν παγωμένα εκεί κάτω· ένα σκοτεινό χάος, τίποτα εκτός από το θολό νερό και τις φυσαλίδες που έβγαιναν με μεγάλη ταχύτητα από τις μπουκάλες μας. Αλλά, καθώς άρχισα να κατεβαίνω πιο βαθιά, το μάτι μου είδε τη λευκή στολή του Έντουρντ δίπλα μου, την οποία σύντομα ακολούθησε άλλη μια ανοιχτόχρωμη θαμπή εικόνα- ήταν ο Φόρεστ, που βούτηξε μετά από εμάς. Σιγά-σιγά σκεφτόμουν πως ίσως να μην υπήρχε αληθινός λόγος να φοβάμαι τόσο πολύ αυτή την υποβρύχια κατάδυση. Οι τρεις μας ακολουθήσαμε την πορεία του παλιρροιακού ρεύματος· ο Έντουαρντ και ο Φόρεστ με ισορροπία και χάρη, εγώ με μπόλικο ενθουσιασμό αλλά όχι και πολλή τέχνη. Ο ωκεανός δεν ήταν πολύ βαθύς σε αυτό το σημείο, ειδικά όταν είχε άμπωτη· δεν πρέπει να είχε πάνω από οκτώ με εννιά μέτρα βάθος. Για μένα όμως ήταν αρκετά βαθιά και σκοτεινά, ώστε να προσπαθώ να μένω όσο πιο κοντά μπορώ στους φίλους μου. Καθώς καταδυόμασταν προς τον βυθό, άρχισα να νιώθω το σώμα μου όλο και

λιγότερο ελαφρύ, ώσπου χη στιγμή που περνούσαμε ελάχιστα μέτρα πάνω από την επικλινή λασπώδη επιφάνεια του βυθού του Γκράνιτχεντ, ήμουν σε μια κατάσταση ουδέτερης πλευστότητας, παρ' όλο που το κορμί μου ανεβοκατέβαινε ελαφρά ανάλογα με τις εισπνοές και τις εκπνοές μου. Ήξερα καλό κολύμπι. Στο σχολείο ήμουν στην ομάδα κολύμβησης, είχα μάλιστα πάρει χάλκινο μετάλλιο στο ύπτιο. Αλλά αυτή η παγωμένη εξερεύνηση του μαύρου βόρβορου της δυτικής ακτής του Ισθμού του Γκράνιτχεντ ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Ένιωθα σαν ένα αδέξιο, υπερενθουσιασμένο μα άπειρο παιδί, που είχε ελάχιστο έλεγχο του σώματος και των κινήσεών του. Ο Έντουαρντ ήρθε μπροστά μου και με το χέρι του έκανε σινιάλο πως όλα είναι εντάξει· ήταν το ίδιο σινιάλο που χρησιμοποιούν συνήθως οι οδηγοί ταξί του Σεντ Λούις όταν βλέπουν καμιά χαριτωμένη κοπέλα να περπατά με σκέρτσο σε κάποιο πεζοδρόμιο. Ανταπέδωσα το σινιάλο, ενώ συγχρόνως σκεφτόμουν πόσο κενά και φουσκωμένα έδειχναν τα μάτια του Έντουαρντ πίσω από τη μάσκα του. Μου είχαν πει να μην κάνω σινιάλο σηκώνοντας τον αντίχειρα, γιατί αυτό σήμαινε κάτι τελείως διαφορετικό. Ο Φόρεστ, που βρισκόταν τρία με τέσσερα μέτρα πιο πέρα, μας έγνεψε να αρχίσουμε να ψάχνουμε. Αν ήταν να βρίσκομαι εδώ κάτω για μοναχά πέντε λεπτά, τότε το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να βοηθήσω στην έρευνα για το Ντέιβιντ Νταρκ. Είχαμε σχεδιάσει να κάνουμε μια συστηματική κυκλική έρευνα της περιοχής γύρω από το Άλεξις, ακολουθώντας μια αριστερόστροφη ελικοειδή πορεία και αφήνοντας αριθμημένους λευκούς δείκτες στην επιφάνεια του βυθού που μας υπενθύμιζαν τα σημεία απ' όπου είχαμε περάσει. Το σημείο εκκίνησής μας ήταν εκεί όπου είχε βυθιστεί η άγκυρα του πλοίου, και ξεκινήσαμε να κάνουμε κύκλους, ώσπου εγώ έχασα εντελώς κάθε αίσθηση προσανατολισμού. Καθώς προχωρούσαμε όμως, ο Φόρεστ έμπηγε τους δείκτες στη λάσπη, με τον καθένα τους να αντιστοιχεί σε κάθε μισό κύκλο που συμπληρώναμε, έτσι ώστε να ξέρουμε πως δεν καλύπταμε το ίδιο έδαφος για δεύτερη φορά ή δεν απομακρυνόμασταν από την περιοχή που έπρεπε να ψάξουμε. Κοίταξα το ρολόι μου. Βρισκόμουν εκεί κάτω τρία λεπτά και είχα αρχίσει να μην αισθάνομαι πολύ καλά. Δεν ήταν μόνο το κρύο και η δυσχέρεια στις κινήσεις, ήταν και μια κλειστοφοβική αίσθηση. Παρ' όλο που στην αρχή ανέπνεα άνετα, τώρα μου φαινόταν δύσκολο να κρατήσω σταθερό τον ρυθμό μου, και συνειδητοποίησα πως ακόμα και αν το μυαλό μου δεν πανικοβαλλόταν, τα πνευμόνια μου είχαν αρχίσει να συμπεριφέρονται ταραγμένα και νευρικά. Προσπάθησα να θυμηθώ ποιο ήταν εκείνο το σινιάλο που έδειχνε πως «κάτι δεν πάει καλά — τίποτα πολύ σοβαρό». Ήταν κάτι σαν ανεβοκατέβασμα του χεριού, νομίζω πως έτσι μου είχε πει ο Νταν Μπέις, μια χειρονομία που έπρεπε να συνοδεύεται και από μια ένδειξη του τι ήταν εκείνο που δεν πήγαινε καλά. Πώς να περιγράψω την κλειστοφοβία με ένα σινιάλο του χεριού; Να έβαζα το

χέρι γύρω από τον λαιμό μου και να έκανα πως πνίγομαι; Να σφίξω με δύναμη το κεφάλι με τα χέρια μου; Θυμήσου, δεν πρέπει να σε πιάσει πανικός, είπα στον εαυτό μου. Είσαι μια χαρά. Κολυμπάς δίχως καμιά απολύτως δυσκολία- αναπνέεις ακόμα καλά. Άλλωστε, μένουν μόνο άλλα δύο λεπτά προτού ανέβεις πάλι στην επιφάνεια. Ο Έντουαρντ και ο Φόρεστ θα σε φροντίσουν. Αλλά, όταν σήκωσα ξανά το κεφάλι προς τα πάνω, δεν μπορούσα να δω ούτε τον Έντουαρντ ούτε τον Φόρεστ. Το μόνο που υπήρχε ήταν το θολό νερό — πηχτό σχεδόν σαν ζωμός από κριθάρι— και δίνες από λάσπη και σκουπίδια. Κολύμπησα και έριξα μια ματιά πίσω μου, για να δω αν ο Έντουαρντ και ο Φόρεστ ήταν εκεί — όμως και πάλι, το μόνο που μπορούσα να δω ήταν το νερό. Ένας μοναχικός πλευρονήκτης ξεπετάχτηκε μέσα από το σκοτάδι του νερού, σαν κάποιος χαρακτήρας από βιβλίο του Ντίκενς που άνοιγε δρόμο μέσα από την ομίχλη του Λονδίνου, σβέλτα και με σιγουριά. Αλλά πού είχαν πάει οι λευκές στολές και οι πορτοκαλί μάσκες που υποτίθεται ότι θα έκαναν τους συντρόφους μου στην κατάδυση ορατούς ακόμα και σε απόσταση τριάντα μέτρων υποβρύχιου σκοταδιού; Μην πανικοβάλεσαι, επανέλαβα στον εαυτό μου. Κάπου εδώ γύρω θα πρέπει να είναι. Αν όχι, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να ακολουθήσεις τους δείκτες μέχρι την άγκυρα, και έπειτα να ξαναβρεθείς στην επιφάνεια. Το πρόβλημα ήταν πως δεν φαινόταν κανένας δείκτης κοντά μου, και καθώς γυρνούσα συνεχώς για να συναντήσω τους άλλους, έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου. Μπορούσα να νιώσω το παγωμένο παλιρροιακό ρεύμα να κυλά απαλά πάνω μου, αλλά όταν ξεκινούσαμε την κατάδυση η κατεύθυνση του ρεύματος άλλαζε, και τώρα δεν μπορούσα να καταλάβω προς ποια κατεύθυνση πήγαινε, ή πόσο μακριά με είχε παρασύρει όσην ώρα απλά ανεβοκατέβαζα τα χέρια μου προσπαθώντας να σκεφτώ τι θα έπρεπε να κάνω. Η αναπνοή μου έγινε κοφτή, πήρε τη μορφή έντονων αγκομαχητών. Προσπάθησα να μη σκεφτώ όλα εκείνα τα πράγματα που ο Έντουαρντ και ο Νταν Μπέις με είχαν προειδοποιήσει πως θα έπρεπε να προσέξω. Αν χρειαστεί να βγεις στην επιφάνεια, όσο επείγων και αν είναι ο λόγος, μην το κάνεις με μεγάλη ταχύτητα. Υπάρχει πιθανότητα να πεθάνεις από εμβολισμό αέρα στο αίμα. Μην ανέβεις με μεγαλύτερη ταχύτητα από τις πιο μικρές φυσαλίδες που βγάζεις, αυτή ήταν η συμβουλή του Νταν Μπέις· και, αν μπορείς, καθώς ανεβαίνεις κάνε μια στάση για να βοηθήσεις την αποσυμπίεση. Ένας άλλος κίνδυνος ήταν να σκάσουν οι πνεύμονες σου — αυτό συμβαίνει όταν γεμίζουν με πάρα πολύ αέρα στον βυθό, και όταν ξαφνικά βρίσκονται στην επιφάνεια με πολλή πίεση μέσα τους, σπάνε. Έκανα μικρές κινήσεις με τα χέρια στο σημείο όπου βρισκόμουν, προσπαθώντας να ηρεμήσω. Ακόμα δεν μπορούσα να δω τον Έντουαρντ ή τον Φόρεστ, και

εξακολουθούσα να μην μπορώ να εντοπίσω κάποιον από τους δείκτες, και έτσι υπέθεσα πως το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω ήταν να ανέβω στην επιφάνεια. Παρά τη ροή του παλιρροιακού ρεύματος, το οποίο με είχε παρασύρει, δεν θα μπορούσε να έχω απομακρυνθεί πάρα πολύ από το Άλεξις. Ετοιμαζόμουν να αρχίσω την ανάδυσή μου, όταν μέσα από τις θαμπές δίνες του λασπωμένου νερού διέκρινα κάποιο λευκό αντικείμενο. Η μάσκα μου είχε θολώσει κάπως, και μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πόσο ακριβώς απείχε το αντικείμενο από εμένα, αλλά θυμόμουν πως μέσα από μια μάσκα όλα τα υποβρύχια αντικείμενα δείχνουν να βρίσκονται στο ένα τέταρτο της πραγματικής τους απόστασης από τον δύτη. Ήταν σίγουρα ο Έντουαρντ ή ο Φόρεστ. Δεν υπήρχαν άλλοι δύτες στην περιοχή, και το αντικείμενο έδειχνε υπερβολικά μεγάλο για να είναι κάποιο ψάρι. Σκέφτηκα για μια στιγμή τα Σαγόνια του Καρχαρία, αλλά ο Νταν Μπέις με είχε διαβεβαιώσει με ειρωνικό τόνο πως οι μόνοι αιμοβόροι καρχαρίες που είχαν γίνει αντιληπτοί ποτέ στις ακτές της Νέας Αγγλίας ήταν εκείνοι που ανήκαν στα στούντιο της Γιουνιβέρσαλ. Άρχισα να πλησιάζω το λευκό αντικείμενο πάνω από την επιφάνεια του βυθού, κολυμπώντας και αναπνέοντας σταθερά. Το αντικείμενο άλλαζε θέσεις μέσα στο νερό, άλλαζε θέσεις και περιστρεφόταν, σαν να το παρέσερνε νωχελικά το παλιρροιακό ρεύμα· και, καθώς πλησίαζα περισσότερο, κατάλαβα πως δεν μπορούσε να είναι ούτε ο Έντουαρντ ούτε ο Φόρεστ, γιατί έμοιαζε πιο πολύ με κομμάτι από το πανί κάποιου κότερου που είχε μπλεχτεί σε κάποιο βαρύ αλιευτικό μηχάνημα, και είχε βυθιστεί στον πυθμένα. Μόνο όταν βρέθηκα πολύ κοντά, όχι πάνω από ένα μέτρο, συνειδητοποίησα με μια παγωμένη αίσθηση απελπισίας, τρόμου και αηδίας πως το αντικείμενο ήταν μια πνιγμένη γυναίκα. Περιστρεφόταν στο νερό, καθώς πλησίαζα, και είδα ένα πρόσωπο πρησμένο και αόματο, ένα στόμα μισοφαγωμένο από τα ψάρια, μαλλιά που υψώνονταν πάνω από το κεφάλι σα φύκια. Φορούσε ένα λευκό νυχτικό, που κυμάτιζε ανάλογα με τη ροή του ρεύματος. Ο αστράγαλος της ήταν μπλεγμένος σε ένα κομμάτι από δίχτυ που πρέπει να ανήκε σε κάποια τράτα —και το οποίο ήταν εκείνο που κρατούσε το πτώμα παγιδευμένο στον βυθό— αλλά το κορμί είχε φουσκώσει τόσο με αέριο που στεκόταν πια όρθιο, χορεύοντας ένα γκροτέσκο υποθαλάσσιο μπαλέτο, ολομόναχο, βυθισμένο, κάτω από τα κύματα του Ισθμού του Γκράνιτχεντ. Έκανα πίσω, προσπαθώντας να συγκρατήσω τον τρόμο μου και τα δημητριακά που είχα φάει το πρωί. Για όνομα του Θεού, είπα στον εαυτό μου, δεν πρέπει να κάνεις εμετό. Αν κάνεις εμετό θα πνιγείς, και αν πνιγείς, κάποια μέρα θα σε βρουν σαν την Οφηλία από δω, με τα μάτια σου φαγωμένα από τα ψάρια. Για αυτό, κάλμαρε. Δες το από την άλλη μεριά, ξέχνα την Οφηλία, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια γι' αυτήν. Κάλμαρε. Και προσπάθησε να ανέβεις αργά στην επιφάνεια, για να καλέσεις βοήθεια.

Άρχισα να κολυμπώ προς τα πάνω, παρατηρώντας με προσοχή τις φυσαλίδες μου, για να είμαι σίγουρος πως δεν ανε'βαινα με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Βρισκόμουν μόλις δέκα μέτρα κάτω από το νερό, αλλά ένιωθα σαν να ήμουν στα τριάντα. Μόλις κατάλαβα πως βρισκόμουν στα μισά της απόστασης που με χώριζε από την επιφάνεια, μείωσα την ταχύτητά μου και έβγαλα τον αέρα από μέσα μου, για να βεβαιωθώ πως τα πνευμόνια μου δεν θα έσκαγαν ή δεν θα τους συνέβαινε τίποτα το καταστροφικό. Το νερό άρχισε να γίνεται πιο φωτεινό και καθαρό, και η έλξη της παλίρροιας γινόταν τώρα πιο δυνατή, ενώ παράλληλα μπορούσα να αισθανθώ τα κύματα. «Τζον», ψιθύρισε μια γυναικεία φωνή. Με διαπέρασε μια ανατριχίλα πολύ πιο έντονη από εκείνην που προκαλούσε το παγωμένο θαλασσινό νερό. Η φωνή ακουγόταν κοντινή και πολύ καθαρή, λες και βρισκόταν μέσα στο αυτί μου. Άρχισα να ανεβαίνω με μεγαλύτερη ταχύτητα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα πρώτα κύματα πραγματικού πανικού. «Τζον», ψιθύρισε άλλη μια φορά η φωνή, πιο δυνατά τώρα, σε πιο επείγοντα τόνο, σαν να ικέτευε. «Μη με αφήνεις, Τζον. Μη με αφήνεις. Σε παρακαλώ, Τζον». Βρισκόμουν πολύ κοντά στην επιφάνεια. Μπορούσα να διακρίνω τη σταυρωτή γραμμοσκίαση των δυνατών πρωινών κυμάτων, ελάχιστα μέτρα πάνω από εμένα. Αλλά τότε κάτι τυλίχτηκε γύρω από τον αριστερό μου αστράγαλο, και καθώς προσπάθησα να ελευθερωθώ κλωτσώντας το, το σώμα μου γύρισε ανάποδα, με το κεφάλι προς τα κάτω, και τα αυτιά μου πλημμύρισαν μονομιάς με παγωμένο νερό. Έχασα τον αναπνευστήρα μου, μέσα σε ένα νέφος από φυσαλίδες, και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι άρχισα να παλεύω και να αγωνίζομαι μανιασμένα να ελευθερώσω το σώμα μου. Άπλωσα το χέρι μου με δύναμη προς την επιφάνεια, ελπίζοντας να είμαι αρκετά κοντά στο Άλεξις ώστε το σινιάλο που θα έκανα να γινόταν αντιληπτό, αλλά μάταια. Βρισκόμουν τουλάχιστον δέκα μέτρα κάτω από τα κύματα, και ό,τι και αν ήταν εκείνο που είχε παγιδέψει το πόδι μου με τραβούσε ακόμα βαθύτερα. Τότε ήταν που αληθινά πανικοβλήθηκα. Με είχε κυριέψει η ανελέητη αίσθηση της ασφυξίας και η συνειδητοποίηση πως αν δεν κατάφερνα να ελευθερωθώ θα πέθαινα από πνιγμό. Είχα ακούσει διάφορους ανθρώπους να λένε πως αυτός ήταν ο πιο ήσυχος θάνατος, πολύ πιο ειρηνικός από το να καείς ή να σκοτωθείς σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα· αλλά απ' ό,τι φαίνεται, κανείς απ' αυτούς δεν είχε ποτέ του βρεθεί κάτω από τον Βόρειο Ατλαντικό ένα παγωμένο πρωινό κάποιου Μάρτη έχοντας χάσει τον αναπνευστήρα του, παγιδευμένος στη σφικτή λαβή ενός κόμπου γύρω από το πόδι του. Νομίζω πως έβγαλα μια κραυγή, αφήνοντας από το στόμα ένα σύννεφο φυσαλίδων, και προτού προλάβω να σταματήσω, το λαρύγγι μου γέμισε νερό. Παγωμένο, αλμυρό και ορμητικό, κυλούσε στο στομάχι μου σαν υγρό πυρ. Κατάφερα να φτύσω λίγο απ' αυτό, και στάθηκα τυχερός που δεν πνίγηκα, γιατί τα πνευμόνια μου ήταν σχεδόν κενά από αέρα.

Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν: μην αναπνέεις θαλασσινό νερό. Μην αναπνέεις θαλασσινό νερό. Ο Νταν Μπέις μού είχε πει πως αν τυχόν αναπνεύσεις θαλασσινό νερό, είσαι νεκρός. Είναι σχεδόν αδύνατον να σωθείς μετά. Με μάτια έτοιμα να εκραγούν, με το κεφάλι να γυρίζει, κατάφερα με μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να κάνω μια περιστροφή για να δω τι ήταν εκείνο που είχε πιάσει τον αστράγαλο μου. Με τρόμο είδα πως ήταν η νυχτικιά της νεκρής γυναίκας, μέσα στην οποία συνέχιζε τον φρικιαστικό υδάτινο χορό της. Οι κινήσεις μου θα πρέπει να την είχαν απελευθερώσει από τα δίχτυα της τράτας όταν πέρασα για πρώτη φορά από δίπλα της, και θα πρέπει να με ακολούθησε προς τα πάνω, φουσκωμένη από τα βακτηριδιακά αέρια, σα σημαδούρα. Όταν η νυχτικιά της, όμως, μπλέχτηκε γύρω από το πόδι μου, το πτώμα θα πρέπει να γύρισε ανάποδα, και το αέριο στο εσωτερικό της βγήκε προς τα έξω, κάνοντας το νεκρό σώμα βαρύτερο, με αποτέλεσμα να αρχίσει να με παρασέρνει προς τα κάτω. Διπλώθηκα στα δύο και προσπάθησα να σκίσω τη νυχτικιά με τα χέρια μου, αλλά το μουσκεμένο ύφασμα αρνιόταν να κοπεί, και έμενε τυλιγμένο σφικτά γύρω από το πόδι και τον αστράγαλο μου σαν βρεγμένο μαστίγιο. Άπλωσα το χέρι μου στον μηρό, και με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να τραβήξω από τη θήκη του το μαχαίρι μου, αλλά το πτώμα εξακολουθούσε να περιστρέφεται και να βυθίζεται και έμοιαζε σχεδόν αδύνατο να κόψω τη νυχτικιά δίχως να κόψω συγχρόνως το ίδιο μου το πόδι. Δύο, τρία, τέσσερα σκισίματα, και γνώριζα πως δεν μου είχε απομείνει αρκετό οξυγόνο στους πνεύμονες για να κάνω τίποτα άλλο παρά μόνο να βγω το συντομότερο δυνατό στην επιφάνεια. Αλλά έκανα ένα ακόμα κόψιμο στο ύφασμα, και σαν από θαύμα, εκείνο σκίστηκε. Το πτώμα της γυναίκας βυθίστηκε πάλι πίσω στο σκοτάδι, μέσα στα σύννεφα της λάσπης και του θολού νερού. Έβγαλα τη ζώνη με τα βαρίδια, κάτι που έπρεπε να είχα κάνει πολύ νωρίτερα, και με δυο-τρεις κινήσεις ξανάρχισα την προσπάθειά μου να βρεθώ στην επιφάνεια. Η άνοδος μου έμοιαζε να είναι μαρτυρικά αργή, αλλά για κάποιον περίεργο λόγο αισθανόμουν ήρεμος τώρα· ο πανικός μου είχε διαλυθεί, και ήμουν σίγουρος πως θα τα κατάφερνα. Στο τέλος το κεφάλι μου έσπασε τα κύματα, και αισθάνθηκα τον άνεμο και τον ήλιο και τον φρέσκο αέρα· σχεδόν μισό μίλι μακριά μπορούσα να δω το Άλεξις. Άρχισα να κουνώ τα χέρια με φρενιτιώδεις κινήσεις. Δεν ήξερα αν έκανα το σωστό σινιάλο ή όχι, αλλά το μόνο που ήξερα ήταν πως δεν θα κατάφερνα να συνεχίσω να επιπλέω για πολλή ώρα, ειδικά με όλα αυτά τα κύματα να με χτυπούν και να προσπαθούν να με βουλιάξουν, και ένιωθα σωματικά και συναισθηματικά εξαντλημένος. Ο Νταν Μπέις είχε δίκιο όταν έλεγε πως «οι υποβρύχιες καταδύσεις είναι τόσο σωματική όσο και πνευματική ενασχόληση. Δεν είναι κατάλληλο χόμπι για όσους πανικοβάλλονται, ή για τους κρυπτο-υστερικούς».

Άκουσα τη μηχανή του Άλεξις να παίρνει μπρος με ένα μακρινό μουγκρητό, και στο τέλος είδα το σκάφος να έρχεται προς το μέρος μου κάνοντας κύκλους. Ο Νταν Μπέις βούτηξε για να με βοηθήσει. Με τράβηξε στο πλαϊνό μέρος του σκάφους, και έπειτα μαζί με τον Τζίμι κατάφερε να με ανεβάσει στο κατάστρωμα. Σωριάστηκα στα σανίδια, σαν καρχαρίας που μόλις είχε πιαστεί στα δίχτυα των κυνηγών του, βήχοντας, θέλοντας να κάνω εμετό και βγάζοντας νερό από τη μύτη μου. Ένιωθα λες και κάποιος είχε τρίψει σχολαστικά τις σωματικές μου κοιλότητες με ένα κομμάτι σύρμα. Η Τζίλι γονάτισε πλάι μου. «Τι έγινε;» ρώτησε. «Νομίσαμε πως σε είχαμε χάσει. Ο Έντουαρντ και ο Φόρεστ ανέβηκαν πάνω και είπαν πως είχες εξαφανιστεί». Έβηξα και έβηξα πάλι, ώσπου νόμισα πως θα έκανα εμετό. Αλλά στο τέλος κατάφερα να ελέγξω την αναπνοή μου, και με τη βοήθεια του Νταν, ανακάθισα. «Ας βγάλουμε αυτή τη στολή από πάνω σου», είπε. «Τζίλι, έχω ένα θερμός με ζεστό καφέ στο σακίδιο μου, το φέρνεις σε παρακαλώ;» «Υποθέτω πως είναι δικό μου το λάθος», είπε ο Νταν, καθώς καθόταν οκλαδόν δίπλα μου, και στη συνέχεια με κοίταξε προσεκτ ικά για να σιγουρευτεί πως είμαι καλά. «Θα έπρεπε να είχες εξασκηθεί σε μια πισίνα προτού κάνεις κατάδυση στα ανοιχτά. Απλά σκέφτηκα πως έδειχνες από εκείνους που ξέρουν να τα βγάζουν πέρα». Φύσηξα τη μύτη μου κάνοντας πολύ θόρυβο, και έγνεψα. «Απλά, τους έχασα από τα μάτια μου, αυτό είναι όλο. Δεν ξέρω πώς έγινε». «Είναι εύκολο να γίνει», απάντησε ο Νταν. «Όταν φοράς μάσκα, είσαι σαν ένα άλογο που φορά παρωπίδες, μπορείς να δεις μόνο μπροστά σου. Και σε τέτοια νερά, αυτοί που είναι μαζί σου μπορούν να χαθούν από το οπτικό σου πεδίο μέσα σε δευτερόλεπτα. Είναι και δικό τους το λάθος, θα έπρεπε να σε προσέχουν. Ίσως να έπρεπε να είχαμε χρησιμοποιήσει σκοινί ασφαλείας. Δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα, μερικές φορές μπορούν να γίνουν πιο πολύ πρόβλημα παρά βοήθεια, αλλά ίσως να το σκεφτούμε για την επόμενη φορά που θα βουτήξεις». «Δεν θέλω να ακούω λέξη για επόμενη φορά». «Πρέπει να υπάρξει επόμενη φορά. Αν δεν κατέβεις πάλι σύντομα, τότε δεν θα ξανακατέβεις ποτέ». «Δεν είναι η κατάδυση που με φοβίζει», απάντησα. «Νομίζω πως μπορώ να τα καταφέρω εκεί κάτω. Πανικοβλήθηκα, και δεν ντρέπομαι καθόλου να το παραδεχτώ, αλλά νομίζω πως ο καθένας στη θέση μου θα έχανε την ψυχραιμία του αν ανακάλυπτε αυτό που ανακάλυψα εγώ». «Βρήκες τίποτα;» ρώτησε ευθύς ο Τζίμι. «Κάτι σχετικό με το Ντέιβιντ Νταρκ;» «Όχι. Βρήκα μια πνιγμένη γυναίκα. Δεν είχε αποσυντεθεί. Το πόδι της είχε πιαστεί σε κάτι δίχτυα ψαρέματος, και περιστρεφόταν στο ρεύμα, όρθια, σα να ήταν ζωντανή. Η νυχτικιά της μπλέχτηκε γύρω από το πόδι μου, και παραλίγο

να πνίγω κι εγω». «Μια πνιγμένη γυναίκα; Και πού είναι τώρα;» «Πήγε πάλι στον πάτο, αμέσως αφού κατάφερα να κόψω τη νυχτικιά της και να ελευθερώσω το πόδι μου. Αλλά φαντάζομαι πως η παλίρροια θα την ξεβράσει στην ακτή, τώρα που δεν είναι παγιδευμένη στα δίχτυα». Ο Νταν Μπέις κάλυψε τα μάτια του για να τα προστατέψει από το φως του ήλιου, και έριξε μια ματιά γύρω από το σκάφος, δίχως να ανακαλύψει τίποτα. Έπειτα είπε: «Υποθέτω πως είναι ώρα να ανεβάσουμε τον Έντουαρντ και τον Φόρεστ πάνω. Σε ψάχνουν». Πήγε στην πρύμνη, όπου υπήρχε μια σκάλα καταδύσεων από αλουμίνιο, και τη χτύπησε πέντε φορές με ένα γαλλικό κλειδί. Αυτό το σινιάλο έλεγε στον Έντουαρντ και τον Φόρεστ να βγουν στην επιφάνεια, ένα σινιάλο που μπορούσε να φτάσει ακόμα και μισό μιλί μακριά, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. «Ας σημειώσω αυτήν την περιοχή», είπε ο Νταν Μπέις. «Θα χρειαστεί να τη θυμόμαστε σε περίπτωση που οι αστυνομικοί σε ρωτήσουν πού βρισκόταν το πτώμα όταν το είδες». Στη συνέχεια πήγε στην τιμονιέρα, πήρε ένα μολύβι, και με αυτό σημείωσε το στίγμα μας στο σημειωματάριο της Τζίλι. Η Τζίλι μού είπε: «Πώς ήταν αυτή η γυναίκα; Θεέ μου, πρέπει να ήταν απαίσιο θέαμα». «Μου είναι δύσκολο να περιγράψω πώς ήταν. Τα μαλλιά όλων έχουν το ίδιο χρώμα στον βυθό, ειδικά όταν τα νερά είναι τόσο πηχτά όσο εδώ. Είχαν αρχίσει να την τρώνε τα ψάρια. Ξέρεις, τα ψάρια δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις σχετικά με την τροφή τους. Το πρόσωπο της υπήρχε ακόμα, αλλά φαντάζομαι πως ούτε οι καλύτεροι της φίλοι δεν θα κατάφερναν να την αναγνωρίσουν». Η Τζίλι πέρασε το χέρι της γύρω από τον ώμο μου και με φίλησε στο μέτωπο. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που δεν σου συνέβη τίποτα άσχημο». «Το συναίσθημα, καλή μου, είναι αμοιβαίο». Με βοήθησε να κατέβω στην καμπίνα, κάτω ακριβώς από την τιμονιέρα, όπου υπήρχαν δύο στενές κουκέτες, ένα τραπέζι και μια πολύ μικρή κουζίνα. Με έβαλε να κάτσω σε μία από τις κουκέτες, μου έβγαλε τη στολή μου και με στέγνωσε με μια πετσέτα. Έπειτα με τύλιξε με μια κουβέρτα, μου έδωσε άλλο ένα φιλί και είπε: «Και τώρα, κοίτα να ζεσταθείς. Εντολές της Γιατρού ΜακΚόρμικ». «Όπως διατάξετε», της απάντησα. Μερικά λεπτά αργότερα, το Άλεξις ανέστρεψε, και ο Νταν Μπέις έσβησε τη μηχανή. Αισθάνθηκα το σκάφος να κλυδωνίζεται και να τραντάζεται, καθώς ο Έντουαρντ και ο Φόρεστ σκαρφάλωναν στο κατάστρωμα, και άκουσα τον ήχο των υγρών τους βατραχοπέδιλων πάνω στο ξύλινο δάπεδο. Αφού έβγαλε τη στολή του, ο Έντουαρντ κατέβηκε στην καμπίνα και κάθισε στην απέναντι κουκέτα. «Χριστέ μου», είπε, φορώντας τα γυαλιά του, αφού πρώτα τα είχε καθαρίσει

με το χνώτο του. Καθώς με κοίταξε, τα κοκκινισμένα από το νερό μάτια του έπαιξαν ανοιγοκλείνοντας. «Ένα έχω να σου πω. Για μια στιγμή πραγματικά νόμισα πως σε είχαμε χάσει μια για πάντα». Ο Φόρεστ έριξε μια ματιά στο εσωτερικό της καμπίνας και μου φώναξε: «Πώς νιώθεις;» «Μια χαρά, ευχαριστώ», του είπα. «Ξεχάστηκα και σας έχασα από τα μάτια μου, αυτό είναι όλο». «Τι να πω, συγγνώμη, το ίδιο λάθος κάναμε και εμείς», είπε ο Φόρεστ. «Είμαστε ασυγχώρητοι, λυπάμαι πραγματικά. Ξέρεις τι λένε σχετικά με τις καταδύσεις; Το μικρότερο λάθος μπορεί να οδηγήσει στη μεγαλύτερη καταστροφή, και είμαι πολύ χαρούμενος που δεν συνέβη κάτι τέτοιο τούτη τη φορά». «Παραλίγο», αποκρίθηκα. «Ναι — κάτι είπε ο Νταν σχετικά με ένα πτώμα. Βρήκες ένα πτώμα εκεί κάτω». «Ακριβώς. Μια γυναίκα με μια νυχτικιά. Κολυμπούσε στον βυθό σαν γοργόνα. Πρέπει να προκάλεσα κάτι σαν κύμα όταν πέρασα από δίπλα της, γιατί με πήρε από πίσω σαν να ήταν ζωντανή». «Μια γυναίκα με νυχτικιά;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Ακριβώς. Το πρόσωπο της ήταν τόσο παραμορφωμένο που δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ακριβώς πρέπει να έδειχνε όταν ήταν ζωντανή· όμως δεν πρέπει να είναι εκεί κάτω πολύ καιρό τώρα». «Η κα Γκουλτ», είπε ο Έντουαρντ. «Ποια;» «Είχα διαβάσει γι' αυτήν στον Αγγελιοφόρο του Γκράνιτχεντ, γύρω στα μέσα της περασμένης βδομάδας. Η κα Γκουλτ εξαφανίστηκε από το σπίτι της στο Γκράνιτχεντ στη μέση της νύχτας, δίχως να πάρει μαζί της ρούχα· πήρε ένα από τα αυτοκίνητα της οικογένειας, πήγε στο λιμάνι του Γκράνιτχεντ και σάλπαρε με το αξίας διακοσίων χιλιάδων δολαρίων κότερο του κου Τζέιμς Γκουλτ. Από εκείνο το βράδι δεν έχει δει κανείς ούτε το κότερο ούτε την κα Γκουλτ». «Και πιστεύεις πως το πτώμα που είδα ήταν της κας Γκουλτ;» τον ρώτησα. «Εδώ κάτω;» «Θα μπορούσε. Σύμφωνα με αυτά που λες, δεν μπορεί να είναι στον βυθό πάνω από μερικές μέρες· και αν πραγματικά φοράει μια νυχτικιά...» «Σίγουρα η περιγραφή ταιριάζει», συμπλήρωσε ο Φόρεστ. «Είναι και κάτι άλλο», είπε ο Έντουαρντ. «Ο σύζυγος της κας Γκουλτ δήλωσε στους δημοσιογράφους πως η γυναίκα του ήταν αναστατωμένη αρκετό καιρό προτού εξαφανιστεί. Είχε πρόσφατα χάσει τη μητέρα της από καρκίνο, και οι δυο τους ήταν πολύ δεμένες μεταξύ τους». «Πώς και έτυχε να τα διαβάσεις όλα αυτά;» ρώτησε ο Φόρεστ. Ρούφηξε τη μύτη του, και τη σκούπισε με το πίσω μέρος της παλάμης του.

«Όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών δούλευα στους Γκουλτ, έπλενα το αυτοκίνητο του κου Γκουλτ. Ήταν οικογενειακοί μας φίλοι. Ο πατέρας μου και ο κος Γκουλτ ήταν και οι δύο μεσίτες, αν και τώρα πια ο κος Γκουλτ ασχολείται με παραθαλάσσιες κατοικίες. Ο πατέρας μου πιστεύει πως η αγορά των παραθαλάσσιων κατοικιών είναι ανήθικη, γιατί εκπορνεύει τον τοπικό χαρακτήρα του Σάλεμ και του Γκράνιτχεντ. Αυτός είναι ο λόγος που οι δυο τους δεν βλέπονται τόσο πολύ πια». «Ο πατέρας σου πιστεύει πως οι παραθαλάσσιες κατοικίες είναι ανήθικες·,» ρώτησε η Τζίλι. Ο Έντουαρντ έβγαλε τα γυαλιά του και τα γυάλισε για άλλη μια φορά. Κοίταξε την Τζίλι με σοβαρό βλέμμα. «Ο πατέρας μου ζει στο παρελθόν. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί σταμάτησαν να χτίζουν σπίτια ομοσπονδιακού ρυθμού, με κελάρια και παραθυρόφυλλα και φράκτες από σφυρήλατο σίδερο». «Έντουαρντ», είπα, «υποθέτεις αυτό που υποθέτω πως υποθέτεις;» «Για σταθείτε», πετάχτηκε ο Φόρεστ. «Με μπερδέψατε. Ποιος υποθέτει τι;» Ο Έντουαρντ κοίταξε την Τζίλι και έπειτα εμένα. «Δεν ξέρω. Ίσως απλά να βάζω ιδέες στον εαυτό μου πάλι». «Δεν καταλαβαίνω», είπε η Τζίλι. Έγνεψα προς το μέρος του Έντουαρντ. «Αυτό που νομίζω πως σκέφτεται ο Έντουαρντ είναι ότι ίσως να μην είναι τυχαίο που η κα Γκουλτ πνίγηκε σε αυτή τη συγκεκριμένη τοποθεσία. Μπορεί να ήρθε εδώ επίτηδες, και να πνίγηκε άθελά της ή ακόμα και σκόπιμα, μόνο και μόνο για να βρίσκεται κοντά στο ναυάγιο του Ντέιβιντ Νταρκ». «Αυτό πάνω-κάτω είναι που σκεφτόμουν», είπε ο Έντουαρντ. «Μα γιατί να κάνει κάτι τέτοιο;», ρώτησε η Τζίλι, μπερδεμένη. «Μην ξεχνάς πως είχε χάσει τη μητέρα της. Ίσως να τη στοιχειώνε το φάντασμά της με τον ίδιο τρόπο που — » Ο Έντουαρντ σταμάτησε απότομα. «Δεν πειράζει, συνέχισε, Έντουαρντ», τον προέτρεψα. «Τα έχω πει όλα στην Τζίλι». «Ίσως λοιπόν να τη στοιχειώνε το φάνταομα της μητέρας της όπως στοιχειώνει και εσένα η γυναίκα σου, όπως στοιχειώνε την κα Σίμονς ο άντρας της. Και ίσως.,.ίσωςνα ένιωθε αυτό που νιώθω κι εγώ: πως αν δηλαδή ερχόταν στην πηγή, στον καταλύτη που δίνει ζωή σε όλα αυτά τα φαντάσματα, θα μπορούσε να βοηθήσει το πνεύμα της μητέρας της να αναπαυτεί». «Και πιστεύεις πως πνίγηκε σκόπιμα για να το καταφέρει αυτό;» ρώτησε ο Φόρεστ, με εμφανή τα σημάδια της δυσπιστίας στο πρόσωπο του. «Δεν ξέρω», παραδέχτηκε ο Έντουαρντ. «Αλλά η επιθυμία να χαρίσει κανείς ειρήνη στους νεκρούς αποτελεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό κίνητρο σχεδόν σε κάθε κοινωνία του πλανήτη μας. Οι Κινέζοι καίνε χαρτονομίσματα στις κηδείες, έτσι ώστε οι νεκροί τους να είναι πλούσιοι όταν θα βρεθούν στον άλλο κόσμο. Στη

Νέα Γουινέα, αλείφουν χα πτώματα με λάσπη και στάχτη για να τα διευκολύνουν να επιστρέψουν στο χώμα από το οποίο προέρχονται. Και τι χαράσσουμε στις Χριστιανικές ταφόπετρες; Αναπαύσου Εν Ειρήνη. Είναι πολύ σημαντικό, Φόρεστ, για λόγους που ίσως να μην μπορούμε καν να διανοηθούμε. Είναι ενστικτώδες. Γνωρίζουμε πως αφού τα αγαπημένα μας πρόσωπα πεθάνουν, θα έχουν να αντιμετωπίσουν μια εμπειρία τελείως διαφορετική από ό,τι είχαν συναντήσει όσο ζούσαν, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, και κατά κάποιον τρόπο νιώθουμε αυτήν την επείγουσα ανάγκη να προστατέψουμε τους νεκρούς μας, να τους βοηθήσουμε, να σιγουρευτούμε πως θα είναι ασφαλείς. Γιατί λοιπόν νιώθουμε έτσι; Σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής είναι παράλογο. Αλλά ίσως να υπήρχε μια εποχή που ήταν ξεκάθαρο πως οι νεκροί απειλούνταν, όταν οι τελετές ενταφιασμού αποτελούσαν έναν σημαντικό και κοινά αποδεκτό τρόπο προστασίας απέναντι στους κινδύνους που θα βρίσκονταν στον δρόμο των νεκρών, προτού οι τελευταίοι αφεθούν να αναπαυθούν αιώνια». Ο Φόρεστ έκανε μια γκριμάτσα, και έτριψε το σβέρκο του με μια κίνηση που πρόδιδε απόγνωση, αλλά ως εθνολόγος δεν μπορούσε να αρνηθεί τις θεμελιώδεις αλήθειες πίσω από τα λόγια του Έντουαρντ. Ο Έντουαρντ συνέχισε: «Πιστεύω πως υπάρχει κάτι στο ναυάγιο του Ντέιβιντ Νταρκ που διαταράσσει τη συνηθισμένη φυσική διαδικασία, κατά την οποία οι ψυχές των νεκρών αναπαύονται. Ξέρω πως τώρα με περνάτε για τρελό, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Το έχω ερευνήσει αμέτρητες φορές, και όλα αυτά αποτελούν μια πολύ αληθοφανή εξήγηση. Δεν λέω πως είναι μια λογική εξήγηση, αλλά όπως και να 'χει, τίποτα από όσα συμβαίνουν στο Γκράνιτχεντ δεν είναι λογικό. Στην περίπτωση της κας Γκουλτ, ίσως να την επισκέφτηκε η νεκρή της μητέρα· και ίσως να αισθάνθηκε πως αν ερχόταν κοντά στο Ντέιβιντ Νταρκ, θα μπορούσε να απελευθερώσει το πνεύμα της μητέρας της». «Πιστεύεις πως είναι πιθανό να γνώριζε για το Ντέιβιντ Νταρκ;» ρώτησε ο Τζίμι. «Δεν νομίζω», ήταν η απάντηση του Έντουαρντ. «Πιο πιθανό φαίνεται να την τράβηξαν εδώ οι δυνάμεις που κρύβονται μέσα στο πλοίο, όποιες και αν είναι αυτές». Η Τζίλι πέρασε το χέρι της μέσα από τα μαλλιά της. «Όλα αυτά μοιάζουν επικίνδυνα με απόλυτες σαχλαμάρες», σχολίασε κουρασμένα. «Όχι», απάντησε ο Έντουαρντ. «Αντιμετωπίζεις το όλο ζήτημα από μια σύγχρονη σκοπιά, με μάτια που έχουν εκπαιδευτεί να πιστεύουν μόνο το λογικό και το μη-μαγικό. Όταν βλέπεις τον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ στην τηλεόραση, δεν πιστεύεις ούτε για ένα δευτερόλεπτο πως κάποιο από τα κόλπα του μπορεί να είναι αληθινή μαγεία, έτσι δεν είναι; Αλλά την εποχή που το Ντέιβιντ Νταρκ βυθίστηκε σε αυτά τα νερά, την εποχή που το Σάλεμ βρισκόταν ακριβώς στη μέση όλης εκείνης της φρενίτιδας του κυνηγητού των μαγισσών, οι άνθρωποι

πίστευαν στη μαγεία, και πίστευαν στην ύπαρξη του διαβόλου, και πίστευαν στον Θεό, και με ποιο δικαίωμα μπορούμε εμείς σήμερα να πούμε πως είχαν άδικο; Ειδικά όταν έχουμε τη μαρτυρία του Τζον, που τον έχει στοιχειώσει η νεκρή του γυναίκα· την έχει δει, την έχει ακούσει, της έχει μιλήσει». Ή τ α ν προφανές πως ο Φόρεστ και ο Τζίμι δεν ήξεραν τίποτα για όλα αυτά, γιατί αντάλλαξαν ματιές έκπληξης και δυσπιστίας. Ο Έντουαρντ είπε: «Αυτό που συνέβη σήμερα στην κατάδυση του Τζον μπορεί να μην είναι παρά ένα απρόσμενο καλό. Αν η κα Γκουλτ αυτοκτόνησε πέφτοντας στη θάλασσα κοντά στο Ντέιβιντ Νταρκ, τότε αυτό σημαίνει πως το πτώμα της μας υποδεικνύει το σημείο όπου βρίσκεται το ναυάγιο και που, υπό άλλες συνθήκες, θα μας έπαιρνε χρόνια να το εντοπίσουμε, αν καταφέρναμε βέβαια να το εντοπίσουμε ποτέ. Κράτησες το στίγμα μας, Νταν;» «Βεβαίως», του απάντησε εκείνος. «Τότε, θα συνεχίσουμε τις καταδύσεις για το υπόλοιπο της ημέρας, όσο πιο κοντά γίνεται στο σημείο που βρήκες το πτώμα. Νταν, Τζίμι, ξεκινάτε πρώτοι». «Εγώ δεν θα βοηθήσω;» ρώτησα. Ο Έντουαρντ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Έχεις ήδη βοηθήσει πάρα πολύ για μια μέρα. Έτσι κι αλλιώς, ήταν πολύ απερίσκεπτο εκ μέρους μας που σε αφήσαμε να βουτήξεις. Μερικές βδομάδες εξάσκησης σε πισίνα, αυτό χρειάζεσαι προτού πέσεις πάλι στα ανοιχτά νερά». «Και τι θα γίνει με το πτώμα;» ρώτησε η Τζίλι. «Δεν θα το πείτε στην ακτοφυλακή;» «Θα το αναφέρουμε μόλις βγούμε στη στεριά», είπε ο Έντουαρντ. «Δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά για την κα Γκουλτ τώρα πια».

ΔΕΚΑΟΚΤΩ

Τ

ο μεσημέρι ο άνεμος δυνάμωσε πάλι, και ο καιρός άρχισε να χειροτερεύει σταδιακά, μέχρι που στις τρεις, με τη δυνατή βροχή να πέφτει με ορμή στα φινιστρίνια της τιμονιέρας και τα κύματα να χορεύουν, ο Νταν Μπέις ειδοποίησε τον Έντουαρντ και τον Τζίμι να ανέβουν στην επιφάνεια- ήταν αρκετή η προσπάθεια για μια μέρα. Είχαν ερευνήσει την περιοχή κάτω από το σκάφος μας συστηματικά και πολύ προσεκτικά, αλλά δεν είχαν βρει τίποτα, ούτε καν κάποια κοιλότητα που θα τους έδειχνε πως κάτω από τη λάσπη θα μπορούσε να κρύβεται ένα πλοίο. Ο Νταν μού είχε πει ότι κάθε εμπόδιο στο κανονικό ρεύμα της παλίρροιας εξαναγκάζει τη ροή του νερού να επιταχυνθεί καθώς περνάει γύρω του, αφού το νερό είναι σχεδόν αδύνατο να συμπιεστεί- και οι δίνες και οι στρόβιλοι που δημιουργούνται από αυτήν την επιτάχυνση προκαλούν το άνοιγμα ενός μικρού κοιλώματος στον

πυθμένα. Έτσι, ακόμα και ένα ναυάγιο που έχει θαφτεί εξ ολοκλήρου από τη λάσπη αφήνει ένα πολύ ξεκάθαρο ίχνος της παρουσίας του: μια αχνή εικόνα στην άμμο. Αλλά σήμερα δεν υπήρχε τίποτα απ' όλα αυτά. Μόνο οι μικροί λόφοι από λάσπη που αργά και σταθερά κατέληγαν στα έγκατα του λιμανιού του Σάλεμ. Το μόνο που υπήρχε ήταν σύνεργα ψαρέματος και δίχτυα και σκουριασμένα αυτοκίνητα και απομεινάρια από παλιές βάρκες που είχαν γίνει σωροί από μαδέρια. Ο Έντουαρντ ανέβηκε στο κατάστρωμα και έβγαλε τη στολή του. Τα χείλια του έδειχναν μπλε πάνω από τη γενειάδα του, και κρύωνε τόσο πολύ που έτρεμε. «Τίποτα;» τον ρώτησα. Κούνησε το κεφάλι. «Απολύτως. Αλλά μπορούμε να κατέβουμε πάλι αύριο. Έχουμε ακόμα να καλύψουμε όλη αυτή την ανατολική πλευρά». Ο Φόρεστ, που είχε εγκαταλείψει το νερό πριν από μία ώρα, και τώρα καθόταν στην τιμονιέρα φορώντας μια μάλλινη μπλούζα με γυριστό γιακά και ένα τζην, είπε: «Δεν νομίζω πως κάνουμε καμία πρόοδο, Έντουαρντ. Νομίζω πως είναι ώρα για τις ηχοβολίδες». «Οι ηχοβολίδες δεν πρόκειται να μας πουν τίποτα, εκτός και αν ξέρουμε πάνωκάτω πού βρίσκεται το ναυάγιο», απάντησε ο Έντουαρντ. «Για να μην αναφέρω το γεγονός πως καλά-καλά δεν έχουμε τα χρήματα να νοικιάσουμε τον εξοπλισμό, ειδικά για έξι ή εφτά μήνες που θα τον χρειαστούμε προτού έχουμε κάποια αποτελέσματα». «Θα μπορούσα να σας βοηθήσω εγώ οικονομικά», του είπα. «Μπορώ να σας δώσω γύρω στα διακόσια δολάρια, αν θέλετε». «Είναι πραγματικά πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», είπε ο Έντουαρντ. «Το πρόβλημα όμως έχει να κάνει πιο πολύ με τον χρόνο, παρά με οτιδήποτε άλλο. Μπορούμε να κάνουμε καταδύσεις μόνο τα Σαββατοκύριακα, και με τέτοιον ρυθμό θα μας πάρει έναν αιώνα να βρούμε το Ντέιβιντ Νταρκ. Το ψάχνουμε ήδη εδώ και έναν χρόνο». «Δεν υπάρχει καμία απολύτως ιστορική καταγραφή σχετικά με το σημείο όπου βυθίστηκε;» «Ξέρεις πώς έγινε. Ο Ησαύ Χάσκετ φρόντισε ώστε κάθε αναφορά στο Ντέιβιντ Νταρκ να σβηστεί από όλα τα αρχεία». «Κοιτάξατε στη βιβλιοθήκη Ίβλιθ; Λέτε να υπάρχει τίποτα εκεί;» «Στη βιβλιοθήκη Ίβλιθ; Μάλλον θα αστειεύεσαι, έτσι;» «Και βέβαια δεν αστειεύομαι». «Λοιπόν, θα σου πω για τον γερο-Ντάγκλας Ίβλιθ. Πρέπει να είναι γύρω στα ογδόντα τώρα, τον έχω δει μόνο μια φορά στη ζωή μου, και στις μέρες μας δεν βγαίνει ποτέ έξω από το σπίτι του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν αφήνει και κανέναν να μπει μέσα. Ζει με έναν Ινδιάνο υπηρέτη της φυλής Ναραγκανσέτ, και με ένα κορίτσι που ίσως να είναι εγγονή του, ίσως και όχι. Παραγγέλνουν όλα τους

τα ψώνια από το σπίτι, και ζητούν να τους τα αφήνουν στο μικρό σπιτάκι στην άκρη της αυλής. Με πιάνει τρέλα όσο σκέφτομαι όλο εκείνο το απίστευτο ιστορικό υλικό που έχει στη διάθεσή του αυτός ο γέρος, αλλά τι μπορώ να κάνω γι' αυτό;» «Ακούγοντάς σε, υποθέτω πως έχεις προσπαθήσει να μπεις εκεί μέσα», του είπα. «Αν έχω προσπαθήσει; Του έχω γράψει, του έχω τηλεφωνήσει και του έχω ξανατηλεφωνήσει πέντε ή έξι φορές. Και κάθε φορά το ίδιο, μια ευγενική άρνηση. Ο κος Ίβλιθ λυπάται πολύ, μα η βιβλιοθήκη του είναι ιδιωτική και δεν είναι ανοιχτή για το κοινό». Το Άλεξις επέστρεφε αργά στο λιμάνι του Σάλεμ, με την καταδυτική του σημαία διπλωμένη και τοποθετημένη σε κάποιο ντουλαπάκι, με την πρύμνη του να ανεβοκατεβαίνει καθώς η θάλασσα φούσκωνε. Ο Νταν τραγουδούσε μια θαλασσινή μελωδία για την Ανέμελη Σάλι, που «έπαιξε με την καρδιά ενός ναύτη σα να 'ταν παιχνίδι παιδικό». Είπα στον Έντουαρντ: «Ίσως να μην πλησίασες τον Ίβλιθ με τον σωστό τρόπο. Ίσως θα έπρεπε κι εσύ να του προσφέρεις κάτι, αντί απλά να του ζητήσεις». «Και τι θα μπορούσα να προσφέρω εγώ σε έναν άνθρωπο σαν τον Ίβλιθ;» «Είναι συλλέκτης, έτσι δεν είναι; Ίσως θα μπορούσες να του προσφέρεις μια αντίκα. Έ χ ω στο μαγαζί μου μια κασετίνα που υποτίθεται πως ανήκε σε έναν από τους ενόρκους στις δίκες των μαγισσών, στον Χένρι Χέρικ. Έχει πάνω της χαραγμένα τα αρχικά XX». «Μου φαίνεται πως δεν είναι άσχημη ιδέα», μπήκε στην κουβέντα ο Τζίμι. «Δεν χάνεις τίποτα να δοκιμάσεις, Έντουαρντ. Άνθρωποι σαν τον Ίβλιθ κρύβονται από τον υπόλοιπο κόσμο επειδή νομίζουν πως όλοι θέλουν να απλώσουν τα χέρια τους στα πράγματά τους. Το βλέπεις από τον τρόπο που πουλάει τους πίνακές του ανώνυμα, για να μην μπορεί κανείς να ανακαλύψει από πού προέρχονται». Ο Έντουαρντ έδειχνε κάπως στενοχωρημένος που δεν είχε σκεφτεί ο ίδιος να δελεάσει τον γερο-Ίβλιθ με κάποιο αντάλλαγμα. Αλλά στο τέλος είπε, όσο πιο ευγενικά μπορούσε: «Ας πάμε από εκεί σήμερα το απόγευμα, εντάξει; Είναι μόνο μισή ώρα με το αμάξι. Ίσως να είναι μια πραγματικά καλή ιδέα». «Είμαι πολύ κουρασμένος για να κάνω κάτι τέτοιο σήμερα», του είπα. «Άλλωστε περιμένω τα πεθερικά μου να περάσουν από το σπίτι μου. Τι θα 'λεγες για αύριο το πρωί, γύρω στις δέκα;» Ο Έντουαρντ ανασήκωσε τους ώμους. «Απ' τη μεριά μου κανένα πρόβλημα. Εσύ τι λες, Τζίλι; Θα 'θελες να έρθεις;» Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα της ζητούσε να έρθει, αλλά διαισθανόμουν πως προσπαθούσε να ανακαλύψει τι έτρεχε ανάμεσα στην Τζίλι και εμένα. Η Τζίλι κοίταξε προς το μέρος μου, με μια ειλι-

κρινή έφραση σχο πρόσωπο χης, και είπε: «Όχι, ευχαρισχώ. Έ χ ω δουλειά σχο μαγαζί αύριο. Είμασχε συνέχεια σχο πόδι εμείς, οι ανεξάρχηχες εργαζόμενες γυναίκες, ξέρεχε. Δεν μπορούμε να ξεκουρασχούμε ούχε για ένα λεπχό». «Όπως προχιμάς», χης είπε ο Ένχουαρνχ. Φχάσαμε σχην ακχή και δέσαμε χο σκάφος. Καθώς σχοιβάζαμε τον καχαδυχικό εξοπλισμό σχο πίσω μέρος χου σχέισον βάγκον χου Νχαν Μπέις, ο Φόρεσχ ήρθε προς χο μέρος μου και με χχύπησε φιλικά σχην πλάχη. «Τα πήγες πολύ καλά, σήμερα χο πρωί, για πρώχη καχάδυση. Αν θελήσεις να εξασκηθείς, πέρνα από χην Υποβρύχια Λέσχη χη Δευχέρα χο βράδι. Όχαν επιχέλους βρούμε αυχό χο καχαραμένο ναυάγιο, να είσαι σίγουρος πως θα θέλεις να καχέβεις κι εσύ κάχω για να χο δεις». «Πρέπει να ειδοποιήσουμε χην ασχυνομία και χην ακχοφυλακή σχεχικά με χο πτώμα της κας Γκουλχ», χου υπενθύμισα. «Θα χο κάνει ο Νχαν. Τον ξέρουν σχο αρχηγείο χης ασχυνομίας. Η Λέσχη συνέχεια ανακαλύπχει σχον βυθό μηχέρες που έχουν αυχοκχονήσει, πνιγμένα μωρά και ανεπιθύμηχα σκυλιά μέσα σε τσουβάλια παραγεμισμένα με πέτρες». «Απ' ό,τι φαίνεται η θάλασσα κρύβει πολλές αμαρτίες στον βυθό της», σχολίασα. «Να 'σαι σίγουρος», είπε ο Φόρεστ, δίχως να αστειεύεται καθόλου. Η Τζίλι ήρθε κοντά στο αυχοκίνηχό μου καθώς εχοιμαζόμουν να φύγω. Ο αέρας φυσούσε χα μαλλιά χης· έσκυψε πάνω από χο ανοιχχό χζάμι και είπε: «Αλήθεια θα γυρίσεις σχο σπίχι σου απόψε;» «Πρέπει». Με κοίχαξε δίχως να πει τίποτα, και έπειτα σήκωσε το κεφάλι της, αψηφώντας τον άνεμο. «Θα 'θελα να μην πήγαινες», είπε. «Και εγώ θα το 'θελα, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Όμως, δεν έχει νόημα να προσπαθώ να το αποφύγω. Πρέπει να αντιμετωπίσω όλα αυτά που συμβαίνουν, και πρέπει να βρω μια λύση. Δεν σκοπεύω να περάσω κι άλλη νύχτα σαν τη χθεσινή. Αργά ή γρήγορα, σε κάποιον από τους δυο μας ή και στους δυο μας, θα συμβεί κάτι άσχημο. Δεν έχω ξεχάσει αυτό που συνέβη στην καημένη την κα Σίμονς. Δεν θέλω να συμβεί σε σένα ή ακόμη σε μένα κάτι παρόμοιο». «Λοιπόν», είπε με ένα θλιμμένο χαμόγελο που υποδήλωνε στωικόχηχα, «αυχός ήχαν ένας κεραυνοβόλος έρωχας που μας ανασχάχωσε για χα καλά». «Ελπίζω να μη θεωρείς πως έχει χελειώσει χίποχα μεχαξύ μας», χης είπα. «Και βέβαια όχι, χουλάχισχον από χην πλευρά μου. Δεν έχει χελειώσει χίποχα, εκχός και αν χο θέλεις εσύ». Άπλωσα χο χέρι μου προς χο μέρος χης, και εκείνη χο πήρε και χο κράχησε σφικχά. «Μπορώ να σου χηλεφωνήσω αργόχερα;» χη ρώχησα. Έγνεψε καχαφαχικά και είπε: «Ναι, πολύ θα χο 'θελα», και μου έσχειλε ένα

φιλί. Καθώς έφευγα, κοίταξα μέσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου και την είδα να στέκεται στην προβλήτα, με τα χέρια στις τσέπες του παλτού της. Δεν με είχε κάνει να ξεχάσω την Τζέιν. Δεν πιστεύω πως υπήρχε κοπέλα στον κόσμο που θα μπορούσε να καταφέρει κάτι τέτοιο. Αλλά για πρώτη φορά από τότε που πέθανε η Τζέιν, ένιωθα πάλι ζωντανός, και αισθανόμουν πως τελικά ο κόσμος ήταν ένα όμορφο μέρος να ζει κανείς. Συλλογίστηκα πόσο περίεργο ήταν που η ανθρώπινη αισιοδοξία επενδύεται πολύ σπάνια σε μελλοντικά γεγονότα που ελπίζουμε να συμβούν ή στη μελοντική πορεία της ανθρώπινης ιστορίας· η αισιοδοξία μας πηγάζει και τροφοδοτείται από την ύπαρξη άλλων ανθρώπων, που ο καθένας τους είναι τόσο ανασφαλής και αμήχανος όσο και εμείς οι ίδιοι. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πηγή δύναμης από τη γνώση πως κάποιος σε αγαπά και πως δεν είσαι μόνος. Επέστρεψα στην Οδό Κουάκερ. Στη βάση του λόφου, είδα τον Τζορτζ Μάρκαμ που μαστόρευε τον φράκτη του. Σταμάτησα το Τορονάντο μου και κατέβη«Πώς πάει, Τζορτζ;» τον ρώτησα. Σηκώθηκε και σκούπισε τα λερωμένα με πίσσα χέρια του στην ποδιά του. «Άκουσα πως απέσυραν τις κατηγορίες εναντίον σου», είπε. Προσπαθούσε να φανεί ψυχρός, αλλά ήταν προφανές πως δεν ένιωθε καθόλου άνετα. «Ανεπαρκή στοιχεία», του είπα. «Και εκτός αυτού, δεν το έκανα εγώ». «Μα, δεν είπε κανείς πως το έκανες εσύ», είπε ο Τζορτζ, με οξύ τόνο. «Κανείς όμως δεν είπε πως δεν το έκανα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιος είπε πως εκείνο το βράδι παραληρούσα, και αυτός ο κάποιος δεν ήμουν εγώ». «Δεν φερόσουν λογικά. Αυτό πρέπει να το παραδεχτείς». Βύθισα τα χέρια μου στις τσέπες του παντελονιού μου και τον κοίταξα με ένα πλατύ χαμόγελο. «Έχεις δίκιο, Τζορτζ, δεν φερόμουν λογικά. Αλλά ποιος θα φερόταν λογικά αν είχε δει αυτά που είδα εγώ;» Ο Τζορτζ με κοίταξε ερευνητικά, με το ένα μάτι μισόκλειστο, σαν να προσπαθούσε να με ζυγίσει. «Αλήθεια είδες την Τζέιν να κάνει κούνια;» «Ναι», ήταν η απάντησή μου. «Και έπειτα από εκείνο το βράδι την ξαναείδα». Έμεινε να σκέφτεται σιωπηλός για αρκετή ώρα. Έκανε κρύο εκεί έξω, στον μπροστινό του κήπο, και ο Τζορτζ σκούπισε τη μύτη του με το χέρι. Όσην ώρα δεν μιλούσε, εγώ έμενα ακίνητος, εκεί που βρισκόμουν, με τα χέρια στις τσέπες να τον κοιτώ. Στο τέλος είπε: «Ο Κιθ Ριντ ήταν που δεν σε πίστεψε. Αλλά έτσι κι αλλιώς ο Κιθ δεν πιστεύει ποτέ κανέναν που μιλάει για φαντάσματα». «Εσύ με πιστεύεις;» Ο Τζορτζ έγνεψε με ντροπή καταφατικά. «Έχεις δει κι εσύ κάποιο φάντασμα με τα ίδια σου τα μάτια, έτσι δεν είναι;»

τον ρώτησα. Δεν ήμουν σίγουρος γι' αυτό που τον ρωτούσα, αλλά υπήρχε κάτι στον τρόπο που με κοιτούσε, κάποιος φόβος, κάποια αβεβαιότητα, κάποια συγκίνηση, κάτι που μου έλεγε: αυτός ο άνθρωπος έχει δει ένα φάντασμα με τα ίδια του τα μάτια. «Ε...εγώ...άκουσα μια φορά τη φωνή του αδερφού μου, του Ουίλφ», είπε. Η φωνή του πρόδιδε πως ο λαιμός του είχε στεγνώσει. «Τον είδες κιόλας;» Ο Τζορτζ χαμήλωσε το κεφάλι και κοίταξε σχο έδαφος. Έπειτα, σήκωσε πάλι το κεφάλι και είπε: «Έλα μέσα. Θέλω να σου δείξω κάτι». Τον ακολούθησα στο σπίτι του. Καθώς έκλεινα την πόρτα πίσω μου, ακούστηκε η πρώτη βροντή από τα σύννεφα που συγκρούονταν μακριά, πάνω από τη θάλασσα, και ο άνεμος ξαφνικά δυνάμωσε και έκλεισε με έναν δυνατό κρότο την πόρτα του κήπου του Τζορτζ. Ο Τζορτζ με οδήγησε σχο καθιστικό και κατευθύνθηκε σε ένα γραφείο από σκούρα βελανιδιά δίπλα στο τζάκι • άνοιξε ένα συρτάρι και ψαχούλεψε το εσωτερικό του. Στο τέλος, έβγαλε από μέσα μια αρκετά μεγάλη κορνιζαρισμένη φωτογραφία, την οποία μου έδωσε με τελετουργικές κινήσεις, σαν να μου παρέδιδε κάποιο τιμητικό δίπλωμα. Εξέτασα τη φωτογραφία με προσοχή· γύρισα την κορνίζα ανάποδα και κοίταξα το πίσω μέρος της. Ή τ α ν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που απεικόνιζε μια λεωφόρο, κάπου στην περιοχή του Σάλεμ απ' ό,τι φαινόταν εκ πρώτης όψεως. Στο φόντο υπήρχαν δέντρα και ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο, λίγο πέρα από την άκρη του δρόμου. Αυτό ήταν όλο. Μια από τις πιο αδιάφορες φωτογραφίες που είχα δει στη ζωή μου. «Λοιπόν;» ρώτησα τον Τζορτζ. «Δεν έχω καταλάβει τι είναι αυτό που θα έπρεπε να δω». Ο Τζορτζ έβγαλε τα γυαλιά του και τα δίπλωσε. «Θα έπρεπε να δεις τον αδερφό μου», μου είπε, δείχνοντας τη φωτογραφία. Κοίταξα ακόμα πιο προσεκτικά. «Δεν τον βλέπω πουθενά. Δεν υπάρχει κανένας στη φωτογραφία». «Ακριβώς», είπε ο Τζορτζ. «Σ' αυτή τη φωτογραφία υπήρχε ο αδερφός μου, ακριβώς στη μέση της εικόνας. Έπειτα, πριν από δύο ή τρεις βδομάδες, παρατήρησα ότι είχε μετακινηθεί λίγο, όχι πάνω από δύο με τρία μέτρα, αλλά προς τα πίσω. Στην αρχή δεν έδωσα μεγάλη σημασία, πίστεψα ότι ήταν μόνο η ιδέα μου, αλλά την επόμενη βδομάδα πήγε ακόμα πιο πίσω, και την περασμένη βδομάδα χάθηκε στο βάθος της λεωφόρου. Αυτός είναι και ο λόγος που κατέβασα τη φωτογραφία από τον τοίχο. Ο αδερφός μου εξαφανίστηκε από χη φωχογραφία, αυχό μόνο ξέρω. Δεν ξέρω πώς ή γιαχί, αλλά εξαφανίσχηκε». Του έδωσα πίσω χη φωχογραφία. «Ακριβώς χο ίδιο πράγμα συμβαίνει και σχις φωχογραφίες χης Τζέιν», χου είπα. «Η φιγούρα της έχει αρχίσει να κινείται και να αλλάζει θέση. Μοιάζουν ίδιες με παλιά, αλλά δεν είναι ακριβώς ίδιες».

«Τι πιστεύεις ότι είναι αυτό;» με ρώτησε ο Τζορτζ. Έπιασε το χε'ρι μου με αγωνία και με κοίταξε στα μάτια. «Πιστεύεις ότι είναι μαγεία;» «Κατά κάποιον τρόπο», του απάντησα. «Είναι πολύ δύσκολο να το πει κανείς αυτό με σιγουριά. Αλλά κάποιοι από το Μουσείο Πίμποντι προσπαθούν να το ερευνήσουν. Ίσως καταφέρουν να βρουν έναν τρόπο να αναπαυτεί το πνεύμα του αδερφού σου και της Τζέιν. Και όλα τα άλλα πνεύματα που έχουν στοιχειώσει το Γκράνιτχεντ. Τουλάχιστον, ελπίζω να τα καταφέρουν». Ο Τζορτζ φόρεσε ξανά τα γυαλιά του. «Άκουσα τον Ουίλφ να κλαίει», είπε, κοιτώντας με θλιμμένο βλέμμα την άδεια λεωφόρο της φωτογραφίας. «Νύχτα με τη νύχτα, από το κενό δωμάτιο του πάνω ορόφου άκουγα να έρχεται το κλάμα του. Δεν υπήρχε κανείς όμως, κανείς που να μπορώ να δω. Αλλά οι λυγμοί και τα αναφιλητά συνέχιζαν να ακούγονται, έμοιαζαν να προέρχονται από κάποιον άνθρωπο σε φοβερή απόγνωση. Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο με τάραξε αυτό, Τζον». Έπιασα τον ώμο του όσο πιο καθησυχαστικά μπορούσα. «Προσπάθησε να μην το σκέφτεσαι πολύ, Τζορτζ. Μπορεί ο Ουίλφ να ακούγεται δυστυχισμένος, αλλά ίσως να μην είναι. Ίσως αυτό που έρχεται στ' αυτιά σου να είναι μόνο η πιο στενόχωρη πλευρά εκείνων που νιώθει, τώρα που είναι νεκρός. Ίσως μετά τον θάνατο, η προσωπικότητα των ανθρώπων να χωρίζεται στα δύο, και κάπου τώρα να υπάρχει και ένας ευτυχισμένος Ουίλφ, εκτός από τον δυστυχισμένο». Ο Τζορτζ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν το πιστεύω πραγματικά αυτό, Τζον. Ευχαριστώ πάντως για την προσπάθεια». «Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω», του απάντησα. «Ούτε εγώ ξέρω πολλά σχετικά με όλα αυτά, εκτός από το ότι εκείνοι οι άνθρωποι από το Πίμποντι, για τους οποίους σου έλεγα προηγουμένως, πιστεύουν πως ίσως να έχουν ανακαλύψει την πηγή όλου αυτού του κακού». «Και ποια είναι αυτή; Η ραδιενέργεια, ή κάτι τέτοιο;» «Όχι ακριβώς. Αλλά κοίτα, μόλις μάθω περισσότερα, θα έρθω από εδώ και θα στα πω. Στο υπόσχομαι. Ειδικά αν την επόμενη φορά που θα παίξουμε πόκερ μού χαρίσεις την παρτίδα, όπως μου είχες υποσχεθεί». Του έσφιξα το χέρι, αν και δεν ήμουν σίγουρος γιατί. Έπειτα τον άφησα να τελειώσει το μαστόρεμα του, μπήκα στο αυτοκίνητο μου και το οδήγησα στον κακοφτιαγμένο δρόμο που θα με έβγαζε στο σπίτι μου. Τη φοβόμουν αυτή τη στιγμή από την ώρα που έφευγα από την προβλήτα στο Σάλεμ. Στη Λεωφόρο της Δυτικής Ακτής μάλιστα οδηγούσα τόσο αργά, με ταχύτητα κάτω από εξήντα χιλιόμετρα, που προκάλεσα την αγανάκτηση του οδηγού του φορτηγού που ερχόταν από πίσω μου. Αλλά να που τώρα αντίκρυζα πάλι το σπίτι μου, στην κορυφή του λόφου, γκρίζο και παλιό και με περίεργα βρόμικη όψη κάτω από τον απειλητικό ουρανό. Καθώς έστριβα και πάρκαρα μπροστά στην αυλή αποφάσισα πως αυτό θα ήταν το τελευταίο βράδι που θα περνούσα

εδώ. Το σπίτι έδειχνε τόσο παγωμένο και εχθρικό που δεν υπήρχε κανένας λόγος να μείνω άλλο εδώ. Βγήκα από το αυτοκίνητο και πλησίασα το σπίτι με ένα πολύ τρομακτικό, κακό προαίσθημα. Έ ν α παραθυρόφυλλο που είχα ξεχάσει ανοικτό χτύπησε σε ένα από τα παράθυρα του πάνω πατώματος — ο γάντζος που το κρατούσε στερεωμένο στον εξωτερικό τοίχο είχε φύγει από τη θέση του εξαιτίας του δυνατού ανέμου των τελευταίων ημερών, και για να απαλλαγώ από το συνεχές του χτύπημα όλο το βράδι θα έπρεπε να ανέβω σε μια σκάλα και να το φτάξω. Άνοιξα την εξώπορτα και μπήκα μέσα· τα πάντα έδειχναν ακριβώς όπως τα είχα αφήσει. Ψυχρά, με τη μυρωδιά της κλεισούρας, δίχως καμιά ζεστασιά ή σπιτική ατμόσφαιρα θαλπωρής. Η πρώτη μου δουλειά ήταν να ανάψω το τζάκι του καθιστικού. Όταν η φωτιά άρχισε να δυναμώνει, έβαλα να πιω ένα ποτό και πήγα στην κουζίνα, φορώντας ακόμα το πανωφόρι μου, για να δω τι θα μπορούσα να ετοιμάσω για βραδινό. Είχα να διαλέξω ανάμεσα σε ένα κομμάτι μπριζόλα, σε κοτόπουλο με σάλτσα και σε μια κονσέρβα μεξικάνικο φαγητό. Δεν είχα όρεξη για τίποτα από όλα αυτά. Αυτό που αληθινά λαχταρούσα τώρα ήταν κρέας με τσίλι, ένα από τα φαγητά που συνήθιζε να μου μαγειρεύει η Τζέιν, καυτό από τις πιπεριές και με πολλά φασόλια. Ένιωσα πολύ θλιμμένος — για κείνη και για τον εαυτό μου. Η τρεμουλιαστή της εικόνα που με στοιχειώνε τις τρεις τελευταίες νύχτες είχε εν μέρει παραμορφώσει τη θύμηση και την αγάπη μου για εκείνη, και τώρα κάθε φορά που τη σκεφτόμουν δεν μπορούσα να αποφύγω την εικόνα εκείνου του τρομακτικού, ηλεκτρισμένου προσώπου. «Τζέιν», ψιθύρισα στον εαυτό μου, ίσως και σε κείνην. Ο Δάντης είχε γράψει «nessun maggior dolore che ricordarsi del tempo fellice nella miseria» — δεν υπάρχει θλίψη μεγαλύτερη από το να θυμάσαι μια στιγμή ευτυχίας σε μια στιγμή δυστυχίας. Το παλιό μου αφεντικό στη Μιντγουέστερν μού το είχε μάθει αυτό. «Τζον», απάντησε μια φωνή ψιθυριστά. Ή τ α ν εκεί, μέσα στο σπίτι. Το ήξερα πως ήταν εκεί. Μέσα στον άνεμο που κατέβαινε θρηνώντας μέσα από τις καπνοδόχους, στα δοκάρια, την ξύλινη επένδυση και τους σοβάδες των τοίχων. Δεν υπήρχε τρόπος να την εξορκίσω, γιατί η ίδια είχε γίνει μέρος του σπιτιού, είχε γίνει ολόκληρο το σπίτι, και με κάποιον απίστευτο τρόπο είχε γίνει εγώ ο ίδιος. Η διαίσθησή μου έλεγε πως όσο μακριά και να πήγαινα, ακόμα και αν επέστρεφα στο Σεντ Αούις, ή αν έφτανα μέχρι τη δυτική ακτή της Αμερικής, η Τζέιν θα ήταν πάντα μαζί μου, ψιθυρίζοντας, ζητώντας μου να κάνουμε έρωτα, προσπαθώντας να με βυθίσει όλο και πιο βαθιά στην ημι-πραγματικότητα του ηλεκτρικού της καθαρτήριου, εμποδίζοντας με να συνεχίσω να ζω κανονικά. Όταν πέθανε την αγαπούσα, αλλά αν εξακολουθούσε να με στοιχειώνει με αυτόν τον τρόπο ήξερα πως στο τέλος θα κατέληγα

να τη μισήσω. Ίσως αυτό να είχε συμβεί και στην κα Σίμονς. Είχε αρνηθεί να ενδώσει στις απαιτήσεις του νεκρού της συζύγου και εκείνος τη σκότωσε. Πόσος καιρός έμενε άραγε μέχρι να συμβεί και σε μένα κάτι τέτοιο; Ένιωθα πως οι νεκροί προσπαθούσαν να κυριαρχήσουν ζηλόφθονα στις ζωές αυτών που είχαν μείνει πίσω. Ο γάμος του Τσάρλι Μάνζι είχε καταστραφεί εξαιτίας της εμφάνισης του φαντάσματος του νεκρού του γιού. Η φωτογραφία του αδερφού του έκανε τον Τζορτζ Μάρκαμ όλο και πιο ανήσυχο. Η σχέση μου την Τζίλι θα έμενε μετέωρη μέχρι να κατάφερνα να αναπαύσω το πνεύμα της Τζέιν. Και ο Θεός μοναχά ξέρει πόσοι ακόμα άνθρωποι στο Γκράνιτχεντ και το Σάλεμ βασανίζονταν από τις ολοκληρωτικές απαιτήσεις των νεκρών αγαπημένων τους προσώπων που τους εμπόδιζαν να χαρίσουν τη στοργή και τη φροντίδα στους ζωντανούς. Κάποιο βράδι, θυμάμαι που αναρωτιόμουν αν θα συναντούσα την Τζέιν όταν πέθαινα. Τι μου είχε ψιθυρίσει, καθώς πάλευα κάτω από τα κύματα σήμερα το πρωί; «Μη με αφήνεις». Ή τ α ν σαν να ήθελε να πεθάνω, έτσι ώστε να είμαστε πάλι μαζί. Αναρωτήθηκα αν το ίδιο είχε συμβεί και στην κα Γκουλτ. Την είχε άραγε καλέσει κοντά της η μητέρα της που είχε πρόσφατα πεθάνει; Είχε νιώσει πως ο μοναδικός τρόπος για να αισθανθεί πάλι ευτυχισμένη ήταν να αυτοκτονήσει και να βρεθεί στο πλευρό της μητέρας της, σε κείνον τον παλλόμενο, ταραγμένο κόσμο των φαντασμάτων; Ίσως απλά η φαντασία μου να κάλπαζε, όπως του Έντουαρντ. Αλλά είχα αρχίσει να πιστεύω πως όλα τούτα τα σημάδια από τον κόσμο των πνευμάτων είχαν έναν και μόνο σκοπό: να αποξενώσουν τους ανθρώπους που αγαπούσαν οι νεκροί από τον αληθινό, υλικό κόσμο, και να τους οδηγήσουν στην πεποίθηση πως ο θάνατος ήταν η μόνη τους ελπίδα ικανοποίησης και ευδαιμονίας. Και είτε όλα αυτά είχαν σχέση με το Ντέιβιντ Νταρκ είτε όχι, πίστευα πως ο Έντουαρντ είχε δίκιο και πως πίσω απ' όλα αυτά κρυβόταν κάποια πανίσχυρη και μοχθηρή δύναμη. Τέλειωσα το ποτό μου και επέστρεψα στο καθιστικό για να γεμίσω πάλι το ποτήρι μου. Το εκκρεμές στον διάδρομο έβγαλε έναν μικρό βόμβο και έπειτα χτύπησε έξι. Ή τ α ν πιο αργά απ' ό,τι νόμιζα — θαρρείς και ο χρόνος είχε κάνει ένα άλμα, όπως καμιά φορά συμβαίνει μετά τις τέσσερις τα ξημερώματα. Η φωτιά τριζοβολούσε, και έριξα στο τζάκι άλλα δύο κούτσουρα. Τότε ήταν που κοίταξα τον πίνακα του Ντέιβιντ Νταρκ, που ο Έντουαρντ είχε αφήσει στερεωμένο όρθιο στο πλάι της πολυθρόνας μου. Ή τ α ν κάπως διαφορετικός, αν και δεν μπορούσα να εξηγήσω το γιατί. Τον σήκωσα από το πάτωμα και τον κοίταξα πολύ προσεκτικά κάτω από το φως της λάμπας. Έδειχνε λίγο πιο σκοτεινός, σαν ο ήλιος να είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα. Και ήμουν σίγουρος πως την πρώτη φορά που είδα τον πίνακα αυτό, στο δεξί του άκρο δεν υπήρχε αυτή η απειλητική στοιβάδα από σύννεφα.

Ίσως ο πίνακας αυτός να ήταν ένα είδος πνευματιστικού ηλιοτρόπιου. Μπορεί όταν στην ατμόσφαιρα πλανιώνταν επικίνδυνα συμβάντα, η εικόνα να σκοτείνιαζε και να γινόταν πιο απειλητική. Ακόμα και τα ζωγραφισμένα κύματα έδειχναν τώρα πιο άγρια, και τα δέντρα λύγιζαν κάτω από έναν αόρατο άνεμο. Απόθεσα τον πίνακα κάτω. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως η αποψινή νύχτα θα μας επεφύλασσε μια μορφή αναμέτρησης — μια τρομακτική πάλη ανάμεσα σε μένα και τους Μπέντφορντ και τα φαντάσματα του Γκράνιτχεντ. Μια ξαφνική ριπή βροχής μαστίγωσε το παράθυρο· ο καιρός έμοιαζε οργισμένος. Έμεινα ακίνητος, παγωμένος παρά τη ζέστη που προσπαθούσε να μου μεταδώσει η φωτιά που έκαιγε στο τζάκι, και προσευχήθηκα στον Θεό να μου δείξει πώς να δώσω τέλος σε αυτό το γκροτέσκο και τρομακτικό όνειρο.

ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ Ολο το απόγευμα παρακαλούσα να μην έρθουν οι Μπέντφορντ, αλλά λίγα λεπτά αφότου το εκκρεμές σήμανε εντεκάμιση, άκουσα ήχο από λάστιχα αυτοκινήτου στον δρόμο, και όταν πήγα να ανοίξω την εξώπορτα, τους είδα, μέσα στη γυαλιστερή γκρίζα λιμουζίνα τους· το απότομο φρενάρισμα του Ουόλτερ θα κόστιζε πολύ στο ταλαιπωρημένο μου Τορονάντο. Ξεκρέμασα την ομπρέλα μου από τον καλόγερο από χαλκεμένο μέταλλο που υπήρχε στον διάδρομο, και την πήρα μαζί μου στην πόρτα της αυλής, για να προστατέψω την κα Μπέντφορντ από τη βροχή. Φορούσε ένα σκούρο βιζόν, και πρέπει να είχε κάνει περμανάντ στα μαλλιά της πριν από λίγο, γιατί από το μέτωπο της ξεκινούσε μια γαλαζόγκριζη τούφα, πάνω στην οποία ήταν στερεωμένο, όχι ιδιαίτερα σταθερά, το μικρό της καπέλο. Μου πρόταξε το δεξί της μάγουλο για να το φιλήσω, και όταν υπάκουσα βαριεστημένα στην επιθυμία της, στα ρουθούνια μου έφτασε η βαριά μυρωδιά από μια ιταλική κολώνια, η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο για τα λεωφορεία του δήμου. Η Κόνστανς Μπέντφορντ ήταν δίχως αμφιβολία μια πολύ όμορφη γυναίκα. Αλλά συγχρόνως μπορούσε να είναι καχύποπτη, κενόδοξη και κουραστική, και όλα τούτα τα χαρακτηριστικά φαίνονταν από τα σχιστά της μάτια και τις κάθετες ρυτίδες στις γωνίες του στόματος της. Κοίταξα πέρα από τον ώμο της τον Ουόλτερ Μπέντφορντ, και από τη σφιγμένη, αγχώδη έκφραση στο πρόσωπο του κατάλαβα πως είχε προειδοποιήσει την Κόνστανς να φερθεί όσο γίνεται καλύτερα. Ήθελε απεγνωσμένα να δει την Τζέιν και ήξερε πως το τίμημα θα ήταν να πείσει την Κόνστανς να είναι φιλική απέναντι μου. «Απ' ό,τι βλέπω, δεν έχεις ασχοληθεί πολύ με το σπίτι τελευταία», είπε η Κόνστανς, καθώς πέρασε στον διάδρομο και έριξε μια ματιά ολόγυρα. Η μύτη της έκανε έναν μικρό σπασμό, σαν να μην ενέκρινε την οσμή.

«Είχα πολλές δουλειές», της είπα. «Να πάρω το παλτό σας;» «Καλύτερα να μην το βγάλω για λίγο, ευχαριστώ πολύ. Δεν τα πας και πολύ καλά από ζέστη εδώ μέσα, έτσι;» «Η Τζέιν πάντα έλεγε πως ήταν καλύτερα να έχουμε τζάκι», της απάντησα. «Και σε μένα αρέσει το τζάκι», πετάχτηκε ο Ουόλτερ, προσπαθώντας να διατηρήσει τις ισορροπίες. «Φωτιά στο τζάκι και ένα ποτήρι ποντς. Τίποτα καλύτερο για το κρύο του χειμώνα. Είναι το πιο ρομαντικό πράγμα που υπάρχει». «Πότε ήταν η τελευταία φορά που καθίσαμε μαζί μπροστά στο τζάκι πίνοντας ποντς;» τον ρώτησε η Κόνστανς, με οξύ ύφος. Γύρισε πάλι προς το μέρος μου, και έκανε μια γκριμάτσα που υποδήλωνε πως ακόμα και αν ο Ουόλτερ αληθινά εννοούσε τα λόγια του, εκείνη θα ήταν το τελευταίο άτομο στον κόσμο που θα καθόταν μπροστά σε ένα τζάκι με ένα ποτήρι ποντς στο χέρι. «Η αντίληψη του Ουόλτερ σχετικά με τον ρομαντισμό βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε ένα δεύτερης κατηγορίας χιονοδρομικό καταφύγιο στο Άσπεν και το σαλόνι του Χριστουγεννιάτικου τεύχους του Πλεϊμττόι», σχολίασε, περνώντας αγέρωχα από μπροστά μας με κατεύθυνση το καθιστικό. «Μάλιστα», είπε, μυρίζοντας την ατμόσφαιρα, «ούτε με χο καθιστικό έχεις ασχοληθεί πολύ». Ο Ουόλτερ μού μίλησε χαμηλόφωνα: «Άστην να ηρεμήσει, Τζον. Δώσε της λίγο χρόνο. Είναι πολύ αναστατωμένη απ' όλα αυτά' πολύ συγκινημένη». «Θες ένα ποτό;» τον ρώτησα, σαν να μην είχε πει τίποτα απολύτως. «Τι πίνεις εσύ, Σίβας Ρίγκαλ;» με ρώτησε. «Γιατί όχι; Βάλε μου ένα ποτήρι, με λίγο νερό». «Κόνστανς», είπα, «θα θέλατε ένα ποτήρι κρασί;» «Ευχαριστώ, αλλά ποτέ δεν πίνω πριν τις έξι ή μετά τις έντεκα». Αφού γέμισα το ποτήρι του Ουόλτερ, καθίσαμε γύρω από το τζάκι κοιτώντας ο ένας τον άλλον. Η βροχή πασπάλιζε τα παράθυρα ξανά, και από τον πάνω όροφο ερχόταν ο δυνατός ήχος του χαλαρού παραθυρόφυλλου. Η Κόνστανς τράβηξε το στρίφωμα του φορέματος της προς τα κάτω και είπε, όλο ανυπομονησία: «Δεν πρέπει να ακολουθήσουμε κάποια διαδικασία; Να κάνουμε έναν κύκλο με χα χέρια μας ή να κλείσουμε χα μάχια, και να σκεφχούμε χην Τζέιν;» «Δεν είμασχε σε πνευμαχιστική συγκέντρωση, Κόνστανς», της είπα. «Σε μια πνευματιστική συγκέντρωση καλείς τα πνεύματα και αν είσαι τυχερός εκείνα απαντούν. Αν η Τζέιν έχει σκοπό να εμφανιστεί απόψε εδώ, θα το κάνει είτε το θέλουμε είτε όχι». «Δεν νομίζεις όμως πως είναι πιο πιθανό να εμφανιστεί αν γνωρίζει πως βρίσκεται η μητέρα της εδώ;» ρώτησε η Κόνστανς, με σοβαρό ύφος. Κοίταξα τον Ουόλτερ. Θα μπορούσα να πω ότι ούτε για μια στιγμή δεν πίστευα πως η παρουσία της Κόνστανς θα ήταν ικανή να επηρεάσει την κατάσταση. Αλλά η αλήθεια δεν είναι πάντα απαραίτητη· και το τελευταίο πράγ>ώ£.νίSift·.

μα που ήθελα ήταν ένας τσακωμός. Ήμουν πολύ κουρασμένος έπειτα από την πρωινή μου εμπειρία κάτω από τη θάλασσα και το μόνο που αληθινά επιθυμούσα ήταν να πέσω στο κρεβάτι μου και να κοιμηθώ. Τόσο κουρασμένος ήμουν μάλιστα, που σχεδόν χαιρόμουν που δεν ήμουν με την Τζίλι απόψε. «Πιστεύω πως η παρουσία σας απόψε εδώ θα αυξήσει αρκετά τις πιθανότητές μας να δούμε την Τζέιν», είπα στην Κόνστανς και της χαμογέλασα με όσο μεγαλύτερη πραότητα γινόταν. «Ένα κορίτσι πάντα γυρνάει στην αγκαλιά της μητέρας της όταν έχει προβλήματα», είπε η Κόνστανς. «Μπορεί να αγαπούσε υπερβολικά τον πατέρα της όταν ήταν μικρή, αλλά κάθε φορά που της συνέβαινε κάτι σοβαρό ερχόταν σε μένα». Κούνησα το κεφάλι συγκαταβατικά και συνέχισα να χαμογελώ. Ο Ουόλτερ κοίταξε το ρολόι του. «Σχεδόν μεσάνυχτα», είπε. «Πιστεύεις πως θα εμφανιστεί;» «Δεν ξέρω, Ουόλτερ. Δεν έχω κανέναν έλεγχο πάνω στο πότε εμφανίζεται. Δεν ξέρω καν γιατί εμφανίζεται ή τι θέλει;» «Είναι καλά στην όψη;» ρώτησε η Κόνστανς. Κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω της. «Κόνστανς, είναι νεκρή. Πώς μπορεί να είναι καλά στην όψη, τη στιγμή που είναι νεκρή;» «Δεν χρειάζεται να μου υπενθυμίσει κανείς ότι η κόρη μου δεν είναι πια κοντά μου», απάντησε αμέσως με οξύτητα η Κόνστανς. «Και ούτε χρειάζεται να μου υπενθυμίσει κανείς το πώς έγινε». «Ωραία. Γιατί αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο είμαι διατεθειμένος να μιλήσω». «Α!» έκανε η Κόνστανς. «Να υποθέσω λοιπόν πως δεν αναλαμβάνεις το δικό σου μερίδιο από την ευθύνη;» «Για ποια ακριβώς ευθύνη μιλάτε;» τη ρώτησα. «Ελάτε τώρα», μπήκε στην κουβέντα ο Ουόλτερ. «Ας μην αρχίσουμε να ξεθάβουμε τα παλιά». Αμέσως το μετάνιωσε που χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μεταφορά και χώθηκε βαθιά στην πολυθρόνα του κοκκινισμένος. «Η Τζέιν ήταν έγκυος», συνέχισε η Κόνστανς, μη λέγοντας να σταματήσει. «Και μόνο η σκέψη πως άφησες μια έγκυο γυναίκα να κάνει όλη αυτή τη διαδρομή με το αυτοκίνητο μέσα σε μια χιονοθύελλα, ολομόναχη, απροστάτευτη, ενώ εσύ καθόσουν στο σπίτι και παρακολουθούσες κάποιον αγώνα στην τηλεόραση σα να 'σουν κανένα παιδαρέλι... Για μένα τουλάχιστον, αυτό ισοδυναμεί με εγκληματική αδιαφορία. Φόνος εξ αμελείας». «Κόνστανς», είπε ο Ουόλτερ, «θα σταματήσεις επιτέλους τις κατηγορίες; Πάει τώρα, τέλειωσε». «Είναι σαν να τους δολοφόνησε, σαν να τους οδήγησε στον θάνατο», είπε η Κόνστανς. «Και τι περιμένεις; Να μην είμαι οργισμένη μαζί του; Η μονάκριβή

μου θυγατέρα. Το μόνο παιδί που μου είχε μείνει. Η μοναδική μου ελπίδα να αποκτήσω ένα εγγονάκι. Όλα έσβησαν, εξαιτίας ενός αγώνα ράγκμπι και ενός σύζυγου που παραήταν τεμπέλης και αδιάφορος για να φροντίσει τους ανθρώπους που έπρεπε να προστατεύσει». «Κόνστανς», είπα. «Έξω από το σπίτι μου. Ουόλτερ, πάρ' την και φύγετε». «Πώς;» έκανε ο Ουόλτερ, σαν να μην είχε ακούσει καλά. «Είπα, πάρ' την και φύγετε. Και μη σκεφτείς να την ξαναφέρεις. Ποτέ. Βρίσκεται εδώ μόνο πέντε λεπτά και έχει ήδη αρχίσει. Πότε επιτέλους θα συνειδητοποιήσει πως δεν υπήρχε καμία χιονοθύελλα όταν η Τζέιν ξεκίνησε για να έρθει σε σας; Πότε θα καταλάβει πως αν κάποιος έφταιγε, τότε εσείς ήσασταν που φταίγατε, που την αφήσατε να επιστρέψει με τόσο κακό καιρό; Και πότε θα καταλάβει πως εγώ έχασα πολύ περισσότερα απ' όσα χάσατε εσείς; Έχασα τη γυναίκα μου, τον άνθρωπο που θα με συντρόφευε για την υπόλοιπη ζωή μου· και έχασα τον γιο μου. Για αυτό, καληνύχτα. Λυπάμαι που κάνατε όλο αυτό το ταξίδι άδικα, αλλά δεν θα κάθομαι εδώ να ακούω τις κατηγορίες της Κόνστανς, δεν το ανέχομαι». «Άκου», είπε ο Ουόλτερ. «Είμαστε απλά όλοι σε υπερένταση». «Ουόλτερ, εγώ δεν είμαι σε υπερένταση», του απάντησα. «Το μόνο που θέλω είναι να φύγει από δω η Κόνστανς, προτού προλάβω να κάνω κάτι που θα το φχαριστηθώ πολύ, όπως το να της δώσω να καταπιεί τα δόντια της». «Πώς τολμάς να μιλάς σε μένα έτσι;» αντέδρασε η Κόνστανς και σηκώθηκε. Το ίδιο έκανε και ο Ουόλτερ· έπειτα μισοέκατσε πάλι και στο τέλος σηκώθηκε οριστικά. «Κόνστανς», προσπάθησε να την καλοπιάσει, αλλά εκείνη παραήταν οργισμένη και εκνευρισμένη για να μπορέσει να την κατευνάσει οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε. «Ακόμα και το πνεύμα της δεν είναι ασφαλές κοντά σου!» μου φώναξε, κουνώντας το μακρύ, γαμψό νύχι της. «Ακόμα και τώρα που είναι νεκρή,, δεν μπορείς να τη φροντίσεις». Κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Ο Ουόλτερ γύρισε και με κοίταξε με ένα καρτερικό βλέμμα που, απ' όσο τον γνώριζα, σήμαινε πως έριχνε το φταίξιμο εν μέρει στην Κόνστανς επειδή ήταν τόσο οξύθυμη και εν μέρει σε μένα επειδή την είχα προκαλέσει πάλι. Δεν έκανα καν τον κόπο να σηκωθώ από την πολυθρόνα μου. Έπρεπε να το είχα φανταστεί πως η βραδιά θα κατέληγε σε έναν ακόμα καβγά. Άπλωσα το χέρι μου για να πιάσω το μπουκάλι του Σίβας Ρίγκαλ και γέμισα ξανά το ποτήρι μου, σχεδόν μέχρι πάνω. «Πίνω», είπα στον εαυτό μου, προσπαθώντας να αναπαραστήσω όσο καλύτερα μπορούσα τον αλκοολικό, «για να ξεχάσω». «Τι θέλεις να ξεχάσεις;» ρώτησα τον εαυτό μου. «Το ξέχασα», απάντησα, με τον ίδιο τόνο. Τότε άκουσα ένα δυνατό και επίμονο κροτάλισμα που ερχόταν από την εξώ-

πόρτα- ο Ουόλτερ μπήκε ξανά στο καθιστικό. «Συγγνώμη», είπε. «Η εξώπορτα έχει κολλήσει. Δεν μπορώ να την ανοίξω». «Μην του ζητάς συγγνώμη, Ουόλτερ, πες του μόνο να ανοίξει την πόρτα!» απαίτησε η Κόνστανς. Σηκώθηκα κουρασμένα και πήγα στον διάδρομο. Η Κόνστανς, γεμάτη θυμό, στεκόταν εκεί με τα χέρια στηριγμένα στους γοφούς- δεν ήταν η Κόνστανς όμως το πρώτο πράγμα που πρόσεξα. Ήταν το κρύο. Το αλλόκοτο, ξαφνικό κρύο. «Ουόλτερ», είπα, «κάνει πιο πολύ κρύο τώρα». «Πιο πολύ κρύο;» συνοφρυώθηκε. «Δεν το αισθάνεσαι; Η θερμοκρασία πέφτει». «Θα ανοίξεις, σε παρακαλώ, την πόρτα επιτέλους;» γρύλλισε η Κόνστανς. Αλλά εγώ ύψωσα το χέρι μου, κάνοντάς της έτσι νόημα να σωπάσει. «Ακούτε κάΤι;» «Τι λέει αυτός, Ουόλτερ; Για όνομα του Θεού, πες του να ανοίξει την πόρτα. Είμαι έξω φρενών και θέλω να πάμε σπίτι. Δεν θέλω να μείνω ούτε λεπτό παραπάνω σε αυτό το άθλιο ερείπιο». Ο Ουόλτερ είπε, με χαμηλή φωνή: «Ακούω έναν ψίθυρο». Κούνησα το κεφάλι μου. «Αυτό ακούω κι εγώ. Από πού νομίζεις πως έρχεται;» «Ίσως από τον πάνω όροφο», μου απάντησε. Τα μάτια του ήταν φωτεινά τώρα και είχε ξεχάσει τελείως την Κόνστανς. «Έτσι γίνεται πάντα; Έτσι ξεκινάει;» «Ναι», του είπα. «Ψίθυροι, κρύο, και έπειτα εμφανίζεται η εικόνα της». «Αν δεν ανοίξεις την εξώπορτα αμέσως, παλιοκάθαρμα», στρίγγλισε η Κόνστανς, «ορκίζομαι πως θα σε— » «Κόνστανς, βούλωστο!» βρυχήθηκε ο Ουόλτερ. Η Κόνστανς τον κοίταξε με στόμα ορθάνοιχτο. Υποθέτω πως στα τριάντα πέντε χρόνια του γάμου τους αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχε τολμήσει να της μιλήσει με αυτόν τον τρόπο. Την κοίταξα και στα χείλη μου σχηματίστηκε ένα ξινισμένο χαμόγελο που σήμαινε πως για το καλό της θα έπρεπε να μην ξαναπεί κουβέντα. Από το στόμα της βγήκε ένα φουρκισμένο «Ω!» Οι ψίθυροι έμεναν σταθεροί στην ένταση τους, αλλά έμοιαζαν να κάνουν κύκλους γύρω μας, έτσι ώστε άλλες φορές ο ήχος ακουγόταν σαν να έρχεται από το πάνω πάτωμα, άλλες φορές από τη βιβλιοθήκη και άλλες φορές σαν η πηγή τους να βρίσκεται ακριβώς πίσω μας, λίγα μόλις βήματα μακριά μας. Όλοι μας τεντώσαμε τα αυτιά μας για να ξεχωρίσουμε λέξεις, αλλά ήταν μάταιο — ο ψίθυρος ήταν μια μακριά, επίμονη, ασυνάρτητη κουβέντα σε μια γλώσσα άγνωστη σε μας. Και όμως, μπορούσαμε με σαφήνεια να καταλάβουμε πως τα λόγια αυτά περιείχαν κάτι το πρόστυχο- είχαμε την αίσθηση πως αυτοί που ψιθύριζαν απολάμβαναν κάποια αισχρή σεξουαλική πράξη ή κάποιο ακατονόμαστο σαδιστικό βασανιστήριο και συζητούσαν σχετικά με αυτά μέχρι την πιο βαθιά τους λεπτομέρεια.

Συγχρόνως, η θερμοκρασία εξακολουθούσε να πέφτει, ώσπου στο τέλος το χνώτο μας άχνιζε. Η Κόνστανς τύλιξε σφικτά γύρω της το βιζόν της και με κοίταξε σαν να πίστευε πως όλα αυτά δεν ήταν παρά μέρος κάποιας βάρβαρης φάρσας εις βάρος της. Νομίζω πως είχε έρθει στο σπίτι γεμάτη ενθουσιασμό πιστεύοντας πραγματικά πως θα συναντούσε την Τζέιν, αλλά δεν πιστεύω ότι ο Ουόλτερ είχε κάνει αυτό που του είχα ζητήσει, δηλαδή να την προειδοποιήσει σχετικά με το πώς θα ήταν η συνάντηση αυτή- δεν της είχε πει ότι μπορεί να τρομοκρατούνταν, ότι μπορεί να ένιωθε δυσάρεστα, ότι μπορεί ακόμα και να κινδύνευε. Η Κόνστανς είχε μάλλον περάσει το κατώφλι του σπιτιού με την προσδοκία να δει την Τζέιν να κάθεται μπροστά από το τζάκι, σαν κανονικός άνθρωπος με σάρκα και οστά, και να πλέκει παπουτσάκια για το μωρό, σαν ο θάνατος να μην την είχε αγγίξει καθόλου, σαν να είχε μόλις επιστρέψει από διακοπές ενός μήνα στο Μαϊάμι. «Ποιος είναι αυτός που ψιθυρίζει;» ρώτησε, με μάτια γουρλωμένα. «Εσύ το κάνεις αυτό;» «Πώς θα μπορούσα να το κάνω εγώ; Βλέπεις τα χείλια μου να κινούνται;» Οι ψίθυροι συνεχίζονταν. Η Κόνστανς πλησίασε και με κοίταξε ακόμα πιο προσεκτικά. «Σε είδα, είδα τα χείλια σου να κινούνται», είπε, με φανερή αβεβαιότητα. «Αναπνέω από το στόμα, γι' αυτό. Βούτηξα στη θάλασσα σήμερα το πρωί και με πονάνε τα ρουθούνια μου». «Για κοίτα τον, ακόμα και αυτή την ώρα βρίσκει δικαιολογίες. Πάντα τα ίδια», είπε στον Ουόλτερ, συνεχίζοντας όμως να έχει το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου. Πίσω της, δίχως όμως η ίδια να το έχει καταλάβει, η εξώπορτα είχε αθόρυβα ανοίξει από μόνη της. Άπλωσα το χέρι μου για να ακουμπήσω τον ώμο του Ουόλτερ, αλλά εκείνος είχε ήδη προσέξει την πόρτα και είπε χαμηλόφωνα: «Ξέρω. Ξέρω, Τζον. Το χερούλι γύρισε από μόνο του». Η πόρτα ορθάνοιξε απαλά, δίχως το γνώριμο τρίξιμο της. Τώρα μπορούσαμε να δούμε έξω, στον μπροστινό κήπο, στη σκοτεινή και θυελλώδη νύχτα. Και εκεί, στη μέση του μονοπατιού του κήπου, πολύ μικρότερη απ' ό,τι είχε εμφανιστεί στην κρεβατοκάμαρά μου, στο ύψος ενός εντεκάχρονου παιδιού, στεκόταν η Τζέιν. «Κόνστανς», είπε απαλά ο Ουόλτερ». «Είναι εδώ». Ο Κόνστανς γύρισε, αργά, σαν υπνωτισμένη, και κοίταξε στον κήπο. Δεν είπε τίποτα απολύτως, αλλά από το τρεμούλιασμα των ώμων της μπορούσα να καταλάβω ότι έκλαιγε με λυγμούς που προσπαθούσε να συγκρατήσει. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει», είπε ανάμεσα στα δάκρυα και τους θρηνητικούς ήχους που έβγαιναν από το στόμα της. «Ω Θεέ μου, Ουόλτερ, δεν είχα καταλάβει». Η Τζέιν αιωρούνταν μερικά εκατοστά πάνω από το μονοπάτι- μια παλλόμενη

εικόνα της που τρεμόφεγγε και σπινθηροβολούσε στον άνεμο. Τα χέρια της ήταν παράλληλα με το σώμα της, το πρόσωπο της ήταν ισχνό και ανέκφραστο, αλλά τα μαλλιά της έπαιζαν γύρω από το κεφάλι της σαν ένα ηλεκτροστατικό στέμμα. «Τζον», ψιθύρισε. «Τζον, μημ'αφήσεις». Η Κόνστανς έκανε δύο ή τρία ασταθή βήματα προς το μέρος της, υψώνοντας το ένα της χέρι. «Τζέιν, εγώ είμαι, η μητέρα σου», της είπε ικετευτικά. «Τζέιν, άκουσέ με, όπου και αν είσαι αγαπημένη μου κόρη, είναι η μητέρα σου εδώ». «Μη μ' αφήσεις, Τζον», με ικέτευσε η Τζέιν. Η Κόνστανς πρέπει να είχε τρομοκρατηθεί, αλλά πλησίασε ακόμα πιο πολύ το φάντασμα, με τα χέρια ψηλά σαν κάποιο παχουλό άγαλμα της Παναγίας. «Τζέιν, θέλω να σε βοηθήσω», της είπε. «Θα κάνω τα πάντα για να σε βοηθήσω. Μίλησέ μου, Τζέιν, σε παρακαλώ. Πες μου ότι μπορείς να με δεις. Πες μου ότι ξέρεις πως είμαι εδώ. Τζέιν, σε αγαπώ. Σε παρακαλώ, Τζέιν. Σε εκλιπαρώ». «Κόνστανς», την προειδοποίησε ο Ουόλτερ. «Κόνστανς, γύρνα πίσω». Η εικόνα της Τζέιν άλλαξε θέση και μορφή, τόσο σε μέγεθος όσο και σε εμφάνιση. Τώρα ήταν ψηλότερη και το πρόσωπο της ήταν διαφορετικό, με πιο αδύνατα μάγουλα, οστεώδες, σαν να ανήκε σε έναν άγγελο που λιμοκτονούσε. Σήκωσε το ένα χέρι, αφήνοντας έτσι στον αέρα μια σειρά από μετεικάσματα, δημιουργώντας προς στιγμή την ψευδαίσθηση πως είχε πέντε χέρια. «Τζον», ψιθύρισε, με μεγαλύτερη σιγουριά τη φορά αυτή. «Δεν πρέπει να με αφήσεις, Τζον. Δεν πρέπει να με αφήσεις, όχι εδώ». Η Κόνστανς είχε γονατίσει στον διάδρομο του κήπου, μπροστά στο φάντασμα της κόρης της. Ο Ουόλτερ είπε με πνιχτή φωνή: «Όχι, Κόνστανς!» και σπρώχνοντάς με άνοιξε δρόμο για να πάει κοντά της και να τη φέρει πίσω· αλλά καθώς το έκανε αυτό, η Τζέιν γύρισε το κεφάλι και κοίταξε τη μητέρα της με μάτια κενά και ανέκφραστα σαν τα σκοτεινά παράθυρα της Οικίας της Οδού Κουάκερ. «Τζέιν, δεν με αναγνωρίζεις·,» κραύγασε γοερά η Κόνστανς. «Τζέιν, είμαι η μητέρα σου! Είσαι ό,τι μου έχει απομείνει, Τζέιν, μη μ' αφήνεις! Γύρνα πίσω σε μένα, Τζέιν! Σε χρειάζομαι!» Ο Ουόλτερ άρπαξε την Κόνστανς από τους ώμους και φώναξε: «Κόνστανς, μη! Αυτό είναι σκέτη τρέλα! Είναι νεκρή, Κόνστανς, δεν μπορεί να γυρίσει πίσω!» Η Κόνστανς γύρισε και χτύπησε τον Ουόλτερ. «Ποτέ σου δεν νοιάστηκες για κείνην όπως νοιάστηκα εγώ!» ούρλιαξε. «Δεκάρα δεν έδωσες για τα παιδιά μας! Δεν νοιάστηκες ούτε για μένα! Εσύ δεν θέλεις να γυρίσει πίσω, επειδή είσαι ένοχος, να γιατί· τόσο ένοχος όσο είναι και ο Τζον· και φοβάσαι». «Κόνστανς, δεν είναι η κόρη σου αυτή, είναι ένα φάντασμα!» κραύγασε ο Ουόλτερ. «Έχει δίκιο, Κόνστανς», της είπα. «Θα ήταν πιο ασφαλές για σένα να μείνεις μακριά». Η γαλαζόλευκη ηλεκρική εικόνα της Τζέιν αιωρούνταν και τρεμόπαιζε και

ψήλωνε ακόμα περισσότερο, ώσπου ε'γινε ψηλότερη από τον Ουόλτερ. Αλλά ούτε μια στιγμή δεν πήρε τα μάτια της από την Κόνστανς, καθώς εκείνη βρισκόταν πεσμένη στα γόνατα στο μονοπάτι του κήπου. Ο Ουόλτερ κοίταξε προς τα πάνω με ένα μείγμα τρόμου και απελπισίας, και έκανε ένα-δύο βήματα πίσω. Γύρισε προς τη μεριά μου, με πρόσωπο γκρίζο από τον φόβο, και με παρακάλεσε βουβά να κάνω κάτι. Οτιδήποτε. Ούτε εκείνος είχε συνειδητοποιήσει τι μορφή θα είχε η συνάντησή του με την κόρη του, και τώρα έμοιαζε πανικόβλητος. «Τζέιν!» ούρλιαξε η Κόνστανς. «Τζέιν!» Και τότε τα χλωμά σαν τον ίδιον τον θάνατο χείλη της Τζέιν γύρισαν αργά προς τα πάνω, αποκαλύπτοντας τα πυρακτωμένα της δόντια, και το στόμα της άνοιξε διάπλατα· ήταν τρομακτική και φρικιαστική, σαν ένα τερατόμορφο άγαλμα. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν προς τα πίσω, και ύψωσε και το άλλο της χέρι, παίρνοντας μια σταυροειδή στάση. Έπειτα ανυψώθηκε αργά στον αέρα ώσπου στο τέλος έφτασε να ίπταται οριζόντια πάνω από την Κόνστανς, με τα γυμνά της πόδια κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο, και τα λευκά άμφια της κηδείας της να ανεμίζουν αθόρυβα στον άνεμο του μεσονυκτίου. Η Κόνστανς τέντωσε το σώμα της προς τα πίσω και ούρλιαξε, κατειλλημένη από απόλυτη υστερία. Ο Ουόλτερ φώναξε: «Κόνστανς! Για όνομα του Θεού!» και προσπάθησε να την πιάσει πάλι· όμως, από το ορθάνοιχτο στόμα της Τζέιν βγήκε άξαφνα ένας υπόκωφος βρυχηθμός που τον έκανε να παραπατήσει προς τα πίσω, αφήνοντάς τον άφωνο από τον τρόμο. Ήταν ένας βρυχηθμός που όμοιό του δεν είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου — ο βρυχηθμός που βγαίνει από τα καυτά σπλάχνα μιας καμίνου, ο βρυχηθμός μανιασμένων δαιμόνων, ο βρυχηθμός μιας καταστροφικής θύελλας στον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Από το στόμα της Τζέιν ανάβλυσε ένας παγωμένος χείμαρρος ατμού, με στόχο τα μάτια της Κόνστανς. Μπορούσα να αισθανθώ το ψύχος του, ακόμα και από εκεί που βρισκόμουν, δίπλα στην πόρτα, σε απόσταση τριών μέτρων από την Τζέιν. Η Κόνστανς έβγαλε μια κραυγή πόνου και κατέρρευσε στο μονοπάτι, και καθώς ο Ουόλτερ έτρεξε ξανά προς το μέρος της, η τρεμάμενη φιγούρα της Τζέιν γύρισε αργά-αργά ανάποδα στον αέρα, και χάθηκε πάνω από τον θάμνινο φράχτη του κήπου, πέρα από την Οδό Κουάκερ, προς την κορυφή του λόφου, στην κατεύθυνση της ακτής. Με τα χέρια απλωμένα διάπλατα, ένας τρεμουλιαστός ανθρωπόμορφος σταυρός από γαλαζόλευκη λάμψη, που τραγουδούσε καθώς απομακρυνόταν, ξανά και ξανά: «Ω, οι άντρες από το Γκράνιτχεντ σήκωσαν τα πανιά τους να πάνε να ψαρέψουν σε ξένες αμμουδιές». Γονάτισα δίπλα στον Ουόλτερ και την Κόνστανς. Εκείνη είχε κρύψει το

πρόσωπο της στα χέρια της και έτρεμε και ριγούσε ολόκληρη. «Τα μάτια μου», κλαψούρισε. «Ω Θεέ μου, Ουόλτερ, τα μάτια μου!» Βοήθησα τον Ουόλτερ να τη φέρει στο εσωτερικό του σπιτιού και την ξαπλώσαμε στον καναπέ του καθιστικού, δίπλα στο τζάκι. Δεν ξεκολλούσε τα χέρια από τα μάτια της, έτρεμε και στέναζε, και ανησύχησα μην τυχόν είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Δεν ήταν πια νέα και η καρδιά της είχε βεβαρυμένο ιατρικό ιστορικό. «Κάλεσε ένα ασθενοφόρο», είπα στον Ουόλτερ. «Και πάση θυσία, κράτα τη ζεστή». «Πού πας;» με ρώτησε. «Πάω να βρω την Τζέιν. Πρέπει να μπει ένα τέλος σ' αυτήν την ιστορία, Ουόλτερ, μια για πάντα». «Και τι στην ευχή νομίζεις πως μπορείς εσύ να κάνεις; Μιλάμε για ένα ον με υπερφυσικές δυνάμεις, Τζον. Μιλάμε για ένα φάντασμα, καταλαβαίνεις; Τι μπορείς να κάνεις σε ένα φάντασμα;» «Δεν έχω ιδέα. Αλλά αν δεν κυνηγήσω την Τζέιν, δεν θα το ανακαλύψω ποτέ». «Να προσέχεις, αυτό μόνο. Και μην αργήσεις». Βγήκα τρέχοντας έξω, στον δυνατό νυχτερινό άνεμο. Ολόγυρά μου, ακουγόταν το μονότονο μουρμουρητό των τηλεφωνικών καλωδίων και το σφύριγμα των δέντρων, θαρρείς και τα πάντα είχαν με μυστηριώδη τρόπο αποκτήσει ζωή και ήθελαν να με προειδοποιήσουν εν χορώ. Από το πάνω πάτωμα, το ελεύθερο φύλλο του παράθυρου χτυπούσε στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού σαν ένα φρενιασμένο κρόταλο. Σήκωσα ψηλά τον γιακά μου και άρχισα να ανηφορίζω την Οδό Κουάκερ με γρήγορους δρασκελισμούς, ώσπου έφτασα στο τέρμα της ασφάλτου και βρέθηκα να τρέχω ανάμεσα σε συστάδες θάμνων. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι της Τζέιν, αλλά όταν πριν από λίγο την είχα δει να απομακρύνεται από τον κήπο, κατευθυνόταν προς το Κοιμητήριο Ουότερσαϊντ, όπου βρισκόταν ο τάφος της, και έδειχνε λογικό, αν και τρομακτικό, να υποθέσει κανείς πως το φάντασμά της είχε ξεκινήσει από εκεί. Η απόσταση που είχα να διανύσω μέχρι τις πύλες του κοιμητηρίου ήταν γύρω στο ένα χιλιόμετρο, και έπειτα από τα πρώτα μέτρα αναγκάστηκα να σταματήσω το τρέξιμο και να αρχίσω να βαδίζω, για να μπορέσω πάλι να βρω την ανάσα μου. Στα δεξιά μου, μέσα σχο σκοτάδι, μόλις που μπορούσα να διακρίνω τις υδροφόρους του λιμανιού του Σάλεμ. Κάπου εκεί, κάτω από τα σκοτεινά και παγωμένα νερά, θαμμένο στη λάσπη τριακοσίων ετών, κείτονταν το ναυάγιο του Ντέιβιντ Νταρκ. Ο ήχος της θάλασσας ακουγόταν απέραντα μοναχικός και ξένος. Η Τζέιν πάντα έλεγε πως ο ήχος τούτος της έφερνε στον νου το φεγγάρι, ψυχρό και αμετακίνητο από τη θέση του. Η θάλασσα, άλλωστε, είναι η ερωμένη του φεγγαριού. Μέσα στη νύχτα, άρχισα να ξεχωρίζω τη λευκή καμάρα της πύλης του κοιμη-

τηρίου. Λίγο πιο κάτω, καθώς άρχισα πάλι να τρέχω, μπόρεσα να δω τις ταφόπετρες, τους κώνους, τους σταυρούς, τις πλάκες, τα παγωμένα χερουβείμ και τα θλιμμένα σεραφείμ. Εδώ βρισκόταν η μικρή πάλη των νεκρών του Γκράνιτχεντ, απομονωμένη σε αυτήν την πλευρά της ακτής. Έφτασα στις μαύρες, σιδερένιες πύλες του νεκροταφείου και στήριξα το σώμα μου πάνω τους- κοίταξα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα τις σειρές των τάφων, κυρίως προς την αριστερή πλευρά, εκεί όπου είχε θαφτεί η Τζέιν. «Είδα βασιλιάδες χλωμούς μα και βασίλισσες· πολεμιστές χλωμούς, σαν τον Θάνατο χλωμοί όλοι τους ήταν». Δεν υπήρχε καμία τρεμάμενη λάμψη, κανένα σημάδι της παρουσίας της. Γύρισα το χερούλι της καγκελόπορτας, την άνοιξα και προχώρησα. Όποιες κοινοτοπίες και αν έχουν γραφτεί σχετικά με το πώς είναι τα νεκροταφεία τη νύχτα, δεν υπήρχε αμφιβολία πως εκείνη τη νύχτα του Μαρτίου που ο αέρας λυσσομανούσε, στο νεκροταφείο του Γκράνιτχεντ βασίλευε μια τρομακτική ατμόσφαιρα. Κάθε ταφόπλακα έμοιαζε να φωτίζεται από μια απόκοσμη ακτίνα φωτός και καθώς άρχισα να περνάω ανάμεσα από τις σιωπηλές σειρές των τάφων για να πλησιάσω στο μέρος όπου είχαμε θάψει την Τζέιν, συνειδητοποίησα με τρόμο πως περνούσα δίπλα από ένα πλήθος ολόκληρο ανθρώπων, ανθρώπων που ήταν νεκροί και που θα έμεναν σιωπηλοί για πάντα, με μάτια κλειστά ή ανύπαρκτα, με ρούχα ακριβά ή με κουρέλια, που όλοι τους κοιμούνταν αιώνια ο ένας δίπλα στον άλλον, βαθιά στο σκοτάδι της γης. Και το χώμα που τους σκέπαζε δεν ήταν ένα συνηθισμένο χώμα — ήταν ένας κόσμος θαμμένων αναμνήσεων, μια βουβή κοινωνία ξέπνοων ζωών, μια έκταση γης κατοικημένη από πλάσματα που δεν θα μιλούσαν ποτέ ξανά. Πλησίασα την ταφόπλακα της Τζέιν και στάθηκα δίπλα της, τρέμοντας γεμάτος αβεβαιότητα. Τζέιν Ελίζαμπεθ Τρέντον, Πολυαγαπημένη Σύζυγος Τζον Πολ Τρέντον, Θυγατέρα Ουόλτερ και Κόνστανς Μπέντφορντ. «Δείξτε μου τον δρόμο που οδηγεί σε οποιοδήποτε όμορφο αστέρι». Τώρα που βρισκόμουν εδώ, δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Έπρεπε άραγε να της μιλήσω; Να την καλέσω κοντά μου; Μήπως θα έπρεπε να περιμένω να κάνει μόνη της την εμφάνισή της; Έριξα μια ματιά τριγύρω και είδα τους χλωμούς μαρμάρινους φρουρούς όλων των κοντινών τάφων και ένιωσα να πνίγομαι, να ασφυκτιώ, παρά τον δυνατό αέρα. Ο άγγελος από μάρμαρο που στεκόταν δύο σειρές πιο πέρα με παρακολουθούσε με τα τυφλά του μάτια. Ξεροκατάπια και έπειτα είπα, με τρεμουλιαστή φωνή: «Τζέιν; Με ακούς Τζέιν;» Ή τ α ν γελοίο, φυσικά, και ευχήθηκα να μην υπήρχε εκεί κοντά κανείς που να με είχε ακούσει. Ξέρω πως οι άνθρωποι μιλούν συχνά στα νεκρά αγαπημένα τους πρόσωπα, αλλά δεν κάνουν κάτι τέτοιο στη μέση της νύχτας- και ακόμα περισσότερο, πολύ σπάνια περιμένουν να πάρουν απάντηση, όπως εγώ.

«Τζέιν;» επανέλαβα. «Τζέιν, μ' ακούς;» Καμία απάντηση. Τίποτα έκτος από τον άνεμο και το θρόισμα του απεριποίητου χορταριού πέρα από τον φράκτη του κοιμητηρίου. Έμεινα στην ίδια θέση για ένα περίπου λεπτό, τρέμοντας από το κρύο, δίχως να ξέρω καλά-καλά αν ήθελα να εμφανιστεί η Τζέιν ή όχι. Έπειτα αποφάσισα να φύγω. Με όλη μου τη δύναμη φώναξα: «Χριστέ μου!» Στεκόταν εκεί, δίπλα μου, όχι πάνω από ένα μέτρο μακριά μου, λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Τώρα είχε πάλι το κανονικό της ύψος, αλλά έδειχνε ακόμα πιο αδύνατη, λιπόσαρκη, σαν να μην υπήρχε τίποτα κάτω από εκείνη τη ρόμπα που ανέμιζε στον άνεμο εκτός από δέρμα και κόκαλα. Δεν ήταν χαμογελαστή, αλλά ούτε και σκυθρωπή. Η έκφρασή της ήταν κενή και απόμακρη, τα μάτια της πολύ σκοτεινά για να μπορέσει κανείς να μαντέψει τι κρυβόταν κάτω από την επιφάνειά τους. Δεν μπορούσα να δω μέσα από το σώμα της, δεν έμοιαζε με φάντασμα, αλλά κατά κάποιον τρόπο έλιωνε και μετακινούνταν και έδειχνε άυλη. Ένιωθα πως αν προσπαθούσα να της κρατήσω το μπράτσο, το μόνο που θα μου έμενε θα ήταν μια χούφτα από λεπτά νήματα. «Ήρθες λοιπόν», μου είπε, με φωνή που ακουγόταν σαν να μου μιλούσαν τέσσερις Τζέιν συγχρόνως. «Το ήξερα, στο τέλος θα ερχόσουν». «Τι θέλεις από μένα;» τη ρώτησα. Μου ήταν αδύνατο να μην τραυλίζω. «Θέλω να μου κάνεις έρωτα», είπε ψιθυριστά. «Θέλω να μου κάνεις έρωτα για πάντα». «Τζέιν, είσαι νεκρή». «Όχι, Τζον, όχι δεν είμαι νεκρή». «Τότε τι είσαι, αν δεν είσαι νεκρή; Και τι ζητάς·,» «Ανήκω σ' εκείνους. Έλα μαζί μου, Τζον. Έλα. Μη μ' αφήνεις εδώ ολομόναχη». Άπλωσα τα χέρια μου προς το μέρος της, πολύ επιφυλακτικά. «Τζέιν, αυτό είναι αδύνατο. Είσαι νεκρή, θα πρέπει να αναπαυτεί το πνεύμα σου. Δεν το αντέχω άλλο αυτό, Τζέιν· με τρομάζει». «Ήθελες να πεθάνω;» είπε, ψιθυρίζοντας. «Και βέβαια όχι. Μου λείπεις. Μου λείπεις αφάνταστα». «Μα είμαι εδώ, Τζον. Μπορείς να με έχεις. Μπορούμε να γίνουμε πάλι εραστές». «Τζέιν, είσαι νεκρή, δεν είσαι αληθινή. Δεν το καταλαβαίνεις αυτό;» «Αληθινή;» ρώτησε. «Τι είναι αληθινό;» Και καθώς μου μιλούσε, γύρισε και ύψωσε το δεξί της χέρι. «Θα σου δείξω τι είναι αληθινό», είπε. «Πώς;» έκανα. «Τι σημαίνει αυτό;» Άκουσα έναν ήχο που έμοιαζε με τραγούδι, μόνο που δεν ήταν τραγούδι. Έμοιαζε πιο πολύ με τα μοιρολόγια κάποιου που πενθεί ή με τον διαπεραστικό απόκοσμο θρήνο των γυναικών του Σουδάν ήταν ένας από εκείνους τους αλλόκοτους έντονους υπερήχους που μπορούν να κάνουν την ανθρώπινη επί-

δερμίδα να ανατριχιάσει σαν να είναι ζωντανή. Ερχόταν από παντού — από τον ουρανό, από το έδαφος, προκαλώντας στιγμές-στιγμές μια αφόρητη δόνηση. Κοίταξα γύρω, στο νεκροταφείο, και με τρόμο είδα πως και από τους άλλους τάφους είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους φαντάσματα. Στην αρχή φάνηκαν τα τυφλά κεφάλια τους, που ξεπρόβαλλαν από τη γη σαν τερατώδεις κολοκύθες. Έπειτα ακολούθησαν οι ώμοι και το υπόλοιπο σώμα τους, όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο ψηλά, ώσπου στο τέλος αιωρούνταν και αυτά όπως η Τζέιν, πάνω από το χορτάρι του κοιμητηρίου. Ή τ α ν εκατοντάδες, ένα από κάθε τάφο· άντρες, γυναίκες και παιδιά, και κάθε φάντασμα τρεμόπαιζε μουντά στη σκοτεινιά της νύχτας· ήταν το αχνό ηλεκτρικό φορτίο των ζωών που είχαν φύγει. Και όσο πιο πολλά φαντάσματα εμφανίζονταν, τόσο δυνάμωνε και ο θρήνος τους, ώσπου στο τέλος ολόκληρο το νεκροταφείο αντηχούσε από τον θλιμμένο αυτόν ήχο. Κάπου στο εσωτερικό του μυαλού μου, η Τζέιν μού ψιθύρισε: «Αυτό είναι αληθινό. Αυτό είναι αληθινό, Τζον, έλα να δεις και μόνος σου». Βημάτισα δειλά σε έναν από τους διαδρόμους ανάμεσα από τους τάφους. Τα φαντάσματα παρέμεναν ακίνητα, να αιωρούνται ψηλά, κοιτάζοντας με μάτια που έμοιαζαν με οπές σε μια κουρελιασμένη κουρτίνα. Μερικά απ' αυτά βρίσκονταν σε κατάσταση βαθιάς αποσύνθεσης. Από το κρανίο μιας γυναίκας απουσίαζε παντελώς κάθε ίχνος σάρκας· το μόνο που υπήρχε ήταν το γυμνό γυαλιστερό κόκαλο και μερικές τραχιές τούφες μαλλί. Ενός άντρα φαίνονταν τα οστά των πλευρών του, και στο εσωτερικό του σπαρταρούσαν αμέτρητα κόκκινα σκουλήκια, που μπλέκονταν μεταξύ τους και τινάζονταν καθώς κατέτρωγαν τα έντερά του. Από έναν έφηβο έλειπε η κάτω σιαγώνα, με αποτέλεσμα η πρησμένη και ελκώδης γλώσσα του να κρέμεται ελεύθερη, σα μαντήλι, από το ανοιχτό λαρύγγι του. Εκατοντάδες τέτοια πλάσματα, οι νεκροί του Γκράνιτχεντ, μερικοί σε σχεδόν τέλεια κατάσταση, ανέπαφοι, θα μπορούσαν να είναι ζωντανοί. Άλλοι σε άθλια κατάσταση, τσακισμένοι και σαπισμένοι, ούτε που θύμιζαν ανθρώπινα όντα. Περπάτησα στην περίμετρο του νεκροταφείου ώσπου έφτασα πίσω στην πύλη. Μέσα μου είχε φουντώσει μια ασυγκράτητη ορμή να φύγω από εκεί και να αρχίσω να τρέχω, αλλά την ίδια στιγμή φοβόμουν πως αν έκανα κάτι τέτοιο, τα φαντάσματα θα με καταδίωκαν, σαν ένας φασματικός χείμαρρος, και θα με περικύκλωναν. Στάθηκα στην πύλη, κοιτώντας αυτήν την πόλη των ζωντανών νεκρών σε αποσύνθεση που τρεμόλαμπαν. Η Τζέιν στεκόταν λίγο πιο πέρα, παρακολουθώντας με. «Δεν μπορώ να γυρίσω σε σένα», μου είπε, με εκείνη την απαλή, απόμακρη φωνή. "Αλλά εσϋμπορούσες να έρθεις σε μένα». Γύρισα το πρόσωπο μου για να μην την κοιτάζω. Ακόμα θυμόμουν το πώς

έδειχνε την ημέρα του γάμου μας. Ακόμα τη θυμόμουν να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού μας, φορώντας ακόμα το νυφικό της βέλο, με τη φούστα της σηκωμένη μέχρι τους μηρούς, να ξεκουμπώνει τις λευκές της ζαρτιέρες. Παντού υπήρχαν λουλούδια, όλο το δωμάτιο μύριζε μεθυστικά από τους λάθυρους και τα γαρίφαλα. Και το πρόσωπο της μού είχε φανεί μαγικό, έτσι όπως το φως του πρωινού ήλιου τόνιζε το περίγραμμά του· ήταν το πρόσωπο της κοπέλας που αγαπούσα. Αυτό το φάντασμα δεν ήταν η Τζέιν. Ή, τουλάχιστον, δεν ήταν η Τζέιν που είχα αγαπήσει. Ή τ α ν σαν όλα εκείνα τα φρικιαστικά φαντάσματα στο Κοιμητήριο Ουότερσαϊντ, νεκρό και σε αποσύνθεση, μια ακανόνιστη ηλεκρική δύναμη, απομεινάρι μιας χαμένης ζωής. Άσχημα και τρομακτικά καθώς ήταν, τα πνεύματα τούτα δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν να βρω έναν τρόπο να αναπαυθούν. Αν ήταν όλα τους σαν την Τζέιν ή τον Έντγκαρ Σίμονς, το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να βρεθούν μαζί με τα αγαπημένα τους πρόσωπα σε εκείνον τον ημιπραγματικό κόσμο όπου αυτά τώρα κατοικούσαν. Και κατά βάθος δεν πίστευα πως ήθελαν πραγματικά κάτι τέτοιο — δεν είχαν συναισθήματα, το μόνο που τους απασχολούσε ήταν το δικό τους αόρατο ψυχομαχητό. Απ' ό,τι φαινόταν, αυτό που τα ωθούσε να ζητήσουν από τους ζωντανούς να μπουν στον κόσμο των νεκρών ήταν η επιρροή κάποιας ανώτερης δύναμης, μιας δύναμης που ίσως να βρισκόταν θαμμένη κάτω από τη λάσπη του λιμανιού του Σάλεμ, στο ναυάγιο του Ντέιβινν Νταρκ. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής, κατηφορίζοντας τον Αόφο Κουάκερ. Άκουσα την Τζέιν να με φωνάζει κοντά της, αλλά δεν κοντοστάθηκα να προσέξω αυτά που μου έλεγε. Θα με ικέτευε να μην την αφήσω, να πάω κοντά της, να μείνω μαζί της και να γίνω εραστής της, και όσο οδυνηρή και αν ήταν η αίσθηση της έλλειψής της, όσο και να λαχταρούσα όσο τίποτα στον κόσμο να την ξαναδώ, να την αγγίξω πάλι, καθόλου δεν ήμουν διατεθειμένος να αυτοκτονήσω. Όταν κάποιος έχει γνωρίσει τον κόσμο των νεκρών, εκτιμά την αξία της ζωής. Βρισκόμουν μόλις στο ένα τρίτο της διαδρομής για την Οδό Κουάκερ, όταν γύρω στα είκοσι μέτρα μακριά μου είδα δύο ή τρία από τα φαντάσματα που είχαν εμφανιστεί στο κοιμητήριο να έρχονται καταπάνω μου κατηφορίζοντας τον λόφο. Έριξα μια ματιά πίσω μου, και είδα ακόμη περισσότερα, τουλάχιστον δώδεκα ή δεκατρία. Και στα αριστερά μου, άλλα πέντε με ακολουθούσαν πηγαίνοντας παράλληλα με την ακτή. Καθώς πλησίαζαν, συνέχιζα να ακούω εκείνον τον διαπεραστικό θρήνο. Άλλες φορές ερχόταν στα αυτιά μου οξύς και ευδιάκριτος και άλλες φορές τον παρέσερνε ο αγέρας. Αλλά ήταν ολόγυρά μου, μια απόκοσμη υπερφυσική πολεμική κραυγή, λες και οι νεκροί του Κοιμητηρίου Ουότερσαϊντ διψούσαν για το αίμα μου. Άρχισα να τρέχω, στην αρχή όχι πολύ γρήγορα, για να δω αν τα φαντάσματα

θα προσπαθούσαν να έρθουν ξοπίσω μου. Οι λάμψεις χους χρεμόπαιξαν και πέταξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, με περίεργες χαοχικές κινήσεις· άλλα φαντάσμαχα έχρεχαν, άλλα περισχρέφονχαν κάθεχα σχον αέρα, όπως είχε κάνει και η Τζέιν προηγουμένως, άλλα χους πεχούσαν ψηλά, με χα χέρια απλωμένα και χις ρόμπες χους να ανεμίζουν σχον αέρα χου ωκεανού, σαν χαρχαεχοί που ξεπήδησαν από ένα οσχεοφυλάκιο. Βαθιά μέσα μου ένιωσα έναν χρόμο που είχε χη ρίζα χου σχο μακρινό παρελθόν, χον χρόμο που πρέπει να ένιωθαν οι άνθρωποι χον δέκαχο έβδομο αιώνα όχαν σχις πόλεις χους καχέφθαναν κουχσαίνονχας και παραπαχώνχας λεπροί επαίχες, φρικιασχικά άρρωσχοι. Και εκείνο χο σφύριγμα και ο θρήνος δεν σχαμαχούσαν ούχε σχιγμή, μόνο που χώρα είχαν αποκχήσει έναν χαρούμενο χόνο, λες και χα φανχάσμαχα γνώριζαν πως από σχιγμή σε σχιγμή θα με πρόφταιναν. Τώρα είχα αρχίσει να χρέχω με όλη μου χη δύναμη. Αλλά πόσο γρήγορα θα μπορούσαν να κάνουν χα φανχάσμαχα; Ίσως να μπορούσαν να με προσπεράσουν με μεγάλη ευκολία, και απλά χώρα διασκέδαζαν μαζί μου μένονχας σε κάποια απόσχαση από εμένα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να επισχρέψω σχην Οδό Κουάκερ χο γρηγορόχερο δυναχό. «Και έπειχα τι;» αναρωτήθηκα. Το φάντασμα της Τζέιν δεν αντιμετώπιζε καμία δυσκολία στο να μπαίνει μέσα στο σπίτι. Απόψε μόλις, είχε ανοίξει την εξώπορτα δίχως καν να γυρίσει το χερούλι της. Καθώς έτρεχα, άκουσα την ανάσα μου να μετατρέπεται σε κλαψούρισμα και τα μπατζάκια του παντελονιού μου να τρίβονται μεταξύ τους, και είπα από μέσα μου: «Ούτε να το σκέφτεσαι. Μόνο τρέχα». Έριξα μια ματιά στα δεξιά μου. Τα φρικιαστικά φαντάσματα βρίσκονταν κοντά μου· χόρευαν και στριφογυρνούσαν στον αέρα. Αριστερά, η ακτή έμοιαζε να έρχεται όλο και πιο κοντά μου και μπορούσα να δω τα φαντάσματα πολύ καθαρά να με ζυγώνουν· και παρ' όλο που έμοιαζαν να κινούνται υπνωτικά αργά, εντούτοις έρχονταν όλο και πιο κοντά με μεγάλη άνεση. Δεν τόλμησα να κοιτάξω πίσω μου, γιατί ο θρήνος που ερχόταν από κει ακουγόχαν πιο δυναχός από ποχέ, και θα 'παιρνα όρκο πως μπορούσα να ακούσω το χορτάρι να ψιθυρίζει, καθώς τα φαντάσματα περνούσαν με ταχύτητα από πάνω του. Απείχα μόνο διακόσια μέτρα από το σπίτι μου όταν συνειδητοποίησα πως δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρω. Ένιωθα τα πόδια μου σαν άχσαλα χεχνηχά μέλη, φχιαγμένα από βαρύ ξύλο. Ο αέρας μπαινόβγαινε σχα πνευμόνια μου με έναν οξύ ήχο και με είχε λούσει κρύος σαν πάγος ιδρώχας. Και συγχρόνως, χα γαλαζόλευκα εκείνα όνχα έχρεχαν από πίσω μου, με μια κτηνώδη επιτακτικότητα, σαν ζητιάνοι της νύχτας σε αποσύνθεση. Ένιωσα κάτι που έμοιαζε με νυχτερίδα ή μισοσαπισμένο ξύλο να αρπάζει τα μαλλιά μου. Το πέταξα από πάνω μου με μια φρενιτιώδη κίνηση και άρχισα πάλι να τρέχω, πιο γρήγορα τη φορά τούτη, πιέζοντας τα πόδια μου να με οδηγήσουν

σχην κορυφή χου υψώμαχος, πιέζονχας χα γόνατά μου να σπάσουν χο φράγμα χης απόλυχης εξάντλησης και χου απόλυχου πόνου. Οι ήχοι χης καχαδίωξης ήρθαν ακόμα πιο κονχά, ώσπου κατάλαβα ότι τα φαντάσματα βρίσκονταν σχεδόν πάνω από τους ώμους μου, μοιρολογώντας και κλαίγοντας και ψιθυρίζοντάς μου: «Σταμάτα, σταμάτα, έλα μαζί μας, μτχ μας αφήνεις, γύρνα πίσω». Ξαφνικά αισθάνθηκα να ανεβαίνω ψηλά — το σώμα μου σηκώθηκε από το ε'δαφος— και ε'πειτα εκσφενδονίστηκα και προσγειώθηκα με το κεφάλι στο χορτάρι της πλαγιάς. Προσπάθησα να σταθώ στα πόδια μου, αλλά τότε κάποια αόρατη δύναμη με ξάπλωσε με την πλάτη στο ε'δαφος, με τόση δύναμη μάλιστα που άκουσα σπονδύλους να ραγίζουν και τον αέρα να εγκαταλείπει με ορμή το στήθος μου. Προσπάθησα να σηκωθώ για δεύτερη φορά, αλλά η ίδια εκείνη δύναμη με πέταξε με βία στο έδαφος, και τη φορά τούτη ένιωσα να παραλύω, καρφωμένος στο χορτάρι και τις πέτρες, θαρρείς και πίεζε το σώμα μου κάποιο ασύλληπτο βάρος. Τα φαντάσματα μαζεύτηκαν γύρω μου- οι αχνές ηλεκρικές λάμψεις που κάποτε ήταν τα πνεύματά τους, έρπονταν τώρα γύρω από τα φολιδωτά και πληγιασμένα πρόσωπά τους σαν πυγολαμπίδες. Ακουγόταν κάποιος καινούργιος ήχος, που θα μπορούσε να προέρχεται από ένα κομμάτι μαλακό παλιωμένο τσιγαρόχαρτο, τσαλακωμένο έπειτα από χρόνια ολόκληρα χρήσης, σαν τον ήχο της πνοής του ανέμου που ακούγεται σε μια παλιά και ερημωμένη σοφίτα. Και στα ρουθούνια μου έφτανε μια χαρακτηριστική οσμή· δεν ήταν η οσμή από σάρκα που αποσυντίθεται, αλλά από καλώδια ηλεκτρικού που καίγονται και από σάπια ψάρια. Με περικύκλωσαν, αλλά δεν έκαναν καμία κίνηση να με αγγίξουν. Έμεινα ξαπλωμένος εκεί όπου βρισκόμουν, καθηλωμένος, ασθμαίνοντας, τρομοκρατημένος, ενώ συγχρόνως αναρωτιόμουν τι στην οργή θα μπορούσα να κάνω. Ακόμα και μέσα στον παροξυσμό του πιο έντονου πανικού, το ανθρώπινο μυαλό έχει την ικανότητα να μηχανεύεται σχέδια και τρόπους που θα του εξασφαλίσουν τη σωτηρία του. Τα φαντάσματα έκαναν λίγο πίσω, αφήνοντας να εμφανιστεί έτσι η Τζέιν, που τώρα ήταν πολύ ψηλότερη, με πρόσωπο τόσο τεντωμένο, που με δυσκολία την αναγνώρισα. «Είσαι δικοοοός μου», είπε, θολά. Ένιωσα τον χρόνο να επιβραδύνει, λες και το οξυγόνο στην ατμόσφαιρα είχε αντικατασταθεί από γλυκερίνη, και ακόμα και η προσπάθειά μου να τα βάλω με το αόρατο βάρος που με είχε καθηλώσει στο έδαφος έμοιαζε να διαρκεί αιώνια. Η Τζέιν άπλωσε τα χέρια της- τα νύχια της ήταν μακριά, και από τις άκρες των δακτύλων ξεπηδούσαν κροταλίζουσες ηλεκτρικές λάμψεις, λες και τα χέρια της ήταν γεννήτριες Βαν ντερ Γράαφ. Τώρα έδειχνε να έχει ακόμα περισσότερη δύναμη συσσωρευμένη, γιατί το κορμί της τρεμόπαιζε και έλαμπε, και από τους

ώμους και χα μαλλιά χης πεχάγονχαν σπινθήρες, που ήχαν σαν να είχαν καχαλάβει χο σώμα χης. Η μυρωδιά καμμένου γινόχαν όλο και πιο ένχονη, και αισθάνθηκα ε'να ρίγος να διαπερνά όλα χα φανχάσμαχα· ήχαν λες και μοιράζονχαν όλα μαζί χην εκκένωση ασύλληπχης πνευμαχισχικής ενέργειας χης Τζέιν. Αυχό θα ήχαν αρκεχό να με σκοχώσει. Αυχό θα ήχαν αρκεχό να ελευθερώσει χο πνεύμα μου και να αφήσει χο κορμί μου να πεθάνει από ηλεκτροπληξία στην πλαγιά χου λόφου, ένας ακόμα περίεργος και ανεξήγηχος θάναχος. Και έπειχα, θα σχοίχειωνα κι εγώ χο Γκράνιχχενχ, ψάχνονχας ίσως χην Τζίλι, για να φέρω κι εκείνην σχις σχραχιές χων νεκρών. Η Τζέιν με άγγιξε με χα δάχχυλά χης, και ένιωσα να μουδιάζω από χη ροή χου ηλεκχρικού μέσα σχο σώμα μου. Το αρισχερό μου πόδι χινάχχηκε από μόνο χου και χο βλέφαρο χου αριστερού μου ματιού άρχισε να πεχαρίζει ανεξέλεγκχα. «Μπορείς να έρθεις μαζί μου τώρα», ψιθύρισε η Τζέιν. «Θα ήταν καλύτερα αν σου είχε συμβεί σε κάποιο ατύχημα ή αν το είχες κάνει με τη θέλησή σου...αλλά δεν μπορώ να περιμένω άλλο για σένα. Σ' αγαπώ, Τζον. Θέλω να σου κάνω έρωτα». Τα τεντωμένα της δάχτυλα πλησίασαν ακόμα περισσόχερο. Μπορούσα να δω χον ηλεκχρισμό να έρπει σχις γραμμές χης κάθε χης παλάμης, σχη γραμμή χης ζωής, σχη γραμμή χης καρδιάς, σχη γραμμή χου κεφαλιού. Ακόμα και χα νύχια και οι καρποί χης ασχραποβολούσαν από χους σπινθήρες. Η ενέργεια μιας ολάκερης ζωής ξοδεύονχαν για να ακολουθήσω χην Τζέιν στον τάφο. Αγωνίστηκα και πάλεψα, αλλά η πίεση στο στήθος μου δεν έλεγε να μειωθεί. Σε κάθε γωνία γύρω μου, τα φαντάσματα τραγουδούσαν και ούρλιαζαν, μια απαίσια διαπεραστική κακοφωνία που θύμιζε φρενοκομείο. Δίπλα στο πρόσωπο μου στεκόταν χο οσχέινο πόδι μια γυναίκας σε αποσύνθεση, που χα δάχχυλά της φωσφόριζαν. Ένας άντρας που φορούσε κάποιο είδος κουκούλας στεκόταν λίγο παραπέρα, με το μισό του πρόσωπο φαγωμένο· το μάτι που του είχε απομείνει, και από το οποίο έλειπε η βλεφαρίδα, με κοιτούσε απειλητικά. «Δεν μπορείνα λες αυτό το πράγμα αγάπη!» ούρλιαξα στην Τζέιν, με ψιλή από τον φόβο φωνή. «Δεν παντρευτήκαμε γι' αυτό! Για αυτό θέλαμε να κάνουμε ένα παιδί; Για όνομα του Θεού, αν με αγαπάς, Τζέιν, άσε με να φύγω!» Η Τζέιν κρατούσε καρφωμένο το αδιαπέραστο βλέμμα της πάνω μου. Ηλεκτρισμός διέτρεχε την περιοχή γύρω από το στόμα της, και σχημάτιζε το περίγραμμα των δοντιών της. «Παιδί;» αντήχησε η φωνή της. «Ναι», της απάντησα, κοφτά. Ήμουν τόσο φοβισμένος που δεν ήξερα τι έλεγα ή τι προσπαθούσα να της αποδείξω. «Το παιδί που κουβαλούσες μέσα σου όταν σκοτώθηκες. Το παιδί μας». Το φάντασμα της Τζέιν έμοιαζε να συλλογίζεται με φλεγόμενη συγκέντρωση αυτό που μόλις είχα πει. Γύρω μας, τα πλάσματα του νεκροταφείου ψιθύριζαν και τραγουδούσαν· και πάνω από τα κεφάλια μας, τα σύννεφα του μεσονυχχίου προσπερνούσαν γρήγορα χα σώμαχά μας, λες και προσπαθούσαν να αποδράσουν

από τη μοίρα που περίμενε εμένα. «Το παιδί», μονολόγησε. Για μια στιγμή δίστασε και έπειτα φάνηκε να κάνει κάπως πίσω· ή μάλλον, να απομακρύνεται αλλά και να μικραίνει. «Το παιδί», επανέλαβε, και ο ψίθυρος της ακούστηκε κοντινός σαν και πριν. «Μα το παιδί δεν γεννήθηκε ποτέ». Τα μάτια μου πλανήθηκαν στον χώρο. Απ' ό,τι φαινόταν, και τα άλλα φαντάσματα έφευγαν μακριά, χάνοντας συγχρόνως το αρχικό τους μέγεθος, και ανά δύο ή τρία σκόρπιζαν δεξιά και αριστερά. Έξαφνα αισθάνθηκα το βάρος να σηκώνεται από το στήθος μου, και επιτέλους κατάφερα να σταθώ όρθιος, έστω παραπαίοντας, και να περάσω το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου που τα φυσούσε ο άνεμος. Παρακολούθησα με τρόμο μα και απερίγραπτη ανακούφιση τα φαντάσματα να φεύγουν μακριά και να κατηφορίζουν με κεφάλια σκυμμένα τον λόφο, πετώντας, περπατώντας, πηδώντας αλλόκοτα. Στο τέλος, χάθηκαν πίσω από τις πύλες του κοιμητηρίου. Το φάντασμα της Τζέιν έμεινε μοναχό του, αρκετά μακριά, θαμπό και ακαθόριστο, τώρα που δεν προσπαθούσε άλλο να φορτίσει το κορμί μου με ηλεκτρισμό. Τα μαλλιά της ανέμιζαν γύρω από το κεφάλι της και η λευκή της ρόμπα κυμάτιζε γύρω από τους αστράγαλους, αλλά με δυσκολία μπορούσα να τη διακρίνω στο σκοτάδι. «Για μένα έχεις χαθεί τώρα πια, Τζον. Δεν θα μπορέσω ποτέ να σ' έχω». «Γιατί;» τη ρώτησα, όχι φωναχτά, αλλά με τη φωνή του μυαλού μου. «Η είσοδος στη, χώρα των νεκρών γίνεται με διαδοχή· πάντα σε καλεί ο τελευταίος συγγενής σου που πέθανε· αυτή είναι η δύναμη που επιτρέπει στους νεκρούς να καλέσουν τους ζωντανούς κοντά τους. Το παιδί μας πέθανε στο νοσοκομείο, πολύ μετά από μένα, και έτσι αυτό και μόνο αυτό μπορεί να σε καλέσει να έρθεις μαζί μας. Αλλά δεν γεννήθηκε ποτέ, και έτσι το πνεύμα του βρίσκεται ακόμα στο υψηλότερο βασίλειο, εν ειρήνη, και δεν μπορεί να εμφανιστεί εδώ για να σε οδηγήσει στη χώρα των νεκρών». Δεν ήξερα τι να της πω. Σκέφτηκα το πώς ήταν κάποτε, και τη χαρά που δοκίμασε όταν έμαθε πως ήταν έγκυος. Πού να το φανταζόμουν την ημέρα εκείνη που με φώναξε ο Δρ. Ρόσεν για να μου πει πως επρόκειτο να γίνω πατέρας, πως κάποιο βράδι το παιδί μου θα μου έσωζε τη ζωή. «Και τι θα σου συμβεί τώρα;» ρώτησα την Τζέιν, τη φορά αυτή δυνατά. Απομακρύνθηκε ακόμα περισσότερο. «Τώρα θα πρέπει να μείνω στη χώρα των νεκρών για πάντα...τώρα δεν θα μπορέσω ποτέ να βρω γαλήνη». «Τζέιν, πες μου, τι μπορώ να κάνω;» φώναξα. «Τι μπορώ να κάνω για να σε βοηθήσω;» Ακολούθησε μια μακριά σιωπή. Το φάντασμα της Τζέιν τρεμόλαμψε, ακόμα πιο αδύναμα τη φορά τούτη, και έπειτα εξαφανίστηκε- το μόνο που φαινόταν ήταν μια σκοτεινή σκιά που φτερούγιζε μέσα στο σκοτάδι της πλαγιάς.

Έπειτα, αχνά και με βαθύ τόνο, μια παρωδία της φωνής της Τζε'ιν είπε: «Ανέλκυυυσηηη ». «Ανέλκυση; Ανέλκυση ποιου; Του Ντέιβιντ Νταρκ, κάποιου άλλου, ποιου; Πες μου! Πρέπει να μάθω τι είναι!» «Ανέλκυνυση,η,η», επαναλάμβανε η φωνή, όλο και πιο αργά, όλο και πιο βαθιά, ώσπου στο τέλος έγινε ακατάληπτη. Περίμενα μήπως ακούσω άλλες φωνές, μήπως δω άλλα φαντάσματα, αλλά απ' ό,τι φαινόταν με είχαν αφήσει στην ησυχία μου. Ξεκίνησα για το σπίτι μου, νιώθοντας πιο αποκαμωμένος, πιο εξαντλημένος απ' ό,τι είχα νιώσει ποτέ. Καθώς έφτανα στην κορυφή της οδού Κουάκερ, είδα ένα ασθενοφόρο να έχει σταματήσει έξω από το σπίτι μου, με τα κόκκινα και γαλάζια φώτα του να αναβοσβήνουν. Τα κουρασμένα πόδια μου άρχισαν πάλι να τρέχουν, και την ώρα που έφτανα στην πόρτα του κήπου δύο νοσοκόμοι έβγαζαν την Κόνστανς Μπέντφορντ από το σπίτι, ξαπλωμένη σε ένα φορείο. Από κοντά ακολουθούσε ο Ουόλτερ Μπέντφορντ, με όψη ταραγμένη. «Ουόλτερ», τον ρώτησα, ξέπνοα. «Τι συνέβη;» Ο Ουόλτερ παρακολούθησε τους νοσοκόμους να σηκώνουν τη γυναίκα του και να τη βάζουν στο πίσω μέρος του ασθενοφόρου, και έπειτα με έπιασε από το μπράτσο και με οδήγησε στο μπροστινό μέρος του ασθενοφόρου, εκεί όπου οι δύο νοσοκόμοι δεν μπορούσαν να μας ακούσουν. Η κόκκινη σαν αίμα λάμψη που αναβόσβηνε αντανακλούσε στο πρόσωπο του, λες και τη μία στιγμή ήταν ο Δρ. Τζέκιλ και την επόμενη ο κος Χάιντ. «Δεν έχει πάθει τίποτα σοβαρό, έτσι δεν είναι;» ρώτησα. «Η Τζέιν απλά ανάσανε στο πρόσωπο της, αυτό ήταν όλο». Ο Ουόλτερ έσκυψε το κεφάλι. «Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που εισέπνευσε η Κόνστανς, ή πώς το εισέπνευσε, αλλά ό,τι κι αν ήταν, ήταν πιο παγωμένο από υγρό άζωτο, όπως είπαν· μείον εκατό βαθμοί Κελσίου». «Και;» συνέχισα να τον ρωτώ, τρέμοντας στη σκέψη και μόνο αυτών που μπορεί να έπαθε η Κόνστανς. «Τα μάτια της στερεοποιήθηκαν σαν πάγος», είπε ο Ουόλτερ, με τρεμάμενη φωνή. «Τελείως συμπαγή· και βέβαια, έγιναν εύθραυστα. Όταν ακούμπησε με δύναμη τα χέρια της πάνω τους για να κάνει τον πόνο να σταματήσει, τα μάτια της έγιναν χιλιάδες κομμάτια, σαν να ήταν ένα πορσελάνινο βάζο. Τα έχασε και τα δύο, Τζον. Τυφλώθηκε». Πέρασα το χέρι μου πάνω από τον ώμο του και το κράτησα σφικτά. Έτρεμε σύγκορμος και είχε πιαστεί πάνω μου σαν να μην είχε τη δύναμη ή την ικανότητα πλέον να στέκεται από μόνος του όρθιος. Ένας νοσοκόμος ήρθε κοντά μου και είπε: «Μην ανησυχείτε, κύριε. Θα τον φροντίσουμε εμείς. Έχει ταραχτεί πάρα πολύ». «Η γυναίκα του; Είναι —;»

Ο νοσοκόμος ανασήκωσε τους ώμους. «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Αλλ' απ' ό,τι φαίνεται, εκτός από τα μάτια, έχει παγώσει και το διάφραγμα της μύτης και ένα μέρος από το μέτωπο. Δεν αποκλείεται να έχουν πειραχτεί και κάποια σημεία του εγκεφάλου- οι γιατροί θα μπορούν να πουν κάτι με σιγουριά μόνο αφού θα έχουν κάνει κάποιες εξετάσεις». Ο Ουόλτερ έτρεμε στην αγκαλιά μου. Ο νοσοκόμος μού είπε: «Δεν έχετε ιδέα πώς συνέβη αυτό, κύριε; Θέλω να πω, υπάρχει κανείς εδώ κοντά που για οποιονδήποτε λόγο αποθηκεύει υγρά αέρια; Άζωτο, οξυγόνο, τίποτα τέτοιο;» Κούνησα το κεφάλι μου. «Απ' όσο ξέρω κανείς. Κανείς δεν αποθηκεύει κάτι τόσο παγωμένο». Ο Ουόλτερ είπε: «Ήταν πάντα τόσο τρυφερή...πάντα αγαπούσε τη μητέρα της τόσο πολύ. Ποτέ δεν ήταν ψυχρή. Ποτέ, ποτέ ψυχρή». «Μην ανησυχείτε», επανέλαβε ο νοσοκόμος, και βοήθησε τον Ουόλτερ να ανέβει στο πίσω μέρος του ασθενοφόρου. Έκλεισε τις πόρτες, και έπειτα ήρθε προς το μέρος μου και είπε: «Είναι η πεθερά σας, σωστά;» «Σωστά». «Τότε, να προσέχετε τον άντρα της. Θα χρειαστεί τη βοήθειά σας». «Θέλεις να πεις πως εκείνη θα πεθάνει;» Ο νοσοκόμος σήκωσε το χέρι. «Ούτε λέω πως θα πεθάνει ούτε πως δεν θα πεθάνει. Αλλά πάντα κάνει καλό στον ασθενή να έχει τη θέληση να συνεχίσει να ζει, και αυτή τη στιγμή που μιλάμε, η κυρία τούτη δεν δείχνει να διαθέτει τέτοια θέληση. Κάτι έγινε σχετικά με την κόρη της, δεν ξέρω τι ακριβώς. Ήταν γυναίκα σας, υποθέτω». «Δεν ζει πια. Πέθανε πριν από έναν περίπου μήνα». «Λυπάμαι», είπε ο νοσοκόμος. «Δεν είναι η χρονιά σας αυτή, έτσι;»

ΕΙΚΟΣΙ

Η

βροχή έπεφτε με μανία όταν ξεκινήσαμε για το Ντράκουτ, για να βρούμε τον Ντάγκλας Ίβλιθ. Ο ουρανός είχε ένα συμπαγές γκρίζο χρώμα, λες και ήταν φτιαγμένος από στρώματα από μουσκεμένο ύφασμα, και η βροχή έπεφτε και έπεφτε ώσπου στο τέλος νόμισα πως δεν θα σταματούσε ποτέ, θα έβρεχε για μια ολόκληρη χρονιά' η Μασαχουσέτη δεν θα στέγνωνε ποτέ ξανά. Οι τρεις μας —εγώ, ο Έντουαρντ και ο Φόρεστ Μπρόου— μπήκαμε στο αμάξι μου. Είχε θελήσει να έρθει και ο Τζίμι Κάρλσεν, αλλά την τελευταία στιγμή αναγκάστηκε να υποκύψει στις πιέσεις της μητέρας του να πάει στο Κέμπριτζ την Κυριακή για να φάει μαζί με τα ξαδέρφια του από την Αριζόνα. «Η μητέρα του Τζίμι είναι μια από εκείνες τις γυναίκες που δεν δέχονται το όχι ως απάντηση», εξήγησε ο Φόρεστ, καθώς οδηγούσα το αυτοκίνητο μέσα στη βροχή.

«Δείξε μου μια μητέρα που να είναι διαφορετική», απάντησε ο Έντουαρντ· και τότε εγώ σκέφτηκα με μελαγχολία και θλίψη την Κόνστανς Μπέντφορντ. Ο Ουόλτερ μού είχε τηλεφωνήσει το πρωί για να μου πει πως την είχαν ακόμη στην εντατική, και πως οι γιατροί στο Νοσοκομείο του Γκράνιτχεντ δίσταζαν να μιλήσουν σχετικά με το πόσες ελπίδες είχε να ζήσει. Η διάγνωσή τους ήταν «οξείες ψυχολογικές και σωματικές βλάβες». Δεν είχα μιλήσει ακόμα στον Έντουαρντ και τον Φόρεστ σχετικά με τα αλλόκοσμα συμβάντα της προηγούμενης νύχτας. Έπρεπε να τα σκεφτώ για λίγο μόνος μου, προτού πάρω την απόφαση να ουζητήσω γι' αυτά με οποιονδήποτε άλλο, ειδικά με κάποιον τόσο ισχυρογνώμονα όσο ο Έντουαρντ. Σκόπευα να τους τα πω αργότερα απόψε ή νωρίς το επόμενο πρωί, αλλά τη συγκεκριμένη στιγμή στο μυαλό μου βασίλευε ακόμη η οχλοβοή της καταδίωξης των φαντασμάτων, ο ήχος από τάφους που άνοιγαν και από βολβούς ματιών που γίνονταν θρύψαλα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τίποτα απ' όσα είχαν συμβεί, και ούτε επιθυμούσα να μπλέξω ακόμη περισσότερο τον νου μου, προσπαθώντας να εκλογικεύσω τα γεγονότα αυτά. Όλα τούτα πήγαιναν πολύ πέρα από την «υστερία του πένθους», του Δρ. Ρόσεν. Όλα αυτά ανήκαν σε κάποιον άλλον κόσμο, σε κάποια άλλη πραγματικότητα, πιο μυστηριώδη και πιο δυνατή απ' οτιδήποτε οι γιατροί ή οι ψυχίατροι θα μπορούσαν ποτέ να κατανοήσουν- και αν σκόπευα να κάνω κάτι για να βοηθήσω την Τζέιν ή τον Νιλ Μάνζι ή οποιοδήποτε από τα εκατοντάδες εκείνα ταραγμένα πνεύματα που με καταδίωκαν ολόκληρη την προηγούμενη νύχτα, τότε θα έπρεπε να αντιληφθώ καθαρά την πραγματικότητα εκείνη, δίχως προκαταλήψεις ή εύκολα συμπεράσματα. «Η είσοδος στη χώρα των νεκρών γίνεται με διαδοχή·». Έτσι όπως το είχε πει η Τζέιν, ήταν λες και το διάβαζε από κάποιο βιβλίο. «Πάντα σε καλεί ο τελευταίος συγγενής σου που πέθανε». Οι λέξεις αυτές ενδυνάμωσαν την άποψη που είχε διαμορφωθεί από νωρίτερα στο μυαλό μου, πως οι θάνατοι στο Γκράνιτχεντ αποτελούσαν ένα κάλεσμα, με το οποίο ο νεκροί φώναζαν τους ζωντανούς κοντά τους, ένα είδος πνευματιστικής συγκέντρωσης από την ανάποδη, με τραγικά και συχνά φρικιαστικά αποτελέσματα. Τουλάχιστον, τώρα ήμουν σίγουρος για κάτι: με φυλούσε και με προστάτευε ο αγέννητος γιος μου. Ίσως να μην μπορούσε να με προστατεύσει από την πλήρη δύναμη που κρυβόταν στα αμπάρια του Ντέιβιντ Νταρκ, αλλά σίγουρα ήμουν ασφαλής από την Τζέιν. Καθώς οδηγούσα, ένιωσα μέσα μου πόνο· πόνο και κούραση. Με κυρίευε ακόμη μια φρικτή αίσθηση ανικανότητας και ήττας, σαν κάτι να μου έλεγε πως τίποτα απ' όσα περνούσαν από το χέρι μου δεν θα βοηθούσε την Τζέιν να βρει γαλήνη. Το να γνωρίζω πως το πνεύμα της ήταν παγιδευμένο ανάμεσα σε Παράδεισο και Κόλαση, μαζί με όλα εκείνα τα σαπισμένα και σκελετωμένα φαντάσματα, ήταν κατά πολύ χειρότερο από το να γνωρίζω πως απλά ήταν νεκρή. Ο πόνος

μεγάλωνε και η αίσθηση χου χαμού χης από χην οποία ήδη υπέφερα δυνάμωνε από χην αίσθηση χης αδυναμίας και χης απελπισίας μου. Έβαλα μια κασέχα με Μπραμς σχο κασσεχόφωνο χου αυχοκινήχου για να ηρεμήσω λίγο, και άρχισα να μιλώ με χον Ένχουαρνχ και χον Φόρεσχ για χην Τζίλι ΜακΚόρμικ, για μουσική, για χο Ντέιβιντ Νταρκ και για χην Τζίλι ΜακΚόρμικ. «Είναι ερωχευμένη μαζί σου;» ρώχησε ο Ένχουαρνχ, καθώς φχάναμε σχα περίχωρα χου Μπέρλινγκχον. «Μιλάς για χην Τζίλι;» «Για ποιαν άλλη;» «Δεν ξέρω», χου είπα. «Υποθέχω πως μας συνδέει κάποιο είδος αμοιβαίας συμπάθειας». «Τ' άκουσες αυχό;» έκανε ο Φόρεσχ σχον Ένχουαρνχ. «Κάποιο είδος αμοιβαίας συμπάθειας. Έχσι λένε σι μορφωμένοι χο "είμασχε απλά καλοί φίλοι"». Ο Ένχουαρνχ έβγαλε χα γυαλιά χου και χα καθάρισε με ένα κουβαριασμένο χαρχομάνχηλο. «Οφείλω να ομολογήσω πως θαυμάζω χην χαχύχηχά σου, Τζον. Όχαν θέλεις κάχι, πας καχευθείαν σ' αυχό και χο παίρνεις». «Είναι πολύ γοηχευχική κοπέλα», χου απάνχησα. «Αυχό είναι σίγουρο», είπε ο Ένχουαρνχ, και μου φάνηκε πως σχη φωνή χου ενχόπισα κάποια υποψία ζήλιας. Ο Φόρεσχ έσκυψε μπροσχά, προς χο κάθισμα χου συνοδηγού, και ακούμπησε χο χέρι χου σχον ώμο χου Ένχουαρνχ. «Μη συνερίζεσαι χον Ένχουαρνχ», μου είπε. «Είναι ερωχευμένος με χην Τζίλι ΜακΚόρμικ από χην πρώχη σχιγμή που χην είδε». Σχρίψαμε σχο Μπέρλινγκχον, αφήνονχας πίσω μας χη λεωφόρο 95 και ακολουθήσαμε χην 93 με καχεύθυνση προς χα βορειοδυχικά. Το αυχοκίνηχο βουχούσε σε λακούβες με νερόβροχο και άνοιγε δρόμο μέσα από λίμνες ολόκληρες με νερά. Οι υαλοκαθαρισχήρες συνέχιζαν χο σχαθερό, πλασχικό αγκομαχηχό χους και οι σχάλες χης βροχής κυλούσαν αργά σχα πλαϊνά χζάμια, σαν επίμονες αναμνήσεις που αρνούνχαν να σβήσουν. Ο Ένχουαρνχ είπε: «Ξέραχε πως ο Μπραμς έπαιζε πιάνο σε σάλες χορού και σε σαλούν σε λιμάνια;» Ο Φόρεσχ σχολίασε: «Αυχό δεν είναι χίποχα. Ο Προκόφιεφ μαγείρευε σουκιγιάκι». «Και χι σχέση έχει αυχό με χον Μπραμς;» ζήχησε να μάθει ο Ένχουαρνχ. «Για όνομα χου Θεού, πάψχε εσείς οι δύο», ανχέδρασα. «Δεν νομίζω πως έχω σήμερα όρεξη να ακούω μυσχήριες διαφωνίες ακαδημαϊκού επιπέδου». Σώπασαν και οι δυο χους, καθώς είχαμε πάρει χον δρόμο για χο Νχράκουχ. Κάποια σχιγμή, ο Ένχουαρνχ είπε: «Είναι αλήθεια αυχό; Εννοώ, σχεχικά με χο σουκιγιάκι». «Φυσικά», απάνχησε ο Φόρεσχ. «Έμαθε να μαγειρεύει όχαν ήχαν σχη Ιαπω-

νια. Ποτέ όμως δεν του άρεσε το σούσι. Τον έκανε να συνθέτει παράφωνα». Ήμασταν στο Τιούκσμπερι πέντε με δέκα λεπτά μετά τις δώδεκα το μεσημέρι. Ή τ α ν ένα μικρό χωριό, και ο Έντουαρντ ήταν σίγουρος πως μπορούσε να θυμηθεί πού βρισκόταν το σπίτι των Ίβλιθ, αλλά παρ' όλα αυτά σπαταλήσαμε άλλα δέκα λεπτά γυρνώντας έξω από τα παρτέρια των σπιτιών και διαβάζοντας τις επιγραφές στις πόρτες. Στην άκρη ενός από αυτά τα παρτέρια στεκόταν ένας ηλικιωμένος άντρας που φορούσε ένα μακρύ αδιάβροχο και ένα ψαράδικο καπέλο. Κάρφωσε τα μάτια του σκυθρωπά πάνω μας, καθώς περνούσαμε από μπροστά του για τρίτη φορά. Σταμάτησα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. «Συγγνώμη, μήπως ξέρετε πώς μπορούμε να πάμε στην οικία Μπίλινγκτον;» Ο ηλικιωμένος άντρας έκανε μερικά βήματα μπροστά, και έριξε μια ερευνητική ματιά στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, σαν να ήταν κανένας αγροφύλακας που υποπτευόταν ότι ήμαστε μπίτνικ, αριστεροί, ή ασφαλιστές που έρχονταν από την πρωτεύουσα. «Λέτε για το σπίτι των Ίβλιθ; Αυτό ζητάτε;» «Ακριβώς, κύριε. Έχουμε ραντεβού με τον κο Ντάγκλας Ίβλιθ στις δώδεκα». Ο άντρας έβαλε το χέρι του στο εσωτερικό του αδιάβροχού του και έβγαλε από μέσα ένα ρολόι τσέπης. Άνοιξε το κάλυμμα του και το κοίταξε μέσα από το κάτω μέρος των διεστιακών φακών των γυαλιών του. «Σ' αυτήν την περίπτωση, θα φτάσετε καθυστερημένοι. Είναι δώδεκα και δεκατρία». «Μπορείτε απλά να μας πείτε πώς θα πάμε, παρακαλώ;» τον ρώτησε ο Έντουαρντ. «Είναι αρκετά εύκολο», είπε εκείνος. «Ακολουθήστε αυτόν τον δρόμο μέχρι εκεί που τελειώνουν τα δέντρα, και σε εκείνον τον σφένδαμο στρίψτε αριστερά». «Ευχαριστούμε πολύ», του είπα. «Μη μ' ευχαριστείτε», είπε ο ηλικιωμένος. «Εγώ δεν θα πήγαινα εκεί, ακόμα και αν με πλήρωναν». «Στο σπίτι των Ίβλιθ; Γιατί το λέτε αυτό;» «Το σπίτι αυτό είναι κακορίζικο, να γιατί. Κακορίζικο και κακότυχο· και αν περνούσε από το χέρι μου, θα έβαζα να το κάψουν μέχρι τα θεμέλια». «Ω, μα δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημα», είπε ο Έντουαρντ. Προσπαθούσε εμφανώς να παρασύρει τον άντρα να μας πει περισσότερα. «Ο κος Ίβλιθ είναι απλά ένας μοναχικός άνθρωπος, αυτό είναι όλο. Αυτό όμως δεν πα' να πει ότι το σπίτι είναι στοιχειωμένο». «Στοιχειωμένο; Άκουσέμε, παιδί μου, και αυτό που θα σου πω να το θυμάσαι. Αν θέλεις να μάθεις τι σημαίνει στοιχειωμένο σπίτι, θα πρέπει να περάσεις από εκεί κανένα βράδι του καλοκαιριού, αυτό θα πρέπει να κάνεις. Και αν δεν ακούσεις τους πιο αλλόκοτους θορύβους που έχεις ακούσει ποτέ στη ζωή σου, βογγητά και μουγκρητά και τέτοια πράγματα, και αν δεν δεις τις πιο παράξενες λάμ-

ψεις να χορεύουν στη σκεπή, τότε μπορείς να γυρίσεις σε μένα και θα σου κάνω το τραπέζι, και το εισιτήριο για το μέρος απ' όπου έρχεσαι, όπως και αν λέγεται αυτό». «Σάλεμ», είπε ο Φόρεστ. «Ώστε Σάλεμ, έτσι;» ρώτησε ο ηλικιωμένος άντρας. «Ε τότε λοιπόν, αφού είστε από το Σάλεμ, θα ξέρετε για τι σόι πράγματα σας μιλώ». «Βογγητά και μουγκρητά;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Βογγητά και μουγκρητά», επιβεβαίωσε ο άντρας, δίχως άλλες εξηγήσεις. Ο Έντουαρντ γύρισε το βλέμμα του προς εμένα και εγώ το δικό μου προς εκείνον. «Ελπίζω να μη θέλει κανείς να κάνει πίσω, έτσι;» είπα. Ο Έντουαρντ είπε: «Και βέβαια όχι». Ο Φόρεστ συμφώνησε, λέγοντας: «Εγώ δεν κάνω βήμα πίσω. Τι είναι λίγα βογγητά και μερικά μουγκρητά;» Τότε ο Έντουαρντ είπε: «Ξέχασες τις παράξενες λάμψεις». Ευχαριστήσαμε τον ηλικιωμένο άντρα, ανεβάσαμε πάλι τα τζάμια του αυτοκινήτου και προχωρήσαμε παράλληλα με τα δέντρα. Λίγο μετά τα απλωμένα κλαδιά του σφένδαμου, που κρυβόταν σχεδόν ολότελα από αναρριχητικά φυτά και απεριποίητους θάμνους, βρήκαμε τη σιδερένια πύλη της οικίας Μπίλινγκτον, του σπιτιού στο οποίο ζούσε η οικογένεια των Ίβλιθ από το 1763. Ο Έντουαρντ είπε: «Εδώ είμαστε. Δεν ξέρω πώς κατάφερα να ξεχάσω πού βρισκόταν. Θα 'παιρνα όρκο πως βρισκόταν παρακάτω την τελευταία φορά που ήρθα εδώ». «Μα δεν τα 'παμε; Είναι στοιχειωμένο, και πολύ μάλιστα!» χαμογέλασε ειρωνικά ο Φόρεστ. Σταμάτησα το αυτοκίνητο έξω από την καγκελόπορτα και κατέβηκα. Στο εσωτερικό υπήρχε ένα πλατύ χαλικόστρωτο δρομάκι, που κατέληγε σε ένα πανέμορφο αρχοντικό του δέκατου όγδοου αιώνα, με κίονες δεξιά και αριστερά από την εξώπορτα, πράσινα παραθυρόφυλλα και μια σπαστή στέγη από γκρίζο ξυλοκέραμο που απλωνόταν πάνω από τους τρεις φεγγίτες της σοφίτας. Τα περισσότερα παραθυρόφυλλα του πρώτου πατώματος ήταν κλειστά, και η θέα ενός καφετί ντόπερμαν που στεκόταν κοντά στα σκαλιά που οδηγούσαν στην εξώπορτα, και το οποίο με παρακολουθούσε με τα αυτιά τεντωμένα, δεν μου προκάλεσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση. «Το κουδούνι είναι εδώ», είπε ο Έντουαρντ, και τράβηξε το μαύρο ατσάλινο χερούλι που εξείχε από τον έναν από τους παραστάτες της καγκελόπορτας. Ακούσαμε έναν πολύ αχνό κουδουνιστό ήχο στο εσωτερικό του σπιτιού, και το σκυλί έτρεξε προς το μέρος μας, προτού σταματήσει και καρφώσει το αγριεμένο του βλέμμα πάνω μας. «Πώς τα πας με τα σκυλιά;» με ρώτησε ο Έντουαρντ. «Τα πάω μια χαρά», τον διαβεβαίωσα. «Απλά στέκομαι εκεί που είμαι και ζαρώνω από τον φόβο μου και τα αφήνω να με κατασπαράξουν. Κανείς μέχρι

σήμερα δεν έχει κάνει παράπονα στη Φιλοζωική Εταιρεία σχετικά με τον τρόπο που φέρομαι στα σκυλιά». Ο Έντουαρντ με κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Σε απασχολεί κάτι;» με ρώτησε. «Φαίνεται;» «Όταν δεν κάνεις τελείως άστοχα σχόλια κάθεσαι αμίλητος. Μήπως είδες πάλι τη γυναίκα σου εχτές το βράδι;» «Θα σας πω μετά, εντάξει;» «Τόσο άσχημα ήταν;» ζήτησε να μάθει ο Έντουαρντ. «Και ακόμα χειρότερα». Ο Έντουαρντ με πλησίασε και με αιφνιδίασε πιάνοντας το χέρι μου. «Μπορείς να μας μιλήσεις όταν θα είσαι έτοιμος να μας μιλήσεις», είπε. «Μόνο να θυμάσαι πως δεν είναι ανάγκη να σηκώνεις όλο αυτό το βάρος ολομόναχος. Έχεις φίλους τώρα, ανθρώπους που καταλαβαίνουν τι συμβαίνει». «Ευχαριστώ», είπα και το εννοούσα. «Ας δούμε πρώτα πού θα μας βγάλει η συνάντησή μας με τον γερο-Ίβλιθ. Έπειτα θα πάμε να μεθύσουμε και θα σας πω γι' αυτά που έγιναν εχτές το βράδι». Περιμέναμε γύρω στα πέντε λεπτά. Ο Φόρεστ βγήκε και εκείνος από το αυτοκίνητο και άναψε ένα τσιγάρο. Ο Έντουαρντ χτύπησε το κουδούνι άλλη μια φορά, και το ντόπερμαν ήρθε λίγο πιο κοντά, και με την ίδια ανάσα γαύγισε και χασμουρήθηκε. «Ίσως να έχουν βγει έξω», είπε ο Φόρεστ. «Ο τύπος είναι ερημίτης, δεν βγαίνει ποτέ έξω», του απάντησε ο Έντουαρντ. «Μάλλον τώρα μας παρακολουθεί από κάποιο άνοιγμα στα παραθυρόφυλλα και προσπαθεί να καταλάβει τι θέλουμε». Ετοιμαζόταν να χτυπήσει το κουδούνι για τρίτη φορά, όταν έξαφνα η εξώπορτα του σπιτιού άνοιξε και εμφανίστηκε ένας ψηλός άντρας με φαρδιές πλάτες, ο οποίος φορούσε ένα γκρίζο επίσημο πρωινό κοστούμι. Σφύριξε δυνατά στον σκύλο και εκείνος, αφού γύρισε το κεφάλι, κοντοστάθηκε, και έπειτα άρχισε να απομακρύνεται μελαγχολικός από την καγκελόπορτα, σαν να είχε απογοητευτεί πάρα πολύ που δεν θα βύθιζε τα δόντια του στους μύες των ποδιών μας. Ο άντρας με τις φαρδιές πλάτες μάς πλησίασε, με τον ελαφρά πηδηχτό βηματισμό ενός εξηντάχρονου μπόντι-μπίλντερ. Ή τ α ν ο βηματισμός του Τσαρλς Άτλας. Όταν ο άντρας ήρθε ακόμα πιο κοντά, είδα πως ήταν Ινδιάνος· η μύτη του ήταν ιδιαίτερα σαρκώδης και το πρόσωπο του ήταν χαλκόχρωμο και ρυτιδιασμένο σαν ένα πεσμένο φύλλο σφένδαμου. Παρ' όλο που φορούσε ένα πρωινό κοστούμι, με ένα ψηλό λευκό κολλάρο και γραβάτα, φορούσε από πάνω ένα μακρύ κολιέ από χρωματιστά καρύδια ή χαντράκια, από το οποίο κρεμόταν ένα ασημένιο μετάλλιο και ένας θύσανος από φτερά αγριόπαπιας. Στα πέτα του σακακιού του λαμπύριζαν οι σταγόνες της βροχής.

«Πρέπει να φύγετε», είπε ο Ινδιάνος. «Δεν είστε ευπρόσδεκτοι εδώ». «Κρίμα, πολύ κρίμα», του είπα. «Κρίμα, γιατί έχω κάτι το οποίο ίσως να ενδιαφέρει τον κο Ίβλιθ». «Δεν υπάρχει κανείς με αυτό το όνομα εδώ. Πρέπει να φύγετε», επανέλαβε ο Ινδιάνος. «Πες μόνο στον κο Ίβλιθ πως λέγομαι Τζον Τρέντον, πως είμαι έμπορος αντικών από το Γκράνιτχεντ και πως έχω μαζί μου μια κασετίνα που ανήκε στον Χένρι Χέρικ τον Πρεσβύτερο, που ήταν ένας από τους ενόρκους στις δίκες των μαγισσών του Σάλεμ». «Δεν υπάρχει κανείς Ίβλιθ εδώ». «Έλα φιλαράκο», προσπάθησα να τον καλοπιάσω. «Το μόνο που χρειάζεται να του πεις είναι: Η κασετίνα του Χένρι Χέρικ. Αν και μετά απ' αυτό ο κος Ίβλιθ δεν θέλει να μας δει, τότε θα σας αφήσουμε στην ησυχία σας. Αλλά τουλάχιστον δώστου την ευκαιρία να της ρίξει μια ματιά. Είναι μια πολύτιμη αντίκα και είμαι σίγουρος πως ο κος Ίβλιθ θα ενδιαφερόταν να τη δει». Ο Ινδιάνος σκέφτηκε τα λόγια μου για τόσο πολλή ώρα που έκανε τον Έντουαρντ και εμένα να ανταλλάξουμε φοβισμένα βλέματα. Στο τέλος, όμως, είπε: «Περιμένετε παρακαλώ εδώ, κύριοι. Θα συσκεφθώ με τον ανώτερο μου». «Θα συσκεφθούν», σχολίασε ο Φόρεστ, παριστάνοντας τον εντυπωσιασμένο. «Δεν καπνίζουν την πίπα της ειρήνης πια, τώρα συσκέπτονται. Το μόνο που μένει τώρα είναι να μας πουν πως βάζουν στις μούρες τους καλλυντικά επιθετικών προσανατολισμών, αντί για χρώματα του πολέμου». «Κόφ' το, Φόρεστ», είπε ο Έντουαρντ. Περιμέναμε έξω από την πύλη του αρχοντικού για ακόμη πέντε λεπτά, ίσως και παραπάνω. Τώρα πια, η βροχή είχε μεταμορφωθεί σε ελαφρό ψιχάλισμα, αλλά οι σταγόνες της ήταν ακόμα αρκετά βαριές για να κολλούν τα μαλλιά μας στα κεφάλια μας, και να μετατρέπουν τη γενειάδα του Έντουαρντ σε έναν μπλεγμένο θάμνο. Κάθε λίγο, το ντόπερμαν, που μας περίμενε λίγο έξω από την ακτίνα επίθεσης, κουνούσε απότομα το κορμί του με ανυπομονησία. Τελικά, ο ψηλός Ινδιάνος βγήκε πάλι από το σπίτι, και δίχως να πει λέξη, ξεκλείδωσε και άνοιξε την πύλη. Πήγα στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου, και αφού έβγαλα από μέσα την κασετίνα του Χέρικ, τη στρίμωξα κάτω από το αδιάβροχο μου για να μη βραχεί. Ο Ινδιάνος μάς περίμενε ώσπου να βρεθούμε όλοι στον κήπο, και έπειτα κλείδωσε την πύλη πίσω μας. Το ντόπερμαν τρεμούλιασε καθώς το προσπερνούσαμε, διχασμένο ανάμεσα στην εντολή που του είχε δωθεί και τη δίψα του για αίμα που του υπαγόρευε η φύση του. Ο Φόρεστ είπε: «Πέτα του κανένα πόδι, Έντουαρντ. Δείχνει να πεινάει». Ανεβήκαμε τα πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού και ο Ινδιάνος μάς οδήγησε στο εσωτερικό. Οι τοίχοι του χώρου υποδοχής ήταν καλυμμένοι από σκούρα βελανιδιά και στη δεξιά πλευρά του υπήρχε μια σκούρα

χειροποίητη σκάλα. Οι τοίχοι κοσμούνταν από ελαιογραφίες που απεικόνιζαν όλους τους Ίβλιθ, από τον Τζοσάια Ίβλιθ το 1665 έως τον Ντάγκλας Ίβλιθ το 1947. Είχαν όλοι τους σοβαρές εκφράσεις και ωοειδή πρόσωπα· κανείς τους δεν χαμογελούσε. Ο Ινδιάνος είπε: «Στο πάνω πάτωμα. Θα πάρω τα πανωφόρια σας». Του δώσαμε τα πανωφόρια μας και αφού τα κρέμασε σε έναν τεράστιο και δύσμορφο καλόγερο, τον ακολουθήσαμε στις γυμνές σκάλες. Στους τοίχους του πλατύσκαλου υπήρχαν στερεωμένες λόγχες και ακόντια, κυνηγετικά όπλα και κάποιες περίεργες μεταλλικές κατασκευές που έμοιαζαν με όργανα βασανιστηρίων. Υπήρχε επίσης μια γυάλινη κάσα, τόσο σκονισμένη που το μάτι ήταν σχεδόν αδύνατο να διαπεράσει τη γυάλινη επιφάνεια, κάτω από την οποία υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να είναι ένα ταριχευμένο ανθρώπινο κεφάλι. Σε κάθε σημείο του σπιτιού βασίλευε η οσμή της μούχλας και της κλεισούρας, λες και τα παράθυρα είχαν να ανοιχτούν είκοσι χρόνια. Και όμως, από παντού έρχονταν διάφοροι θόρυβοι, τριξίματα και κρότοι, θαρρείς και κάποιοι αόρατοι άνθρωποι κινούνταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, ανοιγοκλείνοντας πόρτες. Μπορεί στο σπίτι αυτό να μην υπήρχε κανείς άλλος πέρα από τον γερο-Ίβλιθ, την υποτιθέμενη εγγονή του και τον Ινδιάνο υπηρέτη του, αλλά οι ήχοι που ακούγονταν σε έκαναν να πιστεύεις πως τριγύρω κατοικούσε ένα πλήθος ολόκληρο από άλλους ανθρώπους. Κάποια στιγμή μάλιστα, μου φάνηκε πως άκουσα κάποιον άντρα να γελάει. Ο Ινδιάνος μάς οδήγησε σε έναν διάδρομο που στο δάπεδο του δεν υπήρχε μοκέτα, παρά μόνο γυαλισμένο παρκέ, και από εκείβγήκαμε σε έναν θάλαμο αναμονής, αραιά επιπλωμένο με μια σπασμένη ουράνια σφαίρα και μερικές αντίκες που έδειχναν αγγλικές. Πάνω από το άδειο τζάκι υπήρχε για κάποιον περίεργο λόγο ένας παράταιρος πίνακας που απεικόνιζε πέντε ή έξι γάτες. «Ο κος Ίβλιθ θα βρίσκεται κοντά σας σύντομα», είπε ο Ινδιάνος και μας άφησε μόνους. «Ωραία», είπε ο Έντουαρντ. «Είμαστε στο σπίτι του. Αυτό και μόνο είναι κατόρθωμα». «Δεν σημαίνει όμως πως θα μας επιτρέψει να δούμε και τη βιβλιοθήκη του», του είπα. «Αυτός ο Ινδιάνος είναι κάπως παράξενος», είπε ο Φόρεστ. «Δείχνει τόσο Ινδιάνος. Δεν έχω δει ποτέ μου τέτοιο πρόσωπο από κοντά, παρά μόνο σε φωτογραφικά άλμπουμ του 1860». Συνεχίσαμε να κουβεντιάζουμε αμήχανα για λίγο, και έπειτα η πόρτα άνοιξε και μια κοπέλα μπήκε στο δωμάτιο. Σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι, σαν να 'μασταν επαρχιώτες που είχαμε βρεθεί σε κάποιον γάμο στο Ουαϊόμινγκ, και κουνήσαμε όλοι μαζί τα κεφάλια μας και είπαμε σαν σε χορωδία: «Πώς είστε, δεσποινίς;» Στάθηκε μπροστά από την πόρτα, με το ένα χέρι στο πόμολο, και μας κοίταξε

με βλέμμα απόμακρο και διόλου φιλικό, λες και προσπαθούσε να μας αξιολογήσει. Ή τ α ν πολύ μικρόσωμη, όχι πάνω από ένα και πενήντα πέντε και το πρόσωπο της ήταν λεπτό, με έντονες γωνίες και μεγάλα σκούρα μάτια. Τα γυαλιστερά μαύρα ίσια μαλλιά της έπεφταν καλοχτενισμένα μέχρι τη μέση της πλάτης της. Φορούσε ένα μαύρο λινό πρωινό φόρεμα, αρκετά απλό, και από εκεί που στεκόμουν έμοιαζε σαν να μη φορούσε τίποτα από κάτω. Τα παπούτσια της ήταν μαύρα και γυαλιστερά' η μπροστινή τους άκρη ήταν μυτερή σαν στιλέτο και τα τακούνια τους υπερβολικά ψηλά. «Ο κος Ίβλιθ μού ζήτησε να σας συνοδεύσω στη βιβλιοθήκη», είπε, με γρήγορη, βοστωνέζικη προφορά. Ο Έντουαρντ γύρισε προς το μέρος μου και σήκωσε το φρύδι του. Αυτή η γυναίκα είχε αληθινά ξεχωριστό αέρα. Αλλά τι έκανε εδώ μέσα, κλειδωμένη κάπου στο Τιούκσμπερι μαζί με έναν γέρο ερημίτη και έναν Ινδιάνο που ήταν ντυμένος σαν εκατομμυριούχος; Και πάνω απ' όλα, τι έκανε εδώ αν δεν ήταν εγγονή του Ίβλιθ; Η κοπέλα χάθηκε πίσω από την πόρτα και έπρεπε να βιαστούμε για να την ακολουθήσουμε στο διπλανό δωμάτιο. Μας οδήγησε σε έναν προθάλαμο- τα τακούνια της χτυπούσαν στο ξύλινο δάπεδο και καθώς περνούσαμε δίπλα από ένα ανοιχτό παράθυρο και το μουντό απογευματινό φως διαπέρασε το φίνο λινό ύφασμα του φορέματος της, διαπίστωσα πως είχα δίκιο. Μπορούσα μάλιστα να διακρίνω μια μικρή ελιά στο δεξί μέρος του γυμνού πισινού της. Κατάλαβα πως το είχε παρατηρήσει και ο Φόρεστ, γιατί τον άκουσα να καθαρίζει δυνατά το λαρύγγι του. Στο τέλος περάσαμε στη βιβλιοθήκη. Ήταν μια τεράστια, μακριά αίθουσα, η οποία πρέπει να καταλάμβανε σχεδόν τον μισό πάνω όροφο του σπιτιού. Στην άλλη της άκρη υπήρχε ένα αψιδωτό βιτρό, και το χρωματιστό φως που γλιστρούσε μέσα από τα κιτρινοπράσινα γυάλινα κομμάτια του έπεφτε πάνω στις στριμωγμένες ράχες χιλιάδων δερματόδετων βιβλίων και χοντρών τόμων με γκραβούρες και ζωγραφιές. Πίσω από το μεγάλο δρύινο τραπέζι στο κέντρο της βιβλιοθήκης, έχοντας ανοιχτά βιβλία απλωμένα ολόγυρά του, βρισκόταν καθισμένος ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος άντρας- το πρόσωπο του ήταν βαθουλωτό σαν ενός πιθήκου, από τα γεράματα και την έλλειψη επαφής με το φως του ήλιου. Ακόμα και έτσι όμως, μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει πάνω του τα χαρακτηριστικά των Ίβλιθ — το πρόσωπο του είχε το ίδιο ωοειδές σχήμα και τα ίδια, κυρτά προς τα κάτω, βλέφαρα των προγόνων του. Διάβαζε με τη βοήθεια ενός μεγεθυντικού φακού. Καθώς μπαίναμε μέσα, τον ακούμπησε κάτω, έβγαλε τα γυαλιά του και μας κοίταξε εξεταστικά. Φορούσε ένα φθαρμένο λευκό πουκάμισο, μια μαύρη πλεκτή ζακέτα και μαύρα γάντια, δίχως δάχτυλα. Στα μάτια μου έδειχνε σαν ένα ευερέθιστο κοράκι. «Θα έπρεπε ήδη να μου είχατε συστηθεί», είπε, στεγνά. «Δεν συμβαίνει συχνά

να επιτρέπω σε επισκέπτες να διακόπτουν την εργασία μου, και για τον λόγο τούτο καλό θα ήταν να γνωρίζω ποιοι είστε». «Λέγομαι Τζον Τρέντον· είμαι έμπορος αντικών και μένω στο Γκράνιτχεντ. Από εδώ, ο Έντουαρντ Ουόρντουελ και ο Φόρεστ Μπρόου, υπάλληλοι και οι δύο του Μουσείου Πίμποντι». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ ρούφηξε το ένα του ρουθούνι, και τοποθέτησε πάλι τα γυαλιά του στη μύτη του. «Και χρειάζονται τρία άτομα για να μου δείξουν μια κασετίνα;» Απέθεσα την κασετίνα του Χέρικ στο τραπέζι. «Είναι πολύ ξεχωριστό κομμάτι, κε Ίβλιθ. Σκέφτηκα πως ίσως να θέλατε να της ρίξετε μια ματιά, τουλάχιστον». «Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος που ήρθατε. Όχι ο κύριος λόγος». Κοίταξα προς τα πάνω. Η μαυροντυμένη κοπέλα είχε απομακρυνθεί από εμάς και στεκόταν έχοντας την πλάτη κολλημένη σε ένα από τα ράφια, και μας παρακολουθούσε προσεκτικά, σχεδόν τόσο προσεκτικά και με την ίδια σωματική εγρήγορση, όπως και το ντόπερμαν προηγουμένως. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήθελε να μας βιάσει ή να δαγκώσει τους λαιμούς μας, αλλά το βλέμμα της ήταν σίγουρα αποφασισμένο και λαίμαργο. Στις σκιές της βιβλιοθήκης, το μαύρο της φόρεμα είχε γίνει πάλι αδιαφανές, αλλά η σκέψη της γύμνιας της από κάτω μού έδινε μια περίεργη ερωτική αίσθηση· κατά κάποιον τρόπο και μια αίσθηση κινδύνου. Ο Έντουαρντ είπε: «Έχετε δίκιο, κε Ίβλιθ. Δεν ήρθαμε εδώ για να σας δείξουμε αυτή την κασετίνα, παρ' όλο που είναι μια πραγματικά πολύτιμη αντίκα και ελπίζω να ικανοποιηθείτε πολύ βλέποντάς την. Ο αληθινός λόγος της επίσκεψής μας είναι ότι χρειαζόμαστε απελπιστ ικά να χρησιμοποιήσουμε τη βιβλιοθήκη σας». Ο γερο-Ίβλιθ ρούφηξε την τεχνητή του οδοντοστοιχία και έμεινε σιωπηλός. Ο Έντουαρντ συνέχισε, με αβεβαιότητα στη φωνή: «Το θέμα είναι, κε Ίβλιθ, πως πρέπει να λύσουμε ένα πολύ μπερδεμένο πρόβλημα ιστορικής φύσης και παρ' όλο που το Πίμποντι διαθέτει έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό βιβλίων, χαρτών και διαγραμμάτων, εντούτοις δεν έχει το σχετικό υλικό που απαιτείται για να ξεδιαλύνουμε το πρόβλημα αυτό. Ήλπιζα — όλοι μας ελπίζαμε— πως το υλικό αυτό μπορεί να το βρίσκαμε εδώ». Ακολούθησε παρατεταμένη σιγή και ύστερα ο Ντάγκλας Ίβλιθ έσπρωξε πίσω του το κάθισμά του, σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε σκεπτικός με αργά βήματα μέχρι την άλλη πλευρά του τραπεζιού, διατρέχοντας με το χέρι του την κόγχη για να κρατήσει την ισορροπία του. «Συνειδητοποιείτε το μέγεθος της αναίδειάς σας;» μας ρώτησε. «Δεν είναι ακριβώς αναίδεια, κε Ίβλιθ», απάντησα. «Καθώς μιλούμε, οι ζωές εκατοντάδων, ίσως και χιλιάδων, ανθρώπων βρίσκονται σε κίνδυνο. Και όχι

μόνο ζωές, αλλά υπάρχουν και ψυχές που κινδυνεύουν». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ ύψωσε το χέρι του με δυσκολία και κάρφωσε το διαπεραστικό του βλέμμα πάνω μου. «Ψυχές είπατε, νεαρέ μου;» «Ακριβώς, κύριε. Ψυχές». «Για να δούμε λοιπόν», είπε. Πήγε προς το σημείο όπου είχα αφημένη την κασετίνα και με τις κατάξερες άκρες των δαχτύλων του άγγιξε τα αρχικά που ήταν χαραγμένα πάνω της. «Αυτή είναι μια πραγματικά εξαιρετική κασετίνα. Ή τ α ν του Χέρικ, είπατε;» «Μάλιστα κύριε, του Χένρι Χέρικ, του Πρεσβύτερου. Του δωδέκατου ενόρκου στις δίκες των μαγισσών του Σάλεμ». «Χμ... Ταιριαστό τρόπο βρήκατε για να εισχωρήσετε στη βιβλιοθήκη μου. Πόσα θέλετε γι' αυτήν την κασετίνα;» «Τίποτα, κύριε». «Τίποτα; Είστε τρελός;» «Όχι, κε Ίβλιθ, δεν είμαι τρελός. Αυτό που εννοώ είναι πως δεν θέλω χρήματα. Το μόνο που θέλω είναι να έχω πρόσβαση στα βιβλία σας». «Κατάλαβα», είπε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. Είχε ανοίξει λίγο το κάλυμμα της κασετίνας, αλλά το έκλεισε πάλι. «Αυτό είναι ένα αίτημα το οποίο δεν μου είναι και τόσο εύκολο να ικανοποιήσω. Εδώ εργάζομαι, βλέπετε. Προσπαθώ να ολοκληρώσω μια μελέτη της ιστορίας της θρησκείας τον δέκατο έβδομο αιώνα στη Μασαχουσέτη. Θα είναι το απόλυτο έργο του είδους του. Υπολογίζω να μου πάρει έναν ακόμη χρόνο να το τελειώσω και δεν θα τολμούσα να χάσω ούτε ένα λεπτό. Θα μπορούσα να γράφω αυτή τη στιγμή, βλέπετε, αντίνα μιλώ μαζί σας. Σκέφτεστε να έρθει η στιγμή να πεθάνω και να χρειάζομαι δέκα ακόμη λεπτά για να τελειώσω το βιβλίο μου; Δεν θα μετανιώσω τότε γι' αυτή τη συζήτηση;» «Κε Ίβλιθ, ξέρουμε με ακρίβεια τι είναι αυτό που γυρεύουμε», είπε ο Έντουαρντ. «Αν τα βιβλία σας είναι σωστά ταξινομημένα, δεν θα χρειαστεί να σας ενοχλήσουμε πάνω από μία, το πολύ δύο μέρες. Και θα μπορούσαμε να ερχόμαστε τα βράδια, όταν εσείς θα κοιμάστε». «Χμ», έκανε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Ποτέ δεν κοιμάμαι τη νύχτα. Μόνο τρεις ώρες το μεσημέρι, και αυτές μου είναι με το παραπάνω αρκετές για τις ανάγκες μου». «Σε αυτήν την περίπτωση, μπορούμε να ερχόμαστε εδώ τα μεσημέρια;» Ο Ντάγκλας Ίβλιθ άγγιξε πάλι την κασετίνα. «Αλήθεια ανήκε κάποτε στον Χένρι Χέρικ; Έχετε κάποιες αποδείξεις γι' αυτό;» «Στο εσωτερικό της υπάρχουν τρεις σύντομες επιστολές, και ο γραφικός χαρακτήρας με τον οποίον είναι γραμμένες ανήκει πιστοποιημένα στον Χέρικ», του είπα. «Επιπλέον σε μία από τις ιστορικές αναφορές σχετικά με τις δίκες των μαγισσών γίνεται λόγος για την κασετίνα με τις επιστολές του Χέρικ». «Μάλιστα». Ο γερο-Ίβλιθ άνοιξε πάλι την κασετίνα και το χέρι του περιπλα-

νήθηκε πάνω από τα επάργυρα μελανοδοχεία, χην κλεψύδρα και χις φιλνχισένιες γραφίδες. Υπήρχε ακόμα και ένα μικρό κομμάχι πράσινο βουλοκέρι, που πρέπει να προερχόχαν χουλάχισχον από χη βικχωριανή εποχή. «Σίγουρα με δελεάζεχε», είπε. «Ένα ανχικείμενο σαν και χούχο θα μπορούσε να μου δώσει σημανχική έμπνευση». Η κοπέλα με χο μαύρο φόρεμα είπε: «Ίσως οι επισκέπχες σας να ήθελαν λίγο σέρι, Νχάγκλας». Ο Νχάγκλας Ίβλιθ σήκωσε χο βλέμμα χου προς εκείνη, με έκπληξη· αλλά έπειχα κούνησε χο κεφάλι καχαφαχικά. «Σωσχά, Ένινχ. Ίσως να ήθελαν να πιούν λίγο. Τι θα λέγαχε για λίγο σέρι, κύριοι;» Δεχχήκαμε, κάπως αμήχανα, αλλά έπειχα ο Νχάγκλας Ίβλιθ μάς έκανε νόημα να πάμε σχην απένανχι άκρη χης βιβλιοθήκης, κάχω από χο βιχρό, και μας κάλεσε να κάχσουμε σε έναν μεγάλο σκονισμένο δερμάχινο καναπέ. Μόλις καθίσαμε, ο αέρας που βγήκε από μέσα χου έκανε να ακουσχεί ένας δυναχός ήχος, σαν σκίσιμο, και περιβληθήκαμε από σύννεφα σκόνης, που έμοιαζαν με σύννεφα πολέμου. Ο Νχάγκλας Ίβλιθ κάθισε σε μια πολυθρόνα με μπροκάρ επένδυση, ακριβώς απένανχι μας. Το πράσινο φως που ερχόχαν από χο βιχρό έπεφχε σχο πρόσωπο χου και χον έκανε να δείχνει σαν να ήχαν νεκρός και ήδη να είχε αρχίσει να σαπίζει. Αλλά σχα μάχια χου υπήρχε μπόλικη ευσχροφία και ζωνχάνια, και όχαν μιλούσε, η φωνή χου ακουγόχαν σβέλχη και νεανική. «Θα ήθελα να μάθω, φυσικά, χι είναι αυχό χο οποίο ψάχνεχε. Ίσως να μπορώ να βοηθήσω. Για χην ακρίβεια, αν ψάχνεχε για οχιδήποχε χο οποίο μπορείνα βρίσκεται εδώ, θα μπορώ σίγουρα να σας βοηθήσω. Έ χ ω περάσει χα χελευχαία δεκαπένχε χρόνια χης ζωής μου καχαχωρώνχας σε καχαλόγους και χαξινομώνχας ολόκληρη αυχή χη συλλογή, αλλά και εμπλουχίζονχάς χην από καιρό σε καιρό και πουλώνχας κάποιες από χις μικρόχερης αξίας γκραβούρες και βιβλία. Μια βιβλιοθήκη είναι ένας ζωνχανός οργανισμός, κύριοι. Ποχέ δεν πρέπει να μένουμε ικανοποιημένοι απ' αυχήν, γιαχί έχσι η χρησιμόχηχά χης αχροφεί· και οι πληφορίες που βρίσκονχαι σχα ράφια χης γίνονχαι δυσπρόσιχες σε οποιονδήποχε δεν κραχάει σχα χέρια χου μια σκαπάνη ή ένα χρυπάνι. Ασφαλώς, δεν μπορείχε να καχαλάβεχε ακριβώς για χι πράγμα μιλώ, χουλάχισχον όχι χώρα, αλλά όχαν θα αρχίσεχε να χρησιμοποιείχε αυχή χη βιβλιοθήκη, αν χελικά δώσω χη συγκαχάθεσή μου, θα ανακάλυψεχε μονομιάς πόσο μοιάζει με άνθρωπο. Ζει και αναπνέει, όπως εγώ- είναι χόσο ζωνχανή όσο και η Ένινχ και ο Κβάμους». «Κβάμους; Αυχό είναι χο όνομα χου Ινδιάνου υπηρέχη σας; Αυχού που μας άνοιξε;» «Μάλισχα. Εργαζόχαν παλιά για χην οικογένεια Μπίλινγκχον, λίγο έξω από χο Νιού Νχάνγουιχς· αλλά όχαν και χο χελευχαίο μέλος εκείνης χης οικογένειας πέθανε, εκείνος ήρθε εδώ. Δίχως να πει χίποχα, δίχως να μου συσχηθεί, ξέρεχε. Απλά εμφανίσχηκε σχο καχώφλι, με χη βαλίχσα χου. Η Ένινχ πισχεύει πως ο

Κβάμους είναι μάγος». «Μάγος;» γέλασε ο Φόρεστ. Στο πρόσωπο του Ντάγκλας Ίβλιθ σχηματίστηκε ένα στριφνό, ανόρεχτο χαμόγελο. «Έχουν ακουστεί και πιο περίεργα πράγματα σε αυτήν περιοχή της πολιτείας της Μασαχουσέτης. Είναι ένας μαγικός τόπος, με τον δικό του τρόπο. Έτσι τουλάχιστον ήταν παλιά, προτού χαθούν οι παλιές οικογένειες, και οι παλιές συνήθειες ξεχαστούν στον χρόνο. Οι πρώτοι άποικοι, βλέπετε, έπρεπε να μάθουν αυτά που οι Ινδιάνοι ήδη γνώριζαν, δηλαδή ότι για να επιβιώσεις σε αυτόν τον τόπο θα έπρεπε να συμβιβαστείς με τους θεούς και τα πνεύματά του. Δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου, φυσικά, να πιστέψουν στην ύπαρξη τέτοιων πραγμάτων. Εκείνες τις ημέρες, στον δέκατο έβδομο αιώνα, ο κόσμος πίστευε στον Θεό και τους αγγέλους του, δίχως καμία απολύτως επιφύλαξη· και ακόμα, οι άνθρωποι πίστευαν στην ύπαρξη του Σατανά και των δαιμόνων του. Έτσι, το να πιστέψει κανείς σε μερικές ακόμα υπερφυσικές δυνάμεις δεν ήταν ένα ιδιαίτερα δύσκολο λογικό άλμα· κάτι που δεν ισχύει και στις μέρες μας. Οι άποικοι εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από τους Ινδιάνους, ειδικά εκείνους τους πρώτους σκληρούς χειμώνες· και πολλοί ήταν εκείνοι που γνώρισαν τους Ναραγκανσέτ πολύ στενά. Μάλιστα, λέγεται πως κάποιοι άποικοι είχαν μεγαλύτερη ικανότητα να καλούν τα πνεύματα των Ινδιάνων απ' ό,τι οι ίδιοι οι Ινδιάνοι. Αυτό είναι κάτι που λένε για τους Μπίλινγκτον, και σύμφωνα με κάποιες διηγήσεις σε εκείνες τις τελετές συμμετείχε και κάποιος από τους Ίβλιθ». «Κε Ίβλιθ», είπε ο Έντουαρντ, πολύ ανήσυχος μην τυχόν και η συζήτησή μας παρεκτραπεί, «θα σας μιλήσω έξω απ' τα δόντια. Αυτό που προσπαθούμε να ανακαλύψουμε είναι η ακριβής τοποθεσία του ναυαγίου του Ντέιβιντ Νταρκ». Εκείνη τη στιγμή, στη βιβλιοθήκη μπήκε η Ένιντ, κρατώντας στα χέρια της έναν μικρό ασημένιο δίσκο με σέρι. Ήρθε προς το μέρος μας, και το βάδισμά της συνοδευόταν από τον ήχο των τακουνιών της που χτυπούσαν στο πάτωμα. Μας πρόσφερε από ένα ποτήρι, και για ένα αλλόκοτα ερεθιστικό δευτερόλεπτο έσκυψε μπροστά μου, και φευγαλέα είδα μέσα από το φόρεμά της το μικρό γυμνό στήθος της. Πήρα το ποτήρι μου με ένα χαμόγελο, αλλά το βλέμμα που εκείνη μου ανταπόδωσε ήταν ψυχρό — γέννημα καθαρής αδιαφορίας. Όταν έφυγε, κλείνοντας την πόρτα της βιβιοθήκης πίσω της, ο Ντάγκλας Ίβλιθ είπε, με φωνή πνιχτή από φλέγμα: «Το Ντέιβιντ Νταρκ-, Τι γνωρίζετε εσείς για το Ντέιβιντ Νταρκ-,» «Μόνο πως ήταν ιδιοκτησία του Ησαύ Χάσκετ, που του είχε δώσει αυτό το όνομα προς τιμήν του Ντέιβιντ Νταρκ, του ευαγγελιστή ιεροκήρυκα», απάντησε ο Έντουαρντ. «Σάλπαρε από το λιμάνι του Σάλεμ μέσα σε τρομερή καταιγίδα το 1692 και από τότε δεν το ξανάδε ποτέ κανείς. Τουλάχιστον, αυτό λένε τα βιβλία ιστορίας. Αλλά τα ίδια αυτά βιβλία λένε πως κάθε αναφορά στο καράβι αυτό είχε αφαιρεθεί από όλα τα ημερολόγια των πλοίων και τα φύλλα πορείας,

και πως ο Ησαύ Χάσκετ απαγόρευσε σχσυς πάντες να ξαναμιλήσουν ποτέ γι' αυτό. Και το συμπέρασμα είναι ότι το Ντέιβιντ Νταρκ άρχισε να βουλιάζει, λίγο αφότου είχε βγει από το Σάλεμ, και ένας δυνατός βορειοανατολικός άνεμος το έστειλε πίσω στα στενά του Σάλεμ, και τελικά κατέληξε στον βυθό του Ισθμού του Γκράνιτχεντ». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ ρούφηξε τα μάγουλά του και μας κοίταξε σκεπτικός. «Είναι πάνω από διακόσια ενενήντα χρόνια που έχει βυθιστεί», είπε, επιλέγοντας τις λέξεις του με προσοχή. «Οι πιθανότητες να έχει απομείνει κάτι που να μπορεί να ανελκυστεί είναι ελάχιστες, δεν νομίζετε;» «Όχι ακριβώς, αν πραγματικά βυθίστηκε εκεί που νομίζουμε πως βυθίστηκε», διαφώνησε ο Έντουαρντ. «Στη δυτική πλευρά της χερσονήσου του Γκράνιτχεντ, ο πυθμένας αποτελείται από πολύ μαλακή λάσπη, και αν το σκαρί του Ντέιβιντ Νταρκ συμπεριφέρθηκε όπως το σκαρί κάθε άλλου πλοίου εκείνης της περιόδου, κάτι για το οποίο δεν έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε, θα πρέπει να χώθηκε στη λάσπη μέχρι τον ίσαλο του, ίσως και πιο ψηλά, και μέσα σε λίγες βδομάδες ίσως να καλύφθηκε ολόκληρο από λάσπη». «Και λοιπόν;» ρώτησε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Αν έγινε όντως έτσι, τότε το Ντέιβιντ Νταρκ θα είναι ακόμα εκεί. Διατηρημένο σε καλή κατάσταση, τουλάχιστον μέχρι το κάτω κατάστρωμα. Και αυτό σημαίνει πως ό,τι και αν ήταν αυτό που μετέφερε στο κατάστρωμά του, θα έχει κι αυτό διατηρηθεί», «Και εσείς ξέρετε τι μετέφερε;» «Δεν είμαστε βέβαιοι», είπε ο Φόρεστ. «Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως οι κάτοικοι του Σάλεμ ήθελαν όσο τίποτα στον κόσμο να το ξεφορτωθούν· και είχε τοποθετηθεί, ή επρόκειτο να τοποθετηθεί, σε ένα ειδικά κατασκευασμένο χάλκινο σκεύος». Ο Έντουαρντ είπε: «Κάνουμε καταδύσεις στην περιοχή αυτή, ψάχνοντας για το ναυάγιο, πάνω από έναν χρόνο τώρα. Είμαι σίγουρος πως βρίσκεται εκεί' είμαι πεπεισμένος. Αλλά αν δεν βρούμε κάποια τεκμηριωμένη ένδειξη σχετικά με το ακριβές σημείο όπου βυθίστηκε, θα πρέπει να συνεχίσουμε να ψάχνουμε μέχρι να πεθάνουμε. Δεν έχει νόημα καν να χρησιμοποιήσουμε ηχοβολίδες προτού μάθουμε με σχετική ακρίβεια πού μπορεί να κρύβεται. Υπάρχουν ακόμα τόσα πολλά βυθισμένα πλοιάρια και στοίβες από δίχτυα εκεί κάτω, που μπορεί μια ζωή ολόκληρη να παίρνουμε σήματα που να μοιάζουν πως προέρχονται από το Ντέιβιντ Νταρκ και εμείς θα πρέπει να κατεβαίνουμε στον βυθό και να ερευνούμε καθένα απ' αυτά». Όλην αυτήν την ώρα, ο γερο-Ίβλιθ αργοκατέβαζε γουλιές από το σέρι τουαλλά μόλις ο Έντουαρντ τελείωσε, ακούμπησε το ποτήρι του στο τραπεζάκι δίπλα του και ρούφηξε ξερά και ασθενικά τα ρουθούνια του. «Για ποιον λόγο, ακριβώς, θέλετε να βρείτε το ναυάγιο του Ντέιβιντ Νταρκ;»

μας ρώτησε. «Γιατί είναι τόσο απελπιστικά επείγον για εσάς;» Τον κοίταξα προσεκτικά. «Γνωρίζετε τι υπάρχει μέσα του, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησα. «Γνωρίζετε τι κρύβεται εκεί κάτω και γιατί προσπάθησαν να το ξεφορτωθούν;» Με κοίταξε κι εκείνος, με βλέμμα εξίσου διαπεραστικό και χαμογέλασε: «Γνωρίζω, γνωρίζω. Και αν μπορέσετε να με πείσετε πως έχετε κάποιον ιδιαίτερα σημαντικό λόγο για να το ανασύρετε, και πως έχετε επίγνωση των κινδύνων που σας παραμονεύουν, θα σας πω τι είναι αυτό που κρύβεται εκεί κάτω».

ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ Οταν υπαινίχθηκα στον Ντάγκλας Ίβλιθ πως γνώριζε το μυστικό που κρυβόταν στο αμπάρι του Ντέιβιντ Νταρκ, δεν ήταν παρά μια απλή εικασία· μια εικασία διόλου τυχαία όμως. Ή τ α ν προφανές από τις σειρές των στοιβαγμένων βιβλίων στα ράφια της βιβλιοθήκης γύρω μας ότι ο Ντάγκλας Ίβλιθ έτρεφε ενδιαφέρον για την ιστορία και τη μαγεία, και αν ήξερε τόσα πολλά για τους πρώτους άποικους και το πώς επικαλούνταν τα ινδιάνικα πνεύματα για να τους βοηθούν στην ερημιά του καινούργιου τους τόπου, τότε οι πιθανότητες να γνωρίζει κάποια πράγματα σχετικά με τη βύθιση του Ντέιβιντ Νταρκ δεν ήταν λίγες. Εξάλλου, αν ούτε ο Ντάγκλας Ίβλιθ γνώριζε πού βρισκόταν το Ντέιβιντ Νταρκ, ή πώς είχε βυθιστεί, τότε κανείς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει. Αυτός ο ζαρωμένος γεράκος ήταν η μόνη ελπίδα που μας έμενε. «Η γυναίκα μου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μόλις πριν από έναν μήνα», του είπα, χαμηλόφωνα. «Τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να με επισκέπτεται. Εννοώ, το πνεύμα της είναι αυτό που με επισκέπτεται. Το φάντασμά της, αν προτιμάτε. Και αφού μίλησα με κάποιους ανθρώπους στο Γκράνιτχεντ, που κι αυτοί είχαν πρόσφατα χάσει συγγενείς τους, ανακάλυψα πως αυτό που μου συμβαίνει δεν είναι και πολύ αυνήθιστο φαινόμενο σε αυτό το μέρος του κόσμου». «Αυτό ήταν όλο;» ρώτησε ο Ίβλιθ. «Δεν είναι αρκετά αυτά;» ζήτησε να μάθει ο Έντουαρντ. «Υπάρχουν κι άλλα», είπα. «Μια ηλικιωμένη γυναίκα που ζούσε στη λεωφόρο της Δυτικής Ακτής δολοφονήθηκε πριν από δύο ημέρες από το πνεύμα του νεκρού της συζύγου, και απ' ό,τι καταλαβαίνω είναι πολλοί οι άνθρωποι εκείνοι που πέθαναν στο Γκράνιτχεντ με φρικιαστικό και αλλόκοτο τρόπο. Απ' ό,τι φαίνεται, τα φαντάσματα δεν είναι καλόβουλα· συλλέγουν τους ζωντανούς για να τους συνοδέψουν στη χώρα των νεκρών». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ ανασήκωσε τις λευκές, αραιές του βλεφαρίδες. «Στη χώρα

των νεκρών;» ρώτησε. «Ποιος ανέφερε τη χώρα των νεκρών;» «Η γυναίκα μου», του απάντησα. «Μάλιστα, εχτές το βράδι την είδα για άλλη μια φορά. Είδα πολλά πνεύματα εχτές το βράδι, κάθε νεκρή και καταραμένη ψυχή που βρισκόταν θαμμένη στο Κοιμητήριο Ουότερσαϊντ». Ο Έντουαρντ κοίταξε προς τη μεριά μου, και έγνεψε με το κεφάλι, για να μου δείξει πως τώρα καταλάβαινε γιατί έδειχνα τόσο εύθραυστος το πρωί. Ο Ντάγκλας Ίβλιθ χώθηκε ακόμη πιο βαθιά στην πολυθρόνα του, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα πλαϊνά στηρίγματα, και τα γαντοφορεμένα του χέρια να κρέμονται σαν τα νύχια ενός νεκρού σταροκόρακα. Ο Φόρεστ καθάρισε τον λαιμό του και ανακάθισε στον δερμάτινο καναπέ παράγοντας έτσι ένα απρεπές τρίξιμο. «Μου λέτε την αλήθεια;» ρώτησε ο Ντάγκλας Ίβλιθ, έπειτα από λίγο. «Φυσικά σας λέμε την αλήθεια», διαμαρτυρήθηκε ο Φόρεστ. «Τι νομίζατε, θα κάναμε όλον αυτόν τον δρόμο και θα σας χαρίζαμε μια πολύτιμη παλιά κασετίνα για το τίποτα; Τι λέτε;» «Οι ντόπιοι με αντιμετωπίζουν με φοβερή καχυποψία», είπε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Πιστεύουν πως είμαι μάγος ή τρελός ή η ενσάρκωση του Σατανά. Να γιατί οι καγκελόπορτες είναι κλειδωμένες και έχω σκυλιά να με φυλάνε και αντιμετωπίζω κάθε απόπειρα εισόδου στο σπίτι μου με τη μεγαλύτερη δυνατή επιφυλακτικότητα. Την τελευταία φορά που επέτρεψα σε μια ομάδα ατόμων να εισέλθουν στο σπίτι μου, πάνε τέσσερα χρόνια τώρα, προσπάθησαν να με ξυλοκοπήσουν και να κάψουν τη βιβλιοθήκη μου. Τόσο εγώ όσο και η βιβλιοθήκη επιζήσαμε μόνο και μόνο χάρη στην άμεση επέμβαση του Κβάμους». «Και πώς είστε σίγουρος ότι σας λέμε την αλήθεια;» τον ρώτησα. «Έχω τις ενδείξεις μου. Αυτό που λέτε, σχετικά με το Γκράνιτχεντ, είναι αρκετά ακριβές· και εδώ και κάποια χρόνια έχω συνδέσει αυτά που συμβαίνουν εκεί με το ναυάγιο του Ντέιβιντ Νταρκ. Αλλά, σίγουρα, οι εμπειρίες που μόλις μου περιγράψατε είναι πολύ πιο έντονες και πολύ πιο τρομακτικές απ' οτιδήποτε έχω ακούσει μέχρι τώρα. Αναφέρατε μάλιστα τη χώρα των νεκρών, και εκτός και αν έχετε κάνει μια ιδιαίτερα λεπτομερή έρευνα για να μπορέσετε να με εξαπατήσετε με τέλειο αλλά μάλλον άσκοπο τρόπο, δεν θα μπορούσατε να γνωρίζετε πως η χώρα των νεκρών είναι η φράση που ταιριάζει περισσότερο από κάθε άλλη στην ιστορία του Ντέιβιντ Νταρκ». Ο Έντουαρντ είπε: «Μπορείτε να υποψιαστείτε τον λόγο για τον οποίον τα φαντάσματα είναι πιο απειλητικά τώρα παρά ποτέ;» Ο Ντάγκλας Ίβλιθ έτριψε σκεπτικός τα λευκά γένια του πηγουνιού του. «Υπάρχουν πολλές πιθανές εξηγήσεις. Αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να πει κάτι με σιγουριά ως τη στιγμή που τα περιεχόμενα του αμπαριού του Ντέιβιντ Νταρκ θα ανέβουν στην επιφάνεια και θα μελετηθούν. Όμως, έχετε δίκιο: η δύναμη που επηρεάζει τους νεκρούς του Γκράνιτχεντ πηγάζει από το μεγάλο χάλκινο σκεύος SK.

που στο τελευταίο ταξίδι του Ντέιβιντ Νταρκ ήταν και το μοναδικό του φορτίο. Πιθανώς το σκεύος αυτό να έχει διαβρωθεί τόσο πολύ από το νερό, που η δύναμη που βρισκόταν φυλακισμένη μέσα του να κατάφερε να δραπετεύσει». «Ποια δύναμη;» ρώτησε ο Φόρεστ. Ο γερο-Ίβλιθ σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και μας έγνεψε. «Όσα συνέβησαν την εποχή εκείνη ήταν γνωστά μόνο σε λίγους· και εκείνοι οι λίγοι είχαν πάρει όρκους απόλυτης σιωπής. Όταν όλα είχαν τελειώσει, όπως γνωρίζετε, ο Ησαύ Χάσκετ διέταξε να διαγραφεί από τα ημερολόγια των πλοίων κάθε εταιρείας, από κάθε απόκομμα εφημερίδας, από κάθε διαφημιστική αφίσα, κάθε αναφορά στο Ντέιβιντ Νταρκ. Ό,τι γνώσεις έχουμε σήμερα σχετικά με το πλοίο αυτό, τις χρωστάμε σε ναυτιλιακά αρχεία που φυλάσσονταν στη Βοστώνη και στην πόλη του Μεξικού. Υπάρχουν αρκετά σκίτσα και γκραβούρες του πλοίου, αν και όλα τους μοιάζουν να αποτελούν αντίγραφα ενός και μοναδικού σχεδίου που έγινε το 1689. Αν ενθυμούμαι καλά, σχετικά πρόσφατα εγώ ο ίδιος πούλησα μια μάλλον κατώτερης ποιότητας υδατογραφία του- και αυτή δεν ήταν παρά αντίγραφο του ίδιου πρωτότυπου σκίτσου». «Εγώ ήμουν εκείνος που αγόρασε αυτήν την υδατογραφία, στου Έντικοτ», του είπα. «Αλήθεια; Χαίρομαι που τ' ακούω. Πόσο πληρώσατε;» «Πενήντα δολάρια». «Δεν άξιζε ούτε πέντε. Το πιο πιθανό είναι να μην προέρχεται καν από εκείνη την εποχή». «Ωραία επαγγελματική κρίση έχεις», με πείραξε ο Φόρεστ και εγώ τον κοίταξα με ένα προσποιητό βλέμμα ενόχλησης. Ο Ντάγκλας Ίβλιθ ψαχούλεψε για λίγο σε ένα από τα ράφια και έπειτα τράβηξε έξω ένα λεπτό βιβλίο με μαύρο εξώφυλλο το οποίο απόθεσε στο τραπέζι της βιβλιοθήκης. «Αυτό δεν είναι το αυθεντικό», είπε. «Το αυθεντικό μάλλον χάθηκε ή κάηκε πολλά χρόνια πριν. Αλλά κάποιος είχε την προνοητικότητα να το αντιγράψει με ακρίβεια, μαζί με τα σκίτσα του, και να που το κρατάμε τώρα στα χέρια μας. Το αντίγραφο αυτό γράφτηκε το 1825, αλλά δεν ξέρουμε από ποιον ή για ποιον λόγο. Ο προπάππους μου, Τζόζεφ Ίβλιθ, το είχε αγοράσει από μια χήρα στο Ντινς Κόρνερς, και ανάμεσα στις σελίδες του βρίσκεται ένα μικρό κομμάτι χαρτί που πάνω του υπάρχει γραμμένη με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα του βιβλίου η φράση: "Αυτό επιτέλους τα εξηγεί όλα· μίλησα στον Σιούολ". Ορίστε, εδώ είναι, κοιτάξτε. Είναι το χαρτί που σας λέω. Βλέπετε την ημερομηνία πάνω του; Χίλια οκτακόσια τριάντα ένα». «Λέει πουθενά ποιος έγραψε το πρωτότυπο;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Ναι, ναι. Αυτό ήταν το προσωπικό ημερολόγιο του Ταγματάρχη Νέιθανιελ Σάλτονστολ, από το Χάβερβιλ, ενός από τους προεδρεύοντες στις δίκες των μαγισσών του Σάλεμ. Ίσως να θυμάστε πως ο πρώτος που είχε αμφιβολίες σχε-

τικά με χην αξιοπιστία χων μαρτυριών σχις δίκες εκείνες ήταν ο δικαστής Σάλτονστολ, και χελικά προτίμησε να παραιτηθεί παρά να συνεχίσει να δικάζει. Μάλιστα, ε'νιωθε τέτοια ντροπή αλλά και οργή, που αποφάσισε να κάνει τη δική του έρευνα σχετικά με τη Μεγάλη Πλάνη, όπως έγινε αργότερα γνωστό το κυνήγι των μαγισσών και το ημερολόγιο του αυτό περιέχει την μόνη πλήρη και σχετικά ακριβή αφήγηση των γεγονότων εκείνης της περιόδου». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ ξεφύλλισε τις σελίδες του ημερολόγιου και τα κρητιδικά του νύχια διέτρεξαν τα κυρτά ίχνη ενός γραφικού χαρακτήρα του δέκατου ένατου αιώνα. «Ο Σάλτονστολ εγκαταστάθηκε στο Σάλεμ τον χειμώνα του 1691. Πριν από εκείνη την εποχή, ζούσε με τη γυναίκα και την οικογένειά του στο Άκιουσνετ, του Νιού Μπέντφορντ, και έτσι δεν γνώριζε το παραμικρό σχετικά με τα συμβάντα που είχαν προηγηθεί της υστερίας που οδήγησε στις δίκες εκείνες». Ο Ίβλιθ άρχισε να μας διαβάζει από το ημερολόγιο την περιγραφή των δικών των μαγισσών του Σάλεμ. Η «Μεγάλη Πλάνη», όπως αναφερόταν συνέχεια στις δίκες ο Δικαστής Σάλτονστολ, είχε ξεκινήσει, σύμφωνα με τα περισσότερα βιβλία ιστορίας, το 1689, όταν ένας έμπορος ονόματι Σάμιουελ Πάρις έφτασε στο Σάλεμ με την πρόθεση να αλλάξει επάγγελμα και να γίνει κληρικός. Στις 19 Νοεμβρίου του 1689, έγινε ο πρώτος εφημέριος του Σάλεμ. Ο Πάρις είχε φέρει μαζί του δύο σκλάβους από τις Δυτικές Ινδίες, έναν άντρα με το όνομα Τζον Ίντιαν και τη γυναίκα του, Τιτιούμπα. Και οι δύο σκλάβοι είχαν την ικανότητα να κάνουν προβλέψεις και να κάνουν κόλπα με την τράπουλα· ήξεραν από χειρομαντεία και τους άρεσε να διασκεδάζουν τα παιδιά της περιοχής λέγοντάς τους ιστορίες μαγείας. Τα παιδιά, όμως, είτε άρχισαν να παριστάνουν πως είχαν καταληφθεί από πνεύματα μαγισσών, είτε παρασύρθηκαν από ένα κύμα παιδικής υστερίας. Ό,τι από τα δύο και να ήταν, άρχισαν να παθαίνουν φρικτές νευρικές κρίσεις, να υποφέρουν από σπασμούς, να κυλιούνται στο πάτωμα και να ουρλιάζουν. Ο Δρ. Γκριγκς, ο παθολόγος της κοινότητας, εξέτασε τα «άρρωστα» παιδιά και αμέσως διέγνωσε πως τους είχαν γίνει μάγια. Έντρομος, ο Αιδεσιμώτατος Πάρις κάλεσε ιερείς από τις κοντινές πόλεις να έρθουν στην οικία του για να περάσουν μια μέρα νηστείας και προσευχής, και για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια το μαρτύριο των «άρρωστων» παιδιών. Όταν και οι υπόλοιποι ιερωμένοι είδαν τα παιδιά να σφαδάζουν και να στριγγλίζουν, επιβεβαίωσαν τη διάγνωση του γιατρού — τα παιδιά ήταν, το δίχως άλλο, δαιμονισμένα. Το ερώτημα τώρα ήταν: ποιος τα είχε μαγέψει; Και έπειτα από συνεχείς και εντατικές ερωτήσεις, τα παιδιά είπαν: «Γκουντ», «Όζμπορν» και «Τιτιούμπα». Και έτσι, την 1η Μαρτίου 1670, ενώπιον του Τζον Χέιθορν και του Τζόναθαν Κόργουιν, των δύο ανώτερων δικαστικών του Σάλεμ, απαγγέλθηκε στη Σάρα Γκουντ, τη Σάρα Όζμπορν και την Τιτιούμπα η κατηγορία της μαγείας. Η Σάρα

Γκουντ, μια άτυχη γυναίκα με ελάχιστους φίλους, αρνήθηκε επίμονα τα πάντααλλά μόλις την είδαν, τα παιδιά άρχισαν να ουρλιάζουν και να τρέμουν με σπασμούς, και έτσι αμέσως κηρύχθηκε ένοχη. Η Σάρα Όζμπορν σύρθηκε με τη βία στο δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ήταν κατάκοιτη, και η εμφάνισή της προκάλεσε στα παιδιά παροξυσμό, και έτσι κανείς από τους ισχυρισμούς της πως ήταν αθώα δεν έγινε πιστευτός. Η Τιτιούμπα, φοβισμένη και δεισιδαίμων, ομολόγησε πως είχε συμφωνήσει να υπηρετεί τον Σατανά και πως τόσο εκείνη, όσο και οι άλλες κατηγορούμενες πετούσαν στον αέρα πάνω σε ένα σκουπόξυλο. Αυτή μαρτυρία ήταν αρκετή- οι τρεις γυναίκες αλυσοδέθηκαν χειροπόδαρα και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Τα «δαιμονισμένα» παιδιά συνέχισαν τις κατηγορίες τους. Ο Τζορτζ Τζέικομπς, ένας καθ' όλα αξιοπρεπής ογδονταδυάχρονος ασπρομάλλης γεράκος, απάντησε στην κατηγορία ότι ήταν μάγος λέγοντας: «Με κατηγορείτε πως είμαι μάγος. Εμπρός λοιπόν κατηγορήστε με ότι είμαι και τράγος. Δεν έχω πειράξει κανέναν». Βρέθηκε ένοχος και φυλακίστηκε. Οι δίκες συνεχίστηκαν το καλοκαίρι του 1692, με αυξανόμενο πάθος, μέχρι το σημείο της υστερίας. Ολόκληρο το Σάλεμ έμοιαζε να έχει καταληφθεί από «πυρετό των μαγισσών», και τα επόμενα χρόνια, όταν οι κάτοικοι του χωριού μιλούσαν για το καλοκαίρι εκείνο, το αποκαλούσαν «όνειρο» ή «εφιάλτη», σαν κάποιος να τους είχε υπνωτίσει. Δεκατρείς γυναίκες και έξι άντρες απαγχονίστηκαν στον Λόφο της Αγχόνης — το πρώτο θύμα, η Μπρίτζετ Μπίσοπ, κρεμάστηκε στις 10 Ιουνίου- το τελευταίο, η Μαίρη Πάρκερ, στις 22 Σεπτεμβρίου. Για την ακρίβεια, την ημέρα εκείνη απαγχονίστηκαν οκτώ μάγοι και μάγισσες και καθώς αιωρούνταν στον αέρα, ο Αιδεσιμώτατος Νόις σχολίασε: «Τι λυπηρό που είναι να βλέπει κανείς οκτώ εμπρηστές από την κόλαση να κρέμονται εκεί πάνω». Δύο μέρες νωρίτερα, όμως, είχε λάβει χώρα μια εκτέλεση τόσο αποτρόπαια που άρχισε να ξυπνά τον πληθυσμό του Σάλεμ από τον λήθαργο της «Μεγάλης Πλάνης». Ο γερο-Τζιλ Κόρεϊ, από το Ίδρυμα Απροστάτευτων Παιδιών του Σάλεμ, είχε καταγγείλει δημόσια τα «δαιμονισμένα παιδιά», και οδηγήθηκε στο δικαστήριο, αλλά αρνήθηκε να μιλήσει. Τρεις φορές βρέθηκε ενώπιον του δικαστή και τρεις φορές παρέμεινε σιωπηλός. Τον γύμνωσαν και τον πήγαν σε ένα χωράφι, ανάμεσα στην Οδό Μπράουν και το νεκροταφείο της Οδού Χάουαρντ· εκείτον εξανάγκασαν να ξαπλώσει στο χώμα, και φόρτωσαν το σώμα του με αντικείμενα που είχαν δυσβάσταχτο βάρος. Κάποια στιγμή, καθώς το βάρος μεγάλωνε, η γλώσσα του Τζιλ Κόρεϊ πετάχτηκε έξω, και ο σερίφης την έσπρωξε πάλι μέσα με τη βέργα του. Ο Κόρεϊ ήταν ο πρώτος κάτοικος της Νέας Αγγλίας που πέθαινε με το παλιό αγγλικό μαρτύριο της σύνθλιψης μέχρι θανάτου. Ο Δικαστής Σάλτονστολ είχε γράψει: «Η καταιγίδα δείχνει να έχει ξεθυμάνει και ο λαός έχει ξυπνήσει. Πουθενά στις σελίδες της Ιστορίας δεν υπάρχει άλλη

καταγραφή μιας τόσο ξαφνικής, τόσο γρήγορης, τόσο απόλυτης μεταστροφής της αίσθησης του λαού». Δεν έγιναν άλλες εκτελέσεις και τον Μάιο του επόμενου έτους, όλοι οι κατηγορούμενοι που ανέμεναν να δικαστούν αφέθηκαν ελεύθεροι. Αλλά η αφήγηση του Δικαστή Σάλτονστολ δεν τελείωνε εδώ. «Ήμουν περίεργος», συνέχιζε, «να μάθω το πώς ξεκίνησε η Πλάνη ετούτη και το γιατί έσβησε τόσο γρήγορα. Είχαν πραγματικά δαιμονιστεί τα παιδιά, ή μήπως είχαν απλώς σκαρώσει μια δαιμόνια φάρσα; Ξεκίνησα να ανακαλύψω μοναχός μου την αλήθεια σχετικά με τα δυσάρεστα τούτα γεγονότα' και ιδιαίτερα χάρη στη βοήθεια του Μάικ Μπάροου, ο οποίος είχε εργασθεί για λογαριασμό του Ησαύ Χάσκετ ως υπάλληλος του, συνέθεσα μιαν Έκθεση τόσο τρομακτική όσο και εντυπωσιακή· για την ακρίβεια και αλήθεια δε των γραφομένων σ' αυτήν, μπορώ να εγγυηθώ με πλήρη συνείδηση». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ χτύπησε με το χέρι του ένα μικρό ασημένιο κουδούνι, και εμφανίστηκε ο Κβάμους, ο Ινδιάνος υπηρέτης του, ο οποίος μας κοίταξε ανέκφραστος· σύμφωνα όμως με όσα μας είχε πει ο Ίβλιθ, ήταν ικανός να μας πετάξει με τις κλωτσιές από εκεί μέσα στη στιγμή, ή να μας ξεριζώσει χέρια και πόδια. Ο Ίβλιθ είπε: «Κβάμους, οι τρεις κύριοι θα γευματίσουν μαζί μας. Μπορούμε να φάμε την πίτα. Και φέρε ένα μπουκάλι Πουιγί Φιμέ· όχι, δύο μπουκάλια καλύτερα· και βόλτα στον πάγο». «Μάλιστα, κύριε». «Α, και...Κβάμους». «Ναι, κύριε;» «Οι κύριοι από δω έχουν έρθει για να συζητήσουμε για το Ντέιβιντ Νταρκ. Η επίσκεψή τους μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη σε μας». «Μάλιστα, κύριε. Αντιλαμβάνομαι, κύριε». Ο Κβάμους βγήκε από χη βιβλιοθήκη και ο Ντάγκλας Ίβλιθ τράβηξε μια καρέκλα έξω από το τραπέζι και έκατσε. «Παρακαλώ, καθίσχε», μας είπε. «Το υπόλοιπο από χο ημερολόγιο χου Δικασχή Σάλχονσχολ είναι συναρπασχικό, μα ανοργάνωχο, και θα ήχαν προχιμόχερο να σας διηγόμουν αυχά που συνέβησαν εγώ ο ίδιος. Μπορείτε ελεύθερα να κάνετε αντίγραφα όποιων σελίδων σάς ενδιαφέρουν ιδιαίτερα· αλλά αν προσπαθήσετε να καταλάβετε μόνοι σας αυτά για τα οποία μιλάει ο Δικαστής Σάλτονστολ, πολύ φοβάμαι ότι θα χάσετε πάρα πολύ χρόνο, όπως συνέβη σε μένα». Πήραμε όλοι θέσεις γύρω από το τραπέζι, και ο Ντάγκλας Ίβλιθ έσκυψε προς το μέρος μας, κοιτώντας καθώς μιλούσε μια τον έναν, μια τον άλλον. Ποτέ στη ζωή μου δεν θα ξεχάσω εκείνη τη μία ώρα στη βιβλιοθήκη του Ίβλιθ, καθώς άκουγα την κρυφή ιστορία του Ντέιβιντ Νταρκ. Ένιωθα σαν να βρισκόμουν κλειδωμένος έξω από την πραγματικότητα, σαν να είχα ταξιδέψει πίσω στον χρόνο, στον 17ο αιώνα, τότε που οι μάγισσες και οι δαίμονες θεωρούνταν πιστευ-

τά όντα της πραγματικότητας. Έξω, η βροχή είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει, και μέσα από το τζάμι του βιτρό πέρασαν κάποιες πνιχτές αχτίδες ήλιου που ήρθαν να φωτίσουν την κουβέντα μας με μια λάμψη που έδειχνε τόσο παλιά όσο και η ίδια η ιστορία που ακούγαμε. «Αυτά που έγιναν στο Σάλεμ το καλοκαίρι του 1692 δεν ξεκίνησαν με τον κο Πάρις, όπως είναι η εκδοχή των σύγχρονων βιβλίων ιστορίας, αλλά πολύ νωρίτερα, με τον Ντέιβιντ Ιτάι Νταρκ, έναν φανατισμένο ιεροκήρυκα που ζούσε αρχικά στο Νιου Ντάνγουιτς και έπειτα πιο κοντά στο Σάλεμ, στη Λίμνη Μιλ. «Σύμφωνα με όλες τις περιγραφές, ο Ντέιβιντ Νταρκ ήταν ένας ψηλός, βαρύθυμος άντρας, με μαύρα μακριά μαλλιά που έφταναν μέχρι τους ώμους του. Ή τ α ν τόσο πεπεισμένος πως κάθε άντρας, κάθε γυναίκα και κάθε παιδί έπρεπε να ζήσουν μια ζωή απόλυτα αγνή, πέρα από κάθε αμαρτία, προτού υπάρξει καν γι' αυτούς μια θέση στον Παράδεισο, που δίδασκε το ποίμνιο του πως θα έπρεπε να προετοιμάζεται να περάσει μια αιωνιότητα ολόκληρη στην Κόλαση. Τον Μάρτιο του 1682, ο Ντέιβιντ Νταρκ ανακοίνωσε στο εκκλησίασμα ότι είχε συναντήσει τον ίδιο τον Σατανά σε έναν αγρό, λίγο έξω από το Ντινς Κόρνερς, και πως ο Σατανάς τού είχε δώσει έναν πάπυρο πάνω στον οποίον είχαν χαραχτεί με φωτιά τα ονόματα όλων εκείνων των κατοίκων του Σάλεμ που ήταν ήδη καταδικασμένοι να καούν στην Κόλαση. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, είχε πολύ μεγάλο αντίκτυπο στη συμπεριφορά όσων τα ονόματα βρίσκονταν στον κατάλογο αυτό, και ο Δικαστής Σάλτονστολ σημειώνει πως το 1682 και το 1683 ήταν δύο ιδιαίτερα ηθικά έτη για το Σάλεμ και τις γύρω απ' αυτό κοινότητες». «Πιστεύετε πως είχε στ' αλήθεια συναντήσει τον Σατανά; Ή οτιδήποτε παρόμοιο;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Ο Δικαστής Σάλτονστολ διερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό», απάντησε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Το μόνο που μπόρεσε να ανακαλύψει, όμως, ήταν πως ο Ντέιβιντ Νταρκ είχε κάνει φιλίες την προηγούμενη χρονιά με μερικούς Ινδιάνους της φυλής Ναραγκανσέτ, και ιδιαίτερα με έναν απ' αυτούς, ο οποίος θεωρούνταν από τη φυλή του ως ο μεγαλύτερος μάγος που είχε ζήσει ποτέ. Ο δικαστής δεν ήταν από τους ανθρώπους που έβγαζαν εύκολα συμπεράσματα. Ήθελε τα στοιχεία που είχε στα χέρια του να είναι αδιάσειστα. Αλλά εξέφρασε με επιφύλαξη τη γνώμη πως ήταν πιθανό ο Ντέιβιντ Νταρκ και εκείνος ο Ινδιάνος μάγος να είχαν καλέσει κάποια αρχαία και μοχθηρή ινδιάνικη θεότητα και πως ο Νταρκ μπορεί να είχε εκλάβει τη θεότητα αυτή ως τον Σατανά ή κάποιον από τους ακόλουθούς του». Στη βιβλιοθήκη μπήκε η σκουρομάλλα κοπέλα που είχαμε μάθει πλέον πως ονομαζόταν Έ ν ι ν τ και τη φορά τούτη στον ασημένιο δίσκο που κρατούσε στα χέρια της υπήρχε ένα κρυστάλινο καραφάκι· μας ρώτησε αν θα θέλαμε λίγο ακόμα σερί. Προσωπικά, πέθαινα για ένα ποτήρι γεμάτο μέχρι πάνω με ουίσκι, αλλά με μεγάλη μου χαρά γέμισα το ποτήρι μου με σέρι.

Ο Ντάγκλας Ίβλιθ είπε: «Στο διάστημα απο το 1663 μέχρι το 1669 πολύ λίγα ακούστηκαν σχετικά με τον Ντέιβιντ Νταρκ. Απ' ό,τι φαίνεται, εγκατέλειψε το κήρυγμα για κάποια χρόνια και αφοσιώθηκε στη μελέτη. Κανείς δεν μπόρεσε να ανακαλύψει τι ακριβώς ήταν εκείνο που μελετούσε, αλλά ο Δικαστής Σάλτονστολ λέει πως τις νύχτες πάνω από το οίκημά του ο ουρανός φωτιζόταν από λάμψεις και οι ντόπιοι δεν τολμούσαν να πλησιάσουν εκείνο το σημείο στο δάσος όπου ζούσε γιατί είχαν ακούσει τα ουρλιαχτά κάποιων αλλόκοτων ζώων. »Το 1689, όμως, ο Ντέιβιντ Νταρκ επανεμφανίστηκε και άρχισε πάλι να κηρύσσει· άλλες φορές στην εκκλησία και άλλες στο κέντρο του Σάλεμ. Έπειτα από ένα ιδιαίτερα θυελλώδες κήρυγμα, τον πλησίασε ο έμπορος Ησαύ Χάσκετ, ο οποίος είχε ιδιαίτερα εντυπωσιαστεί από τα λόγια του Νταρκ και όντας και ο ίδιος φανατικός οπαδός της θρησκείας τού πρότεινε να ξεκινήσουν μαζί μια εκστρατεία για τη βελτίωση της ηθικής τάξης και των μυαλών των κατοίκων του Σάλεμ. »Και εδώ είναι που μας χρησιμεύει η μαρτυρία του Μάικ Μπάροου. Ο Μάικ Μπάροου εργαζόταν για τον Ησαύ Χάσκετ για δεκαπέντε χρόνια και ήταν ένας από τους πιο έμπιστους υπαλλήλους του. Έτσι, ο Μάικ Μπάροου βρισκόταν μπροστά, όταν ο Ντέιβιντ Νταρκ πρότεινε στον Χάσκετ να στείλουν ένα πλοίο στο Μεξικό για μια ιδιαίτερη αποστολή, και κατέγραψε τη συνομιλία». «Στο Μεξικό;» απόρησε ο Έντουαρντ. «Τι σχέση είχε το Μεξικό;» «Το Μεξικό έχει μεγάλη και ουσιώδη σημασία στην ιστορία του Ντέιβιντ Νταρκ», απάντησε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Όποια και αν ήταν τα πνεύματα και τα πλάσματα εκείνα που ο Ντέιβιντ Νταρκ καλούσε στο σπίτι του, στη Λίμνη Μιλ, όλα τους ήταν υπό την κυριαρχία του πιο ζοφερού δαίμονα ολόκληρης της αμερικανικής ηπείρου. Μιλώ για τον ζωντανό σκελετό που λατρευόταν από τους Αζτέκους στη νήσο του Τενοχτιτλάν, που αργότερα έγινε η Πόλη του Μεξικού. Ο Δικαστής Σάλτονστολ δεν μας λέει το πώς ο Ντέιβιντ Νταρκ γνώρισε τον δαίμονα αυτόν· αλλά το πιο πιθανό είναι να του μίλησε για κείνον ο μάγος της φυλής Ναραγκανσέτ. Όπως και να 'χει, ο Ντέιβιντ Νταρκ έπεισε τον Ησαύ Χάσκετ να οργανώσει μια αποστολή για την Πόλη του Μεξικού ούτως ώστε να ανακαλύψει τα απομεινάρια του δαίμονα και να τα φέρει πίσω στο Σάλεμ, για να εκφοβίσει και να πειθαρχήσει τους ντόπιους. Με αυτόν τον τρόπο, άλλωστε, είχαν χρησιμοποιήσει τον δαίμονα τούτο και οι ίδιοι οι Αζτέκοι — ως έναν τρόπο να εμψυχώσουν όσους είχαν παραστρατήσει θρησκευτικά, να λατρέψουν εκ νέου τον Χουιτζιλοπόχτλι και τον Κβετζαλκοάτλ». «Εκείνη την εποχή, η πόλη του Μεξικού ανήκε σίγουρα στην εξουσία των Ισπανών», σχολίασε ο Φόρεστ. «Πότε συνέτριψε τους Αζτέκους ο Κορτέζ; Το χίλια πεντακόσια είκοσι;» «Το χίλια πεντακόσια δεκαεννέα», τον διόρθωσε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Αλλά μην ξεχνάτε πως οι Αζτέκοι ήταν ένας καταπληκτικά οργανωμένος λαός. Πολύ

πριν ο Κσρτέζ φτάσει στη νήσο του Τενοχτιτλάν, ο ζωντανός σκελετός είχε μεταφερθεί από την πόλη σε κάποιο από τα λιθόστρωτα μονοπάτια που την ένωναν με τη στεριά και από εκεί την έκρυψαν στις πλαγιές του ηφαιστείου Ιξτακιχουάτλ. Βέβαια, ήταν αδύνατο για τον Δικαστή Σάλτονστολ να διαπιστώσει το πώς η πληροφορία αυτή είχε φτάσει στον Ντέιβιντ Νταρκ, αλλά ο Νταρκ ταξίδεψε αρκετές φορές μακριά από το Σάλεμ στα έξι χρόνια μεταξύ του 1683 και του 1689, και είναι πολύ πιθανό κάποιο από τα ταξίδια αυτά να τον οδήγησε στο Μεξικό. Ίσως ακόμα και να ήρθε σε επαφή με κάποιους από τους επιζώντες Αζτέκους μάγους, οι οποίοι είχαν κληρονομήσει το καθήκον να φυλάνε τον δαίμονα από τους Ισπανούς κατακτητές, και να έκανε μαζί τους τη συμφωνία να μεταφέρουν μυστικά τον δαίμονα από το Μεξικό στη Μασαχουσέτη. Από την άλλη, ίσως αντί να μπει στον κόπο να κάνει μια συμφωνία μαζί τους απλά να τους σκότωσε. Αυτή είναι και η άποψη του Δικαστή Σάλτονστολ». «Ώστε ο Ησαύ Χάσκετ έστειλε ένα πλοίο στο Μεξικό για να φέρει τον δαίμονα στο Σάλεμ;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Έτσι ακριβώς. Το πλοίο ονομαζόταν Αραμπέλα και θεωρούνταν ένα από τα καλύτερα σκάφη στο Σάλεμ. Ο Ντέιβιντ Νταρκ το συνόδεψε στο ταξίδι αυτό ως αντιπλοίαρχος, και καπετάνιος ήταν ο Τσαρλς Φισκ, αδερφός του Τόμας Φισκ, ο οποίος έμελλε να γίνει ένας από τους ενόρκους στις δίκες των μαγισσών. »Το Αραμπέλα έμεινε μακριά από το Σάλεμ για σχεδόν έναν χρόνο και όταν πια επέστρεψε, το πλήρωμα αρνήθηκε να μιλήσει για το ταξίδι, και ακόμα και ο ίδιος ο Ντέιβιντ Νταρκ έδειχνε άλλος άνθρωπος. Ήταν όλοι τους γερασμένοι, αναφέρει ο Δικαστής Σάλτονστολ- και από ένα πλήρωμα εβδομήντα αντρών, μέσα στον επόμενο χρόνο πέθαναν οι τριάντα ένας, είτε από κάποιο παθολογικό αίτιο, είτε από ανακοπή καρδιάς, είτε από κρίσεις υστερίας. Το μυστηριώδες φορτίο του Αραμπέλα εκφορτώθηκε από έξι άντρες που είχαν ειδικά προσληφείαπό τη Βοστώνη γι' αυτόν τον σκοπό, και πληρώθηκαν τρεις φορές παραπάνω από το κανονικό. Στη συνέχεια, το φορτίο μεταφέρθηκε με μια τετράτροχη άμαξα στο οίκημα του Νταρκ, στη Λίμνη Μιλ. »Στην αρχή δεν συνέβη τίποτα αξιοπερίεργο. Ο Ντέιβιντ Νταρκ επισκέφθηκε τον Ησαύ Χάσκετ στα γραφεία του τελευταίου αρκετές φορές και του είπε πως ο δαίμονας έδειχνε να είναι σε κωματώδη κατάσταση ή νεκρός. Ίσως οι Αζτέκοι μάγοι να του είχαν πει ψέματα, και ο δαίμονας να μην ήταν τελικά πραγματικός δαίμονας αλλά απλά ο σκελετός ενός ασυνήθιστα ψηλού άντρα. Ο Χάσκετ, ο οποίος αρχικά είχε ενθουσιαστεί τόσο που είχε μετονομάσει το Αραμπέλα σε Ντέιβιντ Νταρκ, άρχισε να έχει αμφιβολίες σχετικά με το ταξίδι και τα χρήματα που είχε ξοδέψει για να στείλει το Αραμπέλα και το πλήρωμά του για έναν ολόκληρο χρόνο στο Μεξικό, και πάνω απ' όλα είχε αρχίσει να αμφιβάλει για την πνευματική ισορροπία του ίδιου του Ντέιβιντ Νταρκ. Ο Μάικ Μπάροου άκουσε τυχαία μια συνομιλία του Χάσκετ με τον Δρ. Γκριγκς σχετικά με την πιθανότητα ο

Νταρκ να ήταν δαιμονισμένος ή τρελός. »Την άνοιξη του 1691, όμως, στην περιοχή του Σάλεμ άρχισαν να συμβαίνουν κάποια εξαιρετικά ασυνήθιστα γεγονότα. Αρκετοί άνθρωποι ανέφεραν πως είχαν δει ή ακούσει τους νεκρούς συγγενείς τους να περπατούν στους δρόμους του χωριού, μέσα στα σκοτάδια της νύχτας. Ένας άντρας είπε πως κάποιο βράδι ξύπνησε στο κρεβάτι του και είδε τη νεκρή του μητέρα να στέκεται δίπλα του, και τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ που πήδηξε από τον φεγγίτη του σπιτιού του και έπεσε από τη στέγη, σπάζοντας τον αστράγαλο του, αλλά ευτυχώς δίχως να πάθει τίποτα άλλο». Έσκυψα πάνω από το τραπέζι. «Τι περιγραφές υπάρχουν γι' αυτούς τους νεκρούς ανθρώπους; Έμοιαζαν με φαντάσματα; Με τρεμάμενες λάμψεις;» Ο Ντάγκλας Ίβλιθ ξεφύλλισε το βιβλίο και έπειτα το γύρισε προς το μέρος μου για να μπορώ να βλέπω τι ήταν γραμμένο στις σελίδες του. «Το πρωί της 2ας Απριλίου 1691, ο Ουίλιαμ Σέιερ επεσκέφθη τον Αιδεσιμώτο Νόις και εξέφρασε την μεγάλη ταραχή του η οποία προερχόταν από το γεγονός ότι είχε δει στο καταμεσήμερο τον αποθανόντα αδερφό του, Χένρι, στην Οδό Σεντ Πίτερ· ο Χένρι τον είχε πλησιάσει και τον είχε ικετεύσει να τον ακολουθήσει διότι διαφορετικά, παρ' ότι νεκρός, δεν θα έβρισκε την αιώνια γαλήνη. Ο Ουίλιαμ Σέιερ απομακρύνθηκε τρέχοντας, κατατρομοκρατημένος, και είπε στον Αιδεσιμώτατο Νόις πως ο αδερφός του έδειχνε σαν να ήταν ζωντανός». Έδωσα το βιβλίο στον Έντουαρντ. «Βλέπετε πόσο δυνατή ήταν η επιρροή αυτής της δύναμης τότε; Μπορούσε να καλέσει τους νεκρούς από τα μνήματα μέρα μεσημέρι, και έμοιαζαν σαν να ήταν ακόμα ζωντανοί». «Δεν ήταν μόνο αυτό», είπε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Οι νεκροί άρχισαν να καταβροχθίζουν τους ζωντανούς- και παρ' όλο που τα επίσημα βιβλία ιστορίας καταγράφουν πως το καλοκαίρι του 1691 το Σάλεμ μαστίσθηκε από επιδημία διφθερίτιδας, η αλήθεια είναι πως τα πτώματα των νεκρών του χωριού άρπαζαν από τα κρεβάτια τους συγγενείς τους και τους σκότωναν με κάθε είδους αλλόκοτους τελετουργικούς τρόπους. Το σώμα του Νεεμία Πάτναμ βρέθηκε κατακρεουργημένο σαν ενός γουρουνιού, δεμένο με χέρια και πόδια σε πλήρη έκταση πάνω στο αέτωμα του σπιτιού του, πολύ μακρύτερα απ' οπουδήποτε από όπου θα μπορούσε να το φτάσει κανείς από τα παράθυρα ή με μια σκάλα. Ο Τζον Ίστι βρέθηκε ανασκολοπισμένος στο κοντάρι της σημαίας που ορθωνόταν στην πλατεία του χωριού, παρ' όλο που όποιος τον σκότωσε με αυτόν τον μαρτυρικό τρόπο θα χρειάστηκε να τον σηκώσει είκοσι μέτρα ψηλά στον αέρα. Όπως καταλαβαίνετε, η τοπική κοινωνία άρχισε να πανικοβάλλεται, παρά την προσπάθεια του Ντέιβιντ Νταρκ, που έκανε την πιο δραματική του επανεμφάνιση για να πει πως τα μέλη της είχαν προσβάλει τον Κύριο, και πως αυτή ήταν η τιμωρία τους. »0 Ησαύ Χάσκετ, όμως, είχε αρχίσει να αισθάνεται πως το κακό είχε παραγίνει. Ακόμα και η ίδια του η αδερφή, η Όντρεϊ, είχε εμφανιστεί ένα βράδι στον

κήπο χου, και είχε τρομοκρατηθεί στη σκε'ψη πως οι νεκροί θα έπαιρναν κι εκείνον. Διέταξε τον Νταρκ να καταστρέψει τον δαίμονα, ειδάλλως θα αποκάλυπτε δημόσια το τι συνέβαινε, και ο Νταρκ θα κινδύνευε να πεθάνει από το λυντσάρισμα των εξαγριωμένων κατοίκων του Σάλεμ. »Αλλά ο Νταρκ ήταν ανήμπορος να ελέγξει τη δύναμη που είχε φέρει μαζί του από το Τενοχτιτλάν και όταν αποπειράθηκε να κάνει τον δαίμονα κομμάτια με ένα τσεκούρι, βρήκε αμέσως τον θάνατο. Ένας αυτόπτης μάρτυρας, κάποιος αναλφάβητος αγρότης, είπε πως τον είδε να εκρήγνυται μέσα σε ένα σύννεφο από αίμα και εντόσθια. »Μετά τον θάνατο του Νταρκ, στο Σάλεμ βασίλεψε για λίγο καιρό το χάος. Ο Δικαστής Σάλτονστολ λέει πως στη θέση της ημέρας θρονιάστηκε η νύχτα και πως πολλοί νεκροί θάφτηκαν στη θάλασσα, γιατίοι ζωντανοί φοβούνταν πως οι νεκροί θα σηκώνονταν από τους τάφους τους και θα κατέσφαζαν τους συγγενείς που είχαν αφήσει πίσω τους. Το φθινόπωρο του 1691, όμως, το χάος διαλύθηκε τόσο γρήγορα όσο είχε ξεσπάσει, και για την υπόλοιπη χρονιά στο Σάλεμ επικράτησε ηρεμία. »Αυτό που είχε συμβεί, όπως ανακάλυψε αργότερα ο Δικαστής Σάλτονστολ, ήταν πως ο μάγος της φυλής Ναραγκανσέτ που είχε διδάξει τον Ντέιβιντ Νταρκ πώς να καλεί τα φθοροποιά πνεύματα είχε επισκεφθεί το σπίτι του Ντέιβιντ Νταρκ και είχε βρει τον δαίμονα από το Μεξικό. Παρ' όλο που ούτε εκείνος μπόρεσε να τον καταστρέψει, του περιόρισε τη μοχθηρή του ενέργεια δεσμεύοντάς τη, χάρη σε ένα ινδιάνικο τελετουργικό. Απ' ό,τι φαίνεται, ο μάγος αυτός σκόπευε να χρησιμοποιήσει τον δαίμονα για να επεκτείνει τη δική του επιρροή στη φυλή του και στους άλλους Ινδιάνους μάγους. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τον όλεθρο που είχε σπείρει στους κατοίκους του Σάλεμ. »Αλλά τα κάθε είδους δεσμά είναι τόσο δύνατα όσο ο πιο αδύνατος κρίκος της αλυσίδας τους, και έτσι, απ' ό,τι φαίνεται, μέχρι την άνοιξη του επόμενου έτους ο δαίμονας είχε μηχανευτεί τρόπους να σπάσει τα τελετουργικά δεσμά που ο μάγος είχε επιβάλει πάνω του. Ακολούθησε κάποιο είδος μάχης ανάμεσα στον Ινδιάνο και τον δαίμονα, μια μάχη κατά τη διάρκεια της οποίας ο δαίμονας έχασε προσωρινά τη δύναμή του, αλλά που το τέλος της βρήκε τον Ινδιάνο σοβαρά ακρωτηριασμένο. Στη συνέχεια, ο δαίμονας προσπάθησε να πάρει ξανά υπό την εξουσία της δύναμής του την κοινότητα του Σάλεμ παρασέρνοντας στο κρησφύγετο του τρεις νεαρές κοπέλες που είδε να περπατούν κοντά στη Λίμνη Μιλ: την Αν Πάτναμ, τη Μέρσι Λούις και τη Μαίρη Ουόλκοτ. »0 δαίμονας πρέπει να έσφαξε και τις τρεις τους, αν και ο Δικαστής Σάλτονστολ δεν έμελλε ποτέ να το εξακριβώσει αυτό. Τα οστά τους βρέθηκαν μετά από καιρό σε έναν προχειροσκαμμένο τάφο στο δάσος, κοντά στο σπίτι όπου έμενε ο Ντέιβιντ Νταρκ όσο ζούσε. Αλλά τα φαντάσματά τους, να το πω απλά, επέστρεψαν στο Σάλεμ και άρχισαν να καταλαμβάνονται από σπασμούς και να ουρλιά-

ζουν και να σπαρταρούν σαν δαιμονισμένα. Αυτό οδήγησε στο να κατηγορηθούν δεκαεννιά άτομα ως μάγοι και να απαγχονιστούν· αυτό ήταν που προκάλεσε τη μαρτυρική θανάτωση του Τζιλ Κόρεϊ. Μέσα σε ελάχιστες βδομάδες, ο δαίμονας είχε στο ενεργητικό του είκοσι αδικοχαμένες ψυχές· ένας θρίαμβος». «Και γιατί η υστερία ξεψύχησε τόσο απότομα;» ρώτησε ο Έντουαρντ. Ο Ντάγκλας Ίβλιθ τέλειωσε το σέρι του και έπειτα στριφογύρισε το ποτήρι του ανάμεσα στα δάχτυλά του σαν να μην είχε αποφασίσει ακόμα αν ήθελε να πιει κι άλλο ή όχι. «Σταμάτησε γιατί κάποιο ξημέρωμα ο Ησαύ Χάσκετ είδε δύο από τις κοπέλες αυτές, τη Μέρσι Λούις και τη Μαίρη Ουόλκοτ, να περπατούν στους δρόμους του Σάλεμ. Είχε μείνει ξύπνιος σχεδόν ολόκληρη τη νύχτα, επιβλέποντας τη φόρτωση μιας πολύτιμης ποσότητας λουλάκι. Όταν είδε τις κοπέλες, τις σταμάτησε και τις ρώτησε τι έκαναν τόσο αργά έξω στους δρόμους. Η μοναδική τους, όμως, αντίδραση ήταν, σύμφωνα με τον Δικαστή Σάλτονστολ, να τον αγριοκοιτάξουν με μάτια που έβγαζαν μια γαλάζια λάμψη και να του γρυλίσουν σαν λύκαινες, τρομοκρατώντας τον. Ο Χάσκετ υποπτευόταν πια πως ο δαίμονας του Ντέιβιντ Νταρκ είχε ξυπνήσει πάλι και για τον λόγο αυτό άρχισε να σχεδιάζει να επισκεφθεί την κρυψώνα του, μαζί με έναν πάστορα φίλο του, για να δει με τα ίδια του τα μάτια τι συνέβαινε εκεί. »Αυτό που αντίκρυσαν τα μάτια τους στο σπίτι του Νταρκ τούς τρόμαξε πέρα από κάθε φαντασία. Ας σας διαβάσω καλύτερα το σχετικό απόσπασμα από το ημερολόγιο του Σάλτονστολ. "Παρ' όλο που ήταν ακόμη ημέρα, μόλις τρεις και μερικά λεπτά μετά το μεσημέρι, οι ουρανοί άρχισαν να σκοτεινιάζουν καθώς ο κος Ησαύ Χάσκετ και ο Αιδεσιμώτατος Ρότζερ Κόρνγουολ πλησίαζαν την παλαιά οικία του Ντέβιντ Νταρκ. Σύμφωνα με τον Μάικ Μπάροου, στον οποίον αργότερα ο κος Χάσκετ αφηγήθηκε την περιγραφή τούτη, ο Αιδεσιμώτατος Κόρνγουολ σταμάτησε στον φράκτη που όριζε την έκταση της ιδιοκτησίας του Νταρκ και αρνιόταν για κάποια ώρα να προχωρήσει περαιτέρω, προσποιούμενος σοβαράν αδιαθεσίαν. Εντούτοις, ο κος Χάσκετ τον έπεισε να συνεχίσει και εν τέλει οι δύο άνδρες έφτασαν στην οικίαν. Τα παράθυρα ήταν σκοτεινά και δια τον λόγον τούτον ο κος Χάσκετ επέλεξε να εισχωρήσει βιαίως εντός, πράγμα το οποίο και κατάφερε με έναν πέλεκυν. Ο κος Χάσκετ ηρνήθη να περιγράψει με οποιαδήποτε λεπτομέρεια αυτό που αντίκρυσαν οι δυο τους στο εσωτερικόν του κτίσματος, αλλά ο Μάικ Μπάροου τελείωσε την αφήγησή του λέγοντας πως η δυσωδία της σήψης ήτο τόσο έντονη που τόσο ο κος Χάσκετ όσο και ο Αιδεσιμώτατος Κόρνγουολ εξέμεσαν αφού συνήλθαν, είδαν στο σκότος έναν τεραστίων διαστάσεων τρομακτικό Σκελετό, αποτελούμενο από κατάλευκα οστά, όπως είπε ο κος Χάσκετ, και με αναλογίες φυσικές από κάθε άποψιν, πέραν του γεγονότος ότι ήτο αρκετές φορές μεγαλύτερος από έναν κανονικό άνθρωπο και ζωντανός. Από τα πλευρικά οστά του σκελετού, που έμοιαζαν με τα τσιγκέλια ενός κρεοπώ-

λη, κρέμονταν εντόσθια χοίρων, κοτόπουλων και γιδών, και κρανία ζώων κάλυπταν καθένα από τα οστέινα δάχτυλά του. Το χειρότερο απ' όλα ήταν μια χάλκινη λεκάνη που βρισκόταν στο πάτωμα δίπλα από τον Σκελετό, μια λεκάνη ξέχειλη από σκοτεινά και αιματοβαμμένα περιεχόμενα. Καθώς ο κος Χάσκετ και ο Αιδεσιμώτατος Κόρνγουολ παρακολουθούσαν αηδιασμένοι και τρομαγμένοι, ο Σκελετός βούτηξε το ένα του χέρι στη λεκάνη και έβγαλε από μέσα μερικά από τα φρικιαστικά αυτά περιεχόμενα για να τα δουν· και τότε ήταν που ο κος Χάσκετ συνειδητοποίησε πως η λεκάνη εκείνη ήταν γεμάτη ανθρώπινες καρδιές, τις καρδιές κάθε άντρα και κάθε γυναίκας που είχε απαγχονιστεί κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Πλάνης"». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ γύρισε τις τελευταίες σελίδες του μαύρου τετραδίου. «Ο Ησαύ Χάσκετ καταλάβαινε τώρα το μέγεθος της σατανικής δύναμης που είχε ο ίδιος αφήσει ελεύθερη πάνω από τα κεφάλια των κατοίκων του Σάλεμ, και ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να αντιληφθεί ότι οι δίκες των μαγισσών δεν ήταν παρά η αρχή. Ο δαίμονας πιθανώς να αντλούσε τη δύναμή του από σφαγιασμένα ζώα και ανθρώπινες καρδιές, και στη συνέχεια χρησιμοποιούσε τους νεκρούς εκείνους που από τις καρδιές τους είχε τραφεί για να πάρει κοντά του κι άλλους. Η υστερία της Μεγάλης Πλάνης αυξανόταν και ο Χάσκετ προέβλεπε τον ερχομό μιας εποχής που οι ουρανοί θα ήταν μόνιμα σκοτεινοί και οι νεκροίπου περπατούσαν θα συνέτριβαν τους ζωντανούς». «Να γιατί το νεκροταφείο που είναι κοντά στην παραλία του Γκράνιτχεντ λεγόταν παλιά Ο Τόπος των Περπατητών», σχολίασα. «Σωστά», είπε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Αλλά η κατάρα έπεσε αργότερα πάνω από το Γκράνιτχεντ, αφού ο Ησαύ Χάσκετ είχε πάρει την απόφαση να απαλλάξει το Σάλεμ μια για πάντα από τον δαίμονα». «Και πώς το έκανε αυτό;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Σίγουρα ο δαίμονας θα είχε αρκετή δύναμη να εμποδίσει τον οποιονδήποτε να τον εξορκίσει». «Ο Χάσκετ πήγε στον μάγο των Ναραγκανσέτ και του έταξε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, αρκεί να τον βοηθούσε να συγκρατήσουν τον δαίμονα για όσο χρονικό διάστημα χρειαζόταν μέχρι να τον απομακρύνουν από το Σάλεμ και να σιγουρευτούν πως δεν θα επέστρεφε ποτέ. Ο μάγος αρχικά ήταν πολύ διστακτικός να προσφέρει τη βοήθειά του, γιατί ο δαίμονας του είχε κάνει μεγάλο κακό την τελευταία φορά που είχαν έρθει αντιμέτωποι· αλλά τελικά ο Χάσκετ ανέβασε την αμοιβή σε σχεδόν χίλιες λίρες σε χρυσάφι, προσφορά στην οποία ο μάγος ήταν αδύνατο να πει όχι. Τώρα ο μάγος γνώριζε ένα πράγμα: ότι ο δαίμονας ήταν τρωτός στο έντονο κρύο. Ή τ α ν ο άρχοντας της χώρας των νεκρών, ο θεός της φωτιάς της κολάσεως, με αδιαφιλονίκητη εξουσία στις κάμινους και τις σχάρες των αιώνιων μαρτυρίων. Μάλιστα, λέγεται πως τα σώματα όταν πεθαίνουν χάνουν τόσο γρήγορα τη ζεστασιά τους επειδή αυτός ο συγκεκριμένος δαίμονας την αφαιρεί από μέσα τους για τη δική του συντήρηση- και ακόμα, λένε

πως όλοι οι νεκροί που περπατούν μπορούν να γίνουν αντιληπτοί από την απόλυτη ψυχρότητα των κορμιών τους. Και το τελευταίο γραμμάριο θερμικής ενέργειας έχει στραγγιστεί από κάθε κύτταρο τους, για να διατηρείται ο άρχοντας της χώρας των νεκρών ακμαίος και ισχυρός. »0 μάγος των Ναρανγκασέτ πρότεινε έτσι στον Ησαύ Χάσκετ να προσπαθήσουν να παραλύσουν τον δαίμονα μέσα στο παλιό σπίτι του Νταρκ, γεμίζοντάς το με είκοσι-τριάντα φορτία πάγου που θα τα έβαζαν μέσα από τις πόρτες και τα παράθυρα· έπειτα, θα τοποθετούσαν τον δαίμονα σε ένα μεγάλο μονωμένο σκεύος, γεμάτο κι αυτό με πάγο και θα τον φόρτωναν σε ένα καράβι για να τον μεταφέρει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στα νότια, στον Κόλπο Μπάφιν, όπου και θα τον πετούσαν στον ωκεανό. Ο Χάσκετ δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν άλλον τρόπο για να σωθεί η πόλη, και έτσι συμφώνησε. »Το σχέδιο εκτελέστηκε στα τέλη του Οκτώβρη, αφού το Ντέιβιντ Νταρκ προετοιμάστηκε πολύ βιαστικά για να μεταφέρει το μοχθηρό του φορτίο. Παρά την αιματηρή απώλεια δύο αλόγων, που πέθαναν καθώς πλησίαζαν το σπίτι του Νταρκ, και την τύφλωση τριών αντρών, ο μάγος κατάφερε να συγκρατήσει με τα ξόρκια του τον δαίμονα όσο χρειάζονταν οι άντρες του Χάσκετ για να γκρεμίσουν τις πόρτες και τα παράθυρα με τις αξίνες και τα τσεκούρια τους και να γεμίσουν το δωμάτιο όπου είχε το ορμητήριο του ο δαίμονας με πάγο. Μέσα στο κατασκόταδο της νύχτας, ο γιγαντιαίος σκελετός μεταφέρθηκε έξω από το σπίτι και τοποθετήθηκε στο εσωτερικό του ειδικά κατασκευασμένου χάλκινου σκεύους που είχε παραγγείλει ο Χάσκετ. Μέσα έβαλαν ακόμα περισσότερο πάγο, ο οποίος ανανεωνόταν μέσα από ένα ειδικό στόμιο, και στη συνέχεια το κάλυμμα έκλεισε και σφραγίστηκε. Ο Μάικ Μπάροου βρισκόταν εκεί, το βράδι εκείνο — μαζί με τους υπόλοιπους έμπιστους υπαλλήλους του Χάσκετ. Για την αιχμαλώτιση του δαίμονα χρειάστηκαν πάνω από τριάντα άντρες και πολλές εκατοντάδες λίρες. Μέσα σε μια ώρα, το χάλκινο σκεύος είχε φορτωθεί κρυφά στο κατάστρωμα του Ντέιβιντ Νταρκ και ο καπετάνιος ανακοίνωνε πως ήταν έτοιμος να σαλπάρει. «Ωστόσο, καθώς έβγαιναν από την αποβάθρα του Σάλεμ, ο αντίθετος άνεμος άρχισε να δυναμώνει πολύ και ακόμα και στο εσωτερικό του λιμανιού η θάλασσα άρχισε να αγριεύει. Ο καπετάνιος έκανε σινιάλο στην ξηρά πως θα προτιμούσε να επιστρέψει στο αγκυροβόλι του και να περιμένει να καταλαγιάσει η καταιγίδα, προτού βγει στο ανοιχτό πέλαγος· αλλά ο Χάσκετ ανησυχούσε πάρα πολύ μην τυχόν και ο δαίμονας δραπέτευε από το καράβι αν αυτό έμενε δεμένο στο μουράγιο όλο το βράδι, κι έτσι διέταξε το Ντέιβιντ Νταρκ να σαλπάρει πάση θυσία. »Από εκεί και πέρα, τα υπόλοιπα τα γνωρίζετε. Οι άντρες του Ντέιβιντ Νταρκ τράβηξαν κουπί μέχρι τον Ισθμό του Γκράνιτχεντ. Εκεί σήκωσαν όσο το δυνατόν λιγότερα πανιά με την πρόθεση να κατευθυνθούν όσο γινόταν πιο

νοτιοανατολικά, ελπίζοντας ότι όταν η καταιγίδα υποχωρούσε θα κατάφερναν να αναστρέψουν πορεία μετά τη Νέα Σκωτία και να κατευθυνθούν προς τη Νέα Γη και τον Κόλπο του Λαμπραντόρ. Αλλά — εχ'τε είχε να κάνει αποκλειστικά με την καταιγίδα, είτε ευθυνόταν η βούληση του δαίμονα— το πλοίο παρασύρθηκε πάλι στο Στενό του Σάλεμ και βυθίστηκε κάπου έξω από τη δυτική ακτή της Χερσονήσου του Γκράνιτχεντ». «Υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες στη βύθιση;» ρώτησα. «Είδε κανείς από την ακτή το πλοίο να βουλιάζει;» «Όχι», απάντησε ο Ντάγκλας Ίβλιθ, κλείνοντας το βιβλίο και ακουμπώντας τα γαντοφορεμένα του χέρια πάνω του με κτητικότητα, σαν γάτα που έχει γραπώσει ένα νεκρό κοτσύφι. «Αλλά ίσως να υπήρχε ένας επιζών. Και αυτός ο μοναδικός πιθανός επιζών είναι που μου παρείχε τη μοναδική λογική εκτίμηση σχετικά με το σημείο όπου μπορεί να βυθίστηκε το Ντέιβιντ Νταρκ». «Υπήρχε κάποιος που επέζησε από το ναυάγιο;» ρώτησε ο Έντουαρντ, δύσπιστα. Ο Ντάγκλας Ίβλιθ ύψωσε προειδοποιητικά ένα του δάχτυλο. «Είπα μόνο πως είναι πιθανό. Αλλά τρία με τέσσερα χρόνια πριν, καθώς διάβαζα το οικογενειακό ημερολόγιο της οικογένειας Έμερι —ξέρετε, εκείνων των κατασκευαστών ναυτικών οργάνων από το Γκράνιτχεντ— έτυχε να συναντήσω μια παράξενη αναφορά σε κάποιον άντρα με γουρλωμένα μάτια, τον οποίον είχε ανακαλύψει μισοπνιγμένο στην ακτή του Γκράνιτχεντ, το φθινόπωρο του 1692, ο προπάππους του Ράντολφ Έμερι. Το συγκεκριμένο ημερολόγιο, το ημερολόγιο των Έμερι, γράφτηκε μεταξύ 1881 και 1885, και έτσι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο ακριβής μπορεί να είναι η ιστορία τούτη. Αλλά ο προπάππους του Ράντολφ Έμερι είχε χρησιμοποιήσει την αναφορά του σε εκείνον τον άντρα με τα γουρλωμένα μάτια για να διδάξει τους κληρονόμους του την τεχνική του σωστού προσανατολισμού στη θάλασσα με τη χρήση κοντινών σημείων στη στεριά. Γιατί, ο άντρας με τα γουρλωμένα μάτια είχε πει πως το καράβι του είχε βυθιστεί όχι πάνω από ένα τέταρτο του ναυτικού μιλίου μακριά από την ακτή, και πως αφού το καράβι είχε βουλιάξει και ο ίδιος είχε εκσφενδονιστεί στα κύματα πάνω σε ένα σπασμένο κατάρτι, κατάφερε να εξακριβώσει τη θέση του από τη θέση διαφόρων οροσήμων που είχε μπορέσει να διακρίνει μέσα από τον αφρό της θάλασσας. Στα αριστερά του, προς τον νότο, είχε δει τον φάρο στο ανατολικό ακρωτήρι της Νήσου του Χειμώνα, που βρισκόταν στην ίδια ευθεία με τον φάρο της ανατολικής ακτής του Τζούνιπερ Πόιντ. Μπροστά του, καθώς το παλιρροιακό κύμα στροβιλιζόταν και τον παρέσερνε προς την ακτή, μπορούσε να δει ένα ψηλό δέντρο το οποίο οι ναύτες συνήθιζαν να αποκαλούν Η Δύσμοιρη Παρθένα, εξαιτίας των σπειρών που αποτελούσαν τον κορμό του, και που έμοιαζαν με σταυρωμένους μηρούς, και των κλαριών του που πετάγονταν προς τα έξω σαν χέρια που ικέτευαν — μπορούσε να δει την κορυφή του δέντρου αυτού να βρί-

σκεται στην ίδια ευθεία με την κορυφή χου Λόφου Κουάκερ. Όπως είναι αυχονόηχο, η Δύομοιρη Παρθένα δεν υπάρχει πια, αλλά είναι πιθανό να μπορούμε να υπολογίσουμε με πολύ μεγάλη ακρίβεια χο πού βρισκόχαν χάρη σε σχεδιαγράμμαχα και πίνακες χου Λιμανιού χου Σάλεμ και χης Ακχής χου Γκράνιχχενχ που σώζονχαι από χην εποχή εκείνη. Επομένως, χο να ανακαλύψει κανείς χο πού ακριβώς βυθίστηκε το Ντέιβιντ Νταρκ είναι απλά ζήχημα βασικών γνώσεων χριγωνομεχρίας». «Και αφού είχατε όλες αυτές τις γνώσεις, γιατί δεν κάνατε τίποτα τόσον καιρό;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Καλέ μου κύριε, με περνάτε για ανόητο;» αντιγύρισε ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Προσωπικά δεν είχα ούτε τα απαραίτητα χρήματα, ούτε τον εξοπλισμό, ούτε τη νιότη, ούτε καμιά ιδιαίτερη τάση να αρχίσω να ψάχνω για ένα ναυάγιο που το πιο πιθανό είναι να έχει σαπίσει και εξαφανιστεί εδώ και αιώνες. Αλλά, συγχρόνως, δεν ήθελα να δημοσιεύσω τα ευρήματα της έρευνάς μου, εξαιτίας της ιδιαίτερα αμφισβητούμενης φύσης των νόμων που αφορούν τα ιστορικά ναυάγια. Μόλις θα έκανα γνωστό το πού κείτεται το Ντέιβιντ Νταρκ, οι δύτες θα βουτούσαν σαν σμήνη κατά εκατοντάδες, βάνδαλοι και ενθουσιώδεις ερασιτέχνες και απλοί επαγγελματίες κλέφτες. Αν υποθέσουμε πως είχε μείνει τίποτα που να αξίζει να ανέβει πάλι στην επιφάνεια, πιστεύετε πως θα 'θελα να το δω να λεηλατείται από τσαπατσούληδες αρχάριους και υποβρύχιους κακοποιούς;» «Υποθέτω πως όχι», απάντησε χαμογελώντας ο Έντουαρντ. «Το ίδιο πράγμα έκαναν και στην Αγγλία, έτσι δεν είναι; Παρίσταναν πως βουτούσαν για να ανακαλύψουν το Ρόαγιαλ Τζορτζ, ενώ στην πραγματικότητα έψαχναν για το Μαίρη Ρόουζ. Ή τ α ν ο μοναδικός τρόπος να παραπλανήσουν τους εμπόρους παλιοσίδερων. Αυτοί θα ήταν ικανοί να βάλουν δυναμίτη στο Μαίρη Τζορτζ και να το κάνουν κομματάκια, μόνο και μόνο για να πάρουν το μπρούντζινο κανόνι του». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ έκανε νεύμα στην Έ ν ι ν τ και της ζήτησε, ψιθυρίζοντάς της βραχνά: «Φέρε μου τους χάρτες από το τραπέζι. Μπράβο, καλό μου κορίτσι». «Είναι εγγονή σας η Ένιντ;» ρώτησε ο Φόρεστ, καθώς εκείνη απομακρυνόταν για να φέρει τους χάρτες. Ο Ντάγκλας Ίβλιθ τον κοίταξε επίμονα. «Εγγονή μου;» ρώτησε· η απορία του Φόρεστ έδειχνε να τον έχει φέρει σε αμηχανία. Ο Φόρεστ κοκκίνησε. «Ξέρετε τώρα», είπε σαστισμένος. «Μια υπόθεση μόνο έκανα». Ο Ίβλιθ κούνησε το κεφάλι, αλλά δεν ξεδιάλυνε το μυστήριο σχετικά με την ταυτότητα της Ένιντ. Υπηρέτρια; Ερωμένη; Απλή φίλη; Κατά βάθος δεν μας αφορούσε, αλλά νομίζω πως όλοι μας πολύ θα θέλαμε να μάθουμε. «Ορίστε», είπε η Ένιντ, φέρνοντας έναν μεγάλο διπλωμένο χάρτη των εισόδων του λιμανιού του Σάλεμ, και ανοίγοντάς τον πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού. Για άλλη μια φορά, η στιγμιαία θέα κόκκινων θηλών κάτω από ένα

κατάμαυρο κομμάτι ύφασμα· μια αίσθηση περίεργα ερεθιστική, μα που με γε'μιζε εξίσου με φόβο. Η Έ ν ι ν τ με πρόσεξε, καθώς την κοιτούσα, και μου ανταπόδωσε το βλέμμα, δίχως να χαμογελάσει, δίχως κανένα ίχνος ενδεχόμενης φιλίας. Το αδύναμο φως του ήλιου έλουζε το κεφάλι της σαν μαύρη γιρλάντα. Ο Ντάγκλας Ίβλιθ άνοιξε ένα συρτάρι κάτω από το τραπέζι και από μέσα έβγαλε ένα μεγάλο κομμάτι διαφανές χαρτί, πάνω στο οποίο είχαν ήδη σημειωθεί κάποιες συντεταγμένες και ίχνη πορείας. Άπλωσε το διαφανές χαρτί πάνω στον χάρτη· μόνο εκείνος γνώριζε πώς ακριβώς έπρεπε να τοποθετηθεί πάνω στον χάρτη, και έτσι τόσο ο χάρτης όσο και το χαρτί από πάνω του από μόνα τους ήταν άχρηστα σε οποιονδήποτε άλλον. Έ ν α ίχνος πορείας περνούσε από την άκρη του Τζούνιπερ Πόιντ και το νότιο ακρωτήρι της Νήσου του Χειμώνα- η άλλη γραμμή περνούσε από τον Λόφο Κουάκερ, και από το ίδιο μου το σπίτι. Γύρω στα τετρακόσια είκοσι μέτρα έξω από την ακτή του Γκράνιτχεντ ήταν σημειωμένο ένα Χ: ήταν το σημείο όπου υποτίθεται πως είχε βυθιστεί το Ντέιβιντ Νταρκ, πριν από περισσότερα από διακόσια ενενήντα χρόνια. Ο Έντουαρντ με κοίταξε ξέχειλος ενθουσιασμό. To Χ βρισκόταν όχι περισσότερο από διακόσια πενήντα μέτρα νότια-νοτιοδυτικά από εκεί όπου είχαμε ψάξει την προηγούμενη μέρα, μόνο που κάτω από την επιφάνεια του νερού, μέσα στα υποθαλάσσια ρεύματα και τα ερειπωμένα ναυάγια και την περιδινούμενη λάσπη, τα διακόσια πενήντα μέτρα έμοιαζαν με ολόκληρο ναυτικό μίλι. Ο Ντάγκλας Ίβλιθ έδειχνε να διασκεδάζει παρακολουθώντας μας. Δίπλωσε πάλι τον χάρτη, τον έβαλε παράμερα και στη συνέχεια έβαλε το διαφανές χαρτί πίσω στο συρτάρι του. «Αυτές οι πληροφορίες μπορούν να γίνουν δικές σας υπό κάποιους όρους», είπε. «Πρώτον, ποτέ δεν θα συνδέσετε δημόσια το όνομα μου με τη δουλειά σας. Δεύτερον, θα με κρατάτε ενήμερο σε καθημερινή βάση σχετικά με αυτά που κάνατε, και θα μου δείχνετε τα πάντα που φέρνετε στην επιφάνεια, όσο ασήμαντα και αν είναι. Τρίτον, και κυριότερο, αν καταφέρετε να εντοπίσετε το χάλκινο σκεύος στο οποία υποτίθεται ότι είναι έγκλειστος ο δαίμονας, δεν θα αποπειραθείτε να το ανοίξετε, αλλά θα το συσκευάσετε αμέσως σε πάγο και θα το φέρετε εδώ με ένα φορτηγό ψυγείο». «Θέλετε να το φέρουμε εδώ;» «Εσείς πιστεύετε ότι μπορείτε να το ελέγξετε μόνοι σας;» απαίτησε να μάθει ο Ντάγκλας Ίβλιθ. «Αν ξυπνήσει από τον λήθαργο του και αρχίσει να χρησιμοποιεί πάλι τις φρικιαστικές του δυνάμεις, πιστεύετε πως εσείς θα μπορούσατε να του προσφέρετε αυτά για τα οποία διψά;» Ο Φόρεστ είπε: «Σα να μη μ' αρέσουν και πολύ όλα αυτά». Αλλά ο Έντουαρντ δεν συμφώνησε μαζί του: «Δεν έχω κάποια ιδιαίτερη αντίρρηση, αρκεί να έχουμε πρόσβαση σε ό,τι θα είναι αυτό που θα ανακαλύψουμε, αφού το φέρουμε εδώ. Θα θέλουμε να κάνουμε όλων των ειδών τα τεστ·

συμβατικά, αλλά και παραφυσικά. Ανάλυση οστών, Άνθρακας 14, ανίχνευση με υπέρυθρες ακτίνες, ακτίνες Χ. Έπειτα θα κάνουμε το τεστ Πάαρσμαν, για να ελέγξουμε την κινητική του ενέργεια, και ένα τεστ υπνο-βούλησης». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ συλλογίστηκε λίγο τα σχέδια του Έντουαρντ και έπειτα ανασήκωσε τους ώμους. «Εντάξει, αλλά ελπίζω να μη μετατρέψετε το σπίτι μου σε εργαστήριο πειραμάτων». Ο Έντουαρντ είπε: «Θα πρέπει να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας, κε Ίβλιθ. Μας λείπουν αρκετά χρήματα ακόμα. Κατ' αρχήν πρέπει να εντοπίσουμε το ναυάγιο· έπειτα, αφού θα το έχουμε κάνει αυτό, θα πρέπει να το καθαρίσουμε από όλη τη λάσπη, να συλλέξουμε και να καταγράψουμε όλα τα σπασμένα κομμάτια, και να δούμε πόσο μέρος της αρχικής δομής μπορούμε να ανεβάσουμε στην επιφάνεια άθικτο. Τέλος, θα χρειαστεί να νοικιάσουμε αρκετές μεγάλες μαούνες, δύο πλωτά βάθρα και έναν πλωτό τρίποδο γερανό. Μιλάμε για ένα κόστος της τάξης των πέντε με έξι εκατομμυρίων δολαρίων. Και αυτά είναι μόνο τα αρχικά έξοδα». «Θέλετε να πείτε πως ίσως να περάσει πολύς καιρός προτού μπορέσετε να φέρετε το ναυάγιο στο φως της ημέρας;» «Ακριβώς. Σίγουρα δεν μπορούμε να το ανεβάσουμε την επόμενη βδομάδα, ακόμα και αν μέχρι τότε το έχουμε ανακαλύψει». Ο Ντάγκλας Ίβλιθ έβγαλε τα γυαλιά χου. «Λοιπόν», είπε, «κρίμα, πραγματικά κρίμα. Όσο περισσότερος χρόνος περνάει, τόσες λιγότερες ελπίδες μού μένουν να προλάβω να το δω». «Αλήθεια θέλετε να έρθετε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν Αζτέκο δαίμονα;» τον ρώτησα. Εισέπνευσε δυνατά. «Ο άρχοντας της Μικτλάμπα δεν είναι κάποιος κοινός δαίμονας», μου απάντησε. «Μικτλάμπα;» «Έτσι αποκαλούν οι Μεξικάνοι τη χώρα των νεκρών». «Και ο δαίμονας ο ίδιος έχει δικό του όνομα;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Φυσικά. Ο άρχοντας της Μικτλάμπα κατονομάζεχαι σχον Codex Vaticanus A ο οποίος συντάχθηκε από μοναχούς στα 1500. Υπάρχει ακόμα και ένα σχέδιο που τον απεικονίζει, να κατεβαίνει από το σκότος της νύχτας, με το κεφάλι προς τα κάτω, με τον ίδιο τρόπο που μια αράχνη κατεβαίνει από τον ιστό της, για να παγιδεύσει τις ψυχές των ζωντανών. Εξουσιάζει όλους τους άλλους Αζτέκους δαίμονες του Κάτω Κόσμου, συμπεριλαμβανομένου του Τεζκατλιπόκα, του καπνίζοντα καθρέπτη, και μόνο αυτός, μαζί με τον Τονακατεκάτλι, τον άρχοντα του ήλιου, έχει το δικαίωμα να φορά στέμμα. Πάντα απεικονίζεται να έχει κοντά του μια κουκουβάγια, ένα πτώμα και ένα πιάτο με ανθρώπινες καρδιές, που είναι και η κύρια τροφή του. Το όνομά του είναι Μικταντεκάτλι». Ένιωσα μια ανατριχίλα να διατρέχει την πλάτη μου και κοίταξα τον Έντου-

αρντ διαπεραστικά. «Μικ-τα-ντε-κάτ-λι», επανέλαβα αργά. «Ναι», είπε ο Έντουαρντ. «Μικ ο Μαχαιράς».

ΕΙΚΟΣΙ ΔΥΟ Άφησα τον Έντουαρντ και τον Φόρεστ στο σπίτι του πρώτου, στην Οδό Στόρι, και συνέχισα για το Νοσοκομείο του Σάλεμ, ένα γκρίζο τετράγωνο σύμπλεγμα τσιμεντένιων κύβων πάνω στη Λεωφόρο Τζέφερσον, όχι πολύ μακριά από τη Λίμνη Μιλ, εκεί όπου κάποτε ζούσε ο Ντέιβιντ Νταρκ. Ο ουρανός είχε καθαρίσει, και από ψηλά έρχονταν αδύναμες οι ακτίδες του ήλιου που αντικατοπτρίζονταν στις γεμάτες βρόχινο νερό λακκούβες του πάρκινγκ. Πέρασα τις πόρτες του νοσοκομείου, με τα χέρια βυθισμένα για τα καλά στις τσέπες του πανωφοριού μου, και προσευχήθηκα η υγεία χης Κόνστανς Μπέντφορντ να έχει βελτιωθεί όσο περισσότερο ήταν δυνατό. Δεν έπρεπε να είχα αφήσει εκείνην και τον άντρα της να έρθουν στο σπίτι μου. Μια απλή προειδοποίηση δεν ήταν αρκετή. Τώρα είχε χάσει το φως της, και γι' αυτό έφταιγα εγώ. Βρήκα τον Ουόλτερ να κάθεται στον χώρο αναμονής του τέταρτου ορόφου, με το κεφάλι σκυμμένο, να κοιτάει το γυαλισμένο δάπεδο από βινύλιο. Πίσω του υπήρχε μια λιθογραφία του Μπαζίλ Έντε, που απεικόνιζε έναν πελεκάνο. Ο Ουόλτερ δεν σήκωσε το βλέμμα του, ακόμα κι όταν κάθισα δίπλα του. Ακούστηκε ο απαλός χτύπος από ένα καμπανάκι και η θελκτική φωνή μιας τηλεφωνήτριας είπε: «Ο Ιατρός Μάρεϊ στο λευκό τηλέφωνο, παρακαλώ. Ο Ιατρός Μάρεϊ». «Ουόλτερ;» είπα. Σήκωσε το κεφάλι του. Τα μάτια του περιστοιχίζονταν από κόκκινους κύκλους, αποτέλεσμα τόσο της κούρασης όσο και των δακρύων. Έδειχνε σχεδόν εκατό χρόνια μεγαλύτερος, και στον νου μου ήρθε εκείνο που είχε πει ο Ντάγκλας Ίβλιθ, σχετικά τους άντρες που είχαν αποτελέσει το πλήρωμα του Αραμπέλα. Ανοιξε το στόμα του, αλλά για κάποιον λόγο το λαρύγγι του ήταν υπερβολικά στεγνό για να καταφέρει να αρθρώσει την παραμικρή λέξη. «Τι νέα έχουμε;» τον ρώτησα. «Είναι καθόλου καλύτερα; Την έχεις δει;» «Ναι», μου απάντησε. «Την έχω δει». «Και;» «Είναι καλύτερα». Ετοιμαζόμουν να πω κάτι ενθαρρυντικό, αλλά έπειτα συνειδητοποίησα πως υπήρχε κάτι το περίεργο στον τρόπο που είχε μιλήσει, ο τόνος της ομιλίας του είχε ακουστεί επίπεδος, διόλου πειστικός. «Ουόλτερ;» του είπα. Απροσδόκητα, γύρισε προς το μέρος μου και έπιασε το χέρι μου και το κράτησε πολύ σφικτά στην παλάμη του. «Δεν την πρόλαβες», είπε. «Πέθανε πριν από

περίπου είκοσι λεπτά. Οξεία εγκεφαλική βλάβη, που προκλήθηκε από την ε'κθεση σε έντονο ψύχος. Πρόσθεσε σε αυτό τον νευρικό κλονισμό και τα σωματικά τραύματα στα μάτια και το πρόσωπο. Δεν είχε και πολλές ελπίδες». «Ω Θεέ μου, Ουόλτερ λυπάμαι». Πήρε μια βαθιά, θλιμμένη ανάσα. «Είμαι κάπως ζαλισμένος, φοβάμαι. Μου έδωσαν κάτι για να ηρεμήσω. Κάτι αυτό, κάτι η κούραση, κάτι η στενοχώρια, υποθέτω πως αυτή τη στιγμή δεν είμαι για πολλά-πολλά». «Θέλεις να σε πάω σπίτι;» «Σπίτι;» Κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου ερωτηματικά, σαν να μην ήξερε πια τι σήμαινε η λέξη «σπίτι». Το σπίτι ήταν τώρα απλά ένα ψυχρό κτίσμα, γεμάτο με υπάρχοντα που δεν ανήκαν πια σε κανέναν. Σειρές από φορέματα που δεν θα φοριούνταν ποτέ ξανά· ράφια ολόκληρα με παπούτσια των οποίων ο ιδιοκτήτης δεν θα επέστρεφε ποτέ. Σε τι μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας μόνος άντρας συρτάρια ξέχειλα από κραγιόν και στηθόδεσμους και καλσόν; Το πιο οδυνηρό κομμάτι του χαμού της γυναίκας σου, όπως είχα ανακαλύψει ο ίδιος, ήταν το ξεκαθάρισμα του μπάνιου. Η κηδεία δεν ήταν τίποτα μπροστά στο ξεκαθάρισμα του μπάνιου. Στεκόμουν εκεί πέρα, με ένα καλάθι απορριμάτων γεμάτο βερνίκι νυχιών και μαλακτικό για τα μαλλιά και λάδι για την επιδερμίδα και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να περιμένω μέχρι να στερέψουν τα δάκρυά μου. «Δεν πρέπει να κατηγορείς τον εαυτό σου», είπε ο Ουόλτερ. «Με προειδοποίησες όσο πιο ξεκάθαρα γινόταν. Απλά σκέφτηκα — απλά σκέφτηκα πως η Τζέιν θα μπορούσε για ένα βράδι μόνο να είναι καλή μαζί μας...τουλάχιστον απέναντι στη μητέρα της». «Ουόλτερ, την ξανάδα, έπειτα από λίγο. Προσπάθησε να σκοτώσει κι εμένα. Δεν είναι πια η Τζέιν, αυτό προσπαθούσα να σας εξηγήσω τόσον καιρό. Δεν είναι εκείνη η Τζέιν που γνώριζε ο καθένας από εμάς. Τώρα μοιάζει σαν να είναι εθισμένη σε κάτι, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; Το πνεύμα της δεν μπορεί να αναπαυτεί, παρά μόνο αφού θα έχει αφαιρέσει τη ζωή κάποιου, για να εξασφαλίσει την τροφή της δύναμης εκείνης που την ελέγχει». «Ποιας δύναμης; Για ποια δύναμη μιλάς, δεν σε καταλαβαίνω». «Ουόλτερ», του απάντησα. «Δεν είναι ούτε η κατάλληλη στιγμή ούτε το κατάλληλο μέρος. Άσε με να σε πάω στο σπίτι σου· ξεκουράσου λίγο, και αύριο μπορούμε να συζητήσουμε για όλα αυτά». Έριξε μια μηχανική ματιά πίσω του, στο δωμάτιο όπου πρέπει να βρισκόταν η Κόνστανς. «Είναι ακόμα εκεί;» τον ρώτησα, και εκείνος μου έγνεψε καταφατικά. «Δεν μπορώ να την αφήσω», είπε. «Δεν θα 'ταν σωστό». «Δεν θα την αφήσεις, Ουόλτερ. Έχει ήδη φύγει από κοντά μας». Έμεινε σιωπηλός για πάρα πολλή ώρα. Κάθε γραμμή του προσώπου του έμοιαζε τώρα να έχει γεμίσει με στάχτη· και ήταν τόσο μουδιασμένος από την

εξάντληση και τα ηρεμιστικά που με δυσκολία μπορούσε να κρατήσει το κορμί του όρθιο. «Ξέρεις κάτι, Τζον;» με ρώτησε. «Τώρα πια δεν έχω κανέναν. Ούτε γιο, ούτε κόρη, ούτε γυναίκα. Ό λ η η οικογένεια που φανταζόμουν πως θα έβλεπα να μεγαλώνει γύρω μου, όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που αγαπούσα, τώρα έχουν χαθεί· δεν έχει μείνει κανείς, παρά μοναχά ο εαυτός μου. Δεν έχω καν κάποιον να του κληροδοτήσω το χρυσό μου ρολόι». Σήκωσε τη μανσέτα του, ξεκούμπωσε το ρολόι του και το κράτησε ψηλά. «Τι θ' απογίνει αυτό το ρολόι, όταν πεθάνω; Η Κόνστανς, ξέρεις, είχε παραγγείλει να του χαράξουν πάνω του το όνομά μου- και αυτό που μου είπε αργότερα ήταν: "Κάποια μέρα, ο δισέγγονος σου θα φορέσει αυτό το ρολόι και θα κοιτάξει το όνομα που είναι χαραγμένο στο πίσω μέρος και θα ξέρει ποιος είναι και ποιοι είναι οι πρόγονοι του". Και ξέρεις κάτι, Τζον; Αυτό το αγόρι δεν θα υπάρξει ποτέ». «Σταμάτα τώρα, Ουόλτερ», τον έκοψα. «Θα πάω να μιλήσω λίγο με τον γιατρό, και έπειτα θα σε πάω σπίτι». «Θα πας πάλι...σε εκείνο το μέρος, απόψε; Στο σπίτι σου;» «Μπορώ να μείνω μαζί σου, αν θέλεις». Σούφρωσε τα χείλη και έπειτα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Καλό θα ήταν αυτό. Αν δεν σου είναι φασαρία». «Καμία φασαρία, Ουόλτερ. Για να είμαι ειλικρινής, χαίρομαι που έχω μια δικαιολογία για να μην επιστρέψω εκεί». Βγήκαμε από το νοσοκομείο και διασχίσαμε το πάρκινγκ για να φτάσουμε στο αυτοκίνητο μου. Ο βραδινός άνεμος έκανε τον Ουόλτερ να ριγήσει. Τον βοήθησα να κάτσει στη θέση του συνοδηγού και έπειτα βγήκαμε από τα προάστια του Σάλεμ, κατευθυνόμενοι νότια, προς τη Βοστώνη και το Ντένταμ. Ο Ουόλτερ μιλούσε ελάχιστα· μόνο κοίταζε τα αυτοκίνητα που συναντούσαμε, τα σπίτια και τα δέντρα που προσπερνούσαμε και το σκοτάδι της νύχτας που ερχόταν, της πρώτης νύχτας εδώ και τριάντα οκτώ χρόνια που δεν θα μοιραζόνταν με την Κόνστανς. Καθώς πλησιάζαμε στη Βοστώνη, τα φώτα των αεροπλάνων που έκαναν κύκλους πάνω από το αεροδρόμιο Λόγκαν έμοιαζαν να είναι το πιο μοναχικό θέαμα που είχαν αντικρύσει ποτέ τα μάτια μου. Το σπίτι στο Ντένταμ είχε περάσει από Μπέντφορντ σε Μπέντφορντ, τέσσερις γενιές, από πατέρα σε γιο, και παρ' όλο που τόσο ο Ουόλτερ όσο και ο πατέρας του δούλευαν στο Σάλεμ, είχαν συνεχίσει να ζουν στο παλιό σπίτι στο Ντένταμ για να διατηρήσουν την οικογενειακή παράδοση. Για κάποια χρόνια, ο πατέρας του Ουόλτερ νοίκιαζε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στο κέντρο του Σάλεμ, αλλά η Κόνστανς είχε απαιτήσει από τον Ουόλτερ να ταξιδεύει σαράντα ολόκληρα χιλιόμετρα κάθε μέρα από τη δουλειά στο σπίτι· σε αυτό είχε συμβάλει και η εκμυστήρευση της μητέρας του Ουόλτερ στην Κόνστανς, στην κηδεία

του πεθερού της, πως ο πατέρας του Ουόλτερ έβλεπε διάφορες «γυναίκες» στο διαμέρισμα στο Σάλεμ, και πως το είχε ανακαλύψει όταν κάτω από το κρεβάτι είχε βρει γυναικεία εσώρουχα. Ή τ α ν ένα μεγάλο σπίτι, τεχνοτροπίας του 17ου αιώνα, το οποίο δέσποζε σε ένα οικόπεδο τριών εκταρίων — τα αρχικά είκοσι εκτάρια είχαν τεμαχιστεί από τις διαδεχόμενες γενιές των Μπέντφροντ και είχαν πουληθεί για να αξιοποιηθούν. Λευκοβαμμένο, με πέντε διαφορετικά επίπεδα στη στέγη, τα οποία συναντιώνταν στην κορυφή της, το σπίτι ερχόταν σε επαφή με τον έξω κόσμο μέσω ενός καμπυλωτού δρόμου που περιστοιχιζόταν από σφένδαμους, και τα φθινόπωρα έδειχνε τόσο γραφικό που με δυσκολία κανείς πίστευε πως πραγματικά κατοικούσαν άνθρωποι μέσα. Ακόμα θυμόμουν πόση εντύπωση μου είχε κάνει την πρώτη φορά που με έφερε εδώ η Τζέιν. Σκέφτηκα πόσο καλύτερα θα ήταν για τους Μπέντφορντ αν το πρωινό εκείνο είχα στρίψει και είχα επιστρέψει στο Σεντ Λούις, δίχως καμία στάση, οδηγώντας μέρα-νύχτα· θα έκανα οτιδήποτε προκειμένου να τους σώσω από την τραγωδία που τους είχε βρει τις τελευταίες βδομάδες και από τον τρόμο που ήξερα πως πλησίαζε ακόμα περισσότερο. Σταμάτησα το αυτοκίνητο έξω από την πόρτα του σπιτιού και βοήθησα τον Ουόλτερ να κατέβει. Μου έδωσε το κλειδί της εξώπορτας και εγώ την άνοιξα. Το σπίτι ήταν ακόμα ζεστό' οι Μπέντφορντ είχαν αφήσει την κεντρική θέρμανση αναμμένη το χτεσινό βράδι, αφού την ώρα που έφευγαν δεν μπορούσαν να φανταστούν πως δεν θα γυρνούσαν πίσω. Το πρώτο πράγμα που είδα μόλις άναψα το φως του χολ ήταν τα γυαλιά της Κόνστανς, ακουμπισμένα στο τζαμένιο τραπεζάκι του χολ, στο ίδιο ακριβώς σημείο που τα είχε αποθέσει μόλις πριν από είκοσι τέσσερις ώρες. Σήκωσα τα μάτια μου και είδα το παραμορφωμένο είδωλο του προσώπου μου στην επιφάνεια ενός κυκλικού καθρέφτη με επίχρυση κορνίζα· πίσω μου, ο Ουόλτερ έδειχνε συρρικνωμένος και παράξενος. «Προτεραιότητα αριθμός ένα: ένα μεγάλο ποτήρι ουίσκι», είπα στον Ουόλτερ. «Πήγαινε στο καθιστικό και βγάλε τα παπούτσια σου. Κοίτα να ξεκουραστείς». Ο Ουόλτερ έβγαλε με δυσκολία το πανωφόρι και το κασκόλ του και έπειτα με ακολούθησε στο ευρύχωρο καθιστικό, με το δάπεδο από μελί παρκέ, τα περσικά χαλιά του και τα πολύτιμα έπιπλα του 19ου αιώνα. Πάνω από το μεγάλο τζάκι βρισκόταν κρεμασμένος ένας παλιός πίνακας της Επαρχίας Σάφολκ, πριν αρχίσουν να χτίζονται μοντέρνα σπίτια και εξοχικές κατοικίες, πριν κατασκευαστεί ο μεγάλος αυτοκινητόδρομος της Μασαχουσέτης και οι σταθμοί διοδίων του. Κάτω από τον πίνακα, στο ράφι του πάνω μέρους του τζακιού, υπήρχε μια συλλογή από μινιατούρες φτιαγμένες από πορσελάνη Δρέσδης που ήταν προφανές ότι ανήκαν στην Κόνστανς. «Νιώθω ναρκωμένος», είπε ο Ουόλτερ, και κάθισε στην πολυθρόνα. «Θα νιώθεις έτσι για μπόλικο καιρό», τον προειδοποίησα. Πήρα τη βαριά κρυστάλλινη καράφα με το ουίσκι, γέμισα δύο ποτήρια μέχρι πάνω και του έδωσα το

ένα. «Είναι η φυσική αντίδραση του μυαλού σου, που θέλει να σε προστατέψει από το σοκ αυτού που συνέβη». Ο Ουόλτερ κούνησε το κεφάλι. «Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω, ξέρεις. Δεν μπορώ να πιστέψω τίποτα. Σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι ό,τι έγινε χθες το βράδι, τον τρόπο που εμφανίστηκε η Τζέιν και όλα μοιάζουν με ταινία τρόμου, σαν κάτι που μόνο στην τηλεόραση θα μπορούσες να δεις. Κάτι εξωπραγματικό». «Υποθέτω πως εξαρτάται από τον ορισμό που δίνεις στη λέξη πραγματικό», του απάντησα και έκατσα απέναντι του, τραβώντας την καρέκλα μου κοντά σε εκείνον. Ο Ουόλτερ με κοίταξε. «Θα είναι πάντα εκεί; Εννοώ, θα είναι πάντα εκεί η Τζέιν; Θα είναι πάντα ένα φάντασμα; Δεν θα αναπαυθεί ποτέ;» «Ουόλτερ», του είπα, «αυτό είναι ένα από τα πράγματα για τα οποία θέλω να σου μιλήσω. Αλλά όχι τώρα. Ας περιμένουμε μέχρι αύριο». «Όχι», αντέδρασε ο Ουόλτερ. «Ας συζητήσουμε τώρα. Θέλω να σκεφτώ αυτό το πράγμα και να το σκεφτώ ξανά και ξανά μέχρι το μυαλό μου να κουραστεί να σκέφτεται και να μην μπορεί να σκεφτεί άλλο». «Είσαι σίγουρος πως αυτό είναι ό,τι σου χρειάζεται τούτη τη στιγμή;» «Δεν ξέρω, αλλά αυτό θέλω να κάνω. Τέλος πάντων, ποιος νοιάζεται για το τι είναι σωστό και τι λάθος; Δεν έχω κανέναν. Το σκέφτηκες αυτό; Έ χ ω ένα σπίτι με δέκα κρεβατοκάμαρες και δεν έχω κανέναν να το μοιραστώ». «Τέλειωσε το ουίσκι σου», του πρότεινα. «Ας πιούμε άλλο ένα. Πρέπει να μεθύσω πρώτα για να σου μιλήσω για όλα αυτά». Ο Ουόλτερ κατέβασε τις τελευταίες γουλιές, ρίγησε και έπειτα μου έδωσε το άδειο χου ποτήρι. Αφού ξαναγέμισα τα ποτήρια μας, έκατσα πάλι κοντά του και είπα: «Απ' ό,τι ξέρω, υπάρχει μόνος ένας τρόπος για να αναπαυθεί το πνεύμα της Τζέιν, και ακόμα και αυτός δεν είναι σίγουρος. Με δυσκολία έχω καταφέρει να κάνω τον ίδιο μου τον εαυτό να τα πιστέψει όλα αυτά, γιατί όσο περισσότερα μαθαίνω, τόσο πιο περίεργα πράγματα ανακαλύπτω. Πιστεύω πως ο μοναδικός λόγος που συνεχίζω να πιστεύω είναι επειδή υπάρχουν και άλλοι τέσσερις-πέντε άνθρωποι που πιστεύουν: τρεις γνωστοί μου, υπάλληλοι στο μουσείο Πίμποντι, και μια φίλη τους. «Σήμερα το πρωί πήγαμε στο Τιούκσμπερι και μιλήσαμε με τον κο Ντάγκλας Ίβλιθ. Τον γνωρίζεις; Ακόμα και αν δεν τον ξέρεις προσωπικά, σίγουρα θα έχεις ακούσει γι' αυτόν. Ο κος Ίβλιθ κάνει μια έρευνα σχετικά με τα αλλόκοτα πνευματιστικά φαινόμενα στο Σάλεμ και το Γκράνιτχεντ και συμφωνεί μαζί μας πως η πιθανότερη αιτία που προκαλεί όλες αυτές τις εμφανίσεις φαντασμάτων, όπως της Τζέιν και της κας Σίμονς είναι...πώς να το πω, είναι κάτι που βρίσκεται βυθισμένο σε ένα παλιό ναυάγιο, λίγο έξω από την ακτή του Γκράνιτχεντ· μέσα σε ένα βυθισμένο πλοίο που λέγεται Ντέιβιντ Νταρκ». «Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Ουόλτερ.

«Ούτε εγώ καταλαβαίνω, απόλυτα. Όμως, απ' ό,τι φαίνεται στο αμπάρι του πλοίου βρίσκεται κάποιο πράγμα που μοιάζει με γιγάντιο σκελετό, και το οποίο μεταφε'ρθηκε στο Σάλεμ από το Μεξικό στα τε'λη της δεκαετίας του 1680 από το Μεξικό. Απ' ό,τι έλεγαν, ο σκελετός ήταν ένας δαίμονας που ονομαζόταν...μισό λεπτό, το έχω γράψει κάπου...Μικταντεκάτλι. Ο άρχοντας της Μικτλάμπα, της χώρας των νεκρών. Υποτίθεται πως η δύναμη του Μικταντεκάτλι ήταν που προξένησε όλο εκείνο το χάος που οδήγησε στις δίκες των μαγισσών του Σάλεμ· και παρ' όλο που βρίσκεται βυθισμένος στον ωκεανό, θαμμένος αρκετά μέτρα κάτω από τη λάσπη του βυθού, έχει ακόμα επιρροή πάνω στους νεκρούς του Γκράνιτχεντ και δεν τους αφήνει να αναπαυτούν». Ο Ουόλτερ γούρλωσε τα μάτια του και με κοίταξε λες και ήμουν τρελός· αλλά γνώριζα καλά πως ο μόνος τρόπος που υπήρχε για να πείσω τόσο εκείνον όσο και τον εαυτό μου σχετικά με την αληθινή έκταση του κινδύνου που αντιπροσώπευε ο Μικταντεκάτλι ήταν να συνεχίσω να του μιλώ και να του περιγράφω, όσο πιο λογικά και ήρεμα γινόταν, το τι χρειαζόταν να γίνει . «Θα πρέπει να εντοπίσουμε το ναυάγιο του Ντέιβιντ Νταρκ», είπα. «Έπειτα, θα πρέπει να το ανελκύσουμε και να βγάλουμε από μέσα το χάλκινο σκεύος στο οποίο βρίσκεται ο Μικταντεκάτλι. Ύστερα θα χο μεταφέρουμε στο Τιούκσμπερι, και θα το παραδώσουμε στον Ίβλιθ για να εξουδετερώσει τον δαίμονα». «Και τι μπορεί να κάνει εκείνος που δεν μπορεί να κάνει κανένας άλλος;» ζήτησε να μάθει ο Ουόλτερ. «Δεν θέλησε να μας πει. Αλλά μας συμβούλεψε με μεγάλη επιμονή να μην προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε τον δαίμονα μόνοι μας». «Τον δαίμονα», είπε ο Ουόλτερ, σκεπτικός· έπειτα με κοίταξε παρατηρητικά. «Αληθινά πιστεύεις πως πρόκειται για δαίμονα;» «Αυτός είναι ένας κάπως ξεπερασμένος τρόπος να το θέσει κανείς», παραδέχτηκα. «Υποθέτω πως στις μέρες μας θα το αποκαλούσαμε πνευματιστικό εύρημα. Αλλά ό,τι κι αν είναι αυτό και ό,τι όνομα και να του δώσει κανείς, το γεγονός παραμένει πως το Ντέιβιντ Νταρκ μοιάζει να αποτελεί το κέντρο κάποιας υπερβολικά έντονης υπερφυσικής δραστηριότητας· και ο μόνος τρόπος να ανακαλύψουμε περί τίνος ακριβώς πρόκειται και πώς να το σταματήσουμε είναι να ανελκύσουμε το ναυάγιο». Ο Ουόλτερ δεν είπε τίποτα, αλλά τέλειωσε και το δεύτερο ουίσκι του και χώθηκε πιο βαθιά στην πολυθρόνα του, εξουθενωμένος, ναρκωμένος από τα ηρεμιστικά και ήδη μισο-μαστουρωμένος. Μάλλον δεν έπρεπε να του είχα δώσει να πιεί αλκοόλ ενώ είχε ήδη πάρει ηρεμιστικά, αλλά απ' όσο μπορούσα να κρίνω χρειαζόταν να έχει όσο δυνατό λιγότερη συναίσθηση αυτών που γίνονταν γύρω του. Είπα, με τον πιο πειστικό τόνο που διέθετα: «Ακόμα και αν το ναυάγιο δεν είναι αυτό που νομίζουμε ότι είναι, η ανέλκυσή του από τον πυθμένα δεν παύει

να είναι μια επικερδής επιχείρηση. Θα υπάρξει αρχαιολογικό ενδιαφέρον και θα μπορούσε κανείς να κατασκευάσει ακόμα και αναμνηστικά αντικείμενα, να πουλήσει τα δικαιώματα για την έκδοση κάποιου σχετικού βιβλίου ή για το γύρισμα κάποιας τηλεοπτικής εκπομπής. Και αφού θα έχουμε ανελκύσει το ναυάγιο, θα μπορούσαμε να το εκθέσουμε κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασής του και θα μπορούσαμε να έχουμε κάποια σταθερά έσοδα από τα εισιτήρια». «Μου ζητάς χρήματα, σωστά;» μάντεψε ο Ουόλτερ. «Η ανέλκυση χου Ντέιβιντ Νταρκ είναι αδύνατη χωρίς κεφάλαιο». «Πόσο κεφάλαιο;» «Ο Έντουαρντ Ουόρντουελ — ένας από τους υπαλλήλους του Πίμπονχι, που σου έλεγα προηγουμένως— χο υπολογίζει γύρω σχα πένχε με έξι εκατομμύρια». «Πέντε με έξι εκατομμύρια; Πού στον διάολο να βρω εγώ πέντε με έξι εκατομμύρια;» «Έλα τώρα, Ουόλτερ, οι πιο πολλοί από τους πελάτες σου είναι επιχειρηματίες. Αν μόνο είκοσι ή τριάντα απ' αυτούς πειστούν να επενδύσουν στην ανέλκυση του Ντέιβιντ Νταρκ, θα μπορούσε ο καθένας τους να μας δώσει από εκατόν πενήντα χιλιάδες δολάρια. Σε αντάλλαγμα, θα κέρδιζαν τη φήμη πως συμμετείχαν οικονομικά στη ανέλκυση ενός ιστορικού πλοίου, καθώς και τη δυνατότητα να παραγράψουν όλα τους τα χρέη προς την Εφορία». «Δεν θα τολμούσα να συμβουλέψω κανέναν να επενδύσει τα χρήματά του στην ανέλκυση ενός ναυαγίου τριών ολόκληρων αιώνων που ίσως να μη βρίσκεται καν εκεί που νομίζουμε». «Ουόλτερ, πρέπει. Αν δεν το κάνεις, το πνεύμα της Τζέιν και εκατοντάδων άλλων ανθρώπων θα μείνει καταδικασμένο και καταραμένο για μια αιωνιότηταδεν θα αναπαυθεί ποτέ- δεν θα βρει ποτέ γαλήνη. Και αν κρίνουμε από τα πρόσφατα γεγονότα, η δύναμη του Μικταντεκάτλι γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Ο Ντάγκλας Ίβλιθ πιστεύει πως το χάλκινο σκεύος μέσα στο οποίο είναι φυλακισμένος ο δαίμονας όλους αυτούς τους αιώνες ίσως να έχει αρχίσει να διαβρώνεται. Το ζήτημα είναι απλό: πρέπει να βρούμε τον Μικταντεκάτλι προτού εκείνος βρει εμάς». Ο Ουόλτερ είπε: «Λυπάμαι, Τζον. Δεν γίνεται. Αν έστω και ένας από τους πελάτες μου μάθει κατά τύχη για ποιον λόγο τού ζήτησα να επενδύσει εκατόν πενήντα χιλιάδες δολάρια σε μια επιχείρηση ανέλκυσης κάποιου πλοίου, αν έστω και ένας υποψιαστεί πως χο έκανα για να σώσω ένα φάνχασμα... Δεν υπάρχει αμφιβολία, θα είμαι χελειωμένος και χο ίδιο θα ισχύει και για χην εχαιρεία μου. Λυπάμαι». «Ουόλχερ, σχο ζηχώ για χάρη της κόρης σου. Δεν ξέρεις την κόλαση που περνά, δεν ξέρεις πώς νιώθει;» «Δεν μπορώ», απάντησε ο Ουόλτερ. Έπειτα από λίγο είπε: «Άσε με να το σκεφτώ αύριο. Αυτή χη στιγμή δεν ξέρω τι στο διάολο κάνω ή σκέφτομαι».

«Εντάξει», είπα, πιο απαλά. «Θέλεις να σε βοηθήσω να ξαπλώσεις;» «Λέω να κάτσω για λίγο εδώ. Αλλά αν εσύ θες να κοιμηθείς, να μη σε κρατάω. Θα πρέπει να είσαι όσο κουρασμένος είμαι κι εγώ». «Κουρασμένος;» τον ρώτησα. Δεν ήξερα αν ήμουν κουρασμένος ή όχι. «Θαρρώ πως πιο πολύ είμαι φοβισμένος παρά κουρασμένος». «Καταλαβαίνω», είπε. Άπλωσε το χέρι του και έσφιξε το δικό μου· και για πρώτη φορά από τότε που γνωριζόμαστε, ένιωσα πως υπήρχε κάποιος δεσμός ανάμεσά μας, πατέρας και γαμπρός, παρ' όλο που είχαμε χάσει κάθε τι που υποτίθεται πως μας ένωνε. «Οφείλω να το παραδεχτώ», είπε. «Νιώθω κι εγώ φοβισμένος».

ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΙΑ

Π

έρασα τη Δευτέρα στο μαγαζί, παρ' όλο που υπήρχε ελάχιστη δουλειά. Πούλησα μια σειρά χαλκογραφιών που απεικόνιζαν πυξίδες σχεδιασμένες από τον Θίοντορ Λόρενς στα 1830, και ένα καράβι μέσα σε μπουκάλι, αλλά για να έχω κάποιο πραγματικό κέρδος έπρεπε να πουλήσω μερικά ακρόπρωρα και κάνα-δυο κανόνια. Το μεσημέρι πήγα στο Θρυμματισμένο Μπισκότο και μίλησα στη Λόρα. «Δεν δείχνεις πολύ καλά σήμερα», σχολίασε. «Τρέχει τίποτα;» «Πέθανε η πεθερά μου το Σαββατοκύριακο». «Δεν νομίζω πως τη συμπαθούσες πολύ, έτσι κι αλλιώς». «Πάντα σε θαύμαζα για τη διακριτικότητά σου», της αντιγύρισα, περισσότερο καυστικά απ' όσο έπρεπε. «Δεν σερβίρουμε διακριτικότητα εδώ», απάντησε η Λόρα. «Μόνο καφέ και μπισκότα και ψυχρά, σκληρά γεγονότα. Ή τ α ν άρρωστη;» «Ποια;» «Η πεθερά σου». «Της...της συνέβη κάτι σαν ατύχημα». Η Λόρα κάρφωσε το βλέμμα της πάνω μου, με το κεφάλι της ελαφρά γερμένο προς τη μια πλευρά. «Σε στενοχώρησα, έτσι δεν είναι;» με ρώτησε. «Αληθινά σε στενοχώρησα. Λυπάμαι. Ο τρόπος που μιλούσες για την πεθερά σου όλον αυτόν τον καιρό... Δεν είχα συνειδητοποιήσει... Κοίτα, αληθινά λυπάμαι». Κατάφερα να της σκάσω ένα χαμόγελο. «Δεν χρειάζεται να λυπάσαι. Είμαι απλά κουρασμένος, αυτό είναι όλο. Μου έχουν τύχει ένα σωρό άσχημα πράγματα τον τελευταίο, το ένα πάνω στ' άλλο, και σαν να μην έφταναν αυτά, δεν έχω καταφέρει να κοιμηθώ αρκετά αυτές τις μέρες». «Ξέρω τι θα κάνω», είπε η Λόρα. «Πέρνα απόψε από το σπίτι μου και θα σου μαγειρέψω την ιταλική μου σπεσιαλιτέ. Σου αρέσει το ιταλικό φαγητό;»

«Λάρα, δεν είναι ανάγκη. Είμαι μια χαρά, αλήθεια». «Θε'λεις να έρθεις ή όχι; Ελπίζω να φέρεις κανένα μπουκάλι κρασί». Σήκωσα χα χέρια μου ψηλά. «Εντάξει, ευχαρισχώ, θέλω πολύ να έρθω. Παραδίνομαι. Τι ώρα θέλεις να περάσω;» «Οκτώ ακριβώς. Μπορεί να μην πεινάω πολύ στις οκτώ, αλλά στις οκτώ και πέντε πεθαίνω της πείνας». «Παρ' όλο που δουλεύεις εδώ;» «Χρυσέ μου, όταν έχεις φάει ένα μπισκότο, είναι σαν να τα έχεις φάει όλα». Το απόγευμα στο μαγαζί κύλησε αφάνταστα αργά. Το φως του ήλιου σερνόταν στους τοίχους, φωτίζοντας τα ναυτικά χρονόμετρα, τους πίνακες με τα ιστιοφόρα, τους μπρούντζινους γάντζους. Δοκίμασα να τηλεφωνήσω στον Έντουαρντ στο Πίμποντι, αλλά αυτός που σήκωσε το τηλέφωνο μου είπε πως ο Έντουαρντ είχε βγει έξω, σε μια δημοπρασία. Έπειτα τηλεφώνησα και στην Τζίλι, αλλά είχε δουλειά στο μαγαζί και μου είπε πως θα 'παίρνε αργότερα. Πήρα τηλέφωνο ακόμα και τη μητέρα μου στο Σεντ Λούις αλλά κανείς δεν απάντησε στο τηλέφωνο. Ανακάθισα στην καρέκλα μου και διάβασα ένα περιοδικό που είχα βρει κάτω από την πόρτα μου το πρωί· ένιωθα πως ήμουν τελείως μόνος σε έναν παράξενο πλανήτη. Στις πέντε το απόγευμα, αφού έκλεισα το μαγαζί, πήγα απέναντι, στο μπαρ Τα Φώτα του Λιμανιού, έκατσα μονάχος σε ένα γωνιακό τραπεζάκι και ήπια δύο ουίσκι. Δεν ξέρω ποιος λόγος, εκτός από τη συνήθεια, με έκανε να μπαίνω στον κόπο να πίνω. Με όλα τα προβλήματα που συννέφιαζαν το μυαλό μου, ποτέ δεν κατάφερνα να μεθύσω — μόνο γινόμουν ευερέθιστος και μπέρδευα τα λόγια μου. Εξέταζα την πιθανότητα να πιω ένα ακόμα προτού φύγω, όταν δίπλα από το τραπέζι μου πέρασε μια κοπέλα, μια κοπέλα με καφέ μπέρτα- μόλις πριν εξαφανιστεί γύρισε και έριξε μια ματιά προς το μέρος μου και τότε εγώ ένιωσα το κορμί μου να τραντάζεται άθελά του από έναν νευρικό σπασμό, σαν να ετοιμαζόμουν να αποκοιμηθώ και ο οργανισμός μου να αντιδρούσε με ένα τίναγμα. Θα 'παιρνα όρκο πως ήταν η ίδια εκείνη κοπέλα που είχα δει καθώς πήγαινα στην Οδό Κουάκερ, εκείνη τη νύχτα που κατευθυνόμουν στο σπίτι της κας Σίμονς· ήταν η ίδια κοπέλα που με παρακολουθούσε στο μαγαζάκι του Ρεντ, στο Σάλεμ. Σηκώθηκα από το κάθισμά μου με μεγάλη προσπάθεια, χτυπώντας τους μηρούς μου στο κάτω μέρος του τραπεζιού, αλλά ώσπου να φτάσω στην πόρτα εκείνη είχε χαθεί. «Μήπως το μάτι σου πήρε μια κοπέλα να περνάει από εδώ μόλις τώρα;» ρώτησα τον Νεντ Σάνμπορν, που ήταν πίσω από τον πάγκο του μπαρ. «Φορούσε κάτι σαν καφέ μπέρτα και είχε ένα πολύ χλωμό, αλλά όμορφο πρόσωπο». Ο Νεντ, δίχως να σταματήσει να ανακατεύει το κοκτέιλ που ετοίμαζε, έκανε μια γκριμάτσα που σήμαινε: «Λυπάμαι, όχι». Αλλά η Γκρέις, μια από τις σερβιτόρες, είπε: «Μια ψηλή κοπέλα, έτσι δεν είναι; Αρκετά ψηλή. Σκούρα μάτια και χλωμό πρόσωπο».

«Την είδες κι εσύ;» «Και βέβαια την είδα. Βγήκε από το πίσω δωμάτιο και όταν την είδα δεν μπορούσα να καταλάβω πως βρέθηκε εκεί μέσα δίχως να το έχω προσέξει. Δεν την είδα να μπαίνει και δεν είχε παραγγείλει τίποτα». «Καμιά χίπισσα θα 'ταν», έβγαλε το συμπέρασμα ο Νεντ. Σύμφωνα με εκείνον, κάθε κοπέλα που δεν ντυνόταν με τον ευπρεπή τρόπο φούστα-μπλούζα και δεν φορούσε αθλητικά παπούτσια δίχως τακούνια και δεν την ενέκρινε ο ίδιος εμφανισιακά ήταν χίπισσα. «Μάλλον πλησιάζει το καλοκαίρι. Η πρώτη χίπισσα του καλοκαιριού». Υπό άλλες συνθήκες θα πείραζα τον Νεντ για τον τρόπο που χρησιμοποιούσε τη λέξη «χίπισσα», αλλά αυτό το βράδι ήμουν πολύ αναστατωμένος και πολύ ανήσυχος για κάτι τέτοιο. Αν η δύναμη του δαίμονα που βρισκόταν κάτω από τον Ισθμό του Γκράνιτχεντ γινόταν όλο και μεγαλύτερη, τότε ποιος θα μπορούσε να ξεχωρίσει ποιοι ήταν οι φασματικοί του υπηρέτες και ποιοι όχι; Ίσως η κοπέλα εκείνη να ήταν ένα ακόμα φάντασμα, απλά πιο απτό από τα άλλα. Ίσως περισσότεροι άνθρωποι απ' όσους μπορούσα να φανταστώ να ήταν φαντάσματα· ο Νεντ, η Λόρα, ο Τζορτζ Μάρκαμ. Πώς θα μπορούσα εγώ να ξεχωρίσω τους ζωντανούς από τους νεκρούς; Και αν ο Μικταντεκάτλι τούς είχε κυριεύσει όλους; Άρχισα να νιώθω σαν τον γιατρό στο Μακάβριοι Εισβολείς, που δεν μπορούσε να καταλάβει ποιοι από τους φίλους και συνεργάτες του ήταν εξωγήινοι και ποιοι όχι. Άφησα τα Φώτα του Λιμανιού και ξεκίνησα για το αυτοκίνητο μου που ήταν σταματημένο στη μέση της πλατείας. Κάτω από τον ένα υαλοκαθαριστήρα βρισκόταν στερεωμένο ένα σκισμένο χαρτί που πάνω του ήταν γραμμένο με κραγιόν: «Οκτώ ακριβώς, μην το ξεχάσεις. Λ.» Μπήκα στο αυτοκίνητο και απομακρύνθηκα από το κέντρο της πόλης, με κατεύθυνση τον Λόφο Κουάκερ. Ήθελα να σιγουρευτώ πως στο σπίτι μου ήταν όλα εντάξει και να αγοράσω κρασί από το Σούπερ Μάρκετ του Γκράνιτχεντ. Στην κορυφή της Οδού Κουάκερ, παλιό και εχθρικό και με πιο παραμελημένη όψη από ποτέ, με περίμενε το σπίτι μου. Ακόμα δεν είχα επιδιορθώσει το παραθυρόφυλλο του πάνω ορόφου και καθώς έβγαινα από το αμάξι το άκουσα να τρίζει αργά, παγώνοντάς μου το αίμα. Περπάτησα μέχρι την εξώπορτα και έβγαλα από την τσέπη μου το κλειδί. Σχεδόν περίμενα εκείνον τον οικείο πια ψίθυρο να μου πει «Τζον;» αλλά επικρατούσε απόλυτη ησυχία, εκτός από τους θλιμμέν,ους παφλασμούς των κυμάτων και το απαλό θρόισμα του δάφνινου θαμνοφράχτη· Μέσα, το σπίτι ήταν παγωμένο και η μυρωδιά της υγρασίας είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της. Το εκκρεμές στον διάδρομο είχε σταματήσει, γιατί είχα ξεχάσει να το κουρδίσω. Προχώρησα στο καθιστικό και στάθηκα ακίνητος για αρκετή ώρα, τεντώνοντας τα αυτιά μου, σε μια προσπάθεια να ακού-

σω βήματα και ψιθύρους, αλλά ακόμα επικρατούσε ησυχία. Ίσως τώρα που γνώριζε πως δεν μπορούσε να με διεκδικήσει για τη χώρα των νεκρών, η Τζέιν να είχε αποφασίσει να πάψει να στοιχειώνει το σπίτι. Ίσως αληθινά να μην έμελλε να την ξαναδώ. Πήγα στην κουζίνα και άνοιξα την παγωνιέρα για να σιγουρευτώ πως δεν υπήρχε τίποτα εκεί μέσα που να κινδυνεύει να μουχλιάσει· ούτε χοτ ντογκ με πράσινη επικάλυψη ούτε κομπόστα ροδάκινο με πενικιλλίνη. Έβγαλα ένα μπουκάλι Περιέ και κατέβασα τέσσερις-πέντε μεγάλες γουλιές κατευθείαν από το μπουκάλι. Έπειτα στάθηκα στο κέντρο της κουζίνας, προσπαθώντας να συγκρατήσω τις γκριμάτσες του προσώπου μου που δημιουργούνταν από την παγωμένη αίσθηση στον ουρανίσκο μου και το άφρισμα του νερού στο λαρύγγι μου που δεν έλεγε να σταματήσει. Ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στο καθιστικό για να ανάψω το τζάκι όταν μου φάνηκε πως άκουσα ένα και μοναδικό βήμα στο πάνω πάτωμα. Κοντοστάθηκα στον διάδρομο, προσπαθώντας να ακούσω. Δεν επαναλήφθηκε, αλλά ήμουν τόσο σίγουρος πως είχα ακούσει κάποιον από πάνω που έβγαλα την ομπρέλα μου από τη θήκη της και άρχισα να ανεβαίνω τα σκοτεινά σκαλιά για να δω ποιος ήταν εκεί. Στη μέση της διαδρομής σταμάτησα, σφίγγοντας την αιχμηρή ομπρέλα στο χέρι μου και ανασαίνοντας πιο σφιγμένα και έντονα απ' όσο ήθελα. Είπα στον εαυτό μου: μην πανικοβάλλεσαι. Ξέρεις πως η Τζέιν δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα πια. Αντιμετώπισες ορδές ολόκληρες φαντασμάτων από το Νεκροταφείο Ουότερσαϊντ και έχεις ακόμα τα λογικά και τη ζωή σου· επομένως δεν μπορεί να υπάρχει τίποτα χειρότερο απ' αυτά εδώ πάνω, τίποτα που να μπορεί να σε βλάψει. Αυτό που με ανησυχούσε, όμως, ήταν η ησυχία· με ανησυχούσε περισσότερο απ' όσο με είχε ανησυχήσει το τρίξιμο της κούνιας ή οι ψίθυροι και το ξαφνικό κρύο. Σ' αυτό το σπίτι δεν υπήρχε ποτέ απόλυτη ησυχία. Σε ελάχιστα παλιά κτίρια υπάρχει· πάντα τρίζουν ή ανακάθονται ή αλλάζουν θέση μέσα στον δίχως όνειρα ύπνο τους. Δεν είναι ποτέ σιωπηλά, απόλυτα σιωπηλά, όπως η Οικία της Οδού Κουάκερ απόψε. Έφτασα στην κορυφή της σκάλας και διέσχισα το σκοτεινό κεφαλόσκαλο, ώσπου βρέθηκα έξω από την τελευταία κρεβατοκάμαρα. Κανένας ήχος, καμιά ανάσα, κανένας ψίθυρος, κανένα βήμα. Έβαλα το χέρι μου με προσοχή στον εσωτερικό τοίχο του δωματίου και άναψα το φως. Έπειτα, έπρωξα με το πόδι μου απαλά την πόρτα για να ανοίξει. Η κρεβατοκάμαρα ήταν άδεια. Υπήρχε μόνο μια τουαλέτα από βερνικωμένο πεύκο και ένα στενό, μονό κρεβάτι, σκεπασμένο με ένα μονόχρωμο πλεχτό κάλυμμα. Στον απέναντι τοίχο βρισκόταν κρεμασμένο ένα κέντημα με γραμμένες πάνω του τις λέξεις ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΣΟΥ. Κοίταξα γύρω, με την ομπρέλα μου μισο-υψωμένη και έπειτα έσβησα το φως και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Με περίμενε στο κεφαλόσκαλο, κάτω από την εκτυφλωτική λάμψη ενός

παλιού ναυτικού φανού θυέλλης που είχα πάρει από το μαγαζί. Ή τ α ν η Τζέιν, με σάρκα και οστά. Τη φορά τούτη, η εικόνα της δεν τρεμόπαιζε, σαν χαλασμένο φιλμ. Είχε σάρκα και οστά. Τα χτενισμένα της μαλλιά γυάλιζαν κάτω από το φως του φαναριού και το πρόσωπο της, αν και κατάλευκο, έδειχνε απτό και αληθινό όπως το πρωινό εκείνο προτού σκοτωθεί. Φορούσε μια λευκή απλή βαμβακερή νυχτικιά, που ακουμπούσε στο πάτωμα και είχε τα χέρια της σφιγμένα μεταξύ τους με σεμνότητα. Μόνο τα μάτια της πρόδιδαν το γεγονός ότι η ύπαρξή της στοιχειωνόταν από κάτι το υπερφυσικό· ήταν μαύρα και μυστηριώδη, σαν δεξαμενές πετρελαίου, δεξαμενές όπου ένας άντρας μπορούσε πολύ εύκολα να πνιγεί μαζί με όλες του τις πεποιθήσεις. «Τζον», είπε, κάπου στο εσωτερικό του κεφαλιού μου, δίχως να κουνήσει τα χείλη. «Γύρισα πίσω για σένα, Τζον». Έμεινα ακίνητος· η θέα της και ο ήχος της φωνής της έκαναν την επιδερμίδα μου να αναψοκοκκινήσει. Με είχε τρομάξει αρκετά όταν έδειχνε σαν μια μακρινή ολογραφία· αλλά τώρα που στεκόταν ακριβώς μπροστά μου, με υλική υπόσταση, ένιωθα πως θα τρελαθώ. Πώς θα μπορούσε κάτι τέτοιο να είναι ψευδαίσθηση; Πώς θα μπορούσε μια γυναίκα να δείχνει τόσο ζωντανή και όμως να είναι νεκρή; Η Τζέιν είχε κονιορτοποιηθεί και είχε σκοτωθεί, και όμως ήταν εδώ, η πιο θλιβερή μου ανάμνηση ζωντανεμένη. Η πιο τρομακτική σκέψη απ' όλες, όμως, ήταν ότι αφού ο Μικταντεκάτλι μπορούσε να φέρει πίσω την Τζέιν σε μένα σε τόσο στέρεα μορφή, η δύναμή του πρέπει να δυνάμωνε μέρα με τη μέρα. Μόνο να φανταστώ μπορούσα πόση επιρροή και ενέργεια χρειάστηκε για να οδηγήσει μπροστά μου την Τζέιν όπως την έβλεπα τώρα. Κάποιες στιγμές μού φαινόταν πως μπορούσα να δω την εικόνα της να κυματίζει, σαν να την έβλεπα μέσα από νερό, αλλά παρέμενε στέρεα όπως πάντα, με ένα αμυδρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της, θαρρείς και σκεφτόταν όλες εκείνες τις στιγμές που είχαμε μοιραστεί όταν ήταν ζωντανή, στιγμές που δεν θα μοιραζόμασταν ποτέ ξανά. Είχε επιστρέψει σε μένα. Αλλά αυτό που μου πρόσφερε τώρα δεν ήταν όμορφες στιγμές και γέλιο και συντροφιά. Αυτό που μου πρόσφερε τώρα ήταν ο θάνατος, στην πιο φρικιαστική μορφή που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. «Τζέιν», είπα, με φωνή τρεμάμενη. «Τζέιν, θέλω να φύγεις. Δεν πρέπει να ξανάρθεις εδώ, ποτέ ξανά». «Μα αυτό είναι το σπίτι μου. Θα είμαι πάντα εδώ». «Είσαι νεκρή, Τζέιν. Θέλω να φύγεις. Μην ξανάρθεις εδώ. Δεν είσαι η Τζέιν που κάποτε ήξερα». «Μα αυτό είναι το σπίτι μου». «Αυτό το σπίτι ανήκει στους ζωντανούς, όχι σε καρικατούρες των ζωντανών που σπίτι τους είναι το νεκροταφείο». «Τζον», είπε χαδιάρικα. «Πώς μπορείς να μου μιλάς έτσι;»

«Μπορώ να σου μιλώ έτσι επειδή δεν είσαι η Τζέιν και επειδή θέλω να φύγεις. Φύγε απο δω, άσε με στην ησυχία μου. Σε αγαπούσα όταν ζούσες αλλά δεν σε αγαπώ πια». Σταδιακά, ανεπαίσθητα, τα χαρακτηριστικά της άρχισαν να μεταβάλλονται. Είδα το πρόσωπο της κας Σίμονς, παραμορφωμένο από τον πόνο, να λιώνει και να αλλάζει και έπειτα να χάνεται. Είδα τα πρόσωπα άλλων γυναικών, και άλλων αντρών, να εμφανίζονται σαν ρυτίδες στο πρόσωπο της, λες και δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιο πρόσωπο ήθελε να είναι. Είδα την Κόνστανς και την κα Γκουλτ, πρόσφατα νεκρωμένα πρόσωπα, των οποίων οι εκφράσεις ήταν ακόμα κενές και αλλοιωμένες από το τραύμα του θανάτου. «Είναι όλοι εδώ», είπε μια βαθιά, θολή φωνή. «Όλα τους τα πρόσωπα, όλες τους οι προσωπικότητες. Είναι όλοι εδώ και είναι όλοι δικοί μου». «Ποιος είσαι;» απαίτησα να μάθω. Έπειτα, αφού έκανα ένα βήμα μπροστά, ούρλιαξα στο πλάσμα: «Ποιος είσαι;» Το πλάσμα γέλασε, μια ολόκληρη σειρά από διαφορετικά είδη γέλιου, και έπειτα εκείνη η απαλή, οικεία φωνή είπε: «Εγώ είμαι, η Τζέιν. Δεν με αναγνωρίζεις:;» «Δεν είσαι η Τζέιν». «Τζον, αγάπη μου, πώς μπορείς να το Λες αυτό; Τι είναι αυτά που Λες;» «Μείνε μακριά μου», την προειδοποίησα. «Έχεις πεθάνει, γι' αυτό μείνε μακριά μου». «Έχω πεθάνει, Τζον; Και τι ξέρεις εσύ από θάνατο;» «Ξέρω αρκετά για να θέλω να φύγεις από το σπίτι τούτο». «Μα είμαι η γυναίκα σου, Τζον. Ανήκω εδώ. Κοίτα, Τζον», και τότε με περηφάνεια πέρασε το χέρι της πάνω από την προεξέχουσα κοιλιά της. «Θα γεννήσω το παιδί σου». Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα έτοιμος να καταρρεύσω. Μπορούσα να αισθανθώ το μυαλό μου να διευρύνεται και να διευρύνεται σαν να αρνιόταν να πιστέψει οποιαδήποτε από τις πληροφορίες που έστελναν σ' αυτό τα μάτια και τα αυτιά μου. Η γυναίκα και η γιος σου είναι νεκροί, επέμενε. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Ό,τι βλέπεις, ό,τι ακούς είναι μια ψευδαίσθηση. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. «Τι θέλεις;» τη ρώτησα. «Πες μου μόνο τι είναι αυτό που θέλεις και έπειτα φύγε από εδώ και άσε με στην ησυχία μου». Η Τζέιν μού χαμογέλασε, σχεδόν στοργικά, μόνο που τα μάτια της παρέμεναν κατάμαυρα. Και όταν μίλησε, η φωνή της ήταν κακόηχη και τραχιά, μοιάζοντας πιο πολύ με τη φωνή κάποιου ηλικιωμένου άντρα παρά με εκείνη μιας κοπέλας που δεν είχε κλείσει καν τα τριάντα. «Κάνει πολύ κρύο εδώ κάτω...κάνει κρύο και είναι απομονωμένα...σφραγισμένα...ένα βασίλειο δίχως υπηκόους και δίχως θρόνο». «Εννοείς εκεί κάτω...στο Ντέιβιντ Νταρκ·,» τη ρώτησα.

Έγνεψε καταφατικά και τότε μου φάνηκε πως το μάτι μου πήρε την αχνή λάμψη μιας γαλάζιας φωτιάς που σιγόκαιγε στα μάτια της. «Νόμιζα πως θα καταλάβαινες», μου είπε. «Ηξερα από την αρχή πως θα γινόσουν σύμμαχος μου». «Σκοπεύω να βοηθήσω στην ανέλκυση του Ντέιβιντ Νταρκ, αν αυτό εννοείς». «Το καράβι; Το καράβι δεν έχει καμία σημασία. Αυτό που πρέπει να βρεις είναι εκείνο που βρίσκεται μέσα στο αμπάρι...το σκεύος μέσα στο οποίο εκείνοι οι καταραμένοι άνθρωποι με φυλάκισαν». «Σκοπεύω να ανελκύσω και το σκεύος σου. Αλλά σε προειδοποιώ: σκοπεύω και να σε καταστρέψω». Από το στόμα της Τζέιν βγήκε μια ριπή σφυριχτού γέλιου. «Να με καταστρέψεις; Δεν μπορείς να με καταστρέψεις! Είμαι μέρος της τάξης του σύμπαντος, όπως είναι ο ήλιος· όπως είναι η ίδια η ζωή. Η χώρα των νεκρών απλώνεται επ' άπειρον, κάτω από ουρανούς σκοτεινούς και εγώ είμαι ο εκλεκτός της άρχοντας. Δεν μπορείς να με καταστρέψεις ». «Θα προσπαθήσω». «Τότε θα καταδικάσεις τον εαυτό σου σε έναν θάνατο πολύ πιο φρικτό απ' οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς. Και η πράξη σου αυτή θα ρίξει πάνω στα κεφάλια όλων εκείνων που αγάπησες και λάτρεψες την κατάρα μου· θα καταδικαστούν να περιπλανώνονται αιώνια στη χώρα των νεκρών, δίχως ανάπαυση, δίχως γαλήνη, δίχως τίποτα παρά μόνο αιώνια οδύνη και δυστυχία και αέναη δυσαρέσκεια». «Δεν έχεις τόση δύναμη», του είπα. «Θέλεις να με δεις να δοκιμάζω;» ούρλιαξε ο δαίμονας. «Δες με τα ίδια σου τα μάτια λοιπόν, αφού θέλεις να μάθεις πόσο δυνατός είμαι!» Και εκείνη τη στιγμή, ένα μικρό γυμνό αγόρι τεσσάρων ή πέντε χρονών εμφανίστηκε από την κρεβατοκάμαρά μου και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου. Δειλά-δειλά, αργά, άπλωσε το χέρι του για να πιάσει εκείνο της Τζέιν και έπειτα έσφιξε το σώμα του πάνω της, δίχως ούτε στιγμή να πάρει το βλέμμα του από μένα, σαν να με ήξερε αλλά συγχρόνως να με φοβόταν. Η Τζέιν χάιδεψε τα μαλλιά του και έπειτα με κοίταξε με μια έκφραση που έμοιαζε με μια μάσκα απόλυτης περιφρόνησης. «Το αγόρι τούτο είναι ο γιος σου, όπως θα γινόταν αν είχε ζήσει. Του έχω πάρει τη ζωή· γιατί όταν κάποιος πεθαίνει πριν την ώρα του, ανταμείβομαι με όλα τα χρόνια που του είχαν απομείνει. Όλη την ενέργεια, όλα τα συναισθήματα, όλη τη νιότη - και όλο το αίμα. Τρέφομαι από την αχρησιμοποίητη ζωή, Τζον, και πίστεψέ με, αν διανοηθείς να μου εναντιωθείς με οποιονδήποτε τρόπο, τότε και η δική σου ζωή θα γίνει τροφή μου». Η Τζέιν πέρασε το χέρι της πάνω από το κεφάλι του αγοριού και εκείνο εξαφανίστηκε ξαφνικά, όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί· αλλά προτού το κάνει αυτό, είχε προλάβει να αφήσει αποτυπωμένη στον νου μου τη σπαραξικάρδια εικόνα του παιδιού που είχα βοηθήσει την Τζέιν να συλλάβει. Από τα μάτια μου έτρε-

χαν δάκρυα, καθώς η Τζέιν μού έλεγε: «Ανέλκυσε το Ντέιβιντ Νταρκ· άνοιξε το χάλκινο σκεύος· μα μη δοκιμάσεις να μου κάνεις κακό γιατί η δύναμη του τη στιγμή εκείνη θα είναι ισοπεδωτική και ακατανίκητη. Αν με βοηθήσεις, θα σε ανταμείψω με τον ίδιο τρόπο που αντάμειψα τον Ντέιβιντ Νταρκ, με τη ζωή του και την πνευματική του υγεία. Ακόμα, θα σε ανταμείψω με έναν ακόμα τρόπο, και άκου με προσεκτικά. Αν με βοηθήσεις θα σου επιστρέψω την Τζέιν σου και τον γιο σου. Την έχω τη δύναμη αυτή, μιας και είμαι ο άρχοντας της χώρας των νεκρών και από τη χώρα τούτη περνούν μόνο εκείνοι που έχουν την εξουσιοδότησήμου. Μπορώ να τους στείλω πίσω και θα μπορέσεις να ζήσεις ξανά τη ζωή εκείνη που πίστευες πως είχες για πάντα χάσει. Ακόμα και η Κόνστανς Μπέντφορντ μπορεί να επιστρέψει. Το έχεις σκεφτεί αυτό; Βοήθησέ με, Τζον μπορεί να βρεις πάλι την ευτυχία σου». Κοίταξα την Τζέιν άφωνος. Η σκέψη να την έχω πάλι κοντά μου έμοιαζε παράλογη και απίστευτη· και όμως, ήταν τόσα τα παράλογα και απίστευτα πράγματα που είχαν συμβεί από την πρώτη εκείνη σκοτεινή και άγρια νύχτα που άκουσα το τρίξιμο της κούνιας στον κήπο, που σχεδόν την πίστευα. Θεέ μου, τι πειρασμός, να την έχω ξανά δίπλα μου, στην αγκαλιά μου, να μπορώ να της μιλώ πάλι! «Δεν πιστεύω ότι μπορείς να το κάνεις», είπα. «Κανείς δεν μπορεί να αναστήσει τους νεκρούς. Και άλλωστε, το κορμί της είναι κομματιασμένο. Πώς θα μπορούσες να φέρεις πίσω στη ζωή κάποιον που το κορμί του είναι κομματιασμένο; Δεν θέλω να είμαι σαν εκείνη τη μητέρα στο Χέρι της Μαϊμούς". Εκείνη που ακούει κάθε νύχτα τον γιο της να χτυπάει την πόρτα». Η Τζέιν χαμογέλασε. Με γλυκύτητα και φυσικότητα, λες και ονειρευόταν άλλες υπάρξεις, άλλα μέρη· λες και είχε ήδη αναμνήσεις που δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιραστεί μαζί μου. «Δείχνω κομματιασμένη τώρα;» με ρώτησε, βασανιστικά. « Εχω αναπλαστεί από την ίδια ύλη από την οποία γεννήθηκα. Έχεις να κάνεις με κείνον που ελέγχει την πορεία της ζωής και του θανάτου. Εκείνο το κορμί που μου ανήκε και που καταστράφηκε έχει τώρα πια αποσυντεθεί· αλλά μπορώ να ξαναζήσω, όπως μου έμελλε. Και το ίδιο ισχύει για το παιδί σου». «Δεν σε πιστεύω», είπα, παρ' όλο που σχεδόν ήδη πίστευα. Θεέ μου, πώς θα 'θελα να μπορούσα να κρατήσω το χέρι της Τζέιν πάλι, να τη φιλήσω, να νιώσω την υφή των μαλλιών της, να της κάνω έρωτα. Στα μάγουλά μου είχαν σχηματιστεί ρυάκια από δάκρυα και ούτε καν το είχα προσέξει. Η εικόνα της Τζέιν άρχισε να κυματίζει ξανά και να συρρικνώνεται. Σύντομα είχε γίνει σχεδόν αόρατη, τίποτα παραπάνω από μια σκιά στο πλατύσκαλο, ένα περίγραμμα δίχως ύλη. «Τζον», μου ψιθύρισε, καθώς έσβηνε. «Στάσου!» της φώναξα. «Τζέιν, για όνομα του Θεού, περίμενε!» «Τζον», ακούστηκε για άλλη μια φορά ο ψίθυρος της και έπειτα χάθηκε. Έμεινα στο πλατύσκαλο για πάρα πολλή ώρα, ώσπου η πλάτη μου άρχισε να * «Το Χέρι της Μαϊμούς», διήγημα του 0. 0. Τζέηκομπς (1863-1943) IΔιηγήματα Τρόμου, εκδόσεις ΠΡΟΡΑ]

με πονάει και έπειτα κατέβηκα κάτω. Πήγα στο καθιστικό και γέμισα ένα ποτήρι Σίβας Ρίγκαλ από ένα μπουκάλι που η στάθμη του περιεχόμενου του είχε φτάσει ήδη αρκετά πιο κάτω από το ύψος της ετικέττας. Αποφάσισα να περάσω τη νύχτα στο σπίτι. Θα άναβα το τζάκι. Ίσως η ζεστασιά να δελέαζε τα πνεύματα να επιστρέψουν. Σκεφτόμουν πως ίσως να ερχόταν κάποια στιγμή που η Τζέιν κι εγώ θα καθόμασταν ξανά μπροστά στο τζάκι αυτό, όπως παλιά, κοιτώντας τις φλόγες και περιγράφοντας ο ένας στον άλλον όλα εκείνα τα πράγματα που θα κάναμε όταν γινόμασταν πλούσιοι. Σχεδόν δεν μπορούσα να αντέξω τη χαρά που μου πρόσφερε η σκέψη τούτη. Έμεινα ξάγρυπνος μέχρι πολύ αργά, ώσπου από τη φωτιά που είχα ανάψει δεν είχαν μείνει παρά μόνο οι στάχτες και το δωμάτιο είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα κρύο. Κλείδωσα τις πόρτες, κούρδισα το ρολόι και ανέβηκα στο πάνω πάτωμα, κάτι παραπάνω από έτοιμος για ύπνο. Καθώς βούρτσιζα τα δόντια μου κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και αναρωτήθηκα μήπως κατά βάθος τρελαινόμουν εξαιτίας των υπερφυσικών γεγονότων της τελευταίας βδομάδας και των συναισθημάτων που μου προκάλεσαν. Και όμως, η Τζέιν είχε βρεθεί πριν από λίγο εδώ, έτσι δεν ήταν; Μου είχε μιλήσει με τη φωνή του Μικταντεκάτλι, του άρχοντα της Μικτλάμπα, της χώρας των νεκρών. Μου είχε υποσχεθεί να μου επιστρέψει την ευτυχία μου. Η Τζέιν και ο αγέννητος γιος μας θα επέστρεφαν στη ζωή· ίσως και η Κόνστανς Μπέντφορντ. Δεν θα μπορούσα να τα έχω πλάσει όλα αυτά στη φαντασία μου, και αν ήταν μοναχά ένα όνειρο, τότε γιατί αισθανόμουν τόσο διχασμένος σχετικά με το αν έπρεπε να βοηθήσω στην απελευθέρωση του Μικταντεκάτλι; Τόσοι άνθρωποι θα πέθαιναν αν αφηνόταν ελεύθερος από τη χάλκινη φυλακή του· τι με ένοιαζε όμως εμένα; Τόσοι άνθρωποι πεθαίνουν σε τροχαία στις εθνικές οδούς κάθε μέρα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι' αυτό. Το μόνο που θα έκανα θα ήταν να βοηθήσω τη μοίρα να πάρει τη φυσική της πορεία· και με τόσα πολύτιμα ανταλλάγματα. Είχα σχεδόν αποκοιμηθεί, όταν άκουσα να χτυπά το τηλέφωνο. Σήκωσα το ακουστικό άτσαλα και είπα: «Τζον Τρέντον, λέγετε». «Α, ώστε εκεί είσαι!» είπε η αγριεμένη φωνή μιας κοπέλας. «Λογικό είναι, αφού είναι προφανές ότι δεν είσαι εδώ. Ευχαριστώ για την υπέροχη βραδιά, Τζον. Μόλις πέταξα το φιλέτο αλμπαρόλο σου στα σκουπίδια». «Λόρα, εσύ είσαι;» ρώτησα. «Φυσικά και είμαι εγώ. Ποιος άλλος θα ήταν τόσο ανόητος ώστε να μαγειρέψει ιταλικό φαγητό και έπειτα να περιμένει να εμφανιστείς, ελπίζοντας πως πραγματικά θα ερχόσουν;» «Λόρα, συγγνώμη. Κάτι μού συνέβη απόψε...κάτι που μου χάλασε τελείως τα σχέδια». «Πώς την έλεγαν;»

«Λόρα, σε παρακαλώ. Λυπάμαι πολύ. Μου έτυχε κάτι που με αναστάτωσε πολύ και ξέχασα τελείως πως είχαμε κανονίσει να φάμε μαζί». «Και τώρα υποθέτω πως θέλεις να επανορθώσεις». «Το ξέρεις πως θα το κάνω». «Καλά, μην μπεις στον κόπο. Και την επόμενη φορά που θα 'ρθεις στο μαγαζί, πήγαινε να κάτσεις κάπου αλλού, κάπου που να μπορεί να σε εξυπηρετήσει η Κάθι». Το έκλεισε και στα αυτιά μου έμεινε να ηχεί ένας μονότονος οξύς ήχος. Αναστέναξα και έσφιξα το ακουστικό του τηλεφώνου μου. Τότε, άκουσα αχνά μια πολύ ψιλή φωνή να τραγουδά: «Ω, οι άντρες από το Γκράνιτχεντ σήκωσαν τα πανιά τους να πάνε να ψαρέψουν σε ξένες αμμουδιές» Και τώρα που γνώριζα για τι πράγμα ακριβώς μιλούσαν οι στίχοι αυτοί, το τραγούδι έμοιαζε να με στοιχειώνει ακόμα περισσότερο. «Μα τα καλά που επιάσανε μέσα στην ψαριά τους, ήταν κόκαλα, που στα σαγόνια τους είχαν λιώσει καρδιές». Τελικά δεν ήταν κάποιο ναυτικό τραγούδι αυτό· και σίγουρα δεν ήταν ένα τραγούδι που μιλούσε για ψάρεμα. Ή τ α ν ένα ποίημα σχετικό με τον Μικταντεκάτλι και το πλήρωμα του Αναμπέλα που είχε σαλπάρει για το Μεξικό για να τον φέρει στο Σάλεμ. Ήταν ένα τραγούδι για τον θάνατο και την υπερφυσική καταστροφή.

ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ

Τ

ην επόμενη μέρα, την Τρίτη, με επισκέφθηκαν στο μαγαζί κάποιοι αστυνομικοί από το αγαπημένο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μου, που ήθελαν να μου κάνουν κάποιες ερωτήσεις σχετικά με την Κόνστανς Μπέντφορντ. Ο ιατροδικαστής είχε προσδιορίσει το αίτιο του θανάτου της ως ανεπανόρθωτη βλάβη στους μετωπιαίους λωβούς σε συνδυασμό με αιφνίδια ψύξη. Ένας αστυνόμος που φορούσε ένα μάλλινο σακκάκι που έπεφτε άχαρα πάνω του με ρώτησε αν στο σπίτι μου υπήρχε πουθενά υγρό γκάζι, οξυγόνο ή άζωτο. Η ερώτησή του ήταν γελοία, αλλά υποθέτω πως έπρεπε να με ρωτήσει για να τηρήσει τη διαδικασία. «Ούτε έχετε πουθενά πάγο; Μεγάλες ποσότητες πάγου;» «Όχι», τον διαβεβαίωσα. «Ούτε οξυγόνο, ούτε άζωτο, ούτε πάγο».

«Μα η πεθερά σας πε'θανε από ψύξη». «Από ψύξη ή από κάτι που έμοιαζε με ψύξη», τον διόρθωσα. «Τι σημαίνει αυτό;» ζήτησε να μάθει. «Ο ιατροδικαστής είπε πως η Κόνστανς Μπέντφορντ εκτέθηκε σε τόσο έντονο κρύο που τα μάτια της κονιοποιήθηκαν. Πώς, λοιπόν, συνέβη κάτι τέτοιο;» «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα». «Ήσασταν εκεί όμως». «Πρέπει να ήταν κάποια παραξενιά του καιρού. Την είδα να καταρρέει στον κήπο, αυτό ήταν όλο». «Και έπειτα αρχίσατε να τρέχετε στην παραλία. Γιατί το κάνατε αυτό;» «Πήγα να καλέσω βοήθεια». «Το πιο κοντινό σπίτι στο δικό σας απέχει μόνο εκατό μέτρα, στην αντίθετη κατεύθυνση. Άλλωστε, το σπίτι σας διαθέτει τηλέφωνο». «Πανικοβλήθηκα, αυτό είναι όλο», του είπα. «Διώκεται ποινικά ο πανικός;» «Ακούστε με», είπε ο αστυνόμος, καθηλώνοντας την προσοχή μου με τα μάτια του, που ήταν πράσινα σαν ξεφλουδισμένα σταφύλια, «αυτός είναι ο δεύτερος περίεργος θάνατος μέσα σε μια βδομάδα στον οποίον βρίσκεται αναμεμιγμένο το όνομά σας. Κάντε μου μόνο μια χάρη: φροντίστε να μείνετε μακριά από φασαρίες. Είστε ύποπτος και για τα δύο συμβάντα και το παραμικρό περίεργο πράγμα που θα ακούσω για εσάς θα με κάνει να σας θέσω υπό κράτηση. Με καταλαβαίνετε;» «Σας καταλαβαίνω». Οι ερωτήσεις του αστυνόμου με εκνεύρισαν και με βύθισαν σε θλίψη, και έτσι μισή ώρα αργότερα έκλεισα το μαγαζί και πήρα το αυτοκίνητο για να πάω στο Σάλεμ. Πάρκαρα στην Οδό Λίμπερτι και περπάτησα μέχρι το Εμπορικό Κέντρο Στριτ για να δω την Τζίλι. Την ώρα που έμπαινα στο κατάστημά της, εκείνη εξυπηρετούσε μια ξανθιά κοπέλα που φορούσε ένα κόκκινο μακρύ φόρεμα που έφτανε μέχρι το πάτωμα, αλλά μου χαμογέλασε και ήταν προφανές πως χαιρόταν που με έβλεπε. «Σε σκεφτόμουν», μου είπε, όταν η πελάτισσα έφυγε. «Κι εγώ σε σκεφτόμουν», της είπα. «Ο Έντουαρντ είπε πως κάνατε ένα ενδιαφέρον ταξιδάκι μέχρι το Τιούκσμπερι και πως εκείνος ο γερο-Ίβλιθ σάς είπε πού μπορεί να βρίσκεται το ναυάγιο». «Ναι, έτσι είναι. Μάλιστα, τώρα πηγαίνω να συναντήσω τον Έντουαρντ». «Άσε, δεν χρειάζεται να πας μέχρι εκεί. Ο Έντουαρντ κι εγώ έχουμε κανονίσει να φάμε μαζί στις δώδεκα, γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας;» «Με μεγάλη μου χαρά, Δεσποινίς ΜακΚόρμικ». Συναντήσαμε τον Έντουαρντ έξω από το Μουσείο Πίμποντι και έπειτα περπατήσαμε μέχρι το εστιατόριο του Τσάρλι Τσενγκ στην Προβλήτα Πίκερινγκ.

«Ένιωσα μια ξαφνική επιθυμία να φάω κινε'ζικο», είπε ο Έντουαρντ. «Πέρασα ολόκληρο το πρωινό μου ταξινομώντας ασιατικές γκραβούρες και όσο περισσότερο σκεφτόμουν το Μακάο και το Αγκυροβόλιο Ουαμπόα, τόσο περισσότερο το μυαλό μου πετούσε σε τραγανιστά λαζάνια και γαρίδες πεταλούδα». Ένας υπάλληλος του εστιατορίου μάς οδήγησε σε ένα γωνιακό τραπέζι και μας έφερε ζεστές πετσέτες και ένα πιάτο κινέζικα ορεκτικά ντιμ σουμ. «Ο Φόρεστ και ο Τζίμι έχουν το συνηθισμένο τους ρεπό αύριο», είπε ο Έντουαρντ, «και αποφάσισα να τους κάνω παρέα και να την κοπανήσω για λίγο από τη δουλειά έτσι ώστε να αρχίσουμε να κάνουμε κάποιους προκαταρκτικούς ηχοβολισμούς πάνω από το σημείο όπου ο Ίβλιθ πιστεύει πως βρίσκεται το ναυάγιο. Θέλεις να έρθεις μαζί μας;» «Καλύτερα όχι αυτή τη φορά», απάντησα. Όσο και να ήθελα να βοηθήσω στον εντοπισμό του Ντέιβιντ Νταρκ, γνώριζα πως η αυριανή μου παρουσία δεν θα βοηθούσε ιδιαίτερα. Το Άλεξις θα πηγαινοερχόταν πάνω από το ίδιο σημείο για ώρες ολόκληρες, κάνοντας μια βαρετή παράλληλη έρευνα και ακόμα και αν η θάλασσα ήταν ήρεμη, πράγμα το οποίο θα ήταν απαραίτητο για τον ακριβή ηχοβολισμό του πυθμένα της, το ταξίδι θα ήταν κάθε άλλο παρά ευχάριστο. Ο Έντουαρντ μάγκωσε στα ξυλαράκια του ένα κομματάκι κοτόπουλο τυλιγμένο σε χαρτί και το άνοιξε με επιδεξιότητα. «Μόνο ένα πράγμα με ανησυχεί», είπε. «Γιατί ο γερο-Ίβλιθ απαιτεί να είναι ο μοναδικός που θα αναλάβει εκείνον τον γιγάντιο σκελετό όταν θα τον ανεβάσουμε στην επιφάνεια;» «Αν τελικά είναι τόσο επικίνδυνος και μοχθηρός όσο λέει ο Ίβλιθ, πώς θα μπορούσαμε να τον αντιμετωπίσουμε εμείς;» ρώτησα. «Τουλάχιστον εκείνος δείχνει βέβαιος πως μπορεί να τον δαμάσει». «Το μόνο που μας βεβαιώνει για κάτι τέτοιο είναι ο λόγος του. Αυτό που βρίσκεται στο αμπάρι του πλοίου μπορεί να είναι υπερβολικά πολύτιμο και όμως το μοναδικό που μας επιτρέπει ο γέρος να κάνουμε είναι να του το παραδώσουμε σφραγισμένο, μπροστά στην πόρτα του, πειθήνια και αδιαμαρτύρητα». «Και τι προτείνεις;» τον ρώτησα/Ενιωσα ένα ξαφνικό ενδιαφέρον να κρατήσω τον Μικταντεκάτλι μακριά από τον Ντάγκλας Ίβλιθ, για τον απλούστατο λόγο πως αν εγώ ο ίδιος αποφάσιζα να απελευθερώσω τον δαίμονα, θα μου ήταν πολύ πιο εύκολο να το κάνω αν βρισκόταν κάτω από τη δική μας επίβλεψη και όχι του Ίβλιθ. Άλλωστε, ο Ίβλιθ ή η Έ ν ι ν τ ή ακόμα και ο υπηρέτης του ο Κβάμους πρέπει να γνώριζαν έναν τρόπο να τον ελέγξουν με μαγικές επικλήσεις ή με κάποιο απόκρυφο τελετουργικό ή με ειδικά ξόρκια, όπως το να τον κρατήσουν στην ακτή δεμένο με σκελίδες σκόρδου· και αφού κατάφερναν να φυλακίσουν τον Μικταντεκάτλι, θα ήταν πια εξαιρετικά απίθανο να κατάφερνα να τον ελευθερώσω. Η πρόσβαση στο σπίτι του Ίβλιθ θα ήταν από μόνη της δύσκολη, με τον Κβάμους και εκείνο το ντόπερμαν να παραφυλάνε συνέχεια. Το να καταφέρω να σπάσω ένα ξόρκι θα ήταν αδύνατο.

Ο Έντουαρντ είπε: «Γιατί δεν δοκιμάζετε την αρωματική τραγανιστή πάπια; Τη φτιάχνουν πολύ νόστιμη σ' αυτό το με'ρος. Ξέρετε πώς τη μαγειρεύουν;» Είπα: «Ναι, ξέρω πώς τη μαγειρεύουν, αλλά μου φαίνεται πως προτιμώ το κοτόπουλο σε μαύρη σάλτσα από φασόλια». «Θα το μοιραστούμε», είπε η Τζίλι. Ο Έντουαρντ είπε: «Δεν χρειάζεται να πάμε το χάλκινο σκεύος κατευθείαν στο Τιούκσμπερι. Μπορούμε να νοικιάσουμε ένα φορτηγό ψυγείο και να το έχουμε στην αποβάθρα όταν θα ανελκύσουμε το Ντέιβιντ Νταρκ, και έπειτα να φορτώσουμε στο φορτηγό το χάλκινο σκεύος και να το κατεβάσουμε στα Ψυγεία του Μέισον. Ύστερα μπορούμε να το ανοίξουμε μόνοι μας και να δούμε με τα ίδια μας τα μάτια τι υπάρχει εκεί μέσα». «Αλήθεια πιστεύετε αυτά που είπε ο κος Ίβλιθ, σχετικά με τον σκελετό των Αζτέκων;» ρώτησε η Τζίλι. «Εγώ το βρίσκω πραγματικά πολύ τραβηγμένο». «Δεν πιστεύω να βρίσκεις και αυτό που μας συνέβη στο ξενοδοχείο Χόθορν τραβηγμένο, έτσι;» τη ρώτησα. «Δεν είναι το ίδιο...δεν ξέρω. Ένας δαίμονας. Ποιος πιστεύει ότι υπάρχουν δαίμονες;» «Είναι απλά μια βολική λέξη για να χρησιμοποιήσει κανείς», της εξήγησε ο Έντουαρντ. «Δεν έχω ιδέα πώς αλλιώς στην οργή να το ονομάσω αυτό το πράγμα. Έ ν α υπερφυσικό σκήνωμα; Δεν ξέρω. Η λέξη "δαίμονας" είναι απλά βολική, αυτό είναι όλο». «Εντάξει λοιπόν, ονομάστε το δαίμονα», είπε η Τζίλι. «Αλλά δεν νομίζω πως αυτό πρόκειται να κάνει κανέναν να πιστέψει και να συμμεριστεί αυτό που προσπαθείτε να κάνετε, δεν συμφωνείτε;» «Αυτό θα το δούμε», της είπε ο Έντουαρντ. Έπειτα, γυρνώντας σε μένα, είπε: «Είχαμε κανένα καλό νέο από τον πεθερό σου, σχετικά με το οικονομικό ζήτημα;» «Όχι ακόμα. Τον άφησα να το σκεφτεί λιγάκι». «Συνέχισε να τον πιέζεις, εντάξει; Μόλις και μετά βίας μπορούμε να καλύψουμε το κόστος των ηχοβολισμών, αλλά από κει και πέρα δεν έχουμε λεφτά για τίποτα άλλο. Ο λογαριασμός μου στην τράπεζα είναι ήδη κενός, όχι βέβαια πως είχα και πολλά χρήματα εκεί. Δύο χιλιάδες εκατό δολάρια». «Είδες και άλλα φαντάσματα;» με ρώτησε η Τζίλι. «Άλλα αλλόκοτα περιστατικά; Ο Έντουαρντ μου μίλησε για αυτό που σου συνέβη το βράδι του Σαββάτου· πρέπει να ήταν αληθινά τρομακτικό». «Εξακολουθείς να μην πιστεύεις τίποτα απ' όλα αυτά, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησα. «Θα 'θελα να πιστέψω — » απάντησε. «— αλλά δεν μπορείς», συμπλήρωσα. «Λυπάμαι», είπε. «Υποθέτω πως είμαι πολύ ρεαλίστρια, γαντζωμένη στην

πραγματικότητα. Βλέπω όλες εκείνες τις κοπέλες στις ταινίες τρόμου να ουρλιάζουν όταν τις απειλεί κάποιο τέρας ή κάποιος βρυκόλακας, και απλά ξέρω πως αν ήμουν στη θέση τους δεν θα αντιδρούσα έτσι. Εγώ θα ήθελα να μάθω τι ήταν το τέρας και τι ζητούσε, ή θα με ενδιέφερε να ανακαλύψω αν ήταν απλά κάποιος άνθρωπος που είχε μεταμφιεστεί. Δεν μπορώ να αρνηθώ πως ό,τι συνέβη στο Χόθορν ήταν τρομακτικό. Μπορεί να είχε να κάνει ακόμη και με μια υπερφυσική δύναμη. Αλλά ακόμη και αν ήταν έτσι, η υπερφυσική αυτή δύναμη ερχόταν από το εσωτερικό του μυαλού σου· το προκαλούσες μόνος σου στον εαυτό σου. Εδώ και μερικές μέρες, ανά πέντε λεπτά αλλάζω την άποψή μου σχετικά με τον αν πιστεύω στα φαντάσματα ή όχι, και νομίζω πως έχω καταλήξει στην πλευρά εκείνων που δεν πιστεύουν. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν φαντάσματα· εντάξει. Εσύ βλέπεις φαντάσματα. Και αυτό το πιστεύω. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως είναι αληθινά». «Μάλιστα, ωραία τα λέτε, Δεσποινίς Λογική», σχολίασα. «Χτυπήστε άφοβα». «Πιστεύεις πως είμαι υπερβολικά ευθεία», είπε. «Είπα εγώ τέτοιο πράγμα;» τη ρώτησα. «Όχι με λέξεις». «Τότε κράτα τις απόψεις σου για τον εαυτό σου, εντάξει;» Αφού τελειώσαμε το φαγητό μας, αγόρασα ένα μεγάλο μπουκέτο λουλούδια και επέστρεψα στο Γκράνιτχεντ για να τα προσφέρω στη Λόρα και να της πως πόσο λυπόμουν που είχα ξεχάσει να πάω στο σπίτι της για βραδινό. Είχα ρίξει μια ματιά στο Θρυμματισμένο Μπισκότο νωρίτερα, αλλά δεν την είχα δει μέσα. Όμως, από τον τρόπο που το υπόλοιπο προσωπικό του καταστήματος με κοιτούσε, ήταν προφανές πως τους είχε εξιστορήσει τι είχε συμβεί. Καθώς οδηγούσα στη Λεωφόρο της Δυτικής Ακτής, αποφάσισα να περάσω από το Σούπερ Μάρκετ του Γκράνιτχεντ για να ψωνίσω ένα καινούργιο μπουκάλι ουίσκι και ίσως και ένα μπουκάλι κρασί για τη Λόρα, για να συνοδεύσω τα λουλούδια. Ή τ α ν ένα φωτεινό, σαν ανοιξιάτικο, απόγευμα, και το γεύμα με την Τζίλι και τον Έντουαρντ μου είχε φτιάξει τη διάθεση. Πάρκαρα το αυτοκίνητο σιγοτραγουδώντας, και διέσχισα το πάρκινγκ για να φτάσω στην πόρτα του μαγαζιού. Ο Τσάρλι έλειπε, και πίσω από το ταμείο βρισκόταν ο Σάι, ένας πλακατζής έφηβος που τον βοηθούσε μερικές μέρες της βδομάδας· στο πρόσωπο του υπήρχαν έντονες φακίδες και το κεφάλι του κοσμούσε το τελευταίο μάλλον στρατιωτικό κούρεμα στο ανατολικό στρατόπεδο της Αμερικής. Πήγα στα ράφια με τα οινοπνευματώδη και τράβηξα ένα μπουκάλι Σίβας και μια μποτίλια κόκκινο Μουτόν Καντέ. «Δεν είναι εδώ ο Τσάρλι;» ρώτησα τον Σάι, καθώς έβγαζα το πορτοφόλι από την τσέπη μου. «Βγήκε έξω», απάντησε ο Σάι. «Θέλω να πω, πετάχτηκε τρέχοντας έξω». «Ο Τσάρλι βγήκε τρέχοντας-, Δεν νομίζω να έχω δει ποτέ τον Τσάρλι να τρέχει,

όσον καιρό είμαι εδώ». «Και όμως, αυτή τη φορά αληθινά έτρεχε. Άνοιξε την πόρτα και άρχισε να τρέχει σα διάολος. Είπε κάτι σχετικά με τον Νιλ». Αισθάνθηκα εκείνο το γνώριμο ανακάτεμα ταραχής μέσα μου. «Σχετικά με τον Νιλ; Εννοείς τον Νιλ, τον νεκρό του γιο;» «Δεν νομίζω ότι μιλούσε γι' αυτόν», είπε ο Σάι. «Δεν μπορεί να μιλούσε γι' αυτόν, γιατί είπε πως τον είχε δει. "Μόλις τον είδα!" είπε, και μετά έτρεξε έξω, σα διάολος». «Προς τα πού πήγε;» ζήτησα να μάθω. «Προς τα πού;» είπε ο Σάι, με έκπληξη. «Δεν ξέρω προς τα πού. Μάλλον, κάπου προς τα κει, λίγο πέρα από το πάρκινγκ, προς τον λόφο. Εξυπηρετούσα κάποιον πελάτη εκείνη την ώρα, δεν έδωσα πολλή σημασία». Έσπρωξα τα δύο μπουκάλια που κρατούσα στα χέρια μου στο πλάι του ταμείου. «Φύλα αυτά για μένα, εντάξει;» του είπα, και έπειτα τράβηξα με δύναμη προς το μέρος μου τα φύλλα της πόρτας του μαγαζιού και έτρεξα στο πάρκινγκ. Κάλυψα τα μάτια μου με το χέρι για να τα προφυλάξω από τον απογευματινό ήλιο και κοίταξα προς τον λόφο, αλλά δεν μπορούσα να δω κανένα σημάδι του Τσάρλι. Όμως, ήταν παχύς και αγύμναστος, δεν μπορούσε να έχει πάει πολύ μακριά. Διέσχισα το πάρκινγκ και άρχισα να ανεβαίνω τρέχοντας τον λόφο με όσο πιο γρήγορα βήματα μπορούσα. Η ανάβαση ήταν μακριά και δύσκολη. Σε αυτήν την περιοχή, οι λόφοι —ο νοτιότερος από τους οποίους ήταν ο Λόφος Κουάκερ— ήταν πιο απότομοι. Έπρεπε να γαντζώνομαι από τα αγριόχορτα για να διατηρώ την ισορροπία μου, και δεν ήταν λίγες οι φορές που τα πόδια μου γλίστρησαν στο ψιλό χώμα και έγδαρα τους αστράγαλούς μου. Έπειτα από τέσσερα με πέντε λεπτά, έφτασα λαχανιάζοντας και ιδροκοπώντας στην κορυφή του λόφου και έριξα μια ματιά ολόγυρα. Πέρα, στα βορειοανατολικά, μπορούσα να δω το Γκράνιτχεντ, και λίγο παραπέρα τον λαμπερό Βόρειο Ατλαντικό. Στα δυτικά έβλεπα το Σάλεμ και το λιμάνι του, απλωμένα γύρω από την ακτογραμμή. Στα νότια υπήρχε ο Λόφος Κουάκερ και το σπίτι μου, και λίγο παρακάτω, στα νοτιοδυτικά, το Κοιμητήριο Ουότερσαϊντ. Ο αέρας ήταν δυνατός και έκανε κρύο εδώ πάνω, παρά τον λαμπερό ήλιο. Τα μάτια μου άρχισαν να υγραίνονται καθώς κοιτούσα δεξιά-αριστερά με μανία για κάποιο σημάδι του Τσάρλι. Έβαλα τα χέρια μου γύρω από το στόμα και φώναξα: «Τσάρλι! Τσάρλι Μάνζι! Πού είσαι, Τσάρλι;» Κατέβηκα από την πιο ομαλή πλαγιά, που οδηγούσε στη θάλασσα. Τα χόρτα μαστίγωναν τα πόδια μου και σφύριζαν στον άνεμο. Ένιωσα να παγώνω, τόσο από τον άνεμο όσο και από τη μοναξιά, και ακόμα και ο καπνός που σκαρφάλωνε στον ουρανό από το Βιομηχανικό Πάρκο Σέτλαντ, δίπλα ακριβώς στην Αποβάθρα Ντέρμπι, δεν έμοιαζε να αποτελεί κανενός είδους εγγύηση πως κάπου εδώ

γύρω θα μπορούσε να υπάρχει κάποιος άνθρωπος. Ή τ α ν σαν να ήμουν ολομόναχος, σε έναν κόσμο που είχε ξαφνικά ερημώσει. Λίγο πιο κάτω στην πλαγιά, όμως, το μάτι μου έπεσε στον Τσάρλι. Έτρεχε και κατευθυνόταν προς την ακτή, με τους ώμους σκυφτούς και τη λευκή του ποδιά να ανεμίζει σαν το σινιάλο ενός σηματοφόρου. Του φώναξα: «Τσάρλι! Στάσου, Τσάρλι! Τσάρλι!» αλλά είτε δεν με άκουσε είτε ήταν αποφασισμένος να με αγνοήσει. Παρ' όλο που είχα ήδη στερέψει από ανάσες, κατέβηκα τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα την πλαγιά, και τελικά κατάφερα να τον προφτάσω. Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει, και χρειάστηκε να εξακολουθήσω να τρέχω για να μπορώ να είμαι δίπλα του.Τα μάγουλα και το σαγόνι του είχαν χλωμιάσει από την προσπάθεια, και το μέτωπο του γυάλιζε από τον ιδρώτα. Καθώς έτρεχε, το στήθος του τιναζόταν πάνω-κάτω, πίσω από τα ασπρόμαυρα τετράγωνα του πουκάμισού του. «Τσάρλι!» του φώναξα. «Γιατί τρέχεις;» «Κάνε στην άκρη, κε Τρέντον!» είπε ασθμαίνοντας. «Κάνε πέρα και άσε με στην ησυχία μου!» «Τσάρλι, για όνομα του Θεού, θα πάθεις καρδιακή προσβολή!» «Κοίτα τη δική σου δουλειά, πανάθεμά σε! Στην άκρη!» Σκόνταψα σε έναν βράχο, και παρολίγο να πέσω, αλλά έπειτα κατάφερα να πλησιάσω πάλι τον Τσάρλι και του φώναξα: «Δεν είναι αληθινός, Τσάρλι! Είναι μια οφθαλμαπάτη!» «Δεν έχω ανάγκη να ακούω ανοησίες», ξεφύσησε ο Τσάρλι. «Είναι αληθινός και τον έχω δει. Προσευχόμουν στον Θεό να μου τον φέρει πίσω και τώρα ο Θεός μού τον έφερε πίσω. Και αν πάρω τον Νιλ πίσω, τότε θα έρθει και η Μόιρα πίσω. Γι' αυτό, κάνε στην άκρη, μ' ακούς; Μην αμφιβάλλεις για τα θαύματα». «Τσάρλι, αυτό είναι ένα θαύμα», είπα αγκομαχώντας, «μα όχι ένα θαύμα του Θεού». «Τι είναι αυτά που λες;» Ο Τσάρλι έκοψε ρυθμό και άρχισε να βαδίζει σπασμωδικά, κουτσαίνοντας. «Ποιος άλλος κάνει θαύματα, εκτός από τον Θεό;» Έδειξα προς τα βορειοδυτικά, σε εκείνο το αστραποβόλο κομμάτι της θάλασσας, σχεδόν μισό μίλι νότια της Νήσου του Χειμώνα. «Τσάρλι...κάτω από τον ωκεανό...ακριβώς εκεί που δείχνω...βρίσκεται το κουφάρι ενός πλοίου τριακοσίων ετών. Μέσα στο πλοίο αυτό υπάρχουν τα απομεινάρια ενός δαίμονα, ενός διαβόλου, με καταλαβαίνεις; Έ ν α μοχθηρό πνεύμα, όπως σχον Τρόμο του Άμιτιβιλ, μόνο πολύ χειρότερο». «Προσπαθείς να μου πεις πως εκείνο ήταν που σήκωσε τον Νιλ μου από τον τάφο;» «Όχι μόνο τον Νιλ σου, Τσάρλι, αλλά και τη γυναίκα μου και τις γυναίκες και τους άντρες και τα αδέρφια και τα παιδιά εκατοντάδων άλλων ανθρώπων στο

Γκράνιτχεντ. Τσάρλι, ο δαίμονας αυτός έχει παγιδέψει με την κατάρα του ολόκληρο το Γκράνιτχεντ. Οι νεκροί της πόλης δεν αναπαύονται ποτέ, και αυτό συμβαίνει και στον Νιλ σου». Ο Τσάρλι σταμάτησε και κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μου για πάρα πολλή ώρα ενόσω προσπαθούσε να πάρει μια ανάσα. «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;» είπε στο τέλος. «Είναι αληθινά;» «Απ' όσο ξέρω, ναι. Δουλεύω μαζί με μερικούς άλλους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων και τριών υπαλλήλων του Μουσείου Πίμποντι, για να ανεβάσουμε το πλοίο εκείνο από τον βυθό και να ξεφορτωθούμε τον δαίμονα μια για πάντα». Ο Τσάρλι σκούπισε το στόμα του με το χέρι και σούφρωσε τα μάτια προς την κατεύθυνση του Κοιμητηρίου Ουότερσαϊντ. «Δεν ξέρω τι να πω, κε Τρέντον. Τον είδα και ήταν αληθινός. Αληθινός και ζωντανός, σαν κι εμένα». «Τσάρλι, το ξέρω. Έτσι ακριβώς έχω δει και την Τζέιν. Αλλά, πίστεψέ με, ο Νιλ δεν είναι εκείνος που ήξερες όταν ήταν ζωντανός. Είναι αλλιώτικος και είναι επικίνδυνος». «Επικίνδυνος; Του τις έβρεχα με το ζωνάρι, όταν ήταν άτακτος». «Εκείνος ήταν ο Νιλ που ήξερες όσο ζούσε. Αυτός ο Νιλ είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Τσάρλι, τον ελέγχει ο δαίμονας, και τον έχει βάλει να σε σκοτώσει». Ο Τσάρλι πήρε μια βαθιά εισπνοή, και έπειτα καθάρισε το λαρύγγι του. Κοίταξε προς το μέρος μου και έπειτα κοίταξε προς τη μεριά του νεκροταφείου. «Δεν ξέρω», είπε. «Δεν ξέρω τι να πιστέψω. Εσένα ή τα ίδια μου τα μάτια;» Τότε ήταν που και οι δυο μας αρχίσαμε να ακούμε κάποιον να φωνάζει. Ήταν η φωνή ενός αγοριού, που την έφερνε σε μας ο άνεμος. Καταβάλαμε και οι δύο μεγάλη προσπάθεια για να δούμε από πού ερχόταν, και στο τέλος ο Τσάρλι είπε: «Να...κοίτα, εκεί κάτω!» Και όταν τα μάτια μου ακολούθησαν την κατεύθυνση που τους υπέδειξε το κοντόχοντρο δάχτυλο του, αντίκρυσαν τον Νιλ, τον μικρό Νιλ Μάνζι, που στεκόταν πάνω σε ένα μικρό χορταριασμένο ύψωμα και μας χαιρετούσε κεφάτα και χαρωπά, σαν ζωντανός. «Μπαμπά» φώναζε. «Έλα, μπαμπά» Ο Τσάρλι άρχισε αμέσως να τρέχει πάλι, κατηφορίζοντας τον λόφο. «Τσάρλι, για όνομα του Θεού!» Του φώναξα και άρχισα να τρέχω ξοπίσω του και προσπάθησα να τον αρπάξω από το μπράτσο. «Τσάρλι, αυτός δεν είναι ο Νιλ!» «Άστα αυτά, κοίτα το αγόρι μου», ξεφύσηξε προς το μέρος μου ο Τσάρλι. «Κοίτα τον, ίδιος όπως πάντα. Είναι ένα θαύμα, αυτό είναι όλο. Ένα ολοφάνερο θαύμα, σαν εκείνα της Βίβλου». «Τσάρλι! Θα σε σκοτώσει!» «Δεν πειράζει, ίσως να μου αξίζει!» φώναξε ο Τσάρλι. «Ίσως να μου αξίζει, επειδή του αγόρασα εκείνη τη μοτοσυκλέττα. Κάνε στην άκρη, κε Τρέντον, σε

προειδοποιώ. Παράτα με». «Τσάρλι». «Κε Τρέντον, δεν γίνεται να είμαι πιο δυστυχισμένος απ' όσο είμαι τώρα, είτε ζωντανός είτε νεκρός». Αυτή η τελευταία φωναχτή δήλωση με καθήλωσε. Παρακολούθησα το παχύσαρκο κορμί του Τσάρλι Μάνζι να καλπάζει προς τα ριζά του λόφου, κουνώντας το χέρι καθώς έτρεχε προς το λιγνό αγόρι που στεκόταν λίγο παραπέρα και που του ανταπέδιδε τον χαιρετισμό· και ήξερα πως δεν υπήρχε τίποτα που να μπορώ να κάνω. Θα μπορούσα να είχα βάλει τρικλοποδιά στον Τσάρλι, υποθέτω, ή θα μπορούσα να είχα προσπαθήσει να τον σωριάσω κάτω αναίσθητο με τις γροθιές μου. Αλλά τι νόημα θα είχε; Δεν θα γινόταν ποτέ να τον παρακολουθώ νύχτα μέρα για να είμαι σίγουρος πως ο Νιλ δεν θα επέστρεφε για να πάρει ό,τι του στερούσα εγώ· και πέρα απ' όλα αυτά, αν τον χτυπούσα, δεν θα ήθελε να μου ξαναμιλήσει ποτέ στη ζωή του. Έμεινα εκεί που βρισκόμουν, με τα χέρια παράλληλα στο σώμα μου, καθώς ο Τσάρλι έτρεχε και απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Σύντομα είχε γίνει μια χοντρή κουκκίδα στον ορίζοντα, με τη λευκή του ποδιά να πεταρίζει σχεδόν μισό χιλιόμετρα πέρα από μένα. Αποφάσισα να επιστρέψω στο μαγαζί του, να πάρω το αυτοκίνητο μου και ίσως να περάσω από το νεκροταφείο για να δω αν υπήρχε τίποτα που μπορούσα να κάνω· αλλά τότε είδα τον Νιλ να κατεβαίνει γοργά από το υπερυψωμένο κομμάτι γης όπου στεκόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή και να εξαφανίζεται, για να κάνει πάλι την εμφάνισή του πολύ πιο κοντά στην πύλη του νεκροταφείου, σχεδόν στην ίδια απόσταση που απείχε από εμένα το σπίτι μου. Ο Τσάρλι συνέχισε να τον ακολουθεί και τότε κατάλαβα πως όσο μάταιο και να 'ταν, θα έπρεπε να συνεχίσω να τον κυνηγώ για να δω αν μπορούσα με κάποιον τρόπο να τον αποτρέψω να κάνει οτιδήποτε είχε στον νου του. Κατέβηκα την πλαγιά του λόφου σχεδόν με την ίδια ταχύτητα που έτρεχα όταν πήγαινα γυμνάσιο, όταν έτρεχα και κολυμπούσα κάθε μέρα, τότε που θεωρούσα τον εαυτό μου μια εφηβική εκδοχή του Τζόνι Βαϊσμίλερ. Όταν είχα πλησιάσει τον Τσάρλι σε απόσταση που μπορούσε να με ακούσει είχα πια εξαντληθεί και με δυσκολία μπορούσα να κράξω, πόσο μάλλον να φωνάξω, αλλά συνέχισα να τρέχω, αυτή τη φορά με πιο αργό και σταθερό ρυθμό, μέχρι που μας χώριζαν μοναχά είκοσι μέτρα. «Μπαμπά!» ήταν η φωνή που έφερε ο νοτιοδυτικός άνεμος. «Έλα, μπαμπά!» Και ο ήχος ήταν ακόμη πιο ανατριχιαστικός, γιατί η φωνή αυτή ακουγόταν τόσο νεανική. Είδα τον Τσάρλι να φτάνει στις πύλες του νεκροταφείου και να τις ανοίγει και να χάνεται από πίσω τους, κάπου ανάμεσα στις ταφόπλακες. Συγκέντρωσα τις τελευταίες μου δυνάμεις και πρόφτασα να βρεθώ στις πύλες του νεκροταφείου, ακριβώς τη στιγμή που ο Τσάρλι κατηφόριζε στον κεντρικό

διάδρομο των τάφων. Τώρα περπατούσε, κρατώντας το στήθος του και με τα δυο του χέρια γιατί τα πνευμόνια του είχαν ξεμείνει από οξυγόνο· όμως, ούτε στιγμή δεν σταμάτησε, γιατί στο τέλος του διαδρόμου τον περίμενε ο Νιλ, με τα χέρια απλωμένα, χαμογελαστός, καλωσορίζοντας τον πατέρα του τόσο ζεστά και με τέτοια ενθάρρυνση, που τη στιγμή εκείνη συνειδητοποίησα πως ποτέ δεν θα κατάφερνα να πείσω τον Τσάρλι να κάνει μεταβολή. «Τσάρλι!» ούρλιαξα, με φωνή κουρασμένη. «Τσάρλι, στάσου, ένα λεπτό!» Πάλεψα να ανοίξω τις σιδερένιες πύλες, αλλά εκείνες για κάποιον λόγο αρνούνταν να παραμερίσουν. Δεν ήταν ασφαλισμένες· και δεν μπορούσαν να είναι ούτε κλειδωμένες, γιατί ο Τσάρλι είχε περάσει ανάμεσά τους με τόση ευκολία. Αλλά όσο δυνατά και αν τις κούνησα και τις κλώτσησα, εκείνες δεν σάλευαν ούτε εκατοστό. «Τσάρλι!» στρίγγλισα. «Μια στιγμή μόνο, Τσάρλι, άκου με! Μην πηγαίνεις κοντά του, Τσάρλι! Μην πλησιάζεις! Τσάρλι, δεν είναι ο Νιλ αυτός! Μην πηγαίνεις εκεί!» Έπεσα πάνω στην πύλη με τον ώμο μου, αλλά δεν έλεγε να ανοίξει. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα πέρα από το να στέκομαι εκεί και να φωνάζω, καθώς ο Τσάρλι αργοπερπατούσε βαριά ανάμεσα στις ταφόπλακες, προς τον γιο που νόμιζε πως είχε χάσει. Τότε άκουσα έναν βαθύ, τραχύ, κακόηχο θόρυβο. Ακουγόταν σαν κάποιος να έσερνε αργά έναν τόνο πέτρες πάνω σε ένα τσιμεντένιο δάπεδο· και δεν ήμουν σίγουρος αν ο ήχος έφτανε στο μυαλό μου μέσα από τα αυτιά ή τα πέλματά μου. Ακολούθησε άλλος ένας τέτοιος ήχος, μόνο που ήταν ακόμη πιο τραχύς από τον πρώτο και δυνατότερος. Ίσως να ήταν σεισμός. Ίσως κάπου στα έγκατα της γης κάτι να άλλαζε θέση. Είχα ακούσει πως σε κάποια σημεία του Γκράνιτχεντ, εκεί όπου το νερό του ωκεανού είχε διαβρώσει τα πιο μαλακά στρώματα του υπεδάφους, κάτω από την επιφάνεια της γης υπήρχαν σπήλαια. Κοίταξα ερευνητικά μέσα από τα κάγκελα της πύλης και προσπάθησα να δω αν συνέβαινε κάτι στο εσωτερικό του κοιμητηρίου. Προς μεγάλο μου τρόμο και έκπληξη, είδα πως ένας από τους τάφους, ένας μεγάλος λευκός υπερυψωμένος τάφος με ένα μαρμάρινο φέρετρο σκαμμένο στο εσωτερικό του, είχε με κάποιον ανεξήγητο τρόπο κυλήσει στον διάδρομο, μπροστά από τον Τσάρλι, και τώρα τον χώριζε από τον γιο του. Ο Τσάρλι κοίταξε γύρω, ζαλισμένος, και τον άκουσα να φωνάζει: «Νιλ! Νιλ, τι τρέχει εδώ; Νιλ, απάντησέμου!» Προτού προλάβει να τρέξει πίσω στην καγκελόπορτα, άλλος ένας τεράστιος τάφος άρχισε να γλιστρά στον διάδρομο, αυτή τη φορά πίσω του, εγκλωβίζοντάς τον. Η κίνησή του συνοδευόταν από ένα αργό τρίξιμο, σαν ένα ξυλοκέραμο που λιώνει κάτω από το βάρος κάποιου οδοστρωτήρα· ένας γρανίτινος τοίχος έκλει-

σε τελείως τον διάδρομο. «Τσάρλι», ούρλιαξα. «Τσάρλι, φύγε από κει! Για όνομα του Θεού, Τσάρλι, φύγε!» Άκουσα τον Τσάρλι να φωνάζει ξανά τον Νιλ· αλλά έπειτα άκουσα και έναν άλλο ήχο. Ή τ α ν ο τραχύς, σταθερός θόρυβος ακόμα περισσότερων ταφοπλακών, καθώς μετακινούνταν μπροστά και πίσω από τον Τσάρλι, στενεύοντας έτσι τον διάδρομο μέσα στον οποίον ήταν εγκλωβισμένος, εκατοστό το εκατοστό, αργά, αδυσώπητα. «Τσάρλι!» φώναξα. «Τσάρλι!» Οι ταφόπλακες τον πλησίασαν ακόμη περισσότερο, κλείνοντας σιγά-σιγά τον χώρο που απέμενε, μέχρι που πάνω από τον ανατριχιαστικό τους θόρυβο άκουσα μια ξαφνική, στριγγλιστή έκκληση για βοήθεια. «Κε Τρέντον, πιάστηκε το μανίκι μου! Κε Τρέντον!» Κούνησα ξανά και ξανά με μανιασμένες κινήσεις τις καγκελόπορτες του κοιμητηρίου, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να βρεθώ εκεί μέσα. Το μόνο που μου έμενε ήταν να παρακολουθώ με τρόμο και αδυναμία να πιστέψω τα ίδια μου τα μάτια τον Τσάρλι να αγωνίζεται με τα νύχια να σκαρφαλώσει πάνω από τη γυαλισμένη επιφάνεια των τάφων, γεμάτος απόγνωση να αποδράσει από τον τεράστιο όγκο δύο όρθιων ταφοπλακών που τον ζύγωναν και από τις δυο μεριές του διαδρόμου. Πρέπει να ζύγιζαν τουλάχιστον από έναν τόνο, έτσι όπως ήταν διακοσμημένες με πέτρινους κρίνους και δακρυσμένα χερουβείμ· και κινούνταν σαν γιγάντιες νεκράμαξες, γκρίζες και γκροτέσκες, απρόσωπες και αμείλικτες. «Ω, Θεέ μου!» κραύγασε ο Τσάρλι. «Ω, Θεέ μου! Νιλ! Βοήθεια! Θεέ μου, ας με βοηθήσει κάποιος!» Καταβάλλοντος δύναμη που δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως διέθετε, ο Τσάρλι κατάφερε σχεδόν να βγάλει το κορμί του από τον ανελέητα μικρό χώρο. Ο τρόμος είχε ποτίσει το πρόσωπο του με ένα πορφυρό χρώμα και τα μάτια του ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες. Άπλωσε το ένα του χέρι προς το μέρος μου, αλλά αμέσως μετά οι γιγάντιες ταφόπλακες τον εγκλώβισαν ξανά, παγιδεύοντάς τον ανάμεσα σε δύο κάθετες επιφάνειες συμπαγή γρανίτη. Δίχως την παραμικρή καθυστέρηση, οι ταφόπλακες τον έλιωσαν ανάμεσά τους. Ο ήχος των οστών των ποδιών του που έσπαγαν έμοιαζε με ομοβροντία· και έπειτα, δίχως να βγάλει τον παραμικρό ήχο, άνοιξε το στόμα του διάπλατα, προσπαθώντας να πάρει μια τελευταία ανάσα μέσα στον τρόμο του επερχόμενου θανάτου του. Αμέσως μετά, ένα συντριβάνι από σταγόνες αίματος μαζί με ωμή σάρκα ανάβλυσε από τα χείλη του και ράντισε τις ταφόπλακες ολόγυρα με το σκοτεινό του χρώμα. Για μια στιγμή, ο Τσάρλι βρέθηκε στερεωμένος όρθιος, σπαρταρώντας και σφαδάζοντας, και έπειτα λυτρώθηκε καταρρέοντας. Έκλεισα τα μάτια, έχοντας ακόμα σφιγμένες στις παλάμες μου τις καγκελόπορτες του νεκροταφείου. Έτρεμα σύγκορμος και μπορούσα να ακούσω τον ήχο

που έκανε το αίμα καθώς έτρεχε στις φλέβες μου, σαν ένα ποτάμι που έτρεχε ορμητικό για να καταλήξει στην κόλαση. Έπειτα, δίχως να κοιτώ άλλο προς τη μεριά του Τσάρλι, γύρισα από την άλλη, και άρχισα να ανηφορίζω πάλι τον λόφο. Πίσω μου άκουγα ένα ανατριχιαστικό, διαπεραστικό τρίξιμο· ήταν οι ταφόπλακες που επέστρεφαν στις κανονικές τους θέσεις. Ο ήχος τούτος σύρθηκε μέσα στα κόκαλά μου, όπως συνηθίζουν να λένε οι γίντις. Ήξερα πως για χρόνια ολόκληρα θα ξυπνούσα τα βράδια νομίζοντας πως ακούω τον ήχο αυτόν τον συρτό ήχο ενός απίστευτου μα αναπότρεπτου θανάτου. Θα μπορούσα να είχα αναφέρει τον θάνατο του Τσάρλι στην αστυνομία, υποθέτω. Θα μπορούσα να είχα μείνει γονατιστός δίπλα του μέχρι να ερχόταν κάποιος. Αλλά το όνομά μου ήταν ήδη μπλεγμένο σε αρκετούς μυστηριώδεις θανάτους· ήμουν ήδη φορτωμένος με μπόλικο φόβο και μπόλικες ανησυχίες. Πώς θα μπορούσα να δώσω εξηγήσεις για τον θάνατο του Τσάρλι σε οποιονδήποτε που δεν θα τον είχε δει με τα ίδια του τα μάτια; Δεν μπορούσα καλά-καλά να πιστέψω εγώ ο ίδιος τον τρόπο με τον οποίο εκείνες οι τεράστιες ταφόπλακες είχαν κινηθεί, ωθούμενες από τη δική τους τρομακτική και μοχθηρή θέληση. Συνέχισα να ανηφορίζω τον λόφο, και αφού πέρασα την Οδό Κουάκερ βρέθηκα ξανά στο Σούπερ Μάρκετ του Γκράνιτχεντ. Μου φάνηκε πως χρειάστηκα τρεις φορές περισσότερο χρόνο για να επιστρέψω στο μαγαζί απ' ό,τι χρειάστηκα για να βρεθώ στο κοιμητήριο, και όταν πέρασα την πόρτα για να πάρω τα μπουκάλια μου, ήμουν σαν χαμένος. «Τον βρήκατε;» με ρώτησε ο Σάι. «Όχι, δεν είναι πουθενά», είπα ψέματα. «Ανησυχείτε για τον Τσάρλι;» με ρώτησε. «Ήθελα κάτι να του πω, αυτό είναι όλο. Αλλά φαντάζομαι πως μπορώ να περιμένω να του το πω κάποια άλλη στιγμή». «Έτσι όπως τρέξατε πριν, σα διάολος, σκέφτηκα μήπως...» «Ξέχνα το, εντάξει;» τον έκοψα, πιο απότομα απ' όσο ήθελα. Πήρα το κρασί και το ουίσκι μου. «Συγγνώμη. Ευχαριστώ που πρόσεχες τα ποτά μου». «Παρακαλώ», είπε ο Σάι, δείχνοντας σαστισμένος. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στο κέντρο του Γκράνιτχεντ. Κάποιος μου είχε πάρει την αγαπημένη μου θέση για παρκάρισμα και έτσι χρειάστηκε να πάω στο δημοτικό πάρκινγκ, στο λιμάνι. Μέχρι τη στιγμή που κατάφερα επιτέλους να ανηφορίσω με κόπο πίσω στην πλατεία, η διάθεσή μου δεν ήταν και η καλύτερη· ήμουν σοκαρισμένος, κουρασμένος και νευρικός. Μπήκα στο Θρυμματισμένο Μπισκότο με μια γκριμάτσα στο πρόσωπο μου που με έκανε να μοιάζω με τον Κουασιμόδο με πόνο στην πλάτη. «Για δες», είπε η Λόρα, «είχες το θράσος να εμφανιστείς τελικά». Μόνο και μόνο το γεγονός ότι μου μιλούσε έδειχνε πως με είχε ήδη μισο-συγχωρέσει. Ακούμπησα τα λουλούδια και το κρασί στον πάγκο του μαγαζιού και

είπα: «Τα λουλούδια είναι για να σου πω συγγνώμη. Το μπουκάλι περιέχει το κρασί που δεν ήπιαμε χθες το βράδι. Αν θελήσεις να πετάξεις τα λουλούδια στα σκουπίδια και να πιεις το κρασί μόνη σου, σε καταλαβαίνω». «Θα μπορούσες να με είχες πάρει ένα τηλέφωνο, τουλάχιστον», είπε, χολωμένη. «Λόρα, δεν ξέρω τι άλλο να πω. Νιώθω ότι φέρθηκα σαν γουρούνι». Πήρε το μπουκάλι στα χέρια της και εξέτασε την ετικέττα. «Εντάξει», είπε, «αφού έχεις τόσο καλό γούστο, σε συγχωρώ. Αλλά μόνο για μια φορά. Και αν ξανασυμβεί το χθεσινό, θα ξεχάσω αμέσως ότι σε έχω συγχωρέσει». «Ό,τι πεις, Λόρα». «Τουλάχιστον, θα μπορούσες να κάνεις μια προσπάθεια να δείχνεις ότι λυπάσαι». «Είμαι απλά αναστατωμένος, αυτό είναι όλο». «Και τι νομίζεις, εγώ δεν είμαι αναστατωμένη;» «Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο». «Όταν λες σε κάποιον "συγχώρεσέ με" θα μπορούσες να δείχνεις ότι θέλεις αληθινά να σε συγχωρέσει». «Και τι θέλεις να κάνω;» απαίτησα να μάθω. «Να αρχίσω να σου τραγουδώ Συγχώρα με και να λούσω το κεφάλι μου με στάχτες;» «Ω, παράτα με. Όσο λυπάσαι εσύ άλλο τόσο λυπάται και 'γω δεν ξέρω ποιος». «Καλά-καλά δεν ξέρεις σαν ποιον λυπάμαι, και μου λες να σε παρατήσω;» «Τζον, κόφ 'το, για όνομα του Θεού». «Εντάξει», της είπα, «φεύγω τώρα». «Πάρε μαζί και τα λουλούδια και το κρασί σου», είπε. «Κράτα τα. Μόνο και μόνο επειδή δεν ξέρεις σαν ποιον λυπάμαι, δεν πα' να πει ότι δεν λυπάμαι κιόλας». «Εντάξει, το βρήκα. Λυπάσαι σαν τον Γκάρι Γκίλμορ», μου αντιγύρισε. «Ξέρεις, βέβαια, ποια ήταν τα τελευταία του λόγια, έτσι δεν είναι; "Ας το κάνουμε"». Βγήκα από το Θρυμματισμένο Μπισκότο και άφησα τη Λόρα μόνη με τη δικαιολογημένη της οργή. Μου άρεσε η Λόρα, δεν ήθελα να την εκνευρίσω. Ίσως να της τηλεφωνούσα αργότερα για να δω αν είχε ηρεμήσει καθόλου. Το ήξερα καλά, και εγώ θα είχα γίνει έξαλλος αν περνούσα ένα ολόκληρο απόγευμα ετοιμάζοντας ένα ιταλικό δείπνο για κάποιον που θα με έστηνε και τελικά δεν θα ερχόταν. Διέσχιζα τη λιθόστρωτη πλατεία του Γκράνιτχεντ, όταν μου φάνηκε πως το μάτι μου είχε πάρει στην απέναντι πλευρά του δρόμου την κοπέλα με την καφετιά κουκουλωτή κάπα να μπαίνει στην πλατεία. Άλλαξα κατεύθυνση και την ακολούθησα, αποφασισμένος αυτή τη φορά να την προφτάσω και να μάθω ποια ήταν. Ίσως να μην είχε καμία απολύτως σχέση με την ιστορία μου — ίσως οι

συχνές της εμφανίσεις μπροστά μου να μην ήταν παρά συμπτώσεις. Αλλά, έπειτα από τον θάνατο του Τσάρλι και της Κόνστανς, είχα πάρει την απόφαση να βάλω σε αιώνια νάρκη το πνεύμα του Ντέιβιντ Νταρκ και αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε να εντοπίσω οτιδήποτε θα μπορούσε να με βοηθήσει στον σκοπό μου τούτο. Έστριψα στη γωνία· βρέθηκα σε έναν στενό αδιέξοδο δρόμο, που στις δυο του πλευρές υπήρχαν πολύχρωμες βιτρίνες καταστημάτων. Η κοπέλα στεκόταν μπροστά από τη βιτρίνα της Αγοράς Βιβλίων του Γκράνιτχεντ, κοιτώντας είτε τα βιβλία στο εσωτερικό του τζαμιού είτε την ίδια της την αντανάκλαση.

ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ

Π

λησίασα την κοπέλα επιφυλακτικά, κάνοντας έναν κύκλο πίσω της, έτσι ώστε να μπορέσω να δω το ωχρό της πρόσωπο να καθρεφτίζεται στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου. Πρέπει να γνώριζε πως βρισκόμουν εκεί, αλλά δεν έφυγε από τη θέση της, παρά έμεινε ακίνητη, με τ