CAMILLA LACBERG - Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ.pdf

February 26, 2018 | Author: Billis Tsou | Category: N/A
Share Embed Donate


Short Description

Download CAMILLA LACBERG - Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ.pdf...

Description

Ψηφιακή έκδοση Οκτώβριος 2014

Τίτλος πρωτοτύπου Camilla Läckberg, Fyrvaktaren, Forum 2009

© 2009, Camilla Läckberg Published by arrangement with Nordin Agency, Sweden. © 2013, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-960-566-895-2

Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου.

Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500, fax: 211 3003562 http://www.metaixmio.gr • e-mail: [email protected]

Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562

Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 • Οξυγόνο, Ολύμπου 81, 546 31 Θεσσαλονίκη τηλ.: 2310 260085 www.oxygono-metaixmio.gr

Camilla Lackberg Ο φαροφύλακας Μετάφραση από τα σουηδικά Γρηγόρης Κονδύλης

Στον Τσάρλι

Μόνον

όταν έβαλε τα χέρια της πάνω στο τιμόνι είδε ότι ήταν ματωμένα. Ένιωσε τις παλάμες της να κολλάνε πάνω στο δέρμα του τιμονιού. Αλλά δεν έδωσε σημασία· έβαλε την όπισθεν και βγήκε λίγο απότομα από το γκαράζ. Άκουσε χαλίκια να τινάζονται κάτω από τις ρόδες. Είχαν μεγάλο ταξίδι μπροστά τους. Έριξε μια ματιά στις πίσω θέσεις. Ο Σαμ κοιμόταν τυλιγμένος στο πάπλωμα. Κανονικά θα έπρεπε να φοράει ζώνη, αλλά δεν της έκανε καρδιά να τον ξυπνήσει. Θα οδηγούσε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε. Ενστικτωδώς μείωσε λίγο την πίεση στο πεντάλ του γκαζιού. Η καλοκαιρινή νύχτα είχε αρχίσει να φωτίζει. Οι ώρες του σκοταδιού είχαν ήδη τελειώσει πριν προλάβουν καλά καλά ν’ αρχίσουν. Μολαταύτα, τούτη η νύχτα τής φαινόταν ατέλειωτη. Όλα είχαν αλλάξει. Τα καστανά μάτια του Φρέντρικ είχαν καρφωθεί απλανή στο ταβάνι και εκείνη κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήταν αναγκασμένη να σώσει τον εαυτό της και τον Σαμ. Να μη

σκέφτεται το αίμα – ούτε τον Φρέντρικ. Υπήρχε μόνο ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσε να καταφύγει. Έπειτα από έξι ώρες ήταν εκεί. Η Φιελμπάκα είχε αρχίσει να ξυπνάει. Εκείνη παρκάρισε το αυτοκίνητο δίπλα στο κτίριο της ακτοφυλακής και σκέφτηκε για λίγο πώς θα κατάφερνε να τα πάρει όλα μαζί της. Ο Σαμ κοιμόταν ακόμη βαθιά. Έβγαλε ένα πακέτο χαρτομάντιλα από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και σκούπισε τα χέρια της όσο καλύτερα γινόταν. Το αίμα δύσκολα έβγαινε. Έπειτα έβγαλε τις βαλίτσες από το πορτμπαγκάζ και τις τράβηξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς το Μπαντχόλμεν, εκεί όπου ήταν δεμένο το σκάφος. Ανησυχούσε μήπως ξυπνήσει ο Σαμ, αλλά είχε κλειδώσει το αυτοκίνητο, ώστε να μη βγει έξω και πέσει στο νερό. Σήκωσε με κόπο τις βαλίτσες και τις έβαλε στο σκάφος, ξεκλείδωσε την κλειδαριά με την αλυσίδα, που απέτρεπε την κλοπή του σκάφους. Έπειτα επέστρεψε τρέχοντας στο αυτοκίνητο και διαπίστωσε ανακουφισμένη ότι ο Σαμ κοιμόταν το ίδιο ήρεμα. Τον σήκωσε, μαζί με το πάπλωμα, και τον πήγε στο σκάφος. Προσπάθησε να κοιτάζει πού πατούσε ανεβαίνοντας στο σκάφος, για να μη σκοντάψει πουθενά – και τα κατάφερε. Απίθωσε προσεκτικά τον Σαμ στο κατάστρωμα και γύρισε το κλειδί της μίζας. Ο κινητήρας έβηξε και πήρε μπροστά με την πρώτη. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε

χρησιμοποιήσει το σκάφος, αλλά ένιωθε ότι μπορούσε να το χειριστεί. Βγήκε με την όπισθεν από τη μαρίνα κι έπειτα κατευθύνθηκε κανονικά έξω από το λιμάνι. Ο ήλιος έλαμπε, αλλά δεν είχε ακόμη αρχίσει να ζεσταίνει. Εκείνη ένιωσε την ένταση να της φεύγει σιγά σιγά και τη φρίκη της νύχτας να χαλαρώνει κάπως το άδραγμά της. Κοίταξε τον Σαμ. Κι αν αυτό που συνέβη τον είχε σημαδέψει για μια ζωή; Ένας πεντάχρονος είναι ευάλωτος, ποιος να ξέρει τι μπορεί να είχε σπάσει μέσα του; Θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τον γιατρέψει εντελώς. Θα έδιωχνε το κακό με φιλιά, όπως τότε που είχε πέσει από το ποδήλατο κι έγδαρε τα γόνατά του. Ήξερε πολύ καλά τη διαδρομή προς εκεί έξω. Ήξερε κάθε νησί και νησίδα. Είχε βάλει ρότα για το Βεντερεμπούντ και απομακρυνόταν όλο και περισσότερο κατά μήκος της ακτογραμμής. Τα κύματα είχαν αρχίσει να ψηλώνουν λίγο και κάθε κορφή τους έσκαζε στο κατάστρωμα στο ύψος της πλώρης. Απολάμβανε την αίσθηση της αλμύρας από τις ψεκάδες του νερού στο πρόσωπό της και επέτρεψε στον εαυτό της να κλείσει τα μάτια για λίγο. Όταν τα άνοιξε ξανά, διέκρινε στο βάθος το Γκρόχουερ. Η καρδιά αναπήδησε στο στήθος της. Πάντα το έκανε όταν αντίκριζε το νησί και έβλεπε το μικρό σπίτι και τον φάρο που υψωνόταν πάλλευκος και

περήφανος προς τον καταγάλανο ουρανό. Βρισκόταν ακόμη μακριά για να διακρίνει το χρώμα του σπιτιού, αλλά θυμόταν τη σταχτιά απόχρωση και τις λευκές γωνίες. Θυμόταν επίσης τις ροζ δεντρομολόχες που μεγάλωναν στον τοίχο, που ήταν, ως επί το πλείστον, απάνεμος. Ήταν το καταφύγιό της, ο παράδεισός της. Το δικό της Γκρόχουερ.

Μέχρι και το τελευταίο στασίδι της εκκλησίας της Φιελμπάκα ήταν πιασμένο, το ιερό ήταν γεμάτο λουλούδια. Στεφάνια, μπουκέτα και όμορφες μεταξωτές κορδέλες με τον ύστατο χαιρετισμό. Ο Πάτρικ δεν μπορούσε να κοιτάζει το κατάλευκο φέρετρο καταμεσής στη θάλασσα των λουλουδιών. Επικρατούσε μια απόκοσμη σιωπή μέσα στον μεγάλο πέτρινο ναό. Σε κηδείες ηλικιωμένων πάντα ακούγονταν κάποια μουρμουρητά εκεί μέσα. Φράσεις όπως «πονούσε τόσο πολύ η κακομοίρα· δεν λες που γλίτωσε» ανταλλάσσονταν συχνά μεταξύ των παρευρισκομένων, οι οποίοι περίμεναν πώς και πώς τον καφέ της παρηγοριάς μετά την τελετή. Σήμερα όμως δεν ακουγόταν τίποτα τέτοιο. Όλοι κάθονταν σιωπηλοί στις θέσεις τους, με βαριά καρδιά και με την αίσθηση της αδικίας μέσα τους. Αυτό δεν έπρεπε να είχε συμβεί.

Ο Πάτρικ καθάρισε τον λαιμό του και κοίταξε ψηλά στην οροφή, για να μπορέσει να διώξει τα δάκρυα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Έσφιξε το χέρι της Ερίκα. Το κουστούμι τού προκαλούσε φαγούρα και τον τσιμπούσε, και τράβηξε τον γιακά του πουκαμίσου για να πάρει λίγο αέρα. Ένιωθε σαν να πνιγόταν. Οι καμπάνες στο κωδωνοστάσιο άρχισαν να χτυπούν αντηχώντας ανάμεσα στους ψηλούς τοίχους. Πολλοί σκίρτησαν στο άκουσμα της κωδωνοκρουσίας και κοίταξαν προς το φέρετρο. Η Λένα, η παστόρισσα, βγήκε από το σκευοφυλάκιο και πλησίασε στην αγία τράπεζα. Η Λένα ήταν που τους είχε παντρέψει σ’ αυτή εδώ την εκκλησία, σε μια εποχή που φάνταζε πλέον μακρινή, σε μια πραγματικότητα διαφορετική. Τότε η Λένα είχε υπέροχη διάθεση, ήταν γεμάτη ενθουσιασμό και χαρά. Σήμερα ήταν σοβαρή. Ο Πάτρικ προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει την έκφραση του προσώπου της. Μήπως σκεφτόταν κι αυτή πως αυτό εδώ ήταν λάθος; Ή μήπως ένιωθε ασφαλής στην επίγνωσή της ότι υπήρχε κάποιο νόημα σε όσα γίνονταν; Τα δάκρυα πλημμύρισαν ξανά τα μάτια του και τα σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του. Η Ερίκα τού έδωσε διακριτικά ένα μαντίλι. Όταν έσβησε και ο τελευταίος τόνος του εκκλησιαστικού οργάνου, επικράτησε απόλυτη σιωπή για λίγο, μέχρι να πάρει τον λόγο η Λένα. Η φωνή της

έτρεμε λίγο στην αρχή, αλλά μετά άρχισε να γίνεται όλο και πιο σταθερή. «Η ζωή μπορεί ν’ αλλάξει μέσα σε μια στιγμή. Αλλά ο Θεός είναι μαζί μας, ακόμα και σήμερα». Ο Πάτρικ έβλεπε τα χείλη της να κινούνται, αλλά σύντομα σταμάτησε να την ακούει. Δεν ήθελε ν’ ακούει. Η ελάχιστη πίστη στον Θεό που είχε από μικρό παιδί είχε κι αυτή εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε κανένα νόημα σε αυτό που είχε συμβεί. Έσφιξε ξανά το χέρι της Ερίκα.

«Μπορώ να ανακοινώσω με υπερηφάνεια ότι τηρούμε απολύτως το χρονοδιάγραμμα. Σε δύο εβδομάδες θα γίνουν τα επίσημα εγκαίνια του ξενοδοχείου Μπάντις στη Φιελμπάκα». Ο Έρλινγκ Β. Λάρσον τεντώθηκε και κοίταξε όλα τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου σαν να περίμενε χειροκρότημα. Το μόνο που κέρδισε, ωστόσο, ήταν μερικά επιδοκιμαστικά γνεψίματα. «Είναι ένας άθλος για την κοινότητά μας αυτό» διευκρίνισε. «Μια ολική ανακαίνιση ενός οικοδομήματος που πρέπει να θεωρείται ανεκτίμητο ιστορικό μνημείο, ταυτόχρονα με τη δυνατότητα να προσφέρουμε ένα σύγχρονο και

ανταγωνιστικό κέντρο υγείας. Ή σπα, όπως ονομάζεται πιο κομψά». Έκανε στον αέρα το σχήμα των εισαγωγικών. «Αυτό που απομένει τώρα είναι να βάλουμε μια τελική πινελιά βελτιώσεων, να καλέσουμε κάποιες παρέες να κάνουν μια προκαταρκτική δοκιμή των εγκαταστάσεων και, φυσικά, να έχουμε τα πάντα έτοιμα για τη μεγαλειώδη εκδήλωση των εγκαινίων». «Υπέροχο ακούγεται. Έχω μόνο μερικές ερωτήσεις». Ο Ματς Σβερίν, ο οποίος είχε αναλάβει τη θέση του οικονομικού διευθυντή του δήμου πριν από δύο μήνες, κούνησε το στιλό του στον αέρα, για να τραβήξει την προσοχή του Έρλινγκ. Αλλά ο Έρλινγκ έκανε ότι δεν τον άκουσε. Απεχθανόταν όσα είχαν σχέση με τα διοικητικά και τα λογιστικά θέματα. Έτσι βιάστηκε να ανακοινώσει το τέλος της συνεδρίασης και αποτραβήχτηκε στο ευρύχωρο γραφείο του. Έπειτα από το φιάσκο με το ριάλιτι «Γαμημένο Τάνουμ» κανένας δεν είχε πιστέψει ότι ο Έρλινγκ θα στεκόταν ξανά στα πόδια του, αλλά ήταν πάλι εδώ, με ένα ακόμα πιο μεγαλεπήβολο σχέδιο. Ο ίδιος δεν αμφέβαλλε ποτέ του, ακόμα κι όταν φυσούσαν μανιασμένα οι άνεμοι της αποδοκιμασίας. Ήταν γεννημένος νικητής. Σίγουρα του είχε κοστίσει όλη αυτή η ιστορία, και γι’ αυτό είχε πάει στο σπα Φως, στα Ντάλαρνα, για να ξεκουραστεί.

Του είχε βγει σε καλό, γιατί, αν δεν είχε πάει εκεί, δεν θα είχε συναντήσει ποτέ τη Βίβιαν. Η γνωριμία με τη Βίβιαν αποτελούσε ένα σημείο καμπής, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Τον είχε τυλίξει με έναν τρόπο που καμία άλλη γυναίκα δεν το είχε κάνει νωρίτερα και το όραμα που υλοποιούσε τώρα ο Έρλινγκ ήταν δικό της. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό και σήκωσε το ακουστικό να της τηλεφωνήσει. Ήταν η τέταρτη φορά σήμερα, αλλά ο ήχος της φωνής της έκανε το κορμί του να μυρμηγκιάζει. Κρατούσε την ανάσα του όσο την περίμενε να το σηκώσει. «Γεια σου, αγάπη μου» είπε όταν εκείνη απάντησε. «Απλώς πήρα να δω τι κάνεις». «Έρλινγκ» έκανε εκείνη, με τον ιδιαίτερο τόνο φωνής που τον μετέτρεπε σε ερωτοχτυπημένο έφηβο. «Αισθάνομαι το ίδιο καλά όσο και πριν από μία ώρα, όταν ξανατηλεφώνησες». «Υπέροχα» είπε και χαμογέλασε χαζά εκείνος. «Απλώς ήθελα να βεβαιωθώ ότι είσαι καλά». «Το ξέρω και σ’ αγαπώ γι’ αυτό το ενδιαφέρον σου. Αλλά έχουμε πολλά ακόμα που πρέπει να τακτοποιήσουμε πριν από τα εγκαίνια – και δεν νομίζω να θέλεις να με αναγκάσεις να δουλεύω και τα βράδια, έτσι δεν είναι;»

«Με τίποτα, καλή μου». Αποφάσισε να μην την ενοχλήσει ξανά με τηλεφωνήματα. Τα βράδια ήταν ιερά. «Πήγαινε εσύ να κάνεις τις δουλειές σου, θα κάνω κι εγώ το ίδιο εδώ». Της έστειλε κάνα δυο φιλιά από το ακουστικό πριν το βάλει στη θέση του. Ύστερα έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του γραφείου, έπλεξε τα δάχτυλά του πίσω από το κεφάλι και επέτρεψε στον εαυτό του να ονειρευτεί για λίγο τις επικείμενες βραδινές απολαύσεις.

Το σπίτι μύριζε κλεισούρα. Η Νάταλι άνοιξε όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, για να μπει καθαρός αέρας σε όλα τα δωμάτια. Λίγο έλειψε να πέσει ένα βάζο από τον αέρα, αλλά εκείνη πρόλαβε να το πιάσει την τελευταία στιγμή. Ο Σαμ ήταν ξαπλωμένος στο μικρό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα. Αυτό που πάντα αποκαλούσαν ξενώνα, παρόλο που ήταν δικό της. Οι γονείς της τότε κοιμούνταν πάντα στον πάνω όροφο. Κοίταξε τον Σαμ, έσφιξε το σάλι γύρω από τους ώμους της και κατέβασε το μεγάλο, σκουριασμένο κλειδί που κρεμόταν πάντα από ένα καρφί στη μέσα πλευρά της εξώπορτας. Έπειτα βγήκε έξω στα βράχια. Ο άνεμος

διαπέρασε αμέσως τα ρούχα της και με το σπίτι πίσω της ατένισε τον ορίζοντα. Το μόνο κτίσμα που υπήρχε στο νησί, εκτός από το σπίτι της, ήταν ο φάρος. Το μικρό ψαροκάλυβο κάτω στην αποβάθρα ήταν τόσο μικρό που δεν μετρούσε πραγματικά. Πήγε πέρα στον φάρο. Ο Γκούναρ πρέπει να είχε λαδώσει την κλειδαριά, μια που το κλειδί γλίστρησε μέσα της απίστευτα εύκολα. Η πόρτα έτριξε όταν την άνοιξε. Ακριβώς μετά την πόρτα άρχιζαν τα σκαλιά, και πιάστηκε από την κουπαστή για ν’ ανέβει τη στενή απότομη σκάλα. Η θέα ήταν τόσο μαγευτική που σου έκοβε την ανάσα, αυτό σκεφτόταν πάντα. Από τη μια πλευρά έβλεπες μόνο θάλασσα και ορίζοντα, από την άλλη απλωνόταν το αρχιπέλαγος με τα νησιά, τις νησίδες και τις βραχονησίδες του. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που λειτουργούσε ο φάρος. Τώρα είχε απομείνει στο νησί σαν μνημείο αλλοτινών εποχών. Ο προβολέας του είχε σβήσει, οι μεταλλικές του πλάκες και τα μπουλόνια σκούριαζαν αργά και σταθερά από το αλμυρό νερό και τον άνεμο. Όταν ήταν μικρή, λάτρευε να παίζει εδώ πάνω. Ήταν τόσο μικρός, σαν μια παιδική χαρά ψηλά πάνω από το έδαφος. Τα μόνα έπιπλα που υπήρχαν ήταν ένα κρεβάτι, όπου ξεκουράζονταν οι φαροφύλακες όσο διαρκούσαν οι ατέλειωτες βάρδιες τους, και μια καρέκλα, όπου μπορούσαν να κάθονται και ν’

αγναντεύουν τη θάλασσα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Μια μυρωδιά μούχλας αναδύθηκε από το κάλυμμα, αλλά οι ήχοι γύρω της ήταν ίδιοι σαν και τότε που ήταν παιδούλα. Οι κραυγές των γλάρων, τα κύματα που χτυπούσαν στα βράχια κι ο τριζάτος, υπόκωφος ήχος που παρήγε ο ίδιος ο φάρος. Όλα ήταν πολύ πιο απλά τότε. Οι γονείς της ανησυχούσαν μήπως εκείνη, το μοναχοπαίδι τους, βαρεθεί το νησί. Αλλά μάταια ανησυχούσαν. Εκείνη λάτρευε το νησί. Και δεν ήταν μόνη της. Αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να τους το εξηγήσει τότε.

Ο Ματς Σβερίν αναστέναξε και παραμέρισε τα χαρτιά που είχε μπροστά του πάνω στο γραφείο του. Σήμερα ήταν μία από εκείνες τις μέρες που δεν μπορούσε να σταματήσει να τη σκέφτεται. Ούτε μπορούσε να σταματήσει ν’ αναρωτιέται. Κάτι τέτοιες μέρες δεν έβγαζε πολλή δουλειά, αλλά ευτυχώς δεν ήταν τόσο συχνές τώρα τελευταία. Είχε αρχίσει να το αφήνει πίσω του – τουλάχιστον αυτό ήθελε να πιστεύει. Η αλήθεια ήταν ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να το κάνει αυτό οριστικά. Γιατί έβλεπε ακόμη το πρόσωπό της μπροστά του, μ’ έναν τρόπο για τον οποίο ένιωθε ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη. Την ίδια στιγμή, παρακαλούσε να θολώσει η εικόνα, να γίνει

πιο ασαφής. Προσπάθησε ξανά να επικεντρωθεί στη δουλειά. Τις καλές μέρες τού φαινόταν πραγματικά ευχάριστη. Ήταν πραγματική πρόκληση να ασχολείται με τα οικονομικά του δήμου, με τις μόνιμες ταλαντεύσεις ανάμεσα στις πολιτικές εκτιμήσεις και στη λογική της αγοράς. Τους μήνες που είχε δουλέψει εδώ, είχε προσφέρει μεγάλο μέρος από τον χρόνο του στο Σχέδιο Μπάντις. Χαιρόταν όντως που το παλιό κτίριο είχε τελικά ανακαινιστεί. Όπως οι περισσότεροι κάτοικοι της Φιελμπάκα –τόσο εκείνοι που έμεναν ακόμη εκεί, όσο και εκείνοι που είχαν μετακομίσει αλλού–, στενοχωριόταν κι εκείνος να βλέπει ένα τόσο όμορφο κτίριο να πηγαίνει χαμένο, κάθε φορά που περνούσε από εκεί. Τώρα όμως είχε ανακτήσει την παλιά του αίγλη. Μακάρι να είχε δίκιο ο Έρλινγκ με τις πομπώδεις υποσχέσεις του περί της τεράστιας επιτυχίας που θα γνώριζε αυτή η δραστηριότητα. Αλλά ο Ματς είχε τους ενδοιασμούς του. Το έργο της ανακαίνισης είχε ήδη αποδειχτεί εξαιρετικά δαπανηρό και το επιχειρηματικό σχέδιο που είχε προταθεί βασιζόταν σε υπεραισιόδοξους υπολογισμούς. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να πει τη γνώμη του, δίχως να βρει ανταπόκριση. Εκτός αυτού είχε και τη δυσάρεστη αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, παρόλο που ο ίδιος είχε ελέγξει κατ’ επανάληψη τον προϋπολογισμό, δίχως όμως να βρει κάτι επιλήψιμο πέρα από τα τρέχοντα

υπερβολικά έξοδα. Κοίταξε το ρολόι του και είδε ότι ήταν ώρα για μεσημεριανό. Εδώ και καιρό είχε μειωθεί η όρεξή του για φαγητό, αλλά ήξερε ότι έπρεπε να φάει. Σήμερα ήταν Πέμπτη, κάτι που σήμαινε πως θα σερβίριζαν κρέπες και ρεβιθόσουπα με κομμάτια καπνιστής πανσέτας στο εστιατόριο Σέλαρεν. Θα μπορούσε να φάει λίγο, στο κάτω κάτω.

Μόνο οι κοντινότεροι συγγενείς θα παρευρίσκονταν στην ταφή. Οι υπόλοιποι αποχώρησαν σιωπηλοί προς την αντίθετη κατεύθυνση, κάτω προς τη μικρή πόλη. Η Ερίκα έπιασε σφιχτά το χέρι του Πάτρικ. Πήγαιναν ακριβώς πίσω από το φέρετρο και η Ερίκα ένιωθε πως σε κάθε βήμα δεχόταν ένα βέλος κατευθείαν στην καρδιά της. Είχε προσπαθήσει να πείσει την Άννα να μην εκτεθεί σε αυτό εδώ, αλλά η αδελφή της επέμενε ότι ήθελε μια πραγματική κηδεία. Η επιθυμία της αυτή την είχε ανασύρει από την κατάσταση απάθειας στην οποία είχε πέσει, και γι’ αυτό η Ερίκα είχε σταματήσει κάθε προσπάθεια να την πείσει και είχε βοηθήσει με όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες ώστε η Άννα και ο Νταν να μπορέσουν να θάψουν τον γιο τους.

Σε ένα σημείο όμως δεν ενέδωσε στις απαιτήσεις της αδελφής της. Η Άννα είχε εκφράσει την επιθυμία να πάνε και τα παιδιά στην κηδεία, αλλά η Ερίκα αποφάσισε τα μικρά να μείνουν στο σπίτι. Μόνο τα δύο μεγαλύτερα, οι κόρες του Νταν, η Μπελίντα και η Μάλιν, ήταν εκεί. Η Λίσεν, ο Άντριαν, η Έμμα και η Μάγια έμειναν με τη μαμά του Πάτρικ, την Κριστίνα. Και τα δίδυμα, φυσικά. Η Ερίκα ανησυχούσε μήπως αυτό ήταν πάρα πολύ κουραστικό για την Κριστίνα, αλλά η πεθερά της την είχε βεβαιώσει, με απόλυτη ηρεμία, ότι θα μπορούσε κάλλιστα να κρατήσει τα παιδιά για τις δύο ώρες που θα διαρκούσε η κηδεία. Την πονούσε η ψυχή της βλέποντας το σχεδόν γυμνό κεφάλι της Άννας μπροστά της. Οι γιατροί τής είχαν ξυρίσει το κεφάλι, για να μπορέσουν να τρυπήσουν το κρανίο της και να ανακουφίσουν την πίεση στον εγκέφαλο που απειλούσε να αφήσει μόνιμες βλάβες, αν δεν λάβαιναν μέτρα. Τώρα είχε αρχίσει να φυτρώνει λίγο μαλλί εκεί, σαν χνούδι, αλλά ήταν πιο σκούρο από πριν. Σε αντίθεση με την Άννα και με τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου, που είχε πεθάνει ακαριαία στη σύγκρουση, η Ερίκα είχε καταφέρει, ως εκ θαύματος, να γλιτώσει. Είχε υποστεί μια γερή εγκεφαλική διάσειση και είχε σπάσει κάνα δυο πλευρά. Τα δίδυμα γεννήθηκαν βέβαια πολύ μικρά με καισαρική, αλλά ήταν γερά και υγιέστατα και τα έφεραν από

το μαιευτήριο στο σπίτι έπειτα από δύο μήνες. Η Ερίκα παραλίγο να ξεσπάσει σε κλάματα όταν μετακίνησε το βλέμμα της από το χνουδωτό κεφάλι της αδελφής της στο κατάλευκο φέρετρο. Εκτός από τις σοβαρές κρανιακές κακώσεις, η Άννα είχε κάταγμα και στη λεκάνη. Είχαν κάνει επειγόντως και σε αυτή καισαρική, αλλά τα τραύματα στο έμβρυο ήταν πολύ σοβαρά και οι γιατροί δεν τους έδωσαν πολλές ελπίδες. Στην πρώτη εβδομάδα της ζωής του, το μικρό αγόρι είχε σταματήσει να αναπνέει. Περίμεναν αρκετά για να κάνουν την κηδεία, επειδή η Άννα δεν είχε μπορέσει να πάρει εξιτήριο. Αλλά χτες την είχαν αφήσει να φύγει. Και σήμερα κηδευόταν ο γιος της, ο οποίος θα μπορούσε να έχει μπροστά του μια ζωή γεμάτη αγάπη. Η Ερίκα είδε τον Νταν να βάζει το χέρι του πάνω στον ώμο της Άννας μόλις σταμάτησε την αναπηρική της καρέκλα δίπλα στον τάφο. Η Άννα τραβήχτηκε απότομα. Έτσι φερόταν μετά το δυστύχημα. Λες και ο πόνος της ήταν τόσο μεγάλος ώστε να μην μπορεί να τον μοιραστεί με άλλον. Αντιθέτως ο Νταν είχε ανάγκη να μοιραστεί τον δικό του πόνο, αλλά όχι με οποιονδήποτε. Τόσο ο Πάτρικ όσο και η Ερίκα είχαν προσπαθήσει να του μιλήσουν – και όλοι γύρω του είχαν προσπαθήσει να κάνουν ό,τι μπορούσαν. Αλλά εκείνος δεν ήθελε να μοιραστεί τη θλίψη του με άλλον πέρα

από την Άννα. Μόνο που εκείνη δεν μπορούσε να το κάνει. Για την Ερίκα, ωστόσο, η αντίδραση της Άννας ήταν κατανοητή. Γνώριζε πολύ καλά την αδελφή της και ήξερε τι είχε περάσει στη ζωή της. Η ζωή είχε ήδη φερθεί σκληρά στην Άννα και αυτό το τελευταίο ήταν η σταγόνα που απειλούσε να φέρει το οριστικό, καταστροφικό ξεχείλισμα. Αλλά παρόλο που η Ερίκα καταλάβαινε, θα ήθελε να ήταν όλα πολύ διαφορετικά. Η Άννα χρειαζόταν τον Νταν περισσότερο από ποτέ και ο Νταν χρειαζόταν την Άννα. Τώρα όμως, καθώς το μικρό φέρετρο κατέβαινε αργά στον τάφο, στέκονταν σαν δυο ξένοι ο ένας δίπλα στον άλλο. Η Ερίκα άπλωσε το χέρι της και έπιασε τον ώμο της Άννας. Εκείνη δεν τραβήχτηκε στο άγγιγμά της.

Μ’ ένα ατέλειωτο απόθεμα ενέργειας, η Νάταλι άρχισε να καθαρίζει και να πλένει. Ο αερισμός του χώρου είχε ωφελήσει, αλλά η μυρωδιά της κλεισούρας ήταν ακόμη αισθητή στις κουρτίνες και στα κλινοσκεπάσματα, γι’ αυτό τα πήρε και τα πέταξε όλα σ’ ένα μεγάλο καλάθι για τα άπλυτα, το οποίο είχε πάρει μαζί της στην αποβάθρα. Έχοντας μαζί της λίγο σαπούνι και την παλιά, αυλακωτή σανίδα της μπουγάδας, τον «τρίφτη», που υπήρχε στο σπίτι όλα τα χρόνια,

ανασκουμπώθηκε και άρχισε τη σκληρή δουλειά του πλυσίματος στο χέρι. Έριχνε πού και πού καμιά ματιά στο σπίτι, για να σιγουρευτεί ότι ο Σαμ δεν είχε ξυπνήσει και βγει τρέχοντας έξω. Αλλά ο Σαμ κοιμόταν ασυνήθιστα πολύ. Ίσως να ήταν κάποιου είδους αντίδραση λόγω του σοκ, και σε αυτή την περίπτωση καλό ήταν που ξεκουραζόταν τόσο πολύ. Ας τον αφήσω άλλη μια ώρα, σκέφτηκε, και μετά τον ξυπνάω για να φάει κάτι. Η Νάταλι συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι μάλλον δεν θα υπήρχαν και πολλά τρόφιμα. Άπλωσε όλη την μπουγάδα έξω από το σπίτι και μετά μπήκε μέσα, για να ρίξει μια ματιά στα ντουλάπια. Τα μόνα πράγματα που βρήκε ήταν μια κονσέρβα ντοματόσουπα και μια κονσέρβα με λουκανικάκια μπίρας. Δεν τόλμησε να κοιτάξει την ημερομηνία λήξης. Αλλά κάτι τέτοια τρόφιμα κρατούσαν μια αιωνιότητα – και σίγουρα η ίδια με τον Σαμ θα τα έβγαζαν πέρα σήμερα με αυτά. Δεν της φαινόταν ελκυστική η ιδέα να πάει στην πόλη. Ήταν ασφαλής εδώ πέρα. Δεν ήθελε να συναντήσει ανθρώπους, την ησυχία της ήθελε. Έμεινε για λίγο συλλογισμένη εκεί που στεκόταν με την κονσέρβα στο χέρι. Υπήρχε μόνο μία λύση. Να τηλεφωνήσει στον Γκούναρ. Αυτός άλλωστε πρόσεχε το σπίτι για χάρη της μετά τον θάνατο των γονιών της, και σίγουρα θα μπορούσε να του

ζητήσει βοήθεια. Το σταθερό τηλέφωνο δεν λειτουργούσε προς το παρόν, αλλά το κινητό είχε καλό σήμα και η Νάταλι πληκτρολόγησε το νούμερό του. «Σβερίν». Το όνομα ξύπνησε θύμησες πολλές και η Νάταλι αναστατώθηκε. Της πήρε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να μπορέσει να συγκεντρωθεί αρκετά για να μιλήσει. «Ναι; Είναι κάποιος εκεί;» «Ναι, γεια σου, η Νάταλι είμαι». «Νάταλι!» ξεφώνισε η Σίγκνε Σβερίν. Η Νάταλι χαμογέλασε. Αγαπούσε τη Σίγκνε και τον Γκούναρ και την αγαπούσαν κι εκείνοι. «Εσύ είσαι, μικρή μου; Από τη Στοκχόλμη μάς παίρνεις;» «Όχι, είμαι στο νησί». Προς μεγάλη της έκπληξη ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό της. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα και μάλλον η κούραση την έκανε υπερβολικά συναισθηματική. Καθάρισε τον λαιμό της. «Χτες έφτασα». «Μα, καλή μου, γιατί δεν μας ειδοποίησες; Θα είχαμε έρθει να καθαρίσουμε. Πρέπει να έχει τα χάλια του το σπίτι και–» «Δεν ήταν πρόβλημα το καθάρισμα». Η Νάταλι διέκοψε προσεκτικά τη φλυαρία της Σίγκνε. Είχε ξεχάσει πόσο πολύ και πόσο γρήγορα μιλούσε. Ροδάνι πήγαινε η γλώσσα της.

«Τα είχατε όλα μια χαρά εδώ πέρα. Και δεν με πείραξε που καθάρισα και έπλυνα λίγο». Η Σίγκνε ρουθούνισε. «Ναι, τέλος πάντων, νομίζω ότι έπρεπε να μας ζητήσεις να σε βοηθήσουμε. Έτσι κι αλλιώς δεν κάνουμε τίποτα της προκοπής τώρα τελευταία εγώ κι ο Γκούναρ. Ούτε εγγόνια να φυλάξουμε δεν έχουμε. Αλλά ο Μάτε μετακόμισε από το Γέτεμποργ, ήρθε πάλι εδώ. Βρήκε δουλειά στο δημαρχείο του Τάνουμ». «Μα τότε είστε μια χαρά. Και πώς έγινε και πήρε τέτοια απόφαση;» Η εικόνα του Μάτε αναδύθηκε στο μυαλό της. Ξανθός, ηλιοκαμένος και πάντα χαρωπός. «Δεν ξέρω στ’ αλήθεια. Έγινε πολύ γρήγορα. Αλλά είχε ένα ατύχημα και μετά νομίζω… Αλλά, όχι, τίποτα. Μην ξεσυνερίζεσαι μια ξεκουτιασμένη γριά που όλο μιλάει. Τι ήθελες, Νάταλί μου; Θες βοήθεια με κάτι; Έχεις και το μικρό αντράκι μαζί σου; Πόσο θα ήθελα να τον δω!» «Ναι, ο Σαμ είναι μαζί μου, αλλά είναι λίγο αδιάθετος». Η Νάταλι σώπασε. Πολύ θα χαιρόταν να συναντήσει η Σίγκνε τον γιο της. Αλλά πρώτα έπρεπε να βρουν την ηρεμία τους εδώ στο νησί, να έβλεπε και η ίδια πόσο είχε επηρεαστεί ο Σαμ από αυτό που είχε συμβεί. «Ακριβώς γι’ αυτό τηλεφώνησα, μήπως μπορούσατε να με

βοηθήσετε με κάτι. Δεν έχουμε πολλά τρόφιμα εδώ πέρα, δεν πήραμε τίποτα μαζί μας, και δεν θέλω να περάσω πάλι απέναντι με τον Σαμ–» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της, γιατί η Σίγκνε τη διέκοψε. «Μα τι λες τώρα! Φυσικά να σε βοηθήσουμε με ό,τι θέλεις. Ο Γκούναρ θα βγει ούτως ή άλλως με τη βάρκα το απόγευμα, κι εγώ μπορώ να πάω να σου ψωνίσω. Πες μου μόνο τι χρειάζεστε». «Αν θέλετε, πληρώστε τα εσείς και τα δίνω εγώ τα λεφτά στον Γκούναρ. Έχω μετρητά μαζί μου». «Φυσικά, καρδιά μου. Λοιπόν, πες μου τι να ψωνίσω, για να γράψω μια λίστα». Η Νάταλι φαντάστηκε τη Σίγκνε να φοράει τα γυαλιά μυωπίας, να τα στηρίζει στην άκρη της μύτης καθώς άπλωνε το χέρι για να πιάσει χαρτί και στιλό. Γεμάτη ευγνωμοσύνη, η Νάταλι αράδιασε όσα νόμισε ότι χρειάζονταν. Μαζί με μια σακούλα καραμέλες για τον Σαμ, αλλιώς θα της έκανε το Σάββατο μαύρο κι άραχλο. Ο Σαμ είχε μια φοβερή γνώση των ημερών της εβδομάδας και ήδη από την Κυριακή άρχιζε να μετράει αντίστροφα μέχρι την επόμενη σαββατιάτικη σακούλα με καραμέλες. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, σκέφτηκε μήπως έπρεπε να

πάει μέσα και να προσπαθήσει να ξυπνήσει προσεκτικά τον Σαμ. Αλλά κάτι της έλεγε πως έπρεπε να τον αφήσει λίγο ακόμη. Η δουλειά στο αστυνομικό τμήμα είχε σταματήσει. Ο Μπέρτιλ Μέλμπεργ, με ασυνήθιστη ευαισθησία, είχε ρωτήσει τον Πάτρικ αν ήθελε να πάνε κι εκείνοι στην κηδεία. Αλλά ο Πάτρικ είχε απαντήσει μ’ ένα αρνητικό κούνημα του κεφαλιού. Είχε μόλις μερικές μέρες που είχε επιστρέψει στα καθήκοντά του και κινούνταν γύρω του με σεβασμό και περισσή ευαισθησία. Ακόμα και ο Μέλμπεργ. Η Πάουλα και ο Μέλμπεργ είχαν φτάσει πρώτοι στον τόπο του δυστυχήματος. Όταν είδαν τα δύο αυτοκίνητα στραπατσαρισμένα σε σημείο που να μην αναγνωρίζονται, δεν πίστεψαν ότι κάποιος από τους επιβαίνοντες θα μπορούσε να ήταν ζωντανός. Έριξαν μια ματιά μέσα στο ένα και αναγνώρισαν αμέσως την Ερίκα. Είχε περάσει μόλις μισή ώρα από τη στιγμή που το ασθενοφόρο είχε έρθει να πάρει τον Πάτρικ από το τμήμα και τώρα η γυναίκα του ήταν νεκρή ή σοβαρότατα τραυματισμένη. Το πλήρωμα του ασθενοφόρου δεν είχε μπορέσει να δώσει κάποια σαφή απάντηση για το μέγεθος των βλαβών και η δουλειά των ανδρών της πυροσβεστικής με το κόψιμο των λαμαρινών υπήρξε αφόρητα αργή. Ο Μάρτιν και ο Γιέστα είχαν πάει σε άλλο συμβάν και

έμαθαν για την κατάρρευση του Πάτρικ πολλές ώρες αργότερα. Πήγαν με το αυτοκίνητο μέχρι το νοσοκομείο της Ουντεβάλα και πέρασαν όλη τη βραδιά κόβοντας βόλτες στον διάδρομο. Ο Πάτρικ ήταν στην εντατική και τόσο η Ερίκα όσο και η αδελφή της η Άννα, που καθόταν δίπλα της στο αυτοκίνητο, χειρουργούνταν κατεπειγόντως. Αλλά τώρα ο Πάτρικ είχε επιστρέψει. Ευτυχώς δεν είχε πάθει τελικά έμφραγμα, όπως φοβήθηκαν στην αρχή, αλλά στηθάγχη. Έπειτα από αναρρωτική άδεια τριών μηνών οι γιατροί τού είχαν δώσει το ελεύθερο να εργαστεί ξανά, με την αυστηρή σύσταση να μην αγχώνεται. Άντε τώρα να καταφέρεις να κάνεις κάτι τέτοιο, σκέφτηκε ο Γιέστα. Με τα σχεδόν νεογέννητα δίδυμα στο σπίτι και με αυτό που συνέβη στην αδελφή της Ερίκα. Ακόμα και ο διάολος θα αγχωνόταν στη θέση του. «Μήπως έπρεπε να είχαμε πάει τελικά;» ρώτησε ο Μάρτιν και ανακάτεψε τον καφέ του με το κουταλάκι. «Γιατί ίσως ο Πάτρικ να είπε όχι, αλλά στην πραγματικότητα να περίμενε να επιμείνουμε και να πάμε». «Μπα, πιστεύω ότι ο Πάτρικ εννοούσε όσα έλεγε». Ο Γιέστα χάιδεψε τον σκύλο του τμήματος, τον Ερνστ, πίσω από το αυτί. «Σίγουρα θα υπάρχει ένα σωρό κόσμος εκεί. Είμαστε πιο χρήσιμοι εδώ».

«Τι εννοείς; Ούτε μια αναθεματισμένη ειδοποίηση για οτιδήποτε δεν έχει φτάσει όλη τη μέρα». «Α, είναι η ηρεμία πριν από την καταιγίδα. Άμα φτάσει ο Ιούλιος, θα λαχταράς για μια μέρα χωρίς περιπτώσεις μέθης, διάρρηξης και καβγάδων». «Αυτό είναι αλήθεια» είπε ο Μάρτιν. Παρέμενε ο μικρότερος σε ηλικία στο τμήμα, αλλά δεν αισθανόταν πια τόσο αρχάριος. Τώρα είχε κάποια χρόνια εμπειριών πίσω του και είχε συμμετάσχει σε δύο τουλάχιστον δύσκολες έρευνες. Εκτός αυτών είχε γίνει πατέρας, κι όταν η Πία γέννησε την κόρη τους, ένιωσε να ψηλώνει πολλά εκατοστά μεμιάς. «Είδες την πρόσκληση που λάβαμε;» Ο Γιέστα τεντώθηκε και έπιασε ένα γεμιστό μπισκότο και ξεκίνησε τη συνήθη διαδικασία της επιμελέστατης απομάκρυνσης του ανοιχτόχρωμου δακτυλίου από τη σκούρα βάση. «Ποια πρόσκληση;» «Θα έχουμε προφανώς την τιμή να είμαστε τα πειραματόζωα στον νέο χώρο που φτιάχνουν τώρα στη Φιελμπάκα». «Αυτόν εκεί στο σπα;» – Ο Μάρτιν ένιωσε λίγο πιο αλέγρος. «Βεβαίως, το νέο έργο του Έρλινγκ. Ας ελπίσουμε μόνο

ότι θα πάει καλύτερα από εκείνες τις παλαβωμάρες με το “Γαμημένο Τάνουμ”». «Πιστεύω πως είναι καλό τελικά. Πολλοί άντρες γελούν με την ιδέα να πάνε και να κάνουν μια περιποίηση προσώπου, αλλά το έκανα μια φορά στο Γέτεμποργ και ήταν υπέροχο, διάβολε. Η επιδερμίδα μου ήταν απαλή σαν κωλαράκι μωρού για πολλές εβδομάδες μετά». Ο Γιέστα κοίταξε με αποστροφή τον νεαρό συνάδελφό του. Περιποίηση προσώπου; Μόνο νεκρός θα άφηνε κάποιον να τον πασαλείψει μ’ ένα κάρο μαντζούνια στο πρόσωπο. «Τέλος πάντων, θα δούμε τι έχουν να προσφέρουν. Ας ελπίσουμε, τουλάχιστον, να έχουν κάνα φαγητό της προκοπής. Ίσως μπουφέ με επιδόρπια». «Δύσκολο το βλέπω» έκανε γελώντας ο Μάρτιν. «Σε κάτι τέτοια μέρη τούς νοιάζει περισσότερο το αδυνάτισμα παρά η πάχυνση των επισκεπτών». Ο Γιέστα τον κοίταξε με προσβεβλημένο ύφος. Δεν είχε πάρει ούτε γραμμάριο από τότε που είχε τελειώσει το γυμνάσιο. Με ένα απορριπτικό ρουθούνισμα πήρε άλλο ένα μπισκότο.

Επικρατούσε χάος όταν μπήκαν στο σπίτι. Η Μάγια και η

Λίσεν χοροπηδούσαν στον καναπέ, η Έμμα και ο Άντριαν τσακώνονταν για μια ταινία που ήθελαν να δουν και τα δίδυμα ούρλιαζαν όσο δυνατότερα μπορούσαν. Η μητέρα του Πάτρικ φαινόταν πως ήθελε από στιγμή σε στιγμή να πηδήξει από κανένα μπαλκόνι. «Δόξα τω Θεώ που ήρθατε επιτέλους» έκανε εκείνη κι έβαλε μεμιάς από ένα φωνακλάδικο μικρό στην αγκαλιά του καθενός. «Δεν μπορώ να καταλάβω τι έπαθαν αυτά τα παιδιά. Σαν παλαβά κάνουν. Κι αυτά εδώ τα δυο προσπάθησα να τα ταΐσω, αλλά, μόλις πιάνω το ένα, βάζει τις φωνές το άλλο και τότε αποσπάται η προσοχή του πρώτου και δεν μπορεί να φάει, αλλά αρχίζει και κλαίει ξανά και–» Σταμάτησε για να πάρει ανάσα. «Κάθισε, μαμά» είπε ο Πάτρικ. Ο ίδιος πήγε να φέρει ένα μπουκάλι για τον Άντον, τον οποίο είχε στην αγκαλιά του. Το πρόσωπο του αγοριού ήταν κατακόκκινο και φώναζε όσο πιο δυνατά του επέτρεπε το κορμάκι του. «Δεν φέρνεις κι ένα μπουκάλι για τον Νούελ;» Η Ερίκα προσπαθούσε να ηρεμήσει τον γιο της που ούρλιαζε. Ο Άντον και ο Νούελ ήταν ακόμη πολύ μικροσκοπικοί. Δεν έμοιαζαν καθόλου στη Μάγια, η οποία ήταν

μεγαλόσωμη και δυνατή από μωρό ακόμη. Ωστόσο, τώρα τα δίδυμα ήταν τεράστια σε σχέση με το πώς ήταν όταν γεννήθηκαν. Σαν μικροί νεοσσοί, είχαν βρεθεί το καθένα στη θερμοκοιτίδα του με σωληνάκια συνδεδεμένα στα λεπτά χεράκια τους. Ήταν αγωνιστές, τους είχαν πει στο νοσοκομείο. Είχαν συνέλθει σύντομα και άρχισαν να αναπτύσσονται, και έτρωγαν ως επί το πλείστον με μεγάλη όρεξη. Αλλά η ανησυχία υπήρχε και ήταν εμφανής μερικές φορές. «Ευχαριστώ». Η Ερίκα πήρε το μπουκάλι που της έδωσε ο Πάτρικ και κάθισε στη μία πολυθρόνα με τον Νούελ στην αγκαλιά της. Εκείνος άρχισε να ρουφάει με απληστία την αμοιβή του. Ο Πάτρικ κάθισε στην άλλη πολυθρόνα με τον Άντον, ο οποίος ηρέμησε εξίσου γρήγορα με τον αδελφό του. Υπήρχαν αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα με το ότι δεν είχε γάλα να τα θηλάσει, σκέφτηκε η Ερίκα. Γιατί τώρα μπορούσαν να μοιραστούν την ευθύνη για τα μωρά κατά τρόπο που δεν είχε λειτουργήσει με τη Μάγια, τότε που η Ερίκα ένιωθε λες και η κόρη τους ήταν κολλημένη στο στήθος της σε εικοσιτετράωρη βάση. «Πώς ήταν;» ρώτησε η Κριστίνα. Κατέβασε τη Μάγια και τη Λίσεν από τον καναπέ και τους

είπε να πάνε πάνω στο δωμάτιο της Μάγια και να παίξουν. Η Έμμα και ο Άντριαν εξαφανίστηκαν μεμιάς, δεν χρειάστηκαν ιδιαίτερα παρακάλια. «Τι να πει κανείς;» έκανε η Ερίκα. «Ανησυχώ για την Άννα». «Κι εγώ». Ο Πάτρικ ανακάθισε προσεκτικά, για να βρει μια πιο βολική στάση. «Σου δίνει την εντύπωση ότι έχει κλείσει απέξω τον Νταν. Ότι τον κρατά μακριά της». «Ξέρω. Προσπάθησα να της μιλήσω. Άλλα έπειτα απ’ όσα πέρασε…» Η Ερίκα κούνησε απογοητευμένη το κεφάλι. Ήταν τόσο άδικα όλα αυτά. Η Άννα είχε ζήσει πολλά χρόνια μια ζωή που κάλλιστα θα μπορούσες να την περιγράψεις σαν κόλαση, αλλά τον τελευταίο καιρό φαινόταν όντως πως το μυαλό της είχε αρχίσει να ηρεμεί. Και ήταν πολύ ευτυχισμένη για το μωρό που αυτή και ο Νταν περίμεναν. Όχι, αυτό που είχε συμβεί ήταν αφάνταστα σκληρό. «Η Έμμα και ο Άντριαν φαίνονται να χειρίζονται σχετικά καλά την όλη κατάσταση». Η Κριστίνα έριξε μια ματιά προς τον πάνω όροφο, απ’ όπου ακούγονταν τα χαρούμενα γέλια των παιδιών. «Ναι, ίσως να είναι έτσι» είπε η Ερίκα. «Σίγουρα είναι χαρούμενα τώρα που έχουν ξανά τη μαμά τους στο σπίτι. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πως δεν έχει εμφανιστεί ακόμη η

αντίδραση για όσα συνέβησαν». «Μάλλον έχεις δίκιο» είπε η Κριστίνα και κοίταξε τον γιο της. «Εσύ; Μήπως θα έπρεπε να μείνεις στο σπίτι λίγο περισσότερο και να ξεκουραστείς καλά; Δεν ακούς και κάνα ευχαριστώ που σκίζεσαι στη δουλειά σ’ εκείνο το τμήμα. Αυτό που σου συνέβη ήταν σίγουρα ένα προειδοποιητικό καμπανάκι». «Αυτό τον καιρό τα πράγματα είναι πιο ήρεμα εκεί παρά εδώ» είπε η Ερίκα μ’ ένα γνέψιμο προς τα δίδυμα. «Αλλά, βέβαια, κι εγώ το ίδιο του είπα». «Νιώθω καλύτερα που άρχισα να δουλεύω ξανά, αλλά θα έμενα στο σπίτι, αν μου το ζητούσες εσύ – και το ξέρεις καλά αυτό». Ο Πάτρικ ακούμπησε το άδειο μπουκάλι μπροστά του στο τραπεζάκι του καθιστικού και απίθωσε με μια έμπειρη κίνηση τον Άντον στον ώμο του, περιμένοντάς τον να ρευτεί. Η Ερίκα εννοούσε όσα είχε πει. Μετά τη γέννηση της Μάγια ένιωθε σαν να κυκλοφορούσε μονίμως μέσα σε μια πυκνή ομίχλη, αλλά αυτή τη φορά ήταν όλα διαφορετικά. Ίσως όλα αυτά που συνέβησαν ταυτόχρονα με τη γέννηση των διδύμων να μην είχαν αφήσει περιθώρια για οποιαδήποτε κατάθλιψη. Βοήθησε επίσης την κατάσταση το γεγονός ότι είχαν μάθει σε συγκεκριμένες ρουτίνες ήδη από

το νοσοκομείο. Τώρα κοιμούνταν και έτρωγαν ήρεμα σε συγκεκριμένες ώρες και επίσης ταυτόχρονα. Όχι, δεν ανησυχούσε καθόλου για το αν θα κατάφερνε να φροντίσει τα παιδιά της. Ήταν ευτυχισμένη για κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε μαζί με τα παιδιά της. Γιατί λίγο είχε λείψει να τα χάσει, είχε βρεθεί απίστευτα κοντά στην απώλειά τους. Έκλεισε τα μάτια της, έσκυψε μπροστά και ακούμπησε τη μύτη της στο κεφαλάκι του Νούελ. Για μια στιγμή εκείνο το χνουδωτό κεφαλάκι την έκανε να σκεφτεί την Άννα, κι έκλεισε σφιχτότερα τα μάτια της. Μακάρι να έβρισκε έναν τρόπο να βοηθήσει την αδελφή της, αλλά τώρα ένιωθε πολύ ανήμπορη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, για να παρηγορηθεί από τη μυρωδιά του Νούελ. «Αγάπη μου» μουρμούρισε προς το κεφαλάκι του. «Αγάπη μου».

«Και η δουλειά πώς πάει;» Η Σίγκνε προσπάθησε να δώσει έναν ανάλαφρο τόνο στη φωνή της καθώς έβαζε ένα κομμάτι ρολό κιμά, πράσινο αρακά, πουρέ πατάτας και σάλτσα από κρέμα γάλακτος σ’ ένα πιάτο. Μια τεράστια μερίδα. Από τότε που ο Μάτε είχε μετακομίσει ξανά στο σπίτι ίσα

που άγγιζε το φαγητό του, παρόλο που εκείνη του μαγείρευε τα αγαπημένα του φαγητά κάθε φορά που έτρωγε μαζί τους. Το ερώτημα ήταν αν έτρωγε γενικά όταν ήταν μόνος στο διαμέρισμά του. Αδύνατος σαν σκιάχτρο ήταν πάντως. Ευτυχώς δηλαδή που φαινόταν τουλάχιστον πιο υγιής, τώρα που είχαν χαθεί τα σημάδια των σημαντικών βλαβών που είχε υποστεί. Όταν τον είχαν επισκεφθεί στο νοσοκομείο Σαλγκρένσκα, η Σίγκνε δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή τρόμου. Τον είχαν κάνει μπλε μαρέν από το ξύλο. Το πρόσωπό του ήταν τόσο πρησμένο, που δεν καταλάβαινες εύκολα ότι αυτός που κειτόταν στο κρεβάτι ήταν ο Μάτε. «Καλά πάει». Η Σίγκνε σκίρτησε από τον ήχο της φωνής του. Η απάντηση στην ερώτηση είχε καθυστερήσει αρκετά ώστε να ξεχάσει και η ίδια τι είχε ρωτήσει. Ο Μάτε σκάλιζε με το πιρούνι τον πουρέ κι έβαλε πάνω κι ένα κομμάτι ρολό κιμά. Η Σίγκνε έπιασε τον εαυτό της να κρατάει την ανάσα της καθώς ακολουθούσε με τη ματιά της την πορεία του πιρουνιού προς το στόμα. «Σταμάτα να κοιτάς το παιδί όταν τρώει» γρύλισε ο Γκούναρ. Ήταν ήδη έτοιμος να ξαναγεμίσει το πιάτο του. «Συγγνώμη» έκανε εκείνη και κούνησε βιαστικά το κεφάλι της. «Είμαι… απλώς είμαι τόσο χαρούμενη που τρως».

«Ε, δεν πεθαίνω δα και από την πείνα, μαμά. Κοίτα εδώ. Τρώω». Και σαν να ήθελε να της αποδείξει πόσο λάθος έκανε, έπιασε με το πιρούνι μια θεόρατη μπουκιά και την έφερε με ταχύτητα στο στόμα του πριν προλάβει να πέσει. «Δεν πιστεύω να κουράζεσαι στο δημαρχείο;» Η Σίγκνε δέχτηκε άλλη μια ενοχλημένη ματιά από τον Γκούναρ. Ήξερε ότι αυτός τη θεωρούσε υπερπροστατευτική, ότι έπρεπε ν’ αφήνει το παιδί στην ησυχία του. Αλλά η Σίγκνε δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Ο Μάτε ήταν το μοναχοπαίδι της, κι έπειτα από εκείνη τη μέρα του Δεκέμβρη που τον είχε γεννήσει, πριν από σαράντα χρόνια κοντά, ξυπνούσε συχνά πυκνά με το νυχτικό της μούσκεμα από τον ιδρώτα και το μυαλό της γεμάτο εφιάλτες για πράγματα απαίσια και φρικιαστικά που του είχαν συμβεί. Τίποτα στη ζωή δεν ήταν σημαντικότερο από το να είναι το παιδί της καλά. Πάντα έτσι το έβλεπε. Και ήξερε πως και ο Γκούναρ ένιωθε το ίδιο, επειδή κι εκείνος λάτρευε τον γιο του όσο κι εκείνη. Απλώς ο Γκούναρ μπορούσε να μπλοκάρει καλύτερα τις σκοτεινές σκέψεις που έφερνε μαζί της η αγάπη για ένα παιδί. Η ίδια γνώριζε καλά ότι μπορούσε να χάσει τα πάντα σ’ ένα δευτερόλεπτο. Όταν ο Μάτε ήταν μωρό, εκείνη

ονειρευόταν πιθανές καρδιακές νόσους και ανάγκαζε τους γιατρούς να κάνουν λεπτομερείς εξετάσεις που αποδείκνυαν ότι ο γιος της ήταν απολύτως υγιής. Τον πρώτο χρόνο δεν κοιμόταν παραπάνω από μία ώρα κάθε φορά, μια που ένιωθε την ανάγκη να σηκώνεται συνεχώς και να ελέγχει αν το παιδί ανάσαινε. Όταν μεγάλωσε, ακόμα και όταν έφτασε σε ηλικία σχολείου, του έκοβε το φαγητό του σε μικρά κομμάτια, για να μην του σταθεί στον λαιμό και πάθει ασφυξία. Ονειρευόταν επίσης αυτοκίνητα που έπεφταν πάνω στο τρυφερό του κορμάκι. Όταν εκείνος είχε μπει στην εφηβεία, τα όνειρά της έγιναν πολύ πιο απαίσια. Ότι έπεφτε σε κώμα από το πολύ ποτό, ότι οδηγούσε μεθυσμένος, ότι έμπλεκε σε καβγάδες. Μερικές φορές τιναζόταν με τέτοια δύναμη από το κρεβάτι, που ξυπνούσε και τον Γκούναρ. Οι πυρετώδεις εφιάλτες έρχονταν ο ένας μετά τον άλλο και στο τέλος την ανάγκαζαν να κάθεται ξύπνια και να περιμένει να γυρίσει ο Μάτε στο σπίτι, με το βλέμμα της καρφωμένο μια στον δρόμο έξω από το παράθυρο, μια στο τηλέφωνο. Η καρδιά της τρανταζόταν μέσα στο στέρνο της κάθε φορά που άκουγε κάποιον εκεί έξω να πλησιάζει. Οι νύχτες είχαν γίνει λίγο πιο ήρεμες από τότε που ο Μάτε είχε μετακομίσει από το σπίτι. Στην πραγματικότητα ήταν παράξενο, καθώς ο φόβος της θα έπρεπε μάλλον να είχε

μεγαλώσει, αφού δεν μπορούσε να στέκεται αποπάνω του και να τον παρακολουθεί. Αλλά ήξερε ότι ο Μάτε δεν θα έπαιρνε περιττά ρίσκα. Ήταν προσεκτικός, τόσο καλά τον είχε δασκαλέψει. Κι εκείνος φρόντιζε να μην κάνει κακό σε άλλον άνθρωπο. Και αυτό, με τη δική της λογική, σήμαινε πως και κανένας άλλος δεν θα του έκανε κακό. Χαμογέλασε όταν σκέφτηκε όλα τα ζώα που ο Μάτε είχε φέρει στο σπίτι όλα αυτά τα χρόνια. Τραυματισμένα, παρατημένα ή που είχαν γενικώς τα χάλια τους. Τρεις γάτες, δύο χτυπημένους από αυτοκίνητα σκαντζόχοιρους και ένα σπουργίτι χτυπημένο στη φτερούγα. Για να μην αναφέρουμε και το φίδι που εκείνη ανακάλυψε εντελώς τυχαία όταν πήγε να βάλει τα φρεσκοπλυμένα σλιπ στο συρτάρι του. Έπειτα από εκείνο το συμβάν, ο Μάτε αναγκάστηκε να δώσει τον λόγο του ότι θα άφηνε τα ερπετά στην τύχη τους, ανεξάρτητα από το πόσο πληγωμένα ή εγκαταλειμμένα ήταν. Και το έκανε, αλλά με μεγάλη απροθυμία. Η Σίγκνε ήταν έκπληκτη που ο Μάτε δεν είχε γίνει κτηνίατρος ή γιατρός. Αλλά φαινόταν πως του άρεσαν οι σπουδές του στην Ανώτερη Σχολή Οικονομικών και Διοίκησης Επιχειρήσεων, και από όσα είχε καταλάβει εκείνη, ο γιος της είχε πολύ πρακτικό μυαλό. Είχε επίσης αρχίσει να του αρέσει και η δουλειά του στον δήμο. Αλλά υπήρχε κάτι

πάνω του που την έκανε να αναρωτιέται. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν ακριβώς, αλλά τα όνειρα είχαν αρχίσει ξανά. Κάθε νύχτα ξυπνούσε καταϊδρωμένη, με σκόρπια κομμάτια εικόνων στο μυαλό της. Δεν ήταν όλα όπως έπρεπε να ήταν, αλλά οι δειλές της ερωτήσεις απαντιόνταν απλώς με τη σιωπή. Γι’ αυτό είχε επικεντρωθεί τώρα στο να τον κάνει να φάει. Αν έβαζε μερικά κιλά πάνω του, σίγουρα θα ήταν όλα μια χαρά. «Δεν τρως λίγο ακόμα;» τον παρακάλεσε όταν ο Μάτε άφησε το πιρούνι κάτω και την τεράστια μερίδα μισοφαγωμένη. «Α, μα σταμάτα πια, Σίγκνε» έκανε ο Γκούναρ. «Άφησέ τον ήσυχο». «Δεν πειράζει» είπε ο Μάτε μ’ ένα αχνό χαμόγελο. Το παιδί της μαμάς. Δεν ήθελε ν’ ακούει να την επιπλήττουν για χάρη του, έστω κι αν η ίδια, έπειτα από σαράντα χρόνια και πλέον με τον άντρα της τον Γκούναρ, είχε μάθει ότι γάβγιζε περισσότερο απ’ όσο δάγκωνε. Καλύτερο άντρα δεν θα έβρισκε, ακόμα κι αν τον έψαχνε με το λυχνάρι. Η Σίγκνε ένιωσε αμέσως τύψεις, όπως τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν. Ήξερε ότι ήταν δικό της το λάθος, ότι ανησυχούσε υπερβολικά. «Συγγνώμη, Μάτε. Φυσικά και δεν χρειάζεται να φας άλλο».

Χρησιμοποιούσε το χαϊδευτικό του, αυτό που είχε από τότε που μόλις είχε αρχίσει να μιλάει και δεν μπορούσε να προφέρει το βαφτιστικό του καθαρά. Ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Μάτε και μετά το έκαναν και όλοι οι άλλοι. «Ξέρεις ποιος είναι εδώ;» συνέχισε εκείνη χαρωπά και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα, για να ξεστρώσει το τραπέζι. «Όχι, πώς να ξέρω;» «Η Νάταλι». Ο Μάτε γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος. «Ναι, ναι, ήξερα ότι αυτό θα σε ξάφνιαζε ευχάριστα. Σίγουρα είσαι ακόμη λίγο τσιμπημένος μαζί της». «Έλα, κόφ’ το τώρα». Η Σίγκνε είδε ξαφνικά τον έφηβο Μάτε μπροστά της, με το τσουλούφι να πέφτει μπροστά στα μάτια του ενώ εξηγούσε τραυλίζοντας ότι είχε βρει κοπέλα. «Της πήγα μερικά τρόφιμα εκεί πέρα σήμερα» είπε ο Γκούναρ. «Είναι στο Νησί των Στοιχειών, στο Γκαστχόλμεν». «Άπαπα, μην το λες έτσι». Η Σίγκνε ανατρίχιασε. «Γκρόχουερ το λένε». «Πότε ήρθε;» ρώτησε ο Μάτε. «Χτες, νομίζω. Έχει μαζί της και το παιδί». «Πόσο θα μείνει;» «Δεν ξέρει, είπε».

Ο Γκούναρ έβαλε μια δόση ταμπάκο πίσω από το πάνω χείλι του και ακούμπησε ικανοποιημένος στη ράχη της καρέκλας. «Έχει… έχει αλλάξει καθόλου;» Ο Γκούναρ έγνεψε καταφατικά. «Βέβαια και δεν έχει αλλάξει καθόλου η μικρή μας Νάταλι. Το ίδιο όμορφη όπως πάντα. Λίγο μελαγχολικό βλέμμα, μου φαίνεται, αλλά ίσως να το φαντάστηκα. Ίσως να έχει τίποτα προβλήματα στο σπίτι. Πού να ξέρω κι εγώ;» «Δεν κάνουμε υποθέσεις για τέτοια» τον επέπληξε η Σίγκνε. «Το αγοράκι της το είδες;» «Όχι, η Νάταλι με συνάντησε κάτω στην αποβάθρα και δεν προλάβαινα να μείνω για πολύ εκεί. Αλλά εγώ λέω να πας εκεί και να τη δεις». Ο Γκούναρ στράφηκε στον Μάτε. «Σίγουρα θα χαρεί να δει έναν επισκέπτη εκεί έξω στο Γκαστχόλμεν. Συγγνώμη, στο Γκρόχουερ» συμπλήρωσε και κοίταξε με πειραχτικό βλέμμα τη γυναίκα του. «Αυτά είναι απλώς χαζομάρες και παλιές δεισιδαιμονίες. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να ενθαρρύνεις τέτοια πράγματα» είπε η Σίγκνε με μια βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια. «Η Νάταλι τα πιστεύει» είπε ο Μάτε χαμηλόφωνα. «Πάντα έλεγε πως ήξερε ότι αυτοί ήταν εκεί». «Ποιοι αυτοί;» Στην πραγματικότητα η Σίγκνε ήθελε να αλλάξει θέμα

συζήτησης, αλλά περίμενε με αγωνία την απάντηση του Μάτε. «Οι νεκροί. Η Νάταλι είπε ότι τους έβλεπε και τους άκουγε μερικές φορές, αλλά ότι δεν επιθυμούσαν να κάνουν κάτι κακό. Απλώς ότι είχαν απομείνει εκεί πέρα». «Άπαπα. Εγώ λέω να φάμε επιδόρπιο τώρα. Έχω ετοιμάσει κρέμα από ραβέντι». Η Σίγκνε σηκώθηκε απότομα. «Αλλά σ’ ένα πράγμα έχει δίκιο ο μπαμπάς, έστω κι αν λέει ένα κάρο χαζομάρες, και αυτό είναι ότι θα χαρεί να σε δει». Ο Μάτε δεν απάντησε. Φαινόταν ότι οι σκέψεις του τον είχαν παρασύρει πολύ μακριά από εκεί.

Φιελμπάκα 1870

Η Έμελι ήταν κατατρομαγμένη. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της τη θάλασσα. Και ποτέ της δεν είχε επιβιβαστεί σε κάτι που έμοιαζε σαν ένα πολύ ασταθές σκάφος. Άδραξε σφιχτά την κουπαστή. Αισθανόταν σαν να την πετούσαν εδώ κι εκεί τα κύματα, δίχως τη δύναμη να αντισταθεί ή να ελέγξει τις κινήσεις του σώματός της. Αναζήτησε το βλέμμα του Καρλ, αλλά αυτός στεκόταν ανέκφραστος και κοιτούσε προς αυτό που τους περίμενε εκεί μπροστά. Οι λέξεις κουδούνιζαν ακόμη στ’ αυτιά της. Σίγουρα ήταν απλώς ανοησίες που είχε ξεστομίσει μια προληπτική γριά, έλα όμως που είχαν ριζώσει μέσα της. Η γριά τούς είχε ρωτήσει πού θα πήγαιναν όταν φόρτωναν τα υπάρχοντά τους στο μικρό ιστιοφόρο κάτω στο λιμάνι της Φιελμπάκα. «Στο Γκρόχουερ» είχε απαντήσει εκείνη χαρωπά. «Ο

άντρας μου ο Καρλ είναι ο καινούργιος φαροφύλακας εκεί πέρα». Αλλά η γριά δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται. Αντίθετα ρουθούνισε και μ’ ένα παράξενο, κοφτό γέλιο είχε πει: «Στο Γκρόχουερ; Καλά, κατάλαβα. Εδώ στην περιοχή κανένας δεν το λέει Γκρόχουερ». «Α, ναι;» Η Έμελι είχε την αίσθηση πως δεν έπρεπε να ρωτήσει κάτι περισσότερο, αλλά η περιέργεια είχε ήδη το πάνω χέρι. «Και πώς το λέτε εσείς;» Η γριά αρχικά δεν απάντησε. Έπειτα μίλησε χαμηλόφωνα. «Εδώ γύρω το λένε Γκαστχόλμεν, Νησί των Στοιχειών». «Γκαστχόλμεν;» Το νευρικό γέλιο της Έμελι αντήχησε πάνω από τη θάλασσα εκείνο το πρωινό. «Πολύ παράξενο. Και γιατί;» Τα μάτια της γριάς άστραψαν όταν απάντησε. «Γιατί λένε πως εκείνοι που πεθαίνουν εκεί δεν εγκαταλείπουν ποτέ το νησί». Έπειτα είχε κάνει μεταβολή και είχε αφήσει σύξυλη την Έμελι εκεί, ανάμεσα σε βαλίτσες και μπαούλα, μ’ έναν αλλόκοτο κόμπο στο στομάχι, αντί για τη χαρά και την προσδοκία που υπήρχαν εκεί πριν από μερικές στιγμές. Και τώρα της φαινόταν ότι θα συναντούσε τον θάνατο από στιγμή σε στιγμή. Η θάλασσα ήταν τόσο μεγάλη, τόσο αδάμαστη, και ήταν σαν να ρουφούσε και την ίδια. Να

κολυμπήσει δεν ήξερε, κι αν κάποιο από τα κύματα που φάνταζαν τεράστια –παρόλο που ο Καρλ επέμενε να τα αποκαλεί φουσκοθαλασσιά– μπατάριζε το σκάφος, η Έμελι ήταν πεπεισμένη ότι θα πήγαινε σαν μολύβι στον βυθό. Άδραξε πιο σφιχτά την κουπαστή με το βλέμμα καρφωμένο στο κατάστρωμα – ή στην κουβέρτα, όπως επέμενε να το αποκαλεί ο Καρλ. «Εκεί μπροστά μπορείς να δεις το Γκρόχουερ». Η φωνή του Καρλ την προέτρεπε να κοιτάξει· εκείνη πήρε βαθιά ανάσα και σήκωσε το βλέμμα προς την κατεύθυνση της πλώρης. Το πρώτο που της έκανε εντύπωση ήταν το πόσο όμορφο ήταν το νησί. Ήταν μικρό, αλλά το σπίτι φαινόταν να λάμπει στη λιακάδα και τα γκρίζα βράχια να στραφταλίζουν. Είδε δεντρομολόχες στη μια γωνιά του σπιτιού και της φάνηκε θαύμα που μπορούσαν να ευδοκιμούν σ’ ένα τόσο άγονο περιβάλλον. Στα δυτικά το νησί είχε έναν απότομο γκρεμό προς τη μεριά της θάλασσας, λες και ο βράχος είχε κοπεί στη μέση. Στα άλλα σημεία του ορίζοντα, ωστόσο, τα βράχια έκλιναν αρμονικά προς τη θάλασσα. Ξαφνικά τα κύματα γύρω τους έπαψαν να της φαίνονται τόσο τρομακτικά. Αν και λαχταρούσε ακόμη να πατήσει το συντομότερο δυνατόν σε στέρεο έδαφος, το Γκρόχουερ την είχε ήδη μαγέψει. Και τα λόγια της γριάς για το Γκαστχόλμεν

τ’ απώθησε στα βάθη της σκέψης. Κάτι που ήταν τόσο όμορφο δεν θα μπορούσε να κρύβει κάτι κακό μέσα του.

Τη νύχτα τούς

είχε ακούσει. Οι ίδιοι ψίθυροι, οι ίδιες φωνές σαν και τότε που ήταν μικρή. Το ρολόι της έδειχνε τρεις όταν ξύπνησε. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που την είχε ξυπνήσει. Έπειτα τους άκουσε. Μιλούσαν εκεί κάτω. Το σύρσιμο μιας καρέκλας. Μα τι έλεγαν μεταξύ τους οι νεκροί; Για πράγματα που είχαν συμβεί πριν πεθάνουν ή γι’ αυτά που συνέβαιναν τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια; Η Νάταλι είχε επίγνωση της παρουσίας τους στο νησί από τότε που είχε αναμνήσεις. Η μητέρα της της είχε πει ότι, από τότε που η Νάταλι ήταν ακόμη μωρό, είχε αρχίσει ξαφνικά να γελάει και να κουνάει τα χεράκια της, σαν να έβλεπε κάτι που κανείς άλλος δεν έβλεπε. Και μεγαλώνοντας, συνειδητοποιούσε όλο και περισσότερο την ύπαρξή τους. Μια φωνή, κάποια φευγαλέα κίνηση, η αίσθηση ότι υπήρχε και κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Αλλά δεν ήθελαν να της κάνουν κακό. Το ήξερε τότε, το ήξερε και τώρα. Έμεινε για πολύ ξύπνια και αφουγκραζόταν, μέχρι που οι φωνές τελικά την αποκοίμισαν.

Όταν ήρθε το πρωί, θυμόταν απλώς τους ήχους σαν απόμακρο όνειρο. Ετοίμασε πρωινό για τον εαυτό της και τον Σαμ, αλλά εκείνος δεν ήθελε να φάει ούτε τα αγαπημένα του δημητριακά. «Έλα, αγάπη μου, σε παρακαλώ. Μόνο μια κουταλιά. Μια μικρή κουταλιά;» Τον καλόπιασε αλλά δεν κατάφερε να τον κάνει να φάει ούτε μια νιφάδα. Άφησε κάτω το κουτάλι αναστενάζοντας. «Πρέπει να φας, κατάλαβες;» Τον χάιδεψε στο μάγουλο. Ο Σαμ δεν είχε πει κουβέντα έπειτα από αυτό που είχε συμβεί. Αλλά η Νάταλι είχε απωθήσει τις ανησυχίες της στα βάθη του υποσυνείδητου. Έπρεπε να του δώσει χρόνο, να μην τον πιέσει, απλώς να βρίσκεται εκεί, δίπλα του, μέχρι να περιβληθούν εκείνες οι αναμνήσεις από τον μανδύα της λήθης και να αντικατασταθούν από άλλες. Δεν υπήρχε καλύτερο πράγμα από το να είσαι εδώ έξω στο Γκρόχουερ, μακριά απ’ όλα, κοντά στα βράχια, στον ήλιο και στο αλμυρό νερό. «Ξέρεις κάτι; Ας αφήσουμε τώρα το φαγητό και πάμε να κολυμπήσουμε». Αφού δεν πήρε απάντηση, τον σήκωσε απλώς και τον έβγαλε έξω στον ήλιο. Τον έγδυσε απαλά και προσεκτικά και τον πήγε μέχρι κάτω στο νερό, σαν να ήταν χρονιάρικο και όχι το πεντάχρονο αγόρι της. Το νερό δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστό,

αλλά εκείνος δεν διαμαρτυρήθηκε, την άφησε απλώς να μπει και να βάλει κι αυτόν στο νερό, ενώ κρατούσε το κεφάλι του πάνω στο στήθος της. Αυτό εδώ ήταν το καλύτερο φάρμακο. Εδώ θα έμεναν μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα. Μέχρι να ανακτήσουν όλα τον κανονικό τους ρυθμό.

«Πίστευα ότι δεν θα επέστρεφες πριν από τη Δευτέρα». Η Άνικα κατέβασε στην άκρη της μύτης τα γυαλιά που φορούσε για την οθόνη και κοίταξε τον Πάτρικ. Εκείνος είχε σταματήσει στο άνοιγμα της πόρτας του μικρού της γραφείου που λειτουργούσε επίσης και ως ρεσεψιόν του τμήματος. «Η Ερίκα μ’ έδιωξε. Ισχυρίστηκε ότι είχε κουραστεί να βλέπει την ασχημόφατσά μου μπροστά της». Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά τα γεγονότα της χτεσινής μέρας ήταν ακόμη νωπά μέσα του και το χαμόγελο δεν έφτασε μέχρι τα μάτια. «Συμμερίζομαι απόλυτα την άποψη της αγαπητής σου συζύγου» είπε η Άνικα, αλλά το βλέμμα της ήταν εξίσου μελαγχολικό με του Πάτρικ. Ο θάνατος ενός παιδιού δεν άφηνε κανέναν ανέγγιχτο, και από τότε που η Άνικα και ο άντρας της ο Λέναρτ είχαν μάθει ότι σύντομα θα μπορούσαν να πάνε να πάρουν από την Κίνα

την κόρη που τόσον καιρό περίμεναν να υιοθετήσουν, είχε γίνει πολύ πιο ευαίσθητη σε ό,τι αφορούσε παιδιά που πάθαιναν κακό ή υπέφεραν με διάφορους τρόπους. «Τρέχει τίποτα εδώ;» «Όχι, δεν θα το έλεγα. Τα συνηθισμένα μόνο. Η κυραΣτρέμπεργ που τηλεφωνεί για τρίτη φορά τούτη τη βδομάδα και υποστηρίζει πως ο γαμπρός της θέλει να τη σκοτώσει. Και μερικά παιδιά που τα πιάσαμε για κλοπές στο Χέντεμιρς». «Δουλειές με φούντες, με άλλα λόγια». «Ναι, και το βασικό θέμα συζήτησης προς το παρόν είναι ότι μας προσκάλεσαν να πάμε να δοκιμάσουμε όλα τα ωραία που προσφέρουν εκείνες οι καινούργιες εγκαταστάσεις στο Μπάντις». «Καλό ακούγεται. Λέω να κάνω τη θυσία και να πάω ως εκεί». «Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι και κακό που το Μπάντις έγινε τόσο ωραίο» έκανε η Άνικα. «Γιατί πριν έδειχνε ότι από στιγμή σε στιγμή θα κατέρρεε». «Ναι, καλό είναι που έγινε έτσι. Αλλά αμφιβάλλω αν θα καταφέρει να βγάλει τα έξοδά του. Πρέπει να κόστισε έναν σκασμό λεφτά η ανακαίνισή του… αλλά κατά πόσο θέλει άραγε ο κόσμος να έρθει εδώ για σπα;» «Αν ο κόσμος δεν το κάνει, τότε φωτιά στα μπατζάκια του Έρλινγκ. Έχω μια φίλη στον δήμο που μου είπε πως έριξαν

ένα μεγάλο κομμάτι του προϋπολογισμού τους στο έργο». «Ναι, μπορώ να το φανταστώ. Και γίνεται πολύς λόγος στη Φιελμπάκα για τα εγκαίνια που πρόκειται να κάνουν. Δεν θα είναι και πολύ φτηνή υπόθεση». «Έχουν καλέσει όλο το τμήμα μας, αν δεν το ξέρεις. Οπότε ετοίμασε τα καλά σου». «Είναι όλοι έξω;» ρώτησε ο Πάτρικ αλλάζοντας θέμα. Ελάχιστα τον ενδιέφερε να βάζει τα καλά του και να πηγαίνει σε φανταχτερά γλέντια. «Ναι, εκτός από τον Μέλμπεργ. Μάλλον κάθεται στο γραφείο του, όπως το συνηθίζει. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, παρόλο που υποστηρίζει ότι επέστρεψε τόσο νωρίς επειδή το τμήμα ήταν έτοιμο να διαλυθεί χωρίς αυτόν. Απ’ ό,τι έμαθα από την Πάουλα, αναγκάστηκαν να βρουν μια άλλη λύση, επειδή δεν ήθελαν να αρχίσει ο Λίο καριέρα παλαιστή του σούμο. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τη Ρίτα ήταν μια μέρα που είχε πάει νωρίτερα στο σπίτι και ο Μπέρτιλ ετοιμαζόταν να ρίξει ένα πλήρες μενού με χάμπουργκερ στο μίξερ, για να το δώσει στον Λίνο. Τότε η Ρίτα επέστρεψε τρέχοντας στη δουλειά και ζήτησε να δουλεύει τις μισές ώρες για μερικούς μήνες». «Πλάκα μού κάνεις». «Καθόλου, αυτή είναι η αλήθεια. Οπότε τώρα θα τον

έχουμε πάνω από το κεφάλι μας όλες τις ώρες. Ο μόνος που το χάρηκε είναι ο Ερνστ. Ο Μπέρτιλ τον άφηνε εδώ στο τμήμα όταν ήταν στο σπίτι με τον Λίο και το κακόμοιρο το σκυλί έπαθε κατάθλιψη που του έλειπε το αφεντικό. Έμενε συνέχεια ξαπλωμένος στο καλάθι του και κλαψούριζε». «Μάλιστα. Εδώ που τα λέμε, καλό είναι που παραμένουν όλα ίδια και απαράλλαχτα» είπε ο Πάτρικ. Κατευθύνθηκε στο γραφείο του και πήρε μια βαθιά ανάσα προτού μπει μέσα. Ίσως η δουλειά να τον βοηθούσε να ξεχάσει τη χτεσινή μέρα.

Δεν είχε καθόλου όρεξη να σηκωθεί ξανά. Ήθελε να μείνει ξαπλωμένη στο κρεβάτι και να κοιτάζει έξω από το παράθυρο τον ουρανό, που τη μια ήταν καταγάλανος και την άλλη γκρίζος. Για μια σύντομη στιγμή ένιωσε ότι ήθελε να βρισκόταν πάλι στο νοσοκομείο. Ήταν πιο απλά εκεί τα πράγματα. Ήρεμα και γαλήνια. Όλοι ήταν ευγενικοί και διακριτικοί, μιλούσαν χαμηλόφωνα και τη βοηθούσαν να τρώει και να πλένεται. Εδώ στο σπίτι την ενοχλούσαν πολλά πράγματα. Άκουγε τα παιδιά να παίζουν και οι τσιρίδες τους διαπερνούσαν τους τοίχους του σπιτιού. Κάπου κάπου έρχονταν μέσα και την κοιτούσαν με μάτια γουρλωμένα.

Ήταν σαν να απαιτούσαν κάτι από αυτή, σαν να ήθελαν κάτι που εκείνη δεν μπορούσε να τους δώσει. «Άννα, κοιμάσαι;» Η φωνή του Νταν. Πολύ θα ήθελε να προσποιηθεί την κοιμισμένη, αλλά ήξερε ότι εκείνος θα το καταλάβαινε. «Όχι». «Ετοίμασα κάτι για φαγητό. Ντοματόσουπα με φρυγανισμένο ψωμί και φρέσκο τυρί. Σκέφτηκα μάλιστα πως μπορεί να ήθελες να κατέβεις να φας μαζί μας. Τα παιδιά σε αναζητούν». «Όχι». «Όχι για το φαγητό ή όχι για να κατέβεις;» Η Άννα άκουσε την απογοήτευση στη φωνή του, αλλά δεν την ένοιαξε. Τίποτα δεν την ενδιέφερε πια. Μέσα της υπήρχε μόνο ένα απόλυτο κενό. Ούτε δάκρυα ούτε θλίψη ούτε θυμός. «Όχι». «Μα πρέπει να φας. Πρέπει…» Η φωνή του έσπασε και άφησε με θόρυβο τον δίσκο στο κομοδίνο της, με αποτέλεσμα η ντοματόσουπα να πιτσιλίσει την επιφάνεια του επίπλου. «Όχι». «Έχασα κι εγώ ένα παιδί, Άννα. Και τα παιδιά ένα αδελφάκι. Σε χρειαζόμαστε. Σε…» Τον άκουσε να ψάχνει να βρει λόγια. Αλλά στο δικό της

μυαλό υπήρχε θέση μόνο για μία λέξη. Μια λέξη που είχε αρπαχτεί από το κενό. Κοίταξε αλλού. «Όχι». Έπειτα από λίγο άκουσε τον Νταν να βγαίνει από το δωμάτιο. Στράφηκε ξανά προς το παράθυρο.

Ανησυχούσε που τον έβλεπε τόσο αφηρημένο. «Αγαπημένο μου παιδί». Τον κούνησε λίγο στην αγκαλιά της και του χάιδεψε τα μαλλιά. Εκείνος δεν είχε βγάλει ακόμη κιχ. Της πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι ίσως έπρεπε να τον πάει σε γιατρό, αλλά την απόδιωξε. Δεν ήθελε να βάλει άλλον στον κόσμο τους τώρα. Αν ο Σαμ έβρισκε την ηρεμία του, θα γινόταν πάλι ο εαυτός του. «Θέλεις να κοιμηθείς λίγο για μεσημέρι, αγόρι μου;» Εκείνος δεν απάντησε, αλλά εκείνη τον πήρε και τον πήγε στο κρεβάτι και τον σκέπασε. Έπειτα έφτιαξε μια κανάτα καφέ, έβαλε καφέ μαζί με λίγο γάλα σ’ ένα φλιτζάνι κι έπειτα βγήκε έξω και κάθισε στην αποβάθρα. Πάλι είχε ωραία μέρα κι εκείνη απόλαυσε τον ήλιο που της ζέσταινε το πρόσωπο. Ο Φρέντρικ αγαπούσε τον ήλιο – τον λάτρευε μάλλον. Παραπονιόταν μόνιμα ότι έκανε κρύο στη Σουηδία και ότι ο

ήλιος σπάνια έλαμπε εκεί. Από πού ξεφύτρωσαν οι σκέψεις για εκείνον τώρα; Τις είχε απωθήσει όσο βαθύτερα μπορούσε στο μυαλό της. Δεν είχε καμία θέση στη ζωή τους πια. Ο Φρέντρικ με τις μόνιμες απαιτήσεις του και με την ανάγκη να ασκεί έλεγχο σε όλους και σε όλα. Κυρίως στην ίδια – και στον Σαμ. Εδώ στο Γκρόχουερ δεν υπάρχουν ίχνη του. Δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στο νησί, το νησί είχε παραμείνει δικό της. Ποτέ του δεν θέλησε να έρθει εδώ. «Σιγά, διάολε, μην πάω να ξεροσταλιάζω σε καμιά μαλακισμένη βραχονησίδα» είχε δηλώσει τις ελάχιστες φορές που εκείνη τον είχε ρωτήσει. Ήταν χαρούμενη όμως που εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα. Το νησί δεν είχε σπιλωθεί από την παρουσία του. Ήταν αμόλυντο και ανήκε μόνο σ’ εκείνη και στον Σαμ, σε κανέναν άλλο. Έσφιξε δυνατά στη φούχτα της το φλιτζάνι με τον καφέ. Τα χρόνια είχαν περάσει τόσο γρήγορα. Κι όλα είχαν πάει κατά διαβόλου πολύ σύντομα – και στο τέλος είχε παγιδευτεί. Διέξοδος δεν υπήρχε πουθενά, καμία δυνατότητα φυγής. Δεν είχε κανέναν άλλο πέρα από τον Φρέντρικ και τον Σαμ. Πού να πήγαινε; Αλλά τώρα ήταν επιτέλους ελεύθεροι. Ένιωσε το αλμυρό αεράκι της θάλασσας στο πρόσωπό της. Τα είχαν καταφέρει. Ο Σαμ κι αυτή. Όταν θα γινόταν καλά ο Σαμ, θα μπορούσαν

να ζήσουν τη δική τους ζωή.

Η Νάταλι είχε επιστρέψει. Την είχε σκεφτεί όλο το βράδυ μετά το γεύμα στους γονείς του. Η Νάταλι με τα μακριά ξανθά μαλλιά και τις φακίδες στη μύτη και στα χέρια. Η Νάταλι που μύριζε θάλασσα και καλοκαίρι και της οποίας τη θέρμη εκείνος μπορούσε ακόμη να νιώσει, έπειτα από τόσα χρόνια, στην αγκαλιά του. Ήταν αλήθεια αυτό που έλεγαν. Ποτέ δεν ξεχνάς την πρώτη σου αγάπη. Κι εκείνα τα τρία καλοκαίρια στο Γκρόχουερ δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αλλιώς πέρα από μαγικά. Εκείνος πήγαινε κοντά της στο νησί όσο συχνότερα μπορούσε και μαζί είχαν κάνει το μικρό νησάκι δικό τους. Αλλά μερικές φορές τον τρόμαζε. Το φωτεινό της γέλιο κοβόταν στη μέση και ήταν λες κι εκείνη εξαφανιζόταν σε κάποιο σκοτάδι όπου δεν μπορούσε να τη φτάσει. Δεν είχε μπορέσει ποτέ του να ντύσει με λόγια εκείνα τα συναισθήματά της και σιγά σιγά είχε μάθει να την αφήνει στην ησυχία της όταν της συνέβαινε. Το τελευταίο καλοκαίρι το σκοτάδι την επισκεπτόταν όλο και συχνότερα κι εκείνη γλιστρούσε αργά μακριά του. Όταν την αποχαιρέτησε εκείνο τον Αύγουστο, καθώς εκείνη επιβιβαζόταν στο τρένο για τη Στοκχόλμη με τα

μπαγκάζια της, εκείνος ήξερε ότι όλα είχαν τελειώσει. Δεν είχε μάθει νέα της έκτοτε. Είχε προσπαθήσει να της τηλεφωνήσει όταν πέθαναν οι γονείς της, ο ένας μετά τον άλλο, την επόμενη χρονιά, αλλά άκουσε μόνο τη φωνή της στον αυτόματο τηλεφωνητή. Η ίδια δεν απάντησε ποτέ στα μηνύματά του. Το σπίτι στο Γκρόχουερ είχε μείνει άδειο κι έρημο. Ήξερε ότι η μητέρα του και ο πατέρας του πήγαιναν εκεί έξω καμιά φορά κι έριχναν καμιά ματιά και ότι η Νάταλι τους έστελνε πού και πού λεφτά για τη συντήρησή του. Αλλά η ίδια δεν είχε γυρίσει ποτέ πίσω και με τα χρόνια ξεθώριασαν και οι αναμνήσεις. Και τώρα η Νάταλι ήταν πάλι εδώ. Ο Μάτε κοίταξε ψηλά εκεί που καθόταν πίσω από το γραφείο. Οι υποψίες που είχε για το σπα ενισχύονταν και υπήρχαν καταστάσεις που έπρεπε να αντιμετωπίσει. Αλλά η σκέψη της Νάταλι χωνόταν συνεχώς ανάμεσά τους. Όταν ο απογευματινός ήλιος άρχισε να χάνεται πάνω από το δημαρχείο του Τανουμσχέντε, εκείνος μάζεψε όλα τα χαρτιά που είχε μπροστά του. Έπρεπε να συναντήσει τη Νάταλι. Βγήκε από το γραφείο του με αποφασιστικά βήματα. Σταμάτησε και αντάλλαξε μερικά λόγια με τον Έρλινγκ πριν μπει στο αυτοκίνητό του. Το χέρι του έτρεμε καθώς έβαζε το κλειδί στη μίζα και το γυρνούσε.

«Νωρίς γύρισες, αγάπη μου!» Η Βίβιαν τον πλησίασε και του έδωσε ένα δροσερό φιλί στο μάγουλο κι εκείνος δεν μπόρεσε να μην την αρπάξει, να τυλίξει το χέρι του στη μέση της και να την τραβήξει πάνω του. «Έλα τώρα, ηρέμησε. Ας φυλάξουμε αυτή την ενέργεια για αργότερα». Έβαλε το χέρι της στο στέρνο του. «Είσαι σίγουρη γι’ αυτό; Τον τελευταίο καιρό ήμουν τόσο κουρασμένος τα βράδια». Την τράβηξε ξανά πάνω του. Προς μεγάλη του απογοήτευση, εκείνη ξεγλίστρησε πάλι και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. «Θα πρέπει να κάνεις υπομονή. Έχω τόσο πολλά να κάνω, που δεν μπορώ να χαλαρώσω ακόμη. Και ξέρεις πώς γίνομαι όταν δεν είμαι χαλαρή». «Ναι, βέβαια». Ο Έρλινγκ την κοίταζε αποκαρδιωμένος να απομακρύνεται. Μπορούσε, βέβαια, να περιμένει για μετά, αλλά εδώ και μια εβδομάδα τον έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ. Κάθε πρωί ξυπνούσε μ’ ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι και μια κουβέρτα με την οποία τον είχε σκεπάσει η Βίβιαν με περισσή φροντίδα. Δεν το καταλάβαινε. Ίσως

έφταιγε το ότι ήταν καταπονημένος από τη δουλειά. Μάλλον θα έπρεπε να γίνει καλύτερος στην κατανομή της δουλειάς και την ανάθεσή της σε άλλους. «Έχω φέρει μαζί μου κάτι λιχουδιές» της φώναξε. «Α, είσαι υπέροχος. Τι θα φάμε δηλαδή;» «Γαρίδες από τους αδελφούς Ούλσον, κι ένα μπουκάλι υπέροχο κρασί Σαμπλί». «Ω, τέλεια. Θα είμαι έτοιμη κατά τις οχτώ περίπου, οπότε, αν τα ετοιμάσεις ως τότε, θα ήταν τέλειο». «Φυσικά, αγάπη μου» μουρμούρισε ο Έρλινγκ. Πήρε τις σακούλες και τις πήγε στην κουζίνα. Αυτό του φαινόταν λίγο ασυνήθιστο, όφειλε να ομολογήσει. Όταν ήταν παντρεμένος με τη Βίβεκα, εκείνη φρόντιζε για φαγητό, αλλά από τότε που μπήκε στο σπίτι η Βίβιαν είχε, κατά κάποιον τρόπο, αναθέσει το θέμα του φαγητού σ’ εκείνον. Δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει πώς είχε καταλήξει εκεί. Αναστέναξε βαριά και άρχισε να τοποθετεί τα τρόφιμα στο ψυγείο. Έπειτα σκέφτηκε αυτά που τον περίμεναν απόψε και η διάθεσή του άλλαξε λίγο. Σίγουρα θα κατάφερνε να τη χαλαρώσει. Αυτό άξιζε σίγουρα λίγη δουλειά κουζίνας.

Η Ερίκα ξεφυσούσε βαριά καθώς διέσχιζε τη Φιελμπάκα. Το να είσαι έγκυος με δίδυμα και να κάνεις καισαρική δεν ήταν κάτι που βοηθούσε στην απώλεια βάρους ή στη βελτίωση της αντοχής. Αν και όλα αυτά τα έβλεπε πολύ τετριμμένα. Και οι δύο γιοι της ήταν υγιείς. Είχαν επιβιώσει και η ευγνωμοσύνη που ένιωθε κάθε πρωί στις εξίμισι, όταν άρχιζαν να ξεφωνίζουν, ήταν τόσο μεγάλη, που της έφερνε ακόμη δάκρυα στα μάτια. Η Άννα είχε πληγεί πολύ περισσότερο, και για πρώτη φορά η Ερίκα δεν ήξερε πώς να πλησιάσει την αδελφή της. Η σχέση τους δεν ήταν πάντοτε απλή, αλλά, από τότε που ήταν μικρές, η Ερίκα ήταν εκείνη που φρόντιζε την Άννα, που φυσούσε τις πληγές της και που της σκούπιζε τα δάκρυα. Τούτη τη φορά όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η πληγή δεν ήταν ένα απλό γδάρσιμο αλλά μια μεγάλη τρύπα στην ψυχή, και η Ερίκα αυτό το ένιωθε σαν να στεκόταν δίπλα και παρακολουθούσε κάθε ζωτική δύναμη της Άννας να εξαφανίζεται από μέσα της. Πώς θα κατάφερνε να τη βοηθήσει να γιατρευτεί; Ο γιος της Άννας είχε πεθάνει, και όσο κι αν αυτό έκανε την Ερίκα να πονά, δεν μπορούσε ωστόσο να κρύψει τη χαρά της που τα δικά της παιδιά ζούσαν. Μετά το δυστύχημα η Άννα δεν είχε καταφέρει ούτε να την κοιτάξει. Η Ερίκα πήγαινε συχνά στο νοσοκομείο και καθόταν δίπλα στο κρεβάτι της. Αλλά καμία φορά δεν γύρισε

να την κοιτάξει η Άννα. Από τη μέρα που η Άννα είχε επιστρέψει στο σπίτι, η Ερίκα δεν είχε μπορέσει να την επισκεφθεί. Είχε τηλεφωνήσει μερικές φορές στον Νταν, ο οποίος ακουγόταν καταπτοημένος και παραιτημένος. Αλλά τώρα δεν μπορούσε να το καθυστερήσει άλλο. Είπε στην Κριστίνα να έρθει να προσέχει τα δίδυμα και τη Μάγια για λίγο. Η Άννα ήταν αδελφή της. Είχε ευθύνη γι’ αυτή. Το χέρι της έπεσε βαρύ στο κουδούνι. Άκουσε παιδιά να φωνάζουν από μέσα κι έπειτα από λίγο ήρθε η Έμμα και άνοιξε την πόρτα. «Θεία Ερίκα!» φώναξε η μικρή τρισευτυχισμένη. «Πού είναι τα μωρά;» «Είναι στο σπίτι με τη Μάγια και τη γιαγιά τους». Η Ερίκα χάιδεψε το μάγουλο της Έμμα. Έμοιαζε τόσο πολύ με την Άννα όταν ήταν μικρή. «Η μαμά είναι στενοχωρημένη» είπε η Έμμα και σήκωσε το κεφάλι της να την κοιτάξει. «Κοιμάται συνεχώς και ο μπαμπάς λέει ότι κοιμάται επειδή είναι στενοχωρημένη. Είναι στενοχωρημένη επειδή το μωρό στην κοιλιά της αποφάσισε να πάει ψηλά στον ουρανό, αντί να μείνει εδώ μαζί μας. Εγώ το καταλαβαίνω το μωρό, γιατί ο Άντριαν είναι πολύ κακός και η Λίσεν μεγάλο πειραχτήρι. Αλλά εγώ θα ήμουν πολύ

καλή με το μωρό. Θα ήμουνα. Πολύ καλή». «Το ξέρω ότι θα ήσουν, καλή μου. Αλλά σκέψου τι καλά περνά το μωρό τώρα που χοροπηδά πάνω στα σύννεφα». «Όπως όταν έχεις πολλά, πάρα πολλά τραμπολίνα;» – Το πρόσωπο της Έμμα φωτίστηκε. «Ακριβώς έτσι! Όπως με πάρα πολλά τραμπολίνα». «Ω, πόσο θα ήθελα να είχα κι εγώ ένα σωρό τραμπολίνα» είπε το κορίτσι. «Έχουμε μόνο ένα μικρούλι στον κήπο. Χωράει μόνο ένας σ’ αυτό και η Λίσεν πάει εκεί πάντα πρώτη και πηδάει και μετά εγώ δεν μπορώ να κάνω καθόλου». Έκανε μεταβολή και πήγε μουρμουρίζοντας στο καθιστικό. Μόλις τώρα κατάλαβε η Ερίκα τι είχε πει η Έμμα. Είχε αποκαλέσει τον Νταν μπαμπά. Η Ερίκα χαμογέλασε. Εδώ που τα λέμε, δεν την ξάφνιασε καθόλου αυτό: ο Νταν αγαπούσε τα παιδιά της Άννας και η αγάπη αυτή είχε βρει από την πρώτη κιόλας στιγμή ανταπόκριση. Το κοινό τους παιδί θα ένωνε ακόμα περισσότερο την οικογένεια. Η Ερίκα κατάπιε και ακολούθησε την Έμμα στο καθιστικό. Το οποίο έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο. «Συγγνώμη για την ακαταστασία» είπε ο Νταν σαν χαμένος. «Δεν τα προλαβαίνω όλα. Το εικοσιτετράωρο δεν έχει αρκετές ώρες, έτσι μου φαίνεται». «Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Δεν έχεις δει το δικό μας σπίτι όμως». Η Ερίκα δίστασε λίγο εκεί στο άνοιγμα της πόρτας

και έριξε μια ματιά στον πάνω όροφο. «Μπορώ ν’ ανέβω για λίγο;» «Ναι, πήγαινε». Ο Νταν πέρασε το χέρι από το πρόσωπό του. Φαινόταν αφάνταστα κουρασμένος και θλιμμένος. «Θέλω να έρθω κι εγώ» είπε η Έμα. Αλλά ο Νταν κάθισε ανακούρκουδα, της μίλησε με ήρεμη φωνή και την έπεισε ν’ αφήσει την Ερίκα ν’ ανέβει μόνη. Το υπνοδωμάτιο του Νταν και της Άννας ήταν ακριβώς δεξιά από το πάνω χολ. Η Ερίκα σήκωσε το χέρι, αλλά σταμάτησε στη μέση της κίνησης λίγα εκατοστά από την πόρτα, την οποία άνοιξε προσεκτικά. Η Άννα ήταν ξαπλωμένη με το πρόσωπο προς το παράθυρο και το απογευματινό φως που έπεφτε μέσα στο δωμάτιο έκανε το κεφάλι της να λάμπει κάτω από το χνούδι. Η Ερίκα ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά. Ήταν πάντα κάτι σαν μητέρα, παρά σαν μεγάλη αδελφή, για την Άννα, αλλά τα τελευταία χρόνια η σχέση τους είχε γίνει περισσότερο αδελφική. Και τώρα, μεμιάς, είχαν βρεθεί ξανά στους παλιούς τους ρόλους. Η Άννα μικρότερη και πιο ευάλωτη, η Ερίκα ανήσυχη και υπερπροστατευτική. Η ανάσα της Άννας ήταν ήρεμη και κανονική. Βογκούσε ανάλαφρα και η Ερίκα κατάλαβε ότι κοιμόταν. Πήγε

αλαφροπατώντας ως το κρεβάτι και κάθισε στην άκρη του προσεκτικά, για να μην την ξυπνήσει. Ακούμπησε με τρυφερότητα και απαλά το χέρι της στον γοφό της αδελφής της. Είτε ήθελε η Άννα είτε όχι, εκείνη σκεφτόταν να βρίσκεται στο πλάι της. Ήταν αδελφές. Ήταν φίλες.

«Ο μπαμπάς γύρισε σπίτι!» Ο Πάτρικ φώναξε δυνατά και αφουγκράστηκε ύστερα για τη συνηθισμένη αντίδραση. Η οποία όντως ήρθε. Ένα ζευγάρι βιαστικά ποδαράκια ακούστηκαν στο πάτωμα και στο επόμενο δευτερόλεπτο είδε τη Μάγια να εμφανίζεται στη γωνία με φουλ ταχύτητα και να τρέχει κοντά του. «Μπαμπάαα!» Τον φίλησε σε όλο το πρόσωπο λες κι ερχόταν από ταξίδι στις θάλασσες του κόσμου και όχι έπειτα από μια μέρα στη δουλειά. «Γεια σου, αγαπημένη του μπαμπά». Την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του, έχωσε τη μύτη του στη δίπλα του λαιμού της και οσφράνθηκε άπληστα εκείνη την ιδιαίτερη μυρωδιά της Μάγια που πάντα έκανε την καρδιά του να χοροπηδά στο στήθος του. «Νόμιζα ότι θα δούλευες μειωμένο ωράριο».

Η μητέρα του σκούπισε τα χέρια της σε μια πετσέτα της κουζίνας και του έριξε την ίδια ματιά που συνήθιζε να του ρίχνει όταν ήταν έφηβος και ερχόταν στο σπίτι αργότερα από την ώρα που είχε υποσχεθεί. «Ναι, ξέρω, αλλά χάρηκα πολύ που επέστρεψα, οπότε έμεινα λίγο περισσότερο. Αλλά δουλεύω ήρεμα. Δεν έχουμε τίποτα επείγον». «Εσύ ξέρεις καλύτερα, αλλά να ακούς και το σώμα σου. Πρέπει να παίρνεις στα σοβαρά τα σημάδια του». «Καλά, καλά». Ο Πάτρικ ήλπιζε να σταματήσει σύντομα η μητέρα του να ασχολείται με αυτό το θέμα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος ν’ ανησυχεί. Αλλά ο φόβος που είχε νιώσει ο ίδιος στο ασθενοφόρο καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο της Ουντεβάλα δεν είχε εξαλειφθεί εντελώς. Είχε πιστέψει ότι θα πέθαινε – ή μάλλον ήταν εντελώς πεπεισμένος γι’ αυτό τότε. Εικόνες της Μάγια, της Ερίκα, των μωρών που δεν θα γνώριζε ποτέ είχαν περάσει από το μυαλό του, στροβιλίζονταν συνεχώς στη σκέψη του και γίνονταν ένα με τον πόνο στο στήθος του. Μόνον όταν ξύπνησε στην εντατική κατάλαβε πως είχε επιβιώσει, ότι όλα αυτά ήταν απλώς ένας τρόπος με τον οποίο το σώμα του του έλεγε να ηρεμήσει λίγο από τη δουλειά. Αλλά μετά έμαθε για το δυστύχημα, και τότε ήρθε μια άλλη οδύνη να πάρει τη θέση της πρώτης. Όταν τον

πήγαν με το καροτσάκι στον χώρο όπου είχαν τα δίδυμα, θέλησε ενστικτωδώς να μην περάσει την πόρτα, να γυρίσει και να φύγει. Γιατί τα μωρά ήταν τόσο μικροσκοπικά, τόσο απροστάτευτα. Τα αδύναμα, μικρά στήθη τους ανεβοκατέβαιναν με κόπο και ενδιαμέσως τινάζονταν. Δεν πίστευε ποτέ του ότι τόσο μικροσκοπικά πλάσματα μπορούσαν να επιβιώσουν, γι’ αυτό δεν ήθελε να πάει πιο κοντά, δεν ήθελε να τα αγγίξει. Γιατί δεν ήξερε αν θα κατάφερνε ποτέ του να τα αποχαιρετήσει μετά. «Πού είναι τα αδελφάκια σου;» ρώτησε τη Μάγια. Την κρατούσε ακόμη στην αγκαλιά του κι εκείνη είχε τυλίξει σφιχτά τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Κοιμούνται. Αλλά έκαναν κακά. Πολλά κακά. Η γιαγιά καθάρισε τα κακά. Πουφ, πώς μύριζαν!» μόρφασε με ολόκληρο το πρόσωπο. «Ήταν σωστά αγγελούδια» είπε η Κριστίνα και έλαμψε ολόκληρη. «Κατέβασαν σχεδόν δύο μπουκάλια το καθένα και μετά κοιμήθηκαν χωρίς να ενοχλήσουν κανέναν. Αφού, βέβαια, έκαναν τα κακά τους πρώτα, όπως είπε η Μάγια». «Θα ανέβω να τα δω λίγο» είπε ο Πάτρικ. Από τότε που γύρισαν από το νοσοκομείο, είχε συνηθίσει να είναι κοντά τους συνεχώς, και όσες ώρες ήταν στο τμήμα, είχε νιώσει έντονα την επιθυμία να ξαναβρεθεί κοντά τους.

Ανέβηκε στον πάνω όροφο και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Δεν είχαν θελήσει να τα χωρίσουν, τα είχαν μαζί, στο ίδιο κρεβατάκι. Ήταν τώρα το ένα δίπλα στο άλλο με τις μυτούλες τους να αγγίζονται. Το χέρι του Νούελ ήταν πάνω στο χέρι του Άντον, σαν να τον προστάτευε. Ο Πάτρικ αναρωτήθηκε ποιοι θα ήταν οι ρόλοι τους στο μέλλον. Ο Νούελ φαινόταν λίγο πιο αποφασιστικός, ήταν πιο φωνακλάς από τον Άντον, τον οποίο μπορούσες να περιγράψεις κάλλιστα ως ικανοποιημένο. Αν του έδινες αρκετό φαγητό όταν πεινούσε και ύπνο όταν νύσταζε, δεν άκουγες τίποτε άλλο πέρα από ένα κελαρυστό γρύλισμα ικανοποίησης. Ο Νούελ όμως μπορούσε να διαμαρτύρεται γερά, αν δεν ήταν πραγματικά ικανοποιημένος. Δεν του άρεσε να τον ντύνεις ή να του αλλάζεις πάνα. Και πάνω απ’ όλα μισούσε το μπάνιο. Αν έκρινες από τα ουρλιαχτά του, το νερό πρέπει να ήταν πολύ επικίνδυνο πράγμα. Ο Πάτρικ έμεινε αρκετή ώρα σκυμμένος πάνω από την κουπαστή του μικρού τους κρεβατιού. Τα μάτια του Νούελ και του Άντον κινούνταν συνεχώς κάτω από τα κλειστά βλέφαρα. Αναρωτήθηκε αν έβλεπαν το ίδιο όνειρο.

Η Νάταλι καθόταν στα σκαλοπάτια κι απολάμβανε τον

απογευματινό ήλιο, βλέποντας μια βάρκα να πλησιάζει. Ο Σαμ είχε ήδη κοιμηθεί κι έτσι εκείνη σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε προς την αποβάθρα. «Μπορώ να κατέβω να κουρσέψω;» Η φωνή ακουγόταν τόσο οικεία, αλλά και αλλαγμένη. Ακουγόταν πως εκείνος είχε ζήσει καλά από τότε που είχαν ιδωθεί για τελευταία φορά. Στην αρχή θέλησε να φωνάξει: Μη, μη βγεις στη στεριά! Δεν ανήκεις πια εδώ. Αλλά αντί γι’ αυτό άρπαξε την άκρη του παλαμαριού που της πέταξε και το έκανε με έμπειρα χέρια έναν διπλό ψαλιδόκομπο, για να δέσει το σκάφος. Έπειτα τον είδε να στέκεται στην αποβάθρα. Είχε ξεχάσει πόσο ψηλός ήταν. Και να σκεφτεί κανείς πως εκείνη, που είχε το ίδιο ύψος με τους περισσότερους άντρες, ακουμπούσε πάντα το κεφάλι της στο στέρνο του. Ήταν ένα από αυτά τα πράγματα που ενοχλούσαν τον Φρέντρικ, το γεγονός ότι εκείνη ήταν μερικούς πόντους ψηλότερή του. Δεν την άφηνε ποτέ να φοράει παπούτσια με τακούνια όταν έβγαιναν μαζί. Μη σκέφτεσαι τον Φρέντρικ τώρα. Μην τον σκέφτεσαι… Κατέληξε στην αγκαλιά του. Δεν κατάλαβε πώς κατέληξε εκεί, ποιος κάλυψε πρώτος την απόσταση που τους χώριζε. Είχε βρεθεί ξαφνικά εκεί και ένιωθε το πλεκτό πουλόβερ τραχύ στο μάγουλό της. Τα χέρια του που είχαν τυλιχτεί γύρω της την έκαναν να νιώθει ασφαλής, και ρούφηξε τη γνώριμη

μυρωδιά του που είχε να μυρίσει πάρα πολλά χρόνια. Τη μυρωδιά του Μάτε. «Γεια σου». Την αγκάλιασε σφιχτότερα, σαν να ήθελε να την εμποδίσει να πέσει – και όντως αυτό έκανε. Εκείνη ήθελε να μείνει για πάντα στην αγκαλιά του, να νιώσει όλα εκείνα που ήταν δικά της πριν από πάρα πολύ καιρό, αλλά είχαν εξαφανιστεί σ’ έναν λαβύρινθο σκότους και απόγνωσης. Στο τέλος, ωστόσο, την άφησε και την κράτησε σε μια μικρή απόσταση και περιεργαζόταν προσεκτικά το πρόσωπό της σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. «Δεν άλλαξες καθόλου» είπε εκείνος. Αλλά η Νάταλι έβλεπε στα μάτια του ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια. Δεν ήταν καθόλου η ίδια, είχε αλλάξει πολύ. Φαινόταν στο πρόσωπό της, η αλλαγή ήταν χαραγμένη γύρω στα μάτια και στο στόμα της – και ήξερε ότι εκείνος το έβλεπε. Τον λάτρευε όμως επειδή, παρ’ όλα αυτά, προσποιούνταν. Ήταν πάντα καλός σε αυτό, να προσποιείται ότι το κακό εξαφανιζόταν αν απλώς έκλεινες τα μάτια σου σφιχτά. «Έλα» του είπε και του άπλωσε το χέρι. Εκείνος το έπιασε και πήγαν πάνω στο σπίτι. «Το νησί είναι όπως ήταν πάντα» – ο αέρας πήρε τη φωνή

του και την ταξίδεψε πάνω από τα βράχια. «Ναι, εδώ δεν άλλαξε τίποτα». Ήθελε να πει κι άλλα, αλλά ο Μάτε μπήκε μέσα στο σπίτι. Έσκυψε για να μπει και η ευκαιρία της χάθηκε. Πάντα έτσι γινόταν με τον Μάτε. Θυμήθηκε τα λόγια που κουβαλούσε μέσα της και που ήθελε να του τα πει, αλλά τα λόγια αυτά παρέμεναν μέσα της και την άφηναν άφωνη. Κι εκείνος λυπόταν, το ήξερε καλά η Νάταλι. Λυπόταν επειδή εκείνη τον έκλεινε απέξω όταν ερχόταν το σκοτάδι. Έτσι τον έκλεινε και τώρα απέξω, αν και τον άφηνε να κάθεται εδώ στο σπίτι μαζί της. Για λίγο τουλάχιστον. Το χρειαζόταν, χρειαζόταν τη ζεστασιά του. Γιατί είχε εκτεθεί στο κρύο πάρα πολύ καιρό. «Θέλεις τσάι;» Έβγαλε ένα κατσαρόλι χωρίς να περιμένει την απάντησή του. Έπρεπε να ασχολείται με κάτι, για να μη φαίνεται ότι έτρεμε. «Ναι, ευχαρίστως. Και το μικρό αγοράκι πού το έχεις; Πόσων χρόνων είναι, αλήθεια;» Εκείνη του έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα. «Μου έκαναν μια μικρή ενημέρωση η μαμά και ο μπαμπάς» είπε εκείνος χαμογελώντας. «Πέντε χρόνων είναι. Και κοιμάται ήδη». «Α, μάλιστα».

Ακούστηκε απογοητευμένος, κι αυτό ζέστανε την καρδιά της. Επειδή σήμαινε κάτι. Είχε αναρωτηθεί πολλές φορές πώς θα ήταν αν αποκτούσε τον Σαμ με τον Μάτε και όχι με τον Φρέντρικ. Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα είχε αποκτήσει τον Σαμ, θα είχε αποκτήσει ένα εντελώς άλλο παιδί. Και η σκέψη αυτή της ήταν εντελώς αδιανόητη. Ήταν χαρούμενη που ο Σαμ κοιμόταν. Δεν ήθελε να τον δει έτσι ο Μάτε. Μόλις όμως γινόταν καλύτερα, θ’ άφηνε τον Μάτε να συναντήσει το μικρό της αγόρι, που τα καστανά του ματάκια ήταν μονίμως σκανταλιάρικα. Μόλις επέστρεφε η σκανταλιά στο βλέμμα του, θα μπορούσαν να ιδωθούν ξανά όλοι τους. Το περίμενε ήδη αυτό πώς και πώς. Κάθισαν για λίγο αμίλητοι, ρουφώντας μικρές γουλιές από το καυτό τσάι. Ένιωθαν παράξενα που συμπεριφέρονταν σαν ξένοι, που είχαν αφήσει τον χρόνο να τους παρασύρει τον έναν μακριά από τον άλλο. Έπειτα άρχισαν να μιλάνε. Τους φάνηκε κι αυτό παράξενο, γιατί δεν ήταν οι ίδιοι άνθρωποι όπως τότε. Βρήκαν, ωστόσο, ξανά τον ρυθμό τους σιγά σιγά, εκείνο τον τόνο φωνής που ανήκε σε αυτούς, κι έτσι κατάφεραν να απαλείψουν όλα τα στρώματα αποξένωσης που είχε δημιουργήσει μεταξύ τους ο χρόνος. Όταν εκείνη πήρε το χέρι του και τον οδήγησε στον πάνω όροφο, φάνηκε πως όλα ήταν όπως έπρεπε. Έπειτα εκείνη

κοιμήθηκε με τα χέρια του τυλιγμένα γύρω της και την ανάσα του στο αυτί της. Απέξω άκουγε τα κύματα να χτυπούν στα βράχια.

Η Βίβιαν έριξε μια κουβέρτα στον Έρλινγκ. Το υπνωτικό τον είχε πιάσει για τα καλά, όπως γινόταν πάντα. Εκείνος είχε αρχίσει ν’ αναρωτιέται γιατί αποκοιμιόταν στον καναπέ κάθε βράδυ κι εκείνη ήξερε ότι έπρεπε να γίνει πιο προσεκτική. Αλλά δεν άντεχε πλέον να ξαπλώνει δίπλα του και να νιώθει το κορμί του δίπλα της. Δεν γινόταν. Πήγε στην κουζίνα, πέταξε τα κελύφη των γαρίδων στη σακούλα των σκουπιδιών, ξέπλυνε τα πιάτα και τα έβαλε στο πλυντήριο. Υπήρχε ελάχιστο κρασί ακόμη, το οποίο άδειασε σ’ ένα καθαρό ποτήρι και πήγε να καθίσει στο δωμάτιο με την τηλεόραση. Βρίσκονταν κοντά στον στόχο τους τώρα και άρχιζε να αισθάνεται ανήσυχη. Τις τελευταίες ημέρες ένιωθε πως αυτό που είχαν χτίσει με τόση φροντίδα είχε αρχίσει να παραπαίει. Αν μετακινούνταν έστω και ένα κομμάτι του, θα κατέρρεαν όλα. Το ήξερε. Όταν ήταν νεότερη, έβρισκε ένα είδος διεστραμμένης ευχαρίστησης στο να παίρνει ρίσκα. Λάτρευε την αίσθηση της ισορροπίας στο όριο του άκρως επικίνδυνου. Αλλά όχι πια. Ήταν λες και τα χρόνια που

περνούσαν έφερναν μαζί τους μια όλο και εντονότερη ανάγκη για ασφάλεια, μια ανάγκη να ακουμπήσει κάπου και να σταματήσει να σκέφτεται. Και ήταν σίγουρη πως και ο Άντερς ένιωθε το ίδιο. Ήταν τόσο ίδιοι και ο ένας ήξερε πώς σκεφτόταν ο άλλος δίχως να διατυπώνουν κάτι φωναχτά. Πάντα έτσι ήταν. Η Βίβιαν έφερε το ποτήρι στα χείλη της, αλλά δίστασε για μια στιγμή καθώς μύρισε το κρασί. Γιατί η οσμή του έφερνε στον νου της αναμνήσεις συμβάντων που είχε ορκιστεί να μην ξανασκεφτεί. Είχε περάσει τόσος καιρός. Εκείνη ήταν άλλος άνθρωπος τότε, κάτι που δεν θα γινόταν ποτέ ξανά, σε καμία περίπτωση. Τώρα ήταν η Βίβιαν. Ήξερε ότι χρειαζόταν τον Άντερς, αν δεν ήθελε να ξανακυλήσει στη σκοτεινή τρύπα των αναμνήσεων που τη σπίλωναν και την έκαναν εκ νέου τόσο μικρή κι ασήμαντη. Έπειτα από μια τελευταία ματιά στον Έρλινγκ που ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ, φόρεσε το σακάκι της και βγήκε. Εκείνος κοιμόταν βαθιά. Δεν θα του έλειπε με τίποτα.

Φιελμπάκα 1870

Όταν ο Καρλ ζήτησε το χέρι της, η Έμελι βρέθηκε να πετάει στον έβδομο ουρανό από την ευτυχία της. Ποτέ της δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Της έφτανε που το ονειρευόταν. Εκείνα τα πέντε χρόνια που δούλευε υπηρέτρια στο αγρόκτημα των γονιών του, είχε αποκοιμηθεί πολλές φορές με την εικόνα του προσώπου του Καρλ εντυπωμένη στον αμφιβληστροειδή. Αλλά ήταν κάτι άπιαστο και το ήξερε. Και οι αυστηρές παραινέσεις της Έντιτ είχαν διώξει και τα τελευταία απομεινάρια ονείρων. Γιατί ο γιος του αφεντικού δεν θα παντρευόταν με την υπηρέτρια, ακόμα κι αν ήταν όπως ήταν τα πράγματα. Ο Καρλ δεν την είχε αγγίξει ποτέ. Σπάνια της απηύθυνε τον λόγο όσες φορές είχε ρεπό από το καραβοφάναρο και ερχόταν στο σπίτι. Απλώς χαμογελούσε ευγενικά και παραμέριζε κάθε

φορά που εκείνη βρισκόταν στον δρόμο του και έπρεπε να περάσει. Το πολύ πολύ να τη ρωτούσε πώς ήταν, ποτέ όμως δεν της έδινε να καταλάβει ότι είχε κι εκείνος τα ίδια αισθήματα μ’ εκείνη. Η Έντιτ την αποκαλούσε τρελή, της έλεγε να βγάλει αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της και να σταματήσει να είναι τόσο ονειροπόλα. Αλλά τα όνειρα μπόρεσαν να πραγματωθούν και οι προσευχές της να εισακουστούν. Μια μέρα εκείνος την πλησίασε και της είπε πως ήθελε να της μιλήσει. Εκείνη φοβήθηκε, νόμισε πως είχε κάνει κάτι ανόητο και ότι εκείνος θα της έλεγε να τα μαζέψει και να φύγει από το αγρόκτημα. Αντί γι’ αυτό εκείνος έριξε το βλέμμα του χαμηλά. Το σκούρο τσουλούφι του είχε πέσει μπροστά στα μάτια του και εκείνη μετά βίας συγκρατήθηκε να μην απλώσει το χέρι της να το βάλει στη θέση του. Εκείνος τη ρώτησε τραυλίζοντας αν εκείνη μπορούσε να σκεφτεί να τον παντρευτεί. Εκείνη δεν πίστευε στ’ αυτιά της, αλλά τον κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια, για να δει αν της μιλούσε σοβαρά. Αλλά εκείνος συνέχισε να μιλάει, είπε ότι ήθελε να την κάνει γυναίκα του και, αν γινόταν, την επόμενη κιόλας μέρα. Είχε μιλήσει στους γονείς του και στον ιερέα, οπότε, αν συμφωνούσε κι εκείνη, μπορούσαν να γίνουν όλα αμέσως. Εκείνη δίστασε μια στιγμή, αλλά στο τέλος κατάφερε να ψελλίσει ένα «ναι» με μιαν ανάσα. Ο Καρλ υποκλίθηκε, την

ευχαρίστησε και βγήκε πισωπατώντας από το δωμάτιο. Εκείνη στάθηκε εκεί αρκετή ώρα, ένιωσε μια ζεστασιά να απλώνεται στο στήθος της κι έστειλε ένα νοερό ευχαριστώ ψηλά στον Κύριο που εισάκουσε τις προσευχές της που σιγοψιθύριζε σαν έμενε μόνη της τα βράδια. Έπειτα έτρεξε να βρει την Έντιτ. Αλλά η Έντιτ δεν είχε αντιδράσει όπως εκείνη ήλπιζε. Περίμενε να τη δει να ξαφνιάζεται και ίσως να ζηλεύει λίγο. Αντιθέτως είχε σμίξει τα σκούρα της φρύδια, είχε κουνήσει το κεφάλι της και είχε πει ότι η Έμελι θα έπρεπε να προσέχει πολύ. Το αυτί της Έντιτ είχε πιάσει περίεργες συνομιλίες, κουβέντες με ένταση και σκαμπανεβάσματα πίσω από κλειστές πόρτες, ήδη από τότε που ο Καρλ είχε επιστρέψει από το καραβοφάναρο. Η άφιξή του ήταν απρόσμενη. Κανένας από αυτούς που δούλευαν στο αγρόκτημα δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, προειδοποιηθεί ότι θα ερχόταν ο νεαρότερος γιος. Γιατί δεν το συνήθιζε ποτέ αυτό, είχε πει η Έντιτ. Η Έμελι δεν την είχε ακούσει τότε, απλώς είχε θεωρήσει τα λόγια της φίλης της σημάδι φθόνου για το καλό που της είχε λάχει στη ζωή της. Γύρισε απότομα την πλάτη της στην Έντιτ και δεν της ξαναμίλησε. Δεν ήθελε να ξανακούσει τέτοια ανόητα λόγια και τέτοιες φλυαρίες. Θα παντρευόταν με τον Καρλ.

Είχε περάσει μια εβδομάδα από τότε και είχαν ήδη περάσει ένα εικοσιτετράωρο στο καινούργιο τους σπίτι. Η Έμελι έπιασε τον εαυτό της να περπατάει και να σιγοτραγουδά. Ήταν υπέροχο να έχεις δικό σου σπίτι στο οποίο να είσαι αφέντρα. Το σπίτι ήταν βέβαια μικρό, αλλά όμορφο στην απλότητά του κι εκείνη το συγύριζε και το καθάριζε από την ώρα που μπήκαν μέσα, οπότε τώρα έλαμπαν όλα από την πάστρα και μοσχομύριζαν σαπούνι. Εκείνη και ο Καρλ δεν είχαν ακόμη προλάβει να περάσουν μερικές ώρες μαζί, αλλά σίγουρα θα είχαν την ευκαιρία και γι’ αυτό αργότερα. Εκείνος είχε αρκετά να κάνει για να τακτοποιήσει τα της δουλειάς του. Ο βοηθός φαροφύλακα, ο Γιούλιαν, είχε έρθει κι αυτός και ήδη είχαν αρχίσει από την πρώτη νύχτα τις βάρδιες τους στον φάρο. Δεν ήταν σίγουρη τι έπρεπε να σκεφτεί για τον άντρα με τον οποίο θα μοιράζονταν το νησί. Ο Γιούλιαν δεν της είχε απευθύνει τον λόγο από τότε που είχε πατήσει το πόδι του στο Γκρόχουερ. Κυρίως την κοιτούσε μ’ έναν τρόπο που την έκανε ν’ ανησυχεί. Αλλά μάλλον έφταιγε η ντροπαλοσύνη της. Δεν ήταν δα και εύκολο ν’ αρχίζεις να ζεις ξαφνικά τόσο κοντά μ’ έναν άγνωστο άνθρωπο. Τον Καρλ ο Γιούλιαν τον γνώριζε ήδη από τότε που δούλευαν και οι δύο στο καραβοφάναρο, απ’ ό,τι είχε καταλάβει η Έμελι, αλλά θα του έπαιρνε λίγο χρόνο να γνωριστεί και μαζί της. Και χρόνο

είχαν σε περίσσεια εδώ πέρα. Η Έμελι συνέχισε τη δουλειά της στην κουζίνα. Σιγά μην άφηνε τον Καρλ να μετανιώσει που την είχε κάνει γυναίκα του.

Άπλωσε το χέρι της

προς το μέρος του. Όπως έκανε πάντα τότε. Της φάνηκε πως είχε περάσει μόλις μια μέρα από τότε που είχαν ξαναβρεθεί ξαπλωμένοι μαζί εδώ στο κρεβάτι. Αλλά τώρα ήταν μεγάλοι. Τους έλειπε η απαλότητα της νιότης και ήταν πιο τριχωτοί με ουλές που δεν υπήρχαν τότε, τόσο μέσα τους όσο και έξω τους. Εκείνη είχε μείνει πολλή ώρα ξαπλωμένη με το κεφάλι της στο στήθος του και περιεργαζόταν τα περιγράμματα των ουλών με τον δείκτη της. Ήθελε να τον ρωτήσει γι’ αυτές, αλλά κατά βάθος ένιωθε ότι όλα ήταν ακόμη πολύ εύθραυστα για ν’ αντέξουν ερωτήματα για τα χρόνια που είχαν περάσει. Τώρα το κρεβάτι ήταν άδειο. Το στόμα της ήταν στεγνό και η ίδια εντελώς εξαντλημένη. Μόνη. Το χέρι της συνέχισε να ψηλαφεί το σεντόνι και το μαξιλάρι, αλλά ο Μάτε δεν ήταν εκεί. Η ίδια θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ανακαλύψει ότι της είχε αφαιρεθεί ένα μέλος κατά τη διάρκεια της νύχτας, γιατί έτσι ένιωθε. Έπειτα όμως ξύπνησε μέσα της η ελπίδα. Να ήταν άραγε ακόμη εκεί κάτω, στο ισόγειο; Κράτησε την

ανάσα της και αφουγκράστηκε, αλλά δεν άκουσε κανέναν ήχο. Τυλίχτηκε σφιχτά με το πάπλωμα και ακούμπησε τα πέλματά της στο παλιό, φθαρμένο ξύλινο πάτωμα. Αλαφροπατώντας, πήγε μέχρι το παράθυρο που έβλεπε στην αποβάθρα κι έριξε μια ματιά έξω. Η βάρκα έλειπε. Την είχε αφήσει χωρίς να της πει ένα αντίο. Κάθισε αργά στο πάτωμα ακουμπώντας στον τοίχο και ένιωσε τον πονοκέφαλο να την κυριεύει. Έπρεπε να πιει κάτι. Ντύθηκε με δυσκολία. Ένιωθε σαν να μην είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα, αν και είχε κοιμηθεί. Είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του. Είχε να κοιμηθεί τόσο όμορφα εδώ και πάρα πολύ καιρό. Αλλά το σφυροκόπημα στο κεφάλι της ήταν εκεί. Επικρατούσε ησυχία στο ισόγειο όταν μπήκε στο δωμάτιο του Σαμ. Ήταν ξύπνιος αλλά ξαπλωμένος και εντελώς αμίλητος. Δίχως να του μιλήσει, τον σήκωσε και τον πήγε στο τραπέζι της κουζίνας. Του χάιδεψε τα μαλλιά και πήγε να βάλει καφέ και να πάρει κάτι να πιει. Διψούσε. Κατέβασε δύο μεγάλα ποτήρια νερό πριν εξαφανιστεί εκείνη η αίσθηση ξηροστομίας που είχε. Σκούπισε τα χείλη της με την ανάποδη της παλάμης της. Η κούραση έγινε πιο αισθητή, πιο έντονη, τώρα που είχε σβήσει τη δίψα της. Αλλά ο Σαμ έπρεπε να φάει, το ίδιο κι αυτή. Έβρασε αυγά, έφτιαξε μια φέτα ψωμί με βούτυρο και τυρί και χυλό για τον Σαμ. Τα έκανε όλα με

μηχανικές κινήσεις. Έριξε μια λοξή ματιά στο κουτί που ήταν στο χολ. Δεν είχε πολλά ακόμη. Έπρεπε να κάνει οικονομία. Αλλά η κούραση και η θέα της μοναχικής βάρκας στην αποβάθρα την ανάγκασαν να κάνει μερικά βήματα μέχρι το χολ και να τραβήξει το τελευταίο συρτάρι του κομό. Ψαχούλεψε ανυπόμονα κάτω από τα ρούχα, αλλά τα χέρια της δεν έπιασαν τίποτα. Έψαξε άλλη μια φορά και στο τέλος πέταξε όλα τα ρούχα έξω από το συρτάρι. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Ίσως να μη θυμόταν καλά σε ποιο συρτάρι το είχε βάλει. Άνοιξε και τα άλλα δύο συρτάρια και τα άδειασε στο πάτωμα. Τίποτα όμως. Την έπιασε πανικός και κατάλαβε αμέσως γιατί το χέρι της είχε γλιστρήσει πάνω στα άδεια σεντόνια όταν ξύπνησε το πρωί. Ξαφνικά κατάλαβε γιατί είχε εξαφανιστεί ο Μάτε και γιατί δεν της είχε πει ούτε αντίο. Σωριάστηκε στο πάτωμα, κουλουριάστηκε σαν έμβρυο και κρατούσε τα γόνατά της. Άκουσε το νερό στην κουζίνα να βράζει.

«Άσε το παιδί στην ησυχία του». Ο Γκούναρ δεν πήρε καν τα μάτια του από την εφημερίδα Μπουχουσλένινγκεν όταν επανέλαβε την ίδια φράση που έλεγε όλη τη μέρα.

«Μα μπορεί να θέλει να έρθει από εδώ και να φάει μαζί μας απόψε. Ή να έρθει να φάμε αύριο, που είναι Κυριακή. Δεν νομίζεις;» ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή της Σίγκνε. Ο Γκούναρ αναστέναξε πίσω από την εφημερίδα. «Σίγουρα θα έχει κάτι άλλο να κάνει το Σαββατοκύριακο. Είναι μεγάλος πια. Αν θέλει να έρθει, θα μας τηλεφωνήσει σίγουρα ή θα περάσει από εδώ. Δεν γίνεται να τον κυνηγάς όμως. Τις προάλλες, εξάλλου, ήταν εδώ και φάγαμε όλοι μαζί». «Εγώ πάντως θα του κάνω ένα τηλεφώνημα. Απλώς να τον ρωτήσω τι κάνει». Η Σίγκνε άπλωσε το χέρι της στο τηλέφωνο, αλλά ο Γκούναρ έγειρε μπροστά και την εμπόδισε. «Άφησέ τον στην ησυχία του πια» της είπε με έμφαση. Η Σίγκνε τράβηξε το χέρι της. Αλλά όλο της το κορμί κραύγαζε να πάρει τον Μάτε στο κινητό του, ν’ ακούσει τη φωνή του και να μάθει ότι όλα είναι καλά. Έπειτα από τον ξυλοδαρμό του η ανησυχία της είχε επιδεινωθεί. Το συμβάν αυτό είχε επιβεβαιώσει αυτό που πάντα γνώριζε, ότι ο κόσμος ήταν ένα επικίνδυνο μέρος για τον Μάτε. Ήξερε, εντελώς λογικά, ότι ήταν αναγκασμένη να κάνει ένα βήμα πίσω. Αλλά τι να έκανε όταν όλο της το είναι ούρλιαζε πως έπρεπε να τον προστατέψει; Ήταν μεγάλος τώρα. Το ήξερε αυτό. Κι όμως δεν μπορούσε να σταματήσει

ν’ ανησυχεί. Η Σίγκνε γλίστρησε αθόρυβα στο χολ και πήρε το τηλέφωνο που ήταν εκεί. Όταν άκουσε τη φωνή του Μάτε στον αυτόματο τηλεφωνητή, το έκλεισε. Γιατί δεν απαντούσε;

«Δεν ξέρω τι να κάνω». Η Ερίκα έσκυψε το κεφάλι. Είχε βρει μιας στιγμής σπάνια ηρεμία μέσα σε όλο το χάος. Και τα τρία παιδιά κοιμούνταν και είχαν μπορέσει να καθίσουν στο τραπέζι της κουζίνας μαζί, να φάνε ζεστά σάντουιτς και να μιλήσουν χωρίς να τους διακόπτουν συνεχώς. Αλλά η Ερίκα δυσκολευόταν να εκτιμήσει δεόντως αυτή τη στιγμή ηρεμίας. Η σκέψη της Άννας δεν της άφηνε περιθώρια χαλάρωσης. «Δεν υπάρχουν και πολλά άλλα που θα μπορούσες να κάνεις πέρα από το να βρίσκεσαι εκεί όταν σε χρειάζεται εκείνη. Έχει άλλωστε και τον Νταν». Ο Πάτρικ έσκυψε πάνω από το τραπέζι και έπιασε το χέρι της Ερίκα. «Κι αν με μισεί;» ακούστηκε ξέπνοη η φωνή της, που ακουγόταν σαν προπομπός κλάματος. «Και γιατί να σε μισεί;»

«Επειδή εγώ έχω δύο κι αυτή κανένα». «Μα δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό εσύ. Είναι… δεν ξέρω πώς να το πω. Η μοίρα ίσως». Ο Πάτρικ χάιδεψε τη ράχη του χεριού της. «Η μοίρα;» Η Ερίκα τον κοιτούσε με δυσπιστία. «Η Άννα υπέφερε αρκετά από τη μοίρα. Είχε επιτέλους αρχίσει να είναι ευτυχισμένη, και είχαμε αρχίσει να ερχόμαστε πολύ κοντά. Αλλά τώρα… τώρα θα με μισήσει, το ξέρω». «Πώς ήταν χτες;» Ήταν και οι δύο τόσο απασχολημένοι, που δεν είχαν βρει χρόνο να μιλήσουν μέχρι τώρα. Το κερί που είχε ανάψει ο Πάτρικ τρεμόπαιζε κι έκανε το πρόσωπο της Ερίκα μια να φωτίζεται και μια να πέφτει στη σκιά. «Κοιμόταν. Κάθισα για λίγο δίπλα της. Έδειχνε τόσο απροστάτευτη». «Ο Νταν τι είπε;» «Φαινόταν απελπισμένος. Κουβαλάει βαρύ φορτίο τώρα, το βλέπω πάνω του, παρόλο που προσπαθεί να δείχνει ότι όλα είναι εντάξει. Η Έμμα και ο Άντριαν ρωτάνε πολλά. Ρωτούν πού πήγε το μωρό που είχε η μαμά στην κοιλιά, γιατί η μαμά όλο κοιμάται, τέτοια. Κι εκείνος λέει ότι δεν ξέρει τι να τους απαντήσει». «Η Άννα θα καταφέρει να το ξεπεράσει κι αυτό. Έδειξε και παλιότερα ότι είναι δυνατή».

Ο Πάτρικ άφησε το χέρι της Ερίκα και πήρε πάλι τα μαχαιροπίρουνα. «Δεν ξέρω. Πόσα μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος πριν σπάσει εντελώς; Φοβάμαι πως η Άννα έχει σπάσει πια». Η Ερίκα κόμπιασε. «Περιμένουμε και βλέπουμε. Αυτό μπορούμε να κάνουμε μόνο. Και να είμαστε εκεί». Ο Πάτρικ άκουσε πόσο κούφια αντήχησαν τα λόγια του μέσα στην κουζίνα. Αλλά δεν είχε τίποτα καλύτερο να πει. Δεν είχε ούτε αυτός απαντήσεις. Πώς να προστατευτεί κανείς από τη μοίρα; Πώς επιβιώνει κανείς μετά την απώλεια ενός παιδιού; Τα δίδυμα ξεφωνητά από τον πάνω όροφο τους έκαναν να τιναχτούν. Ανέβηκαν μαζί επάνω, για να αναλάβουν ο καθένας από ένα μωρό. Αυτή ήταν η δική τους μοίρα. Για την οποία ένιωθαν ένοχα ευγνώμονες.

«Ήταν

από τη δουλειά του Μάτε. Ούτε χτες ούτε σήμερα πήγε. Ούτε έχουν πάρει ειδοποίηση ότι του δόθηκε κάποια αναρρωτική άδεια». Ο Γκούναρ στεκόταν εντελώς ακίνητος με το ακουστικό στο χέρι. «Κι εγώ του τηλεφωνούσα όλο το Σαββατοκύριακο και δεν απαντούσε» είπε η Σίγκνε. «Θα πάω από εκεί να δω». Ο Γκούναρ κατευθυνόταν ήδη προς την πόρτα, αρπάζοντας και φορώντας το τζάκετ του εν κινήσει. Έτσι ένιωθε λοιπόν η Σίγκνε. Με τον τρόμο ν’ αλωνίζει σαν ανήμερο θεριό στο στήθος. Αυτό πρέπει να ένιωθε όλα αυτά τα χρόνια. «Έρχομαι κι εγώ». Η φωνή της Σίγκνε ήταν αποφασιστική και ο Γκούναρ ήξερε πολύ καλά πως δεν έπρεπε να φέρει αντίρρηση. Έγνεψε κοφτά και ανυπόμονος την περίμενε να φορέσει το πανωφόρι της.

Σε όλο τον δρόμο προς το διαμέρισμά του κάθονταν αμίλητοι μέσα στο αυτοκίνητο. Εκείνος πήρε τον πίσω δρόμο, δεν πέρασε από μέσα από την πόλη. Προσπέρασε τον λόφο που τον έλεγαν Εφτά Προσκρούσεις, ένα μέρος όπου τα παιδιά έκαναν πούλκα, εκείνο το μικρό έλκηθρο στο οποίο ανέβαιναν και το άφηναν να γλιστρήσει στη χιονισμένη κατηφόρα. Εκεί που έκανε πούλκα και ο Μάτε όταν ήταν μικρός. Ο Γκούναρ ξεροκατάπιε. Σίγουρα θα υπήρχε κάποια λογική εξήγηση. Ίσως να είχε πυρετό και να μη σκέφτηκε να τηλεφωνήσει και να ζητήσει αναρρωτική άδεια. Ή πάλι… Δεν μπορούσε να βρει άλλες εξηγήσεις. Ο Μάτε όμως ήταν τυπικός με κάτι τέτοια. Σίγουρα θα τηλεφωνούσε, αν δεν μπορούσε να πάει στη δουλειά. Το πρόσωπο της Σίγκνε ήταν κατάχλωμο εκεί που καθόταν δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού. Είχε το βλέμμα καρφωμένο μπροστά, έξω από το παρμπρίζ. Κρατούσε σφιχτά την τσάντα στα χέρια της, πάνω στα γόνατά της. Ο Γκούναρ αναρωτήθηκε τι την ήθελε την τσάντα, αλλά συνειδητοποίησε ότι μάλλον ήταν το σωσίβιό της εκείνη τη στιγμή. Παρκάρισαν έξω από την πολυκατοικία όπου έμενε ο Μάτε. Είσοδος Β. Ο Γκούναρ ήθελε να τρέξει, αλλά για χατίρι της Σίγκνε προσπαθούσε να δείχνει ήρεμος και πίεσε τον εαυτό του να περπατάει με κανονικό βήμα.

«Έχεις τα κλειδιά;» ρώτησε η Σίγκνε, που τον είχε προσπεράσει και είχε ανοίξει απότομα την πόρτα της εισόδου. «Εδώ». – Ο Γκούναρ της έτεινε τα έξτρα κλειδιά που του είχε δώσει ο Μάτε. «Θα είναι σίγουρα στο σπίτι, οπότε δεν θα μας χρειαστούν φυσικά. Θα έρθει να μας ανοίξει ο ίδιος και τότε…» Άκουγε τα ασυνάρτητα λόγια της Σίγκνε καθώς εκείνη ανέβαινε τρέχοντας τις σκάλες. Ο Μάτε έμενε στον τελευταίο όροφο και έφτασαν και οι δύο στην πόρτα του με την ανάσα κομμένη. Ο Γκούναρ συγκρατήθηκε να μη βάλει το κλειδί μεμιάς στην κλειδαριά. «Ας χτυπήσουμε πρώτα το κουδούνι. Αν είναι στο σπίτι, θα γίνει έξω φρενών όταν μας δει να μπουκάρουμε έτσι μέσα. Ίσως να έχει παρέα, ίσως γι’ αυτό να μην πήγε στη δουλειά». Η Σίγκνε πατούσε ήδη το κουδούνι. Άκουσαν το κουδούνισμα μέσα από το διαμέρισμα. Το πάτησε μια, δυο, τρεις φορές. Περίμεναν ν’ ακούσουν βήματα από εκεί μέσα, τα βήματα του Μάτε που θα ερχόταν να τους ανοίξει. Συνέχιζε όμως να επικρατεί σιωπή. «Κάνε μου τώρα τη χάρη και ξεκλείδωσε την πόρτα». – Η Σίγκνε τον κοίταξε επιτακτικά. Εκείνος έγνεψε καταφατικά, πέρασε από δίπλα της και άρχισε να δοκιμάζει τα κλειδιά. Έβαλε το κλειδί στην

κλειδαριά, το γύρισε και ύστερα δοκίμασε το πόμολο. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Μέσα στη σύγχυσή του κατάλαβε ότι μόλις είχε κλειδώσει την πόρτα, ότι η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη εξαρχής. Κοίταξε τη Σίγκνε και είδαν κι οι δυο τους τον πανικό στα μάτια τους. Γιατί ήταν ξεκλείδωτη η πόρτα, αν ο Μάτε δεν ήταν στο σπίτι; Και αν ήταν στο σπίτι, γιατί δεν άνοιγε; Ο Γκούναρ έστριψε ξανά το κλειδί και άκουσε το κλικ της κλειδαριάς. Με χέρια που τώρα έτρεμαν ανεξέλεγκτα, πίεσε το πόμολο και άνοιξε την πόρτα προς τα μέσα. Τη στιγμή που κοίταξε στο χολ, συνειδητοποίησε ότι η Σίγκνε είχε δίκιο όλον αυτό τον καιρό.

Ήταν άρρωστη. Πιο άρρωστη απ’ όσο είχε υπάρξει ποτέ στη ζωή της. Η μυρωδιά των ξερατών είχε πλημμυρίσει τα ρουθούνια της. Δεν θυμόταν, αλλά είχε την εντύπωση πως είχε ξεράσει σ’ έναν κουβά δίπλα στο στρώμα. Ένιωθε να βρίσκεται μέσα σε ομίχλη. Η Νάταλι κινήθηκε προσεκτικά. Όλο της το κορμί την πονούσε. Μισόκλεισε τα μάτια, που την πόνεσαν όταν προσπάθησε να δει τι ώρα ήταν. Τι μέρα ήταν; Τι έκανε ο Σαμ; Η σκέψη του Σαμ τής έδωσε αρκετή δύναμη για να

μπορέσει να σηκωθεί. Ήταν ξαπλωμένη δίπλα στο κρεβάτι του. Τον είδε που κοιμόταν. Κατάφερε να εστιάσει το βλέμμα αρκετά ώστε να μπορέσει να δει το ρολόι. Ήταν λίγο μετά τη μία. Ο Σαμ κοιμόταν για μεσημέρι. Τον χάιδεψε στο κεφάλι. Με κάποιον τρόπο είχε καταφέρει να τον φροντίσει μέσα από την ομίχλη του πυρετού. Με κάποιον τρόπο το μητρικό της ένστικτο είχε αποδειχτεί πολύ ισχυρό. Ανακούφιση πλημμύρισε το κορμί της κι έκανε τον πόνο πιο υποφερτό. Κοίταξε γύρω της. Ένα μπουκάλι νερό βρισκόταν στο κρεβάτι του, γύρω στο πάτωμα έβλεπες πακέτα με μπισκότα, φρούτα κι ένα κομμάτι τυρί. Είχε καταφέρει, παρά το πρόβλημά της, να δώσει στο παιδί φαγητό και νερό. Δίπλα στο στρώμα υπήρχε ένας κουβάς και η βρόμα που αναδιδόταν από μέσα του της έφερε ναυτία. Πρέπει να είχε αισθανθεί ότι θα αρρώσταινε πολύ και γι’ αυτό είχε φέρει εκεί τον κουβά. Το στομάχι της ήταν άδειο, μάλλον είχε ξεράσει ό,τι είχε μέσα της. Προσπάθησε με αργές κινήσεις να σταθεί στα πόδια της. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τον Σαμ και ανάγκασε τον εαυτό της να συγκρατήσει ένα βογκητό πόνου. Στο τέλος βρέθηκε να στέκεται σε πόδια ασταθή. Ήταν σημαντικό να βάλει μέσα της υγρά και τροφή τώρα. Δεν ήταν πεινασμένη, αλλά το στομάχι της διαμαρτυρόταν έντονα που δεν είχε κάτι μέσα του να επεξεργαστεί. Πήρε τον κουβά και απέφυγε να κοιτάξει

το περιεχόμενό του καθώς τον έβγαζε από το δωμάτιο. Εκεί έξω διαπίστωσε έκπληκτη ότι την έπιασε τρεμούλα από το κρύο όταν έσπρωξε την εξώπορτα με τον ώμο της. Η επικείμενη ζέστη του καλοκαιριού πρέπει να είχε κάνει διάλειμμα όσο εκείνη ήταν άρρωστη. Συνέχισε με προσεκτικά βήματα τον δρόμο της προς την αποβάθρα και με το βλέμμα αποστραμμένο άδειασε τον κουβά στη θάλασσα. Πήρε ένα σκοινί και το έδεσε στη λαβή του κουβά. Έπειτα έριξε τον κουβά στην άλλη πλευρά της αποβάθρας και τον ξέπλυνε με θαλασσινό νερό. Ο άνεμος τη μαστίγωνε όσο εκείνη γυρνούσε ξανά στο σπίτι με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το σώμα της. Όλο της το κορμί διαμαρτυρόταν για την προσπάθεια που έκανε κι ένιωθε τον ιδρώτα να κυλάει στο δέρμα της. Αηδιασμένη πέταξε αποπάνω της όλα τα ρούχα και πλύθηκε όσο πιο καλά μπορούσε προτού φορέσει ένα στεγνό φανελάκι και αθλητικά ρούχα. Με τρεμάμενα χέρια έφτιαξε ένα σάντουιτς, έβαλε χυμό σ’ ένα ποτήρι και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Χρειάστηκε να φάει δύο ολόκληρες μπουκιές για να αισθανθεί τη γεύση του φαγητού, αλλά μετά κατάφερε να κατεβάσει άλλα δύο σάντουιτς. Σιγά σιγά ένιωσε να ανακτά τις δυνάμεις της. Κοίταξε ξανά το ρολόι στον καρπό της κι εκείνο το μικρό

τετραγωνάκι με την ημερομηνία. Έπειτα από μερικούς υπολογισμούς κατέληξε ότι ήταν Τρίτη. Είχε μείνει άρρωστη στο κρεβάτι τρεις μέρες. Τρεις μέρες κενότητας και ονείρων. Και τι είχε ονειρευτεί; Προσπάθησε να συλλάβει τις εικόνες που στροβιλίζονταν στο μυαλό της. Ειδικά μία εικόνα επανερχόταν συνεχώς. Η Νάταλι κούνησε το κεφάλι της, αλλά ένιωσε ξανά τη ναυτία να την καταλαμβάνει ως αποτέλεσμα αυτής της απότομης κίνησης. Έφαγε μια μπουκιά από το τέταρτο σάντουιτς και το στομάχι ηρέμησε ξανά. Μια γυναίκα. Υπήρχε μια γυναίκα στα όνειρά της και κάτι συνέβαινε με το πρόσωπό της. Η Νάταλι συνοφρυώθηκε. Κάτι με τη γυναίκα στα όνειρά της ήταν τόσο γνώριμο. Ήξερε ότι την είχε ξαναδεί, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πού. Σηκώθηκε. Θα το θυμόταν κάποια στιγμή. Αλλά ένιωθε ότι υπήρχε κάτι ακόμα που την κρατούσε συνδεδεμένη μ’ εκείνο το όνειρο. Η γυναίκα εκείνη φαινόταν τόσο θλιμμένη. Με την ίδια ακριβώς αίσθηση θλίψης πήγε και η Νάταλι πάνω στο δωμάτιο να ρίξει μια ματιά στον Σαμ.

Ο Πάτρικ δεν είχε κοιμηθεί καλά. Η ανησυχία της Ερίκα για την Άννα ήταν μεταδοτική, κι εκείνος είχε ξυπνήσει πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας με σκέψεις σκοτεινές στο

μυαλό για το πόσο γρήγορα μπορούσε ν’ αλλάξει η ζωή κάποιου. Ακόμα και η δική του εμπειρία τον έκανε να χάσει κάπως το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Ίσως να ήταν καλύτερα πλέον να μην παίρνει κανείς τη ζωή ως δεδομένη, αλλά μέσα του κάτι είχε αρχίσει να τον τρώει, ένας φόβος. Συνέλαβε τον εαυτό του να λειτουργεί υπερπροστατευτικά μ’ έναν τρόπο που δεν το έκανε ποτέ του παλιότερα. Θα φρόντιζε να μην παίρνει η Ερίκα το αυτοκίνητο με τα παιδιά μέσα. Ειλικρινά, θα προτιμούσε να μην οδηγεί καθόλου η Ερίκα. Και θα ένιωθε ακόμα πιο ασφαλής, αν εκείνη και τα παιδιά δεν ξανάβγαιναν ποτέ από το σπίτι, παρά έμεναν μέσα, μακριά απ’ όλους τους κινδύνους. Καταλάβαινε βεβαίως ότι αυτός ο τρόπος σκέψης ούτε υγιής ήταν ούτε λογικός. Αλλά είχαν βρεθεί τόσο κοντά. Τόσο κοντά που λίγο έλειψε να χάσει ο ίδιος τη ζωή του, τόσο κοντά που λίγο έλειψε να χάσει την Ερίκα και τα δίδυμα. Η οικογένειά τους είχε βρεθεί δευτερόλεπτα μακριά από τον χαμό. Αρπάχτηκε από το γραφείο και ανάγκασε τον εαυτό του να ανασάνει ήρεμα. Μερικές φορές τον καταλάμβανε πανικός και ίσως να ζούσε με αυτόν από εδώ και πέρα. Εν πάση περιπτώσει, πάλι θα τα έβγαζε πέρα, κι εδώ που τα λέμε, είχε όλη την οικογένειά του ζωντανή. «Πώς είσαι;»

Η Πάουλα στεκόταν ξαφνικά στο άνοιγμα της πόρτας. Ο Πάτρικ πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα. «Καλά είμαι. Λίγο κουρασμένος μόνο. Νυχτερινά ταΐσματα, όπως καταλαβαίνεις» της είπε και προσπάθησε να χαμογελάσει. Η Πάουλα μπήκε και κάθισε. «Άσ’ τα αυτά». Τον κοιτούσε κατάματα, μ’ ένα βλέμμα που έλεγε πως δεν έχαφτε τις ανόητες εξηγήσεις ή τα ψεύτικα χαμόγελα. «Σε ρώτησα πώς είσαι». «Έτσι κι έτσι» παραδέχτηκε ο Πάτρικ απρόθυμα. «Θα πάρει λίγο καιρό να συνέλθω. Έστω κι αν όλοι είναι εντάξει τώρα. Εκτός από την αδελφή της Ερίκα, βέβαια». «Πώς είναι η Άννα;» «Χάλια». «Χρειάζεται χρόνο». «Ναι, χρειάζεται. Αλλά εκείνη έχει κλειστεί στον εαυτό της. Ούτε η Ερίκα δεν μπορεί να της μιλήσει». «Και το βρίσκεις τόσο παράξενο;» έκανε ήρεμα η Πάουλα. Ο Πάτρικ ήξερε ότι η συνάδελφός του είχε την ικανότητα να λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Έλεγε συχνά αυτό που έπρεπε και όχι αυτό που ήθελε ν’ ακούσει κάποιος. Και σπάνια έκανε λάθος. «Έχετε δυο παιδιά που επέζησαν. Η Άννα έχασε το δικό

της. Ίσως να μην είναι περίεργο που κλείνει απέξω ακόμα και την Ερίκα». «Αυτό ακριβώς φοβάται η Ερίκα. Αλλά τι να κάνουμε;» «Τίποτα. Αυτή τη στιγμή απολύτως τίποτα. Η Άννα έχει οικογένεια, έχει τον άντρα της, τον πατέρα του παιδιού της. Πρέπει να τα βρουν πρώτα αυτοί μεταξύ τους πριν μπορέσει η Ερίκα να μιλήσει με την αδελφή της. Όσο σκληρό κι αν ακούγεται, η Ερίκα πρέπει να κάνει πίσω τώρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει την Άννα. Εκεί θα είναι». «Το καταλαβαίνω αυτό, αλλά δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω στην Ερίκα». Ο Πάτρικ πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα. Το βάρος που ένιωθε στο στήθος είχε ελαφρύνει λίγο από την κουβέντα με την Πάουλα. «Πιστεύω ότι αυτό–» άρχισε να λέει η Πάουλα, αλλά τη διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα. «Με συγχωρείτε» είπε η Άνικα με το πρόσωπο κατακόκκινο. «Μόλις μας έκαναν ένα τηλεφώνημα από τη Φιελμπάκα. Ένας άντρας βρέθηκε πυροβολημένος στο διαμέρισμά του». Στην αρχή επικράτησε σιωπή. Έπειτα ξέσπασε μια πυρετώδης δραστηριότητα, και μέσα σ’ ένα λεπτό και η Πάουλα και ο Πάτρικ ήταν καθ’ οδόν προς το πάρκινγκ του τμήματος. Πίσω τους άκουσαν την Άνικα να χτυπάει την

πόρτα των γραφείων του Γιέστα και του Μάρτιν. Αυτοί θα έπαιρναν το άλλο αυτοκίνητο και θα πήγαιναν εκεί λίγο μετά. «Μα αυτό είναι απολύτως υπέροχο!» Ο Έρλινγκ κοίταξε ικανοποιημένος γύρω του μέσα στο Μπάντις πριν στραφεί προς τη Βίβιαν. «Βέβαια δεν ήταν φτηνό, αλλά αξίζει την κάθε κορόνα που επένδυσε ο δήμος. Νομίζω ότι θα αποτελέσει φοβερή επιτυχία. Και μια και μιλάμε για λεφτά, θα μείνει και κάτι για μας, όταν θα μας καλύψουν τα έξοδα. Δεν πιστεύω να πληρώνετε πολύ υψηλούς μισθούς, έτσι δεν είναι;» – Κοίταξε καχύποπτα μια νεαρή γυναίκα με λευκά ρούχα που περνούσε δίπλα του. Η Βίβιαν τον έπιασε αγκαζέ και τον οδήγησε σ’ ένα από τα τραπέζια. «Μην ανησυχείς, έχουμε πλήρη επίγνωση των δαπανών. Ο Άντερς ήταν πάντα σφιχτοχέρης. Χάρη σ’ αυτόν είχαμε τόσο μεγάλα κέρδη στο σπα στο Λιούσετ και μπορέσαμε, ως εκ τούτου, να επενδύσουμε κι εδώ». «Ναι, είσαι τυχερή που έχεις τον Άντερς». Ο Έρλινγκ κάθισε στο τραπέζι στη μεγάλη αίθουσα φαγητού, όπου είχαν φτιάξει έναν μικρό μπουφέ για καφέ και βουτήματα. «Αλήθεια, σε βρήκε ο Μάτε; Ανέφερε την προηγούμενη εβδομάδα ότι υπήρχαν μερικά πράγματα που ήθελε να ελέγξει μ’ εσένα και τον Άντερς».

Άπλωσε και πήρε ένα κουλούρι, αλλά έπειτα από μια μπουκιά το άφησε στο πιατάκι του. «Τι είναι αυτά εδώ;» «Τα φτιάχνουν από σιτάρι μονόκοκκο ή ντίνκελ, όπως το λένε συνήθως». «Χμ» έκανε ο Έρλινγκ και αρκέστηκε στον καφέ. «Όχι, δεν ήρθε σε επαφή μαζί μας ο Μάτε. Αλλά σίγουρα δεν θα ήταν τίποτα σημαντικό. Μάλλον θα περάσει από εδώ ή θα τηλεφωνήσει με την πρώτη ευκαιρία». «Είναι λίγο περίεργο. Χτες δεν εμφανίστηκε στη δουλειά και δεν έχει δηλώσει ασθένεια. Ούτε σήμερα το πρωί τον είδα εκεί πριν φύγω για εδώ». «Σίγουρα δεν θα είναι τίποτα» είπε η Βίβιαν και πήρε ένα κουλουράκι. «Μπορεί να καθίσει κανείς ή τα ερωτευμένα περιστεράκια θέλουν να μείνουν μόνα τους;» Ο Άντερς είχε σταθεί δίπλα τους δίχως να τον πάρουν χαμπάρι ούτε ο Έρλινγκ ούτε η Βίβιαν. Ξαφνιάστηκαν και οι δύο, αλλά μετά η Βίβιαν χαμογέλασε και τράβηξε τη διπλανή της καρέκλα, για να καθίσει ο αδελφός της. Για άλλη μια φορά ο Έρλινγκ εντυπωσιάστηκε από την ομοιότητά τους. Ήταν και οι δύο κατάξανθοι, με γαλανά μάτια και πανομοιότυπο στόμα με τοξωτό πάνω χείλος. Αλλά ενώ η Βίβιαν ήταν ενεργητική και εξωστρεφής, με κάτι

που ο ίδιος θα αποκαλούσε μαγνητική έλξη, ο αδελφός της ήταν κλειστός και χαμηλών τόνων τύπος. Τύπος λογιστάκου, είχε σκεφτεί ο Έρλινγκ την πρώτη φορά που είχε συναντήσει τον Άντερς κατά τη διαμονή του στο Λιούσετ. Αυτό όμως δεν ήταν κάτι που το θεωρούσε αρνητικό. Με τόσα λεφτά που διακυβεύονταν εδώ, ένιωθε ασφάλεια να έχει έναν αριθμολάγνο τύπο στη διαχείριση των οικονομικών. «Σε πήρε εσένα ο Ματς; Ο Έρλινγκ λέει πως ήθελε να μας ρωτήσει κάτι» είπε η Βίβιαν προς τον Άντερς. «Ναι, πέρασε για μια στιγμή την Παρασκευή το απόγευμα. Γιατί;» Ο Έρλινγκ καθάρισε τον λαιμό του. «Να, κάτι έλεγε στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας ότι είχε απορίες για ορισμένα πράγματα». Ο Άντερς έγνεψε. «Πέρασε από μένα, όπως είπα, και ξεκαθαρίσαμε ορισμένα ερωτήματα που είχε». «Εντάξει τότε. Ευτυχώς έχουμε τα πράγματα τακτοποιημένα» είπε ο Έρλινγκ μ’ ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Ένα

ηλικιωμένο ζευγάρι στεκόταν έξω από την είσοδο αγκαλιασμένο σφιχτά. Ο Πάτρικ υπέθεσε ότι ήταν οι γονείς του νεκρού. Αυτοί ήταν που είχαν βρει το πτώμα και τηλεφώνησαν στην αστυνομία. Βγήκαν με την Πάουλα από το περιπολικό και πήγαν κοντά τους. «Πάτρικ Χέντστρεμ, αστυνομία του Τάνουμ. Εσείς τηλεφωνήσατε;» ρώτησε ο Πάτρικ, αν και ήξερε ήδη την απάντηση. «Εμείς». Τα μάγουλα του άντρα ήταν γεμάτα δάκρυα. Η γυναίκα του είχε ακόμη το πρόσωπό της χωμένο στο στήθος του. «Είναι ο γιος μας» είπε εκείνη χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος τους. «Είναι… είναι εκεί πάνω…» «Θα ανέβουμε να δούμε τι έχει συμβεί». Ο άντρας έκανε μια κίνηση να τους ακολουθήσει, αλλά ο Πάτρικ τον σταμάτησε. «Πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερα, αν περιμένατε εδώ. Θα

έρθουν σε λίγο νοσηλευτές να σας φροντίσουν. Η Πάουλα θα μείνει μαζί σας προς το παρόν». Ο Πάτρικ έκανε νόημα στην Πάουλα, η οποία τράβηξε απαλά το ζευγάρι στην άκρη. Έπειτα ο Πάτρικ μπήκε στην είσοδο και ανέβηκε στον δεύτερο όροφο, όπου είδε μια πόρτα διαμερίσματος ορθάνοιχτη. Δεν χρειάστηκε να μπει μέσα για να διαπιστώσει ότι ο άντρας που κειτόταν μπρούμυτα στο δάπεδο του χολ ήταν νεκρός. Στο πίσω μέρος του κεφαλιού του φαινόταν μια μεγάλη τρύπα. Αίμα και εγκεφαλική ουσία είχαν πιτσιλίσει το πάτωμα και τους τοίχους και είχαν πήξει εδώ προ πολλού. Εδώ είχε λοιπόν μια σκηνή εγκλήματος και δεν είχε νόημα να κάνει οτιδήποτε πριν εξετάσουν τον χώρο ο Τούρμπγιερν Ρουντ και οι άντρες της Σήμανσης. Μπορούσε κάλλιστα να πάει ξανά κάτω και να μιλήσει με τους γονείς του νεκρού. Όταν κατέβηκε κάτω ξανά, ο Πάτρικ πήγε βιαστικά στο ζευγάρι, το οποίο στεκόταν μαζί με την Πάουλα και μιλούσαν με το πλήρωμα του ασθενοφόρου που είχε ήδη φτάσει. Η γυναίκα είχε μια κουβέρτα στους ώμους και έκλαιγε ακόμη με λυγμούς που την τράνταζαν ολόκληρη. Ο Πάτρικ αποφάσισε ν’ αρχίσει από τον άντρα, που φαινόταν πιο ήρεμος, παρόλο που έκλαιγε κι αυτός. «Χρειαζόμαστε εμείς εκεί πάνω;» ρώτησε ένας από τους άντρες του ασθενοφόρου και έγνεψε προς το κτίριο.

Ο Πάτρικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, όχι ακόμη. Έρχεται η Σήμανση». Έμειναν σιωπηλοί για λίγο. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το σπαραξικάρδιο κλάμα της γυναίκας. Ο Πάτρικ πλησίασε τον άντρα της. «Μπορούμε να μιλήσουμε λίγο;» «Θέλουμε να σας βοηθήσουμε σε ό,τι μπορούμε. Απλώς δεν καταλαβαίνουμε ποιος–» Η φωνή του άντρα έσπασε, αλλά ακολούθησε τον Πάτρικ μέχρι το περιπολικό, αφού έριξε πρώτα μια ματιά στη γυναίκα του. Εκείνη δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τίποτε απ’ όσα συνέβαιναν γύρω της. Κάθισαν στο πίσω κάθισμα. «Στην πόρτα γράφει “Ματς Σβερίν”. Είναι ο γιος σας;» «Ναι. Αν και εμείς τον φωνάζαμε Μάτε». «Κι εσύ πώς λέγεσαι;» – Ο Πάτρικ έγραφε σ’ ένα σημειωματάριο όσο μιλούσε. «Γκούναρ Σβερίν. Η γυναίκα μου λέγεται Σίγκνε. Αλλά γιατί–» Ο Πάτρικ έβαλε το χέρι στο μπράτσο του, για να τον καθησυχάσει. «Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να πιάσουμε αυτόν που το έκανε. Πιστεύεις ότι μπορείς ν’ απαντήσεις σε

μερικές ερωτήσεις;» Ο Γκούναρ έγνεψε καταφατικά. «Πότε συναντήσατε τον γιο σας τελευταία;» «Την Πέμπτη το βράδυ. Ήταν στο σπίτι μας για φαγητό. Έρχεται πολλές φορές και τρώει από τότε που επέστρεψε στη Φιελμπάκα». «Τι ώρα έφυγε από εσάς την Πέμπτη;» «Έφυγε με το αυτοκίνητο για το σπίτι του μετά τις εννιά, νομίζω». «Μιλήσατε καθόλου μετά; Τηλεφωνηθήκατε ή κάτι τέτοιο;» «Όχι, τίποτα. Η Σίγκνε είναι πολύ ανήσυχος τύπος γενικώς, και του τηλεφωνούσε όλο το Σαββατοκύριακο, αλλά εκείνος δεν απαντούσε κι εγώ… κι εγώ της είπα ότι ήταν ενοχλητική, ότι έπρεπε ν’ αφήσει το παιδί στην ησυχία του». Τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα και τα σκούπισε ντροπιασμένος με το μανίκι. «Δηλαδή δεν απαντούσε κανείς από το σπίτι του γιου σας; Ούτε στο κινητό του απαντούσε;» «Όχι, έβγαινε συνέχεια ο αυτόματος τηλεφωνητής». «Ήταν ασυνήθιστο αυτό;» «Ναι, έτσι νομίζω. Η Σίγκνε τού τηλεφωνεί πολύ συχνά μερικές φορές, αλλά ο Μάτε είχε υπομονή αγίου».

Ο Γκούναρ πέρασε ξανά το μανίκι από τα μάτια του. «Γι’ αυτό ήρθατε εδώ σήμερα;» «Και ναι και όχι. Η Σίγκνε είχε τρελαθεί από την ανησυχία της. Κι εγώ, για να λέμε την αλήθεια, έστω κι αν δεν ήθελα να το δείξω. Κι όταν τηλεφώνησαν από τον δήμο και είπαν ότι ο Μάτε δεν είχε εμφανιστεί στη δουλειά… Ξέρεις, δεν ήταν κάτι που συνήθιζε. Ήταν πάντα συνεπής με το ωράριό του και τα της δουλειάς του. Από μένα το πήρε αυτό». «Τι δουλειά έκανε στον δήμο;» «Ήταν υπεύθυνος οικονομικών εδώ και δύο μήνες. Από τότε που επέστρεψε στη Φιελμπάκα δηλαδή. Ήταν τυχερός που είχε βρει τέτοια δουλειά. Μια που δεν υπάρχουν και τόσες δουλειές εδώ για οικονομολόγους». «Και πώς πήρε την απόφαση να επιστρέψει στη Φιελμπάκα; Πού έμενε πριν;» «Στο Γέτεμποργ» είπε ο Γκούναρ, απαντώντας πρώτα στη δεύτερη ερώτηση. «Δεν ξέρουμε πραγματικά πώς και αποφάσισε να μετακομίσει ξανά εδώ. Αλλά του είχε τύχει κάτι άσχημο πριν έρθει εδώ, τον είχαν χτυπήσει, κάποια συμμορία στην πόλη, και έμεινε μερικές εβδομάδες στο νοσοκομείο. Κάτι τέτοια σε κάνουν να σκεφτείς. Εν πάση περιπτώσει, επέστρεψε στη γενέτειρά του κι εμείς χαρήκαμε πολύ γι’ αυτό. Ιδιαίτερα η Σίγκνε, φυσικά. Ήταν πανευτυχής».

«Ξέρουμε ποιοι τον χτύπησαν;» «Όχι, η αστυνομία δεν τους βρήκε ποτέ. Ο Μάτε δεν τους ήξερε αυτούς που τον χτύπησαν – και δεν θα μπορούσε να τους αναγνωρίσει εκ των υστέρων. Αλλά έφαγε γερό ξύλο. Όταν πήγαμε με τη Σίγκνε να τον δούμε στο νοσοκομείο, τρομάξαμε να τον αναγνωρίσουμε». «Μμμ…» έκανε ο Πάτρικ. Σημείωσε ένα θαυμαστικό δίπλα στη σημείωση για τον ξυλοδαρμό. Αυτό έπρεπε να το ψάξει σύντομα. Έπρεπε να έρθει σε επαφή με τους συναδέλφους στο Γέτεμποργ. «Δεν ξέρετε δηλαδή κανέναν που θα ήθελε το κακό του Μάτε; Κάποιον ή κάποιους με τους οποίους είχε ανοιχτούς λογαριασμούς;» Ο Γκούναρ κούνησε έντονα το κεφάλι του. «Ο Μάτε δεν είχε ανοιχτούς λογαριασμούς με κανέναν σε όλη του τη ζωή. Όλοι τον αγαπούσαν. Κι αυτός τα είχε καλά με όλους». «Και στη νέα του δουλειά πώς τα πήγαινε;» «Νομίζω ότι του άρεσε η δουλειά του. Κάτι φαινόταν να τον απασχολεί όταν συναντηθήκαμε την Πέμπτη, αλλά αυτή ήταν απλώς μια εντύπωση που αποκόμισα εγώ. Ίσως να είχε πολλή δουλειά. Εν πάση περιπτώσει, δεν ανέφερε ότι είχε μαλώσει με κάποιον. Ο Έρλινγκ είναι λίγο ιδιαίτερος, απ’ ό,τι έχω καταλάβει, αλλά ο Μάτε είπε ότι ο Έρλινγκ ήταν αρκετά

ακίνδυνος και ότι ήξερε πώς να τον χειριστεί». «Και η ζωή του στο Γέτεμποργ; Είχατε καμιά ιδέα τι γινόταν εκεί; Σχετικά με φίλους, φίλες, σχέσεις, συναδέλφους;» «Όχι, δεν μπορώ να πω ότι ξέραμε κάτι από αυτά. Ο Μάτε δεν μιλούσε ιδιαίτερα για τέτοια πράγματα. Η Σίγκνε προσπαθούσε να τον ψαρέψει καμιά φορά σχετικά με το τι συνέβαινε στην προσωπική του ζωή, με κοπέλες και τα σχετικά. Αλλά εκείνος δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα συγκεκριμένος. Πριν από μερικά χρόνια ίσως να ακούγαμε καμιά κουβέντα για φίλους και τα παρόμοια, αλλά ύστερα, όταν άρχισε εκείνη την τελευταία δουλειά στο Γέτεμποργ, φαινόταν όλο και πιο αποτραβηγμένος από κάθε κοινωνικό συμβάν και απολύτως αφοσιωμένος στη δουλειά. Μπορούσε να απορροφηθεί εντελώς από τη δουλειά ο Μάτε μας». «Πώς ήταν από τότε που ήρθε στη Φιελμπάκα; Άρχισε να κάνει παρέα με παλιούς φίλους εδώ;» Ο Γκούναρ κούνησε πάλι αρνητικά το κεφάλι του. «Μπα, δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται για τέτοια. Βέβαια, δεν μένουν πια και πολλοί από τους παλιούς του φίλους εδώ στη Φιελμπάκα. Οι περισσότεροι έχουν μετακομίσει. Αλλά έδινε την εντύπωση ότι ήθελε, ως επί το πλείστον, να μένει κλεισμένος στον εαυτό του. Η Σίγκνε ανησυχούσε γι’ αυτό».

«Ούτε φιλενάδα είχε, κάπου;» «Δεν νομίζω. Αλλά εδώ που τα λέμε, δεν τα ξέραμε όλα». «Δεν έφερε ποτέ καμία μαζί του που να συναντήσατε κι εσείς;» έκανε ο Πάτρικ έκπληκτος. Μα πόσων χρόνων ήταν ο Μάτε; Ο Πάτρικ ρωτούσε και ο Γκούναρ απαντούσε. Άντε να είναι όμοια με την Ερίκα, σκέφτηκε ο Πάτρικ. «Όχι, ειλικρινά. Αλλά αυτό δεν χρειάζεται να σημαίνει καλά και σώνει ότι δεν είχε καμία» πρόσθεσε ο Γκούναρ σαν να είχε ακούσει τη σκέψη του Πάτρικ. «Εντάξει. Αν σκεφτείτε κάτι άλλο, μπορείς να μου τηλεφωνήσεις σε αυτόν εδώ τον αριθμό». Ο Πάτρικ τού έδωσε την κάρτα του. «Οτιδήποτε κι αν θυμηθείτε, σημαντικό ή ασήμαντο. Θα χρειαστεί να μιλήσουμε και με τη σύζυγό σου. Και θα μιλήσουμε πάλι μαζί. Ελπίζω να συμφωνείς». «Ναι» έκανε ο Γκούναρ και πήρε την κάρτα. «Βέβαια». Κοίταξε έξω από το παράθυρο τη Σίγκνε, που φαινόταν να έχει σταματήσει τα κλάματα. Πιθανώς να της είχαν δώσει κάποιο ηρεμιστικό από το ασθενοφόρο. «Τα συλλυπητήριά μου» είπε ο Πάτρικ. Έπειτα έπεσε βαριά σαν κουρτίνα η σιωπή ανάμεσά τους. Δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο να πουν. Τη στιγμή που έβγαιναν από το περιπολικό, το όχημα που μετέφερε τον Τούρμπγιερν Ρουντ και τους άντρες της

Σήμανσης έστριβε και έμπαινε στο πάρκινγκ. Τώρα θα άρχιζε η κοπιαστική δουλειά της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων.

Εκ των υστέρων, της ήταν δύσκολο να καταλάβει πώς δεν είχε αντιληφθεί τι σόι τύπος ήταν ο Φρέντρικ. Αλλά μπορεί να μην ήταν και τόσο εύκολο. Γιατί ο Φρέντρικ επιδείκνυε μια λουστραρισμένη επιφάνεια του εαυτού του και την είχε φλερτάρει μ’ έναν τρόπο που δεν περίμενε ποτέ της από κανέναν. Στην αρχή γελούσε μαζί του, αλλά εκείνος είχε, αρκετά σύντομα, εντείνει προσπάθειες και κόπους σε τέτοιο βαθμό ώστε κατάφερε να την πείσει. Την καλομάθαινε, την πήγαινε ταξίδια στο εξωτερικό, όπου έμεναν σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων, την κερνούσε σαμπάνια και της έστελνε τόσα λουλούδια που δεν χωρούσαν πλέον στο διαμέρισμά της. Της άξιζε κάθε πολυτέλεια, έλεγε εκείνος. Κι εκείνη τον πίστεψε. Ήταν λες κι εκείνος μιλούσε σε κάτι μέσα της που υπήρχε πάντα εκεί. Σε μια ανασφάλεια και σε μια επιθυμία να ακούει ότι ήταν ιδιαίτερη, ότι άξιζε περισσότερα από τους άλλους. Από πού προέρχονταν όμως όλα εκείνα τα χρήματα που ξόδευε; Η Νάταλι δεν θυμόταν να είχε κάνει ποτέ της αυτή την ερώτηση. Ο αέρας είχε δυναμώσει, αλλά εκείνη καθόταν ακόμη στο

παγκάκι στη μεσημβρινή πλευρά του σπιτιού. Ο καφές είχε προλάβει να κρυώσει, αλλά εκείνη συνέχιζε να κατεβάζει μερικές γουλιές πού και πού. Τα χέρια της γύρω από την κούπα έτρεμαν. Ένιωθε ακόμη τα πόδια της ασταθή και το στομάχι της αναστατωμένο. Ήξερε ότι έτσι θα ένιωθε για λίγο. Δεν ήταν καμιά πρωτόγνωρη αίσθηση. Είχε αφεθεί να παρασυρθεί αργά στον κόσμο του Φρέντρικ, έναν κόσμο που έβριθε από γλεντοκόπημα, ταξίδια, όμορφους ανθρώπους και όμορφα πράγματα. Ένα υπέροχο σπίτι. Είχε μετακομίσει σχεδόν αμέσως εκεί, πρόθυμα εγκατέλειψε τη μικρή και στενόχωρη γκαρσονιέρα της στη Φάρστα. Πώς να συνέχιζε άλλωστε εκεί, πώς να επέστρεφε εκεί όταν είχε περάσει τόσα μερόνυχτα στην τεράστια βίλα του Φρέντρικ στο Γιούρχολμ, εκεί που όλα ήταν καινούργια και πανάκριβα; Όταν κατάλαβε τελικά τι έκανε ο Φρέντρικ, με ποιον τρόπο κέρδιζε τα λεφτά του, ήταν πολύ αργά. Η ζωή της ήταν συνυφασμένη πλέον με τη δική του. Είχαν κοινούς φίλους, η ίδια είχε βέρα στο χέρι και καμία δουλειά, επειδή ο Φρέντρικ την ήθελε στο σπίτι και να φροντίζει να κυλάει ομαλά η ζωή του. Αλλά η θλιβερή αλήθεια ήταν ότι εκείνη δεν είχε καν αναστατωθεί ιδιαίτερα με όλα αυτά. Είχε ανασηκώσει αδιάφορα τους ώμους με την πεποίθηση ότι εκείνος ανήκε στα ανώτερα στρώματα μιας βρόμικης βιομηχανίας, ότι

βρισκόταν τόσο ψηλά ώστε να μην απειλείται από τον βόρβορο των κατώτερων στρωμάτων. Άσε που ανάμεσα σε όλα αυτά υπήρχε και μια δόση περιπέτειας. Όλα αυτά που διαδραματίζονταν γύρω της της πρόσφεραν την απαραίτητη ποσότητα αδρεναλίνης. Τίποτε από αυτά δεν ήταν φανερό προς τα έξω. Στα χαρτιά ο Φρέντρικ ήταν εισαγωγέας κρασιών, πράγμα που αλήθευε σε κάποιο βαθμό. Η επιχείρησή του είχε κάποια λογικά ετήσια κέρδη, ο ίδιος λάτρευε να ταξιδεύει στην Τοσκάνη, όπου είχε αγοράσει έναν αμπελώνα και σχεδίαζε να βγάλει και κρασί δικής του ετικέτας. Αυτά ήταν τα ωραία που έβλεπαν οι άλλοι απέξω και δεν έμπαιναν στον κόπο να αναρωτηθούν. Μερικές φορές η Νάταλι καθόταν να φάει μαζί με ανθρώπους της αριστοκρατίας και της οικονομικής ελίτ της χώρας και αναρωτιόταν πόσο εύκολο ήταν να τους τουμπάρεις, και πόσο εύκολα έχαφταν όσα τους σερβίριζε ο Φρέντρικ. Αποδέχονταν ότι τα τεράστια χρηματικά ποσά που στροβιλίζονταν γύρω τους προέρχονταν από την εταιρεία εισαγωγών του. Αλλά, βέβαια, επέλεγαν να πιστεύουν αυτό που ήθελαν. Ακριβώς όπως είχε κάνει κι εκείνη. Όλα άλλαξαν εντελώς όταν γεννήθηκε ο Σαμ. Ο Φρέντρικ ήταν που ήθελε να κάνουν παιδί. Απαιτούσε μάλιστα αγόρι. Η ίδια ήταν διστακτική. Ακόμη ντρεπόταν όταν αναθυμόταν

πόσο ανησυχούσε για το πόσο αυτό θα επηρέαζε τη σιλουέτα της, πόσο θα περιόριζε τη δυνατότητά της να κάνει εκείνα τα τρίωρα μεσημεριανά γεύματα με φίλες και να αφιερώνει την ημέρα της σε ψώνια. Αλλά ο Φρέντρικ δεν έκανε με τίποτα πίσω κι έτσι συμφώνησε κι εκείνη, εντελώς απρόθυμα. Την ίδια στιγμή που η μαμή άφησε τον Σαμ στην αγκαλιά της, άλλαξε όλη της η ζωή. Τίποτε από τα υπόλοιπα δεν είχε πια σημασία. Ο Φρέντρικ απέκτησε τον πολυπόθητο γιο του, αλλά ταυτόχρονα πρόσεξε ότι άρχισε να περνάει στο περιθώριο της προσοχής και να χάνει την περίοπτη θέση του. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που ανέχονταν να τους παραμερίζουν από την πρώτη θέση, και η ζήλια του για τον Σαμ εκφραζόταν πλέον με περίεργο τρόπο. Της απαγόρευσε να τον θηλάζει και, παρά τις αντιρρήσεις της, προσέλαβε μια τροφό που θα τον φρόντιζε. Αλλά εκείνη δεν άφησε να την παραμερίσει έτσι. Έβαλε την Ελένα να σιδερώνει και να σκουπίζει, ενώ η ίδια περνούσε τις ώρες της στο παιδικό δωμάτιο με τον Σαμ. Κανένας δεν θα έμπαινε ανάμεσά τους. Όσο κακομαθημένη και ανασφαλής ήταν παλιότερα, τόσο πιο σίγουρη ένιωθε στον νέο της ρόλο ως μητέρα του Σαμ. Αλλά από τη στιγμή που είχαν βάλει τον Σαμ στην αγκαλιά της, από εκείνη την ίδια στιγμή είχε και η ζωή της αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Η βία υπήρχε εκεί και πριν, όταν ο Φρέντρικ έπινε λίγο παραπάνω ή όταν μπούκωνε τα

ρουθούνια του και την άκουγε στραβά. Της προκαλούσε μερικούς μώλωπες που πονούσαν μερικές μέρες και της μάτωνε τη μύτη. Τέτοια πράγματα, τίποτα χειρότερο. Μετά τον Σαμ όμως η ζωή της είχε γίνει κόλαση. Ο αέρας και οι θύμησες έκαναν τα μάτια της να δακρύσουν. Τα χέρια της έτρεμαν τώρα, τόσο που έχυσε λίγο καφέ στο παντελόνι της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, για να φύγουν τα δάκρυα και οι εικόνες. Το αίμα. Υπήρξε πολύ αίμα. Οι αναμνήσεις έρχονταν κι έπεφταν η μία πάνω στην άλλη, σαν δύο αρνητικά που αναμειγνύονταν σε ένα. Αυτό της προκαλούσε σύγχυση. Την τρόμαζε. Η Νάταλι σηκώθηκε απότομα. Ένιωσε την ανάγκη να πάει κοντά στον Σαμ. Χρειαζόταν τον Σαμ.

«Ναι, είναι όντως μέρα θλίψης». Ο Έρλινγκ στεκόταν στην κορυφή του μεγάλου τραπεζιού της αίθουσας συσκέψεων και κοιτούσε τους συνεργάτες του με σοβαρό βλέμμα. «Μα πώς έγινε;» Η γραμματέας του, η Γκουνίλα Σελίν, φύσηξε τη μύτη της σ’ ένα μαντίλι. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. «Δεν έμαθα και πολλά από τον αστυνομικό που

τηλεφώνησε, αλλά, απ’ ό,τι κατάλαβα, ο Ματς έπεσε θύμα εγκληματικής ενέργειας». «Τον χτύπησε κάποιος μέχρι θανάτου;» Ο Ούνο Μπρούρσον έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Το φανελένιο καρό πουκάμισό του είχε ως συνήθως τα μανίκια μαζεμένα μέχρι τους αγκώνες. «Όπως είπα, δεν γνωρίζω τόσο πολλά ακόμη, αλλά υπολογίζω ότι η αστυνομία θα μας δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες». «Και πώς επηρεάζει αυτό το έργο μας;» – Ο Ούνο τράβηξε λίγο το μουστάκι του, όπως έκανε πάντα όταν ήταν ταραγμένος. «Δεν το επηρεάζει καθόλου. Αυτό το δηλώνω εδώ και τώρα και ενώπιος ενωπίοις. Ο Μάτε είχε δουλέψει πολλές ώρες με το Σχέδιο Μπάντις και θα ήταν ο πρώτος που θα έλεγε ότι πρέπει να συνεχίσουμε. Όλα θα συνεχιστούν ακριβώς όπως τα σχεδιάσαμε και εγώ ο ίδιος θα αναλάβω το θέμα των οικονομικών μέχρι να βρούμε αντικαταστάτη του Ματς». «Μα πώς μπορείτε να μιλάτε ήδη για αντικαταστάτη;» έκανε με ηχηρούς λυγμούς η Γκουνίλα. «Έλα τώρα, Γκουνίλα». Ο Έρλινγκ δεν ήξερε ακριβώς πώς έπρεπε να χειριστεί αυτό το συναισθηματικό ξέσπασμα, το οποίο ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες ήταν εξαιρετικά

ανοίκειο. «Έχουμε μια ευθύνη απέναντι στον δήμο, απέναντι στους δημότες και σε όλους εκείνους που κατέθεσαν την ψυχή τους, όχι μόνο σε αυτό εδώ το έργο αλλά και σε όλα όσα κάνουμε προκειμένου να κάνουμε τούτο τον δήμο να πάρει τα πάνω του και να αναδειχθεί». Έκανε μια παύση – έκπληκτος και ο ίδιος για την ικανοποιητική διατύπωση– πριν συνεχίσει: «Όσο τραγικό κι αν είναι που έσβησε πριν της ώρας του το καντήλι ενός τόσο νέου ανθρώπου, εμείς δεν μπορούμε να σταματήσουμε. The show must go on, όπως λένε στο Χόλιγουντ». Είχε πέσει απόλυτη σιωπή τώρα στην αίθουσα συσκέψεων, και η τελευταία φράση είχε ακουστεί τόσο καλή ώστε ο Έρλινγκ αναγκάστηκε να την πει ξανά. Ίσιωσε την πλάτη του, πρότεινε το στήθος του και επανέλαβε με την έντονη προφορά ενός κατοίκου της δυτικής Σουηδίας: «The show must go on, people. The show must go on».

Κάθονταν αμήχανοι στο τραπέζι της κουζίνας, ο ένας απέναντι στον άλλο. Έτσι κάθονταν από την ώρα που οι ευγενικοί αστυνομικοί τούς είχαν φέρει στο σπίτι. Ο Γκούναρ θα προτιμούσε να είχαν γυρίσει με το δικό του αυτοκίνητο, αλλά οι αστυνομικοί είχαν επιμείνει να τους φέρουν εκείνοι.

Τώρα το αυτοκίνητο είχε μείνει στο πάρκινγκ και θα ήταν αναγκασμένος να πάει με τα πόδια να το πάρει. Αλλά βέβαια, θα μπορούσε ταυτόχρονα να μπει και να ρίξει μια ματιά στο… Ο Γκούναρ πήρε μια απότομη ανάσα. Πώς ήταν δυνατόν να ξεχνάει τόσο γρήγορα, πώς ήταν δυνατόν να ξεχνάει, έστω και για μια στιγμή, ότι ο Μάτε ήταν νεκρός; Τον είχαν δει σωριασμένο μπρούμυτα στη ριγέ κουρελού που είχε υφάνει η Σίγκνε. Μπρούμυτα, με μια τρύπα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Πώς μπορούσε να ξεχνάει το αίμα; «Να βάλω λίγο καφέ ακόμα;» Ένιωσε την ανάγκη να πει κάτι, για να σπάσει τη σιωπή. Το μόνο που άκουγε ήταν οι χτύποι της καρδιάς του – και μπορούσε να κάνει τα πάντα για να αποφύγει ν’ ακούει όλους εκείνους τους σταθερούς χτύπους που τον ανάγκαζαν να νιώθει ζωντανός και να συνεχίζει να παίρνει τη μια ανάσα μετά την άλλη τη στιγμή που ο γιος του ήταν νεκρός. «Θα κάνω έναν καφέ ακόμα». Σηκώθηκε, παρόλο που δεν είχε πάρει απάντηση από τη Σίγκνε. Τα ηρεμιστικά που της είχαν δώσει συνέχιζαν να ενεργούν κι εκείνη καθόταν εντελώς ακίνητη, με βλέμμα απλανές και με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο πλαστικό τραπεζομάντιλο. Εκείνος κινήθηκε μηχανικά. Έβαλε το φίλτρο, γέμισε το δοχείο νερό, άνοιξε το κουτί με τον καφέ, μέτρησε τις

κουταλιές και πάτησε το κουμπί. Η καφετιέρα άρχισε αμέσως να φυσάει και να γουργουρίζει. «Θέλεις κάτι με τον καφέ; Ένα κομμάτι από το κέικ σου;» Η φωνή του ακουγόταν περίεργα κανονική. Πήγε στο ψυγείο κι έβγαλε ό,τι είχε απομείνει από το κέικ που είχε φτιάξει η Σίγκνε την προηγούμενη μέρα. Αφαίρεσε με προσοχή το σελοφάν, τοποθέτησε το κομμάτι στη σανίδα κοπής κι έκοψε δύο μεγάλες φέτες. Τις έβαλε σε πιάτα και άφησε τη μία μπροστά στη Σίγκνε και την άλλη μπροστά του. Εκείνη δεν αντέδρασε, αλλά ο Γκούναρ δεν είχε διάθεση να ασχοληθεί με αυτό τώρα. Άκουγε μόνο τους χτύπους στο στήθος του, ενώ ο ήχος που έκανε το πιρούνι στην πορσελάνη και το γουργουρητό της καφετιέρας ήταν τα μόνα που υπερίσχυαν των χτύπων της καρδιάς του για λίγο. Όταν ο καφές ήταν πλέον στην κανάτα, άπλωσε το χέρι του, για να κατεβάσει δύο φλιτζάνια. Η δύναμη της συνήθειας γινόταν όλο και μεγαλύτερη με τα χρόνια, και είχαν και οι δύο τα αγαπημένα τους φλιτζάνια του καφέ. Η Σίγκνε έπινε πάντα καφέ σ’ εκείνο το λεπτό, κάτασπρο φλιτζάνι με τα τριαντάφυλλα γύρω από το χείλος του, ενώ ο ίδιος προτιμούσε τη χοντρή, κεραμική κούπα που είχαν αγοράσει σε μια εκδρομή με λεωφορείο στην Γκρένα. Καφές χωρίς γάλα και έναν κύβο ζάχαρη για τον ίδιο, καφές με γάλα

και δύο κύβους ζάχαρη για τη Σίγκνε. «Ορίστε» είπε και τοποθέτησε το φλιτζάνι δίπλα από το πιάτο με το κέικ. Εκείνη δεν κουνήθηκε. Ο καφές τον έκαψε στον λαιμό όταν ήπιε μια πρώτη, μεγάλη γουλιά, και άρχισε να βήχει μέχρι που το κάψιμο υποχώρησε. Πήρε μια μπουκιά κέικ, αλλά του φάνηκε σαν να μεγάλωσε η μπουκιά μέσα στο στόμα του και ότι μετατράπηκε σ’ έναν μεγάλο σβόλο από ζάχαρη, αυγά και αλεύρι. Στο τέλος τού ανέβηκε η χολή στον λαιμό και κατάλαβε πως ήταν ώρα να βγάλει εκείνο τον σβόλο που μεγάλωνε ασταμάτητα. Ο Γκούναρ πέρασε βιαστικά δίπλα από τη Σίγκνε, πήγε στην τουαλέτα του χολ, έπεσε στα γόνατα, με το κεφάλι πάνω από τη λεκάνη. Είδε καφέ, ψίχουλα κέικ και χολή να κυλούν στο νερό, το οποίο ήταν πάντα πράσινο από το υγρό καθαρισμού που η Σίγκνε επέμενε να κρεμάει στη μέσα μεριά του χείλους της λεκάνης. Όταν το στομάχι του άδειασε εντελώς, άκουσε τον ήχο της καρδιάς του. Ντούκου, ντούκου, ντούκου. Έσκυψε μπροστά και ξέρασε ξανά. Έξω στην κουζίνα, ο καφές στο άσπρο φλιτζάνι της Σίγκνε με τα τριαντάφυλλα κρύωνε.

Είχε κιόλας βραδιάσει πριν τελειώσουν μέσα και γύρω από το διαμέρισμα του Ματς Σβερίν. Έξω είχε ακόμη φως, αλλά οι δραστηριότητες είχαν αρχίσει να σταματούν και είχε μειωθεί ο αριθμός των ανθρώπων που περνούσαν από εκεί. «Μόλις έφτασε» ανέφερε ο Τούρμπγιερν Ρουντ. Ο τεχνικός της Σήμανσης έδειχνε κουρασμένος όταν πλησίασε τον Πάτρικ με το κινητό στο χέρι. Ο Πάτρικ είχε συνεργαστεί με τον Τούρμπγιερν και την ομάδα του σε πολλές υποθέσεις φόνων και έτρεφε μεγάλο σεβασμό για τον άντρα με τα γκρίζα γένια. «Πότε νομίζεις ότι θα τελειώσουν με τη νεκροψία;» Ο Πάτρικ έτριψε τη μύτη του. Είχε κι αυτός αρχίσει να νιώθει την κούραση μιας πολύ μεγάλης μέρας. «Να ρωτήσεις τον Πέντερσεν γι’ αυτό. Δεν ξέρω». «Ποια είναι η πρώτη σου εκτίμηση;» Ο Πάτρικ ανατρίχιαζε από τον άνεμο που φυσούσε εκεί στον μικρό χλοοτάπητα μπροστά από την πολυκατοικία. Τυλίχτηκε πιο σφιχτά στο τζάκετ του. «Απ’ ό,τι μπορώ να δω, δεν είναι και τόσο περίπλοκα τα πράγματα. Πυροβολισμός στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ένας πυροβολισμός που επέφερε ακαριαίο θάνατο. Η σφαίρα είναι ακόμη μέσα στο κεφάλι. Ο κάλυκας που βρήκαμε δείχνει ότι πρόκειται για σφαίρα των εννιά χιλιοστών». «Ίχνη στο διαμέρισμα;»

«Πήραμε δακτυλικά αποτυπώματα από παντού και επίσης μερικά δείγματα ινών. Αν βρούμε κάποιον ύποπτο, θα έχουμε κάτι να συγκρίνουμε». «Με την προϋπόθεση ότι είναι ο ύποπτος εκείνος που άφησε αποτυπώματα ή ίνες πίσω του» αντέτεινε ο Πάτρικ. Καλή η τεχνική εξέταση της σκηνής του εγκλήματος, αλλά ο ίδιος ήξερε από την πείρα του ότι απαιτούνταν επίσης αρκετή τύχη για να μπορέσεις να εξιχνιάσεις έναν φόνο. Οι άνθρωποι πήγαιναν κι έρχονταν παντού – και κάλλιστα αυτοί που άφηναν ίχνη πίσω τους θα μπορούσαν να είναι συγγενείς ή φίλοι του θύματος. Αν ο δολοφόνος βρισκόταν ανάμεσά τους, το πρόβλημα ήταν διαφορετικό, γιατί τότε έπρεπε να συνδέσουν τον δράστη με τον τόπο του εγκλήματος. «Δεν είναι λίγο νωρίς να σε πιάνει η απαισιοδοξία;» είπε ο Τούρμπγιερν σκουντώντας τον Πάτρικ στα πλευρά. «Ναι, συγγνώμη». Ο Πάτρικ γέλασε. «Μάλλον έχω αρχίσει να κουράζομαι». «Δεν το παρακάνεις, έτσι; Έμαθα ότι έπαθες γερό στραπάτσο με την υγεία σου. Κάτι τέτοια δεν φεύγουν αμέσως». «Δεν μου αρέσει η έκφραση “έπαθα στραπάτσο”» μουρμούρισε ο Πάτρικ. «Αλλά έχεις δίκιο, πήρα μια προειδοποίηση».

«Καλώς. Δεν είσαι δα και γέροντας – και ελπίζω ότι θα δουλεύεις πολλά χρόνια ακόμη στην αστυνομία». «Τι έχεις να πεις για όλα αυτά που συλλέξατε;» έκανε ο Πάτρικ σε μια προσπάθεια ν’ αλλάξει κουβέντα – ο πόνος στο στήθος ήταν ακόμη πολύ νωπός στη μνήμη του. «Όπως είπαμε, έχουμε κάτι λίγα. Όλα θα σταλούν στο Κρατικό Εγκληματολογικό Εργαστήριο τώρα, κι όπως γνωρίζεις, αυτό θα πάρει λίγο καιρό. Αλλά μου χρωστούν κάποιες χάρες, οπότε με λίγη τύχη θα το επισπεύσω». «Και θα σου είμαστε, φυσικά, ευγνώμονες, αν μας φέρεις γρηγορότερα τα αποτελέσματα». Ο Πάτρικ κρύωνε ακόμη. Έκανε πολύ κρύο για Ιούνιο μήνα και ο καιρός δεν ήταν να τον εμπιστεύεσαι. Νόμιζες τώρα ότι ήταν αρχή της άνοιξης, αλλά τις προάλλες είχε τέτοια ζέστη που είχαν καθίσει με την Ερίκα έξω στον κήπο με τα κοντομάνικα. «Εσείς; Έχετε τίποτα στα χέρια σας; Άκουσε ή είδε κανείς κάτι;» έγνεψε ο Τούρμπγιερν προς τα σπίτια γύρω τους. «Χτυπήσαμε κάθε πόρτα, αλλά δεν βγάλαμε τίποτα μέχρι στιγμής. Ένας από τους γείτονες νομίζει πως άκουσε κάποιον ήχο ξημερώματα Σαββάτου, μόνο που κοιμόταν και τον ξύπνησε ο ήχος, οπότε δεν μπορεί να πει σίγουρα τι είδους ήχος ήταν. Πέρα από αυτό τίποτα. Ο Ματς Σβερίν φαίνεται πως ήταν κλειστός τύπος, εδώ στο σπίτι τουλάχιστον. Κανένας δεν φαίνεται να τον γνωρίζει, απλώς τον

χαιρετούσαν στις σκάλες. Αλλά μια που μεγάλωσε εδώ στη Φιελμπάκα και οι γονείς του ζουν ακόμη εδώ, οι περισσότεροι ήξεραν ποιος ήταν. Ήξεραν ότι δούλευε στον δήμο και τα λοιπά». «Ναι, φαίνεται πως το κουτσομπολιό λειτουργεί καλά εδώ στη Φιελμπάκα» είπε ο Τούρμπγιερν. «Με λίγη τύχη ίσως να σας βοηθήσει κι αυτό, έτσι δεν είναι;» «Σίγουρα. Προσώρας πάντως φαίνεται πως το θύμα διήγε βίο ερημίτη, αλλά αύριο θα τα ελέγξουμε όλα καλύτερα». «Πήγαινε σπίτι να ξεκουραστείς τώρα» είπε ο Τούρμπγιερν χτυπώντας τον Πάτρικ φιλικά και αποφασιστικά στην πλάτη. «Ναι, ευχαριστώ, θα πάω» είπε ο Πάτρικ χωρίς να το εννοεί. Είχε ήδη τηλεφωνήσει στην Ερίκα και της είχε πει ότι θ’ αργούσε. Έπρεπε να καταστρώσουν τη στρατηγική τους ήδη απόψε. Και αφού κοιμούνταν κάνα δυο ώρες, θα έπιαναν ξανά δουλειά. Ήξερε ότι έπρεπε να είχε βάλει μυαλό ύστερα απ’ όσα είχε περάσει. Αλλά η δουλειά είχε απόλυτη προτεραιότητα. Ήταν στη φύση του αυτό το πράγμα.

Η Ερίκα είχε καρφώσει το βλέμμα της στο τζάκι. Είχε προσπαθήσει να μην ακουστεί ανήσυχη όταν της τηλεφώνησε ο Πάτρικ. Είχε όντως αρχίσει να δείχνει

καλύτερα, είχε περισσότερη ενέργεια μέσα του και το πρόσωπό του είχε αρχίσει να ανακτά το χρώμα του. Φυσικά καταλάβαινε ότι έπρεπε να μείνει και να δουλέψει, αλλά της είχε υποσχεθεί να ηρεμήσει και τώρα φαινόταν πως το είχε ξεχάσει. Αναρωτιόταν ποιος να ήταν ο νεκρός. Ο Πάτρικ δεν θέλησε να της πει τίποτα στο τηλέφωνο, απλώς της ανέφερε ότι είχε βρεθεί ένας άντρας νεκρός στη Φιελμπάκα. Την έτρωγε η περιέργεια να μάθει, κάτι που ίσως να είχε σχέση με τη δουλειά που έκανε. Ως συγγραφέας ήταν περίεργη για ανθρώπους και συμβάντα. Αλλά σύντομα θα μάθαινε τι ακριβώς είχε συμβεί. Ακόμα κι αν δεν της το έλεγε ο Πάτρικ, οι λεπτομέρειες θα κυκλοφορούσαν σύντομα από στόμα σε στόμα. Αυτό ήταν το πλεονέκτημα και το μειονέκτημα του να μένεις στη Φιελμπάκα. Τα μάτια της γέμιζαν ακόμη δάκρυα σαν σκεφτόταν τη μεγάλη υποστήριξη που είχαν μετά το δυστύχημα. Όλοι είχαν βοηθήσει, τόσο οι στενοί φίλοι όσο και οι απλοί γνωστοί. Τους είχαν βοηθήσει με το να κρατούν τη Μάγια και να προσέχουν το σπίτι, τους έφερναν φαγητό και το άφηναν έξω στα σκαλιά του σπιτιού αμέσως μόλις είχαν επιστρέψει – επιτέλους– από το νοσοκομείο. Και στο νοσοκομείο τούς είχαν πνίξει στις καρτ ποστάλ, τις ανθοδέσμες, τις σοκολάτες και τα παιχνίδια για τα παιδιά. Όλα από τους ανθρώπους της

Φιελμπάκα. Έτσι ήταν. Στη Φιελμπάκα στήριζαν ο ένας τον άλλο. Αλλά ειδικά απόψε ένιωθε μόνη. Η πρώτη της παρόρμηση έπειτα από την τηλεφωνική συνομιλία με τον Πάτρικ ήταν να τηλεφωνήσει στην Άννα. Και πόνεσε η καρδιά της, ως συνήθως, όταν αντιλήφθηκε πως αυτό δεν γινόταν και αναγκάστηκε να αφήσει ξανά το ασύρματο τηλέφωνο στο τραπέζι. Τα παιδιά κοιμούνταν στον πάνω όροφο. Τα ξύλα στο τζάκι τριζοβολούσαν κι έξω έπεφτε αργά το σούρουπο. Τους τελευταίους μήνες ένιωθε πολλές φορές φοβισμένη, αλλά ποτέ μόνη. Μάλλον ήταν πάντα περιτριγυρισμένη από κόσμο. Απόψε όμως επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Όταν άκουσε φωνές από τον πάνω όροφο, σηκώθηκε αμέσως. Στο χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν να ταΐσει τα δίδυμα και να τα βάλει ξανά για ύπνο, δεν θα ήταν τουλάχιστον αναγκασμένη να ανησυχεί για τον Πάτρικ.

«Ήταν κουραστική η μέρα σήμερα, αλλά σκέφτηκα ότι, πριν πάμε σπίτι για ύπνο, θα μπορούσαμε να μείνουμε καμιά ώρα, για να συγκρίνουμε τις σημειώσεις μας και να καταστρώσουμε κάποιο πλάνο».

Ο Πάτρικ κοίταξε γύρω του. Όλοι φαίνονταν κουρασμένοι αλλά συγκεντρωμένοι στη δουλειά τους. Είχαν προ πολλού εγκαταλείψει τη σκέψη να μαζεύονται σε άλλο δωμάτιο πέρα από την κουζίνα, και ο Γιέστα είχε αποδειχτεί ασυνήθιστα εξυπηρετικός, μεριμνώντας να έχουν όλοι από ένα φλιτζάνι καφέ. «Μάρτιν, μπορείς να συνοψίσεις τι βγάλατε από τις ερωτήσεις στους γείτονες;» «Πήγαμε σε όλα τα διαμερίσματα και βρήκαμε όντως τους περισσότερους από τους ενοίκους. Απομένουν μερικά διαμερίσματα στα οποία πρέπει να επιστρέψουμε. Το πιο ενδιαφέρον είναι, φυσικά, αν κάποιος άκουσε κάτι από το διαμέρισμα του Ματς Σβερίν. Φασαρία, θορύβους, πυροβολισμούς. Αποτέλεσμα μηδέν. Ο μόνος που μπορεί να είχε κάτι να μας πει ήταν ο γείτονας από το διπλανό διαμέρισμα. Λεάντερσον τον λένε. Ξύπνησε ξημερώματα Σαββάτου από έναν ήχο που θα μπορούσε να είναι πυροβολισμός, αλλά θα μπορούσε να είναι και κάτι άλλο. Θυμάται πολύ συγκεχυμένα τον ήχο. Κυρίως θυμάται ότι κάτι τον ξύπνησε». «Κανένας δεν είδε κάποιον να έρχεται και να φεύγει;» ρώτησε ο Μέλμπεργ. Η Άνικα σημείωνε με πυρετώδη ρυθμό όσο οι άλλοι μιλούσαν.

«Κανένας δεν θυμάται να είδε γενικώς κάποιον να τον επισκέπτεται όσον καιρό έμενε στο διαμέρισμα». «Και πόσον καιρό έμενε εκεί;» ρώτησε ο Γιέστα. «Ο πατέρας του είπε ότι είχε μετακομίσει εδώ από το Γέτεμποργ αρκετά πρόσφατα. Αλλά σκέφτηκα να μιλήσω με τους γονείς του αύριο, που θα είναι λίγο πιο ήρεμα τα πράγματα, οπότε θα τους ρωτήσω περισσότερα» είπε ο Πάτρικ. «Τίποτε από τους γείτονες δηλαδή» συμπέρανε ο Μέλμπεργ, μ’ ένα βλέμμα προς τον Μάρτιν σαν να τον θεωρούσε υπεύθυνο γι’ αυτό. «Όχι, όχι πολλά πράγματα» είπε ο Μάρτιν και τον κοίταξε κι αυτός. Ήταν ακόμη ο νεότερος όλων στο τμήμα, αλλά είχε απολέσει εντελώς εκείνο τον τρομακτικό σεβασμό που έτρεφε για τον Μέλμπεργ όταν είχε αρχίσει να δουλεύει εκεί. «Συνεχίζουμε». Ο Πάτρικ ξαναπήρε τον λόγο. «Μίλησα με τον πατέρα, αλλά η μητέρα ήταν πολύ σοκαρισμένη για να μιλήσω και μαζί της. Όπως είπα, σκέφτομαι να πάω αύριο από το σπίτι τους για μια πιο διεξοδική συνομιλία και να δω αν μπορώ να μάθω κάτι περισσότερο. Αλλά σύμφωνα με τον πατέρα του, τον Γκούναρ, ο ίδιος και η γυναίκα του δεν ξέρουν κανέναν που να ήθελε το κακό του παιδιού τους.

Όπως φάνηκε, δεν πρέπει να είχε παρέες από τότε που μετακόμισε εδώ, παρόλο που κατάγεται από εδώ. Θα ήθελα να πάει κάποιος και να μιλήσει με τους συναδέλφους του αύριο. Πάουλα και Γιέστα, μπορείτε να το αναλάβετε;» Εκείνοι κοιτάχτηκαν και έγνεψαν καταφατικά. «Μάρτιν, εσύ συνεχίζεις να κυνηγάς τους γείτονες με τους οποίους δεν έχεις μιλήσει ακόμη. Α, ναι, ο Γκούναρ ανέφερε ότι ο Ματς είχε πέσει θύμα ξυλοδαρμού στο Γέτεμποργ πριν μετακομίσει εδώ, οπότε θα το ψάξω κι αυτό». Στο τέλος ο Πάτρικ στράφηκε στον προϊστάμενό του. Τους είχε γίνει πλέον συνήθειο να φροντίζουν να αμβλύνουν κάθε αρνητική επίπτωση ενδεχόμενης ανάμειξης του Μέλμπεργ σε κάθε έρευνα. «Μπέρτιλ» είπε με σοβαρό ύφος. «Εσύ είσαι απαραίτητος εδώ στο τμήμα ως επικεφαλής. Εσύ είσαι ο καλύτερος στο να χειρίζεσαι θέματα Τύπου – και ποτέ δεν ξέρουμε πότε θα μυριστούν λαβράκι». Ο Μέλμπεργ φάνηκε μεμιάς χαρούμενος εκεί στη γωνιά του. «Βεβαίως, αυτό είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Έχω μια πολύ καλή σχέση με τον Τύπο και μεγάλη πείρα στον χειρισμό του». «Έξοχα» είπε ο Πάτρικ δίχως ίχνος ειρωνείας στη φωνή του. «Τότε έχουμε όλοι κάτι με το οποίο μπορούμε να

αρχίσουμε αύριο. Άνικα, εσύ θα αναλαμβάνεις δουλειά κάθε φορά που θα χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου για τυχόν πληροφορίες». «Εδώ θα είμαι» είπε η Άνικα και έκλεισε το σημειωματάριό της. «Καλώς. Ας πάμε τώρα στα σπίτια μας να δούμε τους δικούς μας και να κοιμηθούμε κάνα δίωρο». Μόλις το είπε αυτό ο Πάτρικ, αισθάνθηκε πόσο λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ερίκα και στα παιδιά. Η ώρα ήταν περασμένη και ένιωθε πάρα πολύ κουρασμένος. Δέκα λεπτά αργότερα οδηγούσε προς τη Φιελμπάκα.

Φιελμπάκα 1870

Ο Καρλ δεν την είχε αγγίξει ακόμη ως σύζυγος. Η Έμελι είχε μπερδευτεί. Δεν γνώριζε πολλά γι’ αυτό, αλλά ήξερε ότι έπρεπε να γίνονται ορισμένα πράγματα ανάμεσα σε συζύγους, τα οποία δεν είχαν γίνει ακόμη. Ευχόταν να είχε την Έντιτ κοντά της, να μην τα είχε κάνει μαντάρα μαζί της πριν φύγει από το υποστατικό. Γιατί τώρα θα μπορούσε να της μιλήσει για το θέμα της ή θα της έγραφε, τουλάχιστον, και θα της ζητούσε συμβουλές. Μόνο που μια σύζυγος δεν τολμούσε να συζητάει τέτοια με τον άντρα της, έτσι δεν ήταν; Όχι, τέτοια δεν γίνονταν. Αλλά παράξενο ήταν. Η προτινή αγάπη για το Γκρόχουερ είχε επίσης καταλαγιάσει. Ο φθινοπωριάτικος ήλιος είχε αντικατασταθεί από ισχυρούς ανέμους που στέλνανε τη θάλασσα να δέρνει τα βράχια. Τα λουλούδια είχαν μαραθεί και στο παρτέρι είχαν

απομείνει μερικοί μίσχοι θλιμμένοι και γυμνοί. Και ο ουρανός φαινόταν μονίμως γκρίζος. Εκείνη καθόταν, ως επί το πλείστον, μέσα. Γιατί έξω κρύωνε και έτρεμε, όσα ρούχα κι αν έριχνε πάνω της. Αλλά το σπίτι ήταν τόσο μικρό που σου φαινόταν πως οι τοίχοι κινούνταν αργά ο ένας προς τον άλλο. Έπιανε καμιά φορά τον Γιούλιαν να την κοιτάζει με τρόπο άσχημο, αλλά, όταν πήγαινε να του αντιγυρίσει το βλέμμα, εκείνος έστρεφε αλλού το δικό του. Ακόμη δεν της είχε μιλήσει, κι εκείνη δεν καταλάβαινε τι του είχε κάνει και της φερόταν έτσι. Ίσως να του θύμιζε κάποια άλλη γυναίκα που του είχε κάνει κακό. Τουλάχιστον, του άρεσε το φαΐ της. Κι αυτός κι ο Καρλ έτρωγαν με μεγάλη όρεξη – κι αν επιτρεπόταν να το πει και η ίδια, ήταν γεγονός πως ήταν πολύ καλή στο να μαγειρεύει πραγματικές νοστιμιές με ό,τι είχε μπροστά της, το οποίο προσώρας και τον περισσότερο καιρό ήταν σκουμπρί. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν έκαναν μια βόλτα με τη βάρκα καθημερινά, και τις περισσότερες φορές έρχονταν με μεγάλες ποσότητες από ασημόγκριζα ψάρια. Μερικά τα έψηνε φρέσκα και τα σερβίριζε με πατάτες. Τα υπόλοιπα τα έβαζε στο αλάτι για τον χειμώνα, που τα πράγματα θα ήταν δύσκολα, καταπώς αντιλαμβανόταν. Μακάρι να της έλεγε ο Καρλ μια φιλική κουβέντα πού και πού. Αν το έκανε, η ζωή στο νησί θα της φαινόταν

ευκολότερη. Δεν την κοιτούσε ποτέ κατάματα, ούτε ένα χάδι επιδοκιμασίας δεν της χάριζε, έτσι, μια φορά στο τόσο. Ήταν λες κι εκείνη δεν υπήρχε καν, λες κι εκείνος δεν ήξερε καν πως είχε σύζυγο. Τίποτα δεν είχε γίνει όπως το είχε ονειρευτεί, και καμιά φορά αντηχούσαν στο μυαλό της τα προειδοποιητικά λόγια της Έντιτ. Ότι έπρεπε να προσέχει. Η Έμελι απόδιωχνε μεμιάς τέτοιες σκέψεις. Ήταν δύσκολη εδώ πέρα η ζωή, αλλά δεν ήθελε να βαρυγκωμά. Αυτός ο κλήρος τής είχε λάχει κι έπρεπε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε με αυτόν. Αυτό της είχε μάθει η μητέρα της όσο ζούσε – και ήταν μια συμβουλή που σκόπευε να ακολουθήσει. Τίποτα δεν γίνεται ποτέ όπως το περιμένουμε.

Ο Μάρτιν απεχθανόταν να χτυπάει πόρτες. Του θύμιζε την εποχή που ήταν μικρός και αναγκαζόταν να γυροφέρνει και να πουλάει κλήρους, κάλτσες και άλλα ηλίθια πράγματα για να συγκεντρώνει χρήματα για τις σχολικές εκδρομές. Αλλά ήξερε ότι αυτό ήταν μέρος της δουλειάς του. Απέμενε λοιπόν το πέρα δώθε από είσοδο σε είσοδο, από κλιμακοστάσιο σε κλιμακοστάσιο και το χτύπημα από πόρτα σε πόρτα. Ευτυχώς είχαν καλύψει τα περισσότερα διαμερίσματα την προηγούμενη μέρα και κοίταξε τον κατάλογο που είχε στην τσέπη, για να δει ποιους είχε ακόμη. Άρχισε μ’ εκείνο που του φαινόταν πιο ελπιδοφόρο: το δεύτερο από τα δύο διαμερίσματα που βρίσκονταν στον ίδιο όροφο με το διαμέρισμα του Ματς Σβερίν. Στην πόρτα έγραφε «Γκριπ» και ο Μάρτιν κοίταξε το ρολόι του πριν χτυπήσει το κουδούνι. Ήταν μόνον οχτώ, αλλά ήλπιζε να προλάβει τον ένοικο του διαμερίσματος πριν εκείνος ή εκείνη φύγει για τη δουλειά. Όταν δεν απάντησε κανείς στο κουδούνισμα, πήρε βαθιά ανάσα και ξαναπάτησε

το κουδούνι. Το τσιριχτό σινιάλο διαπέρασε τα αυτιά του, αλλά αντίδραση καμία. Μόλις έκανε μεταβολή και είχε πατήσει το πρώτο σκαλοπάτι, άκουσε μια κλειδαριά να ξεκλειδώνει. «Ναι;» – Η φωνή ήταν τραχιά. Ο Μάρτιν γύρισε μεμιάς και πήγε ξανά στην πόρτα. «Από την αστυνομία είμαι. Μάρτιν Μολίν». Με την αλυσίδα ασφαλείας στη θέση της η πόρτα μισάνοιξε και στο άνοιγμα φάνηκε ένα πρόσωπο με μούσι. Και μια κατακόκκινη μύτη. «Τι θέλεις;» Η πληροφορία ότι ήταν από την αστυνομία δεν φαινόταν να είχε κάνει λιγότερο απρόθυμο τον κύριο Γκριπ. «Είχαμε έναν θάνατο στο διαμέρισμα εδώ δίπλα». – Ο Μάρτιν έδειξε προς την πόρτα του Ματς Σβερίν, που ήταν προσεκτικά σφραγισμένη με αστυνομική ταινία. «Ναι, το άκουσα». Το μούσι κουνιόταν στο άνοιγμα της πόρτας. «Και αυτό τι έχει να κάνει μ’ εμένα;» «Μήπως θα μπορούσα να έρθω μέσα για μερικά λεπτά;» – Ο Μάρτιν χρησιμοποίησε τον ευγενικότερο τόνο φωνής που διέθετε. «Γιατί;» «Για να σου κάνω μερικές ερωτήσεις». «Δεν ξέρω τίποτα».

Ο άντρας άρχισε να κλείνει την πόρτα και ο Μάρτιν έβαλε ενστικτωδώς το πόδι του στην πόρτα, για να μην κλείσει. «Είτε θα μιλήσουμε εδώ για λίγο είτε θα χάσεις όλο το πρωί επειδή θα πρέπει να σε πάρω μαζί μου στο τμήμα και να σου κάνω εκεί τις ερωτήσεις». Ο Μάρτιν ήξερε πολύ καλά ότι δεν είχε αρμοδιότητα να σύρει τον Γκριπ στο τμήμα, αλλά υπέθεσε ότι ο άνθρωπος εκείνος δεν το ήξερε. «Έμπα τότε» είπε ο Γκριπ. Η αλυσίδα ασφαλείας βγήκε από τη θέση της και η πόρτα άνοιξε, για να μπει ο Μάρτιν. Κάτι που το μετάνιωσε αμέσως μόλις ένιωσε πόσο έζεχνε εκεί μέσα. «Όχι, όχι, μην τολμήσεις να το σκάσεις, κακομοίρη μου». Ο Μάρτιν πρόλαβε με την άκρη του ματιού του να δει κάτι μαλλιαρό, πριν ορμήσει μπροστά ο γενειοφόρος κι αρπάξει μια γάτα από την ουρά. Η γάτα νιαούρισε διαμαρτυρόμενη, αλλά αφέθηκε να τη σηκώσει το αφεντικό της και να την πάει μέσα στο διαμέρισμα. Με την πόρτα κλειστή πίσω του, ο Μάρτιν προσπαθούσε να ανασαίνει από το στόμα, για να μην ξεράσει. Εκεί μέσα μύριζε σκουπίδια και κλεισούρα – και πάνω απ’ όλα υπήρχε μια έντονη μυρωδιά από κάτουρο γάτας. Η εξήγηση ήρθε αμέσως μετά. Ο Μάρτιν έμεινε ακίνητος στο κατώφλι του

δωματίου και κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό. Παντού εκεί μέσα κάθονταν, κείτονταν και σουλατσάριζαν γάτες. Έκανε έναν πρόχειρο υπολογισμό και αντιλήφθηκε πως ήταν τουλάχιστον δεκαπέντε. Σ’ ένα διαμέρισμα που δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερο από σαράντα τετραγωνικά. «Κάθισε» γρύλισε ο Γκριπ. Έδιωξε μερικές γάτες από τον καναπέ. Ο Μάρτιν κάθισε προσεκτικά όσο πιο άκρη μπόρεσε. «Ρώτα λοιπόν. Δεν έχω όλη τη μέρα στη διάθεσή μου. Έχει πολλά να κάνει κάποιος που πρέπει να φροντίζει για πολλά». Μια χοντρή κοκκινοτρίχα γάτα πήδηξε πάνω στα γόνατα του ηλικιωμένου άντρα, άραξε και άρχισε να γουργουρίζει. Το τρίχωμά της ήταν γεμάτο μπερδεμένες τρίχες και είχε πληγές και στα δύο πίσω πόδια της. Ο Μάρτιν καθάρισε τον λαιμό του. «Ο γείτονάς σου, ο Ματς Σβερίν, βρέθηκε λοιπόν νεκρός στο διαμέρισμά του χτες. Αναρωτιόμαστε αν εσείς που μένετε εδώ είδατε ή ακούσατε κάτι ασυνήθιστο τις τελευταίες μέρες». «Δεν είναι δουλειά μου να βλέπω και ν’ ακούω. Κοιτάζω τη δουλειά μου και περιμένω να κάνουν και οι άλλοι το ίδιο». «Δεν άκουσες τίποτε από το διαμέρισμα του γείτονά σου; Ούτε είδες κάποιο άγνωστο άτομο στο κλιμακοστάσιο;»

επέμεινε ο Μάρτιν. «Σου είπα. Κοιτάζω τη δουλειά μου». Ο γέρος χάιδεψε την ταλαιπωρημένη γάτα στην πλάτη. Ο Μάρτιν έκλεισε το σημειωματάριό του και αποφάσισε να τα παρατήσει. «Πώς είναι, αλήθεια, το μικρό σου;» «Γκότφριντ Γκριπ με λένε. Και μάλλον θέλεις και τα ονόματα των άλλων, έτσι δεν είναι;» «Των άλλων;» έκανε ο Μάρτιν και κοίταξε γύρω του. Να έμεναν κι άλλοι στο διαμέρισμα; «Να, αυτή εδώ είναι η Μέριλιν». Ο Γκότφριντ έδειξε τη γάτα στα γόνατά του. «Δεν της αρέσουν οι γυναίκες. Γρούζει όταν τις βλέπει». Ο Μάρτιν άνοιξε ευσυνείδητα ξανά το σημειωματάριο και σημείωνε όσο πιο πιστά μπορούσε όσα έλεγε ο γέρος. Αν μη τι άλλο, όλο και κάποιος θα γελούσε με αυτά. «Ο γκρίζος εκεί κάτω λέγεται Έρολ, ο άσπρος με τα καφετιά ποδάρια λέγεται Χάμφρι, έπειτα έχεις την Κάρι, την Όντρεϊ, την Μπέτε, την Ίνγκριντ, τον Λόρεν και τον Τζέιμς». Ο Γκριπ συνέχισε να αραδιάζει ονόματα ενώ έδειχνε και ο Μάρτιν συνέχισε να γράφει. Θα ήταν ωραία η ιστορία που θα είχε να αφηγηθεί όταν θα γύριζε στο τμήμα. Καθώς πήγαινε να βγει από την πόρτα, σταμάτησε.

«Δηλαδή ούτε εσύ ούτε οι γάτες είδατε ή ακούσατε κάτι, έτσι;» «Δεν είπα ποτέ ότι οι γάτες δεν είδαν τίποτα. Είπα μόνο ότι εγώ δεν είδα. Αλλά η Μέριλιν είδε νωρίς ένα αυτοκίνητο, νωρίς το πρωί του Σαββάτου, όταν καθόταν στο παράθυρο της κουζίνας. Καθόταν εκεί και έγρουζε σαν τρελή». «Είδε η Μέριλιν ένα αυτοκίνητο; Τι είδους αυτοκίνητο;» έκανε ο Μάρτιν και αποφάσισε πως δεν τον ένοιαζε πόσο τρελό ακουγόταν. Ο Γκριπ τον κοίταξε με οίκτο. «Νομίζεις ότι οι γάτες ξέρουν από μάρκες αυτοκινήτων; Είσαι με τα καλά σου, άνθρωπέ μου;» Έδειξε προς το μηνίγγι και κούνησε γελώντας το κεφάλι. Έπειτα έκλεισε την πόρτα πίσω από τον Μάρτιν και πέρασε ξανά την αλυσίδα ασφαλείας.

«Είναι μέσα ο Έρλινγκ;» Ο Γιέστα χτύπησε διακριτικά το κούφωμα της πόρτας στο πρώτο γραφείο του διαδρόμου. Μόλις είχαν φτάσει με την Πάουλα στο δημαρχείο του Τανουμσχέντε. Η Γκουνίλα αναπήδησε ξαφνιασμένη στην καρέκλα όπου καθόταν με την πλάτη προς το άνοιγμα της πόρτας.

«Αχ, με τρομάξατε» έκανε και κούνησε νευρικά τα χέρια της. «Δεν το ’χαμε σκοπό» είπε ο Γιέστα. «Τον Έρλινγκ θέλουμε». «Για τον Ματς πρόκειται;» Το κάτω χείλος της άρχισε αμέσως να τρέμει. «Είναι τόσο τρομερό». Άπλωσε το χέρι, πήρε ένα πακέτο χαρτομάντιλα και σκούπισε κάποια δάκρυα στην άκρη των ματιών της. «Ναι, είναι» είπε ο Γιέστα. «Θα χρειαστεί να μιλήσουμε με όλους σας εδώ, αλλά τώρα θα θέλαμε να μιλήσουμε λίγο με τον Έρλινγκ, αν είναι εδώ». «Ναι, βέβαια, στο γραφείο του είναι. Μπορώ να σας συνοδεύσω εκεί». Σηκώθηκε και, αφού φύσηξε ηχηρότατα τη μύτη της, προπορεύτηκε προς ένα γραφείο στο βάθος του διαδρόμου. «Έρλινγκ, έχεις επισκέψεις» είπε εκείνη και παραμέρισε. «Ε, γεια σου. Εσύ είσαι που πέρασες να με δεις;» είπε ο Έρλινγκ καθώς σηκωνόταν και έσφιγγε με εγκαρδιότητα το χέρι του Γιέστα. Έπειτα κοίταξε την Πάουλα και φάνηκε ότι προσπαθούσε πυρετωδώς να θυμηθεί. «Η Πέτρα, έτσι δεν είναι; Αυτό εδώ το μυαλό είναι σαν καλολαδωμένη μηχανή, δεν ξεχνάω ποτέ τίποτα». «Πάουλα» είπε η Πάουλα και του έδωσε το χέρι.

Ο Έρλινγκ φάνηκε για μια στιγμή κατάπληκτος, αλλά μετά ανασήκωσε τους ώμους του. «Ήρθαμε να ρωτήσουμε μερικά πράγματα για τον Ματς Σβερίν» είπε ο Γιέστα βιαστικά. Κάθισε σε μια από τις πολυθρόνες επισκεπτών μπροστά από το γραφείο του Έρλινγκ και ανάγκασε έτσι τον Έρλινγκ και την Πάουλα να καθίσουν κι αυτοί. «Ναι, είναι τρομερό». Το πρόσωπο του Έρλινγκ ζάρωσε από μια παράξενη γκριμάτσα. «Είμαστε πολύ θλιμμένοι γι’ αυτό εδώ στο γραφείο και αναρωτιόμαστε βεβαίως τι ακριβώς συνέβη. Έχετε καμιά πληροφορία να μας δώσετε;» «Όχι πολλές προσώρας». Ο Γιέστα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Μπορώ μόνο να επιβεβαιώσω αυτό που μάθατε χτες όταν τηλεφωνήσαμε. Ότι ο Σβερίν βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του και ότι ερευνούμε τον θάνατό του». «Τον δολοφόνησαν;» «Αυτό ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να αρνηθούμε μπορούμε». Ο Γιέστα άκουσε και μόνος του πόσο τυπικά είχε μιλήσει, αλλά ήξερε ότι θα είχε να κάνει με τον Χέντστρεμ, αν έλεγε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε και έβλαπτε με τον τρόπο αυτό τη διεξαγόμενη έρευνα. «Αλλά θα χρειαστούμε τη βοήθειά σας» συνέχισε. «Απ’

ό,τι κατάλαβα, ο Σβερίν δεν ήρθε στη δουλειά τη Δευτέρα ούτε την Τρίτη. Και τότε ήταν που τηλεφωνήσατε στους γονείς του. Το συνήθιζε να λείπει από τη δουλειά;» «Μάλλον το αντίθετο συνέβαινε. Δεν νομίζω να έλειψε ούτε μία φορά από τότε που άρχισε να δουλεύει εδώ. Καμία απολύτως απουσία, απ’ ό,τι θυμάμαι. Ούτε καν για να πάει σε οδοντίατρο. Ήταν συνεπής, αφοσιωμένος στη δουλειά και πολύ ακριβής σε όσα έκανε. Γι’ αυτό ανησυχήσαμε όταν δεν εμφανίστηκε και δεν τηλεφώνησε καν». «Πόσον καιρό δούλευε εδώ;» ρώτησε η Πάουλα. «Δύο μήνες. Ήμασταν τυχεροί που προσλάβαμε κάποιον σαν τον Ματς. Η αγγελία ήταν στις εφημερίδες πέντε εβδομάδες, και είχαμε μερικούς που έκαναν αίτηση και από τους οποίους πήραμε συνέντευξη, αλλά κανένας τους δεν είχε τα προσόντα που ζητούσαμε. Όταν έκανε αίτηση ο Ματς, φοβηθήκαμε μήπως τα προσόντα του ήταν για πολύ περισσότερα από αυτά που προσφέραμε ως μισθό, αλλά ο Ματς μάς καθησύχασε και μας διαβεβαίωσε ότι η δουλειά ήταν ακριβώς αυτή που έψαχνε. Πάνω απ’ όλα φαινόταν ανυπόμονος να μετακομίσει ξανά στη Φιελμπάκα. Και ποιος να τον κατηγορήσει; Η Φιελμπάκα είναι το μαργαριτάρι της ακτής» κατέληξε ο Έρλινγκ ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του. «Δεν ανέφερε κάποιον ιδιαίτερο λόγο για τον οποίο θα

ήθελε να γυρίσει εδώ;» ρώτησε η Πάουλα γέρνοντας μπροστά. «Όχι, τίποτα περισσότερο από το ότι ήθελε να ξεφύγει από το άγχος της μεγαλούπολης και ν’ αποκτήσει μια πιο ποιοτική ζωή. Και αυτό ακριβώς είναι που μπορεί να προσφέρει αυτός εδώ ο δήμος. Ηρεμία και γαλήνη και ποιότητα ζωής». – Ο Έρλινγκ τόνιζε κάθε συλλαβή. «Εννοείς δηλαδή ότι δεν ανέφερε τίποτα περί προσωπικών λόγων;» – Ο Γιέστα είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόμονος. «Ναι, δεν μιλούσε καθόλου για προσωπικά θέματα. Ήξερα βέβαια ότι καταγόταν από τη Φιελμπάκα και ότι οι γονείς του ζουν εκεί, αλλά κατά τα άλλα δεν θυμάμαι να ανέφερε ποτέ κάτι περισσότερο για τη ζωή του έξω από το γραφείο». «Του έτυχε κάτι πολύ δυσάρεστο λίγο πριν μετακομίσει από το Γέτεμποργ. Τον ξυλοκόπησαν τόσο πολύ ώστε τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Δεν ανέφερε τίποτα γι’ αυτό;» ρώτησε η Πάουλα. «Όχι, απολύτως τίποτα» έκανε κατάπληκτος ο Έρλινγκ. «Είχε κάποιες ουλές στο πρόσωπο, αλλά είπε ότι πιάστηκε το ρεβέρ του παντελονιού του στη ρόδα του ποδηλάτου του και ότι έπεσε και σύρθηκε». Ο Γιέστα και η Πάουλα αντάλλαξαν ένα βλέμμα γεμάτο έκπληξη.

«Ποιος ήταν αυτός που τον ξυλοκόπησε; Είναι ο ίδιος που;…» – Ο Έρλινγκ μιλούσε σχεδόν ψιθυριστά. «Σύμφωνα με τους γονείς του ήταν μια περίπτωση απρόκλητης βίας. Δεν νομίζουμε πως έχει κάποια σχέση με τον θάνατο του Σβερίν, αλλά δεν αποκλείουμε τίποτα, βεβαίως» είπε ο Γιέστα. «Σίγουρα δεν ανέφερε τίποτα για τον καιρό που ήταν στο Γέτεμποργ;» επέμεινε η Πάουλα. Ο Έρλινγκ κούνησε το κεφάλι. «Όσα είπα τα εννοούσα. Ο Ματς δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του. Ήταν σαν να είχε αρχίσει τη ζωή του εδώ μόλις έπιασε δουλειά σ’ εμάς». «Δεν σας φάνηκε παράξενο αυτό;» «Μπα, κανένας δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ο Ματς δεν ήταν κανένας ακοινώνητος τύπος. Και γελούσε και ανέκδοτα έλεγε και για σίριαλ μιλούσε – και γενικά για όλα αυτά για τα οποία μιλάνε οι συνάδελφοι στα διαλείμματά τους. Έτσι δεν καταλάβαινες ότι δεν μιλούσε ποτέ για κάτι πιο προσωπικό. Μόλις τώρα συνειδητοποιώ ότι δεν το έκανε». «Ήταν καλός στη δουλειά του;» ρώτησε ο Γιέστα. «Ο Ματς ήταν λαμπρός ως επικεφαλής του οικονομικού μας τμήματος. Όπως είπα, ήταν προσεκτικός, σχολαστικός και ευσυνείδητος – και αυτά είναι αναμφισβήτητα προσόντα που θέλεις να έχει κάποιος που διαχειρίζεται τα οικονομικά,

ειδικά σε έναν τόσο ευαίσθητο πολιτικά τομέα όπως ο δικός μας». «Δεν υπήρξε ποτέ κανένα παράπονο;» έκανε η Πάουλα. «Όχι, ο Ματς ήταν απίστευτα καλός σε αυτό που έκανε. Και υπήρξε αναντικατάστατος στη δουλειά του στο Σχέδιο Μπάντις. Είχε προσληφθεί αργά, αλλά μπήκε αμέσως στο νόη​μα και μας βοήθησε πραγματικά να προχωρήσουμε». Ο Γιέστα κοίταξε την Πάουλα, που κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Δεν είχαν άλλες ερωτήσεις προς το παρόν, αλλά ο Γιέστα δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του ότι ο Ματς Σβερίν έδινε την εντύπωση ενός ανώνυμου και απρόσωπου ατόμου, όπως ήταν πριν μιλήσουν με το αφεντικό του. Και δεν μπορούσε να μη σκέφτεται τι θα γινόταν, αν άρχιζαν να ξύνουν την επιφάνεια των πραγμάτων.

Το σπίτι του ζεύγους Σβερίν βρισκόταν σε μια όμορφη τοποθεσία δίπλα στη θάλασσα στο Μέρχουλτ. Η μέρα σήμερα ήταν πιο ζεστή, μια υπέροχη μέρα πρωτοκαλόκαιρου, και ο Πάτρικ άφησε το μπουφάν του στο αυτοκίνητο. Είχε τηλεφωνήσει και ειδοποιήσει ότι θα περνούσε, κι όταν ο Γκούναρ άνοιξε την πόρτα, είδε ότι είχαν στρώσει στην κουζίνα για καφέ. Έτσι έκανε ο κόσμος εδώ στα

παραθαλάσσια. Σερβίριζαν καφέ και κέικ τόσο σε περιπτώσεις χαράς όσο και λύπης. Ως αστυνομικός όλα αυτά τα χρόνια είχε κατεβάσει αμέτρητα λίτρα καφέ κατά τις επισκέψεις του στους κατοίκους της περιοχής. «Έλα μέσα. Θα δω αν μπορέσω να κάνω τη Σίγκνε να…» Ο Γκούναρ δεν αποτελείωσε τη φράση του, αλλά ανέβηκε τη σκάλα για τον πάνω όροφο. Ο Πάτρικ έμεινε όρθιος στο χολ και περίμενε. Ο Γκούναρ αργούσε και ο Πάτρικ αποφάσισε τελικά να πάει στην κουζίνα. Στο σπίτι επικρατούσε σιωπή, έτσι ο Πάτρικ πήρε το θάρρος να πάει μέχρι το καθιστικό. Ήταν ένα νοικοκυρεμένο καθιστικό και πεντακάθαρο, με παλιά όμορφα έπιπλα και σεμέν παντού, όπως συνηθίζονταν σε σπίτια ηλικιωμένων ανθρώπων. Γύρω στο δωμάτιο είδε κορνίζες με φωτογραφίες του Ματς. Κοιτάζοντάς τες, ο Πάτρικ μπόρεσε να παρακολουθήσει την πορεία του Ματς στη ζωή, από τότε που ήταν μωρό μέχρι την ενηλικίωση. Είχε ευχάριστη και συμπαθητική εμφάνιση. Φαινόταν χαρούμενος, ευτυχισμένος. Κρίνοντας από τις φωτογραφίες, είχε περάσει καλή παιδική ηλικία. «Η Σίγκνε έρχεται αμέσως». Ο Πάτρικ ήταν τόσο βυθισμένος στις σκέψεις του ώστε, μόλις άκουσε τον Γκούναρ, λίγο έλειψε να του πέσει η κορνίζα με τη φωτογραφία που κρατούσε.

«Έχετε πολλές ωραίες φωτογραφίες». Έβαλε προσεκτικά την κορνίζα ξανά στο κομό και ακολούθησε τον Γκούναρ στην κουζίνα. «Πάντα μου άρεσε η φωτογράφιση, γι’ αυτό και μαζεύτηκαν τόσες φωτογραφίες με τα χρόνια. Χαίρομαι γι’ αυτό τώρα. Για το ότι έχει απομείνει κάτι, εννοώ». Ο Γκούναρ άρχισε να ασχολείται αμήχανα με το γέμισμα των φλιτζανιών με καφέ. «Θέλεις γάλα ή ζάχαρη; Ή και τα δύο;» «Σκέτο τον πίνω, ευχαριστώ». Ο Πάτρικ κάθισε σε μία από τις λευκές καρέκλες. Ο Γκούναρ έβαλε μπροστά του ένα φλιτζάνι κι έπειτα κάθισε κι αυτός στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. «Μπορούμε ν’ αρχίσουμε. Θα έρθει και η Σίγκνε» είπε αφού πρώτα έριξε μια ανήσυχη ματιά στη σκάλα προς τον πάνω όροφο. Τίποτα δεν ακουγόταν από εκεί πάνω. «Πώς είναι;» «Δεν έχει πει κουβέντα από χτες. Αλλά θα έρθει σε λίγο ο γιατρός, είπε. Θέλει μόνο να είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, αλλά δεν νομίζω ότι κοιμήθηκε έστω και μια στιγμή απόψε». «Σας στείλανε πολλά λουλούδια». – Ο Πάτρικ έγνεψε προς τον πάγκο της κουζίνας, όπου υπήρχε ένα πλήθος ανθοδέσμες σε ταιριαστά και αταίριαστα βάζα.

«Είναι γεμάτοι καλοσύνη οι άνθρωποι. Προσφέρθηκαν να περάσουν κι αποδώ μάλιστα, αλλά δεν αντέχω τόσον κόσμο να μπαινοβγαίνει εδώ μέσα». Έριξε έναν κύβο ζάχαρη στον καφέ του και τον ανακάτεψε, μετά πήρε ένα κομμάτι κέικ και το βούτηξε πριν το βάλει στο στόμα του. Φάνηκε να μην μπορεί να το καταπιεί και αναγκάστηκε να το κατεβάσει με μια γουλιά καφέ. «Α, ήρθες λοιπόν». – Ο Γκούναρ στράφηκε προς τη Σίγκνε, που φάνηκε στο χολ. Δεν την είχαν ακούσει να κατεβαίνει τη σκάλα και ο Γκούναρ σηκώθηκε να την υποδεχτεί. Την έπιασε προσεκτικά από το χέρι και τη βοήθησε να φτάσει μέχρι το τραπέζι, σαν να ήταν γριά γυναίκα. Εκείνη φαινόταν να έχει γεράσει πολλά χρόνια από την προηγούμενη μέρα. «Ο γιατρός θα έρθει σε λίγο. Πιες λίγο καφέ τώρα και φάε λίγο κέικ. Πρέπει να βάλεις κάτι στο στόμα σου. Δεν θέλεις να σου κάνω ένα σάντουιτς;» Εκείνη κούνησε το κεφάκι αρνητικά. Η πρώτη αντίδραση που αποδείκνυε πως έστω καταλάβαινε κάτι απ’ όσα έλεγε ο άντρας της. «Λυπάμαι». Ο Πάτρικ δεν μπόρεσε να μην απλώσει το χέρι του πάνω στο δικό της. Εκείνη δεν το τράβηξε, αλλά ούτε αντέδρασε γενικώς στο άγγιγμα, αλλά άφησε απλώς το χέρι της κάτω από το χέρι του Πάτρικ, σαν να ήταν ένα νεκρό

μέλος της. «Θα προτιμούσα να μην είχα έρθει να σας ενοχλήσω μια τέτοια στιγμή. Ή τόσο νωρίς μετά το συμβάν, εννοώ». Δυσκολευόταν, ως συνήθως, να βρει λόγια. Από τότε που είχε γίνει και ο ίδιος γονιός, του ήταν πολύ δυσκολότερο να αντικρίζει ανθρώπους που είχαν χάσει παιδί, είτε ενήλικο είτε ανήλικο. Τι να πεις σ’ έναν άνθρωπο που έχει ξεριζωμένη καρδιά; Γιατί έτσι φανταζόταν πως θα ένιωθαν εκείνοι οι δυο. «Ξέρουμε ότι έχετε δουλειά να κάνετε. Και θέλουμε, βεβαίως, πολύ να βρείτε αυτόν που… που έκανε αυτό εδώ. Αν μπορούμε να βοηθήσουμε σε κάτι, ευχαρίστως να το κάνουμε». Ο Γκούναρ είχε καθίσει δίπλα στη σύζυγό του και τραβούσε τώρα προστατευτικά την καρέκλα του πιο κοντά της. Εκείνη δεν είχε αγγίξει το φλιτζάνι της. «Πιες λίγο» της είπε εκείνος και το σήκωσε μέχρι τα χείλη της. Εκείνη ήπιε απρόθυμα μερικές γουλιές. «Μιλήσαμε αρκετά και χτες, αλλά θα μπορούσατε ίσως να μου πείτε κάτι περισσότερο για τον Ματς; Σημαντικό ή ασήμαντο, ό,τι νομίζετε πως θέλετε να μοιραστείτε μαζί μου». «Ήταν τόσο καλός, από μωρό παιδί ακόμη» είπε η Σίγκνε. Η φωνή της ακουγόταν στεγνή και σπασμένη.

Αχρησιμοποίητη. «Κοιμόταν τις νύχτες ήδη από την αρχή και ποτέ δεν μας ενόχλησε. Αλλά ανησυχούσα, πάντα ανησυχούσα για το παιδί. Σκεφτόμουν συνέχεια ότι κάτι άσχημο θα του συνέβαινε». «Και είχες δίκιο. Έπρεπε να σε ακούω περισσότερο». – Ο Γκούναρ χαμήλωσε το βλέμμα. «Όχι, εσύ είχες δίκιο» είπε η Σίγκνε και τον κοίταξε. Ήταν σαν να είχε ξυπνήσει απότομα από τη νάρκη της. «Χαράμισα τόσον καιρό και τόση χαρά με τις ανησυχίες μου, ενώ εσύ ήσουν ευγνώμων και χαρούμενος γι’ αυτό που είχαμε, για τον Μάτε. Κι όταν τελικά συμβαίνουν τέτοια, ποτέ δεν μπορείς να είσαι προετοιμασμένος. Ανησυχούσα σε όλη του τη ζωή για τα πάντα, για όσα υπήρχαν μεταξύ ουρανού και γης, αλλά δεν μπόρεσα να προετοιμαστώ ποτέ γι’ αυτό. Έπρεπε να είχα χαρεί περισσότερο». Σταμάτησε. «Τι ήθελες να μάθεις;» ρώτησε μετά και κατέβασε, μόνη της επιτέλους, μια γουλιά καφέ. «Πήγε αμέσως στο Γέτεμποργ όταν μετακόμισε από εδώ;» «Ναι, μετά το γυμνάσιο πέρασε στην ανώτερη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης Επιχειρήσεων. Είχε πολύ καλούς βαθμούς» είπε ο Γκούναρ με φανερή περηφάνια. «Ερχόταν όμως συχνά τα Σαββατοκύριακα» πρόσθεσε η Σίγκνε. Της έκανε καλό να μιλάει για τον γιο της. Είχε αποκτήσει

λίγο περισσότερο χρώμα στα μάγουλα και το βλέμμα της ήταν πιο καθαρό. «Ναι, αν και με τα χρόνια ερχόταν όλο και σπανιότερα – τα πρώτα χρόνια ερχόταν σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο» είπε γνέφοντας καταφατικά ο Γκούναρ. «Και οι σπουδές πήγαιναν καλά;» – Ο Πάτρικ αποφάσισε να συνεχίσει να μιλάει για πράγματα που έκαναν τη Σίγκνε και τον Γκούναρ να νιώθουν σιγουριά και ηρεμία. «Είχε καλούς βαθμούς και στη σχολή» είπε ο Γκούναρ. «Δεν κατάλαβα ποτέ μου από πού είχε κληρονομήσει αυτό το μυαλό. Όχι από εμένα πάντως». Χαμογέλασε και φάνηκε προς στιγμήν να ξεχνάει γιατί κάθονταν και μιλούσαν για όλα αυτά. Αλλά μετά φαίνεται πως το θυμήθηκε ξανά και το χαμόγελο έσβησε. «Και τι έκανε μετά τις σπουδές του;» «Η πρώτη του δουλειά ήταν εκείνη η εταιρεία λογιστών, έτσι δεν είναι;» – Η Σίγκνε στράφηκε στον Γκούναρ, που φαινόταν συνοφρυωμένος. «Ναι, αυτό νομίζω, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ, που να πάρει η ευχή, πώς την έλεγαν. Ένα αμερικάνικο όνομα. Αλλά εκεί έμεινε μόνο μερικά χρόνια. Δεν του άρεσε ποτέ εκείνη η δουλειά. Πολλοί αριθμοί και ελάχιστοι άνθρωποι, είχε πει». «Και μετά τι έγινε;»

Ο καφές του Πάτρικ είχε κρυώσει, αλλά συνέχιζε να τον πίνει. «Πήγε σε διάφορες δουλειές. Σίγουρα μπορώ να μάθω σε ποιες, αν θέλετε να μάθετε ακριβώς, αλλά τα τέσσερα τελευταία χρόνια ήταν υπεύθυνος για τα οικονομικά σε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση. “Άσυλο” τη λένε». «Τι είδους οργάνωση ήταν;» «Βοηθούν γυναίκες που έχουν φύγει μακριά από βίαιους συζύγους, για να μπορέσουν να ορθοποδίσουν και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Ο Μάτε λάτρευε εκείνη τη δουλειά. Σπάνια μιλούσε για κάτι άλλο». «Και γιατί σταμάτησε εκεί;» Ο Γκούναρ και η Σίγκνε κοιτάχτηκαν – και ο Πάτρικ κατάλαβε ότι είχαν κι εκείνοι αναρωτηθεί το ίδιο πράγμα. «Εμείς, πάντως, το συνδέσαμε με αυτό που του είχε συμβεί. Ίσως να μην ένιωθε πια ασφαλής στην πόλη» είπε ο Γκούναρ. «Ούτε εδώ ήταν ασφαλής, τελικά» είπε η Σίγκνε. Όχι, σκέφτηκε ο Πάτρικ, προφανώς δεν ήταν. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος για τον οποίο είχε μετακομίσει από το Γέτεμποργ ο Ματς Σβερίν, η βία τον είχε προλάβει. «Πόσον καιρό έμεινε στο νοσοκομείο μετά τον ξυλοδαρμό του;» «Τρεις εβδομάδες, νομίζω» είπε ο Γκούναρ.

«Σοκαριστήκαμε όταν πήγαμε στο Σαλγκρένσκα και τον είδαμε». «Δείξε τις φωτογραφίες» έκανε χαμηλόφωνα η Σίγκνε. Ο Γκούναρ σηκώθηκε και πήγε στο καθιστικό. Επέστρεψε στο τραπέζι μ’ ένα κουτάκι στα χέρια. «Δεν ξέρω για ποιο λόγο τις φυλάξαμε αυτές. Δεν είναι φωτογραφίες που θέλεις να τις βγάλεις καμιά φορά και να τις κοιτάξεις». Με τα ροζιασμένα δάχτυλά του έβγαλε προσεκτικά τις πάνω φωτογραφίες από το κουτάκι. «Μπορώ να τις δω;» Ο Πάτρικ άπλωσε το χέρι και ο Γκούναρ τού έδωσε το μικρό πάκο. «Θεέ μου!» Δεν κατάφερε να εμποδίσει το επιφώνημα της αντίδρασής του μόλις είδε τις φωτογραφίες του Ματς στο νοσοκομειακό κρεβάτι. Δεν αναγνώρισε καθόλου εκείνο τον άντρα που είχε δει στις φωτογραφίες μέσα στο καθιστικό. Όλο το πρόσωπό του, όλο το κεφάλι μάλλον, ήταν πρησμένο. Και το δέρμα είχε διάφορες κόκκινες και μπλε αποχρώσεις. «Ναι» είπε ο Γκούναρ αποστρέφοντας το βλέμμα. «Είπαν ότι θα μπορούσαν να είχαν πάει πολύ άσχημα τα πράγματα. Αλλά ήταν τυχερός στην ατυχία του». – Η Σίγκνε ανοιγόκλεισε τα μάτια της, για να διώξει τα δάκρυα. «Και απ’ ό,τι κατάλαβα, δεν έπιασαν ποτέ τον δράστη, έτσι

δεν είναι;» «Όχι, δεν τον έπιασαν. Πιστεύεις ότι αυτό μπορεί να έχει κάποια σχέση με αυτό που συνέβη στον Μάτε; Αυτοί που τον χτύπησαν στον δρόμο ήταν εντελώς άγνωστοι. Μια συμμορία παιδιών. Είχε πει σ’ ένα από τα αγόρια αυτά να μη στέκεται και κατουράει έξω από την πόρτα του. Δεν τους είχε ξαναδεί άλλοτε, είχε πει. Γιατί όμως;…» Η φωνή της έσπασε. Ο Γκούναρ τη χάιδεψε στο χέρι, για να την καθησυχάσει. «Κανένας δεν γνωρίζει ακόμη τίποτα. Η αστυνομία ρωτάει για να μάθει όσο περισσότερα γίνεται». «Αλήθεια είναι» συμφώνησε ο Πάτρικ. «Δεν έχουμε ακόμη καμία άποψη για το τι έγινε. Απλώς θέλουμε να μάθουμε περισσότερα για τον Ματς, για το τι συνέβη στη ζωή του». Στράφηκε στη Σίγκνε. «Ο άντρας σου είπε ότι δεν γνωρίζατε αν είχε καμία κοπελιά τούτο τον καιρό, έτσι δεν είναι;» «Όχι, αυτό το κομμάτι της ζωής του το κρατούσε για τον εαυτό του. Είχα αρχίσει πραγματικά να χάνω κάθε ελπίδα για εγγόνια» είπε η Σίγκνε. Μόλις όμως συνειδητοποίησε τι είχε πει και ότι κάθε ελπίδα για εγγόνια είχε πια χαθεί, άρχισε να κλαίει ξανά. Ο Γκούναρ έσφιξε το χέρι της. «Νομίζω πως υπήρχε κάποια στο Γέτεμποργ» συνέχισε η Σίγκνε με τη φωνή μπουκωμένη από το κλάμα. «Δεν ήταν ότι

μας είχε πει κάτι, αλλά ήταν απλώς μια αίσθηση που είχα. Και μερικές φορές τα ρούχα του μύριζαν άρωμα όταν ερχόταν αποδώ να μας δει. Το ίδιο άρωμα κάθε φορά». «Δεν ανέφερε ποτέ το όνομα κάποιας;» έκανε ο Πάτρικ. «Όχι, ποτέ, και σίγουρα δεν οφειλόταν στο ότι η Σίγκνε δεν ρωτούσε» είπε χαμογελώντας ο Γκούναρ. «Ναι, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να είναι τόσο μυστικό. Δεν ήταν δα και τόσο κακό να τη φέρει ένα Σαββατοκύριακο αποδώ, για να τη συναντούσαμε κι εμείς. Ξέρουμε κι εμείς να φερόμαστε, αν χρειαστεί». Ο Γκούναρ κούνησε το κεφάλι του. «Αυτό εδώ ήταν ένα ευαίσθητο θέμα, καθώς αντιλαμβάνεσαι». «Έχετε μήπως την εντύπωση ότι εκείνη η γυναίκα, όποια κι αν ήταν, υπήρχε ακόμη στη ζωή του Μάτε και μετά τη μετακόμισή του στη Φιελμπάκα;» «Εεε… χμ…» – Ο Γκούναρ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στη Σίγκνε. «Όχι, δεν υπήρχε» είπε εκείνη αποφασιστικά. «Κάτι τέτοια τα καταλαβαίνει μια μητέρα. Και θα έπαιρνα, σχεδόν, όρκο ότι δεν υπήρχε καμία». «Δεν νομίζω πάντως να ξέχασε ποτέ τη Νάταλι» πετάχτηκε ο Γκούναρ.

«Μα τι κάθεσαι και λες τώρα; Αυτό ήταν πριν από αιώνες. Ήταν παιδιά ακόμη». «Δεν έχει σημασία. Υπήρχε κάτι ιδιαίτερο με τη Νάταλι. Πάντα το πίστευα αυτό – και ο Μάτε… Μα τον είδες κι εσύ πώς αντέδρασε όταν του είπαμε ότι είχε επιστρέψει». «Ναι, αλλά πόσων χρόνων ήταν τότε τα παιδιά; Δεκαεφτά;» «Εγώ πάντως έτσι νομίζω». Ο Γκούναρ προέταξε το πιγούνι του. «Και ότι θα πήγαινε να τη δει». «Συγγνώμη» διέκοψε ο Πάτρικ. «Ποια είναι η Νάταλι;» «Η Νάταλι Βέστερ. Ο Μάτε κι αυτή μεγάλωσαν μαζί. Παρεμπιπτόντως, πήγαιναν και οι δυο τους στην ίδια τάξη με τη γυναίκα σου, και ο Μάτε και η Νάταλι». Ο Γκούναρ φαινόταν λίγο αμήχανος που φάνηκε ότι ήξερε την Ερίκα. Αλλά ο Πάτρικ δεν παραξενεύτηκε. Εκτός από το γεγονός πως όλοι στη Φιελμπάκα ήξεραν πολλά για τους άλλους, πάντα ενημερώνονταν λίγο παραπάνω για την Ερίκα μετά την επιτυχία των βιβλίων της. «Μένει ακόμη εδώ;» «Όχι, έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μετακόμισε. Πήγε στη Στοκχόλμη και δεν είχαν έκτοτε καμία επαφή με τον Μάτε. Αλλά είναι ιδιοκτήτρια ενός νησιού εδώ έξω. Γκρόχουερ το λένε». «Και πιστεύεις δηλαδή ότι ο Ματς πήγε εκεί έξω;»

«Δεν ξέρω αν πρόλαβε να πάει» είπε ο Γκούναρ. «Αλλά μπορείτε, βέβαια, να της τηλεφωνήσετε και να τη ρωτήσετε». Σηκώθηκε και πήγε να φέρει ένα σημείωμα που ήταν κολλημένο στο ψυγείο. «Αυτός είναι ο αριθμός του κινητού της. Δεν ξέρω πόσο σκέφτεται να μείνει. Είναι εκεί έξω με το αγοράκι της». «Συνηθίζει να έρχεται εδώ;» «Όχι – και μάλιστα παραξενευτήκαμε όταν ήρθε. Δεν έχει έρθει σχεδόν ποτέ από τότε που έφυγε για τη Στοκχόλμη – κι αυτό έγινε πριν από πάρα πολλά χρόνια. Αλλά το νησί είναι δικό της. Το είχε αγοράσει ο παππούς της πριν από πολύ καιρό και η Νάταλι είναι η μόνη που έχει απομείνει τώρα, μια που δεν έχει αδέλφια. Τη βοηθήσαμε με το να προσέχουμε το σπίτι, αλλά, αν δεν κάνουν κάτι για τον φάρο, σύντομα δεν θα σώζεται με τίποτα». «Τον φάρο;» «Ναι, υπάρχει ένας παλιός φάρος από τον δέκατο ένατο αιώνα στο νησί. Υπάρχει επίσης ένα και μοναδικό σπίτι. Εκεί έμενε παλιά ο φαροφύλακας και η οικογένειά του». «Πρέπει να ήταν πολύ μοναχικά». Ο Πάτρικ κατάπιε τη τελευταία γουλιά κρύου καφέ και μόρφασε. «Μοναχικά ή ήρεμα και υπέροχα, ανάλογα πώς το βλέπει

κανείς» είπε η Σίγκνε. «Αλλά ποτέ δεν θα μπορούσα να περάσω ούτε μια νύχτα εκεί έξω μόνη». «Εσύ δεν ήσουνα που είπες ότι όλα αυτά ήταν απλώς χαζομάρες και παλιές δεισιδαιμονίες;» έκανε ο Γκούναρ. «Ποιο πράγμα;» ρώτησε ο Πάτρικ γεμάτος περιέργεια. «Το νησί συνηθίζουν να το λένε και Νησί των Στοιχειών. Καθώς αφηγούνται εδώ οι κάτοικοι, πήρε το όνομά του επειδή όσοι πεθαίνουν εκεί δεν φεύγουν ποτέ από το νησί» είπε ο Γκούναρ. «Έχει φαντάσματα δηλαδή;» «Ωχ, καημένε, οι άνθρωποι λένε ό,τι τους κατέβει» είπε ρουθουνίζοντας η Σίγκνε. «Τέλος πάντων, όπως και να ’χει, εγώ θα τηλεφωνήσω στη Νάταλι. Ευχαριστώ πάρα πολύ για τον καφέ και το κέικ και που είχατε την υπομονή να μιλήσετε μαζί μου». Ο Πάτρικ σηκώθηκε και έσπρωξε την καρέκλα στη θέση της. «Καλό μάς έκανε που μιλήσαμε για λίγο με τον αστυνόμο» είπε η Σίγκνε χαμηλόφωνα. «Μπορώ να τις δανειστώ αυτές εδώ για λίγο;» Ο Πάτρικ έδειξε τις φωτογραφίες από το νοσοκομείο. «Υπόσχομαι να τις προσέχουμε». «Μπορείς να τις πάρεις». Ο Γκούναρ τού έδωσε αντίγραφα των φωτογραφιών. «Έχουμε μία από αυτές τις ψηφιακές

κάμερες και έχω τα πρωτότυπα στον υπολογιστή». «Ευχαριστώ» απάντησε ο Πάτρικ και έβαλε προσεκτικά τις φωτογραφίες στην τσάντα του. Η Σίγκνε και ο Γκούναρ τον ακολούθησαν μέχρι την πόρτα. Όταν μπήκε στο αυτοκίνητό του, ξαναθυμήθηκε τις φωτογραφίες του Ματς Σβερίν όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, όταν ήταν έφηβος και μετά ενήλικας. Αποφάσισε να πάει στο σπίτι του για μεσημεριανό. Ένιωθε έντονη την ανάγκη να φιλήσει τα δίδυμα.

«Πώς είναι η αγάπη του παππού σήμερα;» Και ο Μέλμπεργ είχε πάει στο σπίτι για μεσημεριανό. Μόλις πέρασε το κατώφλι, άρπαξε τον Λίο από τη Ρίτα και άρχισε να τον σηκώνει ψηλά ενώ το αγοράκι είχε ξεραθεί στα γέλια. «Για κοίτα να δεις. Μόλις έρχεται ο παππούς, την ξεχνάμε μεμιάς τη γιαγιά». Η Ρίτα πήρε μια πικραμένη έκφραση, αλλά μετά πήγε χαμογελαστή κοντά τους και τους φίλησε και τους δύο στα παχουλά τους μάγουλα. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος δεσμός ανάμεσα στον Μπέρτιλ και τον Λίο από τότε που ο Μπέρτιλ είχε παρευρεθεί στη γέννηση

του αγοριού, και αυτό χαροποιούσε τη Ρίτα αφάνταστα. Αλλά είχε βγάλει επίσης και έναν μεγάλο στεναγμό ανακούφισης όταν έπεισαν τον Μπέρτιλ ν’ αρχίσει να δουλεύει ξανά πλήρες ωράριο. Καλή ήταν η σκέψη του να βοηθήσει λίγο τη Ρίτα με τον Λίο, αλλά, όσο κι αν εκείνη λάτρευε τον απίθανο ήρωά της, δεν είχε αυταπάτες για την κρίση του, η οποία ήταν ενίοτε επιεικώς ανεπαρκής. «Τι έχουμε για μεσημεριανό;» Ο Μέλμπεργ τοποθέτησε προσεκτικά το αγοράκι στην παιδική καρέκλα και του έδεσε τη σαλιάρα γύρω από τον λαιμό του. «Κοτόπουλο με την υπέροχη σπιτική σάλτσα που τόσο λατρεύεις». Ο Μέλμπεργ γρύλισε ικανοποιημένος. Σε όλη του τη ζωή δεν είχε φάει τίποτα πιο εξωτικό πέρα από μοσχάρι με σάλτσα άνηθου και πατάτες, αλλά η Ρίτα είχε καταφέρει να τον μεταστρέψει. Η δική της σάλτσα –σάλσα την έλεγαν– ήταν τόσο δυνατή που έκαιγε σχεδόν το σμάλτο των δοντιών, αλλά ο Μπέρτιλ τη λάτρευε. «Άργησες χτες». Έβαλε μπροστά του ένα πιάτο μ’ ένα πιο ελαφρύ φαγητό που είχε ετοιμάσει για τον Λίο και άφησε τον Μπέρτιλ να τον ταΐσει. «Ναι, τρέχουμε πάλι τώρα. Η Πάουλα και οι υπόλοιποι

είναι έξω και τρέχουν, αλλά ο Χέντστρεμ τόνισε, και είχε απόλυτο δίκιο, ότι έπρεπε να μείνει κάποιος στο τμήμα, κάποιος που να μπορεί να χειριστεί τα μέσα ενημέρωσης. Και κανένας δεν είναι καλύτερος από εμένα για μια τόσο σοβαρή ευθύνη». Έβαλε μια υπερβολικά μεγάλη κουταλιά στο στόμα του Λίο, ο οποίος άφησε τρισευτυχισμένος τη μισή να ξαναπέσει στο πιάτο. Η Ρίτα συγκράτησε ένα χαμόγελο. Ο Πάτρικ είχε καταφέρει ξανά να ξεφορτωθεί τον προϊστάμενό του. Συμπαθούσε τον Χέντστρεμ. Μπορούσε να χειραγωγεί τον Μπέρτιλ με τον σωστότερο τρόπο. Με υπομονή, διπλωματία και μια μικρή δόση κολακείας, μπορούσε κανείς να κατευθύνει τον Μπέρτιλ όπου ήθελε. Έκανε και η Ρίτα το ίδιο, με αποτέλεσμα η ζωή τους εδώ στο σπίτι να κυλάει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. «Καημενούλη μου, πολλή δουλειά σε φόρτωσαν, μου φαίνεται». Σερβίρισε κοτόπουλο και μπόλικη σάλτσα για χάρη του. Το πιάτο του Λίο ήταν άδειο και ο Μέλμπεργ όρμησε στο δικό του. Έπειτα από κάνα δυο μερίδες, έγειρε ικανοποιημένος στη ράχη της καρέκλας και χτύπησε απαλά το στομάχι του. «Πεντανόστιμο ήταν. Αλλά τώρα ξέρω ακριβώς τι

ταιριάζει, έτσι δεν είναι, Λίο φίλε μου;» Σηκώθηκε και πήγε στον καταψύκτη. Η Ρίτα σκέφτηκε ότι έπρεπε να τον σταματήσει, αλλά δεν πήγαινε η καρδιά της να το κάνει. Τον άφησε λοιπόν να βγάλει τρία μεγάλα παγωτά, τα οποία μοίρασε με την ευτυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Ο Λίο μόλις που φαινόταν πίσω από το τεράστιο παγωτό. Αν γινόταν πάντα το θέλημα του Μπέρτιλ, το αγόρι θα είχε σύντομα τις ίδιες διαστάσεις σε πλάτος και σε ύψος. Αλλά σήμερα ας έκαναν μια εξαίρεση.

Φιελμπάκα 1870

Σύρθηκε

λίγο πιο κοντά στον Καρλ. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος στην άλλη πλευρά του κρεβατιού φορώντας μακρύ σώβρακο και φανέλα. Σε κάνα δυο ώρες θα σηκωνόταν, για να αντικαταστήσει τον Γιούλιαν στον φάρο. Εκείνη έβαλε προσεκτικά το χέρι της στο πόδι του. Του χάιδεψε τον μηρό με τρεμάμενα δάχτυλα. Δεν ήταν δική της δουλειά αυτό εδώ, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Γιατί δεν την άγγιζε ο άντρας της; Ούτε καν της μιλούσε. Απλώς μουρμούριζε ένα «ευχαριστώ για το φαγητό» λίγο πριν σηκωθεί από το τραπέζι. Κατά τα άλλα ούτε που την κοίταζε. Λες κι εκείνη ήταν φτιαγμένη από γυαλί – διάφανη, αόρατη και μετά βίας αντιληπτή. Εκείνος δεν έμενε πολύ μέσα στο σπίτι, άλλωστε. Τις περισσότερες ώρες που ήταν ξύπνιος τις περνούσε στον φάρο

ή με διάφορες ασχολίες γύρω από το σπίτι και το σκάφος. Ή έβγαινε στη θάλασσα. Εκείνη, μόνη κι έρημη, περνούσε όλη την ημέρα στο μικρό σπίτι και σύντομα τελείωνε όλες τις δουλειές της. Έπειτα της έμεναν πολλές ώρες, και είχε αρχίσει να πιστεύει ότι σύντομα θα έχανε τα λογικά της. Αν αποκτούσε ένα παιδί, και παρέα θα είχε και κάτι να ασχολείται. Τότε δεν θα την πείραζε ιδιαίτερα που ο Καρλ δούλευε από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, δεν θα την πείραζε που δεν της μιλούσε. Αρκεί ν’ αποκτούσαν ένα παιδί, το οποίο θα μπορούσε να φροντίζει. Εν πάση περιπτώσει ήξερε, και από τη ζωή της στο αγρόκτημα, ότι έπρεπε να γίνουν κάποια πράγματα ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα για να μείνει έγκυος η γυναίκα. Πράγματα που δεν είχαν γίνει ακόμη. Γι’ αυτό τώρα το χέρι της χάιδευε τα πόδια του Καρλ, στην εσωτερική πλευρά των μηρών του. Με την καρδιά της να σφυροκοπά στο στήθος της από τη νευρικότητα και την έξαψη, άφησε το χέρι της να γλιστρήσει στο άνοιγμα του σώβρακου στο ύψος των γεννητικών του οργάνων. Ο Καρλ τινάχτηκε και ανακάθισε στο κρεβάτι. «Τι κάνεις εκεί;» Τα μάτια του ήταν κατάμαυρα, δεν τα είχε δει ποτέ έτσι, και τράβηξε αμέσως το χέρι της. «Να… απλώς… σκέφτηκα…»

Οι λέξεις δεν έλεγαν να βγουν από το στόμα της. Πώς να του εξηγούσε το αυτονόητο; Αυτό που έπρεπε να ήταν αυτονόητο ακόμα και για εκείνον, το γεγονός ότι ήταν παντρεμένοι κοντά τρεις μήνες κι εκείνος δεν την είχε πλησιάσει ούτε μια φορά. Ένιωσε τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. «Καλύτερα να πάω να κοιμηθώ στον φάρο. Εδώ δεν βρίσκει κανείς την ησυχία του». Ο Καρλ πέρασε απότομα δίπλα της, φόρεσε τα ρούχα του και κατέβηκε βιαστικός τη σκάλα. Η Έμελι αισθανόταν σαν να είχε φάει χαστούκι που την έτσουζε ακόμη στο μάγουλο. Ακόμα κι αν την αγνοούσε, δεν της είχε μιλήσει ποτέ άλλοτε με τέτοιο ύφος. Σκληρά, ψυχρά, περιφρονητικά. Και την είχε κοιτάξει σαν εκείνη να ήταν κάποιο αηδιαστικό πλάσμα που είχε συρθεί και βγει κάτω από κάποια πέτρα. Με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι, η Έμελι σύρθηκε πάνω στο κρεβάτι και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Φυσούσε δαιμονισμένα έξω στο νησί και ο Καρλ πάλευε κυριολεκτικά με τον άνεμο, για να φτάσει στον φάρο. Τράβηξε την πόρτα του φάρου και μπήκε μέσα. Έπειτα τον είδε από το παράθυρο πάνω στον πύργο, εκεί όπου το φως του φάρου τον έκανε να μοιάζει με σκιά.

Έπεσε πάλι στο κρεβάτι κι έκλαψε. Το σπίτι έτριζε συθέμελα, εκείνη ένιωθε λες και θα το έπαιρνε ο αέρας για να πάει πέρα, πάνω από άλλα νησιά, πέρα στην ατέλειωτη γκριζάδα του νερού. Αλλά δεν την τρόμαζε αυτό. Ευχαρίστως να την έπαιρνε και να την πετούσε ο αέρας οπουδήποτε, αρκεί να ήταν μακριά από εδώ. Ένα χάδι στο μάγουλο, εκεί ακριβώς που την είχαν τσούξει τα λόγια του Καρλ σαν χαστούκι. Η Έμελι τινάχτηκε. Δεν ήταν κανείς εκεί. Τράβηξε το πάπλωμα μέχρι το σαγόνι και κοίταζε αλαφιασμένη τις σκοτεινές γωνιές του δωματίου. Άδειες της φάνηκαν. Ξάπλωσε πάλι. Μάλλον της φαντασίας της ήταν, σίγουρα πράγματα. Όπως και όλοι οι άλλοι παράξενοι ήχοι που άκουγε από τότε που είχε έρθει στο νησί. Και οι πόρτες των ντουλαπιών που έμεναν ανοιχτές, παρόλο που εκείνη ήταν σίγουρη ότι τις είχε κλείσει, και το μπολ με τη ζάχαρη που είχε μετακινηθεί από το τραπέζι της κουζίνας στον πάγκο. Όλα αυτά πρέπει να ήταν της φαντασίας της, έφταιγε μάλλον η ερημιά του νησιού που την έκανε να τα φαντάζεται. Άκουσε το σύρσιμο μιας καρέκλας στον κάτω όροφο. Η Έμελι ανακάθισε με κομμένη την ανάσα. Τα λόγια της γριάς αντηχούσαν στ’ αυτιά της, λόγια που είχε καταφέρει, αρκετά καλά, να ξεχάσει στους μήνες που είχαν περάσει. Δεν ήθελε να κατέβει να δει τι γινόταν, δεν ήθελε να ξέρει τι μπορούσε να

υπάρχει εκεί κάτω και τι ήταν αυτό εδώ πάνω, πριν από λίγο, που την είχε χαϊδέψει στο μάγουλο. Τράβηξε τρέμοντας το πάπλωμα πάνω από το κεφάλι της, κρύφτηκε σαν μικρό παιδί που τρέμει εξαιτίας άγνωστων κινδύνων. Εκεί αποκάτω έμεινε άγρυπνη μέχρι που ήρθε το χάραμα. Δεν άκουσε άλλους ήχους.

«Τι λες για όλα αυτά;» έκανε η Πάουλα. Είχαν αγοράσει μεσημεριανό από το σούπερ μάρκετ και τώρα κάθονταν στην κουζίνα του τμήματος. «Είναι κάπως περίεργα τα πράγματα». Ο Γιέστα πήρε μια μεγάλη μπουκιά από το ψάρι ογκρατέν του. «Κανένας δεν φαίνεται να ξέρει κάτι για την ιδιωτική ζωή του Σβερίν. Κι όλοι τον συμπαθούσαν και λένε ότι ήταν ανοιχτός και κοινωνικός τύπος. Δεν μπορώ να τα ταιριάξω αυτά». «Μμμ, το ίδιο νιώθω κι εγώ. Πώς μπορεί κανείς να κρατά τα εκτός δουλειάς τόσο μυστικά; Μα δεν λέγανε τίποτα στα διαλείμματα;» «Εδώ που τα λέμε, ούτε εσύ ήσουν καλύτερη όταν άρχισες σ’ εμάς». Η Πάουλα κοκκίνισε. «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο σ’ αυτό. Μα αυτό είναι που λέω πάντως. Εγώ δεν μιλούσα γιατί υπήρχε κάτι που δεν ήθελα να γίνει γνωστό. Δεν είχα ιδέα πώς θα αντιδρούσατε, αν μαθαίνατε ότι συζούσα με γυναίκα. Αλλά ο Ματς Σβερίν τι

ήθελε να κρύψει;» «Θα το μάθουμε». Η Πάουλα ένιωσε κάτι να τη σπρώχνει στο πόδι. Ο Ερνστ είχε οσμιστεί φαγητό και καθόταν τώρα, γεμάτος προσδοκία, δίπλα της. «Λυπάμαι, γέρο μου. Σε λάθος άλογο ποντάρισες. Μόνο σαλάτα έχω». Αλλά ο Ερνστ δεν το κούνησε ρούπι και την κοιτούσε με βλέμμα ικετευτικό, οπότε εκείνη κατάλαβε πως έπρεπε να του δείξει τι εννοούσε. Πήρε ένα φύλλο σαλάτα από το πλαστικό κουτί και το έφερε μπροστά του. Εκείνος χτύπησε ανυπόμονα την ουρά του στο πάτωμα, αλλά, μόλις μύρισε το φύλλο, την κοίταξε με βλέμμα απογοητευμένο και της γύρισε επιδεικτικά τον πισινό του. Έπειτα πήγε στον Γιέστα, ο οποίος πήρε ένα κομμάτι κέικ και του το έδωσε. «Δεν του κάνεις καλό, να το ξέρεις» είπε η Πάουλα. «Δεν θα γίνει μόνο χοντρός, αλλά θα αρρωστήσει κιόλας, αν εσύ και ο Μπέρτιλ συνεχίσετε να τον ταΐζετε έτσι. Αν η μαμά δεν τον έβγαζε κάθε λίγο και λιγάκι βόλτα, θα είχε ψοφήσει τώρα». «Ναι, ξέρω. Αλλά αυτό εκεί το βλέμμα που έχει…» «Χμ» έκανε η Πάουλα και κοίταξε αυστηρά τον Γιέστα. «Ας ελπίσουμε ότι ο Μάρτιν ή ο Πάτρικ θα βρήκαν κάνα στοιχείο της προκοπής» είπε ο Γιέστα και άλλαξε βιαστικά

θέμα. «Μια που εμείς δεν βγήκαμε σοφότεροι από χτες». «Σε αυτό έχεις δίκιο». Η Πάουλα έκανε μια παύση. «Είναι τόσο φριχτό όταν το σκέφτεσαι. Να σε πυροβολούν μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Εκεί που έπρεπε να νιώθεις ασφαλέστερος από οπουδήποτε αλλού». «Η άποψή μου είναι ότι τον πυροβόλησε κάποιος τον οποίο γνώριζε. Η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη, οπότε μάλλον άφησε ο ίδιος τον δράστη να μπει». «Ακόμα χειρότερα, αν είναι έτσι» είπε η Πάουλα. «Να σε σκοτώνει μέσα στο σπίτι σου κάποιος που γνωρίζεις». «Εδώ που τα λέμε, δεν είναι απαραίτητο να είναι γνωστός. Οι εφημερίδες γράφουν συνέχεια για άτομα που σου χτυπούν την πόρτα και θέλουν να δανειστούν το τηλέφωνό σου και μετά σου κλέβουν ό,τι έχεις και δεν έχεις». Ο Γιέστα κάρφωσε με το πιρούνι το τελευταίο κομμάτι ψάρι ογκρατέν από το κουτί του. «Ναι, αλλά αυτοί στοχεύουν ηλικιωμένους. Όχι κάποιον νέο και δυνατό σαν τον Ματς Σβερίν». «Δίκιο έχεις. Αλλά ας μην αποκλείουμε και αυτή την εκδοχή». «Ας περιμένουμε να δούμε τι έχουν βρει ο Μάρτιν και ο Πάτρικ». Η Πάουλα άφησε κάτω τα μαχαιροπίρουνα και σηκώθηκε. «Ένα καφεδάκι μετά το φαΐ;»

«Ναι, ευχαρίστως» είπε ο Γιέστα. Έδωσε κρυφά άλλο ένα μικρό κομμάτι κέικ στον Ερνστ και ανταμείφθηκε μ’ ένα υγρό γλείψιμο στο χέρι.

«Α, αυτό εδώ το χρειαζόμουν». Ο Έρλινγκ στέναξε βαθιά εκεί που ήταν ξαπλωμένος στον πάγκο του μασάζ. Τα δάχτυλα της Βίβιαν του έκαναν έμπειρες μαλάξεις κι εκείνος ένιωθε το πιάσιμο να υποχωρεί. Ήταν δύσκολο να έχεις τόσες ευθύνες όσες είχε αυτός. «Αυτή είναι η θεραπεία που θα προσφέρουμε;» έκανε εκείνος με το πρόσωπό του να ακουμπάει στην τρύπα του πάγκου του μασάζ. «Αυτό εδώ είναι το κλασικό μασάζ, οπότε θα υπάρχει κι αυτό. Έπειτα έχουμε το ταϊλανδικό μασάζ και τη θεραπεία με καυτές πέτρες. Θα μπορεί κανείς να επιλέξει επίσης, αν θέλει, μασάζ για ολόκληρο το σώμα ή για μερικές περιοχές του». Η Βίβιαν συνέχισε τις μαλάξεις ενώ μιλούσε με ήρεμη, νανουριστική φωνή. «Λαμπρά, απολύτως λαμπρά». «Έπειτα θα προσφέρουμε και κάποια έξτρα πράγματα, πέρα από τις βασικές μας προσφορές. Τρίψιμο με άλατα και

φύκια, φωτοθεραπεία, περιποίηση προσώπου με φύκια και πολλά άλλα. Θα υπάρχουν τα πάντα. Αλλά αυτά τα ξέρεις ήδη, υπάρχουν στο φυλλάδιο». «Ναι, αλλά αυτά ακούγονται σαν μελωδία στ’ αυτιά μου. Και από προσωπικό; Είναι όλοι στη θέση τους;» Ένιωθε υπνηλία από το μασάζ, από τον χαμηλό φωτισμό και από τη φωνή της Βίβιαν. «Το προσωπικό θα είναι σύντομα πλήρως καταρτισμένο. Ανέλαβα αυτό το κομμάτι της δουλειάς αυτοπροσώπως. Βρήκαμε πολύ καλά άτομα – νεαρά, ενθουσιώδη και φιλόδοξα». «Λαμπρά, λαμπρά» επανέλαβε ο Έρλινγκ και άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ικανοποίησης. «Θα έχει μεγάλη επιτυχία, το αισθάνομαι». – Μόρφασε ελαφρά όταν η Βίβιαν πίεσε ένα ευαίσθητο σημείο στη μέση του. «Είσαι πολύ σφιγμένος εδώ» είπε εκείνη και συνέχισε να τρίβει το πονεμένο μέρος. «Πονάει» είπε εκείνος και συνήλθε αμέσως. «Ο πόνος φεύγει με τον πόνο». Η Βίβιαν πίεσε δυνατότερα και ο Έρλινγκ άκουσε τον εαυτό του να βογκά. «Φοβερό αυτό το πιάσιμο που έχεις». «Οφείλεται σε αυτό που συνέβη με τον Ματς» είπε ο Έρλινγκ με ένταση στη φωνή. Τώρα τον πονούσε τόσο πολύ που ένιωθε να δακρύζει. «Η αστυνομία πέρασε από το

γραφείο μου το πρωί και έκανε μερικές ερωτήσεις. Είναι τρομερά αυτά που συνέβησαν». Η Βίβιαν σταμάτησε στη μέση μιας κίνησης. «Τι σε ρώτησαν;» Ευγνώμων που ο πόνος σταμάτησε προσωρινά τουλάχιστον, ο Έρλινγκ άρπαξε την ευκαιρία να πάρει μια βαθιά ανάσα. «Ρώτησαν γενικώς το πώς ήταν ο Ματς στη δουλειά. Τι ξέραμε γι’ αυτόν, αν έκανε καλά τη δουλειά του». «Και τι τους είπατε;» Η Βίβιαν είχε αρχίσει ξανά το μασάζ. Ευτυχώς είχε εγκαταλείψει το ευαίσθητο σημείο. «Μα δεν υπήρχε και τίποτα να τους πούμε. Ο Ματς ήταν ολιγόλογος, οπότε ποτέ δεν καταλάβαμε πραγματικά ποιος ήταν. Αλλά έλεγξα τη δουλειά του το απόγευμα και πρέπει να πω ότι τα είχε όλα σε απόλυτη τάξη. Αυτό με βοηθάει πολύ στη διαχείριση των οικονομικών μας μέχρι να βρούμε κάποιον άλλο». «Μια χαρά θα τα καταφέρεις κι εσύ». Η Βίβιαν έκανε τώρα μαλάξεις στον αυχένα του μ’ έναν τρόπο που έκανε τις τρίχες των χεριών του να σηκωθούν. «Δεν άφησε δηλαδή τίποτα πίσω του που θα μπορούσε να γεννήσει ερωτήματα;» «Όχι. Απ’ ό,τι είδα, όλα ήταν εντάξει».

Ένιωσε ότι ήταν ξανά έτοιμος να γλαρώσει. Τα δάχτυλα της Βίβιαν συνέχισαν τη δουλειά τους.

Ο Νταν καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και κοιτούσε με βλέμμα απλανές έξω από το παράθυρο. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία στο σπίτι. Τα παιδιά ήταν στο σχολείο ή στον παιδικό σταθμό. Είχε αρχίσει σιγά σιγά να δουλεύει ξανά, αλλά σήμερα είχε ρεπό. Θα προτιμούσε να ήταν στη δουλειά. Τελευταία τον έπιανε στομαχόπονος μόλις επέστρεφε στο σπίτι, μια που όλο το σπίτι τού θύμιζε αυτό που είχε χάσει. Όχι μόνο το παιδί, αλλά και τη ζωή που είχαν πριν από το δυστύχημα. Κατά βάθος είχε αρχίσει να πιστεύει ότι αυτό το είδος ζωής είχε χαθεί για πάντα – και τώρα δεν ήξερε πια τι να κάνει. Δεν ήταν του χαρακτήρα του αυτός ο τρόπος σκέψης, αλλά αυτή τη στιγμή ένιωθε παντελώς ανήμπορος και ήταν κάτι που το απεχθανόταν. Η καρδιά του πονούσε για την Έμμα και τον Άντριαν. Κι εκείνα δεν καταλάβαιναν εντελώς –ή ίσως να καταλάβαιναν ακόμα λιγότερο σε σχέση με τον ίδιο– γιατί η μητέρα τους καθόταν ξαπλωμένη εκεί, γιατί δεν μιλούσε μαζί τους, γιατί δεν τα φιλούσε και δεν κοιτούσε τις ζωγραφιές και τα άλλα πράγματα που είχαν κάνει στο σχολείο. Ήξεραν ότι η μαμά

τους είχε ένα δυστύχημα και ότι ο μικρός αδελφός τους είχε πάει στους ουρανούς. Αλλά το πώς αυτό έκανε τη μαμά να κείτεται ακίνητη και να κοιτάζει έξω από το παράθυρο δεν το καταλάβαιναν. Τίποτε από αυτά που έκανε ή έλεγε ο Νταν δεν μπορούσαν να γεμίσουν το κενό που άφηνε η Άννα. Καλός ο Νταν, αλλά εκείνα αγαπούσαν τη μαμά τους. Κάθε μέρα που περνούσε έκανε την Έμμα πιο λιγομίλητη και τον Άντριαν πιο επιθετικό. Και τα δύο αντιδρούσαν, αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Του είχαν τηλεφωνήσει αρκετές φορές από το νηπιαγωγείο, για να του πουν ότι ο Άντριαν χτυπούσε και δάγκωνε τα άλλα παιδιά. Και η δασκάλα της Έμμα είχε τηλεφωνήσει, για να τον ενημερώσει πόσο πολύ είχε αλλάξει, πόσο σιωπηλή ήταν στα μαθήματα σε σχέση με τη ζωντάνια και τη συμμετοχή που έδειχνε παλιότερα. Αλλά τι να έκανε; Την Άννα χρειάζονταν τα παιδιά, όχι αυτόν. Αυτός μπορούσε να παρηγορεί μόνο τις τρεις κόρες του. Έρχονταν συνεχώς κοντά του, τον ρωτούσαν, τον αγκάλιαζαν. Ήταν στενοχωρημένες και απορημένες, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο που ήταν η Έμμα και ο Άντριαν. Οι κόρες του ήταν άλλωστε με τη μητέρα τους, την Πενίλα, κάθε δεύτερη εβδομάδα και εκεί μπορούσαν να δραπετεύσουν από τη θλίψη που είχε πέσει τώρα σαν βαριά κουβέρτα πάνω στη δική του τη ζωή. Η Πενίλα ήταν μεγάλο στήριγμα. Το διαζύγιό τους δεν

έγινε χωρίς τριβές, αλλά μετά το δυστύχημα η Πενίλα αποδείχτηκε εξαιρετική. Και οφειλόταν σ’ εκείνη, κατά μεγάλο μέρος, το ότι η Λίσεν, η Μπελίντα και η Μάλιν τα είχαν καταφέρει τόσο καλά μέσα σε αυτή την κρίση. Η Έμμα και ο Άντριαν όμως δεν είχαν κανέναν άλλο. Η Ερίκα είχε, φυσικά, προσπαθήσει, αλλά είχε κι αυτή πολλά να κάνει με τα δίδυμα και δεν της ήταν εύκολο να τα προλαβαίνει όλα. Το καταλάβαινε αυτό και εκτιμούσε τη θέλησή της για βοήθεια. Τελικά, η Έμμα, ο Άντριαν και ο ίδιος ήταν εντελώς μόνοι όσον αφορούσε τον παραλυτικό φόβο τους για το τι θα συνέβαινε με την Άννα. Μερικές φορές αναρωτιόταν αν θα κειτόταν εκεί για την υπόλοιπη ζωή της κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Αν οι μέρες θα γίνονταν βδομάδες και χρόνια, με την Άννα να γερνά αργά και σταθερά ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ήξερε ότι τα έβλεπε όλα μαύρα όταν σκεφτόταν έτσι. Οι γιατροί τού είχαν πει ότι η Άννα θα έβγαινε σιγά σιγά από την κατάθλιψη οσονούπω, ότι κι αυτό θα έπαιρνε τον καιρό του. Το πρόβλημα ήταν μόνο πως ο Νταν δεν τους πίστευε. Είχαν περάσει πολλοί μήνες μετά το δυστύχημα και αισθανόταν ότι η Άννα απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Έξω από το παράθυρο στέκονταν μερικές παπαδίτσες και τσιμπολογούσαν τα μπαλάκια με το λίπος που είχαν επιμείνει να κρεμάσουν τα κορίτσια, παρά την εποχή. Τις ακολούθησε

με το βλέμμα και σκέφτηκε ζηλόφθονα πόσο ανέμελη πρέπει να ήταν η ζωή τους. Το να ενδιαφέρεσαι μόνο για τα πλέον βασικά: να τρως, να κοιμάσαι και να αναπαράγεσαι. Χωρίς συναισθήματα, χωρίς περίπλοκες σχέσεις. Χωρίς θλίψη. Η σκέψη του πήγε στον Μάτε. Η Ερίκα είχε τηλεφωνήσει και του είχε πει τι είχε συμβεί. Ο Νταν γνώριζε καλά τους γονείς του. Αυτός και ο Γκούναρ είχαν περάσει πολλές ώρες μαζί στο ψαροκάικο, και ο Γκούναρ μιλούσε πάντα για τον γιο του με περισσή περηφάνια. Ο Νταν ήξερε, άλλωστε, και τον Μάτε. Πήγαινε στην τάξη της Ερίκα στο σχολείο, σε άλλο τμήμα από αυτό του Νταν, αλλά ποτέ δεν είχαν κάνει παρέα. Η θλίψη του Γκούναρ και της Σίγκνε πρέπει να ήταν απίστευτα μεγάλη. Αυτή η σκέψη τον έκανε να δει τη δική της θλίψη με μια νέα ματιά. Αν πονούσε τόσο πολύ να χάσεις έναν γιο τον οποίο δεν είχες γνωρίσει ποτέ, πόσο πρέπει να πονούσε να χάσεις έναν γιο που τον παρακολουθούσες να μεγαλώνει μια ολόκληρη ζωή; Οι παπαδίτσες φτερούγισαν ξαφνικά και πέταξαν μακριά. Δεν πέταξαν όλες προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά σκόρπισαν προς όλα τα σημεία του ορίζοντα. Αμέσως μετά ο Νταν είδε τι τις έκανε να φύγουν τόσο απότομα. Η γάτα του γείτονα είχε έρθει κρυφά και τώρα είχε σταθεί και κοιτούσε ψηλά στο δέντρο. Αλλά αυτή τη φορά δεν θα έβρισκε φαγητό.

Ο Νταν σηκώθηκε. Δεν γινόταν να κάθεται συνεχώς εδώ. Έπρεπε να πάει να μιλήσει ξανά με την Άννα, μπας και κατάφερνε να την κάνει να ξυπνήσει, να αναστηθεί από τους νεκρούς. Ανέβηκε με αργά βήματα τη σκάλα.

«Πώς τα πήγες εσύ, Μάρτιν;» ρώτησε ο Πάτρικ γέρνοντας πίσω στην καρέκλα. Είχαν συναντηθεί όλοι ξανά για μια ενημέρωση στην κουζίνα του τμήματος. Ο Μάρτιν κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχω πολλά να πω. Βρήκα τους περισσότερους από αυτούς που δεν τους μιλήσαμε χτες, αλλά κανένας δεν είχε δει ή ακούσει κάτι. Εκτός ίσως…» – Ακούστηκε διστακτικός. «Ναι;» έκανε ο Πάτρικ, ενώ όλων τα βλέμματα στράφηκαν στον Μάρτιν. «Δεν ξέρω αν είναι κάτι σοβαρό. Ο γέρος δεν είναι εντελώς στα καλά του». «Για ν’ ακούσουμε». «Εντάξει. Αυτός ο γέρος που λέω –Γκριπ τον λένε– μένει στον ίδιο όροφο όπου έμενε ο Σβερίν. Φαίνεται, όπως είπα, να τα έχει λίγο χαμένα» –ο Μάρτιν χτύπησε με τον δείκτη του τον κρόταφό του– «και έχει ένα κάρο γάτες στο διαμέρισμα,

αλλά…» Πήρε βαθιά ανάσα. «Ο Γκριπ είπε ότι μία από τις γάτες του είχε δει ένα αυτοκίνητο νωρίς το πρωί του Σαββάτου. Δηλαδή την ίδια ώρα που ο γείτονας Λεάντερσον ξύπνησε από κάποιον ήχο που θα μπορούσε να είναι πυροβολισμός». Ο Γιέστα ρουθούνισε. «Δηλαδή μας λες ότι η γάτα είδε ένα αυτοκίνητο;» «Σιωπή, Γιέστα» είπε ο Πάτρικ. «Συνέχισε. Τι άλλο είπε;» «Αυτό μόνο. Δεν τον πήρα στα σοβαρά, σου είπα. Δεν ήταν εντελώς στα καλά του». «Από παιδί κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια» μουρμούρισε η Άνικα ενώ σημείωνε στο μπλοκ της. Ο Μάρτιν ανασήκωσε απογοητευμένος τους ώμους του. «Αυτό μόνο έμαθα εγώ, πάντως». «Καλή δουλειά, όπως και να ’χει» είπε ενθαρρυντικά ο Πάτρικ. «Δεν είναι εύκολη η δουλειά με τις ερωτήσεις πόρτα πόρτα. Οι άνθρωποι έχουν ακούσει και δει είτε υπερβολικά πολλά είτε απολύτως τίποτα». «Ναι, αυτή εδώ η δουλειά θα ήταν πραγματικά πολύ ευκολότερη χωρίς μάρτυρες» έκανε βλοσυρά ο Γιέστα. «Κι εσείς τι έχετε;» Ο Πάτρικ στράφηκε στον Γιέστα και στην Πάουλα, που κάθονταν ο ένας πλάι στον άλλο. Η Πάουλα κούνησε το κεφάλι.

«Ούτε εμείς έχουμε τίποτα, δυστυχώς. Ο Ματς Σβερίν δεν φαίνεται να είχε ιδιωτική ζωή, αν πιστέψουμε τα λόγια των συναδέλφων του. Καμία ιδιωτική ζωή που να γνωρίζουν εκείνοι, τουλάχιστον. Ποτέ δεν είχε μιλήσει για τα ενδιαφέροντά του, για φίλους ή σχέσεις με γυναίκες. Ωστόσο εκείνοι τον περιγράφουν ως ευχάριστο και κοινωνικό. Δύσκολο να τα ταιριάξεις αυτά». «Είχε αναφέρει τίποτα για τα χρόνια του στο Γέτεμποργ;» «Όχι, τίποτα». Ο Γιέστα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όπως είπε η Πάουλα, δεν πρέπει να μίλησε ποτέ για κάτι άλλο εκτός από δουλειά και για πιο γενικά πράγματα». «Ήξεραν οι συνάδελφοί του για τον ξυλοδαρμό του;» – Ο Πάτρικ σηκώθηκε και άρχισε να σερβίρει καφέ σε όλους. «Μπα, όχι ακριβώς» έκανε η Πάουλα. «Ο Ματς είπε ότι είχε πέσει από το ποδήλατο και ότι είχε νοσηλευτεί για λίγο στο νοσοκομείο. Δηλαδή δεν τους είπε ακριβώς την αλήθεια». «Και η δουλειά; Υπήρξαν ποτέ ερωτήματα σε αυτό τον τομέα;» – Ο Πάτρικ άφησε κάτω την κανάτα με τον καφέ. «Φαίνεται πως έκανε τέλεια τη δουλειά του. Έδειχναν όλοι ικανοποιημένοι μαζί του. Και πίστευαν επίσης ότι ήταν επιτυχία που είχαν βρει έναν οικονομολόγο με πείρα από το Γέτεμποργ για τη δουλειά. Εκτός αυτού, ήταν και ντόπιος». Ο

Γιέστα έφερε το φλιτζάνι στα χείλη του, αλλά κάηκε αμέσως. «Ω, τον διάολό μου!» «Οπότε δεν έχουμε κανένα ίχνος από εκεί, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν μπορέσαμε να βγάλουμε τίποτα» είπε η Πάουλα και φάνηκε εξίσου απογοητευμένη με τον Μάρτιν. «Ας αρκεστούμε σε αυτά προς το παρόν. Σίγουρα θα μας δοθεί η ευκαιρία να επισκεφθούμε ξανά τους μάρτυρες. Εγώ πήγα και μίλησα με τους γονείς του Ματς και κατέληξα σχεδόν στα ίδια συμπεράσματα μ’ εσάς. Ο Ματς δεν ανοιγόταν ούτε στους γονείς του, απ’ ό,τι φαίνεται. Αλλά έμαθα, εν πάση περιπτώσει, ότι μια παλιά του φιλενάδα βρίσκεται στο Γκρόχουερ έξω στο αρχιπέλαγος, και ο Γκούναρ πίστευε ότι ο Ματς θα πήγαινε να την επισκεφθεί. Θα της τηλεφωνήσω». Ο Πάτρικ άπλωσε τις φωτογραφίες του Ματς από το νοσοκομείο Σαλγκρένσκα στο τραπέζι. «Πήρα μαζί μου και αυτές εδώ». Οι φωτογραφίες έκαναν τον κύκλο του τραπεζιού. «Ιησού Χριστέ!» έκανε ο Μέλμπεργ. «Πρέπει να έφαγε το ξύλο της χρονιάς του!» «Ναι, αν κρίνουμε από τις φωτογραφίες, πρόκειται για πρόκληση σοβαρών σωματικών βλαβών. Δεν είναι, βεβαίως, απαραίτητο να έχει κάποια σχέση με τον φόνο, αλλά σκέφτηκα, εν πάση περιπτώσει, ότι θα έπρεπε να τις μελετήσουμε, να ζητήσουμε το ιστορικό από το νοσοκομείο,

να δούμε τι μπορεί να είναι γραμμένο σε ενδεχόμενη αναφορά της αστυνομίας. Επίσης πρέπει να μιλήσουμε με το προσωπικό της οργάνωσης για την οποία δούλευε ο Ματς. Το γεγονός ότι η οργάνωση βοηθούσε κακοποιημένες γυναίκες είναι επίσης ενδιαφέρον. Είναι άραγε πιθανό να βρούμε κάποιο κίνητρο εκεί; Το καλύτερο είναι να πάμε στο Γέτεμποργ και να μιλήσουμε με τα εμπλεκόμενα άτομα επιτόπου». «Είναι όμως απαραίτητο αυτό;» είπε ο Μέλμπεργ. «Δεν υπάρχει τίποτα που να δείχνει ότι δολοφονήθηκε για κάτι που συνέβη στο Γέτεμποργ. Πιθανώς να είναι κάτι τοπικό». «Αν σκεφτούμε ότι βρήκαμε πολύ λίγα πράγματα και ότι ο Σβερίν ήταν λιγομίλητος για τη ζωή του εκεί, νομίζω ότι είναι απολύτως δικαιολογημένη μια επίσκεψη στο Γέτεμποργ». Ο Μέλμπεργ συνοφρυώθηκε και φάνηκε να σκέφτεται. Φαινόταν να δυσκολεύεται να πάρει απόφαση. «Χμ, συμφωνούμε τότε» είπε τελικά. «Αλλά το καλύτερο θα είναι να βγει και κάτι από αυτό. Γιατί θα λείψεις, όπως φαίνεται, σχεδόν όλη τη μέρα αύριο». «Θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Εννοώ ότι σκέφτηκα να πάρω μαζί μου και την Πάουλα» διευκρίνισε ο Πάτρικ. «Και εμείς τι θα κάνουμε εν τω μεταξύ;» ρώτησε ο Μάρτιν.

«Εσύ και η Άνικα μπορείτε κάλλιστα να ελέγξετε τι λένε τα επίσημα αρχεία μας για τον Ματς Σβερίν. Είχε κάποιον κρυφό γάμο ή διαζύγιο; Είχε παιδιά; Είχε κάτι στην ιδιοκτησία του; Έχει ποινικό μητρώο; Όλα όσα μπορέσετε να βρείτε». «Θα το κάνουμε» είπε η Άνικα ρίχνοντας ένα βλέμμα στον Μάρτιν. «Και, Γιέστα…» Ο Πάτρικ σκέφτηκε. «Να τηλεφωνήσεις στον Τούρμπγιερν και να ρωτήσεις πότε μπορούμε να μπούμε στο διαμέρισμα του Σβερίν και να ρίξουμε μια ματιά. Πίεσέ τον επίσης για τα αποτελέσματα του τεχνικού ελέγχου. Έχουμε τόσο λίγα στοιχεία, που πρέπει να έχουμε κάποια αποτελέσματα το συντομότερο δυνατόν». «Βεβαίως» έκανε ο Γιέστα χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό. «Μπέρτιλ; Συνεχίζεις να κρατάς το οχυρό, έτσι δεν είναι;» «Απολύτως» είπε ο Μέλμπεργ και τεντώθηκε με καμάρι. «Είμαι πανέτοιμος για οποιαδήποτε έφοδο». «Καλώς. Ας πιάσουμε λοιπόν δουλειά πιο ανανεωμένοι αύριο». Ο Πάτρικ σηκώθηκε δίνοντάς τους να καταλάβουν ότι η σύσκεψη είχε λήξει. Ήταν απίστευτα κουρασμένος.

Η Νάταλι τινάχτηκε. Κάτι την είχε ξυπνήσει. Την είχε πάρει ο

ύπνος στον καναπέ και ονειρευόταν τον Μάτε. Ένιωθε ακόμη τη ζεστασιά του κορμιού του και την αίσθηση του ίδιου μέσα της, ακόμη άκουγε τη φωνή του, που ήταν τόσο ίδια κι απαράλλαχτη, τόσο καθησυχαστική. Αλλά εκείνος δεν φαινόταν να αισθάνεται το ίδιο – και τον καταλάβαινε. Ο Μάτε είχε αγαπήσει τη Νάταλι όπως ήταν τότε. Γιατί η τωρινή Νάταλι τον είχε απογοητεύσει. Δεν έτρεμε πια ούτε την πονούσαν οι αρθρώσεις της. Αλλά η ανησυχία υπήρχε εκεί. Της μυρμήγκιαζε τα πόδια και τα χέρια και την έκανε να γυροφέρνει στο σπίτι ενώ ο Σαμ την κοιτούσε με μάτια ορθάνοιχτα. Μακάρι να μπορούσε να εξηγήσει με ποιον τρόπο είχαν πάει όλα τόσο στραβά. Του είχε πει κάποια πράγματα όταν κάθισαν εκεί στο τραπέζι της κουζίνας. Του εκμυστηρεύτηκε πράγματα που μπορούσε να πει δυνατά. Αλλά δεν είχε καταφέρει να του μιλήσει για τον χειρότερο εξευτελισμό. Για τα πράγματα που είχε αναγκαστεί να κάνει και τα οποία την άλλαξαν εκ βάθρων. Δεν ήταν η ίδια πια, και το ήξερε. Ο Μάτε το είχε δει, είχε δει πόσο κατεστραμμένη και σάπια ήταν μέσα της. Η Νάταλι ανακάθισε. Ένιωθε σαν να μην μπορούσε να πάρει ανάσα. Τράβηξε τα γόνατα προς το στήθος της και τύλιξε γύρω τους τα χέρια της. Είχε πολλή ησυχία, αλλά ξαφνικά κάτι άρχισε να χτυπάει στο πάτωμα. Μια μπάλα, η

μπάλα του Σαμ. Κοίταξε την μπάλα καθώς κυλούσε αργά προς το μέρος της. Ο Σαμ δεν είχε παίξει με την μπάλα ούτε μία φορά από τότε που είχαν έρθει στο νησί. Να είχε άραγε ξυπνήσει και να είχε αρχίσει ξανά να παίζει; Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά γεμάτη ελπίδα, πριν αντιληφθεί ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Η πόρτα του δωματίου του Σαμ ήταν δεξιά της και η μπάλα είχε έρθει από την κουζίνα στ’ αριστερά. Σηκώθηκε αργά και πήγε στην κουζίνα. Για μια στιγμή την τρόμαξαν οι σκιές που κινούνταν σε τοίχους και ταβάνι, αλλά αυτός ο φόβος εξαφανίστηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε εμφανιστεί. Μια ηρεμία την τύλιξε. Δεν υπήρχε εδώ κανένας που να θέλει το κακό της. Το ένιωθε έντονα αυτό, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το πώς ή το γιατί. Ακούστηκε ένα ρουθούνισμα από μια σκοτεινή γωνιά της κουζίνας. Κοίταξε προς τα εκεί και πρόλαβε να το δει φευγαλέα. Ένα αγόρι. Αλλά πριν δει περισσότερα, εκείνο κινήθηκε ξανά. Έτρεξε προς την εξώπορτα κι εκείνη τον ακολούθησε χωρίς να το σκεφτεί. Άνοιξε απότομα την πόρτα, αισθάνθηκε τον άνεμο να τη μαστιγώνει, αλλά ήξερε καλά πως το αγόρι την ήθελε ξοπίσω του. Το αγόρι έτρεξε προς τον φάρο. Πού και πού κοιτούσε πίσω του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι εκείνη ήταν εκεί,

ακριβώς πίσω του. Ο άνεμος ανακάτωνε τα ξανθά του μαλλιά, ο ίδιος άνεμος κόντρα στον οποίο εκείνη έτρεχε και δεν την άφηνε να ανασάνει. Η πόρτα του φάρου ήταν βαριά, αλλά εδώ είχε μπει το παιδί τρέχοντας, άρα εδώ έπρεπε να μπει κι εκείνη. Όρμησε πάνω στην απότομη σκάλα, άκουγε το παιδί να κινείται εκεί πάνω, το άκουγε να χαχανίζει. Αλλά όταν έφτασε πάνω, το κυκλικό δωμάτιο ήταν άδειο. Όποιο κι αν ήταν, το παιδί είχε εξαφανιστεί ξανά.

«Πώς τα πάτε;» – Η Ερίκα πήγε πιο κοντά στον Πάτρικ στον καναπέ. Εκείνος είχε έρθει στο σπίτι εγκαίρως για το βραδινό, και τώρα τα παιδιά είχαν αποκοιμηθεί. Εκείνη τέντωσε μ’ ένα χασμουρητό τα πόδια της και τα έβαλε πάνω στο τραπεζάκι του καναπέ. «Κουρασμένη;» ρώτησε ο Πάτρικ. – Της χάιδεψε το μπράτσο ενώ είχε το βλέμμα στραμμένο στην τηλεόραση. «Τρομερά». «Πήγαινε να ξαπλώσεις τότε, αγάπη». – Τη φίλησε στο μάγουλο με μια αφηρημένη έκφραση. «Θα έπρεπε, αλλά δεν θέλω». Τον κοίταξε. «Χρειάζομαι κι

εγώ λίγο χρόνο ως ενήλικη, θέλω λίγο Πάτρικ και λίγες ειδήσεις στην τηλεόραση, για ν’ αντισταθμίσω όλες τις λερωμένες πάνες, τα φανελάκια με τα ξερατά και τις μωρουδίστικες κουβέντες». Ο Πάτρικ στράφηκε προς το μέρος της. «Είσαι καλά;» «Βέβαια» έκανε εκείνη. «Δεν νιώθω πια όπως με τη Μάγια. Αλλά καμιά φορά μπορεί και το απολαυστικό να εξελιχθεί σε υπερβολή». «Μετά το καλοκαίρι θα αναλάβω εγώ, για ν’ αρχίσεις να γράφεις». «Ναι, ξέρω. Έχουμε επίσης και τις καλοκαιρινές διακοπές ενδιάμεσα, πράγμα σπουδαίο. Αλλά μην ανησυχείς, απλώς είχα μια δύσκολη μέρα. Άλλωστε είναι τρομερό αυτό που συνέβη στον Μάτε. Στην πραγματικότητα δεν τον ήξερα, αλλά πηγαίναμε στην ίδια τάξη για αρκετό καιρό. Και στο γυμνάσιο και στο λύκειο». Σώπασε για λίγο. «Πώς πάει η έρευνα; Δεν μου απάντησες που σε ρώτησα». «Σέρνοντας». Ο Πάτρικ αναστέναξε. «Μιλήσαμε με τους γονείς του Ματς και πολλούς συναδέλφους του, αλλά φαίνεται πως ήταν μοναχικός τύπος. Κανένας δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον να μας πει για τον Ματς. Είτε ήταν ο πιο βαρετός άνθρωπος του κόσμου ή…» «Ή τι;» ρώτησε η Ερίκα.

«Ή υπάρχουν πράγματα που εμείς δεν τα γνωρίζουμε ακόμη». «Εμένα πάντως δεν μου έδινε την εντύπωση του βαρετού όταν πηγαίναμε σχολείο. Μάλλον πολύ κοινωνικό και χαρωπό θα τον έλεγα. Ήταν πραγματικά αγαπητός. Ένα από αυτά τα παιδιά που πίστευες ότι θα πετύχαινε στη ζωή, ό,τι κι αν έκανε». «Α, βέβαια, πήγαινες στην ίδια τάξη και με τη φιλενάδα του, έτσι δεν είναι;» έκανε ο Πάτρικ. «Τη Νάταλι; Ναι, πράγματι. Αλλά αυτή…» Η Ερίκα έψαχνε να βρει τη σωστή λέξη. «Είχα την εντύπωση ότι αυτή πίστευε πως ήταν κάτι παραπάνω από τους άλλους. Κάπου δεν κολλούσε στην όλη εικόνα. Μη νομίζεις, κι αυτή αγαπητή ήταν, και μαζί με τον Μάτε ήταν το τέλειο ζευγάρι. Αλλά εγώ είχα πάντα την αίσθηση πως εκείνος –πώς να το πω;– έτρεχε ξοπίσω της σαν κουταβάκι. Κουνούσε χαρούμενο την ουρά του και ήταν ευγνώμων όταν του έδινε προσοχή. Και κανένας δεν ξαφνιάστηκε όταν εκείνη σηκώθηκε και μετακόμισε στη Στοκχόλμη και άφησε εδώ τον Μάτε μόνο. Εκείνος ήταν συντετριμμένος, πιστεύω, αλλά ούτε κι αυτός ξαφνιάστηκε από τη φυγή της. Η Νάταλι δεν ήταν από εκείνες που θα μπορούσε να κρατήσει κάποιος, αυτή την εντύπωση έδινε. Καταλαβαίνεις τι λέω ή σου

φαίνονται μπερδεμένα όλα αυτά;» «Όχι, εντάξει, καταλαβαίνω». «Αλλά γιατί ρωτάς για τη Νάταλι; Στο λύκειο πήγαιναν μαζί. Και παρόλο που δεν μου αρέσει να το παραδέχομαι, έχει περάσει μια αιωνιότητα από τότε». «Η Νάταλι είναι εδώ». Η Ερίκα τον κοίταξε έκπληκτη. «Στη Φιελμπάκα; Μα έχει να έρθει ούτε ξέρω από πότε». «Ναι, αλλά, σύμφωνα με τους γονείς του Ματς, αυτή και ο γιος της είναι πέρα σ’ εκείνο το νησί που ανήκε στην οικογένειά της». «Στο Γκαστχόλμεν;» Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Ναι, έτσι το λένε, αλλά δεν έχει ένα διαφορετικό, κανονικό όνομα;» «Γκρόχουερ» είπε η Ερίκα. «Αλλά οι περισσότεροι εδώ γύρω το λένε Γκαστχόλμεν, Νησί των Στοιχειών. Λέγεται ότι οι νεκροί…» «… δεν φεύγουν ποτέ από το νησί» συμπλήρωσε ο Πάτρικ και χαμογέλασε. «Ευχαριστώ πολύ, έχω υπόψη μου τις δεισιδαιμονίες των κατοίκων της κομητείας Μπουχούς». «Και πώς είσαι σίγουρος ότι πρόκειται για δεισιδαιμονία; Περάσαμε κάποτε μια νύχτα εκεί και μετά τουλάχιστον εγώ και η μισή τάξη ήμασταν πεπεισμένοι ότι υπήρχαν

φαντάσματα εκεί πέρα. Υπήρχε μια απίστευτα αλλόκοτη ατμόσφαιρα στο νησί· είδαμε και ακούσαμε αρκετά, ώστε ορκιστήκαμε να μην ξαναπεράσουμε ούτε μισή νύχτα εκεί στη ζωή μας». «Δεν δίνω και πολλή βάση στις φαντασίες των εφήβων». Η Ερίκα τού έχωσε μια αγκωνιά στα πλευρά. «Μη γίνεσαι ξεροκέφαλος τώρα. Κάνα φαντασματάκι εδώ κι εκεί κάνει τη ζωή μας πιο ζωντανή». «Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι. Όπως και να ’χει, πρέπει να μιλήσω με τη Νάταλι. Οι γονείς του Ματς πίστευαν ότι θα πήγαινε στο νησί να της πει ένα γεια, αλλά δεν ήξεραν αν το έκανε τελικά. Αν και είχε περάσει πολύς καιρός, ένιωθαν ακόμη κοντά ο ένας στον άλλο και ίσως εκείνος να είπε περισσότερα στη Νάταλι για τη ζωή του…» Ο Πάτρικ ακουγόταν σαν να σκεφτόταν φωναχτά. «Τότε θα σε ακολουθήσω κι εγώ» είπε η Ερίκα. «Ειδοποίησέ με πότε θέλεις να πας και θα ζητήσουμε από τη μαμά σου να κρατήσει τα παιδιά. Η Νάταλι δεν σε ξέρει εσένα» πρόσθεσε πριν προλάβει ο Πάτρικ να διαμαρτυρηθεί «αλλά εκείνη κι εγώ ήμασταν τουλάχιστον συμμαθήτριες, έστω κι αν δεν ήμασταν ποτέ φίλες. Ίσως μπορέσω να βοηθήσω να την κάνουμε να μιλήσει». «Εντάξει» έκανε απρόθυμα ο Πάτρικ. «Αλλά αύριο θα

πάω στο Γέτεμποργ, οπότε θα πάμε την Παρασκευή». «Σύμφωνοι» είπε η Ερίκα και κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του.

Φιελμπάκα 1870

«Σας άρεσε το φαγητό;» Η Έμελι ρωτούσε κάθε φορά που έτρωγαν, παρόλο που ήξερε ότι θα έπαιρνε την ίδια απάντηση. Ένα γρύλισμα από τον Καρλ και ένα από τον Γιούλιαν. Η διατροφή τους στο νησί μπορεί να ήταν κάπως μονότονη, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Τα περισσότερα που κατέληγαν στο τραπέζι τους προέρχονταν από τις ψαριές του Καρλ και του Γιούλιαν. Επρόκειτο για σκουμπρί και γλώσσα, κυρίως. Και επειδή δεν της είχε επιτραπεί ακόμη να τους ακολουθήσει στη Φιελμπάκα, εκεί όπου οι άλλοι δύο πήγαιναν δύο φορές τον μήνα, είχαν και τα ψώνια τις ελλείψεις τους. «Καρλ, ξέρεις, αναρωτιέμαι…» Η Έμελι άφησε κάτω τα μαχαιροπίρουνα, δίχως να έχει καν αρχίσει το φαγητό. «Δεν

μπορώ να έρθω κι εγώ στη Φιελμπάκα αυτή τη φορά; Δεν έχω δει κόσμο εδώ και πολύ καιρό και θα ήταν μεγάλη μου χαρά να μπορέσω να έρθω κι εγώ απέναντι για λίγο». «Δεν γίνεται αυτό». Ο Γιούλιαν είχε εκείνη τη μαυρίλα στα μάτια που είχε πάντα όταν την κοιτούσε. «Με τον Καρλ μιλούσα» απάντησε εκείνη ήρεμα, αν και ένιωθε την καρδιά να χοροπηδά άγρια στο στήθος της – ήταν η πρώτη φορά που είχε τολμήσει να του αντιμιλήσει. Ο Γιούλιαν ρουθούνισε και κοίταξε τον Καρλ. «Άκουσες; Είναι απαραίτητο να υφίσταμαι και τέτοια από την κυρά σου;» Ο Καρλ κοίταξε κουρασμένος το πιάτο του. «Δεν μπορούμε να σε πάρουμε μαζί μας» είπε – και ήταν φανερό πως θεωρούσε ότι είχε λήξει η κουβέντα. Αλλά η μοναξιά είχε αρχίσει να θέτει σε σοβαρή δοκιμασία τα νεύρα της Έμελι κι εκείνη δεν μπόρεσε να σταματήσει. «Γιατί δεν μπορείτε; Χώρο στη βάρκα έχετε, κι εγώ θα έκανα πολύ καλύτερα τα ψώνια, ώστε να τρώμε και κάτι άλλο από σκουμπρί με πατάτες μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει. Δεν θα ήταν καλό αυτό;» Ο Γιούλιαν είχε αλλάξει χρώμα από το κακό του. Συνέχι σε να κρατά το βλέμμα του καρφωμένο στον Καρλ, ο οποίος σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι.

«Δεν θα έρθεις μαζί μας και εδώ η κουβέντα σταματάει». Φόρεσε το πανωφόρι του και βγήκε έξω στον μαινόμενο άνεμο. Κοπάνησε την πόρτα πίσω του. Αυτή ήταν η συμπεριφορά του από εκείνη τη νύχτα που είχε προσπαθήσει να τον πλησιάσει. Η αδιαφορία του είχε αντικατασταθεί από κάτι που έμοιαζε πιο πολύ με την απέχθεια, την αηδία που έδειχνε απέναντί της ο Γιούλιαν, μια μοχθηρία την οποία ούτε καταλάβαινε και από την οποία ούτε μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ήταν λοιπόν τόσο τρομερό αυτό που είχε κάνει; Ήταν τόσο αποκρουστική, τόσο απεχθής; Η Έμελι προσπάθησε να θυμηθεί πώς ήταν τα πράγματα τότε που είχε ζητήσει το χέρι της. Είχε γίνει τόσο ξαφνικά, αλλά σίγουρα υπήρχε θέρμη και επιθυμία στη φωνή του. Ή μήπως της είχε φανεί έτσι επειδή το ήθελε έτσι; Έριξε το βλέμμα της κάτω, στην επιφάνεια του τραπεζιού. «Ορίστε, δες τι έκανες τώρα». Ο Γιούλιαν πέταξε τα μαχαιροπίρουνα στο πιάτο με θόρυβο. «Γιατί μου φέρεσαι με αυτό τον τρόπο; Δεν σου έχω κάνει κανένα κακό». Η Έμελι δεν μπορούσε να καταλάβει από πού αντλούσε όλο αυτό το θάρρος, αλλά ήταν σαν να έπρεπε να βγάλει από μέσα της αυτό που ένιωθε σαν βάρος αφόρητο στο στήθος.

Ο Γιούλιαν δεν απάντησε. Την κοίταξε μόνο με θεοσκότεινο βλέμμα, σηκώθηκε και βγήκε να βρει τον Καρλ. Μερικά λεπτά αργότερα είδε τη βάρκα να φεύγει από την αποβάθρα και να κατευθύνεται προς τη Φιελμπάκα. Στην πραγματικότητα, μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν την έπαιρναν μαζί τους. Η συντροφιά μιας συζύγου δεν ήταν επιθυμητή στην ταβέρνα της Άμπελα στο νησί Φλουρέ, εκεί που συνήθιζαν να καταλήγουν στα πέρα δώθε τους. Θα επέστρεφαν πριν από το σούρουπο, πάντα προλάβαιναν να επιστρέφουν έγκαιρα για να ανάβουν τον φάρο. Η πόρτα ενός ντουλαπιού χτύπησε απότομα και η Έμελι τινάχτηκε από τη θέση της. Δεν πίστευε ότι αυτό γινόταν με πρόθεση να την τρομάξει, αλλά εκείνη τρόμαζε. Η εξώπορτα ήταν κλειστή, οπότε δεν δημιουργούνταν ρεύμα που θα μπορούσε να εξηγήσει το χτύπημα. Στάθηκε απολύτως ακίνητη, αφουγκράστηκε και κοίταξε γύρω της. Τίποτα δεν φαινόταν, δεν υπήρχε κανείς εκεί. Αλλά άκουγε έναν απόμακρο, υπόκωφο ήχο όταν αφουγκραζόταν προσεκτικά. Ήταν ο ήχος αναπνοών, ανάλαφρων, σταθερών αναπνοών, και ήταν αδύνατον να πεις από πού προέρχονταν. Ήταν σαν να προέρχονταν από το ίδιο το σπίτι. Η Έμελι προσπάθησε ν’ ακούσει τι ήθελαν. Αλλά ξαφνικά σίγησαν και επικράτησε ξανά απόλυτη σιωπή. Οι σκέψεις της Έμελι επέστρεψαν στον Καρλ και στον

Γιούλιαν και με βαριά καρδιά καταπιάστηκε με το πλύσιμο των πιάτων. Ήταν καλή σύζυγος, κι όμως ό,τι έκανε θεωρούνταν λαθεμένο. Ένιωθε αφόρητα μόνη. Και ταυτόχρονα δεν ήταν. Είχε αρχίσει να νιώθει όλο και περισσότερο την παρουσία τους στο νησί. Άκουγε πράγματα, ένιωθε πράγματα, όπως μόλις πριν. Και δεν φοβόταν πια. Δεν ήθελαν το κακό της. Καθώς στεκόταν σκυφτή πάνω από τη λεκάνη με τα άπλυτα πιάτα, με τα δάκρυα να τρέχουν στο βρόμικο νερό, ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της. Ένα χέρι παρηγοριάς. Δεν γύρισε να κοιτάξει. Ήξερε ότι δεν θα έβλεπε κανέναν εκεί.

Η Πάουλα τεντώθηκε στο κρεβάτι και το χέρι της

άγγιξε τα μαλλιά της Γιοχάνα. Το άφησε εκεί. Η επαφή τη γέμισε ανησυχία. Τους τελευταίους μήνες, όταν αγγίζονταν, ένιωθε σαν να άγγιζε μια ξένη. Δεν γινόταν πλέον αυθόρμητα, αλλά ήταν σαν να έπρεπε να το αποφασίσουν να το κάνουν. Αγαπιόνταν, αλλά είχαν γίνει όλα πολύ παράξενα. Στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο μόνο για τους τελευταίους μήνες. Αν η Πάουλα ήθελε να είναι ειλικρινής, έπρεπε να παραδεχτεί ότι όλο αυτό ξεκίνησε όταν γεννήθηκε ο Λίο. Τον περίμεναν πώς και πώς και είχαν παλέψει πραγματικά να τον αποκτήσουν. Είχαν πιστέψει πως ένα παιδί θα έκανε τον έρωτά τους ισχυρότερο. Και από μιαν άποψη είχε γίνει κι αυτό, αλλά από μιαν άλλη όχι. Εκείνη δεν πίστευε ότι είχε αλλάξει τόσο πολύ, ήταν η ίδια. Αντιθέτως η Γιοχάνα είχε περιβληθεί απόλυτα τον ρόλο της μητέρας και είχε αρχίσει επίσης να επιδεικνύει ένα σύμπλεγμα ανωτερότητας. Ήταν σαν να μη μετρούσε πια η Πάουλα ή, εν πάση περιπτώσει, σαν να μετρούσε περισσότερο η Γιοχάνα,

μια που αυτή είχε γεννήσει τον Λίο. Αυτή ήταν η βιολογική μητέρα του Λίο. Κανένα από τα γονίδια της Πάουλα δεν υπήρχε στον Λίο, μόνο η αγάπη που είχε νιώσει γι’ αυτόν όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της Γιοχάνα, η οποία είχε ενισχυθεί υπέρμετρα όταν γεννήθηκε και τον κράτησε στα χέρια της. Ένιωθε μαμά του Λίο όσο και η Γιοχάνα. Το πρόβλημα ήταν ότι η Γιοχάνα δεν συμμεριζόταν αυτό το συναίσθημα, έστω κι αν η Πάουλα δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Η Πάουλα άκουσε τη μητέρα της να κάνει δουλειές στην κουζίνα και να μιλάει ταυτόχρονα με τον Λίο. Είχαν τακτοποιηθεί όλα μια χαρά. Η Ρίτα ήταν πρωινός τύπος και αναλάμβανε ευχαρίστως το παιδί, ώστε η Πάουλα και η Γιοχάνα να μπορούν να κοιμούνται λίγο παραπάνω. Και τώρα που η αστυνομική έρευνα δεν επέτρεπε στην Πάουλα να πάρει μητρική άδεια και να δουλεύει μειωμένο ωράριο, η Ρίτα είχε αναλάβει τη φροντίδα του μικρού και όλα ήταν καλά καμωμένα. Ακόμα και ο Μπέρτιλ, προς έκπληξη όλων, είχε δείξει προθυμία να σηκώνεται νωρίς και να βοηθάει. Αλλά τελευταία η Γιοχάνα επέκρινε όλο και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο φρόντιζε τον γιο τους η Ρίτα. Κανένας άλλος δεν γνώριζε, κατά την άποψή της, πώς έπρεπε να ανατραφεί ο Λίο. Μ’ έναν αναστεναγμό η Πάουλα έφερε τα πόδια της στην

άκρη του κρεβατιού. Η Γιοχάνα κουνήθηκε λίγο, αλλά δεν ξύπνησε. Η Πάουλα έσκυψε μπροστά και παραμέρισε μια τούφα μαλλιών από το πρόσωπο της Γιοχάνα. Ήταν πάντα σίγουρη ότι αυτό που μοιράζονταν ήταν σταθερό και αταλάντευτο. Αλλά αυτό είχε αλλάξει τώρα πια. Και αυτή η σκέψη τη φόβιζε. Αν έχανε τη Γιοχάνα, θα έχανε και τον Λίο. Η Γιοχάνα δεν θα έμενε με τίποτα στο Τανουμσχέντε – και η Πάουλα δεν σκεφτόταν να μετακομίσει από εδώ. Της άρεσε αυτή η μικρή κοινωνία, με τη δουλειά της και με τους συναδέλφους της. Το μόνο που δεν της άρεσε ήταν το πώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα μεταξύ εκείνης και της Γιοχάνα. Παρ’ όλα αυτά, περίμενε πώς και πώς να πάει στο Γέτεμποργ με τον Πάτρικ σήμερα. Κάτι με τον Ματς Σβερίν κέντριζε την περιέργειά της. Ήθελε να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Εντελώς ενστικτωδώς ένιωθε πως η απάντηση για το ποιος τον είχε πυροβολήσει στο κεφάλι βρισκόταν στο παρελθόν του, σε όλα εκείνα για τα οποία δεν μιλούσε. «Καλημέρα» είπε η Ρίτα όταν η Πάουλα μπήκε στην κουζίνα. Ο Λίο καθόταν στο παιδικό του καρεκλάκι. Τέντωσε τα χεράκια του προς την Πάουλα κι εκείνη τον πήρε στην αγκαλιά της και τον έσφιξε. «Καλημέρα».

Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας με τον Λίο στα γόνατα. «Πρωινό;» «Ναι, ευχαρίστως. Πεινάω σαν λύκος». «Αυτό λύνεται». Η Ρίτα είχε βάλει ένα αυγό μάτι σ’ ένα πιάτο, το οποίο άφησε μπροστά στην Πάουλα. «Μας κακομαθαίνεις, μαμά». Η Πάουλα έπιασε παρορμητικά τη μητέρα της από τη μέση και ακούμπησε το κεφάλι πάνω της. «Και το κάνω μάλιστα με μεγάλη μου χαρά, καρδιά μου. Το ξέρεις αυτό». Η Ρίτα την αγκάλιασε κι αυτή και φίλησε ταυτόχρονα το κεφαλάκι του Λίο. Ο Ερνστ εμφανίστηκε μ’ ένα νωχελικό περπάτημα, γεμάτος προσδοκία και πήγε και άραξε δίπλα στην Πάουλα και στον Λίο. Πριν καλά καλά προλάβει να αντιδράσει κάποιος, ο Λίο άρπαξε το αυγό και το πέταξε στον Ερνστ, ο οποίος το καταβρόχθισε πανευτυχής. Ικανοποιημένος που είχε ταΐσει τον αγαπημένο του σκύλο, ο Λίο χτύπησε παλαμάκια επικροτώντας την πράξη του. «Μικρέ μου απατεώνα» έκανε η Ρίτα και αναστέναξε. «Πάντως πολύ θα παραξενευόμουν, αν αυτό το σκυλί δεν πέθαινε από το πάχος σε μικρή ηλικία». Στράφηκε προς την κουζίνα και έριξε άλλο ένα αυγό στο

τηγάνι. «Πώς τα πάτε, αλήθεια;» είπε κατόπιν χαμηλόφωνα, δίχως να κοιτάζει την Πάουλα. «Τι εννοείς;» έκανε η Πάουλα, αν και ήξερε πάρα πολύ κατά τι εννοούσε η Ρίτα. «Εσύ και η Γιοχάνα. Είναι όλα εντάξει;» «Βέβαια, απλώς έχουμε και οι δύο πολλά να κάνουμε στη δουλειά». Η Πάουλα κοίταξε τον Λίο, για να μην την προδώσει το βλέμμα της σε περίπτωση που η Ρίτα στρεφόταν προς το μέρος της. «Είναι–» Η Ρίτα δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει τη φράση της. «Σερβίρεται πρωινό εδώ;» Ο Μέλμπεργ μπήκε στην κουζίνα νωχελικά μόνο με το σλιπ. Έξυσε ικανοποιημένος την κοιλιά του και κάθισε στο τραπέζι. «Μόλις είπα στη μαμά ότι μας κακομαθαίνει» είπε η Πάουλα, ανακουφισμένη που άλλαζε θέμα συζήτησης. «Αλήθεια, αλήθεια» έκανε ο Μέλμπεργ κοιτάζοντας με άπληστο βλέμμα το αυγό στο τηγάνι. Η Ρίτα κοίταξε ερωτηματικά την Πάουλα, που έγνεψε καταφατικά.

«Καλύτερα να φάω ένα σάντουιτς με μονό ψωμί». Η Ρίτα έβαλε το αυγό σ’ ένα πιάτο. Ο Ερνστ το παρακολουθούσε, έφυγε από την Πάουλα και πήγε στα πόδια του Μέλμπεργ. Μπορεί να στεκόταν ξανά τυχερός. «Πρέπει να φύγω» είπε η Πάουλα αφού καταβρόχθισε ένα μεγάλο σάντουιτς με μονό ψωμί. «Εγώ κι ο Πάτρικ θα πάμε στο Γέτεμποργ σήμερα». Ο Μέλμπεργ έγνεψε καταφατικά. «Καλή τύχη. Φέρε μου εδώ τον μικρό τώρα, να τον χαρώ κι εγώ λίγο». Όταν η Πάουλα βγήκε από την κουζίνα, είδε με την άκρη του ματιού της τον Λίο να πετάει με μια ταχύτατη κίνηση το αυγό κάτω στον Ερνστ. Για μερικούς ετούτη η μέρα ξεκινούσε υπέροχα.

Με τα δίδυμα αφημένα σε μια μαλακή κουβέρτα, η Ερίκα ανέβηκε γρήγορα στη σοφίτα. Δεν ήθελε να τα αφήσει μόνα τους περισσότερο από μερικά λεπτά, οπότε ανέβηκε τη στενή σκάλα σχεδόν τρέχοντας. Μόλις έφτασε εκεί πάνω, αναγκάστηκε να σταματήσει, για να πάρει ανάσα. Έπειτα από λίγο ψάξιμο βρήκε το σωστό κιβώτιο. Τραβώντας το προσεκτικά, κατέβηκε πισωπατώντας τη

σκάλα της σοφίτας, ενώ προσπαθούσε να ισορροπήσει το βαρύ χαρτοκιβώτιο στην αγκαλιά της. Τα αγοράκια δεν φαίνονταν να έχουν παρατηρήσει την απουσία της όταν ξαναπήγε κοντά τους. Κάθισε στον καναπέ, απίθωσε το κιβώτιο δίπλα της και άρχισε να βγάζει το περιεχόμενό του και να το τοποθετεί στο τραπεζάκι του καναπέ. Αναρωτήθηκε πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχε ξαναδεί αυτά τα αντικείμενα. Σχολικά λευκώματα, φωτογραφικά άλμπουμ, καρτ ποστάλ και γράμματα κάλυψαν σύντομα την επιφάνεια του τραπεζιού. Ήταν σκονισμένα και μεγάλο μέρος των αρχικών τους χρωμάτων και της ευκρίνειάς τους είχε χαθεί. Αυτό την έκανε να νιώσει πολύ μεγάλη σε ηλικία. Έπειτα από μερικά λεπτά είχε βρει αυτό που έψαχνε. Ένα σχολικό λεύκωμα κι ένα φωτογραφικό άλμπουμ. Έγειρε πίσω στον καναπέ και άρχισε να τα ξεφυλλίζει. Το λεύκωμα ήταν ασπρόμαυρο και πολυχρησιμοποιημένο. Ορισμένα πρόσωπα ήταν διαγραμμένα, άλλα είχαν έναν κύκλο γύρω τους, ανάλογα με το ποιος ήταν μισητός και ποιος αγαπητός. Εδώ κι εκεί έβλεπες μερικά σχόλια. Όμορφος, όμορφη, χαριτωμένος, χαριτωμένη, χαζός, χαζή. Η εφηβεία της δεν ήταν περίοδος για την οποία ήταν ιδιαίτερα περήφανη, κι όταν έφτασε στη σελίδα με τη δική της σχολική φωτογραφία, κοκκίνισε. Θεέ και Κύριε, ήταν όντως έτσι; Με τέτοιο χτένισμα και με αυτά τα ρούχα; Σίγουρα αυτός ήταν ο λόγος που δεν

είχε κοιτάξει αυτές τις φωτογραφίες εδώ και πάρα πολύ καιρό. Πήρε βαθιά ανάσα και μελέτησε τον εαυτό της πιο διεξοδικά. Αν έκρινε κανείς από τη φωτογραφία, πρέπει να είχε τραβηχτεί όταν διήνυε την περίοδο Φάρα Φόσετ. Τα μαλλιά της μακριά και κατάξανθα, περασμένα με θερμαινόμενη τσιμπίδα κατσαρώματος, ώστε να σχηματίζονται μπούκλες που κατέληγαν προς τα έξω. Τα γυαλιά κάλυπταν το μισό πρόσωπο – έστειλε σιωπηλά ένα ευχαριστώ σε όποιον είχε ανακαλύψει τους φακούς επαφής. Την έπιασε ξαφνικά στομαχόπονος. Υπήρχε τόσο πολύ άγχος που συνδεόταν μ’ εκείνη την εποχή, με τα χρόνια τα γυμνασιακά. Η αίσθηση ότι δεν ταίριαζε στη γενικότερη εικόνα, ότι δεν ανήκε εκεί. Η μόνιμη αναζήτηση για κάτι που θα της έδινε το δικαίωμα εισόδου στον κύκλο των ιν και κουλ. Είχε προσπαθήσει. Είχε μιμηθεί χτενίσματα και ντυσίματα, είχε χρησιμοποιήσει τις ίδιες εκφράσεις και διατυπώσεις μ’ εκείνες τις κοπέλες της τάξης στις οποίες επιθυμούσε να μοιάσει. Κοπέλες σαν τη Νάταλι. Αλλά δεν τα είχε καταφέρει ποτέ. Βέβαια, δεν ανήκε και στις κοπέλες που προκαλούσαν παντελή αδιαφορία, δεν ήταν καμιά από εκείνες που υφίσταντο τα πειράγματα και που έκαναν τα πάντα λάθος, με αποτέλεσμα να γνωρίζουν επίσης

ενστικτωδώς ότι δεν είχε νόημα να προσπαθούν. Όχι, ανήκε στην αόρατη, βαρετή μάζα των άλλων. Οι μόνοι που της έδιναν σημασία ήταν οι καθηγητές, αυτοί την ενθάρρυναν και την εκτιμούσαν. Αλλά αυτό δεν ήταν δα και καμιά μεγάλη παρηγοριά. Ποιος ήθελε να είναι πρώτος μαθητής; Ποιος ήθελε να είναι Ερίκα, ενώ μπορούσε να είναι Νάταλι; Κοίταξε τη Νάταλι στη σχολική φωτογραφία της τάξης τους. Καθόταν μπροστά, με το ένα πόδι ανέμελα πάνω στο άλλο. Όλοι οι άλλοι είχαν πάρει την απαραίτητη πόζα, αλλά η Νάταλι φαινόταν σαν να είχε απλώς πέσει εκεί με αλεξίπτωτο και κάθισε εκεί που καθόταν. Κι όμως τα βλέμματα όλων πήγαιναν πάνω της. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά, μέχρι τη μέση. Λαμπερά και ίσια, χωρίς μπούκλες, ώστε να μπορεί να τα κάνει πίσω και να κάνει αλογοουρά δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια. Όλα όσα έκανε η Νάταλι φαίνονταν να γίνονται δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια. Ήταν το πρωτότυπο και όλοι οι άλλοι ήταν αντίγραφα. Στη φωτογραφία ο Μάτε στεκόταν πίσω της. Ήταν πριν τα φτιάξουν, αλλά ήδη τότε φαινόταν –τώρα που το σκεφτόταν κανείς έχοντας όλα τα δεδομένα ανά χείρας– ότι η σχέση τους ήταν καθ’ οδόν. Γιατί το βλέμμα του Μάτε δεν ήταν στραμμένο στην κάμερα, όπως το βλέμμα όλων των άλλων. Η κάμερα τον είχε συλλάβει σε μια στιγμή που λοξοκοιτούσε τη Νάταλι, τα υπέροχα μακριά μαλλιά της. Η Ερίκα δεν

θυμόταν αν είχε καταλάβει τότε ότι ο Μάτε ήταν ερωτευμένος με τη Νάταλι, αλλά είχε σίγουρα καταλάβει ότι όλα τα αγόρια ήταν ερωτευμένα μαζί της. Οπότε δεν υπήρχε λόγος να πιστεύει ότι ο Μάτε θα αποτελούσε εξαίρεση. Πόσο όμορφος ήταν, σκέφτηκε η Ερίκα εκεί που καθόταν και κοιτούσε τη φωτογραφία. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε κάνει και τότε την ίδια σκέψη, αλλά μάλλον τότε την απασχολούσε ο έρωτάς της για τον Γιούχαν, ένα αγόρι από άλλο τμήμα, για το οποίο έτρεφε έναν άκρως ανεκπλήρωτο έρωτα σε όλα τα γυμνασιακά χρόνια. Ο Μάτε ήταν όντως πολύ χαριτωμένος, μπορούσε να το δει τώρα. Ξανθός, με ελαφρώς ατημέλητα μαλλιά, αρκετά ψηλός, μ’ ένα σοβαρό βλέμμα που πραγματικά της άρεσε. Ήταν λίγο ψηλόλιγνος, αλλά όλα τα αγόρια σε αυτή την ηλικία έτσι ήταν. Εν πάση περιπτώσει, δεν είχε ιδιαίτερες αναμνήσεις από τον Μάτε στο γυμνάσιο. Δεν ανήκε στην παρέα του. Εκείνος ήταν από τους δημοφιλείς, δίχως ωστόσο να κάνει και πολύ θόρυβο γύρω από τον εαυτό του. Όχι όπως κάποια άλλα δημοφιλή αγόρια που ήταν καυχησιάρικα, φωνακλάδικα και πολύ απασχολημένα με τον εαυτό τους και τη φήμη τους στον μικρόκοσμο όπου βασίλευαν. Ο Μάτε ωστόσο ήταν δημοφιλής χωρίς να κάνει τίποτε από όλα αυτά. Η Ερίκα άφησε το σχολικό λεύκωμα και πήρε το άλμπουμ

με τις φωτογραφίες. Φωτογραφίες από τα γυμνασιακά χρόνια, από σχολικές εκδρομές, από γιορτές για το τέλος μιας σχολικής χρονιάς, από μερικά πάρτι στα οποία της είχαν επιτρέψει οι γονείς της να πάει. Είδε τη Νάταλι σε πολλές από αυτές τις φωτογραφίες. Βρισκόταν πάντοτε στο κέντρο των γεγονότων. Ήταν λες και ο φωτογραφικός φακός έψαχνε πάντα εκείνη. Διάβολε, πόσο όμορφη ήταν, σκέφτηκε η Ερίκα κι έπιασε τον εαυτό της να θέλει τώρα τη Νάταλι παχουλή και με κάποια βολική κόμμωση θείτσας. Κάτι πάνω σ’ εκείνη την κοπέλα ξυπνούσε σε όλους επιθυμία και φθόνο. Όλες θα ήθελαν να ήταν σαν εκείνη και η αμέσως επόμενη επιθυμία ήταν να είναι φίλες της. Η Ερίκα δεν ήταν ποτέ τίποτε από τα δύο. Ούτε υπήρχε σε καμία από τις φωτογραφίες. Βέβαια, η Ερίκα ήταν αυτή που κρατούσε τη φωτογραφική μηχανή, αλλά κανείς δεν είχε προσφερθεί να την πάρει, ώστε να φωτογραφηθεί κι εκείνη. Ήταν αόρατη. Κρυμμένη πίσω από τον φακό, να τραβάει σιωπηλή φωτογραφίες από σκηνές στις οποίες θα ήθελε να συμμετέχει. Η πίκρα που ένιωθε την ενοχλούσε. Ότι οι αναμνήσεις από εκείνη την εποχή τη μείωναν τόσο και την έκαναν να νιώθει σαν την κοπελίτσα που ήταν, αντί να της θυμίζουν τη γυναίκα που είχε γίνει. Ήταν μια επιτυχημένη συγγραφέας, είχε έναν ευτυχισμένο γάμο και τρία υπέροχα παιδιά, ένα όμορφο σπίτι και καλούς φίλους. Κι όμως ένιωθε τη ζήλια από εκείνη την

εποχή να πλημμυρίζει το είναι της, το ίδιο και την επιθυμία να ανήκει κάπου τότε, όπως και τον αφόρητο πόνο ότι αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ, ότι δεν θα ήταν ποτέ αρκετά καλή, όσο κι αν προσπαθούσε. Τα δίδυμα άρχισαν να κλαψουρίζουν από την κουβέρτα τους. Ανακουφισμένη που την έβγαλαν από τη φυσαλίδα του μικρόκοσμού της, σηκώθηκε και πήγε να τα πάρει. Άφησε το λεύκωμα και το άλμπουμ εκεί που ήταν. Σίγουρα θα ήθελε και ο Πάτρικ να ρίξει μια ματιά. «Από πού αρχίζουμε;» Η Πάουλα πάλευε με τη ναυτία. Είχε ήδη αρχίσει να νιώθει άσχημα στο ύψος της Ουντεβάλα και μετά τα πράγματα χειροτέρεψαν. «Θέλεις να σταματήσουμε λίγο;» Ο Πάτρικ έριξε μια λοξή ματιά στο πρόσωπό της, που είχε πάρει ένα ανησυχητικά πρασινωπό χρώμα. «Όχι, φτάνουμε όπου να ’ναι» είπε εκείνη και κατάπιε. «Σκέφτηκα να αρχίζαμε από το νοσοκομείο Σαλγκρένσκα» είπε ο Πάτρικ. Οδηγούσε τώρα με μια αποφασιστική έκφραση μέσα στο κυκλοφοριακό χάος του Γέτεμποργ. «Πήραμε άδεια να δούμε το ιατρικό ιστορικό του Ματς. Τηλεφώνησα στον γιατρό που τον είχε αναλάβει και του είπα ότι ερχόμαστε». «Καλώς» είπε η Πάουλα αντιπαλεύοντας τη ναυτία της.

Όταν έστριψαν, δέκα λεπτά αργότερα, για να μπουν στο πάρκινγκ του νοσοκομείου, η Πάουλα πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητο την ίδια στιγμή που σταματούσε. Στηρίχτηκε στην πόρτα και πήρε μερικές μεγάλες, βαθιές ανάσες. Ένιωσε σταδιακά τη ναυτία να υποχωρεί, αλλά υπήρχε ακόμη μια δυσφορία και ήξερε ότι θα την είχε μέχρι να έτρωγε κάτι. «Είσαι έτοιμη; Ή θέλεις να περιμένεις λίγο;» είπε ο Πάτρικ, αλλά εκείνη είδε ότι ήταν τόσο ανυπόμονος, που αυτό είχε αρχίσει να φαίνεται στις κινήσεις του κορμιού του. «Εντάξει είμαι τώρα, μπορούμε να πάμε. Ξέρεις πού ακριβώς είναι;» είπε γνέφοντας με το κεφάλι της προς τη μεριά του γιγάντιου κτιρίου. «Έτσι νομίζω» είπε εκείνος και άρχισε να προχωρά προς τη μεγάλη είσοδο του νοσοκομείου. Αφού πήραν λάθος δρόμο κάνα δυο φορές, βρέθηκαν επιτέλους να χτυπούν την πόρτα του γραφείου του Νιλς-Έρικ Λουντ, του γιατρού που ήταν υπεύθυνος για τη θεραπεία του Ματς Σβερίν κατά τη διάρκεια των εβδομάδων που είχε μείνει στο Σαλγκρένσκα. «Περάστε» ακούστηκε μια επιτακτική φωνή, στην οποία υπάκουσαν και μπήκαν. Ο γιατρός σηκώθηκε, έκανε τον γύρο του γραφείου και πήγε κοντά τους με το χέρι απλωμένο για χειραψία. «Από την αστυνομία, ε;»

«Ναι, μιλήσαμε μαζί νωρίτερα. Πάτρικ Χέντστρεμ, και από εδώ η συνάδελφος Πάουλα Μοράλες». Αντάλλαξαν χειραψίες και τις τυπικές φράσεις ευγένειας πριν καθίσουν. «Έχω βγάλει αυτό που πιστεύω ότι χρειάζεστε». Ο Νιλς-Έρικ Λουντ έσπρωξε προς το μέρος τους έναν φάκελο με έγγραφα. «Ευχαριστούμε. Μπορείς να μας πεις ό,τι θυμάσαι από τον Ματς Σβερίν;» «Έχω χιλιάδες ασθενείς κάθε χρόνο, και είναι αδύνατον να τους θυμάμαι όλους. Αλλά όταν διάβασα το ιστορικό, φρεσκάρισα λίγο τη μνήμη μου». Χάιδεψε το μούσι του που ήταν λευκό και μεγάλο. «Ο ασθενής έφτασε σ’ εμάς με σοβαρές σωματικές βλάβες. Τον είχαν χτυπήσει πολύ, μάλλον ήταν πολλά άτομα. Αν και για αυτά θα πρέπει να ρωτήσετε την αστυνομία». «Θα το κάνουμε κι αυτό» είπε ο Πάτρικ. «Αλλά μην τσιγκουνεύεσαι όποιες σκέψεις έχεις κάνει σχετικά με αυτό. Οι πληροφορίες που θα μας δώσεις μπορεί να αποδειχτούν πολύτιμες». «Εντάξει τότε» είπε ο δόκτωρ Λουντ. «Δεν θα μπω στην ακριβή ορολογία, θα τα δείτε αυτά μετά στο ιστορικό του ασθενούς, αλλά μπορούμε να πούμε συνοπτικά ότι ο Σβερίν

είχε δεχτεί γροθιές και κλοτσιές στο κεφάλι που προκάλεσαν τόσο ένα μικρό αιμάτωμα στον εγκέφαλο όσο και μερικά σπασμένα οστά στο πρόσωπο, πρηξίματα, βλάβες στον υποκείμενο ιστό και εκτεταμένο αποχρωματισμό του δέρματος. Δέχτηκε επίσης χτυπήματα στην κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα δύο σπασμένα πλευρά και διάρρηξη σπλήνας. Τα θεωρήσαμε πολύ σοβαρά όλα αυτά και τον εγχειρήσαμε αμέσως. Ήμασταν επίσης αναγκασμένοι να του βγάλουμε ακτινογραφίες, για να δούμε πόσο μεγάλο ήταν το αιμάτωμα στον εγκέφαλο». «Κρίνατε τα τραύματά του επικίνδυνα για τη ζωή του;» ρώτησε η Πάουλα. «Κρίναμε την κατάστασή του κρίσιμη, και ο ασθενής ήταν αναίσθητος όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Όταν εκτιμήσαμε πως το αιμάτωμα στον εγκέφαλο ήταν ήπιο και δεν απαιτούσε χειρουργείο, στρέψαμε την προσοχή μας στις βλάβες στην κοιλιακή χώρα. Φοβόμασταν ότι κάποιο από τα σπασμένα πλευρά θα μπορούσε να τρυπήσει έναν πνεύμονα, κάτι που δεν το θέλαμε με τίποτα». «Καταφέρατε ωστόσο να σταθεροποιήσετε την κατάσταση του Σβερίν». «Θα τολμήσω να πω ότι κάναμε λαμπρή προσπάθεια. Γρήγορη και αποτελεσματική. Μια πολύ καλή ομαδική δουλειά».

«Ανέφερε ο Ματς Σβερίν κάτι σχετικά με το τι είχε συμβεί ακριβώς; Κάτι που να είχε σχέση με τον ξυλοδαρμό του;» ρώτησε ο Πάτρικ. Ο δόκτωρ Λουντ σκεφτόταν ενώ τραβούσε το μούσι του. Είναι θαύμα που έχει ακόμη τόσες τρίχες το μούσι, σκέφτηκε ο Πάτρικ, έτσι που το τραβολογάει. «Μπα, τίποτα, απ’ ό,τι θυμάμαι». «Κατά τη γνώμη σου, φαινόταν φοβισμένος; Σαν να ένιωθε ότι τον απειλούσαν ή πως προσπαθούσε να κρύψει κάτι;» «Μπα, δεν θυμάμαι τίποτα τέτοιο. Αλλά όπως είπα, έχουν περάσει πολλοί μήνες από τότε και πολλοί ασθενείς πέρασαν και έφυγαν. Πρέπει να ρωτήσετε τους υπεύθυνους της έρευνας». «Ξέρεις αν είχε επισκέψεις όσο νοσηλευόταν εδώ;» «Πιθανόν να είχε, αλλά εγώ δεν μπορώ να ξέρω κάτι γι’ αυτό». «Τότε να σε ευχαριστήσουμε που μας διέθεσες τον χρόνο σου» είπε ο Πάτρικ και σηκώθηκε. «Αντίγραφα είναι αυτά εδώ;» – Έδειξε τον φάκελο στο γραφείο του γιατρού. «Ναι, μπορείτε να τα πάρετε μαζί σας» είπε ο δόκτωρ Λουντ και σηκώθηκε κι αυτός. Μόλις βγήκαν έξω, ο Πάτρικ είχε μια ιδέα.

«Δεν περνάμε και μια βόλτα από τον Πέντερσεν; Να δούμε μήπως έχει κάτι για εμάς;» «Βέβαια» είπε η Πάουλα κι έγνεψε. Ακολούθησε τον Πάτρικ, που φάνηκε να βρίσκει τον δρόμο του ανάμεσα στους διαδρόμους. Ένιωθε ακόμη λίγη ναυτία. Δεν ήταν σίγουρη ότι μια επίσκεψη στο νεκροτομείο θα την έκανε να νιώσει καλύτερα.

Για ποιον θα ζούσε τώρα; Η Σίγκνε είχε σηκωθεί από το κρεβάτι, είχε φτιάξει πρώτα πρωινό και μετά μεσημεριανό. Ούτε εκείνη ούτε ο άντρας της έφαγαν όμως. Εκείνη είχε σκουπίσει όλο τον κάτω όροφο, είχε πλύνει σεντόνια και είχε κάνει καφέ που δεν είχαν πιει. Έκανε όσα συνήθιζε να κάνει, προσπάθησε να μιμηθεί εκείνη τη ζωή που έκαναν πριν από μερικές μέρες, αλλά ένιωθε σαν να ήταν το ίδιο νεκρή με τον Μάτε. Το μόνο που έκανε ήταν να περιφέρει το σαρκίο της μέσα στο σπίτι, ένα σαρκίο χωρίς περιεχόμενο, χωρίς ζωή. Βούλιαξε στον καναπέ. Ο σωλήνας της ηλεκτρικής σκούπας έπεσε στο πάτωμα, αλλά κανένας από τους δύο δεν αντέδρασε. Ο Γκούναρ καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί είχε καθίσει όλη τη μέρα. Ήταν σαν να είχαν αλλάξει ρόλους. Χτες ο Γκούναρ μπορούσε να κινείται ακόμη, ενώ

εκείνη μόνο με τρομακτική προσπάθεια μπορούσε να κάνει τους μυς της να συνεργαστούν με τον μουδιασμένο εγκέφαλό της. Σήμερα καθόταν ο Γκούναρ εκεί, ενώ εκείνη προσπαθούσε να γεμίσει το κενό της καρδιάς της με κίνηση και πυρετώδη δραστηριότητα. Κοίταξε τον αυχένα του Γκούναρ και σκέφτηκε, όπως είχε κάνει αμέτρητες φορές παλιότερα, ότι και ο Μάτε είχε κληρονομήσει εκείνη την «κορυφή» μαλλιών, τη στριφογυριστή, ακριβώς εκεί που άρχιζε ο γιακάς του πουκαμίσου. Τώρα αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό δεν θα περνούσε στο μικρό αγοράκι με τις κατάξανθες μπούκλες που είχε δει τόσες φορές στις ονειροπολήσεις της. Ή σ’ ένα κοριτσάκι, γιατί όχι; Αγόρι ή κορίτσι, δεν είχε σημασία, καλοδεχούμενα θα ήταν και τα δυο, αρκεί να είχε ένα εγγονάκι να το κακομαθαίνει, να του δίνει καραμέλες πριν από το φαγητό και υπερβολικά πολλά δώρα για τα Χριστούγεννα. Ένα μικρό παιδί με τα μάτια του Μάτε και το στόμα ενός άλλου ατόμου. Γιατί το είχε σκεφτεί κι αυτό πολύ, να δει ποια θα της έφερνε στο σπίτι ο Μάτε της. Πώς θα ήταν άραγε; Θα έβρισκε κάποια που θα έμοιαζε στην ίδια ή κάποια που θα ήταν το άκρως αντίθετό της; Την έτρωγε η περιέργεια, δεν το έκρυβε, αλλά θα ήταν καλή μαζί της. Όχι από εκείνες τις απαίσιες πεθερές που άκουγες να λέει ο κόσμος, αλλά μια πεθερά διακριτική, που απλώς θα υπήρχε εκεί για να κρατάει

το παιδί όποτε εκείνοι θα ήθελαν. Βέβαια, σιγά σιγά είχε αρχίσει να χάνει τις ελπίδες της. Μερικές φορές αναρωτιόταν αν ο γιος της είχε από εκείνες τις άλλες προτιμήσεις. Αυτό θα απαιτούσε σοβαρές αλλαγές και θα ήταν κρίμα από τη σκοπιά των εγγονιών, αλλά και σ’ αυτό θα συμφωνούσε. Ήθελε απλώς να είναι ευτυχισμένος ο γιος της. Αλλά δεν είχε φέρει κανένα άτομο, και τώρα είχε χαθεί πια κάθε ελπίδα, για πάντα. Είχε χαθεί για πάντα και η ελπίδα για ένα χνουδωτό κεφαλάκι με τη στριφογυριστή «κορυφή» στον σβέρκο, στο οποίο θα έδινε μια καραμέλα πριν από το φαγητό. Ούτε αμέτρητα χριστουγεννιάτικα δώρα που θα έκαναν θόρυβο και θα χαλούσαν έπειτα από μερικές εβδομάδες. Τίποτα, εκτός από το κενό. Τα χρόνια που είχαν μπροστά τους έμοιαζαν με ερημικό επαρχιακό δρόμο. Κοίταξε τον Γκούναρ εκεί που καθόταν ακίνητος στο τραπέζι της κουζίνας. Για ποιο πράγμα θα ζούσαν τώρα; Αυτή για ποιον θα ζούσε;

«Πολύ θα ήθελες να πας κι εσύ στο Γέτεμποργ, έτσι δεν είναι;» Η Άνικα σήκωσε το βλέμμα από την οθόνη του υπολογιστή και έριξε μια παρατεταμένη ματιά στον Μάρτιν.

Ήταν ο προστατευόμενός της στο τμήμα και υπήρχε ένας ιδιαίτερος δεσμός ανάμεσά τους. «Ναι» απάντησε εκείνος. «Αλλά και τούτο εδώ είναι σημαντικό». «Θέλεις να μάθεις γιατί ο Πάτρικ πήρε μαζί του την Πάουλα;» έκανε η Άνικα. «Μα δεν έχει σημασία. Ο Πάτρικ μπορεί, φυσικά, να διαλέγει όποιον θέλει» είπε εκείνος κάπως χολωμένα. Πριν εμφανιστεί η Πάουλα ήταν, σχεδόν πάντα, η πρώτη επιλογή του Πάτρικ. Και για να είμαστε ειλικρινείς, το τμήμα ίσως και να μην είχε κάτι καλύτερο να προσφέρει, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ήταν λίγο πληγωμένος από την τωρινή επιλογή του Πάτρικ. «Ο Πάτρικ είναι σίγουρος ότι η Πάουλα φαίνεται λίγο στενοχωρημένη, οπότε θέλει μάλλον να την απασχολήσει με κάτι άλλο πέρα από τις σκέψεις της». «Ωχ, αυτό δεν το πρόσεξα» έκανε ο Μάρτιν με μια δόση ενοχής. «Ξέρεις περί τίνος πρόκειται;» «Ιδέα δεν έχω. Η Πάουλα δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητική. Αλλά συμφωνώ με τον Πάτρικ ότι κάτι συμβαίνει. Δεν είναι ακριβώς ο εαυτός της». «Εδώ που τα λέμε, και η σκέψη μόνο να συγκατοικώ με τον Μέλμπεργ θα με σκότωνε κι εμένα». «Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι» είπε γελώντας η Άνικα,

αλλά μετά σοβαρεύτηκε ξανά. «Αν και δεν πιστεύω ότι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Ας την αφήσουμε στην ησυχία της προς το παρόν, μέχρι να θελήσει να μιλήσει η ίδια. Αλλά εσύ τώρα ξέρεις τουλάχιστον γιατί πήγαν μαζί ο Πάτρικ και η Πάουλα». «Ευχαριστώ». Ο Μάρτιν ένιωθε ακόμη λίγο ντροπιασμένος για το πόσο ανώριμα είχε αντιδράσει. Το θέμα ήταν να γίνει η δουλειά, όχι το ποιος θα την έκανε. «Δεν αρχίζουμε με αυτό εδώ τώρα;» της είπε και τεντώθηκε. «Καλό θα ήταν να βρίσκαμε μερικές πληροφορίες για τον Σβερίν μέχρι να επιστρέψουν οι άλλοι». «Υπέροχη ιδέα» είπε η Άνικα και άρχισε αμέσως να πληκτρολογεί.

«Τον σκέφτεσαι ποτέ;» Ο Άντερς δοκίμασε μια μικρή γουλιά καφέ. Αυτός και η Βίβιαν είχαν πάει για μεσημεριανό στο εστιατόριο Μικρή Μπέριτ, κάτι που έκαναν σχεδόν καθημερινά, για να ξεφεύγουν από τη φασαρία των ανακαινίσεων και κατασκευών στο Μπάντις. «Ποιον;» απάντησε η Βίβιαν, αν και πρέπει να είχε

καταλάβει ακριβώς ποιον εννοούσε. Ο Άντερς το κατάλαβε μόλις είδε τις αρθρώσεις των δαχτύλων της να ασπρίζουν από το σφίξιμο όταν εκείνη έπιασε το φλιτζάνι. «Τον Ούλοφ». Τον ανέφεραν πάντα με το όνομά του. Έτσι επέμενε εκείνος και οτιδήποτε άλλο θα έμοιαζε αφύσικο. Δεν άξιζε να τον αποκαλούν αλλιώς. «Ναι, συμβαίνει να το κάνω». Κοίταξε πέρα τη μικρή καταπράσινη περιοχή πάνω από το Γκαλερμπάκεν. Η μικρή κοινωνία είχε αρχίσει να ξυπνάει. Έβλεπες να κυκλοφορεί περισσότερος κόσμος και ήταν λες και η Φιελμπάκα είχε αρχίσει αργά και σταθερά να κουνάει τις αρθρώσεις της για να ξεπιαστούν, να τεντώνεται και να ετοιμάζεται για την επίθεση που θα δεχόταν. Ήταν μια δραστική αλλαγή σε σχέση μ’ εκείνη τη νάρκη στην οποία έπεφτε η μικρή κοινωνία τον υπόλοιπο χρόνο. «Τι σκέφτεσαι;» Η Βίβιαν του έριξε μια αυστηρή ματιά. «Τι σ’ έπιασε και μιλάς γι’ αυτόν έτσι ξαφνικά; Δεν υπάρχει πια. Δεν σημαίνει τίποτα». «Δεν ξέρω» έκανε εκείνος. «Είναι κάτι με τη Φιελμπάκα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εδώ νιώθω ασφαλής. Αρκετά ασφαλής ώστε να τον σκέφτομαι».

«Μη στρογγυλοκάθεσαι κιόλας. Δεν θα μείνουμε εδώ για πολύ ακόμη» τον έκοψε εκείνη απότομα, αλλά μετάνιωσε αμέσως για τον τόνο της φωνής της. Δεν ήταν θυμωμένη με τον Άντερς, αλλά για τον Ούλοφ και για την κουβέντα γύρω από αυτόν. Τι νόημα είχε; Πήρε βαθιά ανάσα και αποφάσισε να απαντήσει στην ερώτησή του. Την είχε στηρίξει, την είχε ακολουθήσει παντού και πάντα φρόντιζε να την κρατάει ασφαλή. Έτσι το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει ήταν να μπει στον κόπο να του απαντήσει. «Σκέφτομαι πόσο πολύ τον μισώ». Ένιωσε να τρίζει τα δόντια της. «Σκέφτομαι πόσα κατέστρεψε και πόσα στέρησε από εμένα και από εμάς. Εσύ δεν σκέφτεσαι το ίδιο;» Ένιωσε μεμιάς φόβο. Εκείνο που τους ένωνε ανέκαθεν ήταν το μίσος για τον Ούλοφ. Το μίσος αποτέλεσε την ισχυρή κόλλα που τους κρατούσε ενωμένους, που τους έκανε να μη διαλέγουν διαφορετικούς δρόμους στη ζωή, αλλά να ακολουθούν ο ένας τον άλλο στα καλά και στα άσχημα. Αν και τα άσχημα ήταν πάντα περισσότερα. «Δεν ξέρω» είπε ο Άντερς και έστρεψε το πρόσωπό του προς τη θάλασσα. «Ίσως να είναι ώρα να…» «Να τι;» «Να συγχωρέσουμε». Να τες λοιπόν οι λέξεις που δεν ήθελε ν’ ακούσει, οι

σκέψεις που δεν ήθελε να κάνει. Πώς θα μπορούσαν να συγχωρέσουν τον Ούλοφ; Τους είχε κλέψει την παιδική τους ηλικία, τους είχε κάνει δυο ενήλικες που γαντζώνονταν ο ένας πάνω στον άλλο σαν ναυαγοί. Ο Ούλοφ παρέμενε η κινητήρια δύναμη πίσω από όσα τούτοι οι δυο είχαν κάνει στο παρελθόν και όσα ακόμη έκαναν. «Το σκέφτηκα πολύ τον τελευταίο καιρό» συνέχισε ο Άντερς «και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Είμαστε σε φυγή, Βίβιαν. Αλλά είμαστε φυγάδες από κάτι που δεν μπορούμε να του ξεφύγουμε, επειδή υπάρχει εδώ μέσα». – Έδειξε το μηνίγγι του και το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό και αποφασιστικό. «Τι θέλεις να πεις; Άρχισες να μετανιώνεις;» Ένιωσε τα δάκρυα να συγκεντρώνονται πίσω από τα βλέφαρά της. Θα την εγκατέλειπε τώρα; Θα την πρόδιδε, όπως ο Ούλοφ; «Είναι σαν να αναζητάμε μονίμως το σταμνί με τον χρυσό εκεί που τελειώνει το ουράνιο τόξο, πιστεύοντας ότι ο Ούλοφ θα εξαφανιστεί μόλις το βρούμε. Αλλά αρχίζω να αντιλαμβάνομαι όλο και περισσότερο ότι μάλλον όλα είναι μάταια. Δεν θα το βρούμε ποτέ – επειδή δεν υπάρχει». Η Βίβιαν έκλεισε τα μάτια. Θυμήθηκε πάρα πολύ καθαρά τη βρομιά, τις μυρωδιές, ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν χωρίς να βρίσκεται εκεί ο Ούλοφ να τους προστατεύει από

αυτούς. Ο Ούλοφ που τους μισούσε. Τους το είπε ότι δεν έπρεπε να είχαν γεννηθεί ποτέ και ότι έτυχαν σ’ αυτόν λόγω των αμαρτιών του. Ήταν απαίσια, άσχημα και χαζά – και αυτά ήταν που είχαν οδηγήσει τη μητέρα τους στον θάνατο. Άνοιξε βιαστικά τα μάτια της. Μα πώς μπορούσε ο Άντερς να μιλάει για συγχώρεση; Αυτός που είχε μπει στη μέση τόσες φορές, που προστάτεψε το κορμί της με το δικό του και δέχτηκε τα χειρότερα χτυπήματα; «Δεν θέλω να μιλήσω για τον Ούλοφ». Η φωνή της ακουγόταν αγχωμένη από όλα τα απωθημένα που έκρυβε. Ο τρόμος την πλημμύρισε. Τι σήμαινε ότι ο Άντερς μιλούσε για συγχώρεση όταν δεν υπήρχε καμία συγχώρεση να δώσεις; «Σ’ αγαπώ, αδελφή». Ο Άντερς χάιδεψε απαλά το μάγουλό της. Αλλά η Βίβιαν δεν τον άκουγε. Οι ζοφερές αναμνήσεις έκαναν τα αυτιά της να βουίζουν έντονα.

«Για δες! Εκλεκτές αφίξεις». Ο Τορντ Πέντερσεν κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του. «Ναι, σκεφτήκαμε πως καλύτερα θα ήταν να έρθει το βουνό στον Μωάμεθ» είπε ο Πάτρικ μ’ ένα χαμόγελο, τον

πλησίασε και του έσφιξε το χέρι. «Από εδώ η συνάδελφος Πάουλα Μοράλες. Είχαμε πάει στο Σαλγκρένσκα και κάναμε μερικές ερωτήσεις για τον Ματς Σβερίν. Οπότε σκεφτήκαμε ν’ αρπάξουμε την ευκαιρία να περάσουμε από εδώ, για να δούμε πώς τα πας κι εσύ». «Λίγο νωρίς ήρθατε όμως» είπε ο Πέντερσεν κουνώντας το κεφάλι. «Δεν έχεις δηλαδή τίποτα για εμάς μέχρι τώρα;» «Μπα, μια ματιά πρόλαβα να του ρίξω μόνο». «Και τι πιστεύεις;» έκανε η Πάουλα. Ο Πέντερσεν γέλασε. «Δεν πίστευα ότι θα αντιμετώπιζα κάποιον χειρότερο από τον Πάτρικ, που δεν με αφήνει να πάρω ανάσα». «Με συγχωρείς» είπε η Πάουλα, αλλά κοιτούσε τον Πέντερσεν σαν να περίμενε ακόμη μιαν απάντηση. «Ελάτε, πάμε στο γραφείο μου». Ο Πέντερσεν άνοιξε μια πόρτα ακριβώς αριστερά τους. Τον ακολούθησαν και κάθισαν μπροστά από το γραφείο του, ενώ ο Πέντερσεν κάθισε απέναντί τους. Σταύρωσε τα χέρια του. «Αυτό που μπορώ να πω ύστερα από μια εξωτερική εξέταση είναι ότι η μόνη φανερή βλάβη είναι μια τρύπα από σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Από την άλλη, υπάρχουν αρκετές επουλωμένες πληγές που φαίνονται

αρκετά πρόσφατες, οι οποίες προέρχονται πιθανώς από επίθεση που υπέστη το θύμα πριν από μερικούς μήνες». Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Γι’ αυτήν είχαμε πάει να ρωτήσουμε στο νοσοκομείο. Πόσον καιρό μπορεί να ήταν νεκρός;» «Όχι πάνω από εβδομάδα, θα έλεγα. Αλλά αυτό θα μας το πει η νεκροψία». «Έχεις καμιά ιδέα για το είδος του όπλου που χρησιμοποιή​θ ηκε;» Η Πάουλα έσκυψε μπροστά για ν’ ακούσει την απάντηση. «Η σφαίρα είναι ακόμη στο κεφάλι, αλλά, μόλις τη βγάλω, θα σας δώσω και γι’ αυτό μιαν απάντηση. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα είναι ακόμη σε καλή κατάσταση». «Εντάξει» έκανε η Πάουλα «αλλά πρέπει να έχεις δει αναρίθμητα τραύματα από σφαίρες. Δεν έχεις καμία προκαταρκτική άποψη;». Συνειδητά δεν ανέφερε τον κάλυκα και τι αποδείκνυε, επειδή ήθελε ν’ ακούσει την άποψη του Πέντερσεν. «Άλλος ένας που δεν κάνει πίσω» είπε γελώντας ο Πέντερσεν και φάνηκε σχεδόν ευχαριστημένος. «Αν μου υποσχεθείτε ότι αυτό που θα πω θα το εκλάβετε μόνον ως απλή εικασία, θα έλεγα ότι πρόκειται για όπλο των εννέα χιλιοστών. Αλλά όπως είπα, είναι απλώς μια εικασία και

μπορεί να κάνω λάθος» – σήκωσε προειδοποιητικά το δάχτυλό του. «Καταλαβαίνουμε» είπε ο Πάτρικ. «Πότε θα προλάβεις να κάνεις τη νεκροψία, για να δούμε τη σφαίρα;» «Για να δω…» Ο Πέντερσεν στράφηκε προς τον υπολογιστή και κούνησε το ποντίκι. «Η νεκροψία προγραμματίστηκε για την επόμενη Δευτέρα. Οπότε θα έχετε την έκθεση την Τετάρτη». «Δεν γίνεται νωρίτερα;» «Δυστυχώς. Έπεσε δουλειά του κερατά τον τελευταίο μήνα. Οι άνθρωποι πέθαιναν σαν τις μύγες για κάποιο λόγο – και εκτός αυτού, έχω δύο άτομα που πήραν αναρρωτική άδεια το ένα μετά το άλλο επ’ αόριστον. Υπερκόπωση. Αυτή εδώ η δουλειά προκαλεί τέτοια πράγματα σε ορισμένους». Ήταν ξεκάθαρο πως ο Πέντερσεν δεν μετρούσε τον εαυτό του σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων. «Άρα δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά. Αλλά τηλεφώνησέ μου μόλις μάθεις κάτι καινούργιο. Υποθέτω επίσης ότι η σφαίρα θα πάει το συντομότερο δυνατόν στο ΚΕΕ». «Βεβαίως» είπε ο Πέντερσεν σαν να τον είχαν προσβάλει. «Μπορεί να είμαστε φορτωμένοι από δουλειά, αλλά αυτό που πρέπει να γίνει γίνεται όπως πρέπει». «Ναι, ξέρω, με συγχωρείς». Ο Πάτρικ σήκωσε τα χέρια

ψηλά. «Ως συνήθως, γίνομαι λίγο ανυπόμονος. Τηλεφώνησέ μου όταν θα είσαι έτοιμος και σου υπόσχομαι να μη σε ενοχλήσω ξανά μέχρι τότε». «Κανένα πρόβλημα». Ο Πέντερσεν σηκώθηκε και αποχαιρετήθηκαν. Είχαν την αίσθηση ότι η Τετάρτη ήταν πολύ μακριά. «Τότε μπορούμε να μπούμε στο διαμέρισμα, έτσι δεν είναι;» Ο Γιέστα ακούστηκε εξαιρετικά ανυπόμονος. «Και αύριο έρχεται η έκθεση. Ωραία. Ο Χέντστρεμ θα χαρεί να το ακούσει». Χαμογελούσε όταν έβαλε το ακουστικό στη θέση του. Ο Τούρμπγιερν Ρουντ είχε μόλις ειδοποιήσει ότι ήταν έτοιμοι με την τεχνική έρευνα και ότι μπορούσαν ελεύθερα να μπουν και να ρίξουν μια ματιά στο διαμέρισμα του Ματς Σβερίν. Ξαφνικά του ήρθε μια μεγαλοφυής ιδέα. Θα ήταν ανόητο να καθίσει απλώς εδώ και να σκοτώνει μύγες μέχρι να έρθουν ο Χέντστρεμ και η Πάουλα. Το να σκοτώνει μύγες ήταν, εδώ που τα λέμε, ένα από τα απολύτως αγαπημένα χόμπι του Γιέστα, αλλά ταυτόχρονα εκνευριζόταν που τις αποφάσεις τις έπαιρνε πάντα ο Πάτρικ, ενώ οι πλέον έμπειροι αστυνομικοί στο τμήμα ήταν ο ίδιος και ο Μπέρτιλ. Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι είχε την επιθυμία να πάρει το αίμα του πίσω, και παρά το γεγονός ότι δεν του άρεσε να εργάζεται χωρίς να

υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, πίστευε ότι θα ήταν υπέροχο να δείξει στους πρωτάρηδες πόσα απίδια πιάνει ο σάκος. Πήρε μια γρήγορη απόφαση και πήγε αμέσως στο γραφείο του Μέλμπεργ. Πάνω στη φούρια του ξέχασε να χτυπήσει την πόρτα και, μόλις την άνοιξε, είδε τον Μπέρτιλ να ξυπνάει από κάτι που φαινόταν να ήταν ένας πολύ απολαυστικός ύπνος. «Τι διάβολο!» Ο Μέλμπεργ κοίταξε συγχυσμένος γύρω του και ο Ερνστ ανασηκώθηκε στο καλάθι του και τέντωσε τ’ αυτιά. «Συγγνώμη. Σκέφτηκα απλώς…» «Σκέφτηκες τι;» βρυχήθηκε ο Μέλμπεργ και έφτιαξε τη χελιδονοφωλιά που σχημάτιζαν τα μαλλιά του, η οποία τώρα είχε χαλάσει γλιστρώντας από τη φαλάκρα. «Να, μόλις μίλησα με τον Τούρμπγιερν Ρουντ». «Και;» Ο Μέλμπεργ ακουγόταν ακόμη οργισμένος, αλλά ο Ερνστ άραξε πάλι στο καλάθι του. «Είπε ότι θα μπορούσαμε να μπούμε στο διαμέρισμα τώρα». «Ποιο διαμέρισμα;» «Του Ματς Σβερίν. Είναι έτοιμοι με αυτό. Οι τεχνικοί δηλαδή. Και σκέφτηκα…» Ο Γιέστα είχε αρχίσει να μετανιώνει για την πρωτοβουλία του. Ίσως να μην ήταν και τόσο μεγαλοφυής ιδέα τελικά. «Σκέφτηκα…»

«Μπες καμιά φορά στο θέμα!» «Ναι, ο Χέντστρεμ θέλει πάντα να γίνονται τα πράγματα διαβολεμένα γρήγορα και κατά προτίμηση χτες. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε αμέσως και ν’ αρχίσουμε τη δική μας έρευνα. Και να μην περιμένουμε να έρθει πρώτα». Το πρόσωπο του Μέλμπεργ φωτίστηκε. Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει το σκεπτικό του Γιέστα και του άρεσε. «Έχεις απολύτως δίκιο. Θα ήταν κρίμα κι άδικο να το αφήσουμε για αύριο. Και ποιοι είναι ικανότεροι από εμάς για να δώσουν μια ώθηση σ’ ετούτη την υπόθεση;» χαμογέλασε πλατιά. «Ακριβώς αυτό σκέφτηκα» είπε ο Γιέστα και χαμογέλασε κι αυτός. «Είναι ώρα να δείξουμε στα νεαρά πετεινάρια τι ξέρουν και οι γέροι». «Είσαι ιδιοφυΐα, καλέ μου φίλε». Ο Μέλμπεργ σηκώθηκε και κατευθύνθηκαν μαζί στο πάρκινγκ. Οι βετεράνοι θα έβγαιναν στο πεδίο της δράσης.

Η Νάταλι του έκανε ξανά μπάνιο. Έριχνε το δροσερό, αλμυρό νερό πάνω στο κορμί του, μούσκευε τα μαλλιά του και προσπάθησε να αποφύγει να πηγαίνει νερό στα μάτια του. Εκείνος δεν αντιδρούσε με ευχαρίστηση, αλλά ούτε φαινόταν

να έχει αντίρρηση γι’ αυτό. Έμενε ακίνητος στα χέρια της και την άφηνε να τον πλένει. Εκείνη ήξερε πως αυτός αργά ή γρήγορα θα ξυπνούσε από τον λήθαργό του. Ο εγκέφαλός του επεξεργαζόταν τώρα αυτά που είχαν συμβεί, αυτά που δεν θα έπρεπε να έχει ζήσει κανείς – και ιδιαίτερα κάποιος που ήταν τόσο μικρός. Κανένας πεντάχρονος δεν έπρεπε να αποχωρίζεται τον πατέρα του, αλλά δεν της είχε μείνει καμία άλλη επιλογή. Η φυγή ήταν απαραίτητη και ήταν η μόνη διέξοδος, αλλά ήταν ακριβό το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν εκείνη και ο Σαμ. Ο Σαμ είχε αγαπήσει τον Φρέντρικ. Δεν είχε αντικρίσει εκείνες τις πλευρές του που είχε δει η Νάταλι, δεν είχε βιώσει όσα είχε βιώσει εκείνη. Για τον Σαμ ο Φρέντρικ ήταν ένας ήρωας που δεν μπορούσε να κάνει λάθη. Είχε λατρέψει τον πατέρα του – και αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που η επιλογή ήταν τόσο δύσκολη. Στον βαθμό, βέβαια, που είχε κάποια επιλογή. Παρά τα όσα συνέβησαν, την πλήγωνε το γεγονός ότι ο Σαμ είχε χάσει τον πατέρα του. Ό,τι κι αν της είχε κάνει ο Φρέντρικ, δεν έπαυε να είναι πολύ σημαντικός για τον Σαμ. Όχι περισσότερο απ’ όσο η ίδια, αλλά πάντως πολύ. Και τώρα ο Σαμ δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Η Νάταλι σήκωσε τον Σαμ από το νερό και τον έβαλε πάνω στην πετσέτα που είχε απλώσει στην αποβάθρα. Ο

πατέρας της πάντα έλεγε ότι ο ήλιος έκανε καλό στο σώμα και στην ψυχή, και τώρα ένιωθε ότι οι θερμές αχτίδες του ήταν πραγματικά ωφέλιμες. Αποπάνω τους πετούσαν κυκλικά οι γλάροι και σκέφτηκε πως θα άρεσε στον Σαμ να τους παρακολουθεί όταν θα ήταν πάλι καλά. «Αχ, μικρούλα μου αγάπη». Του χάιδεψε τα μαλλιά. Ήταν ακόμη τόσο μικρός, τόσο ανυπεράσπιστος. Ένιωθε σαν να ήταν χθες ακόμη μωρό και χωρούσε άνετα στην αγκαλιά της. Ίσως θα έπρεπε τελικά να τον πάει σ’ έναν γιατρό, αλλά όλο της το μητρικό ένστικτο φώναζε να μην το κάνει. Ήταν ασφαλής εδώ. Δεν χρειαζόταν νοσοκομεία και φάρμακα, χρειαζόταν ηρεμία και ξεκούραση και τη φροντίδα της. Αυτά θα τον έκαναν πάλι καλά. Ανατρίχιασε. Ένας ψυχρότερος άνεμος είχε αρχίσει να φυσάει στην αποβάθρα και ανησύχησε μήπως κρυολογήσει ο Σαμ. Σηκώθηκε με κόπο και με τον Σαμ στην αγκαλιά και πήγε προς το σπίτι. Έσπρωξε και άνοιξε την πόρτα με το πόδι και τον μετέφερε μέσα. «Πεινάς;» τον ρώτησε την ώρα που τον έντυνε. Εκείνος δεν είπε τίποτα, αλλά εκείνη τον έβαλε σε μια καρέκλα και άρχισε να τον ταΐζει προσεκτικά με δημητριακά. Σύντομα θα επέστρεφε κοντά της. Η θάλασσα, ο ήλιος και η αγάπη της θα γιάτρευαν τη ζημιά στην ψυχή του.

Η Ερίκα προσπαθούσε να κάνει έναν περίπατο κάθε απόγευμα όταν πήγαινε να πάρει τη Μάγια από τον παιδικό σταθμό. Και για να παίρνουν τα παιδιά λίγο καθαρό αέρα και για να κινείται και η ίδια λίγο. Το καροτσάκι των διδύμων δεν ήταν και τόσο κακός εξοπλισμός για άσκηση – και ειδικότερα όταν προσάρμοζε στο καροτσάκι την τροχοσανίδα πάνω στην οποία στεκόταν η Μάγια κατά την επιστροφή, ήταν πραγματική πρόκληση να το σπρώχνει σε όλο τον δρόμο μέχρι το σπίτι. Σήμερα αποφάσισε να κάνει τη μεγάλη διαδρομή, να περάσει από το Μπάντις και το κονσερβοποιείο του Λόρεντς, αντί να διαλέξει την ευθεία διαδρομή πάνω από την ανηφόρα του Γκαλερμπάκεν. Σταμάτησε λίγο στην αποβάθρα κάτω από το Μπάντις και σκίασε με την παλάμη τα μάτια της, για να μπορέσει να δει το παλιό κτίριο που έλαμπε τώρα φρεσκοβαμμένο και κατάλευκο στη λιακάδα. Χαιρόταν που το έβλεπε αποκαταστημένο. Εκτός από την εκκλησία τα λουτρά ήταν το πρώτο που πρόσεχες όταν ερχόσουν από τη θάλασσα προς την κωμόπολη και αποτελούσε σημαντικό κομμάτι του προφίλ της Φιελμπάκα. Είχε εγκαταλειφθεί εδώ και πολλά χρόνια και στο τέλος έμοιαζε έτοιμο να καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή. Τώρα είχε γίνει ξανά το

καμάρι της Φιελμπάκα. Πήρε χαρούμενη μιαν ανάσα και κρυφογέλασε με τον εαυτό της κατόπιν, λίγο αμήχανα, επειδή συγκινούνταν τόσο κοιτάζοντας ένα παλιό κτίριο, μερικές σανίδες και χρώματα. Αν και στην πραγματικότητα ήταν κάτι περισσότερο από αυτά. Είχε αρκετές ευχάριστες αναμνήσεις από εκεί, και ακριβώς όπως συνέβαινε για τους περισσότερους κατοίκους της Φιελμπάκα, το κτίριο αυτό είχε μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά της. Το Μπάντις ήταν ένα κομμάτι ιστορίας που είχε πάρει τη θέση του στο παρόν και στο μέλλον ξανά. Δεν ήταν λοιπόν περίεργο που γινόταν τόσο συναισθηματική. Η Ερίκα μόλις είχε αρχίσει να σπρώχνει ξανά το καρότσι και προετοιμάστηκε ενόψει της μεγάλης και δύσκολης ανηφόρας που περνούσε δίπλα από τη μονάδα επεξεργασίας λυμάτων και το γήπεδο του γκολφ, όταν ένα αυτοκίνητο έστριψε ακριβώς δίπλα της. Σταμάτησε και μισόκλεισε τα μάτια, για να δει ποιος ήταν. Από το αυτοκίνητο βγήκε μια γυναίκα και η Ερίκα την αναγνώρισε αμέσως. Βέβαια η Ερίκα δεν την είχε συναντήσει ποτέ, αλλά λέγονταν πολλά στη μικρή κοινωνία γι’ αυτήν από τη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι της εκεί, πριν από μερικούς μήνες. Πρέπει να ήταν η Βίβιαν Μπερκελίν. «Γεια σου» είπε η γυναίκα χαρωπά και ήρθε προς το μέρος της με το χέρι απλωμένο. «Εσύ πρέπει να είσαι η Ερίκα

Φαλκ». «Ναι, όντως». Η Ερίκα χαμογέλασε και της έσφιξε το χέρι. «Ήθελα εδώ και πολύ καιρό να σε γνωρίσω. Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία σου και μου αρέσουν πάρα πολύ». Η Ερίκα ένιωσε να κοκκινίζει, όπως έκανε πάντα όταν την επαινούσαν για τα βιβλία της. Ακόμη δεν είχε συνηθίσει ότι πολλοί άνθρωποι είχαν διαβάσει κάτι που η ίδια είχε γράψει. Και επειδή είχε ασχοληθεί μόνο με τα παιδιά για αρκετούς μήνες, ήταν πραγματικά λυτρωτικό να συναντά κάποιον που την έβλεπε πρωτίστως ως τη συγγραφέα Ερίκα και όχι μόνον ως τη μαμά του Νούελ, του Άντον και της Μάγια. «Θαυμάζω όλους εκείνους που έχουν την υπομονή να καθίσουν να γράψουν ένα ολόκληρο βιβλίο». «Α, το μόνο που απαιτείται είναι να διαθέτεις σκληρό πισινό» είπε γελώντας η Ερίκα. Η Βίβιαν εξέπεμπε έναν μεταδοτικό ενθουσιασμό και η Ερίκα πλημμύρισε από μια αίσθηση που αρχικά δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Έπειτα το βρήκε. Ήθελε να την εκτιμήσει πραγματικά η Βίβιαν. «Πόσο όμορφο έγινε». Κοίταξε ψηλά προς το Μπάντις. «Ναι, είμαστε απίστευτα περήφανοι». Κοίταξε και η Βίβιαν προς τα εκεί. «Θέλεις να σου κάνω μια ξενάγηση;»

Η Ερίκα κοίταξε το ρολόι της. Είχε σκεφτεί να περάσει να πάρει νωρίς τη Μάγια, αλλά η κορούλα της περνούσε πολύ καλά τώρα τελευταία στον παιδικό σταθμό και σίγουρα δεν θα την ενοχλούσε καθόλου, αν δεν περνούσε να την πάρει τη συνηθισμένη ώρα. Την ενδιέφερε πολύ να δει αν η όμορφη εξωτερική εμφάνιση συνοδευόταν από ένα εξίσου όμορφο εσωτερικό. «Ευχαρίστως. Αλλά δεν ξέρω πώς θα ανεβάσουμε αυτό εδώ εκεί πάνω». Έδειξε το καροτσάκι και κοίταξε προς τα απότομα σκαλοπάτια που οδηγούσαν εκεί πάνω. «Θα σε βοηθήσω να το κουβαλήσουμε». Η Βίβιαν άρχισε να πηγαίνει προς τη σκάλα δίχως να περιμένει απάντηση. Πέντε λεπτά αργότερα είχαν ανεβάσει το καροτσάκι των διδύμων και η Ερίκα το έσπρωχνε τώρα στην είσοδο. Σταμάτησε στο άνοιγμα της πόρτας και κοίταξε με μάτια τεράστια από την έκπληξη γύρω της. Καθετί παλιό και φθαρμένο είχε αφαιρεθεί, δίχως όμως να έχει αλλοιωθεί ο αρχικός χαρακτήρας του κτιρίου. Άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί σε κάθε λεπτομέρεια, σε όσα της θύμιζαν την καλοκαιρινή ντισκοτέκ όταν ήταν έφηβη, τα οποία έδειχναν τώρα εντελώς καινούργια, φρέσκα. Άφησε το καρότσι δίπλα στον τοίχο και σήκωσε από μέσα τον Νούελ. Όταν

ετοιμαζόταν να βγάλει το πορτμπεμπέ του Άντον, άκουσε την απαλή φωνή της Βίβιαν: «Μπορώ να τον πάρω εγώ;» Η Ερίκα έγνεψε καταφατικά και η Βίβιαν έσκυψε και πήρε προσεκτικά τον Άντον στην αγκαλιά της. Τα δίδυμα ήταν τόσο συνηθισμένα να τα φροντίζουν διάφορα άτομα, ώστε δεν διαμαρτύρονταν ποτέ όταν τα έπαιρναν αγκαλιά άγνωστοι. Κοίταξε με ορθάνοιχτα ματάκια τη Βίβιαν και της χάρισε ένα από τα χαμόγελά του. «Μα τι μικρός γόης είναι ετούτος;» έκανε τραγουδιστά η Βίβιαν και του έβγαλε προσεκτικά το εξωτερικό φορμάκι και το λεπτό καπελάκι. «Έχεις δικά σου παιδιά;» «Όχι, δεν έτυχε, ξέρεις». Η Βίβιαν κοίταξε αλλού. «Θέλεις τσάι;» ρώτησε και κατευθύνθηκε με τον Άντον στην τραπεζαρία. «Προτιμώ τον καφέ, αν υπάρχει. Δεν είμαι φανατική του τσαγιού». «Συνήθως δεν συνιστούμε τη δηλητηρίαση του οργανισμού με καφεΐνη, αλλά θα κάνω μια εξαίρεση και θα δω μήπως ανακαλύψουμε κάπου λίγο πραγματικό καφέ». «Σ’ ευχαριστώ». Η Ερίκα ακολούθησε τη Βίβιαν. Ο καφές την κρατούσε σε εγρήγορση και έπινε τόσο πολύ, που μάλλον

καφές πρέπει να έτρεχε πια στις φλέβες της και όχι αίμα. «Όλο και κάποια αδυναμία πρέπει να έχουμε, άλλωστε υπάρχουν και χειρότερα πράγματα από την καφεΐνη». «Μην το λες» είπε η Βίβιαν, αλλά επέλεξε να μην το εξηγήσει περαιτέρω. Πιθανότατα πίστευε ότι τα λόγια της θα πήγαιναν χαμένα. «Έρχομαι αμέσως, κάθισε εσύ. Θα κάνουμε την ξενάγηση μετά τον καφέ». Εξαφανίστηκε πίσω από μια περιστρεφόμενη πόρτα που η Ερίκα υπέθεσε πως οδηγούσε σε κουζίνα. Η Ερίκα αναρωτήθηκε για μια στιγμή πώς θα κατάφερνε η Βίβιαν να φτιάξει καφέ μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά. Η ίδια είχε μάθει να κάνει τις περισσότερες δουλειές με ένα χέρι, αλλά, αν δεν το είχες συνηθίσει, δεν ήταν και ό,τι πιο εύκολο. Απόδιωξε αυτή τη σκέψη. Αν η Βίβιαν ήθελε βοήθεια, θα της το έλεγε. Όταν ετοιμάστηκε ο καφές και είχαν έρθει και τα βουτήματα, η Βίβιαν κάθισε απέναντί της. Η Ερίκα πρόσεξε πως ακόμα και τα τραπέζια και οι καρέκλες ήταν καινούργια. Είχαν ωραίο, μοντέρνο στιλ, αλλά ταίριαζαν απόλυτα με το παραδοσιακό περιβάλλον. Τα έπιπλα τα είχε διαλέξει άτομο με καλό γούστο. Έξω από τα παράθυρα, τα οποία ήταν στη σειρά κατά μήκος του ενός τοίχου, η θέα ήταν τόσο όμορφη, που σου έκοβε την ανάσα. Όλο το αρχιπέλαγος της

Φιελμπάκα ανοιγόταν μπροστά στα μάτια τους. «Πότε ανοίγετε;» Η Ερίκα πήρε ένα κέικ με περίεργη όψη, αλλά το μετάνιωσε μεμιάς. Ό,τι κι αν περιείχε, είχε πάρα πολύ λίγη ζάχαρη και ήταν υπερβολικά υγιεινό για να το θεωρήσεις κέικ. «Σε μια εβδομάδα και κάτι. Αν ετοιμαστούν όλα έγκαιρα» έκανε αναστενάζοντας η Βίβιαν και βούτηξε το κέικ της σε μια κούπα με τσάι. Σίγουρα πράσινο θα είναι, σκέφτηκε η Ερίκα και ρούφηξε απολαυστικά μια γουλιά από το δικό της, υπέροχο ρόφημα. «Θα έρθεις, βέβαια, στα εγκαίνια, έτσι;» έκανε η Βίβιαν. «Θα το έκανα ευχαρίστως. Πήρα την πρόσκληση, αλλά δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη. Δεν είναι τόσο εύκολο να βρεις μπέιμπι σίτερ για τρία μικρά». «Προσπάθησε να έρθεις, θα ήταν πολύ ευχάριστο. Το Σάββατο, παρεμπιπτόντως, θα έρθει από εδώ ο άντρας σου και οι συνάδελφοί του για μια προκαταρκτική ματιά. Θα δοκιμάσουν αυτά που έχουμε να προσφέρουμε εδώ». «Έτσι, ε;» έκανε η Ερίκα και γέλασε. «Δεν μου είπε τίποτα ο Πάτρικ. Δεν νομίζω να έχει ξαναπατήσει σε σπα, οπότε σίγουρα θα είναι μια ενδιαφέρουσα εμπειρία γι’ αυτόν». «Ναι, ας το ελπίσουμε». Η Βίβιαν χάιδεψε το κεφαλάκι του Άντον. «Πώς πάνε τα πράγματα με την αδελφή σου; Ελπίζω

να μη σε πειράζει που ρωτάω, αλλά άκουσα για το δυστύχημα». «Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος τώρα». Η Ερίκα ένιωσε, προς μεγάλη της ενόχληση, ότι τα δάκρυα άρχισαν να συσσωρεύονται. Κατάπιε και κατάφερε στο τέλος να ελέγξει κάπως τη φωνή της. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι τόσο καλά. Πέρασε πάρα πολλά στη ζωή της μέχρι τώρα». Οι σκέψεις για τον Λούκας, τον πρώην σύζυγο της Άννας, πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό της. Ήταν τόσο πολλά αυτά που δεν μπορούσε να εξηγήσει, αλλά με κάποιον παράξενο τρόπο ετούτη η γυναίκα απέναντί της την έκανε να θέλει να της τα αφηγηθεί. Και το έκανε, μίλησε για όλα. Δεν συνήθιζε ποτέ να μιλάει για τη ζωή της Άννας με κάποιον άλλο, αλλά ένιωθε πως η Βίβιαν θα καταλάβαινε. Όταν τελείωσε την αφήγησή της, τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι. «Δεν είχε καθόλου εύκολη ζωή. Της ήταν τόσο απαραίτητο αυτό το παιδί» είπε η Βίβιαν χαμηλόφωνα, διατυπώνοντας με λέξεις αυτό που η Ερίκα είχε σκεφτεί τόσο πολλές φορές. Η Άννα το δικαιούνταν αυτό το παιδί. Δικαιούνταν να είναι ευτυχισμένη. «Δεν ξέρω τι να κάνω. Εκείνη δεν φαίνεται καν να αντιλαμβάνεται ότι είμαι εκεί. Είναι σαν να έχει εξαφανιστεί. Και φοβάμαι ότι δεν θα έρθει πίσω».

«Δεν έχει εξαφανιστεί». Η Βίβιαν κουνούσε τον Άντον στο γόνατό της. «Απλώς έχει βρει καταφύγιο σ’ ένα μέρος όπου δεν πονάει τόσο. Αλλά ξέρει ότι είσαι εκεί. Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να είσαι κοντά της και να την αγγίζεις. Έχουμε ξεχάσει πόσο σημαντικό είναι το άγγιγμα, αλλά το χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε. Οπότε άγγιξέ τη – και πες και στον άντρα της γι’ αυτό. Συχνά κάνουμε το λάθος ν’ αφήνουμε εκείνον που πενθεί να μένει μόνος του. Πιστεύουμε ότι χρειάζεται γαλήνη και ηρεμία, ότι θέλει την ησυχία του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος από αυτό. Ο άνθρωπος είναι αγελαίο ζώο και θέλουμε την αγέλη γύρω μας, χρειαζόμαστε την εγγύτητα, τη ζεστασιά και το άγγιγμα των άλλων ανθρώπων. Φρόντισε λοιπόν να περιτριγυρίζεται από αγέλη η Άννα, από τη δική της αγέλη. Μην την αφήνεις εκεί ξαπλωμένη και μόνη, μην την αφήνεις να αποτραβιέται με την ησυχία της στο μέρος όπου δεν υπάρχει θλίψη, ωστόσο δεν υπάρχει και κανένα άλλο συναίσθημα. Ανάγκασέ τη να βγει από εκεί». Η Ερίκα έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή. Σκεφτόταν τι είχε πει η Βίβιαν και αντιλήφθηκε ότι είχε δίκιο. Δεν έπρεπε να είχαν αφήσει την Άννα να αποτραβηχτεί. Έπρεπε να είχαν προσπαθήσει περισσότερο. «Και μη νιώθεις καμία ενοχή γι’ αυτό εδώ» είπε η Βίβιαν.

«Η θλίψη της δεν έχει καμία σχέση με τη χαρά σου». «Ναι, αλλά πρέπει σίγουρα να νιώθει…» έκανε η Ερίκα και τα δάκρυα είχαν αρχίσει να τρέχουν για τα καλά τώρα. «Πρέπει σίγουρα να νιώθει ότι εγώ πήρα τα πάντα κι εκείνη τίποτα». «Ξέρει ότι αυτά τα πράγματα δεν σχετίζονται. Αν υπάρχει κάτι που θα σταθεί εμπόδιο ανάμεσά σας, αυτό είναι η δική σου αίσθηση ενοχής. Όχι κάποιος φθόνος ή θυμός που νιώθει η Άννα επειδή τα δικά σου παιδιά επέζησαν. Αυτό υπάρχει μόνο στο δικό σου το μυαλό». «Πώς το ξέρεις αυτό;» Η Ερίκα ήθελε, αλλά δεν τολμούσε να πιστέψει αυτό που είχε πει η Βίβιαν. Τι ήξερε η Βίβιαν για το πώς σκεφτόταν και ένιωθε η Άννα; Δεν την είχε καν συναντήσει. Και ταυτόχρονα αυτό ακριβώς ακουγόταν αληθινό και πραγματικό. «Δεν μπορώ να εξηγήσω πώς το ξέρω αυτό. Αλλά ορισμένα πράγματα τα νιώθω – και ξέρω αρκετά για τους ανθρώπους. Απλώς πρέπει να με εμπιστευτείς» είπε η Βίβιαν με αποφασιστική φωνή. Και η Ερίκα αισθανόταν, προς μεγάλη της έκπληξη, ότι το έκανε. Την εμπιστευόταν. Όταν λίγο αργότερα βρισκόταν στον δρόμο για τον παιδικό σταθμό, τα βήματά της ήταν πιο ανάλαφρα από ποτέ. Είχε απαλλαγεί από εκείνο που δεν την άφηνε να

πλησιάσει ξανά την Άννα. Είχε απαλλαγεί από την αίσθηση της ανημποριάς.

Φιελμπάκα 1871

Στο τέλος είχε σχηματιστεί πάγος. Είχε έρθει αργά αυτό τον χειμώνα, όχι πριν από τον Φλεβάρη. Από μια άποψη αυτό έκανε την Έμελι να αισθανθεί πιο ελεύθερη. Έπειτα από καμιά βδομάδα ο πάγος ήταν αρκετά παχύς για να περπατήσεις πάνω του και, για πρώτη φορά από τότε που είχε έρθει στο νησί, είχε τη δυνατότητα να φύγει από εκεί μόνη της, αν το επιθυμούσε. Αυτό σήμαινε μεγάλη πεζοπορία και, επιπλέον, κάποιους κινδύνους, γιατί έλεγαν πως, όσο παχύς κι αν ήταν ο πάγος, μπορούσαν να υπάρχουν ύπουλα ρήγματα εκεί που είχε ρεύματα αποκάτω. Αλλά η δυνατότητα υπήρχε. Από μια άλλη άποψη αυτό την έκανε να αισθάνεται περισσότερο αποκλεισμένη. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν δεν έκαναν τον καθημερινό τους διάπλου στη Φιελμπάκα και, παρόλο που εκείνη φοβόταν την κάθε τους επιστροφή, έτσι

όπως έρχονταν μεθυσμένοι και έτοιμοι για καβγά, η απουσία τους της πρόσφερε ένα προσωρινό διάλειμμα. Τώρα όμως βρίσκονταν περισσότερες ώρες κοντά της και η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. Προσπαθούσε λοιπόν να τους κρατά ευχαριστημένους και να κάνει τις δουλειές της αμίλητη. Ο Καρλ ακόμη δεν την είχε αγγίξει, ούτε κι εκείνη τον είχε πλησιάσει ξανά. Ξάπλωνε εντελώς ακίνητη στη μέσα πλευρά του κρεβατιού και πίεζε το σώμα της πάνω στον κρύο τοίχο. Η απέχθειά του για εκείνη καλά κρατούσε κι εκείνη ένιωθε όλο και πιο μόνη. Οι φωνές είχαν δυναμώσει κι εκείνη έβλεπε περισσότερο από πριν αυτό το οποίο δεν επέτρεπε η λογική, γνωρίζοντας ωστόσο ότι δεν ήταν της φαντασίας της. Οι νεκροί ήταν η ασφάλειά της, η μόνη παρέα που είχε σ’ ετούτο το ερημικό νησί, και η θλίψη τους συνενωνόταν με τη δική της. Ούτε οι δικές τους ζωές είχαν πάρει την κατεύθυνση που προσδοκούσαν. Καταλαβαίνονταν μεταξύ τους, αν και τις τύχες τους διαχώριζε το μεγαλύτερο τείχος απ’ όλα. Ο θάνατος. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν δεν τους πρόσεχαν με τον ίδιο τρόπο που τους πρόσεχε εκείνη. Αλλά μερικές φορές φαίνονταν να διακατέχονται από μια ανησυχία που δεν την καταλάβαιναν. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εκείνη μπορούσε να δει τον φόβο τους – και το χαιρόταν στα κρυφά. Δεν ζούσε πια

για την αγάπη της για τον Καρλ. Γιατί εκείνος δεν ήταν αυτό που εκείνη είχε πιστέψει, αλλά έτσι ήταν η ζωή και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Μπορούσε απλώς να χαίρεται για τον φόβο του και να αναζητά τη σιγουριά στους νεκρούς. Αυτό της έδινε την αίσθηση της εκλεκτής. Ήταν η μόνη που ήξερε ότι υπήρχαν εκεί. Ήταν δικοί της. Αλλά αφού πέρασε ένας μήνας με πάγο, εκείνη άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ο φόβος φαινόταν ακόμα και στο δικό της πρόσωπο. Η ατμόσφαιρα ήταν πιο τεταμένη τώρα. Ο Γιούλιαν άρπαζε κάθε ευκαιρία να τα βάλει μαζί της, ώστε να δίνει διέξοδο στην απογοήτευση που προκαλούσε ο αποκλεισμός στο νησί. Ο Καρλ κοιτούσε με βλέμμα ψυχρό και μαζί με τον Γιούλιαν ψιθύριζαν συνεχώς. Με το βλέμμα καρφωμένο πάνω της κάθονταν οι δυο τους στον καναπέ της κουζίνας και συζητούσαν χαμηλόφωνα με τα κεφάλια τους κοντά το ένα στο άλλο. Εκείνη δεν μπορούσε ν’ ακούσει τι έλεγαν, αλλά ήξερε πως δεν ήταν καλό. Καμιά φορά έπιανε σπαράγματα μιας συνομιλίας, όταν εκείνοι πίστευαν ότι δεν τους άκουγε. Τελευταία μιλούσαν πολύ για το γράμμα που είχε λάβει ο Καρλ από τους γονείς του μόλις πριν σχηματιστούν οι πάγοι. Το συζητούσαν με φωνές αναστατωμένες, αλλά εκείνη δεν είχε καταλάβει τι έγραφε το γράμμα. Και για να είναι ειλικρινής, δεν ήθελε να μάθει. Η ζοφερή φωνή του Γιούλιαν

και η παραιτημένη φωνή του Καρλ, όταν το συζητούσαν, προκαλούσαν ψυχρές ανατριχίλες στη ραχοκοκαλιά της. Ούτε καταλάβαινε για ποιο λόγο δεν είχαν περάσει ποτέ να τους επισκεφθούν τα πεθερικά της ή γιατί δεν πήγαιναν αυτοί ως ζευγάρι σ’ αυτούς. Το πατρικό σπίτι του Καρλ βρισκόταν μόλις μισή ώρα μακριά από τη Φιελμπάκα. Αν ξεκινούσαν νωρίς, θα μπορούσαν να επιστρέψουν έγκαιρα, πριν σουρουπώσει. Αλλά η Έμελι δεν τολμούσε να ρωτήσει. Κάθε φορά που ερχόταν γράμμα από εκείνους, η διάθεση του Καρλ χαλούσε και γινόταν πιο κυκλοθυμικός για μέρες. Έπειτα από αυτό εδώ το τελευταίο γράμμα τα πράγματα ήταν χειρότερα από ποτέ και, ως συνήθως, η Έμελι ήταν πάντα στο περιθώριο, χωρίς να γνωρίζει τι συνέβαινε γύρω της.

«Νοικοκυρεμένο» είπε ο Γιέστα. Κοίταξε γύρω του στο διαμέρισμα. Παρόλο που ένιωθε ικανοποιημένος με την πρωτοβουλία του, το στομάχι του δενόταν κόμπος όταν σκεφτόταν πώς θα αντιδρούσε ο Χέντστρεμ. «Σίγουρα πούστης» είπε ο Μέλμπεργ. Ο Γιέστα αναστέναξε. «Πού το στηρίζεις αυτό;» «Τόσο νοικοκυρεμένα μόνο τα σπίτια των πούστηδων είναι. Οι πραγματικοί άντρες έχουν πάντα λίγη βρομιά στις γωνιές. Και σίγουρα δεν έχουν κουρτίνες». Ζάρωσε τη μύτη του και έδειξε τις ιβουάρ κουρτίνες. «Τα πάντα φωνάζουν ότι δεν είχε γκόμενες». «Ναι, αλλά…» Ο Γιέστα αναστέναξε πάλι και παράτησε την ιδέα να προσπαθήσει άλλη μια φορά να εκφράσει διαφορετική άποψη. Ο Μέλμπεργ μπορεί να είχε δύο αυτιά όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, αλλά σπάνια τα χρησιμοποιούσε για να

ακούει. «Αναλαμβάνεις εσύ την κρεβατοκάμαρα, για να ξεκινήσω εγώ από το καθιστικό;» Ο Μέλμπεργ άρχισε να ψάχνει τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Ο Γιέστα έγνεψε καταφατικά και κοίταξε το δωμάτιο. Ήταν λίγο απρόσωπο. Ένας μπεζ καναπές, ένα σκούρο τραπεζάκι μ’ ένα ανοιχτόχρωμο χαλί αποκάτω, μια τηλεόραση σε μια βάση και μια βιβλιοθήκη με ελάχιστα βιβλία. Τουλάχιστον τα μισά από αυτά ήταν βιβλία οικονομίας και λογιστικής. «Διαβολεμένα περίεργος τύπος» είπε ο Μέλμπεργ. «Δεν έχει και πολλά πράγματα». «Ίσως να του άρεσε η λιτή ζωή» είπε ο Γιέστα και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Ήταν εξίσου νοικοκυρεμένο με το καθιστικό. Ένα κρεβάτι με λευκό κεφαλάρι, ένα κομοδίνο, μερικές λευκές ντουλάπες για ρούχα κι ένα κομό. «Έχει μια γυναίκα εδώ σε φωτογραφία». Ο Γιέστα φώναξε τον Μέλμπεργ ενώ έπαιρνε μια φωτογραφία που ακουμπούσε πάνω στη λάμπα του κομοδίνου. «Για να δω. Είναι όμορφη;» Ο Μέλμπεργ μπήκε στο υπνοδωμάτιο. «Ε, ναι… γλυκούλα είναι, θα έλεγα». Ο Μέλμπεργ έριξε μια ματιά στη φωτογραφία και έκανε μια

γκριμάτσα που έδειχνε ότι δεν ήταν και τόσο εντυπωσιασμένος. Επέστρεψε στο καθιστικό αφήνοντας εκεί μέσα τον Γιέστα με τη φωτογραφία στο χέρι. Αναρωτιόταν ποια να ήταν. Πρέπει να σήμαινε κάτι ιδιαίτερο για τον Ματς Σβερίν. Φαινόταν να είναι η μοναδική φωτογραφία σε όλο το διαμέρισμα. Δεν ήταν τυχαίο που την είχε στο υπνοδωμάτιο. Την έβαλε προσεκτικά στη θέση της και άρχισε να κοιτάζει σε συρτάρια και γκαρνταρόμπες. Αλλά εκεί υπήρχαν μόνο ρούχα, τίποτα πιο προσωπικό γενικώς. Ούτε ατζέντα με ραντεβού και προγραμματισμό δουλειάς ούτε παλιά γράμματα ούτε φωτογραφικά άλμπουμ. Έψαξε σχολαστικά όλους τους χώρους, αλλά έπειτα από λίγο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον. Ήταν σαν ο Σβερίν να είχε μετακομίσει στο διαμέρισμα χωρίς να είχε κάποια ζωή πριν. Το μόνο που μαρτυρούσε το αντίθετο ήταν η φωτογραφία της γυναίκας. Ο Γιέστα πλησίασε στο κομοδίνο και πήρε τη φωτογραφία. Ήταν γλυκιά, αυτή ήταν η γνώμη του. Μικροκαμωμένη και λεπτή, με μακριά ξανθά μαλλιά, που ο αέρας τα είχε φυσήξει γύρω από το πρόσωπό της όταν τραβήχτηκε η φωτογραφία. Μισόκλεισε τα μάτια, την έφερε πιο κοντά και τη μελέτησε λεπτομερώς. Αναζητούσε κάτι, οτιδήποτε, που θα αποκάλυπτε την ταυτότητα της εικονιζόμενης ή τουλάχιστον

τον τόπο όπου είχε τραβηχτεί η φωτογραφία. Τίποτα δεν ήταν γραμμένο στην πίσω πλευρά και το μόνο που έβλεπε στο βάθος ήταν πρασινάδα. Αλλά όταν την ξανακοίταξε, εντόπισε αμέσως κάτι. Στη δεξιά πλευρά φαινόταν ένα χέρι. Κάποιος ερχόταν ή έφευγε από το πλαίσιο της εικόνας. Ήταν ένα μικρό χέρι. Η φωτογραφία δεν ήταν καθόλου διαυγής για να μπορεί να είναι σίγουρος για ό,τι έβλεπε, αλλά πίστευε ότι επρόκειτο για χέρι μικρού παιδιού. Άφησε ξανά κάτω τη φωτογραφία. Ακόμα κι αν είχε δίκιο, τίποτα δεν αποδείκνυε ποια ήταν. Ο Γιέστα έκανε μεταβολή για να βγει από το υπνοδωμάτιο, αλλά άλλαξε γνώμη. Πήγε ξανά στο κομοδίνο, πήρε τη φωτογραφία και την έβαλε στην τσέπη του. «Αυτό εδώ δεν άξιζε καν τον κόπο» έκανε βλοσυρά ο Μέλμπεργ. Είχε γονατίσει και κοιτούσε κάτω από τον καναπέ. «Ίσως να ήταν καλύτερα να το αφήναμε κι αυτό στον Χέντστρεμ. Είμαι απολύτως σίγουρος πως χάνουμε την ώρα μας». «Έχουμε την κουζίνα ακόμη» είπε ο Γιέστα χωρίς να δώσει σημασία στην γκρίνια του Μέλμπεργ. Άρχισε ν’ ανοίγει συρτάρια και ντουλάπια, αλλά δεν μπόρεσε να βρει κάτι ιδιαίτερο. Τα πιατικά πρέπει να ήταν από το πακέτο ξεκινήματος που πρόσφερε το ΙΚΕΑ, ενώ ούτε το ψυγείο ούτε το ντουλάπι με τα τρόφιμα ήταν ιδιαίτερα γεμάτα.

Ο Γιέστα στράφηκε και ακούμπησε στον πάγκο της κουζίνας. Ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε σε κάτι που ήταν στο τραπέζι. Ένα καλώδιο κρεμόταν από το τραπέζι και κατέληγε σε μια πρίζα στον τοίχο. Σήκωσε το καλώδιο και το κοίταξε. Ήταν καλώδιο υπολογιστή. «Ξέρουμε αν ο Σβερίν είχε φορητό υπολογιστή;» φώναξε. Απάντηση δεν πήρε, αλλά άκουσε βήματα που κατευθύνονταν προς την κουζίνα. «Γιατί;» έκανε ο Μέλμπεργ. «Υπάρχει ένα καλώδιο υπολογιστή εδώ, αλλά κανένας δεν έκανε λόγο για υπολογιστή». «Θα είναι σίγουρα στη δουλειά του». «Δεν θα έπρεπε τουλάχιστον να είχαν πει κάτι όταν πέρασα από εκεί με την Πάουλα; Δεν θα καταλάβαιναν ότι θα μας ενδιέφερε ο υπολογιστής του;» «Ρωτήσατε;» – Ο Μέλμπεργ ανασήκωσε το ένα φρύδι. Ο Γιέστα αναγκάστηκε να συμφωνήσει ότι ο Μέλμπεργ είχε δίκιο. Είχαν ξεχάσει εντελώς να ζητήσουν πρόσβαση στον υπολογιστή του Ματς Σβερίν. Πιθανώς να βρισκόταν ακόμη στο δημαρχείο. Ένιωσε ξαφνικά ανόητος εκεί που στεκόταν με το καλώδιο στο χέρι και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. «Θα περάσω ξανά από το δημαρχείο αργότερα» είπε και

βγήκε από την κουζίνα.

«Θεέ μου, πόσο απεχθάνομαι την αναμονή. Όλα παίρνουν τόσον καιρό να γίνουν» μουρμούριζε ενοχλημένος ο Πάτρικ καθώς έστριβε για να μπει στο πάρκινγκ μπροστά στο αστυνομικό μέγαρο του Γέτεμποργ. «Νομίζω ότι η επόμενη Τετάρτη δεν απέχει και τόσο πολύ» είπε η Πάουλα. Κράτησε την ανάσα της όταν ο Πάτρικ πέρασε πολύ κοντά από μια κολόνα. «Ναι, μάλλον δίκιο έχεις» είπε ο Πάτρικ και βγήκε από το αυτοκίνητο. «Αλλά πάλι δεν ξέρουμε πόσον καιρό θα πάρει για να έρθουν τα αποτελέσματα από το ΚΕΕ. Κυρίως η σφαίρα. Αν υπάρχει κάποια πανομοιότυπη σφαίρα στα αρχεία μας, θα έπρεπε να το ξέρουμε ήδη αντί να περιμένουμε βδομάδες ολόκληρες». «Έτσι είναι τώρα αυτά, δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά». Η Πάουλα κατευθύνθηκε προς την είσοδο του μεγάρου. Είχαν τηλεφωνήσει πιο νωρίς και είχαν ανακοινώσει την άφιξή τους, αν και η αστυνομικός στη ρεσεψιόν τούς ζήτησε να καθίσουν και να περιμένουν. Δέκα λεπτά αργότερα

εμφανίστηκε ένας μεγαλόσωμος και απίστευτα ψηλός άντρας που κατευθύνθηκε αμέσως προς το μέρος τους. Ο Πάτρικ εκτίμησε στα γρήγορα ότι ο άντρας αυτός πρέπει να ήταν γύρω στα δύο μέτρα ψηλός, κι όταν σηκώθηκε να τον χαιρετήσει, ένιωσε σαν νάνος. Για να μην πούμε πώς ένιωσε η Πάουλα. Φαινόταν να φτάνει λίγο πάνω από τη μέση του άντρα. «Καλώς ήρθατε. Βάλτερ Χιντ. Μαζί μιλήσαμε στο τηλέφωνο». Ο Πάτρικ και η Πάουλα συστήθηκαν και ύστερα τον ακολούθησαν. Πρέπει να αγοράζει παπούτσια σε ειδικά μαγαζιά, σκέφτηκε ο Πάτρικ, που περιεργαζόταν εντυπωσιασμένος τα πόδια του Βάλτερ. Σαν μικρές βάρκες ήταν. Η Πάουλα του έχωσε μια στα πλευρά και εκείνος πήρε από εκεί το βλέμμα του ντροπιασμένος. «Περάστε μέσα. Αυτό είναι το γραφείο μου. Θα πιείτε καφέ;» Έγνεψαν και οι δυο καταφατικά και σε λίγο έπιναν τον καφέ τους από ένα αυτόματο μηχάνημα στο χολ. «Χρειάζεστε πληροφορίες για μια περίπτωση επίθεσης με πρόκληση σωματικών βλαβών;» Η ερώτησή του ήταν ουσιαστικά δήλωση και ο Πάτρικ απλώς έγνεψε προς απάντησή του. «Έχω τον φάκελο εδώ, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως θα

μπορέσω να σας φανώ ιδιαίτερα χρήσιμος». «Μπορείς να μας κάνεις μια αδρή παρουσίαση;» ρώτησε η Πάουλα. «Ναι, για να δούμε εδώ». Ο Βάλτερ άνοιξε τον φάκελο και κοίταξε στα γρήγορα μερικά έγγραφα. Καθάρισε τον λαιμό του. «Ο Ματς Σβερίν έφτασε αργά στο σπίτι του στην οδό Έρικ Ντάλμπεργ. Εκ των υστέρων δεν φαινόταν σίγουρος για την ακριβή ώρα, αλλά πιστεύει πως ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Είχε βγει και είχε φάει με μερικούς φίλους. Οι μνήμες από τον ξυλοδαρμό ήταν ασαφείς, μεταξύ άλλων επειδή υπέστη σοβαρές βλάβες στο κεφάλι και είχε κάποια κενά μνήμης». Ο Βάλτερ σήκωσε το βλέμμα και συνέχισε να μιλάει εκτός κειμένου: «Αυτό που καταφέραμε να μάθουμε από αυτόν τελικά ήταν ότι είχε βρει μια παρέα εφήβους έξω από το σπίτι του, στην είσοδο της πολυκατοικίας. Όταν είπε σε έναν από αυτούς να μην κατουράει εκεί, εκείνοι του όρμησαν. Αλλά δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά κάποιων από αυτούς ούτε ήταν σίγουρος για το πόσοι ήταν. Μιλήσαμε με τον Ματς Σβερίν αρκετές φορές αφότου ανέκτησε τις αισθήσεις του, αλλά δεν βγάλαμε πολλά, δυστυχώς». Ο Βάλτερ έκλεισε τον φάκελο μ’ έναν αναστεναγμό. «Και μέχρι εκεί φτάσατε;» ρώτησε ο Πάτρικ.

«Ναι. Είχαμε πάρα πολύ λίγα στοιχεία για να ξεκινήσουμε έρευνα και να τη συνεχίσουμε. Δεν υπήρχαν άλλοι μάρτυρες. Αλλά…» Δίστασε και ήπιε μια γουλιά καφέ. «Αλλά τι;» «Πρόκειται βέβαια για δικές μου εικασίες…» Δίστασε ξανά. «Ακούμε ευχαρίστως τα πάντα» είπε η Πάουλα. «Ναι, είχα όλον εκείνο τον καιρό την αίσθηση ότι ο Ματς ήξερε περισσότερα απ’ όσα έλεγε. Δεν έχω βέβαια ατράνταχτα στοιχεία γι’ αυτό, αλλά, όταν συζητούσαμε μερικές φορές μαζί του, φαινόταν σαν να μας έκρυβε κάτι». «Εννοείς πώς γνώριζε ποιοι ήταν αυτοί που τον χτύπησαν;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Ιδέα δεν έχω». Ο Βάλτερ σήκωσε ψηλά τα χέρια του. «Απλώς είχα την αίσθηση ότι είχε περισσότερες πληροφορίες από αυτές που μοιράστηκε μαζί μας. Αλλά ξέρετε πολύ καλά, όπως κι εγώ, πως υπάρχουν πολλοί και διάφοροι λόγοι για τους οποίους θύμα και μάρτυρες αποσιωπούν στοιχεία». Ο Πάτρικ και η Πάουλα έγνεψαν καταφατικά. «Θα αφιέρωνα ευχαρίστως περισσότερο χρόνο σε αυτή την υπόθεση και θα έβλεπα αν μπορούσα να βγάλω κάτι. Αλλά δεν έχουμε τόσους πόρους διαθέσιμους και στο τέλος αναγκαστήκαμε να παγώσουμε την υπόθεση.

Αντιληφθήκαμε ότι δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε περισσότερο, αν δεν προέκυπτε κάτι καινούργιο». «Κάτι που ίσως να έγινε τώρα, θα μπορούσαμε να πούμε» είπε ο Πάτρικ. «Πιστεύετε ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στον ξυλοδαρμό και στον φόνο; Αυτή είναι η υπόθεση εργασίας σας;» Ο Πάτρικ έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και σκέφτηκε μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει. «Μπα, δεν θα έλεγα ότι υπάρχει κάποια πραγματική υπόθεση εργασίας προς το παρόν. Απλώς προσπαθούμε να σκεφτόμαστε με ανοιχτό μυαλό. Αλλά σίγουρα είναι κι αυτό μια δυνατότητα. Αποτελεί αναντίρρητα σύμπτωση το γεγονός ότι τον χτυπούν μόλις μερικούς μήνες πριν βρεθεί δολοφονημένος». «Αυτό είναι αλήθεια. Πες μας όταν θεωρήσεις ότι χρειάζεσαι τη βοήθειά μας». Ο Βάλτερ σηκώθηκε και ξεδίπλωσε όλο το πανύψηλο σώμα του. «Η έρευνα αυτή είναι ακόμη ανοιχτή, οπότε ίσως να μπορέσουμε να συνεργαστούμε, αν προκύψει κάτι καινούργιο, έτσι;» «Απολύτως» είπε ο Πάτρικ και του έδωσε το χέρι. «Μπορούμε να έχουμε ένα αντίγραφο του φακέλου;» «Έχει ήδη τακτοποιηθεί αυτό» είπε ο Βάλτερ και του έδωσε μια στοίβα έγγραφα. «Μπορείτε να βρείτε μόνοι σας

την έξοδο;» «Κανένα πρόβλημα. Α, παρεμπιπτόντως» ο Πάτρικ έκανε μεταβολή καθώς πήγαιναν να βγουν από την πόρτα «σκεφτήκαμε να πάμε και από την οργάνωση για την οποία δούλευε ο Σβερίν. Μπορείς να μας πεις πώς θα πάμε εκεί;». Του έδωσε ένα σημείωμα με τη διεύθυνση δείχνοντας το όνομα της οδού. Έπειτα από μερικές απλές οδηγίες από τον Βάλτερ για το πώς θα έφταναν ευκολότερα με αυτοκίνητο εκεί, τον ευχαρίστησαν κι έφυγαν. «Δεν βγάλαμε και πολλά» αναστέναξε η Πάουλα όταν μπήκαν ξανά στο αυτοκίνητο. «Μην το λες. Απαιτούνται πολλά για κάποιον στη θέση του να διακινδυνεύσει και να πει πως πιστεύει ότι το θύμα αποκρύπτει κάτι. Μάλλον πρέπει να μάθουμε περισσότερα για το τι συνέβη όταν ο Σβερίν δέχτηκε επίθεση. Ίσως να υπήρχε κάτι εδώ στο Γέτεμποργ από το οποίο δεν κατάφερε να ξεφύγει όταν μετακόμισε στη Φιελμπάκα». «Και γι’ αυτό θα αρχίσουμε φυσικά από τον τελευταίο εργοδότη του εδώ» συμπλήρωσε η Πάουλα και διόρθωσε τη ζώνη της. «Νομίζω ότι είναι η καλύτερη αφετηρία». Ο Πάτρικ βγήκε με την όπισθεν από το πάρκινγκ και η Πάουλα έκλεισε τα μάτια όταν εκείνος λίγο έλειψε να

χτυπήσει στο πλάι ένα μπλε Βόλβο 740, το οποίο για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν κατάφερε να δει από τον καθρέφτη. Την επόμενη φορά έπρεπε να επιμείνει να οδηγήσει η ίδια. Τα νεύρα της δεν άντεχαν άλλο την οδήγηση του Πάτρικ.

Τα παιδιά τρεχοβολούσαν στον κήπο. Η Μαντελέν κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, αν και ήξερε ότι έπρεπε να το κόψει. Αλλά εδώ στη Δανία φαίνεται πως κάπνιζαν όλοι. «Μαμά, μπορώ να πάω στο σπίτι της Μέτε;» Η κόρη της η Βίλντα στεκόταν μπροστά της με τα μαλλιά ανάκατα και τα μάγουλα κατακόκκινα από τον καθαρό αέρα και τη χαρά του παιχνιδιού. «Φυσικά και μπορείς» της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο. Ένα από τα πλεονεκτήματα αυτού του συγκροτήματος διαμερισμάτων ήταν πως ο μεγάλος κήπος ήταν μονίμως γεμάτος παιδιά που μπαινόβγαιναν τρέχοντας το ένα στο σπίτι του άλλου λες και ήταν όλα μια μεγάλη οικογένεια. Χαμογέλασε και άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Ήταν ένα παράξενο συναίσθημα. Το να αισθάνεται ασφαλής. Είχε περάσει τόσος καιρός που μετά βίας θυμόταν πώς ήταν να είσαι ασφαλής. Τέσσερις μήνες έμεναν εδώ στην Κοπεγχάγη και οι μέρες περνούσαν με αργούς ρυθμούς. Είχε σταματήσει

μάλιστα να σέρνεται κάτω από τα παράθυρα. Τώρα περνούσε απλώς μπροστά τους – ακόμα και με τις κουρτίνες ανοιχτές. Τα είχαν τακτοποιήσει όλα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, αλλά τώρα ήταν διαφορετικά. Είχε και η ίδια μιλήσει μαζί τους, τους είχε εξηγήσει γιατί έπρεπε να εξαφανιστεί πάλι, μαζί με τα παιδιά. Και εισακούστηκε. Την επόμενη βραδιά την ειδοποίησαν να μαζέψει τα πράγματα τα δικά της και των παιδιών και να πάει κάτω στο αυτοκίνητο που περίμενε με τη μηχανή αναμμένη. Είχε αποφασίσει να μην κοιτάξει πίσω της. Δεν αμφέβαλλε ούτε στιγμή ότι αυτή ήταν η σωστή απόφαση, αλλά καμιά φορά δεν μπορούσε να απωθήσει τον πόνο. Ερχόταν στον ύπνο της, την ξυπνούσε και την ανάγκαζε να μένει ξύπνια για ώρα και να κοιτάζει το σκοτάδι. Εκεί μέσα έβλεπε τον άνθρωπο τον οποίο είχε απαγορεύσει στον εαυτό της να σκέφτεται. Το τσιγάρο τής έκαψε τα δάχτυλα, βλαστήμησε και το πέταξε στο έδαφος. Ο Κέβιν την κοίταξε με έντονο βλέμμα. Είχε απορροφηθεί τόσο πολύ από τις σκέψεις της, ώστε δεν τον είχε δει που είχε έρθει και καθόταν τώρα δίπλα της στο παγκάκι. Του ανακάτωσε στοργικά τα μαλλιά κι εκείνος την άφησε. Ήταν τόσο σοβαρός. Το μεγάλο παιδάκι της, που, αν και ήταν οχτώ χρόνων, τα ματάκια του είχαν δει πολλά. Παντού γύρω τους ακούγονταν χαρούμενες φωνές

ανάμεσα στα σπίτια. Είχε ήδη προσέξει ότι πολλές δανέζικες λέξεις είχαν παρεισφρήσει στο λεξιλόγιο των παιδιών. Το διασκέδαζε αυτό, αλλά την τρόμαζε κιόλας. Το να εγκαταλείπεις αυτό που είχες σήμαινε επίσης ότι έχανες κάτι. Τα παιδιά θα έχαναν την ίδια τους τη γλώσσα με τα χρόνια, θα ξεχνούσαν τα σουηδικά και θα έχαναν την προφορά του Γέτεμποργ. Αλλά ήταν πρόθυμη να το θυσιάσει κι αυτό. Είχαν πιάσει απάνεμο λιμάνι τώρα – και δεν θα μετακόμιζαν πια. Εδώ θα έμεναν και θα ξεχνούσαν όλα όσα είχαν αφήσει πίσω τους. Χάιδεψε το μάγουλο του Κέβιν. Με τον καιρό θα γινόταν κι αυτός ένα παιδί σαν όλα τ’ άλλα. Και αυτό θα άξιζε τα πάντα.

Η Μάγια ήρθε, ως συνήθως, τρέχοντας και χώθηκε στην αγκαλιά της μόλις πήγε να την πάρει. Και αφού έδωσε στην Ερίκα μια αγκαλιά κι ένα υγρό φιλί, τέντωσε ψηλά τα χέρια της, για να μπορέσει να χαϊδέψει τα μικρά της αδέλφια. «Κάποιος φαίνεται να είναι ξετρελαμένος με τα αδέλφια του» είπε η Εύα, που στεκόταν εκεί έξω και σημείωνε τα ονόματα των παιδιών που έρχονταν οι δικοί τους να τα πάρουν.

«Ναι, τις περισσότερες φορές. Αλλά αρπάζουν και καμιά ψιλή μερικές φορές». Η Ερίκα χάιδεψε τον Νούελ στο μάγουλο. «Δεν είναι τόσο παράξενο που αντιδρούν τα παιδιά όταν δεν έχουν την αποκλειστικότητα της προσοχής των γονιών τους». Η Εύα έσκυψε πάνω από το καρότσι, για να χαιρετήσει τα δίδυμα. «Όχι, είναι απολύτως κατανοητό, και μέχρι στιγμής τα πράγματα πηγαίνουν πολύ καλά». «Κοιμούνται τα βράδια;» Η Εύα χάιδεψε τα παιδιά και ανταμείφθηκε με δυο παιδικά χαμόγελα. «Μια χαρά κοιμούνται. Το μόνο πρόβλημα είναι πως η Μάγια πιστεύει πως είναι βαρετό να κοιμούνται και με την πρώτη ευκαιρία ανεβαίνει κρυφά πάνω και τα ξυπνάει». «Αυτό το πιστεύω απόλυτα. Είναι ένα πολύ τολμηρό και επινοητικό κοριτσάκι». «Α, και λίγα λες». Τα δίδυμα είχαν αρχίσει να στριφογυρίζουν ανήσυχα στο καροτσάκι και η Ερίκα κοίταξε για την κόρη της που είχε ήδη εξαφανιστεί. «Ρίξε μια ματιά στην παιδική χαρά». Η Εύα έγνεψε προς τα εκεί που έπαιζαν τα παιδιά. «Εκεί είναι που της αρέσει να

περνά την ώρα της». Πράγματι. Την ίδια στιγμή η Ερίκα είδε τη Μάγια να κατεβαίνει με φόρα την τσουλήθρα με μια έκφραση ευτυχίας στο πρόσωπο, αλλά έπειτα από λίγες πειστικές κουβέντες πήγε και ανέβηκε στην πρόσθετη τροχοσανίδα που ήταν προσαρμοσμένη στο καροτσάκι και μπόρεσαν να φύγουν από εκεί. «Πάμε σπίτι;» έκανε η Μάγια. Η Ερίκα είχε στρίψει δεξιά αντί να πάει αριστερά, όπως συνήθιζε όταν πήγαιναν με τα πόδια στο σπίτι. «Όχι, θα πάμε στη θεία Άννα και στον θείο Νταν» είπε εκείνη και ανταμείφθηκε από ένα επιφώνημα χαράς της κόρης της. «Παίξω Λίσεν. Και Έμμα. Όχι Άντριαν» δήλωσε αποφασιστικά η Μάγια. «Έτσι, ε; Και γιατί δεν θα παίξεις με τον Άντριαν;» «Άντριαν είναι αγόρι». Προφανώς αυτό δεν χρειαζόταν περισσότερες εξηγήσεις, γιατί ήταν και η μοναδική πληροφορία που η Ερίκα άκουσε από τη Μάγια. Αναστέναξε. Έπρεπε άραγε ο διαχωρισμός των παιδιών σε αγόρια και κορίτσια να αρχίζει τόσο νωρίς; Ή το τι έπρεπε να κάνει κανείς και τι όχι, τι θα φορούσε και με ποιον θα έπαιζε; Αναρωτήθηκε γεμάτη ενοχές αν και η ίδια

είχε συμβάλει σε αυτό με το να μην αντιτίθεται στην επιθυμία της κόρης της να είναι τα πάντα γύρω της ροζ και να θυμίζουν αντικείμενα πριγκίπισσας. Όλη η γκαρνταρόμπα της Μάγια ήταν τώρα γεμάτη με ροζ ρούχα, γιατί αυτό ήταν το μοναδικό χρώμα που μπορούσε να φορέσει – αν της φορούσες άλλο, ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μήπως ήταν λάθος να την αφήνει ν’ αποφασίζει μόνη της; Η Ερίκα δεν ολοκλήρωσε τις σκέψεις της. Δεν είχε τη διάθεση αυτή τη στιγμή. Προς το παρόν ήταν αρκετά επίπονο το σπρώξιμο του καροτσιού. Σταμάτησε για μια στιγμή στον κυκλικό κόμβο, πριν πάρει ξανά φόρα και στρίψει αριστερά στην οδό Ντίνγκλε. Είδε το σπίτι του Νταν και της Άννας στο Φαλκελίντεν, αλλά ο δρόμος έως εκεί της φαινόταν πολύ μακρύτερος απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τελικά έφτασε εκεί, αλλά εκείνη η τελευταία ανηφόρα την είχε πεθάνει και στάθηκε αρκετά έξω από την πόρτα, για να ανακτήσει τον κανονικό ρυθμό της αναπνοής της. Όταν έπεσαν οι σφυγμοί και ηρέμησε αρκετά ώστε να μπορέσει να χτυπήσει το κουδούνι, η πόρτα δεν άργησε καθόλου ν’ ανοίξει απότομα. «Η Μάγια!» ξεφώνισε η Λίσεν. «Και τα μωρά!» Γύρισε και φώναξε προς το εσωτερικό του σπιτιού: «Ήρθε η Ερίκα και η Μάγια και τα μωρά! Είναι πανέμορφα!». Η Ερίκα δεν μπόρεσε να μη βάλει τα γέλια με τον

ενθουσιασμό της μικρής και παραμέρισε για να περάσει η Μάγια στο χολ. «Είναι στο σπίτι ο μπαμπάς;» «Μπαμπά!» βρυχήθηκε η Λίσεν προς απάντηση στην ερώτηση της Ερίκα. Ο Νταν βγήκε από την κουζίνα στο χολ. «Α, καλώς τους». Άνοιξε την αγκαλιά του, για να χωθεί μέσα της η Μάγια. Ο Νταν ήταν ο αγαπημένος της. «Περάστε, περάστε». Αφού τελείωσαν τα αγκαλιάσματα, άφησε τη Μάγια κάτω. Εκείνη εξαφανίστηκε αμέσως για να βρει τα άλλα παιδιά, που, αν έκρινες από τις φωνές, κάθονταν και έβλεπαν παιδικά στην τηλεόραση. «Συγγνώμη που μπαινοβγαίνω εδώ όλη την ώρα» είπε η Ερίκα και κρέμασε το τζάκετ της. Σήκωσε τα πορτμπεμπέ των διδύμων και ακολούθησε τον Νταν που κατευθύνθηκε στην κουζίνα. «Μας χαροποιεί πάντα η παρέα» είπε ο Νταν και πέρασε το χέρι από το πρόσωπό του. Φαινόταν απίστευτα κουρασμένος και αποκαρδιωμένος. «Μόλις ετοίμασα καφέ». Κοίταξε την Ερίκα.

«Από πότε ρωτάς για τέτοια πράγματα εμένα;» έκανε εκείνη μ’ ένα στραβό χαμόγελο. Έβαλε τα δίδυμα πάνω σε μια κουβέρτα που είχε βγάλει από την τσάντα με τα πράγματά τους. Έπειτα κάθισε σε μια καρέκλα της κουζίνας και ο Νταν κάθισε απέναντί της, αφού πρώτα είχε γεμίσει δύο φλιτζάνια με καφέ. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Γνωρίζονταν τόσο καλά ώστε να μην τους ενοχλεί η σιωπή. Όλως παραδόξως, ο άντρας της αδελφής της ήταν κάποτε το ταίρι της. Αλλά είχαν περάσει τόσα χρόνια από τότε, που μόλις και μετά βίας το θυμούνταν και οι δύο. Αντιθέτως, η σχέση τους είχε εξελιχθεί σε μια βαθιά φιλία και η Ερίκα δεν θα μπορούσε να σκεφτεί έναν καλύτερο άντρα για την αδελφή της. «Έκανα μια ενδιαφέρουσα κουβέντα σήμερα» είπε τελικά εκείνη. «Μπα;» έκανε ο Νταν και ήπιε μια γουλιά καφέ. Δεν ήταν από τους άντρες που μιλούσαν πολύ και ήξερε επίσης ότι η Ερίκα δεν χρειαζόταν πολλή ενθάρρυνση για να συνεχίσει να μιλά. Εκείνη του είπε για τη συνάντησή της με τη Βίβιαν και τι της είχε πει εκείνη για την Άννα. «Αφήσαμε την Άννα να αποτραβηχτεί, ενώ έπρεπε να είχαμε κάνει το αντίθετο». «Δεν ξέρω» είπε ο Νταν και σηκώθηκε να βάλει καφέ.

«Μου φαίνεται πως ό,τι κι αν κάνω είναι λάθος». «Εγώ πιστεύω όμως ότι είναι σωστό. Είμαι σίγουρη ότι είναι. Δεν μπορούμε να αφήνουμε την Άννα ξαπλωμένη εκεί πάνω και να σιγοσβήνει. Πρέπει να την πιέσουμε, αν χρειαστεί». «Ίσως να έχεις δίκιο» έκανε εκείνος κάπως διστακτικά. «Αξίζει πάντως μια προσπάθεια» επέμεινε η Ερίκα. Έσκυψε πάνω από το τραπέζι, για να δει αν τα δίδυμα ήταν καλά. Ήταν ξαπλωμένα στην κουβέρτα στο πάτωμα, κουνούσαν τα χεράκια τους και τα ποδαράκια τους στον αέρα και φαίνονταν πολύ ευτυχισμένα. Η Ερίκα έγειρε πάλι πίσω στην καρέκλα της. «Όλα αξίζουν μια προσπάθεια, αλλά…» Ο Νταν σταμάτησε. Σαν να μην τολμούσε να εκφράσει φωναχτά τη σκέψη του, λες και φοβόταν μήπως γίνει πραγματικότητα. «Αλλά τι γίνεται, αν τίποτε από αυτά δεν τη βοηθήσει; Τι γίνεται, αν έχει παραιτηθεί εντελώς;» «Η Άννα δεν παραιτείται» είπε η Ερίκα. «Έχει πιάσει πάτο τώρα, αλλά δεν το βάζει κάτω, πρέπει να το πιστέψεις κι εσύ αυτό. Πρέπει να πιστέψεις στην Άννα». Κοίταζε τον Νταν επίμονα και τον ανάγκασε να την κοιτάξει κατάματα. Η Άννα δεν το είχε βάλει κάτω, αλλά χρειαζόταν λίγη βοήθεια για να κάνει τα πρώτα βήματα προς

την κορυφή. Και αυτή τη βοήθεια έπρεπε να της προσφέρουν. «Μπορείς να προσέχεις για λίγο τα παιδιά; Θα ανέβω πάνω στην Άννα για λίγο». «Βέβαια, θα τα φροντίσω εγώ τα παιδιά». Ο Νταν χαμογέλασε αχνά. Σηκώθηκε από την καρέκλα και κάθισε στο πάτωμα δίπλα στον Άντον και στον Νούελ. Η Ερίκα είχε ήδη βγει από την κουζίνα. Ανέβηκε στον πάνω όροφο και άνοιξε προσεκτικά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Η Άννα ήταν ξαπλωμένη ακριβώς όπως και την τελευταία φορά. Στο πλάι, με το πρόσωπο στραμμένο προς το παράθυρο. Η Ερίκα δεν είπε τίποτα, αλλά απλώς ξάπλωσε στο κρεβάτι και κόλλησε πάνω στην Άννα. Την αγκάλιασε, την έσφιξε δυνατά και ένιωσε τη δική της σωματική θερμότητα να μεταφέρεται στην αδελφή της. «Εδώ είμαι, Άννα» ψιθύρισε εκείνη. «Δεν είσαι μόνη. Είμαι εγώ εδώ».

Τα τρόφιμα που της είχε πάει ο Γκούναρ την πρώτη φορά είχαν αρχίσει να τελειώνουν. Αλλά δίσταζε να τηλεφωνήσει στους γονείς του Μάτε. Δεν ήθελε να τον σκέφτεται, δεν ήθελε να σκέφτεται πόσο απογοητευμένος πρέπει να ήταν. Η Νάταλι ανοιγόκλεισε τα μάτια για να διώξει τα δάκρυα

και αποφάσισε να περιμένει μέχρι αύριο για να τηλεφωνήσει. Είχαν ακόμη τρόφιμα για να τα βγάλουν πέρα αυτή και ο Σαμ. Άλλωστε ο Σαμ δεν έτρωγε και τόσο πολύ. Ήταν αναγκασμένη να τον ταΐζει σαν να ήταν μωρό, να του δίνει τη μια μπουκιά μετά την άλλη, απλώς για να βλέπει τα περισσότερα να βγαίνουν πάλι έξω από το στόμα του. Ανατρίχιασε και τύλιξε τα χέρια γύρω από το σώμα της. Αν και δεν έκανε τόσο κρύο έξω, αισθανόταν πως ο άνεμος που φυσούσε πάνω από το νησί διαπερνούσε τους τοίχους του σπιτιού, διαπερνούσε τα χοντρά της ρούχα, διαπερνούσε το δέρμα και την περόνιαζε ως το μεδούλι. Φόρεσε άλλο ένα πουλόβερ, ένα χοντρό, πλεκτό πουλόβερ που φορούσε πάντα ο πατέρας της όταν πήγαιναν για ψάρεμα με τη βάρκα. Αλλά ούτε αυτό βοήθησε. Ήταν λες και το κρύο πήγαζε από μέσα της. Ο Φρέντρικ δεν θα άρεσε στους γονείς της. Το ήξερε από την αρχή αυτό, από τότε που τον είχε γνωρίσει. Αλλά η ίδια είχε απωθήσει αυτή τη σκέψη. Οι γονείς της είχαν πεθάνει και την είχαν αφήσει μόνη, οπότε με ποιο δικαίωμα έπρεπε να επηρεάζουν τη ζωή της; Γιατί έτσι ένιωθε για πολύ καιρό. Εγκαταλειμμένη. Ο πατέρας της είχε πεθάνει πρώτος. Μια μέρα έπαθε καρδιακή προσβολή και σωριάστηκε εκεί στο σπίτι. Δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Ο θάνατος είχε επέλθει ακαριαία, είχε

πει ο γιατρός σε μια προσπάθεια να τους παρηγορήσει. Τρεις εβδομάδες νωρίτερα είχε μάθει η μητέρα της την καταδίκη της. Καρκίνος του ήπατος. Έζησε άλλους έξι μήνες πριν αποκοιμηθεί ήρεμα, για πρώτη φορά ύστερα από μήνες, μ’ ένα γαλήνιο, σχεδόν ευτυχισμένο χαμόγελο στο πρόσωπο. Η Νάταλι ήταν καθισμένη δίπλα της όταν εκείνη πέθανε· κρατούσε το χέρι της και προσπαθούσε να νιώσει αυτό που έπρεπε να νιώθει, θλίψη και απώλεια. Αλλά αυτό που ένιωθε ήταν οργή. Πώς μπόρεσαν να την αφήσουν μόνη; Τους χρειαζόταν. Ήταν η ασφάλειά της, ήταν η αγκαλιά στην οποία μπορούσε πάντα να επιστρέφει όταν έκανε κάτι άσχημο, κάτι που τους έκανε να κουνάνε το κεφάλι και να λένε με τρυφερότητα: «Μα γιατί, Νάταλί μου;». Τώρα όμως ποιος θα την επανέφερε στην τάξη και θα δάμαζε εκείνη την ατίθαση πλευρά της; Καθόταν στο νεκροκρέβατο της μητέρας της και από τη μια στιγμή στην άλλη έμεινε ορφανή. Σαν την ορφανούλα Άννι, σκεφτόταν και έφερνε στο μυαλό της την αγαπημένη της ταινία από τα παιδικάτα της. Μόνο που η ίδια δεν ήταν η μικρούλα με τα κόκκινα, κατσαρά μαλλιά που την είχε υιοθετήσει ένας καλοσυνάτος εκατομμυριούχος. Ήταν απλώς η Νάταλι που έπαιρνε αυθόρμητες, ανόητες αποφάσεις, που ήθελε να δοκιμάζει τα όρια της υπομονής

των άλλων, παρόλο που ήξερε πως δεν έπρεπε να το κάνει. Ήταν η Νάταλι που είχε γνωριστεί με τον Φρέντρικ, κάτι που έκανε τους γονείς της να αναγκαστούν να της πουν δυο αυστηρές κουβέντες. Εκείνοι θα μπορούσαν να την κάνουν να τον απορρίψει, να απορρίψει μια ζωή που θα την οδηγούσε απευθείας στην άβυσσο. Αλλά δεν ήταν εκεί. Την είχαν εγκαταλείψει – και βαθιά μέσα της ήταν πολύ οργισμένη γι’ αυτό. Κάθισε στον καναπέ και σήκωσε τα γόνατά της κοντά στο στήθος. Ο Μάτε είχε καταφέρει να απαλύνει την οργή της. Για μερικές ώρες, ένα σύντομο βράδυ και μια σύντομη νύχτα, δεν είχε νιώσει μόνη όσο ένιωθε από τότε που είχαν πεθάνει οι γονείς της. Αλλά τώρα είχε χαθεί κι αυτός. Ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατά της κι έκλαψε. Ήταν ακόμη η μικρούλα, εγκαταλειμμένη Νάταλι.

«Είναι μέσα ο Έρλινγκ;» «Είναι στο γραφείο του, χτυπάς και μπαίνεις». Η Γκουνίλα μισοσηκώθηκε από την καρέκλα και έδειξε προς την κλειστή πόρτα του γραφείου του Έρλινγκ. «Ευχαριστώ». Ο Γιέστα έγνεψε και διέσχισε τον διάδρομο. Ήταν

στενοχωρημένος που είχε αναγκαστεί να κάνει μια εντελώς περιττή, δεύτερη επίσκεψη. Αν είχε θυμηθεί να ρωτήσει για τον υπολογιστή όταν είχαν έρθει με την Πάουλα, δεν θα τραβιόταν πάλι εδώ πέρα. Αλλά το είχαν ξεχάσει και οι δύο. «Πέρασε!» Ο Έρλινγκ απάντησε αμέσως μόλις εκείνος χτύπησε την πόρτα και ο Γιέστα την άνοιξε και μπήκε. «Αν είναι να δέχομαι τόσο συχνές επισκέψεις από την αστυνομία, δεν θα χρειάζεται να ανησυχούμε για τα μέτρα ασφαλείας σ’ ετούτα τα γραφεία». Ο Έρλινγκ του χάρισε το χαμόγελο του πολιτικού και έσφιξε εγκάρδια το χέρι του Γιέστα. «Χμ, είναι απλώς κάτι που πρέπει να ρωτήσω» μουρμούρισε ο Γιέστα και κάθισε. «Ρώτα ελεύθερα. Πάντα στην υπηρεσία της αστυνομίας». «Ναι, είναι για τον υπολογιστή του Ματς Σβερίν. Μόλις ερευνήσαμε το διαμέρισμά του και φαίνεται πως είχε έναν φορητό υπολογιστή. Μήπως βρίσκεται εδώ;» «Ο υπολογιστής του Ματς; Δεν μου πέρασε καν από το μυαλό. Να πάω μια στιγμή να κοιτάξω». Ο Έρλινγκ σηκώθηκε και βγήκε στον διάδρομο, αλλά έστριψε αμέσως και μπήκε σ’ ένα άλλο γραφείο. Επέστρεψε σχεδόν αμέσως. «Όχι, δεν είναι εδώ. Έχει κλαπεί;»

Φαινόταν ανήσυχος όταν ξανακάθισε πίσω από το γραφείο του. «Δεν ξέρουμε. Αλλά πολύ θα θέλαμε να τον βρούμε». «Κοιτάξατε στον χαρτοφύλακα του Ματς;» ρώτησε ο Έρλινγκ. «Ένας καφετής δερμάτινος είναι. Τον είχε πάντα μαζί του και όταν ερχόταν και όταν έφευγε από τη δουλειά – και ξέρω ότι συχνά έβαζε το λάπτοπ του εκεί μέσα». «Όχι, δεν βρήκαμε πουθενά καφετή χαρτοφύλακα». «Α, αυτό δεν μου φαίνεται καθόλου καλό. Αν ο χαρτοφύλακας και το λάπτοπ κλάπηκαν, μπορεί να χάθηκαν και σημαντικές πληροφορίες». «Τι ακριβώς εννοείς;» «Εννοώ απλώς ότι εμείς δεν θέλουμε, φυσικά, να σκορπιούνται δεξιά κι αριστερά στοιχεία για τα οικονομικά του δήμου και άλλα παρόμοια στοιχεία, δίχως να έχουμε κάποιον έλεγχο σε αυτά. Πρόκειται για δημόσια στοιχεία, οπότε δεν είναι τίποτα μυστικά, αλλά θέλουμε να ξέρουμε πώς και πότε γίνεται η διάδοση αυτών των πληροφοριών. Και με το ίντερνετ ποτέ δεν ξέρεις πού καταλήγουν τέτοια στοιχεία». «Είναι αλήθεια αυτό» είπε ο Γιέστα. Δεν μπορούσε να μην αισθάνεται ξαφνιασμένος που ο υπολογιστής δεν ήταν εδώ. Πού θα μπορούσε άραγε να είναι;

Είχε μήπως δίκιο ο Έρλινγκ που ανησυχούσε ότι είχε κλαπεί ή μήπως ο ίδιος ο Μάτε τον είχε αφήσει κάπου αλλού εκτός δια​μερίσματος; «Ευχαριστώ για τη βοήθεια, εν πάση περιπτώσει». Ο Γιέστα σηκώθηκε. «Θα επανέλθουμε σίγουρα σε αυτό εδώ. Αν τυχόν βρεθεί κάπου το λάπτοπ του ή ο χαρτοφύλακάς του, μπορείτε να μας ειδοποιήσετε αμέσως;» «Φυσικά» είπε ο Έρλινγκ και ακολούθησε τον Γιέστα στον διάδρομο. «Μπορείτε να κάνετε κι εσείς το ίδιο, αν τον βρείτε; Είναι εξαιρετικά δυσάρεστο που περιουσία του δήμου εξαφανίζεται κατ’ αυτό τον τρόπο. Ειδικά τώρα, με το έργο του σπα, που αποτελεί τη μεγαλύτερη επένδυσή μας διαχρονικά». Ο Έρλινγκ σταμάτησε απότομα. «Α, ναι. Όταν ο Ματς έφυγε από τη δουλειά την Παρασκευή, ανέφερε ότι υπήρχαν μερικές ασάφειες που τον ανησυχούσαν. Θα το συζητούσε με τον Άντερς Μπερκελίν, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τα οικονομικά του έργου. Μπορείτε να τον ρωτήσετε αν ξέρει κάτι για τον υπολογιστή. Λίγο τραβηγμένο ίσως, αλλά ενδιαφερόμαστε, όπως είπα, να επανέλθει στην κατοχή μας». «Θα μιλήσουμε μαζί του και φυσικά θα σας ειδοποιήσουμε, αν βρούμε τον υπολογιστή». Ο Γιέστα αναστέναξε μέσα του καθώς έβγαινε από το δημαρχείο. Θα έπεφτε πολλή δουλειά από εδώ και πέρα,

πάρα πολλή δουλειά. Και το κακό ήταν ότι είχε αρχίσει εδώ και πολύ καιρό η σεζόν του γκολφ.

Οι χώροι της οργάνωσης Φριστάντ, ήτοι της οργάνωσης Άσυλο, βρίσκονταν διακριτικά τοποθετημένοι σε μια περιοχή με κτίρια γραφείων στο Χίσινγκεν. Ο Πάτρικ έχασε στην αρχή την είσοδο, αλλά στο τέλος κατάφερε να την εντοπίσει, αφού έκανε πρώτα ένα σωρό βόλτες εκεί γύρω. «Έχουν ειδοποιηθεί για την άφιξή μας;» ρώτησε η Πάουλα βγαίνοντας από το αυτοκίνητο. «Όχι. Ξέρεις, επέλεξα να μην τους προειδοποιήσω». «Τι ξέρεις για τη δράση τους;» είπε γνέφοντας προς την πινακίδα με την επωνυμία της οργάνωσης. «Βοηθούν κακοποιημένες γυναίκες. Τους παρέχουν ασφαλές καταφύγιο όταν πρέπει να ξεφύγουν, εξού και το όνομά τους. Παρέχουν επίσης στήριξη όσο η γυναίκα διατηρεί ακόμη σχέση με τον άντρα, προκειμένου να βοηθήσουν την ίδια και, ενδεχομένως, και τα παιδιά της να ξεφύγουν. Η Άνικα δεν βρήκε πολλά στοιχεία γι’ αυτούς, είπε. Φαίνεται πως δραστηριοποιούνται όσο πιο διακριτικά μπορούν». «Παντελώς κατανοητό» είπε η Πάουλα και πάτησε το

κουδούνι που ήταν δίπλα στο ταμπελάκι με την επωνυμία της οργάνωσης. «Αν και δεν είναι εντελώς εύκολο να τους βρεις, θα υπέθετα ότι δεν υποδέχονται εδώ τις γυναίκες». «Όχι, σίγουρα θα έχουν κάποιο χώρο κάπου αλλού». «Ναι; Φριστάντ» ακούστηκε από το θυροτηλέφωνο με παράσιτα και η Πάουλα κοίταξε ερωτηματικά τον Πάτρικ. Εκείνος ξερόβηξε. «Ονομάζομαι Πάτρικ Χέντστρεμ. Η συνάδελφός μου κι εγώ είμαστε από την αστυνομία του Τάνουμ και θα ήθελα να περάσουμε για να σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις». Έκανε μια παύση. «Πρόκειται για τον Ματς Σβερίν». Σιωπή. Έπειτα ακούστηκε ένας βόμβος και έσπρωξαν την πόρτα ν’ ανοίξει. Το γραφείο ήταν στον δεύτερο όροφο και ανέβηκαν από τις σκάλες. Ο Πάτρικ πρόσεξε ότι η πόρτα του Φριστάντ διέφερε από τις άλλες πόρτες του κτιρίου. Ήταν πιο συμπαγής, από ατσάλι και με κλειδαριές ασφαλείας. Πάτησαν άλλο ένα κουδούνι και ακούστηκαν ξανά παράσιτα από ένα άλλο θυροτηλέφωνο. «Πάτρικ Χέντστρεμ». Περίμεναν μερικά δευτερόλεπτα, πριν ακούσουν την πόρτα να ξεκλειδώνει. «Να μας συγχωρείτε. Αντιμετωπίζουμε τους επισκέπτες με κάποια προσοχή». Μια γυναίκα, στα σαράντα περίπου, με φθαρμένο τζιν παντελόνι και λευκό πουλόβερ άνοιξε την

πόρτα. Έτεινε το χέρι της. «Λέιλα Σούντγκρεν. Είμαι η διευθύντρια του Φριστάντ». «Πάτρικ Χέντστρεμ, κι από εδώ η συνάδελφος Πάουλα Μοράλες». Αντάλλαξαν ευγενικά χειραψία. «Περάστε, πάμε στο γραφείο μου. Πρόκειται για τον Μάτε, είπατε;» Η φωνή της είχε μια δόση ανησυχίας μέσα της. «Ας καθίσουμε και τα λέμε» είπε ο Πάτρικ. Η Λέιλα έγνεψε καταφατικά και προπορεύτηκε οδηγώντας τους σ’ ένα μικρό αλλά φωτεινό δωμάτιο. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι από παιδικές ζωγραφιές, αλλά το γραφείο της ήταν καθαρό και τακτοποιημένο. Πολύ διαφορετικό από το δικό του. Ο Πάτρικ και η Πάουλα κάθισαν. «Πόσες γυναίκες βοηθάτε ετησίως;» ρώτησε η Πάουλα. «Είναι γύρω στις τριάντα που έρχονται να μείνουν μαζί μας. Η ανάγκη είναι τρομακτική. Καμιά φορά μάς φαίνεται πως είναι απλώς σταγόνα στον ωκεανό αυτό που προσφέρουμε, αλλά είναι δυστυχώς θέμα πόρων». «Και πώς χρηματοδοτείται η δράση σας;» Η περιέργεια της Πάουλα ήταν γνήσια και γι’ αυτό ο Πάτρικ έγειρε πίσω και την άφησε να κάνει εκείνη τις ερωτήσεις.

«Παίρνουμε χρήματα από δύο πηγές. Δημοτικά επιδόματα και εθελοντικές συνεισφορές. Αλλά όπως είπαμε, τα λεφτά είναι λίγα και πολύ θα θέλαμε να μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα». «Πόσοι δουλεύουν για εσάς;» «Είμαστε τρεις με μισθό, συν κάποιους εθελοντές – διαφορετικός αριθμός κάθε φορά. Δεν πρόκειται για υψηλούς μισθούς, θέλω να το τονίσω αυτό. Όλοι εμείς που δουλεύουμε εδώ παίρνουμε λιγότερα χρήματα σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές μας. Δεν είναι τα χρήματα που μας δίνουν κίνητρο». «Ανήκε στους μισθωτούς σας ο Ματς Σβερίν;» τη ρώτησε ο Πάτρικ. «Ναι, ήταν ο λογιστής μας. Δούλευε μαζί μας τέσσερα χρόνια και έκανε φανταστική δουλειά. Στη δική του περίπτωση ο μισθός ήταν ασήμαντος σε σχέση με αυτά που κέρδιζε προηγουμένως. Ήταν μία από τις φλογερές ψυχές του σκοπού μας. Και δεν δίστασε καθόλου όταν τον πλησίασα και τον παρακάλεσα να συμμετάσχει σε αυτό εδώ το πείραμα». «Το πείραμα;» έκανε ο Πάτρικ. Η Λέιλα φάνηκε πως προσπαθούσε να βρει μια καλύτερη διατύπωση. «Η οργάνωση Φριστάντ είναι μοναδική» είπε τελικά.

«Συνήθως δεν υπάρχουν άντρες σε οργανώσεις που βοηθούν γυναίκες. Θα έλεγα μάλιστα ότι αποτελεί απόλυτο ταμπού για έναν άντρα η δουλειά σε μια τέτοια οργάνωση. Είχαμε ωστόσο μια πλήρη ισορροπία φύλων όταν δούλευε εδώ ο Ματς, δύο γυναίκες και δύο άντρες, κι έτσι ακριβώς ήθελα να είναι όταν ξεκίνησα αυτή τη δραστηριότητα. Αλλά δεν ήταν πάντα εύκολο κάτι τέτοιο». «Πώς το εννοείς;» έκανε η Πάουλα. Ποτέ δεν το είχε σκεφτεί αυτό, αλλά ούτε την είχε απασχολήσει ιδιαίτερα το θέμα των ιδρυμάτων που βοηθούσαν γυναίκες παλιότερα. «Είναι ένα πολύ καυτό θέμα και υπάρχουν ένθερμοι υποστηρικτές δύο παντελώς διαφορετικών απόψεων. Εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οι άντρες θα πρέπει να μένουν μακριά από τις οργανώσεις παροχής βοήθειας σε γυναίκες διότι, όπως ισχυρίζονται, οι γυναίκες αυτές, έπειτα απ’ όλα όσα πέρασαν, χρειάζονται μια ζώνη ελεύθερη από άντρες,. Άλλοι όμως, όπως εγώ για παράδειγμα, θεωρούν ότι αυτό είναι λάθος πρακτική. Πιστεύω ότι οι άντρες μπορούν να προσφέρουν σε οργανώσεις σαν τις δικές μας. Οι άντρες υπάρχουν ούτως ή άλλως έξω στον κόσμο και θα ήταν λάθος να τους αποκλείουμε εδώ. Πάνω απ’ όλα είναι σημαντικό να αποδεικνύεις πως υπάρχουν και άλλοι τύποι

αντρών από αυτούς που γνώριζαν συχνά και σχεδόν αποκλειστικά αυτές οι γυναίκες. Είναι σημαντικό να αποδεικνύεις ότι υπάρχουν καλοί άντρες. Γι’ αυτό πήγα κόντρα στο ρεύμα και ως πρώτη οργάνωση αρωγής γυναικών επέλεξα να εργαστούμε έχοντας και άντρες και γυναίκες στην οργάνωσή μας». Έκανε μια μικρή παύση. «Αλλά αυτό φυσικά απαιτεί ότι οι άντρες που θα δουλέψουν για εμάς πρέπει να περάσουν από αυστηρό έλεγχο και ότι θα πρέπει να τους εμπιστευόμαστε απόλυτα». «Και πώς έγινε και εμπιστεύτηκες τον Ματς;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Ήταν καλός φίλος του ανιψιού μου, του γιου της αδελφής μου. Έκαναν πολλή παρέα για κάνα δυο χρόνια και τότε ήταν που συνάντησα τον Μάτε αρκετές φορές. Μου είχε πει πόσο δυσαρεστημένος ήταν στη δουλειά του και ότι έψαχνε για κάτι καλύτερο. Όταν άκουσε για την οργάνωσή μας, τον συνεπήρε η ιδέα και κατάφερε να με πείσει ότι ήταν το σωστό άτομο για τη δουλειά. Ήθελε πραγματικά να βοηθάει ανθρώπους – και εδώ είχε τη δυνατότητα να το κάνει». «Γιατί σταμάτησε;» Ο Πάτρικ κοίταζε τη Λέιλα. Διέκρινε μια λάμψη στο βλέμμα της, που εξαφανίστηκε τόσο απότομα όσο είχε απότομα εμφανιστεί.

«Ήθελε να προχωρήσει στην καριέρα του. Και μετά που τον έδειραν, μάλλον θα του πέρασε από το μυαλό να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Αυτά δεν είναι ασυνήθιστα. Ήταν χάλια μετά, το ξέρετε ίσως». «Ναι, μιλήσαμε με το Σαλγκρένσκα» είπε ο Πάτρικ. Η Λέιλα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Γιατί ήρθατε εδώ και ρωτάτε για τον Μάτε; Πέρασαν μήνες από τότε που σταμάτησε να δουλεύει εδώ». «Είχε κανείς επαφή μαζί του από τότε;» ρώτησε ο Πάτρικ, αποφεύγοντας να απαντήσει στην ερώτησή της. «Όχι, δεν κάναμε παρέα εκτός δουλειάς και γι’ αυτό δεν θεώρησα φυσικό να διατηρήσω κάποια επαφή μαζί του αφότου έφυγε. Αλλά τώρα θα ήθελα πραγματικά να μάθω γιατί κάνετε όλες αυτές τις ερωτήσεις». Η φωνή της είχε δυναμώσει ελαφρώς, ενώ τα χέρια της ήταν σφιγμένα σε γροθιές πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού. «Ο Ματς βρέθηκε νεκρός προχτές. Τον είχαν πυροβολήσει». Της κόπηκε η ανάσα. «Δεν είναι δυνατόν!» «Δυστυχώς είναι» είπε ο Πάτρικ. Η Λέιλα είχε γίνει κάτασπρη σαν πανί και ο Πάτρικ

αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να πάει να της φέρει ένα ποτήρι νερό. Εκείνη κατάπιε νευρικά και φάνηκε να συνέρχεται, αλλά η φωνή της έτρεμε ελαφρά: «Γιατί; Ξέρουν ποιος;». «Ο δράστης παραμένει προς το παρόν άγνωστος». Ο Πάτρικ άκουσε τον εαυτό του να χρησιμοποιεί το κλισέ που χρησιμοποιούσαν οι αστυνομικοί όταν μια κατάσταση άρχιζε να φορτίζεται συναισθηματικά. Η Λέιλα ήταν φανερά ταραγμένη. «Υπάρχει κάποια σχέση με…» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση της. «Δεν ξέρουμε τίποτα τώρα» είπε η Πάουλα. «Προσπαθούμε απλώς να μάθουμε περισσότερα για τον Ματς και το αν υπάρχει κάποιος στη ζωή του που είχε κίνητρο να τον σκοτώσει». «Έχετε αναπτύξει, θα έλεγα, μια πολύ ιδιαίτερη δράση εδώ» είπε ο Πάτρικ. «Υποθέτω ότι δεν είστε εντελώς ασυνήθιστοι σε απειλές». «Όχι, δεν είμαστε» είπε η Λέιλα. «Έστω κι αν οι απειλές στρέφονται περισσότερο κατά των γυναικών παρά εναντίον μας. Εκτός αυτού ο Μάτε ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με τα οικονομικά μας και ήταν πρόσωπο επαφής μόνο για ελάχιστες γυναίκες. Και όπως είπαμε, σταμάτησε να

εργάζεται εδώ πριν από τρεις μήνες. Δυσκολεύομαι πολύ να δω με ποιον τρόπο…» «Δεν θυμάσαι τίποτα ιδιαίτερο από τον καιρό που δούλευε εδώ; Κάποια υπόθεση που να έβγαζε μάτι, κάποια απειλή που να στρεφόταν ειδικά εναντίον του;» Για δεύτερη φορά ο Πάτρικ νόμισε πως είδε εκείνη τη λάμψη στα μάτια της, αλλά εξαφανίστηκε τόσο γρήγορα, που δεν ήταν σίγουρος αν την είχε όντως δει ή ήταν της φαντασίας του. «Όχι, τίποτα τέτοιο. Ο Μάτε δούλευε κυρίως από το παρασκήνιο, για να το πω έτσι. Είχε αναλάβει τα βιβλία. Χρεώσεις και πιστώσεις». «Πόση επαφή είχε με τις γυναίκες που έρχονταν εδώ για βοήθεια;» ρώτησε η Πάουλα. «Ελάχιστη. Ασχολούνταν κυρίως με διοικητικά θέματα». Η Λέιλα φαινόταν ακόμη συγκλονισμένη από το νέο για τον θάνατο του Ματς. Κοίταζε απορημένη τον Πάτρικ και την Πάουλα. «Τότε δεν έχουμε περισσότερες ερωτήσεις προς το παρόν» είπε ο Πάτρικ. Έβγαλε μια κάρτα του και την άφησε πάνω στο νοικοκυρεμένο γραφείο της Λέιλα. «Αν εσύ ή κάποιος άλλος θυμηθείτε κάτι, μπορείτε να μας τηλεφωνήσετε». Η Λέιλα έγνεψε καταφατικά και πήρε την κάρτα.

«Οπωσδήποτε». Αποχαιρετήθηκαν και η βαριά πόρτα έκλεισε πίσω τους. «Τι πιστεύεις;» έκανε χαμηλόφωνα ο Πάτρικ καθώς κατέβαιναν τις σκάλες. «Πιστεύω ότι μας κρύβει κάτι» είπε η Πάουλα. «Συμφωνώ». Η φωνή του Πάτρικ ακούστηκε θλιμμένη. Έπρεπε να ελέγξουν καλύτερα την οργάνωση Φριστάντ.

Φιελμπάκα 1871

Είχε δημιουργηθεί μια πολύ παράξενη

ατμόσφαιρα όλη την ημέρα. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν είχαν πάει εναλλάξ στον φάρο και κατά τα άλλα έδειχναν να την αποφεύγουν. Κανένας τους δεν την κοιτούσε κατάματα. Ένιωθαν και οι άλλοι ότι υπήρχε κάτι απειλητικό στην ατμόσφαιρα. Ήταν πιο συχνά παρόντες απ’ ό,τι συνήθως – εμφανίζονταν απότομα, μόνο και μόνο για να εξαφανιστούν πάλι αμέσως μετά. Ακούγονταν πόρτες να χτυπούν κι εκείνη άκουγε βήματα στον πάνω όροφο που σταματούσαν αμέσως μόλις εκείνη ανέβαινε πάνω. Κάτι την ήθελαν, το είχε καταλάβει, αλλά δεν καταλάβαινε τι. Πολλές φορές αισθάνθηκε μια ανάσα στο μάγουλό της και κάποιο άγγιγμα στον ώμο της ή στο μπράτσο. Ένα ανεπαίσθητο κι ανάλαφρο σαν πούπουλο άγγιγμα στην επιδερμίδα της, μια αίσθηση που,

μόλις χανόταν, φάνταζε παραισθητική. Αλλά εκείνη ήξερε ότι ήταν πραγματική, το ίδιο πραγματική με την αίσθηση ότι έπρεπε να ξεφύγει από εκεί. Η Έμελι κοιτούσε με λαχτάρα τον πάγο. Ίσως θα έπρεπε να αποτολμήσει να τον διασχίσει. Μόλις έκανε αυτή τη σκέψη, ένιωθε ένα χέρι στην πλάτη, που της φαινόταν πως την έσπρωχνε προς την εξώπορτα. Ήταν δυνατόν να της έλεγαν αυτό ακριβώς; Να φύγει όσο ήταν καιρός; Αλλά δεν είχε το κουράγιο. Τριγυρνούσε σαν χαμένη ψυχή μέσα στο σπίτι. Σκούπιζε, καθάριζε, έκανε τα πάντα για να κρατάει μακριά αυτές τις σκέψεις. Λες και η απουσία των μοχθηρών βλεμμάτων ήταν πιο δυσοίωνη και τρομακτική από τα βλέμματα τα ίδια. Παντού γύρω της οι άλλοι πάσχιζαν να τραβήξουν την προσοχή της. Πάσχιζαν να την κάνουν ν’ ακούσει, αλλά, όσο κι αν εκείνη προσπαθούσε, δεν καταλάβαινε τι της έλεγαν. Αισθανόταν τα χέρια να την αγγίζουν, άκουγε τα βήματα που την ακολουθούσαν ανυπόμονα όπου κι αν πήγαινε και τους αναστατωμένους ψιθύρους που μπερδεύονταν μεταξύ τους και δεν μπορούσε να τους κατανοήσει. Όταν ήρθε το βράδυ, έτρεμε σύγκορμη. Ήξερε ότι Καρλ θ’ άρχιζε σύντομα την πρώτη βάρδια στον φάρο και έπρεπε να βιαστεί να ετοιμάσει το φαγητό. Δίχως να το καλοσκεφτεί, άρχισε να ετοιμάζει το παστό ψάρι. Όταν πήρε να χύσει το

νερό από τις βρασμένες πατάτες, έτρεμε τόσο πολύ, που λίγο έλειψε να ζεματιστεί. Όταν κάθισαν στο τραπέζι, εκείνη άκουσε ξαφνικά γδούπους στον πάνω όροφο. Οι ήχοι δυνάμωναν, αποκτούσαν ρυθμό. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν δεν φαίνονταν να τους ακούνε, αν και έδειχναν να νιώθουν άβολα εκεί στον πάγκο της κουζίνας. «Φέρε μας το σναπς» είπε ο Καρλ με σπασμένη φωνή. Έγνεψε με το κεφάλι προς τη μεριά του ντουλαπιού όπου φυλούσαν το αλκοόλ. Εκείνη δεν ήξερε τι να κάνει. Ακόμα κι όταν έρχονταν τύφλα στο μεθύσι από την ταβέρνα της Άμπελα, σπάνια ζητούσαν να πιουν κι άλλο στο σπίτι. «Το σναπς είπα» επανέλαβε ο Καρλ και η Έμελι βιάστηκε να σηκωθεί. Άνοιξε το ντουλάπι κι έβγαλε την μπουκάλα που ήταν σχεδόν γεμάτη. Την άφησε στο τραπέζι κι έπειτα έβγαλε και δύο ποτηράκια. «Θα πιεις κι εσύ» είπε ο Γιούλιαν. Τα μάτια του είχαν μια γυαλάδα που έστελνε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. «Δεν ξέρω» ψέλλισε. Απέφευγε τα βαριά ποτά. Ελάχιστες φορές είχε δοκιμάσει

πολύ λίγο και αποφάσισε ότι δεν της άρεσε. Ο Καρλ σηκώθηκε εκνευρισμένος, πήρε ένα ποτήρι από το ντουλάπι και το έβαλε μπροστά της χτυπώντας το δυνατά. Έπειτα το γέμισε μέχρι πάνω. «Δεν θέλω να–» Η φωνή της έσπασε και ένιωσε να τρέμει ακόμα περισσότερο. Κανένας δεν είχε αγγίξει το φαγητό. Εκείνη σήκωσε με αργές κινήσεις το ποτήρι, το έφερε στα χείλη της και δοκίμασε ελάχιστο. «Κατέβασέ το όλο» είπε ο Καρλ. Κάθισε ξανά κάτω και γέμισε επίσης το ποτήρι το δικό του και του Γιούλιαν. «Κατέβασέ το. Τώρα». Οι θόρυβοι από τον πάνω όροφο είχαν δυναμώσει. Σκέφτηκε τον πάγο που απλωνόταν μέχρι τη Φιελμπάκα και που θα μπορούσε να την αντέξει μέχρι να φτάσει απέναντι στην ασφάλεια, αν είχε το θάρρος ν’ ακούσει όσα της έλεγαν, αν είχε τολμήσει. Αλλά τώρα είχε πέσει σκοτάδι και δεν μπορούσε πια να ξεφύγει. Ξαφνικά αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο της, ένα σύντομο άγγιγμα που της μηνούσε πως δεν ήταν μόνη. Η Έμελι σήκωσε το ποτήρι και ήπιε όλο το περιεχόμενό του. Δεν είχε άλλη επιλογή, ήταν παγιδευμένη. Δεν ήξερε γιατί, αλλά έτσι ήταν. Ήταν αιχμάλωτή τους. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν άδειασαν τα ποτήρια τους όταν

είδαν ότι το δικό της ήταν άδειο. Έπειτα ο Γιούλιαν της το ξαναγέμισε, πάλι μέχρι επάνω. Χύθηκε και λίγο ποτό πάνω στο τραπέζι. Δεν χρειάστηκε να πουν κάτι τώρα, γιατί εκείνη ήξερε τι ήταν αναγκασμένη να κάνει. Κι ενώ γέμιζαν τα δικά τους ποτήρια, συνέχιζαν να την κοιτάζουν κι εκείνη συνειδητοποίησε πως, ό,τι κι αν συνέβαινε, έπρεπε να σηκώνει το ποτήρι, κάθε φορά που το γέμιζαν. Έπειτα από λίγο της φάνηκε πως όλο το δωμάτιο στριφογύριζε και ένιωσε ότι είχαν αρχίσει να τη γδύνουν. Τους άφησε να το κάνουν. Το αλκοόλ είχε κάνει τις αρθρώσεις της να βαρύνουν και δεν είχε πια καθόλου δύναμη ν’ αντισταθεί. Κι ενώ από τον πάνω όροφο οι θόρυβοι γίνονταν δυνατότεροι, μέχρι που γέμισαν το κεφάλι της, ο Καρλ έπεσε πάνω της. Έπειτα ήρθε ο πόνος και το σκοτάδι. Ο Γιούλιαν κρατούσε σφιχτά τα χέρια της και το τελευταίο που είδε ήταν τα μάτια του. Ήταν γεμάτα μίσος.

Ήταν

ένα λαμπρό, ηλιόλουστο πρωινό Παρασκευής. Η Ερίκα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, γύρισε στο πλάι κι έβαλε το ένα της χέρι πάνω στον Πάτρικ. Εκείνος είχε έρθει αργά στο σπίτι το προηγούμενο βράδυ. Η Ερίκα είχε ήδη πάει να ξαπλώσει και μόλις που κατάφερε να του ψιθυρίσει ένα νυσταγμένο «γεια σου» πριν βυθιστεί ξανά στον ύπνο. Αλλά τώρα ήταν ξύπνια κι ένιωσε πόσο πολύ τον είχε επιθυμήσει, πόσο είχε επιθυμήσει το κορμί του κι εκείνου του είδους την εγγύτητα που ήταν εντελώς σπάνια τους τελευταίους μήνες και που εκείνη αναρωτιόταν πότε θα την ξαναζούσαν και τη λαχταρούσε. Γιατί τα χρόνια αυτά κυλούσαν πολύ πολύ γρήγορα. Όλοι τής είχαν πει ότι τα πρώτα χρόνια των παιδιών θα ήταν δύσκολα, ότι έβλαπταν μια σχέση και ότι τα ζευγάρια δεν προλάβαιναν να ασχοληθούν με τα δικά τους. Και τώρα που ήταν στη μέση αυτής της κατάστασης, αναγκάστηκε να συμφωνήσει με τις προειδοποιήσεις, αλλά μόνο κατά το ήμισυ. Εντάξει, όσο ήταν μωρό η Μάγια, η σχέση τους είχε τραβήξει πολλά. Αλλά η σχέση της με τον Πάτρικ δεν είχε

γίνει χειρότερη από τότε που γεννήθηκαν τα δίδυμα. Μετά το δυστύχημα δέθηκαν μάλιστα περισσότερο από ποτέ – και ήξερε ότι δεν θα τους χώριζε ποτέ κανείς. Αλλά εκείνη η εγγύτητα της έλειπε. Την εγγύτητα που απλώς δεν προλάβαιναν να απολαύσουν με όλες εκείνες τις πάνες που έπρεπε ν’ αλλάξουν, τα γεύματα που έπρεπε να ετοιμάσουν, τα συνεχή πέρα δώθε στον παιδικό σταθμό. Ο Πάτρικ ήταν ξαπλωμένος με την πλάτη προς το μέρος της κι εκείνη σύρθηκε και κόλλησε πάνω του. Ήταν ένα από τα πρώτα πρωινά που είχε ξυπνήσει από μόνη της και όχι από τις φωνές των παιδιών. Κόλλησε ακόμα περισσότερο πάνω του κι έβαλε το χέρι της μέσα στο σλιπ του. Τον χάιδεψε απαλά και αργά και τον ένιωσε να ανταποκρίνεται. Δεν κινούνταν όμως ακόμη, αλλά εκείνη άκουγε την ανάσα του που είχε αλλάξει και κατάλαβε πως είχε ξυπνήσει κι αυτός. Οι ανάσες τους βάρυναν, έγιναν πιο ηχηρές. Απολάμβανε εκείνη την υπέροχη αίσθηση ζεστασιάς που απλωνόταν στο σώμα της. Ο Πάτρικ στράφηκε προς το μέρος της. Κοιτάχτηκαν στα μάτια μ’ έναν τρόπο που έκανε την περιοχή κάτω από το στομάχι της ν’ ανατριχιάζει ηδονικά. Ο Πάτρικ άρχισε να της φιλάει τον λαιμό, της ξέφυγε ένας ανάλαφρος στεναγμός και τέντωσε τον λαιμό της ώστε να του δώσει απεριόριστη πρόσβαση, ειδικά σ’ εκείνο τη σημείο πίσω από το αυτί της, που ο Πάτρικ ήξερε ότι ήταν τρομερά ευαίσθητο.

Τα χέρια τους περιπλανήθηκαν κι εκείνος έβγαλε το σλιπ του. Έβγαλε κι εκείνη αμέσως το φανελάκι με το οποίο κοιμόταν και το δικό της σλιπ μ’ ένα ρουθούνισμα. «Ξεμάθαμε σχεδόν» μουρμούρισε ο Πάτρικ ενώ συνέχιζε να δαγκώνει απαλά τον λαιμό της, κάτι που την έκανε να συστρέφεται από την ηδονή. «Μμμ, μάλλον χρειάζεται να προπονηθούμε λίγο ακόμα». Πέρασε τα δάχτυλά της από την πλάτη του. Ο Πάτρικ τη γύρισε ανάσκελα και ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόταν να ανέβει πάνω της ακούστηκε ένας πασίγνωστος ήχος από το απέναντι δωμάτιο. «Ουααααά!» Τη μία διαπεραστική φωνή ακολούθησε μια άλλη και έπειτα άκουσαν τον ήχο απαλών πελμάτων στο χολ. Η Μάγια στεκόταν στην πόρτα με το δάχτυλο στο στόμα και την αγαπημένη της κούκλα υπό μάλης. «Τα μωρά φωνάζουν» είπε εκείνη συνοφρυωμένη. «Σήκω, μαμά, σήκω, μπαμπά». «Ναι, ναι, ερχόμαστε, γκρινιάρικο λουκανικάκι». Μ’ έναν αναστεναγμό από τα τρίσβαθα της ψυχής του ο Πάτρικ στριφογύρισε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Φόρεσε βιαστικά το τζιν του κι ένα φανελάκι και πήγε στο παιδικό δωμάτιο, προλαβαίνοντας να ρίξει ένα απολογητικό βλέμμα

στην Ερίκα. Η ερωτική απόλαυση είχε τελειώσει και γι’ αυτή τη φορά. Εκείνη ντύθηκε και ακολούθησε τη Μάγια κάτω στην κουζίνα, για ν’ αρχίσουν να ετοιμάζουν το πρωινό γι’ αυτούς και να ζεστάνουν τα μπουκάλια των διδύμων. Παρόλο που το κορμί της ήταν ακόμη θερμό, η αίσθηση της ηδονής εξαφανίστηκε μεμιάς. Αλλά όταν κοίταξε προς τον πάνω όροφο και είδε τον Πάτρικ να κατεβαίνει τις σκάλες κρατώντας από ένα αγουροξυπνημένο μωρό σε κάθε χέρι, εκείνη η γαργαλιστική αίσθηση επέστρεψε. Διάβολε, πόσο ερωτευμένη ήταν μ’ αυτό τον άντρα.

«Δεν καταφέραμε να συγκεντρώσουμε και πολλές χρήσιμες πληροφορίες» είπε ο Πάτρικ όταν είχαν μαζευτεί όλοι. «Αλλά προέκυψαν μερικά ερωτήματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν». «Τίποτα περισσότερο για τον ξυλοδαρμό δηλαδή;» ρώτησε ο Μάρτιν φανερά απογοητευμένος. «Όχι, σύμφωνα με την αστυνομία, δεν υπήρχαν μάρτυρες στο συμβάν αυτό. Το μόνο που έχουν είναι η μαρτυρία του ίδιου του Ματς Σβερίν, που είπε ότι του επιτέθηκε μια ομάδα

νεαρών που του ήταν εντελώς άγνωστοι». «Μου φαίνεται ότι κάπου ακούω ένα “αλλά”» έκανε ο Μάρτιν. «Ναι, αυτό λέγαμε καθώς επιστρέφαμε» είπε η Πάουλα. «Έχουμε και οι δύο την αίσθηση ότι υπάρχουν περισσότερα σ’ ετούτη την ιστορία και θα θέλαμε να συνεχίσουμε λίγο ακόμη το ψάξιμο». «Είστε σίγουροι ότι δεν είναι χάσιμο χρόνου αυτό;» έκανε ο Μέλμπεργ. «Φυσικά και δεν μπορώ να σου δώσω εγγυήσεις, αλλά πιστεύουμε ότι αξίζει τον κόπο να το ψάξουμε λίγο βαθύτερα» είπε ο Πάτρικ. «Και στην προηγούμενη δουλειά του Σβερίν; Βρήκατε τίποτα;» ρώτησε ο Γιέστα. «Τα ίδια κι εκεί. Τίποτα ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Αλλά ούτε αυτή την άκρη θα την απέρριπτα ακόμη. Μιλήσαμε με την υπεύθυνη της οργάνωσης και φάνηκε να τη συγκλονίζει το νέο του θανάτου του Ματς, αλλά δεν ήταν… πώς να το πω;» «Δεν θα έλεγα πως ήταν ακριβώς κατάπληκτη» συμπλήρωσε η Πάουλα. «Άλλη μία αίσθηση πάλι» έκανε ο Μέλμπεργ μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό. «Σκεφτείτε ότι οι πόροι του τμήματος είναι περιορισμένοι, δεν μπορούμε να τρέχουμε πέρα δώθε και να κάνουμε ό,τι μας αρέσει. Προσωπικά είμαι της άποψης ότι

είναι μεγάλο χάσιμο χρόνου να ψάχνουμε αυτά που έχουν σχέση με τη ζωή του θύματος στο Γέτεμποργ. Η μακρά μου πείρα μού έχει μάθει ότι συχνά η απάντηση υπάρχει πολύ πιο κοντά απ’ όσο φανταζόμαστε. Για παράδειγμα, ψάξαμε καλά τους γονείς; Ξέρετε τι λένε οι στατιστικές: οι περισσότεροι φόνοι γίνονται από έναν συγγενή ή στενό φίλο του θύματος». «Ξέρεις, εγώ δεν βλέπω τον Γκούναρ και τη Σίγκνε Σβερίν ως ενδιαφέροντες υπόπτους σε αυτή την υπόθεση». – Ο Πάτρικ προσπάθησε να εμποδίσει την κίνηση των ματιών του προς τα πάνω. «Πιστεύω, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν πρέπει να τους απορρίψετε τόσο εύκολα. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να κρύβεται μέσα σε μια οικογένεια». «Μπορεί να έχεις δίκιο γενικώς, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν θα συμφωνήσω μαζί σου». Ο Πάτρικ σταύρωσε τα χέρια του εκεί που στεκόταν ακουμπισμένος στον πάγκο της κουζίνας και άλλαξε αμέσως θέμα. «Μάρτιν και Άνικα, βρήκατε τίποτα χτες;» Ο Μάρτιν κοίταξε την Άνικα, αλλά, επειδή εκείνη δεν μίλησε, πήρε ο ίδιος τον λόγο. «Όχι, όλα φαίνεται να συμφωνούν. Ο Ματς Σβερίν δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο στο μητρώο του. Ποτέ του δεν παντρεύτηκε

και δεν υπάρχουν παιδιά καταγεγραμμένα πουθενά. Αφότου έφυγε από τη Φιελμπάκα, καταγράφηκε σε τρεις, κατά σειρά, διαφορετικές διευθύνσεις στο Γέτεμποργ, με τελευταία την οδό Έρικ Ντάλμπεργ. Είχε ακόμη στο όνομά του αυτό το διαμέρισμα και το υπενοικίαζε. Είχε δύο δάνεια, ένα φοιτητικό και ένα για αγορά αυτοκινήτου, καμία παράλειψη καταβολής δόσεων. Ήταν ιδιοκτήτης ενός Τογιότα Κορόλα εδώ και τέσσερα χρόνια περίπου». Ο Μάρτιν έκανε μια παύση και μελέτησε τις σημειώσεις του. «Οι δουλειές στις οποίες είχε προσληφθεί συμφωνούν με τα στοιχεία που έχουμε. Ποτέ δεν καταδικάστηκε για κάτι παράνομο. Τέλος πάντων, αυτά καταφέραμε να βρούμε. Αν είναι να πιστέψουμε τα δημόσια αρχεία, φαίνεται πως ο Σβερίν είχε ζήσει μια συνηθισμένη ζωή χωρίς τίποτα το παράξενο». Η Άνικα έγνεψε ότι συμφωνούσε. Είχαν ελπίσει ότι θα είχαν περισσότερα να δείξουν, αλλά αυτά ήταν όλα όσα είχαν βρει. «Εντάξει, τότε τα ξέρουμε κι αυτά» είπε ο Πάτρικ. «Αλλά έχουμε να ψάξουμε ακόμη το διαμέρισμα του Ματς. Ποιος ξέρει τι μπορεί να βρούμε εκεί». Ο Γιέστα ξερόβηξε και ο Πάτρικ τού έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα. «Ναι;» «Να…» άρχισε ο Γιέστα.

Ο Πάτρικ συνοφρυώθηκε. Όταν ο Γιέστα ξερόβηχε, τίποτα καλό δεν αναμενόταν. «Τι ήθελες να πεις;» Δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε ν’ ακούσει αυτό που ο Γιέστα δυσκολευόταν να βγάλει από μέσα του. Όταν είδε τον Γιέστα να κοιτάζει με ικετευτικό βλέμμα τον Μέλμπεργ, το στομάχι του σφίχτηκε. Γιέστα και Μπέρτιλ δεν ήταν καλός συνδυασμός – για οτιδήποτε. «Να, είναι που… Ο Τούρμπγιερν τηλεφώνησε χτες που ήσουν στο Γέτεμποργ». Σταμάτησε και ξεροκατάπιε. «Ναι;» έκανε ξανά ο Πάτρικ. Αναγκάστηκε να συγκρατήσει τον εαυτό του, για να μην πάει εκεί και του βγάλει τα λόγια με το ζόρι. «Ο Τούρμπγιερν μάς παρέδωσε το διαμέρισμα χτες. Και ξέρουμε ότι δεν σου αρέσει να χάνεις χρόνο, γι’ αυτό ο Μπέρτιλ κι εγώ σκεφτήκαμε πως καλά θα ήταν να πάμε εκεί αμέσως και να ρίξουμε μια ματιά». «Τι κάνατε, είπες;» Ο Πάτρικ πίεζε τον εαυτό του να ανασαίνει ήρεμα. Θυμόταν πολύ καλά την αίσθηση στο στήθος και ήξερε ότι δεν θα έπρεπε να συγχυστεί επ’ ουδενί. «Δεν υπάρχει λόγος να φέρεσαι έτσι» είπε ο Μέλμπεργ.

«Αν το ξέχασες, να σου θυμίσω ότι εγώ είμαι προϊστάμενος εδώ μέσα. Είμαι δηλαδή ανώτερός σου και εγώ πήρα την απόφαση να μπούμε στο διαμέρισμα». Ο Πάτρικ συνειδητοποίησε ότι ο Μέλμπεργ είχε δίκιο, αλλά αυτό δεν έκανε καλύτερα τα πράγματα. Παρότι ο Μέλμπεργ ήταν επίσημα διοικητής του τμήματος, ο Πάτρικ ήταν στην πράξη επικεφαλής ήδη από τότε που ο Μέλμπεργ ανέλαβε το πόστο όταν τον μετέθεσαν από το Γέτεμποργ. «Βρήκατε τίποτα;» είπε έπειτα από λίγο. «Όχι πολλά» παραδέχτηκε ο Μέλμπεργ. «Το διαμέρισμα φαινόταν περισσότερο σαν προσωρινό κατάλυμα παρά σαν κατοικία» είπε ο Γιέστα. «Ελάχιστα ήταν τα προσωπικά αντικείμενα εκεί μέσα. Ανύπαρκτα, θα τολμούσα να πω». «Είναι κάπως περίεργο αυτό» είπε ο Πάτρικ. «Λείπει ο υπολογιστής του» είπε νωχελικά ο Μέλμπεργ και χάιδεψε τον Ερνστ πίσω από το αυτί. «Ο υπολογιστής του;» Ο Πάτρικ ένιωσε οργισμένος. Δεν του είχε περάσει καν από το μυαλό αυτό. Φυσικά και θα είχε υπολογιστή ο Ματς Σβερίν και θα έπρεπε να ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα για το οποίο όφειλε να ρωτήσει τους τεχνικούς. Βλαστήμησε από μέσα του. «Πώς ξέρετε ότι λείπει;» συνέχισε. «Ίσως να είναι στη

δουλειά του. Ίσως να μην είχε καν δικό του υπολογιστή στο σπίτι». «Απλώς φαίνεται ότι είχε μόνο έναν υπολογιστή» είπε ο Γιέστα. «Βρήκαμε ένα καλώδιο στην κουζίνα που ανήκει σε φορητό υπολογιστή. Και ο Έρλινγκ επιβεβαιώνει ότι ο Σβερίν είχε έναν φορητό υπολογιστή, που συνήθως τον έπαιρνε στο σπίτι του». «Δηλαδή πήγες και μίλησες ξανά με τον Έρλινγκ;» Ο Γιέστα έγνεψε καταφατικά. «Πήγα εκεί χτες μετά την επίσκεψη στο διαμέρισμα. Τον ανησύχησε το γεγονός ότι χάθηκε ο υπολογιστής». «Αναρωτιέμαι αν ο δολοφόνος τον πήρε μαζί του. Κι αν ναι, γιατί;» έκανε ο Μάρτιν. «Αλήθεια, δεν θα έπρεπε να είχαμε βρει το κινητό τηλέφωνο του Ματς Σβερίν; Έχει χαθεί κι αυτό;» Ο Πάτρικ ξαναβλαστήμησε μέσα του. Άλλο ένα πράγμα που του είχε ξεφύγει. «Ίσως να υπάρχει κάτι στον υπολογιστή που να αποκαλύπτει ένα κίνητρο για τον φόνο και να δείχνει τον δολοφόνο» είπε ο Μέλμπεργ. «Αν βρούμε τον υπολογιστή, τότε είμαστε εντάξει». «Ας μη βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα» είπε ο Πάτρικ. «Δεν έχουμε ιδέα πού μπορεί να βρίσκεται ο υπολογιστής και

ποιος μπορεί να τον πήρε. Πρέπει να τον βρούμε οπωσδήποτε, επίσης και το κινητό. Αλλά ας περιμένουμε με τα συμπεράσματα μέχρι τότε». «Αν το βρούμε» είπε ο Γιέστα. Αλλά μετά το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Ο Έρλινγκ είπε ότι ο Σβερίν ανησυχούσε για κάτι που είχε σχέση με τους λογαριασμούς. Θα συναντούσε κάποιον Άντερς Μπερκελίν, που είναι υπεύθυνος των οικονομικών στο Μπάντις. Ο υπολογιστής μπορεί να είναι ακόμη εκεί. Δούλευαν μαζί στο πρόγραμμα αυτό, οπότε δεν είναι απίθανο να τον άφησε εκεί, έτσι δεν είναι;» «Γιέστα, να πάτε μαζί με την Πάουλα εκεί και να μιλήσετε μαζί του. Ο Μάρτιν κι εγώ θα πάμε στο διαμέρισμα. Θα ήθελα να ρίξω και μόνος μου μια ματιά. Σήμερα δεν περιμένουμε την αναφορά από τον Τούρμπγιερν;» «Ακριβώς» είπε η Άνικα. «Εντάξει τότε. Μπέρτιλ, θα φροντίσεις εσύ τα πράγματα εδώ μέσα;» «Φυσικά» έκανε ο Μέλμπεργ. «Τι άλλο δηλαδή; Και μην ξεχάσετε τι έχουμε αύριο». «Αύριο;» Στράφηκαν όλοι προς το μέρος του. «Ναι, την πρόσκληση VIP στο Μπάντις. Πρέπει να είμαστε εκεί στις δέκα και μισή». «Καλά, έχουμε χρόνο για τέτοια τώρα;» έκανε ο Πάτρικ.

«Υπόθεσε ότι έχει ακυρωθεί, μια που έχουμε κάπως σημαντικότερα πράγματα να ασχοληθούμε τώρα». «Το καλό της περιοχής και του δήμου έχει πάντοτε ύψιστη προτεραιότητα». Ο Μέλμπεργ σηκώθηκε. «Είμαστε σημαντικά πρόσωπα σ’ ετούτη την κοινωνία και δεν πρέπει να υποτιμούμε τη συμμετοχή μας σε ντόπιες εκδηλώσεις. Άρα θα τα πούμε στο Μπάντις αύριο στις δέκα και μισή». Ακούστηκαν μουρμουρητά παραίτησης. Ήξεραν πότε δεν είχε νόημα να διαφωνούν με τον Μέλμπεργ. Άλλωστε δύο ωρών διάλειμμα με μασάζ και άλλες υπηρεσίες που τόνωναν το κορμί και το πνεύμα ίσως να αποδεικνυόταν θαυματουργό για την ενεργητικότητά τους στη δουλειά.

«Αναθεματισμένες σκάλες!» Ο Γιέστα σταμάτησε στα μισά της διαδρομής. «Θα έπρεπε να είχαμε πάει από την άλλη πλευρά και να παρκάραμε έξω από το Μπάντις μάλλον» είπε η Πάουλα και σταμάτησε για να τον περιμένει. «Και μου το λες τώρα;» Πήρε κάνα δυο βαθιές ανάσες πριν συνεχίσει. Το γκολφ που είχε προλάβει να παίξει φέτος ήταν ελάχιστο για να βελτιώσει την αντοχή του. Αναγκάστηκε να παραδεχτεί,

απρόθυμα βέβαια, ότι έφταιγε και η ηλικία. «Ο Πάτρικ δεν φάνηκε και πολύ ικανοποιημένος που πήγατε στο διαμέρισμα». Είχαν αποφύγει να συζητήσουν το θέμα στο περιπολικό, αλλά τώρα η Πάουλα δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Ο Γιέστα ρουθούνισε ειρωνικά. «Αν θυμάμαι καλά, δεν είναι ο Χέντστρεμ ο διοικητής του τμήματος». Η Πάουλα δεν είπε τίποτα και έπειτα από λίγο ο Γιέστα είπε αναστενάζοντας: «Εντάξει, ίσως να μην ήταν καλή ιδέα. Ορισμένες φορές είναι λίγο δύσκολο για εμάς τους μεγαλύτερους να δεχτούμε ότι κάποιοι νεότεροι αναλαμβάνουν τα ηνία. Έχουμε βέβαια περισσότερα χρόνια και εμπειρίες, αλλά μάλλον δεν αρκεί αυτό». «Πιστεύω ότι υποτιμάς τον εαυτό σου τώρα. Ο Πάτρικ μιλάει πάντοτε με θετικά λόγια για σένα. Για τον Μέλμπεργ όμως…» «Σοβαρά;» Ο Γιέστα φάνηκε να εκπλήσσεται και να χαίρεται, ενώ η Πάουλα ευχήθηκε να μη γίνει αντιληπτό το αθώο ψεματάκι της. Ο Γιέστα δεν συνέβαλλε πολύ συχνά στη δουλειά και σπάνια ο Πάτρικ μιλούσε θετικά γι’ αυτόν. Αλλά ο ηλικιωμένος αστυνομικός δεν ήταν κακός και ό,τι έκανε το

έκανε από καλή πρόθεση. Δεν έβλαπτε ν’ ακούει μερικά ενθαρρυντικά λόγια. «Ναι, ο Μέλμπεργ είναι λίγο ιδιαίτερος». Ο Γιέστα σταμάτησε ξανά όταν έφτασαν στην κορυφή των ατέλειωτων σκαλοπατιών. «Και τώρα θα δούμε τι σόι τύποι είναι κι ετούτοι. Έχω ακούσει πολλά γι’ αυτό εδώ το έργο, και πρέπει να είναι πολύ ξεχωριστοί άνθρωποι για να συνεργάζονται με τον Έρλινγκ». Κούνησε το κεφάλι και στάθηκε έτσι, ώστε να έχει τη ράχη του προς το Μπάντις, και κοίταξε πέρα προς τη θάλασσα. Ήταν και σήμερα μια όμορφη μέρα του πρωτοκαλόκαιρου, η θάλασσα απλωνόταν γαλήνια πέρα από τη Φιελμπάκα. Πού και πού έβλεπες την καταπράσινη βλάστηση, αλλά εκείνο που κυριαρχούσε ήταν το γκρίζο των βράχων. «Πάντως δεν μπορείς να αρνηθείς ότι είναι πανέμορφα εδώ» είπε και ακούστηκε για λίγο ασυνήθιστα φιλοσοφημένος. «Ναι, είναι όμορφα. Είναι αναντίρρητα χτισμένο σε ασυναγώνιστη τοποθεσία. Περίεργο που το είχαν εγκαταλείψει τόσα χρόνια». «Θέμα χρημάτων, φυσικά. Πρέπει να κόστισε πολλά εκατομμύρια το να νοικοκυρευτεί τούτο το μέρος. Γιατί εδώ που τα λέμε, είχε αρχίσει να γίνεται ερείπιο. Δεν μπορεί να

παραπονεθεί κανείς για το αποτέλεσμα, αλλά το ερώτημα είναι πόσο μεγάλο κομμάτι του λογαριασμού θα πληρώσουμε κι εμείς μέσω των φόρων». «Τώρα σε αναγνωρίζω, Γιέστα. Με ανησύχησες για λίγο». Η Πάουλα χαμογέλασε και άρχισε να κατευθύνεται προς την είσοδο. Ανυπομονούσε ν’ αρχίσουν τη δουλειά. «Είναι κανείς εδώ;» φώναξαν προς το εσωτερικό του κτιρίου και έπειτα από μερικά λεπτά είδαν έναν ψηλό άντρα με πολύ συνηθισμένη εμφάνιση να κατευθύνεται προς το μέρος τους. Τα ξανθά μαλλιά του ήταν μέτρια ως αδιάφορα κοντά, τα γυαλιά του ήταν μέτρια ως αδιάφορα μοντέρνα και η χειραψία του μέτρια ως αδιάφορα σφιχτή. Η Πάουλα σκέφτηκε πως θα δυσκολευόταν πολύ να τον αναγνωρίσει, αν έπεφτε πάνω του στον δρόμο. «Εμείς είμαστε που τηλεφωνήσαμε». Η Πάουλα συστήθηκε και σύστησε και τον Γιέστα. Μετά κάθισαν σ’ ένα από τα τραπέζια στη μεγάλη τραπεζαρία, πάνω στο οποίο υπήρχαν έγγραφα απλωμένα γύρω από έναν φορητό υπολογιστή. «Ωραία γραφείο» είπε εκείνη και κοίταξε γύρω της στην τραπεζαρία. «Έχω ένα μικρό γραφείο εκεί πίσω επίσης» είπε ο Άντερς Μπερκελίν και κούνησε το χέρι του προς μια ασαφή

κατεύθυνση. «Αλλά μου αρέσει περισσότερο να κάθομαι και να δουλεύω εδώ, μου φαίνεται λιγότερο σκοτεινό. Μόλις ανοίξει όμως το σπα, θα πρέπει να επιστρέψω στην τρύπα μου, όπως καταλαβαίνετε». Χαμογέλασε. Ακόμα και το χαμόγελό του ήταν μέτριο ως αδιάφορο. «Είχατε να κάνετε κάποιες ερωτήσεις για τον Ματς, απ’ ό,τι κατάλαβα». Κατέβασε και έκλεισε την οθόνη του φορητού και τους κοίταξε. «Πραγματικά δυσάρεστο αυτό που συνέβη». «Ναι, φαίνεται πως ήταν αγαπητός» είπε η Πάουλα και άνοιξε το σημειωματάριό της. «Δουλεύατε μαζί από την αρχή στο έργο εδώ;» «Όχι, αλλά από τότε που άρχισε να δουλεύει στον δήμο, πριν από μερικούς μήνες. Πριν αρχίσει, επικρατούσε κάποια αταξία εκεί κάτω και αναγκαζόμασταν να αναλαμβάνουμε εμείς ένα μέρος του φόρτου εργασίας. Ο Ματς μάς ήρθε σαν από μηχανής θεός, πραγματικά». «Πρέπει να του πήρε κάμποσο καιρό για να εξοικειωθεί με όλα, έτσι δεν είναι; Με την έννοια ότι ένα τέτοιο έργο είναι αρκετά περίπλοκο». «Μπα, δεν είναι τόσο περίπλοκο. Είμαστε δύο οι χρηματοδότες. Ο δήμος και εμείς – που σημαίνει η αδελφή

μου κι εγώ. Μοιραζόμαστε τα έξοδα και θα μοιραστούμε και τα κέρδη επίσης». «Και πόσον καιρό υπολογίζετε να πάρει μέχρι ν’ αρχίσει να αποδίδει κέρδη το έργο;» ρώτησε η Πάουλα. «Προσπαθήσαμε να είμαστε όσο πιο ρεαλιστικοί γινόταν στους υπολογισμούς μας. Κανέναν δεν εξυπηρετεί το να χτίζουμε κάστρα στην άμμο. Οπότε υπολογίζουμε ότι θα έχουμε κάνει το break even σε τέσσερα χρόνια περίπου». «Break even;» έκανε απορημένος ο Γιέστα. «Τον ισοσκελισμό εννοεί» εξήγησε η Πάουλα. «Α, μάλιστα». Ο Γιέστα ντράπηκε λίγο για τα ελλιπή αγγλικά του. Είχε βέβαια μάθει ένα σωρό απ’ τα τουρνουά γκολφ που παρακολουθούσε στα αθλητικά κανάλια, αλλά οι όροι που είχε μάθει δεν τον βοηθούσαν σε πολλά άλλα πέρα από το γκολφ. «Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Ματς;» ρώτησε η Πάουλα. «Η αδελφή μου κι εγώ ασχολούμαστε με όλα τα πρακτικά ζητήματα εδώ, συντονίζουμε τις εργασίες ανακαίνισης, προσλαμβάνουμε προσωπικό – με λίγα λόγια, χτίζουμε σιγά σιγά την επιχείρηση. Έπειτα χρεώνουμε τον δήμο για το μερίδιό του στα κόστη. Η δουλειά του Ματς ήταν να ελέγχει τα τιμολόγια και να τα πληρώνει. Εκτός από αυτά συζητάμε

συνέχεια τις δαπάνες και τους πόρους του έργου. Ο δήμος έχει τον πρώτο λόγο σε αυτά». Ο Άντερς ανέβασε πιο ψηλά στη μύτη τα γυαλιά του. Τα μάτια του φαίνονταν να έχουν ένα απροσδιόριστο γαλανό χρώμα πίσω από τους φακούς. «Διαφωνήσατε σε κάτι;» Η Πάουλα σημείωνε όσο μιλούσαν και είχε ήδη γεμίσει μια σελίδα με κάτι που θύμιζε δυσανάγνωστα ορνιθοσκαλίσματα. «Εξαρτάται από το τι εννοεί κανείς με τον όρο διαφωνία». Ο Άντερς έπλεξε τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι. «Δεν συμφωνούσαμε σε όλα, αλλά ο Ματς κι εγώ κάναμε πάντα δημιουργικό διάλογο, ακόμα και όταν δεν βλέπαμε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο». «Και δεν υπήρχε κανένας άλλος που μπορεί να είχε προβλήματα μαζί του;» έκανε ο Γιέστα. «Στο έργο;» Ο Άντερς φάνηκε σαν να θεωρούσε την ερώτηση εντελώς παράλογη. «Όχι, απολύτως όχι. Τίποτα παραπάνω από τις διαφωνίες που είχαμε εμείς οι δύο μεταξύ μας, για θέματα που αφορούσαν λεπτομέρειες. Τίποτα δεν ήταν τόσο σοβαρό που να… όχι, ειλικρινά όχι» – κούνησε έντονα το κεφάλι του. «Σύμφωνα με τον Έρλινγκ Λάρσον, ο Ματς θα περνούσε από εδώ την Παρασκευή και θα μιλούσε μαζί σου για κάτι

που τον ανησυχούσε. Πέρασε;» ρώτησε η Πάουλα. «Ναι, πέρασε και έμεινε λίγο. Κάνα μισάωρο περίπου. Αλλά το να λέμε πως ήταν ανήσυχος είναι υπερβολή. Κάποιοι αριθμοί δεν συμφωνούσαν και οι προβλέψεις μας έπρεπε να ρυθμιστούν κάπως, αλλά αυτό δεν ήταν κάτι παράξενο. Το λύσαμε σε χρόνο μηδέν». «Υπάρχει κανένας εδώ που μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό;» «Όχι, μόνο εγώ ήμουν εδώ εκείνη την ώρα. Ήρθε αρκετά αργά, γύρω στις πέντε. Αμέσως μετά τη δουλειά, πιστεύω». «Θυμάσαι αν είχε μαζί του τον υπολογιστή του;» «Ο Ματς είχε πάντα τον υπολογιστή μαζί του, μπορώ να το πω με μεγάλη σιγουριά αυτό. Ναι, θυμάμαι ότι είχε μαζί του τον χαρτοφύλακά του». «Και δεν τον ξέχασε εδώ;» «Όχι, θα το είχα προσέξει. Γιατί; Χάθηκε ο υπολογιστής του;» – Ο Άντερς τούς κοίταζε προβληματισμένος. «Δεν ξέρουμε ακόμη» είπε η Πάουλα. «Αλλά αν εμφανιστεί πουθενά, θα σου ήμασταν υπόχρεοι, αν μας ειδοποιούσες αμέσως». «Μα βέβαια. Αλλά όπως σας είπα, εδώ δεν τον άφησε. Ούτε για εμάς είναι ευχάριστη η ενδεχόμενη απώλεια του υπολογιστή του. Όλα τα στοιχεία για το έργο υπάρχουν εκεί μέσα».

Ανέβασε ξανά πάνω τα γυαλιά του, που είχαν φτάσει στην άκρη της μύτης. «Ναι, το καταλαβαίνω αυτό». Η Πάουλα σηκώθηκε και ο Γιέστα το εξέλαβε ως προτροπή να κάνει το ίδιο. «Μη διστάσεις να μας τηλεφωνήσεις, αν θυμηθείς οτιδήποτε άλλο». Έδωσε την κάρτα της στον Άντερς, ο οποίος την πήρε και την έβαλε σ’ ένα πορτοφόλι που έβγαλε από την τσέπη του. «Θα το κάνω» είπε εκείνος. Το ανοιχτογάλανο βλέμμα του τους ακολούθησε καθώς κατευθύνονταν προς την έξοδο.

Σκέψου να τους έβρισκαν εδώ. Όλως περιέργως, ήταν η πρώτη φορά που η Νάταλι έκανε αυτή τη σκέψη. Το Γκρόχουερ ήταν πάντα ένα ασφαλές μέρος, και μόλις τώρα συνειδητοποιούσε ότι θα μπορούσαν να τη βρουν κι εδώ, αν ήθελαν. Οι πυροβολισμοί αντηχούσαν ακόμη δυνατά στη μνήμη της. Τους είχε ακούσει μέσα στη σιγαλιά της νύχτας κι έπειτα είχε επικρατήσει απόλυτη σιωπή. Κι εκείνη το είχε σκάσει, είχε πάρει τον Σαμ και είχε αφήσει πίσω της χάος και ερείπια. Είχε αφήσει τον Φρέντρικ.

Οι άνθρωποι με τους οποίους εκείνος είχε πάρε δώσε θα μπορούσαν να τη βρουν πολύ εύκολα. Ταυτόχρονα συνειδητοποιούσε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να μείνει εδώ και να περιμένει να τη βρουν ή να την ξεχάσουν. Ήξεραν ότι ήταν αδύναμος χαρακτήρας. Στα μάτια τους η Νάταλι ήταν το αξεσουάρ του Φρέντρικ, ένα όμορφο κόσμημα, μια σκιά που φρόντιζε να είναι πάντα γεμάτα τα ποτήρια τους και να μην αδειάζει ποτέ ο υγραντήρας των πούρων. Δεν υπήρξε ποτέ πραγματικό πρόσωπο γι’ αυτούς – και αυτό μπορούσε τώρα να αποτελεί πλεονέκτημα. Μια που δεν υπήρχε κανένας λόγος να κυνηγάει κανείς σκιές. Η Νάταλι βγήκε έξω στη λιακάδα, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν ασφαλής. Αλλά η αμφιβολία τρύπωνε παντού. Έκανε τον γύρο του σπιτιού, ατένισε πέρα τη θάλασσα και τα νησάκια, μέχρι την ηπειρωτική χώρα. Ίσως κάποια μέρα να ερχόταν κάποια βάρκα, και τότε αυτή και ο Σαμ θα παγιδεύονταν εδώ σαν ποντικοί στη φάκα. Κάθισε στο παγκάκι και το άκουσε να τρίζει από το βάρος της. Ο άνεμος και η αρμύρα είχαν φάει το ξύλο και το παλιό παγκάκι ακουμπούσε πλέον κατάκοπο στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού. Υπήρχαν πολλά στο νησί που χρειάζονταν φροντίδα. Μερικά από τα λουλούδια, ωστόσο, στο παρτέρι ανανεώνονταν πεισματικά. Οι δεντρομολόχες ήταν αυτές που θυμόταν καλύτερα. Όταν ήταν μικρή και η μητέρα της τα

περιποιούνταν με αγάπη, τα φυτά αυτά κάλυπταν όλη την πίσω σειρά του παρτεριού. Τώρα όμως μόνο κάποιες μοναχικές βιολέτες είχαν φυτρώσει και έμενε να δει τι χρώμα θα ήταν τα ανθάκια τους. Δεν είχαν ακόμη σκάσει τα μπουμπούκια τους, αλλά η Νάταλι ήλπιζε να πάρουν το χρώμα που της άρεσε περισσότερο, το ανοιχτό ροζ, αυτό που είχε επιζήσει. Τα μυρωδικά της μητέρας της όμως είχαν πεθάνει προ πολλού. Μόνο μερικά στελέχη σκοινόπρασο μαρτυρούσαν ότι εδώ υπήρχε κάποτε ολόκληρη καλλιέργεια, η οποία μοσχομύριζε όταν περνούσε κανείς το χέρι του ανάμεσα από αυτά τα μυρωδικά. Σηκώθηκε και κοίταξε μέσα από το παράθυρο. Ο Σαμ ήταν ξαπλωμένος στο πλάι, με το πρόσωπο στραμμένο προς την αντίθετη πλευρά. Τα πρωινά κοιμόταν έως αργά τώρα και η Νάταλι δεν είχε κανένα λόγο να τον σηκώσει από το κρεβάτι. Ίσως ο ύπνος και τα όνειρα να του πρόσφεραν αυτό που χρεια​ζόταν για να γιατρέψει αυτό που είχε πάθει ζημιά. Κάθισε πάλι προσεκτικά και σιγά σιγά χάθηκε και η ανησυχία που ένιωθε σε όλο της το κορμί, με τη βοήθεια των ρυθμικών παφλασμάτων των κυμάτων στα βράχια. Βρίσκονταν στο Γκρόχουερ, η Νάταλι ήταν μια σκιά και κανείς δεν θα μπορούσε να τους βρει εδώ πέρα. Ήταν ασφαλείς.

«Δεν μπορούσε σήμερα η μάνα μου;» Ο Πάτρικ ακουγόταν απογοητευμένος. Μιλούσε στο κινητό και ταυτόχρονα έπαιρνε την κλειστή στροφή στο ύψος του Μέρχουλτ με υπερβολικά μεγάλη ταχύτητα. «Αύριο το απόγευμα; Δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά τότε, ας είναι αύριο. Φιλιά, γεια σου». Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ο Μάρτιν τού έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα. «Είχα σκεφτεί να πάρω μαζί μου την Ερίκα και να πάω να μιλήσω με την παλιά φιλενάδα του Σβερίν, τη Νάταλι Βέστερ. Σύμφωνα με τους γονείς του, ο Ματς είχε σκοπό να πάει να τη βρει, αλλά δεν ξέρουν αν το έκανε». «Δεν μπορείς απλώς να της τηλεφωνήσεις και να ρωτήσεις;» «Ναι, και βέβαια θα μπορούσα, εδώ που τα λέμε. Αλλά περισσότερα βγάζεις όταν κουβεντιάζεις πρόσωπο με πρόσωπο – και θέλω να μιλήσω με όσο περισσότερους γίνεται από αυτούς που γνώριζαν τον Ματς, έστω κι αν πρόκειται για παλιές γνωριμίες. Αποτελεί ακόμη αίνιγμα αυτός ο άνθρωπος. Πρέπει να μάθω περισσότερα». «Και γιατί θα πρέπει να έρθει μαζί σου η Ερίκα;»

Ο Μάρτιν βγήκε φανερά ανακουφισμένος από το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ μπροστά στην πολυκατοικία του Ματς. «Πήγαινε στην ίδια τάξη με τη Νάταλι. Και τον Ματς». «Α, ναι, το άκουσα. Ναι, σίγουρα θα είναι καλό να την πάρεις μαζί σου. Ίσως μάλιστα κάνει τη Νάταλι να νιώθει πιο χαλαρή». Ανέβηκαν τις σκάλες και σταμάτησαν έξω από την πόρτα του διαμερίσματος του Ματς Σβερίν. «Ας ελπίσουμε μόνον ότι ο Μέλμπεργ και ο Γιέστα δεν τα έκαναν μαντάρα εδώ μέσα» είπε ο Μάρτιν. «Καλό είναι να ελπίζεις». Ο Πάτρικ δεν είχε πάντως αυταπάτες ότι ο Μέλμπεργ και ο Γιέστα ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί. Τουλάχιστον, όχι ο Μέλμπεργ. Ο Γιέστα μπορούσε καμιά φορά να έχει καλές ιδέες και να αποδεικνύεται ιδιαίτερα ικανός. Πρόσεξαν να μην πατήσουν στο ξεραμένο αίμα στο χολ. «Κάποιος θα πρέπει να αναλάβει να το καθαρίσει αυτό εδώ μετά» είπε ο Μάρτιν. «Φοβάμαι πως αυτό το καθήκον θα επιβαρύνει τους γονείς του νεκρού. Ας ελπίσουμε να έχουν κάποιον να τους βοηθήσει. Κανένας δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωμένος να καθαρίσει το αίμα του παιδιού του». Ο Πάτρικ μπήκε στην κουζίνα.

«Να το καλώδιο υπολογιστή για το οποίο μιλούσε ο Γιέστα. Αναρωτιέμαι αν ο Γιέστα με την Πάουλα βρήκαν τον υπολογιστή. Αλλά θα μας είχαν τηλεφωνήσει, αν τον έβρισκαν». Έλεγε απλώς φωναχτά τις σκέψεις του. «Και γιατί να τον άφηνε στο Μπάντις ο Σβερίν;» έκανε ο Μάρτιν. «Όχι, στοιχηματίζω πως όποιος τον πυροβόλησε πήρε μαζί του και τον υπολογιστή». «Φαίνεται πάντως πως ο Τούρμπγιερν και οι άντρες του πρέπει να πήραν δακτυλικά αποτυπώματα από το καλώδιο, οπότε ας ελπίσουμε ότι η έκθεση με τα αποτελέσματα ίσως να δώσει κάτι». «Να μας δώσει έναν αδέξιο κι απρόσεκτο δολοφόνο, εννοείς;» «Φαίνεται πως υπάρχουν πάρα πολλοί τέτοιοι, ευτυχώς». «Ναι, αλλά φαίνεται επίσης να έχουν γίνει πιο προσεκτικοί από τότε που η τηλεόραση άρχισε να δείχνει όλα εκείνα τα προγράμματα για εγκλήματα και εγκληματολογική έρευνα. Ο κάθε μικροκακοποιός διαθέτει βασικές γνώσεις για δακτυλικά αποτυπώματα και DNA τώρα πια». «Ναι, είναι αλήθεια αυτό, αλλά βλάκες θα υπάρχουν πάντα». «Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι έχουμε να κάνουμε μ’ έναν

τέτοιο». Ο Μάρτιν βγήκε στο χολ ξανά και μετά συνέχισε στο καθιστικό. «Καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Γιέστα» φώναξε. Ο Πάτρικ στεκόταν ακίνητος στη μέση της κουζίνας. «Τι δηλαδή;» «Αυτό που είπε ότι το διαμέρισμα έδινε την εντύπωση ενός προσωρινού καταλύματος. Φαίνεται όντως τρομακτικά απρόσωπο. Δεν υπάρχουν πράγματα που να μας λένε ποιος ήταν, δεν υπάρχουν φωτογραφίες, διακοσμητικά αντικείμενα, μόνο ένα σωρό επιστημονικά βιβλία στη βιβλιοθήκη». «Ναι, αυτό έλεγα: ότι αυτός ο άνθρωπος είναι αίνιγμα». Ο Πάτρικ ήρθε κι αυτός στο καθιστικό. «Έλα τώρα, απλώς ήταν λίγο μονόχνοτος. Γιατί να αποτελεί μυστήριο κάτι τέτοιο; Ορισμένοι είναι λίγο πιο κρυψίνοες από άλλους – και το γεγονός ότι δεν μιλούσε για γυναίκες και τέτοια στη δουλειά δεν μου φαίνεται και πολύ παράξενο». «Δεν είναι μόνο αυτό» είπε ο Πάτρικ και έκανε έναν γύρο στον χώρο. «Φαίνεται πως δεν είχε φίλους. Το διαμέρισμά του είναι εντελώς απρόσωπο, όπως εσύ είπες. Και επιπλέον δεν είπε τίποτα για το χοντρό ξύλο που έφαγε…» «Γι’ αυτό το τελευταίο δεν έχεις όμως αποδείξεις, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν έχω. Αλλά κάτι δεν μου κάθεται καλά. Και τον βρίσκουν, παρ’ όλα αυτά, δολοφονημένο στο ίδιο του το

χολ. Εννοώ, ο μέσος Σουηδός, ο Σβένσον όπως λέμε, δεν δολοφονείται έτσι στα καλά καθούμενα. Το στερεοφωνικό και η τηλεόραση είναι εδώ – οπότε, αν πρόκειται για διάρρηξη, έχουμε να κάνουμε μ’ έναν φοβερά αδέξιο ή φοβερά τεμπέλη κλέφτη». «Λείπει ο υπολογιστής» τόνισε ο Μάρτιν καθώς άνοιγε ένα συρτάρι από το έπιπλο της τηλεόρασης. «Ναι, αλλά –τι να σου πω;– έχω απλώς αυτή την αίσθηση». Ο Πάτρικ πήγε στην κρεβατοκάμαρα και άρχισε να κοιτάζει γύρω. Συμφωνούσε με όσα έλεγε ο Μάρτιν. Δεν υπήρχαν ενδείξεις για εκείνη την επίμονη αίσθηση που είχε, ότι υπήρχε δηλαδή εκεί μέσα κάτι που απέμενε να το βρει αυτός και να το βγάλει στην επιφάνεια. Αφιέρωσαν μια ώρα ψάχνοντας σχολαστικά τα πάντα και κατόπιν έφτασαν στο ίδιο συμπέρασμα στο οποίο είχαν φτάσει ο Γιέστα και ο Μέλμπεργ μια μέρα πριν. Δεν υπήρχε τίποτα. Το διαμέρισμα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα από εκείνα τα στημένα δωμάτια στο ΙΚΕΑ. Ακόμα κι αυτά θα διέθεταν πιο προσωπικό ύφος από το διαμέρισμα του Ματς Σβερίν. «Πάμε να φύγουμε;» έκανε ο Πάτρικ αναστενάζοντας. «Ναι, δεν υπάρχει και τίποτε άλλο να κάνουμε εδώ. Ελπίζω

ο Τούρμπγιερν να βρήκε κάτι». Ο Πάτρικ κλείδωσε το διαμέρισμα. Είχε ελπίσει ότι θα έβρισκαν κάτι ενδιαφέρον που θα μπορούσαν να το ερευνήσουν περαιτέρω. Αλλά το μόνο που είχε για να συνεχίσει ήταν εκείνη η ασαφής αίσθηση, αν και ούτε ο ίδιος δεν τολμούσε να την εμπιστευτεί απόλυτα. «Μεσημεριανό στης Λίλα Μπέριτ;» ρώτησε ο Μάρτιν όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο. «Γιατί όχι;» έκανε ο Πάτρικ χωρίς ενθουσιασμό και βγήκε με την όπισθεν από το πάρκινγκ.

Η Βίβιαν άνοιξε προσεκτικά την πόρτα της τραπεζαρίας και πήγε κοντά στον Άντερς. Εκείνος δεν σήκωσε το βλέμμα του, αλλά συνέχισε να πληκτρολογεί στραμμένος στην οθόνη του υπολογιστή. «Τι ήθελαν;» Κάθισε απέναντί του, στην καρέκλα που ήταν ακόμη ζεστή από την Πάουλα. «Ρώτησαν για τον Ματς και τη συνεργασία μας. Αναρωτιόνταν αν ήταν εδώ ο υπολογιστής του». Δεν την είχε κοιτάξει ακόμη. «Κι εσύ τι τους είπες;» τον ρώτησε σκύβοντας πάνω από

το τραπέζι. «Όσο το δυνατόν λιγότερα. Ότι η συνεργασία μας λειτουργούσε καλά, ότι ο υπολογιστής του δεν ήταν εδώ». «Είναι δυνατόν αυτό εδώ…» δίστασε εκείνη. «Είναι δυνατόν αυτό εδώ να μας επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο;» Ο Άντερς κούνησε αρνητικά το κεφάλι και κοίταξε για πρώτη φορά την αδελφή του. «Όχι, αν δεν το επιτρέψουμε εμείς οι ίδιοι. Ήταν εδώ την Παρασκευή. Μιλήσαμε για λίγο και απαντήσαμε σε κάποια ερωτήματα. Όταν ήμασταν έτοιμοι, εκείνος έφυγε και κανένας μας δεν τον είδε έκτοτε. Αυτά είναι όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζουν». «Το κάνεις να ακούγεται πολύ απλό» είπε η Βίβιαν. Ένιωσε την ανησυχία να την πλημμυρίζει. Ανησυχία και ερωτήσεις που δεν τολμούσε να κάνει. «Είναι απλό». Εκείνος μιλούσε κοφτά, δίχως να επιτρέπει στον τόνο της φωνής του να αποκαλύπτει συναισθήματα. Αλλά η Βίβιαν ήξερε πολύ καλά τον αδελφό της. Ήξερε ότι, παρά το σταθερό, καταγάλανο βλέμμα του πίσω από τα γυαλιά, ήταν ανήσυχος. Απλώς δεν ήθελε να της το δείξει. «Αξίζει τον κόπο;» έκανε εκείνη στο τέλος. Εκείνος την κοίταξε ξαφνιασμένος.

«Μα αυτό προσπαθούσα να σου πω τις προάλλες, αλλά εσύ αρνιόσουν ν’ ακούσεις». «Ξέρω». Σήκωσε το ένα χέρι της, έπιασε μια μπούκλα από τα ξανθά μαλλιά της και άρχισε να τη στρίβει γύρω από τον δείκτη της. «Στην πραγματικότητα δεν διστάζω, αλλά θα ήθελα να είχε τελειώσει, ώστε να βρούμε λίγη ηρεμία και γαλήνη». «Πιστεύεις ότι θα τα βρούμε ποτέ αυτά; Αποκλείεις δηλαδή να είμαστε τόσο κατεστραμμένοι ώστε να μη βρούμε ποτέ αυτό που επιθυμούμε;» «Μη μιλάς έτσι!» έκανε εκείνη ταραγμένη. Ο αδελφός της μόλις είχε ντύσει με λέξεις τις απαγορευμένες σκέψεις που έκανε κι εκείνη σε στιγμές μεγάλης αδυναμίας, τις σκέψεις που τρύπωναν στο μυαλό της όταν εκείνη ήταν ξαπλωμένη στο σκοτάδι και ετοιμαζόταν να κοιμηθεί. «Ούτε να μιλάμε ούτε να σκεφτόμαστε έτσι» επανέλαβε εκείνη με έμφαση. «Δεν υπήρξαμε ποτέ τυχεροί στη ζωή μας, αγωνιστήκαμε για τα πάντα, δεν μας χαρίστηκε τίποτα. Το αξίζουμε αυτό εδώ». Σηκώθηκε τόσο απότομα, που η καρέκλα της έπεσε πίσω και προσγειώθηκε με πάταγο στο πάτωμα. Εκείνη την άφησε όπως ήταν κι έφυγε για την κουζίνα. Υπήρχαν πράγματα που

μπορούσε να κάνει εκεί μέσα, να μην αφήσει το μυαλό της να προλάβει να πέσει σε σκέψεις. Με τρεμάμενα χέρια άρχισε να ελέγχει το ψυγείο και τα ντουλάπια, για να βεβαιωθεί πως είχαν όσα χρειάζονταν για τα αυριανά κλειστά εγκαίνια.

Η Μέτε, που έμενε στο διπλανό διαμέρισμα, είχε την καλοσύνη να προσφερθεί να φυλάξει τα παιδιά για κάνα δυο ώρες. Η Μαντελέν δεν είχε καμιά συγκεκριμένη δουλειά· σε αντίθεση με τους περισσότερους ανθρώπους, η ζωή της δεν ήταν γεμάτη από τις καθημερινές ασχολίες και τα πρέπει που επιθυμούσε διακαώς. Απλώς είχε την ανάγκη να μείνει μόνη για λίγο. Έκανε έναν περίπατο στο Στρόετ με κατεύθυνση την Κόνγκενς Νιτόρβ. Τα καταστήματα εκεί σου τραβούσαν την προσοχή με την καλοκαιρινή τους πραμάτεια. Ρούχα, μαγιό, καπέλα για τον ήλιο, σανδάλια, κοσμήματα και παιχνίδια για την παραλία. Όλα τα πράγματα που οι συνηθισμένοι άνθρωποι με συνηθισμένη ζωή μπορούσαν να αγοράζουν χωρίς να συνειδητοποιούν πόσο τυχεροί ήταν. Όχι πως η ίδια ήταν αγνώμων, αντιθέτως ήταν απίστευτα χαρούμενη που βρισκόταν σε μια ξένη πόλη που μπορούσε να της προσφέρει κάτι που δεν είχε εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ασφάλεια. Και

συνήθως το να ξέρει ότι ήταν ασφαλείς τής ήταν αρκετό, αλλά μερικές φορές, όπως σήμερα, αναζητούσε κι αυτή απελπισμένα μια ζωή συνηθισμένη. Δεν ήθελε πολυτέλειες ή ν’ αγοράσει ένα σωρό άχρηστα πράγματα που απλώς γέμιζαν τα ντουλάπια. Αντιθέτως λαχταρούσε να έχει κάποια οικονομική άνεση για τα μικρά, καθημερινά πράγματα, να είναι σε θέση να μπει σ’ ένα μαγαζί και ν’ αγοράσει ένα μαγιό, μια που θα πήγαινε με τα παιδιά σε δημόσια πισίνα το επόμενο Σαββατοκύριακο. Ή να μπορούσε να μπει στο πολυκατάστημα των παιδικών και ν’ αγοράσει ένα σεντόνι με τον Σπάιντερμαν για τον Κέβιν, επειδή πίστευε ότι θα κοιμόταν καλύτερα, αν μοιραζόταν το κρεβάτι με το είδωλό του. Αυτό που έκανε όμως ήταν να ψάχνει στην τσέπη της για δανέζικες κορόνες, για να πάρει το λεωφορείο για την πόλη. Δεν υπήρχε τίποτα συνηθισμένο σε αυτό, αλλά ήταν τουλάχιστον ασφαλής. Έστω κι αν μέχρι στιγμής ήταν μόνο το μυαλό που το ήξερε αυτό, όχι η καρδιά. Μπήκε στο Ίλουμ –το πολυκατάστημα μόδας, εσωτερικής διακόσμησης και καλλυντικών– και κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς το τμήμα ζαχαροπλαστικής με την υπέροχη μυρωδιά φρεσκοψημένων κουλουριών και σοκολάτας. Σχεδόν της έτρεξαν τα σάλια όταν είδε τα βιεννέζικα κρουασάν με τη σοκολάτα στη μέση. Εκείνη και τα παιδιά της δεν λιμοκτονούσαν, όμως οι γείτονες κάτι πρέπει

να είχαν καταλάβει για την κατάστασή τους, μια που τους έφερναν καμιά φορά φαγητό, με την πρόφαση ότι είχε τύχει να μαγειρέψουν περισσότερο απ’ όσο χρειάζονταν. Όχι, δεν είχε παράπονο, αλλά ήθελε πολύ να πάει στην υπάλληλο που στεκόταν στον πάγκο, να δείξει τα κρουασάν και να της πει: «Τρία βιεννέζικα κρουασάν με σοκολάτα, παρακαλώ». Ή ακόμα καλύτερα: «Έξι βιεννέζικα κρουασάν με σοκολάτα, παρακαλώ». Για να μπορέσουν πραγματικά να ρίξουν, ευχάριστα και ανεξέλεγκτα, μέσα τους από δύο ο καθένας προτού αρχίσουν, λίγο πριν μπουχτίσουν, να γλείφουν τη σοκολάτα από τα δάχτυλα. Ειδικά η Βίλντα θα το λάτρευε κάτι τέτοιο. Ήταν απίστευτη στο να καταβροχθίζει σοκολάτα. Της άρεσαν επίσης και τα σοκολατάκια με λικέρ κεράσι που υπήρχαν στα κουτιά Αλαντίν. Αυτά που όλοι απέρριπταν. Αλλά η Βίλντα τα κατάπινε μ’ ένα μακάριο χαμόγελο που την έκανε πάντα απίστευτα ευτυχισμένη. Εκείνος έφερνε πάντα σοκολάτες για τη Βίλντα και τον Κέβιν. Απόδιωξε αυτές τις σκέψεις. Δεν έπρεπε να τον σκέφτεται. Αν το έκανε, το άγχος της θα κλιμακωνόταν μέχρι να της κόψει την ανάσα. Βγήκε βιαστικά από το Ίλουμ και κατηφόρισε προς το Νιχάβν. Όταν είδε τη θάλασσα, ένιωσε ότι μπορούσε να αναπνέει πάλι ευκολότερα. Με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα, πέρασε την όμορφη συνοικία του

παλιού λιμανιού, εκεί όπου τα τραπέζια των υπαίθριων καφέ ήταν τώρα γεμάτα με κόσμο και όπου περήφανοι ιδιοκτήτες καθάριζαν και σκούπιζαν τα σκάφη τους στους ντόκους. Από την άλλη πλευρά του νερού ήταν η Σουηδία και το Μάλμε. Τα φεριμπότ έφευγαν σχεδόν κάθε ώρα, κι αν δεν ήθελες να πάρεις το φεριμπότ, μπορούσες να πάρεις το τρένο ή να πας με το αυτοκίνητο από τη γέφυρα. Η Σουηδία ήταν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά. Ίσως να μην μπορούσαν ποτέ να επιστρέψουν εκεί. Και μόνο που το σκέφτηκε, ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό. Είχε εκπλαγεί από το πόσο της έλειπε η πατρίδα της. Δεν είχε δα μετακομίσει και πολύ μακριά, και η Δανία ήταν παραπλανητικά όμοια με τη Σουηδία. Κι όμως ήταν τόσο πολλά εκείνα που ήταν διαφορετικά – κι εδώ δεν είχε κοντά της την οικογένεια ή τους φίλους της. Το ερώτημα ήταν αν θα μπορούσε ποτέ της να τους ξανασυναντήσει. Γύρισε την πλάτη της στο νερό, ανασήκωσε τους ώμους και περπάτησε αργά ξανά προς την πόλη. Ήταν πολύ απορροφημένη από τις σκέψεις της, όταν ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της. Την κατέλαβε αστραπιαία ο πανικός. Την είχαν βρει άραγε; Την είχαν βρει; Αφήνοντας μια κραυγή, στράφηκε προς τα πίσω, έτοιμη να χτυπήσει, να γρατσουνίσει και να δαγκώσει – ό,τι χρειαζόταν. Αντίκρισε ένα κατατρομαγμένο πρόσωπο. «Με συγχωρείς, αν σε τρόμαξα». Ο παχύς, ηλικιωμένος

άντρας έμοιαζε σαν να επρόκειτο να πάθει καρδιακή προσβολή από στιγμή σε στιγμή. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε τι να κάνει. «Σου έπεσε η εσάρπα και δεν με άκουσες όταν σε φώναξα». «Συγγνώμη, συγγνώμη» τραύλισε εκείνη και μετά άρχισε να κλαίει γοερά, προς μεγάλη έκπληξη του άντρα. Δίχως να πει κάτι άλλο, έφυγε βιαστικά από εκεί, έτρεξε προς το πλησιέστερο λεωφορείο, που ήξερε ότι θα την πήγαινε μέχρι το σπίτι της. Έπρεπε να πάει στο σπίτι, κοντά στα παιδιά της. Έπρεπε να νιώσει τα χεράκια τους να τυλίγονται γύρω από τον λαιμό της και τα ζεστά κορμάκια τους πάνω στο δικό της. Γιατί είχε ακόμη την αίσθηση πως μόνο τότε θα ένιωθε ασφαλής.

«Ήρθε η έκθεση του Τούρμπγιερν» είπε η Άνικα μόλις ο Πάτρικ και ο Μάρτιν πέρασαν το κατώφλι. Ο Πάτρικ ήταν χορτάτος μέχρι σκασμού. Είχε φάει μια τεράστια μερίδα ζυμαρικά στο εστιατόριο της Λίλα Μπέριτ. «Πού βρίσκεται;» έκανε εκείνος και διέσχισε γοργά τη ρεσεψιόν, για να ανοίξει την πόρτα προς τον διάδρομο. «Πάνω στο γραφείο σου» είπε η Άνικα. Εκείνος έσπευσε προς τα εκεί με τον Μάρτιν να τον

ακολουθεί καταπόδας. «Κάθισε» είπε κι έδειξε την καρέκλα μπροστά από το γραφείο του. Ο ίδιος κάθισε στη δική του καρέκλα και άρχισε να διαβάζει το έγγραφο που είχε βάλει εκεί η Άνικα. Ο Μάρτιν έμοιαζε σαν να ήθελε ν’ αρπάξει το χαρτί από το χέρι του Πάτρικ. «Τι γράφει;» είπε έπειτα από δύο λεπτά, αλλά ο Πάτρικ κούνησε απλώς το χέρι του αποτρεπτικά και συνέχισε να διαβάζει. Έπειτα από μερικές στιγμές αφόρητης αναμονής άφησε κάτω την έκθεση με την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. «Τίποτα;» έκανε ο Μάρτιν. «Τίποτα που να μας δίνει κάτι καινούργιο, πάντως». Ο Πάτρικ πήρε βαθιά ανάσα, έγειρε πίσω και έπλεξε τα δάχτυλά του πίσω από το κεφάλι του. Έμειναν σιωπηλοί. «Μπορείς να διαβάσεις και μόνος σου, αλλά δεν βλέπω κάτι που να μας βοηθάει. Το περίεργο είναι ότι τα μόνα δακτυλικά αποτυπώματα στο διαμέρισμα ανήκουν στον ίδιο τον Ματς Σβερίν. Στο πόμολο της εξώπορτας και στο κουδούνι υπήρχαν και μερικά άλλα – και ίσως ν’ ανήκουν στον δολοφόνο. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε για να συνδέσουμε κάποιον ύποπτο με

τον τόπο του εγκλήματος, αλλά, επειδή δεν υπάρχουν στα μητρώα μας, δεν μας χρησιμεύουν σε τίποτα αυτή τη στιγμή». «Μάλιστα. Πάει κι αυτό δηλαδή. Ας ελπίσουμε τότε ότι ο Πέντερσεν θα μας δώσει κάτι καλό την Τετάρτη» είπε ο Μάρτιν. «Αν και δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είναι αυτό. Η υπόθεση φαίνεται άλλωστε πολύ απλή. Κάποιος τον πυροβόλησε στο κεφάλι και μετά έφυγε από εκεί. Ο δράστης φαίνεται να μην έχει μπει καν στο διαμέρισμα. Ή τουλάχιστον ήταν τόσο έξυπνος ώστε να εξαφανίσει όσα ίχνη άφησε πίσω του». «Έγραφε τίποτα γι’ αυτό στην έκθεση; Σκουπισμένα πόμολα ή κάτι τέτοιο;» Ο Μάρτιν ακουγόταν λίγο περισσότερο αισιόδοξος. «Καλή σκέψη, αλλά δεν νομίζω…» Ο Πάτρικ δεν τελείωσε τη φράση του και ξεκίνησε να ξεφυλλίζει την έκθεση ξανά. Αφού ξανακοίταξε όλες τις σελίδες, κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Τα δακτυλικά αποτυπώματα του Σβερίν υπήρχαν σ’ εκείνες τις επιφάνειες όπου θα περίμενε κανείς να υπάρχουν: πόμολα πορτών, ντουλαπιών, στον πάγκο της κουζίνας και στα γνωστά. Τίποτα δεν φαινόταν να έχει σκουπιστεί». «Αυτό όμως μας λέει ότι ο δολοφόνος δεν προχώρησε

πιο μέσα από το χολ». «Ναι. Και αυτό δυστυχώς σημαίνει ότι ακόμη δεν ξέρουμε αν ήταν κάποιος γνωστός ή άγνωστος του Ματς. Μπορεί κάλλιστα να είναι κάποιος τόσο από τον κύκλο των γνωστών του όσο και ένας εντελώς άγνωστος –ακόμα και σ’ εκείνον– άνθρωπος». «Πρέπει να ένιωθε, πάντως, σίγουρος για το άτομο στο οποίο άνοιξε την πόρτα, μια που του γύρισε –ή της γύρισε– την πλάτη». «Εξαρτάται μάλλον από το πώς το βλέπει κανείς. Μπορεί και να προσπάθησε να ξεφύγει από αυτόν στον οποίο άνοιξε την πόρτα». «Δίκιο έχεις» είπε ο Μάρτιν. Έμειναν πάλι σιωπηλοί. «Τι κάνουμε τώρα;» «Ναι, είναι όντως ένα ερώτημα αυτό». Ο Πάτρικ ίσιωσε την πλάτη του και πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του. «Η έρευνα στο διαμέρισμα δεν έδωσε τίποτα. Οι μαρτυρίες δεν έδωσαν τίποτα. Ούτε η έκθεση των τεχνικών μας. Και η πιθανότητα να βρει κάτι ιδιαίτερο ο Πέντερσεν είναι πολύ μικρή. Οπότε τι κάνουμε τώρα;» Ήταν ασυνήθιστο να φαίνεται τόσο αποκαρδιωμένος ο Πάτρικ, αλλά τα στοιχεία που είχαν σε αυτή εδώ την υπόθεση ήταν ελάχιστα, όπως ελάχιστα ήταν και τα ίχνη που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν. Ξαφνικά εξοργίστηκε με τον

εαυτό του. Πρέπει να υπήρχε κάτι που δεν ήξεραν για τον Ματς Σβερίν, κάτι που θα ήταν ωστόσο καθοριστικό για την εν λόγω υπόθεση. Όπως είχε επισημανθεί, δεν ήταν συνηθισμένο να δέχεται ο κάθε άνθρωπος έναν πυροβολισμό στο κεφάλι. Δεν ήταν συνηθισμένο να δολοφονείται ο κάθε άνθρωπος μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Κάτι υπήρχε εκεί – και ο Πάτρικ δεν θα τα παρατούσε αν δεν το έβρισκε αυτό το κάτι. «Θα έρθεις μαζί μου στο Γέτεμποργ τη Δευτέρα. Θα πάμε πάλι στο Φριστάντ» είπε ο Πάτρικ. Το πρόσωπο του Μάρτιν έλαμψε. «Βεβαίως, ευχαρίστως να έρθω. Το ξέρεις». Σηκώθηκε και πισωπάτησε προς την πόρτα, και ο Πάτρικ σχεδόν ντράπηκε όταν είδε πόσο ευτυχισμένος έδειχνε ο συνάδελφός του όταν του ζήτησε να πάει μαζί του. Μάλλον είχε παραμελήσει κάπως τον Μάρτιν. «Πάρε μαζί σου την έκθεση» είπε στον Μάρτιν που έφευγε. «Καλά θα έκανες να τη διαβάσεις κι εσύ, για την περίπτωση που μου ξέφυγε κάτι». «Εντάξει». Ο Μάρτιν άπλωσε ανυπόμονα το χέρι και πήρε την έκθεση. Όταν βγήκε από το γραφείο, ο Πάτρικ χαμογέλασε στον ίδιο του τον εαυτό. Τουλάχιστον είχε κάνει κάποιον να χαρεί σήμερα.

Οι ώρες περνούσαν απίστευτα αργά. Η Σίγκνε κι εκείνος τριγύριζαν μέσα στο σπίτι σιωπηλοί. Δεν είχαν τίποτα να πουν ο ένας στον άλλο, δεν τολμούσαν καν ν’ ανοίξουν το στόμα τους από τον φόβο μήπως τους ξεφύγει η κραυγή που κρυβόταν εκεί μέσα. Εκείνος είχε προσπαθήσει να την κάνει να φάει κάτι. Πριν ήταν πάντα η Σίγκνε που τους πίεζε και γκρίνιαζε πως αυτός και ο Μάτε δεν έτρωγαν αρκετά. Τώρα ήταν αυτός που έφτιαχνε σάντουιτς και τα έκοβε σε μικρά, πολύ μικρά κομμάτια και προσπαθούσε να την πείσει να τα δοκιμάσει. Εκείνη έκανε κάποια προσπάθεια, αλλά εκείνος έβλεπε ότι δεν μπορούσε να κατεβάσει τις μπουκιές και πως της ερχόταν να ξεράσει. Στο τέλος εκείνος δεν άντεξε άλλο, δεν μπορούσε να βλέπει το βλέμμα του να καθρεφτίζεται στο δικό της το γυάλινο στην απέναντι καρέκλα του τραπεζιού. «Θα πάω να ρίξω μια ματιά στη βάρκα. Δεν θ’ αργήσω πολύ» είπε εκείνος. Εκείνη του έδειξε ότι τον είχε ακούσει με μια αλλαγή στην έκφραση του προσώπου της. Με βαριές κινήσεις φόρεσε το μπουφάν του. Ήταν ήδη αργά το απόγευμα και ο ήλιος στεκόταν χαμηλότερα στον ορίζοντα. Αναρωτήθηκε αν θα κατάφερνε ποτέ ξανά να

απολαύσει ένα ηλιοβασίλεμα. Αν θα ένιωθε, γενικώς, κάτι. Ο δρόμος που περνούσε μέσα από τη Φιελμπάκα τού ήταν γνωστός, αλλά και τόσο άγνωστος ταυτόχρονα. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ούτε και το περπάτημά του δεν του φαινόταν πια συνηθισμένο. Κάτι που του φαινόταν παλιότερα φυσικό τώρα έδινε την εντύπωση του τεχνητού και του αλλόκοτου, σαν να έπρεπε να λέει στο μυαλό του να βάζει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο για να κινηθεί. Μετάνιωσε που δεν είχε πάρει το αυτοκίνητο. Ήταν αρκετά μεγάλη η απόσταση με τα πόδια από το Μέρχουλτ και πρόσεξε ότι ο κόσμος που συναντούσε τον κοιτούσε επίμονα. Ορισμένοι άλλαζαν μάλιστα και πεζοδρόμιο όταν νόμιζαν ότι εκείνος δεν τους έβλεπε, για να μην αναγκαστούν να σταματήσουν και να του μιλήσουν. Μάλλον δεν ήξεραν τι να πουν. Ούτε ο Γκούναρ ήξερε τι να τους απαντήσει, οπότε ίσως να ήταν καλύτερα έτσι, που του συμπεριφέρονταν σαν να ήταν λεπρός. Το αγκυροβόλι όπου είχαν τη βάρκα ήταν πέρα στο Μπαντχόλμεν. Το είχαν πολλά χρόνια – και τα βήματά του τον οδήγησαν αυτόματα πάνω από τη μικρή, πέτρινη γέφυρα. Ήταν απολύτως χαμένος στον κόσμο του και δεν πρόσεξε τίποτα πριν φτάσει εκεί. Η βάρκα έλειπε. Ο Γκούναρ κοίταξε γύρω του μπερδεμένος. Εδώ έπρεπε να είναι, εδώ ήταν πάντα. Μια μικρή βάρκα με μπλε μουσαμά. Πήγε λίγο πιο μπροστά, μέχρι εκεί που τέλειωναν οι πλωτές αποβάθρες. Ίσως να είχε

τελικά καταλήξει κάπου αλλού για κάποιο λόγο που δεν είχε πραγματικά καταλάβει. Ή είχε κοπεί το σκοινί και παρασύρθηκε κάπου ανάμεσα στις άλλες βάρκες. Αλλά είχε συνέχεια μπουνάτσα και ο Μάτε πρόσεχε πάντα να τη δένει καλά. Επέστρεψε στην κενή θέση της βάρκας. Έπειτα έβγαλε το κινητό.

Ο Πάτρικ μόλις είχε προλάβει να μπει στο σπίτι, όταν του τηλεφώνησε η Άνικα. Ισορρόπησε το κινητό ανάμεσα στο αυτί και στον δεξή ώμο, για να μπορεί ταυτόχρονα να σηκώνει και τη Μάγια, η οποία είχε έρθει τρέχοντας με απλωμένα τα χέρια. «Συγγνώμη, τι είπες; Χάθηκε η βάρκα;» Συνοφρυώθηκε. «Ναι, στο σπίτι είμαι, αλλά μπορώ να κατέβω κάτω και να ρίξω μια ματιά. Όχι, δεν υπάρχει πρόβλημα, το αναλαμβάνω εγώ». Άφησε κάτω τη Μάγια, για να μπορέσει να κλείσει το τηλέφωνο, έπειτα την πήρε από το χέρι και πήγαν στην κουζίνα, όπου στεκόταν η Ερίκα κι ετοίμαζε δύο μπουκάλια επευφημούμενη ανυπόμονα από τα αγόρια που ήταν μέσα στα πορτμπεμπέ τους πάνω στο τραπέζι. Ο Πάτρικ έσκυψε μπροστά και τους έδωσε από ένα φιλί, έπειτα πήγε και φίλησε

και τη γυναίκα του. «Γεια, ποιος ήταν στο τηλέφωνο;» έκανε η Ερίκα και έβαλε τα μπουκάλια στον φούρνο μικροκυμάτων. «Η Άνικα. Πρέπει να βγω πάλι, για λίγο μόνο. Φαίνεται πως έκλεψαν τη βάρκα του Γκούναρ και της Σίγκνε». «Ε, όχι κι αυτό αποπάνω!» Η Ερίκα γύρισε και τον κοίταξε: «Ποιος θα ήταν τόσο διεστραμμένος ώστε να κάνει κάτι τέτοιο;». «Δεν έχω ιδέα. Σύμφωνα με τον Γκούναρ, αυτός που τη χρησιμοποίησε τελευταίος ήταν ο Ματς όταν πήγε να επισκεφθεί τη Νάταλι. Είναι περίεργο που χάθηκε ακριβώς αυτή η βάρκα». «Πήγαινε τότε» του είπε και του έδωσε ένα φιλί στο στόμα. «Θα επιστρέψω σχεδόν αμέσως» είπε εκείνος και πήγε προς την εξώπορτα. Συνειδητοποίησε πολύ αργά ότι η Μάγια θα είχε ένα μικρό ξέσπασμα θυμού, αν έφευγε μεμιάς από το σπίτι. Αλλά έπεισε τον εαυτό του ότι η Ερίκα θα κατάφερνε να το λύσει. Άλλωστε κι αυτός θα επέστρεφε σύντομα. Ο Γκούναρ στεκόταν στο Μπαντχόλμεν, στην άλλη πλευρά της πέτρινης γέφυρας, και τον περίμενε. «Δεν καταλαβαίνω τι έγινε η βάρκα». Σήκωσε το καπέλο κι έξυσε το κεφάλι του.

«Δεν μπορεί απλώς να λύθηκε και να παρασύρθηκε στ’ ανοιχτά;» έκανε ο Πάτρικ. «Μπα, δεν μπορώ να πω τίποτα με σιγουριά, πέρα από το ότι η βάρκα δεν είναι εδώ» είπε ο Γκούναρ κι έπειτα κούνησε το κεφάλι. «Ο Μάτε πρόσεχε πάντα να τη δένει καλά, το είχε μάθει από μικρό παιδί αυτό. Και δεν είχε και κάναν παλιόκαιρο να πεις, οπότε μου φαίνεται δύσκολο να κόπηκε και να παρασύρθηκε». Κούνησε ξανά το κεφάλι, πιο εμφατικά τώρα. «Κάποιος πρέπει να την έκλεψε. Αλλά δεν καταλαβαίνω τι θα έκαναν με μια παλιά βάρκα». «Μην το λες, κάτι αξίζουν κι αυτές τώρα τελευταία». Ο Πάτρικ κάθισε ανακούρκουδα. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στην κενή θέση της βάρκας και ύστερα σηκώθηκε ξανά. «Θα γράψω μια αναφορά αμέσως μόλις πάω στο τμήμα. Αλλά μπορούμε ν’ αρχίσουμε με το να δούμε αν είναι κανένας στην ακτοφυλακή. Αν βγουν εδώ έξω για περιπολία, θα τους πούμε να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά μπας και τη βρουν πουθενά». Ο Γκούναρ δεν απάντησε, αλλά ακολούθησε απλώς τον Πάτρικ που κατευθυνόταν ξανά προς τη γέφυρα. Έκαναν σιωπηλοί τη σύντομη διαδρομή που πήγαινε γύρω από τα ψαροκάλυβα κι έφτανε στην αποβάθρα όπου είχε το γραφείο της και τα σκάφη η ακτοφυλακή. Δεν φαινόταν να είναι

κανείς εκεί και η πόρτα του γραφείου αποδείχτηκε κλειδωμένη όταν πήγε να την ανοίξει ο Πάτρικ. Αλλά τότε είδε κάποιον να κινείται πίσω από το φινιστρίνι του μικρότερου σκάφους, του Μιν Λούις. Πήγε μέχρι εκεί και χτύπησε το τζάμι. Εμφανίστηκε ένας άντρας στην πρύμνη και ο Πάτρικ αναγνώρισε τον Πέτερ που τους είχε βοηθήσει εκείνη την αποφράδα μέρα στη θάλασσα έπειτα από τη δολοφονία μιας από τις κοπέλες που συμμετείχαν στο ριάλιτι Γαμημένο Τάνουμ. «Ε, γεια σου. Πώς μπορώ να βοηθήσω σήμερα;» είπε χαμογελαστός και σκουπίζοντας τα χέρια του σε μια πετσέτα. «Ψάχνουμε μια εξαφανισμένη βάρκα». Ο Πάτρικ έδειξε προς το μέρος όπου ήταν δεμένη η βάρκα. «Είναι του Γκούναρ. Δεν είναι εκεί που πρέπει και δεν ξέρουμε πού εξαφανίστηκε. Σκεφτήκαμε μήπως μπορούσατε να ρίξετε καμιά ματιά όταν βγείτε περιπολία». «Ναι, άκουσα τι έγινε» έκανε διστακτικά ο Πέτερ και έγνεψε στον Γκούναρ. «Τα συλλυπητήριά μου. Φυσικά θα βοηθήσουμε, ευχαρίστως. Λέτε ότι μπορεί να λύθηκε και να παρασύρθηκε στα ανοιχτά; Αν είναι έτσι, δεν πρέπει να έφτασε πολύ μακριά. Θα έλεγα ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να παρασύρθηκε προς τη μεριά του χωριού μάλλον παρά προς τα ανοιχτά». «Όχι, πιστεύουμε ότι την έκλεψαν» είπε ο Πάτρικ.

«Ναι, μερικοί είναι κατά διαόλου». Ο Πέτερ κούνησε το κεφάλι. «Μια ξύλινη βάρκα έχεις, έτσι δεν είναι, Γκούναρ; Με μπλε ή πράσινο μουσαμά;» «Ναι, μπλε είναι. Και γράφει Σοφία στην πρύμνη». Στράφηκε στον Πάτρικ. «Μου άρεσε πολύ η Σοφία Λόρεν όταν ήμουν νεαρός. Και όταν συνάντησα τη Σίγκνε, μου φάνηκε πως της έμοιαζε διαβολεμένα πολύ. Έτσι βάφτισα το σκαρί Σοφία». «Εντάξει. Θα βγω σε λίγο να κάνω μια βόλτα στη θάλασσα και υπόσχομαι να έχω τον νου μου και για τη Σοφία». «Ευχαριστώ» είπε ο Πάτρικ. Κοίταξε σκεφτικός τον Γκούναρ. «Είσαι σίγουρος πως ήταν ο Ματς που είχε τη βάρκα την τελευταία φορά;» «Εντελώς σίγουρος δεν είμαι». Ο Γκούναρ φάνηκε να διστάζει λίγο. «Αλλά είχε πει ότι θα πήγαινε μια βόλτα μέχρι τη Νάταλι, οπότε υπέθεσα…» «Αν δεν πήρε αυτός τη βάρκα, τότε πότε την είδες εσύ τελευταία φορά;» Ο Πέτερ είχε μπει μέσα στην καμπίνα για να συνεχίσει τις δουλειές του και ο Γκούναρ με τον Πάτρικ στέκονταν μόνοι στην αποβάθρα. «Σε μια τέτοια περίπτωση, ήταν την προηγούμενη Τετάρτη.

Αλλά μπορείτε να ρωτήσετε και τη Νάταλι. Δεν μιλήσατε μαζί της;» «Αύριο θα πάμε εκεί. Θα τη ρωτήσω λοιπόν αύριο». «Ωραία» είπε ο Γκούναρ άχρωμα. Έπειτα σκίρτησε. «Θεέ μου! Τότε δεν έχει ιδέα τι συνέβη. Δεν σκεφτήκαμε καν να της τηλεφωνήσουμε. Δεν της έχουμε…» Ο Πάτρικ έβαλε το χέρι στον ώμο του Γκούναρ, για να τον καθησυχάσει. «Είχατε άλλα να σκεφτείτε. Θα της το πούμε εμείς όταν θα πάμε εκεί. Μην ανησυχείς εσύ γι’ αυτό». Ο Γκούναρ έγνεψε. «Θέλεις να σε πάω στο σπίτι;» είπε ο Πάτρικ. «Ναι, θα σου ήμουν ευγνώμων, αν το έκανες» έκανε ο Γκούναρ μ’ έναν στεναγμό ανακούφισης και ακολούθησε τον Πάτρικ στο αυτοκίνητο. Σε όλη τη διαδρομή προς το Μέρχουλτ δεν είπαν κουβέντα.

Φιελμπάκα 1871

Ο πάγος είχε αρχίσει να σπάει. Ο απριλιάτικος ήλιος έλιωνε σιγά σιγά το χιόνι και στο νησί είχαν αρχίσει να εμφανίζονται μικρές τούφες πρασινάδας ανάμεσα στις σχισμές των βράχων. Η ανάμνηση αυτού που είχε συμβεί ήταν θολή. Το ταβάνι που στριφογύριζε υπήρχε εκεί, στη μνήμη, το ίδιο και ο πόνος, οι αποσπασματικές εικόνες των προσώπων τους. Αλλά μερικές φορές η Έμελι ξαναζούσε τόσο έντονα τον φόβο που της κοβόταν η ανάσα. Κανένας τους δεν είχε μιλήσει γι’ αυτό. Δεν χρειάστηκε. Είχε ακούσει τον Γιούλιαν να λέει στον Καρλ ότι ο πατέρας του τώρα θα είχε αυτό που ήθελε. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει ότι όλα είχαν σχέση με το γράμμα που είχε έρθει, αλλά αυτό δεν μείωνε ούτε την ντροπή ούτε τον εξευτελισμό. Φαίνεται πως έπρεπε να τον απειλήσει ο πατέρας του, για να

μπορέσει ο άντρας της να εκτελέσει τα συζυγικά του καθήκοντα. Σίγουρα ο πεθερός της είχε αρχίσει να αναρωτιέται γιατί ο Καρλ δεν είχε αποκτήσει παιδιά. Το πρωί είχε ξυπνήσει παγωμένη. Ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα με τη χοντρή μάλλινη φούστα και τα λευκά εσώρουχα σηκωμένα μέχρι τη μέση. Τα κατέβασε βιαστικά, αλλά το σπίτι ήταν άδειο. Δεν ήταν κανένας εκεί. Σηκώθηκε με το στόμα κατάστεγνο και μ’ έναν αφόρητο πονοκέφαλο. Πονούσε ανάμεσα στα σκέλια, κι όταν πήγε λίγο αργότερα στο αποχωρητήριο, είδε το ξεραμένο αίμα στη μέσα μεριά των μηρών. Όταν, ώρες αργότερα, ο Καρλ και ο Γιούλιαν επέστρεψαν από τον φάρο, συμπεριφέρονταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η Έμελι είχε ασχοληθεί όλη τη μέρα μανιασμένα με το σφουγγάρισμα του μικρού σπιτιού. Δεν την είχε ενοχλήσει κανείς. Οι νεκροί παρέμεναν περίεργα σιωπηλοί. Το φαγητό είχε αρχίσει να το φτιάχνει την ώρα που το έφτιαχνε πάντα, για να είναι έτοιμο μέχρι τις πέντε, και όλες οι κινήσεις της όσο καθάριζε τις πατάτες κι έψηνε τα ψάρια ήταν εντελώς μηχανικές. Μόνο ένα μικρό τρεμούλιασμα στο χέρι, όταν άκουσε τα βήματα του Καρλ και του Γιούλιαν να σιμώνουν στην εξώπορτα, αποκάλυπτε τι συνέβαινε μέσα της. Αλλά τίποτε από αυτά δεν ήταν ορατό όταν εκείνοι μπήκαν μέσα, κρέμασαν τα βαριά τους πανωφόρια στο χολ και κάθισαν στο

τραπέζι. Έτσι είχαν περάσει οι χειμωνιάτικες μέρες. Με ασαφείς αναμνήσεις του συμβάντος και με το κρύο που είχε απλώσει ένα κατάλευκο, παγωμένο πάπλωμα πάνω στο νερό. Αλλά τώρα ο πάγος είχε αρχίσει να σπάει και η Έμελι τύχαινε να βγαίνει καμιά φορά έξω, να κάθεται στο παγκάκι δίπλα στον τοίχο και ν’ αφήνει τον ήλιο να της χαϊδεύει το πρόσωπο. Καμιά φορά έπιανε τον εαυτό της να χαμογελάει, επειδή τώρα ήξερε. Στην αρχή δεν ήταν σίγουρη, δεν ήξερε τόσο καλά το σώμα της, αλλά στο τέλος δεν είχε καμία απολύτως αμφιβολία. Ήταν σε ενδιαφέρουσα. Το βράδυ που είχε μείνει στη μνήμη της ως ένα κακό όνειρο είχε φέρει και κάτι καλό. Θα αποκτούσε ένα μικρούλι. Ένα μικρό που θα το φρόντιζε και που μαζί του θα περνούσε τις ώρες της στο νησί. Έκλεισε τα μάτια κι έβαλε το χέρι της στην κοιλιά της ενώ ο ήλιος συνέχιζε να ζεσταίνει τα μάγουλά της. Ήρθε κάποιος και κάθισε πλάι της, αλλά, όταν άνοιξε τα μάτια, η θέση δίπλα της, στο παγκάκι, ήταν άδεια. Η Έμελι ξανάκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. Ένιωθε καλά που δεν ήταν μόνη της.

Ο

πρωινός ήλιος είχε μόλις βγει πάνω από τον ορίζοντα, αλλά η Νάταλι δεν τον έβλεπε καθώς στεκόταν στην αποβάθρα και αγνάντευε τα νησιά πέρα προς το στόμιο της Φιελμπάκα. Δεν ήθελε επισκέψεις. Δεν ήθελε να χώνονται άλλο στον κόσμο τον δικό της και του Σαμ εδώ στο νησί. Ήταν δικός τους κόσμος και κανενός άλλου. Αλλά δεν μπόρεσε να πει όχι όταν της τηλεφώνησε εκείνος ο αστυνομικός. Άλλωστε είχε κι ένα πρόβλημα για το οποίο χρειαζόταν βοήθεια. Τα τρόφιμα είχαν σχεδόν τελειώσει και εκείνης δεν της έκανε καρδιά να πάρει πάλι τους γονείς του Μάτε. Αλλά τώρα που ήταν αναγκασμένη να δεχτεί επισκέπτες, τους είχε παρακαλέσει να της ψωνίσουν μερικά πράγματα. Ήταν κάπως θρασύ, βέβαια, να το ζητάει από κάποιον που δεν είχε συναντήσει ποτέ της, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Ο Σαμ δεν ήταν αρκετά καλά ώστε να μπορέσουν να πάνε μέχρι τη Φιελμπάκα, κι αν δεν γέμιζαν ξανά το ψυγείο και τα ντουλάπια, θα πέθαιναν από την πείνα. Αλλά δεν θα τους

άφηνε να προχωρήσουν όμως. Το νησί ήταν δικό της · το νησί ήταν δικό τους. Τον μόνο που θα ήθελε να έχει εδώ ήταν ο Μάτε. Συνέχιζε να κοιτάζει πέρα στη θάλασσα ενώ τα μάτια της γέμιζαν σιγά σιγά δάκρυα. Μπορούσε ακόμη να νιώσει τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από το κορμί της και τα φιλιά του πάνω στην επιδερμίδα της. Τη μυρωδιά που της ήταν τόσο οικεία, αλλά και τόσο αλλαγμένη, μια ευωδιά ενός ενήλικου, ενός άντρα, όχι ενός παιδιού. Δεν ήξερε τι θα έφερνε το μέλλον, τι θα σήμαινε η επανένωσή τους για το πώς θα συνέχιζαν να ζουν τις ζωές τους. Αλλά η συνάντηση που είχαν για λίγο είχε φέρει μαζί της μια ευκαιρία, είχε ανοίξει ένα παράθυρο και είχε αφήσει να μπει λίγο φως στα σκοτάδια όπου εκείνη είχε ζήσει τόσον καιρό. Η Νάταλι σκούπισε τα δάκρυα με την ανάποδη της παλάμης της. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να υποχωρήσει μπροστά στη νοσταλγία και στον πόνο. Κρατιόταν ήδη από τη ζωή σπασμωδικά και δεν θα έπρεπε να τα παρατήσει. Ο Μάτε είχε φύγει, αλλά ο Σαμ ήταν εδώ. Και έπρεπε να τον προστατεύσει. Τίποτε άλλο, ούτε καν ο Μάτε, δεν ήταν πιο σημαντικό. Η προστασία του Σαμ ήταν το μεγαλύτερο και το μοναδικό της καθήκον σ’ ετούτο τον κόσμο. Και τώρα που έρχονταν εδώ άλλοι άνθρωποι έπρεπε να επικεντρωθεί σε αυτό.

Κάτι είχε αλλάξει. Ποτέ δεν την άφηναν στην ησυχία της. Η Άννα ένιωθε μόνιμα ένα κορμί δίπλα στο δικό της, κάποιον ν’ ανασαίνει δίπλα της και να της μεταδίδει ζεστασιά και ενέργεια. Δεν ήθελε να την αγγίζουν, ήθελε απλώς να χάνεται μέσα στην ερημική αλλά ασφαλή επικράτεια των σκιών όπου παρέμενε εδώ και πολύ καιρό. Αυτό που υπήρχε έξω από εκεί ήταν πολύ επώδυνο, το δέρμα της και η ψυχή της είχαν γίνει πολύ ευαίσθητα απ’ όλα τα χτυπήματα που είχε δεχτεί. Δεν άντεχε άλλα τώρα. Οι άλλοι δεν την είχαν ανάγκη. Μόνο συμφορές έφερνε σε όσους ήταν κοντά της. Η Έμμα και ο Άντριαν είχαν περάσει πράγματα που δεν έπρεπε να περνούν τα παιδιά, και η θλίψη που έβλεπε στα μάτια του Νταν για τον γιο που είχε χαθεί ήταν αφόρητη. Στην αρχή φαίνονταν να καταλαβαίνουν. Την άφηναν ήσυχη, την άφηναν να μένει ξαπλωμένη εδώ μέσα. Προσπαθούσαν καμιά φορά να της μιλήσουν, αλλά παραιτούνταν εύκολα κι εκείνη καταλάβαινε πως ένιωθαν ό,τι και η ίδια. Ότι για τη συμφορά έφταιγε αυτή η ίδια και ότι θα έπρεπε να μένει, για το καλό όλων, εκεί που ήταν. Αλλά μετά την επίσκεψη της Ερίκα κάτι είχε αλλάξει. Η

Άννα είχε αισθανθεί το κορμί της αδελφής της κολλημένο στο δικό της, ένιωσε τη ζεστασιά της Ερίκα να την τραβά έξω από τις σκιές, να την τραβά όλο και πιο κοντά στην πραγματικότητα και να προσπαθεί να την κάνει να επιστρέψει. Η Ερίκα δεν είχε πει πολλά λόγια. Το κορμί της ήταν που της μιλούσε, που έκανε τη ζεστασιά να εξαπλώνεται σε όλες τις αρθρώσεις, τις οποίες ένιωθε κρύες και παγωμένες, παρόλο που ήταν σκεπασμένη με πάπλωμα. Είχε προσπαθήσει ν’ αντισταθεί, είχε επικεντρωθεί σ’ ένα σημείο σκοταδιών βαθιά μέσα της, ένα σημείο που δεν άγγιζε κανένα ζεστό κορμί. Όταν εξαφανίστηκε η ζεστασιά από το κορμί της Ερίκα, ήρθε ένα άλλο να την αντικαταστήσει. Το κορμί του Νταν ήταν εκείνο στο οποίο αντιστεκόταν εύκολα. Η ενέργειά του είχε μέσα του τόση θλίψη, που ενίσχυε μάλλον και τη δική της, ώστε να μη χρειάζεται καν να πασχίζει για να παραμένει στις σκιές. Αλλά με την ενέργεια των παιδιών τα πράγματα ήταν δυσκολότερα. Το απαλό κορμάκι της Έμμα κολλημένο πάνω στην πλάτη της και τα χεράκια της, όσο έφταναν, τυλιγμένα στη μέση της. Η Άννα ήταν αναγκασμένη να χρησιμοποιεί όλη τη δύναμή της, για να καταφέρνει να αντιστέκεται. Κι έπειτα ο Άντριαν, μικρότερος και περισσότερο αβέβαιος από την Έμμα, αλλά με πολύ ισχυρότερη ενέργεια. Δεν χρειαζόταν καν να γυρνάει για να βλέπει ποιος ερχόταν και ξάπλωνε δίπλα της. Και παρόλο

που ακόμη ήταν ξαπλωμένη στο πλάι, εντελώς ακίνητη, με το βλέμμα καρφωμένο στον ουρανό έξω από το παράθυρο, αισθανόταν τίνος ήταν η ζεστασιά. Ήθελε να την άφηναν στην ησυχία της, να την άφηναν να μείνει ξαπλωμένη εκεί. Η σκέψη ότι δεν θα είχε αρκετή δύναμη να αντισταθεί έκανε τον φόβο να θεριεύει μέσα της. Τώρα είχε την Έμμα εδώ. Το κορμάκι της κινούνταν λίγο. Πιθανότατα είχε κοιμηθεί, γιατί ακόμα και από την επικράτεια των σκιών η Άννα είχε προσέξει ότι η αναπνοή της μικρής είχε αλλάξει και είχε γίνει βαθύτερη. Αλλά τώρα άλλαξε στάση, ήρθε και κόλλησε πιο πολύ πάνω της, σαν ζωάκι που αναζητά παρηγοριά. Η Άννα ένιωσε να βγαίνει ξανά από τις σκιές, κάτι την είλκυε προς εκείνη την ενέργεια που διαχεόταν ακόμα και στις παραμικρές πτυχές του σώματός της. Το σημείο, έπρεπε να επικεντρωθεί στο σκοτεινό σημείο μέσα της. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε. Η Άννα αισθάνθηκε το στρώμα να κουνιέται από κάποιον που ανέβηκε πάνω και κουλουριάστηκε στα πόδια της. Χεράκια αγκάλιασαν τα πόδια της, σαν να μην ήθελαν να τ’ αφήσουν ποτέ. Ένιωσε τότε και τη ζεστασιά του Άντριαν και της ήταν τρομακτικά δύσκολο πλέον να μένει ανάμεσα στις σκιές. Είχε καταφέρει ν’ αντισταθεί στα παιδιά όταν έρχονταν ένα ένα, αλλά όχι

όταν συνενώνονταν οι ενέργειές τους και γίνονταν ισχυρότερες. Σιγά σιγά συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να αφήνεται. Ένιωσε να τραβιέται ξανά σε αυτό που υπήρχε στο δωμάτιο και στην πραγματικότητα. Μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό η Άννα γύρισε από την άλλη μεριά. Είδε το προσωπάκι της κοιμισμένης κόρης της, όλα εκείνα τα γνώριμα χαρακτηριστικά που δεν είχε καταφέρει ν’ αντικρίσει τόσον καιρό. Και για πρώτη φορά εδώ και τόσον καιρό, αποκοιμήθηκε πραγματικά, με το χέρι της πάνω στο μάγουλο της κόρης της και με την άκρη της μύτης της ν’ αγγίζει τη δική της. Στα πόδια της Άννας είχε πλαγιάσει και ο Άντριαν, σαν μικρό κουτάβι. Η λαβή στα πόδια της χαλάρωσε όταν αποκοιμήθηκε κι εκείνος. Κοιμούνταν όλοι τους τώρα.

Η Ερίκα γελούσε μέχρι δακρύων καθώς ανέβαιναν στη βάρκα. «Εννοείς ότι μπήκες σε μπάνιο με φύκια;» Σκούπισε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της και, όταν είδε την προσβεβλημένη έκφραση του Πάτρικ, από το πολύ γέλιο τής ήρθε λόξιγκας. «Και λοιπόν; Δεν πρέπει οι άντρες να κάνουν τέτοια πράγματα; Αυτό εννοείς; Απ’ ό,τι ξέρω, εσύ έχεις κάνει ένα

κάρο παράξενα πράγματα. Εσύ δεν ήσουν που είχες αλειφτεί με λάσπη και ήσουν τυλιγμένη με διάφανη μεμβράνη σε κάποιο σπα εδώ και κάμποσο καιρό;» Έβγαλε τη βάρκα από την αποβάθρα του Μπαντχόλμεν με την πρύμνη μπροστά. «Ναι, βέβαια, αλλά…» Η Ερίκα ξεράθηκε ξανά στα γέλια και δεν μπορούσε να μιλήσει. «Πιστεύω ότι εδώ βγάζεις προς τα έξω κάποιες ξεπερασμένες προκαταλήψεις» είπε ο Πάτρικ και την κάρφωσε με το βλέμμα. «Το μπάνιο με φύκια είναι πολύ υγιεινό για τους άντρες, σε πληροφορώ. Απομακρύνει δηλητήρια και απόβλητα από το σώμα, κι επειδή εμείς οι άντρες έχουμε, προφανώς, δυσκολία να απαλλαγούμε από τέτοια, μια τέτοια θεραπεία μάς κάνει ακόμα περισσότερο καλό». Τώρα η Ερίκα είχε γονατίσει, κυριολεκτικά, και κρατούσε το στομάχι της από τα γέλια. Δεν μπορούσε να βγάλει κουβέντα. Ο Πάτρικ σταμάτησε να της μιλάει, την αγνόησε παντελώς και επικεντρώθηκε στο να βγάλει τη βάρκα από το λιμάνι. Βέβαια, κι αυτός υπερέβαλλε για να κουρντίσει λίγο την Ερίκα, αλλά η αλήθεια ήταν πως ο ίδιος και οι συνάδελφοί του είχαν απολαύσει πραγματικά τις διάφορες θεραπείες στο σπα.

Στην αρχή είχε διστάσει πραγματικά να μπει σε μπανιέρα γεμάτη φύκια. Έπειτα συνειδητοποίησε ότι δεν μύριζαν τόσο άσχημα όσο περίμενε και το νερό ήταν ζεστό και ευχάριστο. Όταν του ζήτησαν να σκύψει μπροστά μέσα στην μπανιέρα, για να του κάνουν μασάζ στην πλάτη με φύκια, με τα οποία έτριβαν το δέρμα με συγκεκριμένες κινήσεις, ένιωσε λυτρωμένος. Δεν μπορούσε να αρνηθεί πως ένιωθε το δέρμα του εντελώς καινούργιο όταν βγήκε από το μπάνιο. Πιο απαλό, πιο ελαστικό και με μιαν άλλη λάμψη. Και όταν προσπάθησε να τα πει αυτά στην Ερίκα, εκείνη είχε αρχίσει να γελά υστερικά. Ακόμα και η μητέρα του, η οποία είχε έρθει να κρατήσει τη Μάγια και τα δίδυμα, είχε ρουθουνίσει ειρωνικά με τις ενθουσιώδεις περιγραφές του. Ο άνεμος δυνάμωσε και ο Πάτρικ έκλεισε τα μάτια όταν τον χτύπησαν καταπρόσωπο οι ψεκάδες. Δεν είχε ακόμη πολύ κόσμο έξω στ’ ανοιχτά, αλλά σε μερικές μέρες θα γέμιζε εκεί με σκάφη που θα μπαινόβγαιναν στο λιμάνι. Η Ερίκα είχε σταματήσει να γελάει και είχε πάρει επιτέλους σοβαρό ύφος. Αγκάλιασε τον Πάτρικ που στεκόταν στη λαγουδέρα και έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. «Πώς την άκουσες όταν τηλεφώνησες;» «Όχι ιδιαίτερα ενθουσιασμένη» είπε ο Πάτρικ. «Δεν ακούστηκε πολύ πρόθυμη να δεχτεί επισκέψεις, αλλά, όταν

της είπα να έρθει εκείνη εδώ στη Φιελμπάκα, αν το επιθυμούσε, προτίμησε να πάμε εμείς εκεί». «Της είπες ότι θα ερχόμουν κι εγώ;» Ένα κύμα έκανε τη βάρκα να παλαντζάρει και η Ερίκα σφίχτηκε περισσότερο πάνω στον Πάτρικ. «Ναι, της είπα ότι είμαστε παντρεμένοι και ότι ήθελες να έρθεις κι εσύ μαζί, για να τη δεις. Αλλά δεν αντέδρασε ιδιαίτερα σε αυτό. Ακούστηκε σαν να συμφωνούσε με αυτό, ούτως ή άλλως». «Τι ελπίζεις να βγάλεις από μια κουβέντα με τη Νάταλι;» Η Ερίκα άφησε τον Πάτρικ και κάθισε στο σέλμα. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω ιδέα. Αλλά ακόμη δεν γνωρίζουμε αν ο Ματς πήγε να την επισκεφθεί την Παρασκευή. Κυρίως αυτό θα ήθελα να μάθω. Κι ύστερα, πρέπει κι εκείνη να μάθει τι συνέβη». Εκείνος διόρθωσε την πορεία με τη λαγουδέρα, για να αποφύγει ένα σκάφος με εξωλέμβια που τους πλησίαζε με μεγάλη ταχύτητα. «Ηλίθιοι» γρύλισε ο Πάτρικ και τους αγριοκοίταξε όταν το σκάφος πέρασε αρκετά κοντά τους. «Και δεν μπορούσες να τη ρωτήσεις όταν της τηλεφώνησες;» Η Ερίκα κοιτούσε κι αυτή το σκάφος. Δεν γνώριζε αυτούς που το οδηγούσαν, ήταν μερικά παιδιά που μόλις τέλειωναν

την εφηβεία. Ήταν σίγουρα μια από τις παρέες που έρχονταν νωρίς για διακοπές, από εκείνο το είδος τουριστών που σύντομα θα κατέκλυζε τη Φιελμπάκα. «Ναι, θα μπορούσα κάλλιστα να το κάνω. Αλλά προτιμώ να της μιλήσω πρόσωπο με πρόσωπο. Τότε παίρνεις καλύτερες απαντήσεις. Στην πραγματικότητα θέλω να αποκτήσω μια καλύτερη εικόνα για τον Ματς. Τώρα μου φαίνεται σαν χάρτινη φιγούρα φυσικού μεγέθους, μονοδιάστατη και επίπεδη. Κανένας δεν φαίνεται να ξέρει κάτι γι’ αυτόν, ούτε καν οι γονείς του. Το διαμέρισμά του έμοιαζε με πανσιόν. Δεν υπήρχε σχεδόν κανένα προσωπικό αντικείμενο. Κι ύστερα είναι εκείνη η επίθεση… Πρέπει να μάθω περισσότερα». «Ναι, αλλά, απ’ ό,τι κατάλαβα, ο Μάτε και η Νάταλι έχουν να συναντηθούν πάρα πολλά χρόνια». «Ναι, έτσι λένε οι γονείς του. Αλλά δεν ξέρουμε αν είναι όντως έτσι. Φαίνεται, εν πάση περιπτώσει, ότι εκείνη ήταν ένα σημαντικό πρόσωπο στη ζωή του, κι αν εκείνος πήγε τελικά να την επισκεφθεί, ίσως να της είπε κάτι που μπορεί να μας χρησιμεύσει. Μπορεί να είναι ένα από τα τελευταία άτομα που τον είδαν ζωντανό». «Ναι, φυσικά» είπε η Ερίκα, δύσπιστη ωστόσο. Η ίδια είχε επιμείνει να πάει μαζί του λόγω περιέργειας

κυρίως. Αναρωτιόταν πόσο να είχε αλλάξει η Νάταλι με τα χρόνια, τι είδους άνθρωπος είχε γίνει. «Αυτό εκεί πρέπει να είναι το Γκρόχουερ» είπε ο Πάτρικ και μισόκλεισε τα μάτια. Η Ερίκα ανασηκώθηκε και κοίταξε πέρα από την πλώρη. «Ναι, αυτό είναι. Ο φάρος του είναι υπέροχος». Σκίασε με την παλάμη τα μάτια της, για να δει καλύτερα. «Έχω την άποψη ότι το νησί φαίνεται λίγο τρομακτικό» είπε ο Πάτρικ, αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε ουσιαστικά για ποιο λόγο πίστευε κάτι τέτοιο. Έπειτα αναγκάστηκε να στρέψει την προσοχή του στο πώς θα πλεύριζαν τη μικρή αποβάθρα. Μια ψηλή, λεπτή γυναίκα στεκόταν ήδη εκεί και τους περίμενε. Άρπαξε το σκοινί, την πρυμάτσα, που πέταξε η Ερίκα στην αποβάθρα. «Γεια σας» είπε η Νάταλι και τους έδωσε το χέρι για ν’ ανέβουν. Ήταν όμορφη, αλλά φοβερά αδύνατη, σκέφτηκε ο Πάτρικ όταν της έσφιξε το χέρι. Τα κόκαλά της προεξείχαν φανερά κάτω από το δέρμα και, ακόμα κι αν φαινόταν να είναι από φυσικού της αδύνατη, πρέπει να είχε χάσει πάρα πολλά κιλά πρόσφατα, μια που το τζιν παντελόνι της φαινόταν πολύ μεγάλο και το συγκρατούσε με μια ζώνη που ήταν πολύ σφιχτή στη μέση.

«Ο γιος μου δεν νιώθει και πολύ καλά. Είναι στο σπίτι και κοιμάται, οπότε σκέφτηκα να πιούμε έναν καφέ και να μιλήσουμε εδώ στην αποβάθρα». – Η Νάταλι έδειξε μια κουβέρτα που είχε απλώσει πάνω στην ξύλινη αποβάθρα. «Φυσικά, κανένα πρόβλημα» είπε ο Πάτρικ και κάθισε κάτω. «Ελπίζω να μην είναι τίποτα σοβαρό». «Μπα, ένα κρυολόγημα είναι μόνο. Έχετε παιδιά;» Κάθισε απέναντί τους και άρχισε να σερβίρει καφέ από ένα θερμός. Η αποβάθρα βρισκόταν σε σχεδόν απάνεμη θέση, είχε λιακάδα και ο αέρας ήταν ζεστός. Ήταν ωραίο μέρος. «Ναι, σίγουρα έχουμε» είπε η Ερίκα και γέλασε. «Έχουμε τη Μάγια που θα γίνει σύντομα δύο χρόνων, κι έπειτα έχουμε τον Νούελ και τον Άντον που είναι σχεδόν τεσσάρων μηνών και δίδυμα». «Α, τότε έχετε πολλή δουλειά». Η Νάταλι χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο δεν έφτασε ποτέ στα μάτια της. Τους πρόσφερε βουτήματα από ένα πιάτο. «Δυστυχώς, δεν έχω πολύ περισσότερα να προσφέρω». «Α, μάλιστα» έκανε ο Πάτρικ και σηκώθηκε. «Έχω μαζί μου τα τρόφιμα που μου ζήτησες». «Ευχαριστώ, κι ελπίζω να μη σας έβαλα σε πολύ κόπο. Τώρα που ο Σαμ είναι άρρωστος, δεν θέλω να τον σέρνω πέρα δώθε στο χωριό για ψώνια. Η Σίγκνε και ο Γκούναρ με

βοήθησαν μερικές φορές, αλλά δεν θέλω να τους γίνομαι συνέχεια βάρος». Ο Πάτρικ είχε κατέβει στη βάρκα και τώρα είχε επιστρέψει με δύο τσάντες του σούπερ μάρκετ γεμάτες. «Τι σου χρωστάω;» Η Νάταλι άπλωσε και πήρε μια τσάντα που είχε δίπλα της. «Χίλιες κορόνες έφτασαν» έκανε απολογητικά ο Πάτρικ. Η Νάταλι έβγαλε δύο πεντακοσάρικα από το πορτοφόλι της και του τα έδωσε. «Σ’ ευχαριστώ» είπε πάλι. Ο Πάτρικ απλώς έγνεψε και κάθισε ξανά στην κουβέρτα. «Πρέπει να είναι αρκετά απομονωμένα εδώ έξω, ε;» Κοίταξε γύρω στο νησάκι. Ο φάρος δέσποζε αποπάνω τους ρίχνοντας τη μακριά σκιά του πάνω στα βράχια. «Είναι υπέροχα» είπε η Νάταλι και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. «Είχα πολλά χρόνια να έρθω εδώ και ο Σαμ δεν είχε δει ποτέ το νησί. Θεώρησα πως ήταν ώρα». «Γιατί τώρα;» ρώτησε η Ερίκα, ελπίζοντας ότι δεν θα ακουγόταν ιδιαίτερα περίεργη. Η Νάταλι δεν την κοίταξε, αλλά κάρφωσε το βλέμμα σ’ ένα σημείο κάπου στον ορίζοντα. Οι μικρές ριπές ανέμου που έφταναν πού και πού μέχρι το μέρος τους ανακάτωναν τα μακριά ξανθά μαλλιά της κι εκείνη τα απομάκρυνε συνεχώς από το πρόσωπό της.

«Έχω μερικά πράγματα που πρέπει να σκεφτώ και μου φάνηκε αυτονόητο να έρθω εδώ για να το κάνω. Γιατί εδώ δεν υπάρχει τίποτα. Τίποτα περισσότερο από σκέψεις, τίποτα περισσότερο από χρόνο». «Και φαντάσματα, απ’ ό,τι άκουσα» είπε η Ερίκα και άπλωσε το χέρι να πάρει ένα κουλουράκι. Η Νάταλι δεν γέλασε. «Εννοείς επειδή το λένε Γκαστχόλμεν, έτσι δεν είναι;» «Ναι, αλλά εσύ θα έχεις μάθει πλέον αν υπάρχει κάποια δόση αλήθειας σε αυτό. Θυμάμαι ότι είχαμε διανυκτερεύσει μια φορά εδώ, όταν ήμασταν στο γυμνάσιο, και είχαμε κατατρομάξει». «Ίσως». Ήταν φανερή η απροθυμία της να μιλήσει γι’ αυτό. Ο Πάτρικ πήρε βαθιά ανάσα, για να της πει αυτό που δεν μπορούσε να καθυστερεί άλλο. Ενώ εκείνος λοιπόν άρχισε να της αφηγείται τι είχε συμβεί, η Νάταλι άρχισε να τρέμει. Τον κοιτούσε σαν να μην καταλάβαινε τίποτα. Δεν έλεγε τίποτα, απλώς έτρεμε ανεξέλεγκτα σαν να ήταν έτοιμη να γίνει χίλια κομμάτια μπροστά στα μάτια του. «Δεν ξέρουμε ακόμη ακριβώς πότε πυροβολήθηκε, οπότε προσπαθούμε να μάθουμε όσο περισσότερα γίνεται για τις τελευταίες μέρες του. Ο Γκούναρ και η Σίγκνε είπαν πως είχε

σκεφτεί να περάσει από εδώ την Παρασκευή». «Ναι, ήρθε από εδώ». Η Νάταλι στράφηκε και κοίταξε προς το σπίτι και ο Πάτρικ σκέφτηκε πως το έκανε κυρίως για να μη δείχνει την έκφραση του προσώπου της. Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος τους, τα μάτια της γυάλιζαν ακόμη, αλλά είχε σταματήσει να τρέμει. Η Ερίκα έγειρε αυθόρμητα μπροστά και έβαλε το χέρι της πάνω στο χέρι της Νάταλι. Υπήρχε κάτι τόσο εύθραυστο και ευάλωτο πάνω της, το οποίο είχε ξυπνήσει στην Ερίκα τα προστατευτικά της ένστικτα. «Πάντα ήσουν ευγενική» είπε η Νάταλι και τράβηξε έπειτα το χέρι της, χωρίς να κοιτάξει την Ερίκα. «Την Παρασκευή…» έκανε διστακτικά ο Πάτρικ. Η Νάταλι σκίρτησε και στα μάτια της πέρασε κάτι σαν μεμβράνη. «Ήρθε το βράδυ. Δεν ήξερα ότι θα ερχόταν. Είχαμε πολλά χρόνια να συναντηθούμε». «Πότε είχατε συναντηθεί τελευταία φορά πριν;» Η Ερίκα δεν μπορούσε να αποφύγει να ρίχνει ματιές στο σπίτι. Φοβόταν μήπως ξυπνούσε ο γιος της Νάταλι και έβγαινε έξω απαρατήρητος. Από τότε που είχε γίνει μητέρα, ένιωθε σαν να ήταν μητέρα όλων των παιδιών του κόσμου. «Είπαμε αντίο όταν μετακόμισα στη Στοκχόλμη. Ήμουν

δεκαεννιά, νομίζω. Πριν από μια αιωνιότητα δηλαδή». Γέλασε ξαφνικά – μ’ ένα κοφτό, πικραμένο και σύντομο γέλιο. «Είχατε καμιά επαφή στα χρόνια που πέρασαν από τότε;» «Όχι. Ναι, ίσως μερικές καρτ ποστάλ στην αρχή. Αλλά ξέραμε και οι δύο ότι δεν είχε νόημα. Γιατί να παρατείνουμε το μαρτύριο υποκρινόμενοι πως θα γινόταν κάτι άλλο;» – Η Νάταλι παραμέρισε μερικές ξανθιές τούφες από το πρόσωπό της ξανά. «Ποιανού απόφαση ήταν να τερματιστεί η σχέση σας;» ρώτησε η Ερίκα. Δεν μπορούσε να τιθασεύσει την περιέργειά της. Τους είχε δει μαζί τόσο πολλές φορές, είχε δει εκείνο το χρυσό φως που έμοιαζαν να εκπέμπουν εκείνοι οι δυο. Το χρυσό ζευγάρι. «Δεν μιλήσαμε ποτέ γι’ αυτό. Αλλά η απόφαση να μετακομίσω ήταν δική μου. Δεν μπορούσα να μείνω. Ήμουν αναγκασμένη να φύγω από εδώ, να βγω έξω στον κόσμο. Να δω πράγματα, να κάνω πράγματα, να συναντήσω κόσμο». Γέλασε με το ίδιο πικρό γέλιο, το οποίο δεν μπορούσαν να καταλάβουν ούτε η Ερίκα ούτε ο Πάτρικ. «Αλλά την Παρασκευή ο Ματς ήρθε εδώ. Πώς αντέδρασες τότε;» Ο Πάτρικ συνέχιζε να ρωτά, αν και δεν ήταν βέβαιος για το

αν αυτές οι ερωτήσεις θα τον οδηγούσαν κάπου. Η Νάταλι φαινόταν τόσο εύθραυστη και ένιωθε πως θα τη θρυμμάτιζε, αν τη ρωτούσε κάτι λαθεμένο. Και τελικά ίσως αυτό εδώ να μην είχε καμία σημασία. «Ξαφνιάστηκα. Αλλά η Σίγκνε μού είχε πει ότι ο Ματς είχε μετακομίσει στη Φιελμπάκα. Οπότε σκέφτηκα ότι ίσως να περνούσε και από εδώ». «Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για σένα δηλαδή;» ρώτησε η Ερίκα και άπλωσε το χέρι της να πιάσει το θερμός με τον καφέ. «Στην αρχή όχι. Ε, δεν ξέρω. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να κοιτάμε πίσω. Ο Ματς ανήκε στο παρελθόν. Ταυτόχρονα…» Φάνηκε να χάνεται σε σκέψεις. «Ταυτόχρονα ίσως να μην τον είχα αφήσει ποτέ πραγματικά. Δεν ξέρω. Τον άφησα να περάσει μέσα πάντως». «Τι ώρα ήρθε περίπου;» έκανε ο Πάτρικ. «Μμ… πρέπει να ήταν γύρω στις έξι, νομίζω. Δεν ξέρω ακριβώς. Ο χρόνος δεν έχει μεγάλη σημασία εδώ έξω». «Και πόσο έμεινε;» Ο Πάτρικ κουνήθηκε λίγο κι έκανε μια μικρή γκριμάτσα. Το κορμί του δεν άντεχε καθισμένο σε σκληρές επιφάνειες για πολλή ώρα. Έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται ξανά ένα υπέροχο, ζεστό μπάνιο με φύκια. «Έφυγε ξανά κάποια στιγμή τη νύχτα».

Ο πόνος ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της με την ίδια καθαρότητα που θα είχε αν ξεφώνιζε. Ο Πάτρικ ένιωσε έξαφνα πολύ άσχημα. Με ποιο δικαίωμα της έκανε τέτοιες ερωτήσεις; Με ποιο δικαίωμα χωνόταν σε κάτι που έπρεπε να ήταν προσωπικό, σε κάτι που είχε συμβεί ανάμεσα σε δύο άτομα τα οποία κάποτε αγαπιόνταν; Αλλά αναγκάστηκε να συνεχίσει. Είδε μπροστά του το σώμα που ήταν μπρούμυτα στο πάτωμα του χολ με μια μεγάλη τρύπα να χάσκει στο κεφάλι, τη λίμνη αίματος στο πάτωμα, αίμα που είχε πιτσιλίσει και τον τοίχο. Όσο δεν έβρισκε τον ένοχο, είχε κάθε δικαίωμα να ρωτάει για οτιδήποτε. Φόνος και δικαίωμα σε προσωπική ζωή δεν ταίριαζαν. «Και δεν ξέρεις τι ώρα ήταν τότε;» είπε με ήπιο τόνο. Η Νάταλι δάγκωσε το χείλι της και τα μάτια της απέκτησαν μια γυαλάδα. «Όχι, έφυγε όταν κοιμόμουν. Νόμιζα…» Ξεροκατάπιε μερικές φορές και φαινόταν σαν να προσπαθούσε να ελέγξει τον εαυτό της, σαν να μην ήθελε να χάσει τον έλεγχο μπροστά τους. «Προσπάθησες να του τηλεφωνήσεις; Μήπως τηλεφώνησες στη Σίγκνε και στον Γκούναρ για να ρωτήσεις;» έκανε ο Πάτρικ. Ο ήλιος είχε αρχίσει σιγά σιγά να μετακινείται όσο

μιλούσαν και η μακριά σκιά του φάρου πλησίαζε όλο και περισσότερο. «Όχι». Άρχισε να τρέμει ξανά. «Μήπως είπε κάτι ο Ματς που θα μπορούσε να μας δώσει μια ένδειξη για το ποιος ήθελε να τον σκοτώσει;» Η Νάταλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, δεν μπορώ καν να διανοηθώ ότι υπήρχε άνθρωπος που να ήθελε το κακό του Μάτε. Ήταν άλλωστε… Ναι, εσύ ξέρεις, Ερίκα. Ήταν όπως και τότε, ίδιος. Γεμάτος καλοσύνη, έγνοια και αγάπη. Ακριβώς ο ίδιος». Κοίταξε προς τα κάτω και χάιδεψε με το χέρι της την κουβέρτα. «Ναι, έχουμε καταλάβει ότι ο Ματς ήταν πολύ αγαπητός και συμπαθητικός» είπε ο Πάτρικ. «Ταυτόχρονα υπάρχουν και πράγματα στη ζωή του που μας προβληματίζουν. Για παράδειγμα, του επιτέθηκαν και τον ξυλοκόπησαν άγρια λίγο πριν γυρίσει ξανά στη Φιελμπάκα. Δεν σου είπε τίποτα γι’ αυτό το συμβάν;» «Όχι πολλά, αλλά είδα τις ουλές και τον ρώτησα. Εκείνος είπε απλώς ότι βρέθηκε σε λάθος τόπο τον λάθος χρόνο και ότι ήταν μερικοί νεαροί που του επιτέθηκαν». «Σου είπε τίποτα για τη δουλειά του στο Γέτεμποργ;» Ο Πάτρικ είχε ελπίσει ότι θα μάθαινε κάτι για την επίθεση

που θα μπορούσε να εξηγήσει εκείνη την αίσθηση που του κατέτρωγε τα σωθικά. Τίποτα όμως. Μόνο αδιέξοδα. «Είπε ότι του άρεσε πολύ, αλλά και ότι τον έφθειρε πολύ. Το να συναντά όλες εκείνες τις εκτεθειμένες γυναίκες που ήταν τόσο χάλια…» Η φωνή της έσπασε και έστρεψε το πρόσωπό της προς το σπίτι ξανά. «Δεν ανέφερε κάτι άλλο που θα ήταν καλό να γνωρίζουμε; Αν υπήρχε κάποιο ιδιαίτερο άτομο που τον απειλούσε;» «Όχι, τίποτα. Είπε μόνο πόσο σημαντική ήταν εκείνη η δουλειά γι’ αυτόν. Αλλά ότι στο τέλος ένιωθε πολύ άδειος, ότι δεν άντεχε άλλο και ότι έπειτα από την παραμονή του στο νοσοκομείο αποφάσισε να επιστρέψει εδώ». «Για πάντα ή για λίγο καιρό;» «Δεν ήξερε, νομίζω. Είπε ότι προσπαθούσε να παίρνει τη ζωή όπως ερχόταν. Προσπαθούσε να γιατρευτεί, τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή». Ο Πάτρικ έγνεψε και κατόπιν δίστασε ενόψει της επόμενης ερώτησης. «Σου είπε αν είχε υπάρξει καμιά γυναίκα στη ζωή του; Ή γυναίκες;» «Όχι. Αλλά ούτε ρώτησα. Κι αυτός δεν με ρώτησε για μένα και τον άντρα μου. Το ποιους αγαπούσαμε ή είχαμε αγαπήσει

παλιότερα δεν είχε καμία σημασία εκείνο το βράδυ». «Καταλαβαίνω» είπε ο Πάτρικ. «Η βάρκα λείπει, παρεμπιπτόντως» είπε μετά εντελώς αδιάφορα. Η Νάταλι φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Ποια βάρκα;» «Της Σίγκνε και του Γκούναρ. Αυτή με την οποία ήρθε ως εδώ ο Ματς». «Λείπει; Κλάπηκε ή… τι εννοείς;» «Δεν ξέρουμε. Δεν ήταν στη θέση της στο λιμάνι όταν πήγε εκεί ο Γκούναρ». «Ο Μάτε πρέπει να γύρισε με αυτή τη βάρκα» έκανε η Νάταλι. «Πώς αλλιώς θα περνούσε απέναντι;» «Ήρθε με τη βάρκα, λες; Δεν τον έφερε κανείς ή κάτι τέτοιο;» «Σαν ποιος δηλαδή;» αντιγύρισε η Νάταλι. «Δεν ξέρω. Ξέρουμε μόνο ότι η βάρκα λείπει και δεν καταλαβαίνω πού πήγε». «Ναι, εδώ ήρθε πάντως με τη βάρκα και πρέπει να έφυγε με τη βάρκα». Πέρασε πάλι το χέρι της πάνω από την κουβέρτα. Ο Πάτρικ κοίταξε την Ερίκα, που καθόταν απόλυτα σιωπηλή και απλώς άκουγε. «Τότε είναι ώρα να φύγουμε κι εμείς» είπε και σηκώθηκε. «Σ’ ευχαριστούμε που μας έδωσες την ευκαιρία γι’ αυτή την

επίσκεψη, Νάταλι. Και τα συλλυπητήριά μου». Σηκώθηκε και η Ερίκα. «Χάρηκα που σε ξανάδα, Νάταλι». «Κι εγώ χάρηκα που σε είδα». Η Νάταλι αγκάλιασε αδέξια την Ερίκα. «Φρόντισε τον Σαμ τώρα και ειδοποίησέ μας, αν χρειαστείς κάτι ή αν μπορούμε να βοηθήσουμε με κάποιον τρόπο. Αν χειροτερέψει, μπορούμε να πούμε να έρθει από εδώ ο περιφερειακός γιατρός να τον κοιτάξει». «Θα το κάνω». Η Νάταλι τους ακολούθησε μέχρι τη βάρκα. Ο Πάτρικ έβαλε μπροστά τη μηχανή. Έπειτα σταμάτησε στη μέση μιας κίνησης. «Θυμάσαι αν ο Ματς είχε μαζί του έναν χαρτοφύλακα όταν ήρθε εδώ;» Η Νάταλι συνοφρυώθηκε και φάνηκε να σκέφτεται. Έπειτα το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Έναν καφετή; Δερμάτινο;» «Ναι, ακριβώς» είπε ο Πάτρικ. «Χάθηκε κι αυτός». «Περίμενε». Η Νάταλι έκανε μεταβολή και έφυγε σχεδόν τρέχοντας για το σπίτι. Έπειτα από κάνα λεπτό βγήκε πάλι και είχε σηκώσει κάτι ψηλά. Όταν πλησίασε στην αποβάθρα, ο Πάτρικ είδε τι

κρατούσε. Τον χαρτοφύλακα. Η καρδιά του χοροπήδησε στο στήθος του. «Τον ξέχασε εδώ κι εγώ τον άφησα απλώς εκεί που ήταν. Ελπίζω να μην έκανα λάθος». Γονάτισε στην αποβάθρα, για να μπορέσει να τον δώσει στο Πάτρικ. «Χαίρομαι που βρέθηκε. Ευχαριστώ» είπε εκείνος. Οι σκέψεις για το τι θα μπορούσε να περιέχει συνωστίζονταν ήδη στο μυαλό του. Όταν έκαναν όπισθεν και άρχισαν να κινούνται προς τη Φιελμπάκα, στράφηκαν κι αυτός και η Ερίκα για να αποχαιρετήσουν τη Νάταλι. Τους αποχαιρέτησε κι εκείνη. Ο ίσκιος του φάρου έφτανε τώρα μέχρι την αποβάθρα. Φαινόταν σαν να προσπαθούσε να την καταβροχθίσει.

«Μπορούμε να βγούμε έξω και να ψάξουμε λίγο;» Ο Γκούναρ δυσκολευόταν να κρατήσει τη φωνή του σταθερή εκεί που στεκόταν στην αποβάθρα. Ο Πέτερ σήκωσε το βλέμμα του από αυτό με το οποίο ασχολούνταν και φάνηκε πως ήταν έτοιμος ν’ αρνηθεί. Έπειτα ενέδωσε. «Μπορούμε να κάνουμε μια σύντομη βόλτα. Αλλά είναι Κυριακή και πρέπει να γυρίσω σπίτι γρήγορα». Ο Γκούναρ δεν είπε τίποτα, αλλά κοιτούσε κατευθείαν μπροστά του με μάτια που θύμιζαν δύο σκοτεινές τρύπες. Μ’ έναν αναστεναγμό ο Πέτερ μπήκε στην καμπίνα, για να βάλει μπροστά τη μηχανή. Βοήθησε τον Γκούναρ να μπει στο σκάφος, του έδωσε να φορέσει ένα σωσίβιο και βγήκε με έμπειρο τρόπο από το λιμάνι. Όταν βγήκε λίγο πιο έξω, αύξησε ταχύτητα. «Από πού θέλεις ν’ αρχίσουμε το ψάξιμο; Κοιτάξαμε κι εμείς όταν βγήκαμε έξω, αλλά δεν είδαμε τίποτα». «Δεν ξέρω».

Ο Γκούναρ αγνάντευε το πέλαγο μέσα από το τζάμι. Δεν είχε καταφέρει να μείνει στο σπίτι και να περιμένει, δεν άντεχε να βλέπει τη Σίγκνε να κάθεται ακίνητη στην καρέκλα της μέσα στην κουζίνα. Είχε σταματήσει να μαγειρεύει, να ζυμώνει και να κάνει δουλειές, είχε σταματήσει να κάνει όλα εκείνα που την έκαναν Σίγκνε. Και αυτός ποιος ήταν χωρίς τον Μάτε; Δεν ήξερε. Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρος ήταν πως έπρεπε να έχει έναν στόχο σε μια ζωή που είχε χάσει κάθε νόημα. Να βρει τη βάρκα. Ήταν κάτι που μπορούσε να κάνει, κάτι που τον έβγαζε από το σπίτι, από τη σιωπή και όλα εκείνα που θύμιζαν τον Μάτε στο σπίτι όπου είχε μεγαλώσει. Τα αποτυπώματα των ποδιών του στο τσιμέντο του μονοπατιού στην αυλή που είχε ρίξει ο Γκούναρ όταν ο Μάτε ήταν πέντε χρονών. Τα αποτυπώματα των δοντιών στο κομό του χολ από τότε που ο Μάτε είχε μπει μέσα τρέχοντας, είχε γλιστρήσει στο χαλί και είχε χτυπήσει τα μπροστινά του δόντια τόσο δυνατά στην επιφάνεια του κομό ώστε έμειναν δύο φανερά σημάδια πάνω του. Όλα αυτά τα μικρά πράγματα που έδειχναν ότι ο Μάτε ήταν εκεί, ότι ο Μάτε ήταν δικός τους. «Κατευθύνσου προς το Ντανχόλμεν» είπε ο Γκούναρ. Στην πραγματικότητα, δεν είχε ιδέα. Δεν υπήρχε κάτι που έλεγε ότι η βάρκα έπρεπε να κατευθυνθεί ακριβώς προς τα

εκεί. Αλλά ήταν κι αυτή μια μεριά, όπως όλες οι άλλες, απ’ όπου θα μπορούσε ν’ αρχίσει κανείς το ψάξιμο. «Πώς τα πάτε στο σπίτι;» έκανε ο Πέτερ διστακτικά, ενώ επικεντρωνόταν στον έλεγχο του σκάφους. Αλλά έριχνε κι αυτός πού και πού κανένα βλέμμα γύρω τους, για να δει αν η βάρκα είχε βγει σε κάποια ξέρα εκεί κοντά. «Καλά» είπε ο Γκούναρ. Ψέμα ήταν, γιατί μόνο καλά δεν τα πήγαιναν. Αλλά τι να έλεγε; Πώς θα μπορούσε να εξηγήσει το κενό που γέμιζε ένα σπίτι μετά την απώλεια ενός παιδιού; Ορισμένες φορές αναρωτιόταν αν ανάσαινε ακόμη. Πώς θα μπορούσε να συνεχίσει να αναπνέει αφού ο Μάτε δεν υπήρχε πια; «Καλά» επανέλαβε. Ο Πέτερ έγνεψε, μια που έτσι ήταν, έτσι γινόταν πάντα. Ο κόσμος δεν ήξερε τι να πει. Έλεγαν τα πλέον αναγκαία, αυτά που απαιτούνταν, και προσπαθούσαν να δείξουν τη συμπόνια τους και ταυτόχρονα ευχαριστούσαν την καλή τους τύχη που δεν ήταν οι ίδιοι παθόντες. Που είχαν ακόμη τα παιδιά τους και τους αγαπημένους τους εν ζωή. Έτσι ήταν, έτσι γινόταν πάντα – και ήταν ανθρώπινο. «Πάντως δύσκολο φαίνεται να κόπηκε από τη δέστρα, έτσι δεν είναι;»

Ο Γκούναρ δεν ήξερε αν μιλούσε με τον Πέτερ ή με τον εαυτό του. «Ούτε εγώ νομίζω πως κόπηκε. Σε τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε να είχε βρεθεί ανάμεσα στις άλλες βάρκες. Όχι, νομίζω ότι κάποιος την πήρε. Αυτές οι παλιές, ξύλινες βάρκες πουλιούνται πανάκριβα και ίσως ήταν κλοπή κατά παραγγελία. Αλλά τότε δεν πρόκειται να τη βρούμε εδώ έξω. Συνήθως τις πηγαίνουν σε κάποιο μέρος απ’ όπου μπορούν να τις βγάλουν από το νερό και μετά τις μεταφέρουν με τρέιλερ». Ο Πέτερ έστριψε λίγο προς τα δεξιά, προσπερνώντας τις νησίδες Σμοσβίνιγκαρνα. «Πάμε μέχρι το Ντανχόλμεν, αλλά μετά πρέπει μάλλον να γυρίσουμε στη βάση μας. Αλλιώς θ’ αρχίσουν ν’ ανησυχούν στο σπίτι». «Ναι» είπε ο Γκούναρ. «Μπορούμε να βγούμε πάλι αύριο;» Ο Πέτερ τον κοίταξε. «Βέβαια. Έλα κάτω κατά τις δέκα το πρωί και θα βγούμε να ψάξουμε. Αλλά μόνο αν δεν έχουμε κάτι πιο επείγον». «Καλώς. Θα είμαι εκεί». Το βλέμμα του συνέχισε να περιπλανιέται ανάμεσα στα νησάκια.

Η Μέτε τούς είχε καλέσει για φαγητό. Το έκανε συχνά και προσποιούνταν πως ήταν πάντα η σειρά της, λες και την είχε καλέσει την προηγούμενη φορά η Μαντελέν. Η Μαντελέν έπαιζε το παιχνίδι της, παρόλο που ήταν μεγάλη ταπείνωση να μην μπορεί να της το ανταποδώσει. Ονειρευόταν πως μπορούσε να λέει στη Μέτε: «Ελάτε να φάμε μαζί απόψε. Θα ετοιμάσω κάτι απλό». Αλλά δεν μπορούσε. Δεν είχε την οικονομική άνεση να καλέσει τη Μέτε και τα τρία της παιδιά για φαγητό. Μόλις και μετά βίας περίσσευε φαγητό για τον Κέβιν, τη Βίλντα και την ίδια. «Είσαι σίγουρη γι’ αυτό εδώ;» είπε όταν κάθισαν στο τραπέζι στην όμορφη κουζίνα της Μέτε. «Μα βέβαια. Μαγειρεύω που μαγειρεύω για τους δικούς μου φαταούλες, οπότε τρεις άνθρωποι ακόμα δεν αποτελούν πρόβλημα». Η Μέτε ανακάτωσε με φανερή αγάπη τα μαλλιά του μεσαίου της γιου, του Τούμας. «Σταμάτα, μαμά» έκανε εκείνος ενοχλημένος, αλλά η Μαντελέν είδε ότι του Τούμας τού άρεσαν αυτά. «Λίγο κρασί;» Η Μέτε γέμισε ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί από έναν ασκό, δίχως να περιμένει την απάντηση της Μαντελέν.

Μετά στράφηκε και ανακάτωσε τα φαγητά στις κατσαρόλες. Η Μαντελέν ήπιε μια μικρή γουλιά κρασί. «Τα προσέχετε τα μικρά;» φώναξε η Μέτε προς το εσωτερικό του διαμερίσματος και άκουσε δύο «ναι» προς απάντηση. Τα δύο νεότερα παιδιά της ήταν ένα κορίτσι δέκα χρόνων και ο Τούμας, που ήταν δεκατριών, και ο Κέβιν με τη Βίλντα λαχταρούσαν πολύ την παρέα τους. Το μεγαλύτερο παιδί, ένα δεκαεφτάχρονο αγόρι, σπάνια βρισκόταν πια στο σπίτι. «Πολύ φοβάμαι πως κάνουν τον βίο αβίωτο στα παιδιά σου» είπε η Μαντελέν και ήπιε άλλη μια γουλιά κρασί. «Έλα τώρα, τα αγαπάνε πολύ και το ξέρεις». Η Μέτε σκούπισε τα χέρια της σε μια πετσέτα κουζίνας, έβαλε κι ένα δικό της ποτήρι κρασί και κάθισε απέναντι στη Μαντελέν. Από απόψεως εξωτερικής εμφάνισης, δύο γυναίκες δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, σκέφτηκε η Μαντελέν, που έβλεπε τον εαυτό της και τη Μέτε σαν να ήταν τρίτος, εξωτερικός παρατηρητής. Η ίδια ήταν μικροκαμωμένη και ξανθιά, και σωματικά έμοιαζε περισσότερο με παιδί παρά με γυναίκα. Η Μέτε θύμιζε εκείνη την πασίγνωστη λίθινη φιγούρα που απεικόνιζε μια μεγαλόσωμη γυναίκα, την οποία η Μαντελέν θυμόταν από τα μαθήματα τέχνης στο σχολείο. Μεγαλόσωμη και

καμπυλόγραμμη, με φουντωτά κόκκινα μαλλιά που έδιναν την εντύπωση πως ζούσαν μια δική τους ζωή. Πράσινα μάτια, μονίμως λαμπερά, παρά το γεγονός ότι κι εκείνη την είχε πληγώσει η ζωή, κάτι που έπρεπε να είχε αφαιρέσει τη λάμψη από τα μάτια της εδώ και καιρό. Η αδυναμία της Μέτε φαινόταν να είναι ότι διάλεγε αδύναμους άντρες, οι οποίοι εξαρτιόνταν σύντομα από κείνη κι έπειτα κάθονταν απλώς και είχαν απαιτήσεις, σαν νεοσσοί με στοματάκια που έχασκαν μόνιμα. Στο τέλος η Μέτε μπούχτιζε συνήθως – έτσι της είχε πει. Αλλά δεν περνούσε πολύς καιρός πριν μετακομίσει ο επόμενος νεοσσός στο κρεβάτι της. Έτσι τα παιδιά είχαν τρεις διαφορετικούς πατεράδες, κι αν δεν είχαν κληρονομήσει όλα τους τα κατακόκκινα μαλλιά της Μέτε, κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι ήταν αδέλφια. «Πώς είσαι, καρδιά μου;» ρώτησε η Μέτε και στριφογύρισε το ποτήρι στα χέρια της. Η Μαντελέν ένιωσε να παγώνει. Παρόλο που η Μέτε τής είχε πει τα πάντα σχετικά με τον εαυτό της, είχε μοιραστεί με κάθε ειλικρίνεια τα προσωπικά της και τις αναποδιές της ζωής της, εκείνη δεν είχε τολμήσει να της αποκαλύψει τίποτα. Ήταν τόσο συνηθισμένη να ζει μόνιμα στον τρόμο, μόνιμα με τον φόβο μήπως έλεγε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Γι’ αυτό κρατούσε τους πάντες σε απόσταση. Σχεδόν τους πάντες.

Αλλά ακριβώς εκεί και τότε, ένα κυριακάτικο βράδυ στην κουζίνα με τη Μέτε, καθώς το φαγητό στις κατσαρόλες σιγόβραζε και το κρασί τής ζέσταινε το μέσα της, δεν μπόρεσε άλλο ν’ αντισταθεί. Άρχισε να διηγείται. Κι όταν ήρθαν τα δάκρυα, ένιωσε τη Μέτε να φέρνει την καρέκλα της κοντά στη δική της και να την αγκαλιάζει. Και στην ασφαλή αγκαλιά της Μέτε μίλησε για όλα. Ακόμα και για εκείνον. Παρόλο που η ίδια βρισκόταν σε μια ξένη χώρα, σε μια ξένη ζωή, εκείνος ήταν ακόμη πολύ κοντά.

Φιελμπάκα 1871

Το

μίσος του Καρλ γι’ αυτή φαινόταν να μεγαλώνει παράλληλα με το παιδί στην κοιλιά της. Γιατί τώρα συνειδητοποιούσε ότι επρόκειτο για μίσος, ακόμα κι αν δεν καταλάβαινε τον λόγο. Τι είχε κάνει; Όταν εκείνος την κοιτούσε, το βλέμμα του ήταν γεμάτο απέχθεια. Ταυτόχρονα είχε την εντύπωση ότι έβλεπε καμιά φορά και απόγνωση στο βλέμμα αυτό, σαν να ήταν βλέμμα παγιδευμένου ζώου. Έμοιαζε σαν να είχε παγιδευτεί και δεν μπορούσε ν’ απελευθερωθεί, σαν να ήταν κι αυτός αιχμάλωτος όπως κι εκείνη. Αλλά για κάποιο λόγο όλα αυτά τα έστρεφε εναντίον της, σαν να ήταν δεσμοφύλακάς της. Ο Γιούλιαν δεν έκανε τα πράγματα καλύτερα. Το σκοτεινό του μυαλό έμοιαζε να επηρεάζει τον Καρλ, του οποίου η προηγούμενη αδιαφορία – η οποία μάλιστα στην αρχή έδινε την εντύπωση μιας

αφηρημένης καλοσύνης– είχε εξαφανιστεί εντελώς. Εκείνη ήταν ο εχθρός. Είχε αρχίσει πλέον να συνηθίζει τα σκληρά λόγια. Τόσο ο Καρλ όσο και ο Γιούλιαν γκρίνιαζαν για ό,τι έκανε. Το φαγητό ήταν ή πολύ κρύο ή πολύ ζεστό. Οι μερίδες πολύ μεγάλες ή πολύ μικρές. Το σπίτι δεν ήταν ποτέ αρκετά καθαρό, τα ρούχα τους ποτέ αρκετά τακτοποιημένα. Τίποτα δεν τους ευχαριστούσε. Τα λόγια τα άντεχε, είχε θωρακιστεί απέναντί τους. Αλλά της ήταν δύσκολο να αντέχει τα χτυπήματα. Ο Καρλ δεν την χτυπούσε ποτέ παλιότερα, αλλά μετά που του είπε ότι ήταν σε ενδιαφέρουσα η ζωή της στο νησί άλλαξε. Είχε μάθει να ζει με τον πόνο από τα χαστούκια και τα άλλα χτυπήματα. Κι εκείνος επέτρεπε και στον Γιούλιαν να τη χτυπάει. Κι αυτό την μπέρδευε. Αυτό εδώ δεν ήταν που ήθελαν; Αν δεν περίμενε παιδί, θα είχε μάλλον πάει στη θάλασσα. Ο πάγος είχε λιώσει εδώ και πολύ καιρό και το καλοκαίρι πλησίαζε στο τέλος του. Χωρίς τις κλοτσιές μέσα από την κοιλιά, οι οποίες την προέτρεπαν και της έδιναν δύναμη, θα πήγαινε απευθείας στη θάλασσα, κάτω στη μικρή παραλία, θα κατευθυνόταν στον ορίζοντα, ανάμεσα σε όλα τα επικίνδυνα ρεύματα, μέχρι να την πάρει η θάλασσα. Αλλά το παιδί τής έδινε τόση χαρά. Έπειτα από κάθε σκληρή λέξη, έπειτα από κάθε χτύπημα στρεφόταν στη ζωή που αναπτυσσόταν εκεί

μέσα της. Το παιδί ήταν το σωσίβιό της. Την ανάμνηση εκείνης της βραδιάς που έμεινε έγκυος την είχε απωθήσει στα πιο κρυφά μέρη του μυαλού της. Δεν είχε σημασία τώρα. Το παιδί κινούνταν μέσα στην κοιλιά της και ήταν δικό της. Έχοντας προηγουμένως καθαρίσει και τρίψει το ξύλινο πάτωμα με σαπούνι, σηκώθηκε τώρα με κόπο. Είχε απλώσει έξω όλες τις κουρελούδες, για ν’ αεριστούν. Στην πραγματικότητα έπρεπε να τις είχε πλύνει καλά ήδη από την άνοιξη. Όλο τον χειμώνα είχε μαζέψει αλισίβα από το τζάκι, με την οποία θα τις έτριβε. Αλλά η μεγάλη κοιλιά και η κούραση την ανάγκασαν αυτή την άνοιξη και αυτό το καλοκαίρι να αρκεστεί να τις τινάξει και να τις αερίσει. Το παιδί θα γεννιόταν τον Νοέμβρη. Ίσως να είχε τη δύναμη να τις πλύνει κοντά στα Χριστούγεννα, αν όλα πήγαιναν καλά. Η Έμελι τέντωσε την πονεμένη της μέση και άνοιξε την εξώπορτα. Έκανε τον γύρο του σπιτιού και επέτρεψε στον εαυτό της ένα σύντομο διάλειμμα. Στη μια γωνιά του σπιτιού βρισκόταν το καμάρι της: εκείνα τα φυτά που είχε φροντίσει με κόπο σε αυτό το σκληρό περιβάλλον. Ο άνηθος, ο μαϊντανός και το σκοινόπρασο μεγάλωναν ανάμεσα στις δεντρομολόχες και τις δικέντρες. Αυτή η μικρή καλλιέργεια ήταν τόσο σπαραξικάρδια όμορφη μέσα στην γκριζάδα και στην ερημιά, ώστε να νιώθει έναν κόμπο στον λαιμό κάθε

φορά που έστριβε σ’ εκείνη τη γωνιά του σπιτιού και την έβλεπε. Ήταν δική της καλλιέργεια, κάτι που αυτή είχε δημιουργήσει εδώ στο νησί. Όλα τα άλλα ανήκαν στον Καρλ και στον Γιούλιαν. Οι οποίοι ήταν συνεχώς σε κίνηση. Όταν δεν είχαν βάρδια στον φάρο ή δεν κοιμούνταν, τότε κάρφωναν, επισκεύαζαν και πριόνιζαν. Δεν τεμπέλιαζαν ποτέ, αυτό τους το αναγνώριζε, αλλά υπήρχε κάτι μανιακό στον τρόπο με τον οποίο έμεναν συνεχώς απασχολημένοι, στον τρόπο με τον οποίο πάλευαν αποφασιστικά κόντρα στον άνεμο και στην αρμύρα, τα οποία ανελέητα κατέστρεφαν ό,τι αυτοί είχαν επιδιορθώσει πριν από λίγο. «Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή». Ο Καρλ εμφανίστηκε γύρω από τη γωνία και εκείνη αναπήδησε και έπιασε αμέσως την κοιλιά της. «Πόσες φορές σού έχω πει να κλείνεις την πόρτα; Είναι δύσκολο να το καταλάβεις;» Φαινόταν σκυθρωπός. Εκείνη ήξερε ότι είχε κάνει τη νυχτερινή βάρδια στον φάρο και η κούραση έκανε τα μάτια του ακόμα πιο σκοτεινά. Έσκυψε κατατρομαγμένη από το βλέμμα του. «Συγγνώμη, νόμιζα…» «Νόμιζες! Ανόητη γυναίκα, ούτε μια πόρτα δεν μπορείς να κλείσεις. Σπαταλάς όμως τον χρόνο σου για να κάνεις ό,τι θέλεις. Εγώ και ο Γιούλιαν σκιζόμαστε στη δουλειά όλο το εικοσιτετράωρο, ενώ εσύ ασχολείσαι με αυτά εδώ».

Έκανε ένα βήμα μπροστά και, πριν εκείνη να προλάβει ν’ αντιδράσει, εκείνος ξερίζωσε μια δεντρομολόχα που είχε αρχίσει να μπουμπουκιάζει. «Όχι, Καρλ! Όχι!» Δεν σκέφτηκε τίποτα, είδε μόνο το στέλεχος να κρέμεται από το σφιγμένο χέρι του κι έμοιαζε σαν να το στραγγάλιζε αργά. Εκείνη κρεμάστηκε από το μπράτσο του και προσπάθησε να του αρπάξει το λουλούδι. «Τι κάνεις εκεί;» Κατάχλωμος και μ’ εκείνο το πάντα περίεργο μείγμα μίσους και απόγνωσης στο βλέμμα, σήκωσε το χέρι του να τη χτυπήσει. Ήταν σαν να ήλπιζε ότι το χτύπημα θα απάλυνε το δικό του μαρτύριο, αν και κάθε φορά απογοητευόταν. Εκείνη ευχήθηκε να μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που τον βασάνιζε και γιατί έμοιαζε να είναι αυτή που το προκαλούσε. Αυτή τη φορά όμως εκείνη δεν έκανε πίσω, ατσαλώθηκε και σήκωσε το πρόσωπο, για να δεχτεί το τσουχτερό χαστούκι που ήξερε πως θα ερχόταν. Αλλά το χέρι του έμεινε μετέωρο. Εκείνη τον κοίταξε έκπληκτη κι έπειτα ακολούθησε το βλέμμα του που ήταν στραμμένο στη θάλασσα, προς τη μεριά της Φιελμπάκα. «Κάποιος έρχεται προς τα εδώ» είπε εκείνη. Ήταν σχεδόν έναν χρόνο στο νησί και δεν είχαν δεχτεί ούτε

μια φορά επίσκεψη. Εκτός από τον Καρλ και τον Γιούλιαν δεν είχε δει άλλο ζωντανό πλάσμα από εκείνη την ημέρα που μπήκε στη βάρκα που θα τους έφερνε στο Γκρόχουερ. «Σαν τον πάστορα μοιάζει». Ο Καρλ κατέβασε το χέρι στο οποίο κρατούσε τη δεντρομολόχα. Κοίταξε το λουλούδι σαν να αναρωτιόταν πώς είχε καταλήξει εκεί. Έπειτα το άφησε να πέσει και σκούπισε νευρικά το χέρι του στο παντελόνι. «Τι να γυρεύει άραγε εδώ ο πάστορας;» Η Έμελι είδε την ανησυχία στο βλέμμα του και για μια στιγμή το χάρηκε πολύ, πριν αρχίσει έπειτα να κακολογεί τον εαυτό της. Ο Καρλ ήταν σύζυγός της και στη Βίβλο έλεγε ότι η γυναίκα έπρεπε να τιμά τον σύζυγό της. Ό,τι κι αν έκανε, όπως κι αν της συμπεριφερόταν, εκείνη έπρεπε να υπακούσει στην εντολή. Η βάρκα με τον πάστορα σίμωνε όλο και περισσότερο. Όταν έφτασε μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα από την αποβάθρα, ο Καρλ σήκωσε το χέρι του για να χαιρετήσει και κατηφόρισε προς τα εκεί για να υποδεχτεί τον επισκέπτη. Η καρδιά της Έμελι βροντοκοπούσε στο στήθος της. Για καλό ή για κακό είχε εμφανιστεί τόσο απροσδόκητα ο πάστορας; Έφερε το χέρι της στην κοιλιά, σαν να ήθελε να την προστατέψει. Ακόμα κι αυτή ένιωθε την ανησυχία μέσα της.

Ο Πάτρικ

ήταν ενοχλημένος από το γεγονός ότι δεν είχε καταφέρει να κάνει πολλά κατά τη διάρκεια της προηγούμενης μέρας. Αν και ήταν Σάββατο, πήγε στο τμήμα και ετοίμασε μια αναφορά για την εξαφάνιση της βάρκας, έλεγξε μήπως είχε αναρτηθεί κάτι στο σάιτ της Μπλόκετ ή σε άλλα σάιτ με αγγελίες, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έπειτα μίλησε επίσης με την Πάουλα και της ζήτησε να ελέγξει το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα. Είχε ρίξει και ο ίδιος μια βιαστική ματιά σε αυτόν και είχε διαπιστώσει ότι ο υπολογιστής ήταν εκεί, μαζί μ’ ένα μάτσο χαρτιά. Είχε και λίγη τύχη, για πρώτη φορά, σε αυτή την έρευνα. Στον χαρτοφύλακα υπήρχε κι ένα κινητό τηλέφωνο. Έτσι, από νωρίς σήμερα το πρωί πήρε το αυτοκίνητο, μαζί με τον Μάρτιν, για να πάνε στο Γέτεμποργ. Ήταν πολλά αυτά που έπρεπε να κάνουν. «Από πού αρχίζουμε;» ρώτησε ο Μάρτιν. Καθόταν όπως πάντα στη θέση του συνοδηγού, παρόλο που είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε, για να πείσει τον

Πάτρικ να τον αφήσει να οδηγήσει. «Από την Πρόνοια, σκέφτηκα. Μίλησα μαζί τους την Παρασκευή και τους είπα πως υπολόγιζα να είμαι εκεί κατά τις δέκα». «Και μετά στο Φριστάντ; Υπάρχει κάτι καινούργιο να τους ρωτήσουμε αυτή τη φορά;» «Ας ελπίσουμε ότι θα μάθουμε κάτι παραπάνω για τη δράση τους από την Πρόνοια, κάτι για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε τις ερωτήσεις». «Η παλιά φιλενάδα του Σβερίν δεν ήξερε τίποτα δηλαδή; Δεν της είχε πει τίποτα;» Ο Μάρτιν κοιτούσε τον δρόμο και άρπαξε ενστικτωδώς τη χειρολαβή πάνω από την πόρτα όταν ο Πάτρικ έκανε μια παράτολμη προσπέραση σε μια νταλίκα. «Όχι, δεν βγάλαμε τίποτα ιδιαίτερο. Εκτός από τον χαρτοφύλακα, φυσικά. Βέβαια, αυτός μπορεί να αποδειχτεί πολύτιμο εύρημα, αλλά δεν το ξέρουμε πριν τον ψάξει καλά η Πάουλα. Δεν θα μπορέσουμε να ασχοληθούμε εμείς με τον υπολογιστή –εννοώ, δεν ξέρουμε να σπάμε κωδικούς και τέτοια–, οπότε πρέπει να τον στείλουμε αλλού». «Πώς πήρε η Νάταλι την είδηση του θανάτου του;» «Φάνηκε συντετριμμένη. Αλλά φαινόταν εν γένει πολύ εύθραυστη και λίγο δύσκολη να την καταλάβεις». «Εδώ δεν στρίβουμε;»

Ο Μάρτιν έδειξε την έξοδο από τον αυτοκινητόδρομο και ο Πάτρικ βλαστήμησε και έκανε μια τέτοια μανούβρα, ώστε παραλίγο το αυτοκίνητο που ακολουθούσε να πέσει πάνω τους. «Γαμώ τον διάολό μου, Πάτρικ!» είπε ο Μάρτιν κατάχλωμος. Δέκα λεπτά αργότερα ήταν μπροστά στα γραφεία της Πρόνοιας και τους οδήγησαν αμέσως στον διευθυντή, ο οποίος συστήθηκε ως Σβεν Μπάρκμαν. Όταν τελείωσαν με τις συστάσεις, κάθισαν όλοι γύρω από ένα τραπέζι συσκέψεων. Ο Μπάρκμαν ήταν μικρόσωμος και λεπτός, με μακρουλό πρόσωπο, του οποίου το μυτερό πιγούνι ενισχυόταν από ένα μούσι που το έκανε να φαίνεται εντελώς σουβλερό. Στον Πάτρικ θύμισε τον καθηγητή Τουρνεσόλ, από τις ιστορίες του Τεντέν, όχι άδικα. Αλλά η φωνή δεν ταίριαζε καθόλου με την εμφάνιση, κάτι που εξέπληξε τόσο τον Μάρτιν όσο και τον Πάτρικ. Γιατί αυτός ο μικρόσωμος άντρας είχε μια βαριά και βαθιά φωνή που γέμιζε τον χώρο. Ακουγόταν σαν άτομο που θα μπορούσε άνετα να τραγουδήσει, κι όταν ο Πάτρικ κοίταξε γύρω του, η σκέψη αυτή επιβεβαιώθηκε. Εικόνες, διπλώματα και βραβεία έδειχναν ότι ο Σβεν Μπάρκμαν ήταν μέλος μιας χορωδίας. Ο Πάτρικ δεν αναγνώρισε το όνομά της, αλλά ήταν σίγουρα

επιτυχημένη. «Είχατε κάποιες ερωτήσεις για την οργάνωση Φριστάντ» είπε ο Σβεν και έγειρε μπροστά, πάνω από το τραπέζι. «Μπορώ να ρωτήσω τον λόγο; Προσέχουμε πολύ και θέλουμε να ελέγχουμε αυτούς με τους οποίους συνεργαζόμαστε σε τέτοιες υποθέσεις, και φυσικά ανησυχούμε λίγο όταν γίνονται ερωτήσεις από την αστυνομία. Επίσης το Φριστάντ είναι μια μικρή, ιδιαίτερη οργάνωση, όπως θα ξέρετε – οπότε, για να είμαι ειλικρινής, είμαστε παραπάνω από επιφυλακτικοί όταν μας ρωτούν γι’ αυτή». «Εννοείς το γεγονός ότι δουλεύουν και άντρες και γυναίκες στα περιστατικά που αντιμετωπίζουν;» είπε ο Πάτρικ. «Ναι, δεν γίνονται έτσι ακριβώς τέτοια πράγματα. Η Λέιλα Σούντγκρεν έχει γίνει στόχος με αυτό το πείραμά της, αλλά τη στηρίζουμε». «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Ένας πρώην εργαζόμενός τους έχει δολοφονηθεί και προσπαθούμε να χαρτογραφήσουμε τη ζωή του. Επειδή εργαζόταν για το Φριστάντ μέχρι και πριν από τέσσερις μήνες, και συνυπολογίζοντας κανείς με τι ασχολούνται, θα θέλαμε να τους ψάξουμε λίγο περισσότερο. Αλλά δεν έχουμε κανέναν απολύτως λόγο να πιστεύουμε ότι δεν κάνουν σωστά τη

δουλειά τους». «Με ευχαριστεί που το ακούω. Εντάξει, για να δούμε…» Ο Σβεν άρχισε να κοιτάζει τα χαρτιά που είχε μπροστά του και σιγομουρμούριζε. «Ναι, ακριβώς… χμ, ναι». Μιλούσε στον εαυτό του όσο ο Πάτρικ και ο Μάρτιν τον περίμεναν υπομονετικά να τελειώσει. «Ναι, τώρα έχω πλήρη εικόνα. Ήθελα απλώς να φρεσκάρω κάποιες λεπτομέρειες στη μνήμη μου. Συνεργαζόμαστε με το Φριστάντ πέντε χρόνια – ή πέντε και μισό, για να γίνω πιο σχολαστικός. Και σε μια έρευνα δολοφονίας υποθέτω ότι πρέπει να είναι κανείς σχολαστικός». Γέλασε, μ’ ένα βαρύ, κακαριστό γέλιο. «Το σύνολο των υποθέσεων που παραδώσαμε σε αυτούς έχει ανοδική πορεία. Φυσικά, θέλαμε να αρχίσουμε προσεκτικά, για να δούμε πού θα μας έβγαζε αυτή η συνεργασία. Αλλά τον τελευταίο χρόνο στείλαμε τέσσερις γυναίκες από την υπηρεσία μας. Συνολικά υπολογίζω ότι το Φριστάντ αναλάμβανε καμιά τριανταριά γυναίκες ετησίως». Τους κοίταξε και περίμενε την επόμενη ερώτηση. «Ποια είναι η διαδικασία; Τι είδους υποθέσεις παραδίδετε για τα περαιτέρω στο Φριστάντ; Αυτό μοιάζει ακραίο μέτρο και υποθέτω ότι πρώτα δοκιμάζετε άλλες λύσεις» έκανε ο Μάρτιν.

«Πραγματικά. Δουλεύουμε αρχικά πολύ με αυτές τις υποθέσεις και οι οργανώσεις σαν το Φριστάντ είναι η έσχατη λύση. Αλλά εμείς εμπλεκόμαστε σε πολλά και διάφορα στάδια τέτοιων συμβάντων. Μερικές φορές μαθαίνουμε αρκετά νωρίς αν υπάρχουν προβλήματα σε μια οικογένεια, ενώ άλλες φορές τα πράγματα έχουν τραβήξει πολύ μακριά πριν φτάσουν σ’ εμάς τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια». «Ποια είναι τα χαρακτηριστικά μιας τυπικής περίπτωσης;» «Δύσκολο ν’ απαντήσω σε αυτό. Αλλά μπορώ να σας δώσω ένα παράδειγμα. Μπορεί να μας ειδοποιήσουν από ένα σχολείο ότι ένα παιδί φαίνεται να νιώθει άσχημα. Παρακολουθούμε την υπόθεση και, με κάποια επίσκεψη στην οικογένεια, μεταξύ άλλων, σχηματίζουμε σύντομα μια εικόνα της κατάστασης. Μπορεί να υπάρχουν επίσης σχετικά στοιχεία στα οποία ανατρέχουμε, στοιχεία τα οποία δεν είχαμε προσέξει πριν». «Στοιχεία;» έκανε απορημένος ο Πάτρικ. «Ναι, μπορεί να έγιναν πολλές επισκέψεις στο νοσοκομείο και μαζί με τις εκθέσεις από το σχολείο αρχίζουμε να βλέπουμε ένα μοτίβο. Απλώς συγκεντρώνουμε όσο περισσότερες πληροφορίες μπορούμε. Αρχικά προσπαθούμε να δουλεύουμε με την οικογένεια όπως είναι – κι εδώ μπορεί να έχουμε καλά ή λιγότερο καλά αποτελέσματα. Και όπως είπα, το να βοηθάμε τη γυναίκα και ενδεχομένως κάποια

παιδιά να ξεφύγουν είναι πάντα η έσχατη λύση. Δυστυχώς δεν είναι όσο θα θέλαμε σπάνια και αυτή η λύση». «Και πώς ακριβώς γίνεται, καθαρά πρακτικά, όταν πρέπει να στραφείτε σε μια οργάνωση όπως το Φριστάντ;» «Μιλάμε μαζί τους» είπε ο Σβεν. «Στο Φριστάντ έχουμε πρωτίστως επαφή με τη Λέιλα Σούντγκρεν και της δίνουμε προφορικά το ιστορικό και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η γυναίκα εκείνη τη στιγμή». «Σας λέει ποτέ όχι το Φριστάντ;» Ο Πάτρικ ανακάθισε. Η καρέκλα του ήταν πολύ άβολη. «Δεν συνέβη ποτέ αυτό. Δεδομένου ότι φιλοξενούνται παιδιά στο καταφύγιό τους, δεν δέχονται γυναίκες που κάνουν καταχρήσεις ή έχουν σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Αλλά αυτό το ξέρουμε, δεν τους στέλνουμε ποτέ τέτοιες υποθέσεις. Για τέτοιες γυναίκες υπάρχουν άλλα άσυλα. Οπότε, όχι, ποτέ δεν αρνήθηκαν να δεχτούν κάποια». «Και τι συμβαίνει όταν αναλαμβάνουν αυτοί;» έκανε ο Πάτρικ. «Μιλάμε με τη γυναίκα, μεσολαβούμε για μια επαφή και φροντίζουμε, βεβαίως, να το κάνουμε όσο πιο διακριτικά γίνεται. Διότι το θέμα είναι η ασφάλειά τους και το να μην μπορεί να τις εντοπίσει κάποιος». «Και πώς παρακολουθείτε κατόπιν μια τέτοια υπόθεση;

Έχετε φασαρίες εδώ στην υπηρεσία; Υποθέτω ότι ορισμένοι άντρες βγάζουν τα απωθημένα τους σ’ εσάς όταν η γυναίκα και το παιδί τους εξαφανίζονται» είπε ο Μάρτιν. «Ναι, αλλά δεν εξαφανίζονται για πάντα. Το απαγορεύει ο νόμος. Δεν μπορούμε να πάρουμε ένα παιδί και να το κρύψουμε από τον πατέρα του, γιατί εκείνος έχει κάθε νομικό δικαίωμα να αμφισβητήσει τέτοιες ενέργειες. Αλλά έχουμε κι εμείς εδώ στην υπηρεσία το μερίδιό μας σε απειλές και μερικές φορές καλούμε την αστυνομία. Μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί τίποτα σοβαρό, χτύπα ξύλο». «Κι έπειτα;» επέμεινε ο Μάρτιν. «Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή για εμάς και έχουμε συνεχή επαφή με τις οργανώσεις με τις οποίες συνεργαζόμαστε. Ο στόχος είναι, άλλωστε, να βρούμε μια ειρηνική λύση. Τις περισσότερες φορές αυτό δεν είναι εφικτό, αλλά έχουμε και περιπτώσεις όπου είχαμε επιτυχίες». «Έχω ακούσει για περιπτώσεις κατά τις οποίες γυναίκες δέχονται βοήθεια από τέτοιες οργανώσεις για να φύγουν στο εξωτερικό. Το έχετε υπόψη σας αυτό; Έχουν εξαφανιστεί γυναίκες κατά τη διάρκεια των ερευνών σας;» ρώτησε ο Πάτρικ. Ο Σβεν στριφογύρισε άβολα στη θέση του. «Ξέρω για τι πράγμα μιλάς. Διαβάζω κι εγώ εφημερίδες. Υπάρχουν κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις γυναικών που

εξαφανίστηκαν ενώ δουλεύαμε την υπόθεσή τους, αλλά δεν έχουμε την παραμικρή δυνατότητα να αποδείξουμε ότι δέχτηκαν βοήθεια από αλλού, μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ότι έφυγαν με δική τους πρωτοβουλία». «Αλλά τι συμβαίνει πραγματικά, αν μιλάμε ανεπίσημα;» «Αν μιλάμε ανεπίσημα, πιστεύω ότι έχουν βοηθηθεί σε κάποιο βαθμό από αυτές εδώ τις οργανώσεις. Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε χωρίς αποδείξεις;» «Εξαφανίστηκε κατ’ αυτό τον τρόπο κάποια γυναίκα από αυτές που εσείς παραπέμψατε στο Φριστάντ;» Ο Σβεν έμεινε σιωπηλός για λίγο. Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ναι». Ο Πάτρικ αποφάσισε να τελειώνει με αυτό το θέμα. Πιθανώς να μάθαιναν περισσότερα, αν έκαναν αυτές τις ερωτήσεις απευθείας στην υπεύθυνη του Φριστάντ. Η υπηρεσία της Πρόνοιας φαινόταν να έχει ενστερνιστεί την αρχή «όσο λιγότερα γνωρίζουμε, τόσο καλύτερα» και εκείνος αμφέβαλλε πραγματικά αν θα μάθαινε κάτι παραπάνω από αυτούς εδώ. «Να σε ευχαριστήσουμε τότε για τον χρόνο που μας αφιέρωσες. Εκτός αν έχεις εσύ κάτι άλλο να ρωτήσεις» είπε και κοίταξε τον Μάρτιν, που κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

Καθώς επέστρεφαν στο αυτοκίνητο, ο Πάτρικ αισθανόταν πολύ μελαγχολικός. Δεν ήξερε ότι τόσο πολλές γυναίκες αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους – και να σκεφτεί κανείς ότι είχαν μάθει κάποια πράγματα μόνο για την περίπτωση του Φριστάντ. Ήταν σαν να είχαν ξύσει μόνο την επιφάνεια.

Η Ερίκα δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τη Νάταλι. Ήταν όπως τη θυμόταν, και εντούτοις πολύ διαφορετική. Ένα ξεθωριασμένο αντίγραφο του εαυτού της και πολύ, μα πολύ, απούσα και αφηρημένη κατά κάποιον τρόπο. Η χρυσή λάμψη που είχε κάποτε στο σχολείο είχε εξαφανιστεί, έστω κι αν ήταν το ίδιο όμορφη, το ίδιο απρόσιτη. Έδινε την εντύπωση πως κάτι είχε χαθεί από μέσα της. Η Ερίκα δυσκολευόταν να το περιγράψει. Ήξερε μόνο ότι η συνάντηση με τη Νάταλι την είχε στενοχωρήσει. Έσπρωξε το καρότσι μπροστά της και σταμάτησε πολλές φορές στην ανηφόρα του Γκαλερμπάκεν. «Μαμά κουρασμένη;» έκανε η Μάγια, κουρνιασμένη με ικανοποίηση πάνω στην τροχοσανίδα που είχαν προσαρμόσει στο καροτσάκι των διδύμων. Τα αγοράκια είχαν μόλις αποκοιμηθεί και με λίγη τύχη

ίσως να κοιμούνταν για αρκετή ώρα. «Ναι, η μαμά κουρασμένη» είπε η Ερίκα. Η αναπνοή της ήταν βαριά κι έβγαινε μ’ ένα σφύριγμα από το στήθος. «Έλα, μαμά» είπε η Μάγια και αναπήδησε στην τροχοσανίδα, για να βοηθήσει. «Ευχαριστώ, καρδιά μου». Η Ερίκα πήρε φόρα για ν’ αντέξει να σπρώξει το καρότσι στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής, που περνούσε μπροστά από το κατάστημα υφασμάτων. Όταν παρέδωσε επιτέλους τη Μάγια στον παιδικό σταθμό και άρχισε να κατευθύνεται προς το σπίτι, σκέφτηκε κάτι. Η περιέργειά της είχε κεντριστεί εκεί έξω στο Γκρόχουερ. Η μακριά σκιά που έριχνε ο φάρος και το βλέμμα της Νάταλι τη στιγμή που μιλούσαν για τα φαντάσματα την είχαν κάνει να αναρωτηθεί για την ιστορία του νησιού. Γιατί να μην το έψαχνε λίγο περισσότερο; Έστριψε το καρότσι και άλλαξε ρότα, κατευθυνόμενη τώρα προς τη βιβλιοθήκη. Είχε πολλή ώρα να σκοτώσει, όλη την ημέρα σχεδόν, και κάλλιστα μπορούσε να πάει και να καθίσει λίγο εκεί, όσο κοιμούνταν ακόμη τα δίδυμα, τουλάχιστον. Θα ήταν τουλάχιστον πιο ενδιαφέρον από το να επιστρέψει στο σπίτι και να καθίσει στον καναπέ παρέα με την Όπρα και τη Ρέιτσελ Ρέι.

«Γεια, πού ήσουν εσύ;» Η Μάι, η βιβλιοθηκάριος, χαμογέλασε όταν η Ερίκα άφησε το καρότσι ακριβώς μέσα από την είσοδο, όσο πιο απόμερα μπορούσε, για να μην εμποδίζει. Αλλά η βιβλιοθήκη ήταν εντελώς άδεια και δεν φαινόταν να υπάρχει κίνδυνος να συνωστιστεί με άλλα καροτσάκια. «Να και τα γλυκούλια μου» είπε η Μάι και έσκυψε πάνω από το καρότσι. «Είναι και ήσυχα πέρα από όμορφα;» «Σαν μικρά αγγελούδια» είπε η Ερίκα με ειλικρίνεια. Γιατί όντως δεν μπορούσε να παραπονεθεί. Τα προβλήματα που είχε όταν ήταν μικρή η Μάγια είχαν εξαφανιστεί τώρα, κάτι που οφειλόταν επίσης και στη δική της στάση. Όταν ξυπνούσαν και φώναζαν τη νύχτα, η Ερίκα μόνο ευγνωμοσύνη ένιωθε, όχι άγχος. Εκτός αυτού τα δίδυμα σπάνια ήταν δυσαρεστημένα, ξυπνούσαν μόνο μια φορά τη νύχτα όταν πεινούσαν. «Τέλος πάντων, τα κατατόπια τα ξέρεις. Αλλά ειδοποίησέ με, αν χρειαστείς βοήθεια. Έχουμε καινούργιο βιβλίο στα σκαριά;» Η Μάι την περιεργάστηκε. Προς μεγάλη χαρά της Ερίκα, όλοι οι κάτοικοι της περιοχής ήταν απίστευτα περήφανοι για τις επιτυχίες της και παρακολουθούσαν όσα έγραφε με πολύ ενδιαφέρον.

«Όχι, δεν έχω αρχίσει τίποτα καινούργιο ακόμη. Σκεφτόμουν απλώς να κάνω λίγη έρευνα, κυρίως για διασκέδαση». «Μπα; Σε τι;» Η Ερίκα γέλασε. Οι κάτοικοι της Φιελμπάκα δεν ήταν γνωστοί ως ιδιαίτερα διακριτικοί. Ήξεραν πως, αν δεν ρωτούσες, δεν μάθαινες. Η Ερίκα δεν είχε αντίρρηση ως προς αυτό. Άλλωστε και η ίδια διέθετε μεγαλύτερη περιέργεια από τους περισσότερους, κάτι που ο Πάτρικ επισήμαινε όσο συχνότερα μπορούσε. «Σκέφτηκα, για να είμαι ειλικρινής, να δω τι βιβλία υπάρχουν για το αρχιπέλαγος. Θα με ενδιέφερε να βρω κάτι για την ιστορία του Γκρόχουερ». «Για το Γκαστχόλμεν;» έκανε η Μάι. Άρχισε να πηγαίνει προς ένα από τα πιο μακρινά ράφια. «Μα τότε πρέπει να ενδιαφέρεσαι για τις ιστορίες με τα φαντάσματα, ε; Σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να μιλήσεις με τον Στέλαν στο Νολχότεν. Έπειτα είναι ο Καρλ-Άλαν Νούρντμπλουμ, ο οποίος ξέρει πολλά για το αρχιπέλαγος». «Ευχαριστώ, αλλά θα δω τι υπάρχει εδώ, για αρχή. Αλλά και τα φαντάσματα, η ιστορία του φάρου και τα παρόμοια μπορεί να είναι ενδιαφέροντα. Έχεις κάτι τέτοιο;» «Μμ…» Η Μάι έψαξε με προσοχή στα ράφια. Έβγαλε ένα βιβλίο, το ξεφύλλισε λίγο, το έβαλε ξανά στη θέση του. Πήρε

ένα άλλο, το κοίταξε, το κράτησε. Τελικά βρήκε τέσσερα βιβλία, που τα έδωσε στην Ερίκα. «Ίσως αυτά εδώ να σε βοηθήσουν. Αλλά δεν είναι πολύ εύκολο να βρεις βιβλία ειδικά για το Γκρόχουερ. Ίσως θα έπρεπε επίσης να μιλήσεις και με αυτούς που δουλεύουν στο Μουσείο της Κομητείας του Μπούχους» είπε εκείνη και ξαναπήρε τη θέση της πίσω από τον πάγκο. «Θα αρχίσω με αυτά εδώ» είπε η Ερίκα και έγνεψε προς τη στοίβα των βιβλίων. Αφού βεβαιώθηκε ότι τα δίδυμα κοιμούνταν, πήγε και κάθισε να διαβάσει.

«Τι είναι αυτό;» Οι συμμαθητές μαζεύτηκαν κοπάδι γύρω τους στη σχολική αυλή και ο Γιουν αισθάνθηκε υπέροχα όντας το επίκεντρο της προσοχής. «Το βρήκα, νομίζω ότι είναι καραμέλες» είπε και τους έδειξε περήφανος ένα σακουλάκι. Ο Μέλκερ τού έριξε μια στα πλευρά. «Τι το βρήκες, λες; Όλοι μαζί το βρήκαμε». «Το πήρατε από τα σκουπίδια; Πουφ, αηδία! Πέταξέ το, Γιουν».

Η Λίσα ζάρωσε τη μύτη της κι έφυγε από εκεί. «Μα είναι σε σακούλα». Άνοιξε προσεκτικά το σφράγισμα. «Και για να ξέρεις, ήταν σε καλαθάκι για άχρηστα χαρτιά, όχι σε κάδο σκουπιδιών». Οι κοπέλες ήταν τόσο χαζοβιόλες. Όταν ήταν πιο μικρός, έπαιζε αρκετές φορές και με κορίτσια, αλλά, μετά που άρχισαν να πηγαίνουν στο σχολείο, κάτι είχε συμβεί και ήταν σαν εκείνες να είχαν μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο. Λες και τις είχαν καταλάβει άλιεν. Όλο χαζογελούσαν και έλεγαν βλακείες. «Θεέ μου, πόσο γελοία είναι τα κορίτσια» είπε φωναχτά και όλα τα αγόρια που είχαν μαζευτεί γύρω του συμφώνησαν μαζί του. Καταλάβαιναν όλα τι εννοούσε. Δεν είχαν τίποτα οι καραμέλες, επειδή τις είχαν βρει σ’ ένα καλάθι των αχρήστων. «Μα είναι σε σακούλα» επανέλαβε σαν ηχώ ο Μέλκερ και όλα τα αγόρια έγνεψαν καταφατικά. Περίμεναν να έρθει το μεγάλο διάλειμμα για το μεσημεριανό, για να δείξουν τη σακούλα. Οι καραμέλες απαγορεύονταν στο σχολείο – και αυτό έκανε το εύρημά τους πιο συναρπαστικό. Έμοιαζε με λευκή σκόνη χόκεϊ – καραμέλες σε σκόνη ήταν, αλλά το κουτί έμοιαζε με δίσκο του χόκεϊ, εξού και το όνομα– και το γεγονός ότι το είχαν βρει τους έκανε να νιώθουν σαν τυχοδιώκτες, σαν μικροί Ιντιάνα

Τζόουνς. Αυτός –δηλαδή αυτός, ο Μέλκερ και ο Γιακ– θα γίνονταν οι ήρωες της ημέρας. Τώρα απέμενε μόνο το ερώτημα πόσο έπρεπε να δώσουν και στους άλλους για να συνεχίσουν να είναι ήρωες. Αν δεν τους κερνούσαν, οι άλλοι θα θύμωναν. Αλλά αν τους έδιναν πολύ, δεν θα έμενε πολύ γι’ αυτούς τους τρεις. «Μπορείτε να δοκιμάσετε. Τρεις φορές θα βουτήξετε το δάχτυλό σας ο καθένας» είπε τελικά. «Αλλά εμείς που το βρήκαμε θα δοκιμάσουμε πρώτοι». Ο Μέλκερ και ο Γιακ σάλιωσαν σοβαροί τον δείκτη τους και μετά τον έχωσαν στη σακούλα. Τα δάχτυλά τους καλύφθηκαν από άσπρη σκόνη και με μια έκφραση απληστίας το έχωσαν και οι δύο στο στόμα. Θα ήταν άραγε αλμυρό, όπως η σκόνη χόκεϊ; Ή μήπως ξινή, όπως η σκόνη σ’ εκείνα τα πιατάκια; Απογοητεύτηκαν οικτρά. «Δεν έχει γεύση. Μήπως είναι αλεύρι;» έκανε ο Μέλκερ κι έφυγε από εκεί. Ο Γιουν κοίταξε αμήχανος τη σακούλα. Σάλιωσε το δάχτυλό του, όπως και οι άλλοι, και το έχωσε βαθιά στη σακούλα. Ελπίζοντας να κάνει λάθος ο Μέλκερ, έχωσε το δάχτυλο στο στόμα και το έγλειψε. Αλλά δεν είχε γεύση, καμία απολύτως γεύση. Απλώς τον έτσουξε λίγο στη γλώσσα. Πέταξε οργισμένος τη σακούλα σ’ ένα καλαθάκι

αχρήστων και άρχισε να πηγαίνει προς το σχολικό κτίριο. Ένιωθε κάτι αηδιαστικό στο στόμα του. Έβγαλε τη γλώσσα του και την καθάρισε με το μανίκι του πουλόβερ, αλλά ούτε αυτό βοήθησε. Τώρα είχε αρχίσει να χτυπάει και η καρδιά του. Ίδρωνε και τα πόδια του δεν ήθελαν να τον υπακούσουν. Με την άκρη του ματιού είδε τον Μέλκερ και τον Γιακ να σωριάζονται κάτω. Πρέπει να είχαν σκοντάψει σε κάτι – ή μπορεί να το έκαναν επίτηδες. Έπειτα είδε το έδαφος να έρχεται καταπάνω του. Και όλα μαύρισαν πριν χτυπήσει στην άσφαλτο.

Θα ήθελε να πάει εκείνη μαζί του στο Γέτεμποργ αντί του Μάρτιν. Αλλά τώρα είχε, αντιθέτως, την ευκαιρία να ψάξει το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα του Ματς Σβερίν με την ησυχία της. Τον φορητό υπολογιστή τον είχε στείλει στο τεχνικό τμήμα, εκεί όπου υπήρχαν άτομα που ήξεραν πολύ περισσότερα από υπολογιστές και πώς να τους χειρίζονται. «Άκουσα ότι βρέθηκε η τσάντα». – Το κεφάλι του Γιέστα εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας του γραφείου τους. «Ναι, εδώ την έχω» είπε και έδειξε στο γραφείο όπου βρισκόταν ο καφετής χαρτοφύλακας. «Πρόλαβες να της ρίξεις καμιά ματιά;»

Ο Γιέστα μπήκε, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. «Μπα, το μόνο που πρόλαβα ήταν να βγάλω τον υπολογιστή και να τον στείλω κατευθείαν στους τεχνικούς μας». «Ναι, καλύτερα ίσως να τον αναλάβουν αυτοί. Και μπορεί να πάρει καιρό μέχρι να μάθουμε κάτι» είπε μ’ έναν αναστεναγμό ο Γιέστα. Η Πάουλα συμφώνησε μ’ ένα νεύμα. «Ναι, αλλά δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνουμε. Εγώ πάντως δεν τολμώ να τον ψάξω και να διακινδυνεύσω να χαθούν δεδομένα. Αλλά έψαξα το κινητό του. Δεν πήρε ώρα. Είχε ελάχιστα νούμερα περασμένα στη μνήμη και οι μόνες συνομιλίες του φαίνεται πως έγιναν με τη δουλειά του και τους γονείς του. Ούτε φωτογραφίες ούτε μηνύματα αποθηκευμένα». «Περίεργος αυτός ο άνθρωπος» είπε ο Γιέστα. Έπειτα έδειξε τον χαρτοφύλακα. «Δεν ρίχνουμε μια ματιά στα υπόλοιπα τότε;» Η Πάουλα τράβηξε τον χαρτοφύλακα προς το μέρος της και άρχισε να τον αδειάζει προσεκτικά. Άπλωσε το περιεχόμενο στο γραφείο μπροστά τους, κι όταν βεβαιώθηκε πως ο χαρτοφύλακας ήταν εντελώς άδειος, τον άφησε στο πάτωμα. Πάνω στο γραφείο υπήρχαν τώρα μερικά στιλό, ένα

κομπιουτεράκι, συνδετήρες, ένα πακέτο τσίχλες κι ένα μάτσο χαρτιά. «Θα τα μοιράσουμε;» Η Πάουλα σήκωσε τα χαρτιά μ’ ένα ερωτηματικό βλέμμα. «Το μισά εγώ και τα άλλα μισά εσύ;» «Μμ» έκανε ο Γιέστα και πήρε τα χαρτιά. Τα έβαλε στο γόνατό του και άρχισε να τα ξεφυλλίζει, ενώ συνέχισε να κάνει κάθε τόσο «χμ». «Μπορείς να τα πάρεις και να τα δεις στο γραφείο σου, αν θέλεις». «Α, ναι, μάλιστα, βέβαια». Ο Γιέστα σηκώθηκε και τράβηξε νωχελικά για το γραφείο του, που ήταν ακριβώς δίπλα στης Πάουλα. Μόλις εκείνη έμεινε μόνη, ασχολήθηκε με τα έγγραφα μπροστά της. Οι ρυτίδες στο μέτωπό της βάθαιναν όλο και περισσότερο με κάθε έγγραφο που ξεφύλλιζε. Έπειτα από εντατική ανάγνωση μισής ώρας πήγε στο γραφείο του Γιέστα. «Καταλαβαίνεις τίποτε από αυτά εδώ εσύ;» «Τίποτε απολύτως. Μου φαίνονται απλώς σαν ένα σωρό αριθμοί και όροι που δεν καταλαβαίνω καθόλου. Πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια από κάπου γι’ αυτά εδώ. Από πού όμως;» «Δεν ξέρω» είπε η Πάουλα. Είχε ελπίσει ότι θα είχε κάτι να δείξει στον Πάτρικ όταν

εκείνος θα επέστρεφε από το Γέτεμποργ. Αλλά οι οικονομικοί όροι στα έγγραφα δεν της έλεγαν απολύτως τίποτα. «Δεν μπορούμε να ζητήσουμε βοήθεια από κάποιον που δουλεύει στον δήμο. Γιατί θα υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων. Πρέπει να βρούμε κάποιον εκτός δήμου για να τα κοιτάξει και να μας εξηγήσει τι σημαίνουν όλα. Μπορούμε βέβαια να τα στείλουμε στη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος, αλλά θα περιμένουμε πολύ για μια απάντηση». «Δυστυχώς δεν ξέρω κανέναν οικονομολόγο». «Ούτε εγώ» είπε η Πάουλα και άρχισε να χτυπάει τα δάχτυλά της στο κούφωμα της πόρτας. «Ο Λέναρτ;» έκανε ξαφνικά ο Γιέστα και το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Ποιος Λέναρτ;» «Ο άντρας της Άνικα. Οικονομολόγος δεν είναι;» «Ακριβώς» είπε εκείνη και τα δάχτυλά της έμειναν ακίνητα. «Έλα, πάμε να τη ρωτήσουμε». Άρχισε να περπατάει με τα έγγραφα αγκαλιά και ο Γιέστα την ακολούθησε καταπόδας. «Άνικα;» – Χτύπησε ελαφρά την ανοιχτή πόρτα. Η Άνικα γύρισε την καρέκλα της και χαμογέλασε με το που είδε την Πάουλα. «Ναι, πώς μπορώ να σε βοηθήσω;»

«Ο άντρας σου οικονομολόγος δεν είναι;» «Ναι» είπε η Άνικα με απορημένη έκφραση. «Είναι στο λογιστήριο της Έξτρα Φιλμ». «Πιστεύεις ότι θα μπορέσει να μας βοηθήσει με κάτι;» Η Πάουλα κούνησε τα χαρτιά. «Αυτά εδώ ήταν στον χαρτοφύλακα του Ματς Σβερίν. Είναι έγγραφα που αφορούν οικονομικά. Ο Γιέστα κι εγώ δεν έχουμε ιδέα τι γράφουν και χρειαζόμαστε βοήθεια για να καταλάβουμε τι γράφουν και αν υπάρχει κάτι που μας ενδιαφέρει. Πιστεύεις ότι ο Λέναρτ θα μπορούσε να μας βοηθήσει;» «Μπορώ να τον ρωτήσω. Για πότε τα θέλετε δηλαδή;» «Για σήμερα» είπαν με μια φωνή ο Γιέστα και η Πάουλα – και η Άνικα γέλασε. «Θα του τηλεφωνήσω αμέσως. Αν φροντίσετε να πάρει στα χέρια του τα έγγραφα, μάλλον δεν θα υπάρξει πρόβλημα». «Μπορώ να του τα πάω τώρα αμέσως» είπε η Πάουλα. Περίμεναν την Άνικα να τελειώσει τη συνομιλία με τον άντρα της. Είχαν συναντήσει τον Λέναρτ πολλές φορές όταν εκείνος επισκεπτόταν την Άνικα στο τμήμα, και τους άρεσε πολύ. Ήταν γύρω στα δύο μέτρα ψηλός, ο πιο ευγενικός άντρας που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, και από τότε που αυτός και η Άνικα –έπειτα από πολλά χρόνια μάταιων

προσπαθειών να αποκτήσουν παιδί– έμαθαν ότι μπορούσαν να υιοθετήσουν ένα μικρό κορίτσι από την Κίνα, το βλέμμα τους είχε αποκτήσει μια καινούργια λάμψη. «Μπορείς να πας από εκεί με τα χαρτιά. Δεν έχει πολλά να κάνει στη δουλειά σήμερα και υποσχέθηκε να τους ρίξει μια ματιά». «Υπέροχα! Σ’ ευχαριστώ!» Η Πάουλα χαμογέλασε πλατιά, ακόμα και ο Γιέστα μόρφασε σε μια προσπάθεια χαμόγελου, κάτι που άλλαξε εντελώς την κατά τα άλλα σκυθρωπή φάτσα του. Η Πάουλα έσπευσε να μπει στο περιπολικό. Δεν της πήρε πολλά λεπτά να φτάσει και να παραδώσει τα έγγραφα και σε όλη τη διάρκεια της επιστροφής σφύριζε γεμάτη ελπίδες. Αλλά σταμάτησε απότομα όταν έστριψε για το τμήμα. Ο Γιέστα στεκόταν απέξω και την περίμενε. Και αν έκρινε κανείς από την έκφραση του προσώπου του, κάτι πρέπει να είχε συμβεί.

Η Λέιλα άνοιξε την πόρτα φορώντας το ίδιο φθαρμένο τζιν όπως την προηγούμενη φορά κι ένα εξίσου ξεχειλωμένο πουλόβερ, αλλά γκρι αντί άσπρο. Στον λαιμό της κρεμόταν μια μακριά ασημένια αλυσίδα μ’ ένα μενταγιόν σε σχήμα

καρδιάς. «Περάστε μέσα» είπε εκείνη και προπορεύτηκε στο γραφείο της. Ήταν τακτοποιημένο όπως και την προηγούμενη φορά και ο Πάτρικ αναρωτήθηκε πώς τα κατάφερναν οι άνθρωποι να κρατούν σε τέτοια τάξη τα πράγματά τους. Στη δική του περίπτωση, παρά τις προσπάθειές του, ήταν σαν να έμπαιναν καλικάντζαροι στο γραφείο του και τα έκαναν άνω κάτω μόλις έστρεφε το βλέμμα του αλλού. Εκείνη έδωσε το χέρι της στον Μάρτιν και συστήθηκε πριν καθίσουν. Ο Μάρτιν κοιτούσε με περιέργεια όλες τις παιδικές ζωγραφιές στους τοίχους. «Μάθατε κάτι περισσότερο για το ποιος πυροβόλησε τον Μάτε;» έκανε η Λέιλα. «Συνεχίζουμε την έρευνα, αλλά δεν έχουμε τίποτα συγκεκριμένο να αναφέρουμε» είπε ο Πάτρικ σε μια προσπάθεια να μη συνεχιστεί αυτή η κουβέντα. «Υποθέτω όμως ότι πιστεύετε πως αυτό εδώ έχει να κάνει μ’ εμάς, μια που έρχεστε ξανά εδώ, έτσι δεν είναι;» είπε η Λέιλα. Έπαιζε με το μενταγιόν – κι αυτό ήταν το μόνο πράγμα που πρόδιδε ανησυχία. «Όπως είπα, δεν έχουμε φτάσει τόσο μακριά ακόμη. Ακολουθούμε πολλά και διαφορετικά ίχνη».

Η φωνή του Πάτρικ ήταν ήρεμη. Ήταν συνηθισμένος να βλέπει ανθρώπους να καταλαμβάνονται από νευρικότητα όταν τους επισκεπτόταν. Αυτό δεν σήμαινε απαραίτητα ότι είχαν κάτι να κρύψουν. Αλλά η παρουσία και μόνο ενός αστυνομικού προκαλούσε συνήθως άγχος. «Θα θέλαμε απλώς να κάνουμε μερικές επιπλέον ερωτήσεις και να μας δώσετε ένα μέρος της τεκμηρίωσης σχετικά με γυναίκες που δεχτήκατε όταν εργαζόταν εδώ ο Ματς». «Δεν ξέρω αν μπορώ να συμφωνήσω επ’ αυτού. Πρόκειται για ευαίσθητες πληροφορίες που δεν μπορούμε απλώς να τις παραδίδουμε κατ’ αυτό τον τρόπο. Οι γυναίκες αυτές μπορεί να πάθουν κακό». «Το καταλαβαίνω, αλλά οι πληροφορίες θα παραμείνουν προφανώς ασφαλείς στα χέρια μας. Και εδώ πρόκειται για έρευνα δολοφονίας. Έχουμε κάθε νόμιμο δικαίωμα να τις δούμε». Η Λέιλα φάνηκε να το σκέφτεται για λίγο. «Εντάξει» είπε στο τέλος. «Αλλά θα προτιμούσα να μη βγουν τα έγγραφα από αυτό εδώ το γραφείο. Αν σας αρκεί να τα διαβάσετε εδώ, μπορείτε να δείτε ό,τι έχουμε». «Κανένα πρόβλημα. Ευχαριστούμε» πετάχτηκε ο Μάρτιν. «Μόλις συναντήσαμε τον Σβεν Μπάρκμαν» είπε ο Πάτρικ.

Η Λέιλα άρχισε αμέσως να τραβά ξανά το μενταγιόν της. Έσκυψε μπροστά προς το μέρος τους. «Είμαστε εντελώς εξαρτημένοι από μια καλή συνεργασία με την Πρόνοια. Ελπίζω να μην τον κάνατε να πιστέψει ότι υπάρχει κάτι ύποπτο στη δράση μας. Γιατί είμαστε ήδη, όπως σας είχα πει, αρκετά εκτεθειμένοι και μας θεωρούν λίγο ανορθόδοξους». «Μπα, όχι. Του εξηγήσαμε επακριβώς τον λόγο της επίσκεψής μας και ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως ερώτημα σχετικά με την οργάνωσή σας». «Χαίρομαι που το ακούω» είπε η Λέιλα, αν και δεν φαινόταν ακόμη εντελώς ήρεμη. «Ο Σβεν υπολόγισε ότι είναι περίπου τριάντα οι υποθέσεις που έρχονται σ’ εσάς μέσω των διαφόρων υπηρεσιών πρόνοιας κάθε χρόνο. Είναι αλήθεια αυτό;» είπε ο Πάτρικ. «Ναι, πιστεύω ότι αυτός είναι και ο αριθμός που σας έδωσα την τελευταία φορά που ήσασταν εδώ». – Ο τόνος της φωνής της είχε πάρει μια πιο επίσημη χροιά και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο γραφείο. «Και σε πόσες από αυτές τις υποθέσεις θα έλεγες ότι δημιουργούνται –πώς να το πω τώρα;– προβλήματα;» Ο Μάρτιν φαινόταν να βιάζεται κάπως να κάνει την ερώτησή του και ο Πάτρικ υπενθύμισε στον εαυτό του ότι έπρεπε να δίνει περισσότερη ελευθερία κινήσεων στον

συνάδελφό του. «Εννοείς με άντρες που έρχονται εδώ;» «Ναι». «Σε καμία, πρέπει να πω. Αυτοί που χτυπούν τις γυναίκες τους ή τα παιδιά τους δεν συνειδητοποιούν ότι κάνουν λάθος. Στα μάτια τους η γυναίκα είναι που φταίει. Πρόκειται για εξουσία και έλεγχο. Κι όταν απειλούν κάποιον, απειλούν τις γυναίκες, όχι την οργάνωση». «Υπάρχει ωστόσο κι ένα άλλο είδος, έτσι δεν είναι;» είπε ο Πάτρικ. «Ναι, απολύτως. Αλλά είναι ελάχιστοι κάθε χρόνο. Αλλά κυρίως κάτι τέτοια τα μαθαίνουμε μέσω της Πρόνοιας». Το βλέμμα του Πάτρικ καρφώθηκε σε μία από τις ζωγραφιές που ήταν στον τοίχο πίσω από τη Λέιλα, λίγο πιο πάνω από το κεφάλι της. Μια τεράστια φιγούρα δίπλα σε δύο μικρότερες. Η μεγάλη είχε κοφτερά δόντια και φαινόταν πολύ εξοργισμένη. Οι μικρότερες έχυναν μεγάλα δάκρυα τα οποία έπεφταν στο έδαφος. Ο Πάτρικ ξεροκατάπιε. Δεν καταλάβαινε από τι πάστα μπορούσε να είναι ένας άνθρωπος που χτυπούσε μια γυναίκα και εκείνο που δεν καταλάβαινε καθόλου ήταν από τι θα μπορούσε να είναι κάποιος που χτυπούσε παιδιά. Και μόνο η σκέψη ότι κάποιος θα μπορούσε να βλάψει την Ερίκα ή τα παιδιά τον έκανε να σφίξει τα χέρια

του στα μπράτσα της πολυθρόνας. «Και πώς χειρίζεστε τις υποθέσεις σας; Για να αρχίσουμε από εκεί». «Μας τηλεφωνούν από την Πρόνοια και μας εκθέτουν με λίγα λόγια την υπόθεση. Συμβαίνει να μας επισκέπτεται μια φορά η γυναίκα, πριν μετακομίσει εδώ. Συχνά είναι μαζί με κάποιον από την Πρόνοια. Αλλιώς έρχονται με ταξί ή τους φέρνει κάποιο φιλικό τους πρόσωπο». «Και μετά τι γίνεται;» έκανε ο Μάρτιν. «Εξαρτάται. Ορισμένες φορές αρκεί να μένουν λίγο εδώ μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα κι έπειτα λύνουν το πρόβλημα με τον κανονικό τρόπο. Μερικές φορές πρέπει να τις μεταφέρουμε σε κάποια άλλη οργάνωση, αν πιστεύουμε ότι είναι πολύ επικίνδυνο να μένουν σε αυτή την περιοχή. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις που τις βοηθάμε νομικά, με οτιδήποτε απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζεται ότι ο τόπος διαμονής τους παραμένει κρυφός. Άλλωστε εδώ πρόκειται για γυναίκες που συχνά ζουν πολλά χρόνια σε κατάσταση μόνιμου φόβου, επιδεικνύουν πολλά από αυτά τα συμπτώματα που βλέπει κανείς σε αιχμαλώτους πολέμου και πολύ συχνά τις βλέπεις να παραλύουν και να μην μπορούν να κάνουν τίποτε από τον φόβο τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις επεμβαίνουμε και τις βοηθάμε σε πρακτικά ζητήματα». «Και στο ψυχολογικό;» Ο Πάτρικ κοίταξε τη ζωγραφιά με

τη μεγάλη μαύρη φιγούρα με τα κοφτερά δόντια. «Μπορείτε να τις βοηθήσετε και σε αυτό τον τομέα;» «Όχι τόσο πολύ όσο θα θέλαμε. Είναι θέμα πόρων. Αλλά έχουμε καλή συνεργασία με μερικούς ψυχολόγους που δουλεύουν αμισθί για την οργάνωσή μας και τέτοιου είδους βοήθεια προσπαθούμε να βρίσκουμε πρωτίστως για τα παιδιά». «Οι εφημερίδες έχουν γράψει αρκετά για γυναίκες που δέχτηκαν βοήθεια να μετακομίσουν στο εξωτερικό και που μηνύθηκαν για απαγωγή παιδιών. Γνωρίζετε κάποια τέτοια περίπτωση;» Ο Πάτρικ κοιτούσε με ερευνητικό βλέμμα τη Λέιλα, αλλά τίποτα πάνω της δεν πρόδιδε ότι θεωρούσε την ερώτηση ενοχλητική. «Όπως σας είπα, εξαρτώμεθα από μια καλή συνεργασία με την Πρόνοια και δεν μπορούμε να διακινδυνεύουμε τη σχέση μας με τέτοιες ενέργειες. Προσφέρουμε τη βοήθεια που μπορεί να δώσει κανείς στο πλαίσιο του νόμου. Αλλά βέβαια υπάρχουν γυναίκες που ξεφεύγουν μόνες τους και προχωρούν σε παράνομες ενέργειες. Αλλά η οργάνωσή μας δεν μπορεί να πάρει ευθύνη για αυτά τα πράγματα ούτε βοηθά καμία σε αυτή την κατεύθυνση». Ο Πάτρικ αποφάσισε να εγκαταλείψει αυτό το θέμα. Εκείνη

ακουγόταν αρκετά πειστική και ο ίδιος ένιωθε ότι δεν θα κατέληγε κάπου, αν την πίεζε περισσότερο. «Αυτές οι λίγες περιπτώσεις που παρουσιάζουν μεγαλύτερα προβλήματα είναι μήπως αυτές στις οποίες εσείς παρεμβαίνετε και μεταφέρετε τις γυναίκες σε άλλο κατάλυμα;» ρώτησε ο Μάρτιν. Η Λέιλα έγνεψε καταφατικά. «Ναι, μπορείτε να το πείτε κι έτσι». «Και τι είδους προβλήματα μπορεί να είναι αυτά;» Ο Πάτρικ ένιωσε το κινητό του να δονείται αθόρυβα στην τσέπη του. Αλλά όποιος κι αν τον έψαχνε τώρα ας περίμενε. «Είχαμε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι άντρες βρήκαν τη μυστική μας διεύθυνση, ακολουθώντας για παράδειγμα κάποιον από το προσωπικό μας. Αλλά κάθε φορά μαθαίνουμε κάτι από τις εμπειρίες μας – και πάντα αυξάνουμε την ασφάλεια έπειτα από κάθε τέτοιο συμβάν. Ποτέ δεν πρέπει να υποτιμούμε το πόσο παθιασμένοι είναι κάποιοι από αυτούς τους άντρες». Η δόνηση συνεχιζόταν στην τσέπη του Πάτρικ και έβαλε το χέρι του στο κινητό, για να καταλαγιάσει την κίνησή του. «Μήπως ο Ματς ήταν ιδιαίτερα μπλεγμένος σε κάποιο από αυτά τα συμβάντα;» «Όχι, ρίχνουμε μεγάλο βάρος στο να μην μπλέκονται περισσότερο από το κανονικό οι συνεργάτες μας σε κάποια

συγκεκριμένη υπόθεση. Έχουμε ένα κυλιόμενο πρόγραμμα, ώστε η γυναίκα να αλλάζει επαφή έπειτα από λίγο». «Ναι, αλλά δεν αυξάνεται έτσι η ανασφάλεια που νιώθουν οι γυναίκες;» Το κινητό δονήθηκε άλλη μια φορά και ο Πάτρικ άρχισε να εκνευρίζεται. Πόσο δύσκολο ήταν να καταλάβουν ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει; «Ναι, ίσως να αυξάνεται, αλλά είναι σημαντικό να δουλεύουμε έτσι, για να τηρούμε τις αποστάσεις. Οι προσωπικές σχέσεις και η προσωπική δέσμευση απλώς θα αύξαναν τον κίνδυνο για τις ίδιες τις γυναίκες. Για το δικό τους καλό πρόκειται». «Και πόσο ασφαλής είναι αυτή η νέα διεύθυνση στην οποία μεταφέρονται;» άλλαξε θέμα ο Μάρτιν έπειτα από ένα ερωτηματικό βλέμμα του Πάτρικ. Η Λέιλα αναστέναξε. «Δεν υπάρχουν, δυστυχώς, πόροι σήμερα στη Σουηδία για να δώσουμε σε αυτές τις γυναίκες την ασφάλεια που χρειάζονται. Συνήθως τις μεταφέρουμε, όπως είπα, σε μια άλλη οργάνωση σε άλλη πόλη, κρατάμε τα προσωπικά τους στοιχεία όσο πιο μυστικά γίνεται και μετά τις εφοδιάζουμε με συσκευή συναγερμού σε συνεργασία με την αστυνομία». «Και πώς λειτουργεί ο συναγερμός; Δεν έχουμε δουλέψει

πολύ με τέτοια στο Τανουμσχέντε». «Συνδέονται με την Άμεση Δράση. Όταν πατούν το κουμπί, δίνεται σήμα στην αστυνομία. Ταυτόχρονα ενεργοποιείται ένα ειδικό τηλέφωνο, από το οποίο μπορούν οι αστυνομικοί να ακούν ό,τι γίνεται στο διαμέρισμα». «Και τι γίνεται με τη νομική πλευρά του θέματος, με τα ζητήματα επιμέλειας και τα παρόμοια; Δεν θα πρέπει οι γυναίκες να παρουσιάζονται στο δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Το φροντίζουμε μέσω αντιπροσώπου. Έτσι το λύνουμε». Η Λέιλα έσπρωξε μια κοντή τούφα μαλλιών πίσω από το αυτί της. «Πολύ θα θέλαμε να ελέγξουμε πιο επισταμένα τις πιο προβληματικές περιπτώσεις που είχατε όταν εργαζόταν εδώ ο Ματς» είπε ο Πάτρικ. «Εντάξει. Αλλά δεν έχουμε ταξινομήσει αυτές τις περιπτώσεις μεμονωμένα και δεν είναι όλα τα στοιχεία εκεί πια. Τα περισσότερα τα στέλνουμε στην Πρόνοια όταν οι γυναίκες μετακομίζουν από εμάς και δεν κρατάμε τίποτα που να είναι παλιότερο από έναν χρόνο. Θα βγάλω αυτά που έχουμε για να τα κοιτάξετε και να δείτε τι μπορείτε να βρείτε». Σήκωσε ψηλά ένα δάχτυλο. «Και όπως είπα, δεν θέλω να πάρετε τίποτε από εδώ μαζί σας, οπότε σημειώστε όσα χρειάζεστε».

Σηκώθηκε και πήγε σ’ ένα ντουλάπι αρχειοθέτησης. «Εδώ είναι» είπε η Λέιλα και έβαλε μπροστά τους καμιά εικοσαριά φακέλους. «Πάω για μεσημεριανό τώρα, οπότε καθίστε με την ησυχία σας. Θα επιστρέψω σε μία ώρα, αν έχετε κάποιες ερωτήσεις». «Ευχαριστώ» είπε ο Πάτρικ. Κοίταξε αποκαρδιωμένος τη στοίβα. Θα τους έπαιρνε κάμποσο χρόνο. Και δεν ήξεραν καν για τι πράγμα έψαχναν.

Δεν είχε προλάβει να καθίσει πολύ στη βιβλιοθήκη. Τα δίδυμα αποφάσισαν και τα δυο μαζί να ρίξουν έναν πολύ σύντομο υπνάκο, αλλά η Ερίκα πρόλαβε να διαβάσει τα βασικά ούτως ή άλλως. Όταν έγραφε για πραγματικές υποθέσεις δολοφονίας, ήταν αναγκασμένη να αφιερώνει πολλές ώρες σε ενδελεχή έρευνα, η οποία ήταν τουλάχιστον εξίσου ευχάριστη με το γράψιμο αυτό καθαυτό. Τώρα πάντως ήθελε να συνεχίσει την έρευνα για το Γκαστχόλμεν. Αναγκάστηκε όμως να διακόψει τις σκέψεις της για το Γκρόχουερ, μια που, την ίδια στιγμή που έστριψε το καρότσι στην ανηφόρα για το σπίτι στο Σέλβικ, τα δίδυμα άρχισαν να ξεφωνίζουν από την πείνα. Μπήκε μέσα βιαστικά και ετοίμασε στα γρήγορα δύο μπουκάλια – και με κάποιες

ενοχές για την ενδόμυχη ευχαρίστηση που δεν τα θήλαζε πια. «Εντάξει, ηρέμησε λίγο» είπε στον Νούελ. Ήταν, ως συνήθως, ο πιο λιγούρης από τους δύο. Μερικές φορές κατάπινε τόσο άπληστα που του στεκόταν στον λαιμό. Ο Άντον, αντιθέτως, ρουφούσε πάντα λίγο πιο αργά και χρειαζόταν διπλό χρόνο για ν’ αδειάσει ένα μπουκάλι. Η Ερίκα ένιωθε σαν σούπερ μαμά εκεί που καθόταν μ’ ένα μπουκάλι σε κάθε χέρι και τάιζε ταυτόχρονα δύο μωρά. Τα ματάκια τους ήταν καρφωμένα πάνω της και η ίδια αισθανόταν ότι θα άρχιζε να αλληθωρίζει προσπαθώντας να τα κοιτάζει και τα δύο μαζί. Τόσο πολλή αγάπη να εκφράζεται ταυτόχρονα προς δύο πρόσωπα. «Εντάξει λοιπόν, είστε καλύτερα τώρα; Θα επιτρέψετε τώρα στη μαμά να βγάλει το σακάκι της τουλάχιστον;» έκανε η Ερίκα γελώντας όταν ανακάλυψε πως είχε τρέξει μέσα στο σπίτι με τα παπούτσια και το σακάκι. Έβαλε το καθένα στο πορτμπεμπέ του, έβγαλε τα ρούχα και τα παπούτσια της στο χολ και κουβάλησε τα μικρά με τα πορτμπεμπέ στο καθιστικό. Έπειτα κάθισε κι αυτή στον καναπέ και άπλωσε τα πόδια της στο τραπεζάκι. «Η μαμά θα γίνει πολύ χρήσιμη σε λίγο. Αλλά πρώτα η μαμά θα πρέπει να πάρει μια δόση Όπρα, για να αναζωογονηθεί». Τα αγοράκια φάνηκαν να την αγνοούν.

«Βαρετά όταν δεν είναι η αδελφούλα στο σπίτι, ε;» Στην αρχή άφηνε τη Μάγια να μένει στο σπίτι όσο περισσότερο μπορούσε, αλλά έπειτα από λίγο πρόσεξε ότι η Μάγια είχε αρχίσει να τρελαίνεται από την κλεισούρα. Έπρεπε να συναντά άλλα παιδιά και λαχταρούσε πώς και πώς την επιστροφή στον παιδικό σταθμό. Φανερή η αντίθεση μ’ εκείνη την παλιά σκοτεινή περίοδο, κατά την οποία, κάθε φορά που ξεκινούσε για τον παιδικό σταθμό, ξεκινούσε κι ένας μικρός παγκόσμιος πόλεμος. «Μπορούμε όμως να πάμε να την πάρουμε σήμερα πιο νωρίς. Τι λέτε κι εσείς;» Ερμήνευσε τη σιωπή τους ως καταφατική απάντηση. «Η μαμά δεν ήπιε ακόμη τον καφέ της» είπε και σηκώθηκε. «Και ξέρετε πώς γίνεται η μαμά όταν δεν πίνει τον καφέ της. Un poco loco, λίγο τρελή, όπως λέει και ο μπαμπάς. Όχι πως εμείς τώρα πρέπει ν’ ακούμε και πολύ αυτά που λέει». Γέλασε και πήγε στην κουζίνα για να βάλει την καφετιέρα. Είδε ότι στο καντράν του αυτόματου τηλεφωνητή αναβόσβηνε ο αριθμός ένα, κάτι που δεν είχε δει προηγουμένως. Κάποιος είχε όντως ενδιαφερθεί ν’ αφήσει ένα μήνυμα και η Ερίκα πάτησε αμέσως το κουμπί, για να το ακούσει. Όταν άκουσε τη φωνή στον τηλεφωνητή, της έπεσε το κουταλάκι του καφέ και έφερε το χέρι στο στόμα της.

«Γεια σου, αδελφούλα. Εγώ είμαι. Η Άννα δηλαδή. Αν δεν έχεις κι άλλες αδελφές, φυσικά. Είμαι λίγο στουμπισμένη και έχω το χειρότερο μαλλί του αιώνα. Αλλά εδώ είμαι. Νομίζω. Σχεδόν, εν πάση περιπτώσει. Και ξέρω ότι έχεις έρθει από εδώ πολλές φορές και ότι ανησυχούσες. Και δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι…» Η φωνή αλλοιώθηκε. Έγινε βραχνή και αγνώριστη, με έναν παρατεταμένο τόνο οδύνης. «Αυτό ήθελα να σου πω, είμαι εδώ τώρα». Κλικ. Η Ερίκα έμεινε να στέκεται παντελώς ακίνητη για κάνα δυο δευτερόλεπτα. Έπειτα έπεσε αργά κάτω στο πάτωμα και έκλαψε. Κρατούσε ακόμη το κουτί του καφέ σπασμωδικά σφιχτά στο χέρι της.

«Δεν θα πρέπει να πας στη δουλειά σύντομα εσύ;» Η Ρίτα κοίταξε αυστηρά τον Μέλμπεργ ενώ άλλαζε ταυτόχρονα τον Λίο. «Δουλεύω από το σπίτι μετά το μεσημεριανό». «Α, μάλιστα, εργασία στο σπίτι…» είπε η Ρίτα με μια ματιά όλο νόημα στην τηλεόραση, που έδειχνε ένα πρόγραμμα για άτομα που έφτιαχναν μηχανές από παλιοσίδερα, για να κάνουν μετά αγώνες με αυτές.

«Συγκεντρώνω δυνάμεις. Είναι κι αυτό σημαντικό. Η δουλειά του αστυνομικού μπορεί να προκαλέσει εύκολα υπερκόπωση και να κάψει κάποιον». Ο Μέλμπεργ σήκωσε ψηλά τον Λίο στον αέρα ενώ το μικρό αγόρι ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Η Ρίτα μαλάκωσε. Δεν μπορούσε να είναι θυμωμένη μαζί του. Βέβαια έβλεπε κι αυτή ό,τι και οι άλλοι: ότι ο Μέλμπεργ ήταν ένα βόδι και μισό, ότι μπορούσε να είναι απίστευτα αδέξιος, ότι δεν σκεφτόταν και πολύ και ότι δεν έμπαινε στον κόπο να κάνει περισσότερα απ’ όσα χρειάζονταν. Ταυτόχρονα όμως έβλεπε και μιαν άλλη πλευρά. Ότι το πρόσωπό του φωτιζόταν μόλις έβλεπε τον Λίο, ότι δεν δίσταζε ποτέ να αλλάξει την πάνα του μικρού ή να σηκωθεί καταμεσής της νύχτας αν ο Λίο έκλαιγε, ότι φερόταν στην ίδια σαν να ήταν βασίλισσα και ότι την κοιτούσε σαν να ήταν το δώρο του Θεού στον άντρα. Είχε μάλιστα πέσει με τα μούτρα να μάθει να χορεύει σάλσα, κάτι που ήταν το μεγάλο της πάθος. Βέβαια δεν θα γινόταν ποτέ ο βασιλιάς της πίστας, αλλά μπορούσε να τη συνοδεύει στον χορό αρκετά ικανοποιητικά χωρίς να της προκαλεί σοβαρούς τραυματισμούς στα πόδια. Ήξερε επίσης ότι ο Μέλμπεργ αγαπούσε τον γιο του, τον Σίμον, πολύ και ειλικρινά. Τον Σίμον, που θα γινόταν σύντομα δεκαεφτά χρόνων και είχε μπει στη ζωή του Μπέρτιλ μόλις πριν από μερικά χρόνια, αλλά που, κάθε φορά που η

κουβέντα ερχόταν σ’ εκείνον, τα μάτια του έλαμπαν από περηφάνια. Και πάντα του τηλεφωνούσε και του έδειχνε ότι ήταν εκεί για ό,τι ήθελε ο γιος του. Όλα αυτά την έκαναν να αγαπά τον Μπέρτιλ Μέλμπεργ τόσο πολύ, που ένιωθε καμιά φορά την καρδιά της να πονά από την πολλή αγάπη. Πήγε στην κουζίνα. Όσο ετοίμαζε το μεσημεριανό, σκεφτόταν με θλίψη τις κοπέλες. Κάτι δεν ήταν όπως θα έπρεπε να είναι, το είχε καταλάβει. Πονούσε σαν έβλεπε εκείνη τη θλιμμένη έκφραση στο πρόσωπο της Πάουλα. Υπέθετε πως ούτε η Πάουλα ήξερε ακριβώς τι δεν πήγαινε καλά. Η Γιοχάνα είχε κλειστεί στον εαυτό της και είχε απομακρυνθεί απ’ όλους, όχι μόνο από την Πάουλα. Ίσως να ήταν ενοχλητικό να ζει κανείς με τόσο πολλά άτομα γύρω του. Μπορούσε να καταλάβει ότι η Γιοχάνα ίσως να μη θεωρούσε τόσο ευχάριστο να μοιράζεται το διαμέρισμα με τη μητέρα της Πάουλα και με τον θετό της πατέρα – και δύο σκυλιά αποπάνω. Αλλά ταυτόχρονα ήταν καλό, από πρακτική άποψη, που ο Μπέρτιλ και η ίδια μπορούσαν να φυλάνε τον Λίο όσο δούλευαν οι κοπέλες. Αντιλαμβανόταν, φυσικά, ότι κάτι τέτοιες καταστάσεις κούραζαν, ότι έπρεπε να τις ενθαρρύνει να βρουν κάτι δικό τους. Ανακάτευε το κρέας στην κατσαρόλα και στενοχωριόταν πολύ με τη σκέψη ότι δεν θα μπορούσε να

σηκώνει τον Λίο από την κούνια του το πρωί όταν καθόταν εκεί αγουροξυπνημένος και της χαμογελούσε. Η Ρίτα σκούπισε τα δάκρυα με το χέρι της. Πρέπει να έφταιγε το κρεμμύδι που είχε ρίξει στο φαγητό, γιατί δεν μπορεί μεγάλη γυναίκα να στέκεται και να κλαίει μέρα μεσημέρι σχεδόν. Ξεροκατάπιε κι ευχήθηκε να μπορέσουν τα κορίτσια να λύσουν αυτό το πρόβλημα μόνα τους. Δοκίμασε το φαγητό κι έριξε λίγο ακόμα τσίλι. Έπρεπε να νιώθει το κάψιμο σε όλο το κορμί. Αν αυτό δεν συνέβαινε, το φαγητό ήθελε κι άλλο τσίλι. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του Μπέρτιλ, που ήταν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, κι εκείνη πήγε εκεί και κοίταξε την οθόνη. Από το τμήμα. Βέβαια, είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται πού ήταν ο Μπέρτιλ, σκέφτηκε η Ρίτα, που πήρε αμέσως το κινητό και πήγε στο καθιστικό. Αλλά σταμάτησε στο άνοιγμα της πόρτας με το τηλέφωνο να χτυπάει στο χέρι της. Ο Μπέρτιλ καθόταν στον καναπέ και κοιμόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στην πλάτη του επίπλου και το στόμα ορθάνοιχτο. Ο Λίο ήταν κουλουριασμένος πάνω στη μεγάλη του κοιλιά. Η μικρή γροθιά του ήταν κάτω από το μάγουλο και κοιμόταν κι αυτός παίρνοντας ήρεμες, βαθιές ανάσες, που έκαναν το μικρό του στέρνο να κινείται στον ίδιο ρυθμό με το στέρνο του παππού Μπέρτιλ. Η Ρίτα πάτησε το κόκκινο κουμπί. Το τμήμα

μπορούσε να περιμένει. Ο Μπέρτιλ είχε σημαντικότερα πράγματα να κάνει.

«Μια χαρά πήγε το Σάββατο». Ο Άντερς κοίταξε ερευνητικά τη Βίβιαν. Φαινόταν κουρασμένη κι εκείνος αναρωτήθηκε αν η αδελφή του συνειδητοποιούσε πόσο πολύ την κούραζε αυτό το πράγμα. Ίσως να τους είχε προλάβει τελικά το παρελθόν τους. Αλλά ήξερε ότι δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να πει κάτι, εκείνη δεν ήθελε ν’ ακούει τίποτα γι’ αυτό. Ήταν πολύ πεισματάρα και αποφασιστική, κι αυτός ήταν ο λόγος που εκείνη – πιθανώς κι αυτός– είχε επιζήσει. Ο ίδιος πάντα εξαρτιόταν από εκείνη. Τον είχε φροντίσει και είχε κάνει τα πάντα γι’ αυτόν. Αλλά τώρα αναρωτιόταν αν όλα αυτά δεν είχαν αρχίσει να αλλάζουν, αν οι δυο τους δεν είχαν αρχίσει σιγά σιγά ν’ αλλάζουν όρους. «Πώς τα πας με τον Έρλινγκ;» ρώτησε εκείνος. Η αδελφή του έκανε μια γκριμάτσα. «Ξέρεις, αν δεν τον έβαζα για ύπνο κάθε βράδυ, δεν ξέρω αν θ’ άντεχα να τα βγάλω πέρα» είπε εκείνη μ’ ένα άχαρο γέλιο. «Είμαστε σχεδόν στο τέρμα τώρα» είπε εκείνος για να την

παρηγορήσει, αλλά είδε πως τα λόγια αυτά δεν είχαν την αναμενόμενη επίδραση. Η Βίβιαν είχε πάντα ένα ιδιαίτερο φως μέσα της και, παρόλο που κανένας άλλος δεν το πρόσεχε, εκείνος μπορούσε να δει ότι αυτό είχε αρχίσει να αργοσβήνει. «Πιστεύεις ότι θα βρουν τον υπολογιστή;» Η Βίβιαν σκίρτησε. «Μπα, θα έπρεπε ήδη να τον είχαν βρει, αν ήταν, δεν νομίζεις;» «Ναι». Έπεσε σιωπή στην αίθουσα. «Προσπάθησα να σου τηλεφωνήσω χτες» είπε διστακτικά η Βίβιαν. Ο Άντερς ένιωσε ένταση στο κορμί του. «Ναι;» «Δεν απαντούσες όλο το βράδυ». «Είχα κλείσει το τηλέφωνο» είπε εκείνος για να αποφύγει περαιτέρω συζήτηση. «Όλο το βράδυ;» «Ήμουν κουρασμένος, υποθέτω, οπότε έκανα ένα μπάνιο στην μπανιέρα και κάθισα εκεί και διάβασα λίγο. Έπειτα ασχολήθηκα και λίγο με τις αναφορές». «Α, μάλιστα» είπε εκείνη, αλλά εκείνος κατάλαβε ότι δεν τον πίστευε.

Δεν είχαν ποτέ μυστικά μεταξύ τους παλιότερα, αλλά κι αυτό είχε αλλάξει. Ταυτόχρονα είχαν έρθει πιο κοντά από κάθε άλλη φορά ο ένας στον άλλο. Αυτός δεν ήξερε καν πώς έπρεπε να τα ερμηνεύσει αυτά. Τώρα που ο στόχος ήταν μπροστά τους, τα πράγματα δεν φαίνονταν πια τόσο αυτονόητα και οι σκέψεις αυτές τον κρατούσαν ξάγρυπνο και τον έκαναν να στριφογυρίζει στο κρεβάτι τις νύχτες. Αυτό που ήταν παλιότερα τόσο απλό φαινόταν τώρα πολύ δύσκολο και περίπλοκο. Πώς θα μπορούσε να της το πει; Είχε τις λέξεις στην άκρη της γλώσσας του συνεχώς, αλλά, όταν άνοιγε το στόμα του, ακουγόταν μόνο η σιωπή. Δεν μπορούσε. Γιατί της χρωστούσε τόσο πολλά. Μπορούσε ακόμη να νιώσει τη μυρωδιά των τσιγάρων και του ποτού, ν’ ακούσει το χτύπημα των ποτηριών και τον ήχο ανθρώπων που μούγκριζαν σαν ζώα. Η Βίβιαν και αυτός κουλουριασμένοι κάτω από το κρεβάτι της. Εκείνη να τον κρατάει αγκαλιά και, παρόλο που δεν ήταν πιο μεγαλόσωμη από τον ίδιο, εκείνος να τη νιώθει σαν γίγαντα που εξέπεμπε εκείνη την ασφάλεια η οποία μπορούσε να τον προστατεύει από κάθε κακό. «Πάντως είχε μεγάλη επιτυχία το Σάββατο, απ’ ό,τι άκουσα!» είπε ο Έρλινγκ βγαίνοντας από την τουαλέτα και σκουπίζοντας τα βρεγμένα χέρια του στο παντελόνι του.

«Μόλις μίλησα με τον Μπέρτιλ και ακούστηκε φοβερά λυρικός στις περιγραφές του. Είσαι απίθανη, το ξέρεις;» Κάθισε δίπλα στη Βίβιαν κι έβαλε το χέρι του γύρω από τους ώμους της με μια έκφραση ιδιοκτήτη. Έπειτα της έριξε ένα υγρό φιλί στο μάγουλο, και ο Άντερς την είδε να πασχίζει πολύ για να μην τραβηχτεί. Τουλάχιστον, η Βίβιαν του χαμογέλασε γλυκά και ήπιε μια γουλιά από την κούπα με το τσάι που ήταν πάνω στο τραπέζι. «Το μόνο που τους φάνηκε προβληματικό ήταν το φαγητό». Ανάμεσα στα φρύδια του Έρλινγκ εμφανίστηκε μια ρυτίδα. «Ο Μπέρτιλ δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος με αυτά που σερβίραμε. Δεν ξέρω αν μοιράζονται και οι άλλοι την άποψή του, αλλά αυτός είναι που έχει τη μεγαλύτερη επιρροή – και θα πρέπει ν’ ακούμε τις επιθυμίες των πελατών μας». «Τι ακριβώς ήταν αυτό που δεν άρεσε;» ρώτησε η Βίβιαν. Η φωνή της ακούστηκε ψυχρή, κάτι που φάνηκε να μην καταλαβαίνει ο Έρλινγκ. «Το σίγουρο είναι πως είχε πάρα πολλά λαχανικά – και άλλα παράξενα, απ’ ό,τι κατάλαβα. Και δεν υπήρχαν πολλές σάλτσες. Έτσι ο Μπέρτιλ πρότεινε ότι θα έπρεπε να έχουμε ένα πιο παραδοσιακό μενού που να τραβάει τον κόσμο, την παλιά καλή σουηδική κουζίνα, με άλλα λόγια». Ο Έρλινγκ έλαμπε από ενθουσιασμό και φαινόταν να

περιμένει επευφημίες κι αποπάνω. Η Βίβιαν όμως φαινόταν πως δεν άντεχε άλλο. Σηκώθηκε και κάρφωσε τον Έρλινγκ με το βλέμμα της. «Φαίνεται πως ο χρόνος στα σεμινάρια πήγε εντελώς χαμένος. Πίστευα ότι είχες καταλάβει τη φιλοσοφία μου, την άποψή μου για το τι είναι σημαντικό για το σώμα και την ψυχή. Αυτό εδώ είναι ένας οίκος υγείας και σερβίρουμε όσα δίνουν θετική δύναμη και ενέργεια, όχι σκουπίδια που μας προκαλούν εμφράγματα και καρκίνο». Έκανε μεταβολή κι έφυγε αμέσως από εκεί. Η πλεξούδα μαστίγωνε τη ράχη της στον ρυθμό των βημάτων της. «Ωχ» έκανε ο Έρλινγκ, καταφανώς έκπληκτος από την υποδοχή που είχαν οι απόψεις του. «Πρέπει να χτύπησα κάποιο ευαίσθητο σημείο εδώ». «Ναι, μάλλον» είπε κοφτά ο Άντερς. Ας έκανε ό,τι ήθελε ο Έρλινγκ. Σύντομα τίποτα δεν θα είχε σημασία. Έπειτα τον έπιασε πάλι το άγχος. Τώρα ήταν αναγκασμένος να μιλήσει με τη Βίβιαν. Θα αναγκαζόταν να της τα πει όλα.

«Τι είναι αυτό που ψάχνουμε;» ρώτησε ο Μάρτιν. Κοίταξε αβέβαιος τον Πάτρικ, ο οποίος κούνησε αργά το

κεφάλι του. «Πραγματικά δεν ξέρω. Νομίζω ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη διαίσθησή μας, να διαβάσουμε αυτά που γράφουν οι φάκελοι και να δούμε αν κάτι αξίζει τον κόπο να το δούμε από κοντά». Άρχισαν να ξεφυλλίζουν έγγραφα απόλυτα σιωπηλοί. «Γαμώτο» έκανε ύστερα από λίγο ο Πάτρικ – και ο Μάρτιν έγνεψε συμφωνώντας. «Αυτό εδώ είναι μόνο ο τελευταίος χρόνος. Ούτε καν αυτός. Και το Φριστάντ είναι μόνο μία ανάμεσα στις πολλές παρόμοιες οργανώσεις. Και δεν έχουμε κανένα στοιχείο για το τι συμβαίνει στη ζωή αυτών των γυναικών». Ο Μάρτιν έκλεισε προσεκτικά έναν φάκελο, τον άφησε στην άκρη και άνοιξε τον επόμενο. «Απλώς δεν καταλαβαίνω…» έκανε ο Πάτρικ, εκφράζοντας φωναχτά τη σκέψη που τριγύριζε στο μυαλό του από τότε που είχαν έρθει σε επαφή με το Φριστάντ. «Τι δειλά καθάρματα» είπε συμφωνώντας και ο Μάρτιν. «Κι αυτό φαίνεται πως μπορεί να επηρεάσει τον καθένα. Δεν έχω συναντήσει πολλές φορές την Άννα, αλλά φαίνεται θαρραλέα γυναίκα και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεγελαστεί ξανά από κάποιον σαν τον πρώην της». «Απολύτως σωστό». Το πρόσωπο του Πάτρικ σκοτείνιασε μόλις σκέφτηκε τον Λούκας. Εκείνος ο καιρός ήταν, ευτυχώς,

παρελθόν πια, αλλά ο Λούκας είχε κάνει μεγάλη ζημιά στην οικογένειά του πριν πεθάνει. «Εύκολο να λες ότι δεν καταλαβαίνεις πώς κάποια μένει μ’ έναν άντρα που την κακοποιεί». Ο Μάρτιν έβαλε άλλον έναν φάκελο πάνω στο τραπέζι και πήρε βαθιά ανάσα. «Αναρωτιέμαι πώς είναι γι’ αυτούς που δουλεύουν εδώ κι εκεί και έρχονται σε επαφή με τέτοιες καταστάσεις καθημερινά. Ίσως να μην ήταν τόσο περίεργο που ο Σβερίν μπούχτισε και μετακόμισε στη Φιελμπάκα». «Είναι πάντως ένας καλός κανόνας αυτό που είπε η Λέιλα, ότι αλλάζουν πρόσωπα επαφής συνεχώς. Αλλιώς θα ήταν εντελώς αδύνατον να μην επηρεαστεί το προσωπικό». «Δεν πιστεύεις όμως ότι αυτό συνέβη στον Σβερίν, έτσι δεν είναι;» έκανε ο Μάρτιν. «Ότι η επίθεση συνδέεται με κάποιον από εδώ. “Παθιασμένοι” ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε η Λέιλα. Κάποιος από τους άντρες ίσως να είχε την άποψη πως ο Σβερίν ήταν κάτι παραπάνω από μια επαφή και αποφάσισε να τον προειδοποιήσει». Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Έκανα κι εγώ παρόμοιες σκέψεις. Αλλά ποιος μπορεί να είναι;» Έδειξε τη στοίβα των φακέλων στο γραφείο. «Η Λέιλα ισχυρίζεται εξάλλου ότι δεν ξέρει τίποτα τέτοιο και δεν

νομίζω ότι θα βγει κάτι, αν την πιέσουμε τώρα». «Μπορούμε να μιλήσουμε με τους άλλους υπαλλήλους και ίσως ακόμα να δούμε αν μπορούμε να μιλήσουμε με κάποια ή κάποιες από τις γυναίκες. Είμαι σίγουρος ότι το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει και ότι κάτι τέτοιο θα μαθαινόταν γρήγορα». «Χμ, δίκιο έχεις» είπε ο Πάτρικ. «Αλλά θα ήθελα να είχαμε περισσότερα στοιχεία πριν αρχίσουμε να τα σκαλίζουμε για τα καλά αυτά». «Και πώς θα τα αποκτήσουμε;» Ο Μάρτιν πέρασε με ανυπομονησία τα χέρια του από τα κοντά κόκκινα μαλλιά του και τα έκανε να σηκωθούν όρθια. «Λέω να μιλήσουμε με τους γείτονες του Ματς. Η επίθεση εναντίον του έγινε άλλωστε μπροστά στην είσοδο και ίσως να είδε κάποιος κάτι χωρίς να σκεφτεί να το αναφέρει. Θα μάθουμε ούτως ή άλλως και τα ονόματα των γυναικών που είχαν τον Ματς ως πρόσωπο επαφής – και ας ευχηθούμε να βρούμε κάποιο λόγο να επιστρέψουμε». «Εντάξει» είπε ο Μάρτιν κι έσκυψε το κεφάλι, για να συνεχίσει το διάβασμα. Είχαν κλείσει τον τελευταίο φάκελο, όταν μπήκε φουριόζα η Λέιλα. Κρέμασε το μπουφάν της και την τσάντα της πίσω από την πόρτα. «Βρήκατε τίποτα ενδιαφέρον;»

«Μπα, δύσκολο να πούμε κάτι τέτοιο σε αυτό το στάδιο. Αλλά τώρα έχουμε τα ονόματα αυτών με τους οποίους ο Ματς είχε έρθει σε επαφή. Σ’ ευχαριστούμε που μας άφησες να τα κοιτάξουμε». Ο Πάτρικ μάζεψε τους φακέλους σε μια νοικοκυρεμένη στοίβα, την οποία η Λέιλα πήρε και έβαλε πίσω στο αρχείο. «Μπα, δεν κάνει τίποτα. Ελπίζω ειλικρινά να καταλάβατε ότι θέλουμε να κάνουμε τα πάντα για να συνεργαστούμε». Στάθηκε ακουμπώντας στα ράφια με τα ντοσιέ. «Και το εκτιμούμε απεριόριστα αυτό» είπε ο Πάτρικ και σηκώθηκε μαζί με τον Μάρτιν. «Τον συμπαθούσαμε πολύ τον Μάτε. Ήταν το είδος του ανθρώπου που δεν έκρυβε κακό μέσα του. Αυτό να μην το ξεχνάτε όσο θα δουλεύετε αυτή την υπόθεση». «Δεν το ξεχνάμε» είπε ο Πάτρικ και της έδωσε το χέρι. «Πίστεψέ με. Δεν το ξεχνάμε».

«Γιατί δεν απαντά κανένας, που να πάρει ο διάβολος;» έκανε εξοργισμένη η Πάουλα. «Ούτε ο Μέλμπεργ το σήκωσε δηλαδή;» έκανε ο Γιέστα. «Όχι, ούτε ο Πάτρικ λέει ν’ απαντήσει. Το τηλέφωνο του Μάρτιν σε στέλνει απευθείας σε αυτόματο τηλεφωνητή, άρα

πρέπει να είναι απενεργοποιημένο». «Καλά, το ότι δεν απαντά ο Μέλμπεργ δεν με εκπλήσσει, σίγουρα θα είναι ξαπλωμένος στο σπίτι και θα κοιμάται. Αλλά τον Χέντστρεμ τον βρίσκει κανείς στο κινητό». «Σίγουρα θα είναι απασχολημένος με κάτι. Ας το αναλάβουμε εμείς αυτό εδώ προς το παρόν και τους ενημερώνουμε όταν τους βρούμε». Έστριψε στο πάρκινγκ του νοσοκομείου της Ουντεβάλα και σταμάτησε το αυτοκίνητο. «Σίγουρα στην εντατική θα τους έχουν» είπε εκείνη και προχώρησε μπροστά από τον Γιέστα προς την είσοδο. Βρήκαν το ασανσέρ που έπρεπε να πάρουν, μπήκαν και στάθηκαν ανυπόμονοι εκεί μέχρι να τους ανεβάσει επάνω. «Πολύ δυσάρεστο αυτό εδώ» είπε ο Γιέστα. «Ναι, σκέφτομαι πόσο θα ανησυχούν οι γονείς τους. Πού να το βρήκαν αυτό το σκατόπραμα; Εφτά χρόνων είναι μόνο τα άτιμα». Ο Γιέστα κούνησε το κεφάλι. «Ναι, καλή ερώτηση αυτή». «Για να δούμε τι θα μας πούνε». Όταν μπήκαν στο τμήμα της εντατικής, η Πάουλα σταμάτησε τον πρώτο γιατρό που είδαν. «Γεια σας, είμαστε εδώ λόγω των παιδιών που σας έφεραν από το σχολείο της Φιελμπάκα».

Ο ψηλός άντρας με την ιατρική ρόμπα έγνεψε. «Εγώ τα έχω αναλάβει. Ακολουθήστε με». Άρχισε να περπατάει με τόσο μεγάλες δρασκελιές, ώστε η Πάουλα και Γιέστα άρχισαν σχεδόν να τρέχουν για να τον προλάβουν. Η Πάουλα προσπαθούσε να αναπνέει μόνο με το στόμα. Απεχθανόταν τη μυρωδιά και την αίσθηση των νοσοκομείων. Ήταν ένα περιβάλλον που το απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι, αλλά, με το επάγγελμα που είχε επιλέξει, αναγκαζόταν να επισκέπτεται νοσοκομεία πολύ συχνότερα απ’ όσο η ίδια θα ήθελε. «Δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο» είπε ο ψηλός γιατρός πάνω από τον ώμο του. «Αντέδρασαν πολύ γρήγορα από το σχολείο και εμείς είχαμε ένα ασθενοφόρο εκεί κοντά, οπότε τους έφεραν εδώ σχετικά σύντομα και μπορέσαμε να ελέγξουμε αμέσως την κατάστασή τους». «Είναι ξύπνια;» ρώτησε η Πάουλα. Ήταν λίγο λαχανιασμένη από το τρέξιμο στον διάδρομο και υπενθύμισε στον εαυτό της να ξαναρχίσει την προπόνηση αντοχής. Τα πράγματα δεν πήγαιναν πολύ καλά με την προπόνηση τελευταία. Έφταιγαν και οι τεράστιες μερίδες από τα φαγητά της Ρίτας. «Ξύπνια είναι – κι αν συμφωνούν οι γονείς, μπορείτε να

τους μιλήσετε». Ο γιατρός σταμάτησε έξω από μια πόρτα που ήταν σχεδόν στο τέλος του διαδρόμου. «Αφήστε να μπω εγώ πρώτα και να μιλήσω στους γονείς. Από ιατρική σκοπιά, δεν υπάρχει πρόβλημα να μιλήσετε με τα αγόρια. Υποθέτω πως θέλετε πολύ να μάθετε πού βρήκαν την κοκαΐνη». «Είσαι σίγουρος ότι είναι κοκαΐνη;» ρώτησε η Πάουλα. «Ναι, αυτό έδειξε η ανάλυση αίματος». Ο γιατρός έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στον θάλαμο. Η Πάουλα και ο Γιέστα πήγαιναν πέρα δώθε στον διάδρομο όσο περίμεναν. Έπειτα από μερικά λεπτά η πόρτα άνοιξε ξανά και βγήκαν μερικοί ενήλικες με σοβαρή έκφραση και κατακόκκινο από το κλάμα πρόσωπο και πήγαν προς το μέρος τους. «Γεια σας, είμαστε από την αστυνομία του Τάνουμ» είπε η Πάουλα και έσφιξε τα χέρια ολωνών. Ο Γιέστα έκανε το ίδιο και αποδείχτηκε ότι με μερικούς γονείς γνωρίζονταν. Αυτό θύμισε στην Πάουλα το μειονέκτημα του να είναι κανείς νεοφερμένος στην περιοχή. Είχε αρχίσει βέβαια να κάνει κάποιες γνωριμίες τώρα, αλλά αυτό έπαιρνε χρόνο. «Μήπως ξέρετε πού βρήκαν το ναρκωτικό;» είπε μία από τις μητέρες και σκούπισε τα μάτια της μ’ ένα μαντίλι.

«Πιστεύεις ότι είναι ασφαλή στο σχολείο…» Η φωνή της άρχισε να τρέμει και στηρίχτηκε πάνω στον άντρα της, που την αγκάλιασε. «Τα παιδιά δεν είπαν τίποτα δηλαδή;» «Όχι, υποθέτω πως θα ντρέπονται. Τους είπαμε ότι δεν θα μπλέξουν σε τίποτα, αλλά δεν τους πήραμε κουβέντα ακόμη και δεν θέλαμε να τα πιέσουμε» είπε ένας από τους μπαμπάδες. Αν και φαινόταν να διατηρεί τον αυτοέλεγχό του, τα μάτια του ήταν κατακόκκινα. «Θα σας πείραζε να τους μιλούσαμε εμείς μόνοι μας; Σας υποσχόμαστε να μην τα τρομάξουμε» είπε η Πάουλα μ’ ένα στραβό χαμόγελο. Υποψιαζόταν ότι η ίδια δεν έδειχνε ιδιαίτερα απειλητική, ενώ ο Γιέστα φαινόταν σαν ένα ευγενικό, θλιμμένο σκυλί. Δυσκολευόταν πολύ να φανταστεί ότι κάποιος από τους δυο τους θα μπορούσε να τρομάξει οποιονδήποτε – και μάλλον συμφωνούσαν και οι γονείς, μια που έγνεφαν τώρα καταφατικά. «Δεν πάμε να πιούμε έναν καφέ εμείς εν τω μεταξύ;» έκανε ο πατέρας με τα κόκκινα μάτια και οι υπόλοιποι φάνηκαν να συμφωνούν. Στράφηκε προς την Πάουλα και τον Γιέστα. «Θα είμαστε κάτω στην αίθουσα αναμονής. Και θα το

εκτιμούσαμε να μας ενημερώσετε, αν μάθετε κάτι». «Απολύτως» είπε ο Γιέστα και τον χτύπησε στον ώμο. Μπήκαν στον θάλαμο. Τα αγόρια ήταν το ένα δίπλα στο άλλο και έμοιαζαν με τρία αδύναμα πλάσματα που κείτονταν το καθένα στο κρεβάτι του. «Γεια σου» είπε η Πάουλα και πήρε προς απάντηση τρία αδύναμα «γεια». Εκεί που σκεφτόταν με ποιο παιδί έπρεπε ν’ αρχίσει, είδε τα δύο άλλα παιδιά να κοιτάζουν το τρίτο, ένα αγόρι με σκούρα σγουρά μαλλιά. Αποφάσισε ν’ αρχίσει από αυτό. «Πάουλα με λένε». Τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι του και έγνεψε στον Γιέστα να κάνει το ίδιο. «Πώς σε λένε;» «Γιουν» είπε το αγόρι αδύναμα, αλλά δεν τολμούσε να την κοιτάξει στα μάτια. «Πώς αισθάνεσαι;» «Έτσι κι έτσι». – Έπαιζε νευρικά με την κουβέρτα του. «Τι ιστορία κι αυτή, ε;» Επικεντρώθηκε εντελώς στον Γιουν, αλλά είδε με την άκρη του ματιού της τα άλλα αγόρια να ακούνε με προσοχή. «Ναι…» Την κοίταξε. «Είσαι πραγματική αστυνομικίνα;» Η Πάουλα γέλασε δυνατά. «Και βέβαια είμαι. Δεν μοιάζω με αστυνομικός;» «Μπα, όχι στ’ αλήθεια. Ξέρω ότι υπάρχουν γυναίκες στην

αστυνομία, αλλά εσύ είσαι τόσο μικροκαμωμένη». Χαμογέλασε ντροπαλά. «Πρέπει να υπάρχουν και μικρόσωμοι αστυνομικοί. Τι θα γίνει, αν χρειαστεί να μπούμε σε μικρούς χώρους, για παράδειγμα;» έκανε εκείνη και ο Γιουν έγνεψε σαν αυτό που άκουσε να ήταν κάτι απολύτως αυτονόητο. «Θέλεις να δεις ταυτότητα αστυνομικού;» Εκείνος έγνεψε ανυπόμονα ξανά και τα άλλα δύο αγόρια τέντωσαν τον λαιμό τους. «Δεν βγάζεις τη δική σου, Γιέστα, για να τη δουν και οι άλλοι;» Ο Γιέστα χαμογέλασε, σηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι που ήταν πιο κοντά του. «Ουάου, έχετε από αυτό εκεί το σήμα. Όπως στην τηλεόραση» είπε ο Γιουν. Το κοίταξε για λίγο και μετά το επέστρεψε. «Πολύ επικίνδυνο πράγμα αυτό που βρήκατε, πάντως. Ελπίζω να το καταλάβατε, έτσι δεν είναι;» Η Πάουλα προσπαθούσε να μην ακούγεται αυστηρή. «Μμ…» Ο Γιουν χαμήλωσε ξανά το βλέμμα και άρχισε να παίζει με την κουβέρτα. «Νομίσαμε ότι ήταν καραμελόσκονη».

«Ναι, όντως μοιάζει λίγο σαν εκείνη τη σκόνη χόκεϊ» είπε η Πάουλα. «Μάλλον κι εγώ το ίδιο λάθος θα είχα κάνει». Ο Γιέστα είχε καθίσει ξανά και η Πάουλα περίμενε μπας και είχε καμιά ερώτηση, αλλά εκείνος φαινόταν πως ήθελε ν’ αφήσει αυτή να κάνει τις ερωτήσεις. Όχι πως την πείραζε. Πάντα τα πήγαινε καλά με τα παιδιά. «Ο μπαμπάς λέει ότι ήταν ναρκωτικά» είπε ο Γιουν και τράβηξε μια κλωστή από την κουβέρτα. «Ναι. Ξέρεις τι είναι τα ναρκωτικά;» «Είναι σαν δηλητήριο, αν και δεν πεθαίνεις». «Κι όμως, μπορεί να πεθάνει κανείς από ναρκωτικά. Αλλά έχεις δίκιο που λες ότι είναι σαν δηλητήριο. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μας βοηθήσετε να μάθουμε από πού προήλθαν, για να μη δηλητηριαστούν κι άλλοι». Εκείνη μιλούσε ήρεμα και φιλικά και ο Γιουν άρχισε να χαλαρώνει όλο και περισσότερο. «Σίγουρα δεν είστε θυμωμένοι;» Την κοίταξε στα μάτια. Το κάτω χείλι του έτρεμε λίγο. «Σιγουρότατα. Φιλάω εκατό σταυρούς, αν θέλεις» του είπε με την ελπίδα ότι η έκφραση αυτή θα γινόταν αρκούντως κατανοητή. «Ούτε η μαμά και ο μπαμπάς είναι θυμωμένοι. Ανήσυχοι είναι μόνο». «Ήταν χτες εκεί στις πολυκατοικίες» είπε ο Γιουν. «Ρίχναμε μπαλάκια του τένις στους τοίχους. Ή μάλλον

δίπλα. Υπάρχει ένα εργοστάσιο –νομίζω πως είναι εργοστάσιο– με τοίχους ψηλούς και χωρίς παράθυρα. Δεν σπάμε και τζάμια έτσι. Έτσι πηγαίνουμε εκεί και παίζουμε τένις τοίχου. Μετά, μόλις τελειώσαμε και φεύγαμε για το σπίτι, είπαμε να ψάξουμε για κανένα μπουκάλι έξω από τις πολυκατοικίες, και τότε βρήκαμε αυτή εκεί τη σακούλα. Νομίζαμε ότι ήταν καραμέλες». Τώρα η κλωστή είχε κοπεί εντελώς, αφήνοντας ένα σημάδι στο ύφασμα. «Και γιατί δεν τις δοκιμάσατε αμέσως, αφού νομίζατε πως ήταν καραμέλες;» ρώτησε ο Γιέστα. «Σκεφτήκαμε πως ήταν υπέροχο που είχαμε βρει τόση σκόνη και θέλαμε να την πάρουμε μαζί μας στο σχολείο σήμερα και να τη δείξουμε και στους άλλους. Σκεφτήκαμε ότι θα ήταν πιο συναρπαστικό να τη δοκιμάσουμε όταν θα ήταν όλοι εκεί. Αν και την περισσότερη θα την τρώγαμε εμείς. Απλώς θα κερνούσαμε και τους άλλους λίγο». «Σε ποιον κάδο ήταν;» ρώτησε η Πάουλα. – Ήξερε για ποιο βιομηχανικό κτίριο μιλούσε ο Γιουν, αλλά ήθελε να βεβαιωθεί απολύτως. «Σε αυτόν που είναι στο πάρκινγκ. Τον βλέπεις αμέσως μόλις περνάς την καγκελόπορτα που οδηγεί εκεί που παίζαμε τένις».

«Και δίπλα ακριβώς, στα δεξιά, είναι μόνο δάσος και λόφοι, έτσι δεν είναι;» «Ναι, αυτό είναι». Η Πάουλα κοίταξε τον Γιέστα. Ο κάδος όπου τα παιδιά είχαν βρει την κοκαΐνη ήταν τοποθετημένος ακριβώς έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας του Ματς Σβερίν. «Ευχαριστώ πολύ, παιδιά, μας βοηθήσατε περισσότερο απ’ όσο φαντάζεστε» είπε εκείνη και σηκώθηκε. Το στομάχι της σφίχτηκε λίγο. Ίσως να είχαν επιτέλους βρει εκείνη την πολυπόθητη άκρη στην έρευνα.

Φιελμπάκα 1871

Ο πάστορας ήταν μεγαλόσωμος και άρπαξε με ευγνωμοσύνη το απλωμένο χέρι του Καρλ, που τον βοήθησε ν’ ανέβει στην αποβάθρα. Η Έμελι υποκλίθηκε σιωπηλά. Δεν είχε πάει ποτέ της σε λειτουργία όσο ήταν στη Φιελμπάκα και τώρα στεκόταν με κατακόκκινα μάγουλα και ήλπιζε ότι ο πάστορας δεν θα νόμιζε πως αυτό οφειλόταν σε έλλειψη θέλησης και πίστης από μέρους της. «Ναι, πραγματική ερημιά εδώ πέρα. Αλλά είναι πολύ όμορφα» πρόσθεσε ο ιερέας. «Μένει και κάποιος άλλος εδώ, έτσι δεν είναι;» «Ο Γιούλιαν» είπε ο Καρλ. «Έχει δουλειά πέρα στον φάρο. Αλλά μπορώ να πάω να τον φέρω, αν θέλετε». «Ναι, ευχαρίστως να πας». Ο πάστορας ξεκίνησε να κατευθύνεται μόνος του προς το σπίτι. «Μια που ήρθα εδώ

έξω, σ’ ετούτη τη βραχονησίδα, καλύτερα να γνωριστώ με όλους τους κατοίκους». Γέλασε και άνοιξε την πόρτα για να περάσει η Έμελι, ενώ ο Καρλ κατευθύνθηκε προς τον φάρο. «Έχετε ένα νοικοκυρεμένο και όμορφο σπίτι» είπε ο πάστορας και κοίταξε γύρω του. «Μα τι να δουν τα δικά σας μάτια από το φτωχικό μας;» Η Έμελι συνέλαβε τον εαυτό της να κρύβει τα χέρια πίσω από την ποδιά της. Είχαν τα χάλια τους με τόσα βουρτσίσματα και σφουγγαρίσματα, αλλά δεν αρνιόταν ότι της έδωσαν μεγάλη χαρά τα επαινετικά λόγια του. «Δεν θα πρέπει να περιφρονούμε το απλό. Και απ’ ό,τι βλέπω, ο Καρλ πρέπει να είναι ευτυχισμένος που έχει μια τόσο ικανή σύζυγο». Κάθισε στον πάγκο της κουζίνας. Η Έμελι βρέθηκε σε τέτοια αμηχανία, που δεν ήξερε τι να απαντήσει. Πήγε κι έβαλε να φτιάξει λίγο καφέ. «Ελπίζω να δοκιμάσετε λίγο καφέ». Σκεφτόταν αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να προσφέρει μαζί με τον καφέ. Υπήρχαν μόνο εκείνα τα παξιμάδια που είχε φτιάξει μόνη της, αλλά καλά θα ήταν κι αυτά για μια τόσο απρόσμενη επίσκεψη. «Κανένας δεν λέει όχι σ’ ένα φλιτζάνι καφέ» είπε ο πάστορας και χαμογέλασε.

Η Έμελι άρχισε να νιώθει λιγότερο νευρική. Τούτος εδώ δεν φαινόταν να είναι από εκείνους τους αυστηρούς ιερείς, δεν ήταν σαν τον Μπεργ στην παλιά της ενορία. Και μόνο η σκέψη να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον Μπεργ τής έλυνε τα γόνατα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Καρλ. Αμέσως μετά ακολούθησε ο Γιούλιαν, με μια έκφραση επιφυλακτικότητας στο πρόσωπο. Απέφυγε το βλέμμα του πάστορα. «Α, αυτός είναι ο Γιούλιαν λοιπόν;» Ο ιερέας συνέχιζε να χαμογελά, αλλά ο Γιούλιαν απλώς έγνεψε κι έπειτα έσφιξε πολύ χαλαρά το απλωμένο χέρι του κληρικού. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν κάθισαν απέναντι από τον πάστορα, ενώ η Έμελι έφερε τα φλιτζάνια. «Φροντίζετε, υποθέτω, να μην ταλαιπωρείτε τη σύζυγό σας, τώρα που είναι σε ενδιαφέρουσα κατάσταση, έτσι δεν είναι; Το σπίτι το κρατάει πολύ νοικοκυρεμένο. Είστε βέβαια περήφανος γι’ αυτή, ε;» Ο Καρλ δεν απάντησε στην αρχή, αλλά μετά είπε: «Ναι, η Έμελι είναι ικανότατη». «Ελάτε, καθίστε τώρα» είπε ο πάστορας στην Έμελι και χτύπησε με το χέρι του τη θέση δίπλα του στον πάγκο. Η Έμελι έκανε όπως της είπε, αλλά δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα της από το μαύρο παλτό και το λευκό

κολάρο. Δεν είχε ξαναβρεθεί άλλοτε τόσο κοντά σε ιερέα. Το να κάθεται και να κάνει κουβεντούλα πίνοντας καφέ θα ήταν αδιανόητο για τον γερο-Μπεργ. Με τρεμάμενα χέρια σερβίρισε τον καφέ. Στο τέλος γέμισε και το δικό της φλιτζάνι. «Αλήθεια, πώς και φτάσατε ως εδώ σ’ εμάς;» είπε ο Καρλ και άφησε την ερώτηση να αιωρείται. Τι να ήθελε άραγε ο πάστορας; «Να, δεν ήσασταν και τόσο συχνοί επισκέπτες στις θείες λειτουργίες μας» είπε ο πάστορας και ρούφηξε μια γουλιά καφέ με θόρυβο. Είχε βάλει μέσα τρία κυβάκια ζάχαρη και η Έμελι σκέφτηκε πως θα πρέπει να ήταν τρομερά γλυκός ο καφές του. «Ναι, είναι αλήθεια αυτό, αλλά δεν είναι εύκολο για εμάς να φεύγουμε από εδώ. Είμαστε μόνο δύο που φυλάμε τον φάρο – και δεν μας μένει πολύς καιρός για άλλα πράγματα». «Αλλά για να πηγαίνετε στης Άμπελα μένει καιρός, ε;» Ο Καρλ φάνηκε μεμιάς πολύ μικρός και αμήχανος κι εκείνη τη στιγμή η Έμελι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τον φοβόταν τόσο. Αλλά έπειτα θυμήθηκε εκείνη τη βραδιά και το χέρι της πήγε αυτόματα στην κοιλιά της. «Ναι, δεν ερχόμασταν στην εκκλησία τόσο συχνά όσο έπρεπε» είπε ο Γιούλιαν και έσκυψε το κεφάλι. Ακόμη δεν είχε κοιτάξει τον πάστορα κατάματα. «Αλλά η Έμελι μας διαβάζει σχεδόν κάθε βράδυ τη Βίβλο, οπότε δεν είναι και κάνα

εντελώς άπιστο σπίτι τούτο εδώ». Η Έμελι τον κοίταξε κατατρομαγμένη. Μα καθόταν απέναντι στον πάστορα και του έλεγε ψέματα κατάμουτρα; Εντάξει, η Βίβλος διαβαζόταν σ’ ετούτο εδώ το σπιτικό, αλλά εκείνη ήταν που καθόταν και τη διάβαζε, μόνη της, όταν είχε λίγο χρόνο. Ούτε ο Γιούλιαν ούτε ο Καρλ είχαν δείξει κάποιο ενδιαφέρον για τη Βίβλο, αλλά θα έλεγε και ότι λοιδορούσαν μερικές φορές τα όσα έγραφε. Ο πάστορας έγνεψε καταφατικά. «Χαίρομαι που το ακούω. Ειδικά σ’ ένα τέτοιο μέρος, άγονο και δυσπρόσιτο και μακριά από τον οίκο του Κυρίου, θα πρέπει να είναι κανείς σχολαστικός με την αναζήτηση παραμυθίας και καθοδήγησης από τη Βίβλο με δική του πρωτοβουλία. Χαίρομαι λοιπόν. Και θα χαρώ ακόμα περισσότερο όταν αρχίσω να σας βλέπω λίγο συχνότερα στην εκκλησία – και ειδικότερα εσάς, αγαπητή μου Έμελι». Τη χτύπησε ανάλαφρα στο γόνατο, κάτι που έκανε την Έμελι να αναπηδήσει. Είχε που είχε νευρικότητα λόγω της εγγύτητάς της στον ιερέα, αλλά το να την αγγίζει κιόλας ήταν κάτι παραπάνω από αυτό που μπορούσε να αντέξει. Όφειλε να συγκρατηθεί, για να μην τιναχτεί την επόμενη φορά από τον πάγκο κατατρομαγμένη. «Μίλησα μάλιστα με τη θεία σας. Ήταν κάπως ανήσυχη

που δεν σας είχε δει καθόλου. Και τώρα που η Έμελι είναι σε ενδιαφέρουσα, ίσως να ήταν καλό να την κοιτάξει ένας γιατρός και να σιγουρευτεί ότι όλα πάνε όπως πρέπει». Κοίταξε αυστηρά τον Καρλ, ο οποίος απέφυγε κι αυτός το βλέμμα του. «Ναι» μουρμούρισε εκείνος κοιτώντας το τραπέζι. «Εντάξει, το συμφωνήσαμε λοιπόν. Την επόμενη φορά που θα έρθετε στη Φιελμπάκα θα πάρετε μαζί σας τη μικρή Έμελι και θα πάτε στον γιατρό να την εξετάσει. Η αγαπημένη σας θεία θα εκτιμήσει ιδιαίτερα μια επίσκεψη επίσης». Έκλεισε το ένα μάτι, άπλωσε το χέρι του και πήρε ένα παξιμάδι. «Πολύ νόστιμα» είπε με τα ψίχουλα να πέφτουν από το στόμα του. «Ευχαριστώ» είπε η Έμελι. Δεν τον ευχαριστούσε μόνο για τις φιλοφρονήσεις του. Αλλά και επειδή θα πήγαινε απέναντι και θα έβλεπε κι άλλους ανθρώπους. Ίσως τώρα ο Καρλ να την άφηνε να πηγαίνει στην εκκλησία καμιά φορά. Αυτό θα τη διευκόλυνε πολύ να τα βγάλει πέρα με τη ζωή εδώ, θα τη διευκόλυνε πάρα πολύ. «Λοιπόν, τώρα πιστεύω ότι ο Κάρλσον θα κουράστηκε να με περιμένει. Είχε την καλοσύνη να με φέρει μέχρι εδώ έξω, αλλά τώρα μάλλον θα θέλει να επιστρέψει. Σας ευχαριστώ για τον καφέ και για τα νόστιμα παξιμάδια». Ο πάστορας σηκώθηκε και η Έμελι σηκώθηκε κι εκείνη μεμιάς, για να του κάνει χώρο να περάσει.

«Κοίτα, σχεδόν ίδια κοιλιά έχουμε» είπε ο πάστορας. Η Έμελι τα έχασε τόσο πολύ, που της φάνηκε πως κοκκίνισε όλο της το κορμί. Αλλά δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Της άρεσε ετούτος ο ιερέας και θα μπορούσε να πέσει στα γόνατα και να του φιλήσει τα πόδια από την ευγνωμοσύνη που είχε φροντίσει να πάει κάποια στιγμή στη Φιελμπάκα. «Έχετε ακούσει τι λένε για το νησί;» είπε ο πάστορας γελώντας όταν ο Καρλ και η Έμελι τον συνόδευσαν μέχρι κάτω στην αποβάθρα ξανά. Ο Γιούλιαν είχε μουρμουρίσει ένα βιαστικό αντίο και είχε επιστρέψει στον φάρο. «Τι εννοείτε;» είπε ο Καρλ και βοήθησε τον πάστορα να κατέβει στη βάρκα. «Ότι έχει φαντάσματα εδώ πέρα. Αλλά είναι απλώς χαζομάρες, φυσικά. Ή μήπως είδατε εσείς κανένα;» Γέλασε ξανά και τα χοντρά μάγουλά του χοροπήδησαν. «Δεν τα πιστεύουμε αυτά» είπε ο Καρλ και πέταξε το σκοινί που μόλις είχε λύσει. Η Έμελι δεν είπε τίποτα. Αλλά την ώρα που κουνούσε το χέρι της και τον αποχαιρετούσε, σκεφτόταν τα φαντάσματα που ήταν η μοναδική της παρέα στο νησί. Αλλά δεν μπορούσε να τα πει αυτά στον πάστορα, ούτως ή άλλως δεν θα την

πίστευε. Όταν μπήκε ξανά στο σπίτι, τα είδε με την άκρη του ματιού της. Δεν τα φοβόταν. Ούτε καν τώρα που είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται μπροστά της. Δεν ήθελαν το κακό της.

«Γεια σου, Άνικα. Με ζητούσε η Πάουλα, αλλά τώρα δεν τη βρίσκω». Ο Πάτρικ στεκόταν έξω από την πόρτα του Φριστάντ και έφραζε το αριστερό του αυτί με το δάχτυλο, ενώ είχε το κινητό κολλημένο στο δεξί. Ο θόρυβος από την κυκλοφορία παρέμενε, ωστόσο, εξίσου διαπεραστικός και δεν μπορούσε ν’ ακούσει καθαρά τι έλεγε η Άνικα. «Πώς είπες; Στο σχολείο; Περίμενε, δεν σε άκουσα τώρα… Κοκαΐνη. Εντάξει, κατανοητό. Στο νοσοκομείο της Ουντεβάλα δηλαδή». «Τι ήταν αυτό πάλι;» ρώτησε ο Μάρτιν. «Μερικά δευτεράκια στη Φιελμπάκα βρήκαν μια σακούλα με κοκαΐνη και δοκίμασαν λίγη, δυστυχώς». Ο Πάτρικ είχε μια σκυθρωπή έκφραση καθώς πήγαιναν προς το αυτοκίνητο. «Να πάρει ο διάολος. Πώς είναι τώρα τα παιδιά;» «Στο νοσοκομείο είναι, αλλά δεν διατρέχουν προφανώς κανέναν κίνδυνο πια. Ο Γιέστα και η Πάουλα είναι τώρα

εκεί». Ο Πάτρικ κάθισε στη θέση του οδηγού και ο Μάρτιν στου συνοδηγού. Καθώς ξεκίνησαν, ο Μάρτιν κοιτούσε σκεφτικός έξω από το παράθυρο. «Μικρά παιδιά. Πιστεύεις ότι θα είναι ασφαλή στο σχολείο, ειδικά στη Φιελμπάκα. Δεν μιλάμε δα και για κάποια προβληματική περιοχή σε μια μεγαλούπολη, κι όμως τα παιδιά δεν είναι ασφαλή. Κάτι τέτοια σε κάνουν να τα κάνεις πάνω σου από τον φόβο». «Ξέρω. Δεν είναι ακριβώς όπως ήταν στα δικά μας χρόνια. Ή μάλλον στα δικά μου» είπε ο Πάτρικ μ’ ένα στραβό χαμόγελο – ήταν γεγονός ότι τον χώριζαν πολλά χρόνια από τον Μάρτιν. «Νομίζω ότι μπορούμε να πούμε τα ίδια και για τα δικά μου σχολικά χρόνια» είπε ο Μάρτιν. «Ακόμα κι αν τότε είχαμε κομπιουτεράκια αντί για άβακες». «Χα χα, πολύ αστείο αυτό». «Ήταν απλούστερα τότε τα πράγματα. Έπαιζες στο προαύλιο, κυρίως μπίλιες και μπάλα. Ήσουν παιδί. Τώρα φαίνεται πως όλα τα παιδιά βιάζονται να μεγαλώσουν. Πρέπει οπωσδήποτε να καπνίζουν, να πίνουν, να πηδάνε και να τα κάνουν όλα πριν αρχίσουν το γυμνάσιο, κατά προτίμηση». «Ναι» είπε ο Πάτρικ και ένιωσε το τσίμπημα του άγχους

στο στήθος. Προτού προλάβει ν’ ανοιγοκλείσει άλλη μια φορά τα μάτια, η Μάγια θα άρχιζε το σχολείο και ήξερε πως ο Μάρτιν είχε δίκιο. Δεν ήταν όπως στα δικά τους χρόνια. Δεν ήθελε καν να το σκέφτεται. Θα ήθελε να μείνει η κορούλα του μικρή όσο περισσότερο γινόταν, κατά προτίμηση στο σπίτι μέχρι τα σαράντα της. «Αν και δεν πιστεύω ότι η κοκαΐνη ανήκει στα συνηθισμένα, εν πάση περιπτώσει» είπε, κυρίως για να παρηγορήσει τον εαυτό του. «Ναι, αυτό πρέπει να ήταν μάλλον κάτι εντελώς συμπτωματικό. Ευτυχώς, πάντως, που τη γλιτώσανε, καθώς φαίνεται. Θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί πολύ χειρότερα τα πράγματα». Ο Πάτρικ έγνεψε. «Δεν θα πάμε από εκεί;» έκανε ο Μάρτιν όταν ο Πάτρικ έστριψε προς την πόλη αντί να πάρει τον αυτοκινητόδρομο Ε6. «Θεωρώ ότι η Πάουλα και ο Γιέστα μπορούν να το αντιμετωπίσουν μόνοι τους αυτό. Θα πάρω την Πάουλα τηλέφωνο για να σιγουρευτώ, αλλά θα προτιμούσα τώρα να πάω να μιλήσω με αυτόν που υπενοικιάζει το διαμέρισμα του Ματς και με τους άλλους γείτονές του, μια που είμαστε ακόμη στο Γέτεμποργ. Το θεωρώ υπερβολή να ξανάρθουμε μόνο γι’ αυτό».

Ο Μάρτιν άκουγε με μεγάλη προσοχή όταν ο Πάτρικ τηλεφώνησε στην Πάουλα, η οποία τελικά απάντησε. Έπειτα από μερικά λεπτά έκλεισε το κινητό. «Ελέγχουν την κατάσταση, οπότε θα κάνουμε αυτό που είπαμε. Μπορούμε να σταματήσουμε στο νοσοκομείο όταν επιστρέφουμε, αν είναι ακόμη εκεί». «Καλώς. Ήξερε η Πάουλα πού βρήκαν την κοκαΐνη;» «Σε έναν κάδο έξω από την πολυκατοικία του Ματς Σβερίν». Ο Μάρτιν έμεινε σιωπηλός για λίγο. Μετά ρώτησε: «Λες να υπάρχει σχέση;». «Ποιος να ξέρει;» Ο Πάτρικ ανασήκωσε τους ώμους. «Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι εκεί μένουν μερικά άτομα στα οποία μπορεί να ανήκε η κοκαΐνη. Αλλά σε βάζει σε σκέψεις το γεγονός ότι βρέθηκε ακριβώς έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας του Ματς». Ο Μάρτιν έσκυψε μπροστά, για να διαβάσει τους οδοδείκτες. «Εδώ θα μπεις. Οδός Έρικ Ντάλμπεργ. Τι νούμερο ήταν;» «Σαράντα οχτώ». Ο Πάτρικ φρενάρισε απότομα, για ν’ αποφύγει μια ηλικιωμένη που περνούσε τη διάβαση πεζών με πολύ αργό ρυθμό. Περίμενε ανυπόμονα μέχρι να περάσει και μετά ξεκίνησε με τα λάστιχα να στριγκλίζουν.

«Πιο σιγά» είπε ο Μάρτιν και στηρίχτηκε στην πόρτα. «Εκεί είναι» είπε χωρίς να του δώσει σημασία ο Πάτρικ. «Αριθμός σαράντα οχτώ». «Ας ελπίσουμε να είναι κάποιος μέσα. Ίσως θα έπρεπε να είχαμε τηλεφωνήσει». «Χτυπάμε το κουδούνι και βλέπουμε αν θα σταθούμε τυχεροί». Βγήκαν από το αυτοκίνητο και πήγαν στην είσοδο. Ήταν ένα όμορφο, παλιό πέτρινο κτίριο, στο οποίο σίγουρα θα υπήρχαν διαμερίσματα με γύψινα και παρκέ. «Πώς λέγεται ο ενοικιαστής του;» ρώτησε ο Μάρτιν. Ο Πάτρικ έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί από την τσέπη. «Γιούνσον. Ράσμους Γιούνσον. Και το διαμέρισμα είναι στον πρώτο όροφο». Ο Μάρτιν έγνεψε και πάτησε το κουμπί στο θυροτηλέφωνο, όπου έγραφε ακόμη Σβερίν. Ανταμείφθηκε σχεδόν αμέσως με έναν ήχο απάντησης: «Ναι;». «Από την αστυνομία είμαστε. Θα θέλαμε να σου μιλήσουμε. Θα είχες την καλοσύνη να μας ανοίξεις;» απάντησε όσο πιο καθαρά μπορούσε στο θυροτηλέφωνο ο Μάρτιν. «Γιατί;»

«Θα σου εξηγήσουμε μόλις μπούμε. Θα είχες την καλοσύνη ν’ ανοίξεις, σε παρακαλώ;» Ακούστηκε ένα κλικ από το θυροτηλέφωνο και αμέσως μετά άκουσαν ένα τρίξιμο στην κλειδαριά. Ανέβηκαν μέχρι τον πρώτο όροφο και έλεγξαν τα ονόματα στις πόρτες. «Εδώ είναι» είπε ο Μάρτιν δείχνοντας μια πόρτα στ’ αριστερά. Χτύπησε το κουδούνι, κι όταν άκουσαν κάποιον να κινείται εκεί μέσα, έκαναν ένα βήμα πίσω. Η πόρτα άνοιξε, αλλά η αλυσίδα ασφαλείας είχε παραμείνει στη θέση της. Ένας νεαρός άντρας γύρω στα είκοσι τους κοίταζε καχύποπτα από το μικρό άνοιγμα της πόρτας. «Ο Ράσμους Γιούνσον;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Ποιος ρωτάει;» «Είμαστε, όπως είπαμε, από την αστυνομία. Πρόκειται για τον Ματς Σβερίν, από τον οποίο νοικιάζεις το διαμέρισμα». «Έτσι, ε;» Ο τόνος της φωνής του άγγιζε τα όρια της θρασύτητας. Η αλυσίδα παρέμενε στη θέση της. Ο Πάτρικ ένιωσε την οργή να τον πλημμυρίζει και κάρφωσε με το βλέμμα τον νεαρό άντρα. «Ή θα μας αφήσεις να μπούμε για να μιλήσουμε ήρεμα και φιλικά μεταξύ μας ή θα κάνω μερικά τηλέφωνα, κάτι που

θα οδηγήσει σε έρευνα όλου του διαμερίσματός σου και εσύ θα περάσεις την υπόλοιπη μέρα, ίσως και μέρος της αυριανής, στο τμήμα». Ο Μάρτιν τον κοίταξε. Δεν είχε συνηθίσει ν’ ακούει τον Πάτρικ να ξεστομίζει κούφιες απειλές, μια που δεν είχαν κανένα λόγο ούτε το διαμέρισμα να ερευνήσουν ούτε τον Γιούνσον να πάρουν για ανάκριση. Έπεσε σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα η αλυσίδα βγήκε από τη θέση της. «Σοφή απόφαση» είπε ο Πάτρικ. Αισθάνθηκε μια βαριά μυρωδιά χασίς σε όλο το διαμέρισμα και κατάλαβε γιατί ο νεαρός ήταν απρόθυμος ν’ αφήσει την αστυνομία να μπει. Όταν μπήκαν στο καθιστικό και είδαν τις στοίβες με τα αναρχικά βιβλία και τις αντιεξουσιαστικές αφίσες στον τοίχο, κατάλαβε ακόμα περισσότερα. Βρίσκονταν προφανώς σε εχθρικό έδαφος. «Μη νιώθετε σαν στο σπίτι σας. Μελετώ και δεν έχω χρόνο για τέτοια». Ο Ράσμους κάθισε σ’ ένα μικρό γραφείο που ήταν φορτωμένο με βιβλία κι ένα σημειωματάριο. «Τι σπουδάζεις;» ρώτησε ο Μάρτιν. Δεν συναντούσαν πολλούς αναρχικούς στο Τανουμσχέντε και ο Μάρτιν ήταν πραγματικά περίεργος.

«Πολιτικές επιστήμες» είπε ο Ράσμους. «Για να καταλάβω καλύτερα γιατί καταλήξαμε σε αυτά εδώ τα σκατά και πώς θα καταφέρουμε ν’ αλλάξουμε την κοινωνία». Ακουγόταν σαν να μιλούσε σε πρωτοετείς και ο Πάτρικ τον κοίταξε διασκεδάζοντάς το. Αναρωτήθηκε με ποιον τρόπο τα χρόνια και η πραγματικότητα θα επηρέαζαν τα ιδανικά αυτού του νεαρού άντρα. «Υπενοικιάζεις αυτό εδώ το διαμέρισμα από τον Ματς Σβερίν;» «Γιατί ρωτάς;» έκανε ο Ράσμους. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο του καθιστικού και ο Πάτρικ αντιλήφθηκε πως ήταν η πρώτη φορά που συναντούσε κάποιον που είχε ακριβώς την ίδια απόχρωση κόκκινου στα μαλλιά με τον Μάρτιν. Αλλά ο Ράσμους είχε επιπλέον επιλέξει ν’ αφήσει και τα γένια του να μακρύνουν, οπότε η εντύπωση ήταν ακόμα πιο έντονη από αυτή που έδινε ο Μάρτιν. «Επαναλαμβάνω: υπενοικιάζεις αυτό εδώ το διαμέρισμα από τον Ματς Σβερίν;» Η φωνή του Πάτρικ ήταν ήρεμη, αλλά μέσα του ένιωθε ότι είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του. «Ναι, έτσι είναι» είπε απρόθυμα ο Ράσμους. «Λυπάμαι που πρέπει να σου ανακοινώσω ότι ο Ματς Σβερίν είναι νεκρός. Δολοφονημένος».

Ο Ράσμους τον κοιτούσε. «Δολοφονημένος; Τι διάβολο εννοείτε; Και τι σχέση έχει αυτό μ’ εμένα;» «Καμία, ελπίζω, αλλά προσπαθούμε να μάθουμε κάτι περισσότερο για τον Ματς και για τη ζωή του». «Δεν τον γνωρίζω, οπότε δεν μπορώ να βοηθήσω». «Άσε να το κρίνουμε εμείς αυτό» είπε ο Πάτρικ. «Νοίκιασες το σπίτι επιπλωμένο;» «Ναι, όλα τα πράγματα εδώ μέσα είναι δικά του». «Δεν πήρε τίποτα μαζί του;» Ο Ράσμους ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν νομίζω. Βέβαια πήρε όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, φωτογραφίες και τέτοια, αλλά τα πήγε στα σκουπίδια και τα πέταξε. Ήθελε να πετάξει τις παλιατζούρες, έτσι είπε». Ο Πάτρικ κοίταξε γύρω του. Φαινόταν κι εδώ να υπάρχουν ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα, όπως και στο διαμέρισμα στη Φιελμπάκα. Δεν ήξερε ακόμη γιατί συνέβαινε αυτό, αλλά κάτι είχε κάνει τον Ματς Σβερίν να θέλει να κάνει μια εντελώς καινούργια αρχή. Στράφηκε ξανά στον Ράσμους. «Πώς βρήκες το διαμέρισμα;» «Από αγγελία. Ήθελε να απαλλαγεί σύντομα από αυτό. Είχε δεχτεί κάποια επίθεση και ήθελε να φύγει από την

πόλη». «Σου είπε τίποτα περισσότερο γι’ αυτό;» τον ρώτησε ο Μάρτιν. «Για ποιο;» «Γι’ αυτή την επίθεση» έκανε υπομονετικά ο Μάρτιν. Η πηγή εκείνης της γλυκερής μυρωδιάς στο διαμέρισμα δεν άφηνε τον νεαρό φοιτητή να είναι σε πλήρη εγρήγορση. «Μπα, δεν μου είπε τίποτα, υποθέτω». Πρόφερε τις λέξεις αργά και ο Πάτρικ ένιωσε το ενδιαφέρον του να αναζωπυρώνεται. «Αλλά;» «Τι αλλά;» Ο Ράσμους άρχισε να στρέφει με σπασμωδικές κινήσεις την περιστρεφόμενη καρέκλα του μια αριστερά, μια δεξιά. «Αν γνωρίζεις κάτι για τον ξυλοδαρμό του Ματς, καλά θα κάνεις να μας το πεις. Θα μας υποχρέωνες». «Δεν συνεργάζομαι με μπάτσους». Τα μάτια του στένεψαν. Ο Πάτρικ πήρε κάνα δυο βαθιές ανάσες, για να ηρεμήσει. Αυτός εδώ ο νεαρός ήταν πραγματική απειλή για τα νεύρα του. «Η προσφορά μας ισχύει. Κάνεις μια ήρεμη και φιλική συζήτηση μαζί μας ή βάζουμε σε λειτουργία όλο τον μηχανισμό με κατ’ οίκον έρευνα και μια βόλτα μέχρι το

τμήμα». Ο Ράσμους σταμάτησε να κουνάει την καρέκλα του. Αναστέναξε. «Δεν είδα τίποτα με τα μάτια μου, οπότε δεν έχετε τίποτα για να με κρατήσετε και να κάνετε ένα σωρό μαλακίες μαζί μου. Αλλά ρωτήστε τον γερο-Πέτερσον εδώ αποπάνω. Φαίνεται πως είδε αρκετά». «Και γιατί δεν είπε τίποτα στην αστυνομία τότε;» «Ρωτήστε τον ίδιο γιατί. Ξέρω μόνο πως εδώ στην πολυκατοικία λέγεται ότι ο γέρος κάτι ξέρει». Ο Ράσμους έσφιξε τα χείλη και τότε κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο να τους πει τίποτε άλλο. «Να σε ευχαριστήσουμε τότε για τη βοήθεια» είπε ο Πάτρικ. «Εδώ είναι η κάρτα μου, σε περίπτωση που θυμηθείς κάτι περισσότερο». Ο Ράσμους κοίταξε την κάρτα που του έδινε ο Πάτρικ, την πήρε και την κράτησε ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη σαν να βρομούσε. Έπειτα την άφησε να πέσει επιδεικτικά μέσα στο καλαθάκι των αχρήστων. Ανακουφισμένοι ο Πάτρικ και Μάρτιν βγήκαν έξω στο κλιμακοστάσιο και άφησαν πίσω τους τη βαριά μυρωδιά χασίς. «Άπαιχτος ο τύπος!» σχολίασε ο Μάρτιν κουνώντας το

κεφάλι του. «Α, μην ανησυχείς, θα τον προλάβει κι αυτόν η ζωή» είπε ο Πάτρικ και ευχήθηκε να μην είχε γίνει τόσο κυνικός όσο ακούστηκε. Ανέβηκαν στον πάνω όροφο και χτύπησαν το κουδούνι της πόρτας που έγραφε «Φ. Πέτερσον». Τους άνοιξε ένας ηλικιωμένος άντρας. «Τι θέλετε;» Ακουγόταν σχεδόν εξίσου τραχύς με τον Ράσμους στον κάτω όροφο. Ο Πάτρικ αναρωτήθηκε μέσα του αν υπήρχε κάτι στο νερό που τους έκανε έτσι σ’ ετούτο εδώ το κτίριο. Όλοι φαίνονταν να έχουν ξυπνήσει στραβά. «Είμαστε από την αστυνομία και θα θέλαμε να κάνουμε μερικές ερωτήσεις για έναν πρώην ενοικιαστή, τον Ματς Σβερίν, που έμενε ακριβώς αποκάτω». Ο Πάτρικ ένιωθε πως η υπομονή του απέναντι σε γκρινιάρηδες γέρους και ξινισμένους αναρχικούς είχε αρχίσει να στερεύει και προσπάθησε να παραμείνει ήρεμος. «Ο Ματς ήταν καλό παιδί» είπε ο άντρας, χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση να τους αφήσει να περάσουν. «Του επιτέθηκαν και τον χτύπησαν πολύ εδώ απέξω πριν μετακομίσει». «Η αστυνομία ήρθε και τα ρώτησε ήδη αυτά». Ο άντρας χτύπησε το μπαστούνι του στο πάτωμα. Αλλά

υπήρχε κάποια διάχυτη αβεβαιότητα πάνω του και ο Πάτρικ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Έχω λόγους να πιστεύω ότι γνωρίζεις περισσότερα από αυτά που έχεις ήδη πει στην αστυνομία μέχρι τώρα». Ο Πέτερσον χαμήλωσε το βλέμμα του και έγνεψε με το κεφάλι προς τα μέσα. «Περάστε» είπε εκείνος και προπορεύτηκε κούτσα κούτσα προς το εσωτερικό του διαμερίσματος. Τούτο εδώ το διαμέρισμα δεν ήταν μόνο φωτεινότερο από το αποκάτω, αλλά και πολύ πιο ευχάριστο, με παλιά, κλασικά έπιπλα και έργα τέχνης στους τοίχους. «Καθίστε» είπε ο γέρος κι έδειξε με το μπαστούνι έναν καναπέ στο καθιστικό. Ο Πάτρικ και ο Μάρτιν έκαναν όπως τους είπε και έπειτα συστήθηκαν. Έμαθαν ότι το Φ. σήμαινε Φόλκε. «Δεν έχω τίποτα να κεράσω» είπε ο Φόλκε, μ’ έναν πολύ φιλικότερο τόνο τώρα. «Δεν πειράζει, δεν έχουμε και πολλή ώρα στη διάθεσή μας» είπε ο Μάρτιν. «Όπως είπα» –ο Πάτρικ καθάρισε τον λαιμό του– «απ’ ό,τι μάθαμε, γνωρίζεις αρκετά σχετικά με τον ξυλοδαρμό του Ματς Σβερίν». «Δεν ξέρω αν θα το έλεγα έτσι» είπε ο Φόλκε.

«Είναι σημαντικό να μας πεις την αλήθεια τώρα. Ο Ματς Σβερίν δολοφονήθηκε». Ο Πάτρικ ένιωσε μια ικανοποίηση, συνοδευόμενη από μια μικρή δόση χαιρεκακίας, όταν είδε τον ηλικιωμένο άντρα να παίρνει μια έκφραση αλλόφρονα στο πρόσωπο. «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό». «Δυστυχώς, έτσι είναι, κι αν έχεις κάτι να μας πεις για την εναντίον του επίθεση, θα το εκτιμούσα πάρα πολύ». «Δεν θέλει κανείς να μπλέκεται. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορούν να σου κάνουν κάτι τέτοιοι» είπε ο Φόλκε και άφησε το μπαστούνι στο πάτωμα μπροστά του. Σταύρωσε τα χέρια μπροστά στα γόνατά του και έδωσε μεμιάς την εντύπωση ενός πολύ γέρου και ευάλωτου ανθρώπου. «Τι εννοείς με το “κάτι τέτοιοι”; Σύμφωνα με αυτά που είπε ο ίδιος ο Ματς στην αστυνομία, του επιτέθηκε μια παρέα πιτσιρικάδων». «Πιτσιρικάδες» είπε ρουθουνίζοντας ο Φόλκε. «Δεν θα τους αποκαλούσα ακριβώς πιτσιρικάδες. Όχι, ήταν άτομα που τα αποφεύγεις με το που τα δεις. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένα τόσο καλό παιδί σαν τον Ματς μπόρεσε να μπλέξει μαζί τους». «Ποιους εννοείτε, κύριε;» έκανε ο Πάτρικ, αρχίζοντας ξαφνικά να μιλάει με τον ηλικιωμένο κύριο στον πληθυντικό.

«Αυτούς εκεί με τις μοτοσικλέτες». «Με τις μοτοσικλέτες;» Ο Μάρτιν κοίταξε ξαφνιασμένος τον Πάτρικ. «Από αυτούς που γράφουν οι εφημερίδες. Όπως οι Χελς Έιντζελς και οι Μπαντίντες και όλοι αυτοί εκεί». «Μπαντίντος» τον διόρθωσε ο Πάτρικ αυτόματα, ενώ οι σκέψεις άρχισαν να στροβιλίζονται μέσα στο μυαλό του. «Αν σε κατάλαβα καλά, δεν ήταν πιτσιρικάδες αυτοί που χτύπησαν τον Ματς, αλλά μια συμμορία μοτοσικλετιστών, έτσι;» «Ναι, αυτό είπα. Μα δεν ακούς καλά, νεαρέ;» «Και γιατί είπες ψέματα στην αστυνομία και είπες ότι δεν είδες τίποτα; Γιατί εγώ άκουσα ότι κανένας γείτονας δεν είδε κάτι απ’ όλο αυτό το συμβάν». Ο Πάτρικ ένιωσε πολύ απογοητευμένος. Μακάρι να τα ήξεραν όλα αυτά από την αρχή. «Δεν θα πρέπει να μπλέκεται κανείς με τέτοιους τύπους» επέμενε ο Φόλκε. «Δεν είχα καμία απολύτως σχέση με αυτό – και δεν θα πρέπει να μπλέκεται κανείς στις δουλειές των άλλων». «Και γι’ αυτό είπες ότι δεν είχες δει τίποτα;» Ο Πάτρικ δεν μπορούσε να κρύψει την περιφρόνηση στη φωνή του. Ήταν ένα από αυτά τα πράγματα που

δυσκολευόταν απολύτως να χωνέψει: ανθρώπους που στέκονταν και κοιτούσαν απλώς και μετά άνοιγαν αδιάφορα τα χέρια κι έλεγαν ότι δεν ήταν δική τους δουλειά. «Θα πρέπει να προσέχει να μην μπλέκει κανείς με τέτοιους τύπους» επανέλαβε ο Φόλκε, αλλά δεν τους κοιτούσε τώρα πια στα μάτια. «Είδες κάτι που μπορεί να μας δώσει μια ιδέα για το ποιοι ήταν;» έκανε ο Μάρτιν. «Είχαν έναν αετό στην πλάτη. Έναν μεγάλο, κίτρινο αετό». «Ευχαριστώ» είπε ο Μάρτιν, πήγε κοντά του και του έδωσε το χέρι. Έπειτα από έναν στιγμιαίο δισταγμό έκανε και ο Πάτρικ το ίδιο. Λίγο αργότερα κατευθύνονταν προς την Ουντεβάλα. Ήταν και οι δύο βυθισμένοι σε σκέψεις.

Η Ερίκα δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Τηλεφώνησε στην Κριστίνα και της ζήτησε να κρατήσει τα παιδιά. Και με το που άκουσε την πόρτα του αυτοκινήτου της πεθεράς της να κλείνει, φόρεσε το σακάκι της, έτρεξε έξω και μπήκε στο αυτοκίνητό της, για να πάει στο Φαλκελίντεν. Όταν έφτασε εκεί, καθόταν πολλή ώρα στο αυτοκίνητο. Ίσως έπρεπε να

μείνει για λίγο μακριά και να τους αφήσει στην ηρεμία τους. Το σύντομο μήνυμα της Άννας δεν ήταν πολύ σαφές. Ίσως είχε παρανοήσει τα λόγια της αδελφής της. Η Ερίκα έσφιξε το τιμόνι εκεί που καθόταν με τη μηχανή σβηστή. Δεν ήθελε να κάνει το λάθος να μπει απρόσκλητη μέσα. Η Άννα την είχε κατηγορήσει ότι το συνήθιζε μερικές φορές, ότι δεν έδειχνε σεβασμό και διακριτικότητα. Και πολλές φορές είχε δίκιο. Όταν μεγάλωναν, η Ερίκα είχε θελήσει να αντισταθμίσει αυτό που θεωρούσε έλλειψη αγάπης εκ μέρους της μητέρας της. Τώρα όμως ήξερε πολύ καλύτερα, το ίδιο και η Άννα. Η Έλσι τις είχε αγαπήσει, αλλά δεν είχε καταφέρει να το δείξει. Η Ερίκα και η Άννα είχαν έρθει πολύ κοντά τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά τον Λούκας. Αλλά τώρα ήταν δεν ήταν σίγουρη. Η Άννα είχε τη δική της οικογένεια, τον Νταν και τα παιδιά. Ίσως να ήθελαν να μείνουν μόνοι τους. Ξαφνικά διέκρινε τη σιλουέτα της Άννας από το παράθυρο της κουζίνας. Πέρασε φευγαλέα σαν φάντασμα, επέστρεψε και κοίταξε έξω προς την Ερίκα και το αυτοκίνητο. Σήκωσε το χέρι και της έκανε νόημα να μπει μέσα. Η Ερίκα άνοιξε μεμιάς την πόρτα του αυτοκινήτου και έσπευσε ν’ ανέβει τα σκαλιά. Ο Νταν πρόλαβε ν’ ανοίξει πριν εκείνη χτυπήσει.

«Έλα μέσα» της είπε κι εκείνη είδε χίλια δυο διαφορετικά συναισθήματα στο πρόσωπό του. «Ευχαριστώ». Πέρασε προσεκτικά το κατώφλι, κρέμασε τα ρούχα της και μπήκε με μια παράξενη αίσθηση ευλάβειας στην κουζίνα. Η Άννα καθόταν σε μια καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας. Δεν ήταν συνέχεια ξαπλωμένη στο κρεβάτι, και η Ερίκα την είχε ξαναδεί όρθια και πριν. Αλλά μετά το δυστύχημα η Άννα δεν ήταν στ’ αλήθεια παρούσα. Τώρα όμως ήταν. «Άκουσα το μήνυμά σου» είπε η Ερίκα και κάθισε στην καρέκλα απέναντί της. Ο Νταν τις σερβίρισε από ένα φλιτζάνι καφέ και μετά επέστρεψε στα παιδιά που ξεφώνιζαν στο καθιστικό, για ν’ αφήσει τις δύο αδελφές να μιλήσουν με την ησυχία τους. Το χέρι της Άννας έτρεμε ελαφρά όταν σήκωσε το φλιτζάνι και το έφερε στο στόμα της. Φαινόταν τόσο διάφανη. Εύθραυστη. Αλλά το βλέμμα της ήταν σταθερό. «Ήμουν φοβισμένη» είπε η Ερίκα και ένιωσε τα δάκρυα να έρχονται. «Ξέρω. Κι εγώ φοβισμένη ήμουν. Φοβόμουν να επιστρέψω». «Γιατί; Εννοώ, καταλαβαίνω. Το ξέρω…» Πάλευε να βρει τη σωστή διατύπωση. Πώς όμως θα

μπορούσε να ντύσει με λόγια τη θλίψη της Άννας, όταν η αλήθεια ήταν ότι δεν καταλάβαινε ούτε ήξερε κάτι; «Ήταν σκοτεινά. Και με πονούσε περισσότερο το να μένω σε αυτό το σκοτάδι παρά το να βγω και να είμαι εδώ έξω μαζί σας». «Αλλά τώρα…» –η φωνή της Ερίκα ήταν ασταθής– «αλλά τώρα είσαι εδώ;». Η Άννα έγνεψε αργά και ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ. «Πού είναι τα δίδυμα;» Η Ερίκα δεν ήξερε τι να πει, αλλά η Άννα φαινόταν να καταλαβαίνει. Χαμογέλασε. «Έχω την περιέργεια να τα δω. Σε ποιον μοιάζουν; Μοιάζουν μεταξύ τους;» Η Ερίκα την κοίταξε, ακόμη δεν ήξερε πώς έπρεπε να αντιδράσει. «Στην πραγματικότητα δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Ούτε καν στη συμπεριφορά. Ο Νούελ είναι πιο φωνακλάς, ξέρεις πότε θέλει κάτι και είναι πολύ επίμονος, επίμονος του κερατά. Ο Άντον είναι σχεδόν το εντελώς αντίθετο. Δεν νευριάζει για τίποτα και θεωρεί ότι η ζωή είναι υπέροχη. Πολύ ικανοποιημένος τυπάκος. Αλλά δεν ξέρω σε ποιον μοιάζουν». Το χαμόγελο της Άννας έγινε πιο πλατύ. «Μα με δουλεύεις; Στην πραγματικότητα μόλις

περιέγραψες εσένα και τον Πάτρικ. Και δεν είσαι ακριβώς εσύ ο ικανοποιημένος τύπος, για να το θέσω έτσι». «Όχι δα…» άρχισε να λέει η Ερίκα, αλλά σταμάτησε μόλις συνειδητοποίησε ότι η Άννα είχε δίκιο. Μόλις είχε περιγράψει τον εαυτό της και τον Πάτρικ, αν και ήξερε ότι εκείνος στη δουλειά του δεν ήταν το ίδιο ήρεμος όσο στο σπίτι. «Πολύ θα ήθελα να τα γνωρίσω» είπε ξανά η Άννα και κοίταξε την Ερίκα με σταθερό βλέμμα. «Δεν υπάρχει καν η σχέση που έχεις στο μυαλό σου και το ξέρεις. Δεν έφταιγαν τα δίδυμα που πέθανε το δικό μου παιδί». Τώρα η Ερίκα δεν μπορούσε πλέον να σταματήσει τα δάκρυα. Οι ενοχές που κουβαλούσε τους τελευταίους μήνες άρχισαν να εξαφανίζονται σιγά σιγά. Ακόμη όμως αμφέβαλλε για το αν ήταν αλήθεια αυτό που έλεγε η Άννα. Θα έπαιρνε χρόνο πριν μπορέσει να νιώσει εντελώς σίγουρη. «Μπορώ να τα φέρω αποδώ όποτε θέλεις. Μόλις νιώσεις ότι έχεις την όρεξη γι’ αυτό». «Δεν μπορείς να τα φέρεις τώρα; Ή μήπως σε βάζω σε πολύ κόπο;» είπε η Άννα. Τα μάγουλά της είχαν αρχίσει να παίρνουν χρώμα. «Μπορώ να τηλεφωνήσω στην Κριστίνα και να τη ρωτήσω αν μπορεί να τα φέρει μέχρι εδώ».

Η Άννα έγνεψε καταφατικά και δύο λεπτά αργότερα η Ερίκα είχε κανονίσει να έρθει από εκεί η πεθερά της με τα αγόρια. «Νιώθω ακόμη βάρος μέσα μου» είπε η Άννα. «Το σκοτάδι υπάρχει ακόμη εκεί στην άκρη». «Ναι, αλλά τώρα είσαι εδώ, ούτως ή άλλως». Η Ερίκα έβαλε το χέρι πάνω στο δικό της. «Είχα έρθει να σε δω όταν ήσουν εκεί πάνω, ξαπλωμένη, και ήταν αφόρητο. Ήταν σαν να υπήρχε μόνο το κέλυφός σου εκεί. Όχι εσύ». «Και μάλλον έτσι ήταν. Σχεδόν πανικοβάλλομαι όταν νιώθω ότι κατά κάποιον τρόπο είναι ακόμη έτσι. Νιώθω σαν κέλυφος – και δεν ξέρω πώς θα γεμίσω ξανά τον εαυτό μου. Είναι τόσο άδειος. Εδώ». – Έβαλε το χέρι της στην κοιλιά της και τη χάιδεψε. «Θυμάσαι τίποτε από την κηδεία;» «Όχι». Η Άννα κούνησε το κεφάλι. «Θυμάμαι πώς ήταν σημαντικό να κάνουμε μια κηδεία, ότι μας φαινόταν απαραίτητο. Αλλά δεν θυμάμαι τίποτε από την ίδια την τελετή». «Ωραία ήταν» είπε η Ερίκα και σηκώθηκε να γεμίσει τα φλιτζάνια τους. «Ο Νταν είπε ότι ήταν δική σου ιδέα να πλαγιάζετε δίπλα μου με τη σειρά όλοι σας». «Μπα, δεν νομίζω πως είναι απόλυτα αληθές αυτό».

Η Ερίκα κάθισε ξανά και της είπε για τη Βίβιαν. «Δώσ’ της τους χαιρετισμούς μου και ευχαρίστησέ τη. Πιστεύω ότι θα ήμουν ακόμη στο σκοτάδι, αν δεν το κάνατε, και ίσως να είχα χωθεί περισσότερο μέσα του. Τόσο βαθιά, που δεν θα τα κατάφερνα να επιστρέψω». «Θα της το πω». Ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας και η Ερίκα έγειρε πίσω και τεντώθηκε, για να δει προς το χολ. «Μάλλον η Κριστίνα και τα δίδυμα είναι». Και όντως ήταν η πεθερά της, που της άνοιξε ο Νταν. Σηκώθηκε και η Ερίκα να βοηθήσει και διαπίστωσε, προς μεγάλη της χαρά, ότι και οι δύο γιοι της ήταν ξύπνιοι. «Αγγελούδια ήτανε» είπε η Κριστίνα κι έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στην κουζίνα. «Θα έρθεις μέσα;» ρώτησε ο Νταν, αλλά η Κριστίνα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Μπα, άσε να πάω κι εγώ στο σπίτι μου. Καλύτερα να μείνετε μόνοι σας». «Σ’ ευχαριστώ» είπε η Ερίκα και αγκάλιασε την Κριστίνα. Παρόλο που είχε τελικά συμπαθήσει πολύ την πεθερά της, δεν περίμενε ποτέ από εκείνη τόσο διακριτική συμπεριφορά. «Α, μην το συζητάς. Χαίρομαι να βοηθάω, το ξέρεις». Έφυγε βιαστικά και η Ερίκα πήρε από ένα κάθισμα

ασφαλείας αυτοκινήτου στο κάθε χέρι και μετέφερε τα δίδυμα στην κουζίνα. «Από εδώ η θεία Άννα» είπε εκείνη και τα άφησε προσεκτικά στο πάτωμα δίπλα στην καρέκλα της Άννας. «Κι από εδώ ο Νούελ και ο Άντον». «Καμία αμφιβολία για το ποιος είναι ο πατέρας τους πάντως». Η Άννα κάθισε στο πάτωμα δίπλα τους και η Ερίκα τη μιμήθηκε. «Ναι, είναι αρκετοί αυτοί που λένε πως μοιάζουν στον Πάτρικ. Αλλά εμείς δεν μπορούμε να δούμε πραγματικά αν ισχύει κάτι τέτοιο». «Είναι υπέροχα» είπε η Άννα. Η φωνή της τρεμούλιασε και η Ερίκα ένιωσε αμέσως αβεβαιότητα για το αν είχε πράξει σωστά που είχε φέρει τα παιδιά να τα γνωρίσει η Άννα. Ίσως να ήταν πολύ νωρίς ακόμη, ίσως έπρεπε να είχε πει όχι. «Μια χαρά είμαι» είπε η Άννα σαν να είχε ακούσει τις σκέψεις της Ερίκα. «Μπορώ να τα κρατήσω;» «Φυσικά μπορείς» είπε η Ερίκα. Για κάποια στιγμή ένιωσε και την παρουσία του Νταν πίσω της, χωρίς να τον βλέπει. Μάλλον κρατούσε κι αυτός την ανάσα του όπως και η ίδια, πρέπει να ένιωθε κι αυτός αβέβαιος αν αυτό που γινόταν ήταν σωστό ή λάθος.

«Ας πάρουμε τότε αυτό που είναι σαν μικρή Ερίκα πρώτα» είπε η Άννα και σήκωσε τον Νούελ. «Είσαι κι εσύ επίμονος σαν τη μαμά; Αχ, τι θα τραβήξει μαζί σου σε λίγο». Τον έσφιξε πάνω της, έχωσε τη μύτη της ανάμεσα στο λαιμουδάκι του και στο πιγούνι, τον μύρισε. Έπειτα άφησε τον Νούελ, σήκωσε τον Άντον και έκανε τα ίδια μαζί του. Τον κράτησε στην αγκαλιά της. «Είναι πολύ γλυκούλια, Ερίκα». Η Άννα κοίταξε την αδελφή της πάνω από το αμάλλιαγο κεφάλι του Άντον. «Είναι πολύ γλυκούλια, δεν υπάρχει αμφιβολία». «Ευχαριστώ» είπε η Ερίκα. «Ευχαριστώ».

«Μάθατε τίποτα περισσότερο;» ρώτησε ανυπόμονα ο Πάτρικ όταν αυτός και ο Μάρτιν μπήκαν στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου. «Μπα, τα περισσότερα σου τα είπα στο τηλέφωνο» είπε η Πάουλα. «Τα αγόρια βρήκαν μια σακούλα με άσπρη σκόνη σ’ ένα καλάθι σκουπιδιών στις πολυκατοικίες – αυτές που είναι προς το εργοστάσιο της Τέτρα Πακ». «Εντάξει, έχουμε τη σακούλα;» ρώτησε ο Πάτρικ και κάθισε κάτω. «Την έχω εκεί μέσα». Η Πάουλα έδειξε μια καφετιά

χάρτινη σακούλα στο τραπέζι. «Και πριν ρωτήσεις: ναι, την πιάσαμε με προσοχή. Αλλά πρόλαβε, δυστυχώς, να περάσει από πολλά χέρια πριν έρθει στα δικά μας. Πέρασε από παιδιά, δασκάλους και νοσηλευτικό προσωπικό». «Θα την εξετάσουμε προσεκτικά πάντως. Φρόντισε να φτάσει στο ΚΕΕ και επίσης να πάρουμε δακτυλικά αποτυπώματα από εκείνους που την πιάσανε. Πρώτα όμως ζήτησε την άδεια των γονιών, για να πάρεις δακτυλικά αποτυπώματα από τα παιδιά». «Σίγουρα» είπε γνέφοντας ο Γιέστα. «Πώς είναι τα παιδιά;» ρώτησε ο Μάρτιν. «Είχαν διαολεμένη τύχη, σύμφωνα με τους γιατρούς. Θα μπορούσε να είχε καταλήξει πάρα πολύ άσχημα αυτή η υπόθεση, αλλά ευτυχώς δεν έβαλαν στο στόμα τους τίποτα μεγάλες ποσότητες. Απλώς το δοκίμασαν προσεκτικά. Αλλιώς δεν θα καθόμασταν εδώ τώρα, αλλά κάτω στο νεκροτομείο». Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Σκεφτόταν πόσο τρομερό ήταν αυτό που είχε συμβεί. Ο Πάτρικ λοξοκοίταξε τη σακούλα. «Πρέπει μάλλον να φροντίσουμε να συγκριθούν και τα δακτυλικά αποτυπώματα του Ματς Σβερίν με αυτά που υπάρχουν στη σακούλα». «Πιστεύετε ότι ο φόνος σχετίζεται με ναρκωτικά;» Η

Πάουλα συνοφρυώθηκε και έγειρε πίσω στον άβολο καναπέ. Δεν κατάφερε να βρει κάποια στάση βολική, και αναγκάστηκε να σκύψει πάλι μπροστά. «Βρήκατε κάτι στο Γέτεμποργ που να δείχνει κάτι τέτοιο;» «Όχι, δεν θα το έλεγα. Έχουμε μερικά άλλα στοιχεία με τα οποία μπορούμε να συνεχίσουμε τη δουλειά, αλλά σκέφτηκα να τα πούμε αυτά στην κοινή μας ενημέρωση στο τμήμα μετά». Σηκώθηκε. «Ο Μάρτιν κι εγώ φεύγουμε για τη Φιελμπάκα, για να μιλήσουμε με μερικούς από τους δασκάλους. Πάουλα, μπορείς να πάρεις και να στείλεις τη σακούλα εσύ; Πες τους ότι βιαζόμαστε». Εκείνη χαμογέλασε. «Μάλλον θα το καταλάβουν μόλις δουν ότι είναι από σένα».

Η Νάταλι είχε νιώσει μια δόση ανησυχίας μετά την επίσκεψη της Ερίκα και του Πάτρικ. Μήπως θα έπρεπε να ζητήσει από τον γιατρό να έρθει από το νησί; Ο Σαμ δεν είχε πει κουβέντα από τότε που έφτασαν στο νησί. Αλλά ένιωθε ταυτόχρονα ότι το ένστικτό της ήταν σωστό. Το μόνο που χρειαζόταν ο Σαμ ήταν χρόνος. Χρόνος για να γιατρέψει την ψυχή του, όχι το σώμα, το οποίο θα ήταν το μόνο που θα εξέταζε ο γιατρός.

Η ίδια δεν μπορούσε καν να σκέφτεται εκείνη τη νύχτα. Ήταν λες και ο εγκέφαλός της κλειδαμπαρωνόταν και σφάλιζε όταν η ανάμνηση του τρόμου και της φρίκης προσπαθούσε να εισχωρήσει μέσα του. Πώς περίμενε λοιπόν από τη μικρή ψυχούλα του Σαμ να τα βγάλει πέρα; Τον ίδιο τρόμο είχαν ζήσει και οι δυο τους. Κι αναρωτιόταν αν μοιράζονταν ακόμη τον ίδιο φόβο μήπως όλα αυτά τους προλάβουν κι εδώ έξω. Προσπαθούσε να του μιλάει απαλά, καθησυχαστικά, να του λέει ότι ήταν ασφαλείς εδώ. Ότι οι κακοί άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να τους βρουν τώρα. Αλλά δεν ήξερε αν ο τόνος της φωνής της έλεγε το ίδιο πράγμα με τα λόγια της. Γιατί ούτε εκείνη το πίστευε εντελώς αυτό. Αν ο Μάτε μπορούσε απλώς… Το χέρι της τρεμούλιασε μόλις τον σκέφτηκε. Αυτός θα μπορούσε να τους προστατεύσει. Δεν ήθελε να του τα πει όλα εκείνο το βράδυ και τη νύχτα που πέρασαν μαζί. Του είχε πει ελάχιστα, αρκετά ωστόσο για να καταλάβει για ποιο λόγο δεν ήταν πλέον η ίδια. Ήξερε ότι θα του έλεγε και τα υπόλοιπα. Αν είχαν λίγο περισσότερο χρόνο, εκείνη θα του τα είχε εκμυστηρευτεί όλα. Της ξέφυγε ένας λυγμός και πήρε μια βαθιά ανάσα, για να προσπαθήσει να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό της. Δεν ήθελε να προσέξει ο Σαμ την απόγνωσή της. Είχε ανάγκη την ασφάλεια. Ήταν το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να

διαγράψει τον ήχο του πυροβολισμού από τη μνήμη του, που θα μπορούσε να διαγράψει τις εικόνες του αίματος και του πατέρα του – και ήταν δική της υποχρέωση να τα βάλει όλα στη σωστή τους θέση ξανά. Ο Μάτε δεν μπορούσε να τη βοηθήσει.

Τους πήρε κάμποσο για να συγκεντρώσουν όλα τα δακτυλικά αποτυπώματα που χρειάζονταν. Τα δακτυλικά αποτυπώματα δύο ατόμων έλειπαν όμως ακόμη. Ήταν από το πλήρωμα του ασθενοφόρου που ήταν τώρα έξω και θα έπαιρνε ώρα μέχρι να επιστρέψει. Αλλά η Πάουλα είχε εντούτοις την αίσθηση ότι ήταν χάσιμο χρόνου να συγκεντρώσουν όλα αυτά τα δακτυλικά αποτυπώματα. Κάτι της έλεγε πως ήταν σημαντικότερο να βεβαιωθούν αν υπήρχαν τα δακτυλικά αποτυπώματα του Ματς στη σακούλα και να πάρουν μια γρήγορη απάντηση. Η Πάουλα χτύπησε διακριτικά την πόρτα. «Περάστε». Ο Τούρμπγιερν Ρουντ σήκωσε το βλέμμα όταν εκείνη μπήκε μέσα. «Γεια σου, Πάουλα Μοράλες, αστυνομία του Τάνουμ. Έχουμε συναντηθεί μερικές φορές».

Αμέσως μετά όμως ένιωσε μεγάλη αμηχανία. Γιατί ήξερε και η ίδια τη διαδικασία και αυτό που σκεφτόταν να κάνει τώρα ήταν να του ζητήσει να αγνοήσει κανόνες και πρωτόκολλα. Δεν ήταν κάτι που το συνήθιζε. Οι κανόνες έπρεπε να τηρούνται, αλλά μερικές φορές χρειαζόταν μια κάποια ελαστικότητα στην τήρησή τους – και αυτή εδώ ήταν πιθανότατα μία από αυτές τις φορές. «Ναι, θυμάμαι ότι έχουμε συναντηθεί». Ο Τούρμπγιερν τής έκανε νόημα να καθίσει. «Πώς τα πάτε; Μάθατε τίποτε από τον Πέντερσεν;» «Όχι, περιμένουμε την έκθεσή του την Τετάρτη. Αλλά δεν είχαμε και πολλά να ακολουθήσουμε – και φυσικά δεν σημειώ​σαμε την πρόοδο που θα θέλαμε…» Σώπασε, πήρε μιαν ανάσα και συλλογίστηκε πώς έπρεπε να θέσει την ερώτησή της. «Αλλά σήμερα συνέβη κάτι που ακόμη δεν ξέρουμε αν έχει κάποια σχέση με τη δολοφονία» είπε τελικά και άφησε τη χάρτινη σακούλα πάνω στο τραπέζι. «Τι είναι αυτό εδώ;» είπε ο Τούρμπγιερν και άπλωσε να πάρει τη σακούλα. «Κοκαΐνη» είπε η Πάουλα. «Και πού τη βρήκατε;» Η Πάουλα του αφηγήθηκε εν συντομία τι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της ημέρας και τι είχαν πει τα παιδιά.

«Κοίτα, δεν είμαι συνηθισμένος να μου φέρνουν έτσι μια σακούλα κοκαΐνη και να την αφήνουν πάνω στο γραφείο μου» είπε ο Τούρμπγιερν και κοίταξε την Πάουλα. «Όχι, το ξέρω» είπε εκείνη και ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει. «Αλλά ξέρεις πώς είναι· αν στείλουμε τη σακούλα στο ΚΕΕ, θα περιμένουμε χίλια χρόνια για τα αποτελέσματα. Και διαισθάνομαι ότι αυτό εδώ είναι σημαντικό ίχνος, οπότε σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να είμαστε λίγο πιο ελαστικοί σε αυτή εδώ την περίπτωση. Αν μπορείς να με βοηθήσεις να διαπιστώσω ένα πράγμα μόνο, θα φροντίσω για τα τυπικά αμέσως μετά. Και παίρνω, φυσικά, εγώ όλη την ευθύνη». Ο Τούρμπγιερν έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα. «Τι θέλεις να κάνω;» είπε μετά, αν και δεν φαινόταν ακόμη εντελώς πεπεισμένος. Η Πάουλα του είπε τι ήθελε και ο Τούρμπγιερν έγνεψε αργά. «Εντάξει, για αυτή τη φορά. Αλλά αν γίνει κάτι, είναι δική σου ευθύνη, όπως είπαμε. Θα πρέπει να φροντίσεις να γίνουν όλα σωστά». «Το υπόσχομαι» είπε η Πάουλα και ένιωσε το κορμί της να σκιρτά από την προσδοκία. Είχε δίκιο, ήξερε ότι είχε δίκιο. Τώρα απέμενε απλώς να το διαπιστώσει.

«Έλα μαζί μου τότε» είπε ο Τούρμπγιερν και σηκώθηκε. Η Πάουλα έσπευσε να τον ακολουθήσει καταπόδας. Θα του χρωστούσε μεγάλη χάρη μόλις τελείωναν με αυτό εδώ.

«Ελπίζω να μη σε στενοχώρησα σήμερα» είπε ο Έρλινγκ, χωρίς να τολμά να την κοιτάξει κατάματα. Η Βίβιαν σκάλισε με το πιρούνι το φαγητό της και δεν απάντησε. Ο Έρλινγκ, όπως πάντα όταν έπεφτε σε δυσμένεια, ένιωθε πόσο σφιγμένο ήταν το κορμί του από τη δυσφορία. Ουσιαστικά δεν έπρεπε να είχε μεταφέρει αυτό εκεί που είχε πει ο Μπέρτιλ. Ούτε κι ο ίδιος καταλάβαινε τι διάβολο είχε σκεφτεί όταν το είπε. Η Βίβιαν ήξερε τι έκανε και αυτός δεν έπρεπε να είχε μπλεχτεί στα πόδια της. «Αγάπη μου, δεν πιστεύω να είσαι θυμωμένη μαζί μου;» – Της χάιδεψε την πάνω πλευρά του χεριού της. Δεν υπήρξε αντίδραση κι εκείνος δεν ήξερε τι να κάνει. Πάντα συνήθιζε να την καταφέρνει, αλλά ύστερα από εκείνη την κουβέντα τους η Βίβιαν είχε τρομακτικά άσχημη διάθεση. «Ξέρεις, φαίνεται πως είναι πάρα πολλοί αυτοί που αποδέχτηκαν την πρόσκληση για τα εγκαίνια του Σαββάτου. Θα έρθουν όλες οι διασημότητες του Γέτεμποργ. Γνήσιες διασημότητες, όχι από εκείνους τους μπασκλασάτους σαν

τον Ρόμπινσον-Μάρτιν. Κατάφερα επίσης να κλείσω και το συγκρότημα Αρβίνγκαρνα». Η Βίβιαν ζάρωσε το μέτωπό της. «Νόμιζα ότι θα έπαιζαν οι Γκαράζ». «Αυτοί θα ανοίξουν τη συναυλία – ή κάτι τέτοιο. Δεν μπορούμε να πούμε όχι στους Αρβίνγκαρνα, το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Τραβάνε πολύ κόσμο». Ο Έρλινγκ άρχισε να ξεχνάει τη ζοφερή διάθεσή του. Το Σχέδιο Μπάντις είχε συνήθως αυτή την επίδραση πάνω του. «Δεν θα έρθουν τα λεφτά μας πριν από την επόμενη Τετάρτη. Ελπίζω να το καταλαβαίνεις αυτό, έτσι;» Η Βίβιαν σήκωσε το βλέμμα από το πιάτο και φάνηκε να χάνει εκείνη κάπως την ψυχρότητά της. Ικανοποιημένος, ο Έρλινγκ συνέχισε στο ίδιο θέμα. «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Θα πληρώνει ο δήμος μέχρι τότε – οι περισσότεροι προμηθευτές συμφώνησαν να περιμένουν με την πληρωμή, μια που είμαστε εμείς εγγυητές. Οπότε αυτό δεν χρειάζεται να σε απασχολεί». «Χαίρομαι που το ακούω. Αλλά ο Άντερς είναι που τα φροντίζει όλα αυτά – και υποθέτω ότι είναι ενημερωμένος». Τώρα τρεμόπαιξε μάλιστα κι ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της κι ο Έρλινγκ ένιωσε να φτερουγίζουν πεταλούδες στο στομάχι του. Μετά τη μεσημεριανή γκάφα του και όλο εκείνο το άγχος που την ακολούθησε, ένα σχέδιο είχε αρχίσει

να διαμορφώνεται στο μυαλό του. Και δεν καταλάβαινε πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα. Αλλά ευτυχώς που ήταν άνθρωπος της δράσης και ήξερε πώς να βάζει τα πράγματα στη θέση τους χωρίς πολλές προετοιμασίες. «Καρδιά μου;» της είπε. «Μμμ» έκανε η Βίβιαν και έβαλε στο στόμα άλλη μια μπουκιά υποκατάστατου κρέατος από μανιτάρι που είχε ετοιμάσει μόνη της. «Είναι κάτι που θέλω να σε ρωτήσω…» Η Βίβιαν σταμάτησε να μασάει και σήκωσε το βλέμμα της προς το μέρος του. Για μια στιγμή ο Έρλινγκ νόμισε πως διέκρινε κάποιο φόβο εκεί στα μάτια της, αλλά εξαφανίστηκε αμέσως κι εκείνος υπέθεσε πως απλώς το φαντάστηκε. Μάλλον έφταιγε η νευρικότητα. Γονάτισε με κόπο δίπλα στην καρέκλα της κι έβγαλε από τη μέσα τσέπη του σακακιού του ένα κουτάκι. Στο κουτάκι πάνω έγραφε «Ρολόγια και Χρυσαφικά Νούρντχολμ» και δεν χρειαζόταν πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς τι περιείχε. Ο Έρλινγκ καθάρισε τον λαιμό του. Ήταν μια σημαντική στιγμή. Έπιασε το χέρι της Βίβιαν και της είπε με επίσημη φωνή: «Θα ήθελα, μ’ ετούτο εδώ το δώρο, να σε ρωτήσω αν θα

μου έκανες την τιμή να μου χαρίσεις το χέρι σου». Αυτό που το είχε φανταστεί πολύ όμορφο στο μυαλό του ακουγόταν τώρα χαζό. Προσπάθησε ξανά: «Να… δηλαδή… είπα να παντρευτούμε». Δεν ήταν βέβαια και πολύ καλύτερο αυτό – και ο Έρλινγκ μπορούσε ν’ ακούσει την καρδιά του να βροντοκοπάει στο στήθος του όσο περίμενε σιωπηλός την απάντησή της. Εδώ που τα λέμε, δεν αμφέβαλλε για την απάντηση που θα του έδινε, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Οι γυναίκες μπορούσαν να είναι πολύ περίεργες καμιά φορά. Η Βίβιαν έμεινε σιωπηλή λίγο περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς και ο Έρλινγκ αισθάνθηκε τα γόνατά του να τον πονούν. Το κουτί έτρεμε μαζί με το χέρι του και κάπου εκεί πίσω στη μέση ένιωσε ένα πολύ δυσάρεστο τράβηγμα. Στο τέλος εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ναι, φυσικά και θα παντρευτούμε, Έρλινγκ». Εκείνος έβγαλε, ανακουφισμένος πια, το δαχτυλίδι από το κουτάκι και το πέρασε στο δάχτυλό της. Δεν ήταν κανένα ακριβό αντικείμενο, αλλά η Βίβιαν δεν ενδιαφερόταν πολύ για τέτοια τετριμμένα πράγματα, οπότε γιατί να σπαταλήσει ένα σωρό λεφτά για ένα δαχτυλίδι; Του το είχαν αφήσει σε πολύ καλή τιμή μάλιστα, σκέφτηκε ικανοποιημένος. Απόψε είχε σκεφτεί επίσης να πάρει και την ανταμοιβή του για τα λεφτά που είχε ξοδέψει. Είχε περάσει ανησυχητικά πολύς

χρόνος από την τελευταία φορά, αλλά απόψε θα το γιόρταζαν για τα καλά. Σηκώθηκε, με τη μέση του να διαμαρτύρεται, και ξανακάθισε στην καρέκλα του. Σήκωσε με θριαμβευτικό ύφος το ποτήρι του προς τη Βίβιαν και το ίδιο έκανε κι εκείνη. Για μια στιγμή τού φάνηκε πως ξανάδε εκείνη την παράξενη έκφραση στα μάτια της, αλλά απόδιωξε αυτές τις σκέψεις και ήπιε μια γουλιά κρασί. Απόψε δεν υπήρχε καμία περίπτωση να αποκοιμηθεί.

«Είμαστε όλοι εδώ;» ρώτησε ο Πάτρικ. Η ερώτηση ήταν απολύτως ρητορική. Δεν ήταν τόσοι ώστε να μην μπορεί να τους μετρήσει και μίλησε μόνο και μόνο για να σταματήσει η κουβέντα μέσα στην κουζίνα. «Όλοι εδώ είναι» είπε η Άνικα. «Τότε έχουμε μερικά πράγματα να συζητήσουμε». Ο Πάτρικ τράβηξε μπροστά το μεγάλο μπλοκ στο οποίο συνήθιζαν να γράφουν κατά τη διάρκεια των συσκέψεων. «Πρώτο και κύριο: τα παιδιά συνεχίζουν να είναι μια χαρά και δεν έχουν καμία περιπλοκή». «Δόξα τω Θεώ» είπε η Άνικα ανακουφισμένη. «Λέω να περιμένουμε λίγο με το θέμα της κοκαΐνης και να

συζητήσουμε όλα τα άλλα που συνέβησαν μέσα στην ημέρα. Τι έχουμε από το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα;» «Δεν ξέρουμε τίποτα συγκεκριμένο προς το παρόν» είπε βιαστικά η Πάουλα. «Αλλά ελπίζουμε να μάθουμε σύντομα». «Υπήρχαν ένα κάρο οικονομικά έγγραφα στον χαρτοφύλακα» εξήγησε ο Γιέστα αφού έριξε μια ματιά στην Πάουλα. «Δεν τα καταλαβαίνουμε αυτά, οπότε τα δώσαμε στον Λέναρτ, τον άντρα της Άνικα, που θα τα κοιτάξει πρώτος πριν τα προωθήσουμε, ενδεχομένως, σε άλλη αστυνομική υπηρεσία». «Καλώς» είπε ο Πάτρικ. «Και πότε είπε ο Λέναρτ ότι θα είναι έτοιμος;» «Μεθαύριο» είπε η Πάουλα. «Όσον αφορά το κινητό, δεν υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον εκεί. Τον υπολογιστή τον έστειλα στους τεχνικούς, αλλά ένας Θεός ξέρει πότε θα μας απαντήσουν». «Απογοητευτικό, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά γι’ αυτό». Ο Πάτρικ σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. Λέναρτ, Τετάρτη, είχε γράψει με μεγάλα γράμματα στο μεγάλο μπλοκ. «Και τι έγινε με το παλιό αμόρε του Σβερίν; Είχε τίποτα χρήσιμο να μας πει;» έκανε ο Μέλμπεργ. Όλοι ξαφνιάστηκαν και ο Πάτρικ τον κοίταξε έκπληκτος. Πίστευε ότι ο Μέλμπεργ δεν είχε καμία απολύτως ιδέα για το

τι συνέβαινε στην έρευνα. «Ο Ματς είχε πάει σ’ εκείνη την Παρασκευή το βράδυ, αλλά έπειτα έφυγε από εκεί κάποια στιγμή τη νύχτα» είπε ο Πάτρικ και έγραψε το χρονικό στοιχείο στο μπλοκ. «Αυτό κάνει τα χρονικά περιθώρια για τον φόνο λίγο στενότερα. Το νωρίτερο μπορεί να έγινε τη νύχτα προς το Σάββατο, κάτι που ταιριάζει επίσης με τον ήχο που άκουσε ο γείτονας». «Φαινόταν μήπως ύποπτη; Μήπως αναζωπυρώθηκε κάποια παλιά ερωτική διαφωνία;» συνέχισε ο Μέλμπεργ. Ο Ερνστ αντέδρασε στον τόνο της φωνής του αφεντικού του και σήκωσε γεμάτος περιέργεια το κεφάλι από εκεί που ήταν ξαπλωμένος πάνω στα πόδια του. «“Ύποπτη” δεν είναι μάλλον η λέξη που εγώ θα χρησιμοποιούσα για να περιγράψω τη Νάταλι, αλλά μου φάνηκε λίγο απούσα και αφηρημένη. Μένει έξω στο νησί με τον γιο της τώρα και φαίνεται πως αυτή και ο Ματς δεν είχαν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια, κάτι που συμφωνεί με αυτά που μας είπαν οι γονείς του. Μάλλον θα αναζωπυρώθηκαν παλιές αναμνήσεις εκείνο το βράδυ». «Και γιατί έφυγε από εκεί καταμεσής της νύχτας;» έκανε η Άνικα και στράφηκε αυτομάτως στον Μάρτιν, ο οποίος αντιγύρισε προσβεβλημένος το βλέμμα της. (Ο Μάρτιν ήταν πια οικογενειάρχης με παιδί, αλλά

παλιότερα είχε πολύ ενεργή ερωτική ζωή, κάτι για το οποίο τον πείραζαν ακόμη πού και πού. Αλλά μετά την είσοδο της Πία στη ζωή του, ο Μάρτιν είχε γυρίσει την πλάτη του σ’ εκείνο τον τρόπο ζωής και δεν το μετάνιωσε ποτέ.) Τώρα όμως το μυαλό του πήγε απρόθυμα στις παλιές εποχές. «Και πού είναι το παράξενο σ’ αυτό; Καμιά φορά θέλει κανείς ν’ αποφύγει εκείνα τα πρωινά κουτσομπολιά ύστερα από μια νύχτα απόλαυσης». Χαμογέλασαν όλοι με αυτό που είπε κι εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Τι; Οι άντρες είναι άντρες» είπε και κοκκίνισε τόσο που οι φακίδες του έμοιαζαν με άλικα στίγματα. Ο Πάτρικ δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει αχνά, αλλά ανάγκασε τον εαυτό του να σοβαρευτεί ξανά. «Ανεξάρτητα από το για ποιο λόγο πήγε, τώρα ξέρουμε όλοι, εν πάση περιπτώσει, ότι έφυγε για να πάει στο σπίτι του τη νύχτα προς τα ξημερώματα του Σαββάτου. Αλλά το ερώτημα είναι πού χάθηκε η βάρκα του. Γιατί με αυτή πρέπει να επέστρεψε». «Κοιτάξατε στο Μπλόκετ;» – Ο Γιέστα τεντώθηκε και πήρε ένα κομμάτι κέικ, που το βούτηξε στον καφέ. «Ναι, κοίταξα χτες σε μερικά σάιτ με αγγελίες, αλλά δεν υπάρχει τίποτα εκεί προς το παρόν» είπε ο Πάτρικ. «Υπάρχει μια καταγγελία για την εξαφάνιση της βάρκας και μίλησα με

την ακτοφυλακή, οπότε κοιτάζουν κι αυτοί». «Περίεργη πάντως σύμπτωση που εξαφανίζεται τώρα η βάρκα». «Όντως. Ψάξαμε το αυτοκίνητό του;» – Η Πάουλα κάθισε καλύτερα στην καρέκλα της και κοίταξε τον Πάτρικ. Εκείνος έγνεψε. «Το αυτοκίνητο το ερεύνησαν ο Τούρμπγιερν με τους άντρες του. Ήταν στο πάρκινγκ έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας. Δεν βρήκαν τίποτα». «Μάλιστα» έκανε η Πάουλα και έγειρε πίσω στη ράχη της καρέκλας της. Πίστευε ότι ίσως να τους είχε ξεφύγει κάτι, αλλά ήταν φανερό πως ο Πάτρικ είχε απόλυτο έλεγχο της έρευνας. «Κάνατε τίποτα στο Γέτεμποργ;» είπε ο Μέλμπεργ κι έδωσε κρυφά ένα κομμάτι κέικ στον Ερνστ. Ο Πάτρικ και ο Μάρτιν κοιτάχτηκαν. «Ναι, αποδείχτηκε ένα αρκετά αποδοτικό ταξίδι. Δεν τους μιλάς εσύ λίγο για τη συνάντηση στην Πρόνοια, Μάρτιν;» Η απόφασή του να δώσει την πρωτοβουλία στον νεότερο συνάδελφό του είχε αστραπιαίο αποτέλεσμα. Το πρόσωπο του Μάρτιν φωτίστηκε. Αμέσως μετά περιέγραψε με σαφήνεια και απόλυτη καθαρότητα τις πληροφορίες που είχαν πάρει από τον Σβεν Μπάρκμαν για την οργάνωση Φριστάντ και για

τον τρόπο λειτουργίας της συνεργασίας τους. Έπειτα από ένα ερωτηματικό βλέμμα προς τον Πάτρικ, συνέχισε κατόπιν να τους μιλά για την επίσκεψη στα γραφεία του Φριστάντ. «Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν ο Ματς είχε δεχτεί απειλές λόγω της δουλειάς του στην οργάνωση. Η διευθύντρια του Φριστάντ ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τίποτα περί απειλών, αλλά μας άφησε να μελετήσουμε τα έγγραφα που αφορούσαν γυναίκες οι οποίες είχαν περάσει από εκεί για βοήθεια τον τελευταίο χρόνο που δούλευε εκεί ο Σβερίν. Ήταν καμιά εικοσαριά υποθέσεις». Ο Πάτρικ έγνεψε για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του Μάρτιν, ο οποίος συνέχισε: «Αν δεν μάθουμε κάτι περισσότερο, είναι αδύνατον να ξέρουμε αν κάποια υπόθεση ή υποθέσεις μπορεί να μας ενδιαφέρουν να τις ερευνήσουμε περισσότερο. Κρατήσαμε σημειώσεις και καταγράψαμε τα ονόματα των γυναικών που είχαν ως επαφή τον Ματς, οπότε θα δουλέψουμε με αυτά. Αλλά δεν μπορείτε να καταλάβετε τι απογοήτευση νιώθεις διαβάζοντας εκείνους τους φακέλους. Πολλές γυναίκες έζησαν μια κόλαση που εμείς ούτε να τη φανταστούμε δεν μπορούμε… Τέλος πάντων, είναι δύσκολο να το περιγράψω». Ο Μάρτιν σώπασε αμήχανος, αλλά ο Πάτρικ κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε. Είχε συγκλονιστεί κι αυτός τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό από τη μοίρα εκείνων των γυναικών για τις

οποίες είχαν προλάβει να διαβάσουν στα πεταχτά. «Σκεφτόμαστε αν πρέπει να μιλήσουμε με το υπόλοιπο προσωπικό. Και ίσως με κάποια από εκείνες τις γυναίκες που βοήθησε το Φριστάντ όταν ο Ματς ήταν εκεί. Αλλά ίσως να μη χρειαστεί. Έχουμε μια μαρτυρία που μπορεί να μας βοηθήσει να συνεχίσουμε». Έκανε μια τεχνητή παύση και παρατήρησε ότι όλοι τον κοιτούσαν με προσοχή τώρα. «Εκείνη η επίθεση που δέχτηκε ο Ματς μού φάνηκε και μου φαίνεται κάπως περίεργη. Οπότε ο Μάρτιν κι εγώ αρπάξαμε την ευκαιρία να περάσουμε από το σπίτι του Ματς στο Γέτεμποργ. Όπως ξέρετε, η επίθεση έγινε ακριβώς απέξω – και ήταν αρκετό να μιλήσουμε μ’ έναν γείτονα για να επιβεβαιώσει ότι δεν επρόκειτο για κάποια συμμορία εφήβων, όπως είχε δηλώσει ο Ματς. Σύμφωνα με τον γείτονα, ο οποίος ήταν μάρτυρας στο συμβάν, επρόκειτο για μια πολύ ωριμότερη συμμορία. “Μοτοσικλετιστές” ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο μάρτυρας». «Ω διάολε» έκανε ο Γιέστα. «Αλλά γιατί να πει ψέματα ο Σβερίν; Και γιατί δεν είπε ο γείτονας τίποτα νωρίτερα;» «Όσον αφορά τον γείτονα, ισχύουν τα συνηθισμένα. Δεν ήθελε να μπλέξει. Έλλειψη θάρρους, με άλλα λόγια». «Και ο Σβερίν; Γιατί να μην πει πώς ακριβώς είχαν τα πράγματα;» επέμεινε ο Γιέστα.

Ο Πάτρικ κούνησε το κεφάλι. «Ιδέα δεν έχω. Ίσως να είναι πολύ απλό, ότι ήταν κι αυτός φοβισμένος. Αλλά αυτές οι συμμορίες δεν συνηθίζουν να επιτίθενται στον κόσμο καταμεσής στον δρόμο, οπότε πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο πίσω από αυτό». «Ο γείτονας σας έδωσε κάτι που να οδηγεί σε αναγνώρισή τους;» ρώτησε η Πάουλα. «Έναν αετό» είπε ο Μάρτιν. «Ο γείτονας είπε ότι είχαν έναν αετό στην πλάτη, στάμπα στα μπουφάν δηλαδή. Οπότε δεν θα είναι πρόβλημα να μάθουμε ποιοι ήταν». «Μιλήστε με τους συναδέλφους στο Γέτεμποργ και σίγουρα θα σας πουν ποιοι είναι» είπε ο Μέλμπεργ. «Αυτό έλεγα συνέχεια. Καλά μου φαινόταν εμένα ύποπτος εκείνος ο Σβερίν. Αν είχε πάρε δώσε με κάτι τέτοιους, δεν είναι παράξενο που κατέληξε στο νεκροτομείο με μια σφαίρα στο κεφάλι». «Εγώ δεν θα το πήγαινα τόσο μακριά» είπε ο Πάτρικ. «Δεν έχουμε καμία ιδέα αν και κατά πόσον ο Ματς είχε κάποια σχέση μαζί τους και μέχρι τώρα τίποτα δεν μας λέει ότι είχε μπλεχτεί σε κάτι παράνομο. Πιστεύω ότι πρέπει ν’ αρχίσουμε με το Φριστάντ και να δούμε αν γνωρίζει κανείς τους αυτή τη συμμορία και αν υπήρξε κάποια επαφή μαζί τους. Και θα μιλήσουμε, όπως είπε ο Μπέρτιλ, με τους συναδέλφους στο Γέτεμποργ, για να δούμε τι ξέρουν. Ναι, Πάουλα;»

Η Πάουλα είχε σηκώσει το χέρι. «Κοίτα» έκανε λίγο διστακτικά. «Σήμερα πίεσα λίγο τα πράγματα, για να το πω έτσι. Δεν έστειλα τη σακούλα στο ΚΕΕ, αλλά την πήγα στον Τούρμπγιερν Ρουντ. Ξέρετε κι εσείς πόσον καιρό παίρνει για να μας στείλουν αποτελέσματα, όταν στέλνουμε αντικείμενα που καταλήγουν τελευταία στον σωρό και–» «Ναι, ξέρουμε. Συνέχισε» είπε ο Πάτρικ. «Μίλησα λίγο με τον Τούρμπγιερν και μπορεί να πει κανείς ότι του ζήτησα να μου κάνει μια χάρη». Η Πάουλα ξεροστρίφτηκε λίγο στην καρέκλα, αβέβαιη για το πώς θα έπαιρναν οι άλλοι την πρωτοβουλία της. «Του ζήτησα απλώς να κάνει μια γρήγορη σύγκριση των δακτυλικών αποτυπωμάτων στη σακούλα με τα δακτυλικά αποτυπώματα που πήραν οι ίδιοι από τον Ματς». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Συνέχισε» είπε ο Πάτρικ. «Ταιριάζουν. Τα δακτυλικά αποτυπώματα του Ματς υπήρχαν στη σακούλα με την κοκαΐνη». «Το ήξερα». Ο Μέλμπεργ έκανε μια χειρονομία θριάμβου στον αέρα. «Ναρκωτικά και επαφές με εγκληματικές συμμορίες. Καλά κατάλαβα εγώ ότι κάτι έκρυβε». «Εξακολουθώ να νομίζω ότι θα πρέπει να ηρεμήσουμε

λίγο» είπε ο Πάτρικ, αν και ακουγόταν πολύ συλλογισμένος. Οι σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του και προσπάθησε να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Σε κάποιο βαθμό έπρεπε να αποδεχτεί ότι ο Μέλμπεργ είχε δίκιο, αλλά ως επί το πλείστον ήθελε να διαμαρτυρηθεί έντονα κατά του τρόπου που περιέγραφαν τον Ματς Σβερίν. Δεν ήταν αυτή η εικόνα που είχε σχηματίσει μετά την κουβέντα με τη Νάταλι, με τους γονείς του και με τους συναδέλφους του. Ακόμα κι αν είχε όλη την ώρα μια αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, δεν μπορούσε να πιστέψει στη νέα εικόνα που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται για τον Ματς. «Και ήταν απολύτως σίγουρος ο Τούρμπγιερν;» «Ναι, ήταν απολύτως σίγουρος. Φυσικά το υλικό θα σταλεί στο ΚΕΕ, πρέπει άλλωστε να επιβεβαιωθεί και επίσημα. Αλλά ο Τούρμπγιερν ήταν κατηγορηματικός ότι ο Ματς Σβερίν είχε κρατήσει στα χέρια του εκείνη τη σακούλα». «Αυτό αλλάζει λίγο τα πράγματα. Μπορούμε να ρωτήσουμε τους ναρκομανείς της περιοχής αν είχαν πάρε δώσε με τον Ματς. Αλλά πρέπει να πω πως δεν μου φαίνεται εντελώς…» Ο Πάτρικ κούνησε το κεφάλι. «Ανοησίες» είπε ρουθουνίζοντας ο Μέλμπεργ. «Είμαι απολύτως σίγουρος πως, αν αρχίσουμε να το ψάχνουμε πολύ αυτό εδώ, σύντομα θα έχουμε έναν δράστη στα χέρια μας.

Και έναν παλιό, καλό φόνο που έχει σχέση με ναρκωτικά. Δεν θα είναι και τόσο δύσκολο να το λύσουμε. Πιθανώς να έκλεψε λεφτά από κάποιον». «Μμ…» έκανε ο Πάτρικ. «Αλλά γιατί να πετάξει τη σακούλα έξω από το σπίτι του; Ή μήπως το έκανε κάποιος άλλος; Όπως και να ’χει, πρέπει να το ελέγξουμε. Μάρτιν και Πάουλα, μπορούμε να μιλήσουμε λίγο με τους συνήθεις υπόπτους μας αύριο;» Η Πάουλα έγνεψε καταφατικά και ο Πάτρικ έγραψε στο μεγάλο μπλοκ. Ήξερε ότι η Άνικα κρατούσε πάντα πρακτικά από τις συναντήσεις τους, αλλά η αναγραφή των καθηκόντων στο μεγάλο μπλοκ τού έδινε μια αίσθηση πλήρους επισκόπησης. «Γιέστα, εσύ κι εγώ θα μιλήσουμε με τους συναδέλφους του Ματς και αυτή τη φορά θα τους κάνουμε λίγο πιο συγκεκριμένες ερωτήσεις». «Πιο συγκεκριμένες;» «Ναι, αν άκουσαν ή πρόσεξαν κάτι που μπορεί να εξηγεί γιατί ο Ματς έπιασε στα χέρια του μια σακούλα με κοκαΐνη». «Θα τους ρωτήσουμε αν ήξεραν αν έκανε χρήση;» Ο Γιέστα δεν ακουγόταν ενθουσιασμένος με την αποστολή αυτή. «Αυτό δεν το ξέρουμε ακόμη» είπε ο Πάτρικ. «Η έκθεση

από τον Πέντερσεν θα έρθει μεθαύριο – και πριν από αυτό δεν μπορούμε να ξέρουμε τι ουσίες είχε στον οργανισμό του ο Ματς». «Και με τους γονείς του;» έκανε η Πάουλα. Ο Πάτρικ κατάπιε με δυσκολία. Δεν του άρεσε αυτό, αλλά καταλάβαινε ότι η Πάουλα είχε δίκιο. «Ναι, πρέπει να μιλήσουμε και με αυτούς επίσης. Θα το αναλάβουμε εγώ και ο Γιέστα». «Κι εγώ τι θα κάνω;» ρώτησε ο Μέλμπεργ. «Θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα αν εσύ, ως προϊστάμενος, αναλάμβανες να κρατήσεις το τμήμα σε λειτουργία εδώ». «Ναι, μάλλον αυτό είναι το καλύτερο». Ο Μέλμπεργ σηκώθηκε, φανερά ανακουφισμένος, και ο Ερνστ τον μιμήθηκε και τον ακολούθησε καταπόδας. «Τώρα χρειαζόμαστε λίγο ύπνο ομορφιάς. Θα είναι δύσκολη μέρα η αυριανή, αλλά σύντομα θα την έχουμε λύσει κι αυτή την υπόθεση. Το νιώθω μέχρι το μεδούλι ότι έτσι θα γίνει». Ο Μέλμπεργ έτριψε τα χέρια του, αλλά δεν πήρε καμία ανταπόκριση από τους υφισταμένους του. «Ακούσατε τι είπε ο Μπέρτιλ. Πάμε στα σπίτια μας να κοιμηθούμε και αύριο ξεκινάμε με καινούργιες δυνάμεις». «Τι θα κάνουμε με το Γέτεμποργ και τα ίχνη που πρέπει να ακολουθήσουμε εκεί;» ρώτησε ο Μάρτιν. «Θα αρχίσουμε από τούτη εδώ την άκρη τώρα. Έπειτα,

όταν θα ξέρουμε περισσότερα, ξαναμιλάμε. Αλλά, αν όχι αύριο, την Τετάρτη θα κάνουμε ένα ταξιδάκι στο Γέτεμποργ». Έτσι τελείωσε η συνάντηση και ο Πάτρικ πήγε έξω στο αυτοκίνητό του. Σε όλη τη διαδρομή για το σπίτι ήταν βυθισμένος σε σκέψεις.

Φιελμπάκα 1871

Ήταν

αρχές φθινοπώρου όταν της επιτράπηκε, για πρώτη φορά, να φύγει από το Γκρόχουερ. Ο διάπλους την ταρακούνησε αρκετά μέσα της, όπως και όταν είχε πρωτοέρθει στο νησί, αλλά δεν πανικοβλήθηκε. Είχε ζήσει τόσο κοντά στη θάλασσα, είχε μάθει τις αλλαγές της και τους ήχους της, κι αν δεν ήταν η θάλασσα αυτή που την είχε αποκλείσει στο νησί, θα είχε σίγουρα συμφιλιωθεί μαζί της. Τώρα όμως την έφερνε στο λιμάνι. Η θάλασσα ήταν ήρεμη σαν καθρέφτης κι η Έμελι δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να βάλει μέσα το χέρι της και να αυλακώσει το νερό δίπλα στη βάρκα. Έσκυψε στην κουπαστή, για να φτάσει το νερό, ενώ το άλλο χέρι το είχε πάνω στην κοιλιά της, για προστασία. Ο Καρλ στεκόταν στη λαγουδέρα. Είχε γίνει μεμιάς άλλος άνθρωπος από τη στιγμή

που έφυγαν από το Γκρόχουερ και από τον ίσκιο του φάρου. Ήταν όμορφος. Αυτό η Έμελι δεν το είχε σκεφτεί εδώ και πολύ καιρό. Εκείνη η μοχθηρότητα στο βλέμμα του τον ασχήμαινε. Αλλά τώρα που τον κοιτούσε, εκεί που στεκόταν με το βλέμμα στραμμένο μπροστά, μπόρεσε να θυμηθεί γιατί κάποτε τον είχε θεωρήσει τόσο ελκυστικό. Ίσως να ήταν το νησί που τον είχε αλλάξει, είπε από μέσα της. Ίσως κάτι στο νησί να έβγαζε το κακό από μέσα του. Αλλά μετά απόδιωξε αυτή τη σκέψη. Τι ανόητη που ήταν. Ωστόσο τα προειδοποιητικά λόγια της Έντιτ αντηχούσαν στη μνήμη της. Σήμερα, πάντως, θα απομακρύνονταν από το νησί, έστω για μερικές ώρες. Θα έβλεπε κόσμο, θα πήγαινε μαζί του και θ’ αγόραζαν τα απαραίτητα και θα έπιναν καφέ στη θεία του Καρλ, που τους είχε καλέσει στο σπίτι της. Και βέβαια θα πήγαιναν στον γιατρό. Ήξερε ότι όλα ήταν καλά με το έμβρυο που κλοτσούσε ασταμάτητα μέσα στην κοιλιά της. Αλλά βέβαια θα ήταν Θεού δώρο να της το επιβεβαιώσουν. Έκλεισε τα μάτια της και χαμογέλασε. Της άρεσε ο άνεμος που χάιδευε το δέρμα της. «Κάθισε κανονικά» είπε ο Καρλ κι εκείνη τινάχτηκε. Θυμήθηκε ξανά τον πρώτο διάπλου με τη βάρκα. Τότε ήταν νιόπαντρη και γεμάτη προσδοκίες. Ο Καρλ τότε ήταν ακόμη ευγενικός μαζί της. «Συγγνώμη» είπε εκείνη και χαμήλωσε το βλέμμα.

Ούτε και η ίδια ήξερε πραγματικά για ποιο πράγμα απολογούνταν. «Δεν χρειάζονται περιττές κουβέντες τώρα». Η φωνή ήταν ψυχρή. Ήταν ο ίδιος Καρλ που ήταν και στο νησί, ξανά. Εκείνος ο άσχημος με τα μοχθηρά μάτια. «Εντάξει, Καρλ». Συνέχισε να κρατά χαμηλωμένο το βλέμμα της, κοιτούσε τον πάτο της βάρκας. Το πλασματάκι μέσα της κλότσησε τόσο δυνατά που της έκοψε την ανάσα. Ξαφνικά σηκώθηκε ο Γιούλιαν από τη θέση του –απέναντί της καθόταν– και ήρθε κοντά της, πολύ κοντά της. Την άρπαξε σφιχτά από το μπράτσο. «Άκουσες τι είπε ο Καρλ. Άσε τις κουβέντες τώρα. Καμία κουβέντα για το νησί ή για πράγματα που αφορούν εμάς». Τα δάχτυλά του χώνονταν όλο και βαθύτερα μέσα στη σάρκα της κι εκείνη μόρφασε από τον πόνο. «Εντάξει» είπε εκείνη, με τον πόνο να κάνει τα μάτια της να δακρύζουν. «Απλώς κάθισε ακίνητη στη βάρκα. Είναι πολύ εύκολο να πέσεις μέσα στη θάλασσα» είπε χαμηλόφωνα ο Γιούλιαν, άφησε το μπράτσο της και σηκώθηκε. Πήγε και κάθισε ξανά στη θέση του και κοίταξε προς τη Φιελμπάκα, που είχε αρχίσει να διαγράφεται μπροστά τους.

Τρέμοντας, η Έμελι έβαλε ξανά τα χέρια πάνω στην κοιλιά της. Ξαφνικά ένιωσε πόσο της έλειπαν εκείνοι που είχε αφήσει εκεί έξω στο νησί. Εκείνοι που είχαν ξεμείνει εκεί πέρα και που δεν μπορούσαν να φύγουν ποτέ από εκεί. Υποσχέθηκε στον εαυτό της να προσευχηθεί για χάρη τους. Ίσως ο Θεός να εισάκουε τις παρακλήσεις της και να έδειχνε έλεος σε αυτές τις περιπλανώμενες ψυχές. Όταν έδεσαν στην αποβάθρα που ήταν μπροστά στην πλατεία, ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να διώξει τα δάκρυα κι ένιωσε ένα χαμόγελο να απλώνεται στα χείλη της. Επιτέλους, ήταν ξανά ανάμεσα σε ανθρώπους. Μπορούσε ακόμη ν’ αφήσει το Γκρόχουερ.

Ο Μέλμπεργ σφύριζε στον δρόμο για τη δουλειά. Ένιωθε ότι τούτη η μέρα θα πήγαινε πολύ καλά. Είχε κάνει μερικά τηλεφωνήματα το προηγούμενο βράδυ και τώρα είχε μισή ώρα να ετοιμαστεί. «Άνικα» φώναξε μόλις έφτασε στη ρεσεψιόν. «Εδώ κάθομαι, δεν χρειάζεται να φωνάζεις». «Ετοίμασε την αίθουσα συσκέψεων, σε παρακαλώ». «Την αίθουσα συσκέψεων; Δεν ήξερα ότι είχαμε κάτι τόσο επίσημο εδώ μέσα». Έβγαλε τα ματογυάλια της που είχε για τον υπολογιστή και τα άφησε να κρέμονται από το κορδόνι γύρω στον λαιμό της. «Καλά, καλά, ξέρεις ποιο δωμάτιο εννοώ. Το μόνο όπου χωρούν περισσότερες καρέκλες από οπουδήποτε αλλού». «Καρέκλες;» Η Άνικα ένιωσε μια βαθιά ανησυχία μέσα της. Το ότι ο Μέλμπεργ ερχόταν τόσο πρωί και επιπλέον φαινόταν τόσο υπερδραστήριος δεν ήταν καλό σημάδι.

«Ναι, μερικές αράδες καρέκλες. Για τον Τύπο». «Τον Τύπο;» έκανε η Άνικα και ένιωσε την ανησυχία να γίνεται βράχος ολόκληρος στο στήθος της: τι είχε σκαρφιστεί πάλι ο άνθρωπος; «Ναι, τον Τύπο. Μα γιατί, που να πάρει η ευχή, υπάρχει τέτοια υποτονικότητα σήμερα; Θα δώσω συνέντευξη Τύπου σήμερα εδώ – και οι δημοσιογράφοι κάπου πρέπει να καθίσουν». Μιλούσε αργά και καθαρά, σαν να μιλούσε σε παιδί. «Το ξέρει ο Πάτρικ αυτό;» Η Άνικα κοίταξε το τηλέφωνο. «Θα το μάθει και ο Χέντστρεμ όταν πάρει την απόφαση να έρθει κάποια στιγμή στη δουλειά. Η ώρα είναι οχτώ και δύο λεπτά» είπε ο Μέλμπεργ, δίχως να σκεφτεί καθόλου ότι ο ίδιος σπάνια εμφανιζόταν πριν από τις δέκα. «Η συνέντευξη Τύπου είναι για τις οχτώμισι. Σε λιγότερο από μισή ώρα. Και όπως είπα, χρειαζόμαστε έναν χώρο». Η Άνικα λοξοκοίταξε ξανά το τηλέφωνο, αλλά συνειδητοποίησε πως ο Μέλμπεργ δεν θα τα παρατούσε, αν η ίδια δεν σηκωνόταν να κάνει όσα της είχε πει, να ετοιμάσει το μοναδικό δωμάτιο που μπορούσε να χωρέσει τόσον κόσμο. Ήλπιζε πάντως ότι σύντομα ο Μέλμπεργ θα πήγαινε στο γραφείο του και τότε εκείνη θα είχε τη δυνατότητα να τηλεφωνήσει στον Πάτρικ και να τον ειδοποιήσει για το τι

επρόκειτο να συμβεί. «Τι συμβαίνει εδώ;» ακούστηκε η φωνή του Γιέστα από το άνοιγμα της πόρτας τη στιγμή που η Άνικα τακτοποιούσε τις καρέκλες. «Ο Μέλμπεργ θα δώσει, προφανώς, συνέντευξη Τύπου». Ο Γιέστα έξυσε το πίσω μέρος του κεφαλιού του και κοίταξε γύρω του στο δωμάτιο. «Το ξέρει αυτό ο Χέντστρεμ;» «Το ίδιο ρώτησα κι εγώ τον Μπέρτιλ. Όχι, προφανώς όχι. Αυτή εδώ είναι μία από τις δικές του φαεινές ιδέες – κι εγώ δεν μπόρεσα να τηλεφωνήσω στον Πάτρικ, για να τον προειδοποιήσω». «Να με προειδοποιήσεις για ποιο πράγμα;» Το κεφάλι του Πάτρικ φάνηκε πίσω από τον Γιέστα. «Τι κάνεις εκεί;» «Θα δώσουμε συνέντευξη Τύπου εδώ σε…» –η Άνικα κοίταξε το ρολόι– «… δέκα λεπτά». «Γαμώτο…» Ο Πάτρικ έκανε μεταβολή κι έβαλε πλώρη για το γραφείο του Μέλμπεργ. Έπειτα άκουσαν μια πόρτα που άνοιγε, ακολούθησαν φωνές φανερά εκνευρισμένες και μια πόρτα που έκλεινε. «Ωχ ωχ ωχ» είπε ο Γιέστα και έξυσε ξανά το κεφάλι του. «Εγώ, πάντως, πάω στο γραφείο μου».

Έφυγε με τέτοια ταχύτητα, που η Άνικα αναρωτήθηκε αν τον είχε όντως δει ή αν ήταν της φαντασίας της. Συνέχισε να αραδιάζει τις καρέκλες μουρμουρίζοντας, αλλά τώρα θα έδινε τα πάντα για να ήταν έστω και μια μύγα μέσα στο γραφείο του Μέλμπεργ. Μπορούσε ν’ ακούσει τις φωνές που δυνάμωναν και χαμήλωναν εκεί μέσα, αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι λεγόταν. Έπειτα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας και έσπευσε ν’ ανοίξει. Ένα τέταρτο αργότερα είχαν έρθει όλοι οι δημοσιογράφοι. Όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα. Ορισμένοι γνωρίζονταν μεταξύ τους: ρεπόρτερ από την Μπουχουσλένινγκεν, τη Στρέμσταντς Τίντνινγκ και τις άλλες τοπικές εφημερίδες. Είχαν έρθει και από τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, όπως επίσης και ανταποκριτές των απογευματινών εφημερίδων, του «μεγάλου» Τύπου, οι οποίοι σπάνια εμφανίζονταν εκεί. Η Άνικα δάγκωνε νευρικά τα χείλη της. Ο Μέλμπεργ και ο Πάτρικ δεν είχαν φανεί ακόμη και αναρωτήθηκε αν έπρεπε να πει κάτι ή απλώς έπρεπε να περιμένει να δει τι θα συνέβαινε. Επέλεξε το δεύτερο, αλλά λοξοκοιτούσε συνεχώς προς την πόρτα του γραφείου του Μέλμπεργ. Στο τέλος η πόρτα του γραφείου άνοιξε απότομα και βγήκε με φόρα ο Μέλμπεργ, κατακόκκινος στο πρόσωπο και με τα μαλλιά του ακατάστατα. Ο Πάτρικ στεκόταν ακόμη στο άνοιγμα της πόρτας με τα χέρια στη μέση – και παρά την απόσταση, η

Άνικα μπορούσε να δει το αγριεμένο βλέμμα του. Κι ενώ ο Μέλμπεργ ερχόταν προς το μέρος της με μεγάλες δρασκελιές, ο Πάτρικ μπήκε στο γραφείο του κι έκλεισε με θόρυβο την πόρτα, με αποτέλεσμα να ταρακουνηθούν τα κάδρα στον διάδρομο. «Ο τσόγλανος» μουρμούρισε ο Μέλμπεργ καθώς πέρασε δίπλα της φουριόζος. «Να έρχεται εδώ και να μου υποδεικνύει πώς θα κάνω τη δουλειά μου». Σταμάτησε για λίγο, πήρε βαθιά ανάσα και τακτοποίησε τα μαλλιά του. Έπειτα μπήκε στο γραφείο. «Είναι όλοι εδώ;» είπε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και πήρε προς απάντηση ένα καταφατικό μουρμούρισμα. «Ωραία, ξεκινάμε λοιπόν. Όπως σας είπα χτες, η έρευνα για τον φόνο του Ματς Σβερίν πήρε νέα τροπή». Έκανε μια τεχνητή παύση, αλλά κανένας δεν φαινόταν να έχει ερωτήσεις ακόμη. «Εσείς που είστε από τον τοπικό Τύπο θα έχετε σίγουρα ακούσει ότι είχαμε άλλο ένα περιστατικό χτες εδώ. Τέσσερα μικρά αγόρια οδηγήθηκαν επειγόντως στο νοσοκομείο της Ουντεβάλα». Μερικοί από τους δημοσιογράφος έγνεψαν. «Τα αγόρια αυτά είχαν βρει μια σακούλα με λευκή σκόνη. Νόμισαν πως ήταν καραμελόσκονη και τη δοκίμασαν. Αλλά επειδή αποδείχτηκε πως ήταν κοκαΐνη, αισθάνθηκαν αδιαθεσία και τα πήγαν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο».

Έκανε μια καινούργια παύση και τεντώθηκε. Τώρα ήταν στο στοιχείο του. Τις λάτρευε τις συνεντεύξεις Τύπου. Ο ρεπόρτερ της Μπουχουσλένινγκεν σήκωσε το χέρι και ο Μέλμπεργ τού έγνεψε με επίσημο ύφος. «Πού βρήκαν τα παιδιά τη σακούλα;» «Στη Φιελμπάκα, σ’ έναν κάδο σκουπιδιών έξω από τις πολυκατοικίες δίπλα στο εργοστάσιο της Τέτρα Πακ». «Αντιμετωπίζουν προβλήματα ή επιπλοκές τα παιδιά;» ρώτησε ένας από τους δημοσιογράφους μιας απογευματινής εφημερίδας χωρίς να ενδιαφερθεί να περιμένει τη σειρά του. «Οι γιατροί λένε ότι θα αναρρώσουν πλήρως. Ευτυχώς, δεν πρόλαβαν να δοκιμάσουν πολλή σκόνη». «Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποιος από τους γνωστούς ναρκομανείς που έχασε τη σακούλα του; Ή μήπως έχει κάποια σχέση με τον φόνο αυτό το περιστατικό; Κάτι αναφέρατε γι’ αυτό στην εισαγωγή σας» είπε ο ρεπόρτερ της Στρέμσταντς Τίντνινγκ. Ο Μέλμπεργ απολάμβανε το γεγονός ότι τα ερωτήματα άρχιζαν να πυκνώνουν. Οι δημοσιογράφοι άλλωστε έβλεπαν ότι ο αστυνόμος είχε κάτι καλό να τους πει και φαινόταν ότι ήθελε να κάνει τη μεγαλύτερη δυνατή εντύπωση. Έπειτα από μια μακρά παύση, είπε: «Η σακούλα ήταν σε έναν κάδο απορριμμάτων έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας του Ματς Σβερίν». Τους

κοίταξε αργά και κατάματα έναν προς έναν. Τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα πάνω του. «Και βρήκαμε τα δακτυλικά του αποτυπώματα στη σακούλα». Ακούστηκαν πολλοί ψίθυροι στην αίθουσα. «Και μη χειρότερα» είπε ο δημοσιογράφος της Μπουχουσλένινγκεν και αμέσως υψώθηκαν πολλά χέρια στον αέρα. «Πιστεύετε ότι πρόκειται για δουλειά με ναρκωτικά που στράβωσε;» Ο δημοσιογράφος της Γέτεμποργς Τίντνινγκ έγραφε σαν μανιακός στο μπλοκ του, ενώ ο φωτογράφος τραβούσε τη μία φωτογραφία μετά την άλλη. Αυτό θύμισε στον Μέλμπεργ να ρουφήξει το στομάχι του. «Δεν θέλουμε να πούμε πολλά αυτή τη στιγμή, αλλά είναι κι αυτή μία από τις υποθέσεις που ερευνούμε, όντως». Απολάμβανε ν’ ακούει τα ίδια του τα λόγια. Αν είχε κάνει άλλες επιλογές στη ζωή του, θα μπορούσε ίσως να ήταν εκπρόσωπος Τύπου της αστυνομίας στη Στοκχόλμη ή κάτι παρόμοιο. Θα εμφανιζόταν στην τηλεόραση όταν δολοφονήθηκε η Άννα Λιντ και στον καναπέ ενός πρωινάδικου θα μιλούσε για τον φόνο του Πάλμε. «Υπάρχει κάτι άλλο στην έρευνα που να δείχνει ότι υπάρχουν και ναρκωτικά στην υπόθεση;» ρώτησε ο ρεπόρτερ

της Γέτεμποργς Τίντνινγκ. «Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό» αποκρίθηκε ο Μέλμπεργ. Το κόλπο ήταν να τους πετάει πάντα λιγότερα κόκαλα από αυτά που θα ήθελαν. Ούτε πάρα πολλά ούτε πολύ λίγα. «Ελέγξατε το παρελθόν του Σβερίν; Υπάρχουν αναφορές για ναρκωτικά στη ζωή του;» – Τώρα ήταν ο δημοσιογράφος της Μπουχουσλένινγκεν που κατάφερε να πετάξει σαν σφήνα μια ερώτηση. «Ούτε αυτό θα επιθυμούσα να το σχολιάσω». «Είναι έτοιμη η έκθεση της νεκροψίας ή δεν έγινε ακόμη;» συνέχισε ο ρεπόρτερ της Γέτεμποργς Τίντνινγκ, ο οποίος είχε αρχίσει να δέχεται θυμωμένα βλέμματα από τους πιο μαζεμένους δημοσιογράφους. «Όχι, περιμένουμε τα αποτελέσματα μέσα στην εβδομάδα». «Έχετε κάποιον ύποπτο;» κατάφερε επιτέλους να κάνει μια ερώτηση κι ο δημοσιογράφος της Γέτεμποργς Πόστεν. «Προσώρας όχι. Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι έχουμε να πούμε περισσότερα τώρα. Πήρατε όσες πληροφορίες μπορούσαμε να σας δώσουμε και θα σας ενημερώνουμε κατά την πορεία της έρευνάς μας. Αλλά φρονώ ότι βρισκόμαστε σε μια αποφασιστική καμπή της έρευνας».

Η δήλωσή του προκάλεσε καταιγισμό ερωτήσεων, αλλά ο Μέλμπεργ κουνούσε απλώς το κεφάλι. Έπρεπε να μείνουν ικανοποιημένοι με τα κοκαλάκια που τους είχε πετάξει. Συνεχάρη τον εαυτό του για αυτή την επιτυχημένη συνέντευξη καθώς επέστρεφε με βήμα ανάλαφρο στο γραφείο του. Η πόρτα του γραφείου του Πάτρικ ήταν κλειστή. Γκρινιάρη, σκέφτηκε ο Μέλμπεργ και σκυθρώπιασε. Ο Χέντστρεμ έπρεπε να συνειδητοποιήσει ποιος αποφάσιζε εδώ στο τμήμα και ποιος είχε τη μεγαλύτερη πείρα σε τέτοια θέματα. Κι αν δεν του άρεσε, ας ζητούσε να τον μεταθέσουν. Ο Μέλμπεργ κάθισε στην πολυθρόνα, έβαλε τα πόδια του πάνω στο γραφείο και έπλεξε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι. Του άξιζε ένας υπνάκος σίγουρα.

«Από ποιον θ’ αρχίσουμε;» έκανε ο Μάρτιν καθώς έβγαινε από το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ δίπλα στην πολυκατοικία. «Τι θα έλεγες ν’ αρχίσουμε με τον Ρόλε;» «Ναι, πέρασε καιρός από τότε που μιλήσαμε μαζί του. Δεν θα πείραζε να του δείχναμε κι αυτουνού λίγη προσοχή». «Ελπίζω μόνο να είναι συζητήσιμος». Ανέβηκαν τις σκάλες, κι όταν έφτασαν έξω από το διαμέρισμα του Ρόλε, η Πάουλα χτύπησε το κουδούνι. Δεν

ήρθε κανείς ν’ ανοίξει και πίεσε το κουδούνι άλλη μια φορά, παρατεταμένα. Ένας σκύλος άρχισε να γαβγίζει. «Διάβολε, το λυκόσκυλό του. Το είχα ξεχάσει». Ο Μάρτιν κούνησε το κεφάλι του δυσαρεστημένος. Δεν του άρεσαν τα μεγάλα σκυλιά και ιδιαίτερα τα μεγάλα σκυλιά που τα αφεντικά τους ήταν ναρκομανείς. «Δεν είναι επικίνδυνος. Τον έχω συναντήσει πολλές φορές». Η Πάουλα πάτησε ξανά το κουδούνι και τώρα άκουσαν βήματα από την άλλη πλευρά. Η πόρτα άνοιξε προσεκτικά. «Ναι;» Η φάτσα του Ρόλε πρόδιδε καχυποψία και η Πάουλα έκανε ένα βήμα πίσω, για να μπορέσει να τη δει εκείνος κανονικά. Ανάμεσα στα πόδια του άντρα ήταν ο σκύλος, που γάβγιζε και φαινόταν έτοιμος να ορμήσει από τη χαραμάδα της πόρτας. Ο Μάρτιν πήγε και στάθηκε στο πρώτο σκαλί για τον επόμενο όροφο, χωρίς να μπορεί και ο ίδιος να εξηγήσει γιατί πίστευε ότι θα ήταν πιο ασφαλής εκεί. «Η Πάουλα είμαι, από την αστυνομία του Τάνουμ. Έχουμε ξανασυναντηθεί κάνα δυο φορές παλιότερα». «Ναι, σε ξέρω εσένα» είπε εκείνος, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση να βγάλει την αλυσίδα και ν’ ανοίξει την πόρτα. «Θα θέλαμε να περάσουμε μέσα για λίγο. Να μιλήσουμε μόνο».

«Να μιλήσουμε μόνο, ε; Ναι, το έχω ξανακούσει αυτό». Ο Ρόλε δεν κουνήθηκε καθόλου από εκεί. «Εννοώ ό,τι λέω. Δεν ήρθαμε για να σε βάλουμε μέσα» ακούστηκε ήρεμη η φωνή της Πάουλα. «Καλά, εντάξει, ελάτε μέσα τότε» είπε ο Ρόλε και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. «Γεια σου, σκυλάκι». Η Πάουλα γονάτισε και άρχισε να ξύνει το σκυλί πίσω από το κεφάλι. Εκείνο σταμάτησε αμέσως να γαβγίζει και κάθισε πρόθυμα να το χαϊδέψουν. «Τι όμορφο κορίτσι είσαι εσύ. Α, ωραίο αυτό, σου άρεσε, έτσι;» Συνέχισε να του χαϊδεύει τα μεγάλα του αυτιά και το θηλυκό λυκόσκυλο φαινόταν να τα έχει χάσει από την ευτυχία. «Είναι καλή η Νίκι μου» είπε ο Ρόλε και άφησε το κολάρο από το οποίο την κρατούσε. «Έλα, Μάρτιν». Η Πάουλα του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ο Μάρτιν, αν και καθόλου πεπεισμένος για το ακίνδυνο της κατάστασης, κατέβηκε από το σκαλοπάτι και πήγε κοντά στην Πάουλα και στη Νίκι. «Άφησέ τη να σε χαιρετήσει. Είναι πολύ ευγενική». Ο Μάρτιν υπάκουσε διστακτικά. Άρχισε να χαϊδεύει το μεγάλο λυκόσκυλο και ανταμείφθηκε μ’ ένα γλείψιμο στο

χέρι. «Βλέπεις λοιπόν; Της αρέσεις» χαμογέλασε η Πάουλα. «Μμ» έκανε ο Μάρτιν λίγο ντροπιασμένος. – Όντως, το σκυλί δεν φαινόταν τόσο επικίνδυνο από κοντά. «Πρέπει να μιλήσουμε λίγο με το αφεντικό σου τώρα». Η Πάουλα σηκώθηκε και η Νίκι έγειρε λοξά το κεφάλι της, ικετεύοντας για περισσότερα χάδια πριν περάσει μέσα στο διαμέρισμα. «Μου αρέσει η διακόσμηση του διαμερίσματός σου» είπε η Πάουλα και κοίταξε γύρω της. Ο Ρόλε νοίκιαζε μια μικρή γκαρσονιέρα και ήταν φανερό πως δεν έδινε άμεση προτεραιότητα στην άνεση. Τα έπιπλα αποτελούνταν από ένα μικρό ξύλινο κρεβάτι με αταίριαστα σκεπάσματα, από μια μεγάλη παλιά τηλεόραση που ήταν καταμεσής στο πάτωμα, έναν καφέ, ξεφτισμένο καναπέ και ένα ετοιμόρροπο τραπεζάκι σαλονιού. Όλα φαίνονταν σαν να τα είχε πάρει από κάποιον κάδο απορριμμάτων, κάτι που μπορεί να μην απείχε και πολύ από την αλήθεια. «Πάμε να καθίσουμε στην κουζίνα». Ο Ρόλε προπορεύτηκε και τον ακολούθησαν. Ο Μάρτιν ήξερε από το μητρώο του Ρόλε ότι ήταν τριάντα ενός χρόνων, αλλά φαινόταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Ψηλός αλλά λίγο σκυφτός, με λιπαρά μαλλιά που έφταναν μέχρι τον γιακά ενός καρό, χιλιοπλυμένου

πουκάμισου. Το τζιν που φορούσε ήταν γεμάτο από ξεραμένους λεκέδες και σκισίματα, τα οποία δεν ήταν δήλωση προτίμησης συγκεκριμένης μόδας, αλλά είχαν γίνει από την πολλή χρήση. «Δεν έχω τίποτα να σας κεράσω» είπε σαρκαστικά ο Ρόλε και κροτάλισε τα δάχτυλά του προς το μέρος της Νίκι, για να έρθει και να ξαπλώσει δίπλα του. «Δεν χρειάζεται» είπε η Πάουλα. Αν έκρινε από το πλήθος των βρόμικων πιατικών στον νεροχύτη και σε όλο τον πάγκο της κουζίνας, σίγουρα δεν θα υπήρχε ούτε πιατάκι καθαρό, ακόμα κι αν ήθελε να τους κεράσει έναν καφέ. «Τι θέλετε λοιπόν;» Έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και άρχισε να τρώει με περισσή φροντίδα το νύχι του αντίχειρά του. Ορισμένα από τα νύχια του ήταν τόσο φαγωμένα, ώστε οι κορυφές τους ήταν γεμάτες πληγές. «Τι ξέρεις για τον άντρα που έμενε στη διπλανή πολυκατοικία;» Η Πάουλα τον κοιτούσε με σταθερό βλέμμα. «Ποιον άντρα;» «Ποιον λες εσύ;» έκανε ο Μάρτιν. Έπιασε τον εαυτό του να κάνει νεύμα στη Νίκι να σηκωθεί

και να έρθει να ξαπλώσει δίπλα του. «Αυτόν που πυροβολήσανε στο κεφάλι εννοείτε;» είπε ο Ρόλε κοιτάζοντας ήρεμα την Πάουλα κατάματα. «Σωστά το μάντεψες. Λοιπόν;» «Τι λοιπόν; Τι να ξέρω εγώ γι’ αυτό; Σας το είπα ήδη όταν ήσασταν εδώ την προηγούμενη φορά». Η Πάουλα κοίταξε ερωτηματικά τον Μάρτιν, ο οποίος έγνεψε καταφατικά. Ο Μάρτιν είχε μιλήσει με τον Ρόλε όταν ρωτούσαν στη γειτονιά αμέσως μετά τον φόνο. «Ναι, αλλά έπειτα από αυτό βγήκαν στην επιφάνεια κάποια πράγματα». Η Πάουλα ακούστηκε ξαφνικά πολύ τραχιά. Ο Μάρτιν σκέφτηκε ότι δεν θα ήθελε ποτέ να βρεθεί αντιμέτωπος μαζί της. Ήταν μικρόσωμη αλλά πολύ πιο σκληρή από τους περισσότερους άντρες που ήξερε. «Και;» Η φωνή έδειχνε αδιαφορία, αλλά ο Μάρτιν είδε ότι ο Ρόλε είχε εντείνει πολύ την προσοχή του. «Μήπως άκουσες ότι μερικά παιδάκια βρήκαν μια σακούλα με κοκαΐνη εδώ απέξω;» έκανε η Πάουλα. Ο Ρόλε σταμάτησε να τρώει το νύχι του. «Κοκαΐνη; Πού;» «Στον κάδο που είναι έξω στον δρόμο» είπε και κούνησε το κεφάλι της προς τη μεριά του πράσινου κάδου που ήταν

έξω από το παράθυρο της κουζίνας. «Κοκαΐνη στον κάδο των σκουπιδιών;» επανέλαβε ο Ρόλε με την απληστία ζωγραφισμένη στο βλέμμα. Πρέπει να είναι το όνειρο κάθε ναρκομανούς, σκέφτηκε ο Μάρτιν. Να βρει μια σακούλα στα σκουπίδια. Σαν να κερδίζει το λότο χωρίς να πληρώσει δεκάρα. «Ναι, και τα παιδάκια τη δοκίμασαν. Κατέληξαν στα Επείγοντα και παραλίγο να πεθάνουν» είπε η Πάουλα. Ο Ρόλε πέρασε αμήχανος το χέρι του πάνω από τα λιπαρά μαλλιά του. «Μα αυτό είναι απαίσιο, γαμώτο. Τα μικρά δεν θα πρέπει να πλησιάζουν τέτοια πράγματα». «Είναι εφτάχρονα πιτσιρίκια. Νόμιζαν πως ήταν καραμέλες». «Αλλά γλίτωσαν είπες, έτσι δεν είναι;» «Ναι, γλίτωσαν. Και ελπίζω να μην ξαναπλησιάσουν τέτοια σκατά ξανά. Από αυτά τα σκατά με τα οποία ασχολείσαι εσύ». «Δεν θα πουλούσα ποτέ σε παιδιά. Με ξέρετε, που να πάρει ο διάολος. Δεν θα έδινα ποτέ κάτι σε παιδιά». «Ούτε εμείς πιστεύουμε ότι θα έδινες. Όπως είπα, το βρήκανε στον κάδο των σκουπιδιών». Η Πάουλα ακουγόταν λίγο πιο ήπια τώρα. «Αλλά υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα

στον άντρα που δολοφονήθηκε και σ’ εκείνη τη σακούλα με την κοκαΐνη». «Τι σχέση;» «Δεν έχει σημασία». Η Πάουλα κούνησε αποτρεπτικά το χέρι της. «Αυτό που αναρωτιόμαστε, φυσικά, είναι αν είχατε κάποια επαφή, αν ξέρεις κάτι. Και όχι, δεν πρόκειται να σε κατηγορήσουμε για κάτι σχετικά με αυτό, αν έχει συμβεί» συνέχισε εκείνη πριν προλάβει να πει οτιδήποτε ο Ρόλε. «Ερευνούμε μια δολοφονία και αυτό είναι πολύ σημαντικότερο. Αντιθέτως, αν μας βοηθήσεις, θα είναι ό,τι καλύτερο για τις σχέσεις μας στο μέλλον». Ο Ρόλε φάνηκε να σκέφτεται πολύ την πρότασή της. Έπειτα ανασήκωσε τους ώμους και αναστέναξε. «Δυστυχώς, δεν έχω κάτι για σας. Τον έβλεπα καμιά φορά τυχαία, αλλά ποτέ δεν μιλήσαμε. Δεν φαινόταν να έχουμε και πολλά να πούμε. Αλλά αν ισχύουν αυτά που λέτε, πρέπει να είχαμε πολύ περισσότερα κοινά ενδιαφέροντα απ’ όσα πίστευα». Γέλασε. «Και δεν άκουσες ποτέ τίποτα γι’ αυτόν από τις άλλες επαφές σου;» πετάχτηκε ο Μάρτιν. Η Νίκι είχε μετακομίσει δίπλα του τώρα κι απολάμβανε τα χάδια του στον λαιμό της. «Όχι» έκανε απρόθυμα ο Ρόλε.

Ευχαρίστως θα άρπαζε την ευκαιρία να φανεί καλός στα μάτια των αστυνομικών, αλλά ήταν φανερό ότι δεν ήξερε τίποτα. «Αν ακούσεις κάτι, θα μας τηλεφωνήσεις, εντάξει;» Η Πάουλα έβγαλε μια κάρτα και την έδωσε στον Ρόλε, ο οποίος ανασήκωσε ξανά τους ώμους του και την έβαλε στην κωλότσεπη του λεκιασμένου τζιν. «Βεβαίως. Μπορείτε να βρείτε την έξοδο, φαντάζομαι». Χαμογέλασε και πήρε ένα κουτί με ταμπάκο που ήταν πάνω στο τραπέζι. Με την κίνηση αυτή σηκώθηκε το μανίκι του και αποκάλυψε τις τρύπες από τις βελόνες στο μέσα μέρος του αγκώνα. Ο Ρόλε έπαιρνε ηρωίνη, όχι κοκαΐνη. Αντί για το αφεντικό της, τους συνόδευσε η Νίκι μέχρι την πόρτα και ο Μάρτιν τη χάιδεψε αρκετά πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους. «Πάει ο ένας. Απομένουν άλλοι τρεις». Η Πάουλα άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. «Υπέροχο να περνάς τη μέρα σου σε σπίτια ναρκομανών» είπε ο Μάρτιν και την ακολούθησε. «Αν έχεις τύχη, μπορεί να συναντήσεις κι άλλους σκύλους. Δεν είδα ποτέ μου κανέναν να αλλάζει τόσο γρήγορα από απόλυτο τρόμο σε απόλυτο έρωτα». «Μα ήταν όμορφη» μουρμούρισε ο Μάρτιν. «Αλλά

πιστεύω πραγματικά ότι τα μεγάλα σκυλιά είναι τρομακτικά».

Η Ερίκα αισθανόταν σαν να είχε φύγει ένα βάρος από τους ώμους της. Ήξερε κατά βάθος ότι ήταν μεγάλος ο δρόμος που είχαν μπροστά τους και ότι η Άννα θα μπορούσε να κυλήσει ξαφνικά πάλι στο σκοτάδι. Τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Ήξερε ταυτόχρονα ότι η Άννα ήταν μαχήτρια. Είχε σταθεί και παλιότερα στα πόδια της, από καθαρή θέληση, και η Ερίκα ήταν πεπεισμένη ότι θα το έκανε ξανά. Είχε χαρεί και ο Πάτρικ όταν η Ερίκα τού είχε μιλήσει το προηγούμενο βράδυ για την πρόοδο της Άννας. Τον είχε ακούσει να φεύγει το πρωί για τη δουλειά σφυρίζοντας και είχε την ελπίδα ότι η καλή του διάθεση θα κρατούσε. Από τότε που ο Πάτρικ είχε οδηγηθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο, η Ερίκα παρακολουθούσε πιο προσεκτικά τη διάθεσή του. Η σκέψη ότι μπορεί να πάθαινε κάτι ο Πάτρικ την παρέλυε. Ήταν ο φίλος της, ο αγαπημένος της και ο πατέρας των τριών υπέροχων παιδιών της. Δεν έπρεπε να τον αφήνει να διακινδυνεύει τα πάντα με το άγχος. Δεν θα του το συγχωρούσε ποτέ. «Γεια, εδώ είμαστε πάλι…» είπε καθώς έσπρωχνε το καρότσι στο εσωτερικό της βιβλιοθήκης.

«Γεια σας» έκανε χαρωπά η Μάι. «Ε βέβαια, δεν πρόλαβες να τελειώσεις χτες». «Όχι, υπάρχουν κάτι λίγα ακόμα που πρέπει να κοιτάξω. Σκέφτηκα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία, τώρα που κοιμήθηκαν τ’ αγόρια μου». «Και ως συνήθως, αν χρειαστείς κάποια βοήθεια, μου το λες». «Ευχαριστώ» είπε η Ερίκα και κάθισε σ’ ένα από τα τραπέζια. Δυσκολεύτηκε να βρει αυτό που έψαχνε. Σ’ ένα μπλοκ σημείωνε ασταμάτητα τις παραπομπές σε άλλες πηγές που προέκυπταν. Συχνά δεν έβρισκε κάτι της προκοπής ούτε εκεί, απλώς κατέληγε σ’ ένα σωρό πληροφορίες για άλλα νησιά και περιοχές. Έβρισκε όμως και καμιά φορά μικρά διαμάντια που τη βοηθούσαν να συνεχίσει. Όπως γίνεται σε κάθε έρευνα. Έσκυψε και κοίταξε στο καρότσι. Τα δίδυμα κοιμούνταν ήρεμα. Σηκώθηκε για λίγο να τεντωθεί κι έπειτα συνέχισε το διάβασμα. Ανακάλυψε ότι της άρεσαν οι ιστορίες με φαντάσματα. Είχε πάρα πολύ καιρό να διαβάσει τέτοιες ιστορίες. Όταν ήταν μικρή, είχε διαβάσει τις πιο τρομακτικές ιστορίες που μπορούσε να βρει, από Έντγκαρ Άλαν Πόε μέχρι σκανδιναβικές σάγκα. Ίσως γι’ αυτό να είχε αρχίσει ως ενήλικη να γράφει για πραγματικές ιστορίες φόνων, ως μια

επέκταση των τρομακτικών ιστοριών των παιδικών της χρόνων. «Μπορείς να φωτοτυπήσεις αυτά που θέλεις να πάρεις μαζί σου» είπε η Μάι για να τη βοηθήσει. Η Ερίκα έγνεψε καταφατικά και σηκώθηκε. Είχε βρει μερικές σελίδες που θα ήθελε να διαβάσει πιο προσεκτικά στο σπίτι. Ένιωθε εκείνο το φτερούγισμα στο στομάχι. Λάτρευε να ψάχνει και να σκάβει και να ολοκληρώνει κομμάτι κομμάτι τα διάφορα παζλ. Ειδικά έπειτα από μερικούς μήνες με μόνο μωρά κατά νου, απολάμβανε ιδιαίτερα το γεγονός ότι είχε κάτι πιο ταιριαστό για ενήλικες να την απασχολεί. Στον εκδότη της είχε πει ότι θα άρχιζε να γράφει το επόμενο βιβλίο της σ’ ένα εξάμηνο – και αυτό ήταν μια απόφαση που τηρούσε απαρέγκλιτα. Αλλά θα χρειαζόταν κάτι να απασχολεί το μυαλό της μέχρι τότε – κι αυτό εδώ ήταν μια ομαλότατη εκκίνηση. Με μια στοίβα χαρτιά στην τσάντα με τα μωρουδιακά, περπάτησε αργά μέχρι το σπίτι. Τα αγόρια της κοιμούνταν ακόμη. Η ζωή ήταν ωραία.

«Γαμώ τον διάολό αναθεματισμένο…»

μου,

που

να

πάρει,

τον

Η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Πάτρικ δεν ήταν τόσο μεστή συνήθως, αλλά ο Γιέστα τον καταλάβαινε πολύ καλά. Αυτή τη φορά ο Μέλμπεργ είχε ξεπεράσει τον εαυτό του. Ο Πάτρικ χτύπησε πολύ δυνατά το χέρι του στο ταμπλό και ο Γιέστα αναπήδησε ξαφνιασμένος. «Σκέψου την καρδιά σου». «Καλά, καλά» έκανε ο Πάτρικ, αλλά αναγκάστηκε να πάρει κάνα δυο ανάσες για να ηρεμήσει. «Εκεί». Ο Γιέστα έδειξε μια ελεύθερη θέση στο πάρκινγκ. «Πώς θα τους το πούμε αυτό;» είπε ενώ κάθονταν ακόμη μέσα στο αυτοκίνητο. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πούμε τίποτα με τρόπο» είπε ο Πάτρικ. «Ούτως ή άλλως θα τα γράφουν όλα οι εφημερίδες». «Ναι, ξέρω. Αλλά τώρα πρέπει να επικεντρωθούμε στο πώς θα το χειριστούμε αυτό εδώ, ανεξάρτητα από όλα αυτά που προκάλεσε ο Μέλμπεργ». Ο Πάτρικ κοίταξε ξαφνιασμένος και λίγο ντροπιασμένος τον Γιέστα. «Δίκιο έχεις. Ό,τι έγινε έγινε. Πρέπει να προχωρήσουμε. Προτείνω να αρχίσουμε με τον Έρλινγκ και μετά να μιλήσουμε με τους υπόλοιπους συναδέλφους του Ματς. Για να δούμε αν κάποιος από αυτούς άκουσε τίποτα σχετικό με ναρκωτικά ή κατάχρηση».

«Σαν τι δηλαδή;» Ο Γιέστα ήλπιζε να μην ακουγόταν πολύ ανόητη η ερώτησή του, αν και ήταν γεγονός ότι δεν καταλάβαινε τίποτε από αυτά που έλεγε ο Πάτρικ. «Να, αν είχε συμπεριφερθεί ποτέ παράξενα ή αν είχε δείξει τίποτα περίεργα σημάδια. Φαινόταν βέβαια εντελώς καθωσπρέπει άνθρωπος, αλλά ίσως να θυμούνται κάποια παρέκκλιση από αυτό το πρότυπο». Ο Πάτρικ βγήκε από το αυτοκίνητο και ο Γιέστα τον ακολούθησε. Δεν είχαν τηλεφωνήσει για να μάθουν ποιοι ήταν στα γραφεία του δήμου, αλλά, όταν ρώτησαν την υπάλληλο της υποδοχής, αποδείχτηκε πως ήταν τυχεροί. Όλοι ήταν στις θέσεις τους. «Μπορεί ο Έρλινγκ να μας δεχτεί;» – Ο Πάτρικ έκανε την ερώτησή του να μοιάζει με διαταγή. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν έγνεψε κατατρομαγμένη: «Δεν έχει κανένα ραντεβού αυτή τη στιγμή» είπε και έδειξε προς το σημείο όπου ήταν το γραφείο του Έρλινγκ, κάτι που ο Γιέστα γνώριζε ήδη. «Γεια χαρά» είπε ο Πάτρικ όταν έφτασαν στο άνοιγμα της πόρτας. «Καλώς τους!» Ο Έρλινγκ σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος τους, για να τους χαιρετήσει. «Περάστε, περάστε μέσα.

Πώς πάει; Βρήκατε κάποια άκρη; Άκουσα, παρεμπιπτόντως, για τα παιδάκια χτες. Αχ, Θεέ μου, πού πηγαίνουμε;» Κάθισε ξανά. Ο Πάτρικ και ο Γιέστα αντάλλαξαν μια ματιά και μετά πήρε τον λόγο ο Πάτρικ: «Το θέμα είναι πως φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση». Καθάρισε τον λαιμό του, αβέβαιος για το πώς έπρεπε να συνεχίσει. «Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι ο Ματς Σβερίν συνδέεται με την κοκαΐνη που βρήκαν τα παιδιά». Έπεσε απόλυτη σιωπή στο γραφείο. Ο Έρλινγκ τούς κοιτούσε κατάπληκτος κι εκείνοι τον περίμεναν να πει κάτι. Η έκπληξή του φαινόταν γνήσια. «Ναι… αλλά… πώς…» ψέλλισε εκείνος κι έπειτα κούνησε το κεφάλι του. «Εσύ δεν είχες υποψιαστεί τίποτα;» έκανε ο Γιέστα, για να τον βοηθήσει να συνεχίσει. «Όχι, απολύτως τίποτα. Κάτι τέτοιο ποτέ… ποτέ δεν θα το φανταζόμασταν καν». Η συνήθης πολυλογία του είχε εξαφανιστεί. «Δεν υπήρχαν δηλαδή σημάδια πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Ματς; Εναλλαγές διάθεσης, αργοπορία στη δουλειά, δυσκολία να τηρεί ωράρια, κάποια γενικώς αλλαγμένη συμπεριφορά;» Ο Πάτρικ τον κοίταξε, αλλά ο Έρλινγκ φαινόταν να τα έχει

πραγματικά χαμένα. «Όχι. Ο Ματς ήταν, όπως σας είπα και παλιότερα, η σταθερότητα προσωποποιημένη. Ίσως κάπως ολιγόλογος αναφορικά με κάποια πράγματα, αλλά αυτό ήταν όλο». Σκίρτησε. «Να ήταν άραγε γι’ αυτό; Να έφταιγαν τα ναρκωτικά; Ίσως να μην είναι τόσο παράξενο που δεν θέλει να μιλά κανείς για την προσωπική του ζωή σε μια τέτοια περίπτωση». «Δεν το ξέρουμε σίγουρα. Αλλά μπορεί να είχε σχέση με αυτό». «Μα είναι φοβερό. Κι αν μαθευτεί πως είχαμε κάτι τέτοιο, κάποιον τέτοιο, που δούλευε εδώ θα είναι σκέτη καταστροφή». «Ναι, αλλά εδώ μάλλον πρέπει να σε ενημερώσουμε για κάτι» είπε ο Πάτρικ και βλαστήμησε ξανά μέσα του. «Είναι γεγονός πως ο Μπέρτιλ Μέλμπεργ οργάνωσε μια συνέντευξη Τύπου για το θέμα αυτό σήμερα το πρωί και μάλλον θα μαθευτεί σήμερα κιόλας» Σαν να ήταν όλα σκηνοθετημένα, εμφανίστηκε ξαφνικά η υπάλληλος της υποδοχής στο άνοιγμα της πόρτας με κατακόκκινα μάγουλα και αλλοπρόσαλλο βλέμμα. «Δεν ξέρω τι γίνεται, Έρλινγκ, αλλά μας έχουν πνίξει στα τηλεφωνήματα. Σε ζητούν από ένα κάρο εφημερίδες. Η

Γέτεμποργς Τίντνινγκ και η Αφτονμπλάντετ απαιτούν να σου μιλήσουν αμέσως». «Θεέ και Κύριε» έκανε ο Έρλινγκ και σκούπισε το μέτωπό του, όπου είχαν σχηματιστεί μικρές σταγόνες ιδρώτα. «Μπορούμε απλώς να σας συμβουλεύσουμε να πείτε όσο λιγότερα γίνεται» είπε ο Πάτρικ. «Λυπάμαι πάρα πολύ που μπλέχτηκε ο Τύπος σ’ ένα τόσο πρώιμο στάδιο της έρευνας, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, δυστυχώς». Ο τόνος της φωνής του ήταν ψυχρός, αλλά ο Έρλινγκ δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τίποτε άλλο πέρα από τη δική του κρίσιμη κατάσταση. «Πρέπει, φυσικά, να πάω και να μιλήσω μαζί τους» είπε γυρίζοντας συγχυσμένος την πολυθρόνα του μπρος πίσω. «Η κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά ένα πρεζόνι στον δήμο… πώς στην ευχή θα μπορέσω να το εξηγήσω αυτό;» Ο Πάτρικ και ο Γιέστα αντιλήφθηκαν ότι δεν θα μπορούσαν να του αποσπάσουν καμία λογική κουβέντα, οπότε σηκώθηκαν. «Θα θέλαμε να μιλήσουμε και με τους άλλους επίσης» είπε ο Πάτρικ. Ο Έρλινγκ σήκωσε το κεφάλι, χωρίς να μπορεί ωστόσο να εστιάσει το βλέμμα του εκεί που έπρεπε. «Ναι, βέβαια. Μπορείτε απλώς να πάτε να τους μιλήσετε. Αλλά τώρα να με συγχωρείτε, πρέπει να απαντήσω στα

τηλεφωνήματα» είπε σκουπίζοντας τη φαλάκρα του μ’ ένα μαντίλι. Εκείνοι έφυγαν και χτύπησαν τη διπλανή πόρτα. «Περάστε» ακούστηκε η χαρωπή φωνή της Γκουνίλα, η οποία είχε προφανώς παντελή άγνοια για το τι συνέβαινε έξω από το γραφείο της. «Μπορούμε να ανταλλάξουμε δυο κουβέντες;» ρώτησε ο Πάτρικ. Η Γκουνίλα έγνεψε χαρωπά. Έπειτα το πρόσωπό της σκοτείνιασε. «Αχ, κάθομαι εδώ και γελάω και χαζεύω. Αλλά εσείς είστε εδώ για τον Ματς, υποθέτω – έτσι δεν είναι; Καταλήξατε κάπου;» Αβέβαιοι για το πώς έπρεπε να θέσουν το θέμα, ο Πάτρικ και ο Γιέστα αντάλλαξαν ξανά βλέμματα. Κάθισαν. «Έχουμε μερικές ακόμα ερωτήσεις για τον Ματς» είπε ο Γιέστα. Κουνούσε νευρικά το πόδι του. Στην πραγματικότητα ήξεραν πάρα πολύ λίγα για να μπορέσουν να κάνουν λογικές ερωτήσεις. «Βεβαίως, ό,τι θέλετε» είπε η Γκουνίλα και χαμογέλασε ξανά. Μάλλον θα είναι από τους ανθρώπους που είναι πάντα

αφόρητα θετικοί και χαρούμενοι, σκέφτηκε ο Γιέστα. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους που δεν θέλεις να έχεις κοντά σου στις εφτά το πρωί, πριν πιεις το πρώτο φλιτζάνι καφέ. Τη δική του πρωινή και άσχημη διάθεση ο Γιέστα τη μοιραζόταν, ευτυχώς, με την αγαπημένη –μακαρίτισσα πλέον– σύζυγό του και μπορούσαν να πηγαίνουν ο καθένας στη γωνιά του και να μουρμουρίζουν για τον εαυτό τους. «Χτες κάποια σχολιαρόπαιδα μεταφέρθηκαν επειγόντως στο νοσοκομείο επειδή είχαν δοκιμάσει την κοκαΐνη που είχαν βρει» είπε ο Πάτρικ. «Ίσως να το άκουσες». «Ναι, φοβερό πράγμα. Αλλά ευτυχώς τη γλίτωσαν, όπως άκουσα». «Ναι, τα παιδιά αναρρώνουν κανονικά. Ωστόσο αποδείχτηκε ότι το γεγονός αυτό συνδέεται με την έρευνά μας». «Συνδέεται;» έκανε η Γκουνίλα και το ζωηρό βλέμμα της, που θύμιζε βλέμμα σκίουρου, πήγαινε μια στον Πάτρικ και μια στον Γιέστα. «Ναι, βρήκαμε κάποια σχέση ανάμεσα στον Ματς Σβερίν και σε αυτή την κοκαΐνη». Αντιλήφθηκε πόσο επίσημο είχε ακουστεί αυτό – ήταν ένας τρόπος ανακοίνωσης που πάντα επιστράτευε σε περιπτώσεις που δεν ήξερε τι ακριβώς να πει. Αυτή η επισημότητα δεν του άρεσε καθόλου. Αλλά ήταν καλύτερα

να το ακούσουν με αυτό τον τρόπο οι παλιοί συνάδελφοι του Ματς παρά να το διαβάσουν στις εφημερίδες. «Δεν καταλαβαίνω». «Να, πιστεύουμε ότι ίσως ο Ματς έκανε χρήση κοκαΐνης». – Ο Γιέστα κοίταζε το πάτωμα. «Ο Ματς;» Η φωνή της Γκουνίλα έσπασε λίγο. «Όχι, δεν μπορείτε να λέτε ότι ο Ματς–» «Δεν έχουμε καμία γνώση της κατάστασης» εξήγησε ο Πάτρικ. «Και γι’ αυτό είμαστε εδώ. Για ν’ ακούσουμε αν προσέξατε τίποτα παράξενο με τον Ματς που να σας έρχεται τώρα στο μυαλό». «Κάτι παράξενο;» επανέλαβε η Γκουνίλα και ο Πάτρικ την είδε ότι άρχισε να αναστατώνεται. «Ο Ματς ήταν ο πιο ευχάριστος άνθρωπος που μπορεί να σκεφτεί κανείς και δεν μπορώ ούτε να φανταστώ ότι αυτός… όχι, δεν γίνονται αυτά». «Τίποτα δεν ήταν παράξενο στη συμπεριφορά του δηλαδή; Τίποτα που να σ’ έκανε ν’ αντιδράσεις;» Ο Πάτρικ ένιωθε ότι έψαχνε βελόνα στ’ άχυρα. «Ο Ματς ήταν ένας απίστευτα ευγενικός και καλοσυνάτος άνθρωπος. Το ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να είχε αγγίξει ναρκωτικά είναι αδιανόητο». Χτυπούσε το στιλό της στο γραφείο σε κάθε συλλαβή που

ξεστόμιζε, για να δώσει έμφαση στα λόγια της. «Λυπάμαι, αλλά αυτές οι ερωτήσεις έπρεπε να γίνουν» είπε ο Γιέστα κατευναστικά και ο Πάτρικ έγνεψε και σηκώθηκε. Η Γκουνίλα τούς αγριοκοίταζε όταν έβγαιναν από το γραφείο της. Μία ώρα αργότερα έφευγαν από τα γραφεία του δήμου. Είχαν μιλήσει και με τους υπόλοιπους πρώην συναδέλφους του Ματς και η αντίδραση ήταν η ίδια απ’ όλους. Κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο Ματς Σβερίν ήταν μπλεγμένος σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να έχουν σχέση με ναρκωτικά. «Επιβεβαιώνεται αυτό που διαισθανόμουν. Και να σκεφτείς ότι δεν τον συνάντησα ποτέ μου» είπε ο Πάτρικ όταν μπήκαν ξανά στο αυτοκίνητο. «Ναι, και τα χειρότερα είναι ακόμη μπροστά μας». «Ξέρω» είπε ο Πάτρικ και έστριψε για να βγει στον δρόμο και να κατευθυνθεί προς τη Φιελμπάκα.

Τους είχε βρει. Ήταν τόσο βέβαιη γι’ αυτό όσο βέβαιη ήταν ότι δεν είχε πουθενά αλλού να πάει. Είχαν στερέψει όλες οι δυνατότητες διαφυγής. Τόσο εύκολο ήταν να γίνουν όλα χίλια κομμάτια, ξανά. Ήταν αρκετή μια καρτ ποστάλ, δίχως

κείμενο ή αποστολέα, σταλμένη από κάποιο σουηδικό ταχυδρομείο, για να σμπαραλιάσει τις ελπίδες της για το μέλλον. Το χέρι της Μαντελέν έτρεμε όταν γύρισε την καρτ ποστάλ, αφού είχε μελετήσει το λευκό πίσω μέρος της, όπου αναγραφόταν μόνο το όνομά της και η νέα της ταχυδρομική διεύθυνση. Δεν χρειάζονταν λέξεις, το μοτίβο στην καρτ ποστάλ έλεγε τα πάντα. Το μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερο. Πήγε αργά μέχρι το παράθυρο. Στον κήπο απέξω έπαιζαν ο Κέβιν με τη Βίλντα, αγνοώντας ότι η ζωή τους θ’ άλλαζε πάλι. Έσφιξε την καρτ ποστάλ στο χέρι της. Νότισε από τον ιδρώτα στα δάχτυλά της και προσπάθησε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της, για να πάρει κάποιου είδους απόφαση. Τα παιδιά φαίνονταν τόσο χαρούμενα. Έπαιζαν τα δυο τους κι έπαιζαν με τ’ άλλα παιδιά. Η έκφραση απόγνωσης στα μάτια τους είχε επιτέλους αρχίσει να εξαφανίζεται, έστω κι αν παρέμενε πάντα ένα θραύσμα φόβου μέσα τους. Αυτά τα παιδιά είχαν δει πάρα πολλά, πράγμα για το οποίο δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, όση αγάπη κι αν τους έδειχνε. Και τώρα είχαν καταστραφεί όλα. Αυτό εδώ είχε φανεί ως η μοναδική διέξοδος, μια τελευταία ευκαιρία για μια κανονική ζωή. Να φύγουν από τη Σουηδία, από αυτόν και από όλα τα άλλα εκεί πίσω τους. Πώς να τους παράσχει ασφάλεια τώρα

που της είχαν κλέψει και την τελευταία σανίδα σωτηρίας; Η Μαντελέν ακούμπησε το κεφάλι στο τζάμι του παραθύρου. Αισθάνθηκε την κρυάδα του τζαμιού στο μέτωπό της. Είδε τον Κέβιν να βοηθάει την αδελφή του ν’ ανέβει τη σκάλα της τσουλήθρας. Έβαζε τα χέρια του κάτω από τον ποπό της Βίλντα και την έσπρωχνε, ενώ ταυτόχρονα τη στήριζε. Ίσως να είχε κάνει λάθος που τον είχε αφήσει να γίνει ο άντρας της οικογένειας. Μόνον οχτώ χρόνων ήταν. Αλλά εκείνος είχε, φυσικά, αναλάβει αμέσως τον ρόλο αυτό και άρχισε να φροντίζει τα κορίτσια του, όπως τις αποκαλούσε περήφανα. Είχε μεγαλώσει με την ευθύνη, η οποία τον έκανε και να νιώθει ασφαλής. Ο Κέβιν σήκωσε το χέρι και παραμέρισε το τσουλούφι από τα μάτια του. Έμοιαζε τόσο πολύ στον πατέρα του, αλλά είχε πάρει τη δική της καρδιά. Την αδυναμία της, όπως συνήθιζε κι εκείνος να τη λέει όταν άρχιζαν τα χτυπήματα. Άρχισε να χτυπάει αργά και αφηρημένα το μέτωπό της πάνω στο τζάμι. Η απελπισία πλημμύρισε το σώμα της. Δεν είχε απομείνει τίποτε από το μέλλον που είχε προγραμματίσει. Τώρα χτυπούσε όλο και δυνατότερα το μέτωπό της στο παράθυρο, ένιωθε εκείνο τον οικείο πόνο να της προσφέρει μια παράξενη σιγουριά. Άφησε την καρτ ποστάλ και η εικόνα του αετού με τις ανοιχτές φτερούγες πέταξε πάνω από το

πάτωμα. Απέξω η Βίλντα έκανε τσουλήθρα μ’ ένα μακάριο χαμόγελο στα χείλη.

Φιελμπάκα 1871

«Πώς

τα περνάτε εκεί πέρα στο νησί; Πρέπει να είναι μοναχικά». Η Ντάγκμαρ κοιτούσε με ερευνητικό βλέμμα την Έμελι και τον Καρλ εκεί που κάθονταν ακίνητοι στον διπλό καναπέ απέναντί της. Το μικρό, εύθραυστο φλιτζάνι του καφέ φάνταζε αταίριαστο στο μεγάλο χέρι του Καρλ, αλλά η Έμελι κρατούσε με φινέτσα το δικό της κι έπινε μικρές γουλιές από το καυτό ρόφημα. «Είναι όπως είναι» αποκρίθηκε ο Καρλ δίχως να κοιτάζει την Έμελι. «Οι φάροι είναι πάντα απομονωμένοι, αλλά καλά τα περνάμε. Εσείς έπρεπε να το ξέρετε αυτό, έτσι δεν είναι;» Η Έμελι ντρεπόταν. Θεωρούσε πως ο Καρλ μιλούσε πολύ απότομα στην Ντάγκμαρ, η οποία στο κάτω κάτω ήταν και θεία του. Η Έμελι είχε μάθει να δείχνει σεβασμό στους

ηλικιωμένους και είχε συμπαθήσει ενστικτωδώς την Ντάγκμαρ ήδη από την ώρα που χαιρετήθηκαν. Αν κάποια μπορούσε να την καταλάβει, ήταν αυτή, γιατί είχε ζήσει και η ίδια ως σύζυγος φαροφύλακα. Ο άντρας της, ο αδελφός του πατέρα του Καρλ, ήταν υπεύθυνος φάρου για πάρα πολλά χρόνια. Ενώ ο πατέρας του Καρλ αναμενόταν να κληρονομήσει και να διαχειριστεί το αγρόκτημα της οικογένειας, δόθηκε στον νεότερο αδελφό του η ελευθερία να διαλέξει τον δικό του δρόμο. Αυτός ήταν ο ήρωας του Καρλ – και αυτός ήταν που τον είχε κάνει να στραφεί στη θάλασσα και στους φάρους. Αυτά τα είχε αφηγηθεί κάποτε ο Καρλ στην Έμελι, τον καιρό που ακόμη της μιλούσε. Αλλά τώρα ο Άλαν, ο θείος του Καρλ, ήταν πεθαμένος και η Ντάγκμαρ έμενε μόνη της σ’ ένα μικρό σπίτι ακριβώς δίπλα στο Μπραντπάρκεν της Φιελμπάκα. «Ε, σίγουρα ξέρω πώς είναι» είπε η Ντάγκμαρ. «Εσύ ήξερες τι θα αντιμετώπιζες από τότε που είχες ακούσει τις ιστορίες του Άλαν. Το ερώτημα είναι αν το ήξερε και η Έμελι». «Είναι γυναίκα μου και πρέπει να συμφωνεί με τις επιλογές μου». Πάλι ντράπηκε η Έμελι για τη συμπεριφορά του άντρα της και ένιωσε τα δάκρυα να τρέχουν πίσω από τα βλέφαρά της. Αλλά η Ντάγκμαρ απλώς σήκωσε τα φρύδια της.

«Άκουσα από τον πάστορα ότι είσαι πολύ καλή νοικοκυρά» είπε και στράφηκε στην Έμελι. «Ευχαριστώ, χαίρομαι που το ακούω αυτό» έκανε χαμηλόφωνα η Έμελι και χαμήλωσε το κεφάλι, για να μη δείξει ότι είχε κοκκινίσει. Ήπιε μια γουλιά καφέ και απόλαυσε τη γεύση του. Δεν έπινε συχνά πραγματικό καφέ. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν συνήθιζαν να αγοράζουν πολύ λίγο καφέ όταν πήγαιναν στη Φιελμπάκα. Επέλεγαν μάλλον να ξοδεύουν τα λεφτά τους στην ταβέρνα της Άμπελα, σκέφτηκε πικραμένη. «Και πώς τα πάει αυτός που έχετε εκεί για να σας βοηθάει; Είναι καλός; Είναι δουλευταράς; Γιατί εγώ κι ο Άλαν ζήσαμε και το ένα και το άλλο. Ορισμένοι δεν ήταν και ό,τι καλύτερο μας είχε τύχει». «Δουλεύει πολύ καλά» είπε ο Καρλ και άφησε το φλιτζάνι στο πιατάκι τόσο δυνατά, που η πορσελάνη κροτάλισε. «Έτσι δεν είναι, Έμελι;» «Ναι» μουρμούρισε εκείνη, αλλά δεν μπόρεσε να κοιτάξει την Ντάγκμαρ. «Και πώς τον βρήκες, Καρλ; Θα σου τον σύστησαν, ελπίζω, γιατί τις αγγελίες δεν είναι να τις εμπιστεύεσαι». «Ο Γιούλιαν είχε πολύ καλές συστάσεις – και απέδειξε αμέσως την αξία του».

Η Έμελι τον κοίταξε έκπληκτη. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν είχαν δουλέψει πολλά χρόνια μαζί σε καραβοφάναρο. Το είχε καταλάβει ακούγοντας τις κουβέντες τους. Γιατί όμως δεν το ανέφερε αυτό; Πέρασαν από το μυαλό της εικόνες από τα σκοτεινά μάτια του Γιούλιαν, το μίσος του που γινόταν όλο και μεγαλύτερο, και την έπιασε τρεμούλα. Ένιωσε ξαφνικά ότι η Ντάγκμαρ την κοιτούσε. «Ώστε λοιπόν, έχεις κλείσει ραντεβού με τον γιατρό Άλμπρεκτσον σήμερα;» είπε η Ντάγκμαρ. Η Έμελι κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Ναι, θα πάω εκεί σε λίγο, για να δει αν είναι όλα καλά με τον μικρό. Ή τη μικρή». «Σίγουρα αγόρι θα είναι» είπε η Ντάγκμαρ και υπήρχε κάτι ζεστό στο βλέμμα της σαν στράφηκε προς την στρογγυλή κοιλιά της Έμελι. «Έχετε παιδιά εσείς; Ο Καρλ δεν μου είπε τίποτα» είπε η Έμελι. Δεν της άρεσε να τραβάει την προσοχή, αλλά καιγόταν από την επιθυμία να μιλήσει για το θαύμα μέσα στο σώμα της με κάποια που είχε περάσει τα ίδια. Αλλά έφαγε μεμιάς μιαν αγκωνιά στο πλευρό. «Μη ρωτάς με τέτοια αυθάδεια» της είπε σφυριχτά ο Καρλ. Η Ντάγκμαρ κούνησε το χέρι της αποτρεπτικά προς τον Καρλ. Αλλά τα μάτια της ήταν θλιμμένα όταν απάντησε.

«Τρεις φορές ένιωσα την ίδια ευτυχία που νιώθεις κι εσύ τώρα. Αλλά και τις τρεις τα θέλησε αλλιώς ο Θεός. Τα μικρά μου είναι εκεί πάνω τώρα». Σήκωσε το βλέμμα και, παρά τη λύπη της, φαινόταν απολύτως σίγουρη ότι ο Θεός είχε κάνει αυτό που ήταν το καλύτερο. «Με συγχωρείς, εγώ…» Η Έμελι δεν ήξερε τι να πει. Ένιωθε πραγματική απόγνωση για την αδαημοσύνη της. «Δεν πειράζει, καλή μου» είπε η Ντάγκμαρ. Έγειρε αυθόρμητα μπροστά και έβαλε το χέρι της πάνω στο χέρι της Έμελι. Αυτό το φιλικό άγγιγμα, το πρώτο εδώ και πολύ καιρό, έκανε την Έμελι σχεδόν να ξεσπάσει σε δάκρυα. Αλλά η φανερή περιφρονητική ματιά του Καρλ την έκανε να συμμαζευτεί. Έμειναν σιωπηλοί για λίγο και η Έμελι ένιωσε πώς το βλέμμα της γηραιάς κυρίας διείσδυε μέσα της, σαν να έβλεπε το χάος και το σκοτάδι εκεί. Είχε ακόμη το χέρι της πάνω στο δικό της και ήταν λεπτό και γεμάτο νεύρα, σημαδεμένα από τα πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς. Αλλά ήταν ένα όμορφο χέρι, σκέφτηκε η Έμελι, το ίδιο όμορφο με το λεπτό πρόσωπό της, στο οποίο οι ρυτίδες και οι αυλακιές μαρτυρούσαν μια ζωή που είχε περάσει καλά και με πολλή

αγάπη. Τα γκρίζα μαλλιά ήταν δεμένα κότσο και η Έμελι σκέφτηκε πως θα έπεφταν ακόμη πυκνά μέχρι τη μέση, αν τα άφηνε λυτά η Ντάγκμαρ. «Εσύ δεν ξέρεις καλά τα κατατόπια εδώ και γι’ αυτό σκέφτηκα να έρθω μαζί σου στον γιατρό» είπε η Ντάγκμαρ στο τέλος και τράβηξε το χέρι της από το χέρι της Έμελι. Ο Καρλ άρχισε να διαμαρτύρεται μεμιάς. «Μπορώ να το κάνω κι εγώ. Ξέρω καλά τα κατατόπια, δεν χρειάζεται να ενοχλήσουμε και τη θεία». «Δεν με ενοχλείτε». Η Ντάγκμαρ κοίταξε αποφασιστικά τον Καρλ στα μάτια. Η Έμελι αντιλήφθηκε ότι ανάμεσά τους διεξαγόταν μια πάλη για το ποιος θα έπαιρνε το πάνω χέρι. Στο τέλος υποχώρησε ο Καρλ. «Εντάξει, αφού η θεία θέλει, εγώ δεν θα επιμείνω άλλο» είπε εκείνος και άφησε στην άκρη το μικρό φλιτζάνι. «Έτσι μπορώ να κάνω και κάτι άλλες, σοβαρότερες δουλειές που έχω». «Αυτό να κάνεις» είπε η Ντάγκμαρ και συνέχισε να τον κοιτάζει χωρίς ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια. «Θα λείψουμε καμιά ώρα, λίγο περισσότερο ίσως, αλλά θα συναντηθείτε εδώ μετά. Γιατί δεν πιστεύω να πας για ψώνια χωρίς τη γυναίκα σου, έτσι δεν είναι;» Η φράση της ήταν διατυπωμένη ως ερώτηση, αλλά ο Καρλ

την εξέλαβε –και πολύ καλά έκανε– ως εντολή και σχεδόν ανεπαίσθητα έγνεψε υπάκουα. «Εντάξει λοιπόν». Η Ντάγκμαρ σηκώθηκε κι έκανε νόημα στην Έμελι να την ακολουθήσει. «Πάμε εμείς τότε, εσύ κι εγώ, για να μην αργήσουμε κιόλας. Και άσε τον Καρλ να κάνει τα δικά του». Η Έμελι δεν τολμούσε να κοιτάξει προς τη μεριά του συζύγου της. Ο Καρλ είχε χάσει και η Έμελι ήξερε ότι θα το πλήρωνε αυτό αργότερα. Αλλά καθώς ακολούθησε την Ντάγκμαρ έξω στον δρόμο προς την πλατεία, απόδιωξε αυτές τις σκέψεις. Σκέφτηκε να απολαύσει αυτή τη στιγμή, όσο μεγάλο κι αν ήταν το τίμημα μετά. Σκόνταψε σε μια πέτρα από το λιθόστρωτο, αλλά το χέρι της Ντάγκμαρ βρέθηκε αμέσως εκεί, για να τη στηρίξει πιάνοντάς την από το μπράτσο. Η Έμελι έγειρε ασφαλής πάνω της.

«Έχεις κανένα νέο από τον Πάτρικ και τον Γιέστα;» ρώτησε η Πάουλα καθώς σταμάτησε στην πόρτα της Άνικα. «Όχι, τίποτε ακόμη» είπε η Άνικα. Πήγε να πει κάτι περισσότερο, αλλά η Πάουλα κατευθυνόταν ήδη στην κουζίνα, μια που ήθελε οπωσδήποτε έναν καφέ σε καθαρό φλιτζάνι, αφού είχε περάσει μερικές ώρες σε βρόμικα σπίτια ναρκομανών. Για να σιγουρευτεί εντελώς, πήγε πρώτα στην τουαλέτα και έπλυνε σχολαστικά τα χέρια της. Όταν έκανε μεταβολή, είδε τον Μάρτιν να περιμένει να πλυθεί κι εκείνος. «Δύο ψυχές, μία σκέψη» είπε εκείνος και γέλασε. Η Πάουλα σκούπισε τα χέρια της και του έκανε χώρο. «Να σου βάλω κι εσένα ένα φλιτζάνι καφέ;» είπε πάνω από τον ώμο της καθώς πήγαινε στην κουζίνα. «Ναι, ευχαριστώ» φώναξε εκείνος για να τον ακούσει πάνω από τον θόρυβο της βρύσης. Η κανάτα με τον καφέ ήταν άδεια, αλλά η καφετιέρα ανοιχτή. Η Πάουλα βλαστήμησε, έκλεισε την καφετιέρα και

άρχισε να τρίβει το ίζημα που είχε καεί στον πάτο της κανάτας. «Μυρίζει καμένο εδώ μέσα» είπε ο Μάρτιν όταν μπήκε στην κουζίνα. «Κάποιος ηλίθιος πήρε τον τελευταίο καφέ και άφησε την καφετιέρα ανοιχτή. Αλλά αν περιμένεις μερικά λεπτά, θα πιούμε φρέσκο καφέ». «Έναν καφέ θα τον έπινα κι εγώ» είπε η Άνικα πίσω τους. Πήγε μέχρι το τραπέζι της κουζίνας και κάθισε. «Πώς τα πας;» Ο Μάρτιν κάθισε δίπλα στην Άνικα και έβαλε το χέρι του γύρω από τους ώμους της. «Δεν ακούσατε τίποτα, υποθέτω». «Τι ν’ ακούσουμε;» – Η Πάουλα μετρούσε τις δόσεις του καφέ στο φίλτρο. «Έγινε χαμός εδώ το πρωί». Η Πάουλα στράφηκε προς το μέρος της και την κοίταξε με περιέργεια. «Τι συνέβη;» «Ο Μέλμπεργ έδωσε συνέντευξη Τύπου». Ο Μάρτιν και η Πάουλα κοιτάχτηκαν, για να διαπιστώσουν αν όντως είχαν ακούσει το ίδιο πράγμα. «Συνέντευξη Τύπου;» έκανε ο Μάρτιν και έγειρε πίσω στην καρέκλα του. «Πλάκα μάς κάνεις;»

«Όχι. Προφανώς είχε αυτή τη μεγαλοφυή ιδέα χτες το βράδυ και άρχισε να παίρνει τηλέφωνα σε εφημερίδες και ραδιόφωνα. Κι εκείνοι τσίμπησαν. Γέμισε το τμήμα το πρωί. Μέχρι η Γέτεμποργς Τίντνινγκ και η Αφτονμπλάντετ ήταν εδώ». Η Πάουλα άφησε κάτω το χωνί του φίλτρου με πάταγο. «Μα πόσο ηλίθιος είναι; Με τι σκέφτεται, που να πάρει ο διάβολος;» Ένιωσε τους σφυγμούς της να αυξάνονται και πίεσε τον εαυτό της να πάρει μια βαθιά ανάσα. «Ξέρει ο Πάτρικ γι’ αυτό;» «Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι. Κλείστηκαν μέσα στο γραφείο του Μέλμπεργ αρκετή ώρα. Δεν άκουσα και πολλά, αλλά η γλώσσα που χρησιμοποίησαν ήταν ακατάλληλη για ανηλίκους». «Τον καταλαβαίνω» είπε ο Μάρτιν. «Πώς διάβολο μπορεί ο Μέλμπεργ να βγει και να ανακοινώσει αυτά τα πράγματα σε τέτοια φάση; Υποθέτω ότι μίλησε για το θέμα της κοκαΐνης, έτσι δεν είναι;» Η Άνικα έγνεψε καταφατικά. «Ναι, είναι πολύ νωρίς για τέτοια, αυτό είναι σίγουρο. Δεν ξέρουμε τίποτε ακόμη» είπε η Πάουλα με μια δόση απόγνωσης στη φωνή. «Σίγουρα αυτό ήταν που προσπάθησε να τονίσει και ο

Πάτρικ» είπε η Άνικα. «Και πώς πήγε η συνέντευξη λοιπόν;» Η Πάουλα κατάφερε τελικά να βάλει μπροστά την καφετιέρα και πήγε να καθίσει μαζί τους μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές. «Ε, τσίρκο Μέλμπεργ, όπως πάντα. Δεν θα ξαφνιαζόμουν, αν οι εφημερίδες αύριο έκαναν την τρίχα τριχιά». «Γαμώτο» έκανε ο Μάρτιν. Έμειναν σιωπηλοί για λίγο. «Εσείς πώς τα πήγατε;» ρώτησε η Άνικα, για ν’ αλλάξουν θέμα συζήτησης. – Ήταν μία από εκείνες τις ημέρες που κάθε κουβέντα σχετικά με τον Μπέρτιλ Μέλμπεργ την κούραζε. «Δεν βγάλαμε τίποτα ιδιαίτερο». Η Πάουλα σηκώθηκε και άρχισε να γεμίζει με καφέ τρία φλιτζάνια. «Μιλήσαμε με μερικούς από αυτούς που ξέρουμε ότι κάνουν διακίνηση ναρκωτικών εδώ γύρω, αλλά δεν εντοπίσαμε κάποια σχέση με τον Ματς». «Δεν μπορώ να τον φανταστώ πάντως ως έναν από εκείνους που θα έκαναν παρέα με τον Ρόλε και τους κολλητούς του». Ο Μάρτιν πήρε με φανερή ευγνωμοσύνη ένα φλιτζάνι σκέτο καφέ που του έδωσε η Πάουλα. «Όχι, δεν θα μπορούσε, κι εγώ δυσκολεύομαι να πιστέψω κάτι τέτοιο» είπε εκείνη. «Αλλά άξιζε που κάναμε μια

προσπάθεια, εν πάση περιπτώσει. Και πάνω απ’ όλα, δεν κυκλοφορεί πολλή κοκαΐνη εδώ γύρω. Εδώ έχουμε κυρίως ηρωίνη και αμφεταμίνες». «Δεν σου τηλεφώνησε ακόμη ο Λέναρτ;» ρώτησε ο Μάρτιν. Η Άνικα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, μόλις τηλεφωνήσει, θα σας το πω αμέσως. Ξέρω ότι ασχολήθηκε με αυτό κάνα δυο ώρες χτες το βράδυ, οπότε κάτι έχει κάνει μέχρι στιγμής, σίγουρα. Άλλωστε σας είπε ότι θα ήταν έτοιμος την Τετάρτη». «Καλώς» είπε η Πάουλα και ήπιε μια μικρή γουλιά καφέ. «Πότε θα επιστρέψουν ο Πάτρικ και ο Γιέστα;» ρώτησε ο Μάρτιν. «Δεν ξέρω» είπε η Άνικα. «Πρώτα θα πήγαιναν στο δημαρχείο, ύστερα στο σπίτι των γονιών του Ματς στη Φιελμπάκα. Οπότε μπορεί να πάρει κάμποση ώρα». «Ελπίζω να προλάβουν να μιλήσουν με τους γονείς πριν αρχίσουν να τηλεφωνούν οι εφημερίδες» είπε η Πάουλα. «Εγώ δεν θα στοιχημάτιζα σε αυτό» είπε σκυθρωπός ο Μάρτιν. «Ο μαλάκας ο Μέλμπεργ» είπε η Άνικα. «Ναι, ο μαλάκας ο Μέλμπεργ» μουρμούρισε η Πάουλα. Έμειναν σιωπηλοί κοιτάζοντας την επιφάνεια του

τραπεζιού.

Έπειτα από κάνα δυο ώρες διάβασμα και αναζήτηση στο διαδίκτυο, η Ερίκα ένιωσε την ανάγκη να κινηθεί. Αλλά αυτές οι δύο ώρες ήταν γόνιμες. Είχε βρει πολλά για το Γκρόχουερ, την ιστορία του και τους ανθρώπους που έμεναν εκεί. Και γι’ αυτούς που, σύμφωνα με τον μύθο, δεν είχαν αφήσει ποτέ το νησί. Το ότι δεν πίστευε καν στην ύπαρξη φαντασμάτων δεν είχε καμία σημασία. Οι ιστορίες αυτές τη σαγήνευαν και ως έναν βαθμό ήθελε να τις πιστέψει. «Μάλλον χρειαζόμαστε λίγο φρέσκο αέρα, τι λέτε κι εσείς;» είπε στα δίδυμα, που ήταν κολλητά το ένα στο άλλο πάνω σε μια κουβέρτα στο πάτωμα. Βέβαια το να ντυθεί η ίδια και να ντύσει και τα παιδιά τής έπαιρνε κάποιο χρόνο, αλλά τώρα που δεν ήταν απαραίτητο να τα ντύνει βαριά, τα πράγματα ήταν ευκολότερα. Ακόμη φυσούσε ψυχρός αέρας πού και πού, οπότε για σιγουριά φόρεσε στο καθένα το σκουφάκι του. Λίγο αργότερα ήταν στον δρόμο. Η Ερίκα περίμενε πώς και πώς να έρθει ο καιρός να μη χρειάζεται το καρότσι. Ήταν βαρύ και δυσκολευόταν να το σπρώχνει, αν και της πρόσφερε την απαραίτητη άσκηση. Ήξερε πως ήταν ανόητο, ούτως ή άλλως, να την ενοχλούν

τα παραπανίσια κιλά από την εγκυμοσύνη, αλλά ποτέ της δεν είχε μάθει να αγαπά το σώμα της. Απεχθανόταν να είναι τόσο ρηχή, τόσο προβλέψιμα κοριτσίστικη, αλλά εκείνη η φωνούλα στο μυαλό της που της ψιθύριζε ότι δεν ήταν αρκετά όμορφη ήταν πιο ανθεκτική από οτιδήποτε άλλο στη ζωή της. Άρχισε να περπατά γρηγορότερα και ένιωσε τον ιδρώτα να τρέχει. Δεν είχε πολύ κόσμο έξω και η Ερίκα χαιρετούσε γνέφοντας όσους συναντούσε, αντάλλασσε μερικές κουβέντες με κάποιους από αυτούς. Πολλοί ρωτούσαν για την Άννα, αλλά οι απαντήσεις που έδινε ήταν ολιγόλογες. Της φαινόταν πολύ προσωπικό θέμα και δεν ήθελε να μιλάει με όλους για το πώς ένιωθε ή δεν ένιωθε η αδελφή της. Δεν ήθελε ακόμη να μοιραστεί με κανέναν τη θαλπωρή της ελπίδας που αισθανόταν μέσα της. Γιατί η Άννα ήταν ακόμη πολύ εκτεθειμένη και ευαίσθητη. Αφού προσπέρασε εκείνο το κόκκινο περιδέραιο των ψαροκάλυβων, σταμάτησε και κοίταξε ψηλά προς το Μπάντις. Ευχαρίστως θα αντάλλασσε μερικές κουβέντες με τη Βίβιαν και θα την ευχαριστούσε για τη συμβουλή που της είχε δώσει για την Άννα, αλλά το να ανέβει τα σκαλιά τής φαινόταν ακατόρθωτο. Το σκέφτηκε για λίγο και της ήρθε η ιδέα να πάρει τον άλλο δρόμο που οδηγούσε εκεί. Ήταν, εν πάση περιπτώσει, πιο εύκολος από τα σκαλοπάτια. Πήρε

λοιπόν την απόφαση, γύρισε το βαρύ καρότσι και κατευθύνθηκε προς τον επόμενο δρόμο. Όταν έφτασε επιτέλους στην κορυφή της απότομης ανηφόρας, ήταν τόσο λαχανιασμένη που περίμενε από στιγμή σε στιγμή να εκραγούν τα πνευμόνια της. Αλλά είχε φτάσει στην κορυφή και τώρα μπορούσε να πάρει τον πάνω δρόμο για το κτίριο. «Είναι κανείς εδώ;» Έκανε δυο βήματα στο εσωτερικό του κτιρίου. Τα δίδυμα ήταν ακόμη ξαπλωμένα στο καρότσι, που το είχε παρκάρει ακριβώς έξω από την είσοδο. Δεν υπήρχε λόγος να τα βγάλει από το καρότσι, με όλα τα επακόλουθα μιας τέτοιας κίνησης, πριν διαπιστώσει αν η Βίβιαν ήταν εκεί. «Γεια σου!» Η Βίβιαν εμφανίστηκε από τη γωνία και το πρόσωπό της φωτίστηκε όταν είδε την Ερίκα. «Περαστική είσαι;» «Ελπίζω να μην ενοχλώ. Αν είναι, πες μου να φύγω. Απλώς βγήκαμε για έναν περίπατο εγώ και τα αγόρια μου». «Δεν ενοχλείτε καθόλου. Έλα μέσα να σε κεράσω κάτι. Πού είναι τα παιδιά;» Η Βίβιαν κοίταξε ανυπόμονα γύρω της και η Ερίκα έδειξε προς το καρότσι. «Τα άφησα εκεί μέσα. Δεν ήμουν σίγουρη αν ήσουν εδώ». «Κι εγώ νιώθω πως είμαι εδώ όλο το εικοσιτετράωρο» είπε

γελώντας η Βίβιαν. «Θα τα καταφέρεις να τα βγάλεις μόνη σου, για να πάω εγώ να ετοιμάσω κάτι;» «Και βέβαια, ούτως ή άλλως μαθημένη είμαι» είπε η Ερίκα μ’ ένα χαμόγελο και βγήκε για να φέρει τους γιους της. Η Βίβιαν είχε κάτι που την έκανε να νιώθει καλά όταν ήταν κοντά της. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό, αλλά ένιωθε αναζωογονημένη όταν ήταν μαζί της. Άφησε τα πορτμπεμπέ με τον Άντον και τον Νούελ στο τραπέζι και κάθισε. «Έχω την υποψία ότι δεν θα μπορέσω να σε ξεγελάσω να πιεις πράσινο τσάι, οπότε σου ετοίμασα λίγο ποντικοφάρμακο». Η Βίβιαν της έκλεισε το μάτι και έβαλε μπροστά στην Ερίκα μια κούπα. Εκείνη σήκωσε αμέσως την κούπα με τον σκέτο καφέ με φανερή ευγνωμοσύνη. Έριξε κι ένα καχύποπτο βλέμμα στο ξεθωριασμένο περιεχόμενο της κούπας που κρατούσε η Βίβιαν. «Πίστεψέ με, το συνηθίζεις σιγά σιγά» είπε η Βίβιαν και ήπιε μια γουλιά. «Έχει ένα κάρο αντιοξειδωτικά μέσα του. Κι αυτά βοηθάνε τον οργανισμό να καταπολεμά τον καρκίνο. Μεταξύ άλλων». «Μάλιστα» είπε η Ερίκα και ήπιε μια γουλιά καφέ. Ας ήταν όσο υγιεινό ήθελε το πράσινο τσάι, χωρίς καφεΐνη δεν μπορούσε να ζήσει.

«Πώς είναι η αδελφή σου;» ρώτησε η Βίβιαν χαϊδεύοντας τον Νούελ στο μάγουλο. «Καλύτερα είναι, ευχαριστώ». Η Ερίκα χαμογέλασε. «Ήταν κι αυτός ένας λόγος για τον οποίο πέρασα αποδώ. Ήθελα να σε ευχαριστήσω για τη συμβουλή σου. Νομίζω ότι βοήθησε». «Ναι, είναι πολλές οι μελέτες που δείχνουν τη θεραπευτική δύναμη που έχει η σωματική επαφή». Ο Νούελ άρχισε να φωνάζει, κι έπειτα από ένα ερωτηματικό βλέμμα στην Ερίκα, η Βίβιαν τον πήρε πανευτυχής στην αγκαλιά της. «Του αρέσεις» είπε η Ερίκα όταν ο γιος της σταμάτησε αμέσως να φωνάζει. «Δεν τα πάει καλά με όλους». «Είναι πραγματικά υπέροχα». Η Βίβιαν έτριψε με τη μύτη της τη μύτη του Νούελ κι εκείνος προσπάθησε να της αρπάξει τα μαλλιά με τα παχουλά του χεράκια. «Και τώρα κάθεσαι και σκέφτεσαι πώς και δεν κατάφερα ποτέ να αποκτήσω δικά μου». Η Ερίκα έγνεψε συνεσταλμένα. «Δεν έτυχε ποτέ» είπε η Βίβιαν και χάιδεψε τον Νούελ. Κάτι έλαμψε και το βλέμμα της Ερίκα έπεσε στο χέρι της Βίβιαν. «Ααα, μη μου πεις ότι αρραβωνιαστήκατε; Υπέροχα. Συγχαρητήρια!»

«Ευχαριστώ. Ναι, υπέροχα» χαμογέλασε αχνά η Βίβιαν και έστρεψε αλλού το βλέμμα της. «Συγγνώμη που το λέω, αλλά δεν μου φαίνεσαι ενθουσιασμένη». «Είμαι απλώς κουρασμένη» είπε η Βίβιαν και έφερε μπροστά την πλεξούδα της, για να μπορεί να τη φτάνει ο Νούελ. «Δουλεύουμε πολύ εδώ, μέρα και νύχτα, οπότε είναι δύσκολο να νιώσω ενθουσιασμό για οτιδήποτε τώρα. Αλλά και βέβαια είναι υπέροχο». «Ίσως…» Η Ερίκα έγνεψε όλο νόημα προς τον Νούελ, ενώ ένιωθε ότι ίσως γινόταν αδιάκριτη και φορτική. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Το βλέμμα της Βίβιαν στα δίδυμα φαινόταν να είναι γεμάτο λαχτάρα. «Θα δούμε» είπε η Βίβιαν. «Δεν μπορείς όμως να μου πεις με τι ασχολείσαι τώρα; Καταλαβαίνω ότι έχεις άδεια μητρότητας και αυτό σου τρώει τον περισσότερο χρόνο, αλλά μήπως σκέφτεσαι κάτι καινούργιο ταυτόχρονα;» «Όχι ακόμη. Απλώς περνώ την ώρα μου με μερικές δικές μου έρευνες. Για να κρατιέμαι σε φόρμα και να μην έχω μόνο κλαψουρίσματα στο μυαλό μου». «Για ποιο πράγμα;» Η Βίβιαν κουνούσε προσεκτικά τον Νούελ στο γόνατό της κι εκείνος φαινόταν να απολαμβάνει τον ρυθμό στην κίνηση.

Η Ερίκα τής μίλησε για τη βόλτα στο Γκρόχουερ, για τη Νάταλι και για το πώς αποκαλούσαν οι ντόπιοι το νησί. «Γκαστχόλμεν» είπε η Βίβιαν σκεφτική. «Υπάρχει πάντα κάποιος κόκκος αλήθειας σε κάτι τέτοιες παλιές ιστορίες». «Μπα, δεν είμαι εντελώς σίγουρη ότι πιστεύω σε φαντάσματα και στοιχειά» είπε γελώντας η Ερίκα, αλλά η Βίβιαν την κοιτούσε σοβαρά. «Είναι πολλά αυτά που δεν βλέπουμε, αλλά δεν παύουν να υπάρχουν». «Εννοείς ότι εσύ πιστεύεις στα φαντάσματα;» «Φαντάσματα είναι μάλλον λάθος λέξη. Αλλά αφού ασχολήθηκα με την υγεία και την ευεξία τόσο πολλά χρόνια, υποστηρίζω από καθαρή πείρα ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από το ορατό, φυσικό σώμα. Ένας άνθρωπος αποτελείται από ενέργειες – και η ενέργεια δεν χάνεται, απλώς μετατρέπεται σε κάτι άλλο». «Έζησες εσύ ποτέ σου κάτι τέτοιο; Κάτι που να έχει σχέση με φαντάσματα – ή όπως αλλιώς θέλεις να τα πεις;» Η Βίβιαν έγνεψε. «Πολλές φορές. Είναι ένα φυσικό κομμάτι της ύπαρξής μας. Οπότε αν το Γκρόχουερ έχει αυτή τη φήμη, κάτι θα υπάρχει από πίσω. Μπορείς να μιλήσεις με τη Νάταλι. Σίγουρα θα έχει δει κάποια πράγματα εκεί πέρα. Αν είναι

δεκτική, φυσικά». «Τι εννοείς λέγοντας “δεκτική”;» Ήταν ένα θέμα που η Ερίκα θεωρούσε συναρπαστικό και καταβρόχθιζε κάθε λέξη της Βίβιαν. «Ότι ορισμένοι άνθρωποι είναι πιο δεκτικοί από άλλους σε πράγματα που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε με τις συνήθεις αισθήσεις μας. Είναι ακριβώς το ίδιο με το γεγονός ότι μερικοί ακούν ή βλέπουν καλύτερα από άλλους. Κάποιοι άνθρωποι λοιπόν έχουν καλύτερες αισθητήριες λειτουργίες. Όλοι όμως μπορούν να αναπτύξουν αυτή την ικανότητα». «Είμαι λίγο δύσπιστη σχετικά με όλα αυτά, αλλά πολύ θα ήθελα να αποδειχτώ λάθος». «Πήγαινε τότε πέρα στο Γκρόχουερ». Η Βίβιαν της έκλεισε το μάτι. «Φαίνεται πως υπάρχουν ένα σωρό από δαύτα εκεί». «Ναι, και πάνω απ’ όλα το νησί έχει ενδιαφέρουσα ιστορία. Ευχαρίστως να μιλήσω λίγο περισσότερο με τη Νάταλι και ν’ ακούσω τι ξέρει κι αυτή. Αν μη τι άλλο, ίσως να έχει κι αυτή τέτοια περιέργεια. Και με χαρά μου θα μοιραζόμουν μαζί της ό,τι έχω ανακαλύψει μέχρι στιγμής». «Μάλλον δεν είσαι και τόσο καλή στο να τα κάνεις όλα τα άλλα στην άκρη ενώ έχεις άδεια μητρότητας» είπε η Βίβιαν και χαμογέλασε. Η Ερίκα δεν μπόρεσε να μη συμφωνήσει μαζί της. Το να βρίσκεται συνεχώς με τα παιδιά δεν ήταν το φόρτε της.

Έσκυψε και πήρε τον Άντον. Η Νάταλι σίγουρα θα χαιρόταν να μάθει κάτι παραπάνω για το νησί και την ιστορία του. Και για τα φαντάσματα.

Ο Γκούναρ κοίταξε το τηλέφωνο που κουδούνιζε. Ήταν από τα παλιά μοντέλα, με περιστρεφόμενο δίσκο κλήσης κι ένα βαρύ ακουστικό που ταίριαζε μια χαρά στο χέρι. Ο Μάτε είχε προσπαθήσει να τους πείσει να πάρουν ένα από αυτά τα ασύρματα. Μάλιστα τους είχε δώσει ένα τέτοιο πριν από μερικά χρόνια ως χριστουγεννιάτικο δώρο, αλλά ήταν ακόμη στο κουτί του κάπου κάτω στο υπόγειο. Στον Γκούναρ και στη Σίγκνε άρεσε η παλιά συσκευή. Αλλά δεν είχε σημασία τώρα. Συνέχισε να κοιτάζει το τηλέφωνο. Σιγά σιγά ο εγκέφαλός του πήρε την πληροφορία ότι το διαπεραστικό κουδούνισμα σήμαινε ότι έπρεπε να σηκώσει το ακουστικό και ν’ απαντήσει. «Εμπρός;» Άκουσε με προσοχή τι έλεγε η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής. «Δεν μπορεί να αληθεύει αυτό. Τι ανοησίες είναι αυτές; Πώς μπορείτε να τηλεφωνείτε και–» Δεν άντεξε να ολοκληρώσει τη συνομιλία και απλώς πέταξε κάτω το ακουστικό.

Την επόμενη ακριβώς στιγμή χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Τρέμοντας ακόμη από το τηλεφώνημα, πήγε και άνοιξε. Ένα φλας άστραψε κι ένας καταιγισμός ερωτήσεων τον κατέκλυσε. Έκλεισε με πάταγο την πόρτα, κλείδωσε και ακούμπησε στην πόρτα με την πλάτη. Τι ήταν αυτό που συνέβαινε; Κοίταξε στη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο. Η Σίγκνε ήταν ξαπλωμένη και ξεκουραζόταν εκεί πάνω στην κρεβατοκάμαρα και ο Γκούναρ αναρωτήθηκε αν την είχε ξυπνήσει όλη αυτή η φασαρία και το τι θα έπρεπε να της πει όταν θα κατέβαινε. Ούτε κι αυτός είχε καταλάβει τι του είχαν πει. Ήταν τόσο παράλογα όλα αυτά. Ακούστηκε ξανά το κουδούνι της εξώπορτας, εκείνος έκλεισε τα μάτια κι ένιωσε το ξύλο της πόρτας στην πλάτη του. Απέξω ακουγόταν ένας διάλογος, αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις, άκουγε απλώς τους θυμωμένους και υψηλούς τόνους διαφόρων φωνών. Μετά ακούστηκε μια φωνή πολύ γνώριμη. «Γκούναρ, ο Πάτρικ και ο Γιέστα είμαστε, από την αστυνομία. Μήπως μπορείς να μας αφήσεις να περάσουμε μέσα, σε παρακαλώ;» Ο Γκούναρ είδε τον Μάτε μπροστά του. Στην αρχή ζωντανό, έπειτα σωριασμένο στο πάτωμα του χολ μέσα σε μια λίμνη αίματος, με συντριμμένο το πίσω μέρος του κεφαλιού. Άνοιξε ξανά τα μάτια, έκανε μεταβολή και

ξεκλείδωσε. Ο Πάτρικ με τον Γιέστα γλίστρησαν μέσα. «Τι γίνεται εδώ τελικά;» έκανε ο Γκούναρ, αντιλαμβανόμενος την ίδια του τη φωνή σαν ξένη και απόμακρη. «Μπορούμε να καθίσουμε;» είπε ο Πάτρικ και άρχισε να κατευθύνεται προς την κουζίνα χωρίς να περιμένει απάντηση. Το κουδούνι της πόρτας χτύπησε ξανά, όπως και το τηλέφωνο. Τα δύο κουδουνίσματα μπερδεύτηκαν και ήταν πολύ διαπεραστικά. Ο Πάτρικ σήκωσε το ακουστικό, το κατέβασε ξανά και μετά το σήκωσε αφήνοντας τη γραμμή ανοιχτή. «Δεν μπορώ να κλείσω όμως το κουδούνι της πόρτας» έκανε ο Γκούναρ σαν χαμένος. Ο Γιέστα και ο Πάτρικ αντάλλαξαν μια ματιά πάνω από το κεφάλι του Γκούναρ και ο Γιέστα πήγε στην εξώπορτα. Την άνοιξε και την έκλεισε αμέσως πίσω του και για άλλη μια φορά ο Γκούναρ άκουσε τις οργισμένες φωνές εκεί έξω. Ο Γιέστα μπήκε μέσα ξανά. «Μάλλον θα μείνουν ήσυχοι για λίγο». Έσπρωξε απαλά τον Γκούναρ στην κουζίνα. «Θα θέλαμε να μιλήσουμε και με τη Σίγκνε επίσης» είπε ο Πάτρικ. Η δυσφορία ήταν ολοφάνερη στο πρόσωπό του, αλλά

τώρα ήρθε να προστεθεί και η ανησυχία. Μακάρι να ήξερε, μακάρι να καταλάβαινε τι ήταν αυτό που συνέβαινε. «Θα τη φέρω» είπε ο Γκούναρ κι έκανε μεταβολή. «Εδώ είμαι». Η Σίγκνε κατέβαινε τη σκάλα και φαινόταν αγουροξυπνημένη. Είχε τυλιγμένο το μπουρνούζι σφιχτά γύρω από το σώμα της και τα μαλλιά της από τη μια πλευρά του κεφαλιού στέκονταν ολόρθα. «Ποιος είναι που χτυπάει το κουδούνι της πόρτας συνέχεια; Κι εσείς τι κάνετε εδώ; Μάθατε κάτι;» είπε στρέφοντας το βλέμμα της στον Πάτρικ και στον Γιέστα. «Ελάτε και καθίστε στην κουζίνα» είπε ο Πάτρικ. Η Σίγκνε είχε τώρα το ίδιο ανήσυχο βλέμμα με τον Γκούναρ. «Τι είναι αυτό που συνέβη;» Κατέβηκε τα τελευταία σκαλοπάτια και τους ακολούθησε στην κουζίνα. «Καθίστε» επανέλαβε ο Πάτρικ. Ο Γιέστα τράβηξε την καρέκλα, για να καθίσει η Σίγκνε πριν καθίσουν κι αυτοί. Ο Πάτρικ καθάρισε τον λαιμό του και ο Γκούναρ ήθελε να βουλώσει τα αυτιά του με τα χέρια του, δεν άντεχε ν’ ακούσει περισσότερα από αυτά που είχε υπαινιχθεί εκείνη η φωνή στο τηλέφωνο και από τις ερωτήσεις που του έκανε. Δεν ήθελε ν’ ακούσει, αλλά ο Πάτρικ συνέχισε να μιλάει. Ο Γκούναρ χαμήλωσε το βλέμμα,

κοιτούσε την επιφάνεια του τραπεζιού τώρα. Ήταν όλα ψέματα, απίστευτα ψέματα. Καταλάβαινε όμως πάρα πολύ καλά τι θα συνέβαινε. Τα ψέματα θα έμεναν εκεί, με μαύρα γράμματα σε λευκό φόντο, και θα γίνονταν αλήθειες. Κοίταξε τη Σίγκνε και είδε ότι ούτε αυτή καταλάβαινε. Όσο περισσότερο μιλούσαν οι αστυνομικοί, τόσο άδειαζε το βλέμμα της. Εκείνος δεν είχε δει ποτέ του κανέναν να πεθαίνει, αλλά αυτό έβλεπε τώρα. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Κατά τον ίδιο τρόπο που δεν είχε μπορέσει να προστατεύσει τον Μάτε, καθόταν τώρα ανήμπορος και έβλεπε τη γυναίκα του να χάνεται. Το κεφάλι του βούιζε. Ένας θόρυβος πλημμύρισε τ’ αυτιά του – και του φάνηκε περίεργο που κανένας από τους άλλους δεν αντιδρούσε. Ο θόρυβος δυνάμωνε λεπτό το λεπτό, μέχρι που δεν τον άφηνε πια ν’ ακούσει τι λέγανε οι αστυνομικοί, μόνο τα στόματά τους ν’ ανοιγοκλείνουν έβλεπε. Ένιωσε και το δικό του στόμα ν’ ανοίγει, να σχηματίζει τη φράση ότι μάλλον ήθελε να πάει στην τουαλέτα, ένιωσε τα πόδια του να τον αναγκάζουν να σηκωθεί και να μετακινηθεί προς το χολ. Ήταν σαν να είχε αναλάβει κάποιος άλλος τον έλεγχο του σώματός του και υπάκουσε για να μην ακούει άλλο πια τα λόγια που δεν ήθελε ν’ ακούει, για να μη βλέπει πια το κενό στα μάτια της Σίγκνε.

Πίσω του οι άλλοι συνέχιζαν να μιλούν κι εκείνος προχώρησε με δυσκολία στο χολ, προσπέρασε την τουαλέτα κι έφτασε στην πόρτα που ήταν πιο κοντά στην εξώπορτα. Το χέρι του σηκώθηκε σαν από κάποια άλλη, ξένη δύναμη, πίεσε το πόμολο προς τα κάτω και η πόρτα άνοιξε. Παραλίγο να πέσει στα σκαλιά, αλλά ξαναβρήκε την ισορροπία του και βήμα το βήμα έφτασε ως κάτω. Το υπόγειο ήταν τυλιγμένο στα σκοτάδια, αλλά δεν του πέρασε καν από τον νου ν’ ανάψει φως. Το σκοτάδι ταίριαζε με τον θόρυβο και τον οδηγούσαν και τα δύο πιο πέρα. Ψηλαφητά άνοιξε το ντουλάπι δίπλα στον λέβητα. Δεν ήταν κλειδωμένο, όπως έπρεπε να ήταν, αλλά δεν είχε σημασία. Αν ήταν κλειδωμένο, θα έσπαζε, ούτως ή άλλως, την κλειδαριά. Το κοντάκι τού φάνηκε τόσο οικείο στο χέρι, έπειτα από όλα τα κυνήγια άλκης που είχε κάνει στα χρόνια που είχαν περάσει. Μηχανικά έβγαλε ένα φυσίγγι από το κουτί. Δεν θα χρειαζόταν πάνω από ένα, δεν υπήρχε κανένας λόγος να χαραμίσει πάνω από ένα. Έβαλε το φυσίγγι μέσα, άκουσε το κλικ, το οποίο όλως περιέργως διαπέρασε το φράγμα του θορύβου που δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Έπειτα κάθισε στην καρέκλα του πάγκου εργασίας. Δεν υπήρχε κανένας δισταγμός. Το δάχτυλο έφτασε στη σκανδάλη. Σκίρτησε μόλις ένιωσε το ατσάλι να αγγίζει τα

δόντια του και μετά το μόνο που υπήρχε ήταν η σκέψη για το πόσο σωστό ήταν αυτό, πόσο απαραίτητο. Ο Γκούναρ πίεσε τη σκανδάλη. Ο θόρυβος σταμάτησε.

Ο Μέλμπεργ ένιωθε ένα βάρος στο στήθος, άγνωστο ακόμα και για τον ίδιο. Δεν έμοιαζε με τίποτε άλλο από αυτά που είχε νιώσει παλιότερα, αλλά είχε εμφανιστεί την ίδια στιγμή που ο Πάτρικ είχε τηλεφωνήσει από τη Φιελμπάκα. Ήταν ένα αφόρητο βάρος που δεν έλεγε να εξαφανιστεί. Ο Ερνστ κλαψούριζε από το καλάθι του. Φαινόταν να καταλαβαίνει κι αυτός, όπως το ’χουν συνήθειο τα σκυλιά, την άσχημη διάθεση του αφεντικού του. Γι’ αυτό σηκώθηκε, τίναξε λίγο το μεγάλο του σώμα και ύστερα πήγε μέχρι τον Μέλμπεργ και ξάπλωσε βαρύς στα πόδια του. Αυτό βοήθησε λίγο, αλλά εκείνη η δυσάρεστη αίσθηση δεν έλεγε να εγκαταλείψει το σώμα του. Πώς να μπορούσε να ξέρει ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο; Ότι ο άνθρωπος θα πήγαινε κάτω στο υπόγειο, θα έχωνε την κάννη της καραμπίνας στο στόμα και θα τίναζε τα μυαλά του στον αέρα; Μα ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να απαιτεί κάποιος να το είχε προβλέψει κι αυτό; Αλλά όσο κι αν γυρόφερνε αυτές τις δικαιολογίες στο μυαλό του, οι άτιμες δεν έλεγαν να ριζώσουν εκεί. Ο

Μέλμπεργ σηκώθηκε απότομα και ο Ερνστ τινάχτηκε μόλις εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά το μαξιλάρι του. «Έλα, αγόρι μου, πάμε σπίτι μας». Άρπαξε το λουρί από τον γάντζο στον τοίχο και το έδεσε στο κολάρο του Ερνστ. Στον διάδρομο επικρατούσε απόκοσμη σιωπή. Όλοι ήταν πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά ο Μέλμπεργ ένιωθε σαν να μπορούσε ν’ ακούσει τις μομφές τους πίσω από τους τοίχους. Το είχε δει στα μάτια τους. Και ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του είχε πλημμυρίσει από εσωτερικό προβληματισμό και αυτοκριτική. Μια φωνή μέσα του έλεγε ότι ίσως οι άλλοι να είχαν δίκιο. Ο Ερνστ τράβηξε το λουρί και ο Μέλμπεργ έσπευσε να βγει έξω στον καθαρό αέρα. Απόδιωξε την εικόνα του Γκούναρ που κειτόταν στο μεταλλικό, ψυχρό τραπέζι παγωμένος, εν αναμονή της νεκροψίας. Προσπάθησε επίσης να αποδιώξει την εικόνα της συζύγου – ή τώρα μάλλον της χήρας. Ο Χέντστρεμ είχε αναφέρει ότι φαινόταν εντελώς απούσα και ότι δεν είχε βγάλει μιλιά από το στόμα της όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός από το υπόγειο. Ο Πάτρικ και ο Γιέστα είχαν τρέξει εκεί κάτω, κι όταν ανέβηκαν ξανά, εκείνη δεν είχε κουνηθεί ρούπι. Προφανώς την πήγαν στο νοσοκομείο για παρακολούθηση, αλλά κάτι στο βλέμμα της έλεγε στον Χέντστρεμ ότι δεν θα συνερχόταν ποτέ. Είχε δει άλλωστε και

ο ίδιος τέτοιες περιπτώσεις μερικές φορές στην αστυνομική του σταδιοδρομία. Φαίνονταν ζωντανοί, ανέπνεαν και κινούνταν, αλλά ήταν εντελώς άδειοι μέσα τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος. Ο πανικός καραδοκούσε και μέσα του ευχόταν να τον αφήσει εκείνος ο πόνος στο στήθος και να γίνουν όλα ξανά όπως πριν. Δεν ήθελε να σκεφτεί τι είχε και τι δεν είχε κάνει. Κάτι τέτοια δεν τα συνήθιζε, να υφίσταται δηλαδή τις συνέπειες των πράξεών του· άλλωστε ποτέ του δεν είχε νοιαστεί ιδιαίτερα όταν κάτι πήγαινε στραβά. Μέχρι τώρα. «Είναι κανείς εδώ;» Ένιωσε μια ξαφνική λαχτάρα ν’ ακούσει τη φωνή της Ρίτας και να αισθανθεί την ηρεμία της, που πάντα τον έκανε να νιώθει καλά. «Γεια σου, αγάπη μου, στην κουζίνα είμαι!» Ο Μέλμπεργ έβγαλε το λουρί του Ερνστ, έβγαλε τα παπούτσια του και ακολούθησε τον σκύλο, που έσπευδε κουνώντας την ουρά του προς την κουζίνα. Το σκυλί της Ρίτας, η Σενιορίτα, υποδέχτηκε τον Ερνστ κουνώντας κι αυτή ολοπρόθυμα την ουρά της, και άρχισαν να μυρίζουν το ένα το άλλο. «Το φαγητό θα είναι έτοιμο σε μία ώρα» είπε η Ρίτα

έχοντας στραμμένη την πλάτη της στον Μέλμπεργ. Έρχονταν ευωδιές από την κουζίνα. Ο Μπέρτιλ στριμώχτηκε για να προσπεράσει τα σκυλιά, έφτασε στη Ρίτα και την αγκάλιασε και με τα δυο του χέρια. Το γεμάτο σώμα της του φάνηκε θερμό και οικείο και την έσφιξε περισσότερο. «Ααα, προς τι τέτοια επίθεση;» είπε γελώντας η Ρίτα και γύρισε για να μπορέσει να τυλίξει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Ο Μπέρτιλ έκλεισε τα μάτια και αντιλήφθηκε πόσο τυχερός ήταν και πόσο σπάνια σκεφτόταν την τύχη του. Η γυναίκα που είχε στην αγκαλιά του ήταν όλα όσα είχε ονειρευτεί – και δεν μπορούσε να καταλάβει πώς, έστω και για μια στιγμή, είχε πιστέψει πως η εργένικη ζωή ήταν ό,τι καλύτερο υπήρχε. «Δεν μου λες; Είσαι καλά;» Τραβήχτηκε από την αγκαλιά του για να τον κοιτάξει καλά. «Έλα, για πες μου, τι συνέβη;» Εκείνος κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και της τα είπε όλα. Δεν τόλμησε ούτε στιγμή να την κοιτάξει. «Μπέρτιλ!» έκανε εκείνη και κάθισε ανακούρκουδα δίπλα του. «Τι σκεφτόσουν αλήθεια;» Από μια άποψη ήταν ανακουφιστικό που δεν του αράδιασε ένα σωρό παρηγορητικά λόγια. Δίκιο είχε άλλωστε. Ούτε αυτός ήξερε τι ήταν αυτό που τον έκανε να στραφεί στον Τύπο. Αλλά ποτέ του δεν μπόρεσε να φανταστεί αυτό εδώ.

«Τι βλέπεις σ’ εμένα;» τη ρώτησε στο τέλος. Την κοίταζε κατάματα, σαν να ήθελε και να δει και να ακούσει την απάντησή της. Ήταν ενοχλητικό και πρωτόγνωρο γι’ αυτόν να κάνει ένα βήμα πίσω για να δει τον εαυτό του ως παρατηρητής. Να δει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων. Πάντα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να το αποφεύγει αυτό, αλλά τώρα δεν πήγαινε άλλο. Όχι ότι το ήθελε. Αλλά για το χατίρι της Ρίτας ήθελε να γίνει καλύτερος άνθρωπος, καλύτερος άντρας. Εκείνη συνάντησε το βλέμμα του κι έμειναν έτσι αρκετή ώρα. Έπειτα τον χάιδεψε στο μάγουλο. «Βλέπω να με κοιτάζει κάποιος λες και είμαι το όγδοο θαύμα του κόσμου. Που νιώθει τόσο μεγάλη αγάπη ώστε να κάνει τα πάντα για μένα. Βλέπω κάποιον που βοήθησε το εγγόνι μου να αντιμετωπίσει τον κόσμο, που ήταν πάντα εκεί όταν τον χρειαζόμασταν. Που θα έδινε και τη ζωή του για ένα μικρό αγόρι που πιστεύει ότι ο παππούς Μπέρτιλ είναι ο καλύτερος που υπάρχει. Βλέπω κάποιον που έχει περισσότερες προκαταλήψεις από όποιον άλλο έχω συναντήσει, αλλά και που είναι πάντα έτοιμος να τις ξεχάσει όταν η πραγματικότητα αποδεικνύει το αντίθετο. Και βλέπω κάποιον που έχει τα λάθη του και τις αδυναμίες του, και ίσως μια κάπως μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, αλλά που τώρα

έχει πόνο στην καρδιά επειδή ξέρει ότι έκανε κάτι πολύ ανόητο». Πήρε το χέρι του και το έσφιξε δυνατά μέσα στο δικό της. «Όπως και να ’χει, εσύ είσαι αυτός δίπλα στον οποίο θέλω να ξυπνάω κάθε πρωί και για μένα είσαι τόσο τέλειος όσο μπορείς να γίνεις». Το φαγητό στην κουζίνα είχε αρχίσει να παραβράζει, αλλά η Ρίτα δεν έδωσε σημασία. Ο Μέλμπεργ ένιωσε την πίεση στο στήθος του να υποχωρεί. Και τη θέση της έπαιρνε ένα εντελώς πρωτόγνωρο συναίσθημα. Ο Μπέρτιλ Μέλμπεργ ένιωσε απέραντη ευγνωμοσύνη. Η επιθυμία υπήρχε ακόμη εκεί. Αναρωτήθηκε αν θα κατάφερνε ποτέ της να λυτρωθεί από εκείνη την πιεστική επιθυμία γι’ αυτό που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά ν’ αγγίξει. Η Νάταλι στριφογύρισε στο κρεβάτι. Ήταν νωρίς το βράδυ, δεν ήταν ακόμη ώρα για ύπνο, αλλά ο Σαμ κοιμόταν ξανά και η ίδια είχε προσπαθήσει να διαβάσει για λίγο στο κρεβάτι. Αλλά μισή ώρα αργότερα είχε γυρίσει μόνο μια σελίδα και δεν θυμόταν καν ποιο βιβλίο κρατούσε στο χέρι. Του Φρέντρικ δεν του άρεσε να τη βλέπει να διαβάζει. Πίστευε ότι ήταν χάσιμο χρόνου, κι όταν μια φορά την είχε πιάσει να διαβάζει, της άρπαξε το βιβλίο και το πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Αλλά εκείνη καταλάβαινε ποια ήταν η πραγματική αιτία. Δεν του άρεσε να φαίνεται ανόητος

και ακαλλιέργητος. Δεν είχε διαβάσει τίποτα στη ζωή του και δεν άντεχε να σκέφτεται ότι εκείνη ήξερε περισσότερα και ότι είχε πρόσβαση σε εντελώς άλλους κόσμους από τους δικούς του. Αυτός ήταν ο έξυπνος και ο περπατημένος. Αυτή έπρεπε απλώς να είναι γλυκιά και να το βουλώνει, να μην κάνει ερωτήσεις ή να εκφράζει απόψεις. Σ’ ένα τραπέζι που είχαν κάνει στο σπίτι τους, εκείνη είχε κάνει το λάθος να μπει στην κουβέντα των αντρών για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Όταν μάλιστα οι απόψεις της αποδείχτηκαν πολύ μελετημένες και τεκμηριωμένες, ο Φρέντρικ δεν άντεξε άλλο. Κράτησε τα προσχήματα μέχρι να φύγουν οι καλεσμένοι. Έπειτα την έκανε να το πληρώσει ακριβά. Τότε ήταν τριών μηνών έγκυος. Ήταν τόσο πολλά αυτά που της είχε πάρει, όχι μόνο το διάβασμα. Αργά αλλά σταθερά της είχε πάρει τις σκέψεις της, το σώμα της, την αυτοπεποίθησή της. Δεν μπορούσε να τον αφήσει να της πάρει και τον Σαμ. Ο Σαμ ήταν η ζωή της και δίχως αυτόν δεν ήταν τίποτα. Άφησε το βιβλίο στο πάπλωμα και γύρισε στο πλάι με το πρόσωπο προς τον τοίχο. Σχεδόν αμέσως ένιωσε σαν κάποιος να κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και να έβαλε το χέρι του πάνω στον ώμο της. Χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια. Κάποιος σιγοτραγουδούσε ένα νανούρισμα και η

φωνή ήταν όμορφη, αλλά χαμηλή και ψιθυριστή. Ακούστηκε το γέλιο ενός παιδιού. Ένα αγόρι έπαιζε στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια της μητέρας του, κι άκουγε όπως και η Νάταλι το νανούρισμα. Πόσο θα ήθελε να μείνει μαζί τους για πάντα. Εδώ θα ήταν ασφαλείς αυτή και ο Σαμ. Το χέρι στον ώμο της ήταν τόσο απαλό και σίγουρο. Η φωνή συνέχισε να τραγουδά και ήθελε να στραφεί να δει το παιδί. Αλλά αντί γι’ αυτό, ένιωσε τα βλέφαρά της να βαραίνουν. Το τελευταίο που είδε σ’ εκείνη την περιοχή όπου ανταμώνει το όνειρο με την πραγματικότητα ήταν το αίμα στα χέρια της.

«Σε άφησε από μόνος του να φύγεις ο Έρλινγκ;» Ο Άντερς τη φίλησε στο μάγουλο μόλις εκείνη πέρασε το κατώφλι. «Κρίση στο γραφείο» είπε η Βίβιαν και πήρε ευγνώμων το ποτήρι με το κρασί που της πρόσφερε ο αδελφός της. «Εξάλλου ξέρει ότι είναι πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν ενόψει εγκαινίων». «Ναι, θες ν’ αρχίσουμε πρώτα από αυτά;» ρώτησε ο Άντερς. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας, που ήταν καλυμμένο

από στοίβες χαρτιών. «Μερικές φορές μού φαίνονται όλα τόσο μάταια» είπε η Βίβιαν και κάθισε απέναντί του. «Μα ξέρεις γιατί το κάνουμε αυτό εδώ». «Ξέρω» είπε εκείνη και κοίταξε κάτω στο ποτήρι της. Το βλέμμα του Άντερς έπεσε πάνω στον παράμεσό της. «Τι είναι αυτό εκεί;» «Ο Έρλινγκ μού έκανε πρόταση». Η Βίβιαν σήκωσε το ποτήρι και ήπιε μια γερή γουλιά. «Αλήθεια;» «Ναι» είπε εκείνη. «Έχουμε λάβει τις απαντήσεις στις προσκλήσεις μας;» ρώτησε ο Άντερς, καταλαβαίνοντας πως έπρεπε ν’ αλλάξει θέμα συζήτησης, και ξεχώρισε κάποιες λίστες ονομάτων που είχαν συρραφεί μεταξύ τους. «Ναι. Τελευταία ημέρα απάντησης ήταν η περασμένη Παρασκευή». «Καλώς, τότε αυτό το θέμα είναι τακτοποιημένο. Και το φαγητό;» «Αγοράσαμε όλα τα υλικά, ο μάγειρας φαίνεται καλός και έχουμε αρκετό προσωπικό για το σερβίρισμα». «Δεν είναι λίγο παράλογο αυτό εδώ;» έκανε ξαφνικά ο Άντερς και έβαλε τον κατάλογο τον καλεσμένων στη θέση του.

«Γιατί;» αντιγύρισε η Βίβιαν. Ένα χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη της. «Ποτέ δεν πείραξε κανέναν λίγη διασκέδαση παραπάνω». «Ναι, αλλά πρόκειται για ένα κάρο δουλειά» είπε ο Άντερς δείχνοντας όλα εκείνα τα χαρτιά. «Η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα ένα υπέροχο βράδυ. Ένα γκράντε φινάλε». Σήκωσε το ποτήρι της προς το μέρος του αδελφού της και ήπιε λίγο κρασί. Η γεύση και η μυρωδιά του την έκανε να νιώσει μεμιάς μια ελαφριά ναυτία. Οι εικόνες στον αμφιβληστροειδή της ήταν καθαρές και σαφείς, παρόλο που είχε περάσει πολύς καιρός από τότε. «Σκέφτηκες αυτό που σου είπα;» την κοίταξε ερευνητικά ο Άντερς. «Ποιο;» έκανε εκείνη πως δεν κατάλαβε. «Για τον Ούλοφ». «Σου είπα ότι δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτόν». «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι». Η φωνή του ήταν ικετευτική – κι εκείνη πραγματικά δεν καταλάβαινε την αιτία. Τι ήταν αυτό που ήθελε; Τούτο εδώ ήταν το μόνο που γνώριζαν. Αυτή και αυτός, οι δυο τους. Να συνεχίζουν πάντα να προχωρούν. Έτσι είχαν ζήσει από τότε που απελευθερώθηκαν από εκείνον, από την μπόχα του

κόκκινου κρασιού, του τσιγάρου και από τις περίεργες μυρωδιές των αντρών. Όλα τα είχαν κάνει μαζί και τώρα η Βίβιαν δεν καταλάβαινε τι εννοούσε όταν έλεγε πως δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. «Άκουσες τις ειδήσεις σήμερα;» «Ναι». Ο Άντερς σηκώθηκε, για ν’ αρχίσει να στρώνει το τραπέζι. Είχε στοιβάξει επιμελώς όλα τα χαρτιά αρχικά και μετά τα είχε βάλει πάνω σε μια καρέκλα. «Τι πιστεύεις;» «Δεν πιστεύω τίποτα» είπε εκείνος και έβαλε από ένα πιάτο μπροστά στον καθένα τους. «Ήρθα από το σπίτι σου αργά την Παρασκευή που πέρασε ο Μάτε από το Μπάντις. Ο Έρλινγκ κοιμόταν κι εγώ έπρεπε να μιλήσω μαζί σου. Αλλά δεν ήσουν στο σπίτι». Τώρα επιτέλους είχε πει, είχε βγάλει από μέσα της, αυτό που την κατέτρωγε. Κοίταξε τον Άντερς και ευχήθηκε από μέσα της να δει μια αντίδραση, κάτι, οτιδήποτε θα μπορούσε να την καθησυχάσει. Αλλά εκείνος δεν κατάφερε να την κοιτάξει. Έμεινε ακίνητος με το βλέμμα καρφωμένο σε κάποιο σημείο της επιφάνειας του τραπεζιού. «Πραγματικά δεν θυμάμαι. Ίσως να έκανα έναν βραδινό περίπατο αργά». «Μα ήταν μετά τα μεσάνυχτα. Ποιος βγαίνει για περίπατο

τέτοια ώρα;» «Μα εσύ, για παράδειγμα». Η Βίβιαν ένιωσε κάποια δάκρυα πίσω από τα βλέφαρά της. Ο Άντερς δεν είχε ποτέ μυστικά από κείνη. Δεν είχαν ποτέ μυστικά μεταξύ τους. Μέχρι τώρα. Και αυτό ήταν που τη φόβιζε περισσότερο από ποτέ.

Ο Πάτρικ έχωσε το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά της και έτσι έμειναν για αρκετή ώρα στο χολ. «Το άκουσα» είπε η Ερίκα. Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά στη Φιελμπάκα μόλις διέρρευσε το συμβάν και τώρα το ήξεραν όλοι. Ο Γκούναρ Σβερίν είχε κατέβει στο υπόγειο του σπιτιού του και είχε τινάξει τα μυαλά του με την καραμπίνα. «Αγάπη μου». Εκείνη ένιωσε την σπασμωδική ανάσα του, κι όταν εκείνος τραβήχτηκε από την αγκαλιά της, είδε και τα δάκρυα στα μάτια του. «Τι συνέβη;» Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στην κουζίνα. Τα παιδιά κοιμούνταν και μόνο η τηλεόραση ακουγόταν, με πολύ χαμηλή ένταση, από το καθιστικό. Τον έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα στην κουζίνα και άρχισε να του ετοιμάζει τα αγαπημένα του σάντουιτς: χωριάτικα παξιμάδια

με βούτυρο, τυρί και χαβιάρι, τα οποία τα βουτούσε σε ζεστή σοκολάτα. «Δεν μπορώ να φάω» είπε με φωνή έτοιμη να σπάσει. «Μα πρέπει να βάλεις κάτι μέσα σου» είπε εκείνη με ύφος μαμάς και συνέχισε να τα ετοιμάζει. «Ο γαμημένος ο Μέλμπεργ. Αυτός ήταν που τα ξεκίνησε όλα» είπε εκείνος στο τέλος και σκούπισε τα μάτια του με το μανίκι. «Το άκουσα στις ειδήσεις σήμερα. Ο Μέλμπεργ ήταν που…» «Ναι». «Αυτή τη φορά όντως ξεπέρασε τον εαυτό του». Η Ερίκα ανακάτεψε τη σκόνη σοκολάτας στο κατσαρόλι με το γάλα. Έριξε μέσα και μια κουταλιά ζάχαρη ακόμα. «Το καταλάβαμε αμέσως μόλις ακούσαμε τον κρότο από το υπόγειο. Και ο Γιέστα και εγώ. Θα πήγαινε στην τουαλέτα, μας είπε, αλλά δεν τον ακολουθήσαμε. Θα έπρεπε να είχαμε σκεφτεί ότι–» Σταμάτησε σαν να είχε φράξει ο λαιμός του και ξανασκούπισε τα μάτια του με το μανίκι. «Εδώ» είπε η Ερίκα και του έδωσε λίγο χαρτί κουζίνας. Δεν έβλεπε συχνά τον Πάτρικ να κλαίει, γι’ αυτό τώρα την πονούσε. Ήθελε να κάνει τα πάντα για να τον κάνει να χαρεί λίγο. Άλειψε με τα υλικά τα δύο παξιμάδια και γέμισε μια

μεγάλη κούπα με καυτή κι αχνιστή σοκολάτα. «Ορίστε» είπε εκείνη και αμέσως μετά κάθισε απέναντί του, με βλέμμα αποφασιστικό. Ο Πάτρικ ήξερε ότι δεν είχε κανένα νόημα να φέρει αντίρρηση στη γυναίκα του. Βούτηξε απρόθυμα ένα αλειμμένο παξιμάδι στη σοκολάτα μέχρι που άρχισε να μαλακώνει και μετά έβαλε στο στόμα του μια μεγάλη μπουκιά. «Πώς είναι η Σίγκνε;» ρώτησε η Ερίκα και κάθισε δίπλα του. «Ανησυχούσα για κείνη ήδη πριν από αυτό». Ο Πάτρικ κατάπιε με δυσκολία άλλη μια μεγάλη μπουκιά. «Και τώρα… δεν ξέρω. Της έδωσαν ηρεμιστικά και την έχουν κρατήσει στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. Αλλά δεν νομίζω ότι θα καταφέρει να γίνει ξανά ο παλιός της εαυτός. Δεν έχει πια κανέναν». Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν πάλι και η Ερίκα σηκώθηκε, πήρε άλλο ένα κομμάτι χαρτί κουζίνας και του το έδωσε. «Και τι θα κάνετε τώρα;» «Συνεχίζουμε. Αύριο θα πάμε εγώ και ο Γιέστα στο Γέτεμποργ, για να εξετάσουμε ένα ίχνος που παρουσιάστηκε εκεί. Εκτός αυτού, ο Πέντερσεν θα έχει έτοιμα αύριο τα

αποτελέσματα της νεκροψίας. Πρέπει να συνεχίσουμε να δουλεύουμε όπως πάντα. Ή μάλλον περισσότερο». «Και οι εφημερίδες;» «Δεν μπορούμε να τις εμποδίσουμε να γράψουν αυτά που θέλουν. Αλλά σου υπόσχομαι ότι κανένας από το τμήμα δεν θα τους μιλήσει σε αυτή τη φάση. Ούτε ο Μέλμπεργ. Αν το κάνει, θα το αναφέρω στους ανωτέρους μας στο Γέτεμποργ. Υπάρχουν κι άλλα που μπορώ να του προσάψω». «Ναι, αυτό είναι αλήθεια» είπε η Ερίκα. «Θέλεις τώρα να καθίσεις λίγο ή θα πάμε να πλαγιάσουμε;» «Πάμε να πλαγιάσουμε. Θέλω να σε κρατήσω, να σφιχτώ πάνω σου. Μπορώ;» είπε κι έβαλε το χέρι του γύρω από τη μέση της. «Απολύτως».

Φιελμπάκα 1871

Της φάνηκε περίεργο

αυτό εκεί με την ιατρική εξέταση. Δεν είχε αρρωστήσει άλλοτε στη μέχρι τώρα ζωή της και της ήταν εντελώς πρωτόγνωρη η αίσθηση ενός άγνωστου άντρα να πασπατεύει το κορμί της. Αλλά η παρουσία της Ντάγκμαρ την καθησύχαζε, κι αφού τέλειωσε η εξέταση, ο γιατρός τής επιβεβαίωσε ότι όλα πήγαιναν καλά και η Έμελι μπορούσε, με πολλή σιγουριά, να περιμένει ένα υγιές παιδί. Όταν βγήκαν από το ιατρείο, η Έμελι ένιωσε να πλημμυρίζει από ευτυχία. «Πιστεύεις ότι θα κάνεις κοριτσάκι ή αγοράκι;» ρώτησε η Ντάγκμαρ. Σταμάτησαν για λίγο να πάρουν ανάσα και η Ντάγκμαρ έβαλε με τρυφερότητα το χέρι της πάνω στην κοιλιά της Έμελι.

«Αγοράκι» είπε η Έμελι. Και ήταν όντως τόσο σίγουρη όσο ακούστηκε. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ήξερε ότι ήταν αγοράκι αυτό που κλοτσούσε τόσο ανυπόμονα εκεί μέσα, αλλά το ήξερε. «Αγοράκι λοιπόν. Ναι, κι εγώ έχω την άποψη ότι αυτή η κοιλιά μόνο αγόρι μπορεί να κουβαλάει». «Ελπίζω μόνο να μην είναι…» – η Έμελι δεν απόσωσε τη φράση της. «Εννοείς ότι δεν θα μοιάσει στον πατέρα του». «Ναι» αποκρίθηκε ψιθυριστά η Έμελι και ένιωσε την ευτυχία που είχε νιώσει να εξαφανίζεται. Η σκέψη και μόνο να ξαναμπεί σ’ εκείνη τη βάρκα με τον Καρλ και τον Γιούλιαν και να επιστρέψει στο νησί την έκανε να θέλει να το βάλει στα πόδια. «Δεν πέρασε εύκολη ζωή ο Καρλ. Ο πατέρας του δεν ήταν πολύ καλός μαζί του». Η Έμελι ήθελε να τη ρωτήσει τι εννοούσε, αλλά δεν τολμούσε. Αλλά ούτε μπόρεσε να εμποδίσει τα δάκρυα να κυλήσουν στα μάγουλά της κι ένιωσε μεγάλη ντροπή όταν προσπάθησε να τα σκουπίσει στα γρήγορα με το μανίκι. Η Ντάγκμαρ την κοίταξε με ύφος σοβαρό. «Δεν πήγαν τόσο καλά τα πράγματα στον γιατρό» είπε εκείνη. Η Έμελι την κοίταξε φανερά απορημένη.

«Μα όλα φαίνονταν όπως πρέπει, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν πήγαν καθόλου καλά. Ήταν μάλιστα τόσο άσχημα, ώστε πρέπει να μείνεις ξαπλωμένη μέχρι να γεννήσεις και επίσης να είσαι κοντά στον γιατρό, μήπως χρειαστείς βοήθεια. Περί βάρκας και επιστροφής στο νησί ούτε κουβέντα να γίνεται». «Ναι, όχι». Η Έμελι άρχισε να καταλαβαίνει τι εννοούσε η Ντάγκμαρ, αλλά δεν τολμούσε πραγματικά να το πιστέψει. «Όχι, όντως δεν πήγαν καλά τα πράγματα. Αλλά πού θα–» «Έχω ένα δωμάτιο που είναι άδειο. Ο γιατρός θεώρησε ότι ήταν καλή ιδέα να μετακομίσεις σ’ εμένα, ώστε να έχεις κάποιον να σε προσέχει». «Ναι» είπε η Έμελι και τα δάκρυα άρχισαν πάλι να τρέχουν. «Αλλά είναι σίγουρο ότι δεν θα είμαι μεγάλο βάρος; Δεν έχουμε τη δυνατότητα να σας αποζημιώσουμε». «Δεν θα χρειαστεί. Είμαι μια γριά γυναίκα που μένει μόνη σ’ ένα τεράστιο σπίτι και πολύ θα χαρώ να έχω λίγη παρέα. Και πολύ θα χαρώ να βοηθήσω να έρθει άλλο ένα μικρό στον κόσμο. Θα μου δώσει μεγάλη χαρά». «Οπότε δεν πήγαν καλά τα πράγματα στον γιατρό» επανέλαβε η Έμελι διστακτικά όταν άρχισαν να πλησιάζουν στην πλατεία. «Όχι, καθόλου καλά. Απευθείας στο κρεβάτι – αυτό μας

είπε. Αλλιώς δεν θα πάνε καθόλου καλά τα πράγματα». «Ναι, έτσι ήταν» είπε η Έμελι, αλλά ένιωσε και την καρδιά της να βροντοχτυπάει τη στιγμή που είδε τον Καρλ από μακριά. Εκείνος τις είδε και έσπευσε κοντά τους με μια έκφραση ανυπομονησίας. «Απίστευτο το πόση ώρα σάς πήρε. Έχουμε ένα σωρό δουλειές να κάνουμε και σύντομα πρέπει να φύγουμε για το νησί». Συνήθως δεν βιάζεσαι τόσο, σκέφτηκε η Έμελι. Όταν μπορούσαν να περνούν από της Άμπελα, δεν πείραζε που αργούσαν. Ξαφνικά φάνηκε και ο Γιούλιαν να έρχεται ξοπίσω του και για μια στιγμή η Έμελι πανικοβλήθηκε τόσο που νόμισε ότι θα έπεφτε κάτω ξερή. Έπειτα ένιωσε ένα χέρι να την αρπάζει από το μπράτσο. «Δεν πρόκειται» είπε η Ντάγκμαρ με ήρεμη και σταθερή φωνή. «Ο γιατρός διέταξε απόλυτη ξεκούραση για τη μικρή Έμελι. Και το εννοούσε πολύ σοβαρά». Ο Καρλ στεκόταν σαν χαμένος. Κοίταξε την Έμελι κι εκείνη μπόρεσε να δει τις σκέψεις του να κουτρουβαλάνε σαν ποντικοί εκεί μέσα στο βλέμμα του. Ήξερε ότι δεν το έκανε επειδή ανησυχούσε γι’ αυτή, αλλά επειδή προσπαθούσε να υπολογίσει τις συνέπειες από αυτό που είχε πει η θεία του. Η Έμελι δεν έβγαλε μιλιά. Στηριζόταν μια στο ένα και μια στο

άλλο πόδι, αφού τα πόδια και η μέση της την πονούσαν από το περπάτημα. «Μα αυτό δεν γίνεται» είπε τελικά ο Καρλ κι εκείνη είδε τους ποντικούς να τρέχουν ασταμάτητα γύρω γύρω. «Ποιος θα φροντίζει το σπίτι;» «Έλα τώρα, αυτό το καταφέρνετε και μόνοι σας» είπε η Ντάγκμαρ. «Βράστε λίγες πατάτες και τηγανίστε καμιά ρέγγα και θα τα βγάλετε πέρα. Πάντως να πεθάνετε από την πείνα αποκλείεται». «Ναι, αλλά πού θα μείνει η Έμελι, θεία; Εμείς πρέπει να φροντίζουμε τον φάρο, οπότε δεν μπορώ να έρχομαι εδώ συνέχεια. Ούτε έχουμε τα λεφτά να της νοικιάσουμε δωμάτιο εδώ. Από πού να τα βρούμε;» Είχε αρχίσει να γίνεται κατακόκκινος και ο Γιούλιαν τον κοιτούσε με έντονο βλέμμα. «Η Έμελι μπορεί να μένει σ’ εμένα. Θα της το χρωστάω μάλιστα για την παρέα που θα μου κάνει, οπότε δεν θέλω δεκάρα τσακιστή. Είμαι μάλιστα σίγουρη ότι ο πατέρας σου θα τη θεωρούσε πάρα πολύ καλή συμφωνία τούτη εδώ. Μπορώ να μιλήσω μαζί του, αν θέλεις». Ο Καρλ την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα γύρισε αλλού το βλέμμα του. «Μπα, σίγουρα θα είναι καλά κι έτσι» μουρμούρισε. «Και

ευχαριστώ για την καλοσύνη σου». «Το κάνω με μεγάλη μου χαρά. Κι εσείς μια χαρά θα τα βγάλετε πέρα στο νησί, θα δείτε». Η Έμελι δεν τολμούσε ούτε να κρυφοκοιτάξει τον άντρα της. Αλλά ούτε μπόρεσε να κρύψει ένα χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της. Δόξα τω Θεώ, δεν θα χρειαζόταν να επιστρέψει στο νησί.

«Μου φαίνεται πως ούτε εσύ κοιμήθηκες απόψε». Ο Γιέστα κοίταξε τις σακούλες που είχαν σχηματιστεί κάτω από τα μάτια του Πάτρικ. Ήταν το ίδιο μεγάλες όπως και στα δικά του. «Ναι» είπε ο Πάτρικ. «Μου φαίνεται πως αυτόν εδώ τον δρόμο μπορείς να τον κάνεις με κλειστά μάτια πια» είπε κοιτάζοντας έξω προς το Τορπ καθώς κατευθύνονταν ξανά προς το Γέτεμποργ. «Ναι». Ο Γιέστα έπιασε τον υπαινιγμό κι έσκυψε μπροστά και άνοιξε το ραδιόφωνο. Έπειτα από μια ώρα και κάτι αδιάφορης και υπερβολικά πολλής ποπ, έφτασαν στον προορισμό τους. «Ακουγόταν πρόθυμος να συνεργαστεί όταν τηλεφώνησες;» ρώτησε ο Γιέστα. Ήξερε εκ πείρας ότι η συνεργασία μεταξύ αστυνομικών περιφερειών είχε να κάνει, σε μεγάλο βαθμό, με ποιον πήγαινες να συνεργαστείς. Αν έπεφτες σε κανέναν πολύ

στριμμένο, ήταν εντελώς αδύνατον να ενημερωθείς όπως έπρεπε. «Ακουγόταν ευχάριστος τύπος». Ο Πάτρικ πήγε πρώτος στη ρεσεψιόν. «Πάτρικ Χέντστρεμ και Γιέστα Φλίγκαρε. Έχουμε ραντεβού με τον Ουλφ Κάρλγκρεν». «Εγώ είμαι». Μια βροντερή φωνή ακούστηκε πίσω τους κι ένας μεγαλόσωμος άντρας με μαύρο δερμάτινο μπουφάν και καουμπόικες μπότες ήρθε προς το μέρος τους. «Σκέφτηκα να πάμε να καθίσουμε στην καφετέρια. Είναι πολύ μικρό το γραφείο μου και επιπλέον ο καφές είναι καλύτερος εδώ κάτω». «Βεβαίως» είπε ο Πάτρικ. Δεν κατάφερε να πάρει το βλέμμα του από αυτό τον απίθανο τύπο που είχε μπροστά του. Αυτά τα περί κώδικα ενδυμασίας φαίνεται να μην τα είχε ακούσει ο Ουλφ Κάρλγκρεν, κι αυτό το κατάλαβε όταν ο άλλος έβγαλε το δερμάτινο μπουφάν και αποκάλυψε ένα ξεπλυμένο φανελάκι που έγραφε AC/DC στο ύψος του στέρνου. «Ελάτε αποδώ». Ο Ουλφ κατευθύνθηκε με μεγάλες δρασκελιές προς την καφετέρια και ο Πάτρικ με τον Γιέστα τον ακολούθησαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Βλέποντάς τον από πίσω, πρόσεξαν ότι τα αραιά μαλλιά στην κορυφή του κεφαλιού του

αντισταθμίζονταν από μια μακριά αλογοουρά στον αυχένα. Και στην κωλότσεπη διακρινόταν καθαρά το περίγραμμα ενός στρογγυλού κουτιού με ταμπάκο. «Γεια σας, κορίτσια! Σήμερα είστε πιο όμορφες από ποτέ!» Ο Ουλφ έκλεισε το μάτι στις γυναίκες πίσω από τον μπουφέ κι εκείνες κακάρισαν από ευτυχία. «Τι νοστιμιές θα μας τρατάρετε σήμερα; Μια τέτοια σιλουέτα χρειάζεται σίγουρα συντήρηση!» Ο Ουλφ χτύπησε το μεγάλο στομάχι του που κρατούσε το φανελάκι τεντωμένο και η σκέψη του Πάτρικ πήγε, εντελώς αυθόρμητα, στον Μέλμπεργ. Αλλά από εκεί και πέρα δεν υπήρχε άλλη ομοιότητα. Ο Ουλφ είχε μια πολύ συμπαθητική εξωτερική εμφάνιση. «Ας πάρουμε ο καθένας από μια παστούλα αμυγδάλου» είπε ο Ουλφ και έδειξε κάτι τεράστιες, πράσινες πάστες. Ο Πάτρικ πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Ουλφ τον σταμάτησε. «Πρέπει να βάλεις κανένα κιλό». Σώριασε τις πάστες πάνω στον δίσκο. «Τρεις καφέδες επίσης και είμαστε εντάξει». «Μα δεν είναι ανάγκη…» έκανε ο Πάτρικ όταν ο Ουλφ έβγαλε μια κάρτα από ένα πολυχρησιμοποιημένο μαύρο πορτοφόλι. «Τέρμα, αυτά τα κερνάω εγώ. Ελάτε τώρα, πάμε να

καθίσουμε». Τον ακολούθησαν σ’ ένα τραπέζι και κάθισαν. Το μέχρι τώρα χαρωπό πρόσωπο του Ουλφ σοβάρεψε απότομα. «Έχετε ερωτήσεις για κάποια από αυτές τις συμμορίες μοτοσικλετιστών, υποθέτω». Ο Πάτρικ έγνεψε. Του αφηγήθηκε εν συντομία τι είχε συμβεί και τι είχαν ανακαλύψει μέχρι στιγμής. Ότι ένας μάρτυρας είχε δει τον Ματς Σβερίν να τρώει ξύλο από κάποιους που ήταν μάλλον από λέσχη μοτοσικλετιστών και είχαν ως σύμβολο έναν αετό στην πλάτη των μπουφάν τους. Ο Ουλφ έγνεψε καταφατικά. «Πιθανότατα. Αυτοί που περιγράφεις θα μπορούσαν να είναι οι ΙΕ». «Οι ΙΕ;» Ο Γιέστα είχε ήδη φάει την πάστα του. Ο Πάτρικ δεν μπορούσε να καταλάβει πού πήγαιναν όλα αυτά που καταβρόχθιζε ο συνάδελφός του. Ο άνθρωπος ήταν αδύνατος σαν σπίρτο. «Οι Illegal Eagles – Παράνομοι Αετοί». Ο Ουλφ έριξε τέσσερις κύβους ζάχαρη στον καφέ του και τώρα τον ανακάτευε. «Είναι η νούμερο ένα ανάμεσα στις συμμορίες που έχουμε εδώ στην περιοχή. Είναι οι πιο μοχθηροί, οι πιο απαίσιοι και οι πιο ανελέητοι απ’ όλους». «Ω διάολε».

«Αν είναι αυτοί μπλεγμένοι, εγώ θα προχωρούσα πολύ προσεκτικά, αν ήμουν στη θέση σας. Είχαμε μερικές ανεπιτυχείς αναμετρήσεις μαζί τους». «Με τι ασχολούνται;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Με τα περισσότερα. Ναρκωτικά, πορνεία, προστασία, εκβιασμούς. Είναι μάλλον ευκολότερο να σας αραδιάσω με τι δεν ασχολούνται». «Με κοκαΐνη;» «Ναι, οπωσδήποτε. Επίσης με ηρωίνη, αμφεταμίνες και, ως έναν βαθμό, με αναβολικά στεροειδή». «Έτυχε ποτέ να ελέγξεις αν ο Ματς Σβερίν εμφανιζόταν στις έρευνές σας;» έκανε ο Πάτρικ. «Δεν το ξέρουμε αυτό το όνομα». Ο Ουλφ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν εμπλέκεται κάπου, απλώς ότι εμείς δεν είχαμε ποτέ να κάνουμε μαζί του». «Ούτε ταιριάζει σε αυτό το γενικότερο προφίλ. Ως μέλος συμμορίας μοτοσικλετιστών, εννοώ». Ο Γιέστα έγειρε πίσω χορτάτος και ικανοποιημένος. «Ο πυρήνας αποτελείται από τα μέλη της λέσχης τους, αλλά γύρω τους υπάρχουν πολλά άλλα μούτρα, ειδικά όταν πρόκειται για ναρκωτικά. Ορισμένες έρευνες μας οδήγησαν σε ονόματα της υψηλής κοινωνίας».

«Μπορεί να έρθει κανείς σε επαφή μαζί τους;» Το φλιτζάνι του Πάτρικ είχε αδειάσει. Ο Ουλφ σηκώθηκε αμέσως, για να του το ξαναγεμίσει. «Μπορούμε να το γεμίσουμε δωρεάν» είπε όταν επέστρεψε και κάθισε. «Αλλά όπως είπα, δεν συνιστώ άμεσες επαφές με αυτούς τους κυρίους. Έχουμε αρκετές δυσάρεστες επαφές μαζί τους. Οπότε αν έχετε κάποια άλλη άκρη για ν’ αρχίσετε – ίσως να μιλήσετε με άτομα από τον περίγυρο εκείνου του Σβερίν–, θα σας πρότεινα να το κάνετε». «Καταλαβαίνω» είπε ο Πάτρικ. «Και πώς λέγεται ο αρχηγός των Παράνομων Αετών;» «Στέφαν Γιούνγκμπεργ. Παλιός νεοναζί που ίδρυσε τους Παράνομους Αετούς πριν από δέκα χρόνια. Έχει κάνει φυλακή αρκετές φορές από τα δεκαοχτώ του, και πιο πριν έκανε σε αναμορφωτήριο. Καταλαβαίνεις λοιπόν τι τύπος είναι». Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά, αλλά όφειλε να παραδεχτεί πως δεν είχε συνηθίσει να συναντά τέτοιους τύπους. Οι παράνομοι με τους οποίους ερχόταν σε επαφή ήταν συγκριτικά πολύ ακίνδυνοι. «Τι θα μπορούσε να τους κάνει να έρθουν στη Φιελμπάκα και να πυροβολήσουν κάποιον στο κεφάλι;» Ο Γιέστα κοίταζε τώρα επιτακτικά τον Ουλφ. «Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά σενάρια. Ο πρώτος

λόγος για να φάει κανείς μια σφαίρα στο κεφάλι είναι να εκφράσει την επιθυμία του να φύγει από τη συμμορία. Αν και δεν φαίνεται να είναι αυτός ο λόγος στην περίπτωσή μας, οπότε απομένουν ένα σωρό άλλοι λόγοι. Μπορεί να τους έκαψαν σε μια συναλλαγή με ναρκωτικά, να φοβήθηκαν ότι κάποιος μπορεί να μιλούσε. Στην περίπτωση αυτή ίσως θα έπρεπε να ερμηνεύαμε τον ξυλοδαρμό ως προειδοποίηση. Αλλά όλα αυτά είναι εικασίες. Μπορώ να ρωτήσω τους συναδέλφους αν κάποιος έχει ακούσει κάτι. Κατά τα άλλα, σας προτείνω να ρωτήσετε και άτομα από τον περίγυρο του Σβερίν. Συνήθως γνωρίζουν περισσότερα απ’ όσα νομίζουν». Ο Πάτρικ ήταν διστακτικός. Γιατί αυτό ακριβώς ήταν το μεγάλο τους πρόβλημα στην έρευνα. Κανένας δεν φαινόταν να γνωρίζει τόσο πολλά για τον Ματς Σβερίν. «Σ’ ευχαριστούμε για τη βοήθειά σου» είπε και σηκώθηκε. Ο Ουλφ τού έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε. «Κανένα πρόβλημα. Χαρά μας να βοηθάμε. Τηλεφωνήστε, αν θέλετε να ρωτήσετε κάτι άλλο». «Σίγουρα θα το κάνουμε» είπε ο Πάτρικ. Ήταν τόσο πολλά εκείνα που φαίνονταν λογικά σε αυτό εδώ το ίχνος της υπόθεσης που ακολουθούσαν. Και ταυτόχρονα ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Απλώς ήταν πολλά αυτά που δεν καταλάβαινε σ’ αυτή εδώ την

περίπτωση. Δεν μπορούσε να βγάλει άκρη για το ποιος ακριβώς ήταν ο Ματς. Άλλωστε μέσα στο δικό του μυαλό αντηχούσε ακόμη ο χτεσινός πυροβολισμός.

«Τι λες να κάνουμε εμείς;» Ο Μάρτιν στεκόταν στην πόρτα του γραφείου της Πάουλα. «Δεν ξέρω». Η Πάουλα ένιωθε τόσο αποκαρδιωμένη όσο αποκαρδιωμένος φαινόταν και ο Μάρτιν. Τα χτεσινά γεγονότα τούς είχαν στενοχωρήσει όλους. Τον Μέλμπεργ δεν τον είχαν ξαναδεί. Είχε κλειστεί στο γραφείο του – και ίσως αυτό να ήταν το καλύτερο για όλους. Όπως ένιωθαν τώρα, θα δυσκολεύονταν πολύ να κρύψουν την απέχθειά τους. Ευτυχώς, η Πάουλα δεν τον είχε συναντήσει ούτε στο σπίτι. Όταν είχε επιστρέψει στο σπίτι της χτες το βράδυ, εκείνος είχε ήδη πάει να ξαπλώσει, κι όταν η Πάουλα είχε ξυπνήσει το πρωί, εκείνος κοιμόταν ακόμη. Όταν έφαγαν πρωινό, η Ρίτα είχε προσπαθήσει να μιλήσει μαζί της γι’ αυτό που είχε συμβεί, αλλά η Πάουλα άφησε να φανεί ότι δεν είχε διάθεση για τέτοια κουβέντα. Η Γιοχάνα δεν είχε αποπειραθεί καν να της μιλήσει. Απλώς της γύρισε την πλάτη όταν εκείνη έπεσε στο κρεβάτι δίπλα της. Το τείχος ανάμεσά τους

υψωνόταν όλο και πιο μεγάλο. Η Πάουλα ένιωσε τώρα το στόμα της να στεγνώνει, σαν από πανικό, και προσπάθησε να καταπιεί πίνοντας ένα ποτήρι νερό. Δεν άντεχε να σκέφτεται τη Γιοχάνα τώρα. «Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε όσο λείπουν οι άλλοι;» Ο Μάρτιν μπήκε και κάθισε. «Μα σήμερα περιμένουμε και τηλέφωνο από τον Λέναρτ» είπε η Πάουλα. Είχε κοιμηθεί άσχημα, και όσο κι αν συμμεριζόταν την ανυπομονησία του Μάρτιν, ένιωθε πολύ κουρασμένη για να πάρει δικές της πρωτοβουλίες. Αυτή τη στιγμή πάντως ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει. Αλλά ο Μάρτιν την κοιτούσε επιτακτικά. «Να του τηλεφωνήσουμε, για να δούμε αν είναι έτοιμος;» Έβγαλε το κινητό του. «Όχι, όχι, θα μας τηλεφωνήσει αυτός όταν θα έχει δει τα χαρτιά. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». «Εντάξει». Ο Μάρτιν έβαλε ξανά το κινητό στην τσέπη του. «Ναι, αλλά τι να κάνουμε τότε; Ο Πάτρικ δεν είπε τίποτα πριν φύγει. Δεν γίνεται να καθόμαστε εδώ και να μην κάνουμε τίποτα». «Δεν ξέρω». Η Πάουλα είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Γιατί έπρεπε εκείνη

να δίνει τις διαταγές; Ήταν συνομήλικη με τον Μάρτιν και ο Μάρτιν είχε πολύ περισσότερα χρόνια από την ίδια στο τμήμα, έστω κι αν η ίδια είχε πολλές εμπειρίες από τη Στοκχόλμη. Πήρε βαθιά ανάσα. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να βγάζει τα απωθημένα της στον Μάρτιν. «Ο Πέντερσεν θα έστελνε την έκθεση της νεκροψίας σήμερα. Εγώ λέω ν’ αρχίσουμε από αυτή. Μπορώ να του τηλεφωνήσω και να μάθω αν υπάρχουν κάποια συμπεράσματα που μπορεί να μοιραστεί μαζί μας». «Ίσως έτσι να έχουμε κάτι στο χέρι για να συνεχίσουμε την έρευνα». Ο Μάρτιν έμοιαζε μ’ ένα ευτυχισμένο κουτάβι που μόλις το είχαν χαϊδέψει στο κεφάλι, και η Πάουλα δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα αχνό χαμόγελο. Δεν γινόταν να είναι κανείς εκνευρισμένος με τον Μάρτιν για πολύ. «Θα τηλεφωνήσω αμέσως». Ο Μάρτιν είχε καρφωμένο το βλέμμα πάνω της όσο εκείνη σχημάτιζε τον αριθμό. Ο Πέντερσεν πρέπει να καθόταν δίπλα στο τηλέφωνο, μια που απάντησε με το πρώτο κουδούνισμα. «Γεια σου, η Πάουλα Μοράλες είμαι από το Τανουμσχέντε. Την έχεις; Υπέροχα». Σήκωσε τον αντίχειρά της προς το μέρος του Μάρτιν. «Βέβαια, μπορείς να στείλεις με φαξ την έκθεση, αλλά μήπως μπορείς να μου δώσεις μια

περίληψη τώρα;» Η Πάουλα έγνεψε και άρχισε να σημειώνει σ’ ένα μπλοκ πάνω στο γραφείο. Ο Μάρτιν τεντωνόταν να δει τι έγραφε, αλλά έπειτα από λίγο τα παράτησε. «Χμ… Μάλιστα… Εντάξει». Άκουγε και έγραφε. Έπειτα κατέβασε αργά το ακουστικό. Ο Μάρτιν δεν έλεγε να πάρει το βλέμμα του αποπάνω της. «Τι σου είπε; Υπάρχει κάτι χρήσιμο για μας;» «Μπα, όχι άμεσα. Ως επί το πλείστον επιβεβαίωσε αυτά που ξέραμε ήδη». Έριξε μια ματιά στις σημειώσεις της. «Ότι ο Ματς Σβερίν πυροβολήθηκε με όπλο των εννέα χιλιοστών στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ένας πυροβολισμός. Ο θάνατος πρέπει να ήταν ακαριαίος». «Και η ώρα;» «Έχουμε καλά νέα εκεί. Μπόρεσε να επιβεβαιώσει ότι ο Ματς πέθανε κάποια στιγμή τη νύχτα μεταξύ Παρασκευής και Σαββάτου». «Ωραία, ωραία. Άλλο;» «Δεν υπήρχαν ίχνη από εθιστικές ουσίες στο αίμα του». «Καθόλου;» Η Πάουλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, ούτε καν νικοτίνη». «Μπορεί όμως να διακινούσε, ούτως ή άλλως».

«Ναι, μπορεί να το έκανε, αλλά σε κάνει να σκέφτεσαι αν…» Κοίταξε τις σημειώσεις της. «Το πιο ενδιαφέρον τώρα είναι να μπορέσουν να ταιριάξουν τη σφαίρα με κάποιο όπλο που έχουμε στα αρχεία μας. Αν υπάρχει σύνδεση με κάποιο άλλο έγκλημα, θα είναι πάρα πολύ απλό να βρεθεί το όπλο που χρησιμοποιήθηκε. Και ο δολοφόνος, ας ελπίσουμε». Ξαφνικά εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας η Άνικα. «Τηλεφώνησαν από την ακτοφυλακή. Βρήκαν τη βάρκα». Η Πάουλα και ο Μάρτιν κοιτάχτηκαν. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσουν ποια βάρκα εννοούσε η Άνικα.

Τα είχε πακετάρει όλα. Την ίδια στιγμή που έλαβε εκείνη την καρτ ποστάλ κατάλαβε τι ήταν υποχρεωμένη να κάνει. Δεν γινόταν να παραμένει φυγάς. Είχε την επίγνωση των κινδύνων που την περίμεναν αν έφευγε, αλλά ήταν εξίσου επικίνδυνο να μείνει. Πιθανώς να είχαν καλύτερες πιθανότητες αυτή και τα παιδιά αν επέστρεφε οικειοθελώς. Η Μαντελέν κάθισε πάνω στη βαλίτσα, για να την κλείσει. Μία και μοναδική βαλίτσα είχε μπορέσει να πάρει μαζί της. Μέσα σ’ αυτή είχε χωρέσει ολόκληρη ζωή. Κι όμως είχε μεγάλες ελπίδες όταν επιβιβαζόταν στο τρένο για την Κοπεγχάγη με τα παιδιά και τη βαλίτσα. Θλίψη και πόνο για

όσα άφηνε πίσω της βέβαια, αλλά χαρά γι’ αυτό που ίσως είχε μπροστά της. Κοίταξε γύρω της στη μικρή γκαρσονιέρα. Το διαμέρισμα είχε τα χάλια του, με ένα και μοναδικό κρεβάτι όπου είχαν επιλέξει να στριμώχνονται τα παιδιά κι ένα στρώμα στο πάτωμα όπου κοιμόταν εκείνη. Ως διαμέρισμα δεν έλεγε πολλά, αλλά για μια μικρή περίοδο φάνταζε παράδεισος. Ήταν δικό τους και σήμαινε ασφάλεια. Τώρα είχε μετατραπεί σε παγίδα. Δεν μπορούσαν να μείνουν εδώ. Η Μέτε τής είχε δανείσει λεφτά για τα εισιτήρια δίχως να κάνει καμία ερώτηση. Πιθανώς να αγόραζε θάνατο, αλλά τι άλλο να έκανε; Σηκώθηκε αργά, πήρε την καρτ ποστάλ και την έβαλε κι αυτή στη φθαρμένη τσάντα της. Και παρόλο που ήθελε να την κάνει χίλια κομμάτια, να τη ρίξει στη λεκάνη της τουαλέτας και να τραβήξει το καζανάκι, να τη δει να χάνεται, ήξερε πολύ καλά πως έπρεπε να έχει μαζί της την καρτ ποστάλ ως υπενθύμιση. Για να μη μετανιώσει. Τα παιδιά ήταν στης Μέτε. Είχαν πάει τρέχοντας εκεί αφού είχαν παίξει ξανά έξω στον κήπο, κι εκείνη ήταν ευγνώμων που είχε μείνει μια στιγμή μόνη πριν τους ανακοινώσει ότι έπρεπε να επιστρέψουν ξανά στο παλιό τους σπίτι. Για τα παιδιά η έκφραση «παλιό μας σπίτι» δεν είχε καμία θετική σημασία. Το μόνο που είχαν αποκομίσει από εκεί ήταν ουλές,

σημάδια από παλιά τραύματα, εσωτερικά και εξωτερικά. Ήλπιζε να καταλάβουν ότι τα αγαπούσε, αλλά και ότι δεν είχε περιθώρια επιλογής. Αν τους έβρισκαν να τρέχουν να ξεφύγουν, θα παγιδεύονταν και κανείς τους δεν θα γλίτωνε. Ήταν το μόνο που ήξερε με σιγουριά. Ακόμα και τα θηράματα έχουν μόνο μία ευκαιρία: να επιστρέψουν στον κυνηγό τους. Σηκώθηκε με δυσκολία. Ήταν αναγκασμένοι να φύγουν αμέσως, δεν μπορούσε πια να αναβάλλει το αναπόφευκτο. Τα παιδιά θα καταλάβαιναν, είπε στον εαυτό της. Πόσο όμως θα ήθελε να πίστευε και η ίδια στον εαυτό της.

«Άκουσα για τον Γκούναρ» είπε η Άννα. Εξακολουθούσε να μοιάζει με μικρό, αδύναμο πουλί και η Ερίκα προσπάθησε να χαμογελάσει. «Μη σκέφτεσαι τέτοια τώρα. Έχεις τα δικά σου». Στο μέτωπο της Άννας σχηματίστηκαν ρυτίδες. «Δεν ξέρω. Όλως περιέργως νιώθω μερικές φορές ότι είναι ανακουφιστικό να λυπάμαι πιο πολύ για κάποιον άλλο παρά για τον εαυτό μου». «Ναι, και πρέπει να είναι πολύ σκληρό το χτύπημα για τη Σίγκνε. Είναι εντελώς μόνη τώρα».

«Πώς το πήρε ο Πάτρικ;» Η Άννα ανέβασε τα πόδια της στον καναπέ. Τα παιδιά ήταν στο σχολείο και στον παιδικό σταθμό και τα δίδυμα έπαιρναν τον πρωινό τους ύπνο στο καρότσι έξω από την εξώπορτα. «Είχε τα χάλια του χτες» έκανε η Ερίκα και άπλωσε να πάρει ένα κουλουράκι. Η Μπελίντα, η μεγαλύτερη κόρη του Νταν, είχε φτιάξει τα κουλούρια. Είχε αρχίσει να ασχολείται με τέτοια όταν είχε μια σχέση μ’ ένα αγόρι που ήταν σπιτόγατος. Βέβαια, ήταν πλέον παρελθόν, αλλά η Μπελίντα ζύμωνε ακόμη κουλούρια και το μόνο που μπορούσες να πεις ήταν πως η κοπέλα το είχε όντως μέσα της. «Θεέ μου, πόσο νόστιμο!» αναφώνησε η Ερίκα και σήκωσε ψηλά το βλέμμα της από την απόλαυση. «Ναι, η Μπελίντα είναι νοικοκυρά με τα όλα της. Και ήταν πάρα πολύ καλή με τα μικρά, λέει ο Νταν». «Ναι, τα δίνει όλα όταν υπήρχει ανάγκη». Βέβαια, η Μπελίντα έδινε την εντύπωση κακιάς μάγισσας με τα μαλλιά και τα νύχια βαμμένα κατάμαυρα και με το έντονο μέικαπ. Αλλά όταν η Άννα είχε κλειστεί στον εαυτό της, εκείνη είχε πάρει τα παιδιά υπό την προστασία της – και στα παιδιά συγκαταλέγονταν επίσης και ο Άντριαν με την Έμμα.

«Δεν ήταν όμως του Πάτρικ το λάθος» είπε η Άννα. «Όχι, δεν ήταν, το ξέρω, κι αυτό προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει. Ο φταίχτης είναι μάλλον ο Μέλμπεργ, αλλά με κάποιον περίεργο τρόπο ο Πάτρικ αναλαμβάνει πάντα εκείνος την ευθύνη. Ήταν στο σπίτι του Γκούναρ όταν εκείνος αυτοπυροβολήθηκε –μαζί με τον Γιέστα– και πιστεύει ότι έπρεπε να το είχε πάρει είδηση». «Μα πώς;» έκανε ρουθουνίζοντας η Άννα. «Κανένας δεν ειδοποιεί καλά και σώνει από πριν ότι σκοπεύει να αυτοκτονήσει. Τόσες φορές σκέφτηκα να–» Σταμάτησε απότομα και κοίταξε την Ερίκα. «Δεν θα το έκανες ποτέ, Άννα». Η Ερίκα έγειρε πιο κοντά στην αδελφή της και την κοίταξε στα μάτια. «Πέρασες τόσο πολλά, πιο πολλά από όσα περνούν οι περισσότεροι, και θα μπορούσες να το είχες κάνει εδώ και πολύ καιρό. Δεν το έχεις μέσα σου». «Και πώς το καταλαβαίνει κανείς ότι δεν το έχω μέσα μου;» «Το καταλαβαίνει επειδή δεν πήγες ποτέ κάτω στο υπόγειο, δεν έχωσες ποτέ την κάννη στο στόμα για να πατήσεις μετά τη σκανδάλη». «Δεν έχουμε όπλα εδώ» είπε η Άννα. «Μην κάνεις τη χαζή. Ξέρεις τι εννοώ. Δεν έπεσες ποτέ

στις ρόδες ενός αυτοκινήτου, ποτέ δεν έκοψες τις φλέβες σου, ποτέ δεν καταβρόχθισες ένα σωρό υπνωτικά ή ό,τι άλλο. Τίποτε από αυτά δεν έκανες, γιατί είσαι δυνατότερη από τους άλλους που υποκύπτουν σε τέτοιες καταστάσεις». «Δεν ξέρω αν είναι δύναμη» μουρμούρισε η Άννα. «Έχω την εντύπωση πως απαιτείται πολύ μεγάλο θάρρος για να πατήσεις τη σκανδάλη». «Στην πραγματικότητα όχι. Το μόνο που χρειάζεται είναι μιας στιγμής κουράγιο. Έπειτα τελειώνεις και μένουν οι άλλοι να μαζέψουν τα απομεινάρια, αν μου επιτρέπεις την έκφραση. Δεν είναι θάρρος αυτό για μένα. Δειλία είναι. Μη μου πεις ότι ο Γκούναρ σκέφτηκε τη Σίγκνε εκείνη τη στιγμή. Γιατί δεν θα το έκανε, αλλά θα έδειχνε πόσο πραγματικό θάρρος είχε και θα επέλεγε να μείνει ζωντανός, για να βοηθήσει ο ένας τον άλλο. Όλα τα άλλα εγώ τα θεωρώ διέξοδο του δειλού – κι εσύ δεν τον επέλεξες ποτέ αυτό τον δρόμο». «Σύμφωνα με αυτή εκεί, όλα πηγαίνουν μια χαρά όταν αρχίζεις τη γιόγκα, σταματάς να τρως κρέας και παίρνεις βαθιές ανάσες για πέντε λεπτά την ημέρα» είπε η Άννα δείχνοντας την τηλεόραση, όπου μια ενθουσιώδης γκουρού της υγιεινής ζωής εξηγούσε ποιος ήταν ο μοναδικός δρόμος για την ευτυχία και την ευεξία. «Πώς μπορεί να βρει κανείς την ευτυχία χωρίς κρέας;» έκανε η Ερίκα.

Η Άννα δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Α, που να σε πάρει, είσαι εντελώς χαζή» είπε κι έχωσε μια στην Ερίκα στα πλευρά με τον αγκώνα. «Μιλάς εσύ που φαίνεσαι σαν να βγήκες με προσωρινή άδεια από άσυλο;» «Αυτό ήταν χτύπημα κάτω από τη ζώνη». Η Άννα τής πέταξε με δύναμη ένα μαξιλάρι. «Οτιδήποτε για να σε κάνω να γελάσεις» είπε χαμηλόφωνα η Ερίκα.

«Ήταν καθαρά θέμα χρόνου» δήλωσε η Πέτρα Γιάνσεν. Παραλίγο να ξεράσει, αλλά, ως μητέρα πέντε παιδιών, είχε αναπτύξει με τα χρόνια μεγάλη αντοχή σε απαίσιες μυρωδιές. «Ναι, δεν ήταν δα και μεγάλη έκπληξη». Ο Κόνραντ Σπετς, εδώ και πολλά χρόνια συνάδελφος της Πέτρα, φαινόταν να δυσκολεύεται περισσότερο να καταπνίξει τη ναυτία που ένιωθε. «Υποθέτω ότι οι συνάδελφοι της Δίωξης Ναρκωτικών θα είναι εδώ από στιγμή σε στιγμή». Βγήκαν από το υπνοδωμάτιο. Η δυσωδία τούς ακολούθησε, αλλά στο καθιστικό, στον κάτω όροφο, ήταν πιο εύκολο να ανασάνουν. Μια γυναίκα στα πενήντα

καθόταν σε μια καρέκλα και έκλαιγε με λυγμούς, ενώ μία από τις νεότερες συναδέλφους την παρηγορούσε. «Αυτή τον βρήκε;» έγνεψε η Πέτρα προς τη γυναίκα. «Ναι, είναι η καθαρίστρια του ζεύγους Βέστερ. Συνήθως περνάει και καθαρίζει μια φορά την εβδομάδα, αλλά, επειδή θα έλειπαν, ερχόταν εδώ κάθε δεύτερη εβδομάδα. Κι όταν ήρθε σήμερα, βρήκε… ναι…» Ο Κόνραντ καθάρισε τον λαιμό του. «Εντοπίσαμε τη σύζυγο και το παιδί;» Η Πέτρα είχε φτάσει τελευταία. Στην πραγματικότητα σήμερα είχε ρεπό και ήταν μαζί με την οικογένειά της στην Γκρένα Λουντ, όταν της τηλεφώνησαν να πάει εκεί. «Όχι. Η οικογένεια είχε ετοιμαστεί να πάει στην Ιταλία, σύμφωνα με την καθαρίστρια. Θα έλειπαν όλο το καλοκαίρι». «Να κοιτάξουμε τις λίστες επιβατών με τις αεροπορικές εταιρείες. Ελπίζω να απολαμβάνουν τον ήλιο αυτή τη στιγμή» είπε η Πέτρα, αλλά είχε μια πολύ σκυθρωπή έκφραση στο πρόσωπο. Ήξερε πολύ καλά ποιος κειτόταν εκεί πάνω στο κρεβάτι. Και ήξερε τι είδους άνθρωποι τον περιστοίχιζαν. Οι πιθανότητες να απολάμβαναν η γυναίκα και το παιδί τη λιακάδα ήταν πολύ μικρότερες από το να βρίσκονται νεκροί μέσα σε κάποιο δάσος. Ή στον πάτο του Νιμπρουβίκεν. «Το έχω ήδη αναθέσει σε μερικούς άντρες».

Η Πέτρα έγνεψε ικανοποιημένη. Είχε δουλέψει με τον Κόνραντ πάνω από δεκαπέντε χρόνια και η επαγγελματική τους σχέση ήταν καλύτερη από τις σχέσεις πολλών παντρεμένων. Αλλά αν τους έβλεπες, ήταν πραγματικά αταίριαστο ζευγάρι. Με ύψος παραπάνω από ένα ογδόντα κι ένα γεμάτο κορμί έπειτα από όλες τις εγκυμοσύνες, η Πέτρα ξεπερνούσε κατά πολύ τον Κόνραντ, ο οποίος δεν ήταν μόνο κοντός αλλά και αρκετά αδύνατος. Και η παραδόξως ασεξουαλική του εμφάνιση σ’ έκανε να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είχε ιδέα πώς γίνονται τα παιδιά. Όλα αυτά τα χρόνια που δούλευαν μαζί δεν είχε ποτέ της ακούσει τον Κόνραντ να μιλάει για κάποιου είδους ερωτική ζωή, είτε με άντρες είτε με γυναίκες. Ούτε τον είχε ρωτήσει ποτέ της. Αυτό που είχαν κοινό ήταν μεγάλη ευφυΐα, στεγνό χιούμορ και αφοσίωση σε ένα επάγγελμα που είχαν καταφέρει να διατηρήσουν παρ’ όλες τις μεταρρυθμίσεις και αναδιοργανώσεις, παρά τους προϊσταμένους τους τους ανεγκέφαλους και διορισμένους από πολιτικούς και τις ηλίθιες αποφάσεις τους. «Να βγάλουμε τότε ένα μήνυμα αναζήτησής τους και να μιλήσουμε με τους άντρες από τη Δίωξη Ναρκωτικών» πρόσθεσε εκείνος. «Με τους άντρες και τις γυναίκες» τον διόρθωσε η Πέτρα.

Ο Κόνραντ αναστέναξε. «Ναι, Πέτρα, με τους άντρες και τις γυναίκες». Και τα πέντε παιδιά της Πέτρα ήταν κοπέλες, επομένως τα ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες ήταν πάντα ένα πολύ ευαίσθητο θέμα. Ο Κόνραντ ήξερε ότι η Πέτρα, στην πραγματικότητα, πίστευε πως οι γυναίκες ήταν ανώτερες από τους άντρες, και θα ήταν ανόητος αν της έλεγε ότι κι αυτό ήταν προκατάληψη, διόλου διαφορετική από εκείνη που ήθελε τους άντρες ανώτερους. Αλλά ήταν έξυπνος άνθρωπος και κρατούσε κάτι τέτοιες σκέψεις για τον εαυτό του. «Τι μακελειό έγινε εκεί πάνω». Η Πέτρα κούνησε το κεφάλι της. «Φαίνεται να έπεσαν πάρα πολλοί πυροβολισμοί. Το κρεβάτι είναι σουρωτήρι από τις σφαίρες, το ίδιο και ο Βέστερ». «Μα γιατί, διάβολε, νόμιζαν ότι άξιζε τον κόπο κάτι τέτοιο;» Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στο φωτεινό και όμορφο καθιστικό και ξανακούνησε το κεφάλι της. «Εντάξει, το σπίτι είναι από τα καλύτερα που έχω δει, και σίγουρα περνούσαν ζωή και κότα εδώ μέσα, από κάθε άποψη, αλλά ξέρουν και οι ίδιοι ότι κάτι τέτοια πάνε κατά διαόλου αργά ή γρήγορα. Κι έπειτα κείτεσαι μια όμορφη μέρα στην ίδια σου την κρεβατοκάμαρα ανάμεσα σε μεταξωτά σεντόνια με το

κορμί γεμάτο σφαίρες». «Ξέρεις, είναι από αυτά που δεν τα καταλαβαίνουν οι κοινοί εργαζόμενοι σαν εμάς». Ο Κόνραντ σηκώθηκε από τον βαθύ λευκό καναπέ όπου είχε καθίσει και κατευθύνθηκε προς το χολ. «Μου φαίνεται σαν να ήρθε και η Δίωξη Ναρκωτικών τώρα». «Ωραία» έκανε η Πέτρα. «Για να δούμε τι θα μας πουν τα παλικάρια». «Και τα κορίτσια» είπε ο Κόνραντ χαμογελώντας.

«Τι θα κάνουμε;» έκανε απεγνωσμένος ο Γιέστα. «Δεν μου φάνηκε καλή ιδέα να μιλήσουμε απευθείας μ’ εκείνους τους τύπους». «Όχι βέβαια» παραδέχτηκε ο Πάτρικ. «Αυτό θα πρέπει να είναι η έσχατη επιλογή μας». «Και τι θα κάνουμε; Πιστεύουμε ότι οι Παράνομοι Αετοί είναι ένοχοι για τον ξυλοδαρμό και ίσως ακόμα και για τη δολοφονία, αλλά δεν τολμάμε να πάμε να τους μιλήσουμε. Ωραίοι αστυνομικοί είμαστε» κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος ο Γιέστα. «Ας πάμε πάλι στο μέρος όπου εργαζόταν ο Ματς όταν τον έδειραν. Μέχρι στιγμής μιλήσαμε μόνο με τη Λέιλα, αλλά

ας ακούσουμε τι έχουν να πουν και οι άλλοι στο γραφείο. Είναι ο μόνος δρόμος προς τα εμπρός που μπορώ να δω αυτή τη στιγμή». Έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το Χίσινγκεν. Τους άφησαν να μπουν αμέσως, αν και η Λέιλα είχε μια κουρασμένη έκφραση στο βλέμμα όταν τους οδήγησαν στο γραφείο της. «Κοιτάξτε, σίγουρα θέλουμε να βοηθήσουμε, αλλά δεν καταλαβαίνω: τι νομίζετε πως θα βγάλετε τρέχοντας εδώ κάθε λίγο και λιγάκι;» Σήκωσε τα χέρια της. «Μοιραστήκαμε μαζί σας όλο το υλικό μας και απαντήσαμε σε όλες σας τις ερωτήσεις. Μόνο που δεν ξέρουμε τίποτε άλλο». «Θα ήθελα να μιλήσω με τους υπαλλήλους σας. Δεν είναι άλλοι δύο εδώ στα γραφεία ή κάνω λάθος;» Η φωνή του ήταν φιλική αλλά αποφασιστική. Και ο Πάτρικ καταλάβαινε πως ήταν ενοχλητικό να περνάει από εκεί κάθε λίγο και λιγάκι, αλλά το Φριστάντ ήταν ταυτόχρονα το μόνο μέρος απ’ όπου θα μπορούσαν πιθανότατα να αντλήσουν περισσότερες πληροφορίες. Ο Ματς παρέμενε ακόμη ένα είδος άγραφου χάρτη και όσοι εργάζονταν στην οργάνωση για την οποία και ο Ματς προφανώς καιγόταν να δουλεύει ίσως μπορούσαν να γεμίσουν αυτό το κενό. «Εντάξει, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την αίθουσα του

προσωπικού» είπε η Λέιλα μ’ έναν αναστεναγμό και έδειξε μια πόρτα στα δεξιά τους. «Θα σας στείλω τον Τούμας, κι όταν αυτός τελειώσει, μπορεί να σας στείλει τη Μαρί». Πέρασε τα μαλλιά της πίσω από το αυτί. «Μετά θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα αν μας αφήνατε να δουλέψουμε λίγο εδώ μέσα. Καταλαβαίνουμε απόλυτα ότι η αστυνομία πρέπει να ερευνήσει τον φόνο και συμμεριζόμαστε τον πόνο της οικογένειας του Μάτε. Αλλά κάνουμε κι εμείς σημαντική δουλειά εδώ πέρα και δεν έχουμε πολύ περισσότερα να πούμε. Ο Μάτε εργαζόταν εδώ τέσσερα χρόνια, αλλά ούτε κι εμείς γνωρίζαμε πολλά για την ιδιωτική του ζωή και κανένας από εδώ δεν έχει ιδέα για το ποιος μπορεί να τον σκότωσε. Άλλωστε δολοφονήθηκε αφού σταμάτησε να δουλεύει εδώ και μετακόμισε από την πόλη». Ο Πάτρικ έγνεψε. «Καταλαβαίνω. Να μιλήσουμε μόνο με τους υπαλλήλους και μετά θα προσπαθήσουμε να σας αφήσουμε στην ησυχία σας». «Και θα σας χρωστώ ευγνωμοσύνη γι’ αυτό, χωρίς να θέλω να φανώ πολύ αγενής». Η Λέιλα έφυγε, ενώ ο Πάτρικ με τον Γιέστα εγκαταστάθηκαν στην αίθουσα του προσωπικού. Αμέσως μετά εμφανίστηκε ένας ψηλός, μελαχρινός

άντρας, περίπου στα τριάντα πέντε. Ο Πάτρικ τον είχε δει να τον προσπερνά και να χαιρετά βιαστικά σε προηγούμενες επισκέψεις, αλλά δεν είχαν ανταλλάξει πάνω από μερικές λέξεις. «Δούλευες με τον Ματς;» Ο Πάτρικ έγειρε μπροστά, στηρίζοντας τους αγκώνες στα γόνατα και με τις παλάμες του ενωμένες. «Ναι, άρχισα λίγο μετά τον Μάτε, οπότε είχαμε σχεδόν τέσσερα χρόνια μαζί». «Κάνατε καθόλου παρέα εκτός εργασίας;» ρώτησε ο Πάτρικ. Ο Τούμας κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Τα καστανά του μάτια ήταν ήρεμα και απαντούσε χωρίς να το σκέφτεται πολύ. «Όχι, ο Μάτε ήταν πολύ κλειστός τύπος. Ιδέα δεν έχω για τις παρέες του, εκτός βέβαια από τον ανιψιό της Λέιλα. Αλλά και μ’ αυτόν σταμάτησε τις επαφές έπειτα από κάμποσο καιρό». Ο Πάτρικ αναστέναξε μέσα του. Ήταν το ίδιο πράγμα που έλεγαν όλοι όσοι είχαν γνωρίσει από κοντά τον Ματς. «Ήξερες αν είχε καθόλου προβλήματα; Προσωπικά ή εργασιακά;» ρώτησε ο Γιέστα. «Μπα, τίποτα τέτοιο» απάντησε αμέσως ο Τούμας. «Ο Μάτε ήταν –πώς να το πω;– πάντα… ο Μάτε. Απίστευτα ήρεμος και σταθερός τύπος, δεν είχε ποτέ του ξεσπάσματα.

Θα το πρόσεχα, αν κάτι δεν πήγαινε καλά». – Κοίταξε τον Πάτρικ κατάματα χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια. «Και πώς χειριζόταν τις διάφορες καταστάσεις που αντιμετωπίζετε εδώ;» «Είναι φυσικό για όλους εμάς που δουλεύουμε εδώ να επηρεαζόμαστε από τη μοίρα των ατόμων με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή. Ταυτόχρονα είναι σημαντικό να κρατάμε κάποια απόσταση, αλλιώς δεν θα αντέχαμε με τίποτα. Ο Μάτε το χειριζόταν πολύ καλά αυτό το θέμα. Ήταν καλοσυνάτος και συμπονετικός, δίχως όμως να εμπλέκεται πάρα πολύ στην κάθε υπόθεση». «Κι εσύ πώς ήρθες εδώ; Έχω ακούσει ότι το Φριστάντ είναι η μόνη οργάνωση αρωγής κακοποιημένων γυναικών που απασχολεί άντρες και η Λέιλα τόνισε ιδιαίτερα πόσο προσεκτικά επιλεγμένοι ήσασταν» είπε ο Πάτρικ. «Ναι, η Λέιλα άκουσε πολλές κακίες για μένα και για τον Μάτε. Ο Μάτε έπιασε δουλειά μέσω του ανιψιού της Λέιλα, ίσως να σου το είπε αυτό. Η μητέρα μου είναι κολλητή της Λέιλα και εγώ γνωρίζω τη Λέιλα από μικρό παιδί. Όταν επέστρεψα στη Σουηδία ύστερα από μια περίοδο που εργαζόμουν ως εθελοντής στην Τανζανία, εκείνη με ρώτησε αν θα ήθελα να πιάσω δουλειά εδώ. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ μου. Αλλά είναι μεγάλη η ευθύνη. Αν κάνω κάποιο

λάθος εδώ, εκείνοι που διαφωνούν με την απασχόληση αντρών στις οργανώσεις αρωγής κακοποιημένων γυναικών θα βρουν αμέσως πάτημα». «Είχε ο Ματς ιδιαίτερες επαφές με κάποια;» Ο Πάτρικ περιεργάστηκε το πρόσωπο του Τούμας, για να δει αν κρυβόταν κάτι πίσω από την απάντηση. Αλλά το μόνο που είδε ήταν η ίδια ηρεμία. «Όχι, απαγορεύεται αυστηρά αυτό, και ιδιαίτερα για τον λόγο που μόλις ανέφερα. Πρέπει να έχουμε μόνο επαγγελματική σχέση με τις γυναίκες και τις οικογένειές τους. Είναι ο κανόνας νούμερο ένα». «Και τον τηρούσε αυτό τον κανόνα ο Ματς;» ρώτησε ο Γιέστα. «Όλοι το κάνουμε» είπε ο Τούμας με ελαφρώς προσβεβλημένο ύφος. «Μια οργάνωση σαν κι αυτή εδώ επιβιώνει και στηρίζεται πολύ στην καλή της φήμη. Το παραμικρό στραβοπάτημα μπορεί να είναι καταστροφικό και μπορεί, για παράδειγμα, να κάνει την Πρόνοια να σταματήσει να συνεργάζεται μαζί μας. Κάτι που τελικά πλήττει αυτές τις οποίες θέλουμε να βοηθήσουμε. Και όπως σου εξήγησα, ως άντρες έχουμε πολύ μεγαλύτερη ευθύνη». Ο τόνος του είχε αρχίσει να γίνεται αυστηρός. «Είμαστε υποχρεωμένοι να τα ρωτάμε αυτά» είπε ο Πάτρικ κατευναστικά.

Ο Τούμας έγνεψε καταφατικά. «Ναι, ξέρω. Συγγνώμη, αν ακούγομαι ταραγμένος. Απλώς είναι τόσο σημαντικό να μην πέφτει καμία σκιά πάνω μας και ξέρω ότι η Λέιλα είναι πολύ ανήσυχη για τις επιπτώσεις που αυτό μπορεί να έχει στην οργάνωσή μας. Αργά ή γρήγορα κάποιος θ’ αρχίσει να σκέφτεται πως δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά και μετά όλα θα καταρρεύσουν. Ρίσκαρε πολλά πράγματα για να κρατήσει ενεργό το Φριστάντ και να διευθύνει την οργάνωση μ’ έναν νέο τρόπο». «Όλα αυτά τα καταλαβαίνουμε. Αλλά πρέπει επίσης να κάνουμε κάποιες δυσάρεστες ερωτήσεις. Όπως αυτή εδώ που ακολουθεί». Ο Πάτρικ πήρε μιαν ανάσα. «Πρόσεξες ποτέ σου αν ο Ματς έκανε χρήση ή διακίνηση ναρκωτικών;» «Ναρκωτικών;» Ο Τούμας τον κάρφωσε με το βλέμμα του. «Ναι, διάβασα τις εφημερίδες το πρωί. Αναστατωθήκαμε πολύ με τις μαλακίες που γράφουν. Είναι εντελώς τρελά πράγματα. Η σκέψη ότι ο Μάτε θα μπορούσε να ήταν μπλεγμένος με κάτι τέτοια είναι από μόνη της παράλογη». «Έχεις ακουστά τους ΙΕ;» Ο Πάτρικ πίεσε τον εαυτό του να συνεχίσει, έστω κι αν ένιωθε, όλο και περισσότερο, πως έξυνε ανοιχτές πληγές. «Εννοείς τους Illegal Eagles; Ναι, δυστυχώς, ξέρω ποιοι είναι».

«Έχουμε έναν μάρτυρα που υποστηρίζει ότι κάποια μέλη αυτής της συμμορίας ήταν που φρόντισαν να καταλήξει στο νοσοκομείο ο Ματς. Δεν ήταν μια ομάδα νεαρών, όπως ισχυρίστηκε ο Ματς». «Και ήταν οι Παράνομοι Αετοί δηλαδή;» «Αυτές είναι οι πληροφορίες που έχουμε» είπε ο Γιέστα. «Είχατε ποτέ πάρε δώσε με δαύτους;» Ο Τούμας ανασήκωσε τους ώμους του. «Μερικές φορές κάποιες από τις γυναίκες τους πέρασαν από εδώ. Όχι όμως πως είχαμε περισσότερα προβλήματα με αυτούς απ’ ό,τι είχαμε με άλλους ηλίθιους γκόμενους ή συζύγους». «Και ο Ματς δεν ήταν ποτέ πρόσωπο επαφής για κάποια από τις γυναίκες;» «Όχι, απ’ ό,τι ξέρω. Ο ξυλοδαρμός του πρέπει να ήταν καθαρά μια περίπτωση απρόκλητης βίας. Έτυχε δηλαδή να είναι στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή». «Ναι, αυτό ισχυρίστηκε και ο ίδιος άλλωστε. Στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή». Ο Πάτρικ άκουσε πόση δυσπιστία έκρυβαν τα λόγια του. Ο Τούμας έπρεπε να ξέρει ότι οι εγκληματικές συμμορίες αυτού του είδους δεν ασχολούνταν με το να δέρνουν τυχαία ανθρώπους στον δρόμο. Γιατί ήθελε να τους πείσει για το αντίθετο;

«Λοιπόν, αυτά προς το παρόν. Έχεις κάποιον αριθμό τηλεφώνου όπου μπορούμε να σε βρίσκουμε, αν έχουμε άλλες ερωτήσεις; Για να μην τρέχουμε συνέχεια εδώ πέρα» είπε ο Πάτρικ μ’ ένα στραβό χαμόγελο. «Απολύτως». Ο Τούμας έγραψε βιαστικά έναν αριθμό τηλεφώνου σ’ ένα χαρτί και τους το έδωσε. «Θέλατε να μιλήσετε και με τη Μαρί;» «Ναι, ευχαρίστως». Όσο περίμεναν, το κουβέντιασαν λίγο μεταξύ τους. Ο Γιέστα φαινόταν να έχει πιστέψει όλα όσα τους είπε ο Τούμας και τον έκρινε ως απολύτως ειλικρινή, αλλά ο Πάτρικ δίσταζε να κάνει το ίδιο. Βέβαια είχε φανεί έντιμος και ειλικρινής και είχε απαντήσει στις ερωτήσεις τους σταθερά και χωρίς δισταγμούς. Ωστόσο ο Πάτρικ είχε αντιληφθεί πως υπήρξαν κάποιες στιγμές δισταγμού, αλλά ήταν περισσότερο μια αίσθηση παρά μια πραγματική παρατήρηση. «Γεια σας». Μια νέα γυναίκα μπήκε μέσα στην αίθουσα και τους έσφιξε το χέρι. Οι παλάμες της ήταν λίγο κρύες και ιδρωμένες και είχε κοκκινάδες χαμηλά στον λαιμό. Σε αντίθεση με τον Τούμας, ήταν φανερά νευρική. «Πόσον καιρό δουλεύεις εδώ;» άρχισε ο Πάτρικ. Η Μαρί ίσιωσε τη φούστα της. Ήταν χαριτωμένη μ’ έναν

κουκλίστικο τρόπο. Μικρή μύτη ελαφρώς ανασηκωμένη, μακριά ξανθά μαλλιά που έπεφταν συνεχώς στο πρόσωπό της, πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς και γαλανά μάτια. Ο Πάτρικ την έκανε γύρω στα είκοσι πέντε, αλλά δεν ήταν εντελώς σίγουρος. Με τα χρόνια είχε αρχίσει να δυσκολεύεται να υπολογίζει πόσων ετών ήταν οι νεότεροί του. Ίσως να επρόκειτο για ένα μέτρο αυτοσυντήρησης, για να συνεχίζει κανείς να πιστεύει ότι ήταν και ο ίδιος είκοσι πέντε. «Άρχισα εδώ πριν από έναν χρόνο και κάτι». Οι κοκκινάδες στον λαιμό γίνονταν εντονότερες και ο Πάτρικ πρόσεξε ότι η κοπέλα ξεροκατάπινε τακτικά και με φανερή δυσκολία. «Σου αρέσει η δουλειά;» Ήθελε να την κάνει να χαλαρώσει, να μην είναι τόσο επιφυλακτική. Ο Γιέστα φαινόταν να έχει αφήσει εντελώς το τιμόνι στον Πάτρικ, καθόταν γερμένος στην καρέκλα του και άκουγε. «Ναι, πολύ. Μαθαίνεις πολλά δουλεύοντας εδώ. Ναι, είναι δύσκολη δουλειά, αλλά σου προσφέρει πολλά, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Έχανε τις λέξεις, σκόνταφτε στις φράσεις και είχε γενικώς μια δυσκολία να διατυπώσει αυτά που ήθελε να πει. «Πώς σου φαινόταν ο Ματς ως συνεργάτης;» «Ο Μάτε ήταν πολύ γλυκός. Άρεσε σε όλους. Και σ’ εμάς

που δουλεύαμε εδώ και στις γυναίκες που ζητούσαν βοήθεια. Ένιωθαν ασφαλείς μαζί του». «Δεσμεύτηκε ποτέ κάπως περισσότερο με κάποια από τις γυναίκες ο Ματς;» «Όχι, όχι, αυτός είναι ο πρώτος κανόνας μας εδώ, να μη δεσμεύεσαι προσωπικά». Η Μαρί κουνούσε τόσο δυνατά το κεφάλι, ώστε τα ξανθά μαλλιά της τινάζονταν δεξιά κι αριστερά. Ο Πάτρικ λοξοκοίταξε τον Γιέστα, για να δει αν κι εκείνος καταλάβαινε ότι αυτό εδώ ήταν ένα καυτό θέμα. Αλλά η έκφραση στο πρόσωπο του Γιέστα είχε γίνει ξαφνικά πολύ ψυχρή. Ο Πάτρικ τον κοίταξε πάλι. Μα τι διάβολο είχε πάθει κι ετούτος τώρα; «Ξέρεις… πρέπει… Μπορούμε να πούμε δυο κουβέντες; Μόνο εμείς οι δύο;» Τράβηξε τον Πάτρικ από το μανίκι. «Μας συγχωρείς για λίγο» έκανε ο Πάτρικ και η Μαρί φάνηκε ανακουφισμένη από τη διακοπή. «Μα τι συμβαίνει μ’ εσένα; Και μάλιστα τη στιγμή που ήμασταν έτοιμοι να καταλήξουμε σε κάτι σημαντικό!» έκανε θυμωμένος ο Πάτρικ όταν βγήκαν στον διάδρομο. Ο Γιέστα κοίταζε κάτω, προς τα παπούτσια του. Αφού ξερόβηξε κάνα δυο φορές, κοίταξε τον Πάτρικ τρομαγμένος.

«Νομίζω ότι έκανα κάτι πολύ ανόητο».

Φιελμπάκα 1871

Ήταν

η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής της. Μόλις η βάρκα με τον Καρλ και τον Γιούλιαν έφυγε από το λιμάνι της Φιελμπάκα, κατάλαβε τι είχε κάνει στη ζωή της το Γκρόχουερ. Τώρα ήταν λες και μπορούσε να ανασάνει για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό. Η Ντάγκμαρ την κακομάθαινε. Η Έμελι ένιωθε αμηχανία καμιά φορά για το πόσο χαϊδεμένη την είχε η Ντάγκμαρ και πόσο λίγα την άφηνε να κάνει. Προσπαθούσε να βοηθάει με το καθάρισμα, το σκούπισμα, το πλύσιμο των πιάτων και το μαγείρεμα, επειδή ήθελε να φαίνεται χρήσιμη και να μην είναι βάρος. Ωστόσο η Ντάγκμαρ την έδιωχνε και της έλεγε να πάει να ξεκουραστεί και στο τέλος η Έμελι αναγκαζόταν να υποκύπτει σε μια θέληση ισχυρότερη από τη δική της. Και βέβαια ήταν υπέροχο να ξεκουράζεται, αυτό όφειλε να το

ομολογήσει. Η μέση και οι αρθρώσεις της την πονούσαν, το παιδί κλοτσούσε συνεχώς μέσα στην κοιλιά της. Η κούραση ήταν αυτό που την έφθειρε περισσότερο. Μπορούσε να κοιμάται δώδεκα ώρες κάθε νύχτα και μετά να παίρνει και το μεσημέρι έναν υπνάκο, δίχως ωστόσο να νιώθει ξεκούραστη τις ώρες που ήταν ξύπνια. Ήταν υπέροχο να έχει κάποιον που τη φρόντιζε. Η Ντάγκμαρ έβραζε τσάγια και περίεργα αφεψήματα που θα της έδιναν περισσότερη δύναμη, την ανάγκαζε να τρώει τα πιο περίεργα πράγματα για να τονώνει τον οργανισμό της. Αυτά πάντως δεν βοηθούσαν και πολύ, η κούραση υπήρχε ακόμη, αλλά φρόντιζε να δείχνει στην Ντάγκμαρ ότι της ήταν πολύ χρήσιμη. Έτσι η Έμελι έτρωγε και έπινε όλα όσα της πρόσφερε η Ντάγκμαρ. Τα καλύτερα ήταν τα βράδια τους. Κάθονταν οι δυο τους στο σαλόνι και μιλούσαν ενώ έπλεκαν μάλλινα, έπλεκαν με βελονάκι και έραβαν ρούχα για το μωράκι. Η Έμελι δεν ήταν τόσο καλή σε αυτά πριν μείνει στης Ντάγκμαρ. Γιατί μια υπηρέτρια σε αγρόκτημα άλλες δουλειές μάθαινε να κάνει. Αλλά η Ντάγκμαρ ήταν καλή στην κλωστή και στη βελόνα και της έμαθε όσα ήξερε. Έτσι μεγάλωναν οι σωροί με τα μωρουδιακά και με τις κουβέρτες. Έβλεπες εκεί όμορφα σκουφάκια, μικρές πουκαμίσες, κάλτσες και όλα όσα μπορούσε να χρειαστεί ένα μωρό στην αρχή. Το ομορφότερο

απ’ όλα ήταν το παπλωματάκι, από διάφορα κομμάτια πανιών που τα έραβαν μεταξύ τους, με το οποίο ασχολούνταν και οι δύο κάθε βράδυ. Σε κάθε κομμάτι πανιού κεντούσαν ό,τι τους περνούσε από το μυαλό. Το αγαπημένο μοτίβο της Έμελι ήταν η δεντρομολόχα πάνω σε κάθε τετράγωνο του παπλώματος. Μόλις τα έβλεπε, ένιωθε αμέσως ένα τσίμπημα στην καρδιά. Γιατί όσο περίεργο κι αν φαινόταν, της έλειπε καμιά φορά το Γκρόχουερ. Όχι ο Καρλ και ο Γιούλιαν, αυτοί δεν της έλειπαν καθόλου, αλλά το νησί είχε γίνει με κάποιον τρόπο κομμάτι του εαυτού της. Ένα βράδυ προσπάθησε να μιλήσει με την Ντάγκμαρ για το νησί, για εκείνη την ιδιαιτερότητα που υπήρχε εκεί και το γιατί δεν είχε νιώσει ποτέ της μόνη. Αλλά αυτή ήταν η μοναδική φορά που δεν μπόρεσαν να μιλήσουν κανονικά και ελεύθερα αυτή και η Ντάγκμαρ. Η Έμελι είδε την Ντάγκμαρ να σφίγγει τα χείλη της και να αποστρέφει το πρόσωπό της μ’ έναν τρόπο που την έκανε να καταλάβει ότι δεν ήθελε ν’ ακούσει περισσότερα. Ίσως και να μην ήταν τόσο περίεργο. Και της ίδιας της φαινόταν περίεργο όταν προσπαθούσε να το περιγράψει, παρόλο που της φαινόταν τόσο φυσικό και αυτονόητο όταν ήταν εκεί πέρα στο νησί. Όταν ήταν ανάμεσά τους. Υπήρχε επίσης άλλο ένα θέμα για το οποίο δεν μιλούσαν. Η

Έμελι είχε προσπαθήσει να κάνει ερωτήσεις για τον Καρλ, για τον πατέρα του και για το πώς είχε μεγαλώσει. Αλλά και τότε είχε αντικρίσει την ίδια άτεγκτη και αυστηρή έκφραση στο πρόσωπο της Ντάγκμαρ. Το μόνο που της είχε πει ήταν ότι ο πατέρας του Καρλ πάντα απαιτούσε πολλά από τους γιους του και ότι ένιωθε απογοητευμένος από τον Καρλ. Δεν ήξερε λεπτομέρειες, είχε πει, και δεν ήθελε να μιλά για πράγματα για τα οποία στην πραγματικότητα δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Έτσι η Έμελι παράτησε και αυτή τη συζήτηση. Αρκούνταν στο να αφήνει την ηρεμία στο σπιτικό της Ντάγκμαρ να την αγκαλιάζει και να κάθεται τα βράδια πλέκοντας καλτσάκια για το μωρό, του οποίου η άφιξη πλησίαζε όλο και περισσότερο. Το Γκρόχουερ και ο Καρλ μπορούσαν να περιμένουν. Ανήκαν σ’ έναν άλλο κόσμο, σ’ έναν άλλο χρόνο. Αυτή τη στιγμή υπήρχαν μόνο δύο πράγματα: ο ήχος από τις βελόνες πλεξίματος και το λευκό νήμα το οποίο έλαμπε στο ημίφως που διαχεόταν από τις λάμπες πετρελαίου. Η ζωή στο νησί θα γινόταν οσονούπω η πραγματικότητά της. Τούτο εδώ ήταν απλώς ένα σύντομο όνειρο.

«Πώς τη βρήκατε;» Η Πάουλα έπιασε το απλωμένο χέρι του Πέτερ και ανέβηκε στο σκάφος της ακτοφυλακής. «Πήραμε μια κλήση για μια βάρκα προσαραγμένη σ’ έναν όρμο πιο πέρα». «Και πώς δεν έτυχε να τη βρείτε νωρίτερα; Δεν την ψάχνατε;» έκανε ο Μάρτιν. Κοίταζε ενθουσιασμένος γύρω του στο σκάφος. Μπορούσε να πιάσει τους τριάντα κόμβους αυτό το σκάφος, το ήξερε. Ίσως να έπειθε τον Πέτερ να το γκαζώσει λίγο όταν θα έβγαιναν πιο ανοιχτά. «Υπάρχουν ένα σωρό όρμοι εδώ έξω στο αρχιπέλαγος» είπε ο Πέτερ και οδήγησε το σκάφος μακριά από την αποβάθρα. «Από καθαρή τύχη βρίσκεις οτιδήποτε». «Και είστε σίγουροι ότι πρόκειται για το σωστό σκάφος;» «Την ξέρω τη βάρκα του Γκούναρ». «Και πώς θα τη φέρουμε πίσω;» Η Πάουλα κοιτούσε έξω από το τζάμι. Ελάχιστο χρόνο

από τη ζωή της είχε περάσει στη θάλασσα. Ήταν απίστευτα όμορφη. Γύρισε το βλέμμα της και κοίταξε τη Φιελμπάκα, που την είχαν αφήσει πίσω τους και απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. «Θα τη ρυμουλκήσουμε. Σκέφτηκα να την πάρω την πρώτη φορά που βγήκαμε έξω και είδα ότι ήταν η σωστή βάρκα. Έπειτα όμως σκέφτηκα ότι ίσως θέλατε να κάνετε επιτόπια έρευνα». «Δεν είναι και πολλά αυτά που θα βρούμε εκεί» είπε ο Μάρτιν. «Αλλά δεν μας πειράζει που βγήκαμε στο πέλαγο για λίγο». Λοξοκοίταξε τον λεβιέ του γκαζιού, αλλά δεν τολμούσε να το ζητήσει. Υπήρχαν κι άλλα σκάφη τώρα γύρω τους και ίσως ήταν ανόητο να γκαζώσουν, έστω κι αν το ήθελε πολύ. «Μπορείς να έρθεις μαζί μας άλλη φορά, όταν θα πάμε πιο μακριά, για ν’ απολαύσεις και την ιπποδύναμη» είπε ο Πέτερ χαμογελώντας, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του Μάρτιν. «Πολύ ευχαρίστως!» Το ασπρουλιάρικο πρόσωπο του Μάρτιν φωτίστηκε και η Πάουλα κούνησε το κεφάλι της. Οι άντρες και τα παιχνιδάκια τους! «Εδώ» έκανε ο Πέτερ και έστρεψε το σκάφος δεξιά. Όντως. Σε μια μικρή σχισμή βράχων ήταν μια ξύλινη

βάρκα σφηνωμένη. Δεν είχε ζημιές, αλλά φαινόταν να έχει σφηνώσει για καλά. «Η βάρκα του Γκούναρ είναι, είμαι σίγουρος» είπε ο Πέτερ. «Ποιος θα κάνει το ρεσάλτο;» Ο Μάρτιν κοίταξε την Πάουλα, που καμωνόταν πως δεν είχε καταλάβει καν την ερώτηση. Άλλωστε αυτή ήταν ένα παιδί της πόλης, από τη Στοκχόλμη. Το να πηδάει από σκάφος σε γλιστερά βράχια ήταν κάτι που το άφηνε ευχαρίστως για τον Μάρτιν. Εκείνος σκαρφάλωσε στην πλώρη, άρπαξε το σκοινί και περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Ο Πέτερ έσβησε τη μηχανή και βοήθησε έπειτα την Πάουλα να κατέβει από το σκάφος. Εκείνη λίγο έλειψε να γλιστρήσει σε μερικά πράσινα φύκια, αλλά κατάφερε ευτυχώς να ανακτήσει την ισορροπία της. Ο Μάρτιν θα την πείραζε για πάντα, αν έπεφτε στο νερό. Περπάτησαν προσεκτικά μέχρι τη βάρκα. Ακόμα και από κοντά φαινόταν εντελώς άθικτη. «Πώς στον διάβολο κατέληξε εδώ;» είπε ο Μάρτιν ξύνοντας το κεφάλι του. «Φαίνεται πως παρασύρθηκε ως εδώ» είπε ο Πέτερ. «Μπορεί να παρασύρθηκε ως εδώ από το λιμάνι;» ρώτησε η Πάουλα, αλλά συνειδητοποίησε, αμέσως μόλις είδε την έκφραση του Πέτερ, ότι η ερώτησή της ήταν εντελώς ανόητη.

«Όχι» έκανε εκείνος κοφτά. «Είναι από τη Στοκχόλμη» του εξήγησε ο Μάρτιν και η Πάουλα τον αγριοκοίταξε. «Και η Στοκχόλμη έχει αρχιπέλαγος». Ο Μάρτιν και ο Πέτερ σήκωσαν και οι δύο το φρύδι. «Ένα πλημμυρισμένο δάσος» είπαν με μια φωνή. «Τι κάθομαι και σας ακούω...» Η Πάουλα έκανε τον γύρο της βάρκας. Ορισμένες φορές οι κάτοικοι της δυτικής ακτής ήταν τόσο απελπιστικά στενόμυαλοι. Αν άκουγε άλλη μία φορά να της λέει κάποιος το αμίμητο «Ααα, είσαι λοιπόν από τα οπίσθια της Σουηδίας», θα τον κοπανούσε ανελέητα. Ο Πέτερ πήδηξε πάλι πάνω στο Μιν Λούις και ο Μάρτιν έδεσε με έμπειρα χέρια ένα σκοινί στη βάρκα. Έπειτα έκανε νόημα στην Πάουλα να πλησιάσει. «Έλα εδώ και σπρώξε» είπε εκείνος και άρχισε να σπρώχνει τη βάρκα, για να βγει από τη σχισμή. Η Πάουλα σκαρφάλωσε προσεκτικά στα γλιστερά βράχια, για να βοηθήσει. Έπειτα από μεγάλη προσπάθεια κατάφεραν τελικά να την ξεσφηνώσουν και η βάρκα γλίστρησε με χάρη στο νερό. «Έτσι λοιπόν» είπε η Πάουλα και πήγε προς το σκάφος της ακτοφυλακής. Ξαφνικά αισθάνθηκε το πόδι της να μην πατάει σε

έδαφος, να βουλιάζει και την ίδια να γίνεται μούσκεμα. Γαμώτο! Οι συνάδελφοι θα γελούσαν πολύ καιρό με το πάθημά της.

Τώρα ήταν μονίμως μαζί της. Κατά κάποιον τρόπο αυτό της πρόσφερε σιγουριά, ακόμα κι αν εκείνη τους έβλεπε σπάνια και μόνο με την άκρη του ματιού. Μερικές φορές πίστευε ότι το αγόρι έμοιαζε λίγο με τον Σαμ, με σγουρά μαλλιά και σκανταλιάρικη ματιά. Αλλά εκείνο ήταν ξανθό και ο Σαμ μελαχρινός. Επίσης εκείνο παρακολουθούσε συνεχώς τη μητέρα του με το βλέμμα. Η Νάταλι περισσότερο την αισθανόταν παρά την έβλεπε. Και αυτά που άκουγε ήταν η φούστα που σερνόταν στο πάτωμα, οι σύντομες παραινέσεις στο παιδί, οι προειδοποιήσεις όταν έβλεπε κάτι που μπορούσε να σημαίνει κίνδυνο. Ήταν λίγο υπερπροστατευτική μητέρα, ακριβώς όπως εκείνη. Η γυναίκα είχε προσπαθήσει να της μιλήσει μερικές φορές. Ήταν κάτι που ήθελε να της πει, αλλά η Νάταλι δεν ήθελε να το ακούσει. Το αγόρι της ήθελε να είναι μέσα στον Σαμ. Μερικές φορές ακουγόταν σαν ο Σαμ να του απαντούσε, ότι του μιλούσε, αλλά δεν ήταν σίγουρη. Δεν τολμούσε να πάει εκεί

και να αφουγκραστεί, γιατί δεν ήθελε να ενοχλήσει, αν ήταν έτσι τα πράγματα. Ωστόσο αυτό της έδινε ελπίδα. Κάποια στιγμή ο Σαμ θα μιλούσε και μαζί της. Ακόμα κι αν η ίδια σήμαινε ασφάλεια για τον Σαμ, καταλάβαινε πως ο Σαμ έπρεπε να την είχε συνδέσει με όσα απαίσια είχε ζήσει στη ζωή του. Ξαφνικά ένιωσε να κρυώνει, παρόλο που έκανε ζέστη στο σπίτι. Τι θα γινόταν, αν δεν ήταν ούτε εδώ ασφαλείς; Ίσως κάποια μέρα να έβλεπαν μια βάρκα να σιμώνει, όπως το φοβόταν εξαρχής. Μια βάρκα γεμάτη από το ίδιο κακό που είχαν προσπαθήσει ν’ αφήσουν πίσω τους. Ναι, βέβαια, ακούγονταν φωνές από το δωμάτιο όπου ήταν ξαπλωμένος ο Σαμ. Ο φόβος εξαφανίστηκε με την ίδια σπουδή που είχε εμφανιστεί. Το μικρό ξανθό αγόρι μιλούσε με τον Σαμ και ο Σαμ φαινόταν να του απαντά. Η καρδιά φτεροκόπησε στο στήθος της από ευτυχία. Ήταν τόσο δύσκολο να ξέρεις ποιο ήταν το σωστό. Μόνο το ένστικτό της μπορούσε να ακολουθήσει, αυτό που βασιζόταν στην αγάπη της για τον Σαμ και που συνέχιζε να της λέει να δώσει κι άλλο χρόνο στον γιο της. Να τον αφήσει να γιατρευτεί εδώ με την ησυχία του. Δεν θα ερχόταν καμία βάρκα. Το έλεγε και το ξανάλεγε στον εαυτό της σαν μια ιερή επωδό, ένα μάντρα, εκεί που καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και κοιτούσε έξω από το

παράθυρο. Δεν θα ερχόταν καμία βάρκα. Ο Σαμ μιλούσε και αυτό πρέπει να σήμαινε πως ήταν έτοιμος να γυρίσει κοντά της. Η φωνή του μικρού παιδιού ακούστηκε ξανά. Εκείνη χαμογέλασε. Χαιρόταν που ο Σαμ είχε αποκτήσει έναν φίλο.

Ο Πάτρικ κοίταζε τον Γιέστα, που είχε αρχίσει να ψάχνει στις τσέπες του τζάκετ του. «Μήπως έχεις την καλοσύνη να μου εξηγήσεις κι εμένα τι ακριβώς συμβαίνει;» Έπειτα από λίγο ψάξιμο ακόμα, φάνηκε πως ο Γιέστα βρήκε αυτό που ήθελε και το έδωσε στον Πάτρικ. «Τι είναι αυτό εδώ; Ή σωστότερα, ποια είναι αυτή εδώ;» ρώτησε κοιτώντας τη φωτογραφία που κρατούσε στο χέρι. «Δεν ξέρω ακριβώς. Αλλά τη βρήκα στο σπίτι του Σβερίν». «Πού;» Ο Γιέστα ξεροκατάπιε. «Στο υπνοδωμάτιό του». «Μπορείς να μου εξηγήσεις πώς γίνεται να βρίσκεται στο δικό σου τζάκετ;» «Σκέφτηκα ότι μπορεί να μας ενδιέφερε και την πήρα μαζί μου. Αλλά την ξέχασα» έκανε πειθήνια ο Γιέστα. «Την ξέχασες;» Ο Πάτρικ ήταν σε τέτοιο σημείο

εξοργισμένος, που του φάνηκε πως όλα μαύρισαν γύρω του. «Πώς μπορείς να ξεχάσεις κάτι τέτοιο; Το μόνο που συζητάμε όλον αυτό τον καιρό είναι πως γνωρίζουμε ελάχιστα για τον Ματς και πως είναι πολύ δύσκολο να βρούμε κάποιους με τους οποίους έκανε παρέα!» Ο Γιέστα φάνηκε να ζαρώνει εκεί που στεκόταν στον διάδρομο. «Ναι, αλλά σου τη δείχνω τώρα. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, έτσι δεν είναι;» Προσπάθησε να χαμογελάσει. «Δεν έχεις ιδέα ποια είναι, έτσι;» έκανε ο Πάτρικ και κοίταξε για πρώτη φορά με προσοχή τη φωτογραφία. «Καμία απολύτως. Αλλά πρέπει να είναι κάποια που σήμαινε πολλά για τον Σβερίν και έκανα απλώς μια σκέψη… το σκέφτηκα όταν εμείς…» – Έγνεψε προς την αίθουσα όπου καθόταν και τους περίμενε η Μαρί. «Ναι, αξίζει μια προσπάθεια. Αλλά δεν τελειώσαμε με αυτό εδώ, να το ξέρεις». «Το καταλαβαίνω». Ο Γιέστα χαμήλωσε το βλέμμα, αλλά φαινόταν ανακουφισμένος που του είχε δοθεί προσωρινή αναστολή. Μπήκαν ξανά μέσα στην αίθουσα του προσωπικού. Η Μαρί φαινόταν το ίδιο νευρική όπως όταν την είχαν αφήσει. Ο Πάτρικ μπήκε αμέσως στο ψητό.

«Ποια είναι αυτή εδώ;» Άφησε τη φωτογραφία στο τραπέζι, μπροστά στη Μαρί και την είδε που γούρλωσε τα μάτια της. «Η Μαντελέν» είπε και έφερε κατατρομαγμένη το χέρι στο στόμα της. «Ποια είναι η Μαντελέν;» Ο Πάτρικ χτύπησε με το δάχτυλο τη φωτογραφία, για να αναγκάσει τη Μαρί να συνεχίσει να κοιτάζει εκεί. Εκείνη δεν απάντησε, αλλά ξεροτριβόταν νευρικά στην καρέκλα. «Εδώ έχουμε έρευνα δολοφονίας και η πληροφορία την οποία έχεις ίσως μας βοηθήσει να βρούμε ποιος σκότωσε τον Ματς. Αυτό θέλεις κι εσύ, νομίζω, έτσι;» Η Μαρί τούς κοίταζε εντελώς δυστυχισμένη. Τα χέρια της έτρεμαν και η φωνή της ήταν ασταθής όταν επιτέλους άρχισε να τους μιλά. Για τη Μαντελέν. Μετά την άφιξη των τεχνικών της Σήμανσης, που θα έκαναν μια γενική εξέταση της βάρκας, η Πάουλα και ο Μάρτιν επέστρεψαν στο τμήμα. Η Πάουλα είχε δανειστεί ένα ζευγάρι τεράστιες γαλότσες κι ένα πορτοκαλί πουλόβερ φλις από τα γραφεία της ακτοφυλακής και τώρα αγριοκοίταζε όσους υποψιαζόταν πως μπορεί να την πείραζαν. Ανέβασε μουτρωμένη τη θερμοκρασία στο αυτοκίνητο. Το νερό ήταν παγωμένο και κρύωνε ακόμη.

Το ραδιόφωνο έπαιζε στη διαπασών και μόλις που ακούστηκε το κουδούνισμα από το κινητό του Μάρτιν. Εκείνος χαμήλωσε την ένταση και απάντησε. «Α, ωραία! Τότε μπορούμε να πάμε εκεί αμέσως; Ναι, επιστρέφουμε, οπότε μπορούμε να σταματήσουμε εκεί καθ’ οδόν». Ολοκλήρωσε τη συνομιλία του και στράφηκε στην Πάουλα. «Η Άνικα ήταν. Ο Λέναρτ έλεγξε όλα τα έγγραφα, οπότε μπορούμε να περάσουμε από εκεί να τα πάρουμε, αν θέλουμε». «Τέλεια» είπε η Πάουλα, με κάπως πιο φωτεινό πρόσωπο τώρα. Ένα τέταρτο αργότερα έστριβαν για τα γραφεία της Έξτρα Φιλμ. Ο Λέναρτ καθόταν κι έτρωγε στο γραφείο του όταν μπήκαν μέσα, αλλά παραμέρισε αμέσως το σάντουιτς και σκούπισε τα χέρια του με μια χαρτοπετσέτα. Έριξε μια απορημένη ματιά στην παράξενη περιβολή της Πάουλα, αλλά επέλεξε –πολύ έξυπνα– να μην τη σχολιάσει. «Α, τι καλά που ήρθατε» είπε. Ο Λέναρτ εξέπεμπε την ίδια ζεστασιά με τη γυναίκα του και η Πάουλα σκέφτηκε ότι η θετή κορούλα τους δεν πρέπει να ήξερε πόσο τυχερή ήταν που την είχε υιοθετήσει αυτό ακριβώς το ζευγάρι. «Τι χαριτωμένη που είναι» είπε και έδειξε τη φωτογραφία της κοπελίτσας που ο Λέναρτ είχε στον πίνακα

ανακοινώσεων του γραφείου του. «Ναι, όντως είναι». Ο Λέναρτ χαμογέλασε πλατιά και έπειτα τους έδειξε τις δύο άδειες καρέκλες μπροστά από το γραφείο του. «Δεν ξέρω αν υπάρχει καν λόγος να σας ζητήσω να καθίσετε. Τα κοίταξα όλα όσο προσεκτικότερα μπορούσα, αλλά δεν έχω πολλά να σας πω. Τα οικονομικά φαίνονται εντάξει, δεν βρήκα τίποτα ύποπτο. Αλλά ούτε ήξερα τι ακριβώς έπρεπε να ψάξω. Ο δήμος έριξε αρκετά λεφτά σε αυτό το έργο, το μόνο σίγουρο, και διαπραγματεύτηκε μάλιστα μερικές τιμολογήσεις που θα πληρωθούν πολύ αργότερα. Αλλά τίποτα δεν μου φάνηκε περίεργο, όσο κι αν το έψαξα». Ο Λέναρτ χάιδεψε το στομάχι του. Ο Μάρτιν κάτι άρχισε να λέει, αλλά ο Λέναρτ συνέχισε: «Τα αδέλφια Μπερκελίν έχουν αναλάβει ένα μέρος του κόστους και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που συμφώνησαν με τον δήμο θα καταβληθεί, σύμφωνα με τα έγγραφα, αυτή τη Δευτέρα. Λυπάμαι, αν δεν σας βοήθησα πολύ». «Μα και βέβαια μας βοήθησες. Είναι, αν μη τι άλλο, ευχάριστο να γνωρίζουμε ότι ο δήμος διαχειρίζεται καλά τα οικονομικά μας». Ο Μάρτιν σηκώθηκε.

«Ναι, μέχρι εδώ φαίνονται όλα καλά. Αλλά όλα εξαρτώνται από το αν θα μπορέσουν να προσελκύσουν επισκέπτες. Αλλιώς θα βγει πολύ ακριβό το έργο για τους δημότες». «Ακούσαμε ότι ήταν καλό πάντως». «Ναι, μου είπε και η Άνικα ότι ήταν πραγματικά επιτυχής η πρώτη επίσκεψη εκεί. Και ότι ο Μέλμπεργ έλαβε μια γερή και ιδιαίτερη περιποίηση». Η Πάουλα και ο Μάρτιν γέλασαν. «Ναι, πολύ θα θέλαμε να ήμασταν από καμιά μεριά και να το βλέπαμε. Οι φήμες κάνουν λόγο για πίλινγκ με στρείδια. Αλλά και μόνο που σκεφτόμαστε τον Μέλμπεργ καλυμμένο από όστρακα είναι ικανοποιητικό» είπε η Πάουλα. «Εν πάση περιπτώσει, αυτό εδώ είναι όλο το υλικό». Ο Λέναρτ τούς έδωσε όλο το πακέτο με τα έγγραφα. «Και όπως είπα, λυπάμαι που δεν έχω περισσότερα να σας πω». «Μα αυτό δεν είναι δικό σου λάθος. Θα ψάξουμε αλλού» είπε η Πάουλα, αλλά η απογοήτευση ήταν φανερή στο πρόσωπό της. Ο ενθουσιασμός για την ανεύρεση της βάρκας δεν είχε κρατήσει πολύ και η πιθανότητα να πρόσφερε κάποια στοιχεία αυτό το εύρημα δεν ήταν μεγάλη. «Θα αφήσω πρώτα εσένα και μετά θα πάω στο σπίτι ν’ αλλάξω» είπε εκείνη καθώς πλησίαζαν στο τμήμα, ρίχνοντας

κι ένα προειδοποιητικό βλέμμα στον Μάρτιν. Εκείνος απλώς έγνεψε, αλλά η Πάουλα ήξερε πως, μόλις ο Μάρτιν έμπαινε στο τμήμα, η ιστορία για την ακούσια βουτιά της θα κυκλοφορούσε αμέσως. Όταν πάρκαρε έξω από το διαμέρισμα, ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες. Ένιωθε ακόμη χάλια, λες και το κρύο νερό είχε περάσει και στο μεδούλι της. Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά την ώρα που έβαζε το κλειδί στην κλειδαριά, αλλά στο τέλος κατάφερε ν’ ανοίξει. «Είναι κανείς μέσα;» φώναξε και περίμενε ν’ ακούσει τη χαρούμενη φωνή της μητέρας της από την κουζίνα. Άκουσε όμως ένα «γεια σου» από την κρεβατοκάμαρα. Ξαφνιασμένη πήγε εκεί. Η Γιοχάνα ήταν συνήθως στη δουλειά τέτοια ώρα. «Γεια σου» έκανε η Πάουλα κι ένιωσε ένα φτερούγισμα στο στομάχι. Κάτι γινόταν, κάτι που την έκανε να μένει ξάγρυπνη τις νύχτες και ν’ ακούει την ανάσα της Γιοχάνα. Παρόλο που η Πάουλα άκουγε και τη Γιοχάνα να είναι ξύπνια, δεν είχε τολμήσει να της μιλήσει, γιατί δεν ήταν σίγουρη πως ήθελε να μάθει τι συνέβαινε. Τώρα η Γιοχάνα καθόταν εκεί, στο κρεβάτι τους, με μια τόσο απελπισμένη έκφραση στο πρόσωπο, που έκανε την Πάουλα να θέλει να φύγει

τρέχοντας από εκεί. Οι σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό της. Από εκεί περνούσαν όλα τα πιθανά σενάρια – και κανένα από αυτά δεν ήταν αυτό που ήθελε. Αλλά τώρα στέκονταν εκεί, η μία απέναντι στην άλλη, σ’ ένα άδειο και σιωπηλό διαμέρισμα, χωρίς εκείνη τη συνηθισμένη φασαρία πίσω από την οποία μπορούσε να κρυφτεί κανείς. Πουθενά σκυλιά να την ακολουθούν καταπόδας. Πουθενά Ρίτα να τραγουδά δυνατά στην κουζίνα και να παίζει με τον Λίο. Πουθενά Μέλμπεργ να βρίζει φωναχτά την τηλεόραση. Μόνο η σιωπή, μόνο οι δυο τους. «Μα τι στο καλό φοράς;» είπε η Γιοχάνα τελικά και κοίταξε την Πάουλα από την κορφή ως τα νύχια. «Γλίστρησα κι έπεσα στο νερό» είπε η Πάουλα και κοίταξε κάτω το άσχημο φλις πουλόβερ που της έφτανε σχεδόν μέχρι τα γόνατα. «Απλώς ήρθα μέχρι εδώ για ν’ αλλάξω». «Άλλαξε πρώτα. Μετά πρέπει να μιλήσουμε. Και δεν γίνεται να συζητήσει κανείς σοβαρά μ’ εσένα όσο είσαι έτσι ντυμένη». Η Γιοχάνα χαμογέλασε στραβά, κάτι που έκανε το στομάχι της Πάουλα να δεθεί κόμπος. Λάτρευε το χαμόγελο της Γιοχάνα, αλλά δεν το έβλεπε συχνά τον τελευταίο καιρό. «Μπορείς να ετοιμάσεις λίγο τσάι όσο θ’ αλλάζω, για να καθίσουμε μετά στην κουζίνα;» Η Γιοχάνα έγνεψε καταφατικά και άφησε την Πάουλα

μόνη στην κρεβατοκάμαρά τους. Με δάχτυλα δύσκαμπτα από το κρύο και τον φόβο, η Πάουλα άλλαξε και φόρεσε τζιν παντελόνι και λευκό κοντομάνικο φανελάκι. Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε στην κουζίνα. Αυτή εδώ ήταν μια συζήτηση που δεν ήθελε να κάνει, αλλά δεν είχε καμία επιλογή. Απλώς έπρεπε να κλείσει τα μάτια και να ριχτεί στο κενό.

Απεχθανόταν να της λέει ψέματα. Εδώ και πολλά χρόνια ήταν το παν γι’ αυτόν και τον τρόμαζε η σκέψη ότι ετοιμαζόταν για πρώτη φορά να θυσιάσει αυτό που είχαν από κοινού. Ο Άντερς ήταν λαχανιασμένος από την προσπάθεια. Η ανηφόρα προς το Μέρχουλτ ήταν απότομη και δύσκολη. Είχε αναγκαστεί να βγει για λίγο, να απομακρυνθεί από τη Βίβιαν. Δεν μπορούσε να βρει άλλη λύση γι’ αυτό. Μερικές φορές το παρελθόν ήταν πολύ κοντά. Μερικές φορές ήταν ακόμη πεντάχρονος και κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι δίπλα στη Βίβιαν, κλείνοντας με τα χέρια τα αυτιά του και νιώθοντας το ασφαλές χέρι της αδελφής του στη ράχη του. Είχαν μάθει πολλά για την επιβίωση εκεί κάτω από το κρεβάτι. Αλλά δεν ήθελε πια να επιβιώνει απλώς, ήθελε να ζει – και δεν ήξερε αν η Βίβιαν τον βοηθούσε ή αν τον

εμπόδιζε. Ένα αυτοκίνητο ερχόταν με ταχύτητα και αναγκάστηκε να πηδήξει στο πλάι, στην άκρη του δρόμου. Το Μπάντις ορθωνόταν πίσω του. Το μεγάλο τους έργο, η τελική λύση. Ο Έρλινγκ ήταν ο καταλύτης, αυτός που το έκανε εφικτό. Ο ανόητος και κακόμοιρος Έρλινγκ που είχε μόλις κάνει πρόταση γάμου στη Βίβιαν. Ο Έρλινγκ είχε τηλεφωνήσει και τον είχε καλέσει σε δείπνο απόψε, για να γιορτάσουν τον αρραβώνα. Αλλά ο Άντερς δεν ήταν σίγουρος ότι ο Έρλινγκ το είχε πει και στη Βίβιαν αυτό. Και το σκέφτηκε αυτό επειδή είχε μάθει πως είχε καλέσει κι εκείνο τον χοντρούλη τον αρχιεπιθεωρητή και τη συμβία του στο δείπνο. Έτσι ο ίδιος είχε αρνηθεί με κάποια πραγματικά ανόητη δικαιολογία. Ο Έρλινγκ και ο Μπέρτιλ Μέλμπεργ ήταν ένας συνδυασμός που δεν προοιωνιζόταν μια ευχάριστη βραδιά. Και υπό αυτές τις συνθήκες τού φαινόταν πολύ παράξενο να γιορτάσει κάτι γενικώς. Τώρα είχε πάρει την κατηφόρα. Στην πραγματικότητα δεν ήξερε προς τα πού πήγαινε και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει οποιονδήποτε δρόμο. Ο Άντερς κλότσησε μια πέτρα, η οποία κύλησε προς την κατηφόρα μέχρι που εξαφανίστηκε σ’ ένα χαντάκι. Έτσι ένιωθε κι αυτός τούτη τη στιγμή. Να κυλάει όλο και γρηγορότερα σ’ έναν κατήφορο και το ερώτημα ήταν σε ποιο χαντάκι θα κατέληγε. Μόνο άσχημα μπορούσε να

τελειώσει, διότι καλές επιλογές δεν υπήρχαν. Είχε μείνει άγρυπνος όλη τη νύχτα και αναζητούσε μια λύση, έναν συμβιβασμό. Αλλά δεν υπήρχε κανένας. Όπως και δεν υπήρχε καμία μέση λύση όταν ήταν κάτω από εκείνο το κρεβάτι και ένιωθαν τον σομιέ στα κεφάλια τους. Στάθηκε ακίνητος στην αποβάθρα, λίγο πριν από εκείνη τη μικρή πέτρινη γέφυρα πάνω από το νερό. Δεν έβλεπε πουθενά τους κύκνους. Συνήθιζαν να χτίζουν τις φωλιές τους ακριβώς δεξιά της γέφυρας, του είχαν πει, και κάθε χρόνο αποκτούσαν τους νεοσσούς τους, οι οποίοι μάλλον ζούσαν μια επικίνδυνη ζωή τόσο κοντά στον δρόμο. Είχε μάθει ότι ο αρσενικός και ο θηλυκός κύκνος περνούσαν μαζί όλη τους τη ζωή. Το ίδιο θα ήθελε κι αυτός να κάνει. Αλλά μέχρι τώρα μόνο την αδελφή του είχε. Όχι ως ερωμένη φυσικά, αλλά ήταν η σύντροφός του, αυτή με την οποία θα περνούσε μαζί τη ζωή του. Τώρα είχαν αλλάξει όλα. Έπρεπε να πάρει μιαν απόφαση, αλλά δεν ήξερε πώς έπρεπε να το κάνει. Γιατί ένιωθε ακόμη τον σομιέ στο κεφάλι και το προστατευτικό χέρι της Βίβιαν τυλιγμένο γύρω του. Και ήξερε ότι εκείνη ήταν πάντα η προστάτιδά του και η καλύτερη φίλη του. Λίγο έλειψε να μην τα καταφέρουν. Το αλκοόλ και οι μυρωδιές υπήρχαν εκεί από τότε που ζούσε ακόμη η μητέρα τους. Αλλά τότε υπήρχαν επίσης μικρές νησίδες αγάπης,

στιγμές από τις οποίες μπορούσαν να γαντζώνονται. Όταν εκείνη επέλεξε τη φυγή, όταν ο Ούλοφ τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα μ’ ένα άδειο κουτί χάπια στο πάτωμα, εξαφανίστηκαν και τα τελευταία απομεινάρια της παιδικής τους ηλικίας. Εκείνος κατηγόρησε αυτόν και την αδελφή του και είχαν τιμωρηθεί σκληρά. Κάθε φορά που περνούσαν εκείνες οι θείτσες της Πρόνοιας, ο Ούλοφ συμμαζευόταν και τις γοήτευε με τα καταγάλανα μάτια του, έδειχνε το σπιτικό του και τη Βίβιαν με τον Άντερς που κοιτούσαν σιωπηλοί το πάτωμα ενώ γύρω τους οι θείτσες χαριεντίζονταν μαζί του. Με κάποιον τρόπο μάθαινε αμέσως πότε θα έρχονταν κι έτσι το διαμέρισμα ήταν πάντα πεντακάθαρο και νοικοκυρεμένο όταν έκαναν τις αυθόρμητες επισκέψεις τους. Αλλά γιατί δεν τους είχε παραδώσει στην Πρόνοια, αφού τους μισούσε τόσο πολύ; Η Βίβιαν κι αυτός είχαν περάσει πολλές ώρες κάνοντας εικασίες για τη νέα μητέρα και τον νέο πατέρα που θα μπορούσαν να έχουν αν ο Ούλοφ τούς άφηνε να φύγουν. Πιθανώς να τους ήθελε κοντά του για να τους βλέπει να υποφέρουν. Αλλά στο τέλος θα κέρδιζαν εκείνοι. Και παρόλο που ήταν νεκρός εδώ και πολλά χρόνια, ο Ούλοφ αποτελούσε την κινητήρια δύναμή τους, αυτόν στον οποίο ήθελαν να δείξουν την επιτυχία τους. Και η επιτυχία αυτή ήταν τώρα εφικτή. Δεν μπορούσαν να τα παρατήσουν και να δώσουν στον Ούλοφ το δικαίωμα να πει αυτό που πάντα

έλεγε: ότι ήταν άχρηστοι και ότι δεν θα γίνονταν ποτέ τους τίποτα. Είδε από μακριά τη φαμίλια των κύκνων να πλησιάζει. Τα μικρά κινούνταν με σκαμπανεβάσματα στην προσπάθεια να ακολουθήσουν τους εντυπωσιακούς γονείς τους. Τα ίδια ήταν χαριτωμένα με το γκρίζο, χνουδάτο φτέρωμά τους και απείχαν ακόμη παρασάγγες από τα πανέμορφα πουλιά που κάποτε θα γίνονταν. Να είχαν, άραγε, αυτός και η Βίβιαν μεγαλώσει και γίνει μεγάλοι και όμορφοι κύκνοι ή ήταν ακόμη μικροί και γκρίζοι που ήλπιζαν να γίνουν κάτι άλλο; Έκανε μεταβολή και άρχισε εκ νέου την ανάβαση προς τον λόφο. Ό,τι κι αν αποφάσιζε, θα έπρεπε να το κάνει σύντομα.

«Ξέρουμε για τη Μαντελέν» είπε ο Πάτρικ και κάθισε απέναντι από τη Λέιλα, δίχως να περιμένει να του το πει εκείνη. «Συγγνώμη;» «Ξέρουμε για τη Μαντελέν» επανέλαβε ο Πάτρικ ήρεμα, ενώ ο Γιέστα είχε καθίσει στην καρέκλα δίπλα του κοιτώντας το πάτωμα. «Α, μάλιστα, τι…» έκανε η Λέιλα και ο Πάτρικ πρόσεξε ένα τικ γύρω από το στόμα της.

«Ισχυρίστηκες ότι συνεργαζόσουν μαζί μας και ότι μας αποκάλυψες όλα όσα γνώριζες. Τώρα καταλάβαμε ότι αυτό δεν ισχύει πραγματικά και ευχαρίστως θα θέλαμε να ακούσουμε κάποια εξήγηση». – Έκανε τον τόνο της φωνής του όσο πιο επίσημο μπορούσε και αυτό φάνηκε να έχει αποτέλεσμα. «Δεν πίστευα…» Η Λέιλα ξεροκατάπιε. «Δεν πίστευα ότι ήταν σχετικό με την υπόθεσή σας». «Πρώτον δεν πιστεύω ότι αυτό είναι αλήθεια και δεύτερον δεν νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που θα το κρίνεις εσύ». Ο Πάτρικ έκανε μια μικρή παύση. «Τι μπορείς να μας πεις για τη Μαντελέν λοιπόν;» Η Λέιλα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Έπειτα σηκώθηκε απότομα και πήγε σε μία από τις βιβλιοθήκες. Έβαλε το χέρι της πίσω από μια σειρά βιβλία κι έβγαλε ένα κλειδί. Κατόπιν έσκυψε κάτω στο γραφείο της και ξεκλείδωσε το τελευταίο συρτάρι. «Εδώ» είπε με σφιγμένα δόντια και έβαλε μπροστά τους έναν φάκελο. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Πάτρικ. Ακόμα και ο Γιέστα έσκυψε μπροστά γεμάτος περιέργεια. «Είναι ο φάκελος της Μαντελέν. Είναι μία από τις γυναίκες που χρειάστηκαν βοήθεια πέρα από αυτή που μπορεί να προσφέρει η κοινωνία».

«Που σημαίνει… τι;» έκανε ο Πάτρικ και άρχισε να ξεφυλλίζει τα περιεχόμενα του φακέλου. «Σημαίνει ότι της δώσαμε βοήθεια πέρα από τα όρια του νόμου». Η Λέιλα τους κοιτούσε βλοσυρή. Η προηγούμενη νευρικότητά της είχε εξαφανιστεί και τώρα έδινε την εντύπωση ότι τους προκαλούσε. «Ορισμένες από τις γυναίκες που έρχονται σ’ εμάς δοκίμασαν τα πάντα. Και κάνουμε κι εμείς τα πάντα. Αλλά τόσο αυτές όσο και τα παιδιά τους απειλούνται από άντρες που δεν προσποιούνται καν ότι ενδιαφέρονται για το τι λένε οι νόμοι της κοινωνίας – και τότε εμείς δεν έχουμε να αντιτάξουμε τίποτα. Δεν έχουμε καμία δυνατότητα να προστατέψουμε αυτές τις γυναίκες και γι’ αυτό τις βοηθάμε να το σκάσουν. Στο εξωτερικό». «Και τι σχέση είχε η Μαντελέν με τον Ματς;» «Δεν το ήξερα τότε, αλλά εκ των υστέρων έμαθα ότι είχαν ερωτική σχέση. Το παλέψαμε πολύ προσπαθώντας να λύσουμε το πρόβλημα της Μαντελέν και των παιδιών της. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου πρέπει να ερωτεύτηκαν, κάτι φυσικά που ήταν ρητά απαγορευμένο. Αλλά όπως είπα, δεν το ήξερα τότε…» Άνοιξε τα χέρια της απολογητικά. «Αλλά όταν το έμαθα, απογοητεύτηκα πάρα πολύ. Ο Μάτε ήξερε πόσο σημαντικό ήταν για μένα να αποδείξω πόσο πολύ απαραίτητοι ήταν οι άντρες σε αυτή τη δραστηριότητα.

Και ο Μάτε ήξερε ότι τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα στο Φριστάντ και ότι πολλοί ήλπιζαν να με δουν ν’ αποτυγχάνω. Δεν κατάλαβα πώς μπόρεσε να προδώσει έτσι την οργάνωση». «Τι συνέβη;» ρώτησε ο Γιέστα παίρνοντας τον φάκελο από τα χέρια του Πάτρικ. Η Λέιλα φαινόταν σαν να μην είχε άλλη δύναμη μέσα της. «Τα πράγματα πήγαν από το κακό στο χειρότερο. Ο άντρας της Μαντελέν την εντόπιζε συνεχώς – αυτή και τα παιδιά. Ειδοποιήσαμε την αστυνομία, αλλά ούτε αυτό βοήθησε την κατάσταση. Στο τέλος η Μαντελέν δεν άντεξε άλλο και καταλάβαμε κι εμείς ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει εντελώς. Αν αυτή και τα παιδιά ήθελαν να μείνουν ζωντανοί, ήταν αναγκασμένοι να φύγουν από τη Σουηδία. Να αφήσουν σπίτι, οικογένεια, φίλους, τα πάντα». «Και πότε πήρατε αυτή την απόφαση;» έκανε ο Πάτρικ. «Η Μαντελέν ήρθε σ’ εμένα αμέσως μετά τον ξυλοδαρμό του Μάτε και μας παρακάλεσε να τη βοηθήσουμε. Άλλωστε κι εμείς είχαμε καταλήξει, λίγο πολύ, στο ίδιο συμπέρασμα». «Ποια ήταν η γνώμη του Ματς;» Η Λέιλα χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν ρωτήθηκε ποτέ. Όλα έγιναν όσο ήταν στο νοσοκομείο. Όταν βγήκε, εκείνη είχε φύγει». «Και τότε έμαθες ότι αυτοί οι δύο είχαν σχέση;»

Ο Γιέστα έβαλε ξανά τον φάκελο στο γραφείο της. «Ναι. Ο Μάτε ήταν απαρηγόρητος. Με ικέτευε και με θερμοπαρακαλούσε να του πω πού είχαν πάει. Αλλά ούτε μπορούσα ούτε μου επιτρεπόταν να του το πω. Γιατί αν κάποιος μάθαινε πού βρίσκονταν, η Μαντελέν και τα παιδιά θα έμπαιναν σε κίνδυνο». «Δεν υποπτευθήκατε ότι μπορεί να υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτό εδώ και στον ξυλοδαρμό του Ματς;» – Ο Πάτρικ είχε ανοίξει τον φάκελο και έδειχνε ένα όνομα που ήταν γραμμένο σε κάποιο έγγραφο. Η Λέιλα έπαιξε λίγο μ’ έναν συνδετήρα πριν απαντήσει. «Φυσικά το σκεφτήκαμε. Θα ήταν περίεργο, αν δεν το κάναμε. Αλλά ο Μάτε υποστήριζε πως δεν ήταν έτσι. Και δεν υπήρχαν πολλά που μπορούσαμε να κάνουμε». «Θα πρέπει να μιλήσουμε μαζί της». «Δεν γίνεται» είπε η Λέιλα βιαστικά και κούνησε έντονα το κεφάλι. «Θα ήταν πολύ επικίνδυνο για εκείνη». «Να είσαι σίγουρη ότι θα πάρουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Αλλά πρέπει να της μιλήσουμε». «Είναι αδύνατον, σου λέω». «Καταλαβαίνω ότι θέλεις να προστατεύσεις τη Μαντελέν και σου υπόσχομαι να μην κάνω τίποτα που μπορεί να την εκθέσει σε κίνδυνο. Είχα ελπίσει ότι θα μπορούσαμε να το

λύσουμε αυτό εδώ με όμορφο τρόπο, ώστε αυτό» –έδειξε τον φάκελο στο γραφείο της– «να μείνει μεταξύ μας. Αν δεν γίνει αυτό, θα πρέπει να λάβουμε όλα τα μέτρα που επιβάλλει ο νόμος». Τα σαγόνια της Λέιλα σφίχτηκαν, αλλά ήξερε ότι δεν είχε καμία επιλογή. Ο Πάτρικ και ο Γιέστα μπορούσαν μ’ ένα τηλεφώνημα να καταστρέψουν όλα όσα προσπαθούσε να φέρει εις πέρας η οργάνωσή της. «Θα δω τι μπορώ να κάνω. Πιθανώς να πάρει λίγο χρόνο. Ίσως και μέχρι αύριο». «Δεν πειράζει. Τηλεφώνησέ μας μόλις μάθεις κάτι». «Εντάξει. Αλλά υπό τον όρο ότι θα χειριστούμε τα πράγματα με τον δικό μου τρόπο. Γιατί εδώ παίζεται η μοίρα πολλών ανθρώπων, όχι μόνο της Μαντελέν και των παιδιών». «Είναι κατανοητό αυτό» είπε ο Πάτρικ. Σηκώθηκαν και βγήκαν, για να πάρουν άλλη μια φορά τον δρόμο για τη Φιελμπάκα.

«Καλώς τους, καλώς τους!» Ο Έρλινγκ στεκόταν στην πόρτα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Ήταν χαρούμενος που ο Μπέρτιλ Μέλμπεργ και η συμβία

του η Ρίτα είχαν μπορέσει να έρθουν και να γιορτάσουν μαζί τους, γιατί συμπαθούσε πραγματικά τον Μέλμπεργ. Η ρεαλιστική του άποψη για τη ζωή ήταν πολύ κοντά στη δική του. Ήταν ένας λογικός άνθρωπος, με άλλα λόγια, ένας με τον οποίο ήθελε να έχει σχέσεις. Έσφιξε ενθουσιασμένος το χέρι του Μέλμπεργ και φίλησε τη Ρίτα και στα δύο μάγουλα, για σιγουριά. Δεν ήταν ακριβώς σίγουρος τι ίσχυε στις νοτιότερες χώρες, αλλά ένα διπλό φιλί δεν μπορούσε να είναι λάθος. Στο χολ εμφανίστηκε η Βίβιαν, τους χαιρέτησε και τους βοήθησε να βγάλουν και να κρεμάσουν τα ρούχα τους. Οι επισκέπτες τους της έδωσαν ένα μπουκέτο λουλούδια και μια μπουκάλα κρασί κι εκείνη τους ευχαρίστησε τόσο όσο επέτρεπαν οι καλοί τρόποι, πήρε τα δώρα και τα πήγε στην κουζίνα. «Περάστε μέσα» είπε ο Έρλινγκ κουνώντας το χέρι του. Ανυπομονούσε, όπως πάντα, να τους δείξει το σπίτι του. Είχε παλέψει σκληρά να κρατήσει το σπίτι αυτό όταν πήρε διαζύγιο, αλλά άξιζε τον κόπο. «Είναι πολύ όμορφα εδώ» είπε η Ρίτα και κοίταξε γύρω της. «Ναι, μια χαρά τα κατάφερες». Ο Μέλμπεργ έριξε ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη του Έρλινγκ. «Δεν μπορώ να παραπονεθώ» είπε ο Έρλινγκ και έδωσε

από ένα ποτήρι κρασί στους επισκέπτες. «Και τι έχει το μενού απόψε;» έκανε ο Μέλμπεργ. Θυμόταν ακόμη το μεσημεριανό στο Μπάντις, κι αν ήταν να φάνε και τώρα σπόρους και ξηρούς καρπούς, θα ήταν αναγκασμένοι να κάνουν μια στάση στην καντίνα με τα χοτ ντογκ γυρνώντας στο σπίτι. «Μην ανησυχείς, Μπέρτιλ». Η Βίβιαν έκλεισε το μάτι στη Ρίτα. «Απόψε έκανα μια εξαίρεση και μαγείρεψα κάτι ιδιαίτερα αμυλούχο για χάρη σου. Αλλά μπορεί να μου έπεσε μέσα κατά τύχη και κάνα λαχανικό». «Τότε θα κάνω μια προσπάθεια να επιβιώσω» είπε ο Μπέρτιλ και γέλασε υπερβολικά εγκάρδια. «Δεν καθόμαστε λοιπόν στο τραπέζι;» Ο Έρλινγκ έβαλε το χέρι του γύρω από τη μέση της Ρίτας και την οδήγησε στη μεγάλη, φωτεινή τραπεζαρία. Η πρώην γυναίκα του είχε καλό γούστο στην εσωτερική διακόσμηση, δεν μπορούσε να το αρνηθεί αυτό. Βέβαια, αυτός είχε πληρώσει για τα πάντα, οπότε μπορούσε να λέει ότι ήταν δικό του έργο, κάτι που έκανε συχνά και ασμένως. Τέλειωσαν στα γρήγορα με το πρώτο πιάτο και το πρόσωπο του Μέλμπεργ έλαμψε όταν είδε ότι ακολουθούσε ένα μεγάλο κομμάτι λαζάνια. Μόνον όταν έφτασαν στο επιδόρπιο και έπειτα από μερικά σκουντήματα του Έρλινγκ

κάτω από το τραπέζι, η Βίβιαν άρχισε πολύ επιδεικτικά να κουνάει το αριστερό της χέρι. «Μα είναι άραγε αυτό που νομίζω ότι είναι;» φώναξε η Ρίτα. Ο Μέλμπεργ μισόκλεισε τα μάτι, για να δει τι ήταν αυτό που είχε προκαλέσει τέτοιον ενθουσιασμό, και διέκρινε κάτι που έλαμπε στον δεξιό παράμεσο της Βίβιαν. «Αρραβωνιαστήκατε;» Ο Μέλμπεργ έπιασε το χέρι της Βίβιαν και κοίταξε προσεκτικότερα το δαχτυλίδι. «Έρλινγκ, παλιομπαγάσα, το άνοιξες για τα καλά το πορτοφόλι σου βλέπω». «Το καλό πράμα κοστίζει. Αλλά είναι γυναίκα που το αξίζει». «Τι όμορφο που είναι» είπε η Ρίτα και χαμογέλασε θερμά. «Τα συγχαρητήριά μου και στους δυο σας». «Ναι, αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε. Δεν έχεις τίποτα δυνατό να μας κεράσεις, για να τσουγκρίσουμε λίγο;» – Ο Μέλμπεργ κοίταξε με αποστροφή το ποτήρι με το Μπέιλις που τους είχε σερβίρει ο Έρλινγκ με το επιδόρπιο. «Ε, από κάπου θα ξετρυπώσω κάνα ουίσκι». Ο Έρλινγκ σηκώθηκε και άνοιξε ένα μεγάλο ντουλάπι όπου είχε τα ποτά. Έβαλε πάνω στο τραπέζι δύο μπουκάλια και μετά έφερε τέσσερα ποτήρια του ουίσκι, που τα τοποθέτησε δίπλα από τα μπουκάλια.

«Αυτό εδώ είναι πραγματικό διαμάντι». Ο Έρλινγκ έδειξε το πρώτο μπουκάλι. «Ένα Μακάλαν εικοσιπεντάρι. Αξίζει μέχρι τελευταίας δεκάρας την τσουχτερή τιμή του, σας πληροφορώ». Έβαλε ουίσκι σε δύο ποτήρια, έσκυψε πάνω από το τραπέζι και τοποθέτησε το ένα μπροστά του και το άλλο μπροστά στη Βίβιαν. Έπειτα έβαλε πάλι το πώμα στο μπουκάλι και μετέφερε προσεκτικά το μπουκάλι με τις πανάκριβες σταγόνες στο μπαρ, όπου και το άφησε. Ο Μέλμπεργ τον κοιτούσε απορημένος. «Κι εμείς;» του ξέφυγε, ενώ η Ρίτα φαινόταν να σκέφτεται το ίδιο, αν και δεν το εξέφρασε φωναχτά. Ο Έρλινγκ στράφηκε ξανά προς το τραπέζι και άνοιξε αδιάφορα το μπουκάλι που είχε απομείνει. Ένα Τζόνι Γουόκερ κόκκινο το οποίο, όπως ήξερε ο Μέλμπεργ, κόστιζε διακόσιες σαράντα εννιά κορόνες στα καταστήματα του κρατικού μονοπωλίου οινοπνευματωδών. «Θα ήταν σαν να πετούσα τα λεφτά μου, αν σας σέρβιρα από το ακριβό ουίσκι. Μάλλον δεν θα το εκτιμούσατε δεόντως». Μ’ ένα χαρούμενο χαμόγελο ο Έρλινγκ έβαλε ουίσκι και έδωσε τα ποτήρια στον Μέλμπεργ και στη Ρίτα. Εκείνοι κοίταξαν σιωπηλοί το ποτό τους και ύστερα το περιεχόμενο

των ποτηριών του Έρλινγκ και της Βίβιαν, που είχε εντελώς διαφορετικό χρώμα. Η Βίβιαν έμοιαζε να θέλει ν’ ανοίξει η γη και να την καταπιεί. «Στην υγειά μας λοιπόν! Και στη δική μας, αγάπη μου!» Ο Έρλινγκ σήκωσε το ποτήρι του και ο Μέλμπεργ με τη Ρίτα έκαναν το ίδιο, άφωνοι ακόμη από την έκπληξη. Λίγο αργότερα ζήτησαν συγγνώμη, σηκώθηκαν κι έφυγαν για το σπίτι τους. Γαμημένε τσιγκούνη, σκέφτηκε ο Μέλμπεργ μόλις μπήκαν στο ταξί. Αυτό ήταν ένα σκληρό χτύπημα σε μια πολλά υποσχόμενη φιλία.

Η αποβάθρα ήταν έρημη όταν κατέβηκαν από το τρένο. Κανένας δεν γνώριζε ότι θα έρχονταν. Η μητέρα της θα πάθαινε σοκ όταν θα τους έβλεπε, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να την ειδοποιήσει. Θα ήταν αρκετά επικίνδυνο και για εκείνη, αν η Μαντελέν τής ζητούσε να κοιμηθεί στο σπίτι της. Πολύ θα ήθελε να είχε αποφύγει τους γονείς της, αλλά δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Σύντομα θα έπρεπε να μιλήσει με κάποιους και να τους εξηγήσει, υποσχέθηκε μάλιστα στον εαυτό της ότι θα πλήρωνε τη Μέτε για τα εισιτήρια. Απεχθανόταν να χρωστάει, αλλά αυτός ήταν ο μόνος τρόπος

για την ίδια και τα παιδιά να επιστρέψουν. Όλα τα άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Δεν τολμούσε να σκεφτεί τι θα συνέβαινε τώρα. Ταυτόχρονα αυτό το αναπόφευκτο την είχε γεμίσει με μια απίστευτη ηρεμία. Ένιωθε, όλως περιέργως, ασφαλής που είχε στριμωχτεί σε μια γωνία, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να πάει κάπου αλλού. Είχε παραιτηθεί και με κάποιον τρόπο ένιωθε υπέροχα. Την είχε κουράσει η μόνιμη φυγή, ο συνεχής αγώνας και δεν φοβόταν πια για τον εαυτό της. Τα παιδιά ήταν τα μόνα που την έκαναν να τρέφει κάποιους δισταγμούς, αλλά η ίδια θα έδινε τα πάντα για να τον κάνει να την καταλάβει και να τη συγχωρήσει. Εκείνος δεν είχε αγγίξει ποτέ τα παιδιά, θα τα κατάφερναν ό,τι κι αν συνέβαινε. Εν πάση περιπτώσει, ήταν αναγκασμένη να πιστεύει ακριβώς αυτό, ήθελε δεν ήθελε. Αλλιώς ήταν χαμένη. Ανέβηκαν στο τραμ 3 από την πλατεία Ντρότνινγκ. Τους ήταν όλα γνώριμα. Τα παιδιά ήταν πολύ κουρασμένα και τα μάτια τους έκλειναν, αλλά κάθισαν ήσυχα με τις μύτες κολλημένες στο τζάμι και κοιτούσαν έξω με περιέργεια. «Εκεί είναι η φυλακή. Η φυλακή δεν είναι, μαμά;» έκανε ο Κέβιν. Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Ναι, ήταν η φυλακή της Χερλάντα που προσπερνούσαν τώρα. Έπειτα έπιασε τον

εαυτό της να απαριθμεί νοερά τις στάσεις: οδός Σουλρούς, οδός Σανατορίου και έπειτα θα κατέβαιναν στο Κόλτορπ. Παρ’ όλα αυτά λίγο έλειψε να χάσουν τη στάση τους, επειδή εκείνη είχε ξεχάσει να πατήσει το κουδούνι. Την τελευταία στιγμή το θυμήθηκε και το τραμ έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε να κατέβουν. Το καλοκαιρινό βράδυ ήταν ακόμη φωτεινό, αλλά μόλις είχαν ανάψει και τα φώτα στους φανοστάτες. Τα περισσότερα παράθυρα των σπιτιών ήταν φωτισμένα κι εκείνη μισόκλεισε τα μάτια και είδε πως ήταν φωτισμένο και το διαμέρισμα των γονιών της. Η καρδιά της χτυπούσε γρηγορότερα όσο πλησίαζε. Θα έβλεπε ξανά τη μητέρα της και τον πατέρα της. Θα ένιωθε τα χέρια τους γύρω της και θα έβλεπε το βλέμμα τους μόλις θα αντίκριζαν τα εγγόνια τους. Τώρα περπατούσε με πολύ ταχύτερο βήμα και τα παιδιά έτρεχαν σκουντουφλώντας να την προλάβουν, ολοπρόθυμα κι αυτά να συναντήσουν τον παππού και τη γιαγιά, τους οποίους είχαν να δουν πολύ καιρό. Στο τέλος στέκονταν έξω από την πόρτα τους. Το χέρι της Μαντελέν έτρεμε όταν ακούμπησε το δάχτυλο στο κουδούνι.

Φιελμπάκα 1871

Ήταν ένα πολύ όμορφο μωρό και ο τοκετός είχε πάει πάρα πολύ καλά. Το είχε πει ακόμα και η μαμή όταν τον έφερε και τον έβαλε πάνω στο στήθος της, τυλιγμένο σε μια μικρή κουβέρτα. Μια εβδομάδα αργότερα υπήρχε ακόμη εκείνη η ευτυχία και ήταν σαν να ενισχυόταν λεπτό το λεπτό. Το ίδιο ευτυχισμένη ήταν και η Ντάγκμαρ. Μόλις η Έμελι χρειαζόταν κάτι, εκείνη βρισκόταν ολοπρόθυμη εκεί και άλλαζε το παιδί με την ίδια έκφραση ευλάβειας που συνήθιζε να έχει τις Κυριακές στην εκκλησία. Ήταν ένα θαύμα που μοιράζονταν τώρα οι δύο γυναίκες. Το μωρό κοιμόταν σ’ ένα μικρό καλαθάκι δίπλα στο κρεβάτι της Έμελι. Μπορούσε να κάθεται με τις ώρες και να το κοιτάζει εκεί που κοιμόταν με το σφιγμένο χεράκι του ακουμπισμένο στο μάγουλο. Όταν τα χειλάκια του κινούνταν,

εκείνη επέλεγε να πιστεύει ότι ήταν χαμόγελο, μια έκφραση χαράς για τη ζωή που του είχε δοθεί. Τα ρούχα και οι κουβέρτες που η ίδια και η Ντάγκμαρ είχαν αφιερώσει πολλές ώρες για να ετοιμάσουν άρχισαν τώρα να χρησιμοποιούνται. Έπρεπε να τα αλλάζουν πολλές φορές την ημέρα, ώστε το παιδί να είναι πάντα καθαρό και χορτάτο. Η Έμελι είχε την αίσθηση ότι η ίδια, η Ντάγκμαρ και το αγοράκι ζούσαν σ’ έναν μικρό κόσμο χωρίς σκοτούρες και προβλήματα. Είχε μάλιστα αποφασίσει κι ένα όνομα. Θα το βάφτιζε Γκούσταβ, σαν τον πατέρα της. Ούτε καν σκέφτηκε να ρωτήσει πρώτα τον Καρλ. Ο Γκούσταβ ήταν δικός της γιος, μόνο δικός της. Ο Καρλ δεν την είχε επισκεφθεί ούτε μία φορά όσον καιρό έμενε με την Ντάγκμαρ. Αλλά ήξερε ότι ο άντρας της ερχόταν στη Φιελμπάκα, μαζί με τον Γιούλιαν, όπως το συνήθιζε. Και παρόλο που ήταν πραγματική ανακούφιση η συνεχής απουσία του, την πείραζε που εκείνος ενδιαφερόταν τόσο λίγο για εκείνη. Που δεν σήμαινε κάτι περισσότερο για εκείνον. Είχε προσπαθήσει να μιλήσει με την Ντάγκμαρ γι’ αυτό, αλλά εκείνη δεν απαντούσε, όπως το ’χε συνήθειο να κάνει κάθε φορά που πήγαιναν να κουβεντιάσουν για τον Καρλ. Και μουρμούριζε ξανά κάτι για το ότι ο Καρλ είχε περάσει πολλά και ότι η ίδια δεν ήθελε να ανακατεύεται σε οικογενειακά θέματα. Κι έτσι η Έμελι τα παράτησε τελικά. Δεν θα

καταλάβαινε ποτέ τον άντρα της και, όπως κι αν είχαν τα πράγματα, έπρεπε να υπομείνει τη μοίρα της. Μέχρι να σας χωρίσει ο θάνατος, είχε πει ο πάστορας κι έτσι έγινε. Αλλά τώρα είχε κάτι παραπάνω, πέρα από τους άλλους που την παρηγορούσαν στη μοναχική της ζωή στο νησί. Τώρα είχε κάτι αληθινό. Τρεις εβδομάδες μετά τη γέννηση του Γκούσταβ ο Καρλ ήρθε να την πάρει. Δεν κοίταξε καν το παιδί. Στάθηκε απλώς ανυπόμονος στην είσοδο και της είπε να ετοιμαστεί, γιατί, μόλις αυτός και ο Γιούλιαν τελείωναν με τα ψώνια, θα έφευγαν για το νησί. Και μαζί τους θα έπαιρναν εκείνη και το παιδί. «Άκουσε μήπως η θεία να λέει τίποτα ο πατέρας για το αγόρι; Του έγραψα, αλλά απάντηση δεν πήρα» είπε ο Καρλ και κοίταξε την Ντάγκμαρ. Ακουγόταν αγχωμένος και ανυπόμονος μαζί, σαν σχολιαρούδι που ήθελε να φαίνεται καλό. Η καρδιά της Έμελι πόνεσε άλλη μια φορά σαν είδε την αβεβαιότητα του Καρλ. Πολύ θα ήθελε να γνώριζε περισσότερα και να μπορούσε να καταλάβει. «Πήρε το γράμμα σου και είναι χαρούμενος και ικανοποιημένος». Η Ντάγκμαρ δίστασε. «Ανησυχούσε πολύ, για να ξέρεις».

Αντάλλαξαν ένα βλέμμα που η Έμελι δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει, εκεί που στεκόταν με τον Γκούσταβ στην αγκαλιά. «Ο πατέρας δεν είχε λόγο ν’ ανησυχεί» είπε θυμωμένος ο Καρλ. «Αυτό να του μηνύσεις». «Θα το κάνω. Αλλά κι εσύ να μου υποσχεθείς ότι θα φροντίζεις την οικογένειά σου». Ο Καρλ χαμήλωσε το βλέμμα του. «Φυσικά και θα το κάνω» είπε και της γύρισε την πλάτη. «Ετοιμαστείτε να φύγουμε σε μία ώρα» είπε απευθυνόμενος στην Έμελι πάνω από τον ώμο του. Εκείνη έγνεψε, αλλά ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό. Σύντομα θα βρισκόταν ξανά στο Γκρόχουερ. Έσφιξε δυνατά τον Γκούσταβ πάνω της.

«Τη

βρήκε τελικά;» ρώτησε ο Γιέστα, ο οποίος φαινόταν ακόμη αγουροξυπνημένος. «Δεν είπε. Απλώς μας παρακάλεσε να περάσουμε από το γραφείο της το συντομότερο δυνατόν». Ο Πάτρικ βλαστήμησε. Είχε κίνηση και ήταν υποχρεωμένος ν’ αλλάζει συνεχώς λωρίδα. Όταν έφτασε στα γραφεία του Φριστάντ στο Χίσινγκεν, βγήκε από το αυτοκίνητο και τράβηξε το πουκάμισό του. Ήταν καταϊδρωμένος. «Ελάτε μέσα» είπε η Λέιλα χαμηλόφωνα όταν τους υποδέχτηκε στην πόρτα. «Ας καθίσουμε εδώ. Είναι πιο άνετα από το γραφείο μου. Έφτιαξα λίγο καφέ και μερικά σάντουιτς, αν δεν έχετε φάει πρωινό». Όντως δεν είχαν προλάβει να φάνε και πήραν ευγνώμονες από ένα στρογγυλό ψωμάκι με σουσάμι και τυρί όταν κάθισαν στην αίθουσα του προσωπικού. «Ελπίζω να μην μπει η Μαρί σε μπελάδες γι’ αυτό εδώ» ξεκίνησε την κουβέντα ο Πάτρικ.

Το είχε ξεχάσει να το αναφέρει στη χτεσινή κουβέντα, αλλά, πριν κοιμηθεί το βράδυ, είχε μείνει για λίγο ξάγρυπνος ανησυχώντας μήπως εκείνη η κακόμοιρη νευρική κοπέλα χάσει τη δουλειά της επειδή του είχε μιλήσει για τη Μαντελέν. «Με τίποτα. Παίρνω πάνω μου όλη την ευθύνη. Εγώ έπρεπε να σας το έχω πει, αλλά έβαλα πάνω απ’ όλα την ασφάλεια της Μαντελέν». «Καταλαβαίνω» είπε ο Πάτρικ. Βέβαια ήταν πολύ θυμωμένος για όλο αυτό το χάσιμο χρόνου που είχε προηγηθεί, αλλά καταλάβαινε γιατί είχε κάνει ό,τι είχε κάνει η Λέιλα. Άλλωστε δεν ήταν από αυτούς που κρατούν κακία. «Τη βρήκατε;» ρώτησε κι έφαγε την τελευταία μπουκιά από το σάντουιτς. Η Λέιλα ξεροκατάπιε. «Καταπώς φαίνεται, τα χάσαμε τα ίχνη της Μαντελέν, δυστυχώς». «Χάσατε τα ίχνη της;» «Ναι, βοηθήσαμε τη Μαντελέν να φύγει στο εξωτερικό. Ίσως να μη χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες, αλλά αυτό γίνεται μ’ έναν τρόπο που εγγυάται απόλυτη ασφάλεια. Εν πάση περιπτώσει, αυτή και τα παιδιά εγκαταστάθηκαν σ’ ένα διαμέρισμα. Και τώρα… τώρα φαίνεται πως το

εγκατέλειψαν». «Το εγκατέλειψαν;» «Ναι, το διαμέρισμα είναι άδειο, σύμφωνα με τους εκεί συνεργάτες μας, και η γειτόνισσα λέει ότι η Μαντελέν και τα παιδιά έφυγαν χτες. Και ότι δεν φαινόταν να έχουν σκοπό να γυρίσουν». «Και πού μπορεί να πήγαν;» «Υποθέτω ότι επέστρεψαν εδώ». «Γιατί υποθέτεις κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Γιέστα. Άπλωσε και πήρε άλλο ένα σάντουιτς. «Δανείστηκε λεφτά από τη γειτόνισσα για εισιτήρια με το τρένο. Και επειδή δεν έχει πού αλλού να πάει». «Ναι, αλλά γιατί να επιστρέψει, αν σκεφτεί κανείς τι την περιμένει εδώ;» – Ο Γιέστα μιλούσε μπουκωμένος και ένα μέρος από τα ψίχουλα έπεφταν στα γόνατά του. «Ιδέα δεν έχω». Η Λέιλα κούνησε το κεφάλι, και είδαν στο πρόσωπό της την απόγνωση. Ήταν φανερό πως ανησυχούσε πολύ. «Πρέπει να καταλάβετε ότι πρόκειται για μια πολύ περίπλοκη ψυχολογική κατάσταση. Αναρωτιέται κανείς γιατί μια γυναίκα δεν φεύγει έπειτα από το πρώτο χτύπημα, αλλά δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Στο τέλος υπάρχει μια σχέση εξάρτησης ανάμεσα στο άτομο που δίνει το χτύπημα και στο άτομο που το δέχεται, και μερικές φορές οι γυναίκες

δεν αντιδρούν ιδιαίτερα λογικά». «Πιστεύεις ότι μπορεί να έχει επιστρέψει στον άντρα της;» έκανε με φανερή δυσπιστία ο Πάτρικ. «Δεν ξέρω. Ίσως να μην άντεχε την απομόνωση και να νοσταλγούσε την οικογένειά της. Ακόμα κι εμείς που δουλεύουμε με τέτοια προβλήματα, εδώ και πολλά χρόνια, δεν καταλαβαίνουμε πάντα πώς σκέφτονται αυτές οι γυναίκες. Ωστόσο μπορούν να παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις για τη ζωή τους. Είναι ελεύθερες να κάνουν τις δικές τους επιλογές». «Τι θα κάνουμε τώρα για να τη βρούμε;» Ο Πάτρικ ένιωθε εντελώς ανίσχυρος. Ό,τι κι αν έκανε, ένιωθε πως μια πόρτα τού έκλεινε κατάμουτρα. Έπρεπε να μιλήσει με τη Μαντελέν. Γιατί η γυναίκα αυτή μπορούσε να ήταν το κλειδί για όλα. Η Λέιλα έμεινε ακίνητη για λίγο. «Εγώ θα άρχιζα από τους γονείς της» είπε μετά. «Μένουν στο Κόλτορπ. Μπορεί να πήγε αποκεί». «Έχεις τη διεύθυνση;» ρώτησε ο Γιέστα. «Την έχω. Αλλά…» Δίστασε λίγο. «Έχετε να κάνετε με πολύ επικίνδυνα άτομα και δεν θα εκθέσετε μόνο τη Μαντελέν και την οικογένειά της σε κίνδυνο, αλλά και τους εαυτούς σας». Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά.

«Θα είμαστε διακριτικοί». «Σκεφτήκατε να μιλήσετε και με αυτόν;» ρώτησε η Λέιλα. «Ναι, αρχίζει να γίνεται αναπόφευκτο. Αλλά πρώτα θα συμβουλευτούμε και τους συναδέλφους εδώ στο Γέτεμποργ για το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος προσέγγισης». «Να προσέχετε». Τους έδωσε ένα σημείωμα με μια διεύθυνση. «Θα προσέχουμε» έκανε ο Πάτρικ, αλλά δεν ένιωθε το ίδιο σίγουρος όσο ήθελε να δείχνει. Ήταν σε βαθιά νερά τώρα και το μόνο που απέμενε ήταν να κολυμπήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν.

«Τίποτε από τις αεροπορικές εταιρείες δηλαδή;» έκανε ο Κόνραντ. «Όχι» είπε η Πέτρα. «Δεν έφυγαν από τη χώρα. Όχι με τα κανονικά τους ονόματα, τουλάχιστον». «Ναι, πάντοτε μπορεί να εξασφαλίσει κάποιος πλαστό δια​βατήριο ή πλαστή ταυτότητα». «Σε μια τέτοια περίπτωση θα πάρει κάμποσο χρόνο μέχρι να τους βρούμε. Πρέπει όμως πρώτα να ελέγξουμε όλες τις άλλες πιθανότητες. Έπειτα θα καταλάβουμε ποιο θα ήταν το πιθανότερο σενάριο».

Η Πέτρα κοίταξε τον Κόνραντ εκεί που κάθονταν ο ένας απέναντι από τον άλλο, ο καθένας στο γραφείο του. Κανένας τους δεν χρειαζόταν να εξηγήσει στον άλλο τι ακριβώς εννοούσε, οι εικόνες στο μυαλό τους ήταν ούτως ή άλλως αρκετά σαφείς. «Πάντως μου φαίνεται μεγάλη αποκοτιά να σκότωσαν έναν πεντάχρονο» είπε ο Κόνραντ. Ταυτόχρονα όμως ήξερε ότι αυτοί οι τύποι κινούνταν σε κύκλους όπου μια ανθρώπινη ζωή δεν σήμαινε τίποτα. Ο φόνος ενός παιδιού ήταν ίσως αδιανόητος για μερικούς από αυτούς, αλλά σίγουρα όχι για όλους. Τα χρήματα και τα ναρκωτικά είχαν την ιδιαιτερότητα να μετατρέπουν τους ανθρώπους σε ζώα. «Μίλησα με μερικές από τις φίλες της. Δεν είχε και πολλές, απ’ ό,τι κατάλαβα, και καμιά τους δεν φαινόταν να είναι κολλητή της. Αλλά όλες λένε το ίδιο. Ότι η Νάταλι, ο Φρέντρικ και ο γιος τους θα πήγαιναν στο σπίτι τους στην Τοσκάνη, για να περάσουν το καλοκαίρι. Και καμιά τους δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι δεν είχαν πάει εκεί». Η Πέτρα ήπιε μια γουλιά από το μπουκάλι με το νερό που είχε πάντα πάνω στο γραφείο της. «Από πού κατάγεται αυτή;» ρώτησε ο Κόνραντ. «Έχει τίποτα συγγενείς στους οποίους μπορεί να πάει; Μπορεί να συνέβη κάτι που ανάγκασε την ίδια και το παιδί να μην

ακολουθήσουν τον Φρέντρικ στην Ιταλία. Προβλήματα μεταξύ συζύγων. Αποκλείεται δηλαδή να τον πυροβόλησε αυτή;» «Μερικές από τις φίλες της άφησαν να εννοηθεί ότι δεν είχαν ιδιαίτερα καλή σχέση, αλλά δεν νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε τις εικασίες σε αυτό το στάδιο. Ξέρεις αν οι σφαίρες έφυγαν για το ΚΕΕ;» Ήπιε άλλη μια γουλιά νερό. «Ναι, δώσαμε απόλυτη προτεραιότητα στο θέμα αυτό. Τα παιδιά από τη Δίωξη Ναρκωτικών εργάστηκαν πολύ με αυτό τον τύπο και με την οργάνωση που κρύβεται πίσω του, οπότε η υπόθεση είναι η πρώτη στη λίστα τους». «Καλώς» είπε η Πέτρα και σηκώθηκε. «Τότε θα ελέγξω το θέμα με την οικογένεια της Νάταλι κι εσύ μένεις με τους τεχνικούς της Σήμανσης και μου αναφέρεις μόλις εντοπίσουν κάτι σημαντικό που θα μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε». «Μμμ…» έκανε ο Κόνραντ, που φάνηκε να το διασκεδάζει. Είχε εδώ και πάρα πολύ καιρό συνηθίσει να συμπεριφέρεται η Πέτρα σαν να ήταν αυτή που έπαιρνε τις αποφάσεις, παρόλο που είχαν τον ίδιο βαθμό. Αλλά επειδή αυτός δεν είχε το απαραίτητο κύρος, την άφηνε να κάνει ό,τι ήθελε. Ήξερε ότι τον άκουγε πάντα και ότι σεβόταν τις εκτιμήσεις

του και τις απόψεις του όταν έπρεπε – αυτό ήταν άλλωστε που μετρούσε. Σήκωσε το ακουστικό για να τηλεφωνήσει στους τεχνικούς της Σήμανσης.

«Είσαι σίγουρος ότι είναι η σωστή διεύθυνση;» ρώτησε ο Γιέστα ρίχνοντας μια ματιά στον Πάτρικ. «Ναι, είμαι σίγουρος. Κάτι άκουσα να κινείται εκεί μέσα». «Τότε υποθέτω πως εκείνη είναι εδώ» ψιθύρισε ο Γιέστα. «Αλλιώς θα είχαν ανοίξει». Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Αλλά το ερώτημα είναι τι θα κάνουμε τώρα. Θα πρέπει να τους κάνουμε να μας μπάσουν μέσα επειδή το θέλουν οι ίδιοι». Σκέφτηκε για λίγο. Έπειτα έβγαλε το σημειωματάριό του κι ένα στιλό. Έγραψε μερικές αράδες και έκοψε το φύλλο. Κατόπιν έσκυψε και το έσπρωξε κάτω από την πόρτα μαζί με μια κάρτα του. «Τι έγραψες;» «Πρότεινα ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να συναντηθούμε. Ελπίζω να τσιμπήσει το δόλωμα» είπε ο Πάτρικ και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα. «Κι αν το σκάσει αντί να έρθει εκεί;»

Ο Γιέστα τον ακολουθούσε σχεδόν τρέχοντας. «Δεν νομίζω. Της έγραψα ότι αφορά τον Ματς». «Μακάρι να έχεις δίκιο» είπε ο Γιέστα όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο. «Πού θα πάμε;» «Στη λίμνη, στην Ντελχουέν» είπε ο Πάτρικ και ξεκίνησε με μπόλικο γκάζι. Άφησαν το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ και πήγαν σε ένα μέρος με παγκάκια και πάγκους αρκετά μέσα στο δάσος. Έπειτα κάθισαν και περίμεναν. Ένιωθαν υπέροχα έξω στη φύση, για αλλαγή, και το πρωτοκαλόκαιρο τα έκανε όλα πολύ ομορφότερα. Καιρός ευχάριστα ζεστός, υπέροχος ήλιος, ούτε ένα συννεφάκι στον ουρανό. Πουλιά τιτίβιζαν, φυλλωσιές θρόι​ζαν απ’ το αεράκι. Πέρασαν είκοσι λεπτά. Έπειτα είδαν μια λεπτή γυναίκα να έρχεται προς το μέρος τους. Κοιτούσε ανήσυχη γύρω της και είχε ανασηκωμένους τους ώμους σχεδόν μέχρι τα αυτιά από το άγχος. «Συνέβη κάτι στον Μάτε;» – Μιλούσε με μια ανάλαφρη, κοριτσίστικη φωνή και οι λέξεις έβγαιναν διστακτικά από το στόμα της. «Μπορούμε να καθίσουμε;» – Ο Πάτρικ έδειξε το παγκάκι δίπλα τους. «Πες μου απλώς τι συνέβη» έκανε εκείνη, αν και μετά κάθισε.

Ο Πάτρικ κάθισε δίπλα της. Ο Γιέστα επέλεξε να σταθεί λίγο παράμερα και ν’ αφήσει τον Πάτρικ να μιλήσει. «Είμαστε από την αστυνομία του Τανουμσχέντε» είπε ο Πάτρικ. Η έκφραση στο πρόσωπο της Μαντελέν τον έκανε να νιώσει έναν κόμπο στο στομάχι. Ένιωσε σαν βλάκας που δεν είχε σκεφτεί ότι επρόκειτο να της ανακοινώσουν έναν θάνατο. Και θα της έλεγαν μάλιστα ότι κάποιος ο οποίος σήμαινε, κατά τα φαινόμενα, πάρα πολλά γι’ αυτή δεν ήταν πια ζωντανός. «Τανουμσχέντε; Γιατί;» Έσφιξε τα χέρια πάνω στα γόνατά της και τον κοίταξε παρακλητικά. «Ο Μάτε είναι από εκεί, αλλά…» «Ο Ματς μετακόμισε στη Φιελμπάκα μετά την εξαφάνισή σου. Βρήκε δουλειά εκεί και νοίκιασε σε άλλον το διαμέρισμα που είχε εδώ. Αλλά…» Ο Πάτρικ δίστασε και πήρε μιαν ανάσα πριν συνεχίσει: «Τον πυροβόλησαν πριν από δύο εβδομάδες περίπου. Λυπάμαι, αλλά ο Ματς είναι νεκρός». Της κόπηκε η ανάσα. Τα μεγάλα γαλανά μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Πίστευα ότι θα τον άφηναν ήσυχο». Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Ο Πάτρικ έβαλε αδέξια το ένα χέρι στην πλάτη της. «Ήξερες ότι ο πρώην σου και οι φίλοι του έδειραν τον Ματς;» «Φυσικά και το ήξερα. Δεν πίστεψα ποτέ εκείνη την ηλίθια ιστορία περί παρέας νεαρών». «Και γι’ αυτό το έσκασες;» έκανε με ήπιο τόνο ο Πάτρικ. «Νόμιζα ότι θα τον άφηναν ήσυχο, αν φεύγαμε. Και πριν από αυτό ήλπιζα ότι στο τέλος όλα θα πήγαιναν καλά. Ότι θα μπορούσαμε να κρυφτούμε κάπου εδώ, στη Σουηδία. Αλλά όταν είδα τον Μάτε στο νοσοκομείο… κατάλαβα ότι κανένας μας δεν ήταν ασφαλής όσο μέναμε εδώ. Ήμασταν αναγκασμένοι να εξαφανιστούμε». «Γιατί επέστρεψες; Τι συνέβη;» Η Μαντελέν έσφιξε τα χείλη κι εκείνος κατάλαβε από την αποφασιστική έκφρασή της ότι δεν θα απαντούσε. «Δεν βγαίνει πουθενά με τη φυγή. Αν ο Μάτε είναι νεκρός… Απλώς αποδεικνύεται ότι έχω δίκιο» είπε εκείνη και σηκώθηκε. «Μπορούμε να σας βοηθήσουμε με κάποιον τρόπο;» ρώτησε ο Πάτρικ και σηκώθηκε κι αυτός. «Όχι, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα». «Πόσον καιρό ήσασταν ζευγάρι;» «Εξαρτάται από το πώς μετράς» είπε εκείνη και η φωνή της τρεμούλιασε. «Αλλά γύρω στον έναν χρόνο. Δεν

επιτρεπόταν, οπότε το κρατούσαμε κρυφό. Προσέχαμε πολύ κιόλας, επειδή…» Δεν αποτέλειωσε τη φράση της, αλλά ο Πάτρικ κατάλαβε. «Ο Μάτε ήταν τόσο διαφορετικός σε σύγκριση με αυτά που είχα συνηθίσει. Τόσο τρυφερός και θερμός. Ποτέ του δεν θα έκανε κακό σε κανέναν. Και αυτό… ναι, ήταν καινούργιο για μένα». – Το γέλιο της ήταν γεμάτο πίκρα. «Είναι και κάτι άλλο που πρέπει να σε ρωτήσω». Ο Πάτρικ την κοιτούσε με μεγάλη δυσκολία κατάματα. «Ξέρεις αν ο Ματς ήταν μπλεγμένος σε κάτι που είχε σχέση με ναρκωτικά; Κοκαΐνη;» Η Μαντελέν τον κοίταξε. «Από πού σας ήρθε αυτή η ιδέα;» «Βρέθηκε μια σακούλα με κοκαΐνη σ’ έναν κάδο έξω από το διαμέρισμα του Ματς στη Φιελμπάκα. Είχε τα δακτυλικά του αποτυπώματα». «Λάθος πρέπει να έγινε. Ο Μάτε δεν θ’ άγγιζε ποτέ του κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, ξέρετε πολύ καλά ποιος θα μπορούσε να έχει ναρκωτικά» είπε χαμηλόφωνα η Μαντελέν. Τα δάκρυά της άρχισαν να τρέχουν. «Συγγνώμη, πρέπει να πάω στο σπίτι τώρα, έχω τα παιδιά εκεί». «Κράτησε την κάρτα μου και τηλεφώνησέ μου, αν υπάρχει κάτι με το οποίο μπορώ να βοηθήσω, οτιδήποτε».

«Εντάξει» είπε εκείνη, παρόλο που ήξεραν και οι δύο ότι δεν θα τηλεφωνούσε. «Αυτό που μπορείτε να κάνετε για μένα είναι να συλλάβετε αυτόν που σκότωσε τον Μάτε. Ποτέ μου δεν θα είχα–» Έφυγε τρέχοντας με τα δάκρυα να τρέχουν ασταμάτητα. Ο Πάτρικ και ο Γιέστα στέκονταν και την κοιτούσαν ενώ εκείνη απομακρυνόταν. «Δεν ρώτησες πολλά» είπε ο Γιέστα. «Είναι ολοφάνερο ποιον θεωρεί δολοφόνο του Ματς». «Ναι. Και αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα δεν μου φαίνεται και τόσο ελκυστικό». «Ξέρω» είπε ο Πάτρικ και έβγαλε το κινητό από την τσέπη του. «Αλλά καλύτερα να τηλεφωνήσουμε απευθείας στον Ουλφ. Θα χρειαστούμε βοήθεια». «Και λίγα λες» μουρμούρισε ο Γιέστα. Ενώ το κινητό του καλούσε, ο Πάτρικ ένιωσε να τον πλημμυρίζει μια ανησυχία που ήταν ιδιαίτερα ενοχλητική. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου έφερε μια πολύ καθαρή εικόνα της Ερίκα και των παιδιών στο μυαλό του. Έπειτα ο Ουλφ απάντησε.

«Περάσατε καλά χτες;» ρώτησε η Πάουλα.

Αυτή και η Γιοχάνα βρίσκονταν ταυτόχρονα στο σπίτι για μεσημεριανό, πράγμα ασυνήθιστο. Επειδή είχε έρθει και ο Μπέρτιλ για να φάει κάτι σπιτικό, κάθονταν τώρα όλοι τους στο τραπέζι της κουζίνας. «Ναι, εξαρτάται από το πώς το βλέπει κανείς» είπε η Ρίτα και χαμογέλασε. Τα λακκάκια που σχηματίζονταν από το χαμόγελο ήταν πολύ έντονα στα γεμάτα της μάγουλα. Παρ’ όλο τον χορό ήταν ακόμη αρκετά παχουλή και η Πάουλα είχε πολλές φορές σκεφτεί ότι αυτό ήταν μεγάλη τύχη. Γιατί η μητέρα της ήταν απίστευτα όμορφη. Δεν θα την ήθελε καθόλου διαφορετική ούτε αυτή ούτε ο Μπέρτιλ, καταπώς φαινόταν. «Ο κωλο-τσιγκούναρος μας σερβίρισε ένα από τα φτηνά ουίσκια» μουρμούρισε ο Μέλμπεργ. Σε συνηθισμένες περιπτώσεις τού άρεσε και το Τζόνι Γουόκερ και ποτέ του δεν θα σκεφτόταν να πετάξει λεφτά για ακριβό ουίσκι. Αλλά όταν κάποιος κερνούσε, όφειλε να κερνά κάτι της προκοπής. «Ωχ» έκανε η Γιοχάνα. «Άσχημο πράγμα να πίνεις φτηνιάρικο ουίσκι». «Ο Έρλινγκ έβαλε για τον εαυτό του και για την αρραβωνιαστικιά του ένα πολύ ακριβό ουίσκι και έπειτα έβαλε σ’ εμάς από το φτηνό» διευκρίνισε η Ρίτα. «Τι αγένεια!» έκανε έκπληκτη η Πάουλα. «Δεν πίστευα

πως ήταν τέτοιος άνθρωπος η Βίβιαν». «Ούτε είναι τέτοιος άνθρωπος. Εμένα μου φάνηκε αξιαγάπητη – και μάλιστα φάνηκε πως ήθελε ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί. Αλλά ο Έρλινγκ πρέπει να διαθέτει κάτι που τη γοητεύει. Μια που μας αποκάλυψαν εντελώς απρόσμενα ότι αρραβωνιάστηκαν. Μας το είπαν όταν παίρναμε το επιδόρπιο». «Κοίτα να δεις». Η Πάουλα προσπάθησε, χωρίς να τα καταφέρνει, να φανταστεί τον Έρλινγκ και τη Βίβιαν ζευγάρι. Πιο αταίριαστο ζευγάρι δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Α, ίσως η μητέρα της και ο Μπέρτιλ, εν πάση περιπτώσει. Αν και –πράγμα πολύ παράξενο– είχε αρχίσει να τους βλέπει ως έναν τέλειο συνδυασμό. Δεν είχε ξαναδεί τη μητέρα της τόσο ευτυχισμένη κι αυτό ήταν το μόνο που μετρούσε. Γι’ αυτό και ένιωθε πολύ πιο δύσκολο αυτό που επρόκειτο να ανακοινώσουν τώρα μαζί με τη Γιοχάνα. «Τι καλά που είστε στο σπίτι και οι δύο» είπε η Ρίτα καθώς σερβίριζε τώρα την καυτή σούπα από μια μεγάλη κατσαρόλα στη μέση στο τραπέζι. «Ναι, γιατί φαίνεται πως είχατε κάτι προβληματάκια τελευταία». Ο Μέλμπεργ έβγαλε τη γλώσσα του στον Λίο και τον

έκανε να σκάσει από τα γέλια. «Πρόσεχε, μπορεί να πνιγεί» είπε η Ρίτα, κάτι που έκανε τον Μέλμπεργ να σταματήσει αμέσως, αφού φοβόταν πολύ μήπως συνέβαινε κάτι στο παιδί που αγαπούσε σαν τα μάτια του. «Μάσησε καλά τώρα, για τον παππού» έκανε εκείνος. Η Πάουλα δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Παρόλο που ο Μπέρτιλ ήταν ο πιο απελπιστικός τύπος που είχε γνωρίσει ποτέ της, του τα συγχωρούσε όλα όταν έβλεπε πώς κοίταζε τον γιο της. Έπειτα καθάρισε τον λαιμό της, ξέροντας ότι αυτό που θα ανακοίνωνε τώρα θα έπεφτε σαν πραγματική βόμβα ανάμεσά τους. «Ναι, όντως ήταν λίγο ψυχρά τα πράγματα τώρα τελευταία. Αλλά χτες βρήκαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε ειλικρινά μεταξύ μας και…» «Μη μου πεις ότι θα χωρίσετε» έκανε ο Μέλμπεργ. «Το να βρεις κάποια άλλη είναι αδύνατον. Δεν υπάρχουν πολλές λεσβίες εδώ πέρα και λίγο δύσκολο το βλέπω να βρείτε η καθεμιά τη δική της». Η Πάουλα κοίταξε ψηλά στο ταβάνι και προσευχήθηκε για υπομονή. Μέτρησε ανάποδα από το δέκα και ξαναπήρε φόρα: «Δεν θα χωρίσουμε. Αλλά θα…» Έριξε μια ματιά στη Γιοχάνα εκλιπαρώντας τη βοήθειά

της. «Δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο εδώ» συμπλήρωσε η Γιοχάνα. «Δεν μπορείτε να μείνετε εδώ;» Η Ρίτα κοίταξε τον Λίο, ενώ τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Και πού θα πάτε να μείνετε; Πώς θα μπορέσετε… και το παιδί;» Η φωνή της έσπασε και τα λόγια δεν φαίνονταν να βγαίνουν με τη σωστή σειρά. «Ναι, στη Στοκχόλμη δεν μπορείτε να επιστρέψετε. Ελπίζω να μην το σκεφτήκατε καν αυτό» είπε ο Μέλμπεργ. «Ο Λίο δεν μπορεί να μεγαλώσει σε μεγαλούπολη, το καταλαβαίνετε αυτό – έτσι δεν είναι; Μπορεί να γίνει αλήτης και ναρκομανής και όλα αυτά». Η Πάουλα απέφυγε να επισημάνει ότι τόσο αυτή όσο και η Γιοχάνα εκεί είχαν μεγαλώσει, χωρίς να πάθουν τίποτα. Δεν υπήρχε τώρα λόγος να ξεκινήσει τέτοια κουβέντα. «Όχι, δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στη Στοκχόλμη» βιάστηκε να πει η Γιοχάνα. «Μας αρέσει εδώ. Αλλά ίσως είναι δύσκολο να βρούμε διαμέρισμα εδώ, οπότε πρέπει να ψάξουμε στην Γκρέμπεσταντ και στη Φιελμπάκα. Το καλύτερο θα ήταν, βέβαια, να μπορούσαμε να βρούμε κάτι εδώ κοντά σας. Αλλά–» «Αλλά είναι απαραίτητο να μετακομίσουμε» είπε η

Πάουλα. «Μας βοηθήσατε απίστευτα πολύ και ήταν εντελώς υπέροχο που ο Λίο σάς είχε και τους δύο εδώ, αλλά χρειαζόμαστε τον δικό μας χώρο». Έσφιξε το χέρι της Γιοχάνα κάτω από το τραπέζι. «Και θα νοικιάσουμε το πρώτο που θα βρούμε». «Μα το παιδί πρέπει να βλέπει τη γιαγιά και τον παππού του καθημερινά. Έτσι συνήθισε». Ο Μέλμπεργ φαινόταν έτοιμος ν’ αρπάξει το παιδί από την καρεκλίτσα του, να το σφίξει πάνω του και να μην το αποχωριστεί ποτέ. «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά θα μετακομίσουμε το συντομότερο δυνατόν. Έπειτα θα δούμε πού θα μας βγάλει». Επικράτησε σιωπή γύρω από το τραπέζι και μόνον ο Λίο ήταν το ίδιο χαρούμενος ως συνήθως. Η Ρίτα και ο Μέλμπεργ κοιτάζονταν απελπισμένοι. Οι κοπέλες θα μετακόμιζαν και θα έπαιρναν μαζί τους το αγοράκι. Ίσως να μην ερχόταν η συντέλεια του κόσμου, αλλά έτσι ένιωθαν αυτή τη στιγμή.

Δεν μπορούσε να ξεχάσει το αίμα. Το κόκκινο χρώμα ήταν τόσο έντονο πάνω στο άσπρο σατέν. Εκείνην την είχε πλημμυρίσει ο φόβος, ένας φόβος μεγαλύτερος από

οποιονδήποτε είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της. Κι όμως τα χρόνια που είχε περάσει με τον Φρέντρικ είχαν πολλές στιγμές φόβου, στιγμές που δεν ήθελε να σκέφτεται και τις οποίες είχε απωθήσει στα βάθη του υποσυνείδητου. Έτσι έστρεψε όλη την προσοχή της στον Σαμ και στην αγάπη του. Είχε μείνει άγαλμα εκείνη τη νύχτα και κοίταζε το αίμα. Έπειτα δραστηριοποιήθηκε ξαφνικά, με μια αποφασιστικότητα που νόμιζε πως δεν διέθετε. Οι βαλίτσες ήταν ήδη έτοιμες. Φορούσε νυχτικό και παρά τον τρόμο της βρήκε τον χρόνο να φορέσει ένα τζιν παντελόνι και να ρίξει πάνω της ένα πουλόβερ. Ο Σαμ μπορούσε να μείνει με τις πιτζάμες. Τον σήκωσε και τον έβαλε τελευταίο στο αυτοκίνητο. Δεν κοιμόταν, αλλά ήταν εντελώς σιωπηλός. Και η διαδρομή έγινε μέσα στη σιωπή. Μόνο εκείνος ο μονότονος ήχος της αραιής νυχτερινής κυκλοφορίας ακουγόταν. Δεν είχε τολμήσει να σκεφτεί τι είχε δει ο Σαμ, πώς αυτό τον είχε επηρεάσει και τι σήμαινε η σιωπή του. Ο Σαμ που πάντα φλυαρούσε ασταμάτητα δεν είχε πει κουβέντα. Ούτε λέξη. Η Νάταλι τράβηξε τα πόδια της προς το στήθος της και τύλιξε γύρω τους τα χέρια εκεί που καθόταν στην αποβάθρα. Ήταν έκπληκτη που δεν ένιωθε κάποιου είδους πλήξη έπειτα από δύο εβδομάδες στο νησί. Αντιθέτως, της φαινόταν λες και οι μέρες είχαν περάσει πολύ γρήγορα. Ακόμη δεν είχε το

σθένος να αποφασίσει τι θα συνέβαινε μετά, με τι θα έμοιαζε το μέλλον του Σαμ και το δικό της. Δεν ήξερε καν αν θα είχαν κάποιο μέλλον. Δεν ήξερε καν τι σήμαιναν αυτή και ο Σαμ για τον κύκλο του Φρέντρικ ή πόσον καιρό θα μπορούσαν να κρύβονται εδώ. Πολύ θα ήθελε να αποτραβηχτεί από τον κόσμο και να μείνει στο Γκρόχουερ για πάντα. Το καλοκαίρι αυτό ήταν εύκολο, αλλά, όταν θα ερχόταν ο χειμώνας, δεν θα μπορούσαν να μένουν εδώ. Και ο Σαμ χρειαζόταν φίλους και άλλους ανθρώπους γύρω του. Πραγματικούς ανθρώπους. Αλλά ο Σαμ έπρεπε να αναρρώσει και να δυναμώσει πριν μπορέσει η ίδια να πάρει θέση για όλα αυτά. Τώρα ο ήλιος έλαμπε και ο ήχος του νερού που πάφλαζε πάνω στα βράχια τούς νανούριζε τα βράδια. Ήταν ασφαλείς στη σκιά του φάρου. Τα υπόλοιπα μπορούσαν να περιμένουν. Και με τον καιρό θα ξεθώριαζε η ανάμνηση του αίματος.

«Πώς είσαι, αγάπη μου;» Ένιωσε τα χέρια του Νταν να την τυλίγουν από πίσω κι έκανε μεγάλη προσπάθεια για να μην αποτραβηχτεί μεμιάς από το αγκάλιασμά του. Παρόλο που είχε βγει από το σκοτάδι και μπορούσε πλέον ν’ αντικρίζει τα παιδιά, να είναι κοντά τους και να τα αγαπά, ένιωθε ακόμη νεκρή μέσα της

όταν την αγκάλιαζε ο Νταν και την κοιτούσε με βλέμμα ικετευτικό. «Καλά είμαι» είπε εκείνη και ξέφυγε από το αγκάλιασμά του. «Λίγο κουρασμένη μόνο, αλλά θα προσπαθήσω να σηκωθώ για λίγο. Πρέπει να ασκήσω κάπως τους μυς μου». «Ποιους μυς;» Εκείνη προσπάθησε να χαμογελάσει με το αστείο, με το οποίο θυμόταν ότι χαμογελούσε πάντα όταν εκείνος την πείραζε γι’ αυτό. Αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να μορφάσει. «Μπορείς να φέρεις τα παιδιά;» ρώτησε εκείνη και προσπάθησε με κόπο να σκύψει, για να σηκώσει ένα παιχνίδι που ήταν πεταμένο καταμεσής στο πάτωμα της κουζίνας. «Το παίρνω εγώ» είπε ο Νταν, που έσκυψε και σήκωσε στα γρήγορα το παιχνίδι. «Τα καταφέρνω κι εγώ» έκανε εκείνη με ύφος επιθετικό, αλλά μετάνιωσε μεμιάς γι’ αυτό όταν είδε την πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπό του. Τι της συνέβαινε; Γιατί στην καρδιά της, εκεί που βρίσκονταν όλα τα συναισθήματα για τον Νταν, υπήρχε ένα τεράστιο κενό; «Απλώς δεν θέλω να κουράζεσαι πολύ». Ο Νταν χάιδεψε το μάγουλό της. Εκείνη ένιωσε το χέρι του ψυχρό στο δέρμα της και πίεσε τον εαυτό της να μην το

σπρώξει μακριά. Πώς ήταν δυνατόν να νιώθει έτσι για τον Νταν, έναν άνθρωπο που ήξερε ότι τον είχε αγαπήσει πολύ βαθιά και που ήταν ο πατέρας του παιδιού για τον ερχομό του οποίου είχε τόσο χαρεί; Είχαν άραγε εξαφανιστεί τα αισθήματά της για τον Νταν μαζί με τον χαμό του γιου τους; Ξαφνικά ένιωσε ξανά την κούραση να την αγκαλιάζει. Δεν άντεχε να το σκέφτεται τώρα αυτό. Ήθελε απλώς να την αφήσει ήσυχη, για να ξεκουραστεί μέχρι να έρθουν τα παιδιά στο σπίτι και να μπορέσει να γεμίσει την καρδιά της με αγάπη γι’ αυτά, μια αγάπη που είχε επιβιώσει. «Θα πας να τα φέρεις;» είπε χαμηλόφωνα εκείνη και ο Νταν έγνεψε καταφατικά. Δεν άντεχε να τον κοιτάξει κατάματα, γιατί ήξερε ότι τα μάτια του θα ήταν γεμάτα πόνο. «Τότε θα ξαπλώσω να ξεκουραστώ λίγο». Πήγε κουτσαίνοντας μέχρι τη σκάλα για τον πάνω όροφο. «Σ’ αγαπώ, Άννα» φώναξε εκείνος πίσω της. Εκείνη δεν απάντησε. «Είναι κανείς εδώ;» φώναξε η Μαντελέν όταν πέρασε την πόρτα. Το διαμέρισμα ήταν ασυνήθιστα σιωπηλό. Να είχαν κοιμηθεί άραγε τα παιδιά; Δεν θα ήταν παράξενο. Είχαν φτάσει αργά χτες και το πρωί είχαν ξυπνήσει νωρίς από τη χαρά τους που ήταν στης γιαγιάς και στου παππού.

«Μαμά; Μπαμπά;» είπε η Μαντελέν με τη φωνή της χαμηλωμένη. Έβγαλε τα παπούτσια της και κρέμασε το λεπτό πανωφόρι της. Για μια στιγμή σταμάτησε στον καθρέφτη του χολ. Δεν ήθελε να τη δούνε κλαμένη. Ήταν ήδη ανήσυχοι, όπως είχαν τα πράγματα. Ταυτόχρονα ήταν και πολύ χαρούμενοι που τους ξαναείδαν. Ελαφρώς αλαφιασμένοι και με τις πιτζάμες είχαν ανοίξει την πόρτα τους, αλλά έπειτα εκείνη η επιφυλακτική έκφραση στο πρόσωπό τους είχε μετατραπεί σε πλατύ χαμόγελο. Κι εκείνη ένιωθε καλά που είχε επιστρέψει στο πατρικό της, κι ας γνώριζε ότι αυτή η αίσθηση ασφαλείας ήταν και ψεύτικη και προσωρινή. Τώρα ήταν όλα ένα χάος ξανά. Ο Μάτε ήταν νεκρός και συνειδητοποίησε βαθιά μέσα της ότι είχε πιστέψει και ελπίσει πως κάποια μέρα θα έβρισκαν κάποιον τρόπο να βρεθούν ξανά μαζί. Έμεινε εκεί μπροστά στον καθρέφτη, έφερε τα μαλλιά της πίσω από τ’ αυτιά και προσπάθησε να δει τον εαυτό της όπως την είχε δει ο Μάτε. Της είχε πει ότι ήταν όμορφη. Εκείνη δεν το καταλάβαινε, αλλά ήξερε ότι εκείνος το εννοούσε. Το είχε δει στα μάτια του κάθε φορά που την κοιτούσε – και είχε τόσα σχέδια για τη μορφή που θα έπαιρνε το κοινό τους μέλλον. Και παρόλο που εκείνη είχε πάρει την απόφαση να φύγει, ήθελε να πιστεύει ότι τα σχέδια αυτά θα γίνονταν μια μέρα

πραγματικότητα. Είδε τα δάκρυα να πλημμυρίζουν ξανά τα μάτια της και κοίταξε στο ταβάνι, για να τα εμποδίσει να κυλήσουν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να τα διώξει και να κάνει ό,τι ήταν αναγκασμένη. Μπορούσε να πενθήσει αργότερα. Έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Εκεί ήταν που περνούσαν τις περισσότερες ώρες τους οι γονείς της, η μητέρα της με το πλέξιμο και ο πατέρας της με σταυρόλεξο ή σουντόκου, το οποίο προτιμούσε τα τελευταία χρόνια. «Μαμά;» έκανε και πέρασε το κατώφλι της κουζίνας. Εκεί σταμάτησε απότομα. «Γεια σου, αγάπη». Ήταν εκείνη η φωνή, απαλή αλλά ειρωνική. Δεν θα γλίτωνε ποτέ από αυτή. Τα μάτια της μητέρας της ήταν γεμάτα τρόμο. Καθόταν με την πλάτη γυρισμένη στη Μαντελέν και με την κάννη του πιστολιού να πιέζει τον δεξιό της κρόταφο. Το πλεκτό ήταν ακόμη στα γόνατά της. Ο πατέρας καθόταν στη συνηθισμένη θέση του στο παράθυρο και ένα γεροδεμένο μπράτσο γύρω από τον λαιμό του φρόντιζε να μην κινείται καθόλου. «Μιλούσαμε για τα παλιά τα πεθερικά μου κι εγώ» είπε ο Στέφαν ήρεμα και η Μαντελέν τον είδε να πιέζει ακόμα περισσότερο την κάννη του πιστολιού στον κρόταφο της

μητέρας της. «Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά, τόσος καιρός πέρασε». «Τα παιδιά;» είπε η Μαντελέν, αν και η φωνή της ακούστηκε σαν κρώξιμο. Το στόμα της ήταν εντελώς στεγνό. «Είναι ασφαλή. Τα κακόμοιρα τα παιδιά. Πρέπει να ήταν πολύ τραυματικό γι’ αυτά να βρίσκονται στα χέρια μιας ψυχωτικής γυναίκας και να μη βλέπουν τον μπαμπά τους. Αλλά θα αναπληρώσουμε αυτό τον χαμένο χρόνο τώρα». Χαμογέλασε και τα δόντια του έλαμψαν ανάμεσα στα χείλη του. «Πού είναι;» Είχε σχεδόν ξεχάσει πόσο πολύ τον μισούσε. Και πόσο τον φοβόταν. «Ασφαλή, σου είπα». Πίεσε κι άλλο την κάννη του πιστολιού και η μητέρα της μόρφασε από τον πόνο. «Είχα σκοπό να έρθω κοντά σου. Γι’ αυτό γυρίσαμε πίσω». Εκείνη άκουσε πόσο ικετευτική ήταν η φωνή της. «Αντιλήφθηκα πόσο λάθος ήταν αυτό που έκανα. Επέστρεψα για να διορθώσω τα πράγματα». «Την καρτ ποστάλ την έλαβες;» Ήταν λες και ο Στέφαν δεν άκουγε τι του έλεγε. Δεν καταλάβαινε πώς είχε πιστέψει κάποτε ότι ήταν όμορφος.

Ήταν τόσο ερωτευμένη τότε και θεωρούσε ότι εκείνος έμοιαζε με αστέρα του σινεμά με τα ξανθά μαλλιά του, τα γαλανά μάτια του και τα έντονα χαρακτηριστικά. Είχε νιώσει κολακευμένη που είχε διαλέξει αυτή, όταν μπορούσε να έχει όποια ήθελε. Ήταν μόνο δεκαεφτά και δεν είχε καμία πείρα της ζωής. Ο Στέφαν την είχε πολιορκήσει και την είχε πνίξει στα κομπλιμέντα. Τα υπόλοιπα ήρθαν μετά, η ζήλια και η ανάγκη για απόλυτο έλεγχο, και τότε ήταν ήδη πολύ αργά. Ήταν ήδη έγκυος στον Κέβιν και η αυτοπεποίθησή της ήταν τόσο εξαρτημένη από την εκτίμηση και την προσοχή του Στέφαν ώστε να μην μπορεί να ξεφύγει. «Έλαβα την καρτ ποστάλ» είπε εκείνη και ένιωσε μεμιάς απόλυτα ήρεμη. Δεν ήταν πια δεκαεφτά χρόνων και ήταν γυναίκα που είχε αγαπηθεί. Είχε μπροστά της το πρόσωπο του Μάτε και κατάλαβε ότι έπρεπε να είναι δυνατή. Του το χρωστούσε. «Θα έρθω μαζί σου. Άσε τη μαμά και τον μπαμπά στην ησυχία τους». Κούνησε το κεφάλι της προς τον πατέρα της, που πήγε να σηκωθεί. «Πρέπει να το λύσω αυτό εδώ. Δεν έπρεπε να είχα φύγει, δικό μου ήταν το λάθος. Τώρα θα είμαστε πάλι οικογένεια». Ο Στέφαν έκανε απότομα ένα βήμα μπροστά και τη χτύπησε απευθείας στο πρόσωπο με το πιστόλι. Εκείνη ένιωσε το ατσάλι στο μάγουλο και έπεσε στα γόνατα. Με την

άκρη του ματιού της είδε τον μπράβο του Στέφαν να καθίζει με το ζόρι τον πατέρα της ξανά στην καρέκλα και σκέφτηκε πόσο θα ήθελε, από τα βάθη της καρδιάς της, να είχαν αποφύγει οι γονείς της όλα αυτά που γίνονταν τώρα. «Θα το δούμε αυτό, πουτάνα». Την άρπαξε από τα μαλλιά και άρχισε να την τραβάει. Εκείνη πάλευε να σταθεί στα πόδια της. Πονούσε διαβολεμένα και ένιωθε πως τα μαλλιά της ήταν έτοιμα να βγουν από τη ρίζα. Κρατώντας τη γερά από τα μαλλιά, στράφηκε και σημάδεψε με το πιστόλι προς την κουζίνα. «Δεν θα βγάλετε κιχ γι’ αυτό εδώ. Δεν θα κάνετε απολύτως τίποτα. Γιατί θα είναι η τελευταία φορά που είδατε την κόρη σας. Καταλάβατε;» Έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο της Μαντελέν κοιτώντας μια τον πατέρα και μια τη μητέρα της. Εκείνοι έγνεψαν καταφατικά χωρίς κουβέντα. Η Μαντελέν δεν μπορούσε να τους κοιτάζει. Αν το έκανε αυτό τώρα, θα έχανε όλο το κουράγιο της, θα έχανε τη νοερή εικόνα του Μάτε που την προέτρεπε να μείνει δυνατή ό,τι κι αν συνέβαινε. Αντιθέτως κοίταζε κάτω στο πάτωμα ενώ ένιωθε τις ρίζες των μαλλιών της σαν καυτά καρφιά. Το πιστόλι ήταν ψυχρό στο δέρμα της και αναρωτήθηκε για μια στιγμή πώς θα ήταν, αν δηλαδή θα ένιωθε τη σφαίρα να σφηνώνεται στο μυαλό της ή απλώς θα έσβηναν τα φώτα.

«Τα παιδιά με χρειάζονται. Χρειάζονται εμάς. Μπορούμε να ξαναγίνουμε οικογένεια» είπε εκείνη και προσπάθησε να κρατήσει τη φωνή της σταθερή. «Θα δούμε» είπε ξανά ο Στέφαν και ο τόνος της φωνής του την τρόμαξε περισσότερο από τη λαβή στα μαλλιά της, περισσότερο και από το πιστόλι στο κεφάλι της. «Θα δούμε». Έπειτα την έσυρε μαζί του προς την εξώπορτα.

«Όλα δείχνουν ότι εδώ εμπλέκονται ο Στέφαν Γιούνγκμπεργ και οι κολλητοί του» είπε ο Πάτρικ. «Δηλαδή επέστρεψε η γυναίκα του στην πόλη;» έκανε ο Ουλφ. «Ναι, και τα παιδιά». «Άσχημο αυτό. Το καλύτερο γι’ αυτή θα ήταν να έμενε όσο πιο μακριά μπορούσε». «Δεν ήθελε να μας πει γιατί επέστρεψε». «Μπορεί να γύρισε για χίλιους διαφορετικούς λόγους. Το έχω δει πολλές φορές παλιότερα αυτό. Νοσταλγία, νιώθουν ότι τους λείπει η οικογένειά τους και οι φίλοι, η ζωή του φυγά αποδεικνύεται πως δεν ήταν αυτή που είχαν κατά νου. Ή τις βρίσκουν και τις απειλούν και τότε εκείνες αποφασίζουν ότι η φυγή δεν έχει νόημα και επιστρέφουν».

«Γνωρίζετε, με άλλα λόγια, ότι οργανώσεις σαν το Φριστάντ προσφέρουν μερικές φορές βοήθεια που δεν είναι νόμιμη;» ρώτησε ο Γιέστα. «Ναι, αλλά επιλέγουμε να προσποιούμαστε ότι δεν το βλέπουμε. Ή πιο σωστά, επιλέγουμε να μη σπαταλάμε πόρους γι’ αυτό. Αυτές οι οργανώσεις στο κάτω κάτω παίρνουν τη σκυτάλη όπου η κοινωνία παρουσιάζει ελλείψεις. Δεν μπορούμε να προστατεύουμε αυτές εδώ τις γυναίκες και τα παιδιά όπως πρέπει και τότε… τι να κάνεις;» Σήκωσε απολογητικά τα χέρια του. «Αλλά αυτή εδώ η γυναίκα ισχυρίζεται ότι ο πρώην άντρας της μπορεί να είναι ένοχος για τον φόνο που ερευνάτε;» «Ναι, αυτό φαινόταν να υποστηρίζει» είπε ο Πάτρικ. «Και έχουμε αρκετές ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση, αρκετές για να μας επιτρέψουν να κάνουμε μια κουβέντα μαζί του». «Όπως είπα και πριν, δεν είναι εύκολη δουλειά αυτό. Από τη μια δεν θέλουμε να διαταραχθούν έρευνες σε εξέλιξη που αφορούν τους ΙΕ και τις δραστηριότητές τους. Κι από την άλλη αυτοί εδώ οι τύποι είναι από κείνους που πρέπει κανείς να αποφεύγει ως επί το πλείστον». «Το ξέρω αυτό» είπε ο Πάτρικ. «Αλλά μια που τα ίχνη που έχουμε μας οδηγούν στον Στέφαν Γιούνγκμπεργ, θα ήταν αμέλεια να μη μιλήσουμε μαζί του». «Αυτό ακριβώς φοβόμουν ότι θα έλεγες». Ο Ουλφ

αναστέναξε. «Άκου τότε τι θα κάνουμε. Θα πάρω μαζί μου έναν από τους καλύτερους άντρες μου κι εμείς οι τέσσερις θα πάμε και θα μιλήσουμε με τον Στέφαν. Ούτε ανάκριση ούτε προκλήσεις ούτε επιθετικότητα. Μόνο μια μικρή κουβέντα θα κάνουμε. Όμορφα και προσεκτικά και βλέπουμε τι θα βγει. Τι λέτε γι’ αυτό;» «Εντάξει, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλη επιλογή». «Καλώς. Αλλά δεν προλαβαίνουμε να πάμε πριν από αύριο το πρωί. Έχετε κάπου να μείνετε απόψε;» «Μάλλον μπορούμε να μείνουμε στον κουνιάδο μου». Ο Πάτρικ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Γιέστα, ο οποίος έγνεψε καταφατικά. Μετά έβγαλε το κινητό να τηλεφωνήσει στον Γιέραν.

Η Ερίκα στενοχωρήθηκε λίγο όταν τηλεφώνησε ο Πάτρικ και της είπε ότι θα επέστρεφε την επομένη. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Θα ήταν διαφορετικά, αν είχε τηλεφωνήσει για να πει το ίδιο πράγμα όταν η Μάγια είχε την ίδια ηλικία με τα δίδυμα. Τότε η Ερίκα θα πανικοβαλλόταν με τη σκέψη να μείνει μόνη μαζί της τη νύχτα. Τώρα ήταν απλώς άσχημο που δεν θα κοιμόταν δίπλα στον Πάτρικ, αλλά δεν ένιωθε καμία ανησυχία να προσέχει μόνη της και τα τρία

παιδιά. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι και ήταν χαρούμενη που αυτή τη φορά μπορούσε να απολαμβάνει τα παιδιά της μ’ έναν τρόπο που δεν το είχε καταφέρει με τη Μάγια. Όχι πως αυτό σήμαινε ότι αγαπούσε τη Μάγια λιγότερο. Απλώς ένιωθε ένα άλλο είδος ηρεμίας, είχε μιαν άλλη αυτοπεποίθηση, με τα δίδυμα. «Ο μπαμπάς θα γυρίσει αύριο στο σπίτι» είπε στη Μάγια χωρίς να πάρει απάντηση. Στην τηλεόραση έπαιζε το παιδικό πρόγραμμα Μπουλιμπούμπα και η Μάγια δεν θα έπαιρνε χαμπάρι τίποτα, ακόμα κι αν έπεφταν βόμβες εκεί έξω. Τα δίδυμα ήταν χορτάτα, αλλαγμένα και ικανοποιημένα και είχαν αποκοιμηθεί ήδη στην κούνια που μοιράζονταν. Επίσης το ισόγειο ήταν, για μια φορά, πεντακάθαρο και αρκετά νοικοκυρεμένο, μια που η Ερίκα είχε την ιδέα να καθαρίσει αμέσως μόλις επέστρεψαν από τον παιδικό σταθμό. Ένιωθε σχεδόν ότι δεν υπήρχε τίποτα να κάνει. Πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε μια κούπα τσάι και ξεπάγωσε μερικά κουλουράκια στον φούρνο μικροκυμάτων. Αφού το σκέφτηκε λίγο, πήγε κι έφερε τα χαρτιά για το Γκρόχουερ και κάθισε δίπλα στη Μάγια με τσάι, κουλουράκια και ιστορίες για φαντάσματα. Σύντομα βρέθηκε βυθισμένη στον κόσμο των στοιχειών. Έπρεπε οπωσδήποτε να τα δείξει και στη Νάταλι αυτά.

«Δεν θα έπρεπε να πας στα κορίτσια σου;» Ο Κόνραντ την κοίταξε επιτακτικά. Έξω από το γραφείο τους στα κεντρικά της αστυνομίας στο Κουνγκσχόλμεν είχαν μόλις ανάψει τα φώτα της πόλης. «Έχει αναλάβει ο Πέλε τη βραδινή βάρδια. Έκανε τόσες υπερωρίες τον τελευταίο καιρό και θα του κάνει καλό να πάρει μια γεύση από σπιτική ζωή». Ο άντρας της Πέτρα διηύθυνε ένα καφέ στη νότια Στοκχόλμη, στο Σέντερ όπως το λένε, και το μόνιμο πρόβλημα του ίδιου και της Πέτρα ήταν ότι δεν έβρισκαν τις καθημερινές ένα βράδυ να το περάσουν μαζί. Μερικές φορές ο Κόνραντ αναρωτιόταν πώς είχαν καταφέρει να αποκτήσουν πέντε παιδιά, αφού συναντιόνταν τόσο σπάνια. «Πώς τα πήγες εσύ;» Εκείνος τεντώθηκε. Είχε περάσει μια μέρα με πολλή δουλειά και είχε αρχίσει να το νιώθει τώρα στη μέση του. «Οι γονείς νεκροί, αδέλφια δεν υπάρχουν. Συνεχίζω να ψάχνω, αλλά δεν φαίνεται να είχε κάποια οικογένεια με την οποία θα μπορούσαμε να μιλήσουμε». «Αναρωτιέται βέβαια κανείς πώς έγινε κι έμπλεξε μ’ έναν τέτοιο τύπο» είπε ο Κόνραντ, γέρνοντας το κεφάλι του δεξιά

κι αριστερά, για να ξεπιαστούν οι μύες στον αυχένα του. «Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να υπολογίσεις τι τύπος είναι κι αυτή» έκανε ξερά η Πέτρα. «Μία από αυτές τις γκόμενες που σκέφτονται μόνο την εξωτερική τους εμφάνιση και που μοναδικός σκοπός της ζωής τους είναι να βρουν κάποιον να τις φροντίζει. Από αυτές που δεν τις νοιάζει από πού προέρχονται τα λεφτά και οι οποίες περνούν τις μέρες τους σε ψώνια και ινστιτούτα αισθητικής και ενδιαμέσως ξεκουράζονται σε πολύωρα μεσημεριανά γεύματα με φιλενάδες, αράζουν στο Στούρεχοφ και πίνουν λευκό κρασί». «Ωχ» έκανε ο Κόνραντ. «Μου φαίνεται πως κάποιος εδώ μέσα είναι προκατειλημμένος». «Θα στραγγαλίσω με τα ίδια μου τα χέρια τις κόρες μου, αν γίνουν τέτοιες. Και όσον αφορά εμένα, πιστεύω ότι μόνο τον εαυτό του μπορεί να κατηγορεί κανείς όταν μπλέκει σ’ εκείνο τον κόσμο και κάνει τα στραβά μάτια γενικώς επειδή τα χρήματα δεν μυρίζουν». «Μην ξεχνάς ότι εμπλέκεται κι ένα μικρό παιδί στην υπόθεση» της υπενθύμισε ο Κόνραντ και είδε αμέσως το πρόσωπο της Πέτρα να μαλακώνει. Ήταν σκληρή, αλλά ταυτόχρονα πιο συναισθηματική από τους περισσότερους, ειδικότερα όταν επρόκειτο για παιδιά που μπορεί να κινδύνευαν. «Ναι, ξέρω». Η Πέτρα συνοφρυώθηκε. «Γι’ αυτό κάθομαι

ακόμη εδώ, αν και η ώρα είναι δέκα το βράδυ και ο Πέλε θα ζει σίγουρα μια ζωντανή εκδοχή της Ανταρσίας του Μπάουντι στο σπίτι. Δεν κάθομαι εδώ για το χατίρι μιας γκόμενας ενός πλούσιου, για να ξέρεις». Συνέχισε να πληκτρολογεί στον υπολογιστή για λίγο ακόμη και μετά σταμάτησε. «Μπα, ας τα αφήσουμε τώρα. Έστειλα μερικά αιτήματα και δεν νομίζω ότι θα βρούμε κάτι περισσότερο σήμερα. Θα συναντήσουμε τα παιδιά της Δίωξης αύριο το πρωί στις οχτώ, για να κάνουμε μια κοινή επισκόπηση των στοιχείων μας. Καλύτερα να κοιμηθούμε λίγο, για να είμαστε κάπως πιο φρέσκοι αύριο». «Σοφή όπως πάντα». Ο Κόνραντ σηκώθηκε. «Ας ελπίσουμε ότι η αυριανή μέρα θα μας δώσει κάτι περισσότερο». «Ναι, αλλιώς πρέπει να στραφούμε στα μέσα ενημέρωσης» είπε η Πέτρα με μια έκφραση απέχθειας. «Μη φοβάσαι, θα το μυριστούν από μόνα τους αυτό εδώ, θα δεις». Ο Κόνραντ είχε σταματήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό να ενοχλείται από τον τρόπο που επηρέαζαν οι εφημερίδες τη δουλειά τους. Ούτε έβλεπε το θέμα αυτό σαν άσπρο και μαύρο, όπως έκανε η Πέτρα. Τα μέσα ενημέρωσης άλλοτε

βοηθούσαν και άλλοτε τα έκαναν μαντάρα. Εν πάση περιπτώσει, δεν επρόκειτο να εξαφανιστούν και δεν είχε κανένα νόημα να κονταροχτυπιούνται με ανεμόμυλους. «Καληνύχτα, Κόνραντ» είπε η Πέτρα και βγήκε με μεγάλες δρασκελιές έξω στον διάδρομο. «Καληνύχτα» είπε εκείνος κι έσβησε τα φώτα.

Φιελμπάκα 1873

Η ζωή

στο νησί είχε αλλάξει, αν και παρέμενε λίγο πολύ η ίδια. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν είχαν ακόμη εκείνη τη μοχθηρή λάμψη στα μάτια τους όταν την έβλεπαν και πετούσαν πού και πού κάποιο σχόλιο που την πλήγωνε. Αλλά αυτό δεν την πείραζε, αφού τώρα είχε τον Γκούσταβ. Την είχε απορροφήσει εντελώς ο απίθανος γιος της, κι όσο τον είχε εκεί, μπορούσε να τα βγάζει πέρα με τα πάντα. Θα μπορούσε να ζει στο Γκρόχουερ μέχρι να πεθάνει, αρκεί να είχε τον Γκούσταβ κοντά της. Τίποτε άλλο δεν είχε σημασία. Αυτή η επίγνωση της πρόσφερε γαλήνη, κάτι που έκανε επίσης και η πίστη στον Θεό. Γιατί καθημερινά σ’ εκείνο το άγονο νησί ο λόγος του Θεού γινόταν σαφέστερος. Αφιέρωνε όλο τον ελεύθερο χρόνο της στην προσεκτική μελέτη της Βίβλου και τα μηνύματα αυτά γέμιζαν την καρδιά της, με αποτέλεσμα να μπορεί να κλείνει

όλα τ’ άλλα απέξω. Η Ντάγκμαρ, προς μεγάλη λύπη της Έμελι, είχε πεθάνει δύο μήνες μετά την επιστροφή της στο νησί. Και είχε πεθάνει μ’ έναν τρόπο τόσο τρομερό, που ούτε και η ίδια η Έμελι δεν μπορούσε να διανοηθεί. Μια νύχτα είχε μπει κάποιος στο σπίτι της, προφανώς για να κλέψει τα ελάχιστα τιμαλφή που υπήρχαν εκεί. Την επομένη, μια φίλη βρήκε την Ντάγκμαρ σκοτωμένη. Τα μάτια της Έμελι γέμιζαν δάκρυα όταν σκεφτόταν την Ντάγκμαρ και τον βίαιο τρόπο με τον οποίο είχε χάσει τη ζωή της. Μερικές φορές δεν άντεχε ούτε να το σκέφτεται. Ποιος να ήταν άραγε τόσο κακός και με τόσο μίσος μέσα του ώστε να μπορέσει να αφαιρέσει τη ζωή μιας γριάς γυναίκας που δεν είχε κάνει κακό σε κανέναν; Τις νύχτες οι νεκροί ψιθύριζαν ένα όνομα. Ήξεραν και ήθελαν ν’ ακούσει κι εκείνη αυτό που είχαν να της πουν. Αλλά η Έμελι δεν ήθελε να ξέρει, δεν ήθελε ν’ ακούει. Αλλά της έλειπε πολύ η Ντάγκμαρ, τόσο πολύ που η καρδιά της πονούσε. Παλιότερα της έδινε μεγάλη σιγουριά η γνώση ότι η Ντάγκμαρ ήταν εκεί στη Φιελμπάκα, παρόλο που οι άντρες δεν την έπαιρναν μαζί τους όταν πήγαιναν εκεί για ψώνια, για να πάει να την επισκεφθεί. Τώρα όμως είχε πεθάνει και η Έμελι με τον Γκούσταβ ήταν πάλι μόνοι. Αν και αυτό δεν ήταν εντελώς αληθινό. Όταν εκείνη επέστρεψε με τον Γκούσταβ στην αγκαλιά, εκείνοι στέκονταν

στα βράχια και περίμεναν. Την είχαν καλωσορίσει κατά την επιστροφή της στο νησί. Τώρα τους έβλεπε πια χωρίς δυσκολία. Ο Γκούσταβ είχε συμπληρώσει ενάμιση χρόνο ζωής, και παρότι εκείνη δεν ήταν εντελώς σίγουρη, πίστευε ότι τους έβλεπε κι αυτός. Όταν εμφανίζονταν εκείνοι, ο Γκούσταβ συνήθιζε να γελάει πλατιά και να κουνάει τα χεράκια του. Η παρουσία τους τον γέμιζε χαρά – και η χαρά του ήταν το μόνο πράγμα που είχε σημασία στον κόσμο της Έμελι. Η ζωή μπορούσε να γίνει μονότονη εκεί στο νησί. Η μια μέρα ίδια κι απαράλλαχτη με την άλλη, κι όμως εκείνη δεν ήταν ποτέ της περισσότερο ικανοποιημένη. Ο πάστορας είχε έρθει άλλη μια φορά στο νησί να τους επισκεφθεί. Η Έμελι είχε την αίσθηση πως εκείνος ανησυχούσε και ήθελε να βλέπει και μόνος του πώς πήγαιναν τα πράγματα. Αλλά δεν ήταν ανάγκη ν’ ανησυχεί ο καλός κληρικός. Η απομόνωση, που παλιότερα της προκαλούσε ρίγη, δεν την ενοχλούσε πια. Είχε όλη την παρέα που χρειαζόταν και η ζωή της είχε αποκτήσει κάποιο νόημα. Ποιος θα το διακινδύνευε να ζητήσει περισσότερα; Ο πάστορας είχε επιστρέψει στη Φιελμπάκα καθησυχασμένος. Είχε δει την ηρεμία στο πρόσωπό της, είχε δει την πολυχρησιμοποιημένη Βίβλο που ήταν ανοιχτή πάνω στο τραπέζι. Είχε χαϊδέψει τον Γκούσταβ στο μάγουλο, του είχε προσφέρει μια καραμέλα για τον βήχα και είχε πει ότι

ήταν ένα γερό παιδί, κάτι που έκανε την Έμελι να λάμψει από περηφάνια. Ο Καρλ, αντιθέτως, αγνοούσε εντελώς το παιδί. Ήταν λες και ο γιος του δεν υπήρχε. Είχε επίσης μετακομίσει για τα καλά από την κρεβατοκάμαρά τους και κοιμόταν πια στο δωμάτιο στο ισόγειο. Ο Γιούλιαν κοιμόταν στον πάγκο της κουζίνας. Ο μικρός φώναζε πολύ, είχε ισχυριστεί ο Καρλ, αλλά η Έμελι υποπτευόταν ότι ήθελε απλώς μια πρόφαση για να μην κοιμάται πια μαζί της. Δεν την ενδιέφερε καθόλου αυτό, κοιμόταν πια δίπλα στον Γκούσταβ, ο οποίος είχε το παχουλό χεράκι του γύρω από τον λαιμό της και το στοματάκι του στο μάγουλό της. Αυτά ήταν όλα όσα χρειαζόταν. Αυτά και ο Θεός.

Είχαν

περάσει μια ωραία βραδιά στου Γιέραν. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, η Ερίκα και η Άννα δεν ήξεραν ότι είχαν αδελφό, αλλά εκείνος δέθηκε σύντομα με τις μικρότερες αδελφές του και τόσο ο Πάτρικ όσο και ο Νταν συμπαθούσαν πολύ τον κουνιάδο τους. Η θετή του μητέρα, η Μέρτα, που είχε φάει μαζί τους την προηγούμενη βραδιά, ήταν μια υπέροχη ηλικιωμένη κυρία που είχε ενσωματωθεί αμέσως στη διευρυμένη οικογένεια. «Είστε έτοιμοι για όλα;» έκανε ο Ουλφ εκεί που στέκονταν στο πάρκινγκ έξω από το τμήμα. Δίχως να περιμένει απάντηση, τους σύστησε στον συνάδελφό του Χαβιέ. Ήταν, Θεός φυλάξοι, πιο μεγαλόσωμος από τον Ουλφ και σίγουρα σε πολύ καλύτερη φόρμα. Προφανώς δεν ανήκε στο είδος των ομιλητικών ανθρώπων και απλώς αντάλλαξε σιωπηλός χειραψία με τον Πάτρικ και τον Γιέστα. «Θα μας ακολουθήσετε με το δικό σας;» Ο Ουλφ χώθηκε με κόπο στη θέση του οδηγού σ’ ένα

πολιτικό αυτοκίνητο της αστυνομίας. «Ναι, αρκεί να μην τρέχετε. Δεν τα καταφέρνω με τους δρόμους εδώ στο Γέτεμποργ» είπε ο Πάτρικ. Κατευθύνθηκε μαζί με τον Γιέστα στο δικό τους όχημα. «Θα οδηγώ σαν δάσκαλος οδήγησης» φώναξε ο Ουλφ και γέλασε. Διέσχισαν την πόλη και σε λίγο βρέθηκαν σ’ ένα αραιοκατοικημένο τμήμα της. Έπειτα από άλλα είκοσι λεπτά σχεδόν εξαφανίστηκαν και τα λιγοστά σπίτια. «Σκέτη ύπαιθρος» είπε ο Γιέστα και κοίταξε γύρω του. «Μα μένουν μέσα στο δάσος;» «Ίσως να μην είναι περίεργο που μένουν σε τόσο απομονωμένη περιοχή. Είναι μάλλον πολλά αυτά που δεν θα θέλουν να βλέπουν πιθανά αδιάκριτα μάτια». «Δίκιο έχεις». Ο Ουλφ έκοψε ταχύτητα μπροστά τους και έστριψε μέσα στην αυλή ενός μεγάλου αγροκτήματος. Μερικά σκυλιά έτρεξαν προς τα αυτοκίνητα γαβγίζοντας. «Να πάρει ο διάολος, δεν μου αρέσουν τα σκυλιά». Ο Γιέστα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τινάχτηκε όταν ένα από τα τεράστια σκυλιά, ένα ροτβάιλερ, γάβγισε ακριβώς έξω από την πόρτα του. «Μάλλον γαβγίζουν περισσότερο απ’ όσο δαγκώνουν, νομίζω» είπε ο Πάτρικ σβήνοντας τη μηχανή.

«Νόμιζε ό,τι θέλεις» είπε ο Γιέστα και δεν έκανε την παραμικρή κίνηση ν’ ανοίξει την πόρτα. «Α, έλα τώρα». Ο Πάτρικ βγήκε από το αυτοκίνητο, αλλά έμεινε στήλη άλατος όταν τρία σκυλιά τον περικύκλωσαν και γάβγιζαν δείχνοντας τα δόντια τους. «Φώναξε μέσα τα σκυλιά» φώναξε ο Ουλφ κι έπειτα από κάνα λεπτό βγήκε ένας άντρας από την εξώπορτα του σπιτιού. «Γιατί; Τη δουλειά τους κάνουν κι αυτά. Κρατούν τους απρόσκλητους επισκέπτες σε απόσταση». Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος μ’ ένα χαμόγελο που έδειχνε ότι το διασκέδαζε. «Κόφ’ το, Στέφαν. Θέλουμε να σου μιλήσουμε για λίγο. Φώναξε μέσα τα γαμημένα τα σκυλιά τώρα». Ο Στέφαν γέλασε και έφερε το ένα χέρι στο στόμα. Έχωσε τον αντίχειρα και τον δείκτη μέσα και σφύριξε. Τα σκυλιά σταμάτησαν αμέσως να γαβγίζουν. Έτρεξαν στο αφεντικό τους και ξάπλωσαν δίπλα στα πόδια του. «Ικανοποιήθηκες τώρα;» Ο Πάτρικ δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει ότι ο αρχηγός των Παράνομων Αετών, των ΙΕ, ήταν αρκετά ωραίος. Αν δεν ήταν εκείνη η ψυχρότητα στο βλέμμα του, θα μπορούσες

σχεδόν να τον πεις όμορφο. Ακόμα και το ντύσιμό του δεν τον κολάκευε: σκισμένο τζιν παντελόνι, λεκιασμένο φανελάκι και μαύρο δερμάτινο γιλέκο σαν αυτά που φορούν οι μοτοσικλετιστές. Στα πόδια του φορούσε τσόκαρα. Άρχισαν να εμφανίζονται κι άλλοι άντρες γύρω τους, πολλοί άντρες. Όλοι με το ίδιο προσεκτικό κι απειλητικό βλέμμα. «Τι θέλετε; Βρίσκεστε σε ιδιωτικό χώρο» είπε ο Στέφαν παρακολουθώντας και την παραμικρή τους κίνηση. «Θέλουμε μόνο να μιλήσουμε λίγο» είπε ο Ουλφ και σήκωσε αποτρεπτικά τα χέρια του στον αέρα. «Δεν ήρθαμε για φασαρία. Απλώς να καθίσουμε και να μιλήσουμε θέλουμε». Επικράτησε σιωπή για αρκετή ώρα. Ο Στέφαν φαινόταν να σκέφτεται και όλοι στέκονταν εντελώς ακίνητοι στην αυλή. «Εντάξει, περάστε μέσα τότε» είπε ο Στέφαν στο τέλος και ανασήκωσε τους ώμους σαν να μην είχαν καμία σημασία όλα αυτά. Έκανε μεταβολή και μπήκε στο σπίτι. Ο Ουλφ, ο Χαβιέ και ο Γιέστα έκαναν ό,τι τους είπε. Ο Πάτρικ ακολούθησε με την καρδιά του να σφυροκοπά. «Καθίστε». Ο Στέφαν έδειξε μερικές πολυθρόνες που ήταν δίπλα σ’ ένα βρόμικο γυάλινο τραπέζι. Εκείνος κάθισε σ’ έναν

επιδεικτικά ακριβό δερμάτινο καναπέ και άπλωσε τα χέρια του στην κορυφή της ράχης του. Το τραπέζι ήταν γεμάτο κουτάκια μπίρας, κουτιά πίτσας και γόπες, από τις οποίες άλλες ήταν στο τασάκι και άλλες πάνω στο τραπέζι. «Δεν πρόλαβα να καθαρίσω» έκανε χαμογελώντας ο Στέφαν. Έπειτα σοβάρεψε ξανά. «Τι θέλετε;» Ο Ουλφ κοίταξε τον Πάτρικ, ο οποίος ξερόβηξε. Ένιωθε, ηπίως ειπείν, πολύ άβολα εκεί μέσα στο αρχηγείο της συμμορίας των μοτοσικλετιστών. Αλλά τώρα δεν υπήρχε επιστροφή. «Είμαστε από το αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε» είπε και άκουσε, ενοχλημένος, τη φωνή του να τρέμει. Όχι πολύ, αλλά αρκετά για να δώσει στον Στέφαν την ευκαιρία να το διασκεδάσει, κάτι που φαινόταν στο βλέμμα του. «Έχουμε μερικές ερωτήσεις που αφορούν μια επίθεση ακολουθούμενη από σοβαρές σωματικές βλάβες, που έγινε τον Φεβρουάριο. Στην οδό Έρικ Ντάλμπεργ. Το θύμα ήταν ένας άντρας ονόματι Ματς Σβερίν». Έκανε μια παύση και ο Στέφαν τον κοίταξε με επιδεικτικά απορημένο ύφος. «Ναι;» «Υπάρχουν καταθέσεις μαρτύρων που υποστηρίζουν ότι ο άντρας αυτός ξυλοκοπήθηκε από μερικούς που έφεραν το

έμβλημά σας στην πλάτη». Ο Στέφαν γέλασε ειρωνικά και κοίταξε τους άντρες του, που παρέμεναν αλέγροι στο παρασκήνιο. Ξέσπασαν κι εκείνοι σε γέλια. «Ναι, αλλά τι λέει αυτός που τις έφαγε; Πώς τον είπες… Μαξ;» «Ματς» έκανε ψυχρά ο Πάτρικ. Ήταν φανερό ότι είχαν γίνει αυτόπτες μάρτυρες ενός σόου, αλλά μέχρι στιγμής δεν είχε αρκετά στοιχεία για να μπορέσει να διατρήσει το γεμάτο αυτοπεποίθηση προσωπείο του Στέφαν Γιούνγκμπεργ. «Α, ζητώ συγγνώμη. Τι λέει ο Ματς; Εμάς κατηγορεί;» Ο Στέφαν άνοιξε κι άλλο τα χέρια του. Τώρα φαινόταν σαν να κάλυπτε όλο τον καναπέ. Ένα από τα σκυλιά πήγε κοντά του και ξάπλωσε στα πόδια του. «Όχι» είπε απρόθυμα ο Πάτρικ. «Δεν κατηγορεί εσάς». «Εντάξει τότε». – Ο Στέφαν χαμογέλασε ξανά. «Μου φαίνεται λίγο περίεργο που δεν ρωτάς ποιος είναι αυτός για τον οποίο μιλάμε» έκανε ο Ουλφ και προσπάθησε να καλέσει κοντά του το σκυλί. Ο Γιέστα τον κοιτούσε σαν να έβλεπε παλαβό, αλλά το σκυλί σηκώθηκε, πήγε μέχρι τον Ουλφ και τον άφησε να το χαϊδέψει πίσω από το αυτί. «Η Λολίτα δεν έχει μάθει ακόμη να μυρίζεται τους

μπάτσους» είπε ο Στέφαν. «Αλλά θα το κάνει. Και όσον αφορά αυτόν τον Ματς, δεν είμαι σε θέση να ξέρω τα πάντα για όλους τους ανθρώπους. Είμαι άλλωστε επιχειρηματίας και έρχομαι σε επαφή με πολύ κόσμο». «Εργαζόταν για μια οργάνωση που ονομάζεται Φριστάντ. Σου λέει τίποτα;» Όσο περισσότερο έμεναν εκεί, τόσο μεγαλύτερη απέχθεια ένιωθε ο Πάτρικ γι’ αυτό τον άνθρωπο. Και αυτό το παιχνίδι τον γέμιζε αγανάκτηση. Ήταν σίγουρος πως ο Στέφαν ήξερε για τι μιλούσαν και πως ο Στέφαν ήξερε ότι το ήξεραν αυτό. Θα προτιμούσε να τον μάζευε ο Ουλφ και να τον πήγαιναν στο τμήμα, ώστε να βάλουν τον μάρτυρα από την οδό Έρικ Ντάλμπεργ να τον αναγνωρίσει. Γιατί ακόμα κι αν δεν είχε επιβεβαιωθεί ότι ο Στέφαν συμμετείχε στον ξυλοδαρμό του Ματς Σβερίν, ο Πάτρικ ήταν σίγουρος πως έτσι είχαν τα πράγματα. Και όσο σκεφτόταν πόσο προσωπικό ήταν αυτό το θέμα για τον Στέφαν, τόσο περισσότερο πειθόταν ότι ο Στέφαν δεν θα άφηνε τη δουλειά αυτή στους μπράβους του. «Φριστάντ; Όχι, δεν την ξέρω αυτή την οργάνωση». «Πολύ περίεργο. Γιατί εκείνοι σε ξέρουν. Πολύ καλά». – Ο Πάτρικ έβραζε μέσα του από θυμό. «Μπα;» έκανε ο Στέφαν και πήρε το ύφος του ανήξερου. «Πώς είναι τα πράγματα με τη Μαντελέν τώρα τελευταία;»

έκανε ο Ουλφ. Η Λολίτα είχε ξαπλώσει τώρα ανάσκελα και ο Ουλφ τής χάιδευε την κοιλιά. «Ε, ξέρεις πώς είναι τώρα οι γυναίκες. Έχουμε λίγα μπερδέματα προς το παρόν, αλλά τίποτα που να μη λύνεται». «Μπερδέματα;» έκανε ο Πάτρικ με σφιγμένα τα δόντια και ο Ουλφ τού έριξε μια προειδοποιητική ματιά. «Είναι στο σπίτι;» ρώτησε ο Ουλφ. Ο Χαβιέ στεκόταν όλη αυτή την ώρα αμίλητος. Εξέπεμπε απλώς μια γνήσια μυϊκή δύναμη. Ο Πάτρικ κατάλαβε γιατί τον είχε διαλέξει ο Ουλφ. «Όχι αυτή τη στιγμή» είπε ο Στέφαν. «Αλλά σίγουρα θα στενοχωρηθεί που δεν σας είδε. Οι γυναίκες γουστάρουν επισκέψεις, καθώς ξέρετε». Φαινόταν εντελώς ήρεμος και ο Πάτρικ πίεσε πολύ τον εαυτό του για να μην του ρίξει γροθιά στο πρόσωπο και να σβήσει εκείνο το ηλίθιο χαμόγελο. Ο Στέφαν σηκώθηκε. Η Λολίτα σηκώθηκε αμέσως πάνω και έτρεξε στο αφεντικό της. Τρίφτηκε πάνω στο πόδι του σαν να του ζητούσε συγγνώμη που τον είχε παρατήσει και ο Στέφαν έσκυψε και τη χάιδεψε. «Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να τελειώνουμε, έχω και δουλειές να κάνω». Ο Πάτρικ ήθελε να κάνει χίλιες ερωτήσεις ακόμα. Για την

κοκαΐνη, για τη Μαντελέν, για το Φριστάντ και για τον φόνο. Αλλά ο Ουλφ τού έριξε άλλη μια προειδοποιητική ματιά και έγνεψε προς την πόρτα. Ο Πάτρικ κατάπιε αυτό που είχε να ρωτήσει. Αντιλαμβανόταν ότι οι ερωτήσεις του έπρεπε να περιμένουν. «Ελπίζω να είναι καλά αυτός εκεί ο τύπος. Αυτός που έφαγε το ξύλο, εννοώ. Κάτι τέτοια μπορεί να τελειώσουν άσχημα». – Ο Στέφαν στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας και τους περίμενε να βγουν. Ο Πάτρικ τον κοίταξε. «Νεκρός είναι. Τον πυροβόλησαν» είπε με το πρόσωπο πολύ κοντά στο πρόσωπο του Στέφαν και ένιωσε μεμιάς την ανάσα του που βρομούσε μπαγιάτικη μπίρα και τσιγάρα. «Τον πυροβόλησαν;» Το χαμόγελο είχε εξαφανιστεί και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου ο Πάτρικ νόμισε πως είδε γνήσια έκπληξη στο βλέμμα του Στέφαν.

«Ήταν ακόμη όρθιο το σπίτι όταν έφτασες χτες το βράδυ;» Ο Κόνραντ κοίταξε την Πέτρα μέσα από τα μικρά στρογγυλά γυαλιά του. «Βέβαια» είπε η Πέτρα, αλλά δεν φαινόταν να ακούει

πραγματικά αυτά που της έλεγε. Η προσοχή της είχε στραφεί σε κάτι στην οθόνη. Έπειτα από λίγο γύρισε την καρέκλα της και στράφηκε στον Κόνραντ. «Βρήκα κάτι στο αρχείο. Η σύζυγος του Βέστερ είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου στην κομητεία Μπούχους, στο αρχιπέλαγος έξω από…» –έσκυψε μπροστά και διάβασε– «… τη Φιελμπάκα». «Είναι υπέροχο μέρος. Είχα πάει διακοπές εκεί κάνα δυο καλοκαίρια». Η Πέτρα κοίταξε έκπληκτη τον Κόνραντ. Για κάποιο λόγο δεν είχε ποτέ της φανταστεί ότι ο Κόνραντ πήγαινε κάπου διακοπές. Αναγκάστηκε όμως να δαγκώσει τη γλώσσα της, για να μην τον ρωτήσει με ποιον είχε πάει εκεί. «Πού βρίσκεται;» ρώτησε η Πέτρα. «Διάβολε, φαίνεται σαν να είναι ιδιοκτήτρια ολόκληρου νησιού. Του Γκρόχουερ». «Ανάμεσα στην Ουντεβάλα και στη Στρέμσταντ» αποκρίθηκε ο Κόνραντ. Καθόταν και έλεγχε τα τηλεφωνικά αρχεία του Φρέντρικ Βέστερ. Εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις. Βαρετή δουλειά, αλλά έπρεπε να γίνει και τα τηλέφωνα μπορούσαν να αποδειχτούν πραγματικά χρυσωρυχεία σε έρευνες εγκλημάτων. Εντούτοις αμφέβαλλε πραγματικά αν θα έβρισκαν κάτι σε αυτή την περίπτωση. Αυτοί εδώ οι άνθρωποι ήταν αρκετά έξυπνοι και δεν άφηναν ίχνη πίσω τους. Σίγουρα θα χρησιμοποιούσαν προπληρωμένες κάρτες για τη

συζήτηση ευαίσθητων θεμάτων και μετά θα τις πετούσαν. Αλλά ποτέ δεν ήξερε κανείς. Πάντως είχε μεγάλη υπομονή. Αν υπήρχε κάτι στη φαινομενικά ατέλειωτη λίστα κλήσεων, θα το έβρισκε. «Δεν κατάφερα ακόμη να βρω κάποιον αριθμό κινητού που να της ανήκει, οπότε μάλλον θα γίνει γρηγορότερα η δουλειά αν επικοινωνήσουμε με την εκεί αστυνομία. Αν υπάρχει. Δεν είναι και καμιά μεγάλη πόλη. Μήπως είναι η αστυνομία του Γέτεμποργ η πλησιέστερη αρχή;» «Τανουμσχέντε» είπε ο Κόνραντ ενώ συνέχιζε να πληκτρολογεί τηλεφωνικούς αριθμούς, για να τους συγκρίνει με αυτούς που είχαν στα αρχεία. «Το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα είναι στο Τανουμσχέντε». «Τανουμσχέντε; Γιατί μου φαίνεται ότι το ξέρω;» «Ο απογευματινός Τύπος έκανε μεγάλο ντόρο για κάποιο φόνο σχετικό με ναρκωτικά εκεί πέρα τούτη την εβδομάδα». Ο Κόνραντ έβγαλε τα γυαλιά του και έτριψε τη βάση της μύτης του με τον αντίχειρα και τον δείκτη. Τα μάτια του πονούσαν έπειτα από αρκετή ώρα μελέτης εκείνων των πυκνογραμμένων καταλόγων. «Α, μπράβο. Καθώς φαίνεται, δεν έχουμε μόνο εδώ στη μεγαλούπολη τέτοιες αθλιότητες». «Όχι, για να ξέρεις, υπάρχει και κόσμος πέρα από τη

Στοκχόλμη. Καταλαβαίνω ότι μπορεί να σου φαίνεται περίεργο, αλλά έτσι είναι» είπε ο Κόνραντ. Ήξερε ότι η Πέτρα ήταν γέννημα θρέμμα της Στοκχόλμης, ζούσε τη ζωή της μέσα στη Στοκχόλμη και σπάνια πήγαινε βορειότερα από την Ουψάλα ή νοτιότερα από το Σεντερτέλγιε. «Κι εσύ; Από πού κατάγεσαι εσύ;» έκανε σαρκαστικά η Πέτρα. Ταυτόχρονα αντιλήφθηκε πόσο περίεργο ήταν που έκανε τέτοια ερώτηση σε κάποιον με τον οποίο δούλευαν μαζί επί δεκαπέντε χρόνια. Αλλά δεν είχε τύχει ποτέ να το συζητήσουν. «Από την Γκνουχουέ» αποκρίθηκε ο Κόνραντ με το βλέμμα καρφωμένο στις λίστες του. Η Πέτρα τον κοίταξε. «Στη Σμόλαντ; Μα δεν έχεις καθόλου την προφορά της». Ο Κόνραντ ανασήκωσε τους ώμους και η Πέτρα άνοιξε το στόμα, για να συνεχίσει τις ερωτήσεις, αλλά σταμάτησε. Είχε μάθει και από πού καταγόταν ο Κόνραντ και πού πήγαινε διακοπές – και οι πληροφορίες αυτές ήταν περισσότερο από αρκετές για μία μέρα. «Γκνουχουέ» επανέλαβε ξαφνιασμένη. Έπειτα σήκωσε το ακουστικό. «Θα τηλεφωνήσω στους συναδέλφους στο Τανουμσχέντε».

Ο Κόνραντ έγνεψε. Ήταν βυθισμένος στον κόσμο των αριθμών.

«Φαίνεσαι κουρασμένος, αγάπη μου». Η Ερίκα φίλησε τον Πάτρικ στο στόμα. Κρατούσε σε κάθε χέρι από έναν δίδυμο και εκείνος τους φίλησε και τους δύο στο κεφάλι. «Ναι, αισθάνομαι λίγο εξαντλημένος. Πες μου όμως, πώς τα πήγες εσύ;» έκανε εκείνος με μια έκφραση γεμάτη ενοχή. «Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, πραγματικά». Παραξενεύτηκε και η ίδια για το πόσο ειλικρινής ακούστηκε, αλλά το εννοούσε. Όλα είχαν πάει καλά και τώρα η Μάγια ήταν στον παιδικό σταθμό και τα δίδυμα είχαν μόλις πριν από λίγο φάει κι ήταν χορτάτα και χαρούμενα. «Άξιζε τον κόπο το ταξίδι; Πώς ήταν ο Γιέραν και η Μέρτα;» ρώτησε εκείνη ενώ πήγε και άφησε τα δίδυμα σε μια κουβέρτα στο πάτωμα. «Υπάρχει καφές έτοιμος». «Α, ευχαριστώ, πολύ θα ήθελα έναν καφέ». Ο Πάτρικ την ακολούθησε στην κουζίνα. «Μπορώ να μείνω μόνο για λίγο, αλλά μετά πρέπει να πάω στο τμήμα». «Κάθισε λίγο να χαλαρώσεις» είπε η Ερίκα και σχεδόν τον έσπρωξε να καθίσει σε μια καρέκλα της κουζίνας.

Έβαλε ένα φλιτζάνι με καφέ μπροστά του κι εκείνος ήπιε ευγνώμων μια πρώτη γουλιά. «Κοίτα, έφτιαξα και κουλουράκια» είπε κι έβαλε στο τραπέζι ένα πιάτο με ζεστά ακόμη κουλουράκια. «Για δες. Τελικά μπορεί να γίνεις σωστή νοικοκυρά τελικά» είπε ο Πάτρικ, αλλά αντιλήφθηκε από το σκοτεινό βλέμμα της Ερίκα ότι το αστείο του δεν ήταν ευπρόσδεκτο. «Πες μου τώρα» έκανε η Ερίκα και κάθισε κι εκείνη. Ο Πάτρικ τής αφηγήθηκε χονδρικά τι είχε γίνει στο Γέτεμποργ. Στη φωνή του υπήρχε κάποια απογοήτευση. «Και ο Γιέραν με τη Μέρτα είναι μια χαρά. Σκέφτηκαν να έρθουν και να μας επισκεφθούν κάποιο Σαββατοκύριακο στο εγγύς μέλλον, αν έχουμε διάθεση». Το πρόσωπο της Ερίκα φωτίστηκε. «Μα θα ήταν υπέροχο! Θα τηλεφωνήσω το απόγευμα στον Γιέραν, για να κανονίσουμε ένα Σαββατοκύριακο». Έπειτα σοβάρεψε. «Σκέφτηκα κάτι. Είπε κανείς στη Νάταλι τι συνέβη με τον Γκούναρ;» Ο Πάτρικ την κοίταξε και συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα του είχε δίκιο. «Όχι, δεν νομίζω. Εκτός κι αν τηλεφώνησε η ίδια στη Σίγκνε». «Η Σίγκνε είναι ακόμη στο νοσοκομείο. Και προφανώς τα έχει χαμένα».

Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Θα της τηλεφωνήσω αμέσως μόλις βρω την ευκαιρία». «Ωραία». Η Ερίκα χαμογέλασε. Έπειτα σηκώθηκε, μετακίνησε το φλιτζάνι του πιο μέσα στο τραπέζι και κάθισε καβάλα στα γόνατά του. Πέρασε τα δάχτυλά της από τα μαλλιά του και τον φίλησε απαλά στο στόμα. «Σε πεθύμησα…» «Μμμ, κι εγώ σε πεθύμησα» είπε εκείνος και τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Από το καθιστικό άκουσαν τις ικανοποιημένες φωνές των διδύμων και ο Πάτρικ είδε μια γνώριμη λάμψη στο βλέμμα της Ερίκα. «Μήπως η αγαπητή μου σύζυγος έχει όρεξη να με ακολουθήσει στον πάνω όροφο για λίγο;» «Ω, ναι, καλέ μου κύριε, με μεγάλη μου ευχαρίστηση». «Εντάξει, τι περιμένουμε τότε;» Ο Πάτρικ σηκώθηκε τόσο απότομα, που παραλίγο να ρίξει την Ερίκα από τα γόνατά του. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στα σκαλιά. Αλλά την ίδια στιγμή που πάτησε το πόδι του στο πρώτο σκαλί, το κινητό του χτύπησε. Έκανε μια κίνηση να συνεχίσει, αλλά η Ερίκα τον εμπόδισε. «Αγάπη, πρέπει να το σηκώσεις αυτό εκεί. Μπορεί να είναι

από το τμήμα». «Μπορεί να περιμένει» είπε εκείνος. «Γιατί, πίστεψέ με, αυτό εδώ δεν θα πάρει πολλή ώρα». Την τράβηξε πάλι από το χέρι, αλλά χωρίς επιτυχία. «Δεν ξέρω αν αυτό που είπες μόλις τώρα είναι από τα καλά επιχειρήματα» έκανε εκείνη χαμογελαστά. «Και πρέπει να απαντήσεις, το ξέρεις». Ο Πάτρικ αναστέναξε. Ήξερε ότι η γυναίκα του είχε δίκιο, όσο κι αν δεν του άρεσε. «Μια άλλη φορά τότε;» Πήγε στο χολ να πάρει το κινητό του, που ήταν στην τσέπη του μπουφάν του και χτυπούσε. «Μετά χαράς» είπε η Ερίκα με μια ελαφρή υπόκλιση. Ο Πάτρικ γελούσε όταν σήκωσε το τηλέφωνο. Αγαπούσε πολύ την τρελούτσικη γυναίκα του.

Ο Μέλμπεργ ήταν ανήσυχος. Ένιωθε πως η ζωή του όλη εξαρτιόταν από το πώς θα έλυνε αυτό το θέμα. Η Ρίτα είχε βγει μια βόλτα με τον Λίο και οι κοπέλες ήταν στις δουλειές τους. Ο ίδιος το είχε σκάσει για να έρθει για λίγο στο σπίτι και να δει τα αθλητικά. Αλλά για πρώτη φορά δεν είχε μπορέσει να συγκεντρωθεί στην τηλεόραση, και τώρα έκοβε βόλτες εκεί

μέσα ενώ οι σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό του. Ξαφνικά σταμάτησε. Φυσικά, διάβολε, μπορούσε να το λύσει αυτό. Η λύση υπήρχε εκεί, ακριβώς μπροστά του. Βγήκε με φόρα από την εξώπορτα και κατέβηκε τα σκαλιά για το γραφείο στο ισόγειο. Ο Άλβαρ Νίλσον καθόταν πίσω από το γραφείο του. «Βρε, καλώς τον Μέλμπεργ!» «Γεια χαρά». – Ο Μέλμπεργ τού χάρισε το πλατύτερο χαμόγελό του. «Τι λες; Θα μου κάνεις παρέα;» είπε ο Άλβαρ και άνοιξε το πάνω συρτάρι, βγάζοντας μια μπουκάλα ουίσκι. Ο Μέλμπεργ πάλεψε με τον εαυτό του, αλλά ο αγώνας τελείωσε όπως συνήθιζε να τελειώνει. «Ναι, δεν πάει στον διάολο» έκανε και κάθισε. Ο Άλβαρ τού έδωσε ένα ποτήρι. «Ναι, ήθελα και κάτι άλλο». Ο Μέλμπεργ στριφογύρισε το ποτήρι με το ουίσκι στο χέρι του και το απόλαυσε οπτικά πριν πιει την πρώτη γουλιά. «Α, πώς θα μπορούσα να βοηθήσω εγώ σε αυτό;» «Οι κοπέλες εξέφρασαν την επιθυμία να μετακομίσουν σε δικό τους διαμέρισμα». Ένα χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του Άλβαρ. Οι «κοπέλες» ήταν στην πραγματικότητα πάνω από τριάντα χρόνων η καθεμιά τους.

«Το πρόβλημα είναι ότι η Ρίτα κι εγώ δεν θέλουμε να μετακομίσουν πολύ μακριά». «Καταλαβαίνω. Αλλά είναι δύσκολο να βρει κανείς διαμέρισμα στο Τανουμσχέντε τώρα». «Γι’ αυτό σκέφτηκα ότι θα μπορούσες να με βοηθήσεις». Ο Μέλμπεργ έσκυψε μπροστά και κάρφωσε με το βλέμμα του τον Άλβαρ. «Εγώ; Μα ξέρεις πώς είναι η κατάσταση εδώ. Όλα τα διαμερίσματα είναι γεμάτα. Δεν έχω ούτε αποθηκούλα να προσφέρω». «Έχεις ένα ωραίο τριάρι στον όροφο κάτω από εμάς». Ο Άλβαρ τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε. «Το μόνο τριάρι στον όροφο αυτό είναι…» Σώπασε. Έπειτα κούνησε έντονα το κεφάλι. «Με τίποτα. Όχι, αυτό δεν γίνεται. Η Μπέντε δεν θα συμφωνήσει ποτέ με κάτι τέτοιο». Ο Άλβαρ τέντωσε τον λαιμό του και κοίταξε ανήσυχος προς το διπλανό δωμάτιο, εκεί όπου η Νορβηγίδα γραμματέας του, και ερωμένη του ταυτόχρονα, καθόταν συνήθως και δούλευε. «Δεν είναι δικό μου αυτό το πρόβλημα. Αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει δικό σου». Ο Μέλμπεργ χαμήλωσε τη φωνή. «Δεν νομίζω ότι η Σέρστιν θα εκτιμούσε αυτή τη μικρή… διευθέτηση που έχεις κάνει εδώ».

Ο Άλβαρ τον αγριοκοίταξε και ο Μέλμπεργ ένιωσε ανήσυχος για λίγο. Αν είχε κάνει λάθος εκτίμηση, ο Άλβαρ θα τον πετούσε με τις κλοτσιές έξω από το γραφείο του. Κράτησε την ανάσα του. Έπειτα ο Άλβαρ άρχισε να γελάει. «Που να σε πάρει ο διάολος, Μέλμπεργ. Είσαι σκληρός διαπραγματευτής. Αλλά δεν θα καταστρέψει μια γυναίκα τη φιλία μας. Θα το λύσουμε αυτό το θέμα. Έχω μερικά μετρητά και μπορώ να κανονίσω κάτι άλλο για την Μπέντε. Τι θα έλεγες για μετακόμιση σ’ έναν μήνα από τώρα; Αλλά μην περιμένεις να πληρώσω εγώ τυχόν βαψίματα και τα παρόμοια. Αυτά θα τα κάνετε μόνοι σας. Σύμφωνοι;» είπε και του έδωσε το χέρι. Ο Μέλμπεργ πήρε επιτέλους ανάσα και έσφιξε με δύναμη το χέρι του Άλβαρ. «Ήξερα ότι μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ» είπε. Ένιωθε τη χαρά να τον πλημμυρίζει. Ο μικρός θα μετακόμιζε, αλλά όχι μακρύτερα από μιας σκάλας απόσταση. Έτσι θα μπορούσε να τον βλέπει όσο συχνότερα ήθελε. «Ας το γιορτάσουμε λοιπόν με άλλη μια γουλιά» είπε ο Άλβαρ. Ο Μέλμπεργ έσπρωξε το ποτήρι προς το μέρος του.

Στο Μπάντις είχε αρχίσει μια ξέφρενη κινητικότητα, αλλά η Βίβιαν ένιωθε σαν να γίνονταν όλα σε αργή κίνηση. Ήταν τόσο πολλά αυτά που έπρεπε να ολοκληρωθούν, τόσα αυτά που έπρεπε να διευθετηθούν. Αλλά πάνω απ’ όλα δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τις υπεκφυγές του Άντερς. Κάτι της έκρυβε κι αυτό είχε ανοίξει ένα χάσμα ανάμεσά τους, τόσο πλατύ και βαθύ, που με δυσκολία μπορούσε να δει την απέναντι πλευρά. «Πού θα στηθεί ο μπουφές;» Μία από τις σερβιτόρες την κοίταζε ερωτηματικά, κάτι που την ανάγκασε να συμμαζέψει το μυαλό της. «Εκεί κάτω, στα αριστερά. Μία σειρά, μακριά, ώστε να μπορούν να παίρνουν φαγητό και από τις δύο πλευρές». Όλα έπρεπε να οργανωθούν με τον σωστό τρόπο. Το στρώσιμο των τραπεζιών, το φαγητό, το τμήμα σπα, οι θεραπείες. Τα δωμάτια έπρεπε να ετοιμαστούν, με λουλούδια και καλαθάκια με φρούτα για τους επίτιμους καλεσμένους. Και η σκηνή έπρεπε να είναι έτοιμη για την ορχήστρα. Τίποτα δεν θα έπρεπε να αφεθεί στην τύχη. Άκουσε τη φωνή της να μην τη βοηθάει καθώς άρχισε να απαντά σε ερωτήσεις δεξιά κι αριστερά. Στο χέρι της έλαμπε το δαχτυλίδι και αναγκάστηκε να καταπνίξει μια παρόρμηση να το βγάλει και να το πετάξει μακριά. Δεν έπρεπε να χάσει τον έλεγχο, όχι τώρα που ήταν τόσο κοντά στον στόχο και η

ζωή θα έμπαινε επιτέλους σε μια αποφασιστική καμπή. «Γεια, μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;» Ο Άντερς φαινόταν να έχει τα χάλια του, σαν να μην είχε κοιμηθεί ούτε δευτερόλεπτο όλη τη νύχτα. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα και είχε κατάμαυρες σακούλες κάτω από τα μάτια του. «Σε έπαιρνα τηλέφωνο όλο το πρωί. Πού ήσουν;» Ήταν γεμάτη άγχος. Οι σκέψεις που είχαν βρει τον δρόμο για το μυαλό της δεν την άφηναν ήσυχη. Δεν πίστευε πραγματικά ότι ο Άντερς ήταν ικανός για κάτι τέτοιο. Αλλά δεν ήταν και σίγουρη. Πώς μπορούσε να ξέρει κανείς τι γινόταν μέσα στο μυαλό ενός άλλου ανθρώπου; «Είχα κλείσει το κινητό. Είχα ανάγκη από ύπνο» είπε εκείνος χωρίς να την κοιτάξει κατάματα. «Μα…» Δεν συνέχισε. Δεν υπήρχε λόγος. Έπειτα από όσα είχαν μοιραστεί, ο Άντερς είχε επιλέξει τώρα να την αφήσει απέξω. Και τώρα ούτε η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει πόσο πολύ την είχε πειράξει αυτό. «Μπορείς να ελέγξεις αν υπάρχουν αρκετά ποτά» του είπε. «Και ποτήρια. Αν το κάνεις αυτό, θα σου είμαι ευγνώμων». «Βεβαίως, κάνω τα πάντα για σένα. Το ξέρεις αυτό» είπε ο Άντερς και για μια στιγμή είχε ξαναγίνει ο παλιός του εαυτός.

Μετά έκανε μεταβολή και πήγε στην κουζίνα. Όχι, δεν το ξέρω, το ήξερα, σκέφτηκε η Βίβιαν. Τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της, τα σκούπισε με το μανίκι και πήγε προς το τμήμα σπα. Δεν θα κατέρρεε τώρα. Ας το έκανε μετά. Τώρα έπρεπε να φροντίσει να υπάρχει πολύ λάδι για μασάζ και όστρακα στρειδιών για απολέπιση.

«Πήραμε ένα τηλεφώνημα από το Τμήμα Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Βίας στη Στοκχόλμη. Προσπαθούν να εντοπίσουν τη Νάταλι Βέστερ». Ο Πάτρικ είδε την έκπληξη των συνεργατών του. Έτσι μάλλον θα έδειχνε κι αυτός απαντώντας στο κινητό από το σπίτι του πριν από μισή ώρα, όταν του τηλεφώνησε η Άνικα και του είπε το ίδιο πράγμα. «Γιατί;» είπε ο Γιέστα. «Ο άντρας της βρέθηκε νεκρός και οι συνάδελφοι ανησυχούσαν μήπως η Νάταλι και ο γιος της ήταν επίσης νεκροί κάπου. Ο Φρέντρικ Βέστερ ήταν προφανώς ένα από τα μεγάλα ονόματα του σουηδικού εμπορίου ναρκωτικών». «Μιλάς σοβαρά;» έκανε ο Μάρτιν. «Ναι, κι εγώ δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Αλλά η Δίωξη Ναρκωτικών τον παρακολουθούσε, καθώς φαίνεται, εδώ και

καιρό, και μόλις τις προάλλες τον βρήκαν νεκρό, πυροβολημένο στο σπίτι του, στο ίδιο του το κρεβάτι. Φαίνεται μάλιστα πως ήταν αρκετό καιρό εκεί, περίπου δύο εβδομάδες». «Γιατί όμως δεν τον βρήκαν νωρίτερα;» έκανε η Πάουλα. «Είχαν ετοιμάσει τα πάντα για να φύγουν οικογενειακώς για διακοπές, στο σπίτι που είχαν στην Ιταλία, και θα έλειπαν όλο το καλοκαίρι. Οπότε όλοι υπέθεταν ότι είχαν φύγει». «Και η Νάταλι;» ρώτησε ο Γιέστα. «Όπως ανέφερα, φοβούνταν μήπως αυτή και ο γιος της βρίσκονταν νεκροί σε κάποιο δάσος πυροβολημένοι στο κεφάλι. Αλλά όταν τους επιβεβαίωσα ότι ήταν εδώ, συμπέραναν ότι εκείνη το έσκασε με τον γιο της, μακριά από όποιον ή όποιους σκότωσαν τον άντρα της. Η Νάταλι μπορεί κάλλιστα να ήταν αυτόπτης μάρτυρας του φόνου – και στην περίπτωση αυτή καλά κάνει και κρύβεται. Κατά τα λεγόμενά τους, δεν αποκλείουν να πυροβόλησε και η ίδια τον άντρα της». «Και τι γίνεται τώρα;» Η Άνικα φαινόταν πολύ ταραγμένη. «Δύο από τους αστυνομικούς που έχουν αναλάβει την υπόθεση θα έρθουν εδώ αύριο. Θέλουν να της μιλήσουν το συντομότερο δυνατόν. Οπότε περιμένουμε, για να πάμε κι εμείς μαζί τους εκεί».

«Αν όμως κινδυνεύουν;» έκανε ο Μάρτιν. «Δεν έχει συμβεί κάτι ως τώρα – άλλωστε αύριο θα έχουμε και ενισχύσεις. Ας ελπίσουμε ότι εκείνοι ξέρουν πώς να χειριστούν το θέμα». «Ναι, καλύτερα να το χειριστεί η Στοκχόλμη αυτό το θέμα» συμφώνησε η Πάουλα. «Υπάρχει όμως κανένας άλλος εδώ που να σκέφτεται όπως εγώ για την πιθανότητα–» «Να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στον φόνο του Φρέντρικ Βέστερ και στον φόνο του Ματς Σβερίν; Ναι, την έκανα κι εγώ αυτή τη σκέψη» είπε ο Πάτρικ. Είχε αρχίσει πλέον να νιώθει σίγουρος για το ποιος ήταν ο ένοχος, αλλά αυτό εδώ άλλαζε αναντίρρητα την κατάσταση. «Πώς τα πήγατε στο Γέτεμποργ, αλήθεια;» έκανε ο Μάρτιν, σαν να είχε καταφέρει να διαβάσει τις σκέψεις του Πάτρικ. «Και καλά και άσχημα». Τους αφηγήθηκε τι είχε συμβεί στις δύο ημέρες που ήταν στο Γέτεμποργ με τον Γιέστα. Όταν τελείωσε, έμειναν όλοι σιωπηλοί στην κουζίνα, εκτός από τον Μέλμπεργ που ρουθούνιζε για κάτι που προφανώς διαδραματιζόταν μέσα στο μυαλό του. Ανέδιδε ύποπτα μυρωδιά αλκοόλ. «Εκεί που δεν είχαμε κανένα στοιχείο, έχουμε τώρα δύο

ευλογοφανή. Και πιθανά» συνόψισε η Πάουλα. «Ναι, και γι’ αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό να μη δέσουμε τίποτα κόμπο, αλλά να συνεχίσουμε να δουλεύουμε. Αύριο έρχονται οι συνάδελφοι από τη Στοκχόλμη και τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε και με τη Νάταλι. Περιμένω επίσης να πάρει τηλέφωνο ο Ουλφ από το Γέτεμποργ για το πώς θα κινηθούμε καλύτερα με τους Παράνομους Αετούς. Έπειτα έχουμε τα τεχνικά στοιχεία. Ακόμη δεν έχουμε κάποια ταυτοποίηση για τη σφαίρα;» ρώτησε ο Πάτρικ γενικά. Η Πάουλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Μπορεί να πάρει καιρό. Εξετάζουν και τη βάρκα, αλλά δεν έχουμε ακούσει τίποτε ακόμη». «Και η σακούλα με την κοκαΐνη;» «Υπάρχουν ακόμη δακτυλικά αποτυπώματα που είναι άγνωστα». «Α, ναι, σκεφτόμουν κάτι σχετικά με τη βάρκα. Πρέπει να υπάρχει κάποιος εδώ στην περιοχή που να ξέρει πώς κινούνται εδώ έξω τα ρεύματα, από πού μπορεί να παρασύρθηκε η βάρκα, πόσο μακριά, να, τέτοια». Κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του σταμάτησε στον Γιέστα. «Θα το αναλάβω εγώ». Ο Γιέστα ακούστηκε κουρασμένος. «Ξέρω με ποιον θα μιλήσω». «Καλώς».

Ο Μάρτιν σήκωσε το χέρι του. «Ναι;» «Η Πάουλα κι εγώ μιλήσαμε με τον Λέναρτ για τα έγγραφα στον χαρτοφύλακα του Ματς». «Ναι, μπράβο. Εντόπισε κάτι ενδιαφέρον;» «Δυστυχώς, όλα φαίνονται εντάξει. Ή μάλλον πρέπει να πω ευτυχώς, εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς». – Ο Μάρτιν είχε γίνει κατακόκκινος στο πρόσωπο. «Ο Λέναρτ δεν μπόρεσε να εντοπίσει καμία παρατυπία» διευκρίνισε η Πάουλα. «Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν παρατυπίες, αλλά, σύμφωνα με τα έγγραφα που είχε ο Ματς μαζί του, όλα φαίνονται εντάξει». «Εντάξει. Τι ξέρουμε για τον υπολογιστή;» «Θα πάρει άλλη μια βδομάδα» είπε η Πάουλα. Ο Πάτρικ αναστέναξε. «Πολλή αναμονή, καταπώς φαίνεται τώρα, αλλά πρέπει να συνεχίσουμε να δουλεύουμε με ό,τι μπορούμε. Σκέφτηκα να καθίσω και να ελέγξω όλα όσα ανακαλύψαμε μέχρι τώρα, για να πάρω μια ιδέα του τι έχουμε συνολικά και αν μας ξέφυγε κάτι. Γιέστα, εσύ ανέλαβες αυτό με τη βάρκα. Μάρτιν και Πάουλα…» Σκέφτηκε λίγο. «Αρχίστε να σκαλίζετε, ο καθένας από μόνος του, και προσπαθήστε να βρείτε όσες πληροφορίες μπορείτε για τους Παράνομους Αετούς και τη

δράση τους, όπως και για τον Φρέντρικ Βέστερ. Οι συνάδελφοι από το Γέτεμποργ και τη Στοκχόλμη υποσχέθηκαν να συνεργαστούν και να βοηθήσουν. Θα σας δώσω εγώ τα ονόματα και τα τηλέφωνα για να έρθετε σε επαφή μαζί τους, οπότε μπορείτε να τους ζητήσετε όλο το υλικό που μπορούν να σας δώσουν. Το πώς θα μοιραστείτε αυτή τη δουλειά θα το συμφωνήσετε μεταξύ σας». «Εντάξει» είπε η Πάουλα. Ο Μάρτιν έγνεψε ότι συμφωνούσε και έπειτα σήκωσε δειλά το χέρι του άλλη μια φορά. «Τι γίνεται με το Φριστάντ; Θα τους αναφέρετε;» «Όχι» είπε ο Πάτρικ. «Αποφασίσαμε να μην το κάνουμε. Όπως έχουν τα πράγματα τώρα, δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε κάτι τέτοιο». Ο Μάρτιν φάνηκε ανακουφισμένος. «Πώς το αντιληφθήκατε αυτό εκεί με την κοπέλα του Σβερίν, αλήθεια;» Ο Πάτρικ έριξε μια ματιά στον Γιέστα, ο οποίος χαμήλωσε το βλέμμα. «Με σχολαστική αστυνομική δουλειά. Και λίγη διαίσθηση». Χτύπησε τα χέρια του. «Ας πιάσουμε δουλειά λοιπόν».

Φιελμπάκα 1875

Οι μέρες έγιναν βδομάδες και οι μήνες χρόνοι. Η Έμελι είχε τακτοποιηθεί και προσαρμοστεί στους ήρεμους ρυθμούς ζωής του Γκρόχουερ. Ήταν σαν να ζούσε σε αρμονία με το νησί. Ήξερε ακριβώς πότε θα άνθιζαν οι δεντρομολόχες, πότε θα μετατρεπόταν η ζέστη του καλοκαιριού σε φθινοπωρινό κρύο, πότε θα έπεφτε ο πάγος και πότε θα ράγιζε. Το νησί ήταν ο κόσμος της και στον κόσμο αυτό βασιλιάς ήταν ο Γκούσταβ. Ήταν ένα ευτυχισμένο παιδί και την ξάφνιαζε καθημερινά με τη χαρά του για τα πάντα μέσα σ’ εκείνη την περιορισμένη ζωή. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν σπάνια της μιλούσαν πια. Ζούσαν απομονωμένοι, παρόλο που στριμώχνονταν όλοι σε μια τόσο μικρή έκταση. Ακόμα και τα σκληρά λόγια τους είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν. Λες κι εκείνη δεν ήταν πια άνθρωπος,

κάποιος που θα μπορούσες να τον έχεις άχτι. Αντιθέτως, σου δινόταν η εντύπωση πως τη θεωρούσαν σαν αόρατο πλάσμα. Εκείνη φρόντιζε για όλες τις δουλειές του σπιτιού, αλλά κατά τα άλλα δεν επιζητούσε την προσοχή τους. Ποτέ της δεν προσπάθησε να πλησιάσει τον Καρλ ή τον Γιούλιαν. Αυτή και ο Γκούσταβ ήταν λιγότερο πραγματικοί για τον Καρλ από τα φαντάσματα. Ο Καρλ μάλιστα ποτέ δεν αποκάλεσε τον γιο του με το όνομά του. Το αγόρι, έλεγε τις ελάχιστες φορές που αναφερόταν σ’ αυτόν. Η Έμελι θυμόταν ακριβώς πότε το μίσος στο βλέμμα τους είχε μετατραπεί ξανά σε απόλυτη αδιαφορία. Ήταν όταν ο Γκούσταβ είχε συμπληρώσει τον δεύτερο χρόνο ζωής. Ο Καρλ είχε επιστρέψει από μια επίσκεψη στη Φιελμπάκα με μια έκφραση που εκείνη δυσκολευόταν να ερμηνεύσει. Ήταν νηφάλιος. Και για πρώτη φορά αυτός και ο Γιούλιαν δεν είχαν περάσει από το καπηλειό της Άμπελα – κι αυτό ήταν από μόνο του πολύ ασυνήθιστο. Πέρασαν ώρες πολλές και ο Καρλ δεν είχε πει κουβέντα, ενώ εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Στο τέλος ο Καρλ είχε αφήσει ένα γράμμα πάνω στο τραπέζι. «Ο πατέρας μου πέθανε» είχε πει. Και ήταν σαν κάτι να χαλάρωσε μέσα του εκείνη τη στιγμή. Σαν να λυτρώθηκε. Η Έμελι θα ήθελε πολύ να είχε μάθει περισσότερα από την Ντάγκμαρ για τη σχέση του Καρλ και

του πατέρα του, αλλά τώρα ήταν αργά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια και ήταν απλώς ευγνώμων που ο Καρλ άφηνε αυτή και τον Γκούσταβ στην ησυχία τους. Με κάθε χρόνο που περνούσε, γινόταν όλο και σαφέστερο για την Έμελι ότι ο Θεός ήταν παρών στα πάντα εδώ στο Γκρόχουερ. Η καρδιά της γέμιζε από ευγνωμοσύνη που μπορούσε να ζει, μαζί με τον Γκούσταβ, εδώ πέρα και να αισθάνεται το πνεύμα του Θεού στις κινήσεις του νερού και ν’ ακούει τη φωνή του στο φύσημα του ανέμου. Κάθε μέρα στο νησί ήταν ένα δώρο και ο Γκούσταβ ήταν ένα υπέροχο παιδί. Ήξερε βέβαια ότι άγγιζε τα όρια της αλαζονείας όταν σκεφτόταν κατ’ αυτό τον τρόπο για τον γιο της, τον κατ’ εικόνα της. Αλλά σύμφωνα με τη Βίβλο ο Γκούσταβ ήταν επίσης και κατ’ εικόνα Θεού, οπότε είχε την ελπίδα πως το αμάρτημα αυτό θα της συγχωρούνταν. Γιατί ο γιος της ήταν τόσο όμορφος, με ξανθά, σγουρά μαλλιά, γαλάζια μάτια και μακριές βλεφαρίδες που ακουμπούσαν πυκνές στο μάγουλό του όταν κοιμόταν δίπλα της τις νύχτες. Μιλούσε ασταμάτητα, μ’ εκείνη και με τους νεκρούς. Μερικές φορές εκείνη στεκόταν χαμογελαστή και κρυφάκουγε. Εκείνος έλεγε πολλά σοφά πράγματα κι εκείνοι είχαν μεγάλη υπομονή μαζί του. «Μπορώ να βγω έξω, μανούλα;»

Την τράβηξε από τη φούστα και σήκωσε το βλέμμα του προς το μέρος της. «Ναι, βέβαια, μπορείς». Έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Να προσέχεις όμως να μη γλιστρήσεις και πέσεις στο νερό». Η Έμελι τον παρακολουθούσε καθώς εκείνος έβγαινε τρέχοντας από την πόρτα. Στην πραγματικότητα δεν ήταν ανήσυχη. Ήξερε ότι δεν ήταν μόνος. Είχε φύλακες τους νεκρούς και τον Θεό.

Το Σάββατο ξημέρωσε με υπέροχο καιρό. Με ήλιο λαμπερό, ουρανό καταγάλανο κι ασυννέφιαστο και με μια απαλή αύρα μόνο. Όλη η Φιελμπάκα κόχλαζε από προσδοκία. Οι τυχεροί που είχαν λάβει πρόσκληση για τα αποψινά εγκαίνια είχαν ασχοληθεί όλη την εβδομάδα με το τι θα φορούσαν και το πώς θα ήταν χτενισμένοι. Όλοι οι σημαίνοντες της περιοχής θα βρίσκονταν εκεί και λεγόταν επίσης ότι θα έρχονταν και προσωπικότητες από το Γέτεμποργ. Αλλά η Ερίκα είχε άλλα στον νου της. Το ίδιο πρωί τής είχε έρθει μια ιδέα. Θα ήταν καλύτερα αν η Νάταλι μάθαινε για τον Γκούναρ πρόσωπο με πρόσωπο και όχι τηλεφωνικά. Άλλωστε είχε σκεφτεί να πάει μέχρι εκεί και να δώσει στη Νάταλι όσα είχε ξεθάψει για την ιστορία του Γκρόχουερ, σαν μια μικρή έκπληξη. Τώρα που είχε κάποιον για τα παιδιά, μπορούσε ν’ αρπάξει την ευκαιρία και να πάει. «Είσαι σίγουρη ότι θ’ αντέξεις να τα κρατήσεις τόσο πολύ;» ρώτησε. Η Κριστίνα ρουθούνισε.

«Αυτά εδώ τα αγγελούδια; Κανένα πρόβλημα» είπε κρατώντας τη Μάγια στην αγκαλιά της, ενώ τα δίδυμα ήταν ξαπλωμένα και κοιμούνταν στα πορτμπεμπέ τους. «Θα αργήσω αρκετά. Πρώτα θα συναντήσω την Άννα και μετά θα πάω απέναντι στο Γκρόχουερ». «Να προσέχεις, αν είναι να βγεις με τη βάρκα μόνη σου». Η Κριστίνα άφησε κάτω τη Μάγια, που στριφογύριζε επειδή ήθελε να φύγει από την αγκαλιά της, και η μικρή έσκυψε κι έριξε δυο υγρά φιλιά στα μικρά αδέρφια της πριν φύγει τρέχοντας να παίξει. «Α, είμαι καλή βαρκάρισσα» είπε γελώντας η Ερίκα. «Σε αντίθεση με τον γιο σου». «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο σ’ αυτό» είπε η Κριστίνα, αν και φαινόταν ακόμη ανήσυχη. «Είσαι σίγουρη, παρεμπιπτόντως, ότι η Άννα είναι αρκετά δυνατή για κάτι τέτοιο;» Η Ερίκα είχε σκεφτεί το ίδιο πράγμα όταν της είχε τηλεφωνήσει η Άννα και της είχε ζητήσει να τη συνοδεύσει στον τάφο, αλλά συνειδητοποίησε ότι έπρεπε ν’ αφήσει την αδελφή της ν’ αποφασίσει μόνη της γι’ αυτό. «Ναι, έτσι πιστεύω» είπε – και ακούστηκε πιο σίγουρη απ’ όσο ένιωθε. «Νομίζω ότι είναι νωρίς ακόμη» είπε η Κριστίνα και σήκωσε τον Νούελ, που είχε αρχίσει να κλαψουρίζει. «Εύχομαι να έχεις δίκιο εσύ, πάντως».

Κι εγώ αυτό εύχομαι, σκέφτηκε η Ερίκα όταν μπήκε στο αυτοκίνητο για να πάει στο νεκροταφείο. Εν πάση περιπτώσει, είχε δώσει μια υπόσχεση και τώρα δεν γινόταν να την πάρει πίσω. Η Άννα περίμενε στη μεγάλη καγκελόπορτα δίπλα στην πυροσβεστική. Φαινόταν τόσο μικροκαμωμένη. Τα κοντά μαλλιά την έκαναν να δείχνει εύθραυστη και η Ερίκα πίεσε τον εαυτό της να μην την πάρει στην αγκαλιά της και αρχίσει να τη λικνίζει σαν μωρό. «Αντέχεις;» τη ρώτησε με απαλή φωνή. «Αν θέλεις, μπορούμε να το κάνουμε άλλη μέρα». Η Άννα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, αντέχω. Και θέλω. Τα είχα τόσο χαμένα, που δεν θυμάμαι καν την κηδεία. Πρέπει να δω πού τον έχουν θάψει». «Εντάξει». Η Ερίκα πήρε την Άννα αγκαζέ και διέσχισαν το μονοπάτι με το χαλίκι που ήταν ισιωμένο με τσουγκράνα. Δεν θα μπορούσαν να έχουν διαλέξει καλύτερη μέρα. Ένας σιγανός θόρυβος ακουγόταν από τα οχήματα που περνούσαν στον δρόμο. Κατά τα άλλα επικρατούσε ησυχία και γαλήνη. Ο ήλιος έκανε τα μάρμαρα και τους γρανίτες να λάμπουν και πολλοί από τους τάφους ήταν ιδιαίτερα περιποιημένοι, με φρέσκα λουλούδια που είχαν αφήσει κάποιοι συγγενείς. Η

Άννα ξαφνικά φάνηκε να διστάζει και η Ερίκα τής έδειξε μ’ ένα μικρό νεύμα το σημείο όπου βρισκόταν ο τάφος. «Είναι δίπλα στον Γιενς». Η Ερίκα έδειξε έναν στρογγυλό ογκόλιθο από μαύρο γρανίτη με χαραγμένο πάνω το όνομα Γιενς Λέκμπεργ. Ο Γιενς ήταν πολύ φίλος με τον πατέρα τους και τον θυμούνταν από τα παιδικάτα τους: ένας μονίμως χαρούμενος, κοινωνικός και καλαμπουρτζής άντρας με μια κοιλιά που έδειχνε γλεντζέ. «Πόσο όμορφο είναι» είπε η Άννα. Η φωνή της ήταν άχρωμη, αλλά στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένη η θλίψη. Είχαν επιλέξει μια επιτύμβια πέτρα σαν τη διπλανή, έναν φυσικά στρογγυλεμένο ογκόλιθο από γρανίτη. Η εγχάραξη είχε γίνει κατά τον ίδιο τρόπο. Έγραφε Μικρός και μια χρονολογία. Μόνο μια χρονολογία. Η Ερίκα ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό της, αλλά ανάγκασε τον εαυτό της να καταπνίξει τα δάκρυα. Έπρεπε να μείνει δυνατή τώρα, για το χατίρι της Άννας. Η μικρή αδελφή ταλαντευόταν λίγο εκεί που στεκόταν και κοιτούσε τον ογκόλιθο, το μόνο που της είχε απομείνει από το παιδί που τόσο είχε λαχταρήσει. Άρπαξε το χέρι της Ερίκα και το έσφιξε με δύναμη. Τα δάκρυα κύλησαν σιωπηλά και ήρεμα. Έπειτα στράφηκε προς την Ερίκα. «Τι θα γίνει τώρα; Πώς θα πάνε τα πράγματα;»

Η Ερίκα την τράβηξε πάνω της και την έσφιξε δυνατά.

«Η Ρίτα κι εγώ έχουμε να κάνουμε μια μικρή πρόταση». Ο Μέλμπεργ αγκάλιασε τη Ρίτα και την τράβηξε πάνω του. Η Πάουλα και η Γιοχάνα τούς κοίταξαν με ερωτηματικό βλέμμα. «Κοιτάξτε, δεν ξέρω πώς θα το πάρετε» είπε η Ρίτα, που φαινόταν λίγο πιο διστακτική από τον Μέλμπεργ. «Είπατε ότι χρειαζόσασταν κάτι δικό σας… Και… να… εξαρτάται βέβαια λιγάκι από το πόσο δικό σας πρέπει να είναι». «Μα για τι πράγμα μιλάτε;» ρώτησε η Πάουλα κοιτάζοντας τη μητέρα της. «Αυτό που αναρωτιόμαστε είναι αν θα σας αρκούσε να μετακομίζατε έναν όροφο πιο κάτω» είπε ο Μέλμπεργ και τους έριξε μια ματιά γεμάτη προσδοκία. «Μα υπάρχουν εδώ ελεύθερα διαμερίσματα;» έκανε η Πάουλα. «Υπάρχουν. Σ’ έναν μήνα θα υπάρχει ένα. Το τριάρι στον κάτω όροφο είναι δικό σας μόλις στεγνώσει το μελάνι των υπογραφών πάνω στο συμβόλαιο ενοικίασης». Η Ρίτα περιεργαζόταν με προσοχή τα κορίτσια, προσπαθώντας να καταλάβει τι σκέφτονταν. Είχε νιώσει

πανευτυχής όταν ο Μπέρτιλ τής είχε μιλήσει για το διαμέρισμα, αλλά δεν ήταν σίγουρη πόση απόσταση ήθελαν τα κορίτσια από αυτούς. «Και φυσικά δεν θα τρέχουμε κάθε λίγο και λιγάκι στο διαμέρισμά σας» τις διαβεβαίωσε. Ο Μέλμπεργ την κοίταξε ξαφνιασμένος. Φυσικά θα μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν όπως και όταν ήθελαν – ή μήπως όχι; Αλλά δεν το σχολίασε. Το σημαντικότερο ήταν να δεχτούν οι κοπέλες την προσφορά. Η Πάουλα και η Γιοχάνα κοιτάχτηκαν. Έπειτα χαμογέλασαν και οι δυο τους πλατιά και άρχισαν να μιλούν και οι δύο ταυτόχρονα. «Εκείνο το τριάρι είναι υπέροχο. Φωτεινό, διαμπερές. Και η κουζίνα είναι εντελώς καινούργια. Εκείνο το μικρό δωμάτιο που έχει η Μπέντε για γκαρνταρόμπα θα μπορούσε να γίνει δωμάτιο του Λίο και…» Σταμάτησαν απότομα. «Και πού θα πάει η Μπέντε;» έκανε η Πάουλα. «Δεν έχω ακούσει τίποτα για μετακόμιση». Ο Μέλμπεργ ανασήκωσε τους ώμους. «Ιδέα δεν έχω. Κάτι άλλο θα βρήκε, υποθέτω. Ο Άλβαρ δεν μου είπε τίποτα γι’ αυτό όταν μίλησα μαζί του. Αντιθέτως, είπε ότι το βάψιμο και τα παρόμοια τα αναλαμβάνουμε εμείς».

«Κανένα πρόβλημα» είπε η Γιοχάνα. «Θα το διασκεδάσουμε. Εμείς θα το κάνουμε, έτσι δεν είναι, αγάπη μου;» Τα μάτια της έλαμπαν και η Πάουλα έσκυψε και τη φίλησε στο στόμα. «Και μπορούμε να συνεχίσουμε να σας βοηθάμε με τον Λίο» πετάχτηκε η Ρίτα. «Όσο θέλετε εσείς δηλαδή, δεν θα σας γίνουμε βάρος». «Θα χρειαστούμε τόνους βοήθειας» της είπε η Πάουλα καθησυχαστικά. «Και το βρίσκουμε υπέροχο που ο Λίο θα έχει εσένα και τον παππού Μπέρτιλ τόσο κοντά. Αν έχουμε το δικό μας διαμέρισμα, φτάνει και περισσεύει για εμάς». Η Πάουλα στράφηκε στον Μέλμπεργ, που είχε πάρει τον Λίο στα γόνατά του. «Ευχαριστώ, Μπέρτιλ» του είπε. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο Μέλμπεργ ένιωσε κάπως αμήχανος. «Ε, δεν ήταν δα και τίποτα». Έχωσε το πρόσωπό του στον λαιμό του Λίο, κάτι που έκανε πάντα τον μικρό να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Έπειτα σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε γύρω από το τραπέζι της κουζίνας. Για άλλη μια φορά, ο Μπέρτιλ Μέλμπεργ ήταν πολύ ευγνώμων για την καινούργια του οικογένεια.

Περιπλανιόταν άσκοπα μέσα στο κτίριο. Παντού άνθρωποι έτρεχαν πέρα δώθε, προκειμένου να βάλουν τις τελευταίες πινελιές. Ο Άντερς ήξερε ότι έπρεπε να βοηθήσει κι αυτός, αλλά αυτό που επρόκειτο να κάνει τον παρέλυε. Γιατί και το ήθελε και δεν το ήθελε. Το ερώτημα ήταν αν θα μπορούσε να υποστεί τις επιπτώσεις της πράξης του. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά έπρεπε να σταματήσει να το σκέφτεται σύντομα. Γιατί σύντομα έπρεπε να πάρει μιαν απόφαση. «Είδες τη Βίβιαν;» ρώτησε μια γυναίκα από το προσωπικό καθώς περνούσε βιαστικά δίπλα του και ο Άντερς έδειξε προς το εσωτερικό της αίθουσας. «Σ’ ευχαριστώ. Απόψε θα περάσουμε ωραία». Όλοι έτρεχαν, όλοι βιάζονταν. Ο ίδιος ένιωθε σαν να κινούνταν μέσα στο νερό. «Α, εδώ μου είσαι, μελλοντικέ μου κουνιάδε». Ο Έρλινγκ έβαλε το χέρι στους ώμους του και ο Άντερς πίεσε τον εαυτό του για να μην αποτραβηχτεί. «Χαμός θα γίνει εδώ. Οι διασημότητες θα έρθουν κατά τις τέσσερις, οπότε θα έχουν λίγη ώρα για να εγκατασταθούν στα δωμάτια. Κατά τις έξι θ’ αρχίσουμε να αφήνουμε τον κόσμο μέσα». «Ναι, όλη η πόλη για τα εγκαίνια μιλάει». «Αυτό μας έλειπε, να μη μιλάει, εννοώ. Είναι το

μεγαλύτερο γεγονός που έχουμε στην περιοχή από τότε που–» Δεν απόσωσε την κουβέντα του, αλλά ο Άντερς κατάλαβε τι είχε σκεφτεί να πει. Είχε ακούσει για το ριάλιτι Γαμημένο Τάνουμ και το φιάσκο στο οποίο κατέληξε για τον Έρλινγκ. «Πού είναι λοιπόν η μικρή μου περιστέρα;» – Ο Έρλινγκ τέντωσε τον λαιμό του και κοίταξε γύρω. Ο Άντερς έδειξε ξανά προς το εσωτερικό της αίθουσας και ο Έρλινγκ έσπευσε κι αυτός προς τα εκεί. Η αδελφή του ήταν όντως περιζήτητη σήμερα. Πήγε στην κουζίνα, κάθισε σε μια καρέκλα σε μια γωνιά και έτριψε τους κροτάφους του. Αισθανόταν ότι θα τον έπιανε σύντομα γερός πονοκέφαλος. Έψαξε και βρήκε ένα κουτί πρώτων βοηθειών και πήρε μια ασπιρίνη. Σύντομα, είπε από μέσα του. Σύντομα θα αποφάσιζε.

Το κλάμα εξακολουθούσε να της βαραίνει το στήθος καθώς η Ερίκα πιλοτάριζε τη βάρκα έξω από το λιμάνι. Η μηχανή είχε πάρει αμέσως μπροστά κι εκείνος ο γνώριμος ήχος τής άρεσε πολύ. Η βάρκα ήταν η αγαπημένη ενασχόληση του πατέρα της, του Τούρε. Παρόλο που εκείνη κι ο Πάτρικ δεν ήταν τόσο σχολαστικοί με τη φροντίδα της, είχαν

προσπαθήσει να την κρατήσουν σε καλή κατάσταση. Φέτος μάλλον θα έπρεπε να τρίψουν και να βερνικώσουν το ξύλινο κατάστρωμα. Η λάκα είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει σε ορισμένα σημεία. Αν ο Πάτρικ αναλάμβανε τα παιδιά, θα μπορούσε να το κάνει εκείνη. Επειδή η ζωή της ήταν καθιστική, ως επί το πλείστον, της άρεσε να κάνει χειρωνακτικές εργασίες καμιά φορά. Άλλωστε αυτή ήταν καλύτερη στα πρακτικά θέματα από τον Πάτρικ, κάτι το οποίο δεν σήμαινε και πολλά, εδώ που τα λέμε. Κοίταξε ψηλά και δεξιά, προς τη μεριά του Μπάντις. Ήλπιζε ότι θα προλάβαιναν να πάνε για λίγο και στα εγκαίνια, αλλά δεν είχαν ακόμη αποφασίσει τίποτα. Ο Πάτρικ φαινόταν κουρασμένος το πρωί και επίσης δεν ήταν σίγουρο ότι η Κριστίνα θα άντεχε να καθίσει με τα παιδιά μέχρι το βράδυ. Εν πάση περιπτώσει, τώρα την ενδιέφερε να φτάσει στο Γκρόχουερ. Από τότε που είχαν πάει εκεί με τον Πάτρικ την είχε μαγέψει η ατμόσφαιρα και τώρα που είχε διαβάσει τόσα για το νησί, ενθουσιάστηκε ακόμα περισσότερο. Είχε κοιτάξει αρκετές φωτογραφίες του αρχιπελάγους και ο φάρος εκεί πέρα ήταν αναμφισβήτητα ένας από τους ωραιότερους. Δεν ήταν περίεργο που άρεσε στη Νάταλι να μένει στο νησί, έστω κι αν η ίδια η Ερίκα θα τρελαινόταν αν έμενε εκεί μερικές μέρες χωρίς παρέα. Σκέφτηκε τον γιο της Νάταλι και ήλπιζε

να ήταν καλύτερα τώρα. Και μάλλον θα ήταν ήδη καλύτερα, αφού η Νάταλι δεν είχε τηλεφωνήσει, για να ζητήσει βοήθεια. Λίγο αργότερα διέκρινε στον ορίζοντα το Γκρόχουερ. Η Νάταλι δεν είχε ακουστεί τόσο ενθουσιασμένη όταν της τηλεφώνησε η Ερίκα, αλλά έπειτα από την επιμονή της τελευταίας αναγκάστηκε να πει το ναι για την επίσκεψή της. Η Ερίκα ήταν πεπεισμένη ότι θα άρεσε στη Νάταλι ν’ ακούσει περισσότερα για την ιστορία του νησιού. «Θα καταφέρεις μόνη σου να δέσεις;» φώναξε η Νάταλι από την αποβάθρα. «Κανένα πρόβλημα. Αρκεί να μη σε νοιάζει και τόσο η αποβάθρα». Της χαμογέλασε για να δείξει ότι αστειευόταν κι έπειτα πλησίασε με πραγματική μαεστρία την αποβάθρα. Έσβησε τη μηχανή και πέταξε το σκοινί στη Νάταλι, η οποία το έδεσε με προσοχή. «Γεια σου» της είπε όταν ανέβηκε από τη βάρκα στην αποβάθρα. «Γεια σου». – Η Νάταλι χαμογέλασε αχνά, αλλά δεν την κοίταξε κατάματα. «Πώς είναι ο Σαμ;» – Η Ερίκα κοίταξε προς το σπίτι. «Καλύτερα» είπε η Νάταλι. Είχε αδυνατίσει κι άλλο από την τελευταία φορά που την

είχε δει η Ερίκα και είδε τα κόκαλα στους ώμους της να διαγράφονται κάτω από το φανελάκι. «Σπιτικά κουλουράκια» είπε η Ερίκα κι έβγαλε μια σακούλα. «Μήπως χρειαζόσουν και κάτι άλλο;» Θύμωσε με τον εαυτό της που δεν είχε σκεφτεί να τη ρωτήσει όταν της τηλεφώνησε. Σίγουρα η Νάταλι πίστευε ότι θα ήταν ενοχλητικό να της ζητήσει ξανά κάτι τέτοιο. Δεν γνωρίζονταν και τόσο καλά. «Μπα, όχι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Είχατε φέρει τόσο πολλά την τελευταία φορά – ύστερα υπάρχει και ο Γκούναρ με τη Σίγκνε. Αν και δεν ξέρω αν αντέχουν, βέβαια, τώρα που…» Η Ερίκα κατάπιε νευρικά. Δεν μπορούσε να της το πει ακόμη. Έπρεπε να καθίσουν πρώτα. «Έχω στρώσει στο ψαροκάλυβο. Έχει τόσο ωραίο καιρό σήμερα». «Όντως, δεν είναι καιρός για μέσα». Η Ερίκα ακολούθησε τη Νάταλι στο ανοιχτό ψαροκάλυβο, όπου υπήρχαν φλιτζάνια για καφέ πάνω σ’ ένα ανεμοδαρμένο τραπέζι με πάγκους από τις δύο πλευρές του. Στους τοίχους κρέμονταν σύνεργα ψαρέματος και πράσινες και μπλε γυάλινες μπάλες που χρησιμοποιούσαν παλιά για να κρατάνε πάνω τα δίχτυα. Η Νάταλι έβαλε καφέ και στις δυο τους από ένα θερμός. «Πώς μπορείς και ζεις τόσο απομονωμένα;» έκανε η

Ερίκα. «Το συνηθίζεις» είπε η Νάταλι ήρεμα και κοίταξε πέρα στ’ ανοιχτά. «Άλλωστε δεν είμαι εντελώς μόνη». Η Ερίκα παραξενεύτηκε και της έριξε μια ερωτηματική ματιά. «Να, έχω τον Σαμ» συμπλήρωσε η Νάταλι. Η Ερίκα γέλασε με τον εαυτό της, από μέσα της βέβαια. Είχε απορροφηθεί τόσο πολύ από τις ιστορίες για το Γκρόχουερ ώστε είχε αρχίσει να τις πιστεύει. «Δηλαδή δεν υπάρχει τίποτα που να δικαιολογεί το όνομα Νησί των Στοιχειών;» «Αρχαίες ιστορίες απλώς, τις οποίες δεν πιστεύει κανείς» είπε η Νάταλι και κοίταξε ξανά προς τη θάλασσα. «Πάντως δίνουν στο νησί μια κάποια γοητεία». Η Ερίκα είχε συγκεντρώσει όλα όσα είχε βρει για το νησί σ’ ένα ντοσιέ, το οποίο έβγαλε τώρα από την τσάντα της και έσπρωξε προς τη Νάταλι. «Το νησί μπορεί να είναι μικρό, αλλά έχει μια πολυκύμαντη ιστορία. Και δραματική μάλιστα, μερικές φορές». «Ναι, κάτι άκουσα γι’ αυτό. Η μαμά και ο μπαμπάς ήξεραν αρκετά, αλλά εγώ δυστυχώς δεν τους άκουγα και τόσο τότε». Η Νάταλι άνοιξε το ντοσιέ. Η ανάλαφρη αύρα ανέμισε τις

σελίδες. «Τα έχω όλα σε χρονολογική σειρά» είπε η Ερίκα και της έδειξε. Έπειτα, όσο η Νάταλι άρχισε να ξεφυλλίζει το ντοσιέ, εκείνη δεν έλεγε τίποτα. «Α, είναι πάρα πολλά» είπε η Νάταλι και τα μάγουλά της είχαν πάρει τώρα χρώμα. «Πολύ τη χάρηκα αυτή την έρευνα. Χρειαζόμουν κάτι διαφορετικό από τις πάνες και το τάισμα παιδιών που ξεφωνίζουν». Έδειξε το αντίγραφο ενός άρθρου που κοιτούσε τώρα και η Νάταλι. «Αυτό είναι το πιο μυστηριώδες επεισόδιο στην ιστορία του Γκρόχουερ. Μια ολόκληρη οικογένεια εξαφανίστηκε από το νησί χωρίς ν’ αφήσει ίχνη. Κανένας δεν ξέρει τι συνέβη ή πού πήγαν. Το σπίτι τότε φαινόταν σαν να είχαν σηκωθεί και να είχαν φύγει από εκεί και να τα είχαν αφήσει όλα όπως ήταν». Άκουγε και η ίδια τον υπέρμετρο ενθουσιασμό της, αλλά αυτά τα πράγματα της φαίνονταν συναρπαστικά. Τα μυστήρια πάντα εξήπταν τη φαντασία της – και αυτό εδώ ήταν ένα μυστήριο από την πραγματική ζωή. «Κοίτα τι γράφει εδώ» είπε τώρα με πιο ήρεμη φωνή. «Ο φαροφύλακας Καρλ Γιάκομπσον, η σύζυγός του Έμελι, ο γιος τους Γκούσταβ και ο βοηθός φαροφύλακα Γιούλιαν Σόνταγκ κατοικούσαν στο νησί πολλά χρόνια. Έπειτα απλώς

εξαφανίστηκαν, σαν να έγιναν καπνός. Δεν βρέθηκαν ποτέ τα πτώματά τους, αλλά ούτε άλλα ίχνη. Και δεν υπήρχε κανένας λόγος να πιστέψει κανείς ότι είχαν εξαφανιστεί με τη θέλησή τους. Δεν είναι περίεργο;» Η Νάταλι κοίταξε το άρθρο με μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπο. «Ναι» είπε εκείνη. «Πολύ περίεργο». «Δεν τους έχεις δει καθόλου εδώ γύρω;» έκανε αστειευόμενη η Ερίκα, όμως η Νάταλι δεν αντέδρασε, αλλά συνέχισε να κοιτάζει το άρθρο. «Αναρωτιέμαι τι να συνέβη. Να ήρθε κανένας με βάρκα και δολοφόνησε όλη την οικογένεια και στη συνέχεια εξαφάνισε τα πτώματα; Η δική τους βάρκα πάντως βρέθηκε δεμένη στην αποβάθρα». Η Νάταλι μουρμούρισε κάτι στον εαυτό της ενώ χάιδευε το χαρτί με το δάχτυλο. Κάτι για ένα ξανθό παιδί, αλλά η Ερίκα δεν κατάλαβε καλά τι είπε. Κοίταξε προς το σπίτι. «Δεν υπάρχει περίπτωση να ξυπνήσει και να σε αναζητήσει;» «Ο Σαμ κοιμήθηκε λίγο πριν έρθεις. Και κοιμάται πάντα πολύ» είπε αφηρημένα η Νάταλι. Έπεσε σιωπή για λίγο και η Ερίκα θυμήθηκε ξαφνικά και το άλλο που είχε έρθει να της πει. Πήρε βαθιά ανάσα και μετά είπε:

«Πρέπει να σου πω και κάτι άλλο, Νάταλι». Η Νάταλι σήκωσε το κεφάλι. «Για τον Μάτε είναι; Ξέρουν ποιος…» «Όχι, δεν το ανακάλυψαν ακόμη, αν και υπάρχουν πολλές υποψίες. Αλλά αυτό που πρέπει να σου πω έχει κατά κάποιον τρόπο σχέση με τον Μάτε». «Τι πράγμα; Πες μου» έκανε ανυπόμονα η Νάταλι. – Το χέρι της ήταν ακόμη πάνω στο άρθρο. Η Ερίκα πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και της είπε για τον Γκούναρ. Το πρόσωπο της Νάταλι παραμορφώθηκε. «Όχι, δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Πώς έγινε;» – Φαινόταν ότι με δυσκολία κατάφερνε να πάρει ανάσα. Και η Ερίκα με βαριά καρδιά τής είπε για τα μικρά παιδιά που είχαν βρει την κοκαΐνη, για το δακτυλικό αποτύπωμα του Μάτε στη σακούλα και γι’ αυτό που συνέβη μετά τη συνέντευξη Τύπου. Η Νάταλι κουνούσε έντονα το κεφάλι της. «Όχι, όχι, δεν μπορεί να είναι αλήθεια, δεν μπορεί να είναι αλήθεια». Απέστρεψε το βλέμμα της. «Όλοι λένε το ίδιο πράγμα – και ξέρω ότι και ο Πάτρικ δεν το πίστευε. Αλλά όλα δείχνουν ότι ήταν έτσι και έτσι επίσης εξηγείται η δολοφονία του». «Όχι» έκανε η Νάταλι. «Ο Μάτε απεχθανόταν τα

ναρκωτικά, απεχθανόταν οτιδήποτε είχε σχέση με τα ναρκωτικά». Έσφιξε τα χείλη της. «Κακόμοιρη, κακόμοιρη Σίγκνε». «Ναι, είναι δύσκολο να χάνεις και τον γιο σου και τον άντρα σου μέσα σε δύο εβδομάδες» είπε χαμηλόφωνα η Ερίκα. «Πώς είναι τώρα η Σίγκνε;» Η Νάταλι κοίταξε την Ερίκα και τα μάτια της ήταν γεμάτα συμπόνια και θλίψη. «Πραγματικά δεν ξέρω. Ξέρω μόνον ότι νοσηλεύεται και ότι είναι σίγουρα πολύ άσχημα». «Κακόμοιρη Σίγκνε» επανέλαβε η Νάταλι. «Πολλά τα χτυπήματα της μοίρας. Πολλά τραγικά γεγονότα». Κοίταξε ξανά το άρθρο. «Ναι». Η Ερίκα δεν ήξερε τι άλλο να πει. «Μήπως θα μπορούσα να πάω μέχρι πάνω στον φάρο;» είπε στο τέλος. Η Νάταλι σκίρτησε, σαν να ήταν βυθισμένη σε σκέψεις και να ξαφνιάστηκε. «Ναι… βέβαια. Να φέρω μόνο το κλειδί». Έφυγε βιαστικά για το σπίτι. Η Ερίκα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τον φάρο. Όταν έφτασε εκεί, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε πάνω. Το λευκό του χρώμα έλαμπε στον ήλιο. Εκεί ψηλά πετούσαν μερικοί

γλάροι και κρώζανε. «Εδώ είναι». Η Νάταλι ήταν ελαφρώς λαχανιασμένη όταν έφτασε. Στο χέρι της κρατούσε ένα μεγάλο, σκουριασμένο κλειδί. Ξεκλείδωσε με αρκετή δυσκολία κι έπειτα άνοιξε τη βαριά πόρτα. Οι μεντεσέδες της στρίγκλισαν σαν να διαμαρτύρονταν. Η Ερίκα μπήκε μέσα και άρχισε ν’ ανεβαίνει τη στενή και στριφογυριστή σκάλα με τη Νάταλι να την ακολουθεί καταπόδας. Βαριανάσαινε ήδη στη μέση της σκάλας, αλλά, όταν έφτασε ψηλά, είδε ότι άξιζε τον κόπο. Η θέα ήταν μαγευτική. «Ουάου» έκανε. Η Νάταλι έγνεψε με περηφάνια. «Ναι, βέβαια, είναι απίθανη η θέα». «Αλλά σκέψου ότι περνούσαν τόσες ώρες σε αυτόν εδώ τον στενό χώρο» είπε η Ερίκα κοιτώντας γύρω της. Η Νάταλι στάθηκε δίπλα της, τόσο κοντά ώστε ο ώμος της ν’ αγγίζει τον ώμο της Ερίκα. «Μια μοναχική δουλειά. Σαν να βρίσκεσαι στην άκρη του κόσμου». Φαινόταν χαμένη στις σκέψεις της. Η Ερίκα οσφράνθηκε τον αέρα. Τα ρουθούνια της έπιασαν μια παράξενη μυρωδιά, άγνωστη αλλά και γνώριμη αντάμα. Ήξερε ότι την είχε ξανανιώσει, αλλά δεν ήταν σίγουρη για το

τι ήταν. Η Νάταλι είχε κάνει ένα βήμα μπροστά για να κοιτάξει έξω από το παράθυρο, προς την ανοιχτή θάλασσα, και η Ερίκα στάθηκε ακριβώς από πίσω της. «Ναι, σίγουρα, μπορεί να παλαβώσει κανείς και με λιγότερα». Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς, για ν’ αναγνωρίσει τη μυρωδιά. Έπειτα θυμήθηκε πού την είχε ξανανιώσει παλιότερα. Οι σκέψεις της συνέχισαν να τρέχουν και σιγά σιγά τα κομμάτια του παζλ έμπαιναν στη θέση τους. «Μπορείς να περιμένεις να πεταχτώ μέχρι τη βάρκα να φέρω τη φωτογραφική μηχανή; Πολύ θα ήθελα να τραβήξω μερικές φωτογραφίες». «Σίγουρα» είπε η Νάταλι απρόθυμα και κάθισε στο μικρό κρεβάτι. «Υπέροχα». Η Ερίκα βιάστηκε να κατέβει τη σκάλα και τον μικρό λόφο που πάνω του ήταν χτισμένος ο φάρος. Αλλά αντί να πάει προς την αποβάθρα, κατευθύνθηκε σχεδόν τρέχοντας προς το σπίτι. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν κι αυτή άλλη μία από τις ανόητες ιδέες της. Ταυτόχρονα όμως ήθελε να βεβαιωθεί. Αφού έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της, προς τη μεριά του φάρου, έπιασε το πόμολο της εξώπορτας και το

πίεσε προς τα κάτω.

Η Μαντελέν τούς είχε ακούσει χτες από τον πάνω όροφο. Δεν ήξερε ότι ήταν αστυνομικοί πριν εμφανιστεί ο Στέφαν και της το πει. Ανάμεσα στα χτυπήματα που της έριχνε. Έσυρε το μελανιασμένο κορμί της μέχρι το παράθυρο. Σηκώθηκε με κόπο και κοίταξε έξω. Το μικρό δωμάτιο είχε κεκλιμένη στέγη και το μικρό παράθυρο ήταν το μόνο άνοιγμα απ’ όπου έμπαινε φως. Έξω έβλεπε μόνο χωράφια και δάσος. Δεν είχαν μπει στον κόπο να της δέσουν τα μάτια, οπότε ήξερε ότι ήταν στο αγρόκτημα. Το δωμάτιο όπου βρισκόταν ήταν το δωμάτιο των παιδιών όταν ζούσαν εδώ. Τώρα το μόνο που της θύμιζε την ύπαρξη των παιδιών ήταν ένα ξεχασμένο αυτοκινητάκι, πεταμένο σε μια γωνιά. Έβαλε την παλάμη της στον τοίχο και ψηλάφησε το σχέδιο της ταπετσαρίας. Εδώ ήταν που βρισκόταν η κούνια της Βίλντα. Το κρεβάτι του Κέβιν ήταν τότε δίπλα στον μακρύ τοίχο του δωματίου. Της φαινόταν πως είχε περάσει απίστευτα πολύς καιρός. Με δυσκολία θυμόταν ότι κάποτε είχε ζήσει εδώ. Μια ζωή στον τρόμο, αλλά και πάλι μια ζωή με τα παιδιά.

Αναρωτήθηκε πού να ήταν, πού να τα είχε πάει ο Στέφαν. Πιθανώς να ήταν σε κάποια από τις οικογένειες που δεν έμεναν εδώ στο αγρόκτημα. Κάποια από τις άλλες γυναίκες θα είχε αναλάβει τα παιδιά της τώρα. Η απώλεια αυτή ήταν σχεδόν χειρότερη από τον σωματικό πόνο. Τα έβλεπε μπροστά της: η Βίλντα να κάνει τσουλήθρα στον κήπο στην Κοπεγχάγη, ο Κέβιν να κοιτάζει περήφανος τη θαρραλέα μικρή αδελφή του, μ’ εκείνη την τούφα των μαλλιών να πέφτει μόνιμα μπροστά στα μάτια του. Αναρωτήθηκε αν θα τα ξανάβλεπε ποτέ. Σωριάστηκε στο πάτωμα κλαίγοντας. Εκεί έμεινε σε στάση εμβρύου. Ένιωθε όλο το κορμί της σαν μια τεράστια μελανιά. Ο Στέφαν δεν είχε τσιγκουνευτεί το ξύλο. Και η ίδια είχε κάνει λάθος, ένα πολύ μεγάλο λάθος, που πίστεψε ότι θα ήταν πιο ασφαλής αν επέστρεφε και ότι θα μπορούσε να ζητήσει συγγνώμη. Τη στιγμή που τον είδε στην κουζίνα του πατρικού της, το κατάλαβε. Δεν θα υπήρχε συγχώρεση για εκείνη και ήταν τρελή που είχε πιστέψει κάτι τέτοιο. Οι κακόμοιροι οι γονείς της. Ήξερε πόσο ανήσυχοι ήταν, ότι συζητούσαν αν έπρεπε να καλέσουν ή όχι την αστυνομία. Ο μπαμπάς θα το ήθελε αυτό. Θα υποστήριζε πως ήταν η μόνη λύση. Αλλά η μαμά θα διαμαρτυρόταν, θα φοβόταν ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε το τέλος, ότι έτσι κάθε ελπίδα θα χανόταν. Ο μπαμπάς είχε δίκιο, αλλά θα άφηνε, όπως πάντα,

να περάσει η άποψη της μαμάς. Οπότε κανείς δεν θα ερχόταν από εδώ να τη σώσει. Κουλουριάστηκε περισσότερο και προσπάθησε να κάνει το κορμί της σαν μια μικρή μπάλα. Αλλά πονούσε σε κάθε κίνηση και ανάγκασε τους μυς της να χαλαρώσουν ξανά. Ακούστηκε ένα κλειδί να μπαίνει στην κλειδαριά. Ένα σκληρό χέρι άρπαξε το μπράτσο της και την έστησε στα πόδια της. «Σήκω πάνω, γαμημένη πουτάνα». Ένιωσε σαν να της έβγαζαν τον βραχίονα από την άρθρωση, σαν κάτι να έσπαζε ψηλά στον ώμο. «Πού είναι τα παιδιά;» έκανε ικετευτικά εκείνη. «Δεν μπορώ να τα δω;» Ο Στέφαν την κοίταξε περιφρονητικά. «Πολύ θα το ήθελες, έτσι; Για να πάρεις τα παιδιά μου και να το σκάσεις ξανά. Κανένας –κατάλαβες;– κανένας δεν παίρνει από μένα τα παιδιά μου». Την τράβηξε έξω και την κατέβασε από τις σκάλες. «Συγγνώμη. Συγχώρα με» έκανε εκείνη με λυγμούς. Το πρόσωπό της ήταν ριγέ από το αίμα, τη βρομιά και τα δάκρυα. Στον κάτω όροφο ήταν συγκεντρωμένοι οι άντρες του Στέφαν. Ο εσώτερος κύκλος. Εκείνη τους ήξερε όλους: τον

Ρόγκερ, τον Πάουλ, τον Κοντό, τον Στίβεν και τον Γιούαρ. Στέκονταν τώρα σιωπηλοί και την κοιτούσαν καθώς ο Στέφαν την έσερνε στο πάτωμα. Δυσκολευόταν να εστιάσει το βλέμμα της. Το ένα μάτι ήταν τόσο πρησμένο ώστε είχε σχεδόν κλείσει, ενώ στο άλλο έπεφτε αίμα από ένα τραύμα στο μέτωπο. Εντούτοις τα έβλεπε όλα καθαρά τώρα. Το έβλεπε στα πρόσωπα των αντρών, στην ψυχρότητά τους από τη μια και στη λύπηση από την άλλη. Ο Γιούαρ, που ήταν πιο ευγενικός απ’ όλους μαζί της, χαμήλωσε απότομα το βλέμμα του στο πάτωμα. Και τότε εκείνη κατάλαβε. Σκέφτηκε αν έπρεπε να παλέψει, ν’ αντισταθεί, να τρέξει μακριά από εκεί. Αλλά πού να πήγαινε; Δεν είχε την παραμικρή διέξοδο και, αν το έκανε, απλώς θα επιδείνωνε τα βάσανά της. Έτσι ακολούθησε παραπατώντας τον Στέφαν, ο οποίος την κρατούσε ακόμη πολύ σφιχτά από το μπράτσο. Διέσχισαν σχεδόν τρέχοντας το χωράφι πίσω από το σπίτι, πέρα προς την άκρη του δάσους. Μέσα στο μυαλό της εμφανίστηκαν οι εικόνες των παιδιών της, του Κέβιν και της Βίλντα. Τα είδε νεογέννητα και ακόμη ακαθάριστα πάνω στο στήθος της. Τα είδε μεγάλα και ξεκαρδισμένα από τα γέλια έξω στην παιδική χαρά του κήπου. Επέλεξε να μη φέρει στο μυαλό της τα ενδιάμεσα χρόνια, όταν τα βλέμματά τους ήταν πιο κενά και πιο παραιτημένα μέρα με τη μέρα. Γιατί εκεί θα επέστρεφαν ξανά τα παιδάκια της και δεν ήθελε καν να το σκέφτεται. Είχε

αποτύχει. Έπρεπε να τα είχε προστατέψει, αλλά είχε δειλιάσει και είχε χάσει τις δυνάμεις της. Τώρα θα τιμωρούνταν γι’ αυτό, και θα δεχόταν ασμένως την τιμωρία, αρκεί να γλίτωναν τα παιδάκια της. Είχαν προχωρήσει τώρα αρκετά μέσα στο δάσος. Τα πουλιά κελαηδούσαν και το φως φιλτραριζόταν μέσα από τις δεντροκορφές. Το πόδι της σκάλωσε σε μια ρίζα και παραλίγο να πέσει, αλλά ο Στέφαν την τράβηξε και την έκανε να συνεχίσει παρότι παρέπαιε. Μπροστά τους φάνηκε ένα ξέφωτο και για μια στιγμή είδε νοερά το πρόσωπο του Μάτε. Το όμορφο, φιλικό του πρόσωπο. Την είχε αγαπήσει πολύ και γι’ αυτό είχε τιμωρηθεί κι αυτός. Όταν έφτασαν εκεί, είδε τον λάκκο. Μια παραλληλόγραμμη τρύπα στο έδαφος, ενάμισι μέτρο βαθιά. Το φτυάρι ήταν ακόμη εκεί όρθιο, στερεωμένο στο χώμα. «Πήγαινε και στάσου στην άκρη» είπε ο Στέφαν και άφησε το μπράτσο της. Η Μαντελέν υπάκουσε. Δεν είχε πια δική της βούληση. Στεκόταν στην άκρη της τρύπας και έτρεμε σύγκορμη. Όταν κοίταξε κάτω, είδε πολλά παχιά σκουλήκια που σέρνονταν και προσπαθούσαν να ξαναχωθούν στο σκοτεινό και υγρό χώμα. Με μια τελευταία προσπάθεια στράφηκε αργά και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Στέφαν. Τουλάχιστον θα τον

ανάγκαζε να την κοιτάζει κατάματα. «Σκέφτομαι να σου φυτέψω μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια». Ο Στέφαν έστρεψε το πιστόλι πάνω της κι εκείνη κατάλαβε ότι της έλεγε την αλήθεια. Ήταν πολύ καλός σκοπευτής. Ένα σμήνος πουλιά τινάχτηκαν κατατρομαγμένα από τα δέντρα όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός. Αλλά σύντομα ξανακάθισαν στα κλαδιά τους και το τιτίβισμά τους αναμείχθηκε με το θρόισμα στις φυλλωσιές.

Ήταν τρομερά βαρετό να κάθεται και να διαβάζει όλα εκείνα τα έγγραφα: έκθεση νεκροψίας, εκθέσεις εξέτασης των γειτόνων, σημειώσεις που είχαν κρατήσει κατά τη διάρκεια της έρευνας. Όλα μαζί αποτελούσαν μια μεγάλη στοίβα και ο Πάτρικ αντιλήφθηκε αποκαρδιωμένος ότι, μέσα σε τρεις ώρες, είχε διαβάσει μόνο τα μισά. Όταν πρόβαλε το κεφάλι της Άνικα στο άνοιγμα της πόρτας, δέχτηκε τη διακοπή σαν θείο δώρο. «Ήρθαν από τη Στοκχόλμη. Να τους στείλω εδώ ή θα καθίσετε στην κουζίνα;» «Στην κουζίνα» είπε ο Πάτρικ και σηκώθηκε. Η μέση του έτριξε και υπενθύμισε στον εαυτό του ότι

έπρεπε να σηκώνεται πού και πού, για να ξεπιάνεται. Η οσφυαλγία ήταν το τελευταίο πράγμα που του χρειαζόταν τώρα, σχεδόν αμέσως μετά την αναρρωτική άδεια. Τους συνάντησε στον διάδρομο και τους έδωσε το χέρι. Η γυναίκα, που ήταν ψηλή και ξανθιά, του έσφιξε τόσο δυνατά το χέρι, που για μια στιγμή νόμισε ότι θα του θρυμμάτιζε τα κόκαλα. Ο κοντός άντρας με τα γυαλιά τού το έσφιξε πολύ πιο ήπια. «Πέτρα και Κόνραντ είπατε, έτσι; Έλεγα να καθόμασταν στην κουζίνα. Μας βρήκατε εύκολα;» Έκαναν ψιλοκουβέντα ενώ τακτοποιούνταν και στον Πάτρικ έκανε εντύπωση το πόσο αταίριαστο ζευγάρι ήταν. Εντούτοις φαινόταν πως η συνεργασία τους απέδιδε και σκέφτηκε ότι πρέπει να είχαν πολλά χρόνια μαζί στην υπηρεσία. «Θα θέλαμε, όπως είπαμε, να μιλήσουμε λίγο με τη Νάταλι Βέστερ» είπε η Πέτρα τελικά, όταν φάνηκε να κουράζεται από την κουβέντα περί ανέμων και υδάτων. «Ναι, εδώ είναι, όπως σας είπα. Έξω στο νησί της. Τη συνάντησα πριν από μία εβδομάδα». «Και δεν σου ανέφερε καθόλου τον άντρα της;» Η Πέτρα τον κάρφωσε με το βλέμμα και ο Πάτρικ ένιωσε σαν να τον ανέκριναν. «Όχι, απολύτως τίποτα. Πήγαμε εκεί πέρα για να της

μιλήσουμε για ένα παλιό της αγόρι. Βρέθηκε δολοφονημένος στη Φιελμπάκα». «Διαβάσαμε για την υπόθεση» είπε ο Κόνραντ. Έκανε νόημα στον Ερνστ, που είχε μπει αθόρυβα στην κουζίνα. «Η μασκότ του τμήματος είναι ετούτος εδώ;» «Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι». «Λίγο περίεργη σύμπτωση» τους διέκοψε η Πέτρα. «Έχουμε έναν σύζυγο πυροβολημένο και έχετε έναν παλιό της φίλο πυροβολημένο». «Ναι, το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ. Αλλά εμείς έχουμε και έναν πιθανό δράστη». Τους αφηγήθηκε εν συντομία όσα είχαν ανακαλύψει για τον Στέφαν Γιούνγκμπεργ και τους Παράνομους Αετούς, και η Πέτρα με τον Κόνραντ έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον όταν τους ανέφερε και την κοκαΐνη που είχε βρεθεί στα σκουπίδια. «Άλλη μία σχέση» είπε η Πέτρα. «Ναι, αλλά το μόνο που ξέρουμε είναι ότι έπιασε κι αυτός κάποια στιγμή τη σακούλα». Η Πέτρα απέρριψε με μια κίνηση του χεριού τη διαμαρτυρία του Πάτρικ. «Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να το κοιτάξουμε. Ο Βέστερ ασχολούνταν πρωτίστως με κοκαΐνη και οι δουλειές του δεν περιορίζονταν στη Στοκχόλμη. Με τη Νάταλι ως κοινό κρίκο

ίσως να ήρθαν σε επαφή και ν’ άρχισαν να συνεργάζονται». Ο Πάτρικ ζάρωσε το μέτωπό του. «Μπα, ο Ματς Σβερίν δεν ήταν ο τύπος που–» «Φοβάμαι πως δεν υπάρχει συγκεκριμένος τύπος» είπε ο Κόνραντ με φιλικό ύφος. «Έχουμε δει πάρα πολλά: γόνους της ανώτερης τάξης, μαμάδες μικρών παιδιών, ακόμα κι έναν ιερέα». «Α, ναι, Θεέ μου, εκείνος ο τύπος» έκανε γελώντας η Πέτρα. Μεμιάς φάνηκε πολύ λιγότερο τρομακτική. «Ναι, το καταλαβαίνω» είπε ο Πάτρικ και ένιωσε σαν επαρχιώτης μπάτσος. Ήξερε ότι ήταν αρχάριος σε τέτοια και ότι μπορούσε κάλλιστα να κάνει λάθος. Και μάλλον έκανε. Σε αυτή εδώ την περίπτωση όφειλε να εμπιστευτεί την εμπειρία των συναδέλφων της Στοκχόλμης, όχι τη δική του διαίσθηση. «Θα μπορούσες να μας παρουσιάσεις ό,τι έχεις; Για να κάνουμε κι εμείς μετά το ίδιο;» ρώτησε η Πέτρα. Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Απολύτως. Ποιος αρχίζει;» «Ξεκίνα εσύ». Ο Κόνραντ πήρε στιλό και χαρτί και ο Ερνστ ξάπλωσε απογοητευμένος στο πάτωμα. Ο Πάτρικ σκέφτηκε μερικά λεπτά και προσπάθησε κατόπιν,

από μνήμης, να συνοψίσει τα συμπεράσματα της έρευνάς τους. Κι ενώ ο Κόνραντ κρατούσε σημειώσεις, η Πέτρα καθόταν και άκουγε με προσοχή και με τα χέρια σταυρωμένα. «Ε, αυτά είναι σε γενικές γραμμές» ολοκλήρωσε ο Πάτρικ. «Η σειρά σας». Ο Κόνραντ άφησε το στιλό και παρουσίασε συνοπτικά την υπόθεσή τους. Βέβαια οι συνάδελφοι της Στοκχόλμης δεν είχαν αφιερώσει πολύ χρόνο στην εν λόγω υπόθεση, αλλά ήξεραν από πριν πολλά για τον Φρέντρικ Βέστερ και για την οργάνωση που διακινούσε ναρκωτικά και κρυβόταν πίσω από αυτόν. Ο Κόνραντ πρόσθεσε ότι είχαν ήδη αναφέρει πολλά για την υπόθεση την προηγούμενη ημέρα, όταν τους τηλεφώνησε κάποιος Μάρτιν Μολίν. Ο Πάτρικ το ήξερε, αλλά ήθελε να τα ακούσει και από πρώτο χέρι. «Όπως καταλαβαίνεις, έχουμε στενή συνεργασία με τους συναδέλφους από τη Δίωξη Ναρκωτικών σε αυτή εδώ την υπόθεση». – Ο Κόνραντ σήκωσε τα γυαλιά στη μύτη του. «Ναι, καλό είναι αυτό» μουρμούρισε ο Πάτρικ. Είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια σκέψη στο μυαλό του. «Συγκρίνατε τις σφαίρες με τα αρχεία σας ή ακόμη;» Ο Κόνραντ και η Πέτρα κούνησαν και οι δυο το κεφάλι. «Μίλησα με το ΚΕΕ χτες» είπε ο Κόνραντ «και μόλις είχαν αρχίσει να το κάνουν».

«Ούτε εμείς πήραμε ακόμη κάποια έκθεση, αλλά…» Η Πέτρα και ο Κόνραντ τον κοιτούσαν τώρα με ενδιαφέρον. Η Πέτρα ξαφνικά συνειδητοποίησε τι προσπαθούσε να πει ο Πάτρικ. «Αλλά αν τους δίναμε να συγκρίνουν τις σφαίρες από ετούτες τις δύο υποθέσεις…» «Θα είχαμε νωρίτερα τα αποτελέσματα, με λίγη τύχη και μαλαγανιά» συμπλήρωσε ο Πάτρικ. «Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι». Η Πέτρα κοίταξε επιτακτικά τον Κόνραντ. «Θα τηλεφωνήσεις εσύ; Έχεις τον δικό σου ειδικό εκεί πέρα. Εμένα με βαρέθηκαν από τότε που–» Ο Κόνραντ φαινόταν να ξέρει ακριβώς τι εννοούσε εκείνη, γιατί τη διέκοψε κι έβγαλε το κινητό του. «Τηλεφωνώ αμέσως». «Κάν’ το κι εγώ θα φέρω τα στοιχεία που χρειαζόμαστε». Ο Πάτρικ έφυγε σχεδόν τρέχοντας για το γραφείο του. Επέστρεψε σχεδόν αμέσως μ’ ένα έγγραφο, που το άφησε στο τραπέζι μπροστά στον Κόνραντ. Ο Κόνραντ άρχισε με τα τυπικά, αλλά μετά μπήκε κατευθείαν στο ψητό. Άκουγε, έγνεφε κι ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. «Είσαι μεγάλος. Θα σου χρωστάω μεγάλη χάρη. Πραγματικά μεγάλη χάρη. Ευχαριστώ, ευχαριστώ». Ο

Κόνραντ ολοκλήρωσε τη συνομιλία με μια έκφραση ικανοποίησης στο πρόσωπο. «Μίλησα μ’ έναν που γνωρίζω εκεί. Θα πάει αμέσως στη δουλειά και θα κάνει μια σύγκριση. Θα μας πάρει αμέσως μόλις μπορέσει». «Απίστευτο» έκανε εντυπωσιασμένος ο Πάτρικ. Η Πέτρα φαινόταν αδιάφορη. Είχε συνηθίσει τα μικρά θαύματα του Κόνραντ.

Η Άννα επέστρεψε στο σπίτι περπατώντας αργά από το νεκροταφείο. Η Ερίκα είχε προσφερθεί να την πάει στο σπίτι, αλλά εκείνη είχε αρνηθεί. Το Φαλκελίντεν ήταν αρκετά κοντά και η Άννα ήθελε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. Στο σπίτι την περίμενε ο Νταν. Είχε πληγωθεί που η Άννα είχε επιλέξει να επισκεφθεί τον τάφο με την Ερίκα και όχι μ’ εκείνον. Αλλά εκείνη δεν είχε την αντοχή να λάβει υπόψη της και τα δικά του συναισθήματα τώρα. Μόνο τα δικά της άντεχε να σκέφτεται. Η επιγραφή στον ογκόλιθο θα έμενε για πάντα χαραγμένη και στο μυαλό της. Μικρός. Ίσως θα έπρεπε να του είχαν δώσει ένα πραγματικό όνομα. Εκ των υστέρων. Αλλά και αυτό θα της φαινόταν ανάρμοστο. Όλο τον καιρό που τον είχε στην κοιλιά της ήταν ο Μικρός, όλον εκείνο τον καιρό

που τον λάτρευαν. Και αυτό ακριβώς θα συνέχιζαν να κάνουν. Δεν θα μεγάλωνε ποτέ του, θα παρέμενε πάντα εκείνο το μικρό κορμάκι που δεν είχε καν προλάβει να το αγκαλιάσει. Η Άννα είχε μείνει αναίσθητη υπερβολικά πολύ, μέχρι που ήταν πολύ αργά. Ο Νταν τον είχε κρατήσει, τον είχε στην αγκαλιά του τυλιγμένο σε μια κουβέρτα. Ο Νταν είχε μπορέσει να τον αγγίξει και να του πει αντίο, και παρόλο που η Άννα γνώριζε πως αυτό δεν ήταν δικό του λάθος, την πονούσε το γεγονός ότι εκείνος είχε αισθανθεί αυτό που εκείνη είχε στερηθεί. Βαθιά μέσα της ήταν θυμωμένη μαζί του επειδή δεν είχε προστατεύσει αυτήν και τον Μικρό. Ήξερε βέβαια ότι αυτό ήταν γελοίο και παράλογο συναίσθημα. Δική της ήταν η απόφαση να μπει στο αυτοκίνητο και ο Νταν δεν ήταν καν εκεί όταν έγινε το δυστύχημα. Ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Κι όμως ήταν πολύ θυμωμένη επειδή ούτε εκείνος δεν είχε μπορέσει να την προφυλάξει από όλα τα κακά. Ίσως να είχε επιτρέψει στον εαυτό της να επαναπαυθεί με μια αίσθηση ανύπαρκτης ασφάλειας. Έπειτα από όλα όσα είχε περάσει, έπειτα από όλα τα χρόνια με τον Λούκας, είχε πείσει τον εαυτό της ότι όλα αυτά ήταν πλέον παρελθόν. Ότι η ζωή της με τον Νταν θα ήταν μια ατέλειωτη ευθεία, δίχως απρόσμενες ανωμαλίες και καμπές. Δεν είχε ούτε

μεγαλεπήβολα σχέδια ούτε μεγάλα όνειρα. Απλώς επιθυμούσε μια καθημερινή ζωή σε μία από τις μονοκατοικίες στο Φαλκελίντεν, με τραπεζώματα για φιλικά ζευγάρια, με υποθήκες, με τις προπονήσεις των παιδιών στις σχολικές ομάδες και με μόνιμους σωρούς παπουτσιών στο χολ. Ήταν πολλά αυτά που ζητούσε; Με κάποιον τρόπο είχε δει τον Νταν ως εγγυητή μιας τέτοιας ζωής. Ήταν τόσο σίγουρος και σταθερός, μονίμως ήρεμος και με μια ικανότητα να βλέπει πέρα από τα προβλήματα. Είχε γείρει πάνω του, δίχως να διαθέτει η ίδια κάποια σταθερότητα. Αλλά εκείνος είχε πέσει – και δεν ήξερε πώς θα τον συγχωρούσε γι’ αυτό. Άνοιξε την μπροστινή πόρτα και μπήκε. Μετά τον περίπατο την πονούσε όλο της το κορμί και τα χέρια της ήταν βαριά σαν μολύβι όταν τα σήκωσε, για να βγάλει το σάλι της. Ο Νταν κοίταξε έξω από την κουζίνα και στάθηκε στην πόρτα. Δεν είπε τίποτα, απλώς την κοιτούσε παρακλητικά. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια. «Πάω επάνω να ξαπλώσω» μουρμούρισε.

Ο Άντερς μάζεψε τα πάντα σιγά σιγά και τα έβαλε στη βαλίτσα. Είχε λατρέψει αυτό το μικρό διαμέρισμα, που το

ένιωθε όντως σαν πραγματικό σπίτι. Κάτι που αυτός και η Βίβιαν δεν είχαν γνωρίσει τόσο συχνά. Είχαν μείνει σε πολλά και διαφορετικά μέρη και, κάθε φορά που ρίζωναν λίγο και αποκτούσαν φίλους, ήταν πάλι ώρα να φύγουν. Όταν άρχιζαν να γίνονται ερωτήσεις, όταν γείτονες και δάσκαλοι άρχιζαν να αναρωτιούνται και οι θείτσες από την Πρόνοια άρχιζαν επιτέλους να βλέπουν πέρα από τη γοητεία του Ούλοφ, ήταν πια ώρα να ετοιμάσουν ξανά τις βαλίτσες τους. Και ως ενήλικοι έκαναν πάλι το ίδιο. Λες και αυτός με τη Βίβιαν κουβαλούσαν μαζί τους την ανασφάλεια, λες και η ανασφάλεια ήταν ένα με το κορμί τους. Μονίμως μετακόμιζαν, πήγαιναν από το ένα μέρος στο άλλο, ακριβώς όπως με τον Ούλοφ. Παρόλο που εκείνος είχε πεθάνει εδώ και πολύ καιρό, συνέχιζαν να ζουν στη σκιά του. Κρύβονταν ακόμη, προσπαθούσαν να μην ακούγονται ή να μη φαίνονται. Το μοτίβο επαναλαμβανόταν. Διαφορετικό κι ωστόσο το ίδιο. Ο Άντερς έκλεισε το καπάκι της βαλίτσας. Είχε αποφασίσει να υποστεί τις συνέπειες. Μέσα του ένιωθε ήδη την απώλεια, αλλά δεν γινόταν να κάνει ομελέτα χωρίς να σπάσει μερικά αυγά, όπως συνήθιζε να λέει η Βίβιαν. Αλλά ακόμα κι αν είχε δίκιο, θα έσπαζαν πολλά αυγά για τούτη την ομελέτα και δεν ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να προβλέψει την έκταση των επιπτώσεων. Αλλά θα μιλούσε. Δεν γινόταν να κάνει νέα

αρχή δίχως να αναλάβει τις ευθύνες του για όσα είχε κάνει. Χρειάστηκαν πολλές άγρυπνες νύχτες για να καταλήξει εκεί, αλλά τώρα η απόφαση είχε ληφθεί. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο διαμέρισμα. Ένιωσε και ανακούφιση και τρόμο. Απαιτούνταν θάρρος για να επιλέξει να μείνει και να μην το βάλει ξανά στα πόδια. Ταυτόχρονα, αυτός ήταν ο ευκολότερος τρόπος. Σήκωσε τη βαλίτσα και την άφησε στο πάτωμα. Δεν υπήρχε πια άλλος χρόνος για τέτοιες σκέψεις τώρα. Τα επίσημα εγκαίνια έπρεπε να γίνουν. Και θα βοηθούσε τη Βίβιαν να διασφαλίσουν την επιτυχία του αιώνα. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει γι’ αυτή. Ο χρόνος δεν είχε περάσει τόσο αργά όσο είχε φοβηθεί ο Πάτρικ. Όσο περίμεναν, είχαν συζητήσει τις έρευνές τους και ο Πάτρικ ένιωσε την αδρεναλίνη του στα ύψη. Παρόλο που η Πάουλα και ο Μάρτιν ήταν εξαιρετικοί αστυνομικοί, παρατήρησε ότι οι συνάδελφοι από τη Στοκχόλμη είχαν έναν εντελώς άλλο δυναμισμό πάνω τους. Πάνω απ’ όλα ζήλευε τον τρόπο συνεργασίας της Πέτρα και του Κόνραντ. Γινόταν όλο και σαφέστερο ότι ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Η Πέτρα ήταν ορμητική, είχε μονίμως νέες ιδέες και έκανε ασταμάτητα προτάσεις. Ο Κόνραντ ήταν πιο προσεκτικός και έκανε έξυπνα σχόλια στις παρορμητικές ιδέες της Πέτρα.

Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, τινάχτηκαν και οι τρεις τους. Ο Κόνραντ απάντησε. «Ναι;… Εντάξει… Χμ… Σοβαρά;» Η Πέτρα και ο Πάτρικ τον κοιτούσαν. Επίτηδες ήταν τόσο λιγόλογος, ήθελε μήπως να τους βασανίσει; Τελικά ο Κόνραντ ολοκλήρωσε τη συνομιλία και έγειρε πίσω στην καρέκλα. Οι άλλοι δύο συνέχιζαν να τον κοιτάζουν μέχρι που άνοιξε, επιτέλους, το στόμα του. «Ταιριάζουν. Οι σφαίρες ταιριάζουν». Επικράτησε νεκρική σιωπή στο γραφείο. «Είναι απολύτως σίγουροι;» ρώτησε ο Πάτρικ έπειτα από λίγο. «Απολύτως σίγουροι. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Το ίδιο όπλο είχε χρησιμοποιηθεί και στις δύο δολοφονίες». «Ω διάολε!» Η Πέτρα χαμογελούσε πλατιά. «Τώρα είναι ακόμα πιο επιτακτικό να μιλήσουμε με τη χήρα του Βέστερ. Πρέπει να υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα στα θύματα και θα έλεγα ότι η σχέση αυτή αφορά κοκαΐνη. Και αν σκεφτούμε τι είδους άνθρωποι εμπλέκονται, δεν θα ένιωθα πολύ σίγουρη αν ήμουν στη θέση της Νάταλι». «Πάμε τότε;» έκανε η Πέτρα και σηκώθηκε. Ο Πάτρικ ένιωσε τις σκέψεις να βολοδέρνουν στο μυαλό του. Μόλις και μετά βίας άκουσε τα λόγια της Πέτρα – τόσο

απορροφημένος ήταν από τους δικούς του συλλογισμούς. Οι ασαφείς ιδέες του είχαν αρχίσει να σχηματίζουν ένα συγκεκριμένο μοτίβο. «Θα ήθελα να ελέγξω πρώτα μερικά πράγματα. Θα μπορούσατε να περιμένετε κάνα δίωρο και να φύγουμε αμέσως μετά;» «Ναι, γιατί όχι;» είπε η Πέτρα, αλλά ακουγόταν πόσο ανυπόμονη ήταν. «Α, σ’ ευχαριστώ. Λοιπόν, είτε θα σας τακτοποιήσουμε εδώ είτε μπορείτε να κάνετε έναν περίπατο στο χωριό. Αν θελήσετε να φάτε, σας συνιστώ το εστιατόριο Τάνουμς Γεστγιβερί». Οι αστυνομικοί από τη Στοκχόλμη έγνεψαν καταφατικά. «Μάλλον θα πάμε να φάμε. Δείξε μας προς τα πού να πάμε μόνο» έκανε ο Κόνραντ. Όταν ο Πάτρικ τούς έδειξε προς τα πού να πάνε, πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε στο γραφείο του. Τώρα δεν έπρεπε να βιαστεί. Είχε να κάνει μερικά τηλεφωνήματα και άρχισε με τον Τούρμπγιερν. Στα κουτουρού τηλεφώνησε βέβαια, αλλά αποδείχτηκε τυχερός και ο Τούρμπγιερν απάντησε, παρόλο που ήταν Σάββατο. Ο Πάτρικ τού είπε στα γρήγορα τι είχε προκύψει με τη σφαίρα και ρώτησε αν ο Τούρμπγιερν μπορούσε να συγκρίνει το άγνωστο δακτυλικό αποτύπωμα

στη σακούλα με την κοκαΐνη μ’ εκείνα που είχαν βρεθεί έξω και μέσα από την εξώπορτα του Ματς Σβερίν. Επίσης τον ειδοποίησε ότι θα του έστελνε ένα καινούργιο δακτυλικό αποτύπωμα, για να το συγκρίνει με τα άλλα δύο. Ο Τούρμπγιερν άρχισε να κάνει ερωτήσεις, αλλά ο Πάτρικ τον διέκοψε. Θα του εξηγούσε μετά. Η επόμενη δουλειά του ήταν να βρει τη σωστή έκθεση. Ήξερε ότι υπήρχε κάπου μέσα στη στοίβα και έψαξε τα έγγραφα, για να τη βρει. Στο τέλος τα κατάφερε και διάβασε προσεκτικά την ολιγόλογη και κάπως παράξενη έκθεση. Έπειτα σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο του Μάρτιν. «Χρειάζομαι βοήθεια με κάτι». Άφησε το έγγραφο στο γραφείο του Μάρτιν. «Θυμάσαι καθόλου περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτό εδώ;» Ο Μάρτιν τον κοίταξε ξαφνιασμένος, αλλά έπειτα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, δυστυχώς. Παρόλο που δεν πρόκειται να ξεχάσω αυτόν εκεί τον μάρτυρα τόσο εύκολα». «Μπορείς να πας εκεί και να κάνεις μερικές ερωτήσεις ακόμα;» «Βέβαια». Ο Μάρτιν φαινόταν έτοιμος να σκάσει από την περιέργεια. «Τώρα» είπε ο Πάτρικ όταν είδε ότι ο Μάρτιν δεν έκανε καμία κίνηση να φύγει.

«Εντάξει, εντάξει». Ο Μάρτιν τινάχτηκε επάνω. «Θα σου τηλεφωνήσω αμέσως μόλις μάθω κάτι» είπε πάνω από τον ώμο του. Έπειτα σταμάτησε ξανά. «Δεν μπορείς να μου πεις κάτι περισσότερο γιατί θέλεις–» «Πήγαινε τώρα, θα τα πούμε μετά». Είχε φροντίσει δύο από τις δουλειές του τώρα. Απέμενε άλλη μία. Πήγε σ’ έναν θαλάσσιο χάρτη που κρεμόταν στον τοίχο του διαδρόμου. Έπειτα από μερικές προσπάθειες να βγάλει τις πινέζες, έχασε την υπομονή του και τον τράβηξε απότομα, με αποτέλεσμα να σκιστούν μερικές γωνίες. Πήγε μέσα στον Γιέστα. «Μίλησες μ’ εκείνον που ξέρει το αρχιπέλαγος έξω από τη Φιελμπάκα;» Ο Γιέστα έγνεψε καταφατικά. «Ναι, του έδωσα όλα τα στοιχεία και θα το σκεφτόταν. Δεν είναι καμιά ακριβής επιστήμη, αλλά μπορεί να μας δώσει κάποιο στοιχείο». «Τηλεφώνησέ του και δώσ’ του και αυτά εδώ τα στοιχεία επίσης». Ο Πάτρικ άπλωσε τον θαλάσσιο χάρτη στο γραφείο, μπροστά στον Γιέστα, και του έδειξε τι εννοούσε. Ο Γιέστα συνοφρυώθηκε. «Είναι επείγον;»

«Ναι, τηλεφώνησέ του τώρα και παρακάλεσέ τον να κάνει μια γρήγορη εκτίμηση. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να μας πει αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν. Ή λογικό. Έπειτα έλα αμέσως μέσα σ’ εμένα». «Θα το τακτοποιήσω». Ο Γιέστα σήκωσε το τηλέφωνο. Ο Πάτρικ πήγε ξανά στο γραφείο του και κάθισε. Ήταν λαχανιασμένος σαν να είχε τρέξει κι ένιωσε την καρδιά του να σφυροκοπά τρελά στο στήθος του. Οι σκέψεις του συνέχιζαν να στριφογυρίζουν μέσα στο μυαλό του: περισσότερες λεπτομέρειες, περισσότερες ερωτήσεις, περισσότερες απορίες. Ταυτόχρονα ένιωθε πως βρισκόταν σε σωστό δρόμο. Τώρα έπρεπε απλώς να περιμένει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και χτύπησε τα δάχτυλά του στην επιφάνεια του γραφείου. Ο διαπεραστικός ήχος του κινητού τον έκανε ν’ αναπηδήσει. Απάντησε και μετά άκουσε με προσοχή. «Ευχαριστώ που μου τηλεφώνησες, Ουλφ. Μπορείς να συνεχίσεις να με κρατάς ενήμερο» είπε πριν κλείσει το τηλέφωνο. Η καρδιά του άρχισε πάλι το σφυροκόπημα. Από θυμό τούτη τη φορά. Εκείνο το κάθαρμα είχε βρει τη Μαντελέν και τα παιδιά. Ο πατέρας της είχε βρει το κουράγιο, είχε τηλεφωνήσει στην αστυνομία και είχε αναφέρει ότι ο πρώην της κόρης τους είχε μπει με το ζόρι στο σπίτι τους και είχε

πάρει μαζί του τα παιδιά και τη Μαντελέν. Από εκεί και ύστερα δεν είχαν κανένα νέο τους. Ο Πάτρικ αντιλήφθηκε ότι πρέπει να είχαν εξαφανιστεί ήδη όταν αυτός, ο Ουλφ και οι άλλοι είχαν πάει στο αγρόκτημα. Μήπως ήταν και τότε κάπου εκεί, κλειδωμένοι κάπου και με μεγάλη ανάγκη βοήθειας; Έσφιξε ανήμπορος τις γροθιές του. Ο Ουλφ τον είχε βεβαιώσει ότι θα έκαναν τα πάντα για να βρουν τη Μαντελέν, αλλά ακουγόταν πολύ απογοητευμένος. Έπειτα από μια ώρα μπήκαν ο Κόνραντ με την Πέτρα. «Είμαστε έτοιμοι να φύγουμε;» έκανε αμέσως η Πέτρα. «Ξέρεις, πρέπει να εξετάσουμε κάτι ακόμα». Ο Πάτρικ ήταν αβέβαιος για το πώς έπρεπε να το διατυπώσει. Ήταν ακόμη τόσο πολλά που ήταν θολά και ασαφή. «Και τι είναι αυτό;» συνοφρυώθηκε η Πέτρα – ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να σπαταλήσει άλλο χρόνο τώρα. «Θα συγκεντρωθούμε στην κουζίνα». Ο Πάτρικ σηκώθηκε και πήγε να ειδοποιήσει τους άλλους, κι έπειτα από μια στιγμή δισταγμού χτύπησε και την πόρτα του Μέλμπεργ. Αφού σύστησε στους άλλους την Πέτρα και τον Κόνραντ, καθάρισε τον λαιμό του και άρχισε να παρουσιάζει αργά και καθαρά τη θεωρία του. Δεν απέφυγε τα σημεία τα οποία

παρέμεναν ακόμη αδιευκρίνιστα, αλλά τα παρουσίασε κι αυτά λεπτομερώς. Όταν τελείωσε, είχε πέσει απόλυτη σιωπή. «Και ποιο είναι το κίνητρο σε αυτή την περίπτωση;» έκανε ο Κόνραντ έπειτα από λίγο. Ακουγόταν αμφιταλαντευόμενος, έτρεφε ελπίδες, αλλά ήταν και δύσπιστος. «Δεν ξέρω. Απομένει να το βρούμε. Αλλά η θεωρία στέκει. Έστω κι αν υπάρχουν πολλά κενά που πρέπει να συμπληρωθούν». «Και πώς συνεχίζουμε;» έκανε η Πάουλα. «Μίλησα με τον Τούρμπγιερν και του είπα ότι θα του στείλουμε το συντομότερο δυνατόν ένα καινούργιο δακτυλικό αποτύπωμα, για να το συγκρίνει μ’ εκείνα στην πόρτα και στη σακούλα. Αν αυτά ταιριάζουν, όλα θα είναι ευκολότερα μετά. Και τότε θα υπάρχει και μια σύνδεση με τον φόνο». «Τους φόνους» είπε η Πέτρα. – Φαινόταν δύσπιστη, αλλά και λίγο εντυπωσιασμένη. «Ποιοι θα έρθουν μαζί;» Ο Κόνραντ κοίταξε τους άλλους. Είχε μισοσηκωθεί από την καρέκλα και φαινόταν ήδη έτοιμος να φύγει. «Θα έρθω εγώ μ’ εσάς τους δύο» είπε ο Πάτρικ. «Είμαστε αρκετοί. Εσείς οι άλλοι συνεχίζετε να δουλεύετε στη βάση των νέων δεδομένων». Την ίδια στιγμή που βγήκαν έξω στον ήλιο, χτύπησε το

κινητό του Πάτρικ. Όταν είδε ότι ήταν η μητέρα του, σκέφτηκε αρχικά να μην απαντήσει, αλλά στο τέλος πάτησε το πράσινο κουμπί. Άκουσε ανυπόμονα την ανήσυχη φλυαρία της μητέρας του. Δεν έβρισκε την Ερίκα, είχε προσπαθήσει να της τηλεφωνήσει στο κινητό της πολλές φορές, αλλά εκείνη δεν απαντούσε. Όταν του είπε πού είχε πάει η Ερίκα, ο Πάτρικ σταμάτησε απότομα. Δίχως να την αποχαιρετήσει, έκλεισε το τηλέφωνο και στράφηκε στην Πέτρα και στον Κόνραντ. «Πρέπει να πάμε στο νησί. Τώρα!»

Η πόρτα άνοιξε και η Ερίκα κόντεψε να σωριαστεί προς τα πίσω. Ήταν έτοιμη να ξεράσει και συνειδητοποίησε ότι είχε δίκιο. Ήταν η μυρωδιά πτώματος. Μια αποκρουστική και βαθιά δυσάρεστη δυσωδία, που δεν γινόταν να την ξεχάσεις, αν την είχες αισθανθεί μια φορά. Μπήκε μέσα κρατώντας το χέρι της πάνω στη μύτη και στο στόμα, μπας και κατάφερνε να κρατήσει έξω ένα μέρος της δυσωδίας. Αλλά ήταν αδύνατον. Η βρόμα διαπερνούσε τα πάντα και ήταν σαν να διείσδυε σε κάθε πόρο, κατά τον ίδιο τρόπο που είχε διεισδύσει στα ρούχα της Νάταλι. Κοίταξε γύρω της, ενώ τα μάτια της δάκρυσαν από την όξινη μυρωδιά. Προχώρησε προσεκτικά στο εσωτερικό του

μικρού σπιτιού. Όλα ήταν ήσυχα και γαλήνια. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο απόμακρος ήχος της θάλασσας απέξω. Είχε συνεχώς τάση για εμετό, αλλά πίεζε τον εαυτό της να μην τρέξει έξω στον καθαρό αέρα. Από εκεί που στεκόταν, μπορούσε να δει όλο τον κάτω όροφο. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο από καθημερινά πράγματα. Ένα πουλόβερ που κρεμόταν σε μια καρέκλα της κουζίνας, ένα φλιτζάνι του καφέ πάνω στο τραπέζι και δίπλα του ένα ανοιχτό βιβλίο. Τίποτα όμως που να μπορεί να εξηγήσει την απαίσια πτωματίλα που κάλυπτε σαν πάπλωμα τα πάντα εκεί μέσα. Μια πόρτα ήταν κλειστή. Η Ερίκα φοβόταν να την ανοίξει, αλλά τώρα είχε προχωρήσει τόσο πολύ και ήξερε ότι έπρεπε να το κάνει. Τα χέρια της τρεμούλιασαν και το γόνατά της είχαν κοπεί. Ήθελε να κάνει μεταβολή, να φύγει τρέχοντας από την εξώπορτα, να φτάσει στη βάρκα και να επιστρέψει στην ασφάλεια του σπιτιού της. Στο σπίτι, όπου την περίμενε η μυρωδιά των ευωδιαστών μικρών κεφαλιών των μωρών της. Αλλά συνέχισε προς τα εμπρός. Είδε το δικό της τρεμάμενο δεξί χέρι να κινείται και να πιάνει το πόμολο. Δίσταζε ακόμη να το πιέσει, δεν είχε το θάρρος να δει τι υπήρχε εκεί από πίσω. Μια ξαφνική ριπή ανέμου γύρω από τα πόδια της την έκανε να στραφεί προς τα πίσω. Αλλά ήταν πολύ αργά και

ξαφνικά μαύρισαν όλα γύρω της.

Οι επίτιμοι καλεσμένοι που έρχονταν από μακριά αποβιβάστηκαν από τα λεωφορεία που είχαν έρθει από το Γέτεμποργ γεμάτοι χαρά και ζωντάνια. Τους είχαν προσφέρει αφρώδη οίνο ήδη κατά τη διαδρομή προς τη Φιελμπάκα και τα αποτελέσματα φάνηκαν αμέσως. Όλοι είχαν υπέροχη διάθεση. «Θα πάει πολύ καλά αυτό εδώ». Ο Άντερς την αγκάλιασε από τους ώμους εκεί που στέκονταν οι δυο τους για τα καλωσορίσματα. Η Βίβιαν χαμογέλασε χωρίς χαρά. Αυτό εδώ ήταν η αρχή, ήταν όμως και το τέλος. Και τώρα εκείνη δεν μπορούσε να ζει στο παρόν, όταν εκείνο που μετρούσε ήταν το μέλλον. Ένα μέλλον που δεν το ένιωθε πια τόσο σίγουρο όσο παλιά. Περιεργάστηκε το προφίλ του αδελφού της, εκεί που τον είδε να στέκεται μπροστά από τις ορθάνοιχτες πόρτες του Μπάντις. Κάτι είχε αλλάξει πάνω του. Μπορούσε πάντα να τον διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο, αλλά τώρα είχε αποτραβηχτεί κάπου όπου δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να τον πλησιάσει. «Τι υπέροχη μέρα, αγάπη μου».

Ο Έρλινγκ τη φίλησε απευθείας στο στόμα. Φαινόταν ξεκούραστος. Χτες του είχε δώσει υπνωτικό ήδη από τις εφτά, οπότε εκείνος είχε κοιμηθεί χωρίς να ξυπνήσει για περισσότερο από δεκατρείς ώρες. Τώρα τον έβλεπε σχεδόν να χοροπηδά με το κατάλευκο κοστούμι του. Αφού της έδωσε άλλο ένα φιλί, εξαφανίστηκε. Οι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να μπαίνουν στο κτίριο. «Καλώς ορίσατε. Ελπίζω να περάσετε όμορφα». Η Βίβιαν έσφιγγε συνεχώς χέρια, χαμογελούσε και επαναλάμβανε τα καλωσορίσματα αδιάκοπα. Στεκόταν, ίδια νεράιδα, με το κατάλευκο μακρύ φόρεμά της και τα πυκνά μαλλιά όπως συνήθιζε να τα έχει, σε μια μακριά κοτσίδα στην πλάτη. Όταν είχαν περάσει σχεδόν όλοι κι εκείνη με τον αδελφό της έμειναν μόνοι, το χαμόγελό της μετατράπηκε σε μια σοβαρή έκφραση. Στράφηκε προς το μέρος του. «Τα λέμε όλα ο ένας στον άλλο, έτσι δεν είναι;» είπε χαμηλόφωνα. Ένιωθε σχεδόν πόνο από την επιθυμία να της απαντήσει όπως εκείνη ήθελε και να τον πιστέψει. Αλλά ο Άντερς έστρεψε σιωπηλός αλλού το βλέμμα του. Η Βίβιαν ετοιμάστηκε να τον ρωτήσει ξανά, αλλά κάποιοι αργοπορημένοι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να πλησιάζουν κι εκείνη φόρεσε ξανά το πιο ζεστό χαμόγελό της. Μέσα της

ένιωθε παγωμένη.

«Τι πήγε να κάνει εκεί έξω η γυναίκα σου;» ρώτησε η Πέτρα. Ο Πάτρικ οδηγούσε όσο πιο γρήγορα τολμούσε προς τη Φιελμπάκα. Εξήγησε με τι δούλευε συνήθως η Ερίκα και ότι, για να περάσει την ώρα της, είχε αρχίσει να κάνει έρευνες για το Γκρόχουερ. «Μάλλον θα πήγε να δείξει στη Νάταλι τι είχε βρει». «Δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχούμε ότι κινδυνεύει» είπε ο Κόνραντ καθησυχαστικά από την πίσω θέση. «Ναι, το ξέρω» έκανε ο Πάτρικ, αν και ταυτόχρονα ένιωθε, ενστικτωδώς, ότι έπρεπε να φτάσει στο Γκρόχουερ το συντομότερο δυνατόν. Είχε τηλεφωνήσει και είχε ειδοποιήσει τον Πέτερ, ο οποίος είχε υποσχεθεί να έχει έτοιμο το σκάφος όταν θα έφταναν. «Ακόμη αναρωτιέμαι ποιο μπορεί να είναι το κίνητρο» είπε ο Κόνραντ. «Ας ελπίσουμε ότι θα το μάθουμε σύντομα, αν ο Πάτρικ έχει δίκιο». Η Πέτρα ακουγόταν ακόμη πολύ δύσπιστη. «Εννοείς δηλαδή ότι ο Ματς Σβερίν, σύμφωνα μ’ έναν μάρτυρα, είχε μαζί του μια γυναίκα στο αυτοκίνητο όταν

επέστρεψε στο σπίτι του τη νύχτα που τον πυροβόλησαν. Αλλά πόσο αξιόπιστος είναι αυτός ο μάρτυρας;» Ο Κόνραντ τέντωσε το κεφάλι του όσο πιο μπροστά μπορούσε ανάμεσα στις δύο μπροστινές θέσεις. Έξω από τα παράθυρα περνούσε το αγροτικό τοπίο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά ούτε η Πέτρα ούτε ο Κόνραντ φαίνονταν να δίνουν σημασία σε αυτό. Ο Πάτρικ συλλογίστηκε πόσα έπρεπε να τους πει. Η αλήθεια ήταν πως ο γερο-Γκριπ δεν ήταν και ο πιο αξιόπιστος μάρτυρας. Για παράδειγμα, υποστήριζε ότι ήταν η γάτα του που είχε δει τη γυναίκα. Και αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που έκανε ο Πάτρικ όταν άκουσε ότι οι δύο σφαίρες ταίριαζαν. Στην αναφορά του Μάρτιν έγραφε ότι η γάτα καθόταν στο παράθυρο και νιαούρισε αγριεμένη προς το αυτοκίνητο, και μερικές αράδες πιο πριν έγραφε: «Στη Μέριλιν δεν αρέσουν οι γυναίκες. Γρούζει όταν τις βλέπει». Ο Μάρτιν δεν είχε αντιληφθεί τη σχέση, ούτε και ο Πάτρικ άλλωστε όταν διάβασε για πρώτη φορά την αναφορά. Αλλά μαζί με τα άλλα που είχαν αποκαλυφθεί, ήταν αρκετό για να στείλει ξανά τον Μάρτιν να μιλήσει με τον Γκριπ. Αυτή τη φορά είχε καταφέρει να εκμαιεύσει από τον γέρο ότι υπήρχε μια γυναίκα που είχε βγει από το αυτοκίνητο το οποίο είχε σταθμεύσει έξω από την πολυκατοικία τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Έπειτα από μερικές στιγμές δισταγμού ο

γέρος είχε επίσης επιβεβαιώσει ότι ήταν το αυτοκίνητο του Σβερίν. Δυστυχώς, ο Γκριπ υποστήριζε ακόμη ότι ήταν η γάτα που τα είχε δει όλα αυτά και ο Πάτρικ αποφάσισε να αποκρύψει αυτή τη λεπτομέρεια προς το παρόν. «Ο μάρτυρας είναι αξιόπιστος» είπε με την ελπίδα ότι οι άλλοι θα έμεναν ικανοποιημένοι με αυτή τη δήλωση. Το σημαντικότερο τώρα ήταν να φτάσουν γρήγορα στην Ερίκα και να μιλήσουν με τη Νάταλι, όλα τα άλλα μπορούσαν να περιμένουν. Εκτός αυτού ήταν και το θέμα της βάρκας. Σύμφωνα με τον άντρα με τον οποίο είχε μιλήσει ο Γιέστα, δεν ήταν απλώς δυνατόν αλλά και πολύ πιθανό να είχε παρασυρθεί η βάρκα του Σβερίν από το Γκρόχουερ προς εκείνο τον όρμο όπου είχε βρεθεί. Στο μυαλό του Πάτρικ είχε αρχίσει να σχηματίζεται τώρα μια πιθανή ακολουθία γεγονότων. Ο Ματς είχε πάει στη Νάταλι και για κάποιο λόγο εκείνη τον είχε ακολουθήσει μέχρι τη Φιελμπάκα. Είχαν πάει με αυτοκίνητο μετά μέχρι το διαμέρισμα του Ματς κι εκεί η Νάταλι τον δολοφόνησε με μια σφαίρα. Εκείνος ένιωθε ασφαλής δίπλα στη Νάταλι και δεν είχε διστάσει να της γυρίσει την πλάτη. Έπειτα εκείνη επέστρεψε στο λιμάνι, πήρε τη βάρκα της οικογένειας Σβερίν και πήγε στο Γκρόχουερ και κατόπιν την άφησε λυτή εκεί, με αποτέλεσμα η βάρκα να παρασυρθεί και να κολλήσει στον

όρμο όπου την είχαν βρει. Ξεκάθαρα πράγματα. Εκτός βέβαια από το ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα για ποιο λόγο θέλησε να δολοφονήσει η Νάταλι τον Ματς και, ενδεχομένως, τον άντρα της. Επίσης, γιατί άραγε έφυγαν από το Γκρόχουερ και πήγαν στη Φιελμπάκα νυχτιάτικα; Είχε αυτό κάποια σχέση με την κοκαΐνη; Μήπως ο Ματς ήταν μπλεγμένος στις δουλειές του άντρα της Νάταλι; Ήταν άραγε εκείνο το άγνωστο δακτυλικό αποτύπωμα στη σακούλα δικό της; Ο Πάτρικ πάτησε κι άλλο το γκάζι. Τώρα διέσχιζαν όμως τη Φιελμπάκα και έκοψε λίγο ταχύτητα όταν λίγο έλειψε να πατήσει έναν ηλικιωμένο που διέσχιζε τον δρόμο δίπλα στην πλατεία Ίνγκριντ Μπέργμαν. Παρκάρισε στο λιμάνι κοντά στο σκάφος της ακτοφυλακής και βγήκε αμέσως από το αυτοκίνητο. Είδε ανακουφισμένος τον Πέτερ να στέκεται εκεί πανέτοιμος και με τη μηχανή του σκάφους αναμμένη. Ο Κόνραντ και η Πέτρα έτρεξαν ξοπίσω του και πήδησαν κι αυτοί στο σκάφος. «Μην ανησυχείς» επανέλαβε ο Κόνραντ. «Μόνο ενδείξεις έχουμε προς το παρόν – και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύεις ότι η γυναίκα σου κινδυνεύει, έστω κι αν έχεις δίκιο». Ο Πάτρικ τον κοίταξε ενώ κρατιόταν από την κουπαστή του σκάφους, που με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα από την επιτρεπόμενη έβγαινε από το λιμάνι. «Δεν την ξέρεις τη γυναίκα μου. Η Ερίκα το ’χει συνήθειο

να φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν. Ακόμα και οι άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν θεωρούν ότι ρωτάει πάρα πολλά. Είναι πολύ φορτική, θα μπορούσε να πει κανείς». «Ακούγεται σαν μια γυναίκα που μου αρέσει πολύ» είπε η Πέτρα και κοίταξε εντυπωσιασμένη το αρχιπέλαγος που διέσχιζαν. «Μα δεν απαντάει ούτε στο κινητό» πρόσθεσε ο Πάτρικ. Στην υπόλοιπη διαδρομή έμειναν σιωπηλοί. Είδαν τον φάρο από μακριά και ο Πάτρικ ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται από την ανησυχία καθώς πλησίαζαν στο νησί. Δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί την άλλη ονομασία του Γκρόχουερ, εκείνη με την οποία το αποκαλούσε ο κόσμος γενικά: Γκαστχόλμεν, Νησί των Στοιχειών. Και το γιατί το έλεγαν έτσι. Ο Πέτερ έκοψε ταχύτητα και άραξε στην αποβάθρα, δίπλα στην ξύλινη βάρκα της Ερίκα και του Πάτρικ. Δεν φαινόταν να υπάρχει κανένας στο νησί. Ούτε ζωντανός ούτε πεθαμένος.

Όλα θα πήγαιναν καλά. Ήταν μαζί. Αυτή και ο Σαμ. Και οι νεκροί παρακολουθούσαν αποπάνω τους, φύλακες άγγελοι.

Η Νάταλι σιγοτραγουδούσε κάτι εκεί που στεκόταν στο νερό με τον Σαμ στην αγκαλιά. Ένα τραγούδι που πάντα του τραγουδούσε όταν ήταν πιο μικρός και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Εκείνος κούρνιαζε χαλαρός στην αγκαλιά της και όλα έγιναν ευκολότερα όταν η άνωση του νερού τη βοήθησε να τον μεταφέρει. Μερικές σταγόνες νερού πιτσίλισαν το πρόσωπό του κι εκείνη τις σκούπισε στοργικά. Δεν του άρεσε να έχει νερό στο πρόσωπο. Αλλά μόλις γινόταν καλύτερα, μόλις θα ένιωθε καλύτερα, θα τον μάθαινε να κολυμπά. Ήταν αρκετά μεγάλος τώρα για να μάθει κολύμπι και ποδήλατο – και σύντομα θα άρχιζαν να πέφτουν και τα βρεφικά του δόντια, οι νεογιλοί. Θα άρχιζε να αποκτά ένα χαριτωμένο κενό, σημάδι πως ετοιμαζόταν ν’ αφήσει τη βρεφική ηλικία πίσω του. Ο Φρέντρικ ήταν πάντα ανυπόμονος και απαιτούσε πολλά από τον Σαμ. Έλεγε ότι εκείνη κακομάθαινε τον γιο τους, ισχυριζόταν ότι εκείνη ήθελε να μείνει πάντα μικρός. Αλλά έκανε λάθος. Δεν ήθελε τίποτα παραπάνω από το να δει τον Σαμ να μεγαλώνει, αλλά έπρεπε να μεγαλώσει με τον δικό του ρυθμό. Ύστερα ήθελε να της πάρει τον Σαμ. Με πομπώδες ύφος ο Φρέντρικ είχε ισχυριστεί ότι ο Σαμ θα ήταν καλύτερα με μια άλλη μητέρα. Οι αναμνήσεις είχαν γίνει ανυπόφορες κι εκείνη τραγουδούσε δυνατότερα για να τις κάνει να υποχωρήσουν.

Αλλά εκείνα τα τρομακτικά λόγια είχαν χωθεί βαθιά μέσα στην ψυχή της και έπνιγαν το τραγούδι. Η άλλη θα ήταν καλύτερη, είχε πει εκείνος. Η άλλη θα γινόταν η καινούργια μαμά του Σαμ και θα πήγαινε με τον Φρέντρικ και τον Σαμ στην Ιταλία. Η Νάταλι δεν θα ήταν πια μαμά. Θα εξαφανιζόταν. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο από τέτοια ικανοποίηση, ώστε η Νάταλι πίστεψε αμέσως όσα της έλεγε. Ω, πόσο τον μίσησε τότε. Η οργή είχε αρχίσει να φουντώνει κάπου βαθιά μέσα της και μετά απλώθηκε σε όλο της το κορμί δίχως να μπορεί και η ίδια να τη σταματήσει. Ο Φρέντρικ είχε πάρει ό,τι του άξιζε. Δεν μπορούσε να τους βλάψει πλέον. Είχε δει το ακίνητο βλέμμα του, είχε δει το αίμα. Τώρα αυτή και ο Σαμ θα ζούσαν ειρηνικά σ’ ετούτο εδώ το νησί. Κοίταξε κάτω, το προσωπάκι του. Τον είδε να ανοιγοκλείνει τα ματάκια του. Κανένας δεν θα της τον έπαιρνε ποτέ. Κανένας.

Ο Πάτρικ είπε στον Πέτερ να περιμένει στο σκάφος. Βγήκε στη στεριά μαζί με τον Κόνραντ και την Πέτρα. Στο τραπέζι μέσα στο ψαροκάλυβο υπήρχαν απομεινάρια από καφέ και κουλουράκια, κι όταν πέρασαν από εκεί, μερικοί γλάροι

πέταξαν μακριά από ένα πιάτο με κουλουράκια κατατρομαγμένοι. «Σίγουρα θα είναι μέσα στο σπίτι» είπε η Πέτρα, κοιτάζοντας με έμπειρο μάτι γύρω της. «Ελάτε». Ο Πάτρικ ήταν ανυπόμονος, αλλά ο Κόνραντ τον έπιασε απαλά από το μπράτσο. «Ας είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί τώρα». Ο Πάτρικ κατάλαβε πως ο Κόνραντ είχε δίκιο και άρχισε να πηγαίνει προς το μικρό σπίτι με ήρεμο βήμα, παρόλο που ήθελε πολύ ν’ αρχίσει να τρέχει. Όταν έφτασε στην πόρτα, χτύπησε. Όταν δεν ήρθε κανείς ν’ ανοίξει, η Πέτρα έσκυψε μπροστά και χτύπησε δυνατότερα. «Είναι κανείς εδώ;» φώναξε. Πάλι τίποτε από εκεί μέσα. Ο Πάτρικ πίεσε προς τα κάτω το πόμολο και η πόρτα άνοιξε εύκολα. Έκανε ένα βήμα προς τα μέσα, αλλά παραλίγο να πέσει πισωπατώντας πάνω στον Κόνραντ και στην Πέτρα όταν τον πήρε η μπόχα. «Γαμώτο» έκανε και έφερε την παλάμη στη μύτη και στο στόμα. Κατάπινε συνεχώς, για να μην ξεράσει. «Γαμώτο» έκανε σαν ηχώ και ο Κόνραντ πίσω του και φάνηκε πως κι αυτός πάλευε με τη ναυτία. Μόνο η Πέτρα έδειχνε ανεπηρέαστη και ο Πάτρικ την

κοιτούσε απορημένος. «Κακή όσφρηση» είπε εκείνη. Ο Πάτρικ δεν ρώτησε τίποτε άλλο. Μπήκε όμως μέσα στο σπίτι και το βλέμμα του έπεσε αμέσως στο κορμί που κείτονταν στο πάτωμα. «Ερίκα;» Έτρεξε κι έπεσε στα γόνατα. Με κομμένη την ανάσα την άγγιξε κι εκείνη βόγκηξε και έστριψε. Επανέλαβε το όνομά της πολλές φορές κι εκείνη έστρεψε αργά το κεφάλι της προς το μέρος του. Και τότε ήταν που ο Πάτρικ είδε το τραύμα στον κρόταφο. Εκείνη έφερε με κόπο το χέρι της εκεί και τα μάτια της γούρλωσαν σαν είδε το αίμα στα δάχτυλά της. «Πάτρικ; Η Νάταλι είναι…» Άφησε έναν λυγμό και ο Πάτρικ τής χάιδεψε το μάγουλο. «Πώς είναι;» ρώτησε η Πέτρα. Ο Πάτρικ κούνησε το χέρι του καθησυχαστικά και η Πέτρα με τον Κόνραντ ανέβηκαν τις σκάλες, για να δουν τι υπήρχε στον πάνω όροφο. «Δεν φαίνεται να είναι κανείς εδώ» είπε η Πέτρα όταν κατέβηκαν ξανά. «Κοίταξες εκεί μέσα;» ρώτησε δείχνοντας την πόρτα δίπλα από την οποία ήταν πεσμένη η Ερίκα. Ο Πάτρικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι και η Πέτρα

κινήθηκε προσεκτικά γύρω τους και την άνοιξε. «Που να πάρει ο διάβολος. Ελάτε να δείτε». Τους έκανε νόημα, αλλά ο Πάτρικ έμεινε στη θέση του και άφησε τον Κόνραντ ν’ ακολουθήσει τη συνεργάτιδά του. «Τι είναι;» ρώτησε ο Πάτρικ, κοιτάζοντας τη μισάνοιχτη πόρτα που τον εμπόδιζε να δει μέσα στο δωμάτιο. «Ό,τι κι είναι αυτό που βρομάει, έρχεται από εδώ μέσα». Ο Κόνραντ βγήκε έξω έχοντας καλύψει με την παλάμη του μύτη και στόμα. «Πτώμα;» Για μια στιγμή ο Πάτρικ σκέφτηκε ότι ήταν η Νάταλι που ήταν νεκρή εκεί μέσα, αλλά μετά σκέφτηκε κάτι που τον έκανε να χλωμιάσει. «Το αγόρι;» ψιθύρισε. Η Πέτρα βγήκε κι εκείνη από το δωμάτιο. «Δεν ξέρω. Δεν υπάρχει κανένας εκεί τώρα. Αλλά το κρεβάτι είναι χάλια και βρομάει σαν οχετός – ακόμα κι εγώ το ένιωσα». Ο Κόνραντ έγνεψε καταφατικά. «Πρέπει να είναι το αγόρι. Τη Νάταλι τη συναντήσατε πριν από μια βδομάδα περίπου, και τολμώ να εικάσω ότι το πτώμα είχε μείνει εκεί μέσα πολύ καιρό». Η Ερίκα προσπάθησε με πολύ κόπο να σηκωθεί και ο Πάτρικ έβαλε το χέρι του στους ώμους της, για να τη στηρίξει. «Πρέπει να τους βρούμε». Κοίταξε τη γυναίκα του. «Τι συνέβη εδώ;»

«Ήμασταν στον φάρο. Με πήρε μια μυρωδιά από τα ρούχα της Νάταλι και άρχισα ν’ αναρωτιέμαι. Οπότε ήρθα κρυφά εδώ, για να ελέγξω τι γινόταν. Πρέπει να με χτύπησε στο κεφάλι μετά…» Η φωνή της έσπασε. Ο Πάτρικ κοίταξε τον Κόνραντ και την Πέτρα. «Τι σας είπα; Φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν». Χαμογέλασε, αλλά το βλέμμα του πρόδιδε ανησυχία. «Δεν είδες το παιδί;» ρώτησε η Πέτρα και κάθισε ανακούρκουδα. Η Ερίκα κούνησε το κεφάλι της και μόρφασε από τον πόνο. «Όχι, δεν πρόλαβα ποτέ ν’ ανοίξω την πόρτα. Αλλά πρέπει να τους βρείτε» είπε και επανέλαβε τα λόγια του Πάτρικ. «Εγώ θα τα καταφέρω. Ψάξτε να βρείτε τη Νάταλι και τον Σαμ». «Να την πάμε στο σκάφος» είπε ο Πάτρικ. Δεν έδωσε σημασία στις διαμαρτυρίες της Ερίκα. Όλοι μαζί τη μετέφεραν στην αποβάθρα και τη σήκωσαν προσεκτικά παραδίδοντάς τη στον Πέτερ. «Σίγουρα τα καταφέρνεις;» Ο Πάτρικ δυσκολευόταν να φύγει από κοντά της, επειδή έβλεπε το κάτασπρο πρόσωπό της και τη ματωμένη πληγή

στον κρόταφο. Εκείνη κούνησε το χέρι της αποτρεπτικά. «Πηγαίνετε, δεν έχω τίποτα εγώ, σας το είπα». Ο Πάτρικ την άφησε απρόθυμα. «Πού μπορεί να πήγαν;» «Πρέπει να είναι στην άλλη πλευρά του νησιού» είπε η Πέτρα. «Ναι, η βάρκα είναι άλλωστε εδώ» έκανε ο Κόνραντ. Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν τα βράχια. Το νησί φαινόταν τόσο έρημο όσο και όταν είχαν έρθει και, εκτός από τον παφλασμό των κυμάτων και τους κρωγμούς των γλάρων, δεν ακουγόταν τίποτε άλλο. «Μπορεί να είναι στον φάρο». Ο Πάτρικ σήκωσε το κεφάλι όσο μπορούσε, για να κοιτάξει ψηλά στον φάρο. «Ίσως, αλλά πιστεύω ότι πρέπει να ψάξουμε πρώτα το νησί» είπε η Πέτρα. Σκίασε με το χέρι τα μάτια της, πάντως, για να μπορέσει να διακρίνει μέσα από τα τζάμια ψηλά στον φάρο. Αλλά ούτε και αυτή μπόρεσε να δει κάτι να κινείται εκεί μέσα. «Έρχεστε;» έκανε ο Κόνραντ. Το ψηλότερο μέρος του νησιού ήταν λίγο πιο πέρα κι εκείνοι κοιτούσαν γύρω γύρω εκεί που περπατούσαν. Αν έφταναν εκεί ψηλά, θα μπορούσαν να δουν σχεδόν όλο το

Γκρόχουερ. Αλλά ήταν πολύ προσεκτικοί. Δεν ήξεραν σε τι ψυχική κατάσταση μπορεί να βρισκόταν η Νάταλι. Είχε και πιστόλι. Το ερώτημα ήταν αν ήταν αποφασισμένη να το χρησιμοποιήσει. Όλοι σκέφτονταν το ίδιο πράγμα, αλλά κανείς δεν το είχε εκφράσει φωναχτά. Ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο.

Είχαν έρθει με σκάφος, όπως ακριβώς φοβόταν. Άκουσε φωνές από την αποβάθρα, φωνές στο σπίτι. Η μοναδική οδός διαφυγής από το νησί είχε αποκλειστεί και δεν είχε καμία δυνατότητα να φτάσει στη βάρκα για να φύγει. Αυτή και ο Σαμ ήταν παγιδευμένοι. Όταν η Ερίκα, την οποία η ίδια θεωρούσε σύμμαχό τους, εισέβαλε στον κόσμο τους, η Νάταλι έκανε αυτό που έπρεπε. Είχε προστατεύσει τον Σαμ, ακριβώς όπως του είχε υποσχεθεί την ίδια στιγμή που τον είχαν βάλει στην αγκαλιά της στο νοσοκομείο. Είχε υποσχεθεί να μην αφήσει ποτέ κάποιο κακό να του συμβεί. Υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα δειλή και δεν είχε τηρήσει την υπόσχεσή της. Αλλά από εκείνη τη νύχτα και μετά ήταν δυνατόν. Είχε γλιτώσει τον Σαμ. Περπατούσε αργά όλο και πιο ανοιχτά στη θάλασσα. Το τζιν παντελόνι κολλούσε βαρύ πάνω στα πόδια της, την

τραβούσε προς τα πέρα και προς τα κάτω. Ο Σαμ ήταν τόσο καλός. Ήταν εντελώς ακίνητος στην αγκαλιά της. Κάποιος την πλησίασε και άρχισε να περπατά δίπλα της, ακολουθώντας τη μέσα στο νερό. Εκείνη λοξοκοίταξε προς τα εκεί. Η γυναίκα κρατούσε τη βαριά φούστα της, αλλά την άφησε έπειτα από λίγο να πέσει και να επιπλεύσει στο νερό γύρω της. Δεν άφηνε τη Νάταλι από τα μάτια της. Το στόμα της κινούνταν, αλλά η Νάταλι δεν ήθελε ν’ ακούσει. Γιατί τότε δεν θα μπορούσε να προστατέψει άλλο τον Σαμ. Έκλεισε τα μάτια, για να την κάνει να εξαφανιστεί, αλλά, όταν τα ξανάνοιξε, δεν άντεξε να μην κοιτάξει ξανά δίπλα της. Ήταν λες και την ανάγκαζε κάποιος να κοιτάζει τη γυναίκα. Τώρα η γυναίκα κουβαλούσε ένα αγόρι στην αγκαλιά της. Πριν από μια στιγμή δεν υπήρχε εκεί, η Νάταλι ήταν σίγουρη γι’ αυτό, αλλά τώρα την κοιτούσε κι αυτός, με μεγάλα μάτια γεμάτα ικεσία. Μιλούσε με τον Σαμ. Η Νάταλι ήθελε να κλείσει τ’ αυτιά της με τα χέρια της και να φωνάξει, για να κλείσει απέξω τις φωνές του παιδιού και της γυναίκας. Αλλά τα χέρια της ήταν απασχολημένα, κρατούσε τον Σαμ, και η κραυγή της κόλλησε στον λαιμό. Το πουκάμισό της είχε αρχίσει να μουσκεύει και πήρε μια βαθιά ανάσα όταν το κρύο νερό έφτασε στο ύψος του στομαχιού της. Η γυναίκα περπατούσε δίπλα τους. Αυτή και το αγόρι μιλούσαν και οι δύο ταυτόχρονα, η γυναίκα με τη Νάταλι, το αγόρι με τον

Σαμ. Και παρά τη θέλησή της η Νάταλι άρχισε ν’ ακούει τι έλεγαν. Οι ομιλίες τους τη διαπερνούσαν, όπως διαπερνούσε το αλμυρό νερό τα ρούχα της και μούσκευε την επιδερμίδα της. Είχαν φτάσει στο τέλος της διαδρομής αυτή και ο Σαμ. Ανά πάσα στιγμή θα τους έβρισκαν, θα ολοκλήρωναν αυτό που είχαν αρχίσει. Η ανάμνηση του αίματος που είχε τιναχτεί ψηλά πιτσιλώντας τον τοίχο και είχε βάψει κόκκινο το πρόσωπο του Φρέντρικ εμφανίστηκε αστραπιαία για μια σύντομη στιγμή. Η Νάταλι τίναξε το κεφάλι, για ν’ αποδιώξει τις εικόνες αυτές. Να ήταν άραγε όνειρα, φαντασιώσεις ή πραγματικότητα; Δεν ήξερε πια. Θυμόταν μόνο την ψυχρή αίσθηση μίσους, πανικού και μιας τόσο μεγάλης αγωνίας που την κατέλαβε ολόκληρη και της άφησε μόνο τα πλέον πρωτόγονα και επιθετικά ένστικτα. Όταν το νερό έφτασε ψηλά στις μασχάλες, ένιωσε πόσο πιο ελαφρύς είχε γίνει ο Σαμ. Η γυναίκα και το αγόρι ήταν πολύ κοντά. Μιλούσαν ακριβώς δίπλα στο αυτί της και άκουγε καθαρά όσα έλεγαν. Η Νάταλι έκλεισε τα μάτια και στο τέλος παραιτήθηκε. Είχαν δίκιο. Η επίγνωση πλημμύρισε το κορμί της κι έκανε κάθε ανησυχία της να εξαφανιστεί. Ήταν τόσο αυτονόητο τώρα που άκουγε καθαρά τη γυναίκα και το παιδί. Ήξερε ότι ήθελαν το καλό της και το καλό του

Σαμ. Στάθηκε λοιπόν εκεί και άφησε την ηρεμία να την αγκαλιάσει. Από πιο πίσω, της φάνηκε πως άκουσε και άλλες φωνές. Κάποιους άλλους που της φώναζαν, που ήθελαν κάτι και που προσπαθούσαν να την κάνουν ν’ ακούσει. Αλλά εκείνη τους αγνόησε, ήταν λιγότερο πραγματικοί από τις φωνές που ήταν τόσο κοντά στο αυτί της και εξακολουθούσε ν’ ακούει. «Άφησέ τον» είπε με απαλή φωνή η γυναίκα. «Θέλω να παίξω μαζί του» είπε το αγόρι. Η Νάταλι έγνεψε. Έπρεπε να τον αφήσει. Αυτό ήταν που ήθελαν από την αρχή, αυτό προσπαθούσαν να της εξηγήσουν. Ανήκε σ’ αυτούς τώρα, ανήκε στους άλλους. Άφησε σιγά σιγά τον Σαμ. Άφησε τη θάλασσα να τον πάρει, τον άφησε να εξαφανιστεί κάτω από την επιφάνειά της και να παρασυρθεί από τα ρεύματα. Έπειτα έκανε ένα βήμα και μετά άλλο ένα. Οι φωνές μιλούσαν ακόμη. Τις άκουγε τόσο κοντά και τόσο μακριά, αλλά και πάλι επέλεξε να τις αγνοήσει. Ήθελε ν’ ακολουθήσει τον Σαμ και να γίνει μία από κείνους. Τι άλλο να έκανε; Η φωνή της γυναίκας εκλιπαρούσε, αλλά το νερό ανέβαινε πάνω από τα αυτιά, έπνιγε όλους τους ήχους και τους αντικαθιστούσε μ’ ένα βουητό από το αίμα που έτρεχε σαν χείμαρρος μέσα στο κορμί της. Συνέχισε, ένιωσε το νερό να περνάει πάνω από το κεφάλι της και τον αέρα να συμπιέζεται

μέσα στα πνευμόνια της. Αλλά κάτι την τράβηξε προς τα πάνω. Η γυναίκα ήταν απίστευτα δυνατή. Την τραβούσε στην επιφάνεια και η Νάταλι ένιωσε την οργή να φουντώνει μέσα της. Γιατί δεν της επέτρεπαν ν’ ακολουθήσει τον γιο της; Αντιστάθηκε, αλλά η γυναίκα δεν έλεγε να την αφήσει και συνέχισε να την τραβά προς τη ζωή ξανά. Άλλα δύο ζευγάρια χέρια την έπιασαν από το κορμί και την τράβηξαν πάνω. Το κεφάλι της βγήκε πάνω από την επιφάνεια και τα πνευμόνια της γέμισαν αέρα. Η Νάταλι άφησε να της ξεφύγει μια ουρανομήκης κραυγή. Ήθελε να χαθεί ξανά κάτω από το νερό κι αντί γι’ αυτό είδε να τη σέρνουν προς τη στεριά. Έπειτα η γυναίκα και το παιδί χάθηκαν. Όπως και ο Σαμ. Η Νάταλι ένιωσε να τη σηκώνουν και να τη μεταφέρουν. Αφέθηκε. Την είχαν βρει τελικά.

Το γλέντι συνεχίστηκε όλο το βράδυ και μέχρι αργά τη νύχτα. Είχαν φάει καλά, είχαν πιει μπόλικο κρασί, οι επίτιμοι και οι ντόπιοι καλεσμένοι είχαν γνωριστεί και στην πίστα του χορού είχαν γίνει νέες γνωριμίες. Με άλλα λόγια, μια πολύ επιτυχημένη εκδήλωση.

Η Βίβιαν πήγε κοντά στον Άντερς εκεί που στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή και κοιτούσε τα ζευγάρια να χορεύουν. «Πρέπει να φύγουμε σε λίγο». Εκείνος έγνεψε, αλλά κάτι στην έκφραση του προσώπου του ενίσχυσε την προηγούμενη ανησυχία της. «Έλα τώρα». Τον τράβηξε ελαφρά από το μπράτσο κι εκείνος την ακολούθησε χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια. Εκείνη είχε κρύψει τη βαλίτσα της σ’ ένα από τα δωμάτια που δεν ήταν κλεισμένα για τους πελάτες και την έφερε τώρα μπροστά στην πόρτα. «Πού είναι η βαλίτσα σου; Πρέπει να φύγουμε από εδώ σε δέκα λεπτά, αλλιώς μπορεί να χάσουμε το αεροπλάνο». Εκείνος δεν απάντησε, απλώς κάθισε βαρύς στο κρεβάτι και κοίταξε το πάτωμα. «Άντερς;» είπε κρατώντας το χερούλι της βαλίτσας σε μια σπασμωδική λαβή. «Σ’ αγαπώ» ψιθύρισε ο Άντερς – κι εκείνες οι λέξεις ακούστηκαν δυσοίωνες. «Πρέπει να φύγουμε» είπε εκείνη, αλλά ήξερε κατά βάθος ότι εκείνος δεν θα την ακολουθούσε. Από μακριά ακουγόταν ακόμη ο ήχος της μουσικής. Άφησε τη βαλίτσα και πήγε και κάθισε δίπλα του.

«Δεν μπορώ». Σήκωσε το βλέμμα του. Τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. «Τι πήγες κι έκανες;» Στην πραγματικότητα, δεν ήθελε ν’ ακούσει την απάντηση, δεν ήθελε να επαληθευτούν οι χειρότεροι φόβοι της, αλλά η ερώτηση της βγήκε χωρίς να μπορεί η ίδια να κάνει τίποτα. «Τι έκανα; Θεέ μου, πίστεψες ότι ήμουν εγώ που…» «Δεν είναι έτσι;» Ο Άντερς κούνησε αρνητικά το κεφάλι και άρχισε μετά να γελάει σκουπίζοντας ταυτόχρονα τα δάκρυα με την ανάστροφη του χεριού του. «Έλεος, Βίβιαν. Όχι!» Η ανακούφισή της ήταν τεράστια, μόνο που τώρα δεν μπορούσε πια να καταλάβει πού ήταν το πρόβλημα. «Τότε γιατί;» Η Βίβιαν έβαλε το χέρι της στους ώμους του αδελφού της κι εκείνος ακούμπησε το κεφάλι του στο δικό της. Αυτή η κίνηση έφερε στον νου της αμέτρητες αναμνήσεις για τις τόσες φορές που είχαν καθίσει έτσι, με τα κεφάλια κολλητά. «Σ’ αγαπώ, το ξέρεις». «Ναι, το ξέρω». Και ξαφνικά εκείνη κατάλαβε. Ίσιωσε την πλάτη της, ώστε να μπορεί να τον κοιτάζει καλύτερα. Πήρε τρυφερά το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της.

«Αγαπημένε μου αδελφέ, πήγες κι ερωτεύτηκες;» «Δεν μπορώ να φύγω μαζί σου» είπε εκείνος και τα μάτια του γέμισαν πάλι δάκρυα. «Ξέρω ότι δώσαμε αμοιβαία υπόσχεση να είμαστε πάντα μαζί. Αλλά αυτό εδώ το ταξίδι θα το κάνεις χωρίς εμένα». «Αν είσαι εσύ ευτυχισμένος, είμαι κι εγώ. Τόσο απλό είναι. Θα μου λείψεις τρομερά, αλλά δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να σου στερήσω μια δική σου ζωή». Χαμογέλασε. «Αλλά πρέπει να μου πεις ποια είναι, αλλιώς δεν πρόκειται να φύγω». Εκείνος είπε το όνομα κι εκείνη είδε μπροστά της μια γυναίκα με την οποία είχαν συνεργαστεί όσο φτιαχνόταν το Μπάντις. Χαμογέλασε ξανά. «Έχεις καλό γούστο». Σώπασε για λίγο. «Θα χρειαστεί να εξηγήσεις πολλά και θα σε θεωρήσουν υπεύθυνο για άλλα τόσα. Και θέλεις να σε αφήσω μόνο σου; Θα μείνω κι εγώ». Ο Άντερς κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Θέλω να φύγεις. Να πας κάπου και να απολαμβάνεις και για μένα τον ήλιο. Εγώ δεν πρόκειται να δω το φως της μέρας για κάμποσο καιρό, αλλά της τα έχω πει όλα και μου υποσχέθηκε να περιμένει». «Και τα λεφτά;» «Είναι δικά σου» είπε εκείνος χωρίς να διστάσει. «Δεν τα χρειάζομαι». «Είσαι εντελώς σίγουρος;»

Έπιασε ξανά το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της, σαν να ήθελε να ξαναθυμηθεί με την αφή κάθε χαρακτηριστικό του. Εκείνος έγνεψε και της κατέβασε τα χέρια. «Σίγουρος είμαι κι εσύ πρέπει να φύγεις τώρα. Το αεροπλάνο δεν θα περιμένει». Εκείνος σηκώθηκε και πήρε τη βαλίτσα της. Δίχως να πει κουβέντα, την κουβάλησε έξω στο αυτοκίνητο και την έβαλε στο πορτμπαγκάζ. Κανένας δεν τους είχε δει. Ο θόρυβος από τις φωνές των καλεσμένων ανακατευόταν με τη μουσική και όλοι ασχολούνταν με εντελώς άλλα πράγματα. Η Βίβιαν μπήκε στο αυτοκίνητο, στη θέση του οδηγού. «Αυτό εδώ το κάναμε καλά, έτσι δεν είναι;» Κοίταξε προς τα επάνω, στο κτίριο του Μπάντις, που έλαμπε στο μισοσκόταδο. «Εγώ θα έλεγα διαβολεμένα καλά». Σώπασαν. Έπειτα από μια στιγμή διστακτικότητας η Βίβιαν έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στον παράμεσο και το έδωσε στο Άντερς. «Εδώ, πάρε και δώσ’ το στον Έρλινγκ. Δεν είναι κακός άνθρωπος. Ελπίζω να βρει κάποια άλλη να της το δώσει σύντομα». Ο Άντερς το έβαλε στην τσέπη του.

«Θα φροντίσω να το πάρει». Κοιτάχτηκαν βουβοί. Έπειτα η Βίβιαν έκλεισε απότομα την πόρτα του αυτοκινήτου και έβαλε μπροστά. Ο Άντερς απόμεινε να την κοιτάζει όταν εκείνη πάτησε γκάζι κι έφυγε από εκεί με ταχύτητα. Έπειτα ανέβηκε αργά τα σκαλιά. Σκεφτόταν να μείνει μέχρι τέλους στο γλέντι.

O Έρλινγκ ένιωσε τον πανικό να τον πλημμυρίζει. Η Βίβιαν είχε εξαφανιστεί. Κανένας δεν την είχε δει από το γλέντι το Σάββατο. Έλειπε και το αυτοκίνητό της. Κάτι θα είχε συμβεί. Σήκωσε το ακουστικό και τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα. «Έχετε κανένα νέο;» είπε εκείνος μόλις άκουσε τη φωνή του Μέλμπεργ. Όταν πήρε ξανά αρνητική απάντηση, δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. «Τι ακριβώς έχετε κάνει για να βρείτε την αρραβωνιαστικιά μου; Κάτι πρέπει να της έτυχε, είμαι απολύτως σίγουρος γι’ αυτό. Ψάξατε στον βυθό του λιμανιού; Ναι, ξέρω ότι λείπει και το αυτοκίνητό της, αλλά ποιος μας λέει ότι δεν το ρίξανε στη θάλασσα, ίσως με τη Βίβιαν μέσα;» Η φωνή του έγινε τσιριχτή και σκέφτηκε τη Βίβιαν παγιδευμένη στο αυτοκίνητό της και ανίκανη να βγει καθώς η στάθμη του νερού εκεί μέσα ανέβαινε. «Απαιτώ να χρησιμοποιήσετε κάθε μέσο για να τη βρείτε». Κοπάνησε το ακουστικό πάνω στη συσκευή. Ένα διστακτικό χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να αναπηδήσει. Η

Γκουνίλα έβαλε μέσα το κεφάλι της και τον κοίταξε κατατρομαγμένη. «Ναι;» Αυτό που ήθελε ήταν να τον αφήσουν στην ησυχία του. Είχε ψάξει για τη Βίβιαν όλη την Κυριακή και σήμερα το πρωί είχε έρθει στο γραφείο με την ελπίδα ότι ίσως εκείνη θα προσπαθούσε να τον βρει εκεί. «Τηλεφώνησαν από την τράπεζα». Η Γκουνίλα ακουγόταν περισσότερο αγχωμένη απ’ ό,τι συνήθως. «Δεν έχω καιρό για τέτοια τώρα» είπε εκείνος και κοίταξε το τηλέφωνο. Η Βίβιαν θα μπορούσε να τηλεφωνήσει ανά πάσα στιγμή. «Κάτι με τον τραπεζικό λογαριασμό του Μπάντις δεν φαίνεται να είναι όπως πρέπει. Θέλουν να τους τηλεφωνήσεις». «Δεν έχω χρόνο τώρα, σου λέω!» βρυχήθηκε εκείνος, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη η Γκουνίλα δεν έλεγε να κάνει πίσω. «Θέλουν να τους τηλεφωνήσεις αμέσως, είπαν πως είναι επείγον» του είπε και πήγε στο γραφείο της. Μ’ έναν αναστεναγμό ο Έρλινγκ σήκωσε το ακουστικό και τηλεφώνησε στην τράπεζα. «Ο Έρλινγκ είμαι. Τι πρόβλημα υπάρχει;»

Προσπαθούσε να ακούγεται σαν κάποιος που ήξερε να λύνει προβλήματα. Ήθελε να τελειώνει με αυτή τη συνομιλία το συντομότερο δυνατόν, για να μην είναι το τηλέφωνο κατειλημμένο σε περίπτωση που εκείνη τηλεφωνούσε. Άκουγε αφηρημένα τι του έλεγε ο τραπεζικός, αλλά πολύ σύντομα η προσοχή του έγινε πολύ εντονότερη. «Τι μου λες πως δεν υπάρχουν λεφτά στον λογαριασμό; Να το κοιτάξετε ξανά. Βάλαμε μέσα πολλά εκατομμύρια και θα μπουν κι άλλα από τη Βίβιαν και τον Άντερς Μπερκελίν μέσα στην εβδομάδα. Ξέρω ότι έχουμε εργολάβους που πρέπει να πληρωθούν, αλλά λεφτά υπάρχουν». Έπειτα σώπασε και άκουσε τι του έλεγε ο άλλος. «Είστε εντελώς σίγουροι ότι δεν πρόκειται για λάθος;» Ο Έρλινγκ τράβηξε τον γιακά του πουκαμίσου του. Ξαφνικά του φάνηκε πως δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Όταν η συνομιλία τελείωσε, οι σκέψεις έτρεχαν σαν τρελές μέσα στο μυαλό του. Τα λεφτά είχαν εξαφανιστεί. Η Βίβιαν είχε εξαφανιστεί. Και δεν ήταν κανένας βλάκας, ώστε να μην μπορεί να καταλάβει πόσο κάνει ένα κι ένα. Κι όμως δεν ήθελε να το πιστέψει. Ο Έρλινγκ είχε προλάβει να πατήσει τους τρεις πρώτους αριθμούς του τηλεφώνου του αστυνομικού τμήματος, όταν είδε ξαφνικά τον Άντερς να στέκεται στο άνοιγμα της πόρτας.

Απόμεινε να τον κοιτάζει. Ο αδελφός της Βίβιαν φαινόταν κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Στην αρχή είχε μείνει σιωπηλός για λίγο, έπειτα πήγε μπροστά στο γραφείο του Έρλινγκ και του έτεινε το χέρι με την παλάμη ανοιχτή. Το φως που έμπαινε από το παράθυρο αντανακλάστηκε πάνω στο αντικείμενο που βρισκόταν στην παλάμη του και έπειτα έστειλε μικρές αχτίδες στον τοίχο πίσω από τον Έρλινγκ. Το δαχτυλίδι αρραβώνων της Βίβιαν. Εκείνη τη στιγμή χάθηκαν όλες οι αμφιβολίες που είχε ο Έρλινγκ. Σαν υπνωτισμένος σχημάτισε τον αριθμό του αστυνομικού τμήματος του Τανουμσχέντε. Ο Άντερς κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί του και περίμενε. Πάνω στο γραφείο λαμποκοπούσε το δαχτυλίδι των αρραβώνων.

Το πρωί της Τετάρτης η Ερίκα βγήκε από το νοσοκομείο και πήγε σπίτι της. Αποδείχτηκε ότι το χτύπημα στο κεφάλι δεν ήταν τόσο σοβαρό, αλλά λόγω των προηγούμενων τραυμάτων της από το δυστύχημα την είχαν κρατήσει λίγο παραπάνω για σιγουριά. «Σταμάτα τώρα, μπορώ να περπατήσω και μόνη μου». Αγριοκοίταξε τον Πάτρικ, ο οποίος την κρατούσε από το μπράτσο όταν ανέβαιναν την εξωτερική σκάλα του σπιτιού. «Άκουσες κι εσύ τι είπαν. Όλα φαίνονται εντάξει. Δεν είναι διάσειση, κάνα δυο ράμματα είναι μόνο». Ο Πάτρικ ξεκλείδωσε την πόρτα. «Ναι, ξέρω, αλλά…» Έπαψε μόλις είδε το βλέμμα της Ερίκα. «Πότε θα έρθουν τα παιδιά στο σπίτι;» ρώτησε τινάζοντας τα παπούτσια από τα πόδια της. «Η μητέρα μου θα έρθει με τα δίδυμα κατά τις δύο. Έπειτα σκέφτηκα να πηγαίναμε όλοι να πάρουμε τη Μάγια. Της έχεις λείψει τόσο πολύ».

«Η γλυκιά μου καρδούλα» έκανε η Ερίκα και πήγε στην κουζίνα. Της φαινόταν παράξενο να είναι στο σπίτι χωρίς παιδιά. Δεν μπορούσε ούτε να θυμηθεί ότι η ζωή τους ήταν κάποτε έτσι. «Κάθισε, θα φτιάξω καφέ» είπε ο Πάτρικ προσπερνώντας τη προς τον πάγκο. Η Ερίκα ήταν έτοιμη να διαμαρτυρηθεί, όταν αντιλήφθηκε ότι ίσως θα έπρεπε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία. Κάθισε λοιπόν σε μία από τις καρέκλες της κουζίνας και με μια έκφραση ικανοποίησης έβαλε τα πόδια της πάνω σε μια διπλανή. «Ξέρεις τι θα γίνει τώρα με το Μπάντις;» Στο νοσοκομείο ήταν σαν να βρισκόταν μέσα σε μια φυσαλίδα, αποκομμένη από τον κόσμο, και τώρα ήθελε να μάθει όλα όσα είχαν συμβεί. Ακόμη δεν ήθελε να πιστέψει όσα είχε ακούσει να λέγονται για τη Βίβιαν. «Τα χρήματα και η Βίβιαν εξαφανίστηκαν». Ο Πάτρικ στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της ενώ μετρούσε τις δόσεις του καφέ. «Βρήκαμε το αυτοκίνητό της στην Αρλάντα και τώρα ψάχνουμε τις αναχωρήσεις του περασμένου Σαββατοκύριακου. Πιθανότατα έφυγε με ψεύτικο όνομα, οπότε δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα». «Και τα χρήματα; Δεν μπορείτε να τα εντοπίσετε;»

Ο Πάτρικ στράφηκε προς το μέρος της και κούνησε το κεφάλι. «Δύσκολα τα πράγματα. Ζητήσαμε τη βοήθεια της Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος από το Γέτεμποργ, αλλά υπάρχουν προφανώς τρόποι να βγάλεις λεφτά έξω από τη χώρα και να κάνεις πολύ δύσκολο τον εντοπισμό τους. Και θα υπέθετα ότι η Βίβιαν το σχεδίασε πολύ καλά όλο αυτό». «Τι λέει ο Άντερς;» Η Ερίκα σηκώθηκε, θέλοντας να πάρει κάτι από το ψυγείο. «Κάθισε, θα φροντίσω εγώ για τα κουλουράκια». Ο Πάτρικ έβγαλε από το ψυγείο μια σακούλα κουλουράκια και τα έβαλε στον φούρνο μικροκυμάτων. «Ο Άντερς ομολόγησε ότι έλαβε μέρος κι αυτός στην απάτη, αλλά αρνείται να πει πού είναι η αδελφή του ή τα χρήματα». «Και γιατί δεν έφυγε με τη Βίβιαν;» Η Ερίκα είχε καθίσει ξανά κάτω. Ο Πάτρικ ανασήκωσε τους ώμους, πήρε ένα κουτί γάλα από το ψυγείο και το έβαλε πάνω στο τραπέζι. «Ποιος να ξέρει; Ίσως να μετάνιωσε την τελευταία στιγμή και να μην ήθελε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του ως φυγάς στο εξωτερικό». «Ναι, ίσως να είναι έτσι». Η Ερίκα φάνηκε σκεφτική. «Ο Έρλινγκ όμως πώς το πήρε αυτό; Και τι θα γίνει με το

Μπάντις;» «Ο Έρλινγκ φαίνεται κυρίως… παραιτημένος». Ο Πάτρικ έβαλε καφέ σε δύο φλιτζάνια, έβγαλε τα ζεστά, αποψυγμένα κουλουράκια από τον φούρνο μικροκυμάτων και κάθισε από την άλλη πλευρά του τραπεζιού. «Όσον αφορά το Μπάντις, το μέλλον του διαγράφεται πολύ αβέβαιο. Ελάχιστοι είναι οι προμηθευτές και οι εργάτες που πληρώθηκαν. Το ερώτημα είναι αν θα χάσει κανείς λιγότερα με το να το κλείσει ή να το αφήσει να λειτουργεί. Μετά το πάρτι του Σαββάτου άρχισαν να γίνονται ένα σωρό κρατήσεις, οπότε ίσως ο δήμος να προσπαθήσει να βγάλει κάποια χρήματα από αυτό το έργο. Πιστεύω ότι θα ήθελαν τουλάχιστον να πάρουν πίσω ένα μέρος των χρημάτων τους, άρα δεν είναι εντελώς απίθανο να επιλέξουν τη συνέχιση της λειτουργίας του». «Κρίμα θα ήταν να το κλείσουν. Έγινε απίστευτα όμορφο». «Μμ» συμφώνησε ο Πάτρικ και δάγκωσε ένα μεγάλο κομμάτι από το κουλουράκι του. «Πώς και είδε ο Μάτε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά; Εσύ είπες ότι ο Λέναρτ της Άνικα δεν βρήκε τίποτα. Είναι επίσης λίγο παράξενο που κανένας άλλος στον δήμο δεν υποψιάστηκε τίποτα». «Σύμφωνα με τον Άντερς, ούτε ο Ματς ήταν σίγουρος, αλλά είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Την Παρασκευή, πριν πάει στο νησί να δει τη Νάταλι, πέρασε από το Μπάντις και μίλησε με τον Άντερς. Έκανε ένα σωρό ερωτήσεις. Γιατί είχαν τόσα απλήρωτα τιμολόγια προς προμηθευτές και πότε θα έμπαιναν στον λογαριασμό τα χρήματα που είχαν υποσχεθεί εκείνοι. Και από πού. Ζήτησε επίσης τα στοιχεία των επαφών τους, για να μπορέσει να τα ελέγξει. Άρα αυτό πρέπει να ταρακούνησε γερά τον Άντερς. Αν ο Ματς δεν είχε δολοφονηθεί, θα είχε σίγουρα ψάξει μέχρι κεραίας τα οικονομικά θέματα του Μπάντις και θα είχε αποκαλύψει νωρίτερα την απάτη». Η Ερίκα έγνεψε καταφατικά. Ξαφνικά μελαγχόλησε. «Πώς είναι η Νάταλι;» «Θα υποβληθεί σε ψυχιατρική αξιολόγηση – και πιστεύω ότι ο κίνδυνος να μπει φυλακή είναι ελάχιστος. Μάλλον θα κλειστεί σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Ή τουλάχιστον αυτό πρέπει να κάνουν». «Γιατί υπήρξαμε όλοι τόσο ανόητοι; Γιατί δεν αντιληφθήκαμε τι συνέβαινε;» Η Ερίκα άφησε κάτω το κουλουράκι. Είχε χάσει ξαφνικά την όρεξή της. «Και πώς θα μπορούσαμε να το ξέρουμε αυτό; Κανένας δεν ήξερε ότι ο Σαμ ήταν νεκρός». «Πώς συνέβη όμως;»

Ξεροκατάπιε. Η σκέψη ότι η Νάταλι έμενε σ’ εκείνο το σπιτάκι για πάνω από δύο εβδομάδες ενώ το σώμα του γιου της σάπιζε αργά την έκανε να νιώσει ναυτία. Και από αηδία και από συμπόνια. «Δεν ξέρουμε σίγουρα. Κι αυτό είναι κάτι που δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αλλά μίλησα με τον Κόνραντ χτες το βράδυ και φαίνεται πως έμαθαν ότι υπήρχε μια άλλη γυναίκα στην πτήση για την Ιταλία με τον άντρα της Νάταλι και με τον Σαμ. Μίλησαν μαζί της και τους είπε ότι το σχέδιο ήταν να πάει εκείνη μαζί τους και ότι η Νάταλι έπρεπε να εξαφανιστεί». «Και πώς θα το κατάφερνε αυτό ο άντρας της Νάταλι;» «Είχε σκεφτεί να χρησιμοποιήσει το γεγονός ότι η Νάταλι ήταν εθισμένη στην κοκαΐνη για να διαπραγματευτεί μαζί της. Να την απειλήσει ότι θα της αφαιρούσε εντελώς την επιμέλεια, αν δεν εξαφανιζόταν από μόνη της». «Τι γουρούνι». «Ναι, και λίγα λες. Αυτά πρέπει να τα είπε στη Νάταλι τη νύχτα πριν φύγουν για Ιταλία. Όταν ανέλυσαν το αίμα στο διπλό κρεβάτι, ανακάλυψαν ότι υπήρχαν δύο διαφορετικά DNA. Προφανώς ο Σαμ είχε μπει μέσα κρυφά και είχε ξαπλώσει δίπλα στον πατέρα του. Και όταν η Νάταλι έκανε σουρωτήρι το κρεβάτι και τον άντρα της με σφαίρες από το πιστόλι του, λοιπόν… μάλλον δεν θα ήξερε ότι ο γιος της

ήταν ξαπλωμένος εκεί». «Σκέψου να ανακαλύψεις ότι έχεις πυροβολήσει το ίδιο σου το παιδί». «Ναι, δύσκολα μπορείς να σκεφτείς κάτι πιο τρομερό. Πιθανότατα αυτό της προκάλεσε τόσο μεγάλο ψυχικό τραύμα, ώστε να χάσει εντελώς την επαφή με την πραγματικότητα και να μη θέλει να καταλάβει ότι ο Σαμ ήταν νεκρός». Κάθισαν αμίλητοι για λίγο. Η Ερίκα φάνηκε μπερδεμένη για λίγο. «Μα γιατί όμως δεν ειδοποίησε κανέναν η ερωμένη του όταν εκείνος δεν φάνηκε;» «Ο Φρέντρικ Βέστερ δεν ήταν πολύ γνωστός για την αξιοπιστία του. Οπότε όταν δεν εμφανίστηκε, θεώρησε ότι την είχε κοροϊδέψει. Σύμφωνα με τον Κόνραντ, υπήρχαν μερικά πολύ οργισμένα φωνητικά μηνύματα εκ μέρους της στον αυτόματο τηλεφωνητή του κινητού του Φρέντρικ». Το μυαλό της Ερίκα ήταν ήδη αλλού. «Ο Μάτε πρέπει να βρήκε τον Σαμ». «Ναι, και την κοκαΐνη. Βρέθηκαν και τα δακτυλικά αποτυπώματα της Νάταλι στη σακούλα, όπως και στην εξώπορτα του Μάτε. Επειδή όμως δεν μπορέσαμε να ανακρίνουμε τη Νάταλι, δεν ξέρουμε στα σίγουρα, αλλά το

πιθανότερο είναι πως ο Ματς ανακάλυψε ότι ο Σαμ ήταν νεκρός και ότι είχε βρει επίσης τη σακούλα με την κοκαΐνη τη νύχτα μεταξύ Παρασκευής και Σαββάτου. Έπειτα ανάγκασε τη Νάταλι να τον ακολουθήσει στη Φιελμπάκα, για να ειδοποιήσει την αστυνομία». «Κι εκείνη αναγκάστηκε με τη σειρά της να προστατέψει την ψευδαίσθησή της ότι ο Σαμ ήταν ζωντανός». «Ναι. Κι αυτό κόστισε τη ζωή του Ματς». Ο Πάτρικ κοίταξε έξω από το παράθυρο. Κι αυτός ένιωθε συμπόνια για τη Νάταλι, παρόλο που είχε σκοτώσει τρεις ανθρώπους, του γιου της συμπεριλαμβανομένου. «Τα ξέρει τώρα αυτά;» «Είπε στους γιατρούς ότι ο Σαμ είναι με τους νεκρούς στο Γκρόχουερ. Ότι έπρεπε να τους είχε ακούσει και να τον είχε αφήσει να πάει κοντά τους. Οπότε, ναι, πιστεύω ότι τα ξέρει τώρα αυτά». «Τον βρήκαν;» έκανε διστακτικά η Ερίκα. Δεν ήθελε ούτε να φανταστεί σε τι κατάσταση θα ήταν το κορμάκι του μικρού αγοριού. Της έφτανε και της περίσσευε εκείνη η μπόχα που είχε αισθανθεί στο σπίτι στο νησί. «Όχι. Εξαφανίστηκε στη θάλασσα». «Αναρωτιέμαι πώς άντεχε εκείνη την μπόχα». Η Ερίκα μπορούσε σχεδόν να τη νιώσει ακόμα και τώρα στα ρουθούνια της, και να σκεφτεί κανείς ότι είχε μείνει εκεί

μέσα μόνο μια στιγμή. Η Νάταλι είχε ζήσει με την μπόχα αυτή πάνω από δύο εβδομάδες. «Είναι παράξενο το πώς συμπεριφέρεται το μυαλό του ανθρώπου. Δεν είναι η πρώτη φορά που ζει κάποιος μ’ ένα πτώμα για εβδομάδες, μήνες, ακόμα και χρόνια. Η άρνηση μπορεί να αποδειχτεί πολύ ισχυρή δύναμη». Ήπιε μια γουλιά καφέ. «Η καημένη». Η Ερίκα αναστέναξε και για λίγο δεν είπαν τίποτα. «Πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι σε αυτά που λέγονται;» «Ποια εννοείς;» «Για το Γκρόχουερ ή το Νησί των Στοιχειών, το Γκαστχόλμεν. Ότι οι νεκροί δεν εγκαταλείπουν ποτέ το νησί». Ο Πάτρικ χαμογέλασε. «Όχι. Και θα αρχίσω να πιστεύω ότι έφαγες γερό χτύπημα στο κεφάλι ή κάτι τέτοιο. Είναι απλώς παλιά παραμύθια και ιστορίες για φαντάσματα. Τίποτε άλλο». «Ναι, μάλλον δίκιο έχεις» είπε η Ερίκα, αν και δεν φαινόταν ακόμη εντελώς πεπεισμένη. Σκεφτόταν το άρθρο της εφημερίδας που είχε δείξει στη Νάταλι, για την οικογένεια του φαροφύλακα που είχε εξαφανιστεί από το νησί χωρίς να βρουν ποτέ το παραμικρό ίχνος της. Ίσως να ήταν ακόμη εκεί έξω.

Ένιωθε τόσο παράξενα άδεια μέσα της. Ήξερε τι είχε κάνει, αλλά δεν ένιωθε τίποτα. Ούτε θλίψη ούτε πόνο. Μόνο το κενό. Ο Σαμ ήταν νεκρός. Οι γιατροί είχαν προσπαθήσει να της το πουν με τρόπο, αλλά εκείνη το ήξερε ήδη. Την ίδια στιγμή που το νερό έκλεισε πάνω από το κεφάλι του Σαμ, είχε καταλάβει. Οι φωνές τους είχαν καταφέρει τελικά να τη φτάσουν και να την κάνουν ν’ αφήσει το παιδί, να την πείσουν ότι το καλύτερο ήταν να πάει σε αυτούς, ότι θα το φρόντιζαν πολύ καλά. Ήταν χαρούμενη τελικά που είχε ακούσει τις φωνές τους. Όταν έφευγε με τη βάρκα από το Γκρόχουερ, είχε στραφεί και κοιτάξει για τελευταία φορά το νησί και τον φάρο. Οι νεκροί είχαν σταθεί στους βράχους και την κοιτούσαν. Ο Σαμ ήταν μαζί τους. Στεκόταν δίπλα στη γυναίκα, ενώ από την άλλη μεριά στεκόταν ο γιος της γυναίκας εκείνης. Δύο μικρά αγόρια, ένα μελαχρινό κι ένα ξανθό. Ο Σαμ φαινόταν χαρούμενος και το βλέμμα του διαβεβαίωνε τη Νάταλι ότι περνούσε καλά. Εκείνη είχε σηκώσει το χέρι να γνέψει, αλλά το είχε κατεβάσει ξανά. Δεν μπορούσε να του πει αντίο. Πονούσε πολύ που η θέση του δεν ήταν πια δίπλα της, αλλά μαζί τους. Στο Γκρόχουερ. Το δωμάτιο στο οποίο ήταν ξαπλωμένη ήταν μικρό αλλά

φωτεινό. Ένα κρεβάτι, ένα γραφείο. Εκείνη καθόταν ως επί το πλείστον στο κρεβάτι. Μερικές φορές συνομιλούσε με κάποιο άτομο, άντρα ή γυναίκα, που έκανε ερωτήσεις με φιλική φωνή, στις οποίες η Νάταλι δεν μπορούσε πάντα να απαντάει. Αλλά όλο και περισσότερο τα πράγματα ξεκαθάριζαν. Ήταν σαν να είχε κοιμηθεί και τώρα ξυπνούσε και αναγκαζόταν ν’ αρχίσει να διακρίνει σιγά σιγά τι ήταν όνειρο και τι πραγματικότητα. Η κοροϊδευτική φωνή του Φρέντρικ ήταν πραγματική. Το απολάμβανε να τη βλέπει να ετοιμάζει βαλίτσες πριν της πει ότι θα ταξίδευε χωρίς αυτή. Και ότι εκείνη, η άλλη, θα πήγαινε μαζί του. Αν διαμαρτυρόταν, ο Φρέντρικ θα μιλούσε στις αρχές για την κοκαΐνη στην οποία η Νάταλι είχε εθιστεί και θα έχανε την επιμέλεια του Σαμ. Στα μάτια του η Νάταλι ήταν αδύναμη. Περιττή. Ο Φρέντρικ την είχε υποτιμήσει. Εκείνη είχε πάει κάτω στην κουζίνα και είχε καθίσει εκεί στα σκοτάδια ενώ εκείνος πήγε και ξάπλωσε. Για άλλη μια φορά ήταν ικανοποιημένος που την είχε συντρίψει, που είχε φροντίσει να πάρει αυτό που ήθελε, αλλά έκανε λάθος. Ίσως η Νάταλι να ήταν αδύναμη πριν γεννηθεί ο Σαμ – και σε κάποιο βαθμό ήταν ακόμη. Αλλά η αγάπη για τον Σαμ την είχε κάνει επίσης δυνατότερη απ’ όσο θα καταλάβαινε ποτέ του ο Φρέντρικ. Είχε καθίσει λοιπόν εκεί σ’ ένα σκαμπό, με το χέρι της ακουμπισμένο στο

ψυχρό μάρμαρο του μπαρ, και περίμενε τον Φρέντρικ ν’ αποκοιμηθεί. Έπειτα πήγε και πήρε το πιστόλι του και με πολύ σταθερό χέρι πυροβόλησε όσες φορές μπορούσε απευθείας στο πάπλωμα, απευθείας στο κρεβάτι. Και ένιωθε πολύ καλά. Σωστά. Μόνον όταν πήγε στο δωμάτιο του Σαμ και είδε το άδειο κρεβάτι του πανικοβλήθηκε και ένιωσε εκείνη την ομίχλη να κατεβαίνει αργά και να την τυλίγει μέσα της. Ήδη τότε ήξερε πού ήταν το παιδί. Εντούτοις, μόλις αντίκρισε εκείνο το κορμάκι να κολυμπάει στο ίδιο του το αίμα όταν σήκωσε το πάπλωμα, συγκλονίστηκε τόσο πολύ, που σωριάστηκε στην παχιά μοκέτα. Η ομίχλη είχε πυκνώσει και, παρόλο που εκείνη τώρα ήξερε πως είχε ζήσει μέσα σ’ ένα όνειρο, ένιωθε ακόμη τον Σαμ πολύ ζωντανό. Και ο Μάτε. Τώρα τα θυμόταν όλα. Τη νύχτα που είχαν περάσει μαζί και το κορμί του πάνω στο δικό της, τόσο γνώριμο και τόσο αγαπημένο. Θυμήθηκε πόσο ασφαλής είχε νιώσει, ότι ένα πιθανό μέλλον είχε έρθει και είχε προστεθεί στο παρελθόν, διαγράφοντας όλα όσα είχαν μεσολαβήσει. Έπειτα οι θόρυβοι από τον κάτω όροφο. Είχε ξυπνήσει επειδή εκείνος έλειπε από το κρεβάτι. Η ζεστασιά του κορμιού του υπήρχε ακόμη εκεί και η Νάταλι κατάλαβε ότι μάλλον είχε σηκωθεί πριν από λίγο. Τύλιξε γύρω της το πάπλωμα,

πήγε κάτω να τον βρει και είδε εκείνο το απογοητευμένο βλέμμα του και τη σακούλα στα χέρια του, της την έδειχνε. Η σακούλα ήταν στο κουτί, το οποίο μάλλον δεν είχε κλείσει καλά. Θέλησε να του εξηγήσει, αλλά τα λόγια δεν μπορούσαν να περάσουν το φράγμα των χειλιών. Εδώ που τα λέμε, δεν είχε καμία δικαιολογία και ο Μάτε δεν θα καταλάβαινε ποτέ του. Κι ενώ στεκόταν εκεί, τυλιγμένη στο πάπλωμα και ξυπόλυτη στο κρύο σανιδένιο πάτωμα, είχε δει τον Μάτε ν’ ανοίγει την πόρτα του δωματίου του Σαμ. Έπειτα έκανε μεταβολή και την κοίταξε αναστατωμένος, της φόρεσε με το ζόρι τα ρούχα και της είπε ότι έπρεπε να πάνε απέναντι και να ζητήσουν βοήθεια. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα κι εκείνη τον είχε ακολουθήσει άβουλη. Στο όνειρο, σε αυτό που δεν ήταν πραγματικότητα, όλο της το είναι διαμαρτυρόταν για το ότι είχαν αφήσει τον Σαμ στο νησί μόνο του. Παρ’ όλα αυτά μπήκαν σιωπηλοί στη βάρκα του Μάτε κι έφυγαν. Μετά πήραν το αυτοκίνητό του. Ένιωθε το μυαλό της παράξενα άδειο. Κάθε σκέψη της τριγυρνούσε γύρω από τον Σαμ. Στο ότι κάτι πήγαινε να συμβεί πάλι, κάτι που θα τον έπαιρνε μακριά της. Δίχως να το συνειδητοποιήσει, είχε πάρει μαζί την τσάντα της από το σπίτι κι εκεί μέσα στο αυτοκίνητο ένιωσε το βάρος του πιστολιού στο εσωτερικό της. Καθώς βάδιζαν προς την πολυκατοικία, τα αυτιά της

άρχισαν να βουίζουν επίμονα. Μέσα από μια αχλή, είδε τον Ματς να πετάει τη σακούλα στα σκουπίδια. Στο χολ το χέρι της μπήκε στο εσωτερικό της τσάντας κι ένιωσε το κρύο ατσάλι στα ακροδάχτυλά της. Εκείνος δεν στράφηκε να την κοιτάξει. Αν το είχε κάνει και η Νάταλι τον κοιτούσε κατάματα, ίσως να μην το έκανε. Αλλά εκείνος διέσχισε το χολ έχοντάς της γυρισμένη την πλάτη και το χέρι της είχε σηκωθεί, τα δάχτυλα είχαν αγκαλιάσει σφιχτά τον κόκορα και τη λαβή. Ένας κρότος, ένας γδούπος. Έπειτα απόλυτη σιωπή. Πίσω στον Σαμ. Αυτή ήταν η μοναδική της σκέψη. Πήγε στην αποβάθρα, πήρε τη βάρκα του Μάτε και πήγε στο νησί και μετά την άφησε να την παρασύρουν τα ρεύματα. Έπειτα δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσε να την εμποδίσει από το να βρίσκεται μαζί του ξανά. Η ομίχλη την είχε πλημμυρίσει. Ο εξωτερικός κόσμος εξαφανίστηκε και είχε απομείνει μόνον ο Σαμ, το Γκρόχουερ και η σκέψη ότι έπρεπε να επιβιώσουν. Πέρα από αυτά υπήρχε μόνο το τίποτα, το κενό. Η Νάταλι καθόταν στο κρεβάτι και κοιτούσε μόνο μπροστά της. Στον αμφιβληστροειδή της υπήρχε μόνο η εικόνα του Σαμ, το χέρι του στο χέρι εκείνης της γυναίκας. Θα τον φρόντιζαν εκείνοι τώρα. Ήταν μια υπόσχεση που της είχαν δώσει.

Φιελμπάκα 1875

«Μανούλα!» Η Έμελι σταμάτησε στη μέση μιας κίνησης. Έπειτα άφησε την κατσαρόλα να πέσει στο πάτωμα της κουζίνας και όρμησε έξω με την ανησυχία να φτερουγίζει σαν μικρό πουλί στο στήθος της. «Γκούσταβ, που είσαι;» Το βλέμμα της σάρωσε τρελαμένο όλους τους χώρους. «Έλα εδώ, μανούλα!» Τώρα άκουσε την αδύναμη κραυγή κάτω από την παραλία. Σήκωσε τη βαριά μάλλινη φούστα και έτρεξε πάνω στα βράχια που σχημάτιζαν μια κορφή στη μέση του νησιού. Από εκεί ψηλά τον είδε. Καθόταν δίπλα στη θάλασσα, κρατούσε το πόδι του κι έκλαιγε. Έτρεξε εκεί και σωριάστηκε δίπλα του. «Πονάει» έκανε εκείνος μ’ ένα απελπισμένο, λυγμικό

κλάμα και έδειχνε το πόδι του. Ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί είχε μπει στην πατούσα του. «Σσς…» προσπάθησε να τον ηρεμήσει ενώ σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει. Έπρεπε άραγε να το βγάλει αμέσως ή να περιμένει μέχρι να βρει κάτι να δέσει το πόδι; Πήρε αμέσως μιαν απόφαση. «Πάμε στον πατέρα σου». Κοίταξε πάνω προς τον φάρο. Ο Καρλ είχε πάει εκεί να βοηθήσει τον Γιούλιαν δύο ώρες νωρίτερα. Δεν συνήθιζε να του ζητάει συμβουλές, αλλά τώρα δεν ήξερε τι να κάνει. Σήκωσε τον γιο της, που ακόμη κλαψούριζε. Τον πήρε σαν μωρό στην αγκαλιά της και πρόσεχε ιδιαίτερα να μην ακουμπήσει την πατούσα του. Δεν ήταν τόσο εύκολο να τον κουβαλάει πια, είχε μεγαλώσει πολύ. Όταν πλησίασαν αρκετά τον φάρο, εκείνη φώναξε το όνομα του Καρλ, αλλά δεν πήρε απάντηση. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, μάλλον για να μπαίνει μέσα λίγος φρέσκος αέρας. Αλλιώς η ζέστη γινόταν ανυπόφορη εκεί μέσα όταν ο ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό. «Καρλ» φώναξε πάλι. «Μπορείς να κατέβεις;» Δεν ήταν ασυνήθιστο να την αγνοεί ο Καρλ κι εκείνη συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να μπει στον κόπο να ανέβει η ίδια πάνω σ’ αυτόν. Δεν θα μπορούσε να κουβαλήσει και τον

Γκούσταβ στην απότομη σκάλα, γι’ αυτό τον άφησε κάτω στο έδαφος και τον χάιδεψε τρυφερά στο μάγουλο. «Θα γυρίσω αμέσως. Πάω να φέρω τον πατέρα σου». Εκείνος την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που έδειχνε απόλυτη εμπιστοσύνη και έβαλε τον αντίχειρα στο στόμα του. Η Έμελι ήταν ήδη λαχανιασμένη μετά τη μεταφορά του Γκούσταβ από την παραλία και προσπαθούσε, τώρα που ανέβαινε τη σκάλα, ν’ ανασαίνει ήρεμα. Στο τελευταίο σκαλοπάτι σταμάτησε για να πάρει ανάσα κι έπειτα σήκωσε το κεφάλι. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τι ήταν αυτό που έβλεπε. Γιατί ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι; Και γιατί δεν φορούσαν καθόλου ρούχα; Εκείνη στεκόταν σαν στήλη άλατος και κοιτούσε μ’ ένα απορημένο βλέμμα. Κανένας από τους άντρες δεν την είχε ακούσει να έρχεται. Ήταν απασχολημένοι μεταξύ τους και η Έμελι τους έβλεπε με αυξανόμενη φρίκη να χαϊδεύει ο ένας του άλλου τα απόκρυφα, τα απαγορευμένα σημεία των κορμιών τους. Πήρε μια ηχηρή ανάσα και τώρα ήταν που εκείνοι αντιλήφθηκαν την παρουσία της. Ο Καρλ σήκωσε το βλέμμα και για μια στιγμή τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. «Αμαρτωλοί!» Τα λόγια της Βίβλου έκαιγαν το μέσα της. Η Αγία Γραφή έγραφε γι’ αυτό και το απαγόρευε. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν θα

επέσυραν συμφορά και κατάρα πάνω τους – και πάνω της και πάνω στον Γκούσταβ. Ο Θεός θα καταριόταν τους πάντες στο Γκρόχουερ, αν δεν μετάνιωναν πραγματικά. Ο Καρλ δεν είχε πει ακόμη τίποτα, αλλά ήταν σαν να έβλεπε μέσα της και σαν να ήξερε τις σκέψεις της. Τα μάτια του έγιναν ψυχρά κι εκείνη άκουσε τους νεκρούς να ψιθυρίζουν. Της έλεγαν να φύγει από εκεί, αλλά τα πόδια της δεν την υπάκουαν. Ήταν ανήμπορη να κινηθεί και να ξεκολλήσει το βλέμμα της από τα γυμνά, κάθιδρα κορμιά του συζύγου της και του Γιούλιαν. Οι φωνές δυνάμωσαν και ένιωσε σαν κάποιος να την έσπρωχνε, για ν’ αρχίσει να κινείται ξανά. Κατέβηκε με ταχύτητα τη σκάλα και πήρε κλαίγοντας στην αγκαλιά της τον Γκούσταβ. Με απίστευτες δυνάμεις άρχισε να τρέχει με το παιδί στην αγκαλιά, δίχως να ξέρει προς τα πού να πάει. Πίσω της άκουγε τα γρήγορα βήματα του Καρλ και του Γιούλιαν, και ήξερε ότι δεν θα κατάφερνε να τους ξεφύγει. Έριχνε βιαστικά βλέμματα γύρω της. Το σπίτι δεν θα αποτελούσε ασφαλές καταφύγιο. Ακόμη κι αν προλάβαινε να μπει μέσα και να κλειδώσει πίσω της, εκείνοι θα μπορούσαν εύκολα να σπάσουν την ετοιμόρροπη πόρτα ή να μπουν από κάποιο παράθυρο. «Έμελι! Σταμάτα!» φώναξε ο Καρλ πίσω της. Ένα μέρος του εαυτού της αυτό ακριβώς ήθελε να κάνει.

Να σταματήσει και να παραδοθεί. Αν έπρεπε να σκεφτεί μόνο τον εαυτό της, θα το έκανε, αλλά με τον Γκούσταβ να κλαίει κατατρομαγμένος στην αγκαλιά της ήταν υποχρεωμένη να συνεχίσει να τρέχει μακριά τους. Ο Γκούσταβ δεν σήμαινε τίποτα για τον Καρλ, ποτέ. Υπήρξε απλώς για να κατευνάσει τον πατέρα του, να τον πείσει ότι όλα ήταν όπως έπρεπε. Είχε περάσει καιρός από τότε που είχε σκεφτεί την Έντιτ, την έμπιστη φίλη της τόσα χρόνια στο αγρόκτημα. Έπρεπε να είχε ακούσει τις προειδοποιήσεις της, αλλά τότε ήταν νέα και αφελής και δεν ήθελε να καταλάβει αυτό που είχε γίνει τώρα σαφέστατο. Ο Γιούλιαν ήταν η αιτία που ο Καρλ είχε έρθει τόσο βιαστικά τότε στο σπίτι από το καραβοφάναρο και είχε αναγκαστεί να παντρευτεί την πρώτη που είχε δει μπροστά του. Ακόμα και η υπηρέτρια του υποστατικού έκανε, προκειμένου να σωθεί η υπόληψη της οικογένειας. Και όλα είχαν πάει όπως τα είχαν σχεδιάσει. Το σκάνδαλο για τον νεότερο γιο της οικογένειας δεν έγινε ποτέ γνωστό. Αλλά ο Καρλ είχε ξεγελάσει τον πατέρα του. Πίσω από την πλάτη του είχε πάρει μαζί του τον Γιούλιαν στο νησί. Είχε θεωρήσει ότι άξιζε να εκτεθεί ξανά στην οργή του πατέρα του. Για μια σύντομη στιγμή η Έμελι ένιωσε να τον λυπάται, αλλά μετά άκουσε τα βήματα να πλησιάζουν, θυμήθηκε όλα τα σκληρά λόγια, τους ξυλοδαρμούς, τη νύχτα που συνέλαβε τον

Γκούσταβ. Δεν ήταν ανάγκη να τη μεταχειριστεί έτσι. Για τον Γιούλιαν δεν ένιωθε καμία λύπηση. Η καρδιά του ήταν κατάμαυρη και είχε στρέψει όλο το μίσος του πάνω της από την πρώτη κιόλας στιγμή. Κανένας δεν μπορούσε να τη σώσει τώρα, αλλά τα πόδια της Έμελι συνέχιζαν να κινούνται προς τα εμπρός. Αν ήταν μόνον ο Καρλ που την ακολουθούσε, ίσως να υπήρχε μια πιθανότητα να τον κάνει να τη λυπηθεί. Σίγουρα ήταν ένας άλλος άνθρωπος πριν αναγκαστεί να ζήσει μέσα στο ψέμα. Αλλά ο Γιούλιαν δεν θα την άφηνε ποτέ να ξεφύγει έτσι. Ξαφνικά έγινε πολύ σαφές ότι θα πέθαινε στο νησί. Αυτή και ο Γκούσταβ. Ποτέ δεν θα ξέφευγαν από εκεί. Ένα χέρι πίσω της λίγο έλειψε να την αδράξει από τον ώμο. Αλλά έσκυψε ακριβώς την τελευταία στιγμή, σαν να είχε μάτια στην πλάτη. Οι νεκροί τη βοηθούσαν. Την παρακινούσαν να τρέξει προς την παραλία, προς το νερό που ήταν εδώ και πολύ καιρό εχθρός της, αλλά που τώρα φαινόταν πως θα γινόταν η σωτηρία της. Η Έμελι έτρεξε προς τη θάλασσα με τον γιο της στην αγκαλιά. Το νερό τύλιξε τα πόδια της κι έπειτα από μερικά μέτρα άρχισε να δυσκολεύει το τρέξιμό της κι έτσι άρχισε να περπατά. Ο Γκούσταβ είχε γαντζωθεί από τον λαιμό της, αλλά δεν ξεφώνιζε πια, ήταν εντελώς σιωπηλός, σαν να καταλάβαινε τι γινόταν.

Πίσω της άκουγε επίσης τον Καρλ και τον Γιούλιαν να μπαίνουν τρέχοντας στο νερό. Η Έμελι προπορευόταν μερικά μέτρα και συνέχιζε προς τα ανοιχτά. Το νερό έφτανε τώρα στο στήθος της κι εκείνη βρισκόταν πολύ κοντά στα όρια του πανικού. Δεν ήξερε να κολυμπά. Αλλά ήταν λες και το νερό την αγκάλιαζε, την καλωσόριζε και της υποσχόταν ασφάλεια και σιγουριά. Κάτι την έκανε να γυρίσει πίσω. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν στέκονταν μέσα σε βαθιά νερά ήδη και την κοιτούσαν. Μόλις είδαν ότι σταμάτησε, άρχισαν να κινούνται πάλι προς το μέρος της. Η Έμελι πισωπάτησε. Το νερό τώρα έφτανε στους ώμους της και αυτό ήταν που κρατούσε τώρα τον Γκούσταβ ψηλά. Οι φωνές τής μιλούσαν, την καθησύχαζαν και έλεγαν ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Κανένας δεν μπορούσε να τους βλάψει, ήταν καλοδεχούμενοι και θα έβρισκαν γαλήνη. Η Έμελι ένιωσε να πλημμυρίζει από γαλήνη και ηρεμία. Τους εμπιστευόταν κι εκείνοι περικύκλωσαν την ίδια και τον Γκούσταβ με αγάπη. Έπειτα την προέτρεψαν να κινηθεί προς το πλάι, προς τον απέραντο ορίζοντα, και η Έμελι τους υπάκουσε τυφλά, υπάκουσε αυτούς που ήταν οι μοναδικοί της φίλοι στο νησί. Με τον Γκούσταβ στην αγκαλιά κινήθηκε με κόπο προς τα εκεί που ήξερε πως δυνάμωναν τα ρεύματα και ο πυθμένας βάθαινε απότομα. Ο Καρλ και ο Γιούλιαν τους

ακολουθούσαν, κινούμενοι κι αυτοί προς τον ορίζοντα και κοιτώντας τον ήλιο με μισόκλειστα μάτια, χωρίς ωστόσο να παίρνουν και το βλέμμα τους από την Έμελι. Το τελευταίο που είδε, πριν το νερό κλείσει πάνω από την ίδια και τον Γκούσταβ, ήταν το πώς ο Καρλ και ο Γιούλιαν χάθηκαν από την επιφάνεια παρασυρμένοι από τα ρεύματα. Και από κάτι άλλο ίσως. Αλλά η Έμελι ήταν πεπεισμένη ότι δεν θα τους ξανάβλεπε. Δεν θα παρέμεναν στο Γκρόχουερ, όπως αυτή και ο Γκούσταβ. Για τον Καρλ και τον Γιούλιαν θα υπήρχε θέση μόνο στην Κόλαση.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΊΕΣ

Ως

συνήθως, η εκδότριά μου Karin Linge Nordh έκανε μια γιγάντια προσπάθεια, όπως επίσης και η επιμελήτρια Matilda Lund. Δεν βρίσκω αρκετά λόγια για να σας ευχαριστήσω για τη δουλειά που κάνατε και αυτή τη φορά. Βοήθησαν με αναρίθμητους τρόπους και όλοι οι άλλοι από τον εκδοτικό οίκο Forum χωρίς να δείξουν την παραμικρή έλλειψη ενθουσιασμού. Οι άνθρωποι του Nordin Agency στέκονται ακλόνητοι πίσω μου στη Σουηδία και στον κόσμο, και ο Joakim Hansson που πήρε τη σκυτάλη από τον Bengt Nordin συνεχίζει τη διαδρομή με καταπληκτικό τρόπο. Είμαι επίσης πολύ χαρούμενη που ο Bengt είναι ακόμη στη ζωή μου, τώρα πλέον σαν φίλος αντί σαν ατζέντης. Κανένα από τα βιβλία μου δεν θα είχε γραφτεί χωρίς

κάποιος να προσέχει τα παιδιά, και όπως πάντα θέλω, ως εκ τούτου, να ευχαριστήσω τη μητέρα μου Gunnel Läckberg και τον πρώην άντρα μου και νυν καλό μου φίλο Micke Eriksson, που ποτέ δεν δίστασε να βοηθήσει. Η πρώην πεθερά μου, και γιαγιά των παιδιών, η Mona Eriksson, βοηθάει επίσης στη διαδικασία της δημιουργίας στέλνοντας τακτικά τα υπέροχα κεφτεδάκια της, τα οποία –δόξα τω Θεώ– συνεχίζουν να έρχονται στο σπίτι μας. Ευχαριστώ επίσης εσάς, Emma και Sunit Mehrotra, που μας επιτρέψατε να δανειστούμε το υπέροχο σπίτι σας μια εβδομάδα τον περασμένο χειμώνα. Έγραψα πολλές σελίδες του Φαροφύλακα εκεί, ενώ ο ήλιος έλαμπε, το χιόνι απέξω έτριζε μαζί με τα κούτσουρα στο τζάκι. Ευχαριστώ και τα πεθερικά μου, Agneta von Bahr και Jan Melin. Η στοργή σας και η υποστήριξή σας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη δημιουργία αυτού εδώ του βιβλίου. Οι αστυνομικοί του Τανουμσχέντε αποτελούν όπως πάντα μια πηγή έμπνευσης και είναι ένθερμοι θιασώτες μας. Το ίδιο μπορώ να πω και για τους κατοίκους της Φιελμπάκα, οι οποίοι συνεχίζουν να χαίρονται που σκορπάω πτώματα στη μικρή κοινωνία τους. Η Christina Saliba και η Hanna Jonasson Drotz της εταιρείας δημοσίων αχέσεων Weber Shandwick πρότειναν νέες ιδέες και προοπτικές που μας οδήγησαν σε πραγματικά

υπέροχες και αποδοτικές συνεργασίες. Με βοήθησαν επίσης να εστιάσω σε αυτό που είναι σημαντικότερο για μένα: τη συγγραφή. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής ενός βιβλίου η έρευνα και ο έλεγχος πληροφοριών είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό τμήμα της δουλειάς και πολλοί με βοήθησαν με αυτά. Θέλω λοιπόν να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά όλους αυτούς, και ειδικότερα τους Anders Torevi, Karl-Allan Nordblom, Christine Fredriksen, Anna Jeffords και Maria Farm. Ο Niklas Bernstone συνέβαλε σημαντικά με το να γυρίσει τα νησιά του αρχιπελάγους, για να μπορέσει να τραβήξει την τέλεια φωτογραφία ενός φάρου για το εξώφυλλο. Μετά είναι οι αναγνώστες του ιστολογίου μου. Μα τι πηγή θετικής ενέργειας είστε εσείς; Ευχαριστώ τους φίλους μου, δεν αναφέρω κανέναν και έτσι δεν θα ξεχάσω κανέναν, που με ανέχεστε όταν εξαφανίζομαι λίγο πολύ από προσώπου γης κατά τη διάρκεια εντατικών περιόδων συγγραφής. Όσο κι αν είναι απίστευτο, συνεχίζετε να υπάρχετε, κάτι που μερικές φορές είναι παραπάνω από αυτό που μου αξίζει, ειδικά όταν έχουν περάσει μήνες χωρίς ένα τηλεφώνημα εκ μέρους μου. Και ευχαριστώ εσένα, Denise Rudberg, που πάντα αντέχεις να με ακούς και να με

ενθαρρύνεις: και σε ό,τι αφορά τις δοκιμασίες στις οποίες μας υποβάλλει η συγγραφή και για όλα τα άλλα στη ζωή, τα οποία συζητάμε στις σχεδόν καθημερινές τηλεφωνικές συνομιλίες μας. Τα βιβλία και όλα όσα συμβαίνουν γύρω από αυτά δεν θα σήμαιναν τίποτα χωρίς τα παιδιά μου: τον Wille, τη Meja και τον Charlie. Και τον υπέροχο Martin μου. Δεν είσαι μόνον ο έρωτάς μου, αλλά και ο καλύτερος φίλος μου. Σας ευχαριστώ όλους που υπάρχετε πάντα για μένα.

Camilla Lackberg Enskede, 29 Ιουνίου 2009 www.camillalackberg.com

Διαβάστε τις πρώτες σελίδες από το επόμενο βιβλίο της Camilla Lackberg μετάφραση από τα σουηδικά: Γρηγόρης Κονδύλης

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 2015

«Αν ένας άνθρωπος μπορεί να δείχνει τόσο πολύ μίσος, σκεφτείτε πόση αγάπη μπορούμε να δείξουμε όλοι μαζί».

Είχαν σκεφτεί να συνέλθουν από τη θλίψη. Κανένας τους δεν ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο για ένα καλό σχέδιο, αλλά δεν είχαν άλλο. Η άλλη επιλογή ήταν να ξαπλώσουν και να αργοσβήσουν. Η Έμπα έσυρε την ξύστρα πάνω στον τοίχο. Το χρώμα αφαιρούνταν εύκολα. Είχε ήδη αρχίσει να ξεφλουδίζει για τα καλά και το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να βάλει κι αυτή το χεράκι της. Ιούλης μήνας και ο ήλιος έκαιγε, και μια τούφα μαλλιών είχε κολλήσει στο κάθιδρο μέτωπό της. Το χέρι της πονούσε, επειδή για τρίτη στη σειρά μέρα έκανε τις ίδιες μονότονες κινήσεις, πάνω κάτω. Αλλά της άρεσε αυτός ο σωματικός πόνος. Κι όταν γινόταν εντονότερος, αμβλυνόταν

για λίγο ο άλλος πόνος, της καρδιάς της. Στράφηκε και είδε τον Μόρτεν να στέκει πέρα στο γκαζόν, μπροστά στο σπίτι, και να πριονίζει σανίδες. Εκείνος φάνηκε να ένιωσε το βλέμμα της, αφού κοίταξε πάνω και σήκωσε το χέρι του να τη χαιρετήσει, σαν να ήταν κάποια γνωστή που περνούσε από τον δρόμο. Η Έμπα ένιωσε και το δικό της χέρι να κάνει την ίδια αδέξια κίνηση. Αν και είχε περάσει παραπάνω από χρόνος από τότε που η ζωή τους είχε γίνει ερείπια, ακόμη δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν ο ένας στον άλλο. Ξάπλωναν κάθε βράδυ πλάτη με πλάτη στο διπλό κρεβάτι, επειδή φοβούνταν πως το παραμικρό άγγιγμα θα προκαλούσε κάτι που δεν θα μπορούσαν να χειριστούν. Ήταν λες και η θλίψη τούς είχε κατακλύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη χωράνε άλλα συναισθήματα. Ούτε αγάπη ούτε ζεστασιά ούτε συμπόνια. Η ενοχή κρεμόταν βαριά κι ανείπωτη ανάμεσά τους. Θα ήταν ευκολότερα τα πράγματα, αν μπορούσαν να την ορίσουν, ν’ αποφασίσουν πού ανήκε. Αλλά η ενοχή κινούνταν μπρος πίσω, άλλαζε ένταση και μορφή και έκανε συνεχείς επιδρομές από νέα ορμητήρια. Η Έμπα στράφηκε ξανά προς το σπίτι και συνέχισε το ξύσιμο. Κάτω από τα χέρια της το λευκό χρώμα έπεφτε μεγαλόφλουδο και άφηνε εκτεθειμένο το ξύλο. Χάιδεψε τις σανίδες με το ελεύθερο χέρι της. Το σπίτι είχε ψυχή, μ’ έναν

τρόπο που δεν είχε ξαναζήσει. Η μικρή μονοκατοικία στο Γέτεμποργ, μία ανάμεσα στις πολλές ομοειδείς στη σειρά, την οποία είχαν αγοράσει αυτή και ο Μόρτεν, ήταν τότε σχεδόν καινούργια. Πόσο την είχε λατρέψει τότε, όταν όλα λαμποκοπούσαν, όταν όλα ήταν απείραχτα. Τώρα αυτό το καινούργιο ήταν απλώς μια υπενθύμιση του παλιού, και αυτό εδώ το παλιό σπίτι με τα ψεγάδια του ταίριαζε καλύτερα στην ψυχική της κατάσταση. Αναγνώριζε τον εαυτό της στη στέγη του, εκεί απ’ όπου έμπαζε νερά με τη βροχή, στον λέβητα που έπρεπε να τον κλοτσάς πού και πού για να παίρνει μπροστά και στα παραθύρια από τα οποία περνούσε ο αέρας, που δεν σε άφηνε να κρατήσεις αναμμένο κερί στα περβάζια τους. Ακόμα και στην ψυχή της περνούσαν οι αέρηδες κι έμπαινε η βροχή, και τα κεριά που πήγαινε ν’ ανάψει μέσα της έσβηναν με κάθε αμείλικτο φύσημα του ανέμου. Ίσως η ψυχή να γιατρευόταν εδώ στο νησί Βαλέ. Δεν είχε καθόλου αναμνήσεις από εδώ, αλλά πάλι ήταν σαν να γνωρίζονταν μεταξύ τους αυτή και το νησί. Ήταν ακριβώς έξω από τη Φιελμπάκα. Αν κατέβαινε κάτω στην αποβάθρα, μπορούσε να δει τον μικρό παραθαλάσσιο οικισμό ν’ απλώνεται στην άλλη πλευρά του νερού. Μπροστά από τον απότομο βράχο βρίσκονταν τα μικρά λευκά σπίτια και τα κόκκινα ψαροκάλυβα αραδιαστά, σαν μαργαριτάρια σ’ ένα

κολιέ. Ήταν τόση η ομορφιά που καταντούσε επώδυνη. Ο ιδρώτας κυλούσε και τα μάτια έτσουζαν. Σκουπίστηκε με το φανελάκι της και μισόκλεισε τα μάτια στο έντονο φως του ήλιου. Αποπάνω της διέγραφαν κύκλους οι γλάροι. Έκρωζαν καλώντας ο ένας τον άλλο και οι κρωγμοί τους μπερδεύονταν με τον ήχο των σκαφών που διέσχιζαν το στενό. Έκλεισε τα μάτια της και άφησε τους ήχους να την ταξιδέψουν. Μακριά από τον εαυτό της, μακριά από… «Δεν κάνουμε ένα διάλειμμα να πάμε για μια βουτιά;» Η φωνή του Μόρτεν διαπέρασε το ηχητικό φόντο και την ξάφνιασε. Κούνησε μπερδεμένη το κεφάλι αρνητικά, αλλά αμέσως μετά συμφώνησε. «Ναι, πάμε» είπε και κατέβηκε από τη σκαλωσιά. Τα μαγιό τους κρέμονταν στην απλώστρα στην πίσω μεριά του σπιτιού κι εκείνη πέταξε αποπάνω της τα μουσκεμένα από τον ιδρώτα ρούχα της δουλειάς και φόρεσε ένα μπικίνι. Ο Μόρτεν ήταν γρηγορότερος από κείνην και την περίμενε τώρα ανυπόμονα. «Έλα, θα πάμε καμιά φορά;» φώναξε και προπορεύτηκε προς το μονοπάτι που έβγαζε στην παραλία. Το νησί ήταν αρκετά μεγάλο και όχι τόσο άγονο όσο τα μικρότερα νησιά στο αρχιπέλαγος του Μπούχους. Κι από τις δυο μεριές του μονοπατιού δέντρα με φύλλωμα παχύ και ψηλό χορτάρι, κι εκείνη πατούσε βαριά τα πόδια της στο

έδαφος. Γιατί είχε ριζώσει βαθιά μέσα της ο φόβος για τα φίδια και είχε ενισχυθεί πριν από λίγες μέρες, όταν είδε μια οχιά που λιαζόταν. Το έδαφος άρχισε να κλίνει προς τη μεριά του νερού και δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πόσα παιδικά ποδαράκια είχαν πατήσει τούτο το μονοπάτι όλα αυτά τα χρόνια. Το μέρος λεγόταν ακόμη «παιδική κατασκήνωση», παρόλο που δεν είχε λειτουργήσει κατασκήνωση εκεί από τη δεκαετία του τριάντα. «Πρόσεχε» είπε ο Μόρτεν και έδειξε μερικές ρίζες δέντρων που έβγαιναν πάνω από το έδαφος. Η έγνοια του, η οποία θα έπρεπε να τη συγκινήσει, μάλλον της φάνηκε ασφυκτική και πάτησε επιδεικτικά πάνω στις ρίζες. Έπειτα από μερικά μέτρα ένιωσε την τραχιά άμμο κάτω από τα πόδια της. Τα κύματα πάφλαζαν στη μεγάλη παραλία κι εκείνη πέταξε αποπάνω της την πετσέτα και μπήκε κατευθείαν στο αλμυρό νερό. Τούφες από φύκια τρίφτηκαν πάνω στα πόδια της και η ξαφνική διαφορά θερμοκρασίας την ανάγκασε να πάρει μιαν απότομη ανάσα, αλλά σύντομα άρχισε να απολαμβάνει τη δροσιά του νερού. Πίσω της άκουσε τον Μόρτεν να φωνάζει το όνομά της. Προσποιήθηκε πως δεν τον άκουσε και συνέχισε να περπατά σε βαθύτερα νερά. Όταν ο πυθμένας χάθηκε κάτω από τα πόδια της,

άρχισε να κολυμπά κι έπειτα από δυο απλωτές έφτασε στη μικρή πλωτή αποβάθρα που ήταν ποντισμένη λίγο πιο πέρα. «Έμπα!» Ο Μόρτεν φώναζε από την παραλία, αλλά εκείνη συνέχιζε να τον αγνοεί και πιάστηκε από τη σκάλα της πλωτής αποβάθρας. Χρειαζόταν να μείνει μόνη για λίγο. Αν ξάπλωνε κι έκλεινε τα μάτια, μπορούσε να προσποιηθεί ότι ήταν ναυαγός έξω στη μεγάλη, ανοιχτή θάλασσα. Μόνη. Δίχως να χρειάζεται να σκέφτεται οποιονδήποτε άλλο. Άκουσε πλατσουρίσματα στο νερό, απλωτές κάποιου που πλησίαζε. Η πλωτή αποβάθρα κουνήθηκε γερά όταν ανέβηκε πάνω της ο Μόρτεν κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της πιο σφιχτά, για να τον κλείσει απέξω για λίγο ακόμα. Ήθελε να μείνει μόνη με τον εαυτό της. Όχι όπως τώρα, μόνοι τους αυτή και ο Μόρτεν. Άνοιξε απρόθυμα τα μάτια της. Η Ερίκα καθόταν στο καθιστικό και όλα γύρω της έμοιαζαν σαν να είχε σκάσει μια παιχνιδο-βόμβα. Αμαξάκια, κουκλάκια, λούτρινα ζωάκια και ρούχα ανάκατα. Τρία παιδιά, όλα κάτω των τεσσάρων, έκαναν το σπίτι να έχει αυτή την εικόνα τον περισσότερο καιρό. Αλλά όπως το συνήθιζε, η Ερίκα έδινε πάντα προτεραιότητα στο γράψιμο και όχι στο συμμάζεμα όταν διέθετε –σπανίως– ελεύθερο χρόνο. Όταν άκουσε την εξώπορτα ν’ ανοίγει, σήκωσε το βλέμμα της από τον υπολογιστή και είδε τον άντρα της.

«Γεια σου, τι κάνεις; Δεν θα πήγαινες στην Κριστίνα;» «Η μάνα μου δεν ήταν στο σπίτι. Η συνηθισμένη ατυχία μου, μάλλον έπρεπε να είχα τηλεφωνήσει πρώτα» είπε ο Πάτρικ και τίναξε από τα πόδια του τα τσόκαρα Crocs. «Πρέπει να τα φοράς αυτά τα πράγματα; Και μάλιστα όταν οδηγείς;» Έδειξε τα απαίσια παπούτσια, τα οποία, εκτός των άλλων, είχαν κι ένα πράσινο φωσφοριζέ χρώμα. Τα είχε χαρίσει στον Πάτρικ η αδελφή της η Άννα για πλάκα και τώρα εκείνος δεν τα έβγαζε καθόλου από τα πόδια του. Ο Πάτρικ πήγε κοντά της και της έδωσε ένα φιλί. «Μα είναι πολύ άνετα» είπε και πήγε στην κουζίνα. «Δεν μου λες, σε βρήκαν από τον εκδοτικό οίκο; Πρέπει να ανυπομονούσαν πολύ να σου μιλήσουν, για να τηλεφωνήσουν ακόμα και σ’ εμένα». «Θέλουν να τους πω αν θα πάω στην Έκθεση Βιβλίου φέτος, όπως είχα υποσχεθεί. Δεν μπορώ όμως να πάρω μια τελική απόφαση». «Φυσικά και θα πας. Θα αναλάβω εγώ τα παιδιά αυτό το Σαββατοκύριακο, ήδη έχω φροντίσει να μη δουλεύω». «Ευχαριστώ» είπε η Ερίκα, αλλά βαθιά μέσα της εκνευρίστηκε λίγο που είχε δείξει τόση ευγνωμοσύνη στον σύζυγό της. Λες κι εκείνη δεν τα αναλάμβανε όλα όταν η

δουλειά του ως αστυνομικού απαιτούσε την παρουσία του και μάλιστα αμέσως, όταν Σαββατοκύριακα, γιορτές και βράδια πήγαιναν κατά διαβόλου επειδή η δουλειά δεν μπορούσε να περιμένει. Τον Πάτρικ τον αγαπούσε περισσότερο από ποτέ, αλλά είχε την αίσθηση πως εκείνος, κάποιες φορές, ούτε που σκεφτόταν ότι εκείνη είχε το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για το σπίτι και τα παιδιά. Άλλωστε είχε κι αυτή μια καριέρα – και μάλιστα πολύ επιτυχημένη. Άκουγε συχνά πόσο υπέροχα θα πρέπει να ήταν το να μπορείς να βγάζεις τα προς το ζην ως συγγραφέας. Να αποφασίζεις μόνος σου πώς θα διαθέτεις τον χρόνο σου και να είσαι αφεντικό του εαυτού σου. Η Ερίκα εκνευριζόταν πάντα με αυτού του είδους τις αντιλήψεις, γιατί, αν και λάτρευε τη δουλειά της και συνειδητοποιούσε πως ήταν τυχερή, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Η ελευθερία δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη συγγραφική της ιδιότητα. Αντιθέτως μάλιστα, η συγγραφή ενός βιβλίου μπορεί να απαιτούσε όλο της τον χρόνο και την πνευματική της ενέργεια όλο το εικοσιτετράωρο και τις εφτά μέρες της εβδομάδας. Μερικές φορές ζήλευε αυτούς που πήγαιναν στη δουλειά, έκαναν αυτό που έπρεπε για οχτώ ώρες και μετά, μόλις τελείωναν, πήγαιναν σπίτι τους. Η ίδια όμως δεν μπορούσε να απαλλάσσεται κατά τον ίδιο τρόπο από τη δουλειά, μια που την επιτυχία ακολουθούσαν οι απαιτήσεις

και οι προσδοκίες που έπρεπε να συνταιριάζει με τη ζωή της ως μητέρα μικρών παιδιών. Βέβαια, δυσκολευόταν να πιστέψει ότι η δική της δουλειά ήταν σημαντικότερη από του Πάτρικ. Εκείνος προστάτευε ανθρώπους, εξιχνίαζε εγκλήματα και συνέβαλλε στην καλύτερη λειτουργία της κοινωνίας. Ενώ εκείνη έγραφε βιβλία που τα διάβαζε κανείς για να ψυχαγωγηθεί. Καταλάβαινε λοιπόν και αποδεχόταν ότι συχνά τραβούσε τον λαχνό που έδινε τα λιγότερα, έστω κι αν αυτό την έκανε πολλές φορές να θέλει να σηκωθεί πάνω και να φωνάξει με όλη τη δύναμη των πνευμόνων της. Άφησε έναν στεναγμό, σηκώθηκε και πήγε στον άντρα της στην κουζίνα. «Κοιμούνται;» ρώτησε ο Πάτρικ κι έβγαλε από το ψυγείο όσα χρειάζονταν για το αγαπημένο του σάντουιτς: παξιμάδι, βούτυρο, χαβιάρι και τυρί. Η Ερίκα ανατρίχιασε με τη σκέψη ότι σε λίγο θα βουτούσε όλη αυτή τη σύνθεση σε ζεστή σοκολάτα. «Ναι, κατάφερα κι εγώ μια φορά να κάνω το αδύνατο, να τα βάλω για ύπνο την ίδια ώρα. Έπαιξαν πολύ το πρωί, οπότε ήταν εξουθενωμένα όλα τους». «Υπέροχα» είπε ο Πάτρικ και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας να φάει.

Η Ερίκα επέστρεψε στο καθιστικό, για να προλάβει να γράψει λίγο ακόμη πριν ξυπνήσουν τα παιδιά. Σε κλεμμένο χρόνο. Ήταν το μόνο που είχε στη διάθεσή της τώρα.

Στο όνειρο είδε πυρκαγιά. Ο Βίνσεντ στεκόταν με τρόμο στα μάτια και τη μύτη κολλημένη στο τζάμι ενός παραθύρου. Εκείνη είδε τις φλόγες να φουντώνουν πίσω του, να θεριεύουν όλο και περισσότερο. Τον πλησίαζαν, καψάλιζαν τα ξανθά τσουλούφια του, κι εκείνος φώναζε χωρίς ν’ ακούγεται. Εκείνη ήθελε να ορμήσει πάνω στο τζάμι, να το σπάσει και να σώσει τον Βίνσεντ από τις φλόγες που απειλούσαν να τον καταβροχθίσουν. Αλλά όσο κι αν προσπαθούσε, το κορμί της δεν την υπάκουε. Μετά άκουσε τη φωνή του Μόρτεν. Γεμάτη κατηγόριες. Τη μισούσε επειδή δεν είχε μπορέσει να σώσει τον Βίνσεντ, επειδή απλώς στεκόταν και κοιτούσε όσο εκείνος καιγόταν ζωντανός μπροστά στα μάτια τους. «Έμπα! Έμπα!» Η φωνή του την έκανε να προσπαθήσει ξανά. Έπρεπε να τρέξει προς τα εκεί και να σπάσει το τζάμι. Έπρεπε… «Έμπα! Ξύπνα!» Κάποιος την άρπαξε από τους ώμους και την ανάγκασε να ανακαθίσει. Το όνειρο άρχισε να αργοσβήνει και να χάνεται,

μα εκείνη ήθελε να το κρατήσει, να ορμήσει μέσα στις φλόγες και ίσως, για μια στιγμή, να αισθανθεί το κορμάκι του Βίνσεντ στην αγκαλιά της προτού πεθάνουν και οι δυο τους. «Πρέπει να ξυπνήσεις. Φωτιά!» Ξαφνικά ήταν εντελώς ξύπνια. Η μυρωδιά του καπνού είχε τρυπώσει στα ρουθούνια της και της προκαλούσε έναν βήχα που έγδερνε τον λαιμό της. Όταν σήκωσε το βλέμμα της, είδε τον καπνό να μπαίνει ορμητικός από το άνοιγμα της πόρτας. «Πρέπει να βγούμε έξω!» φώναξε ο Μόρτεν. «Σύρσου κάτω από τον καπνό. Θα είμαι ακριβώς πίσω σου. Θα κοιτάξω πρώτα να δω αν γίνεται να σβήσω τη φωτιά». Η Έμπα κατέβηκε κακήν κακώς από το κρεβάτι και έπεσε στο πάτωμα. Ένιωσε τη ζέστη από τις σανίδες στο μάγουλό της. Τα πνευμόνια της έκαιγαν και αισθανόταν μια ακατανόητη κούραση. Πώς θα μπορούσε άραγε να βγει από εκεί έτσι που ήταν; Ήθελε να τα παρατήσει και να κοιμηθεί, έκλεισε τα μάτια και ένιωσε ένα βαρύ αποκάρωμα σε όλο της το σώμα. Εδώ θα έπρεπε να μείνει και να ξεκουραστεί. Απλώς να κοιμηθεί λίγο. «Σήκω, σου λέω! Πρέπει να σηκωθείς!» Η φωνή του Μόρτεν ήταν διαπεραστική και την έβγαλε από το αποκάρωμα. Δεν συνήθιζε να είναι φοβισμένος. Αλλά τώρα την τραβούσε βίαια από το μπράτσο και τη βοηθούσε να σταθεί στα τέσσερα.

Εκείνη άρχισε απρόθυμα να κινεί χέρια και γόνατα. Ο φόβος είχε αρχίσει να φωλιάζει και μέσα της. Με κάθε ανάσα που έπαιρνε αισθανόταν τον καπνό να γεμίζει όλο και περισσότερο τα πνευμόνια της, σαν ένα δηλητήριο που ενεργούσε αργά. Αλλά θα προτιμούσε να πεθάνει από τον καπνό παρά από τη φωτιά. Η σκέψη ν’ αρχίσει να καίγεται το δέρμα της έφτανε για να την κάνει να βιαστεί να βγει έρποντας από το δωμάτιο. Ξαφνικά σάστισε. Έπρεπε να γνωρίζει προς ποια κατεύθυνση ήταν η σκάλα, αλλά τώρα ήταν σαν να μη δούλευε καθόλου το μυαλό της. Το μόνο που έβλεπε μπροστά της ήταν μια συμπαγής γκριζόμαυρη ομίχλη. Άρχισε να σέρνεται πανικόβλητη προς τα μπρος, τουλάχιστον για να μη μείνει παγιδευμένη μέσα στους καπνούς. Την ίδια στιγμή που έφτασε στη σκάλα, ο Μόρτεν την προσπέρασε τρέχοντας μ’ έναν πυροσβεστήρα στα χέρια. Κατέβηκε τη σκάλα με τρεις δρασκελιές και η Έμπα τον κοιτούσε. Όπως και στο όνειρο, ένιωθε το κορμί της να μην την υπακούει πια. Οι αρθρώσεις της αρνούνταν να κινηθούν κι έμενε εντελώς ανήμπορη στα τέσσερα, ενώ ο καπνός πύκνωνε συνεχώς. Άρχισε να βήχει πάλι, ο ένας παροξυσμός βήχα μετά τον άλλο. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της και οι σκέψεις της έτρεχαν στον Μόρτεν, αλλά δεν είχε την

αντοχή να ανησυχεί τώρα γι’ αυτόν. Ένιωσε ξανά πόσο δελεαστικό ήταν να παραιτηθεί. Να εξαφανιστεί, να απαλλαγεί από τη θλίψη που κουρέλιαζε την ψυχή και το σώμα της. Ένιωσε το σκοτάδι να καλύπτει τα μάτια της και ξάπλωσε αργά κάτω, ακούμπησε το κεφάλι της στα μπράτσα και έκλεισε τα μάτια. Παντού γύρω της ήταν όλα ζεστά και απαλά. Το αποκάρωμα είχε επιστρέψει και την καλοδεχόταν. Όχι, δεν ήθελε να της κάνει κακό, ήθελε απλώς να την παραλάβει και να την κάνει ξανά ολόκληρο άνθρωπο. «Έμπα!» Ο Μόρτεν την τραβούσε από το χέρι κι εκείνη αντιστεκόταν. Ήθελε να συνεχίσει τη διαδρομή προς εκείνο τον υπέροχο και γαλήνιο τόπο όπου κατευθυνόταν. Αλλά ένιωσε το χτύπημα στο πρόσωπο, ένα χαστούκι που έκανε το μάγουλό της να τσούξει, και αναστατωμένη σήκωσε το κορμί της και κοίταξε τον Μόρτεν καταπρόσωπο. Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο και θυμωμένο ταυτόχρονα. «Την έσβησα τη φωτιά» είπε εκείνος. «Αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ μέσα». Έκανε μια κίνηση να τη σηκώσει, αλλά εκείνη αντιστάθηκε. Μόλις της είχε αφαιρέσει τη μοναδική ευκαιρία για ηρεμία που είχε εδώ και καιρό κι εκείνη γρονθοκοπούσε τώρα, έξαλλη, το στήθος του. Ήταν τόσο υπέροχο που έδινε

διέξοδο στον θυμό και στην απογοήτευσή της, και χτυπούσε όσο πιο δυνατά μπορούσε, μέχρι που εκείνος την έπιασε από τους καρπούς. Κρατώντας τη σφιχτά, την έφερε πιο κοντά του. Πίεσε δυνατά το πρόσωπό της πάνω στο στήθος του, την κράτησε σφιχτά πάνω του. Έπειτα εκείνη αφέθηκε να τη σηκώσει. Τη σήκωσε και την κουβάλησε έξω, και όταν ο κρύος νυχτερινός αέρας γέμισε τα πνευμόνια της, εκείνη παραιτήθηκε εντελώς και παραδόθηκε στο αποκάρωμα.

Φιελμπάκα 1908

Έφτασαν

νωρίς το πρωί. Η μητέρα είχε ήδη σηκωθεί με τα μικρά, ενώ η Ντάγκμαρ έμεινε στο κρεβάτι να χουζουρεύει στη ζεστασιά του παπλώματος. Υπήρχε διαφορά να είσαι το πραγματικό παιδί της μητέρας και όχι ένα από τα μπάσταρδα που φρόντιζε. Η Ντάγκμαρ ήταν ιδιαίτερη. «Τι συμβαίνει;» φώναξε ο πατέρας από μέσα από το καμαράκι. Τόσο αυτός όσο και η Ντάγκμαρ είχαν ξυπνήσει από τα επίμονα χτυπήματα στην πόρτα. «Ανοίξτε! Αστυνομία!» Προφανώς δεν υπήρχε άλλη υπομονή, αφού η πόρτα άνοιξε διάπλατα κι ένας άντρας με στολή αστυνομικού όρμησε μέσα στο σπίτι. Η Ντάγκμαρ ανακάθισε κατατρομαγμένη στο κρεβάτι και

προσπάθησε να καλύψει το κορμί της με το πάπλωμα. «Αστυνομία;» Ο πατέρας εμφανίστηκε στην κουζίνα κουμπώνοντας στα τυφλά το παντελόνι. Το στέρνο του ήταν κοίλο με αραιές γκρίζες τρίχες. «Να φορέσω ένα λεπτό το πουκάμισό μου, και θα τα λύσουμε όλα. Μάλλον κάποια παρεξήγηση έγινε. Εδώ μένουν μόνο έντιμοι άνθρωποι». «Δεν μένει εδώ η Χέλγκα Σβένσον;» έκανε ο αστυνομικός. Πίσω του στέκονταν άλλοι δύο άντρες. Στέκονταν ο ένας στριμωχτά δίπλα στον άλλο, καθώς η κουζίνα ήταν στενή και γεμάτη κρεβάτια. Προς το παρόν είχαν πέντε μικρά στο σπίτι. «Με λένε Άλμπερτ Σβένσον και η Χέλγκα είναι η γυναίκα μου» είπε ο πατέρας. Είχε φορέσει το πουκάμισο και στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. «Και πού είναι η σύζυγός σας;» Η φωνή ήταν επιτακτική. Η Ντάγκμαρ είδε εκείνη τη ρυτίδα ανησυχίας που είχε σχηματιστεί ανάμεσα στα φρύδια του πατέρα. Ανησυχούσε πολύ εύκολα, έλεγε πάντα η μητέρα. Αδύναμα νεύρα. «Η μητέρα είναι στον κήπο από πίσω. Με τα μικρά» είπε η Ντάγκμαρ και φάνηκε πως μόλις τώρα την αντιλήφθηκαν οι αστυνομικοί. «Ευχαριστώ» είπε ο αστυνομικός που είχε πάρει εξαρχής τον λόγο και έκανε μεταβολή.

Ο πατέρας ακολούθησε καταπόδας τους αστυνομικούς. «Μα δεν μπορείτε να ορμάτε μέσα σε σπίτια αξιοπρεπών ανθρώπων κατ’ αυτό τον τρόπο. Μας κοψοχολιάσατε. Τώρα οφείλετε να μας πείτε περί τίνος πρόκειται». Η Ντάγκμαρ πέταξε αποπάνω της το πάπλωμα, ακούμπησε τα πόδια της στο κρύο πάτωμα της κουζίνας και έτρεξε ξοπίσω τους μόνο με το νυχτικό. Σταμάτησε απότομα στην πρώτη γωνιά του σπιτιού. Δύο από τους αστυνομικούς κρατούσαν τη μητέρα σφιχτά από τα χέρια. Εκείνη αντιστεκόταν και οι άντρες είχαν λαχανιάσει από την προσπάθεια να την ακινητοποιήσουν. Τα μικρά φώναζαν και η μπουγάδα που ετοιμαζόταν να απλώσει η μητέρα έπεσε στο έδαφος πάνω στη συμπλοκή. «Μητέρα!» φώναξε η Ντάγκμαρ κι έτρεξε κοντά της. Όρμησε στον έναν αστυνομικό, τον άρπαξε από το πόδι και τον δάγκωσε όσο δυνατότερα μπορούσε στον μηρό. Εκείνος ούρλιαξε και άφησε τη μητέρα, έκανε μεταβολή κι έριξε ένα χαστούκι στην Ντάγκμαρ. Ήταν τόσο δυνατό που την ξάπλωσε στο έδαφος. Έκπληκτη ανακάθισε στα χορτάρια χαϊδεύοντας το πονεμένο μάγουλό της. Στην οχτάχρονη ζωή της δεν την είχε χτυπήσει ποτέ κανείς. Έβλεπε βέβαια τη μητέρα να ξυλοφορτώνει τα μικρά, αλλά ποτέ της δεν σήκωσε χέρι στην Ντάγκμαρ. Και ο πατέρας, φυσικά, δεν είχε τολμήσει

ποτέ να το κάνει. «Μα τι κάνετε; Χτυπάτε την κόρη μου;» Η μητέρα, εκτός εαυτού τώρα, κλοτσούσε τους άντρες. «Αυτό δεν είναι τίποτα σε σχέση με αυτά που κάνατε εσείς». Ο αστυνομικός άδραξε με μια ατσάλινη λαβή τη Χέλγκα από το μπράτσο ξανά. «Είστε ύποπτη για παιδοκτονία και έχουμε το δικαίωμα να ψάξουμε το σπίτι σας. Και πιστέψτε με, θα το ψάξουμε πολύ καλά». Η Ντάγκμαρ είδε τη μητέρα να μαζεύεται. Το μάγουλό της έτσουζε ακόμη σαν να είχε αρπάξει φωτιά και η καρδιά της φτεροκοπούσε στο στέρνο της. Γύρω της τα παιδιά ούρλιαζαν σαν να είχε έρθει η Ημέρα της Κρίσης. Και ίσως να ήταν έτσι. Γιατί ακόμα κι αν η Ντάγκμαρ δεν καταλάβαινε τι γινόταν, η έκφραση της μητέρας αποκάλυπτε ότι ο κόσμος τους είχε μόλις καταρρεύσει.

View more...

Comments

Copyright ©2017 KUPDF Inc.
SUPPORT KUPDF