ο Ιεροκηρυκασ - Camilla Lackberg

September 15, 2017 | Author: kareklas | Category: N/A
Share Embed Donate


Short Description

fiction...

Description

ΕΝΑ Η μέρα ξεκίνησε με ευοίωνες προοπτικές. Ξύπνησε νωρίς, πριν από την υπόλοιπη οικογένειά, και κατάφερε να γλιστρήσει έξω απαρατήρητος, αφού πρώτα ντύθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Πήρε επίσης μαζί του το κράνος της ιπποτικής πανοπλίας του και το ξύλινο σπαθί, που το κράδαινε ευτυχισμένος καθώς κάλυπτε τρέχοντας τα εκατό μέτρα από το σπίτι μέχρι τη Χαράδρα του Βασιλιά. Σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε με δέος την απόκρημνη σχισμή που έκοβε στη μέση τον βραχώδη σχηματισμό. Το πλάτος της. η απόσταση δηλαδή ανάμεσα στους δύο βράχους που υψώνονταν καμιά δεκαριά μέτρα προς τον ουρανό, εκεί που μόλις είχε αρχίσει να σκαρφαλώνει ο καλοκαιρινός ήλιος, ήταν δύο μέτρα. Τρεις μεγάλοι ογκόλιθοι είχαν σφηνωθεί για πάντα στη μέση της σχισμής, κι αυτό ήταν ένα εντυπωσιακό θέαμα. Η τοποθεσία ασκούσε μαγική έλξη σ’ έναν εξάχρονο. Το γεγονός ότι του απαγόρευαν να πηγαίνει μόνος του εκεί την έκανε ακόμα πιο ελκυστική. Πήρε το όνομά της όταν ο Όσκαρ Β’ επισκέφτηκε τη Φιελμπάκα, στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά αυτό ήταν κάτι που εκείνος ούτε το ήξερε ούτε τον ενδιέφερε, καθώς γλιστρούσε αργά μέσα στις σκιές με το ξύλινο σπαθί του έτοιμο για επίθεση. Βέβαια, του είχε πει ο πατέρας του ότι οι σκηνές από το Χάσμα της Κόλασης στην ταινία Ρόνια, η κόρη του ληστή είχαν γυριστεί στη Χαράδρα του Βασιλιά, και όταν παρακολούθησε και ο ίδιος την ταινία ένιωσε ένα μικρό γαργαλητό στο στομάχι σαν είδε τον αρχιληστή Μάτις να διασχίζει έφιππος τη χαράδρα. Μερικές φορές παρίστανε ότι ήταν κι αυτός ένας από τους ληστές εκεί, αλλά σήμερα ήταν Ιππότης της Στρογγυλής Τραπέζης, όπως σ’ εκείνο το όμορφο πολύχρωμο βιβλίο που του είχε χαρίσει η γιαγιά στα γενέθλιά του. Κινήθηκε αθόρυβα και προσεχτικά πάνω από τους μεγάλους βράχους που κάλυπταν το έδαφος και ετοιμάστηκε, με μόνα όπλα το κουράγιο και το σπαθί του, να επιτεθεί στον τεράστιο δράκο που έβγαζε φωτιές από το στόμα. Ο καλοκαιρινή; ήλιος δεν έφτανε μέχρι κάτω στη χαράδρα, κι αυτό την έκανε ψυχρή και σκοτεινή. Τέλειο μέρος για δράκους. Σύντομα το αίμα θα έτρεχε ποτάμι από τον λαιμό του δράκου, και έπειτα από έναν παρατεταμένο αγώνα ζωής ή θανάτου θα σωριαζόταν νεκρός μπροστά στα πόδια του. Του τράβηξε την προσοχή κάτι που είδε με την άκρη του ματιού του. Πίσω από έναν μεγάλο βράχο φαινόταν ένα κομμάτι από κόκκινο ύφασμα, και η περιέργεια του μεγάλωσε. Ο δράκος μπορούσε να περιμένει. Ίσως να υπήρχε ένας κρυμμένος θησαυρός εκεί πέρα. Πήρε φόρα, πήδηξε πάνω στον βράχο και κοίταξε κάτω. από την άλλη πλευρά του. Για λίγο έχασε την ισορροπία του και κόντεψε να πέσει προς τα πίσω. αλλά ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, αφού ταλαντεύτηκε αρκετές φορές ανεμίζοντας τα χέρια του, την ξαναβρήκε. Αργότερα δεν θα παραδεχόταν ότι φοβήθηκε, αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή είχε αισθανθεί τον μεγαλύτερο φόβο της εξάχρονης ζωής του. Μια κυρία κείτονταν εκεί και τον περίμενε. Ξαπλωμένη ανάσκελα, είχε το βλέμμα καρφωμένο πάνω του. Η πρώτη σκέψη που έκανε ενστικτωδώς ήταν να το βάλει στα πόδια, πριν προλάβει εκείνη να τον τσακώσει να παίζει σ’ ένα μέρος όπου δεν επιτρεπόταν. Ίσως να τον ανάγκαζε να της πει πού έμενε και να τον πήγαινε, σέρνοντας τον, στη μαμά και τον μπαμπά, οι οποίοι θα θύμωναν πολύ και θα τον ρωτούσαν όπως σε βλέπω και με βλέπεις - πόσες φορές τού είχαν πει ότι απαγορευόταν να πηγαίνει στη

Χαράδρα του Βασιλιά χωρίς να τον συνοδεύει κάποιος ενήλικας. Το περίεργο όμως ήταν ότι εκείνη η κυρία δεν κουνιόταν καθόλου. Ούτε ρούχα φορούσε, και για μια στιγμή ένιωσε ντροπή που στεκόταν και κοίταζε μια γυμνή κυρία. Το κόκκινο που είχε δει δεν ήταν κομμάτι από ύφασμα αλλά κάτι μουσκεμένο ακριβώς δίπλα της, ενώ δεν έβλεπε πουθενά τα ρούχα της. Ήταν πολύ παράξενο να κείτεται εκεί γυμνή. Άλλωστε, έκανε πολύ κρύο εκεί κάτω. Μετά, κάτι απίθανο του πέρασε από το μυαλό: Ότι η κυρία ίσως να ήταν νεκρή! Δεν μπορούσε να βρει άλλη εξήγηση για την ακινησία της. Αυτή η ξαφνική συνειδητοποίηση τον έκανε να πηδήξει από τον βράχο και να υποχωρήσει αργά προς το στόμιο της χαράδρας. Αφού απομακρύνθηκε κάνα δυο μέτρα από τη νεκρή γυναίκα, έκανε μεταβολή και έτρεξε στο σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν τον ένοιαζε πια αν θα τον μάλωναν. Ο ιδρώτας έκανε τα σεντόνια να κολλάνε στο κορμί της. Η Ερίκα στριφογύριζε στο κρεβάτι, αλλά ήταν αδύνατο να βρει μια βολική στάση. Η φωτεινή καλοκαιρινή νύχτα δεν διευκόλυνε διόλου την κατάσταση της αϋπνίας, και για χιλιοστή φορά υπενθύμισε στον εαυτό της να αγοράσει κουρτίνες συσκότισης και να τις κρεμάσει στα παράθυρα ή, καλύτερα, να πείσει τον Πάτρικ να το κάνει. Πόσο την εκνεύριζε που τον έβλεπε να κοιμάται τόσο άνετα! Μα πώς μπορούσε να είναι ξαπλωμένος και να ροχαλίζει, όταν εκείνη έμενε ξύπνια τη μια νύχτα μετά την άλλη; Ηταν και δικό του το μωρό. Δεν μπορούσε να μένει κι αυτός ξύπνιος, τουλάχιστον από συμπόνια; Τον σκούντηξε ελαφρά με την ελπίδα ότι θα ξυπνούσε. Μπα, χαμπάρι δεν έπαιρνε. Τον σκούντηξε πιο δυνατά. Εκείνος μούγκρισε, τράβηξε τα σκεπάσματα πάνω του και της γύρισε την πλάτη. Αναστενάζοντας, γύρισε ανάσκελα, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος και κάρφωσε το βλέμμα στο ταβάνι. Η κοιλιά της ήταν τεράστια, σαν μεγάλη υδρόγειος σφαίρα, προσπάθησε να φανταστεί το μωρό να κολυμπάει μέσα της στο απόλυτο σκοτάδι. Ίσως να είχε το δάχτυλο στο στόμα. Αν και όλα ήταν πολύ εξωπραγματικά για να μπορεί να φέρει οποιαδήποτε εικόνα μωρού στο μυαλό της. Ήταν στον όγδοο μήνα, αλλά ακόμη δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι είχε ένα μέσα της. Τέλος πάντων, πολύ σύντομα θα γινόταν κι αυτό μια απόλυτη πραγματικότητα. Η Ερίκα ήταν διχασμένη ανάμεσά στη λαχτάρα και τον φόβο. Δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τίποτε άλλο εκτός από τη γέννα. Για να ήταν ειλικρινής, αυτή τη στιγμή τής ήταν πολύ δύσκολο να δει πέρα από το πρόβλημα ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί μπρούμυτα. Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι. Τέσσερις και σαράντα δύο. Μήπως έπρεπε ν’ ανάψει το πορτατίφ και να διαβάσει λίγο αντί να βασανίζεται; Έπειτα από τρεισήμισι ώρες και ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, που είχε τα χάλια του, λίγο έλειψε να πέσει από το κρεβάτι όταν ακούστηκε ο διαπεραστικός ήχος του τηλεφώνου. Ως συνήθως έδωσε αμέσως το ακουστικό στον Πάτρικ. «Ναι, Πάτρικ εδώ». Η φωνή του ήταν βραχνή από τον ύπνο. «Ναι, βέβαια, ω γαμώτο! Ναι, μπορώ να έρθω σε ένα τέταρτο, θα σε δω εκεί». Στράφηκε προς την Ερίκα: «Επείγον. Πρέπει να πάω».

«Μα εσύ έχεις άδεια. Δεν μπορεί να το αναλάβει κάποιος άλλος;» Καταλάβαινε ότι η φωνή της ακουγόταν κάπως γκρινιάρικη, αλλά η αϋπνία μιας ολόκληρης νύχτας δεν μπορούσε να βελτιώσει τη διάθεσή της. "Είναι φόνος. Ο Μέλμπεργ θέλει να είμαι κι εγώ εκεί. Θα πάει και αυτός". «Φόνος; Πού;» «Εδώ, στη Φιελμπάκα. Ένα αγοράκι βρήκε σήμερα το πρωί μια νεκρή γυναίκα στη Χαράδρα του Βασιλιά». 0 Πάτρικ ντύθηκε στα γρήγορα, κάτι που ήταν εύκολο, μια που στα μέσα του Ιουλίου χρειαζόταν μόνο ανάλαφρα καλοκαιρινά ρούχα. Πριν εξαφανιστεί τρέχοντας, έσκυψε στο κρεβάτι και φίλησε την Ερίκα στην κοιλιά, κάπου σ’ εκείνη την περιοχή όπου θυμόταν κάποτε ότι είχε έναν αφαλό. «Γεια σου, μωρό. Να είσαι καλό με τη μαμά τώρα- σύντομα θα επιστρέψω κι εγώ στο σπίτι». Τη φίλησε στο μάγουλο και έφυγε βιαστικά. Αναστενάζοντας. η Ερίκα σηκώθηκε με δυσκολία από το κρεβάτι και φόρεσε μία από τις τέντες που αποκαλούσε ρούχα, τα οποία για την ώρα ήταν τα μόνα που τη χωρούσαν. Λες και δεν ήξερε, είχε διαβάσει ένα σωρό βιβλία για μωρά και κατά τη γνώμη της θα έπρεπε να πιάσουν όλους αυτούς που έγραφαν για τη χαρωπή κι ευτυχισμένη ζωή μιας εγκύου, να τους πάνε σε μια πλατεία και να τους μαστιγώσουν δημοσίως. Διότι πιο κοντά στην πραγματικότητα ήταν η αϋπνία, ο πόνος στις αρθρώσεις, οι φλεβίτιδες, οι αιμορροΐδες, οι εφιδρώσεις και οι ορμονικές διαταραχές. Σιγά μην εξέπεμπε και καμία εσωτερική λάμψη. Μπούρδες. Μουρμουρίζοντας, κατέβηκε σιγά σιγά τη σκάλα για να πιει το πρώτο φλιτζάνι καφέ της ημέρας. Ίσως ο καφές να διέλυε κάπως τις ομίχλες στο κεφάλι της. Όταν έφτασε ο Πάτρικ, επικρατούσε ήβη πυρετώδης δραστηριότητα. Η είσοδος στη χαράδρα είχε αποκλειστεί με κίτρινη πλαστική ταινία, και ο Πάτρικ μέτρησε τρία περιπολικά και ένα ασθενοφόρο. Οι άντρες της Σήμανσης από την Ουντεβάλα είχαν ήδη πιάσει δουλειά, και απέφυγε, όπως πολύ καλά ήξερε, να μπει στον αποκλεισμένο χώρο. Αυτό ήταν ένα κλασικό λάθος για αρχάριους, που δεν εμπόδιζε όμως τον προϊστάμενό του, τον αρχιεπιθεωρητή Μέλμπεργ, να σουλατσάρει ανάμεσα στους τεχνικούς του Εγκληματολογικού. Εκείνοι κοίταζαν απελπισμένοι τα παπούτσια του και τα ρούχα του, τα οποία μετέφεραν χιλιάδες ίνες και σωματίδια στον ευαίσθητο χώρο εργασίας τους. Οταν ο Πάτρικ στάθηκε πίσω από την ταινία και έκανε νόημα στον Μέλμπεργ, ο τελευταίος -προς μεγάλη ανακούφιση των τεχνικών- πήγε προς το μέρος του και δρασκέλισε την ταινία. «Γεια και χαρά σου, Χέντστρεμ » είπε ο αρχιεπιθεωρητής. Η φωνή του ήταν εγκάρδια, σχεδόν χαρούμενη και ο Πάτρικ έμεινε άναυδος. Για μια στιγμή νόμισε ότι ο Μέλμπεργ ήταν έτοιμος να τον αγκαλιάσει, αλλά ευτυχώς έχανε λάθος. Παρ’ όλα αυτά, ο Μέλμπεργ έδειχνε άλλος άνθρωπος! Δεν είχε περάσει πάνω από μία εβδομάδα από τότε που ο Πάτρικ είχε πάρει άδεια, αλλά ο άντρας που ήταν μπροστά του δεν είχε πραγματικά καμία σχέση μ’ εκείνο τον βλοσυρό τύπο που είχε αφήσει στο γραφείο του, ο οποίος μουρμούριζε ότι οι διακοπές, ως έννοια, έπρεπε να καταργηθούν.

0 Μέλμπεργ έπιασε με μεγάλο ενθουσιασμό το χέρι του Πάτρικ και το κούνησε αρκετές φορές σαν λαβή χειροκίνητης αντλίας, ενώ με το άλλο τον χτυπούσε στην πλάτη. «Και πώς πάνε τα πράγματα με την κλώσα στο σπίτι; Θα έχουμε καμιά γέννα σύντομα ή όχι;» «Σε κάνα μήνα περίπου, μας είπαν». 0 Πάτρικ δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει τι ήταν αυτό που είχε προκαλέσει τη χαρούμενη συμπεριφορά του Μελμπεργ, αλλά άφησε τους προβληματισμούς στην άκρη για να συγκεντρωθεί στον λόγο για τον οποίο τον είχαν καλέσει. «Λοιπόν, τι βρήκατε;» 0 Μέλμπεργ κατέβαλε σοβαρή προσπάθεια για να σβήσει το χαμόγελο από το πρόσωπό του και έδειξε προς το σκοτεινό εσωτερικό της χαράδρας. «Ενα μικρό αγόρι, έξι χρονών περίπου, βγήκε κρυφά το πρωί, όσο κοιμόντουσαν ακόμη οι δικοί του, και πήγε, καθώς λέει, να παίξει τον ιππότη εδώ, ανάμεσα στα βράχια. Αντί γι’ αυτό, βρήκε μια νεκρή γυναίκα. Μας ειδοποίησαν στις έξι και και τέταρτο". "Πόση ώρα εξετάζουν οι άνθρωποι της Σήμανσης τον τόπο του εγκλήματος;" «Ήρθαν πριν από μία ώρα. Το ασθενοφόρο έφτασε πρώτο και οι τραυματιοφορείς διαπίστωσαν αμέσως ότι δεν μπορούσαν να προσφέρουν καμία ιατρική βοήθεια. Από εκείνη τη στιγμή και μετά παρέδωσαν τον χώρο στους τεχνικούς. Είναι λίγο εύθικτοι αυτοί εκεί οι τύποι... Μπήκα μέσα για να ρίξω απλώς μια μικρή ματιά και μου φέρθηκαν πολύ απρεπώς, πρέπει να ομολογήσω. Λοιπόν, υποθέτω ότι έτσι όπως σκύβουν όλη μέρα για να βρίσκουν ίνες με τα τσιμπιδάκια τους πρέπει να έχουν αρχίσει να γουστάρουν την τούρλα». Τώρα ο Πάτρικ αναγνώριζε ξανά τον προϊστάμενό του. Τα λόγια αυτά ήταν το σήμα κατατεθέν του Μέλμπεργ, σίγουρα πράγματα. Ο Πάτρικ όμως ήξερε ότι ήταν ανώφελο να προσπαθήσει να διορθώσει τις αντιλήψεις του. Θα ήταν πιο εύκολο να τις αφήνει απλώς να μπαίνουν από το ένα αυτί και να βγαίνουν από το άλλο. «Τι ξέρουμε για τη γυναίκα;» «Τίποτα μέχρι στιγμής. Εκτιμάμε ότι είναι γύρω στα είκοσι πέντε. Το μοναδικό ρούχο, αν μπορεί κανείς να το αποκαλέσει έτσι, είναι μια τσάντα. Κατά τ’ άλλα, είναι εντελώς τσίτσιδη. Έχει όμως ωραία βυζιά, πρέπει να πω». 0 Πάτρικ έκλεισε τα μάτια και είπε από μέσα του, σαν να προσεύχεται: Δεν θ’ αργήσει να πάρει σύνταξη. Δεν θ' αργήσει να πάρει σύνταξη... 0 Μέλμπεργ συνέχισε ακάθεκτος:

«Η αιτία θανάτου δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί, αλλά έχει τα χάλια της. Μώλωπες σε όλο το κορμί και αρκετές πληγές μοιάζουν με μαχαιριές. Α, ναι, κείτεται πάνω σε μια γκρι κουβέρτα. Ο παθολογοανατόμος είναι εδώ και την εξετάζει, και ελπίζουμε ότι σύντομα θα μας δώσει μια πρώτη αναφορά". "Εχει γίνει καμία δήλωση εξαφάνισης για άτομο σε αυτή την ηλικία περίπου;" "Όχι, ούτε κατά προσέγγιση. Έγινε μια δήλωση εξαφάνισης για έναν γέρο πριν από μερικές βδομάδες, αλλά αποδείχτηκε ότι είχε απλώς βαρεθεί να κάθεται στριμωγμένος με τη γριά του σε ένα τροχόσπιτο και το έσκασε με μια γκόμενα που γνώρισε στο εστιατόριο Γαλέρα». Ο Πάτρικ είδε ότι η ομάδα των τεχνικών ετοιμαζόταν να σηκώσει προσεχτικά το πτώμα για να το βάλει σε έναν σάκο. Τα χέρια και τα πόδια ήταν, σύμφωνα με τον κανονισμό, τυλιγμένα σε πλαστικό για να διατηρηθούν πιθανά στοιχεία Οι τεχνικοί του Εγκληματολογικού από την Ουντεβάλα συνεργάζονταν για να τοποθετήσουν τη γυναίκα στον σάκο με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο. Μετά, θα έβαζαν σε πλαστική σακούλα και την κουβέρτα πάνω στην οποία βρέθηκε η κοπέλα για να την εξετάσουν λεπτομερώς. Η έκπληξη που ζωγραφίστηκε στα πρόσωπά τους και ο τρόπος που πάγωσαν πάνω στην κίνηση αποκάλυψαν στον Πάτρικ ότι κάτι είχε συμβεί. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε. «Δεν θα το πιστέψετε» είπε ο ένας από τους αστυνομικούς «αλλά εδώ υπάρχουν κόκαλα. Και δύο νεκροκεφαλές. Από τον αριθμό των οστών, θα έλεγα ότι φτάνουν για δύο σκελετούς». ΔΥΟ Καλοκαίρι 1979 Έκανε αρκετά επικίνδυνα οχτάρια με το ποδήλατο καθώς επέστρεφε στο σπίτι της εκείνη τη νύχτα του Μεσοκαλόκαιρου. Είχε γλεντήσει λίγο παραπάνω απ' όσο έπρεπε, αλλά δεν είχε καμία σημασία. Ενήλικη ήταν, μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Το καλύτερο ήταν που είχε ξεφορτωθεί για λίγο το παιδί. Τη μικρή με τα κλάματά της, την ακόρεστη δίψα της για αγκαλιές και με ένα σωρό απαιτήσεις για πράγματα που δεν μπορούσε να της δώσει. Εξαιτίας του μωρού ήταν αναγκασμένη να ζει ακόμη στης μάνας της, στης γριάς μέγαιρας, που δεν την άφηνε να το κουνήσει ρούπι πέρα από την πόρτα, παρόλο που ήταν δεκαεννέα χρονών. Ήταν θαύμα που την άφησε να ξεμυτίσει απόψε για να γιορτάσει το Μεσοκαλόκαιρο. Αν δεν είχε το μωρό, θα μπορούσε να μένει μόνη της τώρα πια και να κερδίζει τα δικά της λεφτά. Θα μπορούσε να βγαίνει όποτε γούσταρε και να γυρίζει στο σπίτι όταν της κάπνιζε, δίχως να την ενοχλεί κανένας. Αλλά με τη μικρή δεν μπορούσε να κάνει τίποτε απ’ όλ’ αυτά. Το καλύτερο θα ήταν να τη δώσει για υιοθεσία, αλλά η γριά δεν ήθελε ούτε να το ακούσει αυτό. κι έτσι τώρα πλήρωνε αυτή τη νύφη. Αν η μητέρα της ήθελε

τόσο πολύ να κρατήσει τη μικρή, γιατί δεν την αναλάμβανε μόνη της Τώρα που η γριά θα την έβλεπε να γυρίζει χαράματα στο σπίτι θα της έχανε μούτρα. Βέβαια, τα χνότα της έζεχναν αλκοόλ, και ήταν σίγουρη ότι αυτό το μεθύσι θα το πλήρωνε αργότερα, αλλά άξιζε τον κόπο. Τόσο καλά είχε να περάσει από τότε που γεννήθηκε εκείνο το βρομόπαιδο. Πέρασε με ταχύτητα τη διασταύρωση στο βενζινάδικο και συνέχισε ευθεία. Κατόπιν έστριψε αριστερά προς το Μπρέκε, αλλά έχασε την ισορροπία της και παραλίγο να πέσει στο χαντάκι. Ευθυγράμμισε ξανά τις ρόδες του ποδηλάτου και άρχισε να κάνει πεντάλ πιο δυνατά για να έχει λίγη φόρα καθώς θα έφτανε στην απότομη ανηφόρα. Τα μαλλιά της ανέμιζαν, ενώ η φωτεινή καλοκαιρινή νύχτα ήταν απολύτως γαλήνια. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και σκέφτηκε εκείνη την επίσης φωτεινή νύχτα που την είχε αφήσει έγκυο ο Γερμανός. Ήταν μια υπέροχη νύχτα, μια νύχτα απαγορευμένη... Δεν άξιζε όμως το τίμημα που αναγκάστηκε τελικά να πληρώσει. Άνοιξε ξαφνικά τα μάτια της, καθώς το ποδήλατο χτύπησε πάνω σε κάτι. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν το έδαφος που ερχόταν καταπάνω της με μεγάλη ταχύτητα. Μόλις επέστρεψε στο αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε, ο Μέλμπεργ έπεσε σε μεγάλη περισυλλογή, πράγμα εντελώς ασυνήθιστο. Ούτε ο Πάτρικ μιλούσε εκεί που καθόταν απέναντί του στην τραπεζαρία του προσωπικού, σκεφτόταν κι αυτός τα συμβάντα του πρωινού. Έκανε πολλή ζέστη για να πιει καφέ αλλά χρειαζόταν κάτι τονωτικό, και το αλκοόλ μάλλον δεν ήταν η κατάλληλη επιλογή. Τίναζαν και οι δύο τα πουκάμισά τους για να δροσιστούν λίγο, 0 κλιματισμός είχε χαλάσει εδώ και δύο εβδομάδες, κι ακόμη δεν είχαν καταφέρει να φέρουν κάποιον για να τον επισκευάσει. Τα πρωινά συνήθως η θερμοκρασία ήταν σχετικά ανεκτή, αλλά προς το απόγευμα η ζέστη γινόταν αφόρητη. «Τι διάβολο συμβαίνει;» είπε ο Μέλμπεργ, ξύνοντας σκεφτικός το κεφάλι του στη μέση της φωλιάς που είχε δημιουργήσει με τα επιμελώς χτενισμένα μαλλιά του για να κρύβει τη φαλάκρα του. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω ιδέα. Έχουμε ένα γυναικείο πτώμα πάνω σε δύο σκελετούς. Αν δεν είχε δολοφονηθεί κάποιος, μπορεί και να πίστευα ότι πρόκειται για φάρσα. Για κλεμμένους σκελετούς από κάποιο εργαστήριο βιολογίας ή κάτι τέτοιο, αλλά τώρα δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι έχουμε μια δολοφονημένη γυναίκα. Ακουσα μάλιστα ένα σχόλιο που έκανε ένας από τους τεχνικούς του Εγκληματολογικού. Είπε ότι τα οστά δεν φαίνονταν και τόσο πρόσφατα. Φυσικά, αυτό ίσως να εξαρτάται και από τον χώρο όπου βρίσκονταν. Μπορεί να ήταν εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες ή, αντίθετα, προστατευμένα. Ας ελπίσουμε ότι ο ιατροδικαστής θα μπορέσει να κάνει κάποια εκτίμηση για την ηλικία τους». "Ναι, βέβαια. Πότε λες να μας δώσει μια πρώτη αναφορά;" Ο Μέλμπεργ ζάρωσε το μέτωπό του προβληματισμένος. "Σήμερα κιόλας θα μας στείλει μια προκαταρκτική έκθεση. Έπειτα, θα του πάρει μάλλον κάνα δυο μέρες για να τα εξετάσει όλα πιο σχολαστικά. Οπότε, μέχρι τότε θα δουλέψουμε με ό,τι έχουμε στα χέρια μας. Πού είναι οι άλλοι;» Ο Μέλμπεργ αναστέναξε. «Ο Γιέστα πήρε άδεια σήμερα. Έχει λέει, κάποιο παιχνίδι γκολφ ή κάτι

τέτοιο τέλος πάντων. Ο Έρνστ και ο Μάρτιν έχουν πάει να ελέγξουν μια κλήση. Η Άνικα βρίσκεται σε κάποιο ελληνικό νησί. Μάλλον πίστευε ότι έβρεχε πάλι φέτος το καλοκαίρι. Άτυχη πέρα για πέρα. Δεν γίνεται να χαίρεσαι όταν αφήνεις τη Σουηδία με τέτοιον καιρό.. Ο Πάτρικ τον κοίταξε ξανά έκπληκτος, απορώντας γι’ αυτή την ασυνήθιστη επίδειξη συμπόνιας εκ μέρους του. Ήταν σίγουρο πως κάτι περίεργο συνέβαινε. Αλλά δεν υπήρχε λόγος να σπαταλάει τώρα τον χρόνο του γι’ αυτό. Είχαν σημαντικότερα πράγματα να σκεφτούν. «Βέβαια, ξέρω ότι έχεις άδεια και αυτή την εβδομάδα αλλά μήπως θα μπορούσες να έρθεις και να μας δώσεις ένα χεράκι σε αυτή την υπόθεση, 0 Ερνστ δεν έχει καθόλου φαντασία, και ο Μάρτιν είναι πολύ άπειρος για να βγάλει πέρα μια έρευνα οπότε μπορεί να χρειαστούμε πραγματικά τη βοήθεια σου». Όπως τέθηκε το αίτημα κολάκευε τόσο πολύ τη ματαιοδοξία του Πάτρικ που έπιασε τον εαυτό του να δέχεται δίχως δεύτερη κουβέντα. Σίγουρα θα άκουγε τον εξάψαλμο όταν επέστρεφε στο σπίτι, αλλά παρηγορήθηκε με τη σκέψη ότι δεν θα του έπαιρνε πάνω από ένα τέταρτο για να φτάσει αν η Ερίκα τον χρειαζόταν επειγόντως. Αλλωστε, τελευταία είχαν την τάση να εκνευρίζουν ο ένας τον άλλο μέσα σε αυτή τη ζέστη οπότε ίσως να ήταν καλύτερα αν έλειπε λίγο από το σπίτι. "Πρώτα θα ήθελα να ελέγξω μήπως υπάρχει καμία δήλωση εξαφάνισης για κάποια γυναίκα" είπε ο Πάτρικ. «Πρέπει να αναζητήσουμε παρόμοιες δηλώσεις σε μια ευρύτερη περιοχή, από το Στρέμσταντ, για παράδειγμα, μέχρι το Γέτεμποργ. Θα ζητήσω από τον Μάρτιν ή τον Ερνστ να το κάνουν αυτό. Νομίζω πως τους άκουσα να έρχονται». «Πολύ καλά! Υπέροχη ιδέα! Αυτό είναι το σωστό πνεύμα. Συνέχισε έτσι!» 0 Μέλμπεργ σηκώθηκε από το τραπέζι και χτύπησε χαρούμενος τον Πάτρικ στον ώμο. Ο Πάτρικ κατάλαβε ότι, ως συνήθως, πάλι αυτός θα έκανε τη δουλειά, και ο Μέλμπεργ θα έπαιρνε τη δόξα, αλλά δεν χρειαζόταν να στενοχωριέται γι’ αυτό δεν άξιζε τον κόπο. Έβαλε, αναστενάζοντας, τα φλιτζάνια και των δυο τους στο πλυντήριο πιάτων. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι σήμερα δεν θα χρειαζόταν την αντηλιακή κρέμα. «Κουνηθείτε, άντε. εμπρός, σηκωθείτε αμέσως πάνω. Τι το περάσατε εδώ; Μήπως κάνα ξενοδοχείο για να κάθεστε και να λιάζεστε όλη μέρα;» Οι φωνές διαπέρασαν τα παχιά στρώματα ομίχλης και αντήχησαν οδυνηρά στα κεφάλια τους. Ο Στέφαν άνοιξε προσεχτικά το ένα μάτι, αλλά το έκλεισε αμέσως μόλις αντίκρισε τον εκτυφλωτικό ήλιο του καλοκαιριού. «Μα τι διάβολο...» Ο Ρόμπερτ, ο κατά έναν χρόνο μεγαλύτερος αδερφός του, στριφογύρισε στο κρεβάτι του και έβαλε το μαξιλάρι πάνω στο κεφάλι του. Κάποιος του το τράβηξε απότομα και αναγκάστηκε να σηκωθεί μουρμουρίζοντας. «Δηλαδή, δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε ένα πρωί σ’ αυτό εδώ το σπίτι;»

«Εσείς οι δύο κοιμάστε κάθε πρωί, παλιοτεμπελχανάδες. Η ώρα κοντεύει δώδεκα. Αν δεν μένατε ξύπνιοι να αλωνίζετε όλη νύχτα για να κάνετε ένας Θεός ξέρει τι, ίσως να μην είχατε ανάγκη να κοιμάστε κάθε μέρα όλη μέρα. Γιατί χρειάζομαι κι βοήθεια εδώ. Έχετε δωρεάν στέγη, δωρεάν φαγητό και είστε ολόκληροι άντρες. Δεν νομίζω ότι ζητάω πολλά σαν λέω να βάλετε ένα χεράκι και να βοηθήσετε την κακόμοιρη τη μάνα σας". Η Σουλβέϊγκ Χουλτ στεκόταν αποπάνω τους με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά από το τεράστιο κορμί της. Ήταν παχύσαρκη αλλά διέθετε εκείνη τη χλωμάδα των ανθρώπων που δεν βγαίνουν ποτέ έξω από το σπίτι. Τα μαλλιά της ήταν άλουστα ενώ σκούρα ακατάστατα τσουλούφια πλαισίωναν το πρόσωπό της. «Είστε σχεδόν τριάντα χρονών και σας ζει η μάνα σας. Εμ βέβαια, έτσι είναι οι άντρες οι σωστοί. Και δεν μου λέτε, παρακαλώ, με τι λεφτά βγαίνετε έξω και γλεντοκοπάτε κάθε βράδυ; Δουλειά δεν έχετε και λεφτά στο σπίτι δεν σας έχω δει να φέρνετε. Ένα σας λέω μόνο: Αν ήταν εδώ ο πατέρας σας τώρα δεν θα τα κάνατε αυτά! Δεν σας ειδοποίησαν ακόμη από το Γραφείο Εύρεσης Εργασίας; Είπατε ότι θα πηγαίνατε εκεί πριν από δύο εβδομάδες!» Τώρα ήταν η σειρά του Στέφαν να σκεπάσει το κεφάλι του με το μαξιλάρι. Προσπάθησε να κλείσει απέξω εκείνη την αιώνια γκρίνια -ήταν σαν δίσκος που είχε κολλήσει-, αλλά η Σούλβεΐγκ του το τράβηξε βίαια. Αναγκάστηκε ν' ανακαθίσει στο κρεβάτι, αλλά μέσα στο κεφάλι του παιάνιζε δαιμονισμένα μια ολάκερη στρατιωτική μπάντα απομεινάρι της χθεσινής κραιπάλης. «Εχω μαζέψει το πρωινό εδώ και ώρα. Τα μάζεψα όλα. Αν Θέλετε να φάτε, ανοίξτε το ψυγείο και πάρτε ό,τι βρείτε εκεί μέσα». Η Σούλβεΐγκ βγήκε από το μικρό δωμάτιο που μοιράζονταν ακόμη τα αδέρφια κουνώντας με χάρη τον τεράστιο πισινό της κι έκλεισε πίσω της την πόρτα με πάταγο. Δεν τόλμησαν να απλώσουν ξανά. Εβγαλαν απλώς ένα πακέτο τσιγάρα κι άναψαν από ένα. Πρωινό δεν χρειάζονταν, αλλά ένα τσιγαράκι θα τους καθάριζε το μυαλό και θα άφηνε ένα ευχάριστο κάψιμο στον λαιμό. "Γαμώ τις φάσεις η χθεσινή, ε;" Ο Ρόμπερτ γέλασε και σχημάτισε μερικά δαχτυλίδια καπνού στον αέρα. «Σου είπα ότι θα είχαν πρώτα πράγματα στο σπίτι. Είναι διευθύνων σύμβουλος σε κάποια εταιρεία στη Στοκχόλμη. Δόξα τω Θεώ που υπάρχουν και κάτι τέτοιοι τύποι...» Ο Στέφαν δεν απάντησε. Σε αντίθεση με τον αδερφό του, δεν του ανέβαινε η αδρεναλίνη με τις διαρρήξεις. Μέρες πριν και ύστερα από μια διάρρηξη είχε ένα βάρος στο στομάχι λόγω άγχους. Πάντα όμως έκανε ό,τι του έλεγε ο Ρόμπερτ και ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό του να κάνει κάτι διαφορετικό. Η χθεσινή διάρρηξη τους είχε αποφέρει το μεγαλύτερο κέρδος που είχαν εδώ και πολύ καιρό. Τελευταία ο κόσμος είχε αρχίσει να γίνεται πιο προσεχτικός. Είχαν σταματήσει ν' αφήνουν ακριβά πράγματα στα εξοχικά τους, κάτι παλιατζούρες άφηναν μόνο, που δεν ήξεραν τι να τις κάνουν, ή πράγματα που είχαν ψωνίσει σε παζάρια και νόμιζαν ότι ήταν ευκαιρίες, αλλά στην πραγματικότητα δεν άξιζαν δεκάρα. Χτες όμως είχαν βρει μια καινούργια τηλεόραση, ένα ντιβιντί πλέιερ, ένα Nintendo και μια χούφτα κοσμήματα της κυρίας του σπιτιού. Ο Ρόμπερτ θα τα πουλούσε μέσω των

συνηθισμένων κυκλωμάτων και θα κονόμαγαν καλά λεφτά. Όχι ότι θα τους έφταναν για πολύ καιρό. Τα κλεμμένα λεφτά ήταν πάντα σαν να τα έβαζες σε τρύπιες τσέπες και μέσα σε δύο εβδομάδες θα είχαν τελειώσει, θα τα σπαταλούσαν σε τυχερά παιχνίδια, παρέες κεράσματα και σε κάνα μαραφέτι. Ο Στέφαν κοίταξε το ακριβό ρολόι που φορούσε. Ευτυχώς που η μάνα του δεν καταλάβαινε από ακριβά πράγματα ακόμα κι αν της τα έδειχνες. Αν ήξερε πόσο κόστιζε, δεν θα ξανάβαζε ποτέ γλώσσα μέσα της. Μερικές φορές ένιωθε σαν παγιδευμένο χάμστερ σε τροχό, που δεν σταματούσε να στριφογυρίζει ποτέ, καθώς τα χρόνια περνούσαν ανελέητα. Τίποτα δεν είχε αλλάξει πραγματικά από τότε που ήταν έφηβοι, και ούτε τώρα έβλεπε καμία διέξοδο. Αυτό που έδινε τώρα νόημα στη ζωή του ήταν και το μόνο πράγμα που είχε κρατήσει κρυφό από τον Ρόμπερτ. Κάτι βαθιά μέσα του του έλεγε ότι δεν θα έβγαινε τίποτα καλό αν το εκμυστηρευόταν στον αδερφό του. Σίγουρα ο Ρόμπερτ θα το βρόμιζε κι αυτό με τα χοντροκομμένα του σχόλια. Επέτρεψε για ένα λεπτό στον εαυτό του να σκεφτεί πόσο απαλά ήταν τα μαλλιά της όταν άγγιζαν την τραχιά του επιδερμίδα και πόσο μικρό ένιωθε το χέρι της όταν το κρατούσε ανάμεσά στα δικά του. «Ε, σήκω κι άσε τα ονειροπολήματά. Έχουμε δουλειές να χάνουμε». Ο Ρόμπερτ σηκώθηκε με το τσιγάρο να κρέμεται στα χείλη και βγήκε πρώτος από το δωμάτιο. Ως συνήθως, ο Στέφαν τον ακολούθησε. Αλλωστε, δεν ήξερε να κάνει και τίποτε άλλο. Στην κουζίνα, η Σούλβεΐγκ καθόταν στη συνηθισμένη θέση της. Από τότε που ήταν μικρός, από τότε που συνέβη εκείνο με τον πατέρα του, την έβλεπε να κάθεται στην καρέκλα της δίπλα στο παράθυρο, ενώ τα δάχτυλά της έπαιζαν με ό,τι υπήρχε μπροστά της πάνω στο τραπέζι. Στις αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων η μητέρα του ήταν όμορφη αλλά με τα χρόνια το λίπος είχε καλύψει το σώμα της και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Εδειχνε σαν να είχε πέσει σε έκσταση εκεί που καθόταν. Τα δάχτυλά της είχαν δική τους ζωή και κινούνταν ακατάπαυστα αγγίζοντας διάφορα πράγματα που υπήρχαν γύρω τους. Επί είκοσι χρόνια και πλέον ασχολούνταν μ’ εκείνα τα αναθεματισμένα άλμπουμ, που τα ταχτοποιούσε και τα ταξινομούσε συνεχώς. Αγόρασε καινούργια και έβαλε μέσα ξανά, τις φωτογραφίες και τα αποκόμματα των εφημερίδων. Καλύτερα άλμπουμ, κομψότερα. Ο Στέφαν δεν ήταν και τόσο βλάκας ώστε να μην καταλαβαίνει πως αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο εκείνη κατάφερνε να ζει σε άλλες, πιο ευτυχισμένες εποχές, αλλά κάποια μέρα σίγουρα θα έβλεπε ότι αυτές οι μέρες είχαν περάσει εδώ και πολύ καιρό, ανεπιστρεπτί μάλιστα. Οι φωτογραφίες ήταν από εκείνο τον καιρό που η Σούλβεΐγκ ήταν όμορφη. Το αποκορύφωμα στη ζωή της ήταν όταν παντρεύτηκε τον Γιοχάνες Χουλτ, τον νεότερο γιο του Εφραίμ Χουλτ, του διάσημου πάστορα της Ελεύθερης Εκκλησίας και ιδιοκτήτη του πλουσιότερου υποστατικού της περιοχής. Ο Γιοχάνες ήταν όμορφος και πλούσιος, ενώ η Σούλβεΐγκ ήταν, βέβαια, φτωχή αλλά και η ομορφότερη κοπέλα που είχε να επιδείξει η κομητεία Μπουχούς. Αυτό το έλεγαν όλοι τότε. Κι αν ήθελε κανείς παραπανίσιες αποδείξεις, αρκούσαν τα άρθρα που είχε φυλάξει από τότε που είχε στεφθεί Βασίλισσα του Μάη επί δύο συναπτά έτη. Υπήρχαν, λοιπόν, τα άρθρα και οι πάμπολλες

ασπρόμαυρες φωτογραφίες της από τα νιάτα της, που τις τακτοποιούσε και τις ταξινομούσε καθημερινά για πάνω από είκοσι χρόνια. Η ίδια ήξερε ότι εκείνη η κοπέλα υπήρχε ακόμη κάτω από τα αποθέματα λίπους και μέσω αυτών των φωτογραφιών μπορούσε να την κρατάει ζωντανή έστω κι αν οι αναμνήσεις ξεθώριαζαν όλο και περισσότερο χρόνο με τον χρόνο. Με μια τελευταία ματιά πίσω του, ο Στέφαν άφησε τη μητέρα του εκεί που καθόταν στην κουζίνα και ακολούθησε τον Ρόμπερτ. Διότι, όπως είχε πει ο Ρόμπερτ, είχαν δουλειές να κάνουν. Η Ερίκα σκεφτόταν να κάνει έναν περίπατο, αλλά συνειδητοποίησε ότι αυτό ίσως να μην ήταν και η εξυπνότερη επιλογή ειδικά τώρα που ο ήλιος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του και η ζέστη ήταν πολύ έντονη. Ένιωθε υπέροχα σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μέχρι που άρχισαν εκείνοι οι καύσωνες. Εκτοτε περιφερόταν σαν ιδρωμένη φάλαινα που προσπαθούσε μάταια να βρει κάπου λίγη δροσιά. 0 Πάτρικ -ο Θεός να τον είχε καλά- είχε την ιδέα να της αγοράσει έναν επιτραπέζιο ανεμιστήρα, που τον κουβαλούσε μαζί της σαν τιμαλφές όπου κι αν πήγαινε μέσα στο σπίτι. Το μειονέκτημά του ήταν ότι χρειαζόταν ρεύμα για να λειτουργήσει, οπότε δεν μπορούσε να κάθεται πολύ μακριά από κάποια πρίζα, τουλάχιστον όχι πιο μακριά απ' όσο της επέτρεπε το μήκος του καλωδίου, κάτι που περιόριζε τις επιλογές της. Όμως, η πρίζα στη βεράντα βρισκόταν σε ιδανική θέση, και η Ερίκα μπορούσε ν’ απλώνεται στον καναπέ με τον ανεμιστήρα μπροστά της πάνω στο τραπεζάκι. Καμία θέση δεν ήταν βολική έπειτα από πέντε λεπτά, κάτι που την έκανε να στριφογυρίζει συνεχώς στην προσπάθειά της να βρει μια πιο άνετη στάση. Μερικές φορές ένιωθε ένα πόδι στα παϊδια ή κάτι το μπορούσε να ήταν ένα χέρι που τη γρονθοκοπούσε επίμονα στα πλευρά και τότε έπρεπε να μετακινηθεί ξανά. Τώρα, θα τα έβγαζε πέρα άλλο έναν μήνα με αυτή την κατάσταση ήταν πολύ δύσκολο αίνιγμα. Όταν έμεινε έγκυος, εκείνη και ο Πάτρικ ήταν μαζί μόλις έξι μήνες, αλλά το παράξενο ήταν ότι η εγκυμοσύνη αυτή δεν ενόχλησε κανέναν τους. Κατά κάποιον τρόπο ήταν και οι δυο ώριμοι, σίγουροι για το τι ήθελαν, και δεν έβλεπαν τον λόγο να περιμένουν περισσότερο. Μόνο τώρα η Ερίκα, λίγο αργά βέβαια, είχε αρχίσει να το μετανιώνει. Ίσως θα έπρεπε να είχαν ζήσει λίγο περισσότερο την καθημερινότητα αντάμα πριν μπουν σε αυτή την περιπέτεια. Πώς θα μπορούσε άραγε να αντέξει η σχέση τους έναν μικρό άγνωστο που θα απαιτούσε όλη την προσοχή τους, την οποία κατάφερναν μέχρι στιγμής να δίνουν ο ένας στον άλλο; Βέβαια, ο πρώτος θυελλώδης και τυφλός έρωτας είχε περάσει. Τώρα έπρεπε να χτίσουν ένα πιο ρεαλιστικό και καθημερινό οικοδόμημα με σχεδόν πλήρη επίγνωση των θετικών και των αρνητικών πλευρών τους. Αλλά τι θα γινόταν αν στα απόνερα της εγκυμοσύνης απέμεναν μόνο οι αρνητικές πλευρές; Πόσες φορές είχε ακούσει όλες εκείνες τις στατιστικές για τις σχέσεις που πάτωναν μόλις χρόνιζε το παιδί; Τέλος πάντων, δεν είχε νόημα να σκέφτεται τέτοια πράγματα τώρα. Ό,τι ήταν να γίνει είχε γίνει και δεν μπορούσε να ξεγίνει, μια που τόσο η ίδια όσο και ο Πάτρικ λαχταρούσαν την άφιξη αυτού του παιδιού με όλο τους το «είναι». Ας ήλπιζαν απλώς ότι η λαχτάρα τους θα κρατούσε αρκετά ώστε να τους βγάλει αλώβητους από αυτή την ανατρεπτική αλλαγή.

Η Ερίκα τινάχτηκε όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Σηκώθηκε με φοβερή δυσκολία από τον καναπέ, ελπίζοντας ότι όποιος τηλεφωνούσε θα είχε αρκετή υπομονή μέχρι να προλάβει να απαντήσει. «Ναι, εμπρός;... Α, γεια σου, Κόνι... Ναι, καλά, ευχαριστώ, κάνει ίσως υπερβολική ζέστη για τις χοντρές σαν κι εμένα... Να μας επισκεφθείτε; Μα... Βέβαια... Να περάσετε για έναν καφέ... Να μείνετε εδώ τη νύχτα; Εεε, ναι...» Η Ερίκα αναστέναξε βαριά μέσα της. «Ναι, βέβαια. Πότε θα έρθετε;... Απόψε! Ναι, όχι, όχι, κανένα πρόβλημα φυσικά, θα σας στρώσω στον ξενώνα». Απίθωσε κουρασμένα το ακουστικό στη θέση του. Ήταν μεγάλο μειονέκτημα να έχεις σπίτι στη Φιελμπάκα το καλοκαίρι. Σου παρουσιάζονταν απρόσμενα όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι, άτομα που δεν έδιναν κανένα σημείο ζωής κατά τη διάρκεια των δέκα ψυχρότερων μηνών του χρόνου. Τον Νοέμβριο δεν ενδιαφερόταν κανείς για τέτοιου είδους κοινωνικές επισκέψεις, αλλά τον Ιούλιο δεν έχαναν την ευκαιρία να μείνουν τζάμπα δίπλα στη θάλασσα. Η Ερίκα είχε πιστέψει ότι αυτό το καλοκαίρι θα γλίτωναν, μια που ο μισός Ιούλιος είχε περάσει δίχως να τηλεφωνήσει κανείς. Αλλά τώρα είχε τηλεφωνήσει ο ξάδερφός της, ο Κόνι, και ήδη βρισκόταν καθ' οδόν από την Τρολχέταν προς τη Φιελμπάκα με τη γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά. Μια νύχτα ήταν μόνο, σίγουρα θα τα έβγαζε πέρα. Για να ήταν ειλικρινής, δεν χώνευε ιδιαίτερα κανένα από τα δύο ξαδέρφια της. αλλά η ανατροφή της δεν της επέτρεπε να τους αρνηθεί τη φιλοξενία, έστω κι αν αυτό ακριβώς έπρεπε να κάνει τέτοιοι τρακαδόροι που ήταν κατά τη γνώμη της. Η Ερίκα ήταν τουλάχιστον ευγνώμων που αυτή και ο Πάτρικ είχαν ένα σπίτι στη Φιελμπάκα όπου μπορούσαν να φιλοξενούν επισκέπτες, απρόσκλητους και μη. Μετά τον αναπάντεχο θάνατο των γονιών της, ο γαμπρός της είχα προσπαθήσει να το πουλήσει, αλλά η αδερφή της η Άννα, δεν άντεξε τη σωματική και ψυχική κακοποίηση στην οποία την υπέβαλλε. Είχε χωρίσει τον Λούκας και τώρα ήταν ιδιοκτήτρια του σπιτιού μαζί με την Ερίκα. Επειδή όμως η Αννα έμενε ακόμη στη Στοκχόλμη με τα δύο της παιδιά, ο Πάτρικ και η Ερίκα έμεναν στο σπίτι στη Φιελμπάκα και σε αντάλλαγμα είχαν αναλάβει εξ ολοκλήρου τα έξοδα συντήρησης. Κάποια στιγμή θα αναγκάζονταν να λύσουν και το θέμα του σπιτιού σε μια πιο μόνιμη βάση, αλλά προς το παρόν η Ερίκα χαιρόταν που το είχαν ακόμη δικό τους και μπορούσαν να μένουν εκεί όλο τον χρόνο. Κοίταξε γύρω της και αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να βιαστεί αν ήθελε να είναι το σπίτι σχετικά ταχτοποιημένο όταν κατέφταναν οι επισκέπτες. Αναρωτήθηκε τι θα έλεγε ο Πάτρικ για την απρόσμενη εισβολή, αλλά μετά ανασήκωσε τους ώμους και σκέφτηκε πως, εφόσον αυτός επέλεξε να την αφήσει μόνη της και να πόα να δουλέψει ενώ είχε ακόμη άδεια, μπορούσε κι εκείνη να εχα επισκέπτες αν ήθελε. Είχε ήδη ξεχάσει πως σκεφτόταν ότι μάλλον θα ήταν ωραία να μην τον έχει όλη μέρα μες στα πόδια της. Ο Ερνστ και ο Μάρτιν είχαν επιστρέφει από τον έλεγχο μιας ησης, και ο Πάτρικ αποφάσισε να τους ενημερώσει για την καινούργια υπόθεση. Τους φώναξε στο γραφείο του, κι εκείνοι πήραν από μια καρέκλα και κάθισαν απέναντι του. Δεν μπόρεσε να μην προσέξει ότι ο Έρνστ είχε κοκκινίσει από το θυμό του επειδή είχαν ορίσει τον Πάτρικ υπεύθυνο της έρευνας, αλλά επέλεξε να αγνοήσει την αντίδραση. Αυτό ας το έλυνε ο Μέλμπεργ. Στη χειρότερη περίπτωση μπορούσε να τα καταφέρει και χωρίς τη βοήθεια του Έρνστ, αν ο τελευταίος επέλεγε να μην συνεργαστεί. «Υποθέτω ότι έχετε ήδη ακούσει τι συνέβη».

«Ναι, το ακούσαμε στον ασύρματο του περιπολικού». 0 Μάρτιν, που ήταν νέος και ενθουσιώδης, καθόταν, σε αντίθεση με τον Ερνστ, στητός στην καρέκλα του με ένα σημειωματάριο στα χέρια και με το στιλό πανέτοιμο. «Μια γυναίκα βρέθηκε νεκρή στη Χαράδρα του Βασιλιά στη Φιελμπάκα. Ήταν γυμνή και έδειχνε κάπου μεταξύ είκοσι και τριάντα χρονών. Κάτω από τη γυναίκα βρέθηκαν δυο ανθρώπινοι σκελετοί άγνωστης προέλευσης και ηλικίας, αλλά ο Κάρλστρεμ από το Εγκληματολογικό έκανε μια πρώτη υπόθεση ότι οι σκελετοί δεν είναι και τόσο πρόσφατοι. Καθώς φαίνεται, έχουμε πολλά να κάνουμε, πέρα από τους καβγάδες στα μπαρ και τους μεθυσμένους οδηγούς που μας κατακλύζουν. Επίσης, τόσο η Άνικα όσο και ο Γιέστα είναι σε άδεια, οπότε πρέπει να ανασκουμπωθούμε εμείς που έχουμε απομείνει εδώ. Βέβαια, κι εγώ έχω άδεια αυτή την εβδομάδα αλλά συμφώνησα να δουλέψω και θα είμαι, κατόπιν επιθυμίας του Μέλμπεργ, ο υπεύθυνος της έρευνας. Ερωτήσεις;» Η ερώτηση απευθυνόταν κυρίως στον Ερνστ, που επέλεξε, εντούτοις, να μη σηκώσει το γάντι, μόνο και μόνο για να έχει τη δυνατότητα να γκρινιάζει πίσω από την πλάτη του Πάτρικ. «Τι θέλεις να κάνω εγώ;» 0 Μάρτιν ήταν σαν αφρισμένο άλογο δεμένο στον στάβλο και τώρα έκανε ανυπόμονους κύκλους με το στιλό του πάνω από το σημειωματάριο. «Θέλω να ελέγξεις με το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν τις δηλώσεις που έχουν γίνει για εξαφανίσεις γυναικών κατά τους δύο τελευταίους μήνες, ας πούμε. Είναι καλύτερο να επεκτείνουμε αυτό το διάστημα μέχρι να μας δώσει το Εγκληματολογικό κάτι πιο συγκεκριμένο. Αν και θέλω να πιστεύω ότι ο χρόνος θανάτου της γυναίκας είναι πολύ πιο πρόσφατος, ίσως μόλις δύο μέρες πριν». «Μα δεν άκουσες;» ρώτησε ο Μάρτιν. «Τι ν’ ακούσω;» "Δεν δουλεύει η τράπεζα δεδομένων. Πρέπει να ξεχάσουμε το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και να δουλέψουμε με τον παλιό καλό τρόπο". "Γαμώτο, τώρα βρήκε να χαλάσει το ρημάδι; Τέλος πάντων, μια που εμείς δεν φαίνεται να έχουμε εδώ κάποια δήλωση εξαφάνισης, σύμφωνα με όσα λέει ο Μέλμπεργ και με όσα ήξερα πριν πάρω άδεια, θα πρότεινα ν' αρχίσεις να τηλεφωνείς σε όλα τα πλησιέστερα Τμήματα. Δες το σαν έναν κύκλο. Ξεκινάς από το εσωτερικό του και απλώνεσαι γύρω και προς τα έξω, κατάλαβες;» «Ναι, βέβαια. Πόσο να απλωθώ;» «Όσο χρειάζεται, μέχρι να βρούμε κάτι που να μας κάνει. Πάρε το Τμήμα στην Ουντεβάλα αμέσως μόλις τελειώσουμε από εδώ ώστε να σου δώσουν μια πρώτη περιγραφή της γυναίκας για να ξεκινήσεις από εκεί το ψάξιμο». «Κι εγώ τι θα χάνω;» Ο ενθουσιασμός στη φωνή του Ερνστ δεν ήταν και τόσο μεταδοτικός. Ο Πάτρικ κοίταξε τις σημειώσεις που είχε κρατήσει βιαστικά έπειτα από τη συνάντησή του με τον Μέλμπεργ.

«Θα ήθελα να μιλήσεις με όσους ζουν γύρω από την είσοδο στη Χαράδρα του Βασιλιά. Αν είδαν ή αν άκουσαν κάτι τη νύχτα ή νωρίς το πρωί. Η χαράδρα είναι γεμάτη τουρίστες κατά τη διάρκεια της ημέρας, οπότε το πτώμα ή τα πτώματα, αν θέλουμε να είμαστε πιο σχολαστικοί, πρέπει να μεταφέρθηκαν εκεί κάποια στιγμή τη νύχτα ή νωρίς το πρωί. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα πήγαν εκεί από τη μεγάλη είσοδο, διότι δεν νομίζω ότι τα μετέφεραν από τις σκάλες της πλατείας Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Ο πιτσιρικάς ανακάλυψε τη γυναίκα γύρω στις έξι το πρωί, άρα θα επικέντρωνα την προσοχή μου κάπου μεταξύ εννιά το βράδυ και έξι το πρωί. Εγώ σκέφτομαι να στο αρχείο και να ρίξω μια ματιά. Κάτι με αυτούς τους δυο σκελετούς μου τριβελίζει το μυαλό, αλλά δεν με βοηθάει η μνήμη μου. Εχω την αίσθηση ότι έπρεπε να ξέρω τι είναι, αλλά... Μπορείτε να θυμηθείτε εσείς κάτι; Μήπως σας έρχεται τίποτα στο μυαλό;» Ο Πάτρικ άνοιξε και τα δυο του χέρια και περίμενε με ανασηκωμένα φρύδια κάποια απάντηση, αλλά ο Μάρτιν και ο Ερνστ έγνεψαν αρνητικά. Αναστέναξε. Το μόνο που απέμενε λοιπόν ήταν να κατέβει στις κατακόμβες... Ενώ ο Πάτρικ αναρωτιόταν κατά πόσο θα μπορούσε να έχει πέσει σε δυσμένεια, και χωρίς να είναι σίγουρος ότι θα έπρεπε να το είχε καταλάβει αν είχε χρόνο να ζυγίσει την κατάσταση, βρέθηκε στα έγκατα του αστυνομικού τμήματος του Τανουμσχέντε να ψάχνει ανάμεσα σε παλιά έγγραφα. Όλα ήταν πολύ σκονισμένα, αλλά ευτυχώς φαίνονταν καλά ταξινομημένα. Τα περισσότερα ήταν αρχειοθετημένα κατά χρονολογική σειρά, και, παρόλο που δεν ήξερε τι ακριβώς έψαχνε, γνώριζε ότι έπρεπε να είναι κάπου εκεί γύρω. Καθόταν στο πάτωμα οκλαδόν και έλεγχε μεθοδικά το ένα κουτί μετά το άλλο. Δεκαετίες ανθρώπινης μοίρας περνούσαν από τα χέρια του, και εκ των υστέρων συνειδητοποίησε πόσοι άνθρωποι και πόσες οικογένειες επανεμφανίζονταν στα αρχεία της αστυνομίας. Το έγκλημα φαινόταν ενίοτε να περνάει από γονείς σε τέκνα ακόμα και εγγόνια, σκέφτηκε όταν είδε τα ίδια επώνυμα να παρουσιάζονται ξανά και ξανά. Χτύπησε το κινητό του και είδε ότι ήταν η Ερίκα. «Γεια σου, αγάπη μου, όλα καλά;» Γνώριζε ποια θα ήταν η απάντηση. «Ναι, ναι, ξέρω ότι κάνει ζέστη. Κάθισε κοντά στον ανεμιστήρα. Δεν νομίζω ότι έχεις κάτι άλλο να κάνεις... Ερίκα, ξέρεις, προέκυψε ένας φόνος, και ο Μέλμπεργ θέλει να αναλάβω εγώ την έρευνα, θα στενοχωριόσουν πολύ αν δούλευα κάνα δυο μέρες;» 0 Πάτρικ κράτησε την ανάσα του. Ήξερε ότι έπρεπε να είχε τηλεφωνήσει ο ίδιος νωρίτερα για να της πει ότι μάλλον θα έπρεπε να δουλέψει, αλλά σύμφωνα με το ανδρικό πρότυπο συμπεριφοράς επέλεξε να το αποφύγει, προσπαθώντας να αναβάλει το αναπόφευκτο. Από την άλλη πλευρά, η Ερίκα ήξερε πολύ καλά τις απαιτήσεις που είχε η δουλειά του. Το καλοκαίρι ήταν η πιο ταραχώδης περίοδος για την αστυνομία του Τανουμσχέντε, και έπρεπε να παίρνουν σύντομες κυλιόμενες άδειες, αν και ούτε γι' αυτές τις λίγες μέρες υπήρχε καμία εγγύηση, μια που όλα εξαρτιόνταν από τον αριθμό των μεθυσμένων, των καβγάδων και των άλλων παράπλευρων απωλειών του τουρισμού που όφειλε να χειριστεί η μικρή αστυνομική τους δύναμη. Και οι ανθρωποκτονίες, φυσικά, είχαν προτεραιότητα.

Η Ερίκα είπε κάτι που ο Πάτρικ παραλίγο να μην ακούσει. «Τι είπες; Επισκέψεις; Ποιοι είναι; Ο ξάδερφός σου;" 0 Πάτρικ αναστέναξε. «Όχι, τι να πω; Φυσικά και θα ήταν καλύτερα αν μπορούσαμε να είμαστε οι δυο μας απόψε, αλλά αφού έρχονται, ας έρθουν. Υποθέτω ότι θα μείνουν μόνο ένα βράδυ, έτσι;... Εντάξει, τότε θα αγοράσω μερικές γαρίδες για να τους τρατάρουμε κάτι. Καλύτερα έτσι, να μην κάθεσαι να φτιάχνεις φαγητά τώρα. Θα είμαι εκεί στις εφτά. Φιλάκια». Εβαλε το κινητό στην τσέπη και συνέχισε να ξεφυλλίζει το περιεχόμενο των κουτιών που είχε μπροστά του. Ένα ντοσιέ με την ετικέτα «Εξαφανίσεις» του τράβηξε την προσοχή. Κάποιο φιλόδοξο άτομο είχε, κάποια στιγμή συγκεντρώσει τις δηλώσεις εξαφάνισης που είχαν απασχολήσει την αστυνομία 0 Πάτρικ ένιωσε ότι είχε μπροστά του αυτό που έψαχνε. Τα δάχτυλα του είχαν λερωθεί απ’ όλη εκείνη τη σκόνη γύρω του και τα σκούπισε στο σορτς του πριν ανοίξει το λεπτό ντοσιέ. Έπειτα από λίγο ξεφύλλισμα και διάβασμα ήξερε ότι η μνήμη είχε δεχτεί την ώθηση που χρειαζόταν. Έπρεπε να το είχε θυμηθεί μεμιάς αν σκεφτόταν κανείς πόσοι λίγοι ήταν εκείνοι που είχαν εξαφανιστεί στην περιοχή χωρίς να βρεθούν ποτέ, μάλλον έφταιγε η ηλικία, που είχε αρχίσει να δείχνει το της Τώρα τουλάχιστον είχε μπροστά του τις δηλώσεις εξαφάνισης και αισθανόταν ότι, δεν ήταν σύμπτωση το γεγονός πως το 1979 εξαφανίστηκαν δυο γυναίκες και έκτοτε δεν τις είδε ποτέ κανένας. Και τώρα εμφανίζονται ξαφνικά δύο σκελετοί στη Χαράδρα του Βασιλιά. Πήρε όλο το ντοσιέ μαζί του στον επάνω όροφο, στο φως της ημέρας, και το άφησε στο γραφείο του. Τα άλογα ήταν ο μοναδικός λόγος που έμενε ακόμη εκεί. Με χέρι μαθημένο, ξύστριζε το τρίχωμα του καφέ ευνουχισμένου αλόγου με αργές και σταθερές κινήσεις. Η χειρωνακτική εργασία λειτουργούσε γι’ αυτή σαν βαλβίδα ασφαλείας για να ξεφορτώνεται κάποια από τα απωθημένα της. Διότι δεν ήταν ό,τι καλύτερο να είσαι δεκαεφτάρα και να μην μπορείς ν’ αποφασίσεις για τη ζωή σου. Αμέσως μόλις ενηλικιωνόταν θα έφευγε από αυτή την καταραμένη τρύπα, θα δεχόταν την προσφορά που της είχε κάνει ο φωτογράφος που την είχε πλησιάσει όταν είχε πάει μια βόλτα στο Γέτεμποργ. Οταν γινόταν μοντέλο στο Παρίσι και κέρδιζε ένα σωρό λεφτά, θα τους έλεγε σε ποιο μέρος του σώματός τους μπορούσαν να χώσουν την αναθεματισμένη τη μόρφωσή τους. Ο φωτογράφος είχε πει ότι κάθε χρόνος που περνούσε μείωνε την αξία της ως μοντέλου. Ένας ολόκληρος χρόνος από τη ζωή της θα είχε πάει στράφι, πριν αρπάξει την ευκαιρία, μόνο και μόνο επειδή είχε κολλήσει στο μυαλό του γέρου ότι έπρεπε να μορφωθεί. Δεν χρειαζόταν να έχει καμία ιδιαίτερη μόρφωση για να ανέβει στην πασαρέλα. Αργότερα, μόλις πλησίαζε τα είκοσι πέντε και άρχιζε να μεγαλώνει, θα παντρευόταν έναν εκατομμυριούχο. Τότε θα μπορούσε να γελάει στη μούρη του γέρου και στις απειλές του περί αποκλήρωσης. Κάποια μέρα θα μπορούσε να κάνει ψώνια που θα άξιζαν όσο όλη του η περιουσία μαζί. Κι εκείνος ο μαλάκας ο αδερφός της δεν διευκόλυνε καθόλου τα πράγματα. Οπωσδήποτε τη βόλευε που έμενε μαζί με αυτόν και τη γυναίκα του, τη Μαρίτα, και όχι με τους γονείς της στο υποστατικό, αλλά δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. Αυτός ήταν διαβολεμένα αξιόπιστος. Εκείνος δεν έκανε ποτέ λάθος, ενώ στην ίδια πάντα έριχναν το

φταίξιμο για ό,τι συνέβαινε. «Λίντα;» Κλασικό... ούτε στον στάβλο δεν μπορούσε να βρει την ησυχία της. «Λίντα;» Η φωνή έγινε πιο επιτακτική. Ήξερε ότι η Λίντα, ήταν εκεί, οπότε δεν είχε νόημα να προσποιείται ότι δεν τον άκουγε. «Αμάν πια, Λίντα και Λίντα! Τι είναι λοιπόν;» «Δεν χρειάζεται να μου μιλάς εμένα με τέτοιο ύφος. Δεν νομίζω ότι σου ζητάω πολλά όταν απαιτώ λίγη ευγένεια». Εκείνη μουρμούρισε μερικές βρισιές προς απάντηση, αλλά ο Γιάκομπ τις αγνόησε. «Στην πραγματικότητα είσαι ο αδερφός μου και όχι ο πατέρας μου, το σκέφτηκες ποτέ αυτό;» «Το ξέρω πολύ καλά αυτό. ναι, αλλά όσο ζεις στο δικό μου σπίτι, έχω συγκεκριμένη ευθύνη για σένα» της είπε. Επειδή ήταν σχεδόν δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος, ο Γιάκομπ νόμιζε ότι ήξερε τα πάντα. Ήταν εύκολο γι' αυτόν να κοιτάζει τους πάντες αφ’ υψηλού λόγω της οικονομικής του άνεσης. 0 πατέρας είχε δηλώσει αμέτρητες φορές άλλωστε ότι ο Γιάκομπ τον έκανε περήφανο και ήταν σίγουρος πως θα φρόντιζε καλά το οικογενειακό υποστατικό. Ως εκ τούτου, η Λίντα υπέθετε ότι μια ωραία πρωία εκείνος θα κληρονομούσε όλο το πακέτο. Μέχρι τότε μπορούσε να προσποιείται ότι τα λεφτά δεν ήταν σημαντικά γι’ αυτόν, αλλά η Λίντα διέκρινε την αλήθεια πίσω από την υποκρισία. Όλοι θαύμαζαν τον Γιάκομπ που δούλευε με παραστρατημένα παιδιά, αλλά ταυτόχρονα όλοι γνώριζαν, επίσης, ότι κάποια στιγμή θα κληρονομούσε τόσο το υποστατικό όσο και μια ολάκερη περιουσία. Τότε θα ήταν ενδιαφέρον να δει κανείς με πόση όρεξη θα συνέχιζε το εθελοντικό του έργο. Η Λίντα γέλασε νευρικά. Αν ο Γιάκομπ ήξερε ότι η ίδια το έσκαγε τα βράδια, θα πάθαινε αποπληξία. Αν μάθαινε μάλιστα ποιον συναντούσε, σίγουρα θα άκουγε το κήρυγμα της ζωής της. Είναι εύκολο να λες ότι είσαι αλληλέγγυος με τους λιγότερο τυχερούς της ζωής όσο δεν χτυπούν την πόρτα σου. Επιπλέον, υπήρχαν και κάποιοι άλλοι, βαθύτεροι λόγοι που ο Γιάκομπ θα πάθαινε σοκ αν ανακάλυπτε ότι η Λίντα συναντούσε κρυφά τον Στέφαν. Ο Στέφαν ήταν ξάδερφός τους, και η έχθρα ανάμεσα στα δύο παρακλάδια της οικογένειας υπήρχε πολύ πριν γεννηθεί η ίδια, ακόμα και πριν γεννηθεί ο Γιάκομπ. Δεν ήξερε την αιτία. Ήξερε μόνο ότι έτσι είχαν τα πράγματα και ότι αυτό ακριβώς έκανε το στομάχι της να φτερουγίζει όταν συναντούσε τον Στέφαν. Εξάλλου, περνούσε καλά μαζί του. Ήταν πολύ ευγενικός αλλά και δέκα χρόνια μεγαλύτερος της και διέθετε μια σιγουριά που τα αγόρια της ηλικίας της δεν μπορούσαν ούτε να την ονειρευτούν. Το ότι ήταν ξαδέρφια δεν την ένοιαζε καθόλου. Τώρα πια τα ξαδέρφια μπορούσαν να παντρεύονται μεταξύ τους, και, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν ήταν στα μελλοντικά της σχέδια, δεν την πείραζε να αποκτήσει τη μια ή την άλλη εμπειρία μαζί του, αρκεί να γινόταν στα κρυφά.

«Θέλεις κάτι ή απλώς με παρακολουθείς;» Ο Γιάκομπ αναστέναξε βαθιά και την έπιασε αϊτό τον ώμο. Εκείνη πήγε να του ξεφύγει, αλλά η λαβή του ήταν πολύ γερή «Δεν μπορώ να καταλάβω από πού προέρχεται όλη αυτή η επιθετικότητα. Οι νέοι με τους οποίους δουλεύω θα έδιναν τα πάντα για να αποκτήσουν ένα σπίτι σαν το δικό σου και να μεγαλώσουν όπως μεγαλώνεις εσύ. Λίγη ευγνωμοσύνη και ωριμότητα δεν βλάπτουν, ξέρεις. Και ναι, μια που με ρωτάς, θα ήθελα κάτι. Η Μαρίτα έχει ετοιμάσει φαγητό, οπότε μπορείς να βιαστείς να πας ν’ αλλάξεις και να έρθεις να φας μαζί μας». Χαλάρωσε τη λαβή στον ώμο της και έφυγε από τον στάβλο κατευθυνόμενος προς την έπαυλη. Η Λίντα άφησε κάτω την ξύστρα μουρμουρίζοντας και πήγε να ετοιμαστεί. Εξάλλου πεινούσε αρκετά. Για άλλη μια φορά η καρδιά του Μάρτιν είχε ραγίσει, χάσει πλέον τον λογαριασμό με αυτές τις ερωτικές απογοητεύσεις, αλλά, παρόλο που τις είχε συνηθίσει, δεν σήμαινε ότι τον πονούσαν λιγότερο. Όπως και όλες τις άλλες φορές, πίστεψε ότι αυτή που είχε ακουμπήσει το κεφάλι της δίπλα στο μαξιλάρι του ήταν η σωστή. Ήξερε, βέβαια, πολύ καλά ότι εκείνη είχε ήδη μια σχέση, αλλά με τη συνήθη αφέλειά του πίστεψε ότι τον έβλεπε σαν κάτι περισσότερο από έναν τρόπο διασκέδασης και ότι οι μέρες του φίλου της ήταν μετρημένες. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί πως αυτός, με την αθώα όψη του και τη σχεδόν κουκλίστικη εμφάνισή του, ήταν ό,τι ένας κύβος ζάχαρης για τις μύγες όταν επρόκειτο για λίγο μεγαλύτερες και πιο ώριμες γυναίκες που ζούσαν μια ζωή καθημερινής ρουτίνας με τους νόμιμους συζύγους τους. Με άντρες, δηλαδή που δεν σκόπευαν να τους εγκαταλείψουν για χάρη ενός νόστιμου και χαριτωμένου εικοσιπεντάχρονου αστυνομικού, με τον οποίο, ωστόσο δεν δίσταζαν να πέσουν μαζί του σε κάποιο κρεβάτι όταν ο πόθος και η ανάγκη επιβεβαίωσης ζητούσαν ικανοποίηση. Όχι ότι ο Μάρτιν είχε κάτι εναντίον της σαρκικής πλευράς μιας σχέσης -διέθετε μάλιστα αρκετό ταλέντο σε αυτό τον τομέα-, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι διέθετε και έναν ασυνήθιστο συναισθηματισμό για νέο άντρα. Με άλλα λόγια, ο έρωτας έβρισκε ένα πολύ γόνιμο έδαφος στην καρδιά του Μάρτιν Μολίν. Γι’ αυτό και όλες οι μικρές ιστορίες του τελείωναν πάντα με κλάματα και τρίξιμο δοντιών για τον ίδιο, όταν οι γυναίκες τον ευχαριστούσαν και επέστρεφαν ξανά στη ζωή τους, η οποία μπορεί να ήταν ανιαρή, αλλά δεν έπαυε να είναι σταθερή και οικεία. Αναστέναξε βαθιά εκεί που καθόταν στο γραφείο του. αλλά ανάγκασε τον εαυτό του να συνέλθει χαι να επικεντρωθεί στη δουλειά που είχε μπροστά του. Τα τηλεφωνήματα που είχε κάνει μέχρι στιγμής είχαν αποδειχτεί άκαρπα, αλλά είχε να τηλεφωνήσει ακόμα σε πολλά αστυνομικά τμήματα. Το ότι τράπεζα δεδομένων χάλασε τη στιγμή που τη χρειάζονταν περισσότερο από ποτέ είχε βέβαια σχέση με τη συνηθισμένη ατυχία του. Τώρα καθόταν και σχημάτιζε τον έναν αριθμό μετά τον άλλο προσπαθώντας να βρει το άτομο που θα ταίριαζε με την περιγραφή της νεκρής γυναίκας. Δύο ώρες αργότερα έγειρε πίσω στην καρέκλα και πέταξε απογοητευμένος το στιλό στον τοίχο. Δεν είχε γίνει καμία δήλωση εξαφάνισης που να ταίριαζε στο θύμα της δολοφονίας. Τι θα έκαναν τώρα;

Ήταν πέρα για πέρα άδικο, που να πάρει και να σηκώσει. Ήταν μεγαλύτερος από εκείνο το μυξιάρικο κουτάβι και θα έπρεπε να είχαν δώσει σε αυτόν τη θέση του επικεφαλής των ερευνών, αλλά ο κόσμος ήταν εντελώς αχάριστος. Τόσα και τόσα χρόνια έγλειφε εκείνο τον αναθεματισμένο τον Μέλμπεργ, αλλά δεν κέρδισε τίποτε από αυτό. Ο Ερνστ έπαιρνε τις στροφές με μεγάλη ταχύτητα καθώς οδηγούσε προς τη Φιελμπάκα. Αν δεν βρισκόταν σε περιπολικό, θα έβλεπε σίγουρα πολλά μεσαία δάχτυλα υψωμένα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Αλλά αν τολμούσαν οι κωλοτουρίστες να κάνουν κάτι τέτοιο τώρα, θα τους έπαιρνε ο διάβολος. Να πας να ρωτήσεις τους γείτονες. Αυτή ήταν δουλειά για δόκιμο αστυφύλακα και όχι για αστυνομικό με είκοσι πέντε χρόνια πείρα στο επάγγελμα. Αυτό μπορούσε να το κάνει εκείνο το μειράκιο ο Μάρτιν, αφήνοντας τον Ερνστ να χάνει τα τηλεφωνήματα στους συναδέλφους για να περάσει και η ώρα του. Μέσα του έβραζε, αλλά αυτή τη φυσική προδιάθεση την είχε από τότε που ήταν παιδί, οπότε τίποτα δεν ήταν ασυνήθιστο. Η εριστική διάθεσή του τον καθιστούσε ακατάλληλο για ένα επάγγελμα που απαιτούσε πολλές κοινωνικές επαφές, αλλά, από την άλλη, τα καθάρματα τον σέβονταν, διότι καταλάβαιναν ενστικτωδώς ότι δεν έπρεπε να τα βάζουν με τον Έρνστ Λούντγκρεν αν ήθελαν να έχουν την υγειά τους. Καθώς διέσχισε την πόλη οδηγώντας, παρατήρησε πως παντού υπήρχαν διάφοροι που τον κοίταζαν περίεργα. Τον ακολουθούσαν με το βλέμμα και τον έδειχναν, και ο Ερνστ κατάλαβε ότι το μαντάτο είχε απλωθεί σε όλη τη Φιελμπάκα. Όταν έφτασε στην πλατεία Ίνγκριντ Μπέργκμαν, αναγκάστηκε να οδηγήσει με ταχύτητα σαλιγκαριού εξαιτίας όλων εκείνων των παράνομα σταθμευμένων αυτοκινήτων. Προς μεγάλη του ικανοποίηση, είδε ότι πολλοί σηκώθηκαν βιαστικά από τα έξω τραπέζια του καφέ Μπρίγκαν για να πάνε στα αυτοκίνητα τους. Και πολύ καλά έκαναν. Διότι αν τα έβλεπε εκεί όταν ξαναπερνούσε από την πλατεία, δεν θα είχε καμία αντίρρηση να αφιερώσει λίγο χρόνο για να καταστρέψει τη γαλήνη των κοπών σε μερικούς παράνομα σταθμευμένους. Ισως να τους έβαζε να φυσήξουν και στο μηχάνημα. Πολλοί από αυτούς έπιναν παγωμένη μπίρα όταν τον είδαν να περνάει. Αν ήταν τυχερός, μπορεί να αφαιρούσε και κάνα δυο διπλώματα οδήγησης. Στο μικρό κομμάτι του δρόμου έξω από τη Χαράδρα του Βασιλιά υπήρχε ελάχιστος χώρος στάθμευσης, αλλά εκείνος χώθηκε κάπου και άρχισε την επιχείρηση πόρτα πόρτα. Όπως περίμενε, κανένας δεν είχε δει τίποτα. Ανθρωποι που μπορούσαν συχνά να γνωρίζουν ακόμα και κάθε πότε έκλανε ο γείτονας τους, όταν ρωτούσε η αστυνομία, γίνονταν ξαφνικά τυφλοί και κουφοί. Αν και ο Ερνστ όφειλε να παραδεχτεί πως ήταν πιθανό να μην είχαν ακούσει απολύτως τίποτα. Τα καλοκαίρια ο θόρυβος ήταν τόσο δυνατός τη νύχτα, με όλους τους μεθυσμένους που τραβούσαν για το κρεβάτι τις μικρές ώρες. που ο κόσμος συνήθιζε να κλείνει απέξω όλους τους ήχους για να μπορεί να κοιμηθεί ήσυχα. Αλλα ακόμα κι αυτό δεν έπαυε να είναι ενοχλητικό του κερατά. Δεν είχε βρει τίποτα, μέχρι που στο τελευταίο σπίτι το ψάρι τσίμπησε. Όχι καμιά γερή ψαριά, βέβαια, αλλά κάτι ήταν κι αυτό. Ο γέρος που έμενε στο πιο απομακρυσμένο σπίτι από το στόμιο της Χαράδρας του Βασιλιά είχε ακούσει ένα αυτοκίνητο να κινείται εκεί γύρω, κατά τις τρεις τα ξημερώματα, όταν είχε σηκωθεί για να πάει προς νερού του. Μπόρεσε μάλιστα να καθορίσει

επακριβώς την ώρα, στις τρεις παρά τέταρτο, αλλά δεν μπήκε στον κόπο να κοιτάξει έξω, οπότε δεν μπορούσε να πει και και πολλά ούτε για τον οδηγό ούτε για το αυτοκίνητο. Ήταν όμως παλιός δάσκαλος οδήγησης και είχε οδηγήσει πολλά αυτοκίνητα στη ζωή του και ήταν σχεδόν σίγουρος ότι δεν επρόκειτο για κάποιο από τα σύγχρονα μοντέλα, αλλά είχε μερικά χρόνια στην πλάτη του. Υπέροχα λοιπόν. Το μόνο που κατάφερε να βγάλει χτυπώντας πόρτες επί ένα δίωρο ήταν ότι ο δολοφόνος είχε μεταφέρει, κατά πάσα πιθανότητα, το πτώμα μέσα στη χαράδρα κατά τις τρεις τη νύχτα και ότι ενδεχομένως οδηγούσε ένα παλιό μοντέλο αυτοκινήτου. Δεν ήταν δα και για επευφημίες. Όμως, η διάθεσή του άλλαξε λίγο προς το καλύτερο όταν πέρασε ξανά από την πλατεία, καθώς επέστρεφε στο αστυνομικό τμήμα. Πρόσεξε ότι κάποιοι καινούργιοι αμαρτωλοί είχαν παρκάρει παράνομα στη θέση εκείνων που είχαν φύγει προηγουμένως. Τώρα θα τους έβαζε να φυσάνε όσο άντεχαν τα πνευμόνια τους. Ενα επίμονο κουδούνισμα στην εξώπορτα διέκοψε την Ερίκα, που πάσχιζε με πολύ κόπο να σκουπίσει τα χαλιά με την ηλεκτρική σκούπα. Ο ιδρώτας έτρεχε πάνω της ποτάμι, και πριν ανοίξει την πόρτα τακτοποίησε στο πλάι δύο μουσκεμένες τούφας από τα μαλλιά της. «Γεια και χαρά σου, χοντρούλα μου!» Χάθηκε σε μια αγκαλιά που παρέπεμπε σε αρκούδα και αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν η μόνη που ίδρωνε. Με χωμένη τη μύτη της στη μασχάλη του Κόνι, κατάλαβε ότι μάλλον η ίδια μοσχοβολούσε σε σύγκριση με τον ξάδερφό της. Αφού κατάφερε να ξεφύγει από αυτή την αγκαλιά, χαιρέτησε την Μπρίτα, τη γυναίκα του Κόνι, με μια απλή, ευγενική χειραψία, μια που είχαν συναντηθεί ελάχιστες φορές. Η χειραψία της Μπρίτα ήταν υγρή, χαλαρή και άφηνε την αίσθησή νεκρού ψαριού. Η Ερίκα ανατρίχιασε και καταπολέμησε την παρόρμηση της να σκουπίσει το χέρι της στο παντελόνι. «Τι κοιλιά! Τι έχεις εκεί μέσα; Δίδυμα ή τίποτε άλλο;» Απεχθανόταν πολύ την κριτική για τη σωματική της στάση και μάλιστα με αυτό τον τρόπο, αλλά είχε ήδη αρχίσει να καταλαβαίνει εδώ και καιρό ότι η εγκυμοσύνη ήταν μια κατάσταση που έδινε σε όλους το ελεύθερο να σχολιάζουν το κορμί σου ή να πιάνουν την κοιλιά σου με έναν παρατραβηγμένα οικείο τρόπο. Της είχε τύχει μάλιστα να την πλησιάζουν ξαφνικά εντελώς άγνωστοι και να αγγίζουν την κοιλιά της. Η Ερίκα περίμενε από στιγμή σε στιγμή ν' αρχίσει το αναπόφευκτο πασπάτεμα, και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα τα χέρια του Κόνι ήταν πάνω στην κοιλιά της και τη μάλαζαν. «Α, έχετε έναν πολύ καλό ποδοσφαιριστή εκεί μέσα. Σίγουρα αγόρι είναι με τέτοιες κλοτσιές που ρίχνει. Παιδιά, ελάτε να πιάσετε κι εσείς !» Η Ερίκα δεν πρόλαβε να διαμαρτυρηθεί και δέχτηκε την επίθεση δύο χεριών που κολλούσαν από λιωμένο παγωτό και άφησαν αποτυπώματα πάνω στην άσπρη μπλούζα της. Ευτυχώς. η Λίζα και ο

Βίκτορ, έξι και οχτώ ετών αντίστοιχα, έχασαν σύντομα το ενδιαφέρον τους για την κοιλιά της. «Λοιπόν, τι λέει ο περήφανος μπαμπάς; Μετράει μέρες, ε;» Ο Κόνι δεν περίμενε απάντηση, και η Ερίκα θυμήθηκε ότι ο διάλογος δεν ανήκε στα δυνατά του σημεία. «Ναι, που να πάρει ο διάβολος, θυμάμαι όταν γεννήθηκαν τούτα εδώ τα μυξιάρικα. Τρομερή εμπειρία, γαμώτο. Αν και πρέπει να του πεις να αποφεύγει να κοιτάζει εκεί κάτω. Χάνεις κάθε επιθυμία για πολύ καιρό». Γέλασε και σκούντησε την Μπρίτα στα πλευρά με τον αγκώνα του. Εκείνη τον κοίταξε ενοχλημένη. Η Ερίκα κατάλαβε ότι η μέρα αυτή δεν θα περνούσε εύκολα. Αχ, πότε θα επέστρεφε ο Πάτρικ στο σπίτι; Ο Πάτρικ χτύπησε διακριτικά την πόρτα του Μάρτιν. Ζήλεψε λίγο την τάξη που επικρατούσε εκεί μέσα. Το γραφείο του Μάρτιν ήταν τόσο καθαρό που μπορούσες να το χρησιμοποιήσεις για χειρουργικό τραπέζι. «Πώς πάει; Βρήκες τίποτα;» Η μελαγχολική όψη του Μάρτιν αποκάλυψε, πολύ πριν γνέψει, πως η απάντηση ήταν αρνητική. Να πάρει ο διάβολος. Το σημαντικότερο πράγμα στην έρευνα αυτή τη στιγμή ήταν να μάθουν την ταυτότητα της γυναίκας. Κάπου υπήρχαν άνθρωποι που ανησυχούσαν γι' αυτή. Σίγουρα σε κάποιον θα έπρεπε να λείπει. «Εσύ;» είπε ο Μάρτιν, γνέφοντας προς τον φάκελο που κρατούσε στο χέρι του ο Πάτρικ. «Βρήκες αυτό που έψαχνες;» «Έτσι νομίζω». Ο Πάτρικ έσυρε μια καρέκλα και έκατσε δίπλα στον Μάρτιν. «Για κοίτα αυτό εδώ. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 εξαφανίστηκαν δύο γυναίκες από τη Φιελμπάκα. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν το θυμήθηκα αμέσως- ήταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων εκείνο τον καιρό. Τέλος πάντων, εδώ είναι όλο το υλικό που υπάρχει από τις έρευνες». Το ντοσιέ που απίθωσε πάνω στο γραφείο ήταν πολύ σκονισμένο. και πρόσεξε ότι ο Μάρτιν ήθελε πάρα πολύ να το αρπάξει και να το καθαρίσει. Ένα προειδοποιητικό βλέμμα τον έκανε να συμμαζευτεί. Ο Πάτρικ άνοιξε το ντοσιέ και του έδειξε τις φωτογραφίες που βρίσκονταν πάνω πάνω. «Αυτή εδώ είναι η Σιβ Λαντίν. Εξαφανίστηκε ανήμερα το Μεσοκαλόκαιρο του 1979. Ήταν δεκαεννιά χρονών». Ο Πάτρικ τράβηξε την επόμενη φωτογραφία. «Αυτή είναι η Μόνα Τερνμπλάντ. Εξαφανίστηκε δύο εβδομάδες αργότερα και ήταν δεκαοκτώ χρονών. Δεν τις ξαναείδε ποτέ κανένας παρά το τεράστιο έργο αναζήτησης με πολλές ομάδες ανθρώπων στην ξηρά και τη θάλασσα. Το ποδήλατο της Σιβ βρέθηκε σε ένα χαντάκι, αλλά αυτό ήταν όλο κι όλο. Και από τη Μόνα δεν υπήρξε κανένα ίχνος εκτός από ένα αθλητικό παπούτσι».

«Ναι, τώρα που το λες το θυμάμαι κι εγώ. Νομίζω ότι υπήρχε ένας ύποπτος τότε, έτσι δεν είναι;» Ο Πάτρικ ξεφύλλισε τα κιτρινισμένα έγγραφα και ίνα δακτυλογραφημένο όνομα. «Ο Γιοχάνες Χουλτ. Απ' όλους τους πιθανούς μάρτυρες αυτός που τηλεφώνησε στην αστυνομία και ανέφερε ότι είχε δει τον Γιοχάνες με τη Σιβ Λαντίν να πηγαίνουν προς το κτήμα του στο Μπρέκε τη νύχτα που εκείνη εξαφανίστηκε ήταν τελικά ο αδερφός του, ο Γκάμπριελ Χουλτ». «Και πόσο σοβαρά εξέλαβαν αυτή τη μαρτυρία; Εννοώ ότι πρέπει να κρύβονται πολλά πίσω από μια τέτοια ενέργεια. Είναι κάπως περίεργο να παίρνει κάποιος στην αστυνομία και να υποδεικνύει τον αδερφό του ως ύποπτο φόνου». «Η έχθρα στην οικογένεια των Χουλτ είχε πολύχρονη ιστορία πίσω της, και αυτό το ήξεραν όλοι πολύ καλά. ’Ετσι, οι πληροφορίες έγιναν δεκτές με κάποια δυσπιστία νομίζω, αλλά ούτως ή άλλως έπρεπε να διερευνηθούν, οπότε κάλεσαν κάνα δυο φορές τον Γιοχάνες για ανάκριση. Όμως, δεν υπήρξαν ποτέ άλλα αποδεικτικά στοιχεία πέρα από την κατάθεση του αδερφού του. Ήταν απλώς ο λόγος του ενός αδερφού κόντρα στον λόγο του άλλου, κι έτσι αφέθηκε ελεύθερος». «Πού είναι σήμερα αυτός ο Γιοχάνες;» «Δεν είμαι σίγουρος, αλλά έχω την εντύπωση ότι αμέσως μετά ο Γιοχάνες Χουλτ αυτοκτόνησε. Διάβολε, τώρα έπρεπε να είχαμε εδώ την Ανικα να μας ετοίμαζε μια πιο ενημερωμένη αναφορά γι' αυτό σε χρόνο μηδέν. Αυτά που υπάρχουν στο ντοσιέ είναι ελάχιστα - και πολλά λέω». «Ακούγεσαι αρκετά σίγουρος πως οι σκελετοί που βρέθηκαν ανήκουν σε αυτές τις δυο γυναίκες». «Δεν θα μπορούσα να το πω αυτό. Απλώς βασίζομαι στον νόμο των πιθανοτήτων. Έχουμε δύο γυναίκες εξαφανισμένες από τη δεκαετία του 70 και τώρα εμφανίζονται δυο σκελετοί που φαίνονται να είναι μιας κάποιας ηλικίας. Τι πιθανότητες υπάρχουν να είναι απλώς μια σύμπτωση όλο αυτό; Παρ' όλα αυτά, σίγουρος δεν είμαι, και κανείς δεν μπορεί να είναι πριν οπό την αναφορά του ιατροδικαστή. Αλλά θα φροντίσω να του δώσω αυτά τα στοιχεία το συντομότερο δυνατόν». Ο Πάτρικ έριξε μια ματιά στο ρολόι. «Διάβολε, καλύτερα να βιαστώ. Υποσχέθηκα να πάω νωρίς σήμερα στο σπίτι. Μας επισκέφθηκε ο ξάδερφος της Ερίκα και πρέπει να πάρω λίγες γαρίδες και μερικά άλλα πράγματα για το δείπνο. Μπορείς να φροντίσεις να πάρει αυτές τις πληροφορίες ο ιατροδικαστής; Και έλεγξε τι έκανε ο Ερνστ. όταν επιστρέψει, μήπως βρήκε κάτι αξιόλογο». Η ζέστη τον χτύπησε καταπρόσωπο όταν βγήκε από το αστυνομικό τμήμα, και ο Πάτρικ πήγε βιαστικά στο αυτοκίνητο για να βρεθεί σε ένα περιβάλλον με κλιματισμό. Αν ο καύσωνας ενοχλούσε αυτόν τόσο πολύ. μπορούσε να φανταστεί πώς θα ένιωθε η Ερίκα, η κακόμοιρη αγαπημένη του. Αυτή η επίσκεψη τώρα ήταν καθαρή ατυχία, αλλά καταλάβαινε ότι η Ερίκα δυσκολευόταν να αρνηθεί. Αφού όμως η οικογένεια Φλουντ θα έφευγε την άλλη μέρα. μόνο ένα βράδυ θα πήγαινε χαμένο. Ανέβασε το κλιματιστικό στο φουλ και έβαλε πλώρη για τη Φιελμπάκα. «Μίλησες με τη Λίντα;»

Η Λάινε έτριβε νευρικά τα χέρια της. Ήταν μια χειρονομία που ο Γκάμπριελ είχε μάθει να απεχθάνεται. "Δεν έχουμε να πούμε τίποτε απολύτως. Θα κάνει απλώς ό,τι της λένε". Ο Γκάμπριελ δεν σήκωσε ούτε στιγμή το βλέμμα από αυτό που έκανε. Ο τόνος του ήταν απορριπτικός, αλλά η Λάινε δεν θα ενέδιδε τόσο εύκολα. Δυστυχώς. Εκείνος παρακαλούσε εδώ και πολλά χρόνια τον Θεό να μάθει τη σύζυγό του να μιλάει λιγότερο απ' ό,τι συνήθιζε. Κάτι τέτοιο θα βελτίωνε πολύ την προσωπικότητά της. Θα ήταν πραγματικό θαύμα. Ο ίδιος ο Γκάμπριελ Χουλτ ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις λογιστή μέχρι το μεδούλι. Λάτρευε να συγκρίνει πιστώσεις και χρεώσεις και στο τέλος να βγάζει τον ισολογισμό. Μισούσε με όλο του το "είναι" όλα όσα είχαν σχέση με το συναίσθημα και καμία σχέση με τη λογική. Το πάθος του ήταν η τάξη και παρά τη ζέστη φορούσε κοστούμι και πουκάμισο, από λεπτό ύφασμα βέβαιοι, αλλά οπωσδήποτε εντός των ορίων του καθωσπρεπισμού. Τα σκούρα μαλλιά του είχαν αραιώσει με τα χρόνια, αλλά αυτός τα χτένιζε πάντα προς τα πίσω και δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει το κενό που είχε δημιουργηθεί στην κορυφή του κεφαλιού του. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν τα στρογγυλά γυαλιά που στέκονταν μονίμως στην άκρη της μύτης του ώστε να μπορεί να κοιτάζει πάνω από αυτά, με βλέμμα υπεροπτικό, τον όποιο συνομιλητή του. Το σωστό έπρεπε πάντα να λέγεται - ήταν το ρητό που ακολουθούσε στη ζωή. και το μόνο που ευχόταν ήταν και οι άλλοι άνθρωποι γύρω του να έκαναν το ίδιο. Δυστυχώς όμως φαινόταν πως όλοι οι άλλοι σπαταλούσαν όση δύναμη και ενέργεια διέθεταν για να διαταράσσουν την τέλεια ισορροπία του και να του κάνουν τον βίο αβίωτο. Όλα θα ήταν απλούστερα αν έκαναν απλώς ό,τι τους έλεγε αντί να σκαρφίζονται ένα κάρο ανοησίες από μόνοι τους. Το μεγάλο πρόβλημα σε αυτή την περίοδο της ζωής του λεγόταν Λίντα. Ο Γιάκομπ δεν ήταν ποτέ έτσι στην εφηβεία του. Ποτέ! Στον κόσμο που είχε κατά νου ο Γκάμπριελ οι κοπέλες ήταν πολύ πιο ήρεμες και πολύ πιο συμμαζεμένες και υπάκουες απ' ό,τι τα αγόρια. Αντί γι’ αυτό όμως, το ζεύγος Χουλτ είχε αποκτήσει ένα τέρας που βρισκόταν στην εφηβεία και που έλεγε το αντίθετο από αυτό που της έλεγες, κάνοντας, εν γένει, τα πάντα για να καταστρέψει τη ζωή της όσο πιο σύντομα μπορούσε. Εκείνη την ανόητη ιδέα της να γίνει μοντέλο ο Γκάμπριελ δεν την έπαιρνε και πολύ στα σοβαρά. Ήταν, βέβαια, γλυκιά κοπέλα, αλλά είχε πάρει δυστυχώς το μυαλό της μητέρας της και δεν θα άντεχε ούτε μία ώρα στον σκληρό κόσμο των μανεκέν. «Την κουβέντα αυτή την κάναμε ήδη, Λάινε, και δεν έχω αλλάξει γνώμη από τότε. Δεν υπάρχει περίπτωση να στείλω τη Λίντα να της βγάζει φωτογραφίες κάποιος λεχρίτης που καμώνεται τον φωτογράφο και θέλει απλώς να τη γδύσει. Η Λίντα θα σπουδάσει κάτι χρήσιμο, και δεν υπάρχει λόγος να συζητάμε οτιδήποτε άλλο». «Ναι, αλλά σε έναν χρόνο θα γίνει δεκαοχτώ και τότε θα μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Δεν είναι καλύτερα να τη στηρίξουμε τώρα αντί να διακινδυνεύσουμε να μας παρατήσει σύξυλους τότε;»

«Η Λίντα ξέρει από πού παίρνει τα λεφτά που της χρειάζονται, και θα με εξέπληττε πολύ αν εξαφανιζόταν δίχως να έχει διασφαλίσει μια σίγουρη πηγή εισοδήματος. Κι αν συνεχίσει να διαβάζει, αυτό ακριβώς θα μπορέσει να εξασφαλίσει. Της έχω υποσχεθεί ότι κάθε μήνα θα παίρνει λεφτά, αρκεί να συνεχίσει το διάβασμα, και την υπόσχεση αυτή σκοπεύω να την τηρήσω. Τώρα όμως δεν θα ήθελα να συνεχίσω άλλο αυτή τη συζήτηση». Η Λάινε συνέχισε να τρίβει νευρικά τα χέρια της, αλλά ήξερε ότι είχε ηττηθεί και βγήκε από το γραφείο με τους ώμους κατεβασμένους. Τράβηξε προσεχτικά τα συρόμενα πορτόφυλλα πίσω της, και ο Γκάμπριελ άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Αυτό το επαναλαμβανόμενο θέμα συζήτησης τον εκνεύριζε αφάνταστα. Έπρεπε να τον είχε μάθει πολύ καλύτερα όλ’ αυτά τα χρόνια που ήταν μαζί και να γνώριζε ότι δεν ήταν από τους ανθρώπους που αλλάζουν γνώμη όταν έχουν αποφασίσει κάτι. Η αίσθηση της ικανοποίησης και της ηρεμίας επέστρεψε όταν άρχισε να γράφει ξανά στο βιβλίο που ήταν μπροστά του. Τα μοντέρνα προγράμματα λογιστικής για υπολογιστές δεν τον είχαν κερδίσει ποτέ, διότι αγαπούσε την αίσθηση εκείνου του χοντρού βιβλίου που είχε μπροστά του, με τις καλαίσθητες αράδες αριθμών που του έδιναν ένα άθροισμα στο τέλος κάθε σελίδας. Όταν τελείωσε, έγειρε ικανοποιημένος στην καρέκλα του. Αυτό ακριβώς ήταν ένας κόσμος που μπορούσε να ελέγχει. Για μια στιγμή ο Πάτρικ αναρωτήθηκε αν είχε πάει σε λάθος σπίτι. Δεν μπορεί να ήταν αυτό το ήρεμο και γαλήνιο σπίτι που είχε αφήσει το ίδιο πρωί. Τα επίπεδα θορύβου ήταν πολύ πάνω απ’ όσο επιτρεπόταν ακόμα και στα μαγαζιά, ενώ το ίδιο σπίτι έμοιαζε σαν να του είχαν πετάξει χειροβομβίδα. Παντού υπήρχαν αντικείμενα που του ήταν άγνωστα, ενώ τα αντικείμενα που γνώριζε δεν βρίσκονταν πια στη θέση τους. Από την έκφραση της Ερίκα μάλλον θα έπρεπε να είχε έρθει μία ή και δύο ώρες νωρίτερα. Απορημένος, μέτρησε μόνο δύο παιδιά και δυο παραπανίσιους ενήλικες και αναρωτήθηκε πώς στην ευχή γινόταν να χάνουν τόση φασαρία όση ένα νηπιαγωγείο. Η τηλεόραση ήταν στο Κανάλι Ντίσνεΐ με τον ήχο στο τέρμα, και ένα μικρό αγόρι με ένα πιστόλι-παιχνίδι στο χέρι έτρεχε και κυνηγούσε ένα ακόμα μικρότερο κορίτσι. Οι γονείς των δύο αυτών βλασταριών κάθονταν αδιάφοροι στη βεράντα. Ένας τεράστιος τύπος κούνησε χαρούμενα το χέρι του προς το μέρος του. αλλά δεν μπήκε στον κόπο να σηκωθεί από τον καναπέ και να εγκαταλείψει, συνεπώς, τον δίσκο με το κέικ που είχε μπροστά του. 0 Πάτρικ πήγε στην κουζίνα όπου ήταν η Ερίκα, κι εκείνη κατέρρευσε στην αγκαλιά του. «Πάρε με αποδώ μέσα, σε παρακαλώ πολύ. Πρέπει να έκανα κάτι πολύ κακό σε μια προηγούμενη ζωή για να τιμωρούμαι κατ’ αυτό τον τρόπο. Τα παιδιά αυτά είναι μικροί διάβολοι μεταμορφωμένα σε ανθρώπους, και ο Κόνι είναι... ο Κόνι. Η γυναίκα του δεν είπε ούτε κουβέντα και φαίνεται τόσο ξινισμένη που αν πλησιάσει γάλα θα το μετατρίψει σε ξινόγαλο. Βοήθα, Θεέ μου να έρθει η ώρα να του δίνουνε». Τη χάιδεψε παρηγορητικά στην πλάτη και ένιωσε ότι η μπλούζα της ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα.

"Εσύ πήγαινε να κάνεις ένα ντουζ με την ησυχία σου, και θα τους αναλάβω εγώ για λίγο. Είσαι μούσκεμα στον ιδρώτα". «Είσαι πραγματικός άγγελος και σ’ ευχαριστώ πολύ. Υπάρχει μια κανάτα με έτοιμο καφέ. Τώρα πίνουν το τρίτο φλιτζάνι, αν και ο Κόνι άφησε να εννοηθεί ότι θα ήθελε κάτι δυνατότερο, οπότε κοίταξε μήπως υπάρχει κάτι τέτοιο να του προσφέρεις». «Θα το κανονίσω εγώ, εσύ απλώς πήγαινε, αγάπη, πριν αλλάξω γνώμη». Η Ερίκα τού έδωσε ένα φιλί όλο ευγνωμοσύνη και μετά ανέβηκε με δυσκολία τις σκάλες πηγαίνοντας στο μπάνιο. «Θέλω παγωτό». Ο Βίκτορ είχε γλιστρήσει κρυφά στην κουζίνα, στεκόταν πίσω από τον Πάτρικ και τον σημάδευε με το πιστόλι. «Δυστυχώς δεν έχουμε παγωτό στο σπίτι». «Τότε να πας ν’ αγοράσεις». Η θρασύτητά του μικρού εκνεύρισε αφάνταστα τον Πάτρικ, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει και όσο πιο μειλίχια μπορούσε είπε: «Οχι, δεν πρόκειται να πάω. Υπάρχουν κέικ έξω στο τραπέζι, μπορείτε να πάρετε από αυτά». «Εγώ θέλω παγωτόόόό!» Ο μικρός ούρλιαζε και πηδούσε πάνω κάτω. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο. «Δεν έχουμε παγωτό, είπα!» Η υπομονή του Πάτρικ είχε αρχίσει να εξαντλείται. «ΠΑΓΩΤΟ, ΠΑΓΩΤΟ, ΠΑΓΩΤΟ, ΠΑΓΩΤΟ...» 0 Βίκτορ δεν έκανε πίσω τόσο εύκολα. Μάλλον όμως πρέπρέπει να είδε στο βλέμμα του Πάτρικ ότι είχε ξεπεράσει τα όρια, διότι σταμάτησε αμέσως και βγήκε πισωπατώντας κουζίνα. Μετά έτρεξε κλαίγοντας στη βεράντα, όπου κάθονταν αραχτοί οι γονείς του και δεν έδιναν καμία σημασία σε όλον αυτό τον σαματά. "ΜΠΑΜΠΑΑΑ, ο θείος είναι κακός! Θέλω ΠΑΓΩΤΟΟΟ!" Με την κανάτα του καφέ στο χέρι, ο Πάτρικ προσπάθησε να το παίξει κουφός και βγήκε στη βεράντα για να χαιρετίσει τους επισκέπτες του. Ο Κόνι σηκώθηκε και του έδωσε το χέρι και όταν ο Πάτρικ χαιρέτησε την Μπρίτα, κατάλαβε πώς θα πρέπει να είναι όταν πιάνεις ψόφιο χέλι.

«Ο Βίκτορ περνάει τώρα μια φάση και δοκιμάζει τα όρια της δικής του θέλησης. Δεν θέλουμε να εμποδίσουμε την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του κι έτσι τον αφήνουμε ν' ανακαλύπτει μόνος του πού είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δικές του επιθυμίες και τις επιθυμίες του περίγυρου». Η Μπρίτα κοίταξε με τρυφερότητα τον γιόκα της, και ο Πάτρικ θυμήθηκε ότι η Ερίκα τού είχε πει πως ήταν ψυχολόγος. Αν αυτή ήταν η ιδέα της περί ανατροφής των παιδιών τότε αυτό το επάγγελμα θα ήταν το μοναδικό με το οποίο θα είχε συνεχείς επαφές ο μικρός Βίκτορ όταν μεγάλωνε, 0 Κόνι δεν έδειχνε να έχει αντιληφθεί όσα είχαν γίνει και έκανε τον μικρό να σωπάσει χώνοντας του ένα τεράστιο κομμάτι κέικ στο στόμα. Κρίνοντας από το πάχος του Βίκτορ, αυτή πρέπει να ήταν μια πολύ συνηθισμένη τακτική. Ο Πάτρικ, ωστόσο, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ήταν αποτελεσματική και δελεαστική μέσα στην απλότητά της. Λες και το είχαν συμφωνήσει, όταν η Ερίκα κατέβηκε φρεσκολουσμένη και με τη ζωντάνια να έχει επιστρέψει στο πρόσωπό της. ο Πάτρικ είχε αρχίσει να σερβίρει τις γαρίδες και όλα τα σχετικά. Είχε επίσης προλάβει να φέρει και από μία πίτσα στα παιδιά, αφού είχε αντιληφθεί ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να αποφύγει την ολοκληρωτική καταστροφή στο τραπέζι. Κάθισαν όλοι, και τη στιγμή που η Ερίκα ήταν έτοιμη να τους πει ότι μπορούσαν ν’ αρχίσουν, ο Κόνι έχωσε και τις δυο του παλάμες μέσα στο μπολ με τις γαρίδες. Πήρε τρεις ολόκληρες χούφτες και τις σώριασε στο πιάτο του, αφήνοντας στο μπολ λιγότερο από το μισό της αρχικής ποσότητας. «Μμμμ! Αυτές είναι νοστιμιές. Κι εδώ μπροστά σας έχετε κάποιον που τις εκτιμάει ιδιαίτερα». 0 Κόνι χτύπησε επιδεικτικά το στομάχι του και όρμησε στο βουνό με τις γαρίδες 0 Πάτρικ, ο οποίος είχε σερβίρει και τα δύο κιλά γαρίδες που είχε αγοράσει πανάκριβα, απλώς αναστέναξε και πήρε μια μικρή χούφτα, η οποία δεν κάλυψε και ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του πιάτου του. Η Ερίκα έκανε σιωπηλή το ίδιο και μετά έδωσε το μπολ στην Μπρίτα, που άδειασε στο πιάτο της τις υπόλοιπες, πάντα σκυθρωπή. Μετά το απογοητευτικό δείπνο έστρωσαν τα κρεβάτια στον ξενώνα για τους επισκέπτες και, ζητώντας την άδειά τους, πήγαν νωρίς για ύπνο με την πρόφαση ότι η Ερίκα χρειαζόταν ξεκούραση. Ο Πάτρικ έδειξε στον Κόνι πού είχε το ουίσκι και μετά δραπέτευσε στην ειρήνη και την ησυχία του επάνω ορόφου. Οταν τελικά ξάπλωσαν, ο Πάτρικ περιέγραψε στην Ερίκα τι είχε κάνει όλη τη μέρα. Είχε εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό την προσπάθεια να αποκρύπτει από την Ερίκα τις αστυνομικές υποθέσεις γνωρίζοντας όμως ότι εκείνη δεν θα μετέφερε σε κανέναν άλλο όσα της έλεγε. Όταν έφτασε στην υπόθεση με τις δύο εξαφανισμένες γυναίκες πρόσεξε ότι της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. «Θυμάμαι ότι είχα διαβάσει γι’ αυτή την υπόθεση. Πιστεύετε. δηλαδή, ότι αυτές είναι που βρήκατε;» «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Αλλιώς θα ήταν μια εξαιρετικά

διαβολεμένη σύμπτωση. Αλλά μόνο όταν έρθει η έκθεση του ιατροδικαστή θα μπορέσουμε ν' αρχίσουμε την κανονική έρευνα. Προς το παρόν, κρατάμε όλους τους πιθανούς δρόμους όσο πιο ανοιχτούς γίνεται». «Μήπως χρειάζεσαι καμιά βοήθεια για να ερευνήσεις το ιστορικό της όλης υπόθεσης;» Στράφηκε ανυπόμονα προς μέρος του, κι εκείνος αναγνώρισε τη λάμψη στα μάτια της. «Οχι, όχι, όχι. Εσύ κοίταξε να ηρεμήσεις. Μην ξεχνάς ότι είσαι σε αναρρωτική». «Ναι, αλλά μην ξεχνάς ότι η πίεσή μου ήταν ξανά στα κανονικά επίπεδα στην τελευταία εξέταση. Ασε που τρελαίνομαι να είμαι κλεισμένη όλη τη μέρα στο σπίτι. Ούτε ένα καινούργιο βιβλίο δεν μπόρεσα να ξεκινήσω». Το βιβλίο για την Αλεξάνδρα Βίκνερ και τον τραγικό θάνατό της έγινε μεγάλη επιτυχία κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπογράψει η Ερίκα άλλο ένα συμβόλαιο για ένα ακόμα βιβλίο που θα είχε σχέση με μια πραγματική υπόθεση δολοφονίας. Η συγγραφή αυτού του βιβλίου απαιτούσε τεράστια προσπάθεια από την πλευρά της, τόσο σε επίπεδο έρευνας όσο και συναισθημάτων. και από τότε που το έστειλε στον εκδοτικό οίκο τον Μάιο, δεν είχε βρει κουράγιο να ξεκινήσει κάτι καινούργια Ως πρόσθετα εμπόδια ήρθαν η υπέρταση και η αναρρωτική άδεια και συνεπώς αναγκάστηκε, πολύ απρόθυμα να αναβάλει όλη τη δουλειά που απαιτούσε ένα νέο βιβλίο, τουλάχιστον μέχρι να γεννηθεί το μωρό. Αλλά η Ερίκα δεν ήταν από τους ανθρώπους που μπορούσαν να κάθονται στο σπίτι και να μην κάνουν απολύτως τίποτα. «Αλλωστε, η Ανικα είναι διακοπές και δεν μπορεί να το κάνει. Και δεν είναι τόσο εύκολο, όσο πιστεύουν γενικώς, να κάνεις έρευνά. Πρέπει να ξέρεις πού να ψάξεις, κι εγώ ξέρω. Ασε με να ρίξω μια μικρή ματιά μόνο...» «Όχι. Και ούτε θέλω να το συζητήσουμε. Ας ελπίσουμε ότι ο Κόνι και οι βάρβαροί του θα φύγουν αύριο νωρίς το πρωί και μετά θα κάτσεις να ηρεμήσεις - τ' ακούς! Και τώρα σταμάτα να μιλάς γιατί θέλω να κουβεντιάσω με το μωρό. Πρέπει να σχεδιάσουμε την ποδοσφαιρική του καριέρα...» «Ή την καριέρα της!» «Ή την καριέρα της. Αλλά τότε θα πρέπει να στραφούμε στο γκολφ. Διότι προς το παρόν το γυναικείο ποδόσφαιρο δεν έχει λεφτά». Η Ερίκα απλώς αναστέναξε και ξάπλωσε υπάκουα ανάσκελα για να διευκολύνει την επικοινωνία. «Δεν σε παίρνουν χαμπάρι όταν το σκας;» 0 Στέφαν ήταν ξαπλωμένος στο πλάι δίπλα στη Λίντα και της γαργαλούσε το πρόσωπο με ένα άχυρο. «Όχι βέβαια. Διότι, ξέρεις τώρα, ο Γιάκομπ “με εμπιστεύεται”». Ζάρωσε το μέτωπό της και μιμήθηκε τη σοβαρή φωνή του αδερφού της «Είναι κάτι που έχει μάθει απ’ όλους αυτούς τους

κύκλους μαθημάτων που σχετίζονται με την ανάπτυξη καλών σχέσεων με τους νέους. Το χειρότερο είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους νέους φαίνεται να τον πιστεύουν, μάλιστα, για μερικούς από αυτούς ο Γιάκομπ είναι σαν Θεός. Αλλά αν έχει μεγαλώσει κανείς δίχως πατέρα δέχεται ό,τι να ’ναι». Έσπρωξε ενοχλημένη το άχυρο με το οποίο τη γαργαλούσε ο Στέφαν. «Κόφ' το αυτό τώρα, εντάξει;» «Τι έπαθες; Δεν μπορώ ν’ αστειευτώ λίγο;» Η Λίντα είδε ότι τον πλήγωσε, έσκυψε μπροστά και τον φίλησε για να τον παρηγορήσει. Απλώς σήμερα δεν ήταν η καλύτερη της μέρα. Το πρωί τής είχε έρθει περίοδος, οπότε δεν μπορούσε να κάνει έρωτα με τον Στέφαν για μία εβδομάδα, και μετά την εκνεύριζε αφόρητα το γεγονός ότι έμενε μαζί με τον τέλειο αδερφό της και την εξίσου τέλεια γυναίκα του. «Αχ και να περνούσε γρήγορα ο ένας χρόνος να σηκωθώ και να φύγω από τούτο τον κωλότοπο!» Ήταν αναγκασμένοι να ψιθυρίζουν για να μην αποκαλύψουν την κρυφή φωλιά τους στο πατάρι του αχυρώνα, αλλά χτύπησε το χέρι της στα σανίδια για να τονίσει τα λόγια της. "Λαχταράς, δηλαδή, να φύγεις μακριά κι από μένα; Αυτό θέλεις;" Η πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπο του Στέφαν έγινε εντονότερη, κι εκείνη δάγκωσε τη γλώσσα της. Αν έβγαινε έξω, στον μεγάλο κόσμο, ποτέ της δεν θα γυρνούσε να κοιτάξει κάποιον σαν τον Στέφαν, αλλά όσο έμενε ακόμη εδώ, ήταν καλός για να περνάει την ώρα της- μέχρι εκεί όμως. Δεν χρειαζόταν να το ξέρει κι εκείνος. Γι' αυτό, λοιπόν, κουλουριάστηκε σαν μικρό χαδιάρικο γατάκι και κόλλησε πάνω του. Δεν ένιωσε καμία αντίδραση. Αρπαξε το χέρι του και το έβαλε πάνω στο κορμί της. Σαν να είχαν δική τους βούληση, τα δάχτυλά του άρχισαν να πασπατεύουν το κορμί της, και η Λίντα χαμογέλασε από μέσα της. Τους άντρες τούς έκανες ό,τι ήθελες. «Μπορείς να έρθεις μαζί μου, έτσι δεν είναι;» Αυτό του το είπε με τη βεβαιότητα ότι εκείνος δεν επρόκειτο να ξεκολλήσει ποτέ από τη Φιελμπάκα ή μάλλον, πάνω απ' όλα, από τον αδερφό του. Μερικές φορές αναρωτιόταν μήπως δεν πήγαινε ούτε στην τουαλέτα δίχως την άδεια του Ρόμπερτ, Εκείνος απέφυγε ν’ απαντήσει, αλλά γύρισε και της είπε: «Μίλησες με τον πατέρα σου; Τι λέει για το ότι θέλεις να φύγεις;». «Τι να πει αυτός; Μπορεί ν’ αποφασίζει για μένα έναν χρόνο ακόμα, αλλά μόλις συμπληρώσω τα δεκαοχτώ, δεν θα μπορεί να μου πει την παραμικρή σκατοκουβέντα. Κι αυτό είναι που τον τρελαίνει. Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι πολύ θα ήθελε να περάσει κι εμάς στα καταραμένα λογιστικά βιβλία του. Γιάκομπ χρέωση. Λίντα πίστωση». «Τι εννοείς χρέωση;» Η Λίντα γέλασε με την ερώτησή του. «Είναι οικονομικοί όροι, μη δίνεις σημασία εσύ σε τέτοια». «Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν εγώ...»

Τα μάτια του δεν φαινόταν να κοιτούν κάτι συγκεκριμένο, όταν ο Στέφαν, καθώς μασούσε ένα κλαδάκι άχυρο, κάρφωσε το βλέμμα του σε κάποιο σημείο πίσω από τη Λίντα. «Τι θα γινόταν... Αν τι;» «Αν ο πατέρας δεν είχε χάσει όλα τα χρήματά του. Ίσως να ήμασταν εμείς που θα μέναμε στο αρχοντικό κι εσύ στο παράσπιτο με τον θείο Γκάμπριελ και τη θεία Λάινε». «Ναι, ωραία θα ήταν να το 'βλεπα αυτό. Τη μητέρα να ζει σ' ένα φτωχικό καλύβι. Φτωχή σαν ψαράς». Η Λίντα έγειρε το κεφάλι πίσω και γέλασε τόσο δυνατά που ο Στέφαν αναγκάστηκε να της πει να κάνει ησυχία για να μην ακουστούν μέχρι το σπίτι του Γιάκομπ και της Μαρίτα, το οποίο ήταν κοντά στον αχυρώνα. «Ίσως έτσι ο πατέρας να ζούσε ακόμη. Και η μάνα μου δεν θα καθόταν ολημερίς μ’ εκείνα τα αναθεματισμένα τα άλμπουμ της». «Δεν ήταν για τα λεφτά που...» «Δεν το ξέρεις αυτό. Πού διάβολο ξέρεις εσύ γιατί το έκανε;» Η φωνή του ανέβηκε μια οκτάβα και ακούστηκε τσιριχτή. «Όλοι το ξέρουν». Δεν της άρεσε η τροπή που είχε πάρει η κουβέντα και βεν τολμούσε να κοιτάξει τον Στέφαν στα μάτια. Η οικογενειακή έχθρα και όλα όσα είχαν σχέση με αυτή μέχρι σήμερα αποτελούσε απαγορευμένο θέμα συζήτησης μέσω μιας σιωπηρής συμφωνίας «Όλοι νομίζουν ότι ξέρουν, αλλά σκατά ξέρουν, τίποτα δεν ξέρουν. Και ο αδερφός σου μένει στο δικό μας αγρόκτημα, που να πάρει ο διάβολος!» «Μα δεν φταίει ο Γιάκομπ που έγινε ό,τι έγινε». Ένιωθε περίεργα που υπερασπιζόταν έναν αδερφό τον οποίο έλουζε καθημερινά με βρισιές, αλλά το αίμα νερό δεν γίνεται. «Ο Γιάκομπ πήρε το αγρόκτημα από τον παππού. Αλλωστε, πάντα υπερασπιζόταν τον Γιοχάνες πρώτος και καλύτερος». Ο Στέφαν ήξερε ότι η Λίντα είχε δίκιο και ο θυμός του ξεθύμανε μεμιάς. Αλλά καμιά φορά πληγωνόταν πολύ όταν η Λίντα μίλαγε για την οικογένειά της, επειδή του θύμιζε αυτό που είχε χάσει ο ίδιος. Δεν τολμούσε να της το πει αυτό, αλλά συχνά θεωρούσε ότι ήταν πολύ αχάριστη. Η ίδια και η φαμίλια της είχαν τα πάντα, η δική του φαμίλια δεν είχε τίποτα. Που ήταν η δικαιοσύνη σε όλ' αυτά; Από την άλλη, της τα συγχωρούσε όλα. Ποτέ του άλλοτε δεν είχε αγαπήσει άνθρωπο με τέτοιο πάθος. Και μόνο που κοίταζε το λεπτό κορμί της δίπλα στο δικό του ένιωθε να φλέγεται. Μερικές φορές δεν πίστευε ότι ήταν αλήθεια αυτό που συνέβαινε. Ότι ένας τέτοιος άγγελος είχε επιλέξει να σπαταλήσει τον χρόνο του με αυτόν. Αλλά δεν ήταν κορόιδο. Δεν σκόπευε να μπει στον κόπο να αμφισβητήσει την καλοτυχία του. Αντιθέτως, προσπαθούσε να κλείνει τα μάτια στο μέλλον και να

απολαμβάνει το παρόν. Τώρα, την τράβηξε πάνω του και έκλεισε τα μάτια του, καθώς ρουφούσε την ευωδιά που ανέδιδαν τα μαλλιά της. Ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί του μπλουτζίν της αλλά εκείνη τον σταμάτησε. «Δεν μπορώ, έχω περίοδο. Ασε με να σου το κάνω εγώ.. Η Λίντα ξεκούμπωσε το παντελόνι του, κι εκείνος ξάπλωσε ανάσκελα. Πίσω από τα μισόκλειστα μάτια του τρεμόπαιζε λαμπερός ο ουρανός. Είχε περάσει μόνο μία μέρα από τότε που βρήκαν τη νεκρή γυναίκα. αλλά η ανυπομονησία βασάνιζε ήβη τον Πάτρικ. Κάπου υπήρχε κάποιος άνθρωπος που αναρωτιόταν πού βρισκόταν αυτή η γυναίκα. Σκεφτόταν, στενοχωριόταν, άφηνε τις σκέψεις να περιστρέφονται σε όλο και πιο ανήσυχες τροχιές. Και το τρομακτικό ήταν ότι στην περίπτωση αυτή είχαν επαληθευτεί και οι χειρότεροι φόβοι, Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ήθελε να μάθει ποια ήταν η γυναίκα αυτή για να μπορέσει να ενημερώσει εκείνους που την αγαπούσαν. Τίποτα δεν ήταν χειρότερο από την αβεβαιότητα, ούτε καν ο θάνατος. Το πένθος δεν μπορούσε ν' αρχίσει, πριν μάθει κανείς τι ήταν αυτό για το οποίο πενθούσε. Δεν θα ήταν εύκολο να πάει να τους το πει -ήταν μια ευθύνη που ο Πάτρικ είχε ήδη επωμιστεί-, αλλά γνώριζε ότι ήταν κι αυτό ένα σημαντικό κομμάτι της δουλειάς του: Να διευκολύνει και να προσφέρει τη συμπαράστασή του. Πρωτίστως όμως να ανακαλύπτει τι συνέβη στο άτομο που αγαπούσαν. Τα άκαρπα τηλεφωνήματα του Μάρτιν την προηγούμενη μέρα είχαν κάνει μεμιάς το έργο της αναγνώρισης πολύ πιο δύσκολο. Κανείς δεν είχε δηλώσει την εξαφάνισή της στην κοντινή περιοχή, κι έτσι το πεδίο αναζήτησης έπρεπε να επεκταθεί σε όλη τη Σουηδία, ίσως και στο εξωτερικό. Για μια στιγμή, η αποστολή αυτή έδειχνε αδύνατη, αλλά γρήγορα απομάκρυνε τη σκέψη από το μυαλό του. Τώρα αυτοί ήταν οι μοναδικοί υπερασπιστές της άγνωστης γυναίκας. Ο Μάρτιν χτύπησε διακριτικά την πόρτα. «Πώς θέλεις να συνεχίσω; Να διευρύνω τον κύκλο αναζήτησης; Να αρχίσω με τα Τμήματα των μεγαλουπόλεων ή...;» Ανασήκωσε τα φρύδια και τους ώμους του ερωτηματικά. 0 Πάτρικ ένιωσε μεμιάς να τον βαραίνει η ευθύνη της έρευνας. Δεν υπήρχε τίποτα που να οδηγεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, αλλά από κάπου έπρεπε να αρχίσουν. «Αρχισε με τα Τμήματα των μεγαλουπόλεων. Με το Γέτεμποργ τελειώσαμε, αλλά πιάσε τη Στοκχόλμη και το Μάλμε για αρχή. Θα πρέπει σύντομα να έχουμε την πρώτη έκθεση του Εγκληματολογικού, και αν είμαστε τυχεροί, ίσως να μας στείλουν κάτι χρήσιμο». «Εντάξει». Ο Μάρτιν χτύπησε την παλάμη του στην πόρτα καθώς έβγαινε και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Ένα διαπεραστικό κουδούνισμα από τη ρεσεψιόν τον ανάγκασε να κάνει μεταβολή και να πάει να υποδεχτεί τον επισκέπτη. Συνήθως αυτό το έκανε η Ανικα, αλλά μια που έλειπε πήγαινε όποιος μπορούσε.

Η κοπέλα έδειχνε ανήσυχη. Μικροκαμωμένη, με δυο μακριές ξανθές κοτσίδες και ένα τεράστιο σακίδιο στην πλάτη. «Ι want to speak to someone in charge - Θέλω να μιλήσω με κάποιον υπεύθυνο». Πρόφερε τα αγγλικά με έντονα ξενική προφορά, και ο Μάρτιν κατάλαβε ότι μάλλον ήταν γερμανική. Της άνοιξε την πόρτα και της έκανε νόημα να περάσει. Μετά, στράφηκε προς τον διάδρομο και φώναξε: «Πάτρικ, έχεις επισκέπτη». Πολύ αργά σκέφτηκε ότι θα έπρεπε πρώτα να τη ρωτήσει τι ήθελε, αλλά ο Πάτρικ είχε ήδη βγάλει το κεφάλι του από την πόρτα του γραφείου του, ενώ η κοπέλα πήγαινε προς το μέρος του. «Are you the man in charge? - Εσύ είσαι ο υπεύθυνος;» Για μια στιγμή, ο Πάτρικ μπήκε στον πειρασμό να τη στείλει στον Μέλμπεργ, ο οποίος ήταν από καθαρά τεχνική άποψη ο ανώτατος αξιωματικός, αλλά όταν είδε την έκφραση απόγνωσης στο πρόσωπό της, άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να την απαλλάξει από αυτή την εμπειρία. Το να στέλνεις μια νέα κοπέλα στον Μέλμπεργ ήταν σαν να στέλνεις αρνάκι σε αγέλη λύκων, και το ένστικτο προστασίας που διέθετε ενεργοποιήθηκε αμέσως. «Yes, how can I help you? - Ναι, πώς μπορώ να σε βοηθήσω;» Της έκανε νόημα να περάσει και να καθίσει στην καρέκλα που ήταν μπροστά στο γραφείο του. Με μια εκπληκτική ευκολία, εκείνη ξεφορτώθηκε το τεράστιο σακίδιο και το απίθωσε προσεχτικά στο πάτωμα, στηρίζοντας το στον τοίχο δίπλα στην πόρτα. "My English is very bad. You speak German? - Τα αγγλικά μου είναι πολύ κακά. Εσύ μιλάς γερμανικά;» Ο Πάτρικ πάσχισε να θυμηθεί όσα γερμανικά ήξερε από το σχολείο. Η απάντηση εξαρτιόταν απολύτως από το πώς εκείνη όριζε το «μιλάς γερμανικά». Μπορούσε, βέβαια, να παραγγείλει μια μπίρα και να ζητήσει λογαριασμό, αλλά υποψιαζόταν ότι η κοπέλα δεν ήταν εκεί με την ιδιότητα της σερβιτόρας. «Λίγα γερμανικά» απάντησε κομπιαστά ο Πάτρικ στη μητρική της γλώσσα και έκανε με το χέρι του το σήμα «έτσι και έτσι». Εκείνη έδειξε να ικανοποιείται με την απάντησή του και άρχισε να μιλάει αργά και καθαρά για να του δώσει την ευκαιρία να καταλάβει τι του έλεγε. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο Πάτρικ ανακάλυψε ότι καταλάβαινε περισσότερα απ’ ό,τι πίστευε στην αρχή και, παρόλο που δεν κατανοούσε κάθε λέξη, έπιανε το γενικό νόημα. Εκείνη συστήθηκε ως Λίζε Φόρστερ. Προφανώς είχε έρθει πάλι πριν από μία εβδομάδα για να δηλώσει ότι η φίλη της, η Τάνια, αγνοούνταν. Είχε μιλήσει με έναν αστυνομικό εδώ, σε αυτό το

αστυνομικό τμήμα, ο οποίος της είπε ότι θα ερχόταν σε επαφή μαζί της όταν μάθαινε κάτι περισσότερο. Τώρα είχε περάσει μία ολόκληρη εβδομάδα και δεν είχε καμία ενημέρωση. Η ανησυχία διαγραφόταν έντονα στο πρόσωπό της και ο Πάτρικ πήρε στα σοβαρά όσα του έλεγε. Η Τάνια και η Λίζε είχαν συναντηθεί στο τρένο προς τη Σουηδία. Ήταν και οι δυο τους από τη βόρεια Γερμανία, αλλά δεν γνωρίζονταν από πριν. Αμέσως αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια αμοιβαία φιλία, και η Λίζε είπε ότι είχαν γίνει σαν αδερφές. Η Λίζε Λεν είχε συγκεκριμένα σχέδια για το πού θα πήγαινε στη Σουηδία, και γι’ αυτό η Τάνια τής είχε προτείνει να την ακολουθήσει σε μια μικρή πόλη της δυτικής ακτής της Σουηδίας ονόματι Φιελμπάκα. «Γιατί συγκεκριμένα στη Φιελμπάκα;» ρώτησε ο Πάτρικ με τη χωλαίνουσα γερμανική γραμματική που ήξερε. Η απάντηση ήρθε με κάποια επιφυλακτικότητα. Ήταν το μοναδικό θέμα που δεν είχε συζητήσει η Τάνια ανοιχτά μαζί της και η Λίζε παραδέχτηκε πως δεν μπορούσε ν’ απαντήσει σε αυτό. Το μόνο που της είχε πει η Τάνια ήταν πως είχε κάποια δουλειά εκεί. Μόλις την τελείωνε, θα μπορούσαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους στη Σουηδία, αλλά πρώτα έπρεπε να αναζητήσει κάτι εκεί, είχε πει. Η Λίζε είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για ευαίσθητο θέμα και δεν συνέχισε να τη ρωτάει. Αρκέστηκε στο ότι είχε βρει καλή παρέα για τις διακοπές και την ακολούθησε ευχαρίστως, ανεξάρτητα από την αιτία που την οδηγούσε εκεί. Εμεναν ήδη τρεις μέρες στο κάμπινγκ του Σέλβικ όταν εξαφανίστηκε η Τάνια. Είχε φύγει το πρωί, λέγοντας ότι είχε δουλειά εκείνη την ημέρα και ότι θα επέστρεφε κάποια στιγμή το απόγευμα. Το απόγευμα όμως πέρασε, ήρθε το βράδυ, και η ανησυχία της Λίζε μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Το επόμενο πρωί πήγε στο Γραφείο Εξυπηρέτησης Τουριστών στην πλατεία Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ρώτησε πώς μπορούσε να πάει στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Είχε κάνει δήλωση εξαφάνισης και τώρα αναρωτιόταν τι είχε συμβεί. Ο Πάτρικ ήταν σοκαρισμένος. Απ’ όσο ήξερε, δεν είχε γίνει καμία δήλωση εξαφάνισης στο Τμήμα τους, και τώρα ένιωθε το βάρος στο στομάχι του να γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Η απάντηση στην ερώτησή του για το πώς έμοιαζε η Τάνια επαλήθευσε τους φόβους του. Όλα όσα του είπε η Λίζε για τη φίλη της ταίριαζαν με τη νεκρή γυναίκα στη Χαράδρα του Βασιλιά. Οταν της έδειξε μια φωτογραφία της νεκρής γυναίκας, οι λυγμοί της Λίζε επιβεβαίωσαν αυτό που υποψιαζόταν. Ο Μάρτιν μπορούσε τώρα να σταματήσει τα τηλεφωνήματα στα αστυνομικά τμήματα της χώρας, και κάποιος θα την πλήρωνε πολύ ακριβά που δεν τους είχε γνωστοποιηθεί με τον ορθό τρόπο η δήλωση εξαφάνισης της Τάνια. Είχαν σπαταλήσει πολύτιμο χρόνο για το τίποτα, και ο Πάτρικ δεν αμφέβαλλε διόλου για το πού έπρεπε να στραφεί για να αναζητήσει τον υπεύθυνο αυτού του σοβαρότατου υπηρεσιακού σφάλματος. 0 Πάτρικ είχε ήδη φύγει για τη δουλειά όταν η Ερίκα ξύπνησε από έναν ύπνο που ήταν, επιτέλους, βαθύς και δίχως όνειρα. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν εννιά, και από το κάτω πάτωμα δεν ακουγόταν τίποτα. Έβαλε γρήγορα να φτιάξει καφέ και άρχισε να ετοιμάζει το πρωινό για την ίδια και τους επισκέπτες της, οι οποίοι εμφανίστηκαν με τη σειρά στην κουζίνα παραπατώντας, ο ένας πιο αγουροξυπνημένος

από τον άλλο, αλλά γρήγορα συνήλθαν, μόλις άρχισαν να τρώνε το πρωινό που βρήκαν έτοιμο. «Είπατε ότι θα πηγαίνατε στο Κόστερ μετά, έτσι δεν είναι;» Η ερώτηση της Ερίκα έγινε και για λόγους ευγένειας αλλά και με την ελπίδα ότι θα τους ξεφορτωνόταν. 0 Κόνι αντάλλαξε ένα σύντομο βλέμμα με τη γυναίκα του και είπε: «Ε, να, εγώ και η Μπρίτα το συζητήσαμε λίγο χτες βράδυ και σκεφτήκαμε, μια που είμαστε εδώ και ο καιρός είναι τόσο υπέροχος, να πάμε σε κάποια από τα νησιά εδώ γύρω σήμερα. Εσείς έχετε ένα σκάφος, έτσι δεν είναι;» «Ε, ναι, βέβαια έχουμε...» παραδέχτηκε απρόθυμα η Ερίκα. «Αν και δεν είμαι σίγουρη ότι ο Πάτρικ θα θέλει να το δανείσει. Λόγω της ασφάλισης και τα γνωστά...» είπε μαγειρεύοντας στα γρήγορα μια πρόχειρη δικαιολογία, Η σκέψη και μόνο ότι θα έμεναν έστω και μερικές ώρες παραπάνω απ’ ό,τι είχαν υπολογίσει έκανε τα κόκαλά της να πονούν από την απογοήτευση. «Όχι, δεν εννοώ να το πάρουμε εμείς, αλλά, να, σκεφτήκαμε να μας πας εσύ σε κάποιο καλό μέρος και μετά, όταν θελήσουμε να επιστρέψουμε, μπορούμε να σου τηλεφωνήσουμε». Επειδή η Ερίκα εκείνη τη στιγμή δεν βρήκε λόγια ν’ απαντήσει, ο Κόνι το εξέλαβε ως σιωπηρή συναίνεση. Η Ερίκα προσευχήθηκε σε κάποιες ανώτερες δυνάμεις να την οπλίσουν με υπομονή και έπεισε τον εαυτό της ότι δεν άξιζε τον κόπο να συγκρουστεί με συγγενείς μόνο και μόνο για να αποφύγει την παρέα τους για μερικές ώρες. Επίσης, δεν θα τους είχε στα πόδια της όλη τη μέρα και ήλπιζε ότι μετά θα έφευγαν, πριν επιστρέψει ο Πάτρικ από τη δουλειά. Είχε ήδη αποφασίσει να φτιάξει κάτι εξαιρετικό και να περάσουν ένα όμορφο βράδυ. Εδώ που τα λέμε, ο Πάτρικ υποτίθεται ήταν ακόμη σε διακοπές. Ποιός να 'ξερε πόσο χρόνο θα είχαν μαζί μετά, όταν θα ερχόταν το μωρό. Καλύτερα να άρπαζε τώρα την ευκαιρία. Όταν η φαμίλια Φλουντ, έπειτα από πολλά «ναι μεν, αλλά.." ετοίμασε τα πράγματά της για το το μπάνιο, έφυγαν όλοι μαζί για την αποβάθρα. Το σκάφος τους -μια μικρή ξύλινη γαλάζια βάρκα ουσιαστικά- ήταν χαμηλά και δύσκολα επιβιβαζόσουν ειδικά από την αποβάθρα του Μπαντχόλμεν. Χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να μπει μέσα με το τεράστιο κορμί ^ Αφού τριγύρισαν καμιά ώρα αναζητώντας μια «έρημη βραχονησίδα ή, κατά προτίμηση, μια παραλία» για τους «φιλοξενούμενους», η Ερίκα βρήκε τελικά έναν μικρό όρμο που οι άλλα τουρίστες, σαν από θαύμα, δεν είχαν εντοπίσει- τους άφησε εκεί και έβαλε πλώρη για το σπίτι. Αποδείχτηκε εντελώς αδύνατο να βγει από τη βάρκα μόνη της και αναγκάστηκε, ταπεινωμένη, να ζητήσει βοήθεια από περαστικούς τουρίστες. Ιδρωμένη, σκασμένη από τη ζέστη και οργισμένη, επέστρεφε στο σπίτι με το αυτοκίνητο, αλλά ακριβώς πριν προσπεράσει την ιστιοπλοϊκή λέσχη άλλαξε γνώμη και έστριψε αμέσως αριστερά για να πάει κατευθείαν στο Σέλβικ. Πήρε τη δεξιά στροφή γύρω από τον λόφο, προσπέρασε το στάδιο και το σύμπλεγμα διαμερισμάτων Κούλεν και πάρκαρε μπροστά από τη βιβλιοθήκη, θα τρελαινόταν αν καθόταν σπίτι όλη μέρα δίχως να κάνει τίποτα. Ο Πάτρικ μπορούσε να διαμαρτυρηθεί εκ των

υστέρων - θα τον βοηθούσε με την έρευνα είτε το ήθελε είτε όχι! Όταν ο Ερνστ μπήκε στο αστυνομικό τμήμα, τράβηξε με απρόθυμο βήμα προς το γραφείο του Χέντστρεμ. Ήδη από τη στιγμή που του τηλεφώνησε ο Πάτριχ και τον διέταξε με φοβερή ψυχρότητα να επιστρέψει πάραυτα στο Τμήμα κατάλαβε ότι κάτι είχε πάει κατά διαβόλου. Εψαξε εξονυχιστικά στη μνήμη του «Μα τι είναι αυτό που επείγει τόσο πολύ; Ήμουν στη μέση μιας δουλειάς, και δεν μπορείς επειδή σε έβαλαν επικεφαλής μιας έρευνας να μου φωνάζεις σαν να ’μαι σκυλί». Η επίθεση ήταν η καλύτερη άμυνα, αλλά, αν έκρινε κανείς από το όλο και πιο βλοσυρό ύφος του Πάτρικ, μάλλον ήταν η πιο λανθασμένη επιλογή σε αυτή την περίπτωση. «Παρέλαβες μια δήλωση για την εξαφάνιση μιας Γερμανίδας τουρίστριας πριν από μία εβδομάδα;» Διάβολε! Το είχε ξεχάσει εντελώς αυτό. Εκείνο το μικρό ξανθό κοριτσόπουλα είχε έρθει λίγο πριν από το διάλειμμα για μεσημεριανό, και ο ίδιος είχε φροντίσει να το ξεφορτωθεί όσο πιο γρήγορα γινόταν για να προλάβει να πάει για φαγητό. Κάτι τέτοιες δηλώσεις για φίλους και φίλες που είχαν εξαφανιστεί δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο συνήθως. Συχνά τους έβρισκαν είτε τύφλα στο μεθύσι σε κάποιο χαντάκι είτε είχαν ακολουθήσει κάποιο άλλο νεαρό άτομο στο σπίτι του. Γαμώτο. Ήξερε ότι θα το πλήρωνε ακριβά αυτό. Τι ατυχία που δεν μπόρεσε να συνδέσει αυτή τη δήλωση με την κοπέλα που βρήκαν χτες, αλλά πλέον ήταν αργά. Τώρα απέμενε να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά. «Ναι, τώρα που το λες κάτι παρέλαβα. Βέβαια». «Κάτι παρέλαβες!» Η συνήθως ήρεμη φωνή ^ ακούστηκε σαν κεραυνός μέσα στο μικρό γραφείο. « π λάβες μια δήλωση ή όχι. Δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση. Κι αν παρέλαβες μια δήλωση που στον... είναι τελικά;» Ο Πάτρικ ήταν τόσο οργισμένος που μπέρδευε τα λόγια του. «Αντιλαμβάνεσαι πόσο χρόνο κόστισε αυτό στην έρευνα;» "Ναι, φυσικά, ήταν ατυχές, αλλά πώς να ξέρω κι εγώ....." «Εσύ δεν χρειάζεται να ξέρεις, τη δουλειά σου κάνεις μόνο! Ελπίζω να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσω παρόμοια κατάσταση. Διότι τώρα πρέπει ν' αναπληρώσουμε τις χαμένες ώρες». «Είναι κάτι που μπορώ εγώ να...» Η φωνή του Ερνστ αχ^ στηκε τόσο υπάκουη όσο βεν έπαιρνε άλλο, και ο (βιος έδειχνε όσο πιο μετανιωμένος μπορούσε. Μέσα του έβριζε ασύστολα που επέτρεψε να του φερθούν σαν να ήταν κάποιο παιδαρέλι αλλά, μια που τώρα ο Χέντστρεμ φαινόταν να έχει την εύνοια του Μέλμπεργ, θα ήταν ανόητο εκ μέρους του να κάνει τα πράγματα χειρότερα. «Αρκετά έκανες, θα συνεχίσω εγώ και ο Μάρτιν την έρευνα. Εσύ θα αναλάβεις τις άλλες κλήσεις που μας έρχονται Έχουμε μια δήλωση για διάρρηξη σε βίλα στο Χουέπσταντ. Μίλησα με τον Μέλμπεργ και πήρα την άδεια να σε αφήσω να το αναλάβεις μόνος σου». Για να του δείξει ότι η κουβέντα τους είχε τελειώσει, ο Πάτρικ τού γύρισε την πλάτη και άρχισε να

γράφει μια αναφορά στον υπολογιστή χτυπώντας τα πλήκτρα μανιασμένα. 0 Ερνστ έφυγε μουρμουρίζοντας. Δεν ήταν δα και τόσο σημαντικό που ξέχασε να γράψει μια μικρή αναφορά. Μόλις του δινόταν η ευκαιρία, θα συζητούσε με τον Μέλμπεργ για το πόσο σωστό ήταν να τοποθετεί υπεύθυνο σε μια έρευνα για φόνο κάποιον με τόσο ασταθή προσωπικότητα. Ναι, που να πάρει ο διάβολος, αυτό θα έκανε. Ο νεαρός με τα μπιμπίκια που είχε μπροστά του ήταν υπόδειγμα νωθρότητας. II απελπισία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Η ματαιότητα της ζωής είχε εδραιωθεί μέσα του εδώ και πολύ καιρό. Ο Γιάκομπ αναγνώριζε πολύ καλά τα σημάδια αυτά και δεν μπορούσε να σταματήσει να τα θεωρεί πρόκληση. Ήξερε ότι είχε την δύναμη να στρέψει τη ζωή αυτού του παιδιού προς διαφορετική κατεύθυνση και το πόσο καλά θα τα κατάφερνε εξαρτιόταν τώρα αποκλειστικά από το αν και το ίδιο το παιδί είχε έστω και την παραμικρή επιθυμία να οδηγηθεί στον σωστό δρόμο. Μέσα στη θρησκευτική κοινότητα το έργο του Γιάκομπ με τα νεαρά παιδιά ήταν πασίγνωστο και σεβαστό. Ήταν πολλές οι χαμένες ψυχές που είχαν περάσει από το αγρόκτημα και τελικά είχαν αποχωρήσει ως παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Δεν τόνιζαν, ωστόσο, τη θρησκευτική πλευρά στον έξω κόσμο, μια που οι κρατικές επιχορηγήσεις ήταν ως επί το πλείστον επισφαλείς. Υπήρχαν πάντα άνθρωποι δίχως πίστη που φώναζαν «αίρεση» μόλις κάτι απέκλινε από τα όρια της δικής τους συμβατικής λογικής για το τι σήμαινε θρησκεία. Το μεγαλύτερο μέρος του σεβασμού που του έδειχναν ήταν αποτέλεσμα των δικών του προσόντων, αλλά δεν μπορούσε, βεβαία, να αρνηθεί πως ένα μέρος έπρεπε να αποδοθεί στο γεγονός ότι παππούς του ήταν ο Εφραίμ Χουλτ, ο «Ιεροκήρυκας». Βέβαια, ο παππούς δεν ανήκε σε αυτή τη συγκεκριμένη ομάδα πίστης, αλλά η φήμη του ήταν τόσο διαδεδομένη σε όλη την παράκτια περιοχή της κομητείας Μπουχούς που είχε αφήσει τη σφραγίδα της σε όλες τις ομάδες και τις αντιλήψεις της Ελεύθερης Εκκλησίας. Βεβαίως, η αναγνωρισμένη Λουθηρανική Εκκλησία της Σουηδίας θεωρούσε τον Ιεροκήρυκα τσαρλατάνο, αλλά αυτό έκαναν και όλοι εκείνοι που επέλεγαν να κηρύττουν τον Θείο Λόγο σε άδεια καθίσματα τις Κυριακές. Κάτι τέτοια οι πιο ανοιχτόμυαλοι χριστιανοί δεν τα λάμβαναν ιδιαίτερα υπόψη τους. Το έργο με τους παραστρατημένους και τους εξαρτημένους από διάφορες ουσίες γέμιζε τη ζωή του Γιάκομπ εδώ και μία δεκαετία περίπου, αν και δεν τον ικανοποιούσε πια με τον ίδιο τρόπο όπως παλιότερα. Είχε συμμετάσχει στον σχεδιασμό των προγραμμάτων στο Κέντρο Αποκατάστασης του Μπούλαρεν, αλλά η δουλειά δεν μπορούσε πλέον να γεμίσει το κενό με το οποίο είχε ζήσει μια ολάκερη ζωή. Κάτι του έλειπε, και η αναζήτηση αυτού του άγνωστου «κάτι» τον τρόμαζε. Αυτός που εδώ και πολύ καιρό πίστευε ότι πατούσε σε στέρεο έδαφος, ένιωθε τώρα το έδαφος αυτό να ταρακουνιέται επισφαλώς κάτω από τα πόδια του και έτρεμε στην ιδέα της αβύσσου που θα μπορούσε ν' ανοίξει και να τον καταπιεί ολόκληρο, ψυχή τε και σώματι. Είχε τόσες πολλές φορές, σίγουρος για την πίστη του, επισημάνει με λόγια βαρύγδουπα ότι η αμφιβολία είναι το βασικό εργαλείο του Σατανά, δίχως να διανοείται όμως ότι μια μέρα θα βρισκόταν και αυτός στην ίδια κατάσταση.

Σηκώθηκε και στάθηκε με την πλάτη του στραμμένη στο αγόρι. Κοίταξε έξω από το παράθυρο που έβλεπε προς τη λίμνη, αλλά το μόνο που είδε ήταν το είδωλό του στο τζάμι. Ένα; γερός, υγιής άντρας, συλλογίστηκε κάπως ειρωνικά. Τα σκούρα μαλλιά του ήταν κοντοκουρεμένα, και η Μαρίτα, η οποία τον κούρευε μόνη της στο σπίτι, έκανε όντως πολύ καλή δουλειά. Το πρόσωπό του ήταν όμορφα σμιλεμένο, με αισθαντικά χαρακτηριστικά, που ωστόσο δεν το καθιστούσαν μη αρρενωπό. Ούτε λεπτός ήταν ούτε ιδιαίτερα γεμάτος. Άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άντρας με κανονικό τύπο σώματος. Ομως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Γιάκομπ ήταν τα μάτια του. Έντονα γαλανά, με μια μοναδική ικανότητα να φαίνονται και ήπια και διαπεραστικά. Αυτά τα μάτια τον είχαν βοηθήσει να πείσει πολλούς να πάρουν τον σωστό δρόμο. Το ήξερε και το εκμεταλλευόταν. Αλλά όχι σήμερα. Σήμερα οι δαίμονες του δεν τον άφηναν να συγκεντρωθεί σε προβλήματα άλλων. Ηταν ευκολότερο να αντιληφθεί αυτό που του έλεγε το αγόρι αν δεν ήταν υποχρεωμένος να το κοιτάζει κατάματα. Ο Γιάκομπ πήρε το βλέμμα του το είδωλό του και το έστρεψε στη λίμνη Μπούλαρεν και στο δάσος που εκτεινόταν απέραντα μίλια μπροστά του. Έκανε τόση ζέστη που μπορούσε να δει τον αέρα να πάλλεται πάνω από το νερό. Το μεγάλο αγρόκτημα το είχαν αγοράσει σε χαμηλή τιμή, που ήταν ρημαγμένο έπειτα από τόσα χρόνια κακοδιαχείρισης, και με πολύ κόπο και αμέτρητες ώρες εξαντλητικής δουλειάς το είχαν ανακαινίσει και είχαν καταφέρει να το φέρουν στην κατάσταση που ήταν τώρα. Δεν ήταν πολυτελές, αλλά ήταν νοικοκυρεμένο, καθαρό κι ευχάριστο. Οι εκπρόσωποι του Δήμου εντυπωσιάζονταν πάντα από το σπίτι και το πανέμορφο περιβάλλον και μιλούσαν με ενθουσιασμό για τη θετική επιρροή που θα μπορούσαν να έχουν όλ’ αυτά στα κακόμοιρα και παραστρατημένα αγόρια και κορίτσια. Μέχρι στιγμής δεν είχαν κανένα πρόβλημα με τις επιδοτήσεις, και η δουλειά τους είχε πάει πολύ καλά αυτά τα δέκα χρόνια. Αρα. το πρόβλημα βρισκόταν στο μυαλό του - ή μήπως στην ψυχή του; Ίσως η πίεση της καθημερινότητας να τον είχε σπρώξει σε λάθος κατεύθυνση σε κάποιο αποφασιστικό σταυροδρόμι της ζωής. Δεν δίστασε στιγμή να δεχτεί την αδερφή του στο σπίτι του. Ποιος άλλος θα μπορούσε, άλλωστε, να καταλαγιάσει τη φουρτούνα που είχε μέσα της και να ηρεμήσει τον εξεγερμένο χαρακτήρα της Εκείνη όμως αποδείχτηκε ανώτερη του στην ψυχολογική πάλη, κι ενώ το δικό της «εγώ» αναπτυσσόταν και γινόταν πιο ρωμαλέο καθημερινά, ο ίδιος ένιωθε τον μόνιμο εκνευρισμό να κατατρώει όλο του το οικοδόμημα. Καμιά φορά έπιανε τον εαυτό του να σφίγγει τις γροθιές και να σκέφτεται ότι ήταν ένα ανόητο και πεισματάρικο κοριτσόπουλα που θα του άξιζε να χάσει το προστατευτικό χέρι που κρατούσε πάντα αποπάνω του η οικογένειά του. Αλλά αυτός ο τρόπος σκέψης δεν ήταν χριστιανικός, και αυτού του είδους οι σκέψεις μετατρέπονταν πάντα σε ώρες αυτοκάθαρσης και έντονης μελέτης της Βίβλου, με την ελπίδα να ξαναβρεί τις χαμένες του δυνάμεις. Επιφανειακά, ο Γιάκομπ ήταν ακόμη ένας βράχος σιγουριάς και αυτοπεποίθησης. Ήξερε ότι οι άνθρωποι στο περιβάλλον του είχαν ανάγκη να στηρίζονται πάνω του και ο ίδιος δεν ήταν ακόμη έτοιμος να θυσιάσει αυτή την εικόνα του εαυτού του. Από τότε που νίκησε την ασθένεια που τον είχε ταλαιπωρήσει άγρια πάλευε να μη χάσει τον έλεγχο στη ζωή του. Αλλά και μόνο η προσπάθεια να διατηρήσει αυτό το προσωπείο εξάντλησε και τις τελευταίες δυνάμεις του, ενώ η άβυσσος τον πλησίαζε με γιγάντιες δρασκελιές. Για άλλη μια φορά συλλογίστηκε πόσο ειρωνικό ήταν ότι έπειτα από τόσα χρόνια τα πράγματα είχαν κάνει τον κύκλο τους. Τα νέα τον είχαν ωθήσει, έστω για μια στιγμή, να κάνει το αδύνατο: Να κατακλυστεί από την αμφιβολία, η οποία διήρκεσε

μόνο λίγο, αλλά δημιούργησε μια πολύ μικρή ρωγμή στον γερό ιστό που είχε κρατήσει τη ζωή του ακέραια, και η ρωγμή αυτή μεγάλωνε συνεχώς. Ο Γιάκομπ απόδιωξε αυτές τις σκέψεις και ανάγκασε τον εαυτό του να στρέψει την προσοχή του στο παιδαρέλι που ήταν μπροστά του και στην αξιοθρήνητη κατάστασή του. Οι ερωτήσεις που του έκανε ήρθαν αυτόματα, όπως και το χαμόγελο ενσυναίσθησης που πάντα είχε έτοιμο για κάθε καινούργιο μαύρο πρόβατο στο μαντρί. Αλλη μια μέρα. Αλλη μια χαλασμένη ψυχή που έπρεπε να φτιάξει. Δεν θα τελείωνε ποτέ αυτό. Ωστόσο, ακόμα και ο Θεός αναπαύτηκε την έβδομη μέρα. Αφού πήγε και μάζεψε τους συγγενείς της, που τώρα είχαν γίνει ροδαλοί σαν τα γουρουνάκια, η Ερίκα περίμενε ανυπόμονα να γυρίσει στο σπίτι ο Πάτρικ. Προσπάθησε, επίσης, να διακρίνει κάποια σημάδια προετοιμασίας του Κόνι και της φαμίλιας του για αναχώρηση, αλλά η ώρα είχε πάει πεντέμισι κι εκείνοι δεν είχαν κάνει τίποτα που να μαρτυράει ότι θα έφευγαν. Αποφάσισε να περιμένει λίγο πριν βρει κάποιον διακριτικό τρόπο για να τους ρωτήσει αν ήταν έτοιμοι να φύγουν, παρόλο που τα ουρλιαχτά των παιδιών είχαν αρχίσει να της δημιουργούν έναν φοβερό πονοκέφαλο που της έλεγε ότι δεν έπρεπε να περιμένει και πολύ για να κάνει αυτή την ερώτηση. Ανακουφισμένη, άκουσε τον Πάτρικ να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια και πήγε με δυσκολία προς τα εκεί για να τον προϋπαντήσει. "Γειά σου, αγάπη μου". Σηκώθηκε στα ακροδάχτυλα των ποδιών της για να μπορέσει να τον φιλήσει. "Γειά σου. Δεν έχουν φύγει ακόμη;" Ο Πάτρικ μιλούσε χαμηλόφωνα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο καθιστικό. "Όχι και δεν φαίνεται να κάνουν καμία κίνηση προς αυτήν την κατεύθυνση. Τι στην οργή θα κάνουμε;" Η Ερίκα απάντησε εξίσου χαμηλόφωνα και σήκωσε ψηλά το βλέμμα της για να δείξει τη δυσαρέσκεια της για την όλη κατάσταση. "Μα καλά, πως μπορούν να μείνουν άλλη μια μέρα δίχως να μας ρωτήσουν; Ή μήπως μπορούν;" είπε ο Πάτρικ φανερά ανήσυχος. Η Ερίκα ρουθούνισε με απέχθεια. "Αν ήξερες μόνος πόσους επισκέπτες είχαν οι γονείς μου εδώ τα καλοκαίρια, οι οποίοι περνούσαν να τους δουν πολύ βιαστικά και μετά έμεναν εδώ καμιά βδομάδα με απαιτήσεις να τους προσέχουν και να τους ταΐζουν δωρεάν... Ο κόσμος το έχει χάσει εντελώς. Και χειρότεροι απ' όλους είναι οι συγγενείς". 0 Πάτρικ έδειχνε κατατρομαγμένος. «Ε, όχι και να μείνουν μία βδομάδα! Κάτι πρέπει να κάνουμε γι' αυτό. Δεν μπορείς να τους πεις ότι πρέπει να φύγουν;» "Εγώ; Γιατί να τους το πω εγώ;" «Μα δικοί σου συγγενείς είναι». Η Ερίκα αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι στο σημείο αυτό ο Πάτρικ είχε κάποιο δίκιο. Απλώς έπρεπε να το πάρει απόφαση και να το κάνει. Πήγε, λοιπόν, στο καθιστικό να τους ρωτήσει τι σχέδια είχαν,

αλλά δεν πρόλαβε να φτάσει ποτέ τόσο μακριά. «Τι έχει για φαγητό;» Τέσσερα ζευγάρια μάτια είχαν στραφεί πάνω της γεμάτα προσδοκία. «Εεε...» Η Ερίκα τα έχασε με τη θρασύτητά τους. Έκανε έναν νοερό κατάλογο των τροφίμων που είχε στην κατάψυξη, «Θα έχουμε μακαρόνια με κιμά. Σε μία ώρα». Η Ερίκα ήθελε να ρίξει μια γερή κλοτσιά στον εαυτό της πηγαίνοντας στην κουζίνα για να βρει τον Πάτρικ. «Τι είπαν; Πότε φεύγουν.» Η Ερίκα, δίχως να τον κοιτάζει στα μάτια, είπε: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω. Αλλά θα φάμε μακαρόνια με κιμά σε μία ώρα». «Δεν είπες τίποτα;» Τώρα ήταν η σειρά του Πάτρικ να στρέψει το βλέμμα του προς τα πάνω. «Δεν είναι τόσο εύκολο. Προσπάθησε κι εσύ για να δεις. Εκνευρισμένη η Ερίκα απομακρύνθηκε και άρχισε να κοπανάει διάφορα κατσαρολικά αποδώ κι αποκεί όπως τα από τα ντουλάπια, «Θα το ανεχτώ άλλο ένα βράδυ, θα τους το πω αύριο κιόλας. Ξεκίνα να κόβεις κρεμμύδια τώρα, διότι δεν μπορώ να φτιάξω φαγητό για έξι άτομα μόνη μου». Δούλεψαν σε μια καταπιεστική βουβαμάρα μέσα στην κουζίνα, μέχρι που η Ερίκα δεν άντεξε άλλο. «Πέρασα από τη βιβλιοθήκη σήμερα και βρήκα λίγο υλικό που μπορεί να σου φανεί χρήσιμο. Εκεί είναι». Έκανε ένα νεύμα προς τη μεριά του τραπεζιού της κουζίνας. Εκεί ήταν όμορφα τακτοποιημένη μια μεγάλη στοίβα φωτοτυπίες. «Σου είπα ότι δεν θα έπρεπε...» «Ναι, ναι, ξέρω. Αλλά τώρα έγινε και ήταν πραγματικά ευχάριστο σαν αλλαγή, αντί να κάθομαι εδώ μέσα και να κοιτάζω τους τέσσερις τοίχους. Οπότε, μην παραπονιέσαι». Ο Πάτρικ, που είχε μάθει πια πότε έπρεπε να το βουλώνει κάθισε στο τραπέζι και άρχισε να διαβάζει το υλικό. Ήταν άρθρα εφημερίδων για την εξαφάνιση των δύο κοριτσιών, που του φάνηκαν πολύ ενδιαφέροντα. «Διάβολε, είναι ό,τι πρέπει, θα τα πάρω μαζί μου στο γραφείο αύριο για να τα κοιτάξω πιο προσεχτικά, αλλά είναι πολύ καλό υλικό». Πήγε κοντά της. στάθηκε πίσω της και αγκάλιασε τη μεγάλη κοιλιά της. "Κοίτα, δεν ήταν στις προθέσεις μου να σου βάλω τις φωνές. Απλώς ανησυχώ για σένα και για το μωρό". «Το ξέρω». Η Ερίκα στράφηκε και τον αγκάλιασε από τον λαιμό. «Δεν είμαι όμως φτιαγμένη από

πορσελάνη, και αν παλιότερα οι γυναίκες μπορούσαν να δουλεύουν στα χωράφια, γεννώντας μάλιστα εκεί τις περισσότερες φορές, δεν πιστεύω ότι εγώ και το μωρό θα πάθουμε τίποτα αν πηγαίνω στη βιβλιοθήκη και ξεφυλλίζω μερικά χαρτιά». "Ναι, εντάξει. Ξέρω, έχεις δίκιο". Αναστέναξε. «Αρκεί να ξεφορτωθούμε αυτή την αρμένικη βίζιτα για να μπορέσουμε ν' ασχοληθούμε και μ’ εμάς λίγο περισσότερο. Βέβαια, πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα μου το πεις αμέσως αν χρειαστείς να μείνω στο σπίτι κάποια μέρα. Στη δουλειά ξέρουν ότι πηγαίνω με δική μου πρωτοβουλία κι ότι εσύ προηγείσαι». «Ναι, σου το υπόσχομαι. Αλλά βάλε ένα χεράκι τώρα να ετοιμάσουμε το φαγητό μπας και ησυχάσουν τα μικρά εκεί έξω». «Μπα, σαν δύσκολο μου φαίνεται. Αν τους δίναμε πάντως λίγο ουισκάκι πριν από το φαγητό, θα έβλεπες πώς θα κοιμόντουσαν» είπε ο Πάτρικ με ένα προσποιητά διαβολικό χαμόγελο. «Είσαι απαράδεκτος. Δώσε καλύτερα στον Κόνι και την Μπρίτα από ένα ουίσκι, για να κρατήσουμε τουλάχιστον αυτούς ευδιάθετους». 0 Πάτρικ έκανε ό,τι του είπε και κοίταξε μελαγχολικά τη στάθμη του μπουκαλιού -με το καλύτερο μαλτ ουίσκι του-, που χαμήλωνε με απίστευτη ταχύτητα. Αν έμεναν λίγες μέρες ακόμα, η συλλογή του από διάφορους τύπους ουίσκι δεν θα ήταν πια η ίδια. ΤΡΙΑ Καλοκαίρι 1979 Άνοιξε τα μάτια της μι μεγάλη προσοχή. Η αίτια ήταν ένας τρομερός πονοκέφαλος, που έκανε ακόμα και τις ρίζες των μαλλιών της να πονούν. Το περίεργο όμως ήταν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά σε αυτό που είδε όταν άνοιξε τα μάτια της. Πάλι ένα συμπαγές σκοτάδι αντίκρισε. Σε μια στιγμή καθαρού πανικού νόμισε πως είχε τυφλωθεί. Ίσως το σπιτικό σναπς που είχε πιει χτες να ήταν κακής ποιότητας είχε ακούσει να λέγονται πολλά γι' αυτό - για νέους που είχαν τυφλωθεί πίνοντας παράνομα φτιαγμένο αλκοόλ. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο χώρος γύρω της άρχισε να παίρνει ένα ανεπαίσθητο σχήμα, και κατάλαβε ότι τα μάτια της δεν είχαν πάθει τίποτα. Απλώς βρισκόταν κάπου όπου δεν υπήρχε φως. Κοίταξε προς τα πάνω μήπως δει αστέρια ή έστω ένα μισοφέγγαρο, σε περίπτωση που βρισκόταν κάπου έξω, αλλά αμέσως συνειδητοποίησε πως το καλοκαίρι δεν θα μπορούσε να υπάρχει τόσο σκοτάδι. Αντιθέτως μάλιστα, αν ήταν έξω, θα έπρεπε να βλέπει το αιθέριο φως της σκανδιναβικής καλοκαιρινής νύχτας. Ψηλάφισε την επιφάνεια πάνω στην οποία κείτονταν και έπιασε μια χούφτα αμμώδους εδάφους, που το άφησε να γλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλα της. Μύριζε έντονα μαυρόχωμα, μια γλυκερή και πνιγερή μυρωδιά, και ένιωσε ξαφνικά ότι βρισκόταν κάτω από το έδαφος. Πανικός. Αίσθηση κλειστοφοβίας. Δίχως να ξέρει πόσο μεγάλος ήταν ο χώρος, πέρασε από το μυαλό της η εικόνα τοίχων που την πλησίαζαν αργά, που έκλειναν γύρω της. Όταν αισθάνθηκε ότι ο αέρας τελείωνε, γράπωσε τον λαιμό της, αλλά μετά αναγκάστηκε να πάρει μερικές ήρεμες, βαθιές ανάσες για να καταπολεμήσει τον πανικό.

Έχανε κρύο, και κατάλαβε μεμιάς ότι ήταν γυμνή, αν εξαιρούσε την κιλότα της. Το κορμί της την πονούσε σε πολλά σημεία, και, τρέμοντας, τύλιξε τα χέρια γύρω της και έφερε τα γόνατά της κάτω απο το σαγόνι. Το πρώτο κύμα πανικού είχε τώρα παραχωρήσει τη θέση του σε έναν τρόμο τόσο έντονο που τον ένιωθε να της ροκανίζει τα κόκαλα. Πώς είχε καταλήξει εδώ; Και γιατί; Ποιος την είχε γδύσει; Η μόνη απάντηση που θα μπορούσε πιθανώς να της δώσει ο εγκέφαλός της ήταν ότι ούτε η ίδια δεν θα ήθελε να γνωρίζει την απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις. Κάτι κακό τής είχε συμβεί και δεν ήξερε τι ήταν, κάτι που από μόνο του πολλαπλασίαζε τον τρόμο που την παρέλυε. Μια αχτίδα εμφανίστηκε στο χέρι της, και σήκωσε αμέσως τα μάτια της προς την πηγή. Ενα ίχνος φωτός φάνηκε να διαγράφεται στο βελούδινο μαύρο σκοτάδι, και πίεσε τον εαυτό της να σταθεί στα πόδια της και να εκλιπαρήσει για βοήθεια. Καμία απάντηση. Σηκώθηκε στα δάχτυλα των ποδιών και προσπάθησε να φτάσει την πηγή απ' όπου ερχόταν το φως, αλλά ήταν πολύ μακριά. Κάτι ένιωσε να σταλάζει στο ανασηκωμένο της πρόσωπο. Οι σταγόνες του νερού σχημάτισαν μια ροή που την έχανε να αντιληφθεί πόσο πολύ διψούσε. Δίχως να σκεφτεί, αντέδρασε ενστικτωδώς και άνοιξε το στόμα της για να ρουφήξει το νερό άπληστα. Στην αρχή δεν κατάφερε να πιει τίποτα, μια που η μεγαλύτερη ποσότητα του νερού έτρεχε έξω από το στόμα της. Κάποια στιγμή όμως βρήκε τη σωστή τεχνική, και ήπιε λαίμαργα. Μετά, ήταν σαν να απλώθηκε παντού ομίχλη, και ο χώρος άρχισε να στριφογυρίζει. Έπειτα από αυτό. απλώς σκοτάδι. Η Λίντα ξύπνησε μια φορά νωρίς, αλλά προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Είχε ξενυχτήσει το προηγούμενο βράδυ με τον Στέφαν και τώρα ένιωθε σχεδόν μεθυσμένη από την έλλειψη ύπνου. Όμως, πρώτη φορά εδώ και μήνες άκουσε τη βροχή να πέφτει στη στέγη. Το δωμάτιο που της είχαν παραχωρήσει ο Γιάκομπ και η Μαρίτα βρισκόταν ακριβώς κάτω από τα δοκάρια της σκεπής, και ο ήχος της βροχής στα κεραμίδια ήταν τόσο δυνατός που τον ένιωθε να αντηχεί μέσα στα μηνίγγια της. Ταυτόχρονα, ήταν και το πρώτο πρωί, εδώ και πολύ καιρό, που ξυπνούσε σε ένα δροσερό υπνοδωμάτιο. Η ζέστη είχε κρατήσει δύο μήνες και είχε κάνει πραγματικό ρεκόρ. Ήταν το πιο ζεστό καλοκαίρι εδώ και εκατό χρόνια. Στην αρχή ο καυτός ήλιος ήταν ευπρόσδεκτος, αλλά η απόλαυση του καινούργιου είχε εξαφανιστεί εδώ και πολλές εβδομάδες, και είχε αρχίσει να απεχθάνεται τα πρωινά ξυπνήματα σε κάθιδρα σεντόνια. 'Ετσι, τώρα απολάμβανε ακόμα περισσότερο τον φρέσκο και δροσερό αέρα που φυσούσε κάτω από τα δοκάρια της σκεπής. Η Λίντα πέταξε αποπάνω της το ελαφρύ πάπλωμα και άφησε το κορμί της να αισθανθεί την απολαυστική θερμοκρασία. Αντίθετα απ' ό,τι συνήθιζε, αποφάσισε να σηκωθεί, πριν προλάβουν να έρθουν για να τη σηκώσουν από το κρεβάτι. Ίσως να ήταν ωραία να φάει πρωινό με τους Αλλους μία φορά. έτσι γι’ αλλαγή. Από την κουζίνα, άκουσε τους θορύβους προετοιμασίας του πρωινού και φόρεσε ένα κοντό κιμονό και ένα ζευγάρι παντόφλες. Στην κουζίνα, η πρωινή της έγερση αντιμετωπίστηκε με έκπληκτα βλέμματα. Ήταν συγκεντρωμένη όλη η οικογένεια -ο Γιάκομπ, η Μαρίτα, ο Βίλιαμ και η Πέτρα- και η χαμηλόφωνη συζήτησή τους διακόπηκε απότομα όταν η Λίντα έκατσε βαριά σε μια ελεύθερη καρέκλα και άρχισε να αλείφει μια φέτα ψωμί με βούτυρο. "Είναι ευχάριστο που αποφάσισες να μας κάνεις παρέα κι εσύ μία φορά, αλλά θα το εκτιμούσα αν

έριχνες πάνω ” παραπάνω όταν κατεβαίνεις κάτω. Σκέψου λίγο και τα παιδιά". Ο Γιάκομπ ήταν τόσο υποκριτής που της ερχόταν να ξεράσει. Για να του τη σπάσει κι άλλο, άφησε το ανάλαφρο κιμονό ν’ ανοίξει ώστε να φανεί λίγο το ένα στήθος της. Ε χλώμιασε από τον θυμό του, αλλά για κάποιο λόγο δεν φάνηκε να έχει όρεξη να συγκρουστεί μαζί της και την άφησε κάνει ό,τι ήθελε. Ο Βίλιαμ και η Πέτρα την κοίταζαν έκπληκτοι, κι εκείνη με μερικές γκριμάτσες τους έκανε να σκάσουν στα γέλια. Τα παιδιά ήταν πολύ χαριτωμένα, αναγκάστηκε να παραδεχτεί, αλλά σύντομα θα τα κατέστρεφαν κι αυτά ο Γιάκομπ και η Μαρίτα. Όταν ολοκληρωνόταν η θρησκευτική ανατροφή τους, δεν θα τους είχε μείνει ίχνος χαράς για τη ζωή μέσα τους. «Καθίστε φρόνιμα, παιδιά. Να κάθεστε σωστά όταν είστε στο τραπέζι και τρώτε. Πέτρα, κατέβασε τα πόδια σου από την καρέκλα και κάθισε σαν μεγάλη κοπέλα που είσαι. Κι εσύ Βίλιαμ, να κλείνεις το στόμα όταν τρως. Δεν θέλω να βλέπω αυτό που μασάς». Το γέλιο χάθηκε από τα πρόσωπα των παιδιών, και κάθισαν στητά, σαν δύο μολυβένια στρατιωτάκια, με βλέμμα απλανές. Η Λίντα αναστέναξε από μέσα της. Μερικές φορές δεν μπορούσε να καταλάβει πώς αυτή και ο Γιάκομπ γινόταν να είναι συγγενείς. Δεν πρέπει να υπήρχαν άλλα αδέρφια τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όσο αυτή και ο Γιάκομπ, ήταν απολύτως σίγουρη γι’ αυτό. Το άδικο στην όλη υπόθεση ήταν ότι αυτά; ήταν ο ευνοούμενος των γονιών τους, οι οποίοι δεν έπαυαν να τον επαινούν, όπως δεν έπαυαν και ποτέ να επιτίθενται στην ίδια. Μήπως έφταιγε αυτή που είχε γεννηθεί απρογραμμάτιστα και πολύ αργότερα από τον Γιάκομπ, σε μια στιγμή που εκείνοι είχαν αποφασίσει ότι είχαν ξεμπερδέψει με τα μικρά παιδιά για πάντα; Ή μήπως έφταιγε η αρρώστια του Γιάκομπ, πολλά χρόνια πριν από την γέννηση της, που είχε κάνει τους γονείς της απρόθυμους να ξαναπέσουν τα ίδια βάσανα; Εντάξει, καταλάβαινε ότι ο Γιάκομπ λίγο έλειψε να πεθάνει αλλά έπρεπε να τιμωρείται η ίδια γι' αυτό; Δεν έφταιγε αυτή που είχε αρρωστήσει. Όλο το κανάκεμα που του είχαν πρόσφερει με αφθονία όσο ήταν άρρωστος φάνηκε να συνεχίζεται ακόμα και μετά, όταν είχε γιατρευτεί εντελώς. Ήταν σαν οι γονείς της να θεωρούσαν την κάθε μέρα της ζωής του Γιάκομπ δώρο Θεού, ενώ η δική της ζωή τούς προκαλούσε μόνο προβλήματα και δυσκολίες. Για να μην πάρουμε και τη σχέση του παππού με τον Γιάκομπ. Καταλάβαινε, βεβαίως, ότι αυτοί οι δύο είχαν μια πολύ ιδιαίτερη σχέση έπειτα απ’ όσα έκανε ο παππούς για τον Γιάκομπ, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν έπρεπε να υπάρχει χώρος και για το άλλο εγγόνι του. 0 παππούς είχε πεθάνει πολύ πριν γεννηθεί η Λίντα, αυτό ήταν αλήθεια, οπότε δεν χρειάστηκε ποτέ να εκτεθεί στην αδιαφορία του. Ήξερε όμως καλά, μέσω του Στέφαν, ότι αυτός και ο Ρόμπερτ δεν είχαν ποτέ την εύνοια του παππού, που τον είχαν δει να στρέφει όλη την προσοχή του στον ξάδερφό τους, Γιάκομπ. Σίγουρα το ίδιο θα συνέβαινε και μ' εκείνη αν ο παππούς ζούσε ακόμη. Όλη αυτή η αδικία έκανε τα μάτια της να πλημμυρίσουν καυτά δάκρυά, αλλά η Λίντα κατάφερε να τα σταματήσει, όπως είχε κάνει τόσες και τόσες φορές παλιότερα. Δεν θα έδινε στον Γιάκομπ την ικανοποίηση να δει τα δάκρυά της και αντάμα τη δυνατότητα να περιβληθεί άλλη μία φορά τον ρόλο του σωτήρα. Ήξερε χαλά πόσο εκείνος επιθυμούσε να βάλει τη ζωή της στον σωστό δρόμο, αλλά καλύτερα να πέθαινε π να γινόταν ένα χαλί, σαν κι αυτόν, που το πατούσαν όλοι. Ίσως τα καλά κορίτσια να πήγαιναν στον Παράδεισο, αλλά η Λίντα

είχε σκοπό να φτάσει πολύ μακρύτερα από εκεί. Καλύτερα να έπαιρνε φόρα και να τσακιζόταν σε κάνα γκρεμό παρά να ζούσε τη ζωή της σαν ανθρωπάριο, όπως ο μεγάλος της αδερφός, ασφαλής και πεπεισμένος ότι όλοι τον αγαπούσαν. "Έχεις κάποια σχέδια για σήμερα; θα χρειαζόμουν λίγη βοήθεια στο σπίτι». Η Μαρίτα άλειφε ήρεμα μερικές φέτες ψωμί με βούτυρο για τα παιδιά τη στιγμή που ρώτησε τη Λίντα. Ήταν μια στοργική γυναίκα, με αδιάφορα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο και λίγο υπέρβαρη. Η Λίντα πάντα πίστευε ότι ο Γιάκομπ μπορούσε να είχε βρει μια πολύ πιο όμορφη γυναίκα. Μια εικόνα του αδερφού της και της νύφης της στην κρεβατοκάμαρα πέρασε από το μυαλό της. Σίγουρα θα το έκαναν από καθαρή αίσθηση καθήκοντος, μία φορά τον μήνα, με το φως σβηστό και τη νύφη της με ένα μακρύ, μέχρι τους αστραγάλους, νυχτικό. Κακάρισε στη σκέψη, και οι άλλοι την κοίταξαν με απορημένο βλέμμα «Η Μαρίτα σου έκανε μια ερώτηση. Μπορείς να βοηθήσεις στο σπίτι σήμερα; Δεν είναι πανσιόν εδώ πέρα, όπως ξέρεις». «Ναι, ναι, άκουσα τι είπε την πρώτη φορά. Δεν χρειάζεται να γκρινιάζεις όλη την ώρα. που να πάρει. Και όχι, δεν μπορώ να βοηθήσω σήμερα. Γιατί θα...» έψαξε να βρει μια καλή δικαιολογία. «Πρέπει να βω τι έχει ο Σιρόκος. Κούτσαινε λίγο χτες». Η δικαιολογία της έγινε δεκτή με δυσπιστία, και η Λίντα πήρε την πιο πεισματάρικη έκφρασή της, έτοιμη να τους αντιμετωπίσει. Όμως, προς μεγάλη της έκπληξη, κανείς δεν είχε διάθεση ν’ αρχίσει να τσακώνεται μαζί της σήμερα παρά το ολοφάνερο ψέμα της. Η νίκη -και άλλη μια τεμπέλικη μέραήταν δική της. Η επιθυμία να βγει έξω και να σταθεί μέσα στη βροχή με το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό και το νερό να τρέχει πάνω του ήταν ακαταμάχητη. Αλλά κάποια πράγματα δεν μπορούσε να τα κάνει ένας ενήλικας, και μάλιστα τη στιγμή που ήταν στη δουλειά, κι έτσι ο Μάρτιν αναγκάστηκε να καταπνίξει την παιδιάστικη παρόρμηση του. Αλλά ήταν υπέροχα. Όλη αυτή η αποπνικτική ζέστη που τους κρατούσε δέσμιους τους δυο τελευταίους μήνες ξεπλύθηκε κι έφυγε με μια καταιγιστική μπόρα. Μπορούσε να νιώσει στα ρουθούνι του τη μυρωδιά της βροχής που έμπαινε από το παράθυρο, το οποίο είχε ανοίξει διάπλατα. Η βροχή πιτσίλιζε το μέρος του γραφείου που ήταν πιο κοντά στο παράθυρο, αλλά ο Μάρτιν είχε μετακινήσει όλα τα χαρτιά από εκεί, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει ζημιά. Και άξιζε τον κόπο να νιώσει τη μυρωδιά της φρεσκάδας. 0 Πάτρικ είχε τηλεφωνήσει και είχε πει ότι θα κοιμόταν λίγο παραπάνω, κι έτσι ο Μάρτιν, για πρώτη φορά, ήταν ο μόνος που είχε πάει στο αστυνομικό τμήμα. Η γενική ατμόσφαιρα δεν ήταν και τόσο καλή μετά την γκάφα του Ερνστ. Ως εκ τούτου, ήταν όμορφα να κάθεται μόνος εκεί, στην ησυχία του, και να συλλογιέται τις τελευταίες εξελίξεις. Δεν ζήλευε καθόλου την υποχρέωση του Πάτρικ να ανακοινώσει στους συγγενείς τον θάνατο της κοπέλας, αλλά ακόμα κι αυτός καταλάβαινε ότι η γνώση ήταν το πρώτο μέρος προς την επούλωση στη διαδικασία του πένθους. Το πιθανότερο ήταν να μη γνώριζαν καν ότι είχε εξαφανιστεί, οπότε το νέο αυτό θα τους σόκαρε Αλλά πρώτα έπρεπε να τους βρουν, κι ένα από τα σημερινά καθήκοντα του Μάρτιν ήταν να έρθει σε επαφή με τους

Γερμανούς συναδέλφους του. Ήλπιζε ότι θα μπορούσε να μιλήσει μαζί τους στα αγγλικά, αλλιώς θα υπήρχε πραγματικό πρόβλημα. Θυμόταν αρκετά από τα γερμανικά που είχε μάθει στο σχολείο ώστε να μη θεωρεί τις γνώσεις του Πάτρικ στα γερμανικά πλεονέκτημα όταν τον άκουσε να κομπιάζει συνεχώς για να βγάλει πέρα τη συζήτηση με τη φίλη της Τάνια. Μόλις ήταν έτοιμος να σηκώσει το ακουστικό για να «Κάτι άλλο πρέπει να υπήρχε όμως. O μπαμπάς δεν μπ Όμως, το καλύτερο απ’ όλα ήταν ο τρόπος με τον οπο O Μάρτιν ψιθύρισε με σχεδόν κλειστά χείλη: και έτρεξε στον Μέλμπεργ, ο οποίος είχε παγώσει στο μέσο μιας κίνησης, όπως παγώνει ο λαγός μπροστά σε προβολείς αυτοκινήτου. Μια που εκείνη ήταν είκοσι πόντους ψηλότερη από τον Μέλμπεργ, η εικόνα που έδωσαν όταν η γυναίκα τον πλησίασε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της ήταν το λιγότερο κωμική. O Ερνστ είχε απλώς μείνει με το στόμα ανοιχτό. Με τη διακαή επιθυμία ν’ ανοίξει η γη και να τον καταπιεί, αποφάσισε μεμιάς πως έπρεπε ν’ αρχίσει να συμπληρώνει την παραίτηση του. Πριν τον πετάξουν έξω με τις κλοτσιές. Κατατρομαγμένος, αντιλήφθηκε πως τόσα χρόνια μεθοδικού «γλειψίματος» του προϊσταμένου του είχαν πάει στράφι από μια ατυχέστατη πράξη. «Όχι. εντάξει. O Γιάκομπ είναι εντελώς απαλλαγμένο «Ναι, ίσως να βάζαμε το κερασάκι στην τούρτα αν κα

Μόλις ήταν έτοιμος να σηκώσει το ακουστικό για να μιλήσει με Γερμανία, ακούστηκε ένα διαπεραστικό κουδούνισμα. Οι σφυγμοί του ανέβηκαν όταν άκουσε ότι τηλεφωνούσαν από το Ιατροδικαστικό του Γέτεμποργ και τεντώθηκε για να ένα σημειωματάριο γεμάτο ορνιθοσκαλίσματα. Κανονικά θα έπρεπε να δώσουν την αναφορά στον Πάτρικ, αλλά μια δεν είχε έρθει ακόμη ας βολεύονταν με τον Μάρτιν. «Φαίνεται πως άρχισαν τα σφιξίματα εκεί πάνω στα χωριά σας». 0 παθολογοανατόμος Τορντ Πέντερσεν αναφερόταν στη νεκροψία που είχε κάνει μισό χρόνο πριν στην Άλεξ Βίκνερ, που οδήγησε σε μία από τις ελάχιστες έρευνες φόνου που είχε αναλάβει το αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε. «Ναι, και θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς μήπως μας έριξαν τίποτα στο πόσιμο νερό. Σε λίγο θα φτάσουμε τη Στοκχόλμη στις στατιστικές φόνων». Το ελαφρώς χωρατατζίδικο ύφος ήταν γι’ αυτούς ένας τρόπος -όπως και για πολλούς άλλους που μέσω του επαγγέλματος τους έρχονταν πιο κοντά στον θάνατο και τη δυστυχία-να χειρίζονται την άσχημη πλευρά της καθημερινότητας τους, δίχως όμως να αφαιρεί την αίσθηση σοβαρότητας αυτού που είχαν να αντιμετωπίσουν. «Προλάβατε κιόλας να κάνετε τη νεκροψία; Πίστευα ότι οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους πολύ περισσότερο από ποτέ με τέτοια ζέστη» συνέχισε ο Μάρτιν. «Ναι, ουσιαστικά δεν έχεις άδικο. Έχουμε παρατηρήσει κι εμείς ότι οι άνθρωποι γίνονται πολύ πιο ευέξαπτοι με τέτοια ζέστη, αλλά τα πράγματα ηρέμησαν κάπως τις τελευταίες μέρες. οπότε προλάβαμε να ασχοληθούμε και με τη δική σας υπόθεση πιο γρήγορα απ’ όσο πιστεύαμε». «Για πες μου». 0 Μάρτιν κράτησε την ανάσα του. Ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας ή της αποτυχίας μιας έρευνας είχε σχέση με όσα είχε να προσφέρει ο ιατροδικαστής. «Λοιπόν, δεν έχετε να κάνετε και με κανέναν ιδιαίτερα συμπαθή άνθρωπο. Η αιτία θανάτου ήταν εύκολο να διαγνωστεί. Η κοπέλα στραγγαλίστηκε, αλλά το αξιοπρόσεκτο είναι τι της έκανε πριν τη σκοτώσει». Ο Πέντερσεν έκανε μια παύση και ακούστηκε σαν να φορούσε τα γυαλιά του. "Ναι;" 0 Μάρτιν δεν μπορούσε να κρύψει την ανυπομονησία του. «Για να βούμε τώρα... Αυτό θα σας έρθει και με φαξ.... Χμμμ...» ο Πέντερσεν κάτι διάβασε γρήγορα και εντελώς ακατάληπτα, ενώ η παλάμη του Μάρτιν γύρω από το ακουστικό είχε μουσκέψει από το πολύ σφίξιμο. «Ναι, εδώ είναι. Δεκατέσσερα κατάγματα σε διάφορα μέρη του σκελετού. Όλα έγιναν πριν επέλθει ο θάνατος, αν κρίνουμε από το πόσο διαφορετικά πρόλαβαν να επουλωθούν».

«Εννοείς ότι...» «Εννοώ ότι κάποιος είχε προλάβει να της σπάσει χέρια, πόδια, δάχτυλα χεριών και ποδιών σε λιγότερο από μία εβδομάδα κατά την εκτίμησή μου». «Τα κατάγματα έγιναν όλα μεμιάς ή σε διαφορετικές περιπτώσεις; Μπορείς να μου το πεις αυτό;» «Όπως είπα, μπορώ να δω ότι τα κατάγματα δείχνουν διαφορετικό βαθμό επούλωσης, αλλά η επαγγελματική μου άποψη είναι ότι έγιναν σποραδικά. Έχω κάνει ένα σκίτσο με τη σειρά που πιστεύω ότι έγιναν. Υπάρχει και αυτό στο φαξ που σας στέλνω. Η κοπέλα είχε, επίσης, πολλές επιφανειακές τομές στο σώμα της. Ακόμα και αυτές παρουσίαζαν διαφορετικά στάδια επούλωσης». «Ω διάβολε». Ο Μάρτιν δεν μπόρεσε να καταπνίξει αυτό το ενστικτώδες σχόλιο οργής. «Τείνω να συμφωνήσω κι εγώ μαζί σου». Η φωνή του Πέντερσεν ακούστηκε στεγνή από την άλλη άκρη της γραμμής. «Η κοπέλα πρέπει να πονούσε αφόρητα». Συλλογίστηκαν για λίγο σιωπηλά την ανθρώπινη σκληρότητα. Μετά, ο Μάρτιν συνήλθε κάπως και συνέχισε: «Βρήκατε τίποτα ίχνη στο σώμα που θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμα;» "Ναι, βρήκαμε σπέρμα. Αν βρείτε κι εσείς κάποιον ύποπτο, θα μπορέσουμε να συγκρίνουμε το DNA για να τον συνδέσουμε με τον φόνο. Φυσικά, θα κάνουμε μια αναζήτηση και στην τράπεζα δεδομένων, αλλά σπάνια βρίσκουμε αντίστοιχη με αυτό τον τρόπο. Τα αρχεία μας είναι πολύ περιορισμένα Ονειρευόμαστε ακόμη εκείνη την ημέρα που θα έχουμε το DNA όλων των πολιτών σε μια βάση δεδομένων. Τότε θα παίζουμε σε άλλη κατηγορία». "Ναι, το “ονειρευόμαστε" είναι σίγουρα η σωστή λέξη. Η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ατόμου και όλα τα παρόμοια εμποδίζουν τέτοιες προόδους». «Αν αυτό που έπαθε η εν λόγω κοπέλα δεν μπορεί να ονομαστεί καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ατόμου, τότε δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο θα μπορούσε να ονομαστεί έτσι...» Αυτό παραήταν φιλοσοφημένη κουβέντα, ειδικά όταν προερχόταν από τον κατά τ’ άλλα απολύτως ορθολογιστή Τορντ Πέντερσεν, και ο Μάρτιν κατάλαβε ότι και ο Πέντερσεν -πράγμα πολύ ασυνήθιστο- έδειξε να έχει συγκινηθεί από αυτό που συνέβη στην άμοιρη γυναίκα. Διότι κάτι τέτοια δεν τα συνήθιζαν οι ιατροδικαστές, τουλάχιστον όσοι από αυτούς ήθελαν να κοιμούνται τις νύχτες. «Μπορείς να κάνεις κάποια εκτίμηση για τον χρόνο θανάτου;» «Ναι, είχα τα αποτελέσματα των εξετάσεων από τα δείγματα που πήρε το Εγκληματολογικό από εκεί που τη βρήκαν και μετά τα συμπλήρωσα με τις δικές μου παρατηρήσεις, οπότε μπορώ να σου δώσω ένα αρκετά αξιόπιστο χρονικό διάστημα». «Για ν' ακούσω».

«Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μου, πέθανε κάποια στιγμή μεταξύ έξι και έντεκα το βράδυ πριν τη βρουν στη Χαράδρα του Βασιλιά». «Δεν μπορείς να προσδιορίσεις τον χρόνο με μεγαλύτερη ακρίβεια;» 0 Μάρτιν ακούστηκε απογοητευμένος. «Στη Σουηδία έχει καθιερωθεί να μη δίνουμε διάστημα μικρότερο από πέντε ώρες σε τέτοιες περιπτώσεις, οπότε αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να σου προσφέρω. Αλλά η πιθανότητα γι’ αυτό το διάστημα είναι ενενήντα πέντε τοίς εκατό, οπότε θεωρείται ούτως ή άλλως πολύ αξιόπιστο. Από την άλλη, μπορώ να επιβεβαιώσω αυτό που σίγουρα είχατε ήδη υποψιαστεί; Η Χαράδρα του Βασιλιά είναι δευτερεύουσα σκηνή του εγκλήματος, διότι η γυναίκα δολοφονήθηκε και κείτονταν κάνα δυο ώρες αλλού. Αυτό φαίνεται εξάλλου και από τη livor mortis, τη νεκρική πελίδνωση που λέμε». «Κάτι είναι κι αυτό». Ο Μάρτιν αναστέναξε. «Και οι σκελετοί; Σου έδωσαν κανένα στοιχείο; Υποθέτω ότι ενημερώθηκες σε ποια άτομα υποψιαζόμαστε πως ανήκουν, έτσι δεν είναι;» «Ναι, ενημερώθηκα. Με αυτούς δεν έχουμε προλάβει να τελειώσουμε ακόμη. Δεν είναι τόσο εύκολο να βρεις οδοντιατρικά αρχεία από τη δεκαετία του ’70, αλλά δουλεύουμε πυρετωδώς και μόλις έχουμε κάτι θα σας ειδοποιήσουμε. Μπορώ όμως να πω ότι είναι όντως δύο γυναικείοι σκελετοί, και η ηλικία συμφωνεί περίπου με αυτή που μας δώσατε. Η λεκάνη της μιας γυναίκας δείχνει ότι είχε γεννήσει παιδί, και αυτό συμφωνεί επίσης με τα στοιχεία που έχουμε. Και το σημαντικότερο όλων; Και οι δύο σκελετοί έχουν παρόμοια κατάγματα με αυτά της νεκρής γυναίκας. Μεταξύ μας τώρα, θα τολμούσα να πω ότι τα κατάγματα είναι σχεδόν πανομοιότυπα και στα τρία θύματα». 0 Μάρτιν ένιωσε τέτοια έκπληξη που του έπεσε το στιλό στο πάτωμα. Μα τι στην οργή ήταν αυτό που τους έλαχε; Ενας σαδιστής δολοφόνος που άφησε να περάσουν είκοσι τέσσερα χρόνια ανάμεσα στις ειδεχθείς πράξεις του; Δεν τολμούσε καν να σκεφτεί την άλλη περίπτωση: Ότι ο δολοφόνος μπορεί να μην περίμενε είκοσι τέσσερα χρόνια και ότι απλώς δεν είχαν βρει ακόμη τα υπόλοιπα θύματα. «Τα είχε μαχαιρώσει και αυτά τα θύματα;» «Επειδή δεν έχει απομείνει οργανικό υλικό, είναι δύσκολο να σου απαντήσω, αλλά υπάρχουν μερικές χαρακιές στα οστά που μπορεί να αποτελούν ένδειξη ότι είχαν εκτεθεί και αυτά σε παρόμοιες πράξεις». «Και ποια ήταν η αιτία του θανάτου στην περίπτωση των σκελετών;» «Η ίδια με της κοπέλας από τη Γερμανία. Οστά που έχουν πιεστεί ακριβώς στον λαιμό συμφωνούν με τις βλάβες που εμφανίζονται στον στραγγαλισμό». Ο Μάρτιν σημείωνε με ταχύτητα όσα του έλεγε ο ιατροδικαστής. «Υπάρχει τίποτε άλλο ενδιαφέρον που μπορείς να μου δώσεις;»

«Τίποτα παραπάνω από το ότι οι σκελετοί ήταν θαμμένοι. Υπάρχουν υπολείμματα από χώμα πάνω τους τα οποία ίσως μας δώσουν κάτι όταν τα αναλύσουμε. Αλλά δεν φτάσαμε ακόμη εκεί, οπότε πρέπει να κάνετε υπομονή. Χώμα υπήρχε και στην Τάνια Σμιτ, όπως επίσης και στην κουβέρτα πάνω στην οποία κείτονταν, θα τα συγκρίνουμε και αυτά με τα δείγματα από τους σκελετούς». Ο Πέντερσεν έκανε μια παύση και μετά συνέχισε: «Ο Μέλμπεργ είναι επικεφαλής της έρευνας». Η φωνή του φανέρωνε κάποια ανησυχία. Ο Μάρτιν χαμογέλασε μουλωχτά, αλλά αποφάσισε να τον καθησυχάσει όσον αφορούσε αυτό το σημείο. «Όχι, υπεύθυνος είναι ο Πάτρικ. Αλλά ποιος θα καρπωθεί τη δόξα αν εξιχνιάσουμε την υπόθεση είναι εντελώς διαφορετική ιστορία...» Γέλασαν και οι δύο με το σχόλιο του Μάρτιν. Μόνο που για τον Μάρτιν, τουλάχιστον, αυτό το γέλιο δεν ήταν και τόσο αυθόρμητο. Μόλις τελείωσε τη συνομιλία με τον Τορντ Πέντερσεν, πήγε και πήρε τις σελίδες που είχαν έρθει με φαξ, και όταν, λίγο αργότερα, έφτασε στο Τμήμα ο Πάτρικ, ο Μάρτιν ήταν διαβασμένος. Έπειτα από μια σύνοψη όλων των βασικών σημείων της αναφοράς του παθολογοανατόμου, ο Πάτρικ ήταν το ίδιο μελαγχολικός με τον Μάρτιν. Αυτή η υπόθεση εξελισσόταν σε πραγματική κόλαση. Η Αννα άφηνε τον ήλιο να την ψήνει στην πλώρη του ιστιοπλοϊκού που ήταν ξαπλωμένη και λιαζόταν φορώντας μπικίνι. Τα παιδιά κοιμόντουσαν για μεσημέρι κάτω στις κουκέτες, και ο Γκούσταβ είχε αναλάβει τη λαγουδέρα. Κάθε φορά που η πλώρη πλατάγιζε στην επιφάνεια της θάλασσας την πιτσίλιζαν μικρές σταγόνες νερού που τη δρόσιζαν υπέροχα. Όσο είχε τα μάτια της κλειστά, μπορούσε να ξεχνάει για λίγο τις στενοχώριες της και να πείθει τον εαυτό της ότι αυτή εδώ ήταν η πραγματική ζωή της. «Αννα, τηλέφωνο». Η φωνή του Γκούσταβ την έβγαλε από τη βαθιά περισυλλογή. «Ποιος είναι; «Έφερε το χέρι πάνω από τα μάτια της για να μην την τυφλώνει ο ήλιος και τον είδε να κουνάει το κινητό της. «Δεν θέλει να πει». Διάβολε. Κατάλαβε αμέσως ποιος τηλεφωνούσε και με την ανησυχία να της βαραίνει όλο και περισσότερο την καρδιά πλησίασε προσεχτικά τον Γκούσταβ. «Αννα». «Ποιος ήταν αυτός, που να πάρει ο διάβολος;» είπε οργισμένα ο Λούκας. Η Άννα κόμπιασε. «Μα είπα ότι θα έκανα ιστιοπλοΐα με έναν φίλο». «Και πας να με πείσεις τώρα ότι αυτός εκεί ήταν απλώς ένας φίλος» της είπε απότομα. «Πώς τον λένε;» «Δεν έχεις καμιά δουλειά να...»

Ο Λούκας τη διέκοψε. «Πώς τον ΛΕΝΕ, Άννα;» Η εσωτερική της αντίσταση καμπτόταν όλο και περισσότερο με κάθε δευτερόλεπτο που άκουγε τη φωνή του Λούκας στο τηλέφωνο. «Γκούσταβ αφ Κλιντ» είπε χαμηλόφωνα. ΌΠΑ. ΠΟΛΎ ΑΡΙΣΤΟΚΡΆΤΕΣ ΦΊΛΟΥΣ ΈΧΕΙΣ». Η ΦΩΝΉ ΤΟΥ Μ ΕΤΑΤΡΆΠΗΚΕ ΑΠΌ ΚΟΡΟΪΔΕΥΤΙΚΉ ΣΕ ΣΙΓΑΝΉ ΚΑΙ ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΉ. «ΠΩΣ ΤΟΛΜ ΆΣ ΝΑ ΠΗΓΑΊΝΕΙΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΆ Μ ΟΥ ΔΙΑΚΟΠΈΣ Μ Ε ΈΝΑΝ ΆΛΛΟ ΆΝΤΡΑ;» «

«Έχουμε χωρίσει, Λούκας» είπε η Αννα. Εφερε το χέρι στα μάτια της. «Ξέρεις καλά, όπως κι εγώ, ότι αυτό δεν αλλάζει τίποτα, Αννα. Είσαι η μητέρα των παιδιών μου, και αυτό σημαίνει ότι εγώ κι εσύ είμαστε δεμένοι για πάντα. Είσαι δική μου, όπως και τα παιδιά». «Γιατί προσπαθείς να μου πάρεις τα παιδιά;» «Επειδή είσαι ασταθής χαρακτήρας, Αννα. Πάντα είχες αδύναμα νεύρα και, για να είμαι ειλικρινής δεν σε εμπιστεύομαι ότι φροντίζεις τα παιδιά μου με τον τρόπο που τους αξίζει. Κοίτα απλώς πώς ζείτε. Εσύ δουλεύεις όλη μέρα, και τα παιδιά είναι στο νηπιαγωγείο, θεωρείς ότι αυτή είναι σωστή ζωή για παιδιά, Άννα;» «Μα πρέπει να δουλεύω, Λούκας. Εξάλλου, δεν μου λες πώς σκέφτεσαι να το λύσεις εσύ αυτό αν πάρεις τα παιδιά. Διότι, απ' ό,τι ξέρω, κι εσύ πρέπει να δουλεύεις. Ποιος θα φροντίζει τα παιδιά σε αυτή την περίπτωση;» «Υπάρχει λύση, Άννα, το ξέρεις καλά». «Τρελάθηκες; Θέλεις να γυρίσω πίσω σ’ εσένα; Σ’ εσένα, που έσπασες το χέρι της Εμμα; Για να μην αναφέρω όσα έκανες σ' εμένα την ίδια». Η φωνή της ακούστηκε να φαλτσάρει. Την ίδια στιγμή αντιλήφθηκε ενστικτωδώς ότι είχε παρατραβήξει το σχοινί. «Δεν ήταν δικό μου το λάθος! Ήταν καθαρό ατύχημα! Εκτός αυτού, αν δεν μου πήγαινες κόντρα συνεχώς δεν θα χρειαζόταν να νευριάζω τόσο συχνά!» Η Αννα κατάλαβε ότι ήταν σαν να μιλούσε στο κενό. Ήταν μάταιο. Ήξερε, έπειτα από ολ' αυτά τα χρόνια που είχε περάσει με τον Λούκας, ότι εκείνος τα εννοούσε και τα πίστευε όσα έλεγε. Ποτέ δεν ήταν δικό του το λάθος. Οσα συνέβαιναν ήταν πάντα λάθος των άλλων. Κάθε φορά που τη χτυπούσε την έκανε να νιώθει ενοχές, επειδή αυτή δεν έδειχνε αρκετή κατανόηση, αγάπη, υπακοή. Όταν πήρε μόνη της την απόφαση να τον χωρίσει, με τη βοήθεια κάποιων κρυμμένων αντοχών και δυνάμεων που είχε από παλιά, πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια είχε νιώσει δυνατή και ακατανίκητη. Επιτέλους θα μπορούσε να ξανακερδίσει τη ζωή της. Αυτή και τα παιδιά θα μπορούσαν ν' αρχίσουν τη ζωή τους από το μηδέν. Αλλά της φάνηκε ότι τα πράγματα είχαν εξελιχθεί πολύ εύκολα. Ο Λούκας είχε όντως σοκαριστεί που μέσα στην οργή του έσπασε το χέρι της κόρης του και στην περίπτωση του διαζυγίου δήλωσε συναίνεση, πράγμα ασυνήθιστο γι' αυτόν. Μια ταραχώδης εργένικη ζωή μετά τον χωρισμό επέτρεψε στην Αννα και τα παιδιά να ζήσουν ήσυχα ενώ ο ίδιος έτρεχε από τη μια κατάκτηση στην άλλη. Μόλις όμως η Αννα πίστεψε ότι είχε καταφέρει να γλιτώσει από αυτόν, ο Λούκας είχε αρχίσει να κουράζεται από τη νέα του ζωή και έστρεψε ξανά

το βλέμμα στην οικογένειά του. Όταν αντιλήφθηκε πως τα λουλούδια, τα δώρα και οι παρακλήσεις δεν έφταναν, έδειξε το πραγματική του πρόσωπο. Απαίτησε την αποκλειστική κηδεμονία των παιδιών. Προέβαλε αρκετούς αβάσιμους λόγους και κατηγορίες για την ακαταλληλότητα της Αννας ως μητέρας. Τίποτε από αυτά δεν ήταν αλήθεια, αλλά ο Λούκας μπορούσε να είναι τόσο πειστικός όταν χρησιμοποιούσε τη γοητεία του ώστε να κάνει την Αννα να τρέμει μπροστά στο ενδεχόμενο ότι θα πετύχαινε αυτή που ήθελε. Ήξερε επίσης ότι ο Λούκας δεν ήθελε τα παιδιά στην πραγματικότητα. Δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει στη δουλειά του αν ήταν υποχρεωμένος να αναλάβει την κηδεμονία δύο παιδιών, αλλά αυτό που ήλπιζε ήταν να τρομοκρατήσει την Αννα τόσο ώστε να την κάνει να επιστρέψει κοντά του. Σε κάποιες στιγμές αδυναμίας, η Άννα ήταν έτοιμη να το κάνει. Ταυτόχρονα όμως αντιλαμβανόταν πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Αν το έκανε, ήταν χαμένη από χέρι. Έτσι, αποφάσισε να ατσαλωθεί. «Λούκας, αυτή η κουβέντα δεν μας οδηγεί πουθενά. Εγώ μετά το διαζύγιο συνέχισα τη ζωή μου, και το ίδιο θα έπρεπε να κάνεις κι εσύ. Είναι αλήθεια ότι συνάντησα έναν καινούργιο άντρα, και αυτό είναι κάτι που πρέπει τελικά να το αποδεχτείς. Τα παιδιά νιώθουν καλά, το ίδιο κι εγώ. Δεν μπορούμε να το λύσουμε αυτό σαν ενήλικες;» 0 τόνος της φωνής της ήταν ικετευτικός, αλλά η σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν συμπαγής και αδιαπέραστη Η Αννα κατάλαβε ότι είχε ξεπεράσει τα όρια. Όταν άκουσε το σήμα που έδειχνε ότι ο Λούκας είχε απλώς κλείσει το τηλέφωνο, ήξερε ότι σίγουρα θα πλήρωνε όσα του είχε πει. Και μάλιστα πολύ ακριβά. ΤΕΣΣΕΡΑ Καλοκαίρι 1979 Ο διαβολεμένος πόνος στο κεφάλι της την έκανε να σκάβει το πρόσωπό της με τα δάχτυλα. Ο πόνος από τα νύχια που άνοιγαν βαθιά αυλάκια στο δέρμα της ήταν σχεδόν ευχάριστος, σε σύγκριση με τον αφόρητο πονοκέφαλο, και τη βοήθησε να συγκεντρωθεί. Επικρατούσε ακόμη σκοτάδι, αλλά κάτι την είχε κάνει να ξυπνήσει από το βαθύ και δίχως όνειρα αποκάρωμά της. Μια μικρή χαραμάδα φωτός φάνηκε πάνω από το κεφάλι της. και όπως κοίταξε με μισόκλειστα μάτια προς τα πάνω είδε τη χαραμάδα να πλαταίνει σιγά σιγά. Ασυνήθιστη καθώς ήταν στο φως, δεν είδε, αλλά άκουσε ότι κάποιος πέρασε από τη χαραμάδα, η οποία είχε γίνει κανονικό άνοιγμα τώρα, και κατέβηκε μια σκάλα. Κάποιος που την πλησίαζε όλο και περισσότερο μέσα στο σκοτάδι. Η σύγχυση τη δυσκόλευε να καταλάβει αν έπρεπε να φοβηθεί ή να ανακουφιστεί. Υπήρχαν εκεί και τα δύο, φόβος και ανακούφιση μαζί, μπερδεμένα μέσα της - πότε έπαιρνε το ένα το πάνω χέρι και πότε το άλλο. Τα τελευταία βήματα προς το μέρος της, εκεί όπου κείτονταν κουλουριασμένη σαν έμβρυο, ήταν σχεδόν αθόρυβα. Δίχως να ακουστεί ούτε μια λέξη, ένιωσε ένα χέρι να της χαϊδεύει το κεφάλι. Αυτή η κίνηση ίσως έπρεπε να την καθησυχάσει, αλλά η απλότητά της έκανε τον τρόμο ν' αδράξει με μια σπασμωδική λαβή την καρδιά της.

Το χέρι συνέχισε να κινείται κατά μήκος του κορμιού της, κι εκείνη άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Για ένα δευτερόλεπτο πέρασε από το μυαλό της η σκέψη ν' αντισταθεί στον απρόσωπο ξένο. Η σκέψη αυτή όμως εξαφανίστηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε εμφανιστεί. Το σκοτάδι την κατάπινε ολάκερη, και η δύναμη στο χέρι που τη χάιδευε διαπερνούσε το δέρμα της. τα νεύρα της, την ψυχή της. Η υποταγή ήταν η μοναδική επιλογή της, αυτό το είχε συνειδητοποιήσει με τρόμο. Όταν το χέρι άφησε τα χάδια και άρχισε να πιέζει, να στρίβει, να τραβάει και να εξαρθρώνει τα μέλη της, τίποτα δεν της δημιουργούσε πλέον έκπληξη. Κατά κάποιον τρόπο, καλωσόρισε τον πόνο. Της ήταν πιο εύκολο να χειριστεί τον πόνο που της ήταν γνώριμος παρά τον τρόμο της αναμονής στο άγνωστο. Το επόμενο τηλεφώνημα από τον Τορντ Πέντερσεν έγινε μόλις μερικές ώρες μετά τη συνομιλία του Πάτρικ με τον Μάρτιν. Ο ένας σκελετός είχε αναγνωριστεί. Η Μόνα Τερνμπλάντ, η δεύτερη κοπέλα που είχε εξαφανιστεί το 1979, ήταν η μία από αυτές που είχαν βρεθεί στη Χαράδρα του Βασιλιά. Ο Πάτρικ και ο Μάρτιν κάθονταν μαζί και μελετούσαν τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της έρευνας. Ο Μέλμπεργ είχε λάμψει διά της απουσίας του, αλλά ο Γιέστα Φλίγκαρε είχε επιστρέψει στη δουλειά έπειτα από έναν γύρο καλών αποτελεσμάτων σε ένα τουρνουά γκολφ. Βέβαια, δεν είχε αναδειχτεί νικητής του τουρνουά, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη και χαρά είχε καταφέρει να βάλει το μπαλάκι στην τρύπα με ένα χτύπημα και τον είχαν καλέσει για σαμπάνια στη λέσχη του γκολφ. Ο Μάρτιν και ο Πάτρικ άκουγαν για τρίτη φορά, με κάθε λεπτομέρεια, πώς το μπαλάκι μπήκε με την πρώτη στη δέκατη έκτη τρύπα και ήταν σίγουροι ότι θα το άκουγαν πολλές φορές ακόμα πριν από το τέλος αυτής της μέρας. Δεν πείραζε όμως. Δεν μπορούσαν να στερήσουν από τον Γιέστα αυτή τη χαρά, και ο Πάτρικ τον άφησε να πάρει μια ανάσα πριν τον ρίξει στη δουλειά της έρευνας. Έτσι, προς το παρόν, ο Γιέστα καθόταν και τηλεφωνούσε σε όλους τους γνωστούς του γκόλφερ για να τους περιγράψει το Μεγάλο Γεγονός. «Δηλαδή, έχουμε ένα καθίκι που σπάει τα κόκαλα των κοριτσιών πριν τα σκοτώσει» είπε ο Μάρτιν. «Και τις χαρακώνει με μαχαίρι» συμπλήρωσε. «Φοβάμαι ότι έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα. Αν μου ζητούσαν να κάνω κάποια υπόθεση, θα έλεγα πως υπάρχει σεξουαλικό κίνητρο πίσω απ’ όλ' αυτά. Κάποιος βλαμμένος σαδιστής που ερεθίζεται με τον πόνο των άλλων. Το σπέρμα που βρέθηκε στην Τάνια το αποδεικνύει και αυτό". "Θα μιλήσεις με την οικογένειά της Μόνα; Να τους πεις ότι τη βρήκαμε, εννοώ». Ο Μάρτιν έδειχνε ανήσυχος, και ο Πάτρικ τον ηρέμησε αναλαμβάνοντας ο ίδιος αυτή τη δουλειά. «Λέω να πάω να επισκεφτώ τον πατέρα της το απόγευμα. Η μητέρα της πέθανε πριν από πολλά χρόνια, οπότε ο μόνος που έχει απομείνει να ειδοποιηθεί είναι ο πατέρας της». «Πώς το ξέρεις αυτό; Τους γνωρίζεις;» «Όχι. Αλλά η Ερίκα πήγε χτες στη βιβλιοθήκη της Φιελμπάκα, έψαξε και βρήκε όλα όσα είχαν

γραφτεί στις εφημερίδες για τη Σιβ και τη Μόνα. Οι εξαφανίσεις απασχόλησαν πολλές φορές τον Τύπο, κατά περιόδους, και ανάμεσά σε όλ' αυτά που είχαν γραφτεί υπήρχε και μια συνέντευξη με τους συγγενείς των κοριτσιών πριν από δύο χρόνια περίπου. Η Μόνα, λοιπόν, έχει μόνο τον πατέρα της εν ζωή, και η Σιβ είχε μόνο τη μητέρα της ήδη από την εποχή που είχε εξαφανιστεί. Υπήρχε, επίσης, και μια μικρή κόρη, με την οποία σκέφτομαι να μιλήσω αμέσως μόλις επιβεβαιωθεί ότι η Σιβ είναι η άλλη γυναίκα». «Θα ήταν διαβολεμένη σύμπτωση αν ο σκελετός ανήκε σε κάποιον άλλο, έτσι δεν είναι;» «Ακριβώς, και γι’ αυτό λέω πως υποθέτω ότι πρόκειται γι' αυτήν, αν και δεν μπορούμε να είμαστε εντελώς σίγουροι. Έχουν συμβεί και πιο παράξενα πράγματα». Ο Πάτρικ ξεφύλλισε τα χαρτιά που του είχε δώσει η Ερίκα και τοποθέτησε μερικά πάνω στο γραφείο του σε σχήμα βεντάλιας. Είχε βγάλει και τον φάκελο της έρευνας που είχε ξεθάψει από τα αρχεία στο υπόγειο προκειμένου να συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες που είχαν για τις εξαφανίσεις των δύο κοριτσιών. Υπήρχαν πολλά στα άρθρα των εφημερίδων που δεν περιέχονταν στο υλικό των ερευνών. Έτσι, χρειάζονταν και τις δυο πηγές για να έχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα απ' όσα ήταν γνωστά μέχρι στιγμής. "Κοίταξε εδώ. Η Σιβ εξαφανίστηκε το Μεσοκαλόκαιρο του 1979, και έπειτα από δύο εβδομάδες εξαφανίστηκε και η Μόνα". Προκειμένου να ξεκαθαρίσει το ολικό που είχαν και να του δώσει ένα σχήμα, ο Πάτρικ σηκώθηκε από την καρέκλα και άρχισε να γράφει στον πίνακα ανακοινώσεων που είχε κρεμασμένο στον τοίχο. «Την τελευταία φορά που είδαν τη Σιβ Λαντίν ζωντανή ήταν όταν πήγαινε με το ποδήλατό της προς το σπίτι της, αφού είχε βγει πρώτα με φίλους να γλεντήσει. Ο τελευταίος αυτόπτης μάρτυρας λέει ότι την είδε να στρίβει στον κεντρικό δρόμο και να κατευθύνεται προς το Μπρέκε. Η ώρα ήταν δύο τη νύχτα όταν την είδε ένας οδηγός που την προσπέρασε με το αυτοκίνητό του. Έκτοτε κανείς δεν την ξανάδε ούτε την ξανάκουσε». «Αν εξαιρέσουμε, βέβαια, τις πληροφορίες που έδωσε ο Γκάμπριελ Χουλτ» πρόσθεσε ο Μάρτιν. 0 Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Ναι, αν εξαιρέσουμε τη μαρτυρία του Γκάμπριελ Χουλτ, κάτι που πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε για την ώρα». Και συνέχισε: «Η Μόνα Τερνμπλάντ εξαφανίστηκε δύο εβδομάδες αργότερα. Σε αντίθεση με τη Σιβ, η Μόνα εξαφανίστηκε απόγευμα. Έφυγε από το σπίτι στις τρεις η ώρα για να πάει για τρέξιμο, αλλά δεν γύρισε ποτέ. Ένα από τα αθλητικά της παπούτσια βρέθηκε στον δρόμο κατά μήκος της συνηθισμένης διαδρομής της, κι αυτό ήταν όλο». «Είχαν καμία ομοιότητα μεταξύ τους αυτά τα κορίτσια; Εκτός από το γεγονός ότι και οι δύο είχαν περίπου την ίδια ηλικία». 0 Πάτρικ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. «Απ ό,τι κατάλαβα, παρακολουθείς τη σειρά Προφάιλς. Δυστυχώς πρέπει να σε απογοητεύσω. Αν έχουμε να κάνουμε με έναν κατά συρροή δολοφόνο, μια που υποθέτω ότι σε κάτι τέτοιο προσπαθείς να καταλήξεις, δεν υπάρχουν φανερές

εξωτερικές ομοιότητές μεταξύ των κοριτσιών». Κόλλησε δύο ασπρόμαυρες φωτογραφίες στον πίνακα. «Η Σιβ ήταν δεκαεννιά ετών. Μικροκαμωμένη, μελαχρινή, με καμπύλες. Είχε τη φήμη της μάλλον μπελαλίδικης κοπέλας, και θα έλεγε κανείς ότι δημιούργησε σκάνδαλο στη Φιελμπάκα όταν απέκτησε παιδί στα δεκαεφτά της. Αυτή και το παιδί έμεναν στης μητέρας της, αλλά από ότι έγραψαν οι εφημερίδες. η Σιβ έβγαινε και το γλεντούσε συχνά και δεν της άρεσε πολύ να μένει στο σπίτι. Η Μόνα, από την άλλη, περιγράφεται σαν καλό κορίτσι, καλή μαθήτρια, με πολλές φιλίες καί πραγματικά δημοφιλής. Ήταν ψηλή, ξανθιά και γυμναζόταν αρκετά. Ήταν δεκαοχτώ ετών, αλλά έμενε ακόμη στο πατρικό της, μια που η μητέρα της ήταν άρρωστη και ο πατέρας της δεν μπορούσε να τη φροντίζει μόνος του. Κανείς δεν φαίνεται πως είχε κάτι κακό να πει γι' αυτή την κοπέλα. Οπότε το μοναδικό που είχαν κοινό αυτές οι κοπέλες είναι ότι εξαφανίστηκαν δίχως ίχνη από προσώπου γης για πάνω από είκοσι χρόνια και μετά εμφανίστηκαν σαν σκελετοί στη Χαράδρα του Βασιλιά». Συλλογισμένος, ο Μάρτιν στήριξε το κεφάλι στο χέρι του. Αυτός και ο Πάτρικ έμειναν για λίγο σκεφτικοί κοιτάζοντας τα αποκόμματα των εφημερίδων και τις σημειώσεις στον πίνακα ανακοινώσεων Και οι δύο σκέφτονταν πόσο νέες έδειχναν αυτές οι κοπέλες. Είχαν τόσα πολλά χρόνια ζωής ακόμη μπροστά τους. αν δεν συναντούσαν κάτι πολύ κακό στον δρόμο τους. Και μετά η Τάνια, από την οποία δεν είχαν ακόμη φωτογραφία όσο ήταν ζωντανή. Κι αυτή ήταν, επίσης, μια νέα κοπέλα, με μια ζωή μπροστά της που μπορούσε να την κάνει ό,τι ήθελε. Αλλά τώρα ήταν κι αυτή νεκρή. "Έγιναν πάρα πολλές ανακρίσεις". Ο Πάτρικ έβγαλε μια παχιά στοίβα δακτυλογραφημένων εγγράφων από τον φάκελο. «Ανακρίθηκαν οι φίλοι και οι οικογένειες των κοριτσιών. Χτύπησαν πολλές πόρτες στην περιοχή και ανέκριναν όλα τα ντόπια ύποπτα στοιχεία. Συνολικά έγιναν -για να δω- γύρω στις εκατό ανακρίσεις». "Βγήκε κάτι απ' όλα αυτά;" "Οχι, τίποτα. Όχι, πριν πάρουν τις πληροφορίες από τον Γκάμπριελ Χουλτ. Τηλεφώνησε μόνος του στην αστυνομία και είπε ότι είδε την Σιβ στο αυτοκίνητο του αδερφού του τη νύχτα που εξαφανίστηκε». «Και; Αυτό από μόνο του δεν θα έφτανε να τον καταστήσει ύποπτο δολοφονίας, έτσι δεν είναι;» «Όχι, αλλά όταν ανακρίθηκε ο αδερφός του Γκάμπριελ ο Γιοχάνες Χουλτ, αρνήθηκε ότι είχε μιλήσει μαζί της ή ότι την είχε δει γενικά και λόγω έλλειψης άλλων στοιχείων η αστυνομία επέλεξε να επικεντρώσει την προσοχή της πάνω του». «Έκαναν καμία πρόοδο;» Ο Μάρτιν είχε γουρλώσει τα μάτια με έναν απρόθυμο ενθουσιασμό. «Όχι, δεν προέκυψε τίποτε άλλο. Μερικούς μήνες αργότερα ο Γιοχάνες Χουλτ κρεμάστηκε στον αχυρώνα του. Έτσι, αυτό το στοιχείο πάγωσε, θα μπορούσε να πει κανείς». «Μου φαίνεται περίεργο που αυτοκτόνησε τόσο σύντομα μετά την καταγγελία».

«Ναι, αλλά αν ήταν αυτός ο ένοχος, τότε την Τάνια πρέπει να τη σκότωσε το φάντασμά του. Οι νεκροί δεν σκοτώνουν...» «Και τι ήταν αυτό με τον αδερφό του που τηλεφωνεί και καρφώνει το ίδιο του το αίμα; Γιατί να κάνει κάποιος κάτι τέτοιο;» Ο Μάρτιν ζάρωσε το μέτωπό του. «Αλλά τι ανόητος είμαι, Χουλτ, είπες... Πρέπει να είναι συγγενής του Στέφαν και του Ρόμπερτ, παλιών μας γνώριμων από τη συντεχνία των διαρρηκτών». «Ναι, έτσι ακριβώς είναι. Ο Γιοχάνες ήταν ο πατέρας τους. Τώρα που διάβασα πολλά για το σόι των Χουλτ μπορώ να κατανοήσω πράγματι καλύτερα πώς γίνεται να μας επισκέπτονται τόσο συχνά ο Στέφαν και ο Ρόμπερτ. Δεν ήταν παραπάνω οπό πέντε ή έξι ετών όταν ο Γιοχάνες κρεμάστηκε, και μάλιστα αυτός που τον βρήκε στον αχυρώνα ήταν ο Ρόμπερτ. Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε πόσο μπορεί αυτό το θέαμα να επηρέασε ένα εξάχρονο παιδί». «Ναι, γαμώτο». Ο Μάρτιν κούνησε το κεφάλι του. «Ξέρεις πρέπει να πιω λίγο καφέ πριν συνεχίσουμε. Αρχίζει να λιγοστεύει το επίπεδο της καφεΐνης στον οργανισμό μου. Θέλεις και εσύ ένα φλιτζάνι;» 0 Πάτρικ έγνεψε καταφατικά, και λίγο αργότερα ο Μάρτιν επέστρεψε με δύο φλιτζάνια αχνιστό καφέ. Εξάλλου, ήταν επιτέλους και ο καιρός κατάλληλος για ζεστό ρόφημα. 0 Πάτρικ συνέχισε την παρουσίαση των δεδομένων. «Ο Γιοχάνες και ο Γκάμπριελ είναι γιοι ενός άντρα ονόματι Εφραίμ Χουλτ, επίσης γνωστός και ως Ιεροκήρυκας. Ο Εφραίμ ήταν ένας διάολος, ή μάλλον περιβόητος, πάστορας Ελεύθερης Εκκλησίας στο Γέτεμποργ. Έκανε μεγάλες συγκεντρώσεις, όπου άφηνε τους γιους του, οι οποίοι ήταν τότε μικροί σε ηλικία, να μιλούν ακατάληπτα, σαν σε θρησκευτική έκσταση, και να γιατρεύουν αρρώστους και αναπήρους. Οι περισσότεροι τον θεωρούσαν απατεώνα και τσαρλατάνο, αλλά ακόμα κι έτσι κέρδισε τον πρώτο λαχνό όταν μία από τις κυρίες του πιστού ποιμνίου του, η Μαργκαρέτα Ντίμπλινγκ, πέθανε και του άφησε όλη της την περιουσία. Εκτός από μια πολύ σημαντική περιουσία σε χρήματα, του άφησε επίσης μια τεράστια δασική έκταση και ένα μεγάλο υποστατικό με μια πολυτελή έπαυλη στην περιοχή της Φιελμπάκα. Έπειτα από την κληρονομιά αυτή ο Εφραίμ έχασε ξαφνικά κάθε διάθεση για τη διάδοση του Θείου Λόγου, μετακόμισε εδώ με τους γιους του και έκτοτε η οικογένεια ζει με τα λεφτά της γριάς». 0 πίνακας ήταν τώρα γεμάτος με σημειώσεις, και το γραφείο του Πάτρικ ήταν καλυμμένο από χαρτιά "Οχι ότι δεν είναι ενδιαφέρον να μάθουμε μερικά πράγματα για την οικογένεια αυτή, αλλά τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά με τους φόνους; Άλλωστε, όπως είπες κι εσύ, ο Γιοχάνες ήταν είκοσι και παραπάνω χρόνια νεκρός πριν δολοφονηθεί η Τάνια, και οι νεκροί δεν σκοτώνουν, όπως το εξέθεσες τόσο εύγλωττα». 0 Μάρτιν δυσκολευόταν πολύ να κρύψει την ανυπομονησία του. «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά μελέτησα όλο το παλιό υλικό και η μαρτυρία του Γκάμπριελ είναι το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο που βρήκα στην παλιά έρευνα. Ήλπιζα, επίσης, να μπορέσω να μιλήσω με τον 'Ερολντ Λιντ, αυτήν που ήταν επικεφαλής της έρευνας τότε, αλλά πέθανε δυστυχώς από καρδιακή προσβολή το 1989, οπότε αυτό το υλικό είναι ό,τι έχει απομείνει από τότε. Μέχρι να σου έρθει καμία άλλη ιδέα, προτείνω ν' αναζητήσουμε περισσότερα στοιχεία για την Τάνια, μιλώντας

ταυτόχρονα και με τους εν ζωή γονείς της Σιβ και της Μόνα, και μετά βλέπουμε αν έχει νόημα να μιλήσουμε ξανά με τον Γκάμπριελ Χουλτ». «Εντάξει, λογικό ακούγεται. Με τι θέλεις ν' αρχίσω;» «Αρχισε με τις έρευνες για την Τάνια. Και φρόντισε να βάλεις τον Γιέστα στη δουλειά από αύριο το πρωί. Οι αλκυονίδες μέρες τελείωσαν γι’ αυτόν». «Τι θα γίνει με τον Μέλμπεργ και τον Ερνστ; Τι θα κάνεις με αυτούς;» 0 Πάτρικ αναστέναξε. «Η στρατηγική μου είναι τους κρατήσω απέξω όσο περισσότερο μπορώ. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερος φόρτος εργασίας για εμάς τους υπόλοιπους τρεις, αλλά πιστεύω ότι έτσι θα βγούμε κερδισμένοι μακροπρόθεσμα. Ο Μέλμπεργ θα χαρεί πολύ να μην κάνει τίποτα και, εκτός αυτού, έχει ήδη απαρνηθεί αυτή την έρευνα. Τον Ερνστ άφησε τον να συνεχίσει τη δουλειά του, να παραλαμβάνει δηλαδή όσο το δυνατόν περισσότερες από τις εισερχόμενες κλήσεις. Αν χρειαστεί βοήθεια, θα του στείλουμε τον Γιέστα. Εγώ κι εσύ θα φροντίσουμε να είμαστε όσο πιο ελεύθεροι γίνεται για να ασχοληθούμε με αυτήν εδώ την έρευνα. Κατάλαβες;» 0 Μάρτιν έγνεψε πρόθυμα: «Γιες μπος!» «Εντάξει. Ξεκινάμε λοιπόν». Μόλις ο Μάρτιν βγήκε από το γραφείο του, ο Πάτρικ κάθισε ξανά στραμμένος προς τον πίνακα με τα χέρια πλεγμένα πίσω στον σβέρκο του και βαθιά συλλογισμένος. Είχαν μπροστά τους ένα πολύ δύσκολο καθήκον αλλά και πολύ μικρή εμπειρία στις έρευνες φόνων, σκέφτηκε φανερά αποκαρδιωμένος. Ευχόταν με όλη του την καρδιά να καταφέρουν να κερδίσουν με τον ενθουσιασμό τους το έδαφος που τους στερούσε η μικρή εμπειρία τους. Ο Μάρτιν είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, και τώρα ο Πάτρικ όφειλε, που να πάρει ο διάολος, να ξυπνήσει και τον Γιέστα Φλίγκαρε από τον βαθύ ύπνο της Ωραίας Κοιμωμένης. Αν, επίσης, κατάφερναν να κρατήσουν έξω από την έρευνά τον Μέλμπεργ και τον Ερνστ, ο Πάτρικ πίστευε ότι έτσι ίσως είχαν κάποιες πιθανότητες να εξιχνιάσουν τους φόνους. Όχι τίποτα μεγάλες πιθανότητες βέβαια, ειδικά αν σκεφτόταν κανείς ότι τα στοιχεία που είχαν για τους δύο τουλάχιστον φόνους ήταν εντελώς παγωμένα, στη βαθιά κατάψυξη σχεδόν. Ήξερε ότι η καλύτερη ευκαιρία που είχαν τώρα ήταν να επικεντρώσουν την προσοχή τους στην Τάνια, αλλά ταυτόχρονα το ένστικτό του τον προειδοποιούσε ότι υπήρχε εξαιρετικά στενή σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους φόνους και ότι έπρεπε να ερευνηθούν παράλληλα. Δεν θα ήταν εύκολο να ξαναζωντανέψουν την παλιά έρευνα, αλλά ήταν αναγκασμένοι να προσπαθήσουν. Πήρε μια ομπρέλα που βρήκε στην ομπρελοθήκη έλεγξε μια διεύθυνση στον τηλεφωνικό κατάλογο και ξεκίνησε με βαριά καρδιά. Ορισμένα καθήκοντα απαιτούσαν από αυτόν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε ν’ αντέξει ένας άνθρωπος. Η βροχή έπεφτε επίμονα στα τζάμια, και υπό διαφορετικές συνθήκες η Ερίκα θα ένιωθε πανευτυχής με τη δροσιά που έφερνε μαζί της. Όμως. αλλιώς τα ήθελε η μοίρα και οι φορτικοί συγγενείς κι έτσι η Ερίκα οδηγούνταν αργά και σταθερά στο χείλος της παραφροσύνης.

Τα παιδιά τρεχοβολούσαν παντού σαν να είχαν τρελαθεί από το γεγονός ότι έπρεπε να μείνουν μέσα, ενώ ο Κόνι και η Μπρίτα είχαν αρχίσει να τσακώνονται σαν παγιδευμένα σκυλιά. Αυτός ο σκυλοκαβγάς δεν είχε εξελιχθεί ακόμη σε ολοκληρωμένη μετωπική σύγκρουση, αλλά οι διαπληκτισμοί είχαν αρχίσει να είναι πιο έντονοι και τώρα βρίσκονταν στο επίπεδο των ειρωνικών ρουθουνισμάτων και των σφυριχτών ανταπαντήσεων. Είχαν αρχίσει να ξεθάβουν και οι δυο παλιές αμαρτίες και ασωτίες, και το μόνο που ήθελε η Ερίκα ήταν ν' ανέβει στην κρεβατοκάμαρα της και να σκεπαστεί μέχρι πάνω με το πάπλωμα. Αλλά, για άλλη μια φορά, η καλή της ανατροφή την εμπόδιζε να το κάνει, της κουνούσε το δάχτυλο αποτρεπτικά, και την ανάγκαζε να να συμπεριφέρεται σαν άτομο πολιτισμένο καταμεσής μιας ζώνης πολεμικών επιχειρήσεων. Είχε αρχίσει να κοιτάζει γεμάτη προσδοκία την πόρτα από την ώρα που ο Πάτρικ έφυγε για τη δουλειά. Ούτε εκείνος είχε καταφέρει να κρύψει την ανακούφισή του που μπόρεσε να φύγει για το αστυνομικό τμήμα, και για μερικά δευτερόλεπτο η Ερίκα μπήκε στον πειρασμό να τον κάνει να εκπληρώσει την υπόσχεση που της είχε δώσει ότι θα έμενε στο σπίτι όποτε του το ζητούσε. Ήξερε όμως ότι δεν θα ήταν δίκαιο να το κάνει αυτό μόνο και μόνο για να μη μείνει μόνη της με «το κουαρτέτο του τρόμου» κι έτσι τον αποχαιρέτησε τρυφερά, καθώς άρμοζε σε μια υπάκουη και καλή σύζυγο, κουνώντας μάλιστα και το χέρι. ενώ εκείνος απομακρυνόταν με το αυτοκίνητο. Το σπίτι δεν ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να εμποδίσει τη γενική αναστάτωση να πάρει καταστροφικές διαστάσεις. Εβγαλε μερικά επιτραπέζια παιχνίδια και τα έδωσε στα παιδιά, αλλά τα τουβλάκια με τα γράμματα είχαν καταλήξει τώρα να βρίσκονται σκορπισμένα σε όλο το πάτωμα μαζί με σπιτάκια της Monopoly και χαρτιά από την τράπουλα. Εσκυψε με κόπο και μάζεψε τα μικρά πιόνια από τα παιχνίδια, προσπαθώντας να βάλει κάποια τάξη στον χώρο. Η κουβέντα έξω στη βεράντα ανάμεσα στην Μπρίτα και τον Κόνι αγρίευε όλο και περισσότερο. και η Ερίκα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει γιατί το παιδιά είχαν τέτοια συμπεριφορά. Δεν ήταν εύκολο να μάθεις να δείχνεις σεβασμό στους άλλους και στα πράγματά τους όταν οι ίδιοι σου οι γονείς τσακώνονται σαν πεντάχρονα παιδιά. Μακάρι να τελείωνε κάποια στιγμή αυτή η μέρα! Μόλις σταματούσε η βροχή, ήταν αποφασισμένη να πετάξει έξω την οικογένεια Φλουντ. Καλή ανατροφή και πνεύμα φιλοξενίας - βεβαίως ! - αλλά θα έπρεπε να γίνει η μετενσάρκωση της εθνικής αγίας της Σουηδίας, της Αγίας Μπιργίτα, για να μην εκραγεί αν τολμούσαν να μείνουν λίγο ακόμη. Το ποτήρι ξεχείλισε την ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Με πονεμένα πόδια και έναν αφόρητο πόνο στη μέση της, είχε σταθεί μία ώρα όρθια στην κουζίνα για να ετοιμάσει ένα μεσημεριανό που θα ικανοποιούσε την ασίγαστη όρεξη του Κόνι και την ιδιοτροπία των παιδιών και κατά τη γνώμη της τα είχε καταφέρει αρκετά καλά. Λουκάνικο ογκρατέν από τη Φάλουν και μακαρονάκι κοφτό ήταν ένα έδεσμα που πίστευε ότι θα ικανοποιούσε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, αλλά σύντομα αποδείχτηκε ότι είχε πέσει πολύ έξω στους υπολογισμούς της. «Πουφ! Αηδία! Το μισώ το λουκάνικο από τη Φάλουν. Αηδία!» Η Λίζα έσπρωξε επιδεικτικά το πιάτο μακριά της και σταύρωσε τα χέρια μουτρωμένη. «Κρίμα, διότι είναι το μόνο που υπάρχει». Η φωνή της Ερίκα έδειχνε αποφασιστικότητα. «Ναι, αλλά εγώ πεινάάάωωω! Θέλω κάτι άλλο τώρα!»

«Δεν υπάρχει κάτι άλλο. Αν δεν σου αρέσει το λουκάνικο από τη Φάλουν, μπορείς να φας το κοφτό μακαρονάκι με κέτσαπ». Η Ερίκα έκανε μεγάλο κόπο για να ακούγεται ήρεμη, παρόλο που μέσα της έβραζε. «Το κοφτό μακαρονάκι είναι αηδία! θέλω κάτι άλλα ΜΑΜΑΑΑ!» «Μήπως θα μπορούσες να της δώσεις να φάει κάτι άλλο;» Η Μπρίτα χάιδεψε τη μικρή γκρινιάρα κόρη της στο μάγουλο, κι εκείνη της χάρισε ένα χαμόγελο. Σίγουρη για τη νίκη, τα μάγουλα της Λίζα έλαμψαν θριαμβευτικά καθώς κοίταξε προκλητικά την Ερίκα. Όμως, τώρα οι συγγενείς της είχαν ξεπεράσει κάθε όριο. Τώρα είχαν πόλεμο. "Δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Είτε θα φας αυτό που έχεις μπροστά σου είτε θα μείνεις νηστική". "Μα καλή μου Ερίκα, νομίζω ότι παραλογίζεσαι. Κόνι, εξήγησε της σε παρακαλώ, πώς συμπεριφερόμαστε εμείς στο σπίτι, ποια είναι η δική μας πολιτική ανατροφής". Όμως, δεν ενδιαφέρεται για την απάντησή του. «Δεν αναγκάζουμε τα παιδιά μας να κάνουν κάτι που δεν θέλουν. Αυτό εμποδίζει την ανάπτυξή τους. Αν η Λίζα μου θέλει κάτι άλλο, θεωρούμε απολύτως σωστό να της το προσφέρουμε. Εννοώ ότι είναι και αυτή ένα άτομο που έχει το δικαίωμα να εκφράζεται, όπως και εμείς οι υπόλοιποι. Εσύ τι θα έλεγες αν σε ανάγκαζε κάποιος να φας φαγητό που δεν σου άρεσε; Δεν νομίζω ότι θα το δεχόσουν". Η Μπρίτα τής έκανε διάλεξη με το καλύτερο ύφος που μπορούσε να έχει ένας ψυχολόγος, και η Ερίκα κατάλαβε ότι δεν πήγαινε άλλο. Με απίστευτη ψυχραιμία, πήρε το πιάτο του το σήκωσε ψηλά πάνω από το κεφάλι της Μπρίτα, και μετά το αναποδογύρισε. Η έκπληξή της μπροστά στη θέα των ζυμαρικών με τη σάλτσα που έτρεχαν πάνω στα μαλλιά της και το πουκάμισό της την έκανε να διακόψει ακριβώς στη μέση μιας πρότασης. Δέκα λεπτά αργότερα είχαν εξαφανιστεί. Μάλλον για να μην επιστρέψουν ποτέ ξανά. Κατά πάσα πιθανότητα, τώρα η Ερίκα θα έμπαινε στη μαύρη λίστα αυτού του σογιού, αλλά όσο κι αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να στενοχωρηθεί ιδιαίτερα γι' αυτό. Ούτε ντρεπόταν, παρόλο που η συμπεριφορά της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, με τα ηπιότερα λόγια, παιδαριώδης. Ενιωθε υπέροχα που κατάφερε να εκφράσει όλη εκείνη την επιθετικότητα που είχε αναγκαστεί να συσσωρεύσει μέσα της τις δύο αυτές μέρες με τους επισκέπτες της και γι' αυτό δεν είχε καμία πρόθεση να ζητήσει συγγνώμη. Αποφάσισε να περάσει την υπόλοιπη μέρα της στον καναπέ της βεράντας μ' ένα καλό βιβλίο και το πρώτο φλιτζάνι τσάι του καλοκαιριού. Μεμιάς η ζωή τής φάνηκε πολύ πιο φωτεινή. Αν και μικρή σε έκταση, η πλούσια βλάστηση στην υαλόφρακτη βεράντα του μπορούσε κάλλιστα ν’ αναμετρηθεί με τους καλύτερους κήπους. Κάθε λουλούδι ήταν καλλιεργημένο με στοργή, από σπόρο ή βλαστάρι, και χάρη στην έντονη καλοκαιρινή ζέστη η ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν τροπική. Σε μια γωνιά της βεράντας καλλιεργούσε λαχανικά και τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ικανοποίηση να πηγαίνεις και να μαζεύεις τις ντομάτες σου, τα κολοκυθάκια, τα κρεμμύδια, τα πεπόνια και τα σταφύλια σου.

Η μικρή μονοκατοικία βρισκόταν στην οδό Ντίνγκλε, στη νότια είσοδο της Φιελμπάκα. Ήταν μικρό αλλά λειτουργικό σπίτι. Η βεράντα προεξείχε σαν ένα πράσινο θαυμαστικό ανάμεσα στις πιο ταπεινές καλλιέργειες των υπόλοιπων μονοκατοικιών. Μόνο όταν καθόταν έξω στη βεράντα του δεν νοσταλγούσε το παλιό του σπίτι. Το σπίτι όπου είχε μεγαλώσει ο ίδιος και είχε δημιουργήσει την οικογένειά του με τη σύζυγο και την κόρη του. Τώρα πια είχαν χαθεί και οι δυο τους. Ο πόνος όλο και θέριευε από την απουσία τους, μέχρι που μια μέρα αντιλήφθηκε πως έπρεπε ν’ αποχαιρετήσει εκείνο το σπίτι και όλες τις αναμνήσεις που είχαν διαποτίσει τους τοίχους του. Βέβαια, αυτή η μονοκατοικία δεν είχε την προσωπικότητα που αγαπούσε στο παλιό σπίτι, αλλά ακόμα κι αυτή η έλλειψη προσωπικότητας είχε την ιδιότητα ν’ αλαφραίνει τον πόνο στο στήθος του. Τώρα πια η θλίψη του ήταν περισσότερο σαν υπόκωφο ψέλλισμα μονίμως αισθητό μέσα του. Όταν εξαφανίστηκε η Μόνα, πίστεψε πως η Λινέα θα πέθαινε από την πολλή στενοχώρια. Ήταν άρρωστη από πριν, αν και αποδείχτηκε πιο σκληρό καρύδι απ’ ό,τι πίστευε ο ίδιος. Εκείνη πάλευε καθημερινά να συνεχίσει μια ζωή που ήταν πλέον μόνο μια σκιά και για τους δυο. Η Μόνα ήταν το φως της ζωής τους. Γεννήθηκε όταν είχαν χάσει κάθε ελπίδα ν’ αποκτήσουν παιδί. Δεν έκαναν άλλα παιδιά. Όλη η αγάπη που είχαν να δώσουν πήγε σ’ εκείνο το ξανθό χαρούμενο πλάσμα, το οποίο, όταν γελούσε, ήταν σαν να άναβαν μικρές φωτιές στο στήθος του. Το ότι εξαφανίστηκε ήταν ένα γεγονός που του φαινόταν παντελώς ακατανόητο. Τότε ένιωσε σαν να είχε σταματήσει να λάμπει ο ήλιος. Σαν να έπρεπε να πέσει ο ουρανός και να τον πλακώσει. Αλλά δεν συνέβη τίποτε. Η ζωή συνεχιζόταν, όπως πάντα, έξω από το θλιμμένο σπιτικό τους, οι άνθρωποι γελούσαν, ζούσαν και εργάζονταν. Αλλά η Μόνα είχε φύγει. Έζησαν πολύ καιρό με την ελπίδα. Ίσως να ζούσε ακόμη κάπου. Ίσως να έκανε μια ζωή χωρίς αυτούς και να είχε επιλέξει μόνη της να εξαφανιστεί. Ταυτόχρονα, ήξεραν και οι δύο ποια ήταν η αλήθεια. Η άλλη κοπέλα είχε εξαφανιστεί λίγο νωρίτερα, κι αυτό παραήταν υπερβολικό για να θεωρηθεί μια απλή σύμπτωση που θα τους επέτρεπε να τρέφουν αυταπάτες. Εξάλλου, η Μόνα δεν ήταν ο τύπος της κοπέλας που συνειδητά θα τους προκαλούσε τέτοια οδύνη. Ήταν μια ευγενική και αξιαγάπητη κοπέλα, που έκανε ό,τι μπορούσε για να τους φροντίζει. Τη μέρα εκείνη που ξεψύχησε η Λινέα, έλαβε και ο ίδιος την τελική απόδειξη ότι η Μόνα ήταν στον ουρανό. Η αρρώστια και η θλίψη είχαν συρρικνώσει την αγαπημένη του σύζυγο και την είχαν μετατρέψει σε σκιά του εαυτού της, καθώς κείτονταν στο κρεβάτι και τον κρατούσε από το χέρι, εκείνος ήξερε ότι είχε έρθει η μέρα που θα έμενε εντελώς μόνος. Έπειτα από πολλές ώρες αγρύπνιας, εκείνη του έσφιξε το χέρι για τελευταία φορά, και μετά ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της. Το φως που έλαμψε εκείνη τη στιγμή στα μάτια της Λινέα είχε να το δει δέκα χρόνια. Είχε να το δει από τότε που η Λινέα κοίταξε για τελευταίο φορά τη Μόνα. Κάρφωσε το βλέμμα της κάπου πίσω του και ξεψύχησε. Τότε σιγουρεύτηκε. Η Λινέα πέθανε ευτυχισμένη επειδή εκείνη που την προϋπάντησε στη σήραγγα του φωτός ήταν η κόρη τους. Αυτό έκανε ευκολότερη τη μοναξιά του. Τουλάχιστον τώρα τα άτομα που είχε αγαπήσει περισσότερο από κάθετί άλλο στη ζωή του ήταν μαζί. Ηταν απλώς θέμα χρόνου η επανένωση και των τριών τους. Περίμενε με λαχτάρα εκείνη τη

μέρα, αλλά μέχρι τότε ήταν χρέος του να ζήσει όσο καλύτερα μπορούσε. Ο Κύριος δεν έδειχνε μεγάλη κατανόηση σε όσους πρόδιδαν τις εντολές του, κι έτσι εκείνος δεν τολμούσε να κάνει οτιδήποτε που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο μια θέση στον ουρανό δίπλα στη Λινέα και τη Μόνα. Ένα χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τις μελαγχολικές σκέψεις του. Σηκώθηκε με κόπο από την πολυθρόνα και με τη βοήθεια του μπαστουνιού του διέσχισε την πυκνή βλάστηση έπειτα το χολ και έφτασε στην κεντρική είσοδο του σπιτιού. Ένας σοβαρός νεαρός άντρας στεκόταν απέξω, με το χέρι υψωμένο, έτοιμος να ξαναχτυπήσει. «Ο Αλμπερτ Τερνμπλάντ;» «Ναι, εγώ είμαι. Αλλά δεν θέλω τίποτε, αν ο κύριος πουλάει κάτι». Ο άντρας χαμογέλασε. «Όχι, δεν πουλάω τίποτα. Πάτρικ Χέντστρεμ λέγομαι και έρχομαι από την αστυνομία. Μήπως θα μπορούσα να περάσω μέσα για λίγο;» 0 Αλμπερτ δεν είπε τίποτα. Απλώς παραμέρισε και τον άφησε να περάσει. Μπήκε μπροστά και τον οδήγησε στη βεράντα, όπου του έκανε νεύμα να καθίσει στον καναπέ. Δεν τον ρώτησε τι ήθελε. Δεν χρειαζόταν. Περίμενε αυτή την επίσκεψη πάνω από είκοσι χρόνια. «Υπέροχα φυτά. Είναι αυτό που λένε να έχει κανείς πράσινα χέρια, έτσι δεν είναι;» 0 Πάτρικ γέλασε νευρικά 0 Αλμπερτ δεν είπε τίποτα, αλλά κοίταξε με ήρεμο βλέμμα τον Πάτρικ. Καταλάβαινε ότι δεν ήταν εύκολο για τον αστυνομικό να έρχεται με τέτοια μαντάτα, αλλά δεν χρειαζόταν να ανησυχεί. Έπειτα από τόσα χρόνια αναμονής καλό θα ήταν ν’ ακούσει τελικά την αλήθεια. Είχε πενθήσει αρκετά. "Λοιπόν, ήρθα να σας πω ότι βρήκαμε την κόρη σας". Ο Πάτρικ καθάρισε τον λαιμό του και συνέχισε: «Βρήκαμε την κόρη σας και μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι δολοφονήθηκε. Ο Άλμπερτ απλώς έγνεψε. Ταυτόχρονα ένιωσε να γαληνεύει η ψυχή του. Επιτέλους θα μπορούσε να τη βάλει ν’ αναπαυτεί, θα είχε έναν τάφο να πηγαίνει, θα την έβαζε μαζί με τη Λινέα. "Πού τη βρήκατε;" «Στη Χαράδρα του Βασιλιά». "Στη Χαράδρα του Βασιλιά;" Ο Άλμπερτ ζάρωσε το μέτωπό του. «Μα αν ήταν εκεί, πώς δεν βρέθηκε νωρίτερα; Τόσος κόσμος περνάει από εκεί». Ο Πάτρικ Χέντστρεμ τού είπε για τη δολοφονημένη Γερμανίδα τουρίστρια, όπως επίσης ότι είχαν βρει, ενδεχομένως, και τη Σιβ. Ότι πίστευαν πως κάποιος τις είχε μεταφέρει εκεί νύχτα και ότι βρίσκονταν κάπου αλλού όλ' αυτά τα χρόνια.

0 Αλμπερτ δεν κυκλοφορούσε πολύ στην κωμόπολη πια και δεν είχε ακούσει -σε αντίθεση με όλους τους άλλους κατοίκους της Φιελμπάκα- για τον φόνο της νεαρής κοπέλας. Το πρώτο πράγμα που ένιωσε ακούγοντας τι της είχε συμβεί ήταν σαν κλοτσιά στο στομάχι. Κάποιοι κάπου θα ζούσαν την ίδια οδύνη που έζησαν αυτός και η Λινέα. Κάπου υπήρχε ένας πατέρας και μια μάνα που δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ την κόρη τους. Αυτό επισκίαζε την είδηση για τη Μόνα. Σε σύγκριση με την οικογένεια της νεκρής κοπέλας, αυτός ήταν τυχερός. Γι’ αυτόν το πένθος είχε προλάβει να αμβλυνθεί, να χάσει τις αιχμηρές του άκρες. Εκείνοι είχαν πολλά χρόνια ακόμη για να φτάσουν εκεί, και η καρδιά του Άλμπερτ πονούσε στη σκέψη αυτή. «Ξέρετε ποιος το έκανε;» «Δυστυχώς όχι. Αλλά θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να το μάθουμε». «Ξέρετε αν πρόκειται για το ίδιο άτομο;» Ο Πάτρικ χαμήλωσε το κεφάλι. «Όχι, ούτε γι' αυτό είμαστε βέβαιοι, όπως έχουν ως τώρα τα πράγματα. Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες, ωστόσο αυτά είναι όλα που μπορώ να πως μέχρι στιγμής». Ο Πάτρικ κοίταξε ανήσυχος τον γέρο άντρα μπροστά του. "Υπάρχει κάποιος που θα θέλατε να του τηλεφωνήσω; Κάποιος που θα μπορούσε να έρθει να σας κρατήσει συντροφιά;" Το χαμόγελο ήταν ήρεμο και πατρικό. «Όχι, δεν υπάρχει κανείς». «Να τηλεφωνήσω στον ιερέα να τον ρωτήσω μήπως μπορεί να έρθει;» Ξανά το ίδιο ήρεμο χαμόγελο. «Όχι, ευχαριστώ, δεν χρειάζομαι παπά. Και μην ανησυχείς, αυτή τη μέρα την έχω ζήσει αμέτρητες φορές στη φαντασία μου, οπότε δεν είναι κάτι που με σόκαρε. Θέλω απλώς να καθίσω εδώ, στην ησυχία μου, ανάμεσα στα φυτά μου, και να σκεφτώ. Δεν θα πάθω τίποτα. Μπορεί να είμαι μεγάλος, αλλά αντέχω ακόμη». Έβαλε το χέρι του πάνω στο χέρι του αστυνομικού, σαν να ήταν αυτός που παρηγορούσε τον Πάτρικ. Μπορεί να ήταν κι έτσι. «Αν ο αστυνομικός δεν έχει αντίρρηση, θα ήθελα να του δείξω μερικές φωτογραφίες της Μόνα και να του πω δυο λόγια γι’ αυτή. Για να καταλάβεις πραγματικά πώς ήταν όσο ζούσε». Δίχως να διστάσει, ο νεαρός άντρας έγνεψε καταφατικά, και ο Άλμπερτ βγήκε κουτσαίνοντας για να φέρει τα παλιά άλμπουμ. Επί μία ώρα τού έδειχνε τις φωτογραφίες και του έλεγε για την κόρη του. Ηταν μία από τις καλύτερες στιγμές που είχε περάσει ο Αλμπερτ εδώ και χρόνια και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι πήγαινε πολύς καιρός από τότε που είχε επιτρέψει στον εαυτό του να περιδιαβεί το μονοπάτι των αναμνήσεων. Οταν αποχαιρετίστηκαν στην πόρτα, έβαλε μια φωτογραφία στο χέρι του Πάτρικ. Ηταν η Μόνα στα πέμπτα της γενέθλιο, μπροστά από μια μεγάλη τούρτα με πέντε κεράκια και ένα χαμόγελο που έφτανε από το ένα αυτί μέχρι το άλλο. Ήταν απίστευτα γλυκό κορίτσι, με ξανθιές

μπούκλες και μάτια που έλαμπαν από ζωή. Ήταν σημαντικό για τον Άλμπερτ να έχουν αυτή την εικόνα της κατά νου όταν έψαχναν για τον δολοφόνο της. Μόλις έφυγε ο αστυνομικός, κάθισε ξανά στη βεράντα του. Εκλεισε τα μάτια και εισέπνευσε το γλυκό άρωμα των λουλουδιών. Μετά αποκοιμήθηκε και ονειρεύτηκε μια μακριά φωτεινή σήραγγα, όπου η Μόνα και η Λινέα τον περίμεναν σαν σκιές στο τέρμα της. Του φάνηκε ότι τον χαιρετούσαν. Η πόρτα του γραφείου του άνοιξε διάπλατα με πάταγο. Η Σούλβεΐγκ όρμησε μέσα, ενώ πίσω της ερχόταν τρέχοντας η Λάινε, κουνώντας απελπισμένα τα χέρια της. «Μαλάκα! Γαμημένο καθίκι!» Εκείνος μόρφασε αυτόματα μόλις άκουσε τις βρισιές. Πάντα θεωρούσε ενοχλητική την επίδειξη έντονων συναισθημάτων μπροστά του και τέτοιου είδους γλώσσα δεν τη συγχωρούσε με τίποτα. «Τι συμβαίνει; Σούλβεΐγκ, πιστεύω ότι πρέπει να ηρεμήσεις και να σταματήσεις να μου μιλάς έτσι!» Πολύ αργά αντιλήφθηκε ότι αυτό το αυστηρό ύφος στη φωνή του, το οποίο ήταν τόσο φυσιολογικό για τον ίδιο. απλώς την εξαγρίωνε περισσότερο. Εκείνη φαινόταν έτοιμη να ορμήσει πάνω του και να τον πνίξει, και ο Γκάμπριελ, για ασφάλεια, πήγε και στάθηκε πίσω από το γραφείο του. «Να ηρεμήσω! Σ’ εμένα λες να ηρεμήσω, υποκριτικό και γαμημένο γουρούνι! Μαλακοψώλη!» 0 Γκάμπριελ την έβλεπε ν' απολαμβάνει τα σκιρτήματα του σε κάθε χυδαία της λέξη. Πίσω από αυτήν, η Λάινε φαινόταν να χλωμιάζει όλο και περισσότερο. Η Σούλβεΐγκ χαμήλωσε την ένταση της φωνής της ελάχιστα, αλλά ο τόνος της έγινε πιο μοχθηρός. «Τι έγινε, Γκάμπριελ; Γιατί δείχνεις τόσο χαμηλοθώρης τώρα; Συνήθως σου άρεσε όταν σου ψιθύριζα βρομόλογα στο αυτί, καύλωνες όταν με άκουγες. Θυμάσαι, Γκάμπριελ;» Η Σούλβεΐγκ έβγαζε τις λέξεις σφυριχτά, γεμάτες μίσος, καθώς ταυτόχρονα πλησίαζε το γραφείο του Γκάμπριελ. «Δεν υπάρχει λόγος να μιλάμε για παλιά αποφάγια. Έχεις κάτι να μου πεις ή είσαι απλώς μεθυσμένη και αντιπαθής όπως πάντα;» «Αν έχω κάτι να σου πω; Βεβαίως και έχω, ζώο. Είχα πάει κάτω στη Φιελμπάκα και ξέρεις η έμαθα; Βρήκαν τη Μόνα και τη Σιβ». Ο Γκάμπριελ τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Η έκπληξη διαγραφόταν καθαρά στο πρόσωπό του. «Βρήκαν τα κορίτσια; Πού;» Η Σούλβεΐγκ ακούμπησε στο γραφείο, στηρίζοντας όλο της το βάρος πάνω στα χέρια της, έτσι ώστε το πρόσωπό της ν’ απέχει μόνο μερικά εκατοστά από του Γκάμπριελ.

«Στη Χαράδρα του Βασιλιά. Μαζί με μια νεαρή Γερμανίδα που δολοφονήθηκε. Και πιστεύουν ότι πρόκειται για τον ίδιο δολοφόνο. Ντροπή σου και αίσχος, Γκάμπριελ Χουλτ! Ντροπή σου και αίσχος που κατέδωσες τον αδερφό σου, τη σάρκα και το αίμα σου. Και παρόλο που ποτέ δεν υπήρξε το παραμικρό στοιχείο εναντίον του, είχε στιγματιστεί ως ένοχος στα μάτια του κόσμου. Ήταν δακτυλοδεικτούμενος και όλοι ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη του. Αυτό τον έφαγε. Αλλά ίσως εσύ να ήξερες ότι θα κατέληγε έτσι. Ήξερες ότι ήταν αδύναμος. Όη ήταν ευαίσθητος. Δεν μπόρεσε να διαχειριστεί αυτή την ντροπή και κρεμάστηκε. Δεν θα με εξέπληττε καθόλου αν το είχες υπολογίσει αυτό όταν τηλεφώνησες στην αστυνομία. Δεν μπορούσες ν’ αντέξεις το γεγονός ότι ο Εφραίμ τον αγαπούσε περισσότερο». Η Σούλβεΐγκ τον χτυπούσε τόσο δυνατά με το δάχτυλό της στο στήθος που ο Γκάμπριελ έκανε ένα βήμα πίσω σε κάθε της χτύπημα. Ήδη βρισκόταν με την πλάτη κολλημένη στο περβάζι του παραθύρου και δεν μπορούσε πια να της ξεφύγει. Ήταν στριμωγμένος. Προσπάθησε να γνέψει με το βλέμμα στη Λάινε μήπως μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, αλλά εκείνη, ως συνήθως, στεκόταν εκεί και κοίταζε με βλέμμα απλανές εντελώς ανίκανη ν' αντιδράσει. «Ο Γιοχάνες μου ήταν πάντα περισσότερο αγαπητός από σένα, κι αυτό δεν μπορούσες να το αντέξεις, έτσι δεν είναι;» Δεν περίμενε καμιά απάντηση στους ισχυρισμούς της. που τους έκανε υπό μορφή ερωτήσεων, και συνέχισε τον μονόλογό της. «Ακόμα και όταν τον αποκλήρωσε ο Εφραίμ δεν σταμάτησε να τον αγαπάει περισσότερο από σένα. Πήρες το υποστατικό και τα λεφτά αλλά δεν κέρδισες ποτέ την πατρική αγάπη. Παρόλο που εσύ ήσουν αυτός που δούλευε για το υποστατικό, ενώ ο Γιοχάνες γλεντούσε τη ζωή του. Και μετά όταν σου πήρε την αρραβωνιαστικιά, το ποτήρι ξεχείλισε, έτσι δεν είναι; Πες μου. Γκάμπριελ, τότε ήταν που άρχισες να τον μισείς; Τότε άρχισες να μισείς τον αδερφό σου; Βέβαια, ίσως ήταν άδικο αυτό που σου έκανε, αλλά και πάλι δεν σου έδινε το δικαίωμα να κάνεις αυτό που έκανες. Κατέστρεψες τη ζωή του Γιοχάνες, τη δική μου και των παιδιών αντάμα. Νομίζεις ότι δεν ξέρω τι κάνουν τα αγόρια μου; Εσύ ευθύνεσαι και γι’ αυτό, Γκάμπριελ Χουλτ. Επιτέλους όμως ο κόσμος θα ανακαλύψει τώρα ότι ο Γιοχάνες δεν είχε κάνει τίποτε από αυτά που ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη του όλ’ αυτά τα χρόνια Τελικά τα παιδιά μου κι εγώ θα μπορέσουμε να περπατήσουμε ξανά με το κεφάλι ψηλά». Η οργή της φάνηκε επιτέλους να ξεθυμαίνει, παραχωρώντας τη θέση της στα δάκρυα. Ο Γκάμπριελ δεν ήξερε ποιο από τα δύο ήταν χειρότερο. Για μια στιγμή, είχε διακρίνει μέσα σ’ εκείνη την οργή μια σύντομη εικόνα της παλιάς Σούλβεΐγκ. Της όμορφης βασίλισσας που τον είχε κάνει περήφανο όταν την αρραβωνιάστηκε, πριν έρθει και την κάνει δική του ο αδερφός του, όπως έκανε δικά του όλα όσα ο Γκάμπριελ ήθελε στη ζωή του. Όταν, λοιπόν, η οργή αντικαταστάθηκε από τα δάκρυα η Σούλβεΐγκ ξεφούσκωσε σαν μπαλόνι, κι εκείνος αντίκρισε ξανά εκείνη την υπέρβαρη, απεριποίητη γυναίκα-ναυάγιο που περνούσε τις μέρες της βυθισμένη στην αυτολύπηση. "Μακάρι να καείς στην κόλαση, Γκάμπριελ Χουλτ, μαζί τον πατέρα σου". Ψιθύρισε τις λέξεις αυτές και μετά εξαφανίστηκε το ίδιο γρήγορα όπως είχε εμφανιστεί. Πίσω της άφησε τον Γκάμπριελ και τη Λάινε, 0 πρώτος ένιωθε σαν να είχε υποστεί νευρικό κλονισμό. Κάθισε

αργά στην πολυθρόνα του και κοίταξε βουβός τη σύζυγο του. Αντάλλαξαν βλέμματα αλληλοκατανόησης. Ήξεραν και οι δυο τι σήμαινε η ανεύρεση αυτών των παλιών σκελετών. Με μεγάλο ζήλο και αυτοπεποίθηση ο Μάρτιν ανέλαβε το έργο να βρει όλες τις πληροφορίες για την Τάνια Σμιτ. όπως ήταν το πλήρες άνομα της κοπέλας στο διαβατήριο. Η Λίζε είχε επιστρέψει όλα τα πράγματα της Τάνια, όπως της είχαν ζητήσει, και ο Μάρτιν είχε ελέγξει το σακίδιό της εξονυχιστικά. Στον πάτο βρισκόταν το διαβατήριό της. που έδειχνε σχεδόν αχρησιμοποίητο. Στην πραγματικότητα, υπήρχε μόνο μία σφραγίδα απ’ όταν μπήκε από τη Γερμανία στη Σουηδία. Είτε δεν είχε ταξιδέψει εκτός Γερμανίας άλλη φορά είτε είχε βγάλει καινούργιο διαβατήριο. Η φωτογραφία του διαβατηρίου ήταν εκπληκτικά καθαρή και ο Μάρτιν αποφάνθηκε ότι η κοπέλα ήταν όμορφη αν και η ομορφιά της έκλινε κάπως προς το σύνηθες. Καστανά μάτια και καστανά μαλλιά, που έφταναν λίγο πιο κάτω από τους ώμους. Ύψος ένα και εξήντα πέντε και κανονική κορμοστασιά, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Κατά τ' άλλα το σακίδιο δεν είχε αποκαλύψει τίποτα ενδιαφέρον. Μερικές αλλαξιές ρούχα, κάποια φθαρμένα βιβλία τσέπης, είδη προσωπικής υγιεινής και μερικά περιτυλίγματα από καραμέλες. Τίποτα προσωπικό γενικώς, κάτι που ο Μάρτιν το βρήκε αρκετά παράξενο. Μα δεν θα έπρεπε να είχε, τουλάχιστον, κάποια φωτογραφία της οικογένειας ή του φίλου της μαζί ή έστω μια ατζέντα με διευθύνσεις; Βέβαια είχαν βρει μια τσάντα δίπλα στο πτώμα. Η Λίζε είχε επιβεβαιώσει ότι η Τάνια είχε μια κόκκινη τσάντα. Πιθανώς να κρατούσε εκεί μέσα τα προσωπικά της αντικείμενα. Εν πάση περιπτώσει, τώρα είχαν χαθεί. Θα μπορούσε άραγε να ήταν ληστεία; Μήπως ο δολοφόνος είχε πάρει τα προσωπικά της είδη για ενθύμιο; Είχε δει στο Ντισκάβερι Τσάνελ, σε ένα πρόγραμμα για κατά συρροή δολοφόνους, ότι οι τελευταίοι συνήθιζαν να κρατούν προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων τους ως μέρος του τελετουργικού. Ο Μάρτιν έβαλε φρένο στον εαυτό του. Δεν υπήρχε τίποτε ακόμη που να αποδεικνύει την ύπαρξη ενός κατά συρροή δολοφόνου. Καλύτερα θα ήταν να μην κολλάει σε τέτοιες σκέψεις. Αρχισε να κρατάει μερικές σημειώσεις για το πώς θα χειριζόταν την έρευνα για την Τάνια. Πρώτον, έπρεπε να επικοινωνήσει με τη γερμανική αστυνομία, κάτι που επρόκειτο να χάνει όταν τον είχε πάρει τηλέφωνο ο Τορντ Πέντερσεν. Μετά, θα μιλούσε ξανά με τη Λίζε και τέλος σκέφτηκε να ζητήσει από τον Γιέστα να πάει μαζί του στο κάμπινγκ για να κάνει μερικές ερωτήσεις και να μάθει μήπως η Τάνια είχε μιλήσει με κανέναν εκεί. Ή ίσως θα ήταν καλύτερο να ζητούσε από τον Πάτρικ ν’ αναθέσει αυτή τη δουλειά στον Γιέστα. Όσο διαρκούσε η έρευνα, ο Πάτρικ είχε την αρμοδιότητα να δίνει εντολές στον Γιέστα, όχι ο Μάρτιν. Αλλωστε, τα προβλήματα λύνονταν πολύ πιο εύκολα αν ακολουθούσαν το πρωτόκολλο κατά γράμμα. Αρχισε πάλι να σχηματίζει το νούμερο της γερμανικής αστυνομίας και αυτή τη φορά κατάφερε να πιάσει γραμμή, θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς ότι η συζήτηση κύλησε ομαλά, αλλά όταν έκλεισε το τηλέφωνο ήταν σχετικά σίγουρος πως είχε καταφέρει να τους ζητήσει αυτά που ήθελε με σωστό τρόπο. Εκείνοι υποσχέθηκαν να τον ειδοποιήσουν αμέσως μόλις είχαν περισσότερες πληροφορίες. Τουλάχιστον αυτό του φάνηκε πως του είπε το άτομο από την άλλη άκρη της γραμμής. Αν πλήθαιναν οι επαφές με τους Γερμανούς συναδέλφους, θα αναγκάζονταν να πάρουν διερμηνέα.

Ενώ αναλογιζόταν πόσος χρόνος θα απαιτούνταν για να πάρουν τα στοιχεία από το εξωτερικό, ευχόταν να είχαν και στο αστυνομικό τμήμα μια καλή σύνδεση στο Διαδίκτυο σαν κι αυτή που είχε σπίτι του. Επειδή όμως φοβόντουσαν μήπως πέσουν θύματα χάκερ δεν είχαν εγκαταστήσει ούτε ένα υποτυπώδες μόντεμ. Κράτησε μια νοητή σημείωση στο μυαλό του να κάνει μια αναζήτηση για τον αριθμό της Τάνια Σμιτ στον γερμανικό τηλεφωνικό κατάλογο όταν επέστρεφε σπίτι, αν βέβαια ήταν διαθέσιμος στο Διαδίκτυο. Παρόλο που, αν θυμόταν καλά, το επώνυμο «Σμιτ» ήταν ένα από τα πιο συνηθισμένα Γερμανικά επώνυμα, οπότε είχε ελάχιστες πιθανότητες να βρει κάτι. Επειδή δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πέρα από το να περιμένει τις πληροφορίες από τη Γερμανία, σκέφτηκε ν’ ασχοληθεί με την επόμενη αποστολή του. Είχε τον αριθμό του κινητού της Λίζε και της τηλεφώνησε για να επιβεβαιώσει αρχικά ότι ήταν ακόμη στη Σουηδία. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν υποχρεωμένη να μείνει, αλλά είχε υποσχεθεί να μη φύγει για κάνα δυο μέρες ώστε να προλάβουν να μιλήσουν ξανά μαζί της. Το ταξίδι της πρέπει να είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος της γοητείας του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της στον Πάτρικ, οι δύο κοπέλες είχαν γίνει πολύ καλές φίλες μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τώρα καθόταν μόνη της σε μια σκηνή στο κάμπινγκ του Σέλβικ της Φιελμπάκα, γνωρίζοντας πως η προσωρινή συνταξιδιώτισσα της είχε δολοφονηθεί. Να κινδύνευε άραγε και η ίδια; Αυτό ήταν ένα σενάριο που ο Μάρτιν δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα. Ισως όμως καλύτερα να μιλούσε πρώτα με τον Πάτρικ γι' αυτό μόλις εκείνος επέστρεφε στο αστυνομικό τμήμα. Ο δολοφόνος θα μπορούσε κάλλιστα να είχε δει τις κοπέλες στο κάμπινγκ μαζί και για κάποιο λόγο να επικέντρωσε την προσοχή του σε αυτές τις δύο. Αλλά, αν ήταν έτσι, πώς έδεναν οι σκελετοί της Μόνα και της Σιβ με την όλη εικόνα; Της Μόνα και, ενδεχομένως, της Σιβ, διόρθωσε αμέσως τον εαυτό του. Ποτέ δεν θα έπρεπε να θεωρεί κανείς σίγουρο κάτι που ήταν απλώς σχεδόν σίγουρο, είχε πει ένας από τους καθηγητές στην αστυνομική ακαδημία κάποια στιγμή, και ήταν μια συμβουλή που ο Μάρτιν προσπαθούσε να την τηρεί πάντα στη δουλειά του. Τώρα που το ξανασκεφτόταν δεν πίστευε ότι η Λίζε κινδύνευε. Πάλι όλα ήταν θέμα πιθανοτήτων, και οι πιθανότητες έλεγαν ότι η Λίζε έτυχε να εμπλακεί σε κάτι απλώς και μόνο εξαιτίας μιας άτυχης επιλογής συνταξιδιώτισσας. Παρά τις προηγούμενες ανησυχίες του, ο Μάρτιν αποφάσισε να βάλει τον Γιέστα στη δουλειά με κομψό τρόπο. Διέσχισε τον διάδρομο και μπήκε στο γραφείο του. «Γιέστα, μπορώ να σε διακόψω;» 0 Γιέστα μιλούσε στο τηλέφωνο, περιγράφοντάς ακόμη με ποιητικό οίστρο τα κατορθώματα του. Όταν πρόβαλε το κεφάλι του Μάρτιν στην πόρτα του, έκλεισε αμέσως με ένοχο ύφος. «Ναι;» «Ο Πάτρικ ζήτησε να πάμε στο κάμπινγκ του Σέλβικ. Εγώ πρέπει να συναντήσω τη φίλη του θύματος, κι εσύ θα μπορούσες, υποθέτω, να κάνεις μερικές ερωτήσεις στους υπόλοιπους κατασκηνωτές».

Ο Γιέστα γρύλισε, αλλά δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα αυτών που είπε ο Μάρτιν για το πώς ο Πάτρικ είχε κατανείμει τα καθήκοντα. Πήρε το τζάκετ του και ακολούθησε τον Μάρτιν έξω στο περιπολικό. Η μπόρα είχε γίνει πια ψιλόβροχο, αλλά ο αέρας ήταν καθαρός και φρέσκος. Φαινόταν σαν να είχαν ξεπλυθεί όλες οι προηγούμενες εβδομάδες σκόνης και καύσωνα, και τώρα όλα έδειχναν καθαρότερα απ' ό,τι συνήθως. «Ας ελπίσουμε μόνο ότι αυτή η βροχή δεν θα κρατήσει πολύ, γιατί διαφορετικά όλα θα πάνε κατά διαβόλου με το παιχνίδι του γκολφ». Ο Γιέστα μουρμούριζε βλοσυρά εκεί που κάθονταν στο περιπολικό, και ο Μάρτιν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που δεν ήταν ικανοποιημένος με αυτό το μικρό διάλειμμα δροσιάς. «Α, εγώ νομίζω ότι είναι σκέτη απόλαυση αυτή η βροχή. Εκείνος ο καύσωνας κόντεψε να με πεθάνει. Σκέψου και την κοπελιά του Πάτρικ. Πρέπει να είναι πολύ βασανιστικό να κυκλοφορείς με τόσο μεγάλη κοιλιά μέσα στο κατακαλόκαιρο. Δεν θα τα κατάφερνα ποτέ, σίγουρα πράγματα». Ο Μάρτιν συνέχισε να φλυαρεί, γνωρίζοντας καλά ότι ο Γιέστα είχε την τάση να μην είναι ιδιαίτερα ομιλητικός ειδικά όταν η συζήτηση δεν στρεφόταν γύρω από το γκολφ. Επειδή, λοιπόν, οι γνώσεις του Μάρτιν για το γκολφ επεκτείνονταν πέρα από το ότι το μπαλάκι ήταν στρογγυλό και άσπρο και ότι αναγνώριζε τους παίκτες από εκείνα παντελόνια που έμοιαζαν με των παλιάτσων, αποφάσισε να κρατήσει τον «διάλογο» ζωντανό από μόνος του. Γι' αυτό και δεν κατέγραψε με την πρώτη το χαμηλόφωνο σχόλιο του Γιέστα. «Το δικό μας αγόρι γεννήθηκε αρχές Αυγούστου, ένα καυτό καλοκαίρι σαν κι αυτό». «Έχεις γιο, Γιέστα; Ειλικρινά, δεν το ήξερα». 0 Μάρτιν σκάλισε τη μνήμη του για σχόλια που μπορεί να είχε ακούσει για την οικογένεια του Γιέστα. Ήξερε ότι η σύζυγός του είχε πεθάνει πριν από κάνα δυο χρόνια, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ότι είχε ακούσει κάτι για παιδιά. Κοίταξε με έκπληκτο βλέμμα τον Γιέστα, που καθόταν δίπλα του. Ο συνάδελφός του δεν του αντιγύρισε το βλέμμα, αλλά συνέχισε να κοιτάζει τα χέρια του, που τα είχε ακουμπήσει στα γόνατά του. Δίχως να δείχνει ότι το έκανε συνειδητά, στριφογύριζε τη χρυσή βέρα του, που συνέχιζε να τη φοράει. Ήταν σαν να μην είχε ακούσει την ερώτηση του Μάρτιν. Αντιθέτως, συνέχισε να μιλάει με άχρωμη φωνή: «Η Μάιμπριτ είχε πάρει τριάντα κιλά. Είχε γίνει σαν ντουλάπα. Ούτε κι αυτή άντεχε να κινείται με τέτοια ζέστη. Προς το τέλος καθόταν απλώς στη σκιά και ήταν μονίμως λαχανιασμένη. Της κουβαλούσα τόνους νερό για να πίνει, αλλά ήταν σαν να πότιζες καμήλα, η δίψα δεν έσβηνε ποτέ ». Άφησε ένα σύντομο γέλιο, ένα παράξενο, εσωστρεφές, ελαφρώς τρυφερό γέλιο. Ο Μάρτιν κατάλαβε ότι ο Γιέστα είχε μπλεχτεί τόσο πολύ μέσα στις ατραπούς της μνήμης που αποφάσισε να τον αφήσει στην ησυχία του. Ο Γιέστα συνέχισε:

"Το αγόρι ήταν τέλειο ήταν γεννήθηκε. Γεμάτο και όμορφο. Μου έμοιαζε πολύ, έλεγαν όλοι. Αλλά μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα". Τώρα στριφογύριζε τη βέρα όλο και πιο γρήγορα. «Τους είχα επισκεφτεί στο δωμάτιο της κλινικής, όταν το μωρό σταμάτησε ν’ αναπνέει. Έγινε χαμός. Μπήκαν μέσα τρέχοντας ένα σωρό άνθρωποι από κάθε πιθανή κατεύθυνση και γωνιά και το πήραν μακριά μας. Την επόμενη φορά που το είδαμε ήταν σε φέρετρο. Ήταν μια ωραία τελετή. Μετά, να... Ξέρεις δεν θελήσαμε να προσπαθήσουμε ξανά. Ακριβώς για να μην ξαναπάθουμε τα ίδια. Κι αν πήγαινε πάλι κάτι λάθος; Η Μάιμπριτ δεν θα το άντεχε, ούτε κι εγώ. Κι έτσι αρκεστήκαμε ο ένας στον άλλο». 0 Γιέστα τινάχτηκε σαν να είχε βγει από έκσταση. Κοίταξε τον Μάρτιν επιτιμητικά, σαν να έφταιγε εκείνος που είχαν βγει αυτές οι κουβέντες από το στόμα του. «Φυσικά, δεν μιλάω πλέον γι’ αυτό. Ούτε, εδώ που τα λέμε, είναι κάτι που χρειάζεται ν’ αποτελέσει θέμα συζήτησης όταν κάθεστε και πίνετε τον καφέ σας στο διάλειμμά σας. Έχουν περάσει σαράντα χρόνια πια και δεν χρειάζεται να το μάθουν και οι υπόλοιποι». 0 Μάρτιν έγνεψε καταφατικά. Μετά όμως. μην μπορώντας να κρατηθεί, χτύπησε φιλικά τον Γιέστα στον ώμο. Ο ηλικιωμένος άντρας γρύλισε, αλλά ο Μάρτιν ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή είχε δημιουργηθεί ένας ανεπαίσθητος δεσμός φιλίας μεταξύ τους, εκεί που παλιότερα υπήρχε μόνο μια αμοιβαία έλλειψη σεβασμού. Ο Γιέστα, βέβαια, δεν έπαυε να είναι ένα από τα χειρότερα δείγματα αστυνομικού που μπορούσε να βγάλει το Σώμα, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν διέθετε εμπειρίες και γνώσεις, που ο Μάρτιν θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί. Ένιωσαν και οι δύο μεγάλη ανακούφιση όταν έφτασαν στο κάμπινγκ. Η βουβαμάρα που επικρατεί έπειτα από μεγάλες εκμυστηρεύσεις μπορεί να αποβεί πολύ βαριά, και τα τελευταία πέντε λεπτά ήταν ακριβώς έτσι. Ο Γιέστα απομακρύνθηκε σκυφτός, με τα χέρια στις τσέπες και μια αποκαρδιωμένη έκφραση, για να πάει να κάνει ερωτήσεις στους επισκέπτες του κάμπινγκ. Ο Μάρτιν, ρωτώντας πήγε προς τη σκηνή της Λίζε και αντίκρισε ένα πράγμα που δεν ήταν μεγαλύτερο από μαντίλι για το κεφάλι. Ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο μεγαλύτερες σκηνές, φαντάζοντας έτσι ακόμα μικρότερη. Στη σκηνή που βρισκόταν δεξιά της θορυβούσε ασταμάτητα μια οικογένεια με παιδιά και στα αριστερά της καθόταν ένας μεγαλόσωμος νεαρός άντρας, περίπου είκοσι πέντε χρονών, και έπινε μπίρα κάτω από ένα σκίαστρο που αποτελούσε επέκταση της σκηνής του. Όλοι κοίταζαν Μάρτιν περίεργα καθώς πλησίαζε τη σκηνή της Λίζε. Δεν υπήρχε τίποτα να χτυπήσει για ν’ ανακοινώσει την άφιξη του και γι' αυτό φώναξε, κάπως διστακτικά, το όνομά της. Δυο ώρες αργότερα έφυγαν από εκεί δίχως να έχουν μάθει τίποτα καινούργιο. Η Λίζε δεν ήξερε τίποτα περισσότερο πέρα απ’ όσα είχε ήδη πει στον Πάτρικ στο αστυνομικό τμήμα, και κανένας από τους άλλους κατασκηνωτές δεν είχε παρατηρήσει κάτι σημαντικό σε σχέση με την Τάνια ή τη Λίζε. Όμως, υπήρχε κάτι που του τράβηξε την προσοχή και αυτή τη στιγμή τού διέφευγε. Το αναζητούσε πυρετωδώς ανάμεσα στις αισθητηριακές εντυπώσεις που είχε αποκομίσει κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στο κάμπινγκ, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Ήταν κάτι που είχε δει και το οποίο θα έπρεπε

να είχε καταγράψει. Τυμπάνισε εκνευρισμένος τα δάχτυλα του στο τιμόνι, αλλά τελικά αναγκάστηκε ν’ αποδιώξει τη σκέψη που τριβέλιζε την αγχωμένη μνήμη του. Επέστρεψαν σιωπηλοί στη βάση τους. Ο Πάτρικ ήλπιζε να γίνει σαν τον Άλμπερτ Τερνμπλάντ όταν γερνούσε. Όχι τόσο μόνος, βέβαια, αλλά σίγουρα το ίδιο σικ. Ο Αλμπερτ δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του να καταπέσει μετά τον θάνατο της γυναίκας του, κάτι που συνέβαινε με πολλούς άλλους ηλικιωμένους όταν έμεναν μόνοι. Αυτός, απεναντίας ήταν καλοντυμένος, με γιλέκο και πουκάμισο, ενώ τα λευκά μαλλιά και γένια του ήταν καλοφροντισμένα. Παρά τη δυσκολία που είχε στο περπάτημα, κινούνταν αξιοπρεπώς, με το κεφάλι ψηλά, και όσο μπόρεσε να δει ο Πάτρικ από το σπίτι, ήταν σίγουρο πως το διατηρούσε καθαρό και ταχτοποιημένο 0 Πάτρικ εντυπωσιάστηκε, επίσης, από τον τρόπο με τον οποίο ο Αλμπερτ χειρίστηκε το μαντάτο για την ανεύρεση του σκελετού της κόρης του. Φαινόταν ότι είχε συνάψει ειρήνη με τη μοίρα του και ζούσε όσο καλύτερα μπορούσε στις συνθήκες αυτές. 0 Πάτρικ είχε συγκινηθεί πολύ από τις φωτογραφίες που του έδειξε ο Αλμπερτ. Όπως πολλές φορές πριν, είχε ακινητοποιήσει πως ήταν πολύ εύκολο να θεωρείς τα θύματα εγκλημάτων ένα απλό στατιστικό δεδομένο ή να τους βάζεις ταμπέλες, όπως «ο ενάγων» ή «το θύμα». Ηταν το ίδιο είτε επρόκειτο για θύμα ληστείας είτε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για θύμα δολοφονίας. Ο Αλμπερτ έκανε πολύ καλά που του τις Διότι τώρα είχε καταφέρει να παρακολουθήσει τα στάδια της ζωής της Μόνα από τη στιγμή της γέννησής της μέχρι που έγινε ένα παχουλό μωράκι, από τη στιγμή που πήγε σχολείο μέχρι που πήρε απολυτήριο λυκείου και έγινε εκείνη η χαρούμενη και υγιέστατη κοπέλα ως τη στιγμή που χάθηκε. Όμως, υπήρχε και άλλη μια κοπέλα για την οποία όφειλε να μάθει περισσότερα. Εκτός αυτού, γνώριζε πολύ καλά την περιοχή για να ξέρει ότι οι φήμες είχαν ήδη βγάλει φτερά και πετούσαν με ταχύτητα αστραπής στη μικρή κοινωνία. Καλύτερα να τις προλάβαινε πηγαίνοντας να μιλήσει με τη μητέρα της Σιβ Λαντίν, έστω κι αν δεν είχε επιβεβαιωθεί ακόμη η ταυτότητα της Σιβ. Για ασφάλεια, είχε ελέγξει τη διεύθυνσή της πριν φύγει από το Τμήμα. Δυσκολεύτηκε κάμποσο να την εντοπίσει, μια που η Γκουν δεν λεγόταν πλέον Λαντίν στο επίθετο. Μάλλον είχε παντρευτεί ή έστω ξαναπαντρευτεί, αν δεν ήταν παντρεμένη με τον πατέρα της Σιβ. Έπειτα από λίγη έρευνά είχε ανακαλύψει ότι τώρα ονομαζόταν Γκουν Στρούβερ και ότι στην οδό Νόρα Χαμνγκάταν στη Φιελμπάκα υπήρχε καταχωρισμένο ένα εξοχικό στο ζεύγος Γκουν και Λαρς Στρούβερ. Το όνομα Στρούβερ κάτι του έλεγε, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ακριβώς. Είχε την τύχη να βρει χώρο να παρκάρει στο Πλάναρνα, κάτω από το εστιατόριο Μπαντ, και διένυσε τα τελευταία εκατό μέτρα με τα πόδια. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες η οδός Νόρα Χαμνγκάταν ήταν μονόδρομος, αλλά στη μικρή απόσταση που διένυσε περπατώντας συνάντησε τρεις ηλίθιους οδηγούς που μάλλον δεν μπορούσαν να διαβάσουν τις πινακίδες οδικής κυκλοφορίας, αναγκάζοντας τον έτσι να κολλήσει πάνω στον πέτρινο τοίχο, καθώς οδηγούσαν κόντρα στο ρεύμα και στρίμωχναν τα πάντα στο διάβα τους. Προφανώς, πρέπει να έμεναν όλοι τους σε περιοχή με πολύ ανώμαλο έδαφος, μια που και οι τρεις είχαν αναγκαστεί να μετακινούνται με μεγάλα τζιπ

τέσσερα επί τέσσερα. Αυτός ο τύπος οχημάτων ήταν πολύ συνηθισμένος ανάμεσα στους καλοκαιρινούς επισκέπτες, και ο Πάτρικ υπέθεσε πως η περιοχή της Στοκχόλμης είχε αρχίσει μάλλον να θεωρείται κακοτράχαλο έδαφος. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να βγάλει την αστυνομική του ταυτότητα και να τους δώσει μερικές πληροφορίες για το τι έλεγε ο νόμος, αλλά συγκροτήθηκε. Αν σπαταλούσαν τον χρόνο τους για να διδάσκουν στους λουόμενους τα καλοκαίρια λίγη αξιοπρεπή συμπεριφορά, δεν θα προλάβαιναν να κάνουν πολλά άλλα Όταν τελικά έφτασε στο σωστό σπίτι -ένα λευκό σπίτι, με γωνίες βαμμένες μπλε. που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, απέναντι από τη σειρά των κόκκινων ψαράδικων σπιτιών που προσέδιδαν στη Φιελμπάκα το χαρακτηριστικό της χρώμα -, είδε τους ιδιοκτήτες να ξεφορτώνουν δύο μεγάλες βαλίτσες από ένα χρυσαφί Volvo V70. Ή πιο σωστά, είδε έναν ηλικιωμένο κύριο με σταυροκουμπωτό σακάκι που ξεφόρτωνε λαχανιασμένος τις τεράστιες βαλίτσες μόνος του, ενώ μια κοντή και υπερβολικά μακιγιαρισμένη γυναίκα στεκόταν δίπλα του και χειρονομούσε. Ήταν και οι δύο ηλιοκαμένοι, με έμφαση στο "καμένοι", αν και το καλοκαίρι δεν ήταν τόσο καυτό και ηλιόλουστο φέτος, θα πίστευε ότι είχαν ξεκαλοκαιριάσει στο εξωτερικό. Αυτό το καλοκαίρι όμως οι βραχονησίδες της Φιελμπάκα θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν λειτουργήσει ως τόπος ηλιοθεραπείας. Κατευθύνθηκε προς το ζευγάρι και δίστασε για λίγο πριν καθαρίσει τον λαιμό του για να τραβήξει την προσοχή τους. Και οι δυο τους σταμάτησαν ό,τι έκαναν και στράφηκαν προς το μέρος του. «Ναι;» Η φωνή της Γκουν Στρούβερ ήταν κάπως τσιριχτή και ο Πάτρικ διέκρινε μια έκφραση θυμού στο πρόσωπό της. «Λέγομαι Πάτρικ Χέντστρεμ χαι είμαι από την αστυνομία. Μήπως θα μπορούσα να μιλήσω λίγο μαζί σας;» «Επιτέλους!» Σήκωσε απότομα τα χέρια της. με τα κατακόκκινα νύχια, και το βλέμμα της προς τον ουρανό. «Τι κάνατε τόσο καιρό; Δεν μπορώ να καταλάβω πού πηγαίνουν οι φόροι μας! Ένα καλοκαίρι ολόκληρο σας λέμε ότι έρχονται και παρκάρουν παράνομα στη θέση μας, αλλά εσείς τσιμουδιά. Τι θα κάνετε τελικά; Θα βάλετε φρένο σε αυτό τον μπελά; Πληρώσαμε ένα σωρό λεφτά για το σπίτι και πιστεύουμε ότι έχουμε δικαίωμα να εκμεταλλευόμαστε τον δικό μας χώρο στάθμευσης, αλλά ίσως να ζητάμε πολλά!» Εβαλε τα χέρια της στη μέση και κάρφωσε το βλέμμα της στον Πάτρικ. Πίσω της στεκόταν ο σύζυγός της. που έμοιαζε σαν να εύχεται ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Προφανώς, κι αυτός δεν πίστευε ότι το θέμα ήταν τόσο σημαντικό. «Στην πραγματικότητα, δεν είμαι εδώ για καμία παραβίαση χώρου στάθμευσης. Όμως, πρώτα πρέπει να σας ρωτήσω κάτι: Το όνομά σας ήταν Γκουν Λαντίν και είχατε μια κόρη που ονομαζόταν Σιβ;"

Η Γκουν σταμάτησε να μιλάει αμέσως και έφερε το χέρι στο στόμα. Δεν χρειαζόταν άλλη απάντηση στην ερώτηση του. Ο άντρας της συνήλθε πρώτος και έδειξ* στον Πάτρικ την εξωτερική πόρτα, που ήταν ανοιχτή για να μεταφέρουν μέσα τις βαλίτσες. Φαινόταν λίγο παρακινδυνευμένο ν’ αφήσουν τις βαλίτσες έξω στον δρόμο, κι έτσι ο Πάτρικ έπιασε δύο αυτές και βοήθησε τον Λαρς Στρούβερ να τις κουβαλήσει μέσα, ενώ η Γκουν έσπευσε να μπει στο σπίτι πριν από τους άντρες. Μπήκαν στο καθιστικό, και η Γκουν με τον Λαρς κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλο στον καναπέ, ενώ ο Πάτρικ επέλεξε την πολυθρόνα. Η Γκουν γαντζώθηκε από τον Λαρς, ο οποίος τη χάιδευε μάλλον μηχανικά, σαν κάτι που έπρεπε να γίνει επειδή το απαιτούσε η περίσταση. "Τι συνέβη λοιπόν; Βρήκατε κάτι; Εδώ που τα λέμε, έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε. Πώς είναι δυνατόν να προέκυψε κάτι έπειτα από τόσο καιρό;" Η Γκουν φλυαρούσε νευρικά και ακατάπαυστα. «Θέλω να τονίσω ότι δεν έχουμε πάρει ακόμη τα στοιχεία από την αναγνώριση και δεν ξέρουμε σίγουρα αλλά μπορεί να βρήκαμε τη Σιβ». Το χέρι της Γκουν βρέθηκε στον λαιμό της. και για πρώτη φορά φάνηκε πως είχε μείνει άφωνη. Ο Πάτρικ συνέχισε: «Περιμένουμε ακόμη την οριστική αναγνώριση από τον ιατροδικαστή, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι η Σιβ». «Ναι, αλλά πώς... Πού...» Η Γκουν τραύλιζε τις ερωτήσεις, που ήταν ακριβώς ίδιες με αυτές που είχε κάνει ο πατέρας της Μόνα. «Βρέθηκε μια νεαρή γυναίκα νεκρή στη Χαράδρα του Βασιλιά. Μαζί με το πτώμα της κοπέλας βρέθηκε επίσης η Μόνα Τερνμπλάντ και, ενδεχομένως, η Σιβ». Εξήγησε και σε αυτούς, όπως είχε κάνει και με τον Άλμπερτ Τερνμπλάντ, ότι οι κοπέλες είχαν μεταφερθεί εκεί και ότι η αστυνομία έκανε τώρα τα πάντα για ν’ ανακαλύψει ποιος ή ποιοι θα μπορούσαν να είχαν διαπράξει τους φόνους. Η Γκουν έγειρε το πρόσωπό της στο στήθος του άντρα της, αλλά ο Πάτρικ πρόσεξε ότι έκλαιγε δίχως δάκρυα. Αποκόμισε την εντύπωση ότι ο τρόπος με τον οποίο εξέφραζε το πένθος της ήταν εν μέρει για τα μάτια του κόσμου, που λένε, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω από διαίσθηση. Μόλις η Γκουν συνήλθε, έβγαλε έναν μικρό καθρέφτη από τη τσάντα της και έλεγξε μήπως είχε χαλάσει το μακιγιάζ της, μετά ρώτησε τον Πάτρικ: "Τι γίνεται τώρα; Πότε μπορώ να παραλάβω τα απομεινάρια της μικρούλας μου Σιβ;». Δίχως να περιμένει την απάντηση του, στράφηκε και είπε στον άντρα της: «Πρέπει να της κάνουμε μια όμορφη κηδεία της μικρούλας μου της αγάπης, Λαρς. Θα μπορούσαμε να προσφέρουμε λίγο φαγητό και καφέ μετά την τελετή στην αίθουσα χορού του Grand Hotel. Ίσως ακόμα και γεύμα τριών πιάτων. Πιστεύεις ότι θα μπορούσαμε να καλέσουμε,..». Ανέφερε το όνομα ενός μεγαλοεπιχειρηματία, που ο Πάτρικ ήξερε ότι είχε ένα από τα σπίτια στην (δια οδό. λίγο πιο κάτω από εκεί. Η Γκουν συνέχισε; «Έπεσα πάνω στη γυναίκα του στο μίνι μάρκετ της Εύας στις αρχές του καλοκαιριού και μου είπε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθούμε με την πρώτη ευκαιρία Σίγουρα θα εκτιμούσαν μια πρόσκληση».

Ένας τόνος ενθουσιασμού είχε παρεισφρήσει στη φωνή της, και ο άντρας της ανασήκωσε επιτιμητικά τα φρύδια του. Τότε, ο Πάτρικ θυμήθηκε πού είχε ακούσει το όνομα Στρούβερ. Ο Λαρς Στρούβερ είχε ξεκινήσει μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες καταστημάτων τροφίμων στη Σουηδία, αλλά τώρα ήταν -αν θυμόταν καλά ο Πάτρικ- συνταξιούχος, και η αλυσίδα είχε ήδη πουληθεί σε ξένους επιχειρηματίες. Δεν ήταν περίεργο που είχαν την πολυτέλεια να ζουν σ' ένα τέτοιο σπίτι. Ο άντρας αυτός άξιζε πολλά εκατομμύρια. Η μητέρα της είχε ανέλθει κοινωνικά από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, τότε που ζούσε σ’ ένα μικρό εξοχικό, χειμώνα καλοκαίρι, με κόρη και εγγονή αντάμα. "Αγαπητή μου, μήπως θα ήταν προτιμότερο ν' αφήσουμε κατά μέρος τα πρακτικά ζητήματα προς το παρόν; Σίγουρα τώρα χρειάζεσαι κάποιον χρόνο για να επεξεργαστείς αυτά τα νέα». Της έριξε ένα επιτιμητικό βλέμμα, και η Γκουν χαμήλωσε μεμιάς τα μάτια και θυμήθηκε τον ρόλο της βαρυπενθούσας μητέρας. 0 Πάτρικ κοίταξε τον χώρο όπου βρίσκονταν και. παρά το δυσάρεστο καθήκον που τον είχε φέρει εκεί, ήταν έτοιμος να βάλει τα γέλια. Αυτό το μέρος ήταν μια παρωδία των εξοχική που θεωρούσε γελοία η Ερίκα. Όλος ο χώρος ήταν διακοσμημένος σαν καμπίνα ιστιοπλοϊκού, με θαλασσινά χρώματα, ναυτικούς χάρτες στους τοίχους, μικρούς φάρους για λαμπατέρ, κουρτίνες με απεικονίσεις κοχυλιών και μια παλιά λαγουδέρα για τραπεζάκι καναπέ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι τα πολλά λεφτά και το καλό γούστο δεν συμβαδίζουν απαραίτητα. «Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσες να μου πεις μερικά πράγματα για τη Σιβ. Μόλις γύρισα από μια επίσκεψη στον Αλμπερτ Τερνμπλάντ, τον πατέρα της Μόνα, και μου έδειξε μερικές φωτογραφίες από τα παιδικά της χρόνια. Θα μπορούσα άραγε να δω και κάποιες φωτογραφίες της κόρης σου;» Σε αντίθεση με τον Αλμπερτ, ο οποίος είχε λάμψει ολόκληρος στην προοπτική να μιλήσει για το φως των ματιών του, η Γκουν ανακάθισε ενοχλημένη στον καναπέ. «Εδώ που τα λέμε, δεν ξέρω σε τι θα βοηθήσει αυτό. Μου έχαναν ένα σωρό ερωτήσεις για τη Σιβ όταν εξαφανίστηκε και σίγουρα όλ' αυτά θα υπάρχουν σ' εκείνες τις παλιές αναφορές...» «Ναι, το ξέρω. αλλά εγώ σκεφτόμουν ν' ακούσω μερικές πιο προσωπικές πληροφορίες. Πώς ήταν σαν άτομο, τι της άρεσε, τι ήθελε να γίνει και τα λοιπά...» «Τι ήθελε να γίνει - μάλιστα... Δεν θα μπορούσε να γίνει και πολλά στη ζωή της. Αλλωστε, έμεινε έγκυος από ένα Γερμανόπουλο όταν ήταν ακόμη δεκαεφτά χρονών, και τότε φρόντισα να μη σπαταλά άλλο τον χρόνο της με σχολεία και τα τοιαύτα. Εξάλλου, ήταν ήδη αργά για τέτοια και δεν είχα καμία όρεξη ν' αναλάβω το μωρό της εγώ, αυτό το είχα ξεκαθαρίσει». Ο τόνος στη φωνή της ήταν κοροϊδευτικός, και ο Πάτρικ, βλέποντας τα βλέμματα που έριχνε ο Λαρς στη γυναίκα του, σκέφτηκε ότι όποια κι αν ήταν η εικόνα που είχε για τη γυναίκα αυτή όταν παντρεύτηκαν σίγουρα δεν θα παρέμενε ίδια αποδώ και πέρα. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένες η κούραση και η παραίτηση, όπως επίσης και η απογοήτευση. Ήταν φανερό πως ο γαμήλιος βίος τους είχε φτάσει σ’ ένα σημείο που η Γκουν δεν έκανε πλέον καμία προσπάθεια να

κρύψει τον πραγματικό της χαρακτήρα. Ίσως, από τη μεριά του Λαρς, να υπήρχε πραγματικός έρωτας στην αρχή, αλλά ο Πάτρικ ήταν έτοιμος να στοιχηματίσει ότι, όσον αφορούσε την Γκουν, ο στόχος ήταν όλα εκείνα τα ωραία εκατομμύρια που υπήρχαν στον τραπεζικό λογαριασμό του Λαρς Στρούβερ. «Μια που το αναφέραμε, η κόρη της πού βρίσκεται σήμερα;» O Πάτρικ έγειρε μπροστά γεμάτος περιέργεια για την απάντηση. Κροκοδείλια δάκρυα ξανά. «Έπειτα από την εξαφάνιση της Σιβ δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα μόνη μου με το παιδί. Βέβαια, θα το ήθελα πολύ, αλλά δεν ήμουν και στην καλύτερη οικονομική κατάσταση εκείνη την εποχή και το να μεγαλώσω ένα μικρό κορίτσι, ε... ήταν κάτι που δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει. Οπότε, κάνοντας ό,τι καλύτερο μπορούσα στην κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, την έστειλα στη Γερμανία, στον πατέρα της. Βέβαια, εκείνος δεν χάρηκε ιδιαίτερα που φορτώθηκε, ήθελε δεν ήθελε, ένα μικρό, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Σε τελευταία ανάλυση, πατέρας της ήταν, κι εγώ είχα χαρτιά που το αποδείκνυαν αυτό». "Δηλαδή, σήμερα ζει στην Γερμανία;" Μια μικρή σκέψη άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό του Πάτρικ. Θα μπορούσε άραγε να είναι έτσι ώστε... Μπα... Αν και πάλι, δεν ήταν απίθανο. «Οχι, είναι νεκρή». Η σκέψη του Πάτρικ εξαφανίστηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε εμφανιστεί. «Νεκρή;» "Ναι, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα όταν ήταν πέντε χρονών. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν μπήκε στον κόπο να με πάρει ο Γερμανός. Έλαβα απλώς ένα γράμμα του στο οποίο έλεγε ότι η Μάλιν είχε πεθάνει. Δεν με κάλεσε ούτε στην κηδεία, μπορείς να το φανταστείς; Ήταν εγγονή μου και δεν μου επέτρεψαν να πάω ούτε στην κηδεία της". Η φωνή της έτρεμε από αγανάκτηση. «Ούτε μου απάντησε ποτέ στα γράμματα που του έστελνα όσο το κορίτσι ζούσε. Δεν νομίζεις ότι θα ήταν σωστό να βοηθήσει λίγο τη γιαγιά του μικρού ορφανού; Αλλωστε, εγώ ήμουν αυτή που φρόντιζε να έχει το παιδί φαγητό στο τραπέζι και ρούχα τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του. Δεν θα ήταν σωστό να πάρω κι εγώ κάποια αποζημίωση για όλ’ αυτά;» Η Γκουν είχε φτάσει τώρα σ’ ένα κρεσέντο οργής για τις αδικίες που πίστευε πως είχε υποστεί, αν και άρχισε να ηρεμεί μόλις ο Λαρς ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και ήπια, αλλά αποφασιστικά, την έσφιξε για να της δώσει να καταλαβει πως έπρεπε να συνέλθει. Ο Πάτρικ δεν μπήκε στον κόπο να της απαντήσει. Ήξερε, άλλωστε, ότι η απάντησή του Λεν θα άρεσε στην Γκουν Στρούβερ. Μα γιατί, που να πάρει η οργή, θα έπρεπε ο πατέρας του κοριτσιού να της στέλνει λεφτά; Δεν έβλεπε πόσο παράλογη ήταν η απαίτησή της; Προφανώς όχι, μια που η κοκκινάδα του θυμού ζωγραφιζόταν στα ηλιοκαμένα, αργασμένα σαν τομάρι, μάγουλα της, παρόλο που η κόρη της είχε πεθάνει εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια να μάθει κάτι προσωπικό για τη Σιβ. «Υπάρχει μήπως καμία

φωτογραφία της;» "Μμμ... Ξέρεις δεν της έβγαζα και πολλές φωτογραφίες αλλά όλο και κάτι θα βρω". Εφυγε και άφησε τον Πάτρικ μόνο του στο καθιστικό μαζί με τον Λαρς. Κάθισαν αμίλητοι για λίγο. Έπειτα ο Λαρς έσπασε τη σιωπή, μιλώντας ωστόσο χαμηλόφωνα για να μην τον ακούσει η Γκουν. «Δεν είναι τόσο ψυχρή όσο φαίνεται. Η Γκουν έχει αρκετές καλές πλευρές». Εμένα μου λες, σκέφτηκε ο Πάτρικ. Θα αποκαλούσε άνετα αυτή τη δήλωση αφελέστατη υπεράσπιση. Όμως ο Λαρς έκανε, φυσικά, ό,τι μπορούσε για να δικαιολογήσει την επιλογή συζύγου που είχε κάνει. Ο Πάτρικ υπολόγισε ότι ο Λαρς ήταν καμιά εικοσαριά χρόνια μεγαλύτερος από την Γκουν, και μια όχι και πάρα πολύ δύσκολη εκτίμηση ήταν πως η επιλογή συζύγου είχε γίνει με την καθοδήγηση ενός άλλου μέλους του σώματός του και όχι με το μυαλό. Αν και ο Πάτρικ όφειλε να ομολογήσει ότι ίσως το επάγγελμά του τον είχε κάνει κάπως περισσότερο κυνικό απ' όσο έπρεπε. Μπορεί να ήταν γνήσιος έρωτας. Πώς θα μπορούσε να το ξέρει αυτό; Η Γκουν επέστρεψε κοντά τους όχι με τίποτα χοντρά άλμπουμ, όπως είχε κάνει ο Αλμπερτ Τερνμπλάντ, αλλά με μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία, που την έδωσε μουτρωμένη στον Πάτρικ Έδειχνε μια βαρύθυμη και έφηβη Σιβ, με το νεογέννητο κοριτσάκι της στην αγκαλιά, αλλά, σε αντίθεση με τη Μόνα, δεν υπήρχε ίχνος χαράς στο πρόσωπό της. «Τώρα πρέπει να ανασκουμπωθούμε και να βάλουμε λίγη τάξη εδώ μέσα. Μόλις επιστρέψαμε από την Προβάνς, όπου ζει η κόρη του Λαρς». Από τον τρόπο με τον οποίο η Γκουν πρόφερε τη λέξη «κόρη» ο Πάτρικ κατάλαβε ότι δεν πρέπει να υπήρχαν πολλά τρυφερά συναισθήματα μεταξύ της Γκουν και της θετής κόρης της. Αντιλήφθηκε, επίσης, ότι ούτε η δική του παρουσία ήταν πλέον επιθυμητή κι έτσι σηκώθηκε για να τους ευχαριστήσει για τη βοήθεια τους. "Ευχαριστώ που μου δανείσατε τη φωτογραφία. Υπόσχομαι να την επιστρέψω όπως ακριβώς μου την παραδώσατε". Η Γκουν έκανε μια χειρονομία αδιαφορίας. Μετά όμως θυμήθηκε τον ρόλο της και φρόντισε να κάνει μια γκριμάτσα οδύνης. «Ειδοποιήστε με μόλις έχετε νεότερα, παρακαλώ, θέλω πολύ να μπορέσω να θάψω τελικά τη μικρούλα μου τη Σιβ» «Βεβαίως και θα επανέλθω μόλις μάθω κάτι». 0 τόνος της φωνής του ήταν αχρείαστα κοφτός, αλλά όλοι αυτοί οι μελοδραματικοί θεατρινισμοί τον έκαναν να νιώθει ναυτία. Όταν βγήκε ξανά στην οδό Νόρα Χαμνγκάταν, άνοιξαν οι ουρανοί. Έμεινε για λίγο ακίνητος και άφησε την μπόρα να ξεπλύνει την αίσθηση εμετού που του είχε προκαλέσει η επίσκεψη στους Στρούβερ. Ένιωσε την ανάγκη να επιστρέψει στο σπίτι, να αγκαλιάσει την Ερίκα και να αισθανθεί

εκείνη τη ζωή που παλλόταν σαν ακουμπούσε το χέρι του στην κοιλιά της. Χρειαζόταν να νιώσει ότι ο κόσμος δεν ήταν τόσο σκληρός και τόσο κακός όσο έδειχνε καμία φορά. Απλώς δεν μπορούσε να είναι έτσι. ΠΕΝΤΕ Καλοκαίρι 1979 Ήταν σαν να είχαν περάσει μήνες. Εκείνη όμως ήξερε ότι δεν μπορούσε να έχει περάσει τόσος καιρός. Μολαταύτα, κάθε ώρα που περνούσε εκεί κάτω στα σκοτάδια ήταν σαν μια ολάκερη ζωή. Υπήρχε πάρα πολύς χρόνος για να σκεφτεί. Πάρα πολύς χρόνος για να νιώσει τον πόνο να συστρέφει κάθε νεύρο. Χρόνος για να συλλογιστεί όλα όσα είχε χάσει. Ή θα έχανε. Τώρα πια ήξερε ότι δεν θα έφευγε ποτέ από εκεί. Κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από έναν τέτοιο πόνο. Κι όμως, δεν είχε νιώσει ποτέ της χέρια απαλότερα από τα δικά του. Ποτέ δεν τη χάιδεψαν χέρια με τέτοια αγάπη, κι αυτό την έκανε να λαχταρά περισσότερα τέτοια αγγίγματα. Όχι εκείνα τα φριχτά ή επώδυνα αγγίγματα αλλά τα απαλά, που έρχονταν μετά. Αν είχε νιώσει τέτοιο άγγιγμα παλιότερα, όλα θα ήταν διαφορετικά. Τώρα το ήξερε καλά αυτό. Η αίσθηση των χεριών του να γλιστρούν πάνω στο κορμί της ήταν τόσο αγνή, τόσο αθώα που έφτανε μέχρι τον σκληρό πυρήνα μέσα της, τον πυρήνα που δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε ν' αγγίξει κανείς. Μέσα στο σκοτάδι εκείνος είχε γίνει όλο της το «είναι». Δεν είχε πει λέξη, αλλά είχε φανταστεί τον ήχο της φωνής του. Θα ήταν πατρική, θερμή. Όταν όμως ερχόταν ο πόνος, άρχιζε να τον μισεί με όλη της την ψυχή. Θα μπορούσε ακόμα και να τον σκοτώσει. Μακάρι να μπορούσε. Ο Ρόμπερτ τον βρήκε πέρα στο καλύβι. Γνώριζαν πολύ καλά ο ένας τον άλλο, και ο Ρόμπερτ ήξερε ότι εκεί πήγαινε ο Στέφαν όταν τον απασχόλησε κάτι και ήθελε να σκεφτεί. Μόλις είδε ότι το σπίτι ήταν άδειο, πήγε απευθείας στο καλύβι και όντως βρήκε τον αδερφό του να κάθεται στο πάτωμα με μαζεμένα τα γόνατα και τα χέρια του σφιχτά τυλιγμένα γύρω τους. Ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους που ο Ρόμπερτ καμιά φορά πίστευε ότι δεν ήταν πραγματικά αδέρφια. Ο ίδιος ήταν περήφανος που δεν είχε αφιερώσει ούτε λεπτό στη ζωή του να σκεφτεί κάτι ή έστω να προσπαθήσει να προβλέψει τις επιπτώσεις. Απλώς έκανε ό,τι έκανε, και μετά γινόταν ό,τι ήταν να γίνει. Όποιος επιβιώνει βλέπει τι συμβαίνει - αυτό ήταν το μότο του. Δεν υπήρχε λόγος να σκέφτεται πράγματα που δεν μπορούσε να ελέγξει. Η ζωή θα σου την έφερνε πισώπλατα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έτσι ήταν η τάξη των πραγμάτων. 0 Στέφαν, αντίθετα, σκεφτόταν πάρα πολύ, δυστυχώς. Κάποιες στιγμές πνευματικής Λιαι)γειας ο Ρόμπερτ ένιωθε θλίψη για το γεγονός ότι ο μικρός αδερφός του είχε επιλέξει να τον ακολουθήσει στα κακοτράχαλα και παράνομα μονοπάτια της ζωής, αλλά ίσως και να ήταν καλύτερα έτσι. Διαφορετικά ο Στέφαν μπορεί να απογοητευόταν εντελώς. Ήταν παιδιά του Γιοχάνες Χουλτ, και

αυτό αιωρούνταν σαν κατάρα πάνω απ' όλο το αναθεματισμένο το σόι τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει κάποιος από αυτούς κάτι πετυχημένο - οπότε, γιατί να προσπαθούν; Δεν θα το παραδεχόταν ποτέ αυτό, ακόμα κι αν τον βασάνιζαν, αλλά αγαπούσε τον αδερφό του περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Όταν είδε τη σιλουέτα του Στέφαν να διαγράφεται στο μισοσκόταδο της καλύβας ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά. Έμοιαζε χαμένος στις σκέψεις του, με μια έντονη θλίψη πάνω του, την οποία ο Ρόμπερτ διέκρινε που και πού. Ήταν σαν η διάθεσή του να τυλιγόταν μέσα σ' ένα σύννεφο μελαγχολίας και να τον έσπρωχνε προς ένα σκοτεινό και απαίσιο μέρος για πολλές εβδομάδες. Ο Ρόμπερτ είχε καιρό να δει αυτό το σύννεφο, αλλά τώρα το ένιωσε ακόμα και στο κορμί του αμέσως μόλις διάβηκε το κατώφλι. «Στέφαν;» Δεν πήρε απάντηση. Ο Ρόμπερτ συνέχισε να περπατά ανάλαφρα στο μισοσκόταδο. Κάθισε ανακούρκουδα δίπλα στον αδερφό του και έβαλε το χέρι του στον ώμο του. «Στέφαν, πάλι εδώ κάθεσαι;» Ο μικρός αδερφός απλώς έγνεψε. Όταν ο Στέφαν έστρεψε το πρόσωπό του προς τον Ρόμπερτ, εκείνος είδε έκπληκτος ότι το πρόσωπό του ήταν πρησμένο από το κλάμα. Δεν το συνήθιζε αυτό ο Στέφαν, ακόμα και όταν περνούσε εκείνες τις σκοτεινές περιόδους θλίψης. Τον έζωσε η ανησυχία. «Πώς είσαι, Στέφαν; Τι έγινε;» «Ο μπαμπάς». Η υπόλοιπη πρόταση πνίγηκε σ' ένα σπαραξικάρδιο κλάμα, και ο Ρόμπερτ προσπάθησε πολύ για να καταλάβει τι έλεγε. «Τι λες για τον μπαμπά, Στέφαν;» 0 Στέφαν πήρε δύο βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει και μετά είπε: «Όλοι θα καταλάβουν τώρα ότι ο μπαμπάς ήταν αθώος για την εξαφάνιση εκείνων των κοριτσιών. Καταλαβαίνεις; Ο κόσμος θα αντιληφθεί ότι δεν ήταν αυτός!» «Μα τι λες;» Επιασε τον Στέφαν και τον ταρακούνησε, αλλά ένιωσε την καρδιά στο στήθος του να σαλεύει βίαια. «Η μάνα πήγε κάτω στην πόλη και άκουσε ότι βρήκαν μια κοπέλα νεκρή και μαζί της βρήκαν και τα κορίτσια που είχαν εξαφανιστεί. Κατάλαβες; Δολοφονήθηκε μια κοπέλα, τώρα. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι το έκανε ο πατέρας, έτσι δεν είναι;"

Ο Στεφάν γελούσε κάπως υστερικά. Ο Ρόμπερτ ακόμη δεν μπορούσε να καταλάβει τι του είχε πει. Από τότε που είχε βρει τον πατέρα του στο πάτωμα μ' ένα σχοινί στον λαιμό ονειρευόταν και φαντασιωνόταν αυτά τα λόγια που μόλις είχε ξεστομίσει ο Στέφαν. «Δεν μου κάνεις πλάκα, έτσι; Γιατί θα σε πάρει ο διάβολος και θα σε σηκώσει». Ο Ρόμπερτ έσφιξε τη γροθιά του, αλλά ο Στέφαν συνέχισε να γελάει υστερικά, ενώ ταυτόχρονα τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια του. Τώρα ο Ρόμπερτ κατάλαβε πως αυτά τα δάκρυα ήταν δάκρυα χαράς. Ο Στέφαν γύρισε και αγκάλιασε τον Ρόμπερτ τόσο σφιχτά που του έκοψε την ανάσα. Όταν ο Ρόμπερτ αντιλήφθηκε ότι ο αδερφός του έλεγε αλήθεια του ανταπέδωσε κι αυτός το σφιχταγκάλιασμα με όλη του τη δύναμη. Επιτέλους, ο πατέρας τους θα δικαιωνόταν. Επιτέλους, και αυτοί οι ίδιοι και η μάνα τους θα μπορούσαν να περπατούν με το κεφάλι ψηλά στην κοινωνία δίχως να είναι υποχρεωμένοι ν' ακούν όλους εκείνους τους ψιθύρους πίσω από την πλάτη τους και χωρίς να βλέπουν δάχτυλα να δείχνουν προς τη μεριά τους. όταν οι άλλοι νόμιζαν πως δεν τους έπαιρναν χαμπάρι. Αλλά τώρα όλοι αυτοί οι καταραμένοι κουτσομπόληδες θα μετάνιωνα για τη συμπεριφορά τους. Επί είκοσι τέσσερα χρόνια κακολογούσαν αναίτια την οικογένειά τους. Τώρα θα έμεναν όλοι με την ντροπή για το λάθος που είχαν κάνει. «Πού είναι η μάνα;» Ο Ρόμπερτ σταμάτησε το αγκάλιασμα, πισωπάτησε και κοίταξε τον Στέφαν, που είχε αρχίσει να ρουθουνίζει ανεξέλεγκτα. Ανάμεσα στα ρουθουνίσματα είπε κάτι ακατάληπτο. «Μα τι μου λες; Ηρέμησε και μίλα κανονικά! Σε ρώτησα πού είναι η μάνα!» «Είναι στου θείου Γκάμπριελ». Το πρόσωπο του Ρόμπερτ συννέφιασε. «Τι διάβολο πήγε να κάνει σε αυτό τον μαλάκα τον γέρο;» «Να του πει δυο κουβέντες καθαρές και ξάστερες, υποθέτω. Δεν έχω δει ποτέ άλλοτε τη μητέρα τόσο οργισμένη όσο όταν επέστρεψε από την πόλη και μου διηγήθηκε αυτά που είχε ακούσει, θα πήγαινε πάνω στην έπαυλη για να πει στον Γκάμπριελ τι γνώμη έχει για το άτομό του, είπε. Τώρα θα δει πόσα απίδια πιάνει ο σάκος. Έπρεπε να την έβλεπες. Της είχε σηκωθεί η τρίχα κάγκελο και έμοιαζε ότι σύντομα θα έβγαζε καπνούς από τ’ αυτιά». Η εικόνα της μητέρας τους με «την τρίχα κάγκελο» και να βγάζει καπνούς από τ' αυτιά έκανε ακόμα και τον Ρόμπερτ ν’ αρχίσει τα πνιχτά γελάκια. Μέχρι τώρα ήταν μια σκιά που μουρμούριζε παραπαίοντας, όσο τουλάχιστον τη θυμόταν αυτός, και του ήταν δύσκολο να τη φανταστεί σαν μαινόμενη Ερινύα. «Πόσο θα ’θελα να δω τα μούτρα του Γκάμπριελ όταν μπήκε σαν σίφουνας στο σπίτι του. Για να μην πω για τη θεία Λάινε». 0 Στέφαν τη μιμήθηκε πολύ εύστοχα, παίρνοντας μια αγχωμένη έκφραση στο πρόσωπο και στρίβοντας νευρικά τα χέρια μπροστά στο στήθος του. «Μα τι είναι αυτά, Σούλβεΐγκ! Αγαπητή

Σούλβεΐγκ πώς μπορείς να χρησιμοποιείς τέτοιο λεξιλόγιο!» είπε με τσιριχτή φωνή. Τα δύο αδέρφια κυλιόντουσαν τώρα στο πάτωμα από τα γέλια. «Δεν μου λες; Σκέφτεσαι καμιά φορά τον πατέρα;» Η ερώτηση του Στέφαν τούς έκανε να σοβαρευτούν ξανά, και ο Ρόμπερτ έμεινε για λίγο σιωπηλός πριν απαντήσει. «Ναι, φυσικά και τον σκέφτομαι. Αν και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο πέρα από εκείνη την τελευταία εικόνα του, θα 'πρεπε να χαίρεσαι που δεν τον είδες έτσι. Εσύ; Τον σκέφτεσαι καθόλου εσύ;» "Ναι. Συχνά. Αν και είναι σαν να βλέπω μια ταινία, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ, θυμάμαι πόσο χαρωπός ήταν πάντα και ότι είχε τη συνήθεια να γελάει και να με πετάει στον αέρα. Αλλά τα βλέπω όλα από ψηλά, σαν σε ταινία». "Καταλαβαίνω τι λες". Ήταν ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο και κοίταζαν το ταβάνι ενώ η βροχή κροτάλιζε αποπάνω τους στη λαμαρίνα της σκεπής. 0 Στέφαν είπε χαμηλόφωνα: "Μας αγαπούσε, έτσι; Έτσι δεν είναι, Ρόμπερτ;" 0 Ρόμπερτ απάντησε το ίδιο χαμηλόφωνα: "Βεβαίως και μας αγαπούσε, Στέφαν. Βεβαίως και μας αγαπούσε». Ακουσε τον Πάτρικ να τινάζει μια ομπρέλα στην εξωτερική σκάλα και σηκώθηκε με δυσκολία για να τον προϋπαντήσει στην πόρτα. «Γεια;» 0 τόνος της φωνής του ήταν μάλλον ερωτηματικός και κοίταξε απορημένος γύρω του. Προφανώς δεν περίμενε να συναντήσει τέτοια ηρεμία και γαλήνη. Εδώ που τα λέμε, η Ερίκα έπρεπε να του κρατάει μούτρα τώρα, μια που δεν της είχε τηλεφωνήσει όλη μέρα, αλλά ήταν πολύ χαρούμενη που τον έβλεπε πάλι στο σπίτι για να του μουτρώσει. Ήξερε άλλωστε ότι με ένα τηλεφώνημα μπορούσε να τον έχει κοντά της ανά πάσα στιγμή και δεν αμφέβαλλε καθόλου ότι την είχε σκεφτεί χιλιάδες φορές όλη τη μέρα που ήταν μακριά της. Τέτοια ήταν η σιγουριά στη σχέση τους. και της άρεσε πολύ. «Πού είναι ο Κόνι και οι σαράντα κλέφτες;» 0 Πάτρικ έκανε την ερώτηση ψιθυριστά, αβέβαιος για το αν ήταν ακόμη εκεί ή όχι. «Η Μπρίτα έφαγε στο κεφάλι ένα μπολ με κοφτό μακαρονάκι και λουκάνικο από τη Φάλουν, και δεν ήθελαν να μείνουν άλλο. Πολύ αχάριστοι άνθρωποι». Η Ερίκα απολάμβανε την

απορημένη έκφραση του Πάτρικ. «Κοίτα, σαλτάρισα εντελώς όμορφα κι απλά. Κάπου πρέπει να μπαίνουν και όρια. Προβλέπω ότι στα εκατό επόμενα χρόνια αυτό το κομμάτι από το σόι μου δεν θα μας καλεί πουθενά, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που με λυπεί, θα έλεγα. Εσένα;» «Όχι, Θεός φυλάξοι». Γύρισε το βλέμμα του προς τα πάνω. «Σοβαρά έκανες τέτοιο πράγμα; Της άδειασες ένα μπολ με φαγητό στο κεφάλι;» «Λόγω τιμής. Όλη η καλή μου ανατροφή πήγε στράφι. Μάλλον αποδώ και πέρα δεν έχω καμιά ελπίδα για τον Παράδεισο». «Μμμμ... Μην ανησυχείς γι' αυτό. Είσαι ένα κομμάτι από τον Παράδεισο, οπότε...» Τη χάιδεψε με την άκρη της μύτης του στον σβέρκο, ακριβώς εκεί όπου ήξερε ότι γαργαλιόταν, κι εκείνη τον έσπρωξε γελώντας μακριά της. «Θα ετοιμάσω λίγη ζεστή σοκολάτα και μετά θα μου περιγράψεις με το νι και με το σίγμα τη Μεγάλη Σύγκρουση». Ο Πάτρικ την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στην κουζίνα, όπου τη βοήθησέ να καθίσει σε μια καρέκλα. «Φαίνεσαι κουρασμένος» είπε η Ερίκα. «Πώς πάει, αλήθεια;» Εκείνος αναστέναξε καθώς ανακάτωνε τη σκόνη της σοκολάτας με το γάλα. "Πάει, πάει αλλά τίποτα περισσότερο. Ευτυχώς που οι τεχνικοί πρόλαβαν να εξετάσουν το σημείο που τις βρήκαμε πριν αρχίσει η βροχή. Αν τις βρίσκαμε σήμερα, για παράδειγμα, αντί για προχθές, δεν θα είχαμε το παραμικρό ίχνος για να ξεκινήσουμε την έρευνα. Παρεμπιπτόντως, θέλω να σ' ευχαριστήσω για το υλικό που συγκέντρωσες. Ήταν όντως χρήσιμο". Κάθισε απέναντι της και περίμενες να ζεσταθεί η σοκολάτα. "Κι εσύ; Εσείς πως είστε; Όλα καλά με το μωρό;» "Όλα καλά μ' εμάς. Ο μικρός μελλοντικός ποδοσφαιριστής μας τα έδωσε όλα και σήμερα, όπως πάντα, αλλά η μέρα μου ήταν απίστευτα όμορφη από τη στιγμή που έφυγαν ο Κόνι και η Μπρίτα. Μάλλον αυτό χρειαζόμουν για να ηρεμήσω και να διαβάσω λίγο. Εννοώ ότι αυτό που μου χρειαζόταν ήταν μια επίσκεψη από τρελαμένους συγγενείς». «Ωραία. Τότε να μην ανησυχώ για εσάς τους δύο». «Οπωσδήποτε όχι». «Θέλεις να δω αν μπορώ να μείνω αύριο στο σπίτι; Ίσως μπορέσω να δουλέψω λίγο από εδώ ώστε να είμαι κοντά σου. Τι λες;» «Πολύ γλυκό εκ μέρους σου, αλλά είμαι πολύ καλά, πραγματικά. Πιστεύω ότι είναι σημαντικότερο να ριχτείς στην αναζήτηση του δολοφόνου τώρα, πριν παγώσουν τα ίχνη. Όταν έρθει η ώρα, θα σου

ζητήσω να βρίσκεσαι σε απόσταση ενός μέτρου, θα δεις». Η Ερίκα χαμογέλασε και του χάιδεψε το χέρι. Μετά συνέχισε: «Εκτός αυτού, φαίνεται δυστυχώς πως επίκειται μια γενική υστερία. Σήμερα δέχτηκα αρκετά τηλεφωνήματα από ανθρώπους που προσπάθησαν να με ψαρέψουν για να μάθουν πόσα ξέρει η αστυνομία. Φυσικά, εγώ δεν θα τσιμπούσα, ακόμα κι αν ήξερα κάτι. που ούτως ή άλλως δεν ξέρω». Σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα. «Και, όπως φαίνεται, το Γραφείο Τουρισμού, μεταξύ άλλων, δέχτηκε ένα σωρό ακυρώσεις από ανθρώπους που φοβούνται να έρθουν εδώ. Πολλά ιστιοπλοϊκά έφυγαν για άλλες μαρίνες. Οπότε, αν δεν έχουν αρχίσει ήδη οι πιέσεις από την τοπική τουριστική βιομηχανία, καλύτερα να προετοιμάζεστε γιατί θ’ αρχίσουν όπου να ’ναι». 0 Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. Ακριβώς αυτό φοβόταν ότι θα συνέβαινε. Η υστερία θα εξαπλωνόταν και θα αυξανόταν μέχρι να έκλειναν κάποιον στη στενή. Για μια κοινωνία σαν τη Φιελμπάκα που ζούσε από τον τουρισμό, αυτό ισοδυναμούσε με καταστροφή, θυμήθηκε ένα καλοκαίρι πριν από κάνα δυο χρόνια, όταν ένας βιαστής είχε κάνει τέσσερις βιασμούς μέσα στον Ιούλιο μέχρι να τον πιάσουν. Οι επιχειρήσεις της πόλης είχαν δεχτεί σοβαρό πλήγμα, μια που οι τουρίστες επέλεξαν να πάνε σε κάποια από τις γειτονικές παραθαλάσσιες πόλεις Γκρέμπεσταντ ή η Στρέμσταντ. Ο φόνος θα δημιουργούσε ακόμα χειρότερη κατάσταση. Ευτυχώς που ήταν δουλειά του διοικητή του αστυνομικού τμήματος να χειρίζεται τέτοια ζητήματα. Κάτι τέτοιες ευθύνες τις άφηνε ευχαρίστως στον Μέλμπεργ. Ετριψε το μέτωπό του ανάμεσα στα φρύδια. Ένιωθε ότι πήγαινε να τον πιάσει ένας τρομερός πονοκέφαλος. Ο Πάτρικ σηκώθηκε να πάρει μια ασπιρίνη, όταν θυμήθηκε ξαφνικά ότι δεν είχε φάει όλη μέρα. Το φαγητό ήταν, εξάλλου, μία από τις αδυναμίες που επίτρεπε στον εαυτό του να έχει, κάτι που το αποδείκνυε κι εκείνη η μικρή αρχή χαλαρότητας γύρω από τη μέση του. Δεν μπόρεσε να θυμηθεί πότε είχε ξεχάσει τελευταία να φάει ένα ή ακόμα δύο και τρία γεύματα την ημέρα. Ήταν πολύ κουρασμένος για να μαγειρέψει κι έτσι ετοίμασε δύο σάντουιτς, με τυρί και ταραμοσαλάτα αντίστοιχα, που τα βούτηξε στη ζεστή σοκολάτα. Η Ερίκα τον κοίταξε, ως συνήθως, με μια έκφραση ελαφριάς αηδίας στο πρόσωπο, κάτι που της συνέβαινε όταν έβλεπε αυτούς τους -κατά τη γνώμη της-απεχθέστατους συνδυασμούς, αν και για τον Πάτρικ αυτοί οι συνδυασμοί ήταν πραγματική αμβροσία. Ύστερα από τρία σάντουιτς, ο πονοκέφαλος ήταν απλή ανάμνηση, και ένιωσε ότι είχε πάρει νέες δυνάμεις. «Δεν μου λες. Γιατί δεν καλείς τον Νταν και την κοπέλα του το Σαββατοκύριακο; Θα μπορούσαμε να ψήσουμε κάτι». Η Ερίκα ζάρωσε λίγο τη μύτη της και δεν φάνηκε να τρελαίνεται από τη χαρά της «Κοίτα, δεν έχεις δώσει την παραμικρή ευκαιρία στη Μαρία. Πόσες φορές συναντηθήκατε; Δύο;» «Εντάξει, εντάξει, ξέρω. Αλλά αυτή είναι τόσο... τόσο...» έψαχνε να βρει τη σωστή λέξη "είκοσι ένα". «Δεν νομίζω ότι ευθύνεται εκείνη γι' αυτό. Για το ότι είναι νέα, εννοώ. Εντάξει, θα συμφωνήσω ότι δείχνει κομμάτι χαζούλα, αλλά αποκλείεις ότι μπορεί να είναι απλώς ντροπαλή;

Και αξίζει τουλάχιστον, για χάρη του Νταν να προσπαθήσεις λίγο περισσότερο. Στο κάτω κάτω, ο Νταν αυτή διάλεξε. Και μετά το διαζύγιο με την Πενίλα δεν είναι παράξενο που βρήκε καινούργια σύντροφο». "Είναι απίστευτο πόσο ανεκτικός έγινες τελευταία" είπε μουτρωμένη η Ερίκα, αν και αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ο Πάτρικ είχε δίκιο. «Πώς γίνεται να είσαι τόσο μεγαλόψυχος» «Πάντα είμαι μεγαλόψυχος με κορίτσια που είναι είκοσι ενός. Έχουν τόσα πολλά καλά». «Έτσι ε;» πετάχτηκε η Ερίκα βλοσυρή, πριν καταλάβει όμως μεμιάς ότι ο Πάτρικ την πείραζε. «Α. σταμάτα πια. Εντάξει, έχεις δίκιο. Φυσικά και μπορούμε να καλέσουμε τον Νταν και τη μυξιάρα ομορφούλα του». «Ερίκα!» «Καλά ντε, καλά. Τον Νταν και τη ΜΑΡΙΑ. Σίγουρα θα περάσουμε πολύ όμορφα. Μπορώ να βγάλω το κουκλόσπιτο της Έμμα για να 'χει το κακόμοιρο να κάνει κάτι όσο εμείς οι μεγάλοι θα τρώμε». «Ερίκα...» «Εντάξει, ΣΤΑΜΑΤΑΩ. Πάντως, δυσκολεύομαι λίγο να σταματήσω. Είναι σχεδόν σαν νευρικό τικ». «Μοχθηρή γυναίκα, έλα εδώ να με αγκαλιάσεις λίγο αντί να κάθεσαι και να κλώθεις άνανδρα σχέδια». Έκανε κυριολεκτικά ό,τι της είπε, και έπεσαν αγκαλιασμένοι στον καναπέ. Τον Πάτρικ αυτό τον βοηθούσε να αντιμετωπίζει καθημερινά τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρωπότητας που συναντούσε στη δουλειά του - η Ερίκα και η σκέψη ότι ο ίδιος θα μπορούσε ίσως να συμβάλει, έστω και ελάχιστα, να γίνει ο κόσμος ασφαλέστερος για το παιδί που πίεζε εκείνη τη στιγμή τα ποδαράκια του πάνω στην παλάμη του μέσα από την τσιτωμένη κοιλιά της Ερίκα. Έξω από τα παράθυρά τους ο άνεμος καταλάγιαζε με τον ίδιο ρυθμό που ερχόταν το σούρουπο, και το χρώμα του στερεώματος μετατρεπόταν από γκρίζο σε φλογάτο ρόδινο. Ο Πάτρικ προέβλεψε ότι ο ήλιος θα έλαμπε πάλι αύριο. Οι προβλέψεις του Πάτρικ για λιακάδα αποδείχτηκαν αληθινές. Την επόμενη μέρα ήταν σαν μην είχε βρέξει ποτέ, και κατά το μεσημέρι η άσφαλτος άχνιζε πάλι. Ο Μάρτιν ίδρωνε, παρόλο που φορούσε σορτς και κοντομάνικο φανελάκι, αλλά είχε πλέον αρχίσει να νιώθει τη ζέστη σαν φυσική κατάσταση. Η δροσιά της χτεσινής μέρας είχε καταγραφεί πια στο μυαλό του σαν όνειρο. Ένιωθε λίγο μπερδεμένος για το πώς έπρεπε να συνεχίσει τη δουλειά του. 0 Πάτρικ ήταν στο γραφείο του Μέλμπεργ, κι έτσι δεν είχε καταφέρει ακόμη να συζητήσουν. Ένα πρόβλημα που είχε ήταν οι πληροφορίες από τη Γερμανία. Οι Γερμανοί συνάδελφοί του είχαν πει ότι θα του τηλεφωνούσαν σύντομα και φοβόταν μήπως έχανε κάτι απ’ όσα θα του έλεγαν λόγω των ελλείψεων

που είχε στη γερμανική γλώσσα. Το καλύτερο θα ήταν να βρει από τώρα κάποιον που θα μπορούσε να τον βοηθήσει στη διερμηνεία σε μια συνακρόαση. Αλλά ποιον; Από ποιον να ζητούσε βοήθεια; Οι διερμηνείς με τους οποίους είχαν συνεργαστεί παλιότερα ήταν άνθρωποι που μιλούσαν κυρίως βαλτικές γλώσσες, όπως ρωσικά ή πολωνικά, επειδή είχαν αρκετά προβλήματα με κλεμμένα αυτοκίνητα που είχαν προωθηθεί στις χώρες αυτές. Διερμηνείς όμως για γερμανικά δεν είχαν χρειαστεί μέχρι σήμερα. Πήρε τον τηλεφωνικό κατάλογο και τον ξεφύλλισε λίγο πολύ τυχαία, αβέβαιος για το τι έψαχνε να βρει. Ένας τίτλος τού έδωσε μια ιδέα. Δεδομένου του αριθμού των Γερμανών τουριστών που περνούσαν από τη Φιελμπάκα κάθε χρόνο, το Γραφείο Τουρισμού της Φιελμπάκα όλο και κάποιον θα είχε στο προσωπικό του που να ξέρει τη γλώσσα. Σχημάτισε ανυπόμονα τον αριθμό του γραφείου και στην άλλη άκρη της γραμμής άκουσε μια λεπτή και χαρούμενη φωνή: «Γραφείο Τουρισμού Φιελμπάκα, καλημέρα. Με λένε Πια». «Γειά χαρά, είμαι ο Μάρτιν Μολίν από το αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε. Αναρωτιέμαι αν έχετε κάποιον εκεί που να μιλάει άπταιστα γερμανικά». "Ε, βέβαια. Έχουμε εμένα. Περί τίνος πρόκειται;" H φωνή ακουγόταν όλο και πιο ελκυστική κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, και ο Μάρτιν είχε μια λαμπρή ιδέα. «Μπορώ να έρθω αποκεί για να μιλήσω λίγο μαζί σου; Έχεις χρόνο;» «Βεβαίως, θα βγω για μεσημεριανό σε ένα μισάωρο. Αν καταφέρεις να είσαι εδώ μέχρι τότε, θα μπορούσαμε να φάμε μαζί στο καφέ Μπρίγκαν. Τι λες;» «Ακούγεται τέλειο. Θα ιδωθούμε εκεί σε ένα μισάωρο». O Μάρτιν έκλεισε το τηλέφωνο γεμάτος χαρά. Δεν ήταν εντελώς σίγουρος τι παλαβομάρες ήταν αυτές που έκανε, αλλά η κοπέλα ακουγόταν πολύ ευχάριστος τύπος. Οταν πάρκαρε, μισή ώρα αργότερα, το αυτοκίνητό του έξω από το σιδηροπωλείο Γιερνμπούντεν και διέσχισε την πλατεία Ίνγκριντ Μπέργκμαν που έβριθε από τουρίστες, άρχισε να μετανιώνει για το θράσος του. Τούτο εδώ δεν ήταν ραντεβού, δουλειά έκανε, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του. Αν και δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί ότι θα απογοητευόταν πολύ αν η Πία από το Γραφείο Τουρισμού αποδεικνυόταν ότι ζύγιζε 200 κιλά και είχε πεταχτά δόντια. Ανέβηκε στο εξωτερικό πατάρι του μαγαζιού, ανάμεσα στα τραπεζοκαθίσματα, και κοίταξε γύρω του ερευνητικά. Σε ένα τραπέζι στο βάθος του παταριού καθόταν μια κοπέλα που του κουνούσε το χέρι. Φορούσε μπλε φούστα και ένα πολύχρωμο φουλάρι με το λογότυπο του Γραφείου Τουρισμού. Του ξέφυγε ένας στεναγμός ανακούφισης, που τον ακολούθησε μια αίσθηση θριάμβου επειδή είχε μαντέψει σωστά. H Πία ήταν γλυκιά σαν ένα κομμάτι σοκολάτα. Είχε μεγάλα καστανά μάτια και σκούρα κατσαρά μαλλιά, ένα χαρούμενο χαμόγελο με λαμπερά κατάλευκα δόντια και γοητευτικά λακκάκια στα μάγουλα. Αυτό εδώ το μεσημεριανό θα ήταν το πιο νόστιμο που φάει ποτέ του και οπωσδήποτε καλύτερο από τα κρύα ζυμαρικά που έριχναν μέσα τους, αυτός και ο Χέντστρεμ κουζίνα του αστυνομικού

τμήματος. Όχι ότι αντιπαθούσε τον Χέντστρεμ, αλλά, όπως και να το έκανε, δεν μπορούσε ν' αναμετρηθεί με τούτο το θεϊκό πλάσμα! «Μάρτιν Μολίν». «Πία Λέφστετ». Μετά τις συστάσεις, παρήγγειλαν και οι δύο ψαρόσουπα στην ψηλή κατάξανθη σερβιτόρα. «Είμαστε τυχεροί. Έχουν τον “Ρέγκα” εδώ αυτή την εβδομάδα». H Πία είδε ότι ο Μάρτιν δεν καταλάβαινε για τι πράγμα μιλούσε. «Τον Κρίστιαν Χελμπέργ. Είχε ανακηρυχθεί ο καλύτερος μάγειρας το 2001. Είναι αποδώ, από τη Φιελμπάκα, θα καταλάβεις όταν δοκιμάσεις την ψαρόσουπα θεϊκό φαγητό». Όση ώρα μιλούσε, χειρονομούσε ακατάπαυστα, και ο Μάρτιν αντιλήφθηκε ότι την κοίταζε μαγεμένος. H Πία ήταν εντελώς διαφορετική από τις κοπέλες που συνήθιζε να βγαίνει, και ίσως γι’ αυτό να ένιωθε τόσο όμορφα που βρισκόταν εκεί μαζί της. Αναγκάστηκε ωστόσο να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι αυτό δεν ήταν ραντεβού αλλά ένα μεσημεριανό γεύμα εργασίας και ότι είχε όντως δουλειά να κάνει. «Οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν μας παίρνουν καθημερινά τηλέφωνο από την αστυνομία. Υποθέτω ότι έχει κάποια σχέση με τα πτώματα στη Χαράδρα του Βασιλιά, έτσι δεν είναι,» H ερώτηση ακούστηκε σχεδόν σαν ήρεμη διαπίστωση όχι σαν προσπάθεια να τον ψαρέψει, και ο Μάρτιν έγνεψε καταφατικά. «Ναι, αλήθεια είναι. H κοπέλα ήταν Γερμανίδα τουρίστρια, όπως θα μάθατε ήδη, και ίσως χρειαστούμε λίγη βοήθεια με τη διερμηνεία. Τι λες; θα τα καταφέρεις;» «Σπούδαζα στη Γερμανία δύο χρόνια οπότε δεν θα υπάρξει πρόβλημα». Τους έφεραν τις ψαρόσουπες, και με την πρώτη κουταλιά ο Μάρτιν ένιωθε την ανάγκη να συμφωνήσει με την εκτίμηση της Πία για το «θεϊκή». Συνέλαβε τον εαυτό του να προσπαθεί να μη ρουφάει καθώς έτρωγε, αλλά έπειτα από λίγο τα παράτησε. Ήλπιζε η Πία να είχε διαβάσει ή να είχε δει σε ταινία τον Έμιλ στη Λενεμπέργια της Aστριντ Λίντγκρεν. "Αν δεν ρουφάς, δεν ξέρεις τι θα πει σούπα..." «Είναι κάπως περίεργο...» είπε η Πία κάνοντας μια παύση για να φάει άλλη μια κουταλιά από τη σούπα της. Που και που φυσούσε ένα απαλό αεράκι πάνω από τα τραπέζια, προσφέροντας μια δροσιά δευτερολέπτων. Τα βλέμματά τους ακολούθησαν ένα όμορφο παλιομοδίτικο μονοκάταρτο ιστιοφόρο που πάσχιζε να αιχμαλωτίσει λίγο αέρα στο πανί του. Δεν είχε αρκετό αέρα για ιστιοπλοΐα, και τα περισσότερα σκάφη κινούνταν με μηχανή. H Πία συνέχισε: «Εκείνη η Γερμανίδα, η Τάνια, έτσι δεν την έλεγαν. Πέρασε από το γραφείο μας πριν από καμιά εβδομάδα, ίσως και παραπάνω, και ήθελε να τη βοηθήσουμε να μεταφράσει μερικά άρθρα».

Αυτό κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον του Μάρτιν. «Τι είδους άρθρα;» «Για εκείνα τα κορίτσια που βρέθηκαν μαζί της. Αρθρα για την εξαφάνισή τους. Παλιά άρθρα που τα είχε φωτοτυπήσει στη βιβλιοθήκη, υποθέτω». Το κουτάλι έκανε αρκετό θόρυβο όταν του έπεσε στο πιάτα. Έδειχνε πολύ έκπληκτος. «Μήπως σου είπε γιατί ήθελε να τα μεταφράσει;» «Οχι, δεν είπε τίποτα. Ούτε τη ρώτησα. Στην πραγματικότητα, δεν πρέπει να κάνουμε τέτοιου είδους εξυπηρετήσεις σε ώρα εργασίας, αλλά ήταν καταμεσήμερο και όλοι οι τουρίστες ήταν στα βράχια και κολυμπούσαν, οπότε δεν είχε δουλειά. Αλλωστε, φαινόταν πολύ αγχωμένη και τη λυπήθηκα». H Πια δίστασε: «Έχει κάποια σχέση με τον φόνο; Μήπως έπρεπε να είχα τηλεφωνήσει και να σας τα είχα πει νωρίτερα όλ' αυτά Ακουγόταν ταραγμένη, και ο Μάρτιν έσπευσε να την καθησυχάσει. Για κάποιο λόγο ενοχλήθηκε πολύ με την ιδέα ότι μπορεί να της δημιουργούσε τύψεις. "Όχι, όχι. Δεν υπήρχε τρόπος να γνωρίζεις πως αυτό μπορούσε να είναι κάτι σημαντικό. Αλλά καλά έκανες και μου το είπες τώρα". Συνέχισαν το φαγητό τους συζητώντας για πιο ευχάριστα θέματα, και η μία ώρα που η Πία είχε διάλειμμα πέρασε δίχως να την πάρουν χαμπάρι. Αναγκάστηκε να φύγει τρέχοντας για το μικρό γραφείο, όπου βρισκόταν καταμεσής στην πλατεία, για να μην της θυμώσει η συνάδελφος που την περίμενε να κάνει το δικό της διάλειμμα για μεσημεριανό. Πριν το καταλάβει ο Μάρτιν, εκείνη είχε γίνει καπνός, αμέσως έπειτα από ένα πολύ βιαστικό αντίο. Ήταν έτοιμος να τη ρωτήσει αν ήθελε να ξανασυναντηθούν, αλλά δεν του βγήκε. Μουρμουρίζοντας και βρίζοντας, πήγε στο αυτοκίνητό του, αλλά καθώς επέστρεφε στο Τανουμσχέντε, το μυαλό του πήγε σε αυτό που του είχε αποκαλύψει η Πία ότι η Τάνια της είχε ζητήσει να τη βοηθήσει με τη μετάφραση άρθρων που είχαν σχέση με τα εξαφανισμένα κορίτσια. Γιατί την ενδιέφεραν τόσο: Ποιά ήταν η Τάνια; Ποιά ήταν σχέση που υπήρχε ανάμεσα σε αυτή τη Σιβ και τη Μόνα; Τι ήταν αυτό που δεν έβλεπε; H ζωή ήταν υπέροχη. Απίστευτα υπέροχη. Δεν θυμόταν πότε είχε απολαύσει για τελευταία φορά τόσο καθαρό αέρα, τόσο έντονες ευωδιές, τόσο καθαρά χρώματα. Μάλιστα. H ζωή ήταν αληθινά υπέροχη. O Μέλμπεργ παρατηρούσε τον Χέντστρεμ που καθόταν στην καρέκλα απέναντί του. Όμορφο παιδί και ικανός αστυνομικός. Βέβαια, μπορεί να μη χρησιμοποιούσε αυτές ακριβώς τις λέξεις παλιότερα, αλλά τώρα θα άρπαζε την ευκαιρία. Ήταν σημαντικό να νιώθουν οι συνεργάτες του ότι τους εκτιμούσε. Ένας καλός ηγέτης μοιράζει κριτική και επαίνους με την ίδια αποφασιστικότητα, είχε διαβάσει κάπου. Μέσα από την όψιμη διαύγεια επέτρεψε στον εαυτό του να ομολογήσει πως ίσως, κατά το παρελθόν, να το είχε παρακάνει λίγο με την κριτική, αλλά κι αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να διορθωθεί. «Πώς πάει η έρευνα;»

O Χέντστρεμ τού έδωσε επιγραμματικά μια ιδέα για τη δουλειά που είχε γίνει μέχρι στιγμής. «Εξαιρετικά, εξαιρετικά». O Μέλμπεργ έγνεψε χαρωπά. «Ξέρεις είχα κάποιες δυσάρεστες συζητήσεις σήμερα. Όλοι τους ανυπομονούν να λυθεί αυτό το ζήτημα το γρηγορότερο δυνατόν ώστε να μην έχει εκτεταμένες επιπτώσεις στον τουρισμό, όπως πολύ εύγλωττα το έθεσαν. Τους διαβεβαίωσα πως ένας από τους καλυτέρους άντρες του Τμήματος δουλεύει νύχτα μέρα για να συλλάβει τον δράστη. Οπότε, συνέχισε εσύ με την πρώτης τάξεως δουλειά σου κι άσε σ' εμένα τις μεγαλοπροσωπικότητες του Δήμου». O Χέντστρεμ τον κοίταξε παραξενεμένος. O Μέλμπεργ του ανταπέδωσε το βλέμμα και του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. Πού να ήξερε ο νεαρός... H αναφορά στον Μέλμπεργ είχε πάρει καμιά ώρα και βάλε. O Πάτρικ αναζήτησε τον Μάρτιν καθώς επέστρεφε στο γραφείο του, αλλά δεν τον βρήκε πουθενά κι έτσι άρπαξε την ευκαιρία ν’ αγοράσει ένα έτοιμο σάντουιτς από το σουπερμάρκετ Χέντεμιρς, που το καταβρόχθισε με τη συνοδεία μιας κούπας καφέ στην τραπεζαρία του Τμήματος. Ό,τι είχε αποφάει, μόλις άκουσε τα βήματα του Μάρτιν στον διάδρομο. Του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στο γραφείο. O Πάτρικ πήρε πρώτος τον λόγο: «Έχεις προσέξει τίποτα περίεργο με τον Μέλμπεργ τελευταία;» «Αν εννοείς πέρα από το ότι δεν γκρινιάζει, δεν κριτικάρει, χαμογελάει όλη την ώρα. έχει χάσει κιλά χαι άρχισε να φοράει ρούχα που μοιάζουν να ήταν στη μόδα κατά τη δεκαετία του '90... όχι». O Μάρτιν χαμογέλασε για να τονίσει την ειρωνεία σε όσα είχε πει. «Υπάρχει κάτι ύποπτο εδώ. Όχι ότι με ενοχλεί. Αλλωστε δεν μπερδεύεται στην έρευνα και σήμερα μου έκανε τόσα κομπλιμέντα που σχεδόν κοκκίνισα. Αλλά είναι κάτι που...» O Πάτρικ κούνησε το κεφάλι. Αφησαν όμως κατά μέρος τις απορίες τους για τον νέο Μπέρτιλ Μέλμπεργ, συνειδητοποιώντας ότι είχαν πολύ πιο επείγοντα ζητήματα που τους απασχολούσαν. Κάποια πράγματα πρέπει απλώς να τα απολαμβάνεις δίχως αμφισβήτηση. O Μάρτιν τού είπε για την άκαρπη επίσκεψη στο κάμπινγκ, και ότι δεν είχε βγει τίποτα χρήσιμο από τη συζήτηση με τη Λίζε. Όταν του αφηγήθηκε όσα του είπε η Πία για την Τάνια, που είχε πάει να της μεταφράσει τα άρθρα που αφορούσαν τη Μόνα και τη Σιβ, ο Πάτρικ έδειξε αμέσως ενδιαφέρον. «Το ήξερα ότι υπήρχε κάποια σχέση εκεί! Αλλά η στην οργή μπορεί να είναι;» Έξυσε το κεφάλι του. «Τι σου είπαν οι γονείς εχθές;» O Πάτρικ είχε μπροστά του, πάνω στο γραφείο, τις δύο φωτογραφίες που είχε πάρει από τον Αλμπερτ και την Γκουν. Τις πήρε και τις έδωσε στον Μάρτιν. Του μίλησε για τη συνάντηση με τον πατέρα της Μόνα και τη μητέρα της Σιβ, δίχως να μπορεί να κρύψει την απέχθειά του για την τελευταία. «Πάντως πρέπει να ανακουφίστηκαν έστω και λίγο με την ανεύρεση των σκελετών. Πρέπει να ήταν πραγματική κόλαση να μη γνωρίζουν τίποτα για την τύχη των παιδιών τους τόσα χρόνια. H

αβεβαιότητα είναι ό,τι χειρότερο υπάρχει, λένε αυτοί που ξέρουν». «Ναι, αν και τώρα ας ελπίσουμε ότι ο Πέντερσεν θα επιβεβαιώσει πως ο άλλος σκελετός ανήκει στη Σιβ Λαντίν, αλλιώς την πατήσαμε». «Πράγματι, αλλά μπορώ σχεδόν να στοιχηματίσω ότι πρόκειται για τον δικό της σκελετό. Δεν μας έστειλαν ακόμη την ανάλυση για το χώμα που βρέθηκε πάνω στους σκελετούς» «Δυστυχώς όχι. Και δεν ξέρω αν η ανάλυση θα μας δώσει κάτι σημαντικό. Μπορεί να ήταν θαμμένες οπουδήποτε, ακόμα κι αν μάθουμε τον τύπο του χώματος, πάλι θα είναι σαν να ψάχνουμε βελόνα στ’ άχυρα». «Αυτό στο οποίο στηρίζω τις περισσότερες ελπίδες μου είναι το DNA. Αν βρούμε το σωστό άτομο, θα έχουμε την πιθανότητα, με ανάλυση και σύγκριση των DNA, να μάθουμε αμέσως κατά πόσο είναι ο δράστης ή όχι». «Ναι, απομένει δηλαδή να βρούμε το σωστό άτομο». Εμειναν και οι δύο σκεφτικοί για λίγο, δίχως να μιλούν, μέχρι που ο Μάρτιν έσπασε την καταθλιπτική σιωπή και σηκώθηκε. «Λοιπόν, με το να καθόμαστε έτσι δεν κάνουμε τίποτα. Καλύτερα να ριχτούμε ξανά στη μάχη». Έφυγε, αφήνοντας πίσω του έναν πολύ συλλογισμένο Πάτρικ. H ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια του γεύματος ήταν τεταμένη Αυτό, για να λέμε την αλήθεια, δεν ήταν και τόσο ασυνήθιστο από τότε που είχε μετακομίσει εκεί η Λίντα, αλλά τώρα τα πράγματα είχαν επιδεινωθεί τόσο που η ένταση ήταν χειροπιαστή. O αδερφός της περιέγραψε όσο πιο λακωνικά μπορούσε την επίσκεψη της Σούλβεΐγκ στον πατέρα τους, αλλά δεν έδειχνε διατεθειμένος να το συζητήσει περαιτέρω. Αυτό όμως δεν ήταν κάτι που μπορούσε να σταματήσει τη Λίντα. «Δεν ήταν δηλαδή ο θείος Γιοχάνες αυτός που δολοφόνησε εκείνες τις κοπέλες. O μπαμπάς μάλλον θα νιώθει χάλια τώρα, ε; Πρώτα καταδίδει τον αδερφό του και μετά αποδεικνύεται πως εκείνος είναι αθώος». «Κλείσε το στόμα σου και μη μιλάς για πράγματα που δεν γνωρίζεις». Όλοι γύρω από το τραπέζι τινάχτηκαν. O Γιάκομπ ύψωνε τη φωνή του πολύ σπάνια, για να μην πούμε ποτέ. Ακόμα και η Λίντα ένιωσε κάπως τρομαγμένη για λίγο, αλλά κατάπιε την μπουκιά της και συνέχισε πεισματικά: «Αλλά γιατί ο μπαμπάς πίστευε ότι ήταν ο θείος Γιοχάνες; Εμένα ποτέ δεν μου λέει κανείς τίποτα». O Γιάκομπ δίστασε για λίγο, αλλά αντιλήφθηκε ότι η Λίντα δεν θα σταματούσε τις ερωτήσεις και αποφάσισε να πάει με τα νερά της. Μερικώς, τουλάχιστον. «O μπαμπάς είδε ένα από τα κορίτσια στο αυτοκίνητο του Γιοχάνες τη νύχτα που το κορίτσι αυτό

εξαφανίστηκε "Και ο μπαμπάς τι δουλειά είχε έξω να οδηγάει νυχτιάτικα;" "Είχε έρθει σ’ εμένα που νοσηλευόμουν στο νοσοκομείο και αποφάσισε να πάει στο σπίτι αντί να διανυκτερεύσει εκεί". «Αυτό ήταν μόνο; Αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο πήρε τηλέφωνο και ανέφερε τον Γιοχάνες στην αστυνομία; Εννοώ, θα πρέπει να υπάρχουν ένα σωρό άλλες εξηγήσεις γι’ αυτό. Δεν θα μπορούσε, για παράδειγμα, ο θείος Γιοχάνες να την πήγαινε απλώς στο σπίτι της για να μην τρέχει έξω μόνη της νυχτιάτικα;» «Μπορεί. Αν και ο Γιοχάνες αρνήθηκε ότι είδε την κοπέλα εκείνο το βράδυ και δήλωσε ότι είχε μείνει στο σπίτι και ότι εκείνη την ώρα κοιμόταν». «Και ο παππούς τι είπε; Δεν θύμωσε όταν έμαθε πως ο Γκάμπριελ τηλεφώνησε στην αστυνομία για τον Γιοχάνες;» H Λίντα δεν έλεγε να σταματήσει, τόσο συνεπαρμένη ήταν. Είχε γεννηθεί μετά την εξαφάνιση των κοριτσιών και όσα είχε ακούσει μέχρι τότε ήταν πολύ αποσπασματικά. Κανείς δεν ήθελε να της πει τι είχε συμβεί πραγματικά, και τα περισσότερα απ’ όσα της έλεγε τώρα ο Γιάκομπ ήταν εντελώς καινούργια γι’ αυτή. «Αν θύμωσε ο παππούς, είπες; Ναι, θα μπορούσες να το πεις κι έτσι. Ήταν κι αυτός στο νοσοκομείο τότε. πλήρως απασχολημένος με τη δική μου διάσωση. Εξοργίστηκε πολύ με τον μπαμπά που μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο» κάγχασε ο Γιάκομπ. Τα παιδιά είχαν πάρει άδεια να φύγουν από το τραπέζι. Αλλιώς θα άστραφταν τα ματάκια τους αν άκουγαν τον τρόπο με τον οποίο ο προπάππος τους είχε σώσει τη ζωή του μπαμπά τους. Είχαν ακούσει την ιστορία αυτή αμέτρητες φορές και δεν κουράζονταν ποτέ να την ακούν. Εκείνος συνέχισε: «Ήταν προφανώς τόσο οργισμένος που σκέφτηκε ν’ αλλάξει τη διαθήκη του και να κάνει τον Γιοχάνες μοναδικό κληρονόμο, αλλά δεν πρόλαβε, γιατί ο Γιοχάνες πέθανε. Αν δεν είχε πεθάνει, ίσως να μέναμε εμείς στο φτωχικό τους και όχι η Σούλβεΐγκ με τα αγόρια της». «Γιατί όμως έτρεφε τέτοιο μίσος ο μπαμπάς για τον Γιοχάνες;» «Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω ιδέα. O μπαμπάς ήταν πάντα πολύ φειδωλός στα λόγια σε ό,τι αφορούσε τον Γιοχάνες, αλλά ο παππούς μου είχε πει αρκετά που ίσως να εξηγούν τη συμπεριφορά του μπαμπά. H γιαγιά πέθανε όταν γεννήθηκε ο Γιοχάνες, και έπειτα από αυτό ταξίδευαν όλοι μαζί με τον παππού, όταν εκείνος αλώνιζε στα χωριά και τις πόλεις της δυτικής ακτής χάνοντας κηρύγματα και λειτουργίες. O παππούς μου είχε πει πως είχε καταλάβει από πολύ νωρίς ότι τόσο ο Γιοχάνες όσο και ο Γκάμπριελ είχαν την ικανότητα να θεραπεύουν, και κάθε λειτουργία τελείωνε με

τη θεραπεία ανθρώπων του ποιμνίου που ήταν ανάπηροι και άρρωστοι». «Έκανε τέτοια ο μπαμπάς; Εννοώ, θεράπευε ανθρώπους; Μπορεί ακόμη να το κάνει;» H Λίντα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Έβλεπε ν' ανοίγει διάπλατα η πόρτα προς ένα νέο κομμάτι της οικογενειακής ιστορίας τους και δεν τολμούσε να πάρει ούτε ανάσα από φόβο μήπως ο Γιάκομπ σταματούσε να μιλάει και να της αποκαλύπτει όσα ήξερε. Είχε ακούσει ότι αυτός και ο παππούς είχαν έναν ιδιαίτερο δεσμό, ειδικά αφότου αποδείχτηκε ότι ο παππούς ήταν συμβατός δότης μυελού των οστών για τον λευχαιμικό Γιάκομπ. αλλά δεν ήξερε ότι ο παππούς τού είχε αφηγηθεί τόσα πολλά πράγματα. Γνώριζε, βέβαια, ότι ο κόσμος μιλούσε για τον παππού της Ιεροκήρυκα, όπως είχε επίσης ακούσει τις φήμες ότι ο παππούς είχε καταφέρει, κατά κάποιο τρόπο, να σφετεριστεί μια περιουσία, αλλά πάντα αντιμετώπιζε τις ιστορίες για τον Εφραίμ σαν υπερβολικά παραμύθια. Άλλωστε, η Λίντα ήταν τόσο μικρή όταν πέθανε ο παππούς της που γι’ αυτήν ήταν απλώς ένας βλοσυρός ηλικιωμένος που έβλεπε στις οικογενειακές φωτογραφίες. "Μπα, δεν νομίζω ότι μπορεί να το κάνει τώρα πια". Ο Γιάκομπ χαμογέλασε λίγο στη σκέψη του καθωσπρέπει πατέρα του ως θεραπευτή αρρώστων και αναπήρων. «Όσον τον μπαμπά, μάλλον αυτό δεν συνέβη ποτέ στη ζωή του. Και σύμφωνα με τον παππού, δεν είναι ασυνήθιστο να χάνει κανείς αυτή την ικανότητα όταν μπαίνει στην εφηβεία. Μπορεί, βέβαια, να την αποκτήσει ξανά, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο. Νομίζω πως τόσο ο Γκάμπριελ όσο και ο Γισχάνες απώλεσαν την ικανότητα αυτή όταν πέρασαν την παιδική ηλικία. O μπαμπάς απεχθανόταν τον Γιοχάνες επειδή ήταν πολύ διαφορετικοί O Γιοχάνες ήταν πολύ όμορφος και μπορούσε να σου πάρα και το παντελόνι χωρίς να το καταλάβεις αλλά ήταν απελπιστικά ανεύθυνος με οτιδήποτε έκανε στη ζωή του. Και αυτός και ο Γκάμπριελ πήραν από ένα μεγάλο χρηματικό ποσό όσο ζούσε ακόμη ο παππούς αλλά μέσα σε δύο χρόνια ο Γιοχάνες κατασπατάλησε το δικό του μερίδιο. Αυτό εξόργισε αφάνταστα τον παππού, ο οποίος όρισε τον Γκάμπριελ βασικό κληρονόμο του στη διαθήκη αντί να μοιράσει εξίσου την περιουσία και στους δύο. Αλλά. όπως είπα, αν ζούσε λίγο περισσότερο, σίγουρα θα άλλαζε γνώμη για άλλη μια φορά».

«Κάτι άλλο πρέπει να υπήρχε όμως. O μπαμπάς δεν μπορεί να μισούσε τόσο πολύ τον Γιοχάνες μόνο και μόνο επειδή ήταν πιο όμορφος και πιο γοητευτικός από αυτόν. Δεν καταγγέλλεις τον αδερφό σου στην αστυνομία μόνο γι’ αυτό, έτσι δεν είναι;» «Όχι. Πάντως μια υπόθεση που μπορώ να κάνω είναι ότι το ποτήρι ξεχείλισε όταν ο Γιοχάνες έκλεψε την αρραβωνιαστικιά του μπαμπά». «Τι; Ήταν ο μπαμπάς με τη Σούλβεΐγκ; Με αυτή τη χοντρή αγελάδα;» «Δεν έχεις δει φωτογραφίες της Σούλβεΐγκ από εκείνη την εποχή; Μιλάμε για πραγματική γυναικάρα, θα μου επιτρέψεις να πω, και ήταν αρραβωνιασμένη με τον μπαμπά. Αλλά πήγε μια μέρα και του είπε ότι είχε ερωτευτεί τον θείο Γιοχάνες και ότι θα τον παντρευόταν. Πιστεύω ότι αυτό τον διέλυσε εντελώς τον μπαμπά. Ξέρεις πόσο απεχθάνεται την αναστάτωση και το μελόδραμα στη ζωή του». «Ναι, αυτό πρέπει να τον τρέλανε εντελώς». O Γιάκομπ σηκώθηκε από το τραπέζι σηματοδοτώντας έτσι το τέλος της συζήτησης. «Λοιπόν, τέρμα τώρα με τα οικογενειακά μυστικά. Ισως όμως να κατάλαβες από πού προέρχεται όλη αυτή η έχθρα ανάμεσα στον μπαμπά και τη Σούλβεΐγκ». H Λίντα κάγχασε. «Και τι δεν θα έδινα για να ήμουν παρούσα, έστω και σαν μύγα στον τοίχο, όταν η Σούλβεΐγκ ανέβηκε πάνω και ξέχεσε τον μπαμπά. Τσίρκο θα έγινε». Αυτό έκανε ακόμα και τον Γιάκομπ ν’ αφήσει μια υποψία χαμόγελου να φανεί στο πρόσωπό του. «Ναι, πράγματι, τσίρκο είναι η σωστή λέξη. Αλλά προσπάθησε να δείξεις κάποια σοβαρότητα όταν συναντήσεις τον μπαμπά, σε παρακαλώ. Δεν νομίζω ότι θα βρήκε τίποτε αστείο σε αυτό». «Ναι, εντάξει, θα είμαι καλή κοπέλα». Έβαλε το άδειο πιάτο της στο πλυντήριο, ευχαρίστησε τη Μαρίτα για το φαγητό και ανέβηκε στο δωμάτιό της. Είχε πάρα πολύ καιρό να γελάσει μαζί με τον Γιάκομπ για το ίδιο πράγμα. O Γιάκομπ μπορούσε να είναι πολύ ευχάριστος αν προσπαθούσε, σκέφτηκε η Λίντα, αγνοώντας το γεγονός ότι και η ίδια δεν υπήρξε ακριβώς χαριτωμένο πλάσμα τα τελευταία χρόνια. Σήκωσε το ακουστικό και προσπάθησε να τηλεφωνήσει στον Στέφαν. Διαπίστωσε έκπληκτη ότι την ενδιέφερε πραγματικά να μάθει πώς ένιωθε εκείνος. H Λάινε φοβόταν το σκοτάδι. Το φοβόταν απίστευτα. Παρά το γεγονός ότι είχε περάσει πολλά βράδια δίχως τον Γκάμπριελ στο υποστατικό, δεν έλεγε να το συνηθίσει με τίποτα. Παλιότερα είχε τουλάχιστον τη Λίντα στο σπίτι -και πριν από Λίντα τον Γιάκομπ-, αλλά τώρα ήταν εντελώς μόνη. Ήξερε ότι ο Γκάμπριελ ήταν αναγκασμένος να ταξιδεύει αρκετά, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να νιώθει πικραμένη. Δεν ήταν αυτή η ζωή που είχε ονειρευτεί όταν έκανε αυτό τον πλούσιο γάμο. Όχι ότι τα λεφτά είχαν τόση σημασία. Αυτό που την τράβηξε ήταν η σιγουριά. H σιγουριά που της πρόσφερε η ανιαρή ζωή με τον Γκάμπριελ και η ασφάλεια που της πρόσφεραν τα λεφτά στην τράπεζα. Ήθελε μια ζωή εντελώς διαφορετική από της μητέρας της.

Σαν παιδί είχε ζήσει μέσα στον τρόμο από τα μεθυσμένα ξεσπάσματα του πατέρα της, που είχε τυραννήσει όλη την οικογένεια και είχε κάνει τα παιδιά του πλάσματα αβέβαια που διψούσαν για αγάπη και τρυφερότητά. Από τα τρία αδέρφια είχε απομείνει μόνο αυτή. Τόσο ο αδερφός της όσο και η αδερφή είχαν υποκύψει στο σκοτάδι που κουβαλούσαν μέσα τους, ο ένας επειδή έστρεψε αυτό το σκοτάδι μέσα του και η άλλη επειδή το έστρεψε προς τα έξω. H ίδια ήταν το μεσαίο παιδί, που δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ήταν μόνο ανασφαλής και αδύναμη. Δεν είχε τη δύναμη να κατευθύνει την ανασφάλεια της ούτε προς τα μέσα ούτε προς τα έξω, απλώς την άφηνε να τη δηλητηριάζει όλο και περισσότερο στο πέρασμα των χρόνων. Αυτή η ανασφάλεια ήταν πολύ χειροπιαστή όταν σεργιανούσε μόνη τα βράδια στους σιωπηλούς χώρους της έπαυλης. Τότε ήταν που θυμόταν πολύ καθαρά τη βρομερή ανάσα, τα χτυπήματα και τα κρυφά χάδια τις νύχτες. Είχε πιστέψει πραγματικά ότι είχε το κλειδί που θα άνοιγε το σκοτεινό κουτί της καρδιάς της όταν παντρεύτηκε τον Γκάμπριελ. Αλλά δεν ήταν ανόητη. Ήξερε ότι ήταν ένα τρόπαιο παρηγοριάς. Είχε βολευτεί μαζί της επειδή δεν μπορούσε να πάρει εκείνη που πραγματικά ποθούσε. Αλλά δεν είχε σημασία. Κατά κάποιον τρόπο ήταν πιο εύκολα έτσι. Δεν υπήρχαν συναισθήματα που θα μπορούσαν ν' αναταράζουν την ήρεμη επιφάνεια. Υπήρχε μόνο η βαρετή κι ατέρμονη αλυσίδα προβλέψιμων ημερών, που σωριάζονταν πάνω σε άλλες εξίσου προβλέψιμες ημέρες. Κι αυτό πίστευε ότι ήταν το μοναδικό που επιθυμούσε. Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα ήξερε πόσο λάθος είχε κάνει. Τίποτα δεν ήταν χειρότερο από τη μοναξιά στον έγγαμο βίο, κι αυτό ακριβώς είχε κερδίσει έπειτα από εκείνο το «ναι» στην εκκλησία της Φιελμπάκα. Έζησαν παράλληλες ζωές. O ένας φρόντιζε το υποστατικό, η άλλη μεγάλωσε τα παιδιά τους και οι δυο τους μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων λόγω έλλειψης άλλων θεμάτων για συζήτηση. Μόνο αυτή ήξερε ότι μέσα στον Γκάμπριελ υπήρχε ένας άλλος άνθρωπος πέρα από αυτόν που ο ίδιος φρόντιζε να δείχνει καθημερινά στον κόσμο γύρω του. Τον παρατηρούσε όλ' αυτά τα χρόνια, τον μελετούσε κρυφά και σιγά σιγά κατάλαβε τι άνθρωπος θα μπορούσε να ήταν. Την εξέπληξε ο πόθος που ξύπνησε αυτό μέσα της. O άλλος άνθρωπος ήταν τόσο βαθιά κρυμμένος μέσα στον Γκάμπριελ που η Λάινε πίστευε πως ούτε ο ίδιος ο Γκάμπριελ ήξερε γι’ αυτόν. Πάντως πίσω από τη βαρετή και καθωσπρέπει επιφάνεια υπήρχε ένας παθιασμένος άντρας. H Λάινε είχε δει πόση οργή είχε συσσωρευτεί μέσα του, αλλά πίστευε ότι υπήρχε άλλη τόση αγάπη, που πολύ θα ήθελε να είχε την ικανότητα να τον κάνει να τη φανερώσει. Ακόμα και τότε που ο Γιάκομπ ήταν άρρωστος δεν είχαν καταφέρει να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο. Είχαν καθίσει δίπλα δίπλα σε αυτό που πίστευαν πως θα γινόταν το νεκρικό του κρεβάτι, δίχως όμως να μπορούν να προσφέρουν ο ένας στον άλλο λίγη παρηγοριά. Και συχνά είχε την αίσθηση πως ο Γκάμπριελ δεν επιθυμούσε καν την παρουσία της εκεί. Αυτή η επιφυλακτικότητα, αυτό το «κούμπωμα» του Γκάμπριελ μπορούσε κατά κύριο λόγο να αποδοθεί στον πατέρα του. O Εφραίμ Χουλτ ήταν ένας επιβλητικός άντρας, που ανάγκαζε όσους έρχονταν σ’ επαφή μαζί του να

διαλέξουν ένα από τα στρατόπεδα: φίλοι ή εχθροί. Κανείς δεν έμενε αδιάφορος μπροστά στον Ιεροκήρυκα, αλλά η Λάινε καταλάβαινε πόσο δύσκολο θα πρέπει να ήταν να μεγαλώνεις στη σκιά ενός τέτοιου άντρα. Οι γιοι του δεν θα μπορούσαν να έχουν γίνει πολύ διαφορετικοί. O Γιοχάνες ήταν ένα μεγάλο παιδί σε όλη τη σύντομη ζωή του, ένας ηδονιστής, που έπαιρνε ό,τι ήθελε και ποτέ δεν έμενε αρκετά στο ίδιο μέρος για να δει τα ίχνη του χάους που άφηνε πίσω του. O Γκάμπριελ είχε επιλέξει να στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τον είχε δει πόσο ντρεπόταν για τον πατέρα του και για τον Γιοχάνες, για τις μεγαλόπρεπες χειρονομίες τους για την ικανότητά τους να λάμπουν σαν φάροι σε οποιαδήποτε κατάσταση. O Γκάμπριελ ήθελε να εξαφανίζεται στην ανωνυμία, που θα έδειχνε ξεκάθαρα στον κόσμο ότι δεν είχε τίποτα κοινό με τον πατέρα του. O Γκάμπριελ πάσχιζε για τον σεβασμό, την τάξη και τη δικαιοσύνη περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Ποτέ δεν μιλούσε για την παιδική του ηλικία και για τα χρόνια που ταξίδευε ακατάπαυστα με τον Εφραίμ και τον Γιοχάνες. H Λάινε ήξερε ωστόσο αρκετά και καταλάβαινε πόσο σημαντικό ήταν για τον άντρα της να κρύβει επιμελώς αυτό το κομμάτι της ζωής του, το οποίο φάνταζε παντελώς αταίριαστο με το πρόσωπο που ήθελε να δείχνει προς τα έξω. Το γεγονός ότι ο Εφραίμ ήταν αυτός που βοήθησε τον Γιάκομπ να επιστρέφει στη ζωή ήταν κάτι που είχε δημιουργήσει στην ψυχή του Γκάμπριελ πολύ αντιφατικά συναισθήματα. H χαρά για το ότι είχε βρεθεί ένας τρόπος να νικήσουν την αρρώστια είχε αμαυρωθεί από το γεγονός ότι ήταν ο πατέρας του, και όχι αυτός ο ίδιος, εκείνος που ήρθε σαν ιππότης λυτρωτής με την αστραφτερή πανοπλία του και έσωσε το παιδί. Θα έδινε τα πάντα για να ήταν αυτός ο ήρωας του παιδιού του. Οι σκέψεις της Λάινε διακόπηκαν από έναν θόρυβο που ακούστηκε απέξω. Με την άκρη του ματιού της, είδε δύο σκιές να περνούν βιαστικά από τον κήπο. Την έζωσε ξανά ο φόβος. Εψαξε το ασύρματο τηλέφωνο και πρόλαβε να πανικοβληθεί για τα χαλά πριν το βρει εκεί που έπρεπε να είναι, πάνω στη βάση του και να φορτίζει. Με τρεμάμενα δάχτυλα, σχημάτισε το κινητό του Γκάμπριελ. Κάτι χτύπησε στο παράθυρο, κι εκείνη ούρλιαξε με όση δύναμη είχε. Το τζάμι του παραθύρου είχε θρυμματιστεί από μια πέτρα, η οποία κείτονταν τώρα ανάμεσα στα σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα Αλλη μια πέτρα έσπασε το τζάμι του διπλανού παραθύρου, κι εκείνη έτρεξε κλαίγοντας έξω από το δωμάτιο, ανέβηκε στον επάνω όροφο και κλειδώθηκε στο μπάνιο, ενώ περίμενε, τρέμοντας σύγκορμη ν’ ακούσει τη φωνή του Γκάμπριελ. Αντί για τη φωνή του άκουσε το μονότονο μήνυμα του αυτόματου τηλεφωνητή, όπως επίσης και τον πανικό στην ίδια της τη φωνή όταν του άφησε ένα σχεδόν ακατάληπτο μήνυμα. Τρέμοντας, κάθισε στο πάτωμα, με τα χέρια της σφιγμένα γύρω από τα γόνατα, και αφουγκράστηκε για τυχόν θορύβους έξω από την πόρτα. Δεν ακούστηκε τίποτε άλλο, αλλά εκείνη δεν τόλμησε να κουνηθεί καθόλου από εκεί όπου καθόταν. Όταν ήρθε το πρωί, τη βρήκε στην ίδια θέση. H Ερίκα ξύπνησε από τον ήχο του τηλεφώνου. Κοίταξε το ρολόι. Δέκα και μισή το πρωί. Μάλλον την είχε πάρει ο ύπνος τελικά. H μισή, τουλάχιστον, νύχτα της πέρασε με την ίδια να στριφογυρίζει στο κρεβάτι, να στάζει ιδρώτα και να μην μπορεί να βρει μια βολική στάση. «Εμπρός». Ακουγόταν καθαρά ότι μόλις είχε ξυπνήσει.

«Γεια σου, Ερίκα. Αχ, συγγνώμη. Σε ξύπνησα, έτσι;» «Ναι, αλλά δεν πειράζει, Άννα. Δεν θα έπρεπε να είμαι στο κρεβάτι και να κοιμάμαι τέτοια ώρα». «Μην το λες αυτό. Πρέπει να κοιμάσαι όσο περισσότερο μπορείς τώρα. Μετά τη γέννα δεν θα απολαμβάνεις και πολύ τον ύπνο. Πώς είσαι, αλήθεια;» H Ερίκα άρπαξε την ευκαιρία να παραπονεθεί λίγο για όλα τα δεινά της εγκυμοσύνης στην αδερφή της, η οποία ήξερε ακριβώς για τι πράγμα μιλούσε η Ερίκα, μια που είχε ήδη δυο παιδιά. «Αχ κορίτσι μου... H μόνη παρηγοριά είναι πως ξέρεις θα περάσει, αργά ή γρήγορα. Λοιπόν, πώς τα περνάς με τον Πάτρικ στο σπίτι; Μέσα στα νεύρα και οι δύο, έτσι; Θυμάμαι ότι εγώ ήθελα να με αφήνουν στην ησυχία μου τις τελευταίες εβδομάδες». «Ναι, πρέπει να ομολογήσω ότι ήμουν μέσα στα νεύρα. Γι' αυτό και δεν γκρίνιαξα όταν προέκυψε μια υπόθεση δολοφονίας και αναγκάστηκε να διακόψει την άδεια και να πάει στη δουλειά». «Υπόθεση δολοφονίας; Τι συνέβη;» H Ερίκα τής είπε για τη νεαρή Γερμανίδα που είχε δολοφονηθεί και για τις δύο εξαφανισμένες κοπέλες που είχαν βρεθεί τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια. «Χριστέ μου, τι απαίσια υπόθεση». Ακούστηκαν παράσιτα στη γραμμή. «Πού είστε; Περνάτε καλά στο σκάφος;» «Ναι, υπέροχα. H Έμμα και ο Αντριαν το λατρεύουν και φαίνεται πως σύντομα θα γίνουν θαλασσόλυκοι αν συνεχίσουν ν’ ακούν όσα τους λέει ο Γκούσταβ». «Α, ναι, ο Γκούσταβ. Και πώς τα πάτε εσείς οι δύο; Θα είναι έτοιμος να τον παρουσιάσεις στο σόι μας σύντομα;» «Α γι’ αυτό ακριβώς τηλεφώνησα. Τώρα είμαστε στη Στρέμσταντ και σκεφτόμαστε να πλεύσουμε νότια. Μπορείς ν’ αρνηθείς αν δεν έχεις όρεξη, αλλιώς σκεφτήκαμε να πιάσουμε στη Φιελμπάκα αύριο και να έρθουμε να σας δούμε. Μένουμε στο σκάφος, οπότε δεν πρόκειται να ενοχλήσουμε. Μόλις νιώσεις ότι κουράζεσαι, πρέπει να μας το πεις αμέσως. Απλώς θα είναι υπέροχο να δω πώς είσαι με την κοιλιά στον αέρα». «Φυσικά και μπορείτε να έρθετε. Αλλωστε, αύριο βράδυ θα έχουμε εδώ τον Νταν και την κοπέλα του. Θα ψήσουμε κάτι στα κάρβουνα και θα φάμε. Δεν θα μας κάνει κόπο να βάλουμε μερικά παραπανίσια χάμπουργκερ στη σχάρα». «Α, υπέροχα, ευκαιρία να συναντήσω τελικά και το αρνάκι γάλακτος που βρήκε ο Νταν». «Ακου, Αννα, ο Πάτρικ με έχει ήδη προειδοποιήσει ότι πρέπει να φερθώ καλά, οπότε μην αρχίσεις τα πειράγματα κι εσύ...»

«Εντάξει, αν και αυτό απαιτεί μια κάποια προετοιμασία. Πρέπει να μάθουμε τι μουσική ακούει η νεολαία, ποιο ντύσιμο θεωρείται μοντέρνο και αν είναι ακόμη στη μόδα το λιπ γκλος με τις γεύσεις. Ακου τι θα γίνει; Εσύ θα τσεκάρεις το MTV, κι εγώ θ’ αγοράσω ένα από αυτά τα μοντέρνα περιοδικά και θα εντρυφήσω λίγο στις τάσεις της εποχής. Δεν μου λες; Κυκλοφορεί ακόμη εκείνο το περιοδικό η Μανίνα; Αν κυκλοφορεί, καλά θα κάνουμε να το προμηθευτούμε». H Ερίκα σφάδαζε από τα γέλια. «Σταμάτα, θα με πεθάνεις. Σε παρακαλώ... Ξέρεις αυτό που λέει ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω; Πρώτη φορά θα συναντήσουμε τον Γκούσταβ, και, απ’ όσα ξέρουμε, μπορεί να είναι πραγματικός σπασίκλας». «Μπα, δεν ξέρω αν το “σπασίκλας" είναι ακριβώς η λέξη με την οποία θα χαρακτήριζα τον Γκούσταβ». H Ερίκα κατάλαβε ότι το σχόλιό της που ήταν ουσιαστικά ένα αστείο, είχε κάνει την Αννα να τσαντιστεί. Πολύ μυγιάγγιχτη ήταν, τέλος πάντων, η αδερφούλα της «Για να είμαι ειλικρινής θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που κάποιος σαν τον Γκούσταβ καταδέχτηκε να με κοιτάξει. Διότι τι είμαι; Μια μητέρα μόνη με δυο παιδιά. Αυτός ο άντρας που έχει τη δυνατότητα να διαλέγει κορίτσια απευθείας τα καλλιστεία διαλέγει εμένα, και αυτό πιστεύω ότι λέει πολλά για το τι άνθρωπος είναι. Είμαι η πρώτη γυναίκα με την οποία κάνει σχέση και δεν έχει βγει από κάποιον κατάλογο ντεμπιτάντ, και πιστεύω ότι πρέπει να θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό». Και η Ερίκα πίστευε πως όλ’ αυτά έλεγαν πολλά για το άτομό του, αλλά δυστυχώς όχι με τον ίδιο τρόπο που το έβλεπε η αδερφή της. H Αννα βεν είχε ποτέ ιδιαίτερα καλή κρίση όταν επρόκειτο για άντρες, και ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε για τον Γκούσταβ ακουγόταν κάπως ανησυχητικός. H Ερίκα όμως αποφάσισε να μην τον κρίνει εκ των προτέρων, με την ελπίδα ότι οι ανησυχίες της θα αποδεικνύονταν αβάσιμες όταν τον συναντούσε. Είπε, λοιπόν, χαρούμενα: «Πότε θα είστε εδώ;» «Γύρω στις τέσσερις, αν σε βολεύει». «Με βολεύει μια χαρά». «θα τα πούμε τότε από κοντά. Φιλάκια». Αφού έκλεισε το τηλέφωνο, η Ερίκα ένιωσε λίγο προβληματισμένη. Υπήρχε κάτι στο αγχωμένο ύφος της Αννας που την έκανε ν’ αναρωτιέται πόσο καλή μπορεί να ήταν η σχέση της με τον τέλειο άντρα Γκούσταβ αφ Κλιντ. Είχε χαρεί όταν η Αννα χώρισε τον Λούκας Μάξγουελ τον πατέρα των παιδιών. H Αννα είχε, επίσης, αρχίσει να υλοποιεί το όνειρό της να σπουδάσει Τέχνη και Αρχαιολογία και είχε μάλιστα τη μεγάλη τύχη να βρει δουλειά μερικής απασχόλησης στον Οίκο Δημοπρασιών της Στοκχόλμης. Εκεί είχε

συναντήσει τον Γκούσταβ. H οικογένειά του ήταν από τις πιο γαλαζοαίματες της Σουηδίας, και ο ίδιος περνούσε την ώρα του ως διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας στην κομητεία της Χέλσινλαντ, η οποία είχε παραχωρηθεί κάποτε, στο μακρινό παρελθόν, στους προγόνους του από τον βασιλιά Γκούσταβ Βάσα. H οικογένειά του συναναστρεφόταν με τη βασιλική οικογένεια, και όταν ο πατέρας του δεν ευκαιρούσε, συμμετείχε ο ίδιος στο ετήσιο βασιλικό κυνήγι. Όλ' αυτά τα είχε αφηγηθεί, με περισσή ευλάβεια, η Άννα στην Ερίκα, η οποία είχε δει και είχε ακούσει πολλά για τα γαλαζοαίματα αποβράσματα που κυκλοφορούσαν γύρω από το Στούρεπλαν - και ήταν ακριβώς αυτό που την έκανε ν’ ανησυχεί. Δεν είχε συναντήσει ποτέ της τον Γκούσταβ, και ίσως να ήταν εντελώς διαφορετικός από τους άλλους πλούσιους κληρονόμους, οι οποίοι, κρυμμένοι πίσω από χα χρήματα και τους τίτλους, συμπεριφέρονταν σαν γουρούνια σε μέρη όπως το Ρις και το Σπάι Μπαρ. Εν πάση περιπτώσει, όλ' αυτά θα τα μάθαινε αύριο. Ευχόταν να κάνει λάθος, και ο Γκούσταβ να ήταν εντελώς άλλος τύπος. Δεν επιθυμούσε τίποτε άλλο για την Αννα πέρα από λίγη καλή τύχη και σταθερότητα Ανοιξε τον ανεμιστήρα και άρχισε να σκέφτεται πώς θα περνούσε τη μέρα της. H μαία τής είχε πει ότι η ωκυτοκίνη, η οποία εκκρινόταν όλο και περισσότερο όσο πλησίαζε η γέννα, δημιουργούσε στις έγκυες τάσεις ρομαντικής αγάπης και φροντίδας. Αυτό εξηγούσε γιατί η Ερίκα τις τελευταίες εβδομάδες ασχολούνταν σχεδόν μανιωδώς με την ταξινόμηση και την αρίθμηση των πάντων μέσα στο σπίτι σαν να κρεμόταν από αυτό όλη της η ζωή. Της είχε δημιουργηθεί η εμμονή ότι όλα έπρεπε να είναι έτοιμα και νοικοκυρεμένα πριν έρθει το παιδί και τώρα είχε αρχίσει να πλησιάζει σ’ ένα στάδιο όπου δεν υπήρχε πια τίποτα προς τακτοποίηση μέσα στο σπίτι. Οι γκαρνταρόμπες ήταν καθαρές, το παιδικό δωμάτιο πανέτοιμο, τα συρτάρια με τα μαχαιροπίρουνα έλαμπαν. Το μόνο που απέμενε ήταν να ετοιμάσει το υπόγειο και να πετάξει ό,τι παλιατσαρία υπήρχε εκεί μέσα. Αμ’ έπος αμ’ έργον. Σηκώθηκε με δυσκολία και πήρε παραμάσχαλα τον ανεμιστήρα. Καλύτερα να το έκανε γρήγορα, πριν ανακάλυπτε ο Πάτρικ με τι ασχολούνταν. Είχε κάνει ένα διάλειμμα πέντε λεπτών για να κάτσει λίγο στον ήλιο έξω από το αστυνομικό τμήμα και να φάει ένα παγωτό, όταν ο Γιέστα έβγαλε το κεφάλι του από ένα παράθυρο του κτιρίου και του φώναξε: "Πάτρικ, τηλέφωνο. Νομίζω ότι πρέπει να το πάρεις". O Πάτρικ έφαγε στα γρήγορα το υπόλοιπο παγωτό και μπήκε μέσα. Πήρε το ακουστικό από το γραφείο του Γιέστα και ένιωσε κάποια έκπληξη όταν άκουσε ποιος τηλεφωνούσε. Έπειτα από μια σύντομη συνομιλία, κι ενώ κράτησε βιαστικά κάποιες σημειώσεις σ' ένα χαρτί που βρήκε μπροστά του, κατέβασε το ακουστικό και είπε στον Γιέστα που καθόταν στην καρέκλα του και τον κοίταζε: «Όπως άκουσες, κάποιος έσπασε τα τζάμια στην έπαυλη του Γκάμπριελ Χουλτ. Θα έρθεις να πάμε να ρίξουμε μια ματιά;» O Γιέστα έμεινε έκπληκτος που ο Πάτρικ έπαιρνε αυτόν μαζί του και όχι τον Μάρτιν, αλλά δεν είπε τίποτε. Απλώς έγνεψε καταφατικά. Καθώς διέσχιζαν με το αυτοκίνητο την αλέα που οδηγούσε στην έπαυλη δεν μπόρεσαν να μην αφήσουν και οι δυο έναν αναστεναγμό ζήλιας. Το αρχοντικό όπου έμενε ο Γκάμπριελ Χουλτ ήταν όντως μεγαλόπρεπα Ελαμπε σαν λευκό μαργαριτάρι μέσα στην πρασινάδα και τις σημύδες που

πλαισίωναν τον δρόμο και που υποκλίνονταν ευλαβικά σε κάθε φύσημα του ανέμου. O Πάτρικ σκέφτηκε ότι ο Εφραίμ Χουλτ πρέπει να ήταν μεγάλος μάστορας στα κηρύγματα για να φτάσει να του χαρίσουν όλ’ αυτά τα πλούτη. Ακόμα και το τρίξιμο των χαλικιών κάτω από τα πόδια τους καθώς διέσχιζαν το χαλικόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε στην κεντρική είσοδο του σπιτιού διέθετε μια πολυτέλεια και ο Πάτρικ ανυπομονούσε να δει το εσωτερικό του σπιτιού. Την πόρτα την άνοιξε ο ίδιος ο Γκάμπριελ Χουλτ, και τόσο ο Πάτρικ όσο και ο Γιέστα σκούπισαν επιμελώς τα παπούτσια τους πριν μπουν μέσα. «Ευχαριστώ που ήρθατε τόσο γρήγορα. H σύζυγός μου είναι πολύ ταραγμένη με αυτή την υπόθεση. Ήμουν εκτός πόλης χτες τη νύχτα για δουλειά, και ήταν μόνη στο σπίτι όταν συνέβησαν αυτά". Όσο μιλούσε, τους οδήγησε σ’ ένα μεγάλο και όμορφο δωμάτιο με πανύψηλα παράθυρα, που άφηναν να περνάει μέσα το περισσότερο φως του ήλιου. Σε έναν λευκό καναπέ καθόταν μια γυναίκα με αγχωμένη όψη, η οποία σηκώθηκε να τους χαιρετήσει μόλις μπήκαν μέσα. «Λάινε Χουλτ. Ευχαριστώ που ήρθατε τόσο γρήγορα». Κάθισε ξανά, και ο Γκάμπριελ τους έδειξε να καθίσουν στον απέναντι καναπέ. Και οι δύο ένιωθαν έξω από τα νερά τους. Κανείς τους δεν έμπαινε γενικώς στον κόπο να ντυθεί καλά για να πάει στη δουλειά, και έτυχε να φορούν και οι δύο σορτς. O Πάτρικ τουλάχιστον φορούσε ένα ωραίο κοντομάνικο φανελάκι, ενώ ο Γιέστα ένα τεράστιο γεροντίστικο πουκάμισο, επίσης κοντομάνικο, από κάποιο συνθετικό υλικό με πρασινωπές στάμπες και σχέδια. H αντίθεση γινόταν ακόμα πιο έντονη από το γεγονός ότι η Λάινε φορούσε ένα δροσερό μπεζ λινό φόρεμα και ο Γκάμπριελ ένα πλήρες καλοκαιρινό κοστούμι, θα σκάσει από τη ζέστη, σκέφτηκε ο Πάτρικ, ελπίζοντας πως ο Γκάμπριελ δεν κυκλοφορούσε έτσι όλο το καλοκαίρι. Βέβαια, δυσκολευόταν να τον σκεφτεί με κάτι πιο πρόχειρο, και εδώ που τα λέμε εκείνος δεν φαινόταν να ιδρώνει ιδιαίτερα μέσα στο σκούρο μπλε κοστούμι του, ο Πάτρικ, απεναντίας ίδρωνε στις μασχάλες με τη σκέψη και μόνο να φορέσει κάτι τέτοιο μέσα στον καύσωνα. «O σύζυγός σας μας είπε εν συντομία μερικά πράγματα στο τηλέφωνο για το συμβάν, αλλά θα μπορούσατε να μας το περιγράψετε πιο διεξοδικά;» O Πάτρικ χαμογέλασε καθησυχαστικά στη Λάινε και έβγαλε ταυτόχρονα το μπλοκάκι του και ένα στιλό. Περίμενε. «Ναι, ήμουν μόνη μου χτες βράδυ στο σπίτι. O Γκάμπριελ ταξιδεύει συχνά, και περνάω πολλά μοναχικά βράδια εδώ». Ο Πάτρικ άκουσε τη θλίψη στα λόγια της και αναρωτήθηκε αν ένιωθε το ίδιο και ο Γκάμπριελ Χουλτ. Εκείνη συνέχισε: «Ξέρω ότι ακούγεται γελοίο, αλλά φοβάμαι πολύ το σκοτάδι. οπότε, όταν είμαι μόνη, κυκλοφορώ μόνο σε δυο δωμάτια. Στο υπνοδωμάτιό μου και στο δωμάτιο με την τηλεόραση, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα». O Πάτρικ πρόσεξε ότι η Λάινε είπε «το υπνοδωμάτιό μου» και δεν μπόρεσε να μη συλλογιστεί πόσο θλιβερό πρέπει να ήταν για παντρεμένους ανθρώπους να μην κοιμούνται καν μαζί. Αυτό δεν θα

συνέβαινε ποτέ με τον ίδιο και την Ερίκα. «Ήμουν έτοιμη να τηλεφωνήσω στον Γκάμπριελ, όταν είδα κάποια κίνηση απέξω. Το επόμενο δευτερόλεπτο κάτι έσπασε το τζάμι του παραθύρου στον πέρα τοίχο, αριστερά από εκεί όπου καθόμουν. Πρόλαβα να δω ότι ήταν μια μεγάλη πέτρα, πριν ακολουθήσει μια δεύτερη, που έσπασε και το διπλανό παράθυρο. Έπειτα άκουσα μόνο τον θόρυβο από κάτι τρεχαλητά και είδα δυο σκιές να εξαφανίζονται στις παρυφές του δάσους». O Πάτρικ κρατούσε σημειώσεις χρησιμοποιώντας σύντομες λέξεις. O Γιέστα δεν είχε πει κουβέντα από τότε που είχαν φτάσει, εκτός από το όνομά του όταν χαιρετήθηκε με τον Γκάμπριελ και τη Λάινε. O Πάτρικ τού έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα για να δει αν ήθελε να κάνει κάποια διευκρινιστική ερώτηση για το συμβάν, αλλά εκείνος παρέμεινε σιωπηλός, μελετώντας με ιδιαίτερη προσοχή τα νύχια του. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχα πάρει μαζί μου ένα φυτό, σκέφτηκε ο Πάτρικ «Μήπως μπορείτε να σκεφτείτε κάποια πιθανά κίνητρα;» H απάντηση ήρθε αμέσως από τον Γκάμπριελ, που φάνηκε να διακόπτει κάτι που ετοιμαζόταν να πει η Λάινε. «'Οχι, τίποτα ιδιαίτερο, αν εξαιρέσουμε την παλιά καλή ζηλοφθονία. Πάντα ήταν ένα αγκάθι στα μάτια του κόσμου το γεγονός ότι το σόι μας ήταν αυτό που ζούσε τώρα πια στο υποστατικό, και έχουμε υποστεί πολλές ενοχλήσεις από μεθυσμένους όλ' αυτά τα χρόνια. Αθώα παιδιάστικα ξεσπάσματα και φάρσες. Κι εκεί θα έμεναν όλ' αυτά αν η σύζυγός μου δεν επέμενε να γνωστοποιήσουμε το συμβάν στην αστυνομία». Έριξε ένα επιτιμητικό βλέμμα στη Λάινε, η οποία για πρώτη φορά σε όλη την κουβέντα έδειξε να κρύβει λίγο τσαγανό μέσα της και του ανταπέδωσε μια θυμωμένη ματιά. Εκείνο το βλέμμα του συζύγου της φαίνεται πως άναψε κάποια παλιά σπίθα μέσα της. Στράφηκε προς τον Πάτρικ και του είπε ήρεμα, δίχως να κοιτάξει ξανά τον σύζυγό της: «Πιστεύω ότι πρέπει να πείτε δυο κουβέντες με τον Ρόμπερτ και τον Στέφαν Χουλτμ τους ανιψιούς του άντρα μου, και να τους ρωτήσετε πού βρίσκονταν χτες». «Λάινε, αυτό είναι εντελώς αχρείαστο!» « Εσύ δεν ήσουν εδώ χτες, οπότε δεν ξέρεις πόσο τρομαχτικό είναι να σου πετάνε πέτρες και να σου σπάνε τζάμια που καταλήγουν μόλις μερικά μέτρα μακριά σου. Θα μπορούσαν να με είχαν τραυματίσει. Και γνωρίζεις το ίδιο καλά μ' εμένα ότι ήταν εκείνοι οι δύο ηλίθιοι!» «Λάινε, είχαμε συμφωνήσει...» είπε ο Γκάμπριελ μέσα από τα σφιγμένα δόντια του, ενώ οι μύες του σαγονιού του ήταν φανερά τεντωμένοι. «Εσύ συμφώνησες!» Τον αγνόησε και στράφηκε προς τον Πάτρικ, παίρνοντας δύναμη από το ασυνήθιστο ξέσπασμά της. «Όπως είπα, δεν τους είδα, αλλά μπορώ να πάρω όρκο πως ήταν ο Στέφαν και ο Ρόμπερτ. H μητέρα τους, η Σούλβεΐγκ, ήρθε από εδώ νωρίτερα την ίδια μέρα και

συμπεριφέρθηκε με πολύ δυσάρεστο τρόπο, κι εκείνοι οι δυο γιοι της δεν είναι και ό,τι καλύτερο υπάρχει, οπότε... Ναι. τα ξέρετε, είχατε κι εσείς πάρε δώσε με δαύτους». Χειρονομούσε έντονα προς τη μεριά του Πάτρικ και του Γιέστα, οι οποίοι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο πέρα από το να συμφωνήσουν. Σίγουρα είχαν πολλά πάρε δώσε, με μια τρομακτική συχνότητα μάλιστα, με τους περιβόητους αδερφούς Χουλτ από τότε που ήταν ακόμη σπυριάρικα παιδάκια. Η Λάινε κοίταζε προκλητικά τον Γκάμπριελ για να δει αν τολμούσε να της πάει ξανά κόντρα, αλλά εκείνος σήκωσε παραιτημένος τους ώμους, δείχνοντας έτσι ότι αυτός πλέον ένιπτε τας χείρας του. «Τι ήταν αυτό που προκάλεσε τον καβγά με τη μάνα τους;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Μια γυναίκα σαν κι αυτή δεν χρειάζεται και πολλά για να αρπαχτεί με κάποιον, αλλά πάντα μας μισούσε. Αυτό όμως που την έκανε να χάσει τα λογικά της χτες ήταν η είδηση ότι βρήκατε εκείνες τις κοπέλες στη Χαράδρα του Βασιλιά. Με το λειψό μυαλό της σκέφτηκε πως αυτό αποδείκνυε ότι ο Γιοχάνες, ο άντρας της, είχε κατηγορηθεί άδικα, και τώρα ρίχνει το φταίξιμο στον Γκάμπριελ». H φωνή της είχε δυναμώσει από την ταραχή και έδειχνε τον άντρα της, ο οποίος τώρα φαινόταν να βρίσκεται εντελώς αλλού. «Ναι, έριξα μια ματιά σε όλα εκείνα που είχαν γραφτεί την εποχή που εξαφανίστηκαν οι κοπέλες και είδα ότι είχες αναφέρει τον αδερφό σου στην αστυνομία ως πιθανό ύποπτα Μπορείς να μου πεις λίγα πράγματα γι’ αυτό;» Ένα ανεπαίσθητο σκίρτημα εμφανίστηκε στο πρόσωπο του Γκάμπριελ μια ελάχιστη ένδειξη ότι η ερώτηση τον ενοχλούσε, αλλά η φωνή του ακούστηκε ήρεμη όταν απάντησε. «Πάνε πάρα πολλά χρόνια από τότε. Αλλά αν με ρωτάς εάν συνεχίζω ακόμη να υποστηρίζω πως είδα τον αδερφό μου με τη Σιβ Λαντίν, η απάντηση είναι καταφατική. Είχα πάει στο νοσοκομείο στην Ουντεβάλα για να δω τον γιο μου που ήταν άρρωστος με λευχαιμία κι εκείνη την ώρα επέστρεφα Περίπου στο ύψος του Μπρέκε διασταυρώθηκα με το αμάξι του αδερφού μου. Σκέφτηκα πως ήταν κάπως παράξενο που είχε βγει και οδηγούσε νυχτιάτικα κι έτσι κοίταξα πιο προσεχτικά. Τότε είδα την κοπέλα να κάθεται στη θέση του συνοδηγού με το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο του αδερφού μου. Έδειχνε σαν να κοιμόταν». «Πώς ήξερες ότι ήταν η Σιβ Λαντίν;» «Δεν το ήξερα. Αλλά την αναγνώρισα αμέσως μόλις είδα τη φωτογραφία της στην εφημερίδα. Πρέπει όμως να τονίσω ότι ποτέ δεν είπα πως τις σκότωσε ο αδερφός μου, ούτε τον κατέδειξα ως δολοφόνο, όπως θέλει να πιστεύει ο κόσμος εδώ πέρα. Το μόνο που έχανα ήταν ν’ αναφέρω ότι τον είδα με την κοπέλα. διότι αυτό πίστευα πως ήταν το καθήκον μου ως πολίτης. Δεν είχε καμία σχέση με κάποια ενδεχόμενη έχθρα μεταξύ μας ή εκδίκηση όπως πολλοί ισχυρίστηκαν. Εγώ ανέφερα ό,τι είδα και άφησα την αστυνομία να βγάλει τα συμπεράσματα της. Και προφανώς δεν βρήκαν ποτέ αποδείξεις εναντίον του Γιοχάνες, οπότε πιστεύω πως όλη αυτή η συζήτηση είναι εντελώς περιττή».

«Εντάξει. Αλλά εσύ τι πιστεύεις ότι έγινε;» O Πάτρικ έριξε στον Γκάμπριελ ένα διερευνητικό βλέμμα. Δυσκολευόταν να καταλάβει πώς κάποιος μπορούσε να είναι τόσο συνειδητός πολίτης για να καταδώσει τον ίδιο του τον αδερφό. «Δεν πιστεύω τίποτα, απλώς αναφέρω τα γεγονότα». «Ναι, αλλά ήξερες καλά τον αδερφό σου. Πιστεύεις ότι θα ήταν ικανός να διαπράξει φόνο;» «Εγώ και ο αδερφός μου δεν είχαμε και τόσα κοινά. Πολλές φορές αναρωτιόμουν αν είχαμε τα ίδια γονίδια, τόσο διαφορετικοί ήμασταν. Ρωτάς αν πιστεύω ότι ήταν ικανός ν' αφαιρέσει τη ζωή κάποιου;» O Γκάμπριελ άνοιξε τα χέρια του. «Δεν ξέρω, ειλικρινά. Δεν γνώριζα αρκετά τον αδερφό μου για να απαντήσω σε μια τέτοια ερώτηση. Αλλωστε, τώρα πια όλ’ αυτά φαίνονται περιττά μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, έτσι δεν είναι;» Λέγοντας αυτά, θεώρησε τη συζήτηση λήξασα και σηκώθηκε από τον πολυθρόνα. O Πάτρικ και ο Γιέστα κατάλαβαν τον όχι και τόσο λεπτό υπαινιγμό, τους ευχαρίστησαν και έφυγαν. «Τι θα έλεγες να πάμε να κάνουμε μια κουβεντούλα με τα αγόρια μας για το τι έκαναν χτες βράδυ;» H ερώτηση ήταν ρητορική, αφού ο Πάτρικ οδηγούσε ήδη προς το σπίτι του Στέφαν και του Ρόμπερτ, χωρίς να περιμένει κάποια απάντηση από τον Γιέστα. H έλλειψη συμμετοχής του μεγαλύτερου του σε ηλικία άντρα κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων τον ενοχλούσε. Τι έπρεπε να κάνει τελικά για να εμφυσήσει λίγη ζωή σε αυτό τον γερο-μούχλα; Βέβαια, δεν ήθελε πολύ για να συνταξιοδοτηθεί, αλλά ήταν ακόμη ενεργός και έπρεπε, που να πάρει ο διάβολος, να κάνει σωστά τη δουλειά του. «Λοιπόν, ποια είναι η άποψή σου για όλ’ αυτά». O εκνευρισμός στη φωνή του Πάτρικ ήταν ολοφάνερος. «H άποψή μου είναι ότι δεν ξέρω ποιο είναι χειρότερο Το ότι έχουμε έναν δολοφόνο που σκότωσε τουλάχιστον τρεις κοπέλες μέσα σε είκοσι χρόνια και δεν ξέρουμε καν ποιος μπορεί να είναι ή ότι ήταν όντως ο Γιοχάνες Χουλτ που βασάνισε και σκότωσε τη Σιβ και τη Μόνα και τώρα υπάρχει κάποιος που τον αντιγράφει; Όσον αφορά το πρώτο, ίσως θα έπρεπε να ελέγξουμε το αρχείο των φυλακών. Μήπως υπάρχει κάποιος που είχε μείνε μέσα από τότε που εξαφανίστηκε η Σιβ και η Μόνα μέχρι λίγο πριν δολοφονηθεί η κοπέλα από τη Γερμανία. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει την παύση ανάμεσα στους φόνους». O Γιέστα ακουγόταν σκεπτικός, και ο Πάτρικ τον κοίταξε έκπληκτος. O ηλικιωμένος άντρας δεν ήταν τελικά τόσο χαμένος όσο έδειχνε. «Αυτό θα πρέπει να είναι εύκολο να το ελέγξουμε. Δεν έχουμε πολλούς φυλακισμένους στη Σουηδία που να έχουν μείνει έγκλειστοι είκοσι ολόκληρα χρόνια. Μπορείς να το ελέγξεις όταν επιστρέψουμε στο γραφείο;» O Γιέστα έγνεψε καταφατικά και μετά έμεινε σιωπηλός κοιτάζοντας συνεχώς έξω από το παράθυρο. O δρόμος που έβγαζε στο παλιό καταφύγιο των δασοφυλάκων γινόταν όλο και πιο κακοτράχαλος. Πάντως, σε ευθεία γραμμή, η απόσταση ανάμεσα στην έπαυλη του Γκάμπριελ και της Λάινε και στη

μικρή καλύβα που έμενε η Σούλβεΐγκ και τα παιδιά της ήταν μικρή. Αν και η κοινωνική απόσταση ήταν απείρως μεγαλύτερη. Το οικόπεδο γύρω από το μικρό σπίτι έμοιαζε με μάντρα παλιατζή: τρία σμπαραλιασμένα αυτοκίνητα, το καθένα σε διαφορετικό χάλι, που έμοιαζαν σαν να τα είχε παραπετάξει εκεί ένα γιγάντιο χέρι και κάποιες άλλες παλιατζούρες αγνώστου φύσεως. Προφανώς η οικογένεια μάζευε ό,τι έβρισκε μπροστά της σαν τους ρακοσυλλέκτες. O Πάτρικ υποψιαζόταν πως αν έψαχναν εκεί γύρω θα έβρισκαν αρκετά αντικείμενα που ανήκαν στα εξοχικά της περιοχής και είχαν δηλωθεί ως κλεμμένα. Σήμερα όμως δεν είχαν πάει εκεί γι’ αυτή. Δεν έπρεπε να μπερδεύουν τις δουλειές αν ήθελαν να έχουν αποτελέσματα. O Ρόμπερτ τούς πλησίασε βγαίνοντας από ένα υπόστεγο όπου καθόταν και μαστόρευε ένα από τα παλιά σμπαραλιασμένα αυτοκίνητα. Φορούσε μια βρόμικη και ξεθωριασμένη μπλε φόρμα μηχανικού. Τα χέρια του ήταν γεμάτα λάδια που μάλλον τα είχε τρίψει στο πρόσωπό του, αφήνοντας κι εκεί τα ίχνη τους. Καθώς κατευθυνόταν προς το μέρος τους, σκούπιζε τα χέρια του σε ένα πατσαβούρι. «Τι διάβολο θέλετε πάλι; Αν είναι να ψάξετε εδώ, ελπίζω να έχετε να μου δείξετε κάποιο ένταλμα πριν ακουμπήσετε τα σκατόχερα σας πάνω σε οτιδήποτε». Τους μιλούσε σαν να μιλούσε σε παλιούς γνώριμους. Όχι αδικαιολόγητα βέβαια, μια που είχαν συναντηθεί άπειρες φορές όλ’ αυτά τα χρόνια O Πάτρικ σήκωσε και τα δυο του χέρια προς το μέρος του. «Ήρεμα. Δεν ήρθαμε για έρευνα. Μια κουβέντα θα κάνουμε μόνο». O Ρόμπερτ τούς κοίταξε γεμάτος καχυποψία αλλά μετά έγνεψε. «Θέλουμε να μιλήσουμε και με τον αδερφό σου. Είναι στο σπίτι;» Απρόθυμα, ο Ρόμπερτ έγνεψε ξανά και μετά φώναξε προς τη μεριά του σπιτιού: "Στέφαν, ήρθαν οι μπάτσοι, θέλουν να μας μιλήσουν!» «Δεν μπορούμε να πάμε μέσα και να καθίσουμε;» Δίχως να περιμένει απάντηση, ο Πάτρικ κατευθύνθηκε προς την πόρτα, με τον Γιέστα να τον ακολουθεί κατά πόδας. O Ρόμπερτ δεν είχε άλλη επιλογή από το να τους ακολουθήσει κι αυτός. Δεν μπήκε στον κόπο να βγάλει τη φόρμα ή έστω να πλυθεί λίγο. Έπειτα από τόσες πρωινές επιδρομές στο σπίτι τους, ο Πάτρικ γνώριζε πολύ καλά πως δεν υπήρχε λόγος γι' αυτό. Το σπίτι ήταν μέσα στη βρομιά. Πριν από πολλά χρόνια αυτό το μικρό σπίτι πρέπει να ήταν σίγουρα όμορφο και βολικά μικρό, αλλά οπωσδήποτε βολικό, μέσα στην πάστρα. Όμως τόσα χρόνια αδιαφορίας είχαν εξαφανίσει την πάστρα, και τώρα έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη. Οι ταπετσαρίες είχαν αποκτήσει ένα μουντό καφετί χρώμα, με τις άκρες τους να κρέμονται, και πολλές κηλίδες. Εκτός από τη βρομιά, το σπίτι έδινε την εντύπωση πως ήταν καλυμμένο από μια λεπτή λιπαρή μεμβράνη. Οι δυο αστυνομικοί έγνεψαν στη Σούλβεΐγκ, που καθόταν στο ξεχαρβαλωμένο τραπέζι της κουζίνας χωμένη και χαμένη στα άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Μαύρες απεριποίητες τούφες από τα μαλλιά της κρέμονταν στο πρόσωπό της, και όταν παραμέρισε νευριασμένη μία από αυτές που έπεφτε στα μάτια της, τα δάχτυλά της φάνηκαν να γυαλίζουν από τη λίγδα. Εντελώς ασυνείδητα, ο Πάτρικ σκούπισε τα χέρια

του στο σορτς του και κάθισε προσεχτικά στην άκρη μιας καρέκλας. O Στέφαν, που μόλις είχε βγει από ένα άλλο μικρό δωμάτιο, πήγε και κάθισε βλοσυρός δίπλα στη μητέρα και τον αδερφό του στον καναπέ της κουζίνας. Εκεί όπου κάθονταν και οι τρεις, ο Πάτρικ παρατήρησε την οικογενειακή τους ομοιότητα. H παλιά ομορφιά της Σούλβεΐγκ υπήρχε ακόμη σαν ξεχασμένος απόηχος στα πρόσωπα των παιδιών. Όπως είχε ακούσει ο Πάτρικ, ο Γιοχάνες ήταν ένας πολύ όμορφος άντρας, και αν οι δυο γιοι του περιποιούνταν λίγο τον εαυτό τους δεν θα υστερούσαν κι αυτοί σε ομορφιά. Τώρα όμως υπήρχε πάνω τους μια αστάθεια χαρακτηριστικών, κάτι που τους πρόσδιδε μια χροιά ελαφριάς πανουργίας. Μάλλον η λέξη για την οποία έψαχνε ο Πάτρικ ήταν η ανεντιμότητα. Κι αν υπήρχε φάτσα την οποία θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ανέντιμη, σίγουρα θα ήταν η φάτσα του Ρόμπερτ. O Πάτρικ έτρεφε ακόμη κάποια ελπίδα για τον Στέφαν. Όσες φορές τους είχε συναντήσει -για θέματα που αφορούσαν την αστυνομία πάντα-, ο μικρότερος έδινε μια λιγότερο κακή εντύπωση απ’ ό,τι ο αδερφός του. Καμιά φορά, ο Πάτρικ διέκρινε κάτι διστακτικό πάνω του, κάτι που είχε σχέση με τη ζωή που είχε διαλέξει ακολουθώντας τα χνάρια του Ρόμπερτ. Κρίμα που ο Ρόμπερτ ασκούσε τέτοια επιρροή πάνω του, γιατί διαφορετικά ο Στέφαν θα είχε επιλέξει μια άλλη ζωή. Τώρα όμως ίσως να ήταν αργά γι' αυτό. «Τι διάβολο θέλεις πάλι;» O Στέφαν έκανε την ίδια οργισμένη ερώτηση με τον αδερφό του. «Σκεφτήκαμε να ρωτήσουμε τι κάνατε χτες βράδυ. Μήπως έτυχε να περάσετε από τον θείο και τη θεία σας και να το γλεντήσετε κομματάκι με πετροβόλημα;» Τα δύο αδέρφια αντάλλαξαν ένα συνωμοτικό βλέμμα πριν φορέσουν μια μάσκα παντελούς άγνοιας. «Όχι, γιατί να κάνουμε κάτι τέτοιο; Όλο το βράδυ χτες ήμασταν στο σπίτι, έτσι δεν είναι, μαμά;» Στράφηκαν και οι δύο προς τη Σούλβεΐγκ, κι εκείνη έγνεψε καταφατικά. Είχε κλείσει προσώρας τα άλμπουμ της και τώρα καθόταν και άκουγε με ενδιαφέρον τη συνομιλία ανάμεσα στους γιους της και την αστυνομία «Ναι, ήταν και οι δύο εδώ χτες. Καθόμασταν και κοιτούσαμε τηλεόραση παρέα. Είχαμε ένα όμορφο οικογενειακό βράδυ». Δεν προσπάθησε καν να κρύψει την ειρωνεία στον τόνο της φωνής της. «Δηλαδή, ο Στέφαν και ο Ρόμπερτ δεν βγήκαν ούτε για μια στιγμή; Γύρω στις δέκα περίπου;» «Δεν έλειψαν ούτε μισό λεπτό, όχι. Ούτε στην τουαλέτα δεν πήγαν απ’ ότι θυμάμαι». Διατηρούσε ακόμη τον ίδιο σαρκαστικά τόνο στη φωνή της και οι γιοι της δεν μπόρεσαν να μη χαμογελάσουν. "Ωστε κάποιος πήγε εκεί και τους έσπασε τα τζάμια χτες βράδυ. Πρέπει να χέστηκαν από τον φόβο τους, ε;" Τα χαμόγελα τώρα έγιναν κανονικό ομαδικό γέλιο, έκανε τον Πάτρικ να σκεφτεί το ζευγάρι με τα γερόντια στο Μάπετ Σόου. «Μπα, μόνο η θεία σας, για την ακρίβεια. O Γκάμπριελ έλειπε χτες, ήταν μόνη στο σπίτι».

H απογοήτευση ζωγραφίστηκε μεμιάς στα πρόσωπά τους. Πιθανώς είχαν υπολογίσει να τους τρομοκρατήσουν και τους δύο, αλλά δεν είχαν λογαριάσει την περίπτωση που ο Γκάμπριελ θα έλειπε από το σπίτι. «Σούλβεΐγκ, άκουσα ότι εσύ έκανες μια μικρή επίσκεψη στην έπαυλη χτες. Και ότι έπεσαν κάποιες απειλές. Έχεις να μας πεις κάτι γι' αυτό;» O Γιέστα είχε πάρει τώρα τον λόγο. και τόσο ο Πάτρικ όσο και οι αδερφοί Χουλτ τον κοίταξαν παραξενεμένα. Εκείνη κάγχασε επιδεικτικά. «Μπα; Σου είπαν ότι τους απείλησα, ε; Μάθε, λοιπόν, ότι δεν είπα τίποτα που να μην το άξιζαν. Διότι ο Γκάμπριελ ήταν που κατέδωσε τον σύζυγό μου ως φονιά. Αυτός του αφαίρεσε τη ζωή. και είναι σαν να τον κρέμασε ο ίδιος από το σχοινί». Ένας μυς τρεμόπαιξε στο πρόσωπο του Ρόμπερτ στο άκουσμα του τρόπου με τον οποίο πέθανε ο πατέρας του. O Πάτρικ θυμήθηκε μεμιάς αυτό που είχε διαβάσει: O Ρόμπερτ ήταν αυτός που είχε βρει τον πατέρα του κρεμασμένο. H Σούλβεΐγκ συνέχισε τον φιλιππικό της. «O Γκάμπριελ πάντα μισούσε τον Γιοχάνες. Τον ζήλευε από τότε που ήταν μικρά παιδιά. O Γιοχάνες ήταν όλα όσα δεν ήταν ο Γκάμπριελ και ο Γκάμπριελ το ήξερε καλά αυτό. O Εφραίμ έδειχνε πάντα μεγαλύτερη εύνοια στον Γιοχάνες, και δεν μπορώ να πω ότι δεν τον καταλαβαίνω. Βέβαια δεν πρέπει κανείς να ξεχωρίζει τα παιδιά του" έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού τα παιδιά της που κάθονταν δίπλα της στον καναπέ "αλλά ο Γκάμπριελ ήταν ψυχρός σαν τον πάγο, ενώ ο Γιοχάνες έσφυζε από ζωή. Κι εγώ τα ξέρω καλά αυτά, γιατί πρώτα αρραβωνιάστηκα το έναν και μετά τον άλλο. Τον Γκάμπριελ δεν τον άναβες με τίποτα, σε κανέναν τομέα. Ήταν πάντα τόσο αναθεματισμένα καθωσπρέπει τύπος και ήθελε να περιμένει μέχρι να παντρευτούμε, έλεγε. Αυτό μου έσπασε τα νεύρα. Μετά ήρθε ο αδερφός του και άρχισε να με φέρνει βόλτα, κι αυτό ήταν κάτι πολύ, μα πολύ διαφορετικό. Εκείνα τα χέρια του μπορούσαν να είναι παντού ταυτόχρονα, κι έκανε μια γυναίκα να φλέγεται μόνο με ένα του βλέμμα". Γέλασε βραχνά και κοίταξε στο κενό σαν να ξαναζούσε τις καυτές νύχτες της νιότης της. «Γαμώτο! Βούλωσε το, ρε μάνα!» H αηδία φαινόταν πεντακάθαρα στα πρόσωπα των γιων της. Προφανώς δεν ήθελαν ν’ ακούν για το ερωτικό παρελθόν της μητέρας τους. Από το μυαλό του Πάτρικ πέρασε η εικόνα μιας τσίτσιδης Σούλβεΐγκ να κουλουριάζει ηδονικά το παχύ κορμί της και ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να την αποδιώξει. «Μόλις άκουσα, λοιπόν, για την κοπέλα που βρέθηκε δολοφονημένη και ότι είχαν, επίσης, βρει τη Σιβ και τη Μόνα, πήγα εκεί πάνω για να τους τρίψω την αλήθεια στα μούτρα. Από καθαρή ζήλια και κακία, εκείνο το καθίκι κατέστρεψε τη ζωή μου, τη ζωή του Γιοχάνες και των παιδιών μας, αλλά τώρα, επιτέλους, τους κοίταξε όλους η αλήθεια κατάματα. Τώρα θα ντρέπονται όλοι τους που άκουσαν τον λάθος αδερφό, κι ελπίζω ο Γκάμπριελ να καεί στην κόλαση για τις αμαρτίες του!» Είχε αρχίσει να συγχύζεται όλο και περισσότερο, τείνοντας να φτάσει στην ίδια μανία που την είχε

πιάσει την προηγούμενη μέρα και ο Στέφαν έβαλε το χέρι του στο μπράτσο της για να την καθησυχάσει και ταυτόχρονα να την προειδοποιήσει. «Εντάξει, αλλά, όποια κι αν είναι η αιτία δεν μπορείς να τρέχεις εδώ κι εκεί και να απειλείς τον κόσμο. Και ούτε να πετάτε πέτρες στα παράθυρά τους!» O Πάτρικ έστρεψε το δάχτυλο του προς τον Ρόμπερτ και τον Στέφαν, δείχνοντάς τους ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πιστέψει τις διαβεβαιώσεις της μητέρας τους για το ότι πέρασαν το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Εκείνοι ήξεραν ότι γνώριζε για τι πράγμα μιλούσε και άτι τους προειδοποιούσε πως δεν θα τους άφηνε στιγμή από τα μάτια του. Απλώς κάτι μουρμούρισαν προς απάντηση. Ωστόσο, η Σούλβεΐγκ δεν φαινόταν να χαμπαριάζει από προειδοποιήσεις, και τα μάγουλά της ήταν ακόμη κατακόκκινα από την οργή. «Κι εδώ που τα λέμε, δεν είναι μόνο ο Γκάμπριελ που θα πρέπει να ντρέπεται! Πότε θα μας ζητήσει άραγε και η αστυνομία μια συγγνώμη; Θυμάστε πώς αλωνίζατε στο Βεστεργκόρντεν και κάνατε άνω κάτω τα πράγματα και τη ζωή μας Πώς ήρθατε και πήρατε τον Γιοχάνες με περιπολικό για να τον ανακρίνετε; Κάνατε κι εσείς ό,τι μπορούσατε για να τον σπρώξετε στον θάνατο. Μήπως ήρθε η ώρα να ζητήσετε συγγνώμη τώρα;» O Γιέστα πήρε για δεύτερη φορά τον λόγο: «Πριν εξιχνιάσουμε τι ακριβώς συνέβη με τα τρία κορίτσια, δεν θα μας μιλάς εμάς για συγγνώμες. Μέχρι να δούμε πού θα μας οδηγήσει αυτή η ιστορία, θέλω να συμπεριφέρεσαι σαν άνθρωπος. Ακούς, Σούλβεΐγκ;» H αποφασιστικότητα στη φωνή του Γιέστα φαινόταν να προέρχεται από κάποιο αναπάντεχο μέρος. Φτάνοντας στο αυτοκίνητο, ο Πάτρικ ρώτησε τον Γιέστα έκπληκτος: «Γνωρίζεστε με τη Σούλβεΐγκ;». O Γιέστα γρύλισε. «Αν γνωριζόμαστε; Ναι. Τρόπος του λέγειν δηλαδή. Είναι συνομήλικη με τον μικρότερο αδερφό μου και πηγαινοερχόταν στο σπίτι συνεχώς όταν ήμασταν μικρά. Μόλις έφτασε στην εφηβεία, την ήξεραν όλοι. Ήταν η ομορφότερη. κοπέλα στην περιοχή, αν θες να ξέρεις, έστω κι αν είναι δύσκολο να το πιστέψεις. Ναι, κρίμα που να πάρει η οργή. Κρίμα που της έτυχαν όλ’ αυτά, και σε αυτή και στα αγόρια της». Κούνησε θλιμμένος το κεφάλι. "Και να μην μπορώ καν να της πω ότι έχει δίκιο πως ο Γιοχάνες πέθανε άδικα. Πώς να το πω; Δεν ξέρουμε τίποτα, διάβολε!" Χτύπησε απογοητευμένος τη γροθιά στον μηρό του. O Πάτρικ σκέφτηκε πως έμοιαζε με αρκούδα που ξυπνάει από μια μακρά περίοδο χειμερίας νάρκης. «Θα κοιτάξεις, λοιπόν, το θέμα των φυλακών όταν επιστρέψουμε;»

«Σου είπα ότι Θα το κάνω! Είμαι αρκετά μεγάλος για να καταλάβω μια εντολή με την πρώτη. Είμαι εδώ για να παίρνω εντολές από ένα μυξιάρικο που δεν έχει μάθει ακόμη να περπατάει...» O Γιέστα κοίταζε βλοσυρός έξω από το παράθυρο. Έχουμε πολύ δρόμο να χάνουμε ακόμα, σκέφτηκε κουρασμένα ο Πάτρικ. Το Σάββατο η Ερίκα αντιλήφθηκε άτι ήθελε πολύ να έχει κοντά της τον Πάτρικ στο σπίτι ξανά. Της είχε υποσχεθεί να πάρει άδεια το Σαββατοκύριακο, και τώρα διέσχιζαν τη θάλασσα με την ξύλινη βάρκα τους κατευθυνόμενοι προς τα βράχια. Είχαν την τύχη να βρουν μια βάρκα που ήταν ακριβώς ίδια με αυτή που είχε ο Τούρε, ο πατέρας της Ερίκα. Ήταν ο μοναδικός τύπος βάρκας που επιθυμούσε και η ίδια. H ιστιοπλοΐα δεν την είχε τραβήξει ποτέ ιδιαίτερα, παρόλο που είχε κάνει μερικά μαθήματα- από την άλλη, μια πλαστική εξωλέμβιος θα ήταν σίγουρα ταχύτερη. Αλλά ποιος βιαζόταν. O ήχος από τον κινητήρα της βάρκας ήταν γι' αυτήν ο ήχος της παιδικής της ηλικίας. Μικρή ξάπλωνε συχνά και κοιμόταν στον ζεστό ξύλινο πάτο με το υπνωτιστικό «χτυποκάρδι» της μηχανής στ’ αυτιά της. Συνήθως προτιμούσε να σκαρφαλώνει και να κάθεται στην ανυψωμένη πλώρη, μπροστά από τα τζάμια του ανεμοθώρακα αλλά στην τωρινή, κάπως λιγότερο χαριτωμένη κατάστασή της δεν αποτόλμησε κάτι τέτοιο και επέλεξε να καθίσει σε ένα από τα σέλματα πίσω από τον ανεμοθώρακα. O Πάτρικ στεκόταν δίπλα στη λαγουδέρα, με τον άνεμο ν' ανακατώνει τα καστανά μαλλιά του κι ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχαν ξεκινήσει νωρίς για να προλάβουν να φτάσουν πριν από τους τουρίστες, και ο αέρας ήταν φρέσκος και πεντακάθαρος. Μικρές αλμυρές σταγόνες πιτσίλιζαν τη βάρκα κάθε λίγο και λιγάκι, και η Ερίκα μπορούσε να νιώσει τη γεύση του αλατιού στον αέρα που ανέπνεε. Της ήταν δύσκολο να φανταστεί ότι κουβαλούσε μέσα της έναν μικρό άνθρωπο, που σε κάνα δυο χρόνιο θα καθόταν σίγουρα δίπλα στον Πάτρικ στην πρύμνη, με ένα φουσκωτό πορτοκαλί σωσίβιο με μεγάλο γιακά όπως είχε κάνει ακριβώς και η ίδια με τον πατέρα της τόσες πολλές φορές. Το μάτια της άρχισαν να τσούζουν στη σκέψη ότι ο πατέρας της δεν θα έβλεπε ποτέ το εγγόνι του. Ούτε, βέβαια η μητέρα της, αλλά, μια που η τελευταία δεν είχε ενδιαφερθεί ποτέ για τις κόρες της, η Ερίκα δεν πίστευε ότι άλλο ένα εγγόνι θα της ξυπνούσε περισσότερα συναισθήματα. Αλλωστε, η μητέρα της ήταν πάντα αφύσικα σφιγμένη και αδιάφορη όταν συναντούσε τα παιδιά της Αννας, τα αγκάλιαζε απλώς αδέξια όταν το απαιτούσαν η κατάσταση και ο περίγυρος. H πίκρα πλημμύρισε ξανά την Ερίκα αλλά κατάπιε για να μην την αφήσει να βγει. Στις πιο σκοτεινές στιγμές της φοβόταν μήπως η μητρότητα αποδεικνυόταν και για την ίδια εξίσου καταπιεστική όπως αποδείχτηκε και για την Ελσι. Φοβόταν μήπως μεταμορφωνόταν μεμιάς στην ψυχρή κι απρόσιτη μητέρα της. H λογική τής έλεγε ότι αυτό ήταν εντελώς γελοίο, ακόμα και σαν σκέψη, αλλά ο φόβος δεν είχε σχέση με τη λογική. Πάντως, η Αννα ήταν μια μητέρα γεμάτη θέρμη και στοργή για την Εμμα και τον Αντριαν, γιατί να μην της μοιάσει και η ίδια, σκέφτηκε σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τον εαυτό της. Τουλάχιστον αυτή είχε επιλέξει τον σωστό πατέρα για το μωρό, σκέφτηκε καθώς κοίταζε τον Πάτρικ. Η ηρεμία του και η αυτοπεποίθησή του συμπλήρωναν τη δική της νευρικότητα με έναν τρόπο που δεν είχε συμβεί με κανέναν άλλο άντρα πριν. Θα γινόταν ένας θαυμάσιος πατέρας. Αποβιβάστηκαν σ’ έναν μικρό και προφυλαγμένο όρμο και άπλωσαν τις πετσέτες τους στα γυμνά

επίπεδα βράχια. Αυτό της έλειπε πολύ όταν έμενε στη Στοκχόλμη. Εκεί το αρχιπέλαγος ήταν τόσο διαφορετικό με όλ' αυτά τα δάση και τη βλάστηση, και κατά κάποιον τρόπο το ένιωθε μπερδεμένο και αδιάκριτο. Οι κάτοικοι της δυτικής ακτής συνήθιζαν ν’ αποκαλούν υποτιμητικά το αρχιπέλαγος της Στοκχόλμης «πλημμυρισμένο κήπο». Το αρχιπέλαγος της δυτικής ακτής ήταν τόσο καθαρό μέσα στην απλότητά του. Οι ρόδινοι και γκρίζοι γρανίτες αντανακλούσαν τα κρυστάλλινα νερά κοκ ορθώνονταν σπαραξικάρδια όμορφα προς έναν ανέφελο ουρανό. Τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν στις χαραμάδες των βράχων ήταν η μόνη βλάστηση, και σε αυτό το γυμνό τοπίο η ομορφιά τους αναδεικνυόταν με τον καλύτερο τρόπο. Η Ερίκα έκλεισε τα μάτια και ένιωσε πως γλίστρησε στην αγκαλιά ενός ευχάριστου αποκαρώματος, που το συνόδευαν ο παφλασμός του νερού και η βάρκα που χτυπούσε ανάλαφρα στις πρυμάτσες. Οταν ο Πάτρικ την ξύπνησε προσεχτικά, δεν ήξερε πού ακριβώς βρισκόταν. Μόλις άνοιξε τα μάτια της. την τύφλωσε το έντονο φως του ήλιου για μερικά δευτερόλεπτα, και ο Πάτρικ ήταν απλώς μια σκοτεινή σκιά που υψωνόταν αποπάνω της. Μόλις προσανατολίστηκε, αντιλήφθηκε πως είχε κοιμηθεί σχεδόν δυο ώρες και ένιωσε πως ήθελε να ορμήσει πάνω στα συνοδευτικά του καφέ που είχαν πάρει μαζί τους. Γέμισαν δύο τεράστια κύπελλα με τον καφέ από το θερμός και τον συνόδευσαν με κουλουράκια κανέλας. Πουθενά αλλού δεν είχαν ο καφές και τα κουλουράκια τη γεύση που είχαν σ' ένα νησί. Τα απόλαυσαν και τα δύο όσο περισσότερο μπορούσαν. H Ερίκα δεν μπόρεσε να μην ανακινήσει το απαγορευμένο θέμα συζήτησης. «Πώς τα πάτε, αλήθεια;» «Έτσι κι έτσι. Ένα βήμα μπρος και δύο βήματα πίσω». Οι απαντήσεις του Πάτρικ ήταν κοφτές. Ήταν φανερό πως δεν ήθελε ν’ αφήσει το κακό που είχε παρεισφρήσει στο επάγγελμα του να εισβάλει και να διαταράξει την ηλιόλουστη γαλήνη. Όμως, η περιέργεια της ήταν πολύ μεγάλη και δεν μπορούσε να σταματήσει να ρωτάει μήπως και μάθαινε κάτι περισσότερο. «Σας χρησίμεψαν καθόλου τα άρθρα που βρήκα; Πιστεύετε ότι το όλο θέμα έχει σχέση με την οικογένεια Χουλτ ή απλώς ο Γιοχάνες Χουλτ ήταν άτυχος που μπερδεύτηκε με αυτή την υπόθεση.» O Πάτρικ αναστέναξε εκεί που καθόταν με την τεράστια κούπα ανάμεσα στα χέρια του. «Μακάρι να ’ξερα. Όλη η οικογένεια Χουλτ θυμίζει μια αναθεματισμένη σφηκοφωλιά και πολύ θα ήθελα να αποφύγω ν’ ανακατευτώ στις εσωτερικές τους σχέσεις. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μου κάθεται καλά. Είτε έχει να κάνει με τους φόνους είτε όχι, αυτό δεν το γνωρίζω. Ίσως να είναι η σκέψη ότι η αστυνομία ενδεχομένως συνέβαλε στην αυτοκτονία ενός αθώου ανθρώπου αυτό που με κάνει να ελπίζω ότι υπήρχε κάποια βάση για τις υποψίες μας. Στο κάτω κάτω, η μαρτυρία του Γκάμπριελ ήταν το μοναδικό λογικό στοιχείο που είχαν όταν εξαφανίστηκαν τα κορίτσια. Αλλά δεν μπορούμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας μόνο σε αυτό, πρέπει να διευρύνουμε την έρευνά μας». Σταμάτησε, αλλά μόνο για λίγα δευτερόλεπτα, και μετά συνέχισε: «Προτιμώ όμως να μη

μιλάω γι’ αυτά. Αυτή τη στιγμή νιώθω ότι έχω ανάγκη να αποκλείσω από τη σκέψη μου οτιδήποτε έχει σχέση με φόνους και να σκεφτώ κάτι άλλο». Εκείνη έγνεψε. «Υπόσχομαι να μη ρωτήσω τίποτε άλλο. Ένα κουλουράκι ακόμα;» Δεν το αρνήθηκε, και έπειτα από δύο ώρες διάβασμα και ηλιοθεραπεία στο νησί κοίταξαν το ρολόι και αντιλήφθηκαν πως ήταν ώρα να πάρουν το δρόμο της επιστροφής και να προετοιμαστούν για την άφιξη των επισκεπτών τους. Την τελευταία στιγμή είχαν αποφασίσει να καλέσουν, επίσης, τον πατέρα του Πάτρικ και τη γυναίκα του, οπότε έπρεπε να βάλουν κάρβουνα και να ψήσουν για οχτώ ενήλικες και δύο παιδιά. O Γκάμπριελ πάντα ένιωθε νευρικότητα μόλις ερχόταν το Σαββατοκύριακο που το περίμενε για να ηρεμήσει και να μη δουλέψει. Το πρόβλημα ήταν ότι όταν δεν δούλευε δεν ήξερε τι να κάνει. H δουλειά ήταν η ζωή του. Δεν είχε ούτε ενδιαφέροντα ούτε χόμπι, δεν επιθυμούσε να συναναστραφεί με τη σύζυγό του, και τα παιδιά του είχαν φύγει, έστω κι αν η κατάσταση της Λίντα ήταν ακόμη συζητήσιμη. Ως εκ τούτου, κλεινόταν συχνά στο γραφείο του και έπεφτε με τα μούτρα στα λογιστικά βιβλία του. Οι αριθμοί ήταν το μόνο που καταλάβαινε σε αυτή τη ζωή. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους με την ενοχλητική συναισθηματικότητα και τον παραλογισμό τους, οι αριθμοί ακολουθούσαν αυστηρούς κανόνες. Μπορούσε να τους εμπιστεύεται και ένιωθε άνετα στον κόσμο τους. Δεν απαιτούνταν ευφυΐα για να καταλάβει από πού προερχόταν η επιθυμία για τάξη και νοικοκυριό. Ήδη ο Γκάμπριελ την είχε αποδώσει προ πολλού στη χαοτική παιδική του ηλικία, αν και αυτό δεν ήταν κάτι στο οποίο στεκόταν ιδιαίτερα. H ανάγκη του για τάξη τον εξυπηρετούσε μια χαρά η προέλευσή της συνεπώς είχε ελάχιστη ή μηδενική σημασία. Τα χρόνια που πέρασε στον δρόμο με τον Ιεροκήρυκα προσπαθούσε να μην τα σκέφτεται καθόλου. Αλλά όταν θυμόταν τα παιδικά του χρόνια, η εικόνα του πατέρα ως Ιεροκήρυκας ήταν πάντα εκεί. Μια απρόσωπη, τρομακτική φιγούρα που γέμιζε τις μέρες τους με ανθρώπους υστερικούς που φώναζαν και μιλούσαν ακατάληπτα. Αντρες και γυναίκες ορμούσαν και προσπαθούσαν ν’ αγγίξουν αυτόν και τον Γιοχάνες. Γαντζώνονταν αποπάνω τους σαν αρπακτικά όρνια για να τους αναγκάσουν να θεραπεύσουν τον σωματικό ή τον ψυχικό πόνο που τους έκανε να υποφέρουν. Ανθρωποι που πίστευαν πως αυτός και ο αδερφός του ήταν η απάντηση στις προσευχές τους. Ένας απευθείας δίαυλος στην επικοινωνία τους με τον Θεό. O Γιοχάνες είχε αγαπήσει εκείνα τα χρόνια. Απολάμβανε την προσοχή και στεκόταν πρόθυμα κάτω από τα φώτα της ράμπας. O Γκάμπριελ τον είχε συλλάβει πολλές φορές τα βράδια που ξάπλωναν να παρατηρεί με λατρεία τα χέρια του, σαν να προσπαθούσε ν’ ανακαλύψει από πού έρχονταν αυτά τα υπέροχα θαύματα. Κι ενώ ο Γκάμπριελ είχε νιώσει απέραντη ευγνωμοσύνη όταν σταμάτησε να έχει πια αυτή την ικανότητα, ο Γιοχάνες είχε απελπιστεί. Δεν μπορούσε να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ήταν πια ένα συνηθισμένο παιδί δίχως κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ένα παιδί σαν όλα τ' άλλα. Είχε κλάψει και είχε παρακαλέσει θερμά τον Ιεροκήρυκα να τον βοηθήσει ν’ ανακτήσει το χάρισμά του, αλλά ο πατέρας τούς είχε εξηγήσει κοφτά ότι τώρα αυτή η ζωή είχε τελειώσει, ότι θα άρχιζαν μια άλλη και ότι ήταν άγνωσται αι βουλαί του Υψίστου.

Όταν επέστρεψαν στο υποστατικό έξω από τη Φιελμπάκα, ο Ιεροκήρυκας έγινε Εφραίμ, όχι πατέρας, στα μάτια του Γκάμπριελ ο οποίος αγάπησε εκείνη τη ζωή από την πρώτη κιόλας στιγμή. Οχι επειδή βρέθηκε πιο κοντά στον πατέρα του -ο αγαπημένος του ήταν πάντα ο Γιοχάνες-, αλλά επειδή είχε βρει επιτέλους ένα σπιτικό. Ένα μέρος να μείνει και να τακτοποιήσει τη ζωή του αναλόγως. Μπορούσε πλέον να βάλει τη ζωή του σε τάξη και να έχει συγκεκριμένες ώρες για να κάνει συγκεκριμένα πράγματα. Ενα σχολείο όπου μπορούσε να πηγαίνει. Επίσης, αγαπούσε το υποστατικό και ονειρευόταν να το αναλάβει κάποια μέρα και να το δουλέψει με τον δικό του τρόπο. Ήξερε ότι θα γινόταν καλύτερος διαχειριστής από τον Εφραίμ και τον Γιοχάνες και τα βράδια προσευχόταν να μην κάνει ο πατέρας του τη βλακεία να το κληροδοτήσει στον λατρευτό του γιο όταν μεγάλωναν. Δεν τον πείραζε διόλου που ο Γιοχάνες απολάμβανε όλη την πατρική αγάπη και προσοχή, αρκεί το υποστατικό να κατέληγε σε αυτόν, δηλαδή στον Γκάμπριελ. Κι έτσι είχε γίνει. Αλλά όχι με τον τρόπο που το είχε φανταστεί. Διότι ο Γιοχάνες υπήρχε πάντα μέσα στη σκέψη του στον κόσμο της φαντασίας του. Και μόνο όταν πέθανε, ο Γκάμπριελ κατάλαβε πόση ανάγκη είχε και ο ίδιος τον ανέμελο αδερφό του, είχε ανάγκη ν’ ανησυχεί γι’ αυτόν και να εκνευρίζεται από αυτόν. Εντούτοις, δεν θα μπορούσε να είχε φερθεί διαφορετικά. Είχε ζητήσει από τη Λάινε να μην πει ότι πίστευαν πως ο Στέφαν και ο Ρόμπερτ πέταξαν τις πέτρες και έσπασαν τα τζάμια τους. Το γεγονός ότι της ζήτησε κάτι τέτοιο τον είχε εκπλήξει. Μήπως είχε αρχίσει να χάνει κάθε αίσθηση για τον νόμο και την τάξη ή μήπως είχαν αρχίσει να δουλεύουν υποσυνείδητα οι τύψεις για τη μοίρα της οικογένειάς; Δεν ήξερε, αλλά ήταν ευγνώμων, εκ των υστέρων, που η Λάινε επέλεξε να τον παρακούσει και να τα πει όλα στην αστυνομία. Ακόμα κι αυτό ήρθε σαν έκπληξη. Στα μάτια του, η γυναίκα του ήταν μάλλον μια γκρινιάρα κι άβουλη μαριονέτα παρά ένας άνθρωπος με δική του θέληση, και γι’ αυτό είχε ξαφνιαστεί από την επιθετική συμπεριφορά της και την εμπάθεια που είχε δει στα μάτια της. Αυτό τον ανησυχούσε. Μαζί με όσα είχαν συμβεί την εβδομάδα που πέρασε, ένιωθε σαν όλη η συμπαντική τάξη να ετοιμαζόταν ν’ αλλάξει. Και για έναν άντρα που απεχθανόταν τις αλλαγές αυτό ήταν τρομαχτικό όραμα για το μέλλον. O Γκάμπριελ χώθηκε ακόμα πιο βαθιά στον κόσμο των αριθμών. Οι πρώτοι επισκέπτες ήρθαν ακριβώς στην ώρα τους. O πατέρας του Πάτρικ, ο Λαρς και η σύζυγός του, η Μπίταν, έφτασαν στις τέσσερις, φέρνοντας μαζί τους λουλούδια και ένα μπουκάλι κρασί για τους οικοδεσπότες. O πατέρας του Πάτρικ ήταν ένας μεγαλόσωμος ψηλός άντρας με μεγάλη κοιλιά. H εδώ και είκοσι χρόνια σύζυγός του ήταν μικρόσωμη, κοντή και στρογγυλή σαν μπαλάκι. Αλλά αυτή η εμφάνιση της ταίριαζε, και οι ρυτίδες γέλιου γύρω από τα μάτια της αποδείκνυαν ότι δεν δυσκολευόταν καθόλου να γελάσει. H Ερίκα ήξερε ότι ο Πάτρικ συνεννοούνταν ευκολότερα με την Μπίταν παρά με την ίδια του τη μητέρα, την Κριστίνα, η οποία ήταν πολύ πιο αυστηρό και βλοσυρό άτομο. Το διαζύγιο των γονιών του είχε πολλές πικρές στιγμές, αλλά με τον καιρό είχε επιτευχθεί. αν όχι μια φιλία, τουλάχιστον μια συμφωνία για ειρήνη ανάμεσα στον Λαρς και την Κριστίνα, και ενίοτε μπορούσαν να συμπεριφέρονται σωστά σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Όμως, το απλούστερο ήταν να τους καλούν ξεχωριστά, σε διαφορετικές περιστάσεις. Επειδή αυτή τη φορά η Κριστίνα έτυχε να είναι στο Γέτεμποργ, όπου είχε πάει να επισκεφτεί τη μικρή αδερφή του Πάτρικ, δεν υπήρχε λόγος να ανησυχούν που είχαν καλέσει μόνο τον Λαρς και την Μπίταν στο μπάρμπεκιου πάρτι τους.

Ένα τέταρτο αργότερα ήρθαν ο Νταν και η Μαρία και μέχρι να προλάβουν να καθίσουν στον κήπο και νο χαιρετήσουν ευγενικά τον Λαρς και την Μπίταν, η Ερίκα άκουσε τη χαρούμενη φωνή της Έμμα από την ανηφόρα που οδηγούσε στο σπίτι. Βγήκε να τους προϋπαντήσει και, αφού πρώτα αγκαλιάστηκε με τα παιδιά, ήρθε η ώρα να γνωρίσει τον καινούργιο άντρο στη ζωή της Αννας. «Γεια σου! Χαίρομαι που σε γνωρίζω επιτέλους!» Απλωσε το χέρι της και χαιρέτησε τον Γκούσταβ αφ Κλιντ. H πρώτη εντύπωση ήρθε να επιβεβαιώσει τις προκαταλήψεις της. O Γκούσταβ έμοιαζε ακριβώς με τους άλλους νεαρούς αριστοκράτες του Έστερμαλμ που κυκλοφορούσαν στο Στούρεπλαν. Σκούρα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω. Πουκάμισο και παντελόνι σε ένα επιμελώς ανεπίσημο στιλ -αν και η Ερίκα ήξερε περίπου τι έγραφε το καρτελάκι της τιμής τους-, όπως επίσης και το υποχρεωτικό πουλόβερ, ριγμένο στον ώμο και δεμένο μπροστά. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι δεν έπρεπε να τον κρίνει βιαστικά. Δεν είχε καν προλάβει ν' ανοίξει το στόμα του, κι εκείνη τον είχε καταδικάσει στη σκέψη της. Για ένα δευτερόλεπτο αναρωτήθηκε ανήσυχη μήπως αυτό που έκανε τις τρίχες της να σηκώνονται κάθε φορά που συναντούσε ανθρώπους οι οποίοι ήταν από γεννησιμιού τους πλούσιοι οφειλόταν σε καθαρή και γνήσια ζήλια. Ευχόταν να μην ήταν έτσι. "Λοιπόν, πώς είναι το μωρό της θείας; Είναι ευγενικό με τη μαμά;" H αδερφή της έβαλε το αυτί στην κοιλιά της Ερίκα σαν να 'θελε να ακούσει την απάντηση στην ερώτηση της. και την αγκάλιασε. Αφού αγκάλιασε και τον Πάτρικ, με την ίδια θέρμη, οδηγήθηκαν όλοι για να συναντήσουν τους άλλους στον κήπο, όπου έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις. Τα παιδιά άρχισαν να τρεχοβολάνε με όλη τους την ψυχή στον κήπο ενώ οι μεγάλοι έπιναν κρασί ή κόκα κόλα, στην περίπτωση της Ερίκα, και το φαγητό μπήκε στα κάρβουνα. Όπως συνηθίζεται, οι άντρες συναθροίστηκαν γύρω από την ψησταριά, νιώθοντας πραγματικά αρσενικά, ενώ οι γυναίκες έπιασαν το κουβεντολόι. H Ερίκα δεν είχε μπορέσει να καταλάβει ποτέ της αυτή τη σχέση αντρώνψησταριάς. Αντρες που ισχυρίζονταν συνήθως ότι δεν είχαν ιδέα πώς ψήνεται μια μπριζόλα στο τηγάνι θεωρούσαν τους εαυτούς τους δεξιοτέχνες του ψησίματος σαν τους έβαζες μπροστά από μια ψησταριά έξω στον κήπο. Οι γυναίκες μπορούσαν να λειτουργήσουν, πιθανώς, σαν σύμβουλοι για τα υπόλοιπα πιάτα και οπωσδήποτε ήταν τέλειες για να φέρνουν καμιά μπίρα. «Χριστούλη μου, τι όμορφα που είναι εδώ!» H Μαρία έπινε ήδη το δεύτερο ποτήρι κρασί, ενώ οι υπόλοιπες δεν είχαν προλάβει καλά καλά να δοκιμάσουν το πρώτο. «Ευχαριστούμε. Ναι, ωραία είναι». H Ερίκα δυσκολευόταν ν’ αντιμετωπίσει τη φίλη του Νταν χωρίς τυπικότητες. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της έβρισκε ο Νταν, ειδικά σε σύγχυση με την πρώην σύζυγό του, την Πενίλα, αλλά υποψιαζόταν άτι ανήκε κι αυτή σ' εκείνες τις μυστηριώδεις σχέσεις αντρών και γυναικών που δεν είχε μπορέσει ποτέ της να καταλάβει. Το μοναδικό στο οποίο μπορούσε να καταλήξει με βεβαιότητα ήταν ότι δεν είχε επιλέξει

τη Μαρία επειδή ήταν ικανή συζητήτρια. Ωστόσο, μάλλον η Μαρία είχε ξυπνήσει τα μητρικά ένστικτα της Μπίταν, μια που η τελευταία φαινόταν να την έχει αναλάβει κατ’ αποκλειστικότητα, δίνοντας έτσι στην Αννα και την Ερίκα τη δυνατότητα να πουν τα δικά τους. «Μη μου πεις ότι δεν είναι όμορφος!» H Αννα κοίταζε με θαυμασμό τον Γκούσταβ. «Σκέψου ότι ένας τέτοιος άντρας ενδιαφέρθηκε για μένα!» H Ερίκα κοίταξε την όμορφη νεότερη αδερφή της και αναρωτήθηκε πώς ένας άνθρωπος σαν την Άννα είχε απολέσει την αυτοπεποίθησή του. Κάποτε η αδερφή της ήταν μια δυνατή ανεξάρτητη και ελεύθερη ψυχή, αλλά τα χρόνια με τον Λούκας και οι ξυλοδαρμοί την είχαν καταβάλει. H Ερίκα κατάπνιξε μια παρόρμηση να την αρπάξει και να την ταρακουνήσει. Κοίταξε την Εμμα και τον Άντριαν που κυνηγιόντουσαν σαν άγρια θηρία γύρω τους και, απορημένη, σκέφτηκε πώς ήταν δυνατόν να μη νιώθει η Άννα περηφάνια κι αυτοεκτίμηση βλέποντας πόσο υπεροχα παιδιά είχε γεννήσει κι αναθρέψει. Παρ’ όλα όσα είχαν περάσει στα λίγα χρόνια της μέχρι σήμερα ζωής τους. ήταν χαρούμενα και δυνατά και αγαπούσαν τον κόσμο γύρω τους. Κι όλ’ αυτά χάρη στην Άννα. «Δεν πρόλαβα να μιλήσω μαζί του ακόμη, αλλά δείχνει ευχάριστος τύπος. Θα επιστρέψω με αναλυτικότερη βαθμολογία μόλις τον γνωρίσω λίγο καλύτερα. Αλλά αφού καταφέρατε να επιβιώσετε μέσα σ’ ένα μικρό ιστιοφόρο αντάμα, υποθέτω ότι είναι καλός οιωνός». Επιασε τον εαυτό της να χαμογελάει βεβιασμένα και επιφανειακά. «Δεν θα έλεγα ακριβώς μικρό» είπε γελώντας η Αννα. «Δανείστηκε το Νάτζαντ 400 ενός φίλου του, το οποίο χωράει άνετα έναν μικρό στρατό». Η συζήτηση διακόπηκε από την άφιξη των κρεάτων στο τραπέζι, και το αρσενικό κομμάτι της παρέας κάθισε μαζί τους, ικανοποιημένοι όλοι τους που είχαν εκτελέσει το αντίστοιχο μοντέρνο έργο του κυνηγού - τροφοσυλλέκτη. «Τι συζητάνε τα κορίτσια;» O Νταν άπλωσε το χέρι του κι αγκάλιασε τη Μαρία, η οποία κουλουριάστηκε και κούρνιασε πάνω του. Το αγκάλιασμα μετατράπηκε σε κανονική περίπτυξη, και παρόλο που είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ήταν με τον Νταν, η Ερίκα δεν διασκέδαζε καθόλου με το θέαμα των γλωσσών τους που έπαιζαν ξεδιάντροπα κατά τη διάρκεια των παθιασμένων φιλιών τους. Το θέαμα φαινόταν να δυσαρεστεί και τον Γκούσταβ, αλλά η Ερίκα δεν μπόρεσε να μην προσέξει τις λοξές ματιές του που παρακολουθούσαν μ’ ενδιαφέρον το βαθύ ντεκολτέ της Μαρίας. «Λαρς, δεν είναι απαραίτητο να ρίχνεις τόση σάλτσα στο κρέας σου. Ξέρεις ότι πρέπει να προσέχεις το βάρος σου. Σκέψου την καρδιά σου». «Τι λες τώρα; Είμαι δυνατός σαν ταύρος! Αυτά εδώ που βλέπεις είναι καθαροί μύες» δήλωσε ο πατέρας του Πάτρικ μεγαλόφωνα και χτύπησε την κοιλιά του με το χέρι του. «Και η Ερίκα είπε ότι η σάλτσα έχει ελαιόλαδο. Επομένως μου κάνει καλό. Το ελαιόλαδο κάνει καλό στην καρδιά. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να σου το πει αυτό».

H Ερίκα συγκράτησε την επιθυμία της να του υποδείξει ότι η ποσότητα της σάλτσας με την οποία είχε περιλούσει το κρέας του δεν ήταν ακριβώς η συνιστώμενη. Αυτή την κουβέντα την είχαν κάνει αμέτρητες φορές, και ο Λαρς ήταν ειδικός στο να δέχεται τις διατροφικές συμβουλές που μόνο αυτός ήθελε. Το φαγητό ήταν το μεγάλο πάθος του στη ζωή, και όλες τις προσπάθειες περιορισμού των διατροφικών του συνηθειών τις θεωρούσε καθαρό σαμποτάζ. H Μπίταν είχε παραιτηθεί και πολύ καιρό από τέτοιες συζητήσεις, αν και προσπαθούσε να του υπενθυμίζει πού και πού την άποψή της για τη λαιμαργία του. Όλες οι προσπάθειες να τον πείσει ν’ αρχίσει δίαιτα είχαν πάει στράφι, κυρίως επειδή ο Λαρς έτρωγε κρυφά μόλις εκείνη κοίταζε αλλού. Έπειτα, ο Λαρς θα γούρλωνε τα μάτια του από έκπληξη επειδή δεν είχε χάσει τα κιλά που περίμενε μια που -κατά τη δική του μαρτυρία- δεν έτρωγε παραπάνω απ’ ό,τι ένα πουλάκι. «Γνωρίζεις τον E-Type;» η Μαρία είχε σταματήσει να εξερευνά το στόμα του Νταν και τώρα κοίταζε τον Γκούσταβ με θαυμασμό. «Να, θέλω να πω ότι κάνει παρέα με τη Βίκαν" τους κολλητούς της, και ο Νταν είπε ότι είστε γνωστοί με τη βασιλική οικογένειά, οπότε υπέθεσα ότι θα τον ξέρεις κι αυτό». Είναι πολύ κουλ τύπος!» O Γκούσταβ φαινόταν να έχει μείνει εντελώς άναυδος από το μαντάτο ότι ήταν πολύ πιο κουλ να γνωρίζεις τον E-Type από τον βασιλιά, αλλά συνήλθε σύντομα και απάντησε με επιφύλαξη στην ερώτηση της Μαρίας: «Είμαι λίγο μεγαλύτερος από την πριγκίπισσα, αλλά ο μικρός μου αδερφός γνωρίζει και την πριγκίπισσα και τον Μάρτιν Έρικσον». H Μαρία φαινόταν μπερδεμένη και συλλογισμένη. «Ποιος είναι ο Μάρτιν Έρικσον;» ρώτησε. O Γκούσταβ αναστέναξε βαριά και είπε απρόθυμα έπειτα από μια μικρή παύση: «O E-Type». «Α, το ’πιασα. Κουλ!» Γέλασε και φάνηκε πολύ εντυπωσιασμένη. Θεέ και Κύριε, η κοπέλα αυτή δεν μπορεί να είναι είκοσι ενός ετών που λέει ο Νταν, σκέφτηκε η Ερίκα. Μάλλον πιο κοντά στα δεκαεφτά την έκανε. Εντάξει, όφειλε να παραδεχτεί πως ήταν όμορφη. Εριξε μια θλιμμένη ματιά στα δικά της βαριά στήθη, διαπιστώνοντας ότι οι μέρες που οι θηλές της έδειχναν ψηλά στον ουρανό, όπως της Μαρίας είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Το πάρτι δεν ήταν από τα πιο επιτυχημένα της κοινής τους ζωής. H Ερίκα και ο Πάτρικ έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να κρατήσουν τη συζήτηση ζωντανή, αλλά ο Νταν και ο Γκούσταβ θα μπορούσαν κάλλιστα να προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς πλανήτες ενώ η Μαρία είχε κατεβάσει αρκετό κρασί σε μικρό χρονικό διάστημα και ξερνοβολούσε στην τουαλέτα. O μόνος που περνούσε θαυμάσια ήταν ο Λαρς ο οποίος, απόλυτα συγκεντρωμένος, έριχνε μέσα του ό,τι είχε απομείνει στις πιατέλες αγνοώντας με μακαριότητα τα φονικά βλέμματα της Μπίταν. Κατά τις οχτώ το βράδυ οι επισκέπτες είχαν αποχωρήσει, και ο Πάτρικ με την Ερίκα είχαν απομείνει

μόνοι με τα άπλυτα πιάτα. Αποφάσισαν να μην ασχοληθούν για λίγο με αυτά. Πήρε ο καθένας το ποτήρι του και κάθισαν κάτω. «Πόσο θα ήθελα ένα ποτήρι κρασί τώρα». H Ερίκα κοίταξε θλιμμένα το ποτήρι της με την κόκα κόλα. «Βέβαια, έπειτα από ένα τέτοιο πάρτι καταλαβαίνω απόλυτα ότι έχεις ανάγκη να πιεις κάτι. Θεός φυλάξοι. Πώς κατάφερες να μαζέψεις τόσα αταίριαστα άτομα μαζί; Πώς μπορέσαμε να σκεφτούμε κάτι τέτοιο;» Γέλασε και κούνησε το κεφάλι του. «Γνωρίζεις τον Ε-Type;» O Πάτρικ άλλαξε τη φωνή του για να μιμηθεί όσο περισσότερο γινόταν τη Μαρία, και η Ερίκα δεν μπόρεσε να μην κακαρίσει, «θεέ μου, τι κουλ τύπος!» Συνέχισε να μιμείται τη Μαρία, και η Ερίκα από τα κακαρίσματα πέρασε σε ξεκαρδιστικά γέλια. «H μαμά μου λέει ότι δεν πειράζει να είναι κανείς λίγο χαζούλης αρκεί να είναι γλυκουούούλης!» Ο Πάτρικ είχε γείρει κάπως χαριτωμένα το κεφάλι του στο πλάι, και η Ερίκα κρατούσε το στομάχι της από τα γέλια. «Σταμάτα. δεν αντέχω άλλο. Εσύ ήσουν που έλεγες σ' εμένα να είμαι ευγενική μαζί της!» «Ναι, δίκιο έχεις, το ξέρω. Απλώς δυσκολεύομαι να σταματήσω». O Πάτρικ σοβάρεψε. «Δεν μου λες, τι πιστεύεις για εκείνο τον Γκούσταβ; Δεν φαίνεται και το πιο θερμό άτομο στον κόσμο. Νομίζεις ότι κάνει πραγματικά για την Αννα;» Το γέλιο της Ερίκα κόπηκε απότομα και ζάρωσε το μέτωπό της. «Όχι, και νιώθω αρκετά ανήσυχη. Όλα θα έπρεπε να είναι καλύτερα ύστερα από μια σχέση με έναν που δέρνει γυναίκες, και σίγουρα είναι καλύτερα, αλλά απλώς ήθελα...» έψαξε να βρει τα λόγια «ήθελα κάτι καλύτερο για την Αννα. Πρόσεξες πόσο ενοχλούνταν από τα παιδιά που φώναζαν και έτρεχαν τριγύρω; Πιστεύω πως είναι από αυτούς που θεωρούν ότι τα παιδιά πρέπει να φαίνονται αλλά να μην ακούγονται. Αυτό όμως δεν είναι σωστό για την Αννα. Χρειάζεται έναν καλό άνθρωπο, που να έχει μέσα του ζεστασιά και αγάπη. Κάποιον που να την κάνει να νιώθει όμορφα. Ό,τι κι αν λέει τώρα, το βλέπω ότι δεν το πιστεύει. Αλλά δεν θέλει να καταλάβει ότι της αξίζει κάτι καλύτερο». Μπροστά τους είχαν τον ήλιο, μια κατακόκκινη σφαίρα που ετοιμαζόταν να κάνει τη βουτιά του στη θάλασσα και να χαθεί, αλλά αυτή τη φορά είχε χαθεί η μαγεία του σούρουπου. H ανησυχία για την Αννα βάραινε την Ερίκα, και καμιά φορά ένιωθε τόσο μεγάλη την ευθύνη της ώστε να μην μπορεί ν’ αναπνεύσει. Αλλά αν ένιωθε τόσο μεγάλη ευθύνη για την αδερφή της. πώς θα μπορούσε ν’ αντέξει την ευθύνη για μια μικρή ζωή που σύντομα θα κρατούσε στην αγκαλιά της; Εγειρε το κεφάλι της στον ώμο του Πάτρικ και άφησαν το σκοτάδι της βραδιάς να τους τυλίξει. Η Δευτέρα άρχισε με πολύ καλά νέα. Η Άνικα είχε επιστρέψει από τις διακοπές της. Μαυρισμένη από τον ήλιο και ανανεωμένη, χαλαρωμένη έπειτα από πολύ έρωτα και οινοποσία, καθόταν τώρα στη ρεσεψιόν και ακτινοβολούσε, όταν μπήκε μέσα με νωχελικό βήμα ο Πάτρικ. Συνήθως μισούσε τα δευτεριάτικα πρωινά, αλλά όταν είδε την Άνικα, η μέρα του φάνηκε ξαφνικά πολύ πιο ξεκούραστη. H Ανικα ήταν κατά κάποιον τρόπο το κεντρικό σημείο γύρω από το οποίο

περιστρεφόταν το υπόλοιπο αστυνομικό τμήμα. Αυτή ήταν που οργάνωνε, που επιχειρηματολογούσε, που επέπληττε και επαινούσε, όποτε το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ό,τι πρόβλημα και να είχε κανείς, ήταν σίγουρος πως θα άκουγε κάποια σοφά και παρηγορητικά λόγια. Ακόμα και ο Μέλμπεργ είχε αρχίσει να της δείχνει κάποιο σεβασμό. Δεν αποτολμούσε πια τις τσιμπιές και τα λάγνα βλέμματα, τα οποία ήταν στην ημερήσια διάταξη όταν πρωτοεμφανίστηκε στο γραφείο. Μία ώρα μετά την άφιξη του Πάτρικ στο αστυνομικό τμήμα, η Ανικα χτύπησε την πόρτα του γραφείου και μπήκε μέσα με ένα πολύ σοβαρό ύφος. «Πάτρικ, έχω απέξω ένα ζευγάρι που θέλει να δηλώσει την εξαφάνιση της κόρης του». Κοιτάχτηκαν, γνωρίζοντας πολύ καλά τι σκεφτόταν ο καθένας τους. H Ανικα έφερε μέσα τους ανήσυχους γονείς που κάθισαν με κυρτωμένους ώμους στις καρέκλες μπροστά από το γραφείο του Πάτρικ. Συστήθηκαν ως Μπου και Σέρστιν Μέλερ. «H κόρη μας, η Τζένι, δεν ήρθε στο σπίτι χτες βράδυ» είπε ο πατέρας. Ήταν ένας κοντόχοντρος άντρας γύρω στα σαράντα. Όσο μιλούσε, τα δάχτυλά του ασχολούνταν νευρικά με το κραυγαλέα πολύχρωμο σορτς που φορούσε και είχε το βλέμμα καρφωμένο στην επιφάνεια του γραφείου. Το γεγονός ότι βρίσκονταν στο αστυνομικό τμήμα και δήλωναν την εξαφάνιση της κόρης τους έκανε τον πανικό τους να μεγαλώνει όλο και περισσότερο. H φωνή του έσπασε, και η γυναίκα του, επίσης κοντή και στρουμπουλή, συνέχισε: «Μένουμε στο κάμπινγκ της Γκρέμπεσταντ, και η Τζένι θα πήγαινε στη Φιελμπάκα κατά τις εφτά το βράβυ με μερικούς φίλους της. Θα έβγαιναν έξω, πιστεύω, αλλά υποσχέθηκε να είναι στο σπίτι μέχρι τη μία. Είχαν κανονίσει να τους επιστρέψει κάποιος, και για να πάνε στη Φιελμπάκα είχαν πάρει το λεωφορείο». Ακούστηκε βραχνή και η δική της φωνή, και αναγκάστηκε να κάνει μια μικρή παύση πριν συνεχίσει: «Όταν αντιληφθήκαμε πως δεν επέστρεψε, ανησυχήσαμε πολύ. Πήγαμε στο τροχόσπιτο ενός από τα κορίτσια που θα πήγαιναν παρέα και την ξυπνήσαμε και αυτή και τους γονείς της. Μας είπε ότι η Τζένι δεν πήγε ποτέ στη στάση του λεωφορείου, όπως είχαν συμφωνήσει, και ότι οι άλλοι πίστεψαν πως είχε αποφασίσει να μην πάει μαζί τους. Τότε καταλάβαμε ότι είχε συμβεί κάτι σοβαρό. H Τζένι δεν θα μας έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Είναι το μοναδικό μας παιδί και πάντα φροντίζει να μας λέει αν θα αργήσει ή όχι. Τι μπορεί να της συνέβη; Εχουμε ακούσει και γι’ αυτή την κοπέλα που βρήκαν στη Χαράδρα του Βασιλιά... Πιστεύετε ότι...» Εδώ η φωνή της την πρόδωσε και ξέσπασε σε ένα απελπισμένο κλάμα. O σύζυγός της την αγκάλιασε για να την παρηγορήσει, αλλά τα δάκρυά πλημμύρισαν και τα δικά του μάτια. O Πάτρικ ένιωθε ανήσυχος. Πολύ ανήσυχος. Προσπάθησε όμως να μην το δείξει στο ζευγάρι. «Πιστεύω ότι δεν υπάρχει λόγος να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα». Διάβολε, πόσο ορθό ακούστηκε αυτό, σκέφτηκε ο Πάτρικ, αλλά δυσκολευόταν να χειρίζεται τέτοιες καταστάσεις. H αγωνία αυτών των ανθρώπων τον έκανε να νιώθει έναν κόμπο στον λαιμό, έναν κόμπο συμπόνιας, αλλά δεν επέτρεπε στον εαυτό του να τον αφήσει να τον πάρει αποκάτω, και η μοναδική άμυνα ήταν μια σχεδόν γραφειοκρατική ορθότητα.

"Ας αρχίσουμε με κάποιες πληροφορίες για την κόρη σας. Τη λένε Τζένι, είπατε. Τι ηλικία έχει;" «Δεκαεφτά, σύντομα θα μπει στα δεκαοχτώ». H Σέρστιν έκλαιγε ακόμη, με το πρόσωπο χωμένο στο πουκάμισο του άντρα της, κι έτσι αναγκάστηκε ο Μπου να δώσει στον Πάτρικ τα απαραίτητα στοιχεία. Όταν τους ρώτησε αν είχαν κάποια πρόσφατη φωτογραφία της κόρης τους, η μητέρα της Τζένι σκούπισε το πρόσωπό της με ένα χαρτομάντιλο και έβγαλε μια σχολική έγχρωμη φωτογραφία από την τσάντα της. O Πάτρικ πήρε προσεχτικά τη φωτογραφία και την κοίταξε. H κοπέλα ήταν μια τυπική δεκαεφτάρα, με κάπως παραπανίσιο μέικαπ και πεισματάρικο βλέμμα. O Πάτρικ χαμογέλασε στους γονείς της και προσπάθησε να δείχνει αυτοπεποίθηση. «Όμορφη κοπέλα. Είμαι σίγουρος ότι είστε περήφανοι γι’ αυτή». Αμέσως έγνεψαν και οι δύο καταφατικά Μάλιστα, ένα μικρό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της Σέρστιν. «Είναι καλή κοπέλα. Αλλά, όπως και να το κάνεις, τα παιδιά στην εφηβεία έχουν τις δικές τους πλευρές. Δεν ήθελε να έρθει μαζί μας φέτος διακοπές με το τροχόσπιτο, αν και αυτό το κάναμε από τότε που ήταν μικρή. Την παρακαλέσαμε όμως θερμά και της είπαμε πως θα ήταν μάλλον το τελευταίο καλοκαίρι που θα κάναμε μαζί κάτι τέτοιο, κι έτσι υποχώρησε και συμφώνησε να μας ακολουθήσει». Όταν η Σέρστιν αντιλήφθηκε τι είπε για το τελευταίο καλοκαίρι, ξέσπασε πάλι σε κλάματα, και ο Μπου προσπάθησε να την ησυχάσει χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. «Θα το λάβετε σοβαρά υπόψη σας αυτό, έτσι δεν είναι; Έχουμε ακούσει ότι πρέπει να περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες πριν η αστυνομία αρχίσει την έρευνα, αλλά πρέπει να μας πιστέψετε όταν σας λέμε πως της συνέβη κάτι σοβαρό, γιατί διαφορετικά θα μας ειδοποιούσε. Δεν είναι από τις κοπέλες που θα αδιαφορούσε για όλα και που Θα μας άφηνε να αγωνιούμε». O Πάτρικ έκανε πάλι μια προσπάθεια να φανεί όσο πιο ήρεμος γινόταν, αλλά στο μυαλό του οι σκέψεις πετούσαν σαν αγριεμένες μέλισσες. Μπροστά στα μάτια του εμφανίστηκε η εικόνα με το γυμνό κορμί της Τάνια στη Χαράδρα του Βασιλιά και τα ανοιγόκλεισε για να την εξαφανίσει. «Δεν πρόκειται να περιμένουμε είκοσι τέσσερις ώρες. Αυτά γίνονται μόνο στις αμερικάνικες ταινίες. Αλλά θα πρέπει να προσπαθήσετε να παραμείνετε ψύχραιμοι. Παρόλο που πιστεύω αυτό που μου λέτε, ότι η Τζένι είναι μια πολύ φιλότιμη κοπέλα, έχω δει να συμβαίνουν πολλά. Ξέρετε, συναντούν κάποιον, ξεχνούν χρόνο και τόπο. ξεχνούν ότι η μαμά και ο μπαμπάς κάθονται στο σπίτι και ανησυχουν. Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Εμείς όμως θα αρχίσουμε αμέσως τις έρευνες. Αφήστε ένα τηλέφωνο για να μπορούμε να σας βρούμε. Αφήστε το στην Ανικα καθώς θα βγαίνετε, θα σας ειδοποιήσουμε αμέσως μόλις μάθουμε κάτι περισσότερο. Και. φυσικά, σας παρακαλώ να μας ειδοποιήσετε αμέσως αν έχετε νέα της ή αν επιστρέψει, θα δείτε ότι θα λυθεί αυτό το θέμα».

Μόλις έφυγαν, ο Πάτρικ αναρωτήθηκε μήπως τους είχε υποσχεθεί πάρα πολλά. Είχε μια αίσθηση ανακατωσούρας στο στομάχι, όπως όταν υπάρχει κάτι που δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό. Κοίταξε τη φωτογραφία της Τζένι που του είχαν αφήσει οι γονείς της. Μακάρι όλ’ αυτά να ήταν εφηβικά καμώματα. Σηκώθηκε και πήγε στον Μάρτιν. Ήταν καλύτερα να άρχιζαν το ψάξιμο από τώρα κιόλας. Αν είχε συμβεί αυτό που απευχόταν, δεν είχαν ούτε δευτερόλεπτο για χάσιμο. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, η Τάνια είχε ζήσει περίπου μία εβδομάδα αιχμάλωτη πριν πεθάνει. Είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. ΕΞΙ Καλοκαίρι 1979 O πόνος και το σκοτάδι έχαναν τον χρόνο να περνάει τυλιγμένος σε μια στείρα από όνειρα ομίχλη. Μέρα ή νύχτα, ζωή ή θάνατος δεν είχαν καμία σημασία. Ούτε τα βήματα απέξω ούτε η επίγνωση του επικείμενου κακού μπορούσαν να χάνουν την πραγματικότητα να εισχωρήσει στη σκοτεινή φωλιά της. O ήχος των οστών που έσπαζαν ανακατευόταν με τις κραυγές πόνου κάποιου ατόμου. Ίσως να ήταν οι δικές της. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. H μοναξιά ήταν το χειρότερο απ’ όλα. H απόλυτη απουσία ήχων, κινήσεων ή οποιοσδήποτε αίσθησης αγγίγματος στην επιδερμίδα της. Ποτέ της δεν είχε φανταστεί πόσο βασανιστική θα μπορούσε να είναι η απουσία ανθρώπινης επαφής. Αψηφούσε κάθε πόνο. Χαράκωνε την ψυχή σαν μαχαίρι και της δημιουργούσε μια ανατριχίλα που έχανε όλο της το κορμί να τρέμει. Η μυρωδιά του ξένου τής ήταν ήδη πολύ γνώριμη. Δεν ήταν απαίσια. Όχι όπως θα φανταζόταν ότι θα μπορούσε να μυρίζει το κακό. Αντιθέτως ήταν υγιής και γεμάτη υποσχέσεις για καλοκαίρι και ζέστη. Την ένιωθε περισσότερο όταν τη σύγκρινε με τη σκοτεινή, υγρή μυρωδιά που επετίθετο ασταμάτητα στα ρουθούνια της. H μυρωδιά αυτή την περιέβαλλε σαν μουσκεμένη κουβέρτα και ροκάνιζε κομμάτι κομμάτι όλα όσα ήταν η ίδια πριν καταλήξει εδώ. Γι' αυτό ρουφούσε άπληστα τη μυρωδιά της ζεστασιάς μόλις πλησίαζε ο άγνωστος. Άξιζε τον κόπο να υποστεί όλ' αυτά τα μαρτύρια για να μπορέσει, για μια στιγμή έστω. να νιώσει τη μυρωδιά της ζωής που δρασκέλιζε το σύνηθες μονοπάτι κάπου αποπάνω της. Ταυτόχρονα. αυτό έβγαζε στην επιφάνεια αγκυλωμένα συναισθήματα νοσταλγίας για τη ζωή. Δεν ήταν πια εκείνη που ήταν κάποτε και της έλειπε το άτομο που δεν θα ξαναγινόταν ποτέ. Αυτό ήταν ένας επώδυνος αποχαιρετισμός, που όμως ήταν αναγκασμένη να τον υποστεί για να επιζήσει. Όμως, εκείνο που τη βασάνιζε περισσότερο εκεί κάτω ήταν η σκέψη του μωρού. Σε όλη τη σύντομη ζωή της το κατηγορούσε που γεννήθηκε, κατηγορούσε την κορούλα της, αλλά τώρα. στο παρά πέντε, καταλάβαινε ότι η κόρη της ήταν δώρο. H ανάμνηση των απαλών χεριών στον λαιμό της ή τα μεγάλα μάτια που την κοίταζαν πεινασμένα, αναζητώντας κάτι που η ίδια δεν μπορούσε να της προσφέρει, την κυνηγούσαν συνεχώς μέσα στα έγχρωμα όνειρά της. Μπορούσε να δει μπροστά της κάθε λεπτομέρεια της μικρής. Κάθε μικρή φακίδα, κάθε τρίχα, εκείνο το κυκλικό σχήμα στον μικρούλη αυχένα της, που βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο με το δικό της. H υπόσχεση που έδινε επανειλημμένα στον εαυτό της και στον θεό ήταν πως, αν έβγαινε από αυτή τη φυλακή, θα πρόσφερε

στη μικρή κάθε δευτερόλεπτο αγάπης που η ίδια είχε στερηθεί από τη μητέρα της. Αν... "Δεν θα βγεις έτσι έξω!" "Θα βγω όπως γουστάρω εγώ και δεν σου πέφτει κανένας λόγος!" H Μελανί αγριοκοίταξε τον πατέρα της. Την αγριοκοίταξε και αυτός. Το θέμα του καβγά ήταν πασίγνωστο: Πόσο πολλά ή λίγα φορούσε. Εντάξει, η Μελανί όφειλε να παραδεχτεί ότι τα ρούχα που φορούσε δεν είχαν και πολύ ύφασμα, αλλά θεωρούσε ότι ήταν πολύ ωραία και ήξερε πως οι φίλες της ντύνονταν με το ίδιο ακριβώς τρόπο. Κι εδώ που τα λέμε, ήταν δεκαεφτά χρονών δεν ήταν μωρό, οπότε το τι φορούσε ήταν δικό της θέμα. Κοίταξε περιφρονητικά τον πατέρα της που η οργή του τον είχε κάνει να κοκκινίσει ολόκληρος από τον λαιμό και πάνω. Που να πάρει ο διάβολος με τίποτα δεν θα 'θελε να γίνει κι αυτή έτσι, ηλικιωμένη και πλαδαρή. Το σορτς Adidas από σατέν ύφασμα που φορούσε εκείνος ήταν εκτός μόδας εδώ και δεκαπέντε χρόνια, κι εκείνο το πιτσιλωτό κοντομάνικο πουκάμισο δεν ταίριαζε με τίποτα με το σορτς. Τη μεγάλη μπάκα τη χρωστούσε στα αναρίθμητα σακουλάκια πατατάκια που κατέβαζε μπροστά στην τηλεόραση. Τώρα η μπάκα αυτή απειλούσε να εκτινάξει μερικά από τα κουμπιά του πουκαμίσου. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν εκείνες οι πλαστικές σαγιονάρες. H Μελανί ντρεπόταν να κυκλοφορεί μαζί του και απεχθανόταν να κάθεται σ’ εκείνο το γαμημένο το κάμπινγκ όλο το καλοκαίρι. Όταν ήταν μικρή, λάτρευε τις διακοπές στα κάμπινγκ με το τροχόσπιτο. Πάντα έβρισκε ένα σωρό παιδιά να παίζει μαζί τους. Μπορούσαν να κολυμπάνε και να τρεχοβολάνε όλη μέρα ελεύθεροι ανάμεσα στα παραταγμένα τροχόσπιτα. Όμως αυτή τη στιγμή οι φίλοι της βρίσκονταν στο Γιενσέπινγκ, και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον Τούμπε. Τώρα που δεν μπορούσε να υποστηρίξει τα συμφέροντα της, ο Τούμπε θα χαϊδολογιόταν μ’ εκείνη την ηλίθια τη Μάντε, που κολλούσε συνέχεια πάνω του σαν στρείδι και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, μπορούσε να ορκιστεί σε ό,τι είχε ιερό ότι θα μισούσε τους γονείς της για όλη της τη ζωή. Να κάθεσαι κολλημένη σ' ένα κάμπινγκ στην Γκρέμπεσταντ ήταν μαλακία, και ακόμα χειρότερη μαλακία ήταν άτι της φέρονταν σαν να ήταν πέντε και όχι δεκαεφτά χρονών. Δεν μπορούσε καν να επιλέγει μόνη της τι θα φορούσε. Σήκωσέ πεισματάρικα το κεφάλι της και διόρθωσε το μπούστο της, το οποίο δεν ήταν μεγαλύτερο από το πάνω μέρος ενός μπικίνι. Το μικροσκοπικό τζιν σορτς την έκοβε και το ένιωθε πολύ άβολο ανάμεσα στους γλουτούς της, αλλά σαν έβλεπε πώς την κοίταζαν τα αγόρια σκεφτόταν ότι μπρος στα κάλλη τι είν' ο πόνος. Το αποκορύφωμα ήταν τα πανύψηλα παπούτσια τα οποία πρόσθεταν τουλάχιστον δέκα πόντους στους εκατόν εξήντα που ήταν ήδη το ύψος της. «Όσο πληρώνουμε εμείς ακόμη το φαγητό και τη στέγη σου, εμείς αποφασίζουμε, και τώρα κάνε ό,τι...» Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τον πατέρα της, και, ευγνώμων για την προσωρινή αναστολή της κατσάδας, η Μελανί έσπευσε ν’ ανοίξει. Απέξω στεκόταν ένας άντρας με σκούρα

μαλλιά, τριάντα πέντε χρονών, κι εκείνη αμέσως φτιάχτηκε και πρότεινε τα στήθη της όσο μπορούσε. Ίσως λίγο μεγάλος για τα γούστα της. αλλά καθόλου άσχημος, και το καλύτερο απ’ όλα ήταν ότι η συμπεριφορά της θα τρέλαινε τον πατέρα της. «Λέγομαι Πάτρικ Χέντστρεμ και είμαι από την αστυνομία. Μήπως μπορώ να περάσω μέσα για λίγο; Αφορά την Τζένι» H Μελανί παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει, αλλά όχι αρκετά ώστε ο Πάτρικ να καταφέρει να μην αγγίξει το ελάχιστα καλυμμένο κορμί της. Αφού ο Πάτρικ και ο πατέρας της έσφιξαν τα χέρια σε μια σύντομη χειραψία, στριμώχτηκαν στη μικρή τραπεζαρία. «Να φωνάξω και τη γυναίκα μου; Είναι κάτω στην παραλία». «Όχι, δεν είναι απαραίτητο. Θα ήθελα να κάνω μόνο μερικές ερωτήσεις στη Μελανί. Όπως θα ξέρετε, ο Μπου και η Σέρστιν Μέλερ δήλωσαν την εξαφάνιση της κόρης τους στην αστυνομία και μας είπαν ότι είχατε συνεννοηθεί να πάτε στη Φιελμπάκα χτες. Είναι αλήθεια;» Εκείνη τράβηξε, δίχως να την πάρουν χαμπάρι. το μπούστο της για να φανεί λίγο περισσότερο το άνοιγμα ανάμεσα στα στήθη της και ύγρανε τα χείλη της πριν απαντήσει. Αστυνομικός λοιπόν. Πολύ σέξι. «Ναι, ήταν να βρεθούμε στη στάση στις εφτά για να πάρουμε το λεωφορείο των εφτά και δέκα. Είχαμε γνωριστεί με μερικά αγόρια που θα επιβιβάζονταν στο λεωφορείο από τη στάση στην παραλία του Τάνουμ και θα πηγαίναμε στη Φιελμπάκα για να δούμε αν υπήρχε εκεί τίποτα για διασκέδαση. Δεν είχαμε ιδιαίτερα σχέδια». «H Τζένι όμως δεν ήρθε τελικά, έτσι δεν είναι;» «Όχι, και μου φάνηκε πολύ παράξενο γαμώτο. Δεν γνωριζόμαστε και πολύ καλά, αλλά φαινόταν αρκετά εντάξει, και παραξενεύτηκα πολύ όταν δεν φάνηκε, να πούμε. Όχι δηλαδή ότι τρελάθηκα κιόλας, που λες, μια κι αυτή ήταν που μου έγινε κολλητσίδα. Εγώ δεν είχα πρόβλημα να μείνω μόνη με τον Μίκε και τον Φρέντε, τα παιδιά από την παραλία Τάνουμ, να πούμε». «Μελανί!» είπε ο πατέρας της κοιτάζοντας την άγρια. Εκείνη του αντιγύρισε το βλέμμα. «Τι έγινε; Εγώ φταίω που μου φάνηκε πολλή μούχλα; Δεν φταίω εγώ που εξαφανίστηκε. Μάλλον θα έφυγε για να πάει στο σπίτι της. στην Κάρλσταντ. Ελεγε για κάποιο αγόρι που είχε συναντήσει εκεί πέρα, κι εγώ λέω ότι αν είχε λίγο νιονιό στο κεφάλι θα παρατούσε ετούτες τις μαλακισμένες διακοπές με τα τροχόσπιτα και θα πήγαινε κοντά του». «Για τόλμα να κάνεις κάτι τέτοιο και τα λέμε! Εκείνος ο Τούμπε...» O Πάτρικ αναγκάστηκε να διακόψει τον καβγά πατέρα κόρης και κούνησε επιφυλακτικά το χέρι του

για να τραβήξω την προσοχή της. Ευτυχώς σταμάτησαν. «Δηλαδή, δεν έχεις ιδέα γιατί δεν εμφανίστηκε;» «Όχι, ούτε την παραμικρή». «Ξέρεις μήπως συναναστρεφόταν με κάποιον άλλο εδώ στο κάμπινγκ; Με κάποιον που ίσως να του εκμυστηρεύτηκε κάτι;» Δήθεν τυχαία, η Μελανί ακούμπησε το γυμνό της γόνατο στο πόδι του αστυνομικού και απόλαυσε το τίναγμα του. Τα αρσενικά ήταν τόσο απλοϊκά όσο δεν έπαιρνε. Δεν είχε σημασία τι ηλικία είχαν. Ένα πράγμα είχαν στο μυαλό τους, και όποια το γνώριζε μπορούσε να τους τυλίξει με όποιον τρόπο ήθελε. Ακούμπησε ξανά το γόνατό του και είδε το πάνω χείλος του να ιδρώνει. Βέβαια έκανε αρκετή ζέστη στο τροχόσπιτο. Καθυστέρησε λίγο να του απαντήσει. «Ήταν ένα αγόρι, ένας σπασίκλας και μισός, που τον συναντούσε, απ’ ό,τι φαίνεται, εδώ τα καλοκαίρια από τότε που ήταν ακόμη μικρή. Υπόθεση για κλάματα, δηλαδή, αλλά δεν ήταν και τόσο κουλ κι αυτή, να πούμε, οπότε μάλλον καλά περνούσαν». «Ξέρεις ίσως πώς τον λένε ή πού μπορώ να τον βρω;» «Οι γονείς του έχουν το τροχόσπιτό τους δύο σειρές πιο πέρα από το δικό μας. Είναι εκείνο που έχει τέντα με καφετιές και λευκές ρίγες και όλα τα γελοία γεράνια σε γλάστρες στη μόστρα». O Πάτρικ την ευχαρίστησε για τη βοήθεια και με κατακόκκινα μάγουλα στριμώχτηκε ξανά για να περάσει από δίπλα της. Εκείνη προσπάθησε να στηθεί όσο πιο προκλητικά γινόταν στην πόρτα όταν τον αποχαιρετούσε. O πατέρας της είχε αρχίσει ξανά τον εξάψαλμο, κι εκείνη το έπαιζε θεόκουφη. Άλλωστε δεν έλεγε και τίποτα που άξιζε να το ακούσει. Ιδρωμένος για περισσότερους λόγους πέρα από την επίμονη ζέστη, ο Πάτρικ έφυγε βιαστικά από εκεί. Ήταν πραγματική απόλαυση που δραπέτευσε από εκείνο το μικρό και στενάχωρο τροχόσπιτο και βγήκε έξω στο πολυπληθές κάμπινγκ. Ένιωσε σαν παιδεραστής όταν εκείνη η μικρή κοπέλα πίεσε τα μικρά στήθη της στο πρόσωπό του, και μόλις άρχισε να του αγγίζει το γόνατο δεν ήξερε προς τα πού να εξαφανιστεί, τόσο δυσάρεστα ένιωσε. Ασε που δεν φορούσε σχεδόν τίποτα πάνω της. Τα ρούχα της δεν ήταν μεγαλύτερα από ένα μαντίλι. Κι αυτό το μαντίλι έπρεπε να καλύψει ολόκληρο το κορμί της. Αδύνατον. Σε μια στιγμή διαύγειας, σκέφτηκε πως σε δεκαεφτά χρόνια θα μπορούσε να είναι και η κόρη του σαν τη Μελανί και να κυνηγάει μεγαλύτερα αρσενικά. Ανατρίχιασε και ευχήθηκε το μωρό να ήταν αγόρι. Τουλάχιστον ήξερε πώς σκέφτονταν οι έφηβοι. Αυτό το κορίτσι ήταν σαν εξωγήινο πλάσμα με τα κιλά μέικαπ που φορούσε και τα μεγάλα κρεμαστά στολίδια της. Δεν απέφυγε μάλιστα να παρατηρήσει ότι είχε κι ένα σκουλαρίκι στον αφαλό. Ισως να είχε αρχίσει να γερνάει και ο ίδιος, αλλά αυτό το πράγμα δεν το θεωρούσε καθόλου σέξι. Περισσότερο σκεφτόταν τον κίνδυνο μόλυνσης και την πιθανότητα ουλής. Αλλά όπως το είχε

σκεφτεί πρέπει να ήταν έφταιγε η ηλικία του. Θυμόταν ακόμη τι του είχε ψάλει η μάνα του όταν πήγε στο σπίτι με σκουλαρίκι στο ένα αυτί, και τότε ήταν ήδη δεκαεννιά χρονών. Το είχε βγάλει αμέσως, και αυτό ήταν το πιο τολμηρό πράγμα που είχε κάνει στη ζωή του. Στην αρχή χάθηκε ανάμεσα σε όλα εκείνα τα τροχόσπιτα που ήταν τόσο κοντά το ένα στο άλλο. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ο κόσμος έκανε εθελοντικά διακοπές σαν παστωμένες ρέγκες σε ψαροκασέλα μαζί με ένα σωρό άλλους. Αλλά καταλάβαινε ότι για πολλούς αυτό είχε γίνει τρόπος ζωής και ότι η συμβίωση με άλλους παραθεριστές σε κάμπινγκ που επέστρεφαν κάθε καλοκαίρι στο ίδιο μέρος ήταν αυτό που τους τραβούσε. Κάποια τροχόσπιτα δεν μπορούσες να τα χαρακτηρίσεις πια τροχόσπιτα, μια που είχαν τέντες σε όλες τις πλευρές τους και έμοιαζαν περισσότερο με μικρές μόνιμες κατοικίες που παρέμεναν εκεί χρόνος έμπαινε χρόνος έβγαινε. Αφού ρώτησε κάποιους για να τον κατευθύνουν, ο Πάτρικ κατάφερε να βρει τελικά το τροχόσπιτο που του είχε περιγράφει η Μελανί. Εκεί είδε ένα ψηλό άχαρο αγόρι γεμάτο μπιμπίκια να κάθεται απέξω. O Πάτρικ το λυπήθηκε σαν αντίκρισε εκείνα τα κόκκινα και άσπρα σπυριά. Κατάλαβε ότι ο πιτσιρικάς πρέπει να τα έσπαζε συνεχώς, παρόλο που θα του άφηναν σίγουρα σημάδια, τα οποία θα έμεναν στο πρόσωπό του πολύ περισσότερο από την ακμή. Όταν στάθηκε μπροστά από το παιδί τον τύφλωσε ο ήλιος και έφερε το χέρι στο μέτωπό του για να μπορέσει να δει. Είχε ξεχάσει τα γυαλιά ηλίου στο γραφείο. «Γεια χαρά. Από την αστυνομία είμαι. Μίλησα λίγο με τη Μελανί εκεί πέρα και μου είπε ότι γνωρίζεις την Τζένι Μέλερ. Αληθεύει;» Το αγόρι έγνεψε καταφατικά χωρίς να πει κουβέντα. O Πάτρικ κάθισε στο γρασίδι δίπλα του και πρόσεξε ότι αυτό το παιδί, σε αντίθεση με την έφηβη Λολίτα που έμενε κάνα δυο τροχόσπιτα παρακάτω, έδειχνε πολύ στενοχωρημένο. «Με λένε Πάτρικ. Εσένα;» «Περ». O Πάτρικ ανασήκωσε τα φρύδια για να του δείξει ότι περίμενε κάτι παραπάνω. «Περ Τούρσον». Μαδούσε νευρικά τούφες από το γρασίδι γύρω του και κρατούσε καρφωμένο το βλέμμα σε αυτό που έκανε. Δίχως να κοιτάξει τον Πάτρικ είπε: «Εγώ φταίω που της συνέβη ό,τι της συνέβη». O Πάτρικ σκίρτησε. «Τι εννοείς;» "Εγώ φταίω που έχασε το λεωφορείο. Συναντιόμαστε εδώ κάθε καλοκαίρι από τότε που ήμασταν μικροί και πάντα περνούσαμε ωραία μαζί. Αλλά από τότε που συνάντησε εκείνη τη μαϊμού τη Μελανί έγινε άλλος άνθρωπος. Όλο Μελανί και Μελανί έλεγε, και η Μελανί λέει το ένα, η Μελανί λέει το άλλο και να πάρει ο διάβολος και να σηκώσει. Παλιότερα μπορούσαμε να μιλάμε με την

Τζένι για σημαντικά πράγματα, πράγματα που είχαν νόημα, τώρα όμως ασχολούνταν μόνο με μέικαπ και ρούχα και τέτοιες μαλακίες και δεν τολμούσε καν να πει στη Μελανί ότι θα συναντιόμασταν, επειδή η Μελανί με θεωρούσε, προφανώς, σπασίκλα ή κάτι τέτοιο". Τώρα τραβούσε τις τούφες από το γρασίδι με όλο και ταχύτερο ρυθμό, και το έδαφος γύρω του είχε αρχίσει να γυμνώνεται, και αυτή η γύμνια όλο και μεγάλωνε με κάθε τούφα που ξερίζωνε. H μυρωδιά της τσίκνας από τα μπάρμπεκιου απλωνόταν παντού πάνω από τα κεφάλια τους και έμπαινε στα ρουθούνια τους. κάνοντας το στομάχι του Πάτρικ να γουργουρίζει. «Έτσι είναι οι έφηβες κοπέλες. Θα περάσει, σ’ το υπόσχομαι. Μετά γίνονται κι αυτές άνθρωποι». O Πάτρικ χαμογέλασε και έπειτα σοβάρεψε πάλι. «Αλλά δεν μου είπες τι εννοείς με το ότι ήταν δικό σου το λάθος. Σημαίνει ότι ξέρεις πού είναι; Διότι, αν ξέρεις, πρέπει να σου πω άτι οι γονείς της ανησυχούν πολύ...» O Περ τον διέκοψε με μια κίνηση του χεριού. «Δεν έχω ιδέα πού είναι. Ξέρω απλώς ότι πρέπει να έμπλεξε σε κάτι κακό, κατά κάποιον τρόπο. Ποτέ δεν θα εξαφανιζόταν έτσι. στα καλά καθούμενα. Και μια που θα έκανε οτοστόπ...» «Οτοστόπ; Για πού; Πότε έκανε οτοστόπ;» «Γι’ αυτό λέω ότι είναι δικό μου το λάθος». O Περ μιλούσε τώρα υπερβολικά αργά και καθαρά στον Πάτρικ, σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί. Συνέχισε: «Αρχισα να τσακώνομαι μαζί της όταν έφευγε να πάει να συναντήσει τη Μελανί στη στάση του λεωφορείου. Είχα βαρεθεί να είμαι εγώ αυτός που έκανε παρέα μαζί του όταν δεν το ήξερε εκείνη η μαλακισμένη η Μελανί κι έτσι την άρπαξα μόλις πέρασε αποδώ και της είπα τη γνώμη μου. Στενοχωρήθηκε αλλά δεν μου είπε κουβέντα. Στεκόταν απλώς εκεί και άκουγε. Λίγο μετά είπε απλώς ότι είχε χάσει το λεωφορείο και ότι ήταν αποφασισμένη να κάνει οτοστόπ για να πάει στη Φιελμπάκα. Ύστερα έφυγε». O Περ σήκωσε το βλέμμα από το γυμνό έδαφος και κοίταξε τον Πάτρικ. Το κάτω χείλος του έτρεμε ελαφρά, και ο Πάτρικ πρόσεξε ότι ο Περ πάλευε πυρετωδώς να μη βάλει τα κλάματα και ντροπιαστεί ανάμεσα σε όλους τους παραθεριστές του κάμπινγκ. «Γι’ αυτό είναι δικό μου το λάθος. Αν δεν είχα αρχίσει να τσακώνομαι μαζί της για κάτι που τελικά δεν πρόκειται να έχει καμία σημασία στο μέλλον, θα προλάβαινε εκείνο το λεωφορείο και τότε δεν θα είχε συμβεί τίποτε απ' όλ' αυτά θα έπεσε σε κανέναν ψυχοπαθή όταν έκανε οτοστόπ, και γι’ αυτό φταίω εγώ». H φωνή του ανέβηκε μια οκτάβα και έσπασε αμέσως μετά. O Πάτρικ κουνούσε συνέχεια το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν είναι δικό σου το λάθος. Και ούτε ξέρουμε καν αν συνέβη κάτι. Αυτό προσπαθούμε να μάθουμε. Ποιος ξέρει, ίσως να εμφανιστεί από στιγμή σε στιγμή και να αποδειχτεί ότι είχε απλώς βγει και έχανε κάποια σκανταλιά». O τόνος της φωνής του ήταν καθησυχαστικός, αλλά ο Πάτρικ καταλάβαινε ότι όλ’ αυτά ακούγονταν σαν ψέμα. Ήξερε ότι η ανησυχία που έβλεπε στα μάτια του παιδιού υπήρχε και στα δικά του. Κάπου διακόσια μέτρα παραπέρα καθόταν το ζεύγος Μέλερ στο τροχόσπιτό του και περίμενε την κόρη του.

O Πάτρικ ένιωσε ένα παγωμένο χέρι ν' αδράχνει την καρδιά του, καθώς σκέφτηκε ότι ο Περ μπορεί να είχε δίκιο και ότι ίσως να την περίμεναν άδικα. Κάποιος είχε πάρει την Τζένι από τον δρόμο. Κάποιος με διόλου καλές προθέσεις. Ενώ ο Γιάκομπ και η Μαρίτα ήταν στις δουλειές τους και τα παιδιά στον βρεφονηπιακό σταθμό, η Λίντα περίμενε τον Στέφαν ήταν η πρώτη φορά που θα συναντιόντουσαν μέσα στο σπίτι στο Βεστεργκόρντεν αντί για τον αχυρώνα, και η Λίντα το θεωρούσε συναρπαστικό. H επίγνωση ότι συναντιόντουσαν παράνομα κάτω από τη στέγη του αδερφού της έδινε στη συνάντηση μια παραπανίσια γοητεία. Μόνο όταν είδε την έκφραση του Στέφαν σαν εκείνος πέρασε το κατώφλι αντιλήφθηκε πως επιστροφή του σε αυτό το σπίτι ξυπνούσε μέσα του εντελώς διαφορετικά συναισθήματα. Δεν είχε πατήσει το πόδι του εκεί από τότε που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Βεστεργκόρντεν, αμέσως μετά τον θάνατο του Γιοχάνες. Με αργά βήματα, ο Στέφαν έκανε μια βόλτα μέσα στο σπίτι, πρώτα στο καθιστικό, μετά στην κουζίνα, ακόμα και στην τουαλέτα. Έδειχνε σαν να ήθελε να ρουφήξει κάθε λεπτομέρεια. Είχαν αλλάξει πολλά. O Γιάκομπ είχε επισκευάσει την ξυλεπένδυση και είχε βάψει το σπίτι από την αρχή. Τίποτα δεν ήταν πια όπως παλιά, όπως το θυμόταν. H Λίντα τον ακολουθούσε κατά πόδας. «Πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήσουν εδώ». O Στέφαν έγνεψε και πέρασε το χέρι του πάνω από το κούτελο του τζακιού στο καθιστικό. «Πέρασαν είκοσι τέσσερα χρόνια. Ήμουν μόλις πέντε χρονών όταν μετακομίσαμε. Έκανε πολλή δουλειά με το σπίτι». «Ναι. Έχει μια μανία να είναι όλα όμορφα. Έτσι τα θέλει ο Γιάκομπ. Όλη την ώρα ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες και μερεμέτια. Όλα πρέπει να είναι τέλεια». O Στέφαν δεν απάντησε. Ήταν σαν να βρισκόταν σε άλλο κόσμο. H Λίντα είχε αρχίσει να το μετανιώνει λίγο που τον κάλεσε στο σπίτι. Είχε σκεφτεί απλώς μερικές ανέμελες στιγμές στο κρεβάτι μαζί του κι όχι ένα ταξίδι στα θλιβερά παιδικά του χρόνια. Αυτή την πλευρά του προτιμούσε να μην τη σκέφτεται, την πλευρά με τα συναισθήματα και τα βιώματα στα οποία η ίδια δεν συμπεριλαμβανόταν. Είχε μαγευτεί τόσο πολύ μαζί της, τη λάτρευε σχεδόν σαν θεά, και αυτό ακριβώς ήθελε να της δείχνει. Δεν της άρεσε καθόλου εκείνος συλλογισμένος και ταραγμένος άντρας που σουλατσάριζε τώρα μέσα στο σπίτι. Τον τράβηξε από το μπράτσο, κι εκείνος τινάχτηκε σαν να έβγαινε από μια κατάσταση έκστασης. «Δεν πάμε πάνω; Το δωμάτιό μου είναι στη σοφίτα». O Στέφαν την ακολούθησε παθητικά, κι ανέβηκαν την απότομη σκάλα. Διέσχισαν τον επάνω όροφο, και όταν η Λίντα άρχισε να σκαρφαλώνει στη σκάλα για τη σοφίτα, ο Στέφαν έμεινε πίσω. Εκεί πάνω είχαν αυτός και ο Ρόμπερτ τα δωμάτιά τους, κι εκεί επίσης ήταν η κρεβατοκάμαρα των γονιών τους.

«Περίμενε, έρχομαι αμέσως. Θέλω να ρίξω μια ματιά σε κάτι». Δεν έδωσε σημασία στις διαμαρτυρίες της Λίντα και άνοιξε με τρεμάμενο χέρι την πρώτη πόρτα στο χολ. Εκεί μέσα ήταν το παιδικό του δωμάτιο. Βέβαια, ακόμη ήταν το δωμάτιο ενός μικρού αγοριού, αλλά τώρα ήταν σκορπισμένα παντού τα παιχνίδια και τα ρούχα του Βίλιαμ. Πήγε και κάθισε στο μικρό κρεβάτι και είδε με τα μάτια της ψυχής του πώς ήταν το δωμάτιο όταν ήταν δικό του. Έπειτα από λίγο σηκώθηκε και πήγε στο διπλανό δωμάτιο, που ανήκε κάποτε στον Ρόμπερτ. Αυτό είχε αλλάξει πιο πολύ από το δικό του. Ήταν ξεκάθαρο πως τώρα πια ανήκε σε κορίτσι, τα ροζ χρώματα, τα τούλια και οι πούλιες κυριαρχούσαν παντού. Βγήκε από εκεί σχεδόν αμέσως. Κάτι σαν μαγνήτης τον τράβηξε στο δωμάτιο που βρισκόταν στο τέλος του χολ. Είχε διασχίσει αθόρυβα εκείνο το χολ πολλές νύχτες, πατώντας στο χαλί που είχε στρώσει η μητέρα του και πηγαίνοντας προς τη λευκή πόρτα την έσπρωχνε προσεχτικά και μετά, ακροπατώντας, πήγαινε και ανέβαινε στο κρεβάτι των γονιών του. Εκεί μπορούσε να κοιμάται ασφαλής, ελεύθερος από εφιάλτες και τέρατα που ήταν κάτω από το κρεβάτι του. Προτιμούσε περισσότερο να σφίγγεται πατέρα του και να κοιμάται κολλημένος, πολύ κολλημένος πάνω του. Πρόσεξε ότι ο Γιάκομπ και η Μαρίτα είχαν κρατήσει εκείνο το υπέροχο κεφαλάρι του κρεβατιού, αυτό το δωμάτιο είχε υποστεί τις λιγότερες αλλαγές. Ένιωσε τα δάκρυά να καίνε τα βλέφαρά του και τα ανοιγόκλεισε για να τα εμποδίσει να κυλήσουν. Δεν ήθελε να τον δει έτσι η Λίντα. Μπροστά της δεν ήθελε να φαίνεται τόσο αδύναμος. «Είδες ό,τι ήταν να βεις ή ακόμη; Δεν υπάρχει τίποτα να κλέψεις εδώ, αν σκέφτεσαι κάτι τέτοιο». H φωνή της είχε έναν τόνο μοχθηρίας, που ο Στέφαν πρώτη φορά άκουγε. H οργή άναψε μέσα του σαν σπίθα, και η σπίθα έγινε πιο επικίνδυνη μόλις σκέφτηκε πώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα. Την άρπαξε βίαια από το χέρι. «Τι διάβολο κάθεσαι και λες! Πιστεύεις πως κοιτάζω να βρω κάτι να κλέψω; Δεν είσαι καθόλου με τα καλά σου, που να σε πάρει ο διάβολος. Ακου να σου πω κάτι: Έμενα σε αυτό το σπίτι πολύ πριν μπει εδώ μέσα ο αδερφός σου, και αν δεν ήταν ο καταραμένος ο πατέρας σου, θα είχαμε ακόμη το Βεστεργκόρντεν. Οπότε βούλωσε το στόμα σου και μη μιλάς!» H Λίντα έμεινε άφωνη για ένα δευτερόλεπτο από την έκπληξή της μπροστά σε αυτή τη μεταμόρφωση του ήρεμου Στέφαν μετά τράβηξε απότομα το χέρι της και είπε σφυριχτά; «Εσύ ν’ ακούσεις! Δεν φταίει ο πατέρας μου που ο πατέρας σου έπαιξε και σπατάλησε όλα του τα λεφτά. Κι ότι κι αν έκανε ο πατέρας μου, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν δικό του σφάλμα που ο πατέρας σου ήταν τόσο δειλός που πήγε και κρεμάστηκε. Αυτός ήταν που επέλεξε να σας αφήσει, και μην κατηγορείς τον πατέρα μου γι’ αυτό». H οργή γέμισε το οπτικό του πεδίο με μικρά λευκά σημάδια. Εσφιξε τις γροθιές του. H Λίντα έδειχνε τόσο μικροκαμωμένη και εύθραυστη που σκέφτηκε πως θα μπορούσε να τη σπάσει στα δύο, αλλά ανάγκασε τον εαυτό του να πάρει ανάσες για να ηρεμήσει. Με παράξενη,

βαριά φωνή της είπε: «Είναι πολλά αυτά που μπορώ και θέλω να προσάψω στον Γκάμπριελ. O πατέρας σου κατέστρεψε τις ζωές μας επειδή ζήλευε. H μαμά μάς είπε πώς ήταν τα πράγματα. Ότι όλοι αγαπούσαν τον μπαμπά μας, αλλά κανένας δεν πίστευε πως ο Γκάμπριελ ήταν κάτι περισσότερο από γκρινιάρης κι άχρωμος. Αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει. Αλλά η μαμά πήγε εχθές πάνω στην έπαυλη και του τα έσουρε κανονικά. Κρίμα μόνο που δεν του έδωσε κι ένα χέρι ξύλο, αλλά μάλλον θα σιχαινόταν να τον αγγίξει». H Λίντα κάγχασε ειρωνικά. «Κάποτε όμως, αγοράκι μου δεν τον άγγιζε μόνο, του έκανε και περισσότερα, για να ξέρεις. Αν και θέλω να ξεράσω σαν τον σκέφτομαι μαζί με τη βρομιάρα τη μάνα σου, αλλά έτσι ήταν, μέχρι που εκείνη κατάλαβε πως ήταν ευκολότερο ν’ αρμέγει τον δικό σου πατέρα και όχι τον δικό μου. 'Ετσι, πήγε και έκανε κολεγιά μαζί του. Ξέρεις πώς τις λένε κάτι τέτοιες; Πουτάνες τις λένε!» Μικρά σταγονίδια σάλιου πιτσίλιζαν τον Στέφαν όσο η Λίντα, που ήταν τώρα εξίσου οργισμένη με αυτόν, έφτυνε με μανία τις λέξεις προς το μέρος του. O Στέφαν, από φόβο μήπως και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, πισωπάτησε αργά προς τη σκάλα. Πολύ θα ήθελε, βέβαια, να βάλει τα χέρια του γύρω από τον λεπτό λαιμό της και να τον σφίξει όσο πιο δυνατά μπορούσε μόνο και μόνο για να την κάνει να σωπάσει, αλλά προτίμησε να φύγει. Μπερδεμένη με την κατάσταση που είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο και εντελώς έξαλλη που αποδείχθηκε πως ο Στέφαν δεν ήταν τελικά του χεριού της, η Λίντα έσκυψε στην κουπαστή χαι του φώναξε χαιρέκακα: «Βάλ' το στα πόδια, χαμένο κορμί. Μόνο για ένα πράγμα άξιζες. Αλλά ακόμα και σε αυτό δεν μπορώ να πω ότι σκίζεις!». Συμπλήρωσε τα λόγια της δείχνοντάς του το μεσαίο της δάχτυλο, αλλά αυτός είχε ήδη γυρίσει την πλάτη του. καθώς περνούσε το κατώφλι του σπιτιού. Δεν είχε δει τη χειρονομία της. H Λίντα κατέβασε αργά το δάχτυλό της και λόγω των απότομων αλλαγών διάθεσης που έχουν όλοι οι έφηβοι μετάνιωνε για όσα είχε πει. Αλλά τι να έκανε; Ε, έτυχε να τα πάρει στο κρανίο... Οταν έφτασε το φαξ από τη Γερμανία, ο Μάρτιν μόλις είχε τελειώσει την κουβέντα του στο τηλέφωνο με τον Πάτρικ. H είδηση ότι η Τζένι πιθανώς εξαφανίστηκε όσο έκανε οτοστόπ δεν βελτίωνε την κατάσταση. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να την είχε πάρει μαζί του, και το μόνο που απέμενε ήταν να στηρίξουν τις ελπίδες τους στο μάτι του κόσμου που τα βλέπει όλα. Οι δημοσιογράφοι τηλεφωνούσαν σαν τρελοί στον Μέλμπεργ. και επειδή ήταν σίγουροι πως το νέο θα έπαιρνε μεγάλη δημοσιότητα, ο Μάρτιν ήλπιζε ότι κάποιος που είχε βει την Τζένι να επιβιβάζεται σε αυτοκίνητο έξω από το κάμπινγκ θα τους έπαιρνε τηλέφωνο. Ευελπιστούσε ότι θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν τις σοβαρές καταγγελίες από το πλήθος των ενοχλητικών τηλεφωνημάτων που θα γίνονταν κατά κόρον, τηλεφωνήματα από ανθρώπους με πνευματικές διαταραχές ή από εκείνους που θα άρπαζαν την ευκαιρία να κάνουν τη ζωή δύσκολη σε οποιονδήποτε δεν χώνευαν. Το φαξ το έφερε η Ανικα. Ήταν σύντομο και συνοπτικό. Διάβασε με δυσκολία τις ελάχιστες

προτάσεις και μπόρεσε να καταλάβει ότι οι Γερμανοί συνάδελφοι είχαν εντοπίσει έναν πρώην σύζυγο της Τάνια ως πλησιέστερο συγγενή. O Μάρτιν ένιωσε έκπληξη που κάποια τόσο νέα ήταν ήδη χωρισμένη, αλλά τα στοιχεία δεν ψεύδονταν και ήταν όλα εκεί, γραμμένα με μαύρα γράμματα σε άσπρο φόντο. Έπειτα από μια στιγμή δισταγμού και μια σύντομη συνεννόηση με τον Πάτρικ στο κινητό του, σχημάτισε τον αριθμό στο Γραφείο Τουρισμού της Φιελμπάκα. Όταν άκουσε τη φωνή της Πία στο ακουστικό χαμογέλασε άθελα του. "Γειά, ο Μάρτιν Μολίν είμαι". Για ένα δευτερόλεπτο ακολούθησε μια σιωπή που του φάνηκε πολύ μεγάλη. "Από την αστυνομία του Τανουμσχέντε". Διαολίστηκε που έπρεπε να εξηγήσει ποιος ήταν. Ο ίδιος θα μπορούσε να πληροφορήσει τον καθένα για το νούμερο του παπουτσιού της αν -για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο - του το ζητούσαν. "Α, με συγχωρείς, γειά σου, είμαι εντελώς άχρηστη όταν πρόκειται για ονόματα, αλλά ευτυχώς είμαι πολύ καλύτερη στο να θυμάμαι πρόσωπα. Τουλάχιστον αυτό είναι καλό για τη δουλειά που κάνω». Γέλασε. «Λοιπόν, πώς μπορώ να σε βοηθήσω σήμερα;» «Πρόκειται να κάνω ένα σημαντικό τηλεφώνημα στη Γερμανία και δεν τολμώ να εμπιστευτώ τα φτωχά μου γερμανικά από τα τρία σχολικά χρόνια. Θα σου ήταν εύκολο να συμμετάσχεις σε μια συνδιάλεξη τριών ατόμων και να μεταφράζεις. «Βεβαίως». H απάντηση δόθηκε μεμιάς. «Απλώς πρέπει να ζητήσω από τη συνάδελφό μου να μείνει στη ρεσεψιόν για όσο χρειαστεί». Την άκουσε να μιλάει με κάποιον που ήταν στο βάθος, και μετά η φωνή της επέστρεψε πάλι στο ακουστικό. «Ταχτοποιήθηκε. Πώς θα το κάνουμε τώρα; θα μου τηλεφωνήσεις εσύ ή πρέπει να χάνω κάτι άλλο;» «Ναι, θα σε συνδέσω εγώ. Περίμενε απλώς στο τηλέφωνο και θα σε πάρω σε λίγα λεπτά». Σε τέσσερα λεπτά ακριβώς είχε τον πρώην σύζυγο της Τάνια, Πέτερ Σμιτ, και την Πία ταυτόχρονα στη γραμμή. Ξεκίνησε προσεχτικά με συλλυπητήρια και ζητώντας συγγνώμη που ήταν αναγκασμένος να ενοχλήσει τον Πέτερ σε μια τέτοια στιγμή. H γερμανική αστυνομία είχε ειδοποιήσει ήδη τον Σμιτ για τον θάνατο της πρώην συζύγου του, οπότε ο Μάρτιν απέφυγε αυτό το δυσάρεστο καθήκον. Ένιωθε ωστόσο άσχημα που του τηλεφωνούσε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα μετά την κοινοποίηση του τραγικού νέου. Αυτό ήταν μία από τις δύσκολες πλευρές της δουλειάς που έκανε, αν και -ευτυχώς- αρκετά σπάνια περίπτωση για την επαγγελματική καθημερινότητα του. «Τι ήξερες για το ταξίδι της Τάνια στη Σουηδία;» H Πία μετέφρασε με άνεση την ερώτηση στα γερμανικά και, μετά, την απάντηση του Πέτερ στα σουηδικά. «Τίποτα, Δυστυχώς, δεν χωρίσαμε σαν φίλοι, οπότε μετά το διαζύγιο δεν μιλήσαμε και πολύ, αλλά

όσο ήμασταν παντρεμένοι δεν ανέφερε ποτέ ότι ήθελε να πάει στη Σουηδία,. Της άρεσαν περισσότερο οι διακοπές στον ήλιο, στην Ισπανία ή στην Ελλάδα. Θα στοιχημάτιζα πως θεωρούσε τη Σουηδία πολύ κρύα χώρα για διακοπές». Κρύα. σκέφτηκε ειρωνικά ο Μάρτιν και κοίταξε έξω από το παράθυρο την άσφαλτο που έκανε τον αέρα να πάλλεται από τη ζέστη. Ναι, οπωσδήποτε, και έχουμε τους δρόμους γεμάτους πολικές αρκούδες... Συνέχισε τις ερωτήσεις: «Δηλαδή, δεν ανέφερε ποτέ κάτι για δουλειές στη Σουηδία που έπρεπε να τακτοποιήσει ή έστω για οποιαδήποτε άλλη σχέση με εδώ; Μήπως είπε τίποτα για κάποιο μέρος ονόματι Φιελμπάκα;» O Πέτερ απάντησε πάλι αρνητικά, και ο Μάρτιν δεν μπόρεσε να σκεφτεί κάποια άλλη ερώτηση. Ακόμη βεν ήξερε τι είχε υπαινιχθεί η Τάνια στη συνταξιδιώτισσα της για τον σκοπό του ταξιδιού της. Πριν όμως τον ευχαριστήσει και κλείσει, κάτι πέρασε από το μυαλό του κι έτσι ρώτησε: «Υπάρχει κάποιος άλλος που θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε; O μόνος συγγενής που μας έδωσε η γερμανική αστυνομία ήσασταν εσείς. Μήπως όμως υπάρχει και καμιά φίλη της». «θα μπορούσατε να ρωτήσετε τον πατέρα της. Ζει στην Αυστρία. Μάλλον γι’ αυτό δεν μπόρεσε η γερμανική αστυνομία να τον βρει στα αρχεία της. Περιμένετε ένα λεπτό. Πάω να φέρω το τηλέφωνό του». Ο Μάρτιν άκουσε τον Πέτερ να απομακρύνεται και ήχους από αντικείμενα που μετακινούνταν. Λίγο αργότερα επέστρεψε. H Πία συνέχισε τη διερμηνεία και πρόφερε καθαρά τους αριθμούς που της διάβασε ο Πέτερ. «Δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορέσει να σας δώσει κάποια χρήσιμη πληροφορία. Πριν από δύο χρόνια, ακριβώς μετά τον χωρισμό μας, είχε κι αυτός έναν γερό καβγά μαζί της. Δεν ήθελε να μου εξηγήσει τον λόγο, αλλά δεν νομίζω ότι ξαναμίλησαν έκτοτε. Όμως, ποτέ δεν ξέρεις. Όταν μιλήσεις μαζί του, πες ότι του στέλνω τους χαιρετισμούς μου». Το τηλεφώνημα δεν είχε αποδώσει και πολλά, αλλά ο Μάρτιν τον ευχαρίστησε για τη βοήθεια του και του ζήτησε την άδεια να επανελθεί αν είχε περισσότερες ερωτήσεις. H Πία είχε παραμείνει στη γραμμή και τον ρώτησε μήπως ήθελε να τηλεφωνήσει αμέσως στον πατέρα της Τανια για να τον βοηθήσει με τη διερμηνεία. Το τηλέφωνο χτύπησε πολλές φορές, αλλά δεν απάντησε κανείς. Εντούτοις, το σχόλιο του πρώην συζύγου της Τάνια για τον καβγά ανάμεσα στην ίδια και τον πατέρα της είχε κινήσει την περιέργεια του Μάρτιν. Για τι πράγμα θα μπορούσαν να είχαν καβγαδίσει πατέρας και κόρη; Τι ήταν αυτό που ήταν τόσο σοβαρό ώστε να τους κάνει να κόψουν κάθε επαφή; Να είχε άραγε κάποια σχέση με το ταξίδι της Τανια στη Φιελμπάκα και το ενδιαφέρον της για την εξαφάνιση των δύο κοριτσιών; Χαμένος στις σκέψεις του, ο Μάρτιν είχε ξεχάσει ότι είχε αφήσει την Πία να περιμένει στη γραμμή και έσπευσε αμέσως να την ευχαριστήσει για τη βοήθεια της. Συμφώνησαν ότι θα τον βοηθοί σε να τηλεφωνήσει ξανά στον πατέρα της Τάχα τη» επόμενη μέρα.

O Μάρτιν έμεινε αρκετή ώρα συλλογισμένος κοιτάζοντας τη φωτογραφία της Τάνια από το νεκροτομείο. Τι ήταν αυτό που αναζητούσε η Τάνια στη Φιελμπάκα και τι βρήκε τελικά; Η Ερίκα περπατούσε προσεχτικά διασχίζοντας την πλωτή αποβάθρα της μαρίνας. Ήταν πολύ ασυνήθιστο να βλέπεις κενές θέσεις στη μαρίνα τέτοια εποχή. Συνήθως τα ιστιοφόρα ήταν αραγμένα σε διπλές και τριπλές σειρές. Ομως, ο φόνος της Τάνια είχε αραιώσει τις επισκέψεις και είχε κάνει πολλούς ιδιοκτήτες ιστιοφόρων να μετακινηθούν σε άλλα λιμάνια. Η Ερίκα ήλπιζε ο Πάτρικ και οι συνεργάτες του να έλυναν γρήγορα την υπόθεση, αλλιώς ο χειμώνας για όσους ζούσαν από τον τουρισμό κατά τους καλοκαιρινούς μήνες θα ήταν πραγματικά σκληρός. Ωστόσο, η Αννα και ο Γκούσταβ είχαν επιλέξει να πάνε κόντρα στο ρεύμα και να μείνουν κάνα δυο μέρες ακόμα στη Φιελμπάκα. Όταν η Ερίκα είδε το σκάφος, κατάλαβε γιατί δεν μπόρεσε να τους πείσει να μείνουν στο σπίτι. Το σκάφος ήταν υπέροχο. Εκτυφλωτικά λευκό, με ξύλινο κατάστρωμα και αρκετά μεγάλο για άλλες δυο οικογένειες τουλάχιστον, δέσποζε στην πέρα άκρη της αποβάθρας. H Αννα άρχισε να χειρονομεί χαρούμενα όταν την είδε να πλησιάζει και τη βοήθησε να κατέβει στο σκάφος. H Ερίκα ήταν πολύ λαχανιασμένη μόλις κάθισε κάτω, και η Άννα τη σέρβιρε αμέσως ένα μεγάλο ποτήρι κρύα κόκα κόλα. «Υποθέτω ότι έχεις αρχίσει να κουράζεσαι περισσότερο όσο πλησιάζεις στη γέννα, έτσι δεν είναι;» H Ερίκα σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό. «Δεν λες τίποτα. Αλλά αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η φύση σε αναγκάζει να προσδοκάς τη γέννα, υποθέτω. Είναι κι αυτή η καταραμένη ζέστη, βλέπεις». Σκούπισε το μέτωπό της με μια χαρτοπετσέτα, αλλά αμέσως ένιωσε να σχηματίζονται νέες σταγόνες ιδρώτα και να κυλούν κατά μήκος των μηνιγγιών της. «Αχ κακόμοιρη αδερφούλα». H Αννα χαμογέλασε συμπονετικά. O Γκούσταβ βγήκε από την καμπίνα και χαιρέτησε ευγενικά την Ερίκα. Ήταν πάλι ντυμένος στην τρίχα, όπως και την τελευταία φορά. Τα κατάλευκα δόντια του έλαμπαν δημιουργώντας αντίθεση με το ηλιοκαμένο πρόσωπό του. Με έναν αποδοκιμαστικό τόνο στη φωνή είπε στην Αννα: «Τα απομεινάρια από το πρωινό είναι ακόμη στο τραπέζι εκεί κάτω. Σου είπα ότι θέλω να υπάρχει κάποια τάξη στο σκάφος. Δεν γίνεται αλλιώς «Ωχ, συγγνώμη, θα το ταχτοποιήσω αμέσως». Το χαμόγελο εξαφανίστηκε μεμιάς από το πρόσωπο της Αννας, και με χαμηλωμένο βλέμμα έσπευσε στο εσωτερικό του σκάφους. O Γκούσταβ κάθισε δίπλα στην Ερίκα με μια κρύα μπίρα στο χέρι. «Δεν γίνεται να ζεις σε σκάφος αν δεν επικρατεί τάξη και καθαριότητα. Ειδικά όταν έχεις παιδιά. Αλλιώς θα γίνουν όλα μαλλιά κουβάρια». H Ερίκα αναρωτήθηκε από μέσα της γιατί δεν θα μπορούσε να έχει μαζέψει αυτός το τραπέζι του πρωινού, αν ήταν τόσο σημαντικό. Δεν φαινόταν δα και κουλός.

H ατμόσφαιρα μεταξύ τους ήταν λίγο τεταμένη, και η Ερίκα ένιωσε να μεγαλώνει το χάσμα που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας της διαφοράς στην καταγωγή και την ανατροφή τους. Αισθάνθηκε την ανάγκη να σπάσει τη σιωπή. «Πολύ όμορφο σκάφος». «Ναι, είναι πραγματική καλλονή». Φούσκωσε σαν διάνος από περηφάνια. «Το δανείστηκα από έναν καλό φίλο. αλλά τώρα μου άνοιξε κι εμένα η όρεξη να κάνω την αποκοτιά και ν’ αγοράσω κι εγώ ένα ίδιο». Σιωπή ξανά. H Ερίκα ένιωσε ανακούφιση σαν είδε την Άννα ν’ ανεβαίνει ξανά πάνω και να κάθεται δίπλα στον Γκούσταβ. Ακούμπησε το ποτήρι που κρατούσε στην άλλη πλευρά. Μια ρυτίδα εκνευρισμού χαράχτηκε ανάμεσα στα φρύδια του Γκούσταβ. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να μην αφήνεις εκεί το ποτήρι σου; Λερώνει το ξύλο». «Συγγνώμη» είπε η Αννα. H φωνή της ακούστηκε κακομοιριασμένη και απολογητική. Σήκωσε αμέσως το ποτήρι. "Εμμα". O Γκούσταβ μετατόπισε την προσοχή του από τη μητέρα στην κόρη. «Δεν μπορείς να παίζεις με το πανί, σου το έχω ήδη πει. Φύγε αμέσως από εκεί». H τετράχρονη κόρη της Αννας έδειχνε να κωφεύει στις αυστηρές παραινέσεις και να τον αγνοεί συστηματικά. O Γκούσταβ ήταν έτοιμος να σηκωθεί, όταν τινάχτηκε η Αννα. «Θα την πάρω εγώ. Σίγουρα δεν θα σε άκουσε». Το παιδί ούρλιαξε από τα νεύρα του όταν το σήκωσαν από εκεί που καθόταν και πήρε την πιο πεισμωμένη του έκφραση, μόλις η Αννα το έβαλε να καθίσει ανάμεσα στους μεγάλους. «Είσαι χαζός». H Έμμα κλότσησε τον Γκούσταβ στο καλάμι, και η Ερίκα χαμογέλασε κρυφά. O Γκούσταβ άρπαξε τη μικρή από το χέρι για να την τιμωρήσει, και για πρώτη φορά η Ερίκα είδε μια σπίθα ν’ ανάβει στα μάτια της Αννας. Τίναξε μακριά το χέρι του Γκούσταβ και τράβηξε την Έμμα κοντά της. «Μην την αγγίζεις!» Εκείνος σήκωσε τα χέρια του. «Να με συγχωρείς πολύ, αλλά τα χαϊδεμένα παιδιά σου είναι σε ημιάγρια κατάσταση. Κάποιος πρέπει να τα επαναφέρει στην τάξη». «Τα παιδιά μου είναι μεγαλωμένα τέλεια, παρακαλώ, κι εγώ έχω αναλάβει την ανατροφή τους. Ελα, πάμε τώρα στου Άκε ν’ αγοράσουμε παγωτό». H Αννα έγνεψε προτρεπτικά στην Ερίκα, η οποία με πολλή χαρά είδε ότι θα είχε την αδερφή και τα ανίψια της μόνους για λίγο μαζί της δίχως τον κύριο Ψωροφαντασμένο. Έβαλαν τον Αντριαν στο καροτσάκι, και η Έμμα ανέλαβε να το σπρώχνει με μεγάλη χαρά προχωρώντας μπροστά από αυτές.

«Δεν μου λες, νομίζεις ότι είμαι μυγιάγγιχτη; Δεν της έκανε και τίποτα, από το χέρι την έπιασε, έτσι δεν είναι; Εννοώ, να.... Ξέρω ότι ο Λούκας με ανάγκασε να γίνω λίγο υπερπροστατευτική με τα παιδιά...» H Ερίκα έπιασε την αδερφή της από το μπράτσο. «Δεν νομίζω ότι είσαι υπερπροστατευτική, καθόλου μάλιστα. Προσωπικά πιστεύω ότι η κόρη σου είναι μια ανυπέρβλητη γνώστρια ανθρώπινων χαρακτήρων και θα έπρεπε να την αφήσεις να του δώσει άλλη μια γερή κλοτσιά στο καλάμι». Το πρόσωπο της Αννας συννέφιασε. «Τώρα πιστεύω ότι εσύ υπερβάλλεις κάπως. Δεν ήταν δα και τόσο κακό αυτό που έκανε ο Γκούσταβ. Αν δεν έχει συνηθίσει κανείς να είναι με παιδιά, είναι λογικό να αγχώνεται». H Ερίχα αναστέναξε. Για μια στιγμή πίστεψε ότι η αδερφή της θα έδειχνε, επιτέλους, λίγο τσαγανό και θα απαιτούσε να φέρονται σε αυτή και τα παιδιά όπως πρέπει, αλλά ο Λούκας είχε κάνει καλή δουλειά. «Πώς πάει με το θέμα της κηδεμονίας;» H Αννα φάνηκε αρχικά να θέλει γι’ άλλη μια φορά να αγνοήσει την ερώτηση, αλλά τελικά απάντησε χαμηλόφωνα: «Δεν πάει. O Λούκας είναι αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει όλα τα σατανικά κόλπα που ξέρει, και το γεγονός ότι συναντιέμαι με τον Γκούσταβ τον εξόργισε ακόμα περισσότερο». «Ναι, αλλά δεν έχει κανέναν άσο στο μανίκι. Ή μήπως έχει. Εννοώ, πώς μπορεί να δικαιολογήσει ότι ήσουν κακή μάνα; Κι αν υπάρχει κάποιος που δικαιολογείται να ζητάει την αφαίρεση της κηδεμονίας από τον άλλο, αυτή είσαι εσύ!» «Σίγουρα, αν και ο Λούκας φαίνεται ότι πιστεύει πως αν πει ένα σωρό ψέματα όλο και κάποιο θα πιάσει». «Ναι, αλλά τι γίνεται με τη μήνυση που του έκανες για κακοποίηση ανηλίκου; Δεν θα έπρεπε αυτή να μετράει περισσότερο απ’ οποιοδήποτε ψέμα επινοήσει εκείνος;» H Αννα δεν απάντησε, και μια απαίσια σκέψη πέρασε από το μυαλό της Ερίκα. «Δεν τον μήνυσες ποτέ, έτσι δεν είναι; Μου είπες ψέματα κατάμουτρα ότι τον μήνυσες, αλλά δεν το έκανες ποτέ». Η αδερφή της δεν τόλμησε να την κοιτάξει στα μάτια. «Απάντησε μου λοιπόν! Είναι έτσι; Έχω δίκιο;» H φωνή της Άννας ακούστηκε θυμωμένη. «Ναι, δίκιο έχεις, αγαπητή μεγάλη αδερφή. Αλλά εσύ δεν πρέπει να με κρίνεις. Δεν βρέθηκες στη θέση μου, οπότε δεν έχεις την παραμικρή αναθεματισμένη ιδέα για το πώς είναι να ζεις μόνιμα με τον φόβο για το τι θα κάνει. Αν τον είχα μηνύσει, θα με κυνηγούσε μέχρι να με πιάσει, μέχρι να χάσω κάθε αντοχή να τρέχω μακριά του. Με την ελπίδα ότι

θα μας άφηνε στην ησυχία μας, δεν πήγα στην αστυνομία. Και φάνηκε πως είχε αποτέλεσμα, αρχικά τουλάχιστον, έτσι δεν είναι;» «Βεβαίως, αλλά τώρα δεν λειτουργεί πια. Που να πάρει ο διάβολος, Αννα, πρέπει να μάθεις να βλέπεις πέρα από τη μύτη σου». «Αυτό είναι εύκολο για σένα να το λες! Κάθεσαι εδώ με όλη την ασφάλεια που θα επιθυμούσε να έχει ο καθένας, με έναν άντρα που σε λατρεύει και που δεν θα πείραζε ποτέ ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά σου και τώρα μάλιστα και με λεφτά στην τράπεζα μετά το βιβλίο για την Αλεξ. Πανεύκολο, λοιπόν, για σένα να μιλάς έτσι, γαμώτο! Δεν ξέρεις πώς είναι να είσαι μόνη σου με δύο παιδιά και να σχίζεσαι για να τους εξασφαλίζεις φαγητό και ρούχα. Εσένα σου πάνε όλα μονίμως μια χαρά και μη νομίζεις ότι δεν βλέπω πόσο αφ' υψηλού κοιτάζεις τον Γκούσταβ. Πιστεύεις ότι ξέρεις τόσα πολλά, αλλά σκατά ξέρεις!» H Αννα δεν ενδιαφέρθηκε να δώσει στην Ερίκα την ευκαιρία να απαντήσει στο ξέσπασμά της και εξαφανίστηκε, σχεδόν τρέχοντας, προς την πλατεία με τον Αντριαν στο καρότσι και την Εμμα πιασμένη σφιχτά από το χέρι. H Ερίκα απέμεινε μόνη στο πεζοδρόμιο με έναν λυγμό στον λαιμό. Αναρωτιόταν πως έγινε και πήγαν όλα τόσο στραβά. Δεν ξεκίνησε την κουβέντα με σκοπό να πληγώσει την αδερφή της. Το μόνο που ήθελε ήταν να περνάει η Αννα τόσο καλά όσο της άξιζε. Ο Γιάκομπ φίλησε τη μητέρα του στο μάγουλο και έσφιξε τυπικά το χέρι του πατέρα του. Πάντα τέτοια ήταν η σχέση τους. Χαρακτηριζόταν μάλλον από απόσταση και ορθότητα παρά από θέρμη και εγκαρδιότητα. Ήταν παράλογο να βλέπει τον πατέρα του σαν ξένο, αλλά αυτή ήταν η μοναδική περιγραφή που του πέρασε εκείνη τη στιγμή από το μυαλό. Είχε, βεβαίως, ακούσει τις ιστορίες για το πώς ο πατέρας του, μαζί με τη μητέρα του, ξαγρυπνούσαν μέρα νύχτα δίπλα του στο νοσοκομείο, αλλά επρόκειτο για ασαφείς αναμνήσεις τυλιγμένες, θαρρείς, σε ομίχλη, κι έτσι ούτε αυτές μπόρεσαν να τους φέρουν πιο κοντά τον έναν στον άλλο. Εγγύτητα είχε νιώσει μόνο από τον Εφραίμ τον οποίο έβλεπε περισσότερο σαν πατέρα παρά σαν παππού. Από τότε που ο Εφραίμ τού έσωσε τη ζωή δίνοντας του μυελό των οστών απέκτησε, στα μάτια του Γιάκομπ, την αίγλη του ήρωα. «Δεν δουλεύεις σήμερα;» Η μητέρα του ακουγόταν το ίδιο αγχωμένη όπως πάντα εκεί που καθόταν δίπλα του στον καναπέ. Ο Γιάκομπ αναρωτήθηκε τι να φανταζόταν άραγε η μητέρα του. Ότι κρύβονταν ένα σωρό κίνδυνοι πίσω από κάθε γωνιά; Σε όλη της τη ζωή συμπεριφερόταν σαν να στεκόταν στο χείλος της αβύσσου. «Σκέφτηκα να πάω λίγο αργότερα σήμερα. Και μάλλον θα δουλέψω και λίγο το βράδυ. Είπα να έρθω να δω πώς τα πάτε. Έμαθα για τα σπασμένα τζάμια. Μητέρα γιατί δεν τηλεφώνησες σ' εμένα και πήρες τον μπαμπά; Εγώ θα μπορούσα να είμαι εδώ σε χρόνο μηδέν». Η Λάινε τον κοίταξε με ένα βλέμμα όλο αγάπη. "Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω. Αρρωσταίνεις όταν

ταράζεσαι". Εκείνος δεν απάντησε απλώς της χαμογέλασε με ένα ήπιο, εσωστρεφές χαμόγελο. Εκείνη απίθωσε το χέρι της στο δικό του. «Ναι, ξέρω, αλλά άσε με κι εμένα να κάνω τα δικά μου. Δεν μαθαίνουν νέα κόλπα τα γέρικα σκυλιά, το ξέρεις αυτό». "Δεν έχεις γεράσει, μαμά, ακόμη παιδούλα είσαι". Εκείνη κοκκίνισε από ευχαρίστηση. Αυτή η κουβέντα ήταν ένα δικό τους παιχνίδι που το έπαιζαν χρόνια. Εκείνος ήξερε ότι της άρεσε ν’ ακούει τέτοια σχόλια και της τα πρόσφερε αφειδώς. Δεν είχε περάσει και πολύ καλά με τον πατέρα του όλ' αυτά τα χρόνια, και τα κομπλιμέντα δεν ήταν ακριβώς το δυνατό σημείο του Γκάμπριελ. O Γκάμπριελ ρουθούνιζε ανυπόμονα από την πολυθρόνα του. Σηκώθηκε. «Τέλος πάντων, η αστυνομία μίλησε με τα άχρηστα τα ξαδέρφια σου, οπότε ας ελπίσουμε ότι θα μπουν στο καβούκι τους για λίγο». Αρχισε να κατευθύνεται προς το γραφείο. «Προλαβαίνεις να ρίξουμε μια ματιά στους λογαριασμούς μια στιγμή;» O Γιάκομπ φίλησε το χέρι της μητέρας του, έγνεψε και ακολούθησε τον πατέρα του, O Γκάμπριελ είχε αρχίσει εδώ και πολλά χρόνια να μπάζει τον γιο του στις δουλειές του υποστατικού, και η εκπαίδευση συνεχιζόταν ακόμη. O πατέρας του ήθελε να σιγουρευτεί ότι ο Γιάκομπ θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει επάξια μια μέρα. Ευτυχώς ο Γιάκομπ είχε μια φυσική κλίση στη διαχείριση ενός υποστατικού και τα κατάφερνε υπέροχα τόσο με τους αριθμούς όσο και με τα πρακτικά ζητήματα. Αφού κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλο για αρκετή ώρα και έλεγξαν τα βιβλία, ο Γιάκομπ τεντώθηκε και είπε: «Λέω ν' ανέβω επάνω και να κοιτάξω λίγο το δωμάτιο του παππού. Έχω καιρό να περάσω από εκεί». «Μμμ, ναι. Να πας». O Γκάμπριελ ήταν βαθιά χωμένος στον κόσμο των αριθμών. O Γιάκομπ ανέβηκε στον επάνω όροφο και πήγε αργά προς την πόρτα που οδηγούσε στη δυτική πτέρυγα της έπαυλης. Εκεί είχε ζήσει ο παππούς Εφραίμ μέχρι τον θάνατό του, και ο Γιάκομπ είχε περάσει πολλές ώρες από την παιδική του ηλικία εκεί πάνω μαζί του. Μπήκε μέσα. Όλα ήταν ανέγγιχτα. O Γιάκομπ είχε παρακαλέσει τους γονείς του να μην πειράξουν ούτε να μετακινήσουν τα πράγματα στην πτέρυγα αυτή, κι εκείνοι είχαν σεβαστεί την επιθυμία του, γνωρίζοντας τους ισχυρούς και μοναδικούς δεσμούς που είχε ο Γιάκομπ με τον Εφραίμ. Τα δωμάτια μαρτυρούσαν δύναμη. O διάκοσμος ήταν αρρενωπός και βυθισμένος στη σιωπή. Διέφερε έντονα από τον υπόλοιπο φωτεινό διάκοσμο της έπαυλης, και ο Γιάκομπ είχε πάντα την αίσθηση ότι κάθε φορά που πήγαινε εκεί έμπαινε σ' έναν άλλο κόσμο.

Κάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα δίπλα από το ένα παράθυρο και άπλωσε τα πόδια του στο σκαμνί μπροστά του. ’Ετσι καθόταν ο Εφραίμ όταν τον επισκεπτόταν ο Γιάκομπ. O ίδιος κουλουριαζόταν στο πάτωμα μπροστά στον Εφραίμ σαν κουταβάκι και άκουγε με ευλάβεια τις ιστορίες από παλιότερες εποχές. Οι περιγραφές για τις συναθροίσεις αναζωπύρωσης του θρησκευτικού ζήλου τον συνέπαιρναν. O Εφραίμ τού αφηγούνταν πολύ παραστατικά την έκσταση στα πρόσωπα των ανθρώπων και την ολοκληρωτική τους αφοσίωση στον Ιεροκήρυκα και τους γιους του. O Εφραίμ είχε φωνή που ακουγόταν σαν κεραυνός, και ο Γιάκομπ δεν αμφέβαλλε ποτέ του ότι η φωνή αυτή μπορούσε να μαγεύει ανθρώπους. Όμως, περισσότερο απ’ όλα του άρεσε ν’ ακούει τον παππού να περιγράφει τα θαύματα που έκαναν ο Γκάμπριελ και ο Γιοχάνες. Κάθε μέρα συνέβαινε κι ένα θαύμα, και για τον Γιάκομπ αυτό ήταν κάτι εντελώς υπέροχο. Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί ο πατέρας του δεν μιλούσε γι' αυτή την περίοδο της ζωής του, μάλιστα φαινόταν να ντρέπεται γι’ αυτή. Για φαντάσου, να έχεις το χάρισμα του θεραπευτή. Να θεραπεύεις αναπήρους και ασθενείς. Πόσο πρέπει να στενοχωρήθηκαν τα δυο αδέρφια όταν έχασαν αυτή την ικανότητα; Σύμφωνα με τον Εφραίμ, το χάρισμα χάθηκε από τη μια μέρα στην άλλη. O Γκάμπριελ είχε ανασηκώσει απλώς τους ώμους αδιάφορα, ο Γιοχάνες όμως είχε νιώσει βαθιά απόγνωση. Εκλιπαρούσε τον Θεό τα βράδια να του δώσει ξανά τη δύναμή του και μόλις έβλεπε ένα τραυματισμένο ζώο έτρεχε, το έπιανε και προσπαθούσε να επαναφέρει τη δύναμη που είχε κάποτε. O Γιάκομπ δεν κατάλαβε ποτέ γιατί ο Εφραίμ γελούσε τόσο παράξενα όταν μιλούσε για τον καιρό εκείνο. O Γιοχάνες πρέπει να ένιωθε πολύ συντετριμμένος, κι αυτό όφειλε να το καταλαβαίνει ένας άντρας που στεκόταν τόσο κοντά στον θεό όπως ο Ιεροκήρυκας. Αλλά ο Γιάκομπ αγαπούσε τον παππού του και δεν αμφισβητούσε ποτέ όσα έλεγε ή τον τρόπο με τον οποίο τα έλεγε. O παππούς ήταν αλάθητος στα δικά του μάτια. Αλλωστε, του είχε σώσει τη ζωή. Μπορεί να μην το έκανε εναποθέτοντας τα χέρια του στο κορμί του, αλλά χαρίζοντας τον μυελό των οστών του στον Γιάκομπ τού ξανάδωσε ζωή. Και γι' αυτό τον λάτρευε.

Όμως, το καλύτερο απ’ όλα ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Εφραίμ ολοκλήρωνε τις ιστορίες του. Έκανε πρώτα μια δραματική παύση, κοίταζε το εγγόνι του κατάματα και έλεγε: «Κι εσύ, Γιάκομπ, έχεις το χάρισμα μέσα σου. Κάπου, βαθιά μέσα σου, περιμένει ν’ αποκαλυφθεί». O Γιάκομπ τις λάτρευε αυτές τις λέξεις. Ποτέ του δεν κατάφερε να κάνει το χάρισμα ν’ αποκαλυφθεί, αλλά του έφτανε και του περίσσευε που ο παππούς είχε πει πως το διέθετε. Όταν ήταν άρρωστος, είχε προσπαθήσει να κλείσει τα μάτια και να το αποκαλύψει για να μπορέσει να γιατρέψει τον εαυτό του. Μόλις όμως έκλεινε τα μάτια, έβλεπε μόνο σκοτάδια, τα ίδια σκοτάδια που τον άδραχναν τώρα με σιδερένιο χέρι. Ίσως να είχε μπορέσει να βρει τον δρόμο του αν ο παππούς είχε ζήσει περισσότερο. Εξάλλου, είχε διδάξει τον Γκάμπριελ και τον Γιοχάνες, γιατί να μη δίδασκε κι αυτόν; Το δυνατό κράξιμο ενός πουλιού απέξω τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Το σκοτάδι μέσα του έκανε την καρδιά του να σφίγγεται και αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ξανά να γίνει, τόσο δυνατό ώστε να την κάνει να σταματήσει. Τον τελευταίο καιρό το σκοτάδι τον επισκεπτόταν όλο και συχνότερα, και το ένιωθε πιο πυκνό από κάθε άλλη φορά. Τράβηξε τα πόδια του πάνω στην πολυθρόνα και αγκάλιαζε τα γόνατά του. Αχ και να ’ταν εδώ ο παππούς Εφραίμ. Ήταν σίγουρος ότι θα τον βοηθούσε να βρει το θεραπευτικό φως. «Σε αυτό το στάδιο μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Τζένι Mέλερ δεν έχει εξαφανιστεί κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας. Χρειαζόμαστε, επίσης, τη βοήθεια των πολιτών και ζητάμε απ’ όσους την είδαν να έρθουν σε επαφή μαζί μας, ιδιαίτερα αν την είδαν μέσα ή κοντά σε κάποιο αυτοκίνητο. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουμε, η Τζένι θα έκανε οτοστόπ για τη Φιελμπάκα, και οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με αυτό είναι μεγίστης σημασίας». O Πάτρικ κοίταξε με σοβαρό ύφος όλους τους συγκεντρωμένους δημοσιογράφους, έναν προς έναν, στα μάτια. Ταυτόχρονα, η Ανικα μοίραζε φωτογραφίες της Τζένι Μέλερ και φρόντιζε να φτάσουν σε όλες τις εφημερίδες για δημοσίευση. Αυτό δεν ήταν συνηθισμένη διαδικασία, αλλά στο συγκεκριμένο στάδιο ο Τύπος μπορούσε να φανεί χρήσιμος. Προς μεγάλη έκπληξη του Πάτρικ, η πρόταση για την εσπευσμένη συνέντευξη Τύπου έγινε από τον Μέλμπεργ. O Μέλμπεργ καθόταν τώρα πιο πίσω απ' όλους στη μικρή αίθουσα συνεδριάσεων του αστυνομικού τμήματος και παρατηρούσε τον Πάτρικ που στεκόταν μπροστά μπροστά. Πολλά χέρια σηκώθηκαν. «Έχει κάποια σχέση η εξαφάνιση της Τζένι με τη δολοφονία της Τάνια Σμιτ; Και μήπως βρήκατε κάτι που να συνδέει αυτή τη δολοφονία με την ανεύρεση της Μόνα Τερνμπλάντ και της Σιβ Λαντλιν;

O Πάτρικ καθάρισε τον λαιμό του. «Πρώτον, δεν έχουμε ακόμη επίσημη αναγνώριση της Σιβ, που σημαίνει ότι θέλω να σας παρακαλέσω να μη γράψετε τίποτα γι’ αυτό. Κατά τ' άλλα, δεν θέλω να σχολιάσω τυχόν υπάρχοντα ή μη συμπεράσματα. επειδή έχουμε μια έρευνα σε εξέλιξη». Οι δημοσιογράφοι άφησαν έναν ομαδικό αναστεναγμό για τα εμπόδια που συναντούσαν συνεχώς λόγω αυτού του «σε εξέλιξη», αλλά δεν σταμάτησαν να σηκώνουν τα χέρια τους. «Οι τουρίστες έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν τη Φιελμπάκα. Κάνουν καλά που ανησυχούν για την ασφάλεια τους;» «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Εργαζόμαστε πολύ σκληρά για την εξιχνίαση αυτής της υπόθεσης, αλλά τώρα πρέπει να επικεντρωθούμε στην Τζένι Μέλερ. Αυτά είχα να πω. Ευχαριστώ». Έφυγε από την αίθουσα ακολουθούμενος από τις διαμαρτυρίες των δημοσιογράφων, αλλά με την άκρη του ματιού του είδε τον Μέλμπεργ να παραμένει. Ευχήθηκε μέσα του να μην έκανε πάλι καμιά βλακεία. Πήγε στον Μάρτιν και κάθισε στην άκρη του γραφείου του. «Χριστέ μου, αυτό είναι σαν να χώνεις εθελοντικά το χέρι σου μέσα σε σφηκοφωλιά». «Συμφωνώ, αν και σε αυτή τη φάση μπορεί να αποδειχτούν χρήσιμοι ακόμα και οι δημοσιογράφοι». «Ναι, κάποιος πρέπει να είδε την Τζένι να μπαίνει σε αυτοκίνητο, αν έκανε, βέβαια, οτοστόπ όπως ισχυρίστηκε ο νεαρός. Με όλη αυτή την κίνηση στην οδική αρτηρία Γκρέμπεσταντ θα ήταν πολύ περίεργο να μην είδε κανείς τίποτα». «Έχουν συμβεί και χειρότερα». O Μάρτιν αναστέναξε. «Δεν βρήκες ακόμη τον πατέρα της Τάνια;» «Δεν προσπάθησα πάλι. Σκέφτηκα να περιμένω μέχρι το βράδυ. Ίσως να είναι στη δουλειά». "Ναι, δίκιο έχεις. Ξέρεις αν ο Γιέστα έλεγξε τις φυλακές;" «Ναι όσο παράξενο κι αν ακούγεται, το έκανε. Αλλά δεν βγήκε τίποτα. Δεν υπάρχει κανείς που να έμεινε μέσα όλη αυτή τη περίοδο μέχρι πρόσφατα. Βέβαια, ούτε κι εσύ περίμενες κάτι τέτοιο, πιστεύω. Θέλω να πω ότι θα μπορούσε κανείς να έχει πυροβολήσει τον βασιλιά και να αφεθεί ελεύθερος ύστερα από δύο χρόνια λόγω χολής διαγωγής. Όσο για άδεια, θα την έπαιρνε κανονικά έπειτα από δύο εβδομάδες». Πέταξε εκνευρισμένος το στιλό του πάνω στο γραφείο. «Έλα τώρα, δεν χρειάζεται να γίνεσαι τόσο κυνικός. Είσαι πολύ νέος γι’ αυτό. Μόλις συμπληρώσεις δέκα χρόνια στη δουλειά, μπορείς ν’ αρχίσεις να νιώθεις πικραμένος, αλλά μέχρι τότε πρέπει να μένεις αφελής και να εμπιστεύεσαι το σύστημα». «Εντάξει, γέρο». O Μάρτιν τού έριξε έναν δήθεν στρατιωτικό χαιρετισμό, και ο Πάτρικ σηκώθηκε από την άκρη του γραφείου γελώντας.

«Εξάλλου» συνέχισε ο Πάτρικ «δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι η εξαφάνιση της Τζένι έχει σχέση με τους φόνους στη Φιελμπάκα, οπότε -για να είμαστε σίγουροι- πες στον Γιέστα να ελέγξει αν υπάρχει κάποιος γνωστός βιαστής ή άλλος που να έχει υποπέσει σε σεξουαλικό παράπτωμα και να αποφυλακίστηκε πρόσφατα. Ζήτα του να ελέγξει όσους έχουν φυλακιστεί για βιασμό, για βίαιη συμπεριφορά κατά γυναικών και τα σχετικά και έχουν δράσει στην περιοχή μας». «Καλή ιδέα, αλλά δεν αποκλείεται να είναι κάποιος εκτός περιοχής που να βρίσκεται εδώ ως τουρίστας». «Σωστό, αλλά από κάπου πρέπει ν’ αρχίσουμε, κι αυτό είναι μια αρχή, όπως οποιαδήποτε άλλη». Το κεφάλι της Ανικα πρόβαλε στην πόρτα. «Συγγνώμη που ενοχλώ τους κυρίους, αλλά έχεις τηλεφώνημα από το Εγκληματολογικό, Πάτρικ. Να το περάσω εδώ ή θα το πάρεις από το γραφείο μου;» «Πέρασε το στο δικό μου. Δώσε μου μόνο μισό λεπτό». Μόλις μπήκε στο γραφείο του, κάθισε και περίμενε το τηλέφωνο να χτυπήσει. H καρδιά του είχε αρχίσει να χτυπάει γρήγορα. Τα τηλεφωνήματα από το Εγκληματολογικό ήταν κάτι σαν τους μποναμάδες του Αϊ-Βασίλη. Ποτέ δεν ήξερες τι είχαν μέσα τα πακέτα. Δέκα λεπτά αργότερα επέστρεψε ξανά στο γραφείο του Μάρτιν, αλλά στάθηκε στο κατώφλι. «Επιβεβαιώθηκε ότι ο άλλος σκελετός ανήκει στη Σιβ Λαντίν, όπως ακριβώς πιστεύαμε. Και η ανάλυση χώματος είναι έτοιμη. Υπάρχει και κάτι χρήσιμο εκεί». O Μάρτιν έσκυψε με μεγάλο ενδιαφέρον μπροστά και έπλεξε τα δάχτυλά του. «Ναι, αλλά μη με κρατάς σε αγωνία. Τι βρήκατε;» «Πρώτον, είναι ο ίδιος τύπος χώματος που υπάρχει στο σώμα της Τάνια, στην κουβέρτα με την οποία ήταν τυλιγμένη, όπως επίσης και στους σκελετούς. Αυτό αποδεικνύει ότι, κάποια στιγμή, πέρασαν και οι τρεις από το ίδιο μέρος. Έπειτα, το Κρατικό Εγκληματολογικό Εργαστήριο βρήκε ένα λίπασμα στο χώμα που χρησιμοποιείται μόνο σε καλλιέργειες. Κατάφεραν μάλιστα να βρουν τη μάρκα και το όνομα του κατασκευαστή. Το καλύτερο απ’ όλα είναι ότι δεν πουλιέται όπου να ’ναι και μπορείς να το αγοράσεις μόνο από τον κατασκευαστή. Ως εκ τούτου, δεν είναι από τις πιο συνηθισμένες μάρκες στην αγορά. Οπότε, αν τους τηλεφωνήσεις τώρα αμέσως και τους ζητήσεις να σου δώσουν τους καταλόγους με τους πελάτες που έχουν αγοράσει αυτό το λίπασμα, ίσως έτσι καταλήξουμε κάπου. Εδώ είναι ένα σημείωμα με την ονομασία του λιπάσματος και το όνομα του κατασκευαστή. Τον αριθμό τηλεφώνου θα τον βρεις, πιθανότατα, στον "Χρυσό Οδηγό"», O Μάρτιν κούνησε ζωηρά το χέρι του. «Ασ’ το σ' εμένα. Θα το τακτοποιήσω αμέσως και θα σε ειδοποιήσω μόλις πάρω τους καταλόγους των πελατών». «Υπέροχα». O Πάτρικ σήκωσε τον αντίχειρα του προς τα πάνω και χτύπησε το κούφωμα της πόρτας ανάλαφρα "Εεεε... δεν μου λες...." O Πάτρικ είχε ήδη στρίψει στον διάδρομο και έκανε μεταβολή στο άκουσμα της φωνής του Μάρτιν.

"Ναι;" «Είπαν τίποτα για το DNA που βρήκαν;» «Αυτό το ψάχνουν ακόμη. Το Κρατικό Εγκληματολογικό Εργαστήριο έχει αναλάβει και αυτές τις αναλύσεις, και μάλλον έχουν ένα σωρό ακόμα να κάνουν, οπότε έχει σχηματιστεί πραγματική ουρά με τα δείγματα. Ξέρεις, αυτή την περίοδο γίνονται πολλοί βιασμοί». O Μάρτιν έγνεψε βλοσυρά. Ήξερε πολύ καλά. Αυτό το καλό είχε ο χειμώνας. Πολλοί βιαστές θεωρούσαν πως έκανε πολύ κρύο για να κατεβάσουν τα παντελόνια τους. Αλλά το καλοκαίρι δεν τους πείραζε. 0 Πάτρικ σιγοτραγουδούσε καθώς πήγαινε προς το γραφείο του. Επιτέλους είχαν ανακαλύψει μια χαραμάδα φωτός στο σκοτάδι. Παρόλο που δεν ήταν μεγάλη, είχαν τουλάχιστον κάτι συγκεκριμένο στα χέρια τους. O Ερνστ απολάμβανε ένα χοτ ντογκ με πουρέ πατάτας στην πλατεία της Φιελμπάκα. Καθόταν σ’ ένα από τα παγκάκια που έβλεπαν προς τη θάλασσα και παρακολουθούσε καχύποπτα τους γλάρους που έκαναν κύκλους αποπάνω του. Αν έβρισκαν ευκαιρία, θα του άρπαζαν αμέσως το λουκάνικο από τα χέρια, γι’ αυτό δεν τους άφηνε καθόλου από τα μάτια του. Καταραμένα βρομοπετούμενα. Όταν ήταν παιδί, διασκέδαζε με τον εξής τρόπο: Επαιρνε ένα σχοινί και στη μια άκρη του έδενε ένα ψάρι, ενώ την άλλη άκρη την κρατούσε γερά στο χέρι του. Ετσι όταν ο γλάρος κατάπινε ανυποψίαστος το ψάρι, κατάφερνε να έχει έναν δικό του ζωντανό χαρταετό, ο οποίος φτερούγιζε στον αέρα απελπισμένος και πανικόβλητος. Ενα άλλο αγαπημένο του παιχνίδι ήταν να κλέβει το σπιτικό σναπς του πατέρα του και να μουσκεύει σε αυτό κομμάτια ψωμί, τα οποία κατόπιν τα έριχνε στους γλάρους. Το θέαμα των μεθυσμένων γλάρων που πετούσαν ακανόνιστα μπρος πίσω τον έκανε να ξεκαρδιστεί στα γέλια τόσο πολύ ώστε να πέφτει στο έδαφος και να κρατάει την κοιλιά του. Κάτι τέτοιες παιδικές σκανταλιές δεν τολμούσε να τις κάνει τώρα, αν και θα το ήθελε πολύ. Αναθεματισμένα αρπακτικάαυτό ήταν τα βρομοπούλια, αρπακτικά και τίποτε άλλο. Με την άκρη του ματιού του είδε μια γνώριμη φάτσα. O Γκάμπριελ Χουλτ σταμάτησε στο πεζοδρόμιο μπροστά από το καπνοπωλείο του κέντρου με την BMW του. O Ερνστ ανακάθισε στο παγκάκι. Είχε ενημερωθεί για όλες τις εξελίξεις σχετικά με τις δολοφονίες των κοριτσιών, λόγω της οργής του που τον είχαν αποκλείσει από τις έρευνες, και γνώριζε πολύ χαλά τη μαρτυρία του Γκάμπριελ κατά του αδερφού του. Ίσως, σκέφτηκε ο Ερνστ, να μπορούσε τώρα να αποσπάσει κάποιες παραπανίσιες πληροφορίες από αυτό τον ψωροπερήφανο μολόχα Και μόνο που σκεφτόταν το υποστατικό και τη γη που ανήκαν στον Γκάμπριελ Χουλτ τού έτρεχαν τα σάλια από τον φθόνο και σίγουρα θα ήταν υπέροχο να τον πιέσει λίγο. Κι αν υπήρχε έστω και η παραμικρή πιθανότητα να βγάλει κάτι καινούργιο για την έρευνα και να το τρίψει στα μούτρα του άλλου μαλάκα του Χέντστρεμ, θα ήταν θεόσταλτο δώρο. Πέταξε τα απομεινάρια του λουκάνικου και του πουρέ στο πλησιέστερο καλάθι απορριμμάτων και άρχισε να βαδίζει νωχελικά προς το αυτοκίνητο του Γκάμπριελ. H ασημόχρωμη BMW έλαμπε στον ήλιο, και δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί στον πειρασμό να περάσει το χέρι του από την οροφή της. Διάβολε, ένα τέτοιο αμάξι έπρεπε να είχε. Τράβηξε απότομα το χέρι του, όταν ο Γκάμπριελ βγήκε από το καπνοπωλείο με μια εφημερίδα στο χέρι. Κοίταξε καχύποπτα τον Ερνστ, που ακουμπούσε

απαθέστατα στην πόρτα του αυτοκινήτου του. «Με συγχωρείς, αλλά ακουμπάς πάνω στο αυτοκίνητό μου». «Ναι, το ξέρω». O τόνος στη φωνή του Έρνστ ήταν όσο πιο αυθάδης γινόταν. Μέχρι εκεί που τολμούσε τουλάχιστον. Το καλύτερο ήταν να επιβληθεί στον άλλο μεμιάς, "Έρνστ Λούντγκρεν, αστυνομικό τμήμα Τανουμσχέντε". O Γκάμπριελ αναστέναξε. «Τι έγινε τώρα; Έκαναν πάλι καμιά βρομοδουλειά ο Στέφαν και ο Ρόμπερτ;» O Ερνστ χαμογέλασε χαζά. «Σίγουρα κάτι θα έκαναν, μια που τα ξέρω καλά αυτά τα καθαρματάκια, αλλά δεν έχουμε ακούσει τίποτα μέχρι στιγμής. Όχι, δεν είναι αυτό. Απλώς θέλω να κάνω μερικές ερωτήσεις με αφορμή τις γυναίκες που βρήκαμε στη Χαράδρα του Βασιλιά». Κούνησε το κεφάλι του προς την κατεύθυνση της ξύλινης σκάλας που σκαρφάλωνε σαν φίδι στους βράχους που οδηγούσαν στη Χαράδρα του Βασιλιά. O Γκάμπριελ σταύρωσε τα χέρια του, με την εφημερίδα κάτω από τη μια μασχάλη. «Και γιατί πρέπει να γνωρίζω εγώ κάτι γι’ αυτό. που να πάρει η ευχή; Μη μου πεις ότι πρόκειται για κείνη την παλιά ιστορία με τον αδερφό μου πάλι. Έχω ήδη απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις περί αυτού σε κάποιους συναδέλφους σου. Εξάλλου, έχουν περάσει ένα κάρο χρόνια από τότε, κι αν σκεφτεί κανείς τα συμβάντα των τελευταίων ημερών, μάλλον θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο ότι ο Γιοχάνες δεν είχε καμία σχέση με αυτά! Να, εδώ κοίτα!» Ξεδίπλωσε την εφημερίδα και την κράτησε ανοιχτή μπροστά στο πρόσωπο του Ερνστ. Στο πρωτοσέλιδο κυριαρχούσε μια φωτογραφία της Τζένι Μέλερ και δίπλα μια Θολή φωτογραφία διαβατηρίου της Τάνια Σμιτ. O κύριος τίτλος μύριζε, καταπώς συνηθιζόταν, καθαρό κιτρινισμό. «Νομίζεις ότι σηκώθηκε ο αδερφός μου από τον τάφο και τα έκανε όλ' αυτά;» H φωνή του Γκάμπριελ παλλόταν από έντονα συναισθήματα. «Πόσο καιρό σκέφτεστε να σπαταλήσετε ανακρίνοντας την οικογένειά μου. αφήνοντας τον πραγματικό δολοφόνο να κυκλοφορεί ελεύθερος; Το μόνο στοιχείο που έχετε για εμάς είναι μια κατάθεση που έδωσα πριν από είκοσι χρόνια, και τότε, βέβαια, ήμουν σίγουρος, αλλά, τι διάβολο, δεν είχε και πολύ φως έξω, κι εγώ ερχόμουν από ξαγρύπνια στο πλευρό του ετοιμοθάνατου παιδιού μου και μπορεί κάλλιστα να έκανα λάθος!» Εκνευρισμένος, έχανε τον γύρο του αυτοκινήτου και, φτάνοντας στην πόρτα του οδηγού, πάτησε το τηλεχειριστήριο και άνοιξε την κεντρική κλειδαριά. Πριν μπει στο αυτοκίνητο εκσφενδόνισε μερικές ακόμα οργισμένες κουβέντες προς τον Ερνστ. "Αν συνεχιστεί αυτό το πράγμα, θα αναθέσω την υπόθεση στους δικηγόρους μας. Έχω κουραστεί να με κοιτάει ο κόσμος μέχρι να του βγουν τα μάτια από τότε που βρήκατε εκείνα τα κορίτσια και δεν σκέφτομαι να σας αφήσω να ρίξετε κι άλλο νερό στον μύλο των φημολογιών για την οικογένειά μου απλώς και μόνο επειδή δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε".

O Γκάμπριελ έκλεισε την πόρτα κοπανώντας την και γκάζωσε με μανία. Το αμάξι όρμησε προς την ανηφόρα Γκαλερμπάκεν με μια ταχύτητα που έκανε τους πεζούς να τρέχουν φοβισμένοι για να καλυφτούν. O Ερνστ έμεινε στη θέση του και χαχάνιζε μόνος του. O Γκάμπριελ Χουλτ μπορεί να είχε λεφτά, αλλά ο Ερνστ, ως αστυνομικός, είχε τη δύναμη να σκαλίζει τον μικρό προνομιούχο κόσμο του. Μεμιάς ένιωσε πόσο όμορφη ήταν η ζωή. «Αντιμετωπίζουμε μια κρίση που θα επηρεάσει όλη την κοινότητα». O Στιγκ Τουλίν, ο ισχυρός άντρας του Δήμου, κάρφωσε το βλέμμα του στον Μέλμπεργ, ο οποίος δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα. «Ναι, αλλά, όπως είπα σ’ εσένα και σε οποιονδήποτε άλλο τηλεφώνησε πριν, δουλεύουμε όσο πιο εντατικά μπορούμε κι έχουμε ρίξει όλες μας τις δυνάμεις σε αυτή την έρευνα». «Καθημερινά, δέχομαι δεκάδες τηλεφωνήματα από ανήσυχους επιχειρηματίες και τους καταλαβαίνω απόλυτα. Έχεις δει την κατάσταση στα διάφορα κάμπινγκ και στα λιμάνια εδώ γύρω; Αυτό δεν επηρεάζει μόνο την εμπορική ζωή στη Φιελμπάκα, κάτι που είναι από μόνο του καταστροφικό. Από τότε που εξαφανίστηκε η τελευταία κοπέλα άρχισαν να εξαφανίζονται και όλοι οι τουρίστες από τις γύρω περιοχές. Γκρέμπεσταντ, Χαμπουργκσούντ, Σέμπερσβικ, ακόμα και πάνω στη Στρέμσταντ έγινε αισθητή η φυγή τους. Θέλω να ξέρω τι ακριβώς κάνετε για να τελειώνει αυτή εδώ η κατάσταση!» O Στιγκ Τουλίν, πάντοτε χαμογελαστός κατά τ' άλλα, σε διαφήμιση οδοντόκρεμας, είχε τώρα ρυτίδες εκνευρισμού στο αριστοκρατικό του κούτελο. Ήταν ο επιφανέστερος εκπρόσωπος του Δήμου για πάνω από δέκα χρόνια και είχε αποκτήσει, επίσης, τη φήμη του καλύτερου επιβήτορα της περιοχής. O Μέλμπεργ αναγκάστηκε να παραδεχτεί κρυφά ότι μπορούσε να καταλάβει γιατί οι γυναίκες ήταν τόσο ευάλωτες στη γοητεία του Τουλίν. Όχι δηλαδή πως ο ίδιος ήταν από τους «άλλους» -φρόντισε να διευκρινίσει στον εαυτό του-, αλλά ακόμα κι ένας άντρας μπορούσε να δει ότι ο Στιγχ Τουλίν ήταν ιδιαίτερα καλογυμνασμένος για πενηντάρης και συνδύαζε τη γοητεία των γκρίζων κροτάφων με ένα παιδικό καταγάλανο βλέμμα. O Μέλμπεργ χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Γνωρίζεις το ίδιο χαλά μ’ εμένα, Στιγκ, ότι δεν μπορώ να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες για το πώς χειριζόμαστε αυτή την έρευνα αλλά πρέπει να αρκεστείς στον λόγο μου όταν σου λέω ότι έχουμε διαθέσει όλους τους πόρους και τις δυνάμεις μας για να βρούμε τη μικρή Μέλερ και όποιον έχει διαπράξει αυτούς τους απαίσιους φόνους». «Διαθέτετε όντως δυνάμεις για μια τέτοια έρευνα; Μήπως θα έπρεπε να ζητήσετε βοήθεια από το πού να ξέρω κι εγώ-, από το Γέτεμποργ, για παράδειγμα;» Οι γκρίζοι κρόταφοι του Στιγκ γυάλιζαν από τον ιδρώτα. Η πολιτική του καριέρα ήταν θεμελιωμένη και εξαρτημένη από το πόσο ικανοποιημένοι ήταν οι επιχειρηματίες της κοινότητας από τις ενέργειες του. H ταραχή που είχαν δείξει τις τελευταίες μέρες δεν προοιωνιζόταν τίποτα καλό για τις επόμενες εκλογές. Λάτρευε να κινείται στους διαδρόμους της

εξουσίας, όπως επίσης αντιλαμβανόταν πως το πολιτικό του κύρος αποτελούσε βασικό όχημα για τις επιτυχίες του στο κρεβάτι. Τώρα όμως είχε εμφανιστεί μια ρυτίδα εκνευρισμού και στο όχι εξίσου αριστοκρατικό κούτελο του Μέλμπεργ. «Μπορώ να σε διαβεβαιώσω όπ δεν χρειαζόμαστε καμιά βοήθεια σε αυτή εδώ την υπόθεση. Και πρέπει να πω ότι δεν εκτιμώ ιδιαίτερα την έλλειψη εμπιστοσύνης που μας δείχνεις κάνοντας μια τέτοια ερώτηση. Δεν παραπονέθηκε ποτέ κανείς για τον τρόπο που δουλεύουμε, και δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο μας γίνεται μια τέτοια αδικαιολόγητη κριτική στη συγκεκριμένη περίπτωση». Μια που ο Στιγκ Τουλίν διέθετε το χάρισμα του γνώστη των ανθρώπινων χαρακτήρων -ικανότητα που τον είχε εξυπηρετήσει ιδιαίτερα στην πολιτική του καριέρα-, ήξερε πότε έπρεπε να κάνει πίσω. Πήρε μια βαθιά ανάσα και υπενθύμισε στον εαυτό του ότι δεν ήταν προς όφελος του να έρθει σε ρήξη με την τοπική αστυνομία. «Τέλος πάντων, ίσως να βιάστηκα κι εγώ θέτοντας μια τέτοια ερώτηση. Φυσικά και έχετε την πλήρη εμπιστοσύνη μας. Αλλά θέλω πραγματικά να τονίσω τη σημασία να επιλυθεί αυτή η υπόθεση το συντομότερο δυνατόν!» O Μέλμπεργ απάντησε με ένα απλό νεύμα, και μετά τις απαραίτητες τυπικές χειραψίες και φράσεις αποχαιρετισμού ο ισχυρός άντρας του Δήμου έφυγε από το αστυνομικό τμήμα. H Μελανί εξέταζε με κριτικό μάτι τον εαυτό της μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη που είχε επιμείνει να στήσουν μέσα στο τροχόσπιτο. Καθόλου άσχημα. Αν και κάνα δυο κιλά λιγότερα δεν θα πείραζαν. H Μελανί τράβηξε το δέρμα στην περιοχή της κοιλιάς και ρούφηξε το στομάχι της. Έτσι, ωραία. Τώρα ήταν καλύτερα. Δεν ήθελε να φαίνεται ούτε γραμμάριο λίπους και αποφάσισε ότι από σήμερα και για τις επόμενες εβδομάδες θα έτρωγε μόνο ένα μήλο για μεσημεριανό. Ας έλεγε ό,τι ήθελε η μάνα της. H Μελανί θα έδινε τα πάντα για να μη γίνει το ίδιο χοντρή και απαίσια μ' εκείνη. Αφού έφτιαξε το στρινγκ του μπικίνι της για πολλοστή φορά, πήρε την τσάντα για την παραλία και τη μεγάλη πετσέτα και ετοιμάστηκε να πάει για μπάνιο. Τη σταμάτησε ένα χτύπημα στην πόρτα. Σίγουρα θα ήταν κάποιος από τους κολλητούς που θα πήγαινε για μπάνιο και πέρασε να την πάρει για να πάνε παρέα. Ανοιξε. Το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο βρέθηκε πεσμένη μέσα στο τροχόσπιτο χτυπώντας τη μέση της μικρή τραπεζαρία. Τα μάτια της σκοτείνιασαν από τον πόνο και η πρόσκρουση της έκοψε την ανάσα, αφαιρώντας τον αέρα από τα πνευμόνια της, Το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορεί να βγάλει τον παραμικρό ήχο. Ένας άντρας εισέβαλε μέσα, κι εκείνη έψαχνε αγωνιωδώς στη μνήμη της για να θυμηθεί πού τον είχε ξαναδεί. Ήταν αόριστα γνώριμος, αλλά το σοκ και ο πόνος τη δυσκόλευαν να συγκεντρωθεί και να θυμηθεί. Όμως, μια σκέψη πέρασε μεμιάς από το μυαλό της: η εξαφάνιση της Τζένι. O πανικός έχανε τώρα τα ύστατα μόρια λογικής να εξαφανιστούν και σωριάστηκε ανυπεράσπιστη στο πάτωμα. Δεν διαμαρτυρήθηκε, όταν εκείνος την τράβηξε από το ένα χέρι και την ανάγκασε να πάει στο κρεβάτι. Μόλις όμως άρχισε να της λύνει τα κορδόνια του μπικίνι που ήταν δεμένα πίσω στη ράχη

της, ο τρόμος τής έδωσε δύναμη και εξαπέλυσε μια κλοτσιά προς τα πίσω, στοχεύοντας τον καβάλο του άντρα. Αστόχησε και τον πέτυχε στον μηρό. H αντίδραση ήταν αστραπιαία. H γροθιά του προσγειώθηκε στη μέση της ράχης της, στο ίδιο ακριβώς σημείο που είχε χτυπήσει στην τραπεζαρία ο αέρας βγήκε ξανά από μέσα της. Σωριάστηκε Ένας θόρυβος έκανε τον άντρα να γυρίσει ακριβώς τη στιγμή που της είχε κατεβάσει το κάτω μέρος του μπικίνι στα γόνατα. Πριν μπορέσει όμως ν' αντιδράσει, κάτι τον χτύπησε στο κεφάλι και με έναν ρόγχο γονάτισε. Πίσω από τον άντρα, η Μελανί είδε τον Περ τον σπασίκλα με «να ρόπαλο του μπέιζμπολ στο χέρι. Το βαρύ ρόπαλο. Αυτό ήταν το τελευταίο που κατάφερε να παρατηρήσει πριν σκοτεινιάσουν όλα γύρω της. στο κρεβάτι και παραιτήθηκε εντελώς. Η δύναμη που είχε το χτύπημα του άντρα την έκανε να νιώσει μικρή και αβοήθητη, ενώ η επιβίωση ήταν το μοναδικό που είχε τώρα στο μυαλό της. Ήταν βέβαιη ότι θα πέθαινε. Όπως ήταν πια βέβαιη ότι η Τζένι ήταν νεκρή. «Γαμώτο, έπρεπε να τον είχα αναγνωρίσει!» O Μάρτιν χτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα από καθαρή απογοήτευση και χειρονομούσε προς τον άντρα που τσουβάλιαζαν τώρα, δεμένο με χειροπέδες, στις πίσω θέσεις ενός περιπολικού. «Πώς στο διάβολο μπορούσες να χάνεις κάτι τέτοιο; Φούσκωσε και πήρε τουλάχιστον είκοσι κιλά στη φυλακή, όπως επίσης έβαψε και τα μαλλιά του ξανθά. Ούτε η μάνα του δεν θα τον αναγνώριζε. Εξάλλου, μόνο σε φωτογραφία τον είχες δει». O Πάτρικ προσπάθησε να παρηγορήσει τον Μάρτιν όσο καλύτερα μπορούσε, αλλά υποψιαζόταν όπ ο μικρός δεν τον άκουγε με τίποτα. Βρίσκονταν στο κάμπινγκ της Γκρέμπεσταντ, δίπλα από το τροχόσπιτο όπου έμενε η Μελάνι και οι γονείς της. Γύρω τους είχε συγκεντρωθεί ένα πλήθος περίεργων για να μάθει τι είχε συμβεί. Είχαν ήδη στείλει τη Μελανί με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο της Ουντεβάλα. Οι γονείς της είχαν πάει στο εμπορικό κέντρο του Σβίνεσουντ για ψώνια όταν τους βρήκε ο Πάτρικ στο κινητό. Τώρα, σοκαρισμένοι είχαν φύγει απευθείας για το νοσοκομείο. «Μα τον κοίταξα καταπρόσωπο, Πάτρικ. Νομίζω μάλιστα ότι του έγνεψα κιόλας. Πρέπει να γέλασε πολύ όταν φύγαμε από εκεί. Επιπλέον, η σκηνή του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στη σκηνή της Τάνια και της Λίζε. Γαμώτο μου, πόσο κουφιοκέφαλος μπορεί να γίνει ο άνθρωπος;» Κοπάνισε με τη γροθιά το μέτωπό του σαν να 'θελε να τονίσει τα λόγια του και ένιωσε το άγχος να συγκεντρώνεται και να μεγαλώνει στο στήθος του. Το σατανικό παιχνίδι με το «τι θα γινόταν αν» είχε αρχίσει να τον επηρεάζει σοβαρά. Αν είχε αναγνωρίσει τον Μόρτεν Φρισκ, ίσως η Τζένι τώρα να μαζί με τους γονείς της στο κάμπινγκ. Αν, αν, αν... O Πάτρικ γνώριζε πολύ καλά τι παιζόταν στο μυαλό του Μάρτιν, αλλά δεν ήξερε τι έπρεπε να του πει για να καταπραϋνει τον πόνο του. Πιθανότατα κι αυτός έτσι να σκεφτόταν στη θέση του, έστω κι αν γνώριζε ότι η αυτοκριτική ήταν αβάσιμη. Ήταν σχεδόν αδύνατον ν’ αναγνωριστεί ο βιαστής που είχε συλληφθεί για τέσσερις βιασμούς πριν από πέντε καλοκαίρια. Τότε ο Μόρτεν Φρισκ ήταν μόλις δεκαεφτά ετών. Ενα αδύνατο αγόρι με σκούρα μαλλιά που είχε χρησιμοποιήσει μαχαίρι για ν’ αναγκάσει τα θύματά του να υποκύψουν στις ορέξεις του. Τώρα ήταν ένας ξανθός γίγαντας γεμάτος μυς, ο οποίος πίστευε προφανώς ότι η σωματική δύναμη που διέθετε αρκούσε για να τον κάνει κύριο

της κατάστασης. O Πάτρικ υποψιαζόταν, επίσης, ότι τα στεροειδή, που τα έβρισκες εύκολα στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, έπαιζαν τον δικό τους ρόλο στη σωματική μεταμόρφωση του Μόρτεν και, πάντως, δεν μείωναν διόλου την εγγενή επιθετικότητα του, αλλά μετέτρεπαν επιπλέον μια θράκα σε κόλαση φωτιάς. O Μάρτιν έδειξε το νεαρό αγόρι που στεκόταν κάπως αδέξια πιο πέρα από το επίκεντρο των συμβάντων και δάγκωνε νευρικά τα νύχια του. Το ρόπαλο του μπέιζμπολ είχε ήδη κατασχεθεί από την αστυνομία, και η νευρικότητα ήταν έκδηλη στο πρόσωπό του. Πιθανώς να ένιωθε αβέβαιος αν το μακρύ χέρι του νόμου θα τον θεωρούσε ήρωα ή απλώς κακοποιό. O Πάτρικ έκανε νόημα στον Μάρτιν να τον ακολουθήσει, και πήγαν μαζί εκεί όπου στεκόταν το αγόρι και βημάτιζε επιτόπου ρίχνοντας το βάρος του μια στο ένα πόδι και μια στο άλλο. «Είσαι ο Περ Toύρσον, έτσι δεν είναι;» Το αγόρι έγνεψε καταφατικά. O Πάτρικ έχανε τις συστάσεις για τον Μάρτιν. «Είναι ο φίλος της Τζένι Μέλερ. Είναι αυτός που μου είπε ότι η Τζένι θα έκανε οτοστόπ για να πάει στη Φιελμπάκα». O Πάτρικ στράφηκε ξανά στον Περ. « Εκανες μια σοβαρή παρέμβαση εδώ. Πώς ήξερες ότι η Μελανί θα έπεφτε θύμα του βιαστή;» O Περ χαμήλωσε το βλέμμα του. «Μου αρέσει να κάθομαι και να παρατηρώ τον κόσμο που έρχεται εδώ. Αυτόν τον πρόσεξα αμέσως από την ώρα που έστησε εδώ τη σκηνή του τις προάλλες. Υπήρχε κάτι στον τρόπο με τον οποίο έτρεχε και φούσκωνε σαν διάνος μπροστά στα κοριτσόπουλα που κυκλοφορούν εδώ. Πίστευε ότι ήταν πολύ κουλ με τα μπράτσα γορίλα που είχε. Πρόσεξα, επίσης, και τον τρόπο με τον οποίο κοίταζε τα κορίτσια. Ειδικά αν δεν είχαν πολλά ρούχα πάνω τους». «Και τι έγινε σήμερα λοιπόν;» O Μάρτιν τον πίεσε να προχωρήσει ανυπόμονα. Έχοντας ακόμη στραμμένο το βλέμμα στο έδαφος, ο Περ συνέχισε: «Τον είδα που καθόταν και περίμενε να φύγουν οι γονείς της Μελανί και μετά κάθισε και περίμενε για κάμποση ώρα ακόμα». «Πόση ώρα δηλαδή;» ρώτησε ο Πάτρικ, O Περ φάνηκε να το σκέφτεται. «Πέντε λεπτά. ίσως. Μετά σηκώθηκε, καθαρά αποφασισμένος, και πήγε προς το τροχόσπιτο της Μελανί, και τότε σκέφτηκα ότι απλώς θα της τα έριχνε ή κάτι τέτοιο, αλλά όταν εκείνη άνοιξε, αυτός όρμησε μέσα και τότε σκέφτηκα ότι, γαμώτο, αυτός θα πρέπει να ήταν που πήρε την Τζένι και τότε πήγα και πήρα ένα από τα ρόπαλα του του μπέιζμπολ που είχαν τα μικρά και πήγα στο τροχόσπιτο και τον κοπάνησα μ' αυτό στο κεφάλι». Αναγκάστηκε να σταματήσει για να πάρει μια ανάσα και για πρώτη φορά σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε κατάματα τον Πάτρικ και τον Μάρτιν. Εκείνοι είδαν το κάτω χείλος του να τρέμει, «Τι γίνεται τώρα; Θα έχω προβλήματα με αυτό που έκανα; Που τον χτύπησα στο κεφάλι, εννοώ».

O Πάτρικ έβαλε το χέρι στον ώμο του Περ για να τον καθησυχάσει. «Θα τολμήσω να υποσχεθώ ότι δεν θα υπάρξουν συνέπειες εις βάρος σου για ό,τι έκανες. Όχι ότι θέλουμε να ενθαρρύνουμε με τους πολίτες να συμπεριφέρονται έτσι, μην παρεξηγήσεις τα λόγια μου, αλλά η αλήθεια είναι ότι, αν δεν είχες επέμβει, εκείνος πιθανώς να προλάβαινε να βιάσει τη Μελανί». O Περ σχεδόν κατέρρευσε από ανακούφιση, αλλά συνήλθε αμέσως και είπε: «Μπορεί άραγε να ήταν αυτός που... Με την Τζένι δηλαδή...». Οι λέξεις έβγαιναν δύσκολα από το στόμα του, κι εδώ τελείωσαν τα παρηγορητικά λόγια του Πάτρικ. Διότι η ερώτηση του Περ μετέτρεπε και τις δικές του σκέψεις σε λόγια. «Δεν ξέρω. Παρατήρησες αν κοίταξε καμιά φορά και την Τζένι με τον ίδιο τρόπο;» O Περ άρχισε να σκέφτεται πυρετωδώς, αλλά στο τέλος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν ξέρω. Εννοώ... σίγουρα θα το έκανε κάποια στιγμή, μια που κοίταζε όλα τα κορίτσια που περνούσαν, αλλά δεν μπορώ να πω ότι κοίταζε ιδιαίτερα την Τζένι». Ευχαρίστησαν τον Περ και τον άφησαν στους ανήσυχους γονείς του. Μετά, πήραν το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς το αστυνομικό τμήμα. Εκεί, ήδη πίσω από τα κάγκελα, μπορεί να υπήρχε ο άνθρωπος που αναζητούσαν αγωνιωδώς. Χωρίς να ξέρουν ότι έκαναν και οι δύο την ίδια ευχή, ο Πάτρικ και ο Μάρτιν παρακαλούσαν να είναι όντως έτσι τα πράγματα. Στο δωμάτιο ανακρίσεων η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. H τύχη της Τζένι Μέλερ τούς έκανε όλους να αισθάνονται την ανάγκη και την ανυπομονησία ν' ακούσουν την αλήθεια από τα χείλη του Μόρτεν Φρισκ, αλλά ταυτόχρονα γνώριζαν πως ορισμένα πράγματα δεν έβγαιναν με τη βία. O Πάτρικ ήταν επικεφαλής της ανάκρισης, και κανείς δεν απόρησε που είχε ζητήσει να είναι παρών και ο Μάρτιν. Όταν τακτοποίησαν τις απαραίτητες εισαγωγικές διευκρινίσεις με το όνομα του ανακρινόμενου, την ημερομηνία και την ώρα, ώστε να καταγραφούν στο μαγνητόφωνο. έπιασαν δουλειά. «Έχεις συλληφθεί επειδή αποπειράθηκες να βιάσεις τη Μελανί Γιούχανσον. Έχεις να πεις κάτι γι’ αυτό;» «Να είσαι σίγουρος ότι έχω!» O Μόρτεν είχε γείρει νωχελικά πίσω στην καρέκλα του, με τον έναν από τους τεράστιους δικέφαλους του να ακουμπάει στη ράχη της. Ήταν καλοκαιρινά ντυμένος, με ένα ανοιχτό κολλητό λινό πουκάμισο και κοντό σορτς, με ελάχιστο ύφασμα για να εκτίθενται στο μέγιστο οι μύες. Τα βαμμένα ξανθά μαλλιά ήταν αρκετά μακριά, και μια τούφα τους έπεφτε μπροστά στα μάτια του. «Δεν έκανα τίποτα με το οποίο δεν συμφωνούσε και η ίδια, κι αν σας πει κάτι άλλο, λέει ψέματα!

Είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε όταν έφευγαν οι γονείς της και μόλις είχαμε αρχίσει να τη βρίσκουμε μπήκε εκείνος ο μαλάκας με το ρόπαλο του μπέιζμπολ. Παρεμπιπτόντως, θέλω να κάνω μήνυση για κακοποίηση. Αυτό. λοιπόν, μπορείτε να το σημειώσετε στα μπλοκάκια σας». Έδειξε τα μπλοκ που είχαν μπροστά τους ο Πάτρικ και ο Μάρτιν και χαζογέλασε. «Αυτό θα το συζητήσουμε μετά. Τώρα συζητάμε αυτά για τα οποία κατηγορείσαι». Η κοφτή και απότομη φωνή του Πάτρικ εξέφραζε όλη εκείνη την απέχθεια που του προκαλούσε αυτός ο άντρας. Ενήλικοι άντρες που επετίθεντο σε μικρές κοπέλες ανήκαν, στον κόσμο του Πάτρικ στους ευτελέστερους των ευτελεστέρων. O Μόρτεν ανασήκωσε τους ώμους σαν να μην τον ενδιέφερε καθόλου. Τα χρόνια που είχε περάσει στη φυλακή τον είχαν εκπαιδεύσει για τα καλά. Την τελευταία φορά που κοβόταν απέναντί στον Πάτρικ ήταν ένας αδύνατος, αβέβαιος δεκαεφτάρης που ξέρασε, σχεδόν αμέσως μόλις κάθισαν, μια ομολογία για τέσσερις βιασμούς. Τώρα είχε κάνει φροντιστήρια με τα μεγάλα παιδιά, και η σωματική του μεταμόρφωση ταίριαζε γάνα στην πνευματική του μεταμόρφωση. Αυτό που παρέμενε, ωστόσο, ίδιο και απαράλλακτο ήταν το μίσος και η επιθετικότητα κατά των γυναικών. Μέχρι στιγμής, αυτό που ήξεραν οι αστυνομικοί ήταν πως όλ' αυτά τσν είχαν οδηγήσει «μόνο» σε άγριους βιασμούς και όχι σε φόνους. Αλλά αυτό που ανησυχούσε τον Πάτρικ ήταν μήπως τα χρόνια της φυλακής είχαν κάνα περισσότερη ζημιά απ' όση μπορούσαν να υπολογίσουν. Μήπως ο Μόρτεν Φρισκ είχε προαχθεί από βιαστή σε στυγνό δολοφόνο; Πού βρισκόταν τότε η Τζένι Μέλερ και πώς σχετιζόταν αυτό με τον θάνατο της Μόνα και της Σιβ; Διότι την εποχή που δολοφονήθηκαν αυτές οι δύο κοπέλες ο Μόρτεν Φρισκ δεν είχε γεννηθεί καν! O Πάτρικ αναστέναξε και συνέχισε την ανάκριση. «Ας υποθέσουμε. λοιπόν, ότι σε πιστεύουμε. Έχουμε όμως μια μεγάλη σύμπτωση, η οποία μας ανησυχεί κάπως, κι αυτή είναι ότι έμενες στο κάμπινγκ της Γκρέμπεσταντ όταν εξαφανίστηκε μια κοπέλα ονόματι Τζένι Μέλερ, όπως επίσης και στο κάμπινγκ του Σέλβικ της Φιελμπάκα όταν εξαφανίστηκε μια Γερμανίδα τουρίστρια, που βρέθηκε αργότερα δολοφονημένη. Έμενες μάλιστα δίπλα στη σκηνή της Τάνια Σμιτ και της φίλης της. Κάπως περίεργες συμπτώσεις, θα έλεγα». O Μόρτεν χλώμιασε αισθητά. «Τι διάβολο λες Όχι! Εγώ δεν έχω καμία σχέση με αυτά». "Ξέρεις όμως για ποια κοπέλα μιλάμε, έτσι δεν είναι;" Εκείνος απάντησε απρόθυμα: «Ναι, σίγουρα τις είδα εκείνες τις λεσβίες στη διπλανή σκηνή, αλλά κάτι τέτοιες δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, άσε που ήταν μεγάλες σε ηλικία για τα γούστα μου. Έδειχναν και οι δυο κάπως μεστωμένες για μένα». O Πάτρικ σκέφτηκε το πρόσωπο της Τάνια - σύνηθες αλλά οπωσδήποτε φιλικό- στη φωτογραφία του διαβατηρίου και συγκράτησε με μεγάλη δυσκολία την παρόρμηση να πετάξει το μπλοκ στο πρόσωπο του Μόρτεν. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό όταν κοίταξε ξανά τον άντρα που είχε μπροστά του.

"Και η Τζένι Μέλερ; Τι λες γι’ αυτή; Δεκαεφτά χρονών, όμορφη- ξανθιά... Αυτή είναι του γούστου σου, έτσι δεν είναι;" Μικρές σταγόνες ιδρώτα άρχισαν να εμφανίζονται στο μέτωπο του Μόρτεν. Είχε μικρά μάτια που ανοιγόκλειναν ρυθμικά όταν τον καταλάμβανε η νευρικότητα. Αυτή τη στιγμή ανοιγόκλεινε τα μάτια σαν φρενιασμένος. «Δεν έχω καμία απολύτως γαμημένη σχέση με αυτό. Δεν την ακούμπησα αυτή, τ’ ορκίζομαι!» Τίναξε τα χέρια του σε μια χειρονομία που ήθελε να δείξει πως ήταν αθώος, και πολύ απρόθυμα ο Πάτρικ διέκρινε έναν τόνο ειλικρίνειας στις διαμαρτυρίες του άντρα. H συμπεριφορά του όταν αναφέρθηκαν η Τάνια και η Τζένι ήταν εντελώς διαφορετική από τη συμπεριφορά του όταν τον ρώτησαν για τη Μελανί. Με την άκρη του ματιού του, ο Πάτρικ κατάφερε να βει ότι και ο Μάρτιν ήταν πολύ σκεφτικός. « Εντάξει λοιπόν, μπορώ να ομολογήσω ότι εκείνη η γκόμενα σήμερα δεν συμφωνούσε ακριβώς με όλ' αυτά που ήθελα εγώ, αλλά πρέπει να με πιστέψετε, δεν έχω ιδέα για όσα λέτε για τις άλλες δύο κοπέλες. Τ' ορκίζομαι!» O πανικός στη φωνή του Μόρτεν ήταν ολοφάνερος, και έπειτα από μια βουβή συνεννόηση, ο Μάρτιν και ο Πάτρικ αποφάσισαν να σταματήσουν την ανάκριση. Δυστυχώς τον πίστευαν. Αυτό σήμαινε πως κάπου αλλού κάποιος άλλος κρατούσε την Τζένι Μέλερ, αν δεν ήταν ήδη νεκρή. Και η υπόσχεση που είχε δώσει στον Άλμπερτ Τερνμπλάντ ότι θα έβρισκε το δολοφόνο της κόρης του, φάνηκε μεμιάς πολύ μακρινή. Ο Γιέστα ήταν νευρικός. Ήταν σαν κάποιο κομμάτι του κορμιού του, που ήταν καιρό μουδιασμένο, να 'χε αποκτήσει ξαφνικά ζωή. Εδώ και πολύ καιρό ήταν τόσο αδιάφορος για τη δουλειά στην αστυνομία ώστε οποιαδήποτε ενέργεια που έτεινε να μοιάζει ξανά με δέσμευση του φαινόταν παράξενη. Χτύπησε διστακτικά την πόρτα του Πάτρικ. "Μπορώ να μπω;" «Τι; Α, ναι, βέβαια». O Πάτρικ τον κοίταξε αφηρημένος από το γραφείο του. O Γιέστα μπήκε μέσα με αργό βήμα και κάθισε σε μια καρέκλα. Δεν έβγαλε κουβέντα, και λίγο μετά ο Πάτρικ αναγκάστηκε να τον ρωτήσει: «Λοιπόν; Έχεις κάτι να μου πεις;». O Γιέστα καθάρισε τον λαιμό του και κοίταξε με προσοχή τα χέρια του που ακουμπούσαν στα γόνατά του. «Πήρα τη λίστα χτες». «Ποιά λίστα;» ρώτησε συνοφρυωμένος ο Πάτρικ. «Τη λίστα με τους βιαστές της περιοχής που αποφυλακίστηκαν. Μόνο δυο ονόματα είχε, και το ένα ήταν του Μόρτεν Φρισκ».

«Και γιατί τέτοια μούτρα, παρακαλώ;» O Γιέστα σήκωσε το βλέμμα του. H νευρικότητα του καθόταν σαν μια μεγάλη σκληρή πέτρα στο στομάχι. «Δεν έκανα τη δουλειά μου όπως έπρεπε. Είχα κατά νου να ελέγξω τα ονόματα, πού ήταν. τι έκαναν, να κάνω μια κουβέντα μαζί τους. αλλά δεν είχα όρεξη. Αυτή είναι η αλήθεια, Χέντστρεμ. Δεν είχα όρεξη. Και τώρα...» O Πάτρικ δεν απάντησε, απλώς περίμενε συλλογισμένος τη συνέχεια. «Τώρα συνειδητοποιώ ότι αν είχα κάνει σωστά τη δουλειά μου, ίσως να μη δεχόταν επίθεση, σχεδόν βιασμό, εκείνη η κοπελιά σήμερα, και θα είχαμε την ευκαιρία να τον πιάσουμε και να τον ρωτήσουμε για την Τζένι από χτες κιόλας. Ποιος ξέρει, ίσως αυτό να ήταν θέμα ζωής ή θανάτου για κείνη. Ίσως χτες να ήταν ακόμη ζωντανή και σήμερα ίσως να είναι νεκρή. Κι όλ' αυτά επειδή εγώ ο βλάκας βαριόμουν να κάνω τη δουλειά μου!" Χτύπησε τη γροθιά στο γόνατό του για να δώσει έμφαση στα λόγια του. O Πάτρικ έμεινε για λίγο σιωπηλός, αλλά μετά έσκυψε μπροστά, πάνω από το γραφείο, και έπλεξε τα δάχτυλα των χεριών του. O τόνος της φωνής του ήταν ενθαρρυντικός και όχι αυστηρός, όπως περίμενε ο Γιέστα. Γι' αυτό σήκωσε έκπληκτος το κεφάλι του. «H αλήθεια είναι ότι η δουλειά σου αφήνει πολλά κενά, Γιέστα. Το ξέρουμε κι εγώ κι εσύ αυτό. Αλλά δεν είναι δική μου δουλειά να κάνω τέτοιες συζητήσεις. Αυτό πρέπει να το αναλάβει και να το χειριστεί ο προϊστάμενός μας. Όσον αφορά τον Μόρτεν Φρισκ και το γεγονός ότι δεν τον έλεγξες όπως έπρεπε χτες, ξέχασε το. Διότι, πρώτον, δεν θα τον εντόπιζες στο κάμπινγκ τόσο έγκαιρα όσο χρειαζόταν θα σου έπαιρνε τουλάχιστον δύο μέρες. Και δεύτερον, ειλικρινά πιστεύω, δυστυχώς, ότι δεν είναι αυτός που απήγαγε την Τζένι Μέλερ». O Γιέστα κοίταξε έκπληκτος τον Πάτρικ. «Μα εγώ πίστευα ότι το θέμα είχε λυθεί. Δεν ήταν αυτός;» «Ναι, κι εγώ το ίδιο πίστευα. Δίχως όμως να είμαι εντελώς σίγουρος, τόσο εγώ όσο και ο Μάρτιν αποκομίσαμε την εντύπωση, κατά την ανάκριση, ότι δεν ήταν αυτός». «Ω γαμώτο». O Γιέστα έμεινε σιωπηλός και σκεφτικός. Εκείνη η νευρικότητα δεν έλεγε ωστόσο να υποχωρήσει. «Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω εγώ;» «Οπως είπα, δεν είμαστε εντελώς σίγουροι, αλλά πήραμε δείγμα αίματος από τον Φρισκ, το οποίο θα μας δώσει την τελική απάντηση αν είναι ο άνθρωπός μας. Έχει ήδη φύγει για το εργαστήριο, και τους είπαμε ότι είναι επείγον, αλλά θα σου ήμουν υπόχρεος αν τους έπαιρνες κι εσύ να τους πιέσεις λίγο παραπάνω. Γιατί, αν είναι τελικά ένοχος ο Φρισκ, παρά τις εντυπώσεις μας, κάθε ώρα που περνάει είναι κρίσιμη για την κόρη Μέλερ». «Βέβαια, θα το φροντίσω εγώ, θα τους πάρω στο κυνήγι σαν αγριεμένο μπουλντόγκ».

O Πάτριχ χαμογέλασε με την παρομοίωση. Διότι αν του ζητούσαν να συγκρίνει τον Γιέστα με κάποια ράτσα σκύλου, θα έλεγε σίγουρα ότι έμοιαζε με γέρο κοπρίτη που σκυλοβαριόταν. O Γιέστα θέλοντας να δείξει την προθυμία του να κάνη όπως πρέπει τη δουλειά του, τινάχτηκε από την καρέκλα και βγήκε από το δωμάτιο με ταχύτητα που δεν είχε επιδείξει ποτέ άλλοτε. H ανακούφιση για το ότι δεν είχε κάνει το μεγάλο λάθος που νόμιζε τον έκανε να νιώθει σαν να πετούσε. Υποσχέθηκε στον εαυτό του άτι αποδώ και πέρα θα δούλευε σκληρά, ίσως μάλιστα να έκανε και καμιά υπερωρία απόψε! Αλλά όχι, αυτό δεν μπορούσε να το κάνει, είχε κλείσει για γκολφ σήμερα το απόγευμα στις πέντε. Τέλος πάντων, θα έκανε υπερωρία κάποια άλλη μέρα. Η Λάινε απεχθανόταν να περπατάει ανάμεσα σε βρομιές και σκουπίδια Ήταν σαν να έμπαινε σε άλλο κόσμο. Έτσι. έκανε μια μεγάλη δρασκελιά πάνω από παλιές εφημερίδες, σακούλες και ένας θεός ξέρει τι άλλο... «Σούλβεΐγκ;» Απάντηση καμιά. Πίεσε την τσάντα πάνω στο κορμί της και προχώρησε πιο μέσα στο χολ. Την είδε να κάθεται εκεί. Η απέχθεια που ένιωσε ήταν σωματική και διαπέρασε όλο της το κορμί. Τη μισούσε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου της του πατέρα. Ταυτόχρονα όμως εξαρτιόταν από αυτήν. Η συγκεκριμένη σκέψη της δημιουργούσε πάντα ναυτία. Η Σούλβεϊγκ έσκασε ένα χαμόγελο μόλις είδε τη Λάινε. «Μπα, μπα, για κοίτα ποιος είναι εδώ. Κι όπως πάντα, ακριβώς στην ώρα σου. Ε, λοιπόν, είσαι πολύ αξιόπιστο άτομο, Λάινε». Έκλεισε το φωτογραφικό άλμπουμ με το οποίο ασχολούνταν κι έκανε νόημα στη Λάινε να καθίσει. «Προτιμώ να τ' αφήσω και να φύγω, δεν έχω ώρα...» «Τι κουβέντες είν’ αυτές; Λάινε. Λες και δεν ξέρεις τους κανόνες κάνεις! Πρώτα ένα καφεδάκι με την ησυχία μας και μετά η πληρωμή. Ασε που θα ήταν γαϊδουριά εκ μέρους μου να μην τρατάρω κάτι την αριστοκράτισσα επισκέπτρια μου». H φωνή της έσταζε χλεύη. H Λάινε ήξερε καλά ότι δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί. Αυτός ήταν ένας χορός που τον είχαν χορέψει πολλές φορές στα χρόνια που πέρασαν. Ξεσκόνισε προσεχτικά ένα μέρος του καναπέ της κουζίνας και δεν μπόρεσε να κρύψει έναν μορφασμό απέχθειας σαν κάθισε. Κάθε φορά που πήγαινε εκεί ένιωθε βρόμικη για πολλές ώρες μετά. H Σούλβεΐγκ σηκώθηκε με φανερή δυσκολία από την καρέκλα της και τακτοποίησε προσεχτικά τα φωτογραφικά της άλμπουμ. Έβαλε στο τραπέζι δυο ραγισμένα φλιτζάνια, ένα για την καθεμιά, και η Λάινε προσπάθησε να καταπνίξει την παρόρμηση να πάρει το δικό της και να το σκουπίσει. Κατόπιν, εμφανίστηκε ένα καλαθάκι με μισοτριμμένα μπισκότα, και η Σούλβεΐγκ προέτρεψε τη Λάινε να σερβιριστεί μόνη της. Εκείνη πήρε ένα μικρό μπισκότο και ευχήθηκε από μέσα της να τελειώσει όσο πιο γρήγορα γινόταν αυτή η επίσκεψη. «Ωραία περνάμε, δεν νομίζεις;» H Σούλβεΐγκ βούτηξε ένα μπισκότο στον καφέ και έριξε μια ματιά στη Λάινε, η οποία αντί ν’ απαντήσει παρέμεινε βουβή. H Σούλβεΐγκ συνέχισε: «Δύσκολο να

πιστέψει κανείς ότι η μία από εμάς ζει σε υποστατικό και η άλλη σε καλυβόσπιτο τώρα που καθόμαστε εδώ σαν δυο παλιές φιλενάδες. Τι λες κι εσύ, Λάινε;». H Λάινε έκλεισε τα μάτια ελπίζοντας ότι αυτή η ταπείνωση θα τελείωνε σύντομα. Μέχρι την επόμενη φορά. Εσμιξε τα χέρια της κάτω από το τραπέζι και υπενθύμισε στον εαυτό της για ποιο λόγο ήταν να εκτίθεται συνεχώς σ' αυτή την κατάσταση.

αναγκασμένη

"Ξέρεις τι με ανησυχεί, Λάινε;" Η Σούλβεΐγκ μιλούσε μπουκωμένη, αφήνοντας τρίμματα να γλιστρούν από το στόμα της και να πέφτουν στο τραπέζι. "Ότι στέλνεις την αστυνομία στα αγόρια μου. Πίστευα Λάινε, ότι εγώ και εσύ είχαμε μια συμφωνία. Αλλά όταν μπουκάρει εδώ η αστυνομία και μου λέει πράγματα παράλογα,, ότι εσύ είπες πως τ’ αγόρια μου ήρθαν κι έσπασαν τα τζάμια στο σπίτι σας, αρχίζω ν' αναρωτιέμαι τι ισχύει τελικά». Το μόνο που κατάφερε να χάνει η Λάινε ήταν ένα νεύμα. «Νομίζω ότι μου οφείλεις μια συγγνώμη γι’ αυτό, τι λες κι εσύ; Διότι, όπως είπαμε και στην αστυνομία, οι γιοι μου ήταν εδώ όλο το βράδυ. Αρα, δεν μπορεί να ήταν αυτοί που πέταξαν πέτρες στο υποστατικό». H Σούλβεΐγκ ρούφηξε μια γουλιά καφέ και κρατώντας το φλιτζάνι, έγνεψε προς τη Λάινε. «Λοιπόν; Περιμένω!» «Σου ζητάω συγγνώμη». H Λάινε μουρμούρισε κάτι κοιτάζοντας κάτω, ταπεινωμένη όσο δεν έπαιρνε. «Με συγχωρείς, αλλά δεν άκουσα τι είπες ακριβώς». H Σούλβεΐγκ έφερε επιδεικτικά το χέρι της πίσω από το αυτί. «Σου ζητάω συγγνώμη. Πρέπει να έκανα λάθος». Το βλέμμα της ήταν γεμάτο περιφρόνηση όταν συνάντησε το βλέμμα της Σούλβεΐγκ, αλλά η μπατζανάκισσα της έδειχνε ικανοποιημένη. «Έτσι μπράβο. Τελειώσαμε με αυτό. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο, έτσι δεν είναι; Τι λες τώρα, δεν ξεκαθαρίζουμε κι αυτό για το οποίο ήρθες εδώ;» Εσκυψε πάνω από το τραπέζι γλείφοντας τα χείλη της. H Λάινε πήρε απρόθυμα την τσάντα από τα γόνατά της και έβγαλε από μέσα έναν φάκελο. H Σούλβεΐγκ τεντώθηκε με απληστία, τον πήρε και άρχισε να μετράει με προσοχή το περιεχόμενό του με τα λιγδωμένα της δάχτυλα. «Σωστά μέχρι πεντάρας. Ως συνήθως. Ναι, αυτό έλεγα και εγώ πάντα, είσαι άνθρωπος που πιστεύει στην τάξη, Λάινε. Εσύ και ο Γκάμπριελ, μα την αλήθεια, ξέρετε από τάξη". Με την αίσθηση ότι είχε πιαστεί σε ποντικοπαγίδα, η Λάινε, σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα. Μόλις βγήκε, πήρε μια βαθιά ανάσα για να γεμίσει τα πνευμόνια της με φρέσκο καλοκαιρινό αέρα. Πίσω της άκουσε τη φωνή της Σουλβεϊγκ πριν κλείσει την πόρτα: «Πάντα χαίρομαι όταν συναντιόμαστε, Λάινε. Να το ξανακάνουμε τον επόμενο μήνα!" H Λάινε έκλεισε τα μάτια και πίεσε τον εαυτό της ν' ανασάνει κανονικά. Καμιά φορά αναρωτιόταν αν όλ' αυτά άξιζαν τον κόπο.

Μετά θυμήθηκε το βρόμικο χνότο του πατέρα της στο αυτί της και γιατί η σίγουρη ζωή που είχε καταφέρει να δημιουργήσει για τον εαυτό της έπρεπε να διατηρηθεί με κάθε τίμημα. Εδώ που τα λέμε, άξιζε τα λεφτά της. Μόλις πέρασε το κατώφλι, είδε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. H Ερίκα καθόταν στη βεράντα, του είχε γυρισμένη την πλάτη, αλλά η όλη στάση της έδειχνε ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Για ένα δευτερόλεπτο, πριν σκεφτεί πως η Ερίκα θα του είχε τηλεφωνήσει στο κινητό αν κάτι δεν πήγαινε καλά με το μωρό, τον έζωσαν τα φίδια. «Ερίκα;» Στράφηκε προς το μέρος του, και τότε είδε ότι τα μάτια της ήταν κατακόκκινα από το κλάμα. Βρέθηκε κοντά της με δυο δρασκελιές και κάθισε δίπλα της στον καλαμόπλεχτο καναπέ. «Καλή μου, τι έχεις;» «Τσακώθηκα με την Αννα». «Τι έγινε πάλι;» Γνώριζε όλα τα πάνω και τα κάτω της περίπλοκης σχέσης των δύο αδερφών, καθώς και όλους τους λόγους για τους οποίους αυτές οι δύο βρίσκονταν πάντα σε πορεία σύγκρουσης Από τότε όμως που η Αννα είχε διακόψει κάθε σχέση με τον Λούκας, φάνηκε να έχουν συνάψει ένα είδος προσωρινής εκεχειρίας, και ο Πάτρικ ρώτησε τι πήγε στραβά αυτή τη φορά. "Δεν μήνυσε ποτέ τον Λούκας για ότι έκανε στην Έμμα..." «Μα τι διάβολο λες!» «Μάλιστα, και τώρα που ο Λουκάς ξεκίνησε μια νομική διαδικασία για την κηδεμονία των παιδιών, πίστευα πως θα είχε αυτή τη μήνυση για άσο στο μανίκι της. Αλλά δεν έχει τίποτα πια εναντίον του, κι αυτός είναι έτοιμος να αραδιάσει ένα σωρό ψέματα, από αυτά που ξέρει ν’ αραδιάζει, για το πόσο ακατάλληλη είναι η Αννα ως μητέρα». «Ναι, αλλά δεν έχει στοιχεία για να το στηρίξει αυτό». «Όχι, αυτό το ξέρουμε. Αλλά σκέψου ότι αν ξεκινήσει να λέει ένα σωρό ψέματα κάτι θα μείνει, δεν μπορεί. Ξέρεις πόσο πανούργος είναι. Δεν θα είναι καθόλου παράξενο αν καταφέρει να γοητεύσει τους δικαστές και τους πάρει με το μέρος του». H Ερίκα έγειρε απελπισμένη το πρόσωπό της στον ώμο του Πάτρικ. «Σκέψου να χάσει τα παιδιά η Αννα, θα καταστραφεί εντελώς». O Πάτρικ την αγκάλιασε και την έσφιξε παρηγορητικά πάνω του. «Ας μην αφήνουμε τώρα τη φαντασία μας να καλπάζει. H Αννα έκανε βλακεία που δεν τον μήνυσε, αλλά, πραγματικά, μπορώ να καταλάβω γιατί δεν το έκανε. O Λούκας έχει αποδείξει πολλές φορές ότι δεν είναι να παίζεις μαζί του, οπότε δεν την αδικώ που είναι φοβισμένη». «Όχι, έχεις δίκιο, βέβαια. Αλλά αυτό που με στενοχώρησε περισσότερο ήταν ότι μου έλεγε ψέματα όλον αυτό τον καιρό. Τώρα, εκ των υστέρων, νιώθω ότι με εξαπάτησε κανονικά. Κάθε φορά που τη

ρωτούσα τι είχε γίνει με τη μήνυση απέφευγε ν' απαντήσει ευθέως, λέγοντας ότι η αστυνομία στη Στοκχόλμη έχει πολλή δουλειά και γι' αυτό δεν προλαβαίνουν να εξετάσουν γρήγορα όλες τις μηνύσεις που έχουν λάβει. Αλλά όλα ήταν ψέματα. Και με κάποιον τρόπο καταφέρνει πάντα βγαίνω εγώ η κακιά της υπόθεσης». Καινούργια κλάματα. «Έλα τώρα, αγάπη μου. Ηρέμησε λίγο. Δεν θέλουμε να πιστέψει το παιδί ότι θα γεννηθεί στην κοιλάδα των δακρύων» H Ερίκα δεν μπόρεσε να μη γελάσει λίγο μέσα από τα αναφιλητά της και σκούπισε τα μάτια της με το μανίκι της μπλούζας της. «Άκουσε με τώρα. Ορισμένες φορές εσύ και η Αννα έχετε μάλλον μια σχέση περισσότερο μητρική παρά αδερφική, και αυτό είναι που σας δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Φρόντιζες εσύ την Αννα αντί να το κάνει η μητέρα σας, κι αυτό την ωθεί να έχει την ανάγκη της φροντίδας σου και ταυτόχρονα να νιώθει ότι πρέπει ν’ απεξαρτηθεί από σένα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;» H Ερίκα έγνεψε καταφατικά. «Ναι, ξέρω. Αλλά το θεωρώ πολύ άδικο να τιμωρούμαι επειδή τη φρόντιζα». Έχυσε πάλι μερικά δάκρυα, «Τώρα αρχίζεις πάλι να λυπάσαι τον εαυτό σου, έτσι δεν είναι;» O Πάτρικ παραμέρισε μια τούφα από το μέτωπό της. «Εσύ και η Αννα θα το λύσετε κι αυτό. όπως λύνετε πάντα τόσα και τόσα αργά ή γρήγορα. Επίσης, πιστεύω ότι είναι καλό να είσαι εσύ η γενναιόδωρη αυτή τη φορά. H Αννα περνάει μια δύσκολη περίοδο τώρα. O Λούκας είναι ένας ισχυρός αντίπαλος, κι εγώ μπορώ να καταλάβω ειλικρινά ότι είναι κατατρομαγμένη. Οπότε, σκέψου λίγο αυτό πριν αρχίσεις να λυπάσαι τον εαυτό σου». H Ερίκα τραβήχτηκε από την αγκαλιά του Πάτρικ και τον κοίταξε θυμωμένη. «Δεν Θα με υπερασπιστείς δηλαδή;» «Μα αυτό κάνω, αγάπη μου, αυτό κάνω». Της χάιδεψε τα μαλλιά και φάνηκε μεμιάς πως είχε αλλού το μυαλό του. «Συγγνώμη κάθομαι εδώ και μυξοκλαίω για τα δικά μου προβλήματα... Εσείς πώς τα πάτε;» "Ουφ, μη μου μιλάς γι' αυτό το πράγμα. Σήμερα μάλιστα τα πράγματα πήγαν πραγματικά κατά διαβόλου..." "Αλλά δεν μπορείς να μου πεις λεπτομέρειες" συμπλήρωσε η Ερίκα. "Όχι δεν μπορώ. Όμως όπως σου είπα, σήμερα η μέρα ήταν σκέτη κόλαση". Αναστέναξε, αλλά φάνηκε να συνέρχεται αμέσως. «Τέρμα αυτά θα δούμε τώρα πώς θα περάσουμε όμορφα απόψε, εντάξει; Έχω την αίσθηση πως τόσο εσύ όσο κι εγώ έχουμε ανάγκη ν' αναπτερώσουμε το ηθικό μας. Πάω μέχρι το ψαράδικο ν' αγοράσω καμιά νοστιμιά, οπότε εσύ μπορείς να στρώσεις το τραπέζι. Πώς σου φαίνεται σαν ιδέα;» H Ερίκα έγνεψε καταφατικά και έστρεψε το πρόσωπό της προς τα πάνω για να της δώσει ένα φιλί.

Είχε και τις καλές πλευρές του ο πατέρας του παιδιού της «Ν’ αγοράσεις πατατάκια και ντιπ, σε παρακαλώ. Καλύτερα ν’ αρπάξω την ευκαιρία τώρα που είμαι χοντρή!» Εκείνος γέλασε. "Ό,τι πεις αφεντικό!" O Μάρτιν χτύπησε εκνευρισμένος το στιλό του πάνω στο τραπέζι. O εκνευρισμός στρεφόταν κατά του εαυτού του. Οι χθεσινές εξελίξεις τον είχαν κάνει να ξεχάσει εντελώς να τηλεφωνήσει στον πατέρα της Τάνια Σμιτ. Του ερχόταν να πλακώσει τον εαυτό του στις κλοτσιές H μόνη δικαιολογία του ήταν πως πίστεψε ότι δεν είχε σημασία πια. αφότου έπιασαν τον Μόρτεν Φρισκ. Πιθανώς να μην τον έβρισκε πριν από το βράδυ, αλλά μπορούσε τουλάχιστον να προσπαθήσει. Κοίταξε το ρολόι. Εννιά. Αποφάσισε να ελέγξει αν ο χερ Σμιτ ήταν στο σπίτι, πριν τηλεφωνήσει στην Πία για τη διερμηνεία. Το τηλέφωνο χτύπησε μία, δύο, τρεις τέσσερις φορές και ο Μάρτιν ήταν σχεδόν έτοιμος να το κλείσει. Όμως. στο πέμπτο σινιάλο ακούστηκε η φωνή ενός αγουροξυπνημένου άντρα. Αμήχανος που τον είχε ξυπνήσει, ο Μάρτιν κατάφερε με κάπως κομπιαστά γερμανικά να του εξηγήσει ποιος ήταν και να του πει ότι θα τον ξανάπαιρνε σε λίγο. Φαίνεται πως η τύχη ήταν με το μέρος του, μια που η Πία απάντησε μεμιάς. Του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει, για άλλη μια φορά, και σε μερικά λεπτά τους είχε και τους δύο στη γραμμή. "Θέλω, κατ' αρχάς, να σας συλλυπηθώ". O άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής τον ευχαρίστησε χαμηλόφωνα, αλλά ο Μάρτιν μπορούσε να νιώσει το πένθος του να σκεπάζει την κουβέντα τους σαν βαρύ πέπλο. Για μια στιγμή δίστασε για το πώς έπρεπε να συνεχίσει. H απαλή φωνή της Πία μετέφραζε όλα όσα έλεγε, αλλά όσο συλλογιζόταν τι έπρεπε να πει δεν ακουγόταν τίποτε άλλο πέρα από τις ανάσες τους. «Ξέρετε ποιος το έκανε αυτό στην κόρη μου;» H φωνή του έτρεμε ελαφρώς, και αυτό δεν ήταν αναγκαίο να το μεταφράσει η Πία. O Μάρτιν το είχε καταλάβει. «Όχι ακόμη. Αλλά θα τον βρούμε». Όπως όταν ο Πάτρικ συνάντησε τον Αλμπερτ Τερνμπλάντ, έτσι και ο Μάρτιν αναρωτήθηκε μήπως υποσχόταν πάρα πολλά, αλλά ήθελε ν' απαλύνει τον πόνο του άντρα με τον μοναδικό τρόπο που μπορούσε να το κάνει. «Μιλήσαμε με τη συνταξιδιώτισσα της Τάνια και μας είπε ότι η Τάνια ήρθε εδώ, στη Φιελμπάκα της Σουηδίας, για κάποια δουλειά που είχε. Όταν όμως ρωτήσαμε τον πρώην σύζυγο της Τάνια, δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποιον λόγο που θα την οδηγούσε εδώ. Μήπως ξέρετε εσείς κάτι;» O Μάρτιν κράτησε την ανάσα του. Ακολούθησε μια μακριά, ανυπόφορα μακριά, σιωπή. Κατόπιν, ο πατέρας της Τάνια άρχισε να μιλά.

Όταν τελικά έκλεισε το τηλέφωνο, ο Μάρτιν αναρωτιόταν αν είχε ακούσει καλά όσα είχαν ειπωθεί. Αυτή η ιστορία παραήταν απίθανη, αλλά δεν έπαυε να διαθέτει μια αισθητή χροιά αλήθειας, και ο Μάρτιν τον πίστεψε τον πατέρα της Τάνια. Εκεί που ήταν έτοιμος να κλείσει το τηλέφωνο θυμήθηκε ότι η Πία ήταν ακόμη στη γραμμή. Τον ρώτησε κάπως διστακτικά: «Έμαθες αυτό που ήθελες; Νομίζω ότι τα μετέφρασα όλα σωστά». «Είμαι σίγουρος πως όλα μεταφράστηκαν απολύτως σωστά. Και, ναι, έμαθα αυτό που ήθελα. Ξέρω ότι δεν χρειάζεται να το πω αυτό, αλλά..,» «Ναι, ξέρω, απαγορεύεται ν’ αποκαλύψω οτιδήποτε από αυτά. Υπόσχομαι να μην πω λέξη». «Πολύ καλά. Και παρεμπιπτόντως...» «Ναι;» Είχε ακούσει καλά; Ήταν ο τόνος της φωνής της γεμάτος απαντοχή; Δυστυχώς δεν βρήκε το θάρρος να συνεχίσει - πέρα από το ότι ένιωθε να μην το επιτρέπει η περίσταση. «Ασ’ το, δεν ήταν τίποτα. Μπορούμε να το συζητήσουμε μια άλλη φορά». «Εντάξει». Τώρα του φάνηκε πως άκουσε σχεδόν έναν τόνο απογοήτευσης. αλλά η αυτοπεποίθησή του ήταν τόσο τσαλακωμένη ακόμη από την τελευταία αποτυχία του στο μέτωπο του έρωτα που πίστευε πως όλα ήταν απλώς γεννήματα της φαντασίας του. Αφού ευχαρίστησε την Πία και έκλεισε το τηλέφωνο, οι σκέψεις του γλίστρησαν αλλού. Καθαρόγραψε στα γρήγορα τις σημειώσεις του από τη συνομιλία και πήγε ν’ αφήσει το χαρτί στο γραφείο του Πάτρικ, Επιτέλους είχαν βρει τη μία άκρη του νήματος στην υπόθεση. Όταν συναντήθηκαν, ήταν και οι δύο επιφυλακτικοί. Ήταν η πρώτη φορά μετά την καταστροφική συνάντηση στο Βεστεργκόρντεν, και τώρα περίμενε ο ένας τον άλλο να κάνει το πρώτο βήμα προς τη συμφιλίωση. Μια που ο Στέφαν ήταν αυτός που είχε τηλεφωνήσει, και η Λίντα είχε όντως τύψεις όλ’ αυτό το διάστημα για τον ρόλο της στον τσακωμό πήρε αυτή τον λόγο. «ννοοόοα "Ξέρεις, είπα κάτι βλακείες τις προάλλες. Δεν τις εννοούσα. Να, απλώς νευρίασα πολύ". Κάθονταν στο συνηθισμένο σημείο συνάντησης, πάνω στο πατάρι του αχυρώνα στο Βεστεργκόρντεν. To προφίλ του Στέφαν έμοιαζε σαν να ήταν σκαλισμένο από πέτρα. Μετά, η Λίντα είδε τα χαρακτηριστικά του να μαλακώνουν σιγά σιγά.

"Ξέχασε το. Κι εγώ αντέδρασα λίγο απότομα. Να, ήταν...." Κόμπιασε αναζητώντας τη σωστή λέξη. "Ήταν τόσο δύσκολο να έρθω εκεί με όλες τις αναμνήσεις και τα λοιπά. Πραγματικά δεν είχε καμία σχέση μ’ εσένα». Με κάποια διστακτικότητα ακόμη στις κινήσεις της, η Λίντα σύρθηκε πίσω του και τον αγκάλιασε. O καβγάς είχε προκαλέσει κάτι αναπάντεχο: Είχε αρχίσει να τον σέβεται κάπως. Πάντα τον έβλεπε σαν μικρό παιδί που κρεμόταν από τα φουστάνια της μάνας του και ακολουθούσε σαν σκυλάκι τον μεγάλο του αδερφό, αλλά τη μέρα εκείνη αυτό που αντίκρισε ήταν ένας άντρας. Κι αυτό τον έκανε πιο ελκυστικό στα μάτια της. Απίστευτα πιο ελκυστικό. Επιπλέον, είχε δει μια επικίνδυνη πλευρά του, κι αυτό επίσης αύξανε την ελκυστικότητα που ήδη είχε ανακαλύψει πάνω του. Εκείνη τη μέρα ήταν πράγματι έτοιμος να τη χτυπήσει, και τώρα, εκεί που καθόταν με το μάγουλό της ακουμπισμένο στην πλάτη του, αυτή η ανάμνηση έκανε την καρδιά της να πάλλεται. Ήταν σαν να πετούσε κοντά στη φλόγα ενός κεριού, αρκετά κοντά για να νιώθει τη ζέστη της, αλλά κι αρκετά ελεγχόμενα ώστε να μην καίγεται. Κι αυτό που κυβερνούσε την εν λόγω ισορροπία ήταν ο ίδιος της ο εαυτός. Αφησε τα χέρια της να πέσουν μπροστά. Πεινασμένα κι απαιτητικά. Αισθανόταν ακόμη μια κάποια αντίσταση από την πλευρά του, άλλα ένιωθε τη σιγουριά πως αυτή είχε ακόμη το πάνω χέρι στη σχέση τους. Αλλωστε, η σχέση αυτή είχε οριστεί από μια καθαρά σωματική προοπτική, και ήξερε πως σε κάτι τέτοια οι γυναίκες, γενικώς, και η ίδια, ειδικώς, είχαν το πρόσταγμα. Ένα πρόσταγμα που τώρα το εκμεταλλευόταν. Με ικανοποίηση διαπίστωσε ότι η ανάσα του γινόταν όλο και πιο βαριά και η αντίσταση που πήγαζε από μέσα του εξαφανιζόταν. Η Λίντα μετακόμισε στα γόνατα του, και όταν ανταμώθηκαν οι γλώσσες τους, ήξερε ότι είχε βγει νικήτρια από εκείνη την αναμέτρηση. Και σε αυτή την ψευδαίσθηση ζούσε μέχρι που ένιωσε το χέρι του Στέφαν να πιάνει σφιχτά τα μαλλιά της και με ζωώδη δύναμη να τη σπρώχνει προς τα πίσω ώστε να μπορεί να την κοιτάξει κατάματα. Αν εκείνος είχε την πρόβες να την κάνει να νιώσει ασήμαντη κι ανήμπορη, μόλις το είχε καταφέρει. Για μια στιγμή, η Λίντα είδε την ίδια λάμψη στα μάτια του που είχε δει και κατά τη διάρκεια του καβγά στο Βεστεργκόρντεν κι έπιασε τον εαυτό της ν’ αναρωτιέται αν η κραυγή της για βοήθεια θ’ ακουγόταν μέχρι το κυρίως σπίτι. Πιθανότατα όχι. «Ξέρεις κάτι; Πρέπει να είσαι καλή μαζί μου, αλλιώς μπορεί να πάει κάνα μικρό πουλάκι και να ψιθυρίσει στην αστυνομία αυτό που είδα εδώ, στη φάρμα». H Λίντα γούρλωσε τα μάτια. H φωνή της βγήκε σαν ψίθυρος. «Μη μου λες τέτοια. Μου έδωσες μια υπόσχεση, Στέφαν». «Απ’ ό,τι λέει ο κόσμος, η υπόσχεση ενός μέλους της οικογένειας Χουλτ δεν σημαίνει και πολλά. Θα έπρεπε να το ξέρεις αυτό». «Μην το κάνεις αυτό, Στέφαν, Σε παρακαλώ, θα κάνω ότι μου πεις». «Τελικά, είναι όπως το λένε: Το αίμα νερό δεν γίνεται».

«Λες και μόνος σου ότι δεν μπορείς να καταλάβεις πώς έκανε ό,τι έκανε ο πατέρας μου στον θείο Γιοχάνες, θα κάνεις κι εσύ το ίδιο τώρα;» H φωνή της έτρεμε. H κατάσταση είχε ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό της, και τώρα αναρωτιόταν σαστισμένη πώς κατάφερε να βρεθεί σε τόσο δύσκολη θέση, από τη στιγμή μάλιστα που πάντα αυτή είχε το πάνω χέρι. "Και γιατί να μην το κάνω; Θα μπορούσε κανείς να το πει και κάρμα. Κατά κάποιον τρόπο, ο κύκλος κλείνει". Χαμογέλασε με κακεντρέχεια. "Αλλά ίσως να 'χεις δίκιο. Εντάξει λοιπόν, θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Αλλά μην ξεχνάς ότι αυτό μπορεί ν' αλλάξει από στιγμή σε στιγμή, οπότε προσπάθησε να είσαι καλή μαζί μου.... αγάπη μου". Χάιδευε το πρόσωπό της, αλλά με το ένα χέρι την κρατούσε ακόμη σφιχτά από τα μαλλιά. Μετά, έσπρωξε το κεφάλι της χαμηλά. Εκείνη δεν διαμαρτυρήθηκε. H ισορροπία δυνάμεων είχε αλλάξει εντελώς. ΕΦΤΑ Καλοκαίρι 1979 Την ξύπνησε το κλάμα κάποιου μέσα στο σκοτάδι. Ήταν δύσκολο να εντοπίσει την πηγή του ήχου, αλλά κινήθηκε αργά πάνω στο πάτωμα, μέχρι που άγγιξε ένα ύφασμα και κάτι ένιωσε να κινείται στ’ ακροδάχτυλά της. O σωρός που βρισκόταν στο πάτωμα άρχισε να ουρλιάξει από τρόμο, αλλά εκείνη ηρέμησε την κοπέλα ψιθυρίζοντας και χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Ήξερε και η ίδια πολύ καλά πώς ο τρόμος άδραχνε και ξερίζωνε την καρδιά σου μέχρι να υποχωρήσει και ν' αντικατασταθεί από μια βουβή απόγνωση. Συνειδητοποιούσε ότι αυτό ήταν εγωιστικό, αλλά δεν μπορούσε να μη χαίρεται που δεν ήταν πια μόνη. Ήταν σαν να είχε περάσει μια αιωνιότητα από τότε που είχε απολαύσει τη συντροφιά ενός άλλου ανθρώπου, αν και πίστευε πως στην πραγματικότητα δεν είχαν περάσει πάνω από δυο μέρες. Ήταν πολύ δύσκολο να υπολογίζεις τον χρόνο εδώ κάτω στα σκοτάδια. O χρόνος ήταν κάτι που υπήρχε μόνο εκεί πάνω. Στο φως. Εδώ κάτω ο χρόνος ήταν εχθρός. Ένας εχθρός που σου υπενθύμιζε πως υπήρχε μια ζωή η οποία, ίσως. σε είχε προσπεράσει οριστικά και αμετάκλητα. Όταν το κλάμα της κοπέλας άρχισε να εξασθενεί, ξεκίνησε μια θύελλα ερωτήσεων. Δεν είχε απαντήσεις να της δώσει. Απεναντίας, προσπάθησε να της εξηγήσει πόσο σημαντικό ήταν να μην το βάζει κάτω, να μην ενδίδει στο άγνωστο κακό. Όμως, η κοπέλα δεν ήθελε να καταλάβει. Έκλαιγε και ρωτούσε, παρακαλούσε κι εκλιπαρούσε έναν Θεό στον οποίο δεν είχε πιστέψει ούτε μια στιγμή, εκτός από κάποια φορά στα παιδικά της χρόνια. Αν και για πρώτη φορά συνέλαβε τον εαυτό της να ελπίζει πως είχε κάνει λάθος και ότι όντως υπήρχε Θεός. Διότι τι σόι ζωή θα έκανε το μωρό της αν δεν είχε μάνα και θεό να στραφεί; Για το χατίρι της κόρης της είχε υποχωρήσει στον φόβο. αφέθηκε να βυθιστεί μέσα του. H επιμονή της άλλης κοπέλας ν’ αντιπαλέψει τον φόβο είχε αρχίσει να ξυπνάει μέσα της την οργή. Σύντομα θα μετέδιδε και σε αυτή την ίδια τη διάθεση ν' αγωνιστεί, και τότε δεν θ’ αργούσε να επιστρέψει η ελπίδα και να την κάνει πάλι ευάλωτη.

Άκουσε την καταπακτή ν’ ανοίγει και βήματα να πλησιάζουν. Παραμέρισε απότομα την κοπέλα που είχε το κεφάλι της στα γόνατά της. Ίσως να ήταν τυχερή. Ίσως αυτή τη φορά εκείνος να κακοποιούσε την άλλη κοπέλα και όχι αυτή. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική. Η πολυλογία της Τζένι γέμιζε συνήθως όλον εκείνο τον μικρό χώρο του τροχόσπιτου, αλλά τώρα επικρατούσε σιωπή. Κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο στο μικρό τραπέζι, κλεισμένοι μέσα σε τεράστιες φυσαλίδες. O καθένας στον δικό του κόσμο αναμνήσεων. Δεκαεφτά χρόνια πέρασαν φευγαλέα και σύντομα σαν εσωτερική ταινία. H Σέρστιν ένιωθε το βάρος από το νεογέννητο κορμάκι της Τζένι στην αγκαλιά της. Ασυναίσθητα, τοποθέτησε έτσι τα χεριά της ώστε να σχηματίζουν μια κούνια. Το μωρό μεγάλωσε, και έπειτα από λίγο όλα φαίνονταν να είχαν εξελιχθεί τόσο γρήγορα. Αφάνταστα γρήγορα. Γιατί να έχουν σπαταλήσει τόσο πολύτιμο χρόνο σε διαπληκτισμούς και καβγάδες; Αν ήξερε τι θα συνέβαινε, δεν θα έλεγε κουβέντα στην Τζένι. Εκεί που καθόταν στο τραπέζι, με ένα τεράστιο κενό στην καρδιά ορκίστηκε πως αν τελείωναν όλα καλά δεν θα έβαζε ποτέ πια ξανά τις φωνές στην κόρη της. O Μπου ήταν σαν αντικαθρέφτισμα του εσωτερικού χαοτικού κόσμου της γυναίκας του. Μόλις μέσα σε δυο μέρες φαινόταν να έχει γεράσει δέκα χρόνια το πρόσωπό του ήταν αργασμένο από τον πόνο και την απογοήτευση. Τώρα ήταν καιρός ν' απλώσουν ο ένας το χέρι στον άλλο. αλλά ο φόβος τούς είχε παραλύσει. Τα χέρια τους πάνω στο τραπέζι έτρεμαν. O Μπου τα έσφιξε σε μια προσπάθεια να σταματήσει το τρέμουλο, αλλά σταμάτησε αμέσως όταν αντιλήφθηκε ότι έδειχνε σαν να προσευχόταν. Δεν τολμούσε ακόμη να επικαλεστεί ανώτερες δυνάμεις. Είχε γαντζωθεί σε μια φρούδα ελπίδα ότι η κόρη του θα αποδεικνυόταν πως είχε απλώς μπλεχτεί σε κάποια ανεύθυνη περιπέτεια. Όμως, βαθιά μέσα του ήξερε πως είχε περάσει πολύς χρόνος για να θεωρείται κάτι τέτοιο πιθανό. Η Τζένι έτρεφε γι' αυτούς μεγάλο σεβασμό και αγάπη και ήταν αδύνατο να τους είχε προκαλέσει σκόπιμα τέτοια τρομάρα. Φυσικά, ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια, αλλά ο Μπου ήταν πάντα σίγουρος για το πόσο σφιχτά δεμένοι ήταν μεταξύ τους. Ήξερε, λοιπόν, ότι τους αγαπούσε, και η μοναδική απάντηση στο γιατί δεν ήταν στο σπίτι ήταν τρομακτική. Κάτι είχε συμβεί. Κάποιος είχε κάνει κάτι κακό στην αγαπημένη τους Τζένι. Αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή. H φωνή δεν έβγαινε εύκολα, και αναγκάστηκε να καθαρίσει τον λαιμό του πριν συνεχίσει. «Να τηλεφωνήσουμε στην αστυνομία να μάθουμε μήπως έχουν τίποτα καινούργιο;» H Σέρστιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Έχουμε ήδη τηλεφωνήσει δύο φορές σήμερα, θα μας πάρουν αυτοί αν μάθουν κάτι». «Μα δεν μπορούμε, που να πάρει ο διάβολος, να καθόμαστε έτσι εδώ με σταυρωμένα τα χέρια!» Σηκώθηκε απότομα και χτύπησε το κεφάλι του στο ντουλάπι που ήταν αποπάνω. «Γαμώτο! Ούτε να κουνηθείς δεν μπορείς εδώ μέσα! Τι μας ήρθε και την αναγκάσαμε να έρθει πάλι μαζί μας διακοπές με το αναθεματισμένο το τροχόσπιτο αφού δεν ήθελε! Γιατί να μη μείνουμε στο σπιτάκι μας; Γιατί να μην την αφήσουμε να κάνει παρέα με τους φίλους της αντί να την αναγκάσουμε να φυλακιστεί

μαζί μας μέσα σε τούτη εδώ την καταραμένη την τρύπα!» Όρμησε στο ντουλάπι που είχε χτυπήσει και άρχισε να το κοπανάει. H Σέρστιν τον άφησε να κάνει αυτό που ήθελε, μέχρι που η οργή του μετατράπηκε σε κλάμα. Τότε σηκώθηκε και, δίχως να πει κουβέντα, τον αγκάλιασε σφιχτά Στάθηκαν εκεί, έτσι ακίνητοι, για πολλή ώρα, ενωμένοι επιτέλους στον τρόμο και τη θλίψη στα οποία -παρόλο που προσπαθούσαν να γαντζωθούν από την ελπίδαείχαν αρχίσει σιγά σιγά να ενδίδουν. H Σέρστιν ένιωθε ακόμη το βάρος του μωρού στην αγκαλιά της. Αυτή τη φορά ο ήλιος έλαμπε καθώς περπατούσε στην οδό Νόρα Χαμνγκάταν. O Πάτρικ δίστασε λίγο πριν χτυπήσει την πόρτα. Μετά όμως θυμήθηκε το καθήκον του και τη χτύπησε αποφασιστικά κάνα δυο φορές. Δεν άνοιξε κανένας. Προσπάθησε άλλη μια φορά, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Πάλι καμία απάντηση. Χαρακτηριστικό, σκέφτηκε. Μάλλον έπρεπε να είχε τηλεφωνήσει πριν ξεκινήσει για εκεί. Όταν όμως κατέφτασε ο Μάρτιν και του αφηγήθηκε όσα είχε πει ο πατέρας της Τάνια, ο Πάτρικ αντέδρασε αμέσως. Κοίταξε γύρω του. Μια γυναίκα ασχολούνταν με τις γλάστρες της έξω από το γειτονικό σπίτι. "Συγγνώμη, μήπως ξέρετε που είναι οι Στρούβερ; Το αμάξι τους είναι εδώ, και υπέθεσα πως θα ήταν στο σπίτι". Εκείνη σταμάτησε ό,τι έκανε και έγνεφε. «Είναι στο λεμβοστάσιο». Εδειξε μ’ ένα μικρό μυστρί κηπουρικής προς ένα από τα μικρά κόκκινα παραπήγματα που έβλεπαν στη θάλασσα. O Πάτρικ την ευχαρίστησε και κατέβηκε μια μικρή πέτρινη σκάλα που οδηγούσε στην μπροστινή μεριά του σπιτιού. Στην προβλήτα υπήρχε μια σεζ λογκ, όπου είδε την Γκουν να κάθεται και ν’ απολαμβάνει τον ήλιο φορώντας ένα μικροσκοπικό μπικίνι. Πρόσεξε ότι ήταν τόσο ηλιοκαμένη σε όλο της το σώμα όσο και στο πρόσωπό της και εξίσου ρυτιδιασμένη. Ήταν φανερό πως κάποιοι άνθρωποι δεν έδιναν δεκάρα για τον κίνδυνο καρκίνου του δέρματος. Καθάρισε τον λαιμό του για να τραβήξει την προσοχή της. «Καλημέρα, και με συγχαρείτε που σας ενοχλώ τέτοια ώρα, αλλά αναρωτιόμουν μήπως θα μπορούσαμε να συζητήσουμε λίγο». O Πάτρικ είχε δώσει στη φωνή του έναν επίσημο τόνο, όπως έκανε πάντα όταν επρόκειτο ν’ ανακοινώσει στον άλλο κάτι άσχημο. Επαιρνε τον ρόλο του αστυνομικού, όχι του συνανθρώπου, και μόνο έτσι μπορούσε να πηγαίνει στο σπίτι και να κοιμάται ήσυχος τις νύχτες. «Ναι... βέβαια». H απάντηση ακούστηκε σαν ερώτηση. "Δώστε μου μόνο ένα λεπτό να ρίξω κάτι πάνω μου". Εξαφανίστηκε μέσα στο λεμβοστάσιο. 0 Πάτρικ κάθισε δίπλα από ένα τραπέζι και την περίμενε. Επέτρεψε για λίγο στον εαυτό του ν' απολαύσει τη θέα. Το λιμάνι έδειχνε πιο άδειο απ' ότι συνήθως, αλλά η θάλασσα στραφτάλιζε, και οι γλάροι πετούσαν ανενόχλητοι πάνω από τις προβλήτες αναζητώντας φαγητό. Πέρασε κάμποση ώρα, κι όταν η Γκουν εμφανίστηκε επιτέλους ξανά, φορούσε σορτς, μικροσκοπικό μπλουζάκι και είχε τον Λαρς να την ακολουθεί κατά πόδας. Εκείνος χαιρέτησε με σοβαρό ύφος τον Πάτρικ και κάθισε, μαζί με τη γυναίκα του, στις άλλες καρέκλες που ήταν δίπλα από το τραπέζι.

«Τι συνέβη; Βρήκατε αυτόν που δολοφόνησε τη Σιβ;» H φωνή της Γκουν είχε έναν τόνο ανυπομονησίας. "Όχι, δεν ήρθα εδώ γι' αυτό". O Πάτρικ έκανε μια παύση και ζύγισε τα επόμενα λόγια του. «Ξέρετε, σήμερα το πρωί μιλήσαμε με τον πατέρα της νεαρής Γερμανίδας που βρήκαμε μαζί με τη Σιβ». Ξανά παύση. H Γκουν ανασήκωσε απορημένη τα φρύδια της. «Και;» O Πάτρικ ανέφερε το όνομα του πατέρα της Τάνια και δεν απογοητεύτηκε καθόλου από την αντίδραση της Γκουν. Την είδε να τινάζεται ανάλαφρα και να πασχίζει να βρει τον ρυθμό της αναπνοής της. O Λαρς την κοίταζε επίσης απορημένος. Φαινόταν πως δεν ήξερε και πολλά ώστε να καταλάβει τη σχέση που μπορεί να υπήρχε. «Μα αυτός είναι ο μπαμπάς της Μάλιν. Τι λες τώρα; H Μάλιν είναι νεκρή!» Του ήταν δύσκολο να φερθεί διπλωματικά αλλά δεν είχε πάει εκεί για να παίξει τον ρόλο του διπλωμάτη. Ετσι. ο Πάτρικ αποφάσισε να της πει ξεκάθαρα αυτό που είχε πάει να της πει. «Δεν πέθανε. Αυτό το επινόησε ο πατέρας της. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, είναι φανερό πως θεώρησε ότι η απαίτησή σας για αποζημίωση ήταν λίγο -πώς να το πω;- ενοχλητική. Γι' αυτό επινόησε την ιστορία με τον θάνατο της εγγονής σας". "Μα η κοπέλα που πέθανε λέγεται Τάνια και όχι Μάλιν, έτσι δεν είναι;" Τώρα έδειχνε η Γκουν απορημένη. «Φαίνεται πως της άλλαξε το όνομα σε κάτι πιο γερμανικό. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τάνια είναι η εγγονή σας, η Μάλιν». Για μια φορά στη ζωή της η Γκουν Στρούβερ έμεινε άφωνη. O Πάτρικ παρατήρησε την οργή να φουντώνει μέσα της. Ο Λαρς προσπάθησε να την ηρεμήσει ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο της, αλλά εκείνη το τίναξε μακριά. «Ποιος διάβολο νομίζει ότι είναι! Έχεις ξανακούσει τέτοιο θράσος, Λαρς! Να μου πει ψέματα κατάμουτρα και να ισχυριστεί πως η εγγονή μου, σάρκα από τη σάρκα μου και αίμα από το αίμα μου, είναι νεκρή! Όλ' αυτά τα χρόνια ζούσε και ήταν μια χαρά, κι εγώ είχα μείνει με την εντύπωση ότι η αγαπούλα μου είχε έναν φρικιαστικό θάνατο! Και τώρα έχει το θράσος να λέει ότι το έκανε επειδή ήμουν εγώ ενοχλητική. Έχεις ξανακούσει τέτοια αναίδεια, Λαρς; Επειδή ζήτησα αυτό που μου ανήκε δικαιωματικά έγινα και ενοχλητική!» O Λαρς προσπάθησε άλλη μια φορά να την ηρεμήσει, αλλά εκείνη απόδιωξε πάλι το χέρι του. Ήταν τόσο οργισμένη που είχαν αρχίσει να σχηματίζονται φυσαλίδες σάλιου στα χείλη της. «Θα του δείξω εγώ ποια είναι η αλήθεια τελικά. Έχετε το τηλέφωνο του; Σας παρακαλώ να μου το δώσετε και θα του δείξω εγώ του κωλο-Γερμανού ποια είναι η γνώμη μου για όλη αυτή την ιστορία!»

O Πάτρικ αναστέναξε μέσα του. Μπορούσε να καταλάβει πως η Γκουν είχε κάθε δίκιο να είναι έξω φρενών, αλλά κατά την άποψή του είχε χάσει παντελώς το νόημα αυτού που της είχε πει. Την άφησε να ξεθυμάνει λίγο ακόμα και μετά της είπε ήρεμα: « Καταλαβαίνω ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο για εσάς, αλλά η ουσία είναι ότι η κοπέλα που βρήκαμε νεκρή πριν από μια εβδομάδα ήταν η εγγονή σας. Μαζί με τη Σιβ και τη Μόνα. Οπότε, πρέπει να ρωτήσω: Είναι αλήθεια ότι δεν είχατε καμία, επαφή με μια κοπέλα που ονομαζόταν Τάνια Σμιτ; Ήρθε ή δεν ήρθε σ’ επαφή μαζί σας με κάποιον τρόπο;». H Γκουν κούνησε αρνητικά και πολύ έντονα το κεφάλι της, αλλά ο Λαρς έδειχνε σκεφτικός. Μετά είπε. ζυγίζοντας τα λόγια του: «Κάποιος μας τηλεφώνησε κάνα δυο φορές δίχως να μιλήσει. Το θυμάσαι, έτσι δεν είναι, Γκουν; Ήταν μάλλον πριν από δυο ή τρεις εβδομάδες και νομίζαμε όπ τηλεφωνούσε κάποιος που ήθελε να κάνει πλάκα. Λες να ήταν;...». O Πάτρικ έγνεψε, «Πολύ πιθανόν. O πατέρας της της εκμυστηρεύτηκε όλη αυτή την ιστορία πριν από δύο χρόνια, και ίσως εκείνη να θεώρησε ότι θα ήταν δύσκολο έπειτα από όλ’ αυτά να έρθει σ’ επαφή μαζί σας. Πέρασε, επίσης, από τη βιβλιοθήκη και πήρε αντίγραφα από τα άρθρα των εφημερίδων σχετικά με την εξαφάνιση της μητέρας της. οπότε ήρθε μάλλον εδώ για να ξεκαθαρίσει τι έγινε τελικά με τη μητέρα της». «Αχ η κακόμοιρη η καρδούλα μου». H Γκουν είχε αντιληφθεί τι περίμεναν από αυτήν και είχε αρχίσει τώρα να χύνει κροκοδείλια δάκρυα. «Σκέψου ότι η αγαπούλα μου ζούσε ακόμη και βρισκόταν τόσο κοντά μου. Αχ και να είχαμε συναντηθεί πριν να... Τι άνθρωπος είναι αυτός που μου έκανε τέτοιο πράγμα; Πρώτα τη Σιβ και μετά τη μικρούλα μου τη Μάλιν». Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της. «Πιστεύετε ότι κινδυνεύω; Μήπως θέλει κάποιος το κακό μου; Μήπως χρειάζομαι αστυνομική προστασία;» «Δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο. Δεν πιστεύουμε ότι οι φόνοι έχουν κάποια σχέση μ’ εσάς γενικώς, οπότε δεν θα ανησυχούσα αν ήμουν στη θέση σας». Κατόπιν όμως δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί στον πειρασμό: «Εκτός αυτού, φαίνεται πως ο δολοφόνος στοχεύει αποκλειστικά νεαρές γυναίκες». Μετάνιωσε μεμιάς γι’ αυτό που είχε πει και σηκώθηκε πάραυτα για να δείξει ότι η συζήτηση είχε λήξει. «Λυπάμαι ειλικρινά που ήμουν αναγκασμένος να σας φέρω τόσο άσχημα μαντάτα. Αλλά θα σας ήμουν υπόχρεος αν μου τηλεφωνούσατε σε περίπτωση που θυμόσασταν κάτι άλλο. Για αρχή, θα ελέγξουμε αυτά τα τηλεφωνήματα που έγιναν». Πριν φύγει, έριξε μια ματιά γεμάτη ζήλια στη θέα προς τη θάλασσα. H Γκουν Στρούβερ ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη το άτι τα όμορφα πράγματα δεν τα διέθεταν μόνο εκείνοι που τα άξιζαν. «Τι σου είπε;» O Μάρτιν καθόταν στη μικρή καφετέρια του αστυνομικού τμήματος μαζί με τον Πάτρικ. O καφές

είχε μείνει, ως συνήθως, πάρα πολλή ώρα στην καφετιέρα, αλλά τον είχαν συνηθίσει και τον ρουφούσαν με απληστία. «Δεν θα έπρεπε να το πω, αλλά, που να με πάρει ο διάβολος, αυτή η γυναίκα είναι απαίσια. Αυτό που την τάραξε περισσότερο δεν ήταν ότι είχε χάσει τόσα χρόνια από τη ζωή της εγγονής της ή το γεγονός ότι μόλις είχε δολοφονηθεί, αλλά ότι ο πατέρας της είχε βρει έναν αποτελεσματικό τρόπο για να εξαλείψει κάθε ελπίδα της για αποζημίωση». «Είναι όντως φοβερό». H διάθεσή τους είχε πιάσει πάτο εκεί που κάθονταν και συλλογίζονταν το μέγεθος της μικροπρέπειας ορισμένων ανθρώπων. O Μέλμπεργ δεν είχε φανεί. Μάλλον είχε αποφασίσει να κοιμηθεί καλά το πρωί. O Γιέστα και ο Ερνστ ήταν έξω και κυνηγούσαν πειρατές της ασφάλτου, όπως το αποκαλούσαν αυτό που έκαναν. Στην πραγματικότητα, μάλλον κάπου θα κάθονταν και θα ψάρευαν, σε κάποιο ειδυλλιακό μέρος, ελπίζοντας ότι οι λεγόμενοι «πειρατές» θα παρουσιάζονταν μπροστά τους, θα συστήνονταν και θα τους παρακαλούσαν να τους οδηγήσουν στη φυλακή. Αυτό το αποκαλούσαν «προληπτικό αστυνομικό έργο». Και κατά κάποιον τρόπο είχαν δίκιο. Τουλάχιστον εκείνη η ειδυλλιακή τοποθεσία στην οποία άραζαν ήταν ασφαλής όσο βρίσκονταν εκεί. «Τι νομίζεις ότι ήθελε να πετύχει με την επίσκεψή της εδώ; Μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι ήθελε να κάνει τον ντετέκτιβ ερευνώντας την εξαφάνιση της μητέρας της». O Πάτρικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, ούτε εγώ το πιστεύω. Αλλά καταλαβαίνω ότι ήθελε να μάθει τι είχε συμβεί. Μάλλον ήθελε να δει τι έγινε με τα ίδια της τα μάτια. Αργά ή γρήγορα θα ερχόταν σίγουρα σ' επαφή και με τη γιαγιά της. Αλλά μπορώ να σκεφτώ ότι η περιγραφή που της είχε δώσει ο πατέρας της δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα κολακευτική, οπότε δεν είναι περίεργο που καθυστέρησε την επίσκεψη στη γιαγιά. Δεν θα νιώσω καμία έκπληξη αν αποδειχτεί, μόλις πάρουμε τις καταστάσεις από τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών, ότι τα τηλεφωνήματα προς τον Λαρς και την Γκουν Στρούβερ έγιναν από κάποιον τηλεφωνικό θάλαμο στη Φιελμπάκα, και μάλλον από τον θάλαμο που είναι στο κάμπινγκ». «Ναι, αλλά πώς κατέληξε στη Χαράδρα του Βασιλιά μαζί με τους σκελετούς της μητέρας της και της Μόνα Τερνμπλάντ;» «Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε επ’ αυτού, αλλά το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι έτυχε ν' ανακαλύψει κάτι ή, σωστότερα, κάποιον που είχε σχέση με την εξαφάνιση της μητέρας της και της Μόνα». «Αν είναι έτσι, ο Γιοχάνες αποκλείεται αυτόματα. Σίγουρα θα βρίσκεται σε κάποιον τάφο του νεκροταφείου της Φιελμπάκα». O Πάτρικ τον κοίταξε. «Το ξέρουμε όμως σίγουρα αυτό, ξέρουμε, χωρίς αμφιβολία, ότι είναι πραγματικά νεκρός;»

O Μάρτιν γέλασε. «Αστειεύεσαι, έτσι δεν είναι; Μα αυτός κρεμάστηκε το 1979. Πιο νεκρός από αυτό δεν γίνεται!» Στη φωνή του Πάτρικ είχε παρεισφρήσει ένας σχεδόν ανεπαίσθητος τόνος έντασης. «Το ξέρω ότι ακούγεται απίστευτο, αλλά για άκουσε με λίγο: Ας υποθέσουμε ότι η αστυνομία πλησιάζει αρκετά την αλήθεια, και αυτός αισθάνεται ότι το έδαφος αρχίζει να κλονίζεται κάτω από τα πόδια του. Είναι ένας Χουλτ και μπορεί να βρει κάποια μεγάλα χρηματικά ποσά, αν όχι δικά του, τότε μέσω του πατέρα του. Μερικές δωροδοκίες από εδώ, μερικές από εκεί και να πώς αποκτά κανείς μια ψεύτικη βεβαίωση θανάτου και ένα άδειο φέρετρο». O Μάρτιν έβαλε τέτοια γέλια που άρχισε να κρατάει τη» κοιλιά του. «Είσαι εντελώς τρελός! Για τη Φιελμπάκα μιλάμε όχι για το Σικάγο της δεκαετίας του ’20! Είσαι σίγουρος όπ δεν κάθισες περισσότερο απ' όσο έπρεπε στον ήλιο εκεί πέρα στην προβλήτα, διότι, που να με πάρει ο διάβολος, ακούγεσαι σαν να έχεις πάθει ηλίαση. Πάρε μόνο το γεγονός ότι τον βρήκε ο ίδιος του ο γιος. Πώς καταφέρνεις ένα εξάχρονο παιδί να πει κάτι τέτοιο αν δεν είναι αλήθεια;» «Δεν ξέρω, αλλά σκοπεύω να το ψάξω. Θα έρθεις μαζί μου;» «Να έρθω πού;» O Πάτρικ έριξε μια απελπισμένη ματιά προς τα πάνω και απάντησε πολύ αργά και με περισσή σαφήνεια; «Να μιλήσουμε με τον Ρόμπερτ, φυσικά». O Μάρτιν άφησε έναν αναστεναγμό, αλλά σηκώθηκε. «Λες και δεν έχουμε άλλη δουλειά να κάνουμε» μουρμούρισε. Καθώς πήγαιναν να φύγουν, θυμήθηκε κάτι ακόμα «Και με το λίπασμα τι θα κάνουμε; Είχα σκεφτεί να το ελέγξω πριν από το μεσημεριανό φαγητό». «Πες στην Ανικα να το κάνει» φώναξε ο Πάτρικ πάνω από τον ώμο του. O Μάρτιν σταμάτησε στη ρεσεψιόν και έδωσε στην Ανικα τις πληροφορίες που απαιτούνταν. Δουλειά πολλή δεν είχε και χάρηκε πολύ που θα είχε να κάνει κάτι συγκεκριμένο. O Μάρτιν δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του ότι σπαταλούσαν άδικα τον χρόνο τους. H ιδέα του Πάτρικ του φαινόταν παρατραβηγμένη και υπερβολικά παράλογη για να μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα αυτός ήταν ο επικεφαλής της έρευνας... Η Ανικα έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά που της ανέθεσαν. Τις τελευταίες μέρες τις είχε περάσει μέσα στο άγχος, αφού ήταν εκείνη που καθόταν σαν αράχνη στο κέντρο και οργάνωνε τις ομάδες αναζήτησης για την Τζένι. Όμως τώρα, έπειτα από τρεις μέρες μάταιων αναζητήσεων, τις είχαν ανακαλέσει, και εφόσον ένας πολύ μεγάλος αριθμός τουριστών είχε εγκαταλείψει την περιοχή ως άμεσο αποτέλεσμα των πρόσφατων συμβάντων. είχε πέσει μια απόκοσμη σιωπή στο τηλεφωνικό κέντρο του αστυνομικού τμήματος. Ακόμα και οι δημοσιογράφοι είχαν αρχίσει να χάνουν το

ενδιαφέρον τους και είχαν στραφεί σε νέες πιο επείγουσες ειδήσεις. Κοίταξε το σημείωμα όπου είχε κρατήσει τις πληροφορίες που της είχε δώσει ο Μάρτιν και έψαξε να βρει στον τηλεφωνικό κατάλογο τον αριθμό. Αφού τη συνέδεσαν πρώτα με αρκετά τμήματα της εταιρείας, κατάφερε τελικά να πάρει το όνομα του διευθυντή πωλήσεων. Την έβαλαν σε αναμονή υπό τους ήχους κονσερβοποιημένης μουσικής να ταλαιπωρούν το αυτί της, όλη αυτή την ώρα σκεφτόταν την εβδομάδα που είχε περάσει στην Ελλάδα, η οποία τώρα της φαινόταν πολύ μακρινή. Όταν επέστρεψε από την εβδομάδα των διακοπών ένιωθε ξεκούραστη, δυνατή και όμορφη. Μόλις όμως έπεσε ξανά στην παραζάλη της δουλειάς, τα αποτελέσματα των διακοπών χάθηκαν αμέσως. Νοσταλγούσε εκείνες τις λευκές παραλίες, τα γαλαζοπράσινα νερά και τα μεγάλα μπολ με τζατζίκι που της έφεραν μπροστά της. Και αυτή και ο σύζυγός της είχαν πάρει κάνα δυο κιλά από εκείνα τα υπέροχα μεσογειακά πιάτα, αλλά γι' αυτό δεν τους καιγόταν καρφί. Κανένας από τους δυο τους δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα λεπτός και αυτό το είχαν αποδεχτεί σαν κάτι δεδομένο, παραμένοντας μακάρια ανενόχλητοι από τις διαιτητικές συμβουλές εφημερίδων και περιοδικών. Όταν ξάπλωναν κολλητά ο ένας δίπλα στον άλλο, οι καμπύλες τους ταίριαζαν απόλυτα μεταξύ τους και σχημάτιζαν ένα ενιαίο, μεγάλο κύμα παχουλής σάρκας. Κατά τη διάρκεια των διακοπών τους είχαν επιδοθεί κατά κόρον σε αυτού του είδους τον σχηματισμό.... Οι αναμνήσεις της Ανικα διακόπηκαν απότομα από μια μελωδική αντρική φωνή που διέθετε τη χαρακτηριστική προφορά του Λίσεσιλ, εκείνη με τα μακρά «ι». Ήταν γενικά κοινός τύπος πως εύποροι Στοκχολμιώτες χρησιμοποιούσαν αυτή την προφορά όταν ήθελαν να επιδείξουν πως ήταν αρκετά πλούσιοι ώστε να έχουν ένα εξοχικό στη δυτική ακτή. Το πόσο αλήθευε δεν το ήξερε, αλλά ήταν μια αστεία ιστορία. H Ανικα του εξήγησε τι ήθελε. «Α, πολύ συνταρακτικό. Έρευνα για φόνο. Παρόλο που έχω τριάντα χρόνια στη δουλειά είναι η πρώτη φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να βοηθήσω σε κάτι τέτοιο». Πολύ χαίρομαι που κατάφερα να σου φτιάξω τη μέρα, σκέφτηκε εκνευρισμένη η Ανικα, αλλά δεν το είπε φωναχτά για να μην του κόψει την προθυμία να τη βοηθήσει. Μερικές φορές, η προθυμία του λεγόμενου μέσου ανθρώπου να συμμετέχει σε άσχημες καταστάσεις άγγιζε τα όρια του νοσηρού. «θα θέλαμε να μας δώσετε μια λίστα πελατών που χρησιμοποιούν το λίπασμα FZ-302». «Λοιπόν, αυτό δεν είναι τόσο εύκολο. Σταματήσαμε να το πουλάμε το 1985. Πολύ καλό προϊόν, αλλά οι νέοι περιβαλλοντικοί κανονισμοί μάς ανάγκασαν, δυστυχώς, να σταματήσουμε την παραγωγή του». O διευθυντής πωλήσεων αναστέναξε βαριά για την αδικία που είχε προκαλέσει η περιβαλλοντική νομοθεσία εις βάρος των πωλήσεων ενός επιτυχημένου προϊόντος. «Ναι, αλλά υποθέτω ότι θα διαθέτετε κάποια μορφή έγγραφης τεκμηρίωσης» προσπάθησε να τον τουμπάρει η Ανικα. «Ναι, θα πρέπει να το ελέγξω με το διοικητικό τμήμα αλλά

είναι πιθανό να υπάρχουν κάποιες πληροφορίες στο παλιό αρχείο. Μέχρι το το 1987 η καταγραφή των δεδομένων γινόταν χειρωνακτικά, μετά μηχανογραφήθηκαν όλα. Αλλά δεν νομίζω να πετάξαμε κάτι". "Δεν θυμάσαι κάποιον που να αγόραζε..." έκανε η Ανικα κοιτάζοντας ξανά το σημείωμα "το προϊόν FZ-302 εδώ στην περιοχή;" "Όχι αγαπητή μου, έχουν περάσει πολλά χρόνια, οπότε δεν μπορώ να πω τίποτα έτσι στον αέρα". Γέλασε. «Κύλησε πολύ νερό στο ποτάμι από τότε». «Ναι, ούτ' εγώ πίστευα ότι θα ήταν τόσο εύκολο. Πόσο καιρό θα σας πάρει να συγκεντρώσετε τις πληροφορίες;» Εκείνος σκέφτηκε λίγο. «Για να δω... Αν πάω στις κοπελιές του διοικητικού τμήματος με κάνα κέικ και μερικά φιλικά λόγια, πιστεύω ότι θα μπορείς να έχεις μια απάντηση αργότερα σήμερα ή νωρίς αύριο το πρωί. Είναι εντάξει;» Ήταν γρηγορότερα απ' ό,τι είχε τολμήσει να ελπίζει η Ανικα όταν τον άκουσε να μιλάει για παλιά αρχεία, και γι' αυτό τον ευχαρίστησε χαρούμενη. Έγραψε ένα σημείωμα στον Μάρτιν για τα αποτελέσματα της συνομιλίας της και το άφησε στο γραφείο του. «Γιέστα;» «Ναι, Ερνστ». «Πιστεύεις ότι μπορεί να γίνει ομορφότερη η ζωή απ’ ό,τι είναι τώρα;» Κάθονταν σ’ ένα σημείο ανάπαυσης λίγο έξω από το Τανουμσχέντε, σ' ένα από εκείνα τα τραπέζια που είναι για πικ νικ. Μια που δεν ήταν τίποτα ερασιτέχνες της λούφας, είχαν προβλέψει να έχουν μαζί τους θερμός με καφέ από το σπίτι του Ερνστ, ενώ είχαν αγοράσει μια τεράστια σακούλα με βουτήματα από τον φούρνο του Τανουμσχέντε. O Έρνστ είχε ξεκουμπώσει το πουκάμισο της στολής εκθέτοντας το πεσμένο και κάτασπρο στέρνο του στον ήλιο. Με την άκρη του ματιού του παρακολουθούσε διακριτικά μια παρέα κοριτσόπουλα, που ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών και γελούσαν και φλυαρούσαν, κάνοντας ένα διάλειμμα στο ταξίδι τους με το αυτοκίνητο. «Ρε συ, μάζεψε τη γλώσσα σου. Όπως και το πουκάμισό σου. Θες να περάσει κανένας συνάδελφος και να έχουμε ντράβαλα; Ας φαίνεται τουλάχιστον πως είμαστε σε υπηρεσία». «Έλα τώρα, χαλάρωσε λίγο. Είναι πολύ απασχολημένοι οι συνάδελφοι, ψάχνουν για εκείνη την κοπέλα. Δεν θα ενδιαφερθούν να ελέγξουν τι κάνουμε εμείς». O Γιέστα συννέφιασε. «Τζένι Μέλερ τη λένε. Όχι "εκείνη την κοπέλα". Μήπως θα έπρεπε να βοηθάμε κι εμείς λίγο αντί να καθόμαστε εδώ σαν δύο πορνόγεροι παιδεραστές του κερατά;» είπε και κούνησε το κεφάλι του προς τη μεριά της κοριτσίστικης παρέας, από την οποία ο Ερνστ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του.

«Ω διάβολε, πολύ καθωσπρέπει μου έγινες τώρα τελευταία. Δεν σε έχω ξανακούσει να παραπονιέσαι από τότε που σε έσωσα από εκείνο τον μύλο της δουλειάς που μας αλέθει καθημερινά. Μη μου πεις ότι πήγες κι έγινες θρήσκος τώρα στα γεράματα». O Ερνστ στράφηκε προς το μέρος του, ενώ τα μάτια του είχαν στενέψει ανησυχητικά. O Γιέστα τα χρειάστηκε. Σκέφτηκε πως ίσως ήταν βλακώδες εκ μέρους του να μιλήσει έτσι. Πάντα έτρεφε κάποιον φόβο για τον Ερνστ. Θύμιζε πολύ τα αγόρια στο σχολείο που περίμεναν να βγει κάποιος έξω από το προαύλιο. Τα αγόρια που μπορούσαν να οσφραίνονται την αδυναμία του άλλου και κατόπιν να την εκμεταλλεύονται δείχνοντάς έτσι την ανωτερότητα τους. O Γιέστα είχε δει με τα ίδια του τα μάπα τι είχε γίνει με όσους πήγαν κόντρα στον και μετάνιωσε για όσα είχε πει. H απάντησή του βγήκε σαν μουρμουρητό. «Ε, δεν εννοούσα ιδιαίτερα και τίποτε από αυτά που είπα. Απλώς λυπάμαι τους γονείς της. Μόνο δεκαεφτά είναι το κοριτσάκι». «Δεν θέλουν όμως τη βοήθεια μας. O Μέλμπεργ, για κάποιον λόγο, γλείφει τον κώλο εκείνου του μαλάκα του Χέντστρεμ, που να πάρει ο διάβολος, γι’ αυτό δεν σκέφτομαι να στρεσαριστώ δίχως λόγο". Η φωνή του ήταν έντονη και οργισμένη κάτι που έκανε τις κοπέλες να γυρίσουν και να τους κοιτάξουν. O Γιέστα δεν τολμούσε να πει στον Ερνστ να σωπάσει, αλλά χαμήλωσε ο ίδιος τη φωνή του με την ελπίδα ότι θα τον μιμούνταν και ο συνάδελφός του. Δεν τολμούσε, επίσης ν' αναφέρει ποιος έφερε την ευθύνη για το ότι ο Ερνστ δεν συμμετείχε στην έρευνα. O Ερνστ, από τη μεριά του, και καταπώς τον βόλευε, είχε αποσιωπήσει παντελώς την παράλειψη του ν’ αναφέρει την εξαφάνιση της Τάνια. «Έχω την αίσθηση, ωστόσο, πως ο Χέντστρεμ κάνει αρκετά καλή δουλειά. Κι ο Μολίν δουλεύει πολύ σκληρά. Και για να είμαι ειλικρινής δεν συνέβαλα κι εγώ όσο μπορούσα». O Ερνστ τον κοίταζε σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά του. «Τι διάβολο κάθεσαι και λες, Φλίγκαρε! Κάθεσαι εδώ και μου υποστηρίζεις ότι δύο τσογλάνια που δεν διαθέτουν ούτε γραμμάριο από τη συνολική μας πείρα μπορούν να κάνουν καλύτερη δουλειά απ’ ό,τι εμείς; Πώς; Αυτό κάθεσαι και μου λες βρε ηλίθιο άτομο;» Αν ο Γιέστα είχε σκεφτεί κάπως πριν μιλήσει, σίγουρα θα είχε προβλέψει τον αντίκτυπο που θα είχαν τα λόγια του στον πληγωμένο εγωισμό του Ερνστ. Τώρα έπρεπε να κάνει πίσω όσο γρηγορότερα μπορούσε. «Μα δεν το εννοούσα έτσι. Είπα μόνο ότι... Σίγουρο, είναι γεγονός ότι δεν έχουν τη δική μας πείρα. Αλλωστε, δεν έχουν μέχρι τώρα και κανένα αποτέλεσμα, οπότε...» «Εμ, βέβαια, έτσι ακριβώς είναι» είπε λίγο πιο ικανοποιημένος ο Ερνστ. «Τίποτα δεν μας έδειξαν ακόμη. Τελεία και παύλα». Ο Γιέστα ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Η προσπάθεια του να αποδείξει ότι είχε και αυτός άποψη απέτυχε οικτρά και μάλιστα πολύ σύντομα.

"Λοιπόν, τι λες Φλίγκαρε; Θα πιούμε άλλο ένα καφεδάκι με ένα βούτημα;" O Γιέστα απλώς έγνεψε καταφατικά. Είχε ζήσει τόσο πολύ τηρώντας τον νόμο περί ελάχιστης αντίστασης ώστε να είναι και το μόνο που του φαινόταν πια φυσικό. O Μάρτιν έριξε μια ματιά όλο περιέργεια μόλις έστριψαν και έφτασαν στο φτωχόσπιτο. Δεν είχε ξαναπάει στο σπίτι της Σούλβεΐγκ και των παιδιών της και τώρα παρατηρούσε ξαφνιασμένος την ακαταστασία που επικρατούσε εκεί. «Πώς διάβολο μπορεί να ζει κάποιος έτσι;» Βγήκαν από το αυτοκίνητο, και ο Πάτρικ άνοιξε διάπλατα τα χέρια του. «Αυτό ξεπερνά τον νοητικό μου ορίζοντα. Έτσι μου έρχεται ν’ αρχίσω να συγυρίζω εδώ πέρα. Μερικά από τα παρατημένα αυτοκίνητα βρίσκονται εδώ από την εποχή που ζούσε ακόμη ο Γιοχάνες, νομίζω». Μόλις χτύπησαν την πόρτα άκουσαν βήματα που σέρνονταν. H Σούλβεΐγκ θα καθόταν σίγουρα στη συνηθισμένη θέση της στο τραπέζι της κουζίνας και δεν βιαζόταν ιδιαίτερα να πάει να τους ανοίξει. «Τι είναι πάλι τούτο εδώ; Δεν λέτε ν’ αφήσετε τον τίμιο κοσμάκη στην ησυχία του, ε;» O Μάρτιν και ο Πάτρικ αντάλλαξαν ένα βλέμμα. H διατύπωση της Σούλβεΐγκ ερχόταν σε αντίφαση με το ποινικό μητρώο των γιων της, που γέμιζε ολόκληρη σελίδα Α4. «Θα θέλαμε να σου μιλήσουμε λίγο. Όπως και στον Στέφαν και τον Ρόμπερτ, αν είναι στο σπίτι». «Κοιμούνται». H Σούλβεΐγκ παραμέρισε μουτρωμένη και τους άφησε να περάσουν. O Μάρτιν δεν μπόρεσε να κρύψει έναν μορφασμό αηδίας, και ο Πάτρικ τού έριξε μια αγκωνιά για να τον αναγκάσει να συνέλθει. O Μάρτιν πήρε αμέσως υπηρεσιακό ύφος και ακολούθησε τον Πάτρικ και τη Σούλβεΐγκ στην κουζίνα. Τους άφησε εκεί και πήγε να ξυπνήσει τους γιους της οι οποίοι, όπως είχε ακριβώς αναφέρει, κοιμόντουσαν του καλού καιρού στο κοινό τους δωμάτιο. «Σηκωθείτε, παιδιά, οι μπάτσοι άρχισαν πάλι τα πέρα δώθε στο σπίτι μας. Για βιαστείτε να τελειώνουμε μπας και ξεκουμπιστούν καμιά φορά τα καρακόλια» φώναξε η Σούλβεΐγκ. Δεν την ένοιαξε ιδιαίτερα που ο Πάτρικ και ο Μάρτιν άκουσαν όσα είχε πει. Απλώς επέστρεψε σεινάμενη κουνάμενη στην κουζίνα και ξανακάθισε ήρεμα στη θέση της. O Στέφαν και ο Ρόμπερτ εμφανίστηκαν αγουροξυπνημένοι φορώντας μόνο τα σλιπ. «Δεν λέτε να το βάλετε κάτω με τίποτα έτσι; Αρχίζει να μοιάζει με παρενόχληση αυτό το πράγμα». O Ρόμπερτ παρέμενε ατάραχος και θρασύς, όπως πάντα. O Στέφαν τούς κοίταξε λοξά και άπλωσε το χέρι του για να πάρει το πακέτο με τα τσιγάρα που ήταν στο τραπέζι. Αναψε ένα και άρχισε να

τινάζει τις στάχτες εδώ κι εκεί, μέχρι που ο Ρόμπερτ τού είπε με σφυριχτή φωνή να σταματήσει O Μάρτιν αναρωτιόταν μέσα του με ποιο τρόπο θα έθετε ο Πάτρικ το ευαίσθητο ερώτημα. Ήταν ακόμη αρκετά σίγουρος ότι ο Πάτρικ κυνηγούσε χίμαιρες. «Έχουμε μερικές ερωτήσεις σχετικά με τον θάνατο του συζύγου σας». H Σούλβεΐγκ και οι γιοι της κοίταξαν τον Πάτρικ ξαφνιασμένοι. "Τον θάνατο του Γιοχάνες; Γιατί; Πήγε και κρεμάστηκε και δεν υπάρχει τίποτ' άλλο να ειπωθεί γι’ αυτό, εκτός από το γεγονός ότι κάτι τέτοιοι σαν κι εσάς τον ανάγκασαν να φτάσει ως εκεί!" O Ρόμπερτ είπε στη μάνα του να σωπάσει. Μετά κοίταξε έντονα τον Πάτρικ. «Τι ψάχνεις πάλι; Η μαμά έχει δίκιο. Κρεμάστηκε, κι αυτό είναι όλο». «Θέλουμε απλώς να τα διασαφηνίσουμε όλα. Εσύ τον βρήκες;» O Ρόμπερτ έγνεψε καταφατικά. «Ναι, και σε όλη μου τη ζωή θα έχω αυτή την εικόνα στο μυαλό μου». «Μήπως θα μπορούσες να μου περιγράψεις τι συνέβη ακριβώς εκείνη τη μέρα;» «Δεν καταλαβαίνω σε τι θα χρησιμεύσει» είπε μουτρωμένος ο Ρόμπερτ. «Θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα, πάντως, αν το έκανες» τον καλόπιασε ο Πάτρικ και έπειτα από λίγο πήρε την απάντηση του Ρόμπερτ, η οποία συνοδεύτηκε από το αδιάφορο σήκωμα των ώμων του. «Εντάξει, αν αυτό σε εξυπηρετεί στη δουλειά σου, τότε...» Αναψε κι αυτός ένα τσιγάρο σαν τον αδερφό του. και τώρα ο καπνός άρχισε να αιωρείται σαν βαρύ σύννεφο στη μικρή κουζίνα. «Ήρθα στο σπίτι μετά το σχολείο και πήγα στο αγρόκτημα να παίξω λίγο. Είδα ότι η πόρτα του αχυρώνα ήταν ανοιχτή κι αυτό μου κίνησε την περιέργεια. Πήγα να το ελέγξω. Εκεί μέσα ήταν, ως συνήθως, σκοτάδι, και το μόνο φως που έμπαινε ήταν αυτό που περνούσε από τα ανοίγματα των σανίδων. Μύριζε άχυρο». O Ρόμπερτ έμοιαζε να έχει χαθεί μέσα σ’ έναν δικό του κόσμο. Συνέχισε: «Ένιωθα όμως πως κάτι δεν πήγαινε χαλά». Κόμπιασε. «Δεν μπορώ να το περιγράψω, αλλά ένιωθα ότι κάτι ήταν διαφορετικό». O Στέφαν κοίταζε συγκλονισμένος τον αδερφό του. O Μάρτιν σκέφτηκε ότι πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που ο Στέφαν άκουγε, με κάθε λεπτομέρεια, για κείνη τη μέρα που κρεμάστηκε ο πατέρας του. O Ρόμπερτ συνέχισε: «Προχώρησα προσεχτικά μέσα. Προσποιούμουν ότι πλησίαζα κρυφά Ινδιάνους. Πολύ αθόρυβα, κινήθηκα προς το πατάρι του αχυρώνα και μόλις έκανα κάνα δυο βήματα προς τα μέσα είδα να κείτεται στο πάτωμα. Πήγα ως εκεί. Όταν είδα πως ήταν ο μπαμπάς χάρηκα. Νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Ότι ήθελε να τρέξω ανήσυχος κοντά του και να πεταχτεί πάνω

να με αρπάξει και ν' αρχίσει να με γαργαλάει ή κάτι τέτοιο». O Ρόμπερτ ξεροκατάπιε. «Αλλά αυτός παρέμεινε ακίνητος. Τον άγγιξα προσεχτικά με το πόδι... Καμία κίνηση. Μετά είδα πως είχε ένα σχοινί στον λαιμό. Όταν κοίταξα πάνω, είδα ένα κομμάτι σχοινί και στην οριζόντια δοκό στήριξης». Το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο έτρεμε. O Μάρτιν έριξε μια κλεφτή ματιά στον Πάτρικ για να δει πώς αντιδρούσε σε αυτή την αφήγηση. Για τον Μάρτιν ήταν ξεκάθαρο ότι ο Ρόμπερτ δεν έλεγε ψέματα. Ήταν τόσο χειροπιαστός ο πόνος του που ένιωθε πως αν άπλωνε το χέρι του θα μπορούσε να τον πιάσει. Είδε ότι ο συνεργάτης του σκεφτόταν το ίδιο πράγμα. Με βαριά καρδιά, ο Πάτρικ τον ρώτησε: «Και τι έκανες μετά;». O Ρόμπερτ φύσηξε τον καπνό σχηματίζοντας ένα δαχτυλίδι στον αέρα και το κοίταξε μέχρι που άρχισε να διαλύεται και εξαφανίστηκε. «Πήγα και έφερα τη μάνα, φυσικά. Ήρθε κι αυτή να δει ούρλιαξε τόσο πολύ που παραλίγο να μου σπάσει τα τύμπανα και μετά τηλεφώνησε στον παππού». O Πάτρικ αντέδρασε. «Όχι στην αστυνομία;» H Σούλβεΐγκ έξυσε νευρικά το τραπεζομάντιλο και είπε. «Όχι, τηλεφώνησα στον Εφραίμ. Ήταν το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό». «Δηλαδή η αστυνομία δεν ήρθε ποτέ εδώ;» επέμεινε ο Πάτρικ. «Όχι. Το ανέλαβε ο Εφραίμ. Τηλεφώνησε στον γιατρό Χάμαρστρεμ, που ήταν επισκέπτης γιατρός εδώ εκείνη την εποχή. Αυτός ήρθε και είδε τον Γιοχάνες και μετά έγραψε μία από εκείνες τις βεβαιώσεις για την αιτία θανάτου, δεν ξέρω λένε, και φρόντισε να έρθει ο εργολάβος κηδειών και να τον πάρει». «Καθόλου όμως αστυνομία, έτσι δεν είναι;» συνέχισε να επιμένει ο Πάτρικ. «Όχι, είπαμε. O Εφραίμ φρόντισε για όλα. Σίγουρα ο δόκτωρ Χάμαρστρεμ μίλησε με την αστυνομία, αλλά κανείς τους δεν ήρθε εδώ έξω για να ελέγξει οτιδήποτε. Και γιατί να το χάνουν άλλωστε; Αυτοκτονία ήταν!» O Πάτρικ δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει ότι η αστυνομία πρέπει πάντα να καλείται στον τόπο μιας αυτοκτονίας. Σίγουρα, ο Εφραίμ Χουλτ κι εκείνος ο δόκτορας Χάμαρστρεμ αποφάσισαν μόνοι τους να μην καλέσουν την αστυνομία πριν μετακινηθεί το πτώμα από το σημείο θανάτου. Γιατί όμως; Φαινόταν πάντως πως δεν επρόκειτο να βγει κάτι περισσότερο από αυτούς εδώ. O Μάρτιν όμως είχε μια ιδέα. «Μήπως είδατε καμιά γυναίκα εδώ στην περιοχή; Γύρω στα είκοσι πέντε, καστανομάλλα, κανονικό κορμί;» O Ρόμπερτ γέλασε. Το σοβαρό ύφος που είχε μέχρι τότε εξαφανίστηκε δίχως ν’ αφήσει κανένα ίχνος

στη φωνή του. «Αν σκεφτεί κανείς πόσες γκόμενες τρέχουν δεξιά κι αριστερά εδώ πέρα, μάλλον θα πρέπει να μας δώσεις λίγα περισσότερα στοιχεία». O Στέφαν τούς κοίταζε με έντονο βλέμμα. «Την έχεις δει σε φωτογραφία. Είναι αυτή στα πρωτοσέλιδα H Γερμανίδα που βρήκαν μαζί με τις άλλες κοπέλες» είπε στον Ρόμπερτ. H αντίδραση της Σούλβεΐγκ ήταν μάλλον εκρηκτική. «Τι διάβολο εννοείτε; Τι δουλειά είχε εκείνη εδώ πέρα; Πάτε να μας σύρετε πάλι στη λάσπη τώρα! Πρώτα κατηγορείτε τον Γιοχάνες και μετά έρχεσαι εσύ εδώ και κάνεις ενοχοποιητικές ερωτήσεις στους γιους μου. Έξω αποδώ! Δεν θέλω να σας ξαναδώ στο σπίτι μου! Να πάτε στον διάβολο!» Είχε σηκωθεί και τους έσπρωχνε προς τα έξω με τη βοήθεια του μεγάλου όγκου της. O Ρόμπερτ γελούσε, αλλά ο Στέφαν έδειχνε συλλογισμένος. Όταν η Σούλβεΐγκ επέστρεψε λαχανιασμένη, αφού είχε κλείσει την πόρτα με όλη της τη δύναμη πίσω από τον Μάρτιν και τον Πάτρικ, ο Στέφαν πήγε στο δωμάτιό του ξανά δίχως να πει κουβέντα. Τράβηξε τα σκεπάσματα μέχρι πάνω και έκανε ότι κοιμόταν. Έπρεπε να σκεφτεί. H Αννα ένιωθε χάλια εκεί που καθόταν στο πολυτελές ιστιοφόρο. O Γκούσταβ είχε συμφωνήσει, χωρίς ερωτήσεις, ν’ αποπλεύσουν αμέσως και την άφησε στην ησυχία της εκεί που καθόταν στην πλώρη, με τα χέρια σφιχτά πλεγμένα γύρω από τα γόνατά της. Είχε δεχτεί τη συγγνώμη της μ’ έναν αέρα μεγαλοψυχίας και της υποσχέθηκε να τους πάει, αυτή και τα παιδιά, στο Στρέμσταντ απ’ όπου θα έπαιρναν το τρένο για το σπίτι τους. Όλη της η ζωή ήταν μονίμως ένα αναθεματισμένο χάος. Το άδικο στα λόγια της Ερίκα την έκανε να χύνει δάκρυα οργής, αλλά αυτή η οργή συνοδευόταν από θλίψη για το γεγονός ότι συνεχώς κατέληγαν σε πορεία σύγκρουσης. Όλα ήταν τόσο περίπλοκα με την Ερίκα. Ποτέ δεν της έφτανε ο ρόλος της μεγαλύτερης αδερφής, δεν της έφτανε να προσφέρει υποστήριξη και ενθάρρυνση. Αντιθέτως, είχε αποφασίσει από μόνη της να επωμιστεί και τον ρόλο της μητέρας, δίχως να καταλαβαίνει ότι αυτό απλώς έκανε μεγαλύτερο το κενό που είχε αφήσει πίσω της η μητρική φροντίδα που έπρεπε να είχαν. Σε αντίθεση με την Ερίκα, η Αννα δεν κατηγόρησε ποτέ την Έλσι για την αδιαφορία που έδειχνε στις κόρες της. Πίστευε, τουλάχιστον, πως το είχε δεχτεί σαν ένα από τα άσχημα δεδομένα της ζωής. Όταν όμως πέθαναν ξαφνικά κι απρόσμενα και οι δύο γονείς τους, κατάλαβε ότι πάντα ήλπιζε πως η Ελσι θα μαλάκωνε κάποια στιγμή με τα χρόνια και θα αναλάμβανε τον ρόλο της μητέρας. Αυτό θα έδινε και στην Ερίκα τη δυνατότητα να είναι μόνο αδερφή. Όμως, ο θάνατος της μητέρας τους τις είχε αναγκάσει να παγιδευτούν σε ρόλους από τους οποίους δεν ήξεραν πώς να ξεφύγουν. Οι περίοδοι σιωπηρά συμφωνημένης ειρήνης παραχωρούσαν αναπόδραστα τη θέση τους σε πόλεμο χαρακωμάτων, και όποτε συνέβαινε αυτό ένα κομμάτι της ψυχής της ξεριζωνόταν από μέσα της. Ταυτόχρονα, η Ερίκα και τα παιδιά ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι που είχε τώρα. Παρόλο που η Αννα δεν ήθελε να το ομολογήσει μπροστά στην Ερίκα, έβλεπε κι αυτή τον Γκούσταβ όπως ακριβώς ήταν: ένα επιφανειακό, κακομαθημένο αγόρι. Εντούτοις, δεν κατάφερνε να μην υποκύπτει στον

πειρασμό, μια που ήταν ό,τι καλύτερο για την αυτοπεποίθησή της να κυκλοφορεί στο πλάι ενός άντρα σαν τον Γκούσταβ. Δίπλα του γινόταν κι αυτή ορατή. O κόσμος ψιθύριζε και αναρωτιόταν ποιά ήταν, ενώ οι γυναίκες κοίταζαν επιδοκιμαστικά τα πανέμορφα επώνυμα ρούχα που της χάριζε αφειδώς ο Γκούσταβ. Ακόμα κι εδώ, στη θάλασσα, ο κόσμος από τα ιστιοφόρα κοίταζε με ζήλια το τεράστιο ιστιοφόρο, κι εκείνη ένιωθε μια ανόητη περηφάνια εκεί που καθόταν στην πλώρη σαν λουόμενη καλλονή. Κάποιες άλλες φορές όμως ντρεπόταν σαν αντιλαμβανόταν πως ήταν τα παιδιά της εκείνα που έπρεπε να πληρώσουν το τίμημα της ανάγκης της για επιβεβαίωση. Είχαν ήδη περάσει πολύ άσχημα όσο καιρό ζούσαν με τον πατέρα τους, και η Αννα, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο Γκούσταβ ήταν ο κατάλληλος αντικαταστάτης. Διότι ήταν ψυχρός, αδέξιος και δεν έδειχνε καμία ανοχή με τα παιδιά και η Αννα δεν ήθελε να τον αφήνει μόνο μαζί τους. Μερικές φορές ζήλευε τόσο πολύ την Ερίκα που της ερχόταν να ξεράσει. Τη στιγμή που η ίδια βρισκόταν στη μέση ενός δικαστικού αγώνα για την κηδεμονία των παιδιών, είχε δυσκολίες με τα οικονομικά και, για να ήταν ειλικρινής, μια εντελώς κενή σχέση, η Ερίκα έδειχνε να κινείται επιτυχώς στη ζωή σαν μια έγκυος μαντόνα. O άντρας που είχε διαλέξει η Ερίκα να κάνει πατέρα του παιδιού της ήταν ακριβώς ο τύπος που και η Αννα γνώριζε πως χρειαζόταν για να νιώσει ευτυχισμένη. Μόνο που λόγω κάποιας έμφυτης αυτοκαταστροφικής τάσης μονίμως αποτύγχανε να τον αποκτήσει. Το γεγονός ότι η Ερίκα ήταν οικονομικά ανεξάρτητη, όπως επίσης ότι διέθετε το κόρος μιας γνωστής προσωπικότητας, έκανε τους μικρούς ζηλόφθονους δαίμονες της αδερφικής αντιπαλότητας να εμφανίζονται συχνότερα. H Αννα δεν ήθελε να είναι τόσο μικροπρεπής, αλλά δυσκολευόταν ν' αντισταθεί στην πίκρα που ένιωθε όταν έβλεπε μόνο τη δική της ζωή να προδιαγράφεται με τα μελανότερα χρώματα. Τα ξαναμμένα ξεφωνητά των παιδιών, συνοδευμένα από τους βρυχηθμούς ενός εκνευρισμένου Γκούσταβ, την έβγαλαν απότομα από τις σκέψεις αυτολύπησης και την ανάγκασαν να επιστρέψει στη δική της πραγματικότητα. Εσφιξε πάνω της τη νιτσεράδα και, περπατώντας προσεχτικά κατά μήκος της κουπαστής, επέστρεψε στην πρύμνη του σκάφους. Αφού ηρέμησε το παιδιά, πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει στον Γκούσταβ. Ακόμα και με αυτά τα άσχημα χαρτιά που είχε στα χέρια της το παιχνίδι έπρεπε να συνεχιστεί. Όπως έκανε τόσες φορές τελευταία, περιπλανιόταν άσκοπα μέσα στο μεγάλο σπίτι. O Γκάμπριελ έλειπε σε άλλο ένα από τα πολλά επαγγελματικά του ταξίδια, και είχε μείνει πάλι μόνη. H συνάντηση με τη Σούλβεΐγκ είχε αφήσει μια απαίσια γεύση στο στόμα της. ενώ για άλλη μια φορά ένιωθε τη ματαιότητα της κατάστασης. Ποτέ της δεν θα λυτρωνόταν. O βρόμικος και στρεβλός κόσμος της Σούλβεΐγκ είχε κολλήσει πάνω της σαν άσχημη μυρωδιά. Κοντοστάθηκε μπροστά στη σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο της δυτικής πτέρυγας. O όροφος του Εφραίμ. H Λάινε δεν είχε ανέβει πάλι εκεί από τότε που πέθανε ο Εφραίμ. Αλλά ούτε και πριν ανέβαινε. Εκεί πάνω ήταν πάντα η επικράτεια του Γιάκομπ, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις του Γκάμπριελ. Κάποτε ο Εφραίμ καθόταν εκεί και δεχόταν σε ακρόαση τους άντρες σαν φεουδάρχης. Οι γυναίκες στον δικό του κόσμο ήταν απλώς σκιές, επιφορτισμένες με το καθήκον να προσφέρουν ικανοποίηση και να

φροντίζουν για τις δουλειές στον κάτω όροφο. Ανέβηκε διστακτικά τη σκάλα. Σταμάτησε μπροστά από την πόρτα Μετά την έσπρωξε αποφασιστικά. Όλα ήταν ακριβώς όπως τα θυμόταν. Μια αρσενική μυρωδιά σκέπαζε τα σιωπηλά δωμάτια. Εδώ ήταν, λοιπόν, οι χώροι στους οποίους ο γιος της είχε περάσει τόσες πολλές ώρες της παιδικής του ηλικίας. Πόσο ζήλευε τότε. Σε σύγκριση με τον παππού Εφραίμ, τόσο η ίδια όσο και ο Γκάμπριελ έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. O Γιάκομπ τούς θεωρούσε απλώς συνηθισμένους, βαρετούς, θνητούς, ενώ στα μάτια του ο Εφραίμ είχε σχεδόν το κύρος μιας θεότητας. Όταν πέθανε, πολύ ξαφνικά, η πρώτη αντίδραση του Γιάκομπ ήταν η καθαρή έκπληξη. Δεν ήταν δυνατόν να εξαφανιστεί έτσι, στα καλά καθούμενα, ο Εφραίμ. Τη μια μέρα παρών την άλλη απών. Διότι ήταν σαν απόρθητο φρούριο, σαν βαθιά ριζωμένο γεγονός. H Λάινε ντρεπόταν γι’ αυτό, αλλά όταν κατάλαβε πως ο Εφραίμ ήταν νεκρός, το πρώτο που ένιωσε ήταν ανακούφιση. Αλλά και μια θριαμβευτική χαρά επειδή ούτε κι αυτός κατάφερε να σταθεί υπεράνω των νόμων της φύσης. Μερικές φορές η Λάινε αμφέβαλλε ακόμα και για τη θνητότητα του. Διότι ο Εφραίμ έδειχνε πεπεισμένος ότι μπορούσε να χειραγωγεί και να επηρεάζει μέχρι και τον Θεό. H πολυθρόνα του ήταν δίπλα στο παράθυρο με θέα προς το κοντινό δάσος. Όπως και ο Γιάκομπ, ούτε η Λάινε μπόρεσε ν' αντισταθεί στον πειρασμό να καθίσει σε αυτή την πολυθρόνα. Για μια στιγμή, νόμισε πως, μόλις κάθισε, ένιωσε το πνεύμα του στο δωμάτιο. Τα δάχτυλά της ακολούθησαν συλλογισμένα τις γραμμές του υφάσματος. Οι ιστορίες για τις θεραπευτικές ικανότητες του Γκάμπριελ και του Γιοχάνες είχαν επηρεάσει τον Γιάκομπ, Θυμόταν ότι δεν της άρεσε αυτό το πράγμα. Τον έβλεπε καμιά φορά να κατεβαίνει από τον επάνω όροφο με μια εκστασιασμένη έκφραση στο πρόσωπο. Αυτό την τρόμαζε πάντα. Σε τέτοιες περιπτώσεις τον αγκάλιαζε σφιχτά και έσφιγγε το πρόσωπό του πάνω στο κορμί της, μέχρι που τον ένιωθε να χαλαρώνει. Όταν τον άφηνε, ήταν πάλι ο εαυτός του. Έως την επόμενη φορά. Αλλά τώρα ο γέρος ήταν νεκρός και θαμμένος εδώ και καιρό. Δόξα τω Θεώ. «Πιστεύεις πραγματικά ότι υπάρχει κάτι ουσιώδες στη θεωρία σου πως ο Γιοχάνες δεν είναι νεκρός;» «Δεν ξέρω, Μάρτιν» είπε ο Πάτρικ. «Όμως, αυτή τη στιγμή είμαι έτοιμος να πιάσω όλες τις άκρες του νήματος που θα βρω μπροστά μου. Πρέπει πάντως να συμφωνήσεις κι εσύ όχι είναι κάπως παράξενο που η αστυνομία δεν πήγε ποτέ να εξετάσει τη σκηνή αυτοκτονίας του Γιοχάνες». «Ναι, βέβαια, αλλά αυτό σημαίνει πως σε μια τέτοια συγκάλυψη πρέπει να ήταν μπλεγμένοι και ο γιατρός και ο εργολάβος κηδειών» είπε ο Μάρτιν. «Δεν είναι τόσο τραβηγμένο όσο ακούγεται. Μην ξεχνάς ότι ο Εφραίμ ήταν ένας πολύ εύπορος άνθρωπος. Τα χρήματα έχουν εξαγοράσει πολύ σημαντικότερα πράγματα. Και δεν θα με εξέπληττε καθόλου αν μάθουμε ότι γνωρίζονταν πολύ καλά. Εξέχοντα πρόσωπα της κοινωνίας, που σίγουρα δραστηριοποιούνταν σε συλλόγους, όπως στους Λάιονς, στον Κοινωνικό Σύνδεσμο και σε όποιους άλλους μπορείς να φανταστείς».

«Ναι, αλλά να βοηθήσουν έναν ύποπτο για δολοφονία να το σκάσει;» «Οχι ύποπτο δολοφονίας, ύποπτο απαγωγής. Κι απ' ότι έχω καταλάβει, ο Εφραίμ Χουλτ ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη ικανότητα να πείθει. Ίσως να τους έπεισε ότι ο Γιοχάνες ήταν αθώος, ότι η αστυνομία ήθελε να τον παγιδεύσει και πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να τον σώσουν". «Εντάξει, αλλά και πάλι... Θα άφηνε ο Γιοχάνες την οικογένεια του στα κρύα του λουτρού; Me δύο μικρά αγόρια;» «Μην ξεχνάς πώς έχουν περιγράφει τον Γιοχάνες σαν άτομο. Ένας παίχτης, ένας άνθρωπος που πάντα ακολουθούσε τον νόμο της ελάχιστης αντίστασης. Που δεν έπαιρνε στα σοβαρά κανόνες και υποχρεώσεις. Κι αν υπήρχε κάποιος που ήταν πρόθυμος να σώσει το τομάρι του εις βάρος της οικογένειάς του, αυτός ήταν ο Γιοχάνες. Αυτό το προφίλ τού ταιριάζει απόλυτα». O Μάρτιν δεν έδειχνε να πείθεται. «Πού ήταν όμως όλ' αυτά τα χρόνια αν συμβαίνει κάτι τέτοιο;» O Πάτρικ κοίταξε προσεχτικά και προς στις δύο κατευθύνσεις πριν στρίψει για το Τανουμσχέντε. «Στο εξωτερικό, ίσως. Με έναν σωρό από τα λεφτά του μπαμπά στην τσέπη» είπε και κοίταξε τον Μάρτιν. «Δεν μου φαίνεσαι και τόσο πεπεισμένος για το ευφυές της θεωρίας μου». O Μάρτιν γέλασε. «Όχι, δεν είμαι, αυτό ξαναπές το. Νομίζω ότι πετάς στα σύννεφα, αν και, από την άλλη, τίποτα δεν ήταν φυσιολογικό μέχρι τώρα σε αυτή την υπόθεση, οπότε γιατί όχι;» O Πάτρικ σοβάρεψε. «Μπροστά μου βλέπω μόνο την Τζένι Μέλερ. Φυλακισμένη κάπου, από κάποιον που την υποβάλλει σε μαρτύρια, τα οποία δεν μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Κι ακριβώς για χάρη της προσπαθώ να σκεφτώ διαφορετικά απ' ό,τι συνήθως. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κινηθούμε συμβατικά, όπως κάνουμε πάντα. Δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ακόμα και το άτοπο. Πιθανότατα αυτό να είναι απλώς μια τρελή σκέψη εκ μέρους μου, αλλά δεν βρέθηκε κανένας που να μου αποδείξει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ως εκ τούτου, έχω υποχρέωση απέναντι στην κοπέλα των Μέλερ να το ερευνήσω έστω κι αν με αποκαλέσουν ηλίθιο». Ο Μάρτιν κατάλαβε τώρα πώς σκεφτόταν ο Πάτρικ. Και δεν απείχε πολύ από το να ομολογήσει ότι ίσως να είχε δίκιο. «Εντάξει, αλλά πώς θα καταφέρεις να πάρεις άδεια εκταφή γι' αυτούς τους λόγους, και μάλιστα γρήγορα;» Τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του Πάτρικ σκλήρυναν. «Με πείσμα, Μάρτιν, με πείσμα» του απάντησε. O ήχος από το κινητό του Πάτρικ τούς διέκοψε. Απαντούσε με κοφτές, σύντομες λέξεις και φράσεις, ενώ ο Μάρτιν τον κοίταζε επίμονα, προσπαθώντας να καταλάβει από ποιον ήταν εκείνο το τηλεφώνημα. Σε λιγότερο από ένα λεπτό, ο Πάτρικ ολοκλήρωσε τη συνομιλία και άφησε κάτω το τηλέφωνο.

«Ποιος ήταν.» «H Ανικα. Το εργαστήριο τηλεφώνησε για το δείγμα DNA που πήραμε από τον Μόρτεν Φρισκ». «Και;» O Μάρτιν κράτησε την ανάσα του. Βαθιά μέσα του ήλπιζε να κάνει λάθος ο Πάτρικ. Ήλπιζε ότι είχαν τον δολοφόνο της Τάνια στο κελί. «Δεν ταίριαζε το δείγμα. Το σπέρμα που βρέθηκε στην Τάνια δεν προέρχεται από τον Μόρτεν Φρισκ». O Μάρτιν δεν είχε καταλάβει ότι κρατούσε την ανάσα του παρά μόνο όταν ο αέρας άρχισε να βγαίνει από μέσα του με μια μακρόσυρτη εκπνοή. «Γαμώτο. Αλλά δεν νομίζω ότι αποτελεί έκπληξη, έτσι δεν είναι;» «Όχι, αλλά δεν είναι κακό που ελπίζαμε». Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μετά ο Πάτρικ άφησε έναν πολύ βαθύ αναστεναγμό, σαν να συγκέντρωνε δυνάμεις ενώπιον ενός καθήκοντος που δέσποζε μπροστά τους σαν την κορυφή του Έβερεστ. «Λοιπόν, αυτό που απομένει τώρα είναι να κανονίσουμε μια εκταφή σε χρόνο ρεκόρ». O Πάτρικ πήρε το τηλέφωνο και έπιασε δουλειά. Τώρα θα έπρεπε να είναι πιο πειστικός από κάθε άλλη φορά στην επαγγελματική του καριέρα. Όμως, ούτε και ο ίδιος ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να το κάνει. H διάθεση της Ερίκα πλησίαζε με ταχύτητα στο ναδίρ. H αναγκαστική έλλειψη απασχόλησης την έκανε να σουλατσάρει άσκοπα μέσα στο σπίτι, να πιάνει το ένα, ν’ αφήνει το άλλο και τίποτα να μην κάνει. O καβγάς με την Αννα τριβέλιζε το πίσω μέρος του μυαλού της σαν επίπτωση μιας άγριας κραιπάλης, αφανίζοντας και τα τελευταία ίχνη χολής διάθεσης. Εκτός αυτού, ένιωθε να λυπάται τον εαυτό της. Στην πραγματικότητα, είχε νιώσει μια ανακούφιση όταν ο Πάτρικ επέστρεψε στη δουλειά, αλλά δεν περίμενε ότι θα τον απορροφούσε τόσο πολύ. Ακόμα και όταν τον είχε στο σπίτι έβλεπε ότι το μυαλό του ήταν μονίμως απασχολημένο με την υπόθεση της δολοφονίας, και παρόλο που ταυτόχρονα αντιλαμβανόταν και η ίδια τη σοβαρότητα της κατάστασης και τον κατανοούσε απόλυτα, μια απαίσια μικρή φωνή μέσα της ευχόταν να στραφεί η προσοχή του πάνω της. Τηλεφώνησε στον Νταν. Ίσως να ήταν στο σπίτι και να είχε χρόνο να περάσει αποκεί για έναν καφέ. Απάντησε η μεγαλύτερη κόρη του και της είπε ότι ο μπαμπάς ήταν στο σκάφος με τη Μαρία. Αναμενόμενο. Όλοι έλειπαν και έχαναν τη δουλειά τους. και η ίδια με την κοιλιά τούρλα καθόταν και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, η Ερίκα όρμησε με τόση φόρα πάνω του που λίγο έλειψε να το ρίξει από τον πάγκο.

«Ερίκα Φαλκ». «Ναι, γεια. Θα ήθελα τον Πάτριχ Χέντστρεμ». «Είναι στη δουλειά. Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι ή θέλετε τον αριθμό του κινητού του;» O άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής δίστασε. «Ε, να, πήρα το νούμερο αυτό από τη μαμά του Πάτρικ. Οι οικογένειες μας γνωρίζονται εδώ και πολλά χρόνια, και την τελευταία φορά που μίλησα με την Κριστίνα μου είπε να έπαιρνα ένα τηλέφωνο τον Πάτρικ όταν ξαναπερνούσα αποδώ. Εχουμε λοιπόν, με τη γυναίκα μου στη Φιελμπάκα και...» Μια εξαιρετική ιδέα τής πέρασε από το μυαλό. Το γιατρικό της βαρεμάρας είχε εμφανιστεί ξαφνικά στην άλλη άκρη της γραμμής. «Θα θέλατε να έρθετε αποβώ; O Πάτρικ θα επιστρέψει στο σπίτι κατά τις πέντε, οπότε θα του κάνουμε έκπληξη. θα προλάβουμε να γνωριστούμε κιόλας! Φίλοι από παιδιά ήσασταν, έτσι δεν είπες;» «Ναι, αυτό θα ήταν υπέροχο. Ναι, κάναμε πολλή παρέα όταν ήμασταν παιδιά. Σαν μεγάλοι δεν συναντιόμαστε συχνά, αλλά έτσι γίνεται καμιά φορά. O χρόνος τρέχει ασταμάτητα». Γέλασε συγκρατημένα. «Ε, τότε ήρθε η στιγμή να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Σε πόση ώρα μπορείτε να είστε εδώ;» O άντρας είπε κάτι μουρμουρίζοντας σε ένα άλλο άτομο και επέστρεψε σύντομα για να απαντήσει. «Δεν έχουμε προγραμματίσει τίποτα ιδιαίτερο, οπότε μπορούμε να έρθουμε κατευθείαν, αν γίνεται». «Υπέροχα!» H Ερίκα ένιωσε τον ενθουσιασμό να επιστρέφει με την προοπτική μιας διακοπής της ρουτίνας. Τους περιέγραψε στα σύντομα τον δρόμο για το σπίτι και έσπευσε να ετοιμάσει φρέσκο καφέ στην κουζίνα. Όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας, αντιλήφθηκε ότι είχε ξεχάσει να ρωτήσει τα ονόματά τους. Τέλος πάντων, θα άρχιζαν με τις απαραίτητες συστάσεις. Τρεις ώρες αργότερα, η Ερίκα ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα από τη βαρεμάρα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και συγκέντρωσε όσες δυνάμεις είχε σε μια προσπάθεια να δείξει ότι ενδιαφερόταν. «Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της δουλειάς μας είναι ν’ ακολουθούμε τη ροή των ΚΤΔ. Όπως σου εξήγησα νωρίτερα. ΚΤΔ είναι τα αρχικά των λέξεων "Καταγραφές Τηλεφωνικών Δεδομένων", δηλαδή τιμές που περιέχουν την πληροφορία για τον χρόνο που κανείς στο τηλέφωνο, για το πού μιλάει και τα λοιπά. Όταν συγκεντρώνουμε τις ΚΤΔ, τότε έχουμε μια απολύτως χρήσιμη πηγή πληροφοριών για το πρότυπο συμπεριφοράς των πελατών μας...»

Ήταν σαν να μιλούσε μια αιωνιότητα. O άνθρωπος δεν έβαζε γλώσσα μέσα του! O Γιέργκεν Μπέρντσον ήταν τόσο βαλτός που την έκανε να δακρύζει, και η γυναίκα του δεν πήγαινε πίσω. Όχι επειδή έχανε τις ίδιες σχοινοτενείς και εντελώς αδιάφορες παρουσιάσεις με τον άντρα της, αλλά επειδή από τη στιγμή που είχε έρθει δεν είχε πει λέξη, αν εξαιρούσες το όνομά της. Όταν άκουσε τα βήματα του Πάτρικ στην εξωτερική σκάλα, τινάχτηκε από τον καναπέ γεμάτη ευγνωμοσύνη και πήγε να τον προϋπαντήσει. «Έχουμε επισκέψεις» του είπε ψιθυριστά. «Ποιον;» αντιγύρισε κι εκείνος ψιθυριστά. «Έναν παιδικό σου φίλο. Τον Γιέργκεν Μπέρντσον. Μετά της συζύγου». «Ωχ, όχι. Πες μου ότι μου κάνεις πλάκα». Έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. «Δυστυχώς δεν σου κάνω πλάκα». «Πώς διάβολο βρέθηκαν εδώ;» H Ερίκα χαμήλωσε ένοχα το βλέμμα της. «Εγώ τους κάλεσα. Για να σου κάνω έκπληξη». «Τι έκανες είπες;» H φωνή του ακούστηκε λίγο δυνατότερα απ' όσο υπολόγιζε και αμέσως ρώτησε ψιθυριστά: «Και γιατί τους κάλεσες εδώ;» H Ερίκα άνοιξε τα χέρια της. «Βαριόμουν τόσο πολύ και μου είπε ότι ήσασταν φίλοι από παιδιά οπότε σκέφτηκα πως θα χαιρόσουν!» «Έχεις ιδέα πόσες φορές με ανάγκασαν να κάνω μαζί του παρέα όταν ήμασταν μικροί; Και να σκεφτείς πως ούτε τότε ήταν πιο ενδιαφέρων τύπος». Αντιλήφθηκαν ότι είχαν μείνει αρκετό διάστημα έξω στο χολ ώστε να κινήσουν υποψίες και πήραν αμφότεροι μια βαθιά ανάσα για να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους. «Βρε, για κοίτα! Τι έκπληξη είναι αυτή!» H Ερίκα εντυπωσιάστηκε από την υποκριτική ικανότητα του Πάτρικ. H ίδια αρκέστηκε σ' ένα χλιαρό χαμόγελο, καθώς κάθονταν κάτω με τον Γιέργκεν και τη Μαντελέν. Μία ώρα αργότερα ήταν έτοιμη να κάνει χαρακίρι. O Πάτρικ είχε μπροστά του κάνα δυο ώρες για να τη φτάσει, οπότε κατάφερνε να δείχνει ακόμη σχετικό ενδιαφέρον. «Περαστικοί είστε αποδώ;» «Ναι, σκεφτήκαμε να κάνουμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο κατά μήκος της ακτής. Επισκεφθήκαμε μια παλιά φιλενάδα και συμμαθήτρια της Μαντελέν στο Σμέγκεν και έναν συμφοιτητή μου στο

Λίσεσιλ. Ζήσαμε ό,τι καλύτερο από δύο διαφορετικούς κόσμους. Διακοπές και επανένωση με παλιούς φίλους ταυτόχρονα!» Τίναξε κάποιους φανταστικούς κόκκους σκόνης από το παντελόνι του και αντάλλαξε ένα βλέμμα με τη γυναίκα του πριν στραφεί εκ νέου στον Πάτρικ και την Ερίκα. Ουσιαστικά δεν χρειαζόταν ν’ ανοίξει το στόμα του. Ήξεραν τι θα έλεγε. «Να, τώρα που είδαμε πόσο όμορφα ζείτε εδώ... Και πόσο άνετα» έριξε μια επιδοκιμαστική ματιά στο καθιστικό «Θα θέλαμε να σας ρωτήσουμε αν υπάρχει δυνατότητα να μείνουμε εδώ καμιά δυο νύχτες. Τα περισσότερα ξενοδοχεία είναι γεμάτα». Κοίταξαν γεμάτοι προσδοκία τον Πάτρικ και την Ερίκα. H Ερίκα δεν χρειαζόταν να έχει καμία τηλεπαθητική ικανότητα για να νιώσει τα εκδικητικά κύματα σκέψης που της έστελνε ο Πάτρικ. Αλλά η φιλοξενία ήταν σαν νόμος της φύσης. Δεν υπήρχε τρόπος να την αποφύγεις. «Βεβαίως και μπορείτε να μείνετε αν θέλετε. Έχουμε έναν ξενώνα που μπορείτε να τον χρησιμοποιήσετε». «Υπέροχα! Διάβολε, θα περάσουμε πολύ όμορφα! Α, τι έλεγα; Ναι, όταν έχουμε συγκεντρώσει αρκετό υλικό ΚΤΔ για να μπορέσουμε να κάνουμε στατιστικές αναλύσεις, τότε...» H βραδιά χάθηκε σαν σε ομίχλη. Πάντως έμαθαν πολύ περισσότερα απ’ όσα θα ήλπιζαν ποτέ να ξεχάσουν σχετικά με την τεχνολογία των τηλεπικοινωνιών. Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα. Καμία απάντηση. Μόνο ο αυτόματος τηλεφωνητής, που ξεκίνησε με το γνωστό: «Γεια είμαι η Λίντα. Αφήστε το μήνυμά σας μετά τον χαρακτηριστικό ήχο και θα σας τηλεφωνήσω αμέσως μόλις μπορέσω». O Στέφαν έκλεισε το τηλέφωνο εκνευρισμένος. Είχε ήδη αφήσει τέσσερα μηνύματα, κι εκείνη δεν του είχε απαντήσει. Σχημάτισε διστακτικά το νούμερο στο Βεστεργκόρντεν. Ήλπιζε ο Γιάκομπ να λείψει στη δουλειά. H τύχη ήταν με το μέρος του. Απάντησε η Μαρίτα. «Γεια, είναι εκεί η Λίντα;» «Ναι, είναι στο δωμάτιό της. Ποιος να πω ότι είναι;» Δίστασε ξανά. Όμως, πιθανώς η Μαρίτα να μην αναγνώριζε τη φωνή του ακόμα κι αν της έλεγε το όνομά του. «O Στέφαν πες της». Την άκουσε ν’ αφήνει κάτω το ακουστικό και ν’ ανεβαίνει τη σκάλα. Με τα μάτια της φαντασίας του απεικόνισε νοερά το εσωτερικό του Βεστεργκόρντεν, τώρα πολύ πιο καθαρά, μια που το είχε δει πρόσφατα και για πρώτη φορά έπειτα από τόσα χρόνια. Λίγο μετά η Μαρίτα επέστρεψε. Τώρα η φωνή της ακουγόταν επιφυλακτική. "Λέει ότι δεν θέλει να σου μιλήσει. Μπορώ να ρωτήσω ποιος Στέφαν είσαι;»

"Ευχαριστώ για τη βοήθεια, πρέπει να κλείσω" είπε και κατέβασε βιαστικά το ακουστικό. Αντικρουόμενα συναισθήματα τον κατασπάραξαν. Ποτέ του δεν είχε αγαπήσει κάποιον όπως αγαπούσε τη Λίντα. Αν έκλεινε τα μάτια, μπορούσε ακόμη να ξαναζήσει την αίσθηση της γυμνής επιδερμίδας της Και ταυτόχρονα τη μισούσε. H αλυσιδωτή αντίδραση είχε ξεκινήσει όταν συγκρούστηκαν σαν δυο πολεμιστές στο Βεστεργκόρντεν. Το μίσος και η επιθυμία να της κάνει ζημιά ήταν τόσο ισχυρά που δεν μπορούσε σχεδόν να τα ελέγξει. Πώς ήταν δυνατόν να συνυπάρχουν δύο αντίθετα συναισθήματα το ένα πλάι στο άλλο; Ισως να ήταν βλακώδες να πιστεύει ότι υπήρχε κάτι καλό μεταξύ τους. Ότι ήταν κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι για κείνη. Καθισμένος δίπλα στο τηλέφωνο, ένιωθε τώρα σαν ηλίθιος, και αυτό το συναίσθημα τροφοδότησε κι άλλο την οργή του. Αλλά υπήρχε κάτι που μπορούσε να κάνει για να μοιραστεί μαζί της την αίσθηση του εξευτελισμού, θα το μετάνιωνε πικρά που είχε πιστέψει πως μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε μαζί του. θα μαρτυρούσε αυτό που είχε δει. O Πάτρικ δεν πίστευε ποτέ του ότι θα έβλεπε μια εκταφή ως ευπρόσδεκτο διάλειμμα στη μονοτονία μιας μέρας. Όμως, μετά το μαρτυρικό και βασανιστικό βράδυ που είχε περάσει, ακόμα και μια εκταφή έμοιαζε με ευχάριστη δραστηριότητα. O Μέλμπεργ, ο Μάρτιν και ο Πάτρικ στέκονταν αμίλητα στο νεκροταφείο της Φιελμπάκα και παρακολουθούσαν τη μακάβρια σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια τους. Ήταν εφτά το πρωί, και η θερμοκρασία ήταν απολαυστική, παρόλο που ο ήλιος είχε βγει εδώ και κάμποση ώρα. Απείχαν αρκετά από τα αυτοκίνητα που κινούνταν στον δρόμο έξω από το νεκροταφεία και εκτός από το κελάηδημα των πουλιών ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν αυτός των φτυαριών που έσκαβαν τη γη. Ήταν μια νέα εμπειρία και για τους τρεις τους. Οι εκταφές σπάνιζαν στην αστυνομική καθημερινότητα και κανένας τους δεν είχε ιδέα για το πώς γινόταν πρακτικό κάτι τέτοιο. Να χρησιμοποιούσαν άραγε έναν μικρό εκσκαφέα που έσκαβε το χώμα μέχρι να φτάσει στο φέρετρο; Ή μήπως ερχόταν κάποια ομάδα επαγγελματιών νεκροθαφτών που έκαναν χειρωνακτικά αυτή την απαίσια δουλειά; Η τελευταία επιλογή ήταν αυτή που βρισκόταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Οι άντρες που άνοιγαν έναν καινούργιο τάφο ενόψει μιας κηδείας είχαν αναλάβει τώρα, για πρώτη φορά, την αποστολή να ξεθάψουν έναν που είχε ήδη κηδευτεί. Αυτοί, λοιπόν, έχωναν με πείσμα τα φτυάρια τους στη γη δίχως να βγάζουν λέξη. Και τι να έλεγαν δηλαδή; Να συζητούσαν για τα χθεσινά αθλητικά στην τηλεόραση ή για το μπάρμπεκιου του Σαββατοκύριακου; Όχι, διότι η σοβαρότητα της περίστασης είχε ρίξει ένα βαρύ πέπλο σιωπής στη δουλειά τους, κι έτσι θα συνέχιζαν μέχρι που να βγει το φέρετρο από τη γαλήνη του. «Είσαι σίγουρος πως ξέρεις τι κάνεις, Χέντστρεμ;» Ο Μέλμπεργ έδειχνε προβληματισμένος, και ο Πάτρικ συμμεριζόταν την ανησυχία του. Είχε χρησιμοποιήσει όση πειθώ διέθετε την προηγούμενη μέρα -είχε παρακαλέσει, απειλήσει και

εκλιπαρήσει- για να κάνει τα γρανάζια της Δικαιοσύνης να κινηθούν γρηγορότερα απ' όσο συνήθιζαν ώστε να πάρουν την άδεια ν' ανοίξουν τον τάφο του Γιοχάνες Χουλτ. Όμως, η υποψία ήταν ακόμη μια απλή διαίσθηση, τίποτα παραπάνω. Ο Πάτρικ δεν ήταν θρήσκος, αλλά η διασάλευση της ειρήνης ενός τάφου δεν έπαυε να τον ενοχλεί. Υπήρχε κάτι ιερό στη γαλήνη του νεκροταφείου, και ήλπιζε πως τελικά θα έβρισκε κάτι το οποίο θα δικαιολογούσε επαρκώς αυτή τη διασάλευση. "Χτες μου τηλεφώνησε ο Στιγκ Τουλίν από το Δημαρχείο και πρέπει να σε ενημερώσω ότι δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος. Προφανώς, κάποιος απ' όλους αυτούς στους οποίους τηλεφώνησες χτες και τους ενόχλησες ήρθε σ’ επαφή μαζί του και πως παραληρούσες για μια συνωμοσία ανάμεσα στον Εφραίμ Χουλτ και δυο από τους πλέον σεβαστούς άντρες της Φιελμπάκα. Έκανες λόγο για λαδώματα και ένας Θεός ξέρει τι άλλο. Ήταν πολύ ταραγμένος. Διότι μπορεί ο Εφραίμ να είναι νεκρός, αλλά ο δόκτωρ Χάμαρστρεμ ζει, όπως και ο εργολάβος κηδειών, κι αν αποδειχτεί ότι έχουμε μόνο αβάσιμα επιχειρήματα για όλες αυτές τις κατηγορίες, ε, τότε...» O Μέλμπεργ άνοιξε τα χέρια του. Δεν χρειαζόταν ν’ αποτελειώσει την πρόταση. O Πάτρικ γνώριζε ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις. Πρώτα θα άκουγε τον εξάψαλμο της ζωής του και έπειτα θα γινόταν το μόνιμο αντικείμενο λοιδορίας στο αστυνομικό τμήμα. O Μέλμπεργ φάνηκε να έχει διαβάσει τις σκέψεις του. «Και, για να μη μας πάρει ο διάβολος, να εύχεσαι να έχεις δίκιο, Χέντστρεμ!» Έδειξε με το παχουλό του δάχτυλο προς τον τάφο του Γιοχάνες και άρχισε να σουλατσάρει νευρικά πέρα δώθε. O σωρός από τα χώματα είχε υψωθεί ένα μέτρο, ενώ ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο των νεκροθαφτών. Σύντομα θα έφταναν στο φέρετρο. O Μέλμπεργ αυτό το πρωί ήταν λιγότερο ευδιάθετος απ’ άτι τις προηγούμενες ημέρες. Κι αυτό δεν φαινόταν να έχει σχέση μόνο με την πολύ πρωινή ώρα και το δυσάρεστο καθήκον. Ήταν κάτι περισσότερο. H οργίλη διάθεσή του, που αποτελούσε παλιότερα μόνιμο γνώρισμα της προσωπικότητάς του και η οποία ήταν λες και είχε εξανεμιστεί κατά τη διάρκεια δύο αρκετά παράξενων εβδομάδων, είχε εμφανιστεί ξανά. Όμως, δεν είχε επιστρέψει με την ίδια ισχύ, αν και φαινόταν πως ούτε αυτό θ’ αργούσε. Όση ώρα περίμεναν, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να παραπονιέται, να βρίζει και να γκρινιάζει. Κατά έναν παράδοξο τρόπο όμως αυτό ήταν πιο ευχάριστο από τη σύντομη περίοδο προσήνειας. Πιο οικείο, τουλάχιστον. Εφυγε από κοντά τους, συνεχίζοντας να βρίζει, για να πάει και ν' αρχίσει τις γαλιφιές με την ομάδα από την Ουντεβάλα που μόλις είχε φτάσει για να τους βοηθήσει.

O Μάρτιν ψιθύρισε με σχεδόν κλειστά χείλη: «Ό,τι κι αν ήταν, φαίνεται πως τελείωσε». «Τι νομίζεις πως ήταν;» «Προσωρινή παραφροσύνη ίσως;» «Μ Άνικα άκουσε μια αστεία φήμη χτες». «Τι δηλαδή; Πες μου!» «Χτες έφυγε νωρίς από τη δουλειά...» άρχισε ο Πάτρικ. «Αυτό δεν νομίζω πως μπορείς να το θεωρήσεις και πολύ ριζοσπαστικό». «Όχι, μάλλον έχεις δίκιο. Αλλά η Άνικα τον άκουσε να τηλεφωνεί στο αεροδρόμιο της Αρλάντα. Και φαινόταν να βιάζεται πολύ». «Αρλάντα; Γιατί; Θα πήγαινε να πάρει κάποιον από εκεί; Αυτός είναι ακόμη εδώ, οπότε αποκλείεται ν' αναχωρούσε ο ίδιος». O Μάρτιν φαινόταν το ίδιο απορημένος με τον Πάτρικ. Και πολύ περίεργος. «Ό,τι ξέρεις ξέρω για το τι δουλειά είχε εκεί. Αλλά το μυστήριο γίνεται όλο και πιο περίπλοκο...» Ενας από τους εργάτες στον τάφο τούς έκανε νόημα. Πλησίασαν επιφυλακτικά τον μεγάλο σωρό από τα χώματα και κοίταξαν μέσα στην τρύπα. Εκεί είχε αποκαλυφτεί ένα καφετί φέρετρο. «Να τος ο άνθρωπός σας. Να τον τραβήξουμε πάνω;» O Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Ναι, αλλά να είστε προσεκτικοί. Θα μιλήσω με την ομάδα να το αναλάβουν αμέσως μόλις το βγάλετε». Πήγε προς το μέρος των τριών τεχνικών από την Ουντεβάλα, οι οποίοι στέκονταν σοβαροί και μιλούσαν με τον Μέλμπεργ. Ενα αυτοκίνητο από το γραφείο κηδειών είχε παρκάρει στο χαλικόστρωτο μονοπάτι και περίμενε με το πορτμπαγκάζ ανοιχτό, έτοιμο να μεταφέρει το φέρετρο με ή χωρίς πτώμα «Είναι σχεδόν έτοιμοι. Θ' ανοίξετε εδώ το φέρετρο ή θα το πάτε πρώτα στην Ουντεβάλα;» ο επικεφαλής της ομάδας των τεχνικών, ο Τούρμπγιερν Ρούουντ δεν απάντησε στον Πάτρικ αμέσως, αλλά πρώτα έδωσε οδηγίες στη μοναδική γυναίκα της ομάδας να πάει εκεί πέρα και να βγάλει φωτογραφίες. Όταν τελείωσε με αυτό, στράφηκε στον Πάτρικ: «Μάλλον εδώ θα το ανοίξουμε. Αν έχεις δίκιο και δεν βρούμε τίποτα μέσα στο φέρετρο, τότε εντάξει. Αν όμως ισχύει αυτό που πιστεύω εγώ. αν δηλαδή υπάρχει πτώμα.

Οα το πάρουμε μαζί μας στην Ουντεβάλα για αναγνώριση. Διότι αυτό είναι που θέλετε, έτσι δεν είναι;» H κρεμαστή μουστάκα του ανεβοκατέβηκε καθώς κοίταξε ερωτηματικά τον Πάτρικ. O Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Ναι, αν υπάρχει κάποιος στο φέρετρο, πολύ θα ήθελα να επιβεβαιώσετε με απόλυτη σιγουριά όχι είναι ο Γιοχάνες Χουλτ». «Μάλλον δεν θα υπάρξει πρόβλημα με αυτό. Έχω ήδη παραγγείλει από χτες τα οδοντιατρικά του αρχεία, οπότε δεν θα χρειαστεί να περιμένεις πολύ για την απάντηση. Είναι επείγουσα περίπτωση...» O Ρούουντ χαμήλωσε το βλέμμα. Είχε και ο ίδιος μια κόρη δεκαεφτά χρονών και δεν χρειαζόταν να του επιστήσει κανείς την προσοχή για το επείγον της υπόθεσης. Του έφτανε να σκεφτεί, μόλις για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, πώς μπορεί να ένιωθαν οι γονείς της Τζένι Μέλερ. Κοίταζαν σιωπηλοί το φέρετρο να πλησιάζει το χείλος του τάφου. Τελικά το καπάκι εμφανίστηκε, και ο Πάτρικ άρχισε να νιώθει φαγούρα στα χέρια του από την ένταση. Σύντομα θα μάθαιναν. Με την άκρη του ματιού του είδε κάποια κίνηση στο βάθος του νεκροταφείου. Έστρεψε το βλέμμα του προς τα εκεί. Γαμώτο. Μέσα από την πόλη της Πυροσβεστικής της Φιελμπάκα είδε τη Σούλβεΐγκ να καταφτάνει ολοταχώς. Πρόσω ολοταχώς. Δεν μπορούσε τρέξει, αλλά πλησίαζε λικνιστή, σαν μαούνα σε φουρτούνα, με την πλώρη στραμμένη προς τον τάφο από τον οποίο φαινόταν τώρα ολόκληρο το φέρετρο. «Τι διάβολο νομίζετε πως κάνετε εκεί πέρα, γαμημένοι ψωλογλείφτες;» Οι τεχνικοί από την Ουντεβάλα, οι οποίοι δεν είχαν γνωρίσει ποτέ άλλοτε τη Σούλβεΐγκ Χουλτ, ξαφνιάστηκαν με τη βρομόγλωσσα της. O Πάτρικ αντιλήφθηκε, αργά δυστυχώς, ότι έπρεπε να το είχαν προβλέψει αυτό και να είχαν φροντίσει να αποκλείσουν κάπως την περιοχή. Είχε πιστέψει πως η πολύ πρωινή ώρα θα ήταν αρκετή για να κρατήσει τον κόσμο μακριά από την εκταφή. Αν και η Σούλβεΐγκ δεν ήταν όποια κι όποια. Πήγε προς το μέρος της. «Σούλβεΐγκ, δεν θα έπρεπε να είσαι εδώ». O Πάτρικ την έπιασε ανάλαφρα από το μπράτσα Εκείνη του ξέφυγε απότομα και τον προσπέρασε αγριεμένη. «Δεν το βάζετε με τίποτα κάτω, ε; Πάτε να ενοχλήσετε τον Γιοχάνες ακόμα και μέσα στον τάφο του; Προσπαθείτε να καταστρέψετε τη ζωή μας με οποιοδήποτε τίμημα;» Πριν προλάβει ν’ αντιδράσει κανείς, η Σούλβεΐγκ έφτασε δίπλα στο φέρετρο και έπεσε πάνω του. Ούρλιαζε σαν Ιταλίδα μοιρολογίστρα σε κηδεία και χτυπούσε με τις γροθιές της το καπάκι. Όλοι είχαν παγώσει. Κανείς δεν ήξερε τι να κάνει. Αμέσως μετά. ο Πάτρικ είδε δύο άτομα να έρχονται τρέχοντας από την ίδια κατεύθυνση που είχε έρθει και η Σούλβεΐγκ. O Στέφαν και ο Ρόμπερτ τούς κοίταξαν με μίσος και μετά έτρεξαν δίπλα στη μάνα τους. «Μην κάνεις έτσι, μαμά. Έλα, πάμε στο σπίτι μας». Δεν κουνήθηκε κανείς. Μόνο το μοιρολόι της Σούλβεΐγκ και τα παρακαλετά των γιων της

ακούγονταν στο νεκροταφεία. O Στέφαν έκανε μεταβολή τους κοίταξε και τους είπε: "Εμεινε άγρυπνη όλη τη νύχτα. Από την ώρα που τηλεφωνήσατε και της είπατε τι θα κάνετε. Προσπαθήσαμε να την εμποδίσουμε, αλλά μας ξέφυγε. Πότε θα τελειώσει αυτό ρε ξεφτιλισμένοι;" Ο Στέφαν ακούστηκε σαν ηχώ της μητέρας του. Για μια στιγμή ένιωσαν όλοι μια συλλογική ντροπή γι' αυτή τη βρόμικη δουλειά που αναγκάστηκαν να κάνουν, και το «αναγκάστηκαν» ήταν η σωστή λέξη. Όφειλαν να ολοκληρώσουν αυτό που είχαν αρχίσει. O Τούρμπγιερν Ρούουντ έγνεψε στον Πάτρικ και πήγαν αντάμα να βοηθήσουν τον Στέφαν και τον Ρόμπερτ να σηκώνουν τη Σούλβεΐγκ από το φέρετρο. Μάλλον είχε σπαταλήσει και τις τελευταίες δυνάμεις της, αφού κατέρρευσε στο στήθος του Ρόμπερτ. «Κάνετε ό,τι είναι να κάνετε και αφήστε μας στην ησυχία μας» είπε ο Στέφαν δίχως να τους κοιτάξει καν. Οι δύο γιοι οδήγησαν τη μητέρα τους, κρατώντας την ανάμεσά τους, προς την είσοδο του νεκροταφείου και την απομακρύναν. Μόνο όταν εξαφανίστηκαν εντελώς κινήθηκε κάποιος. Κανείς δεν σχολίασε αυτό που είχε συμβεί, Το φέρετρο ήταν δίπλα στον ανοιχτό τάφο, φιλοξενώντας τα μυστικά του. «Το νιώσατε γεμάτο όταν το ανεβάσατε;» ρώτησε ο Μάρτιν τους νεκροθάφτες. «Δεν είναι σίγουρο. Το φέρετρο είναι από μόνο του βαρύ. Επίσης, καμιά φορά μπαίνει μέσα χώμα από κάποια τρύπα. O μόνος τρόπος για να μάθουμε είναι να το ανοίξουμε». Δεν γινόταν να το καθυστερούν άλλο, O φωτογράφος είχε τραβήξει όσες φωτογραφίες χρειάζονταν. Φορώντας γάντια, ο Ρούουντ και οι συνάδελφοί του έπιασαν δουλειά Το καπάκι του φέρετρου μετακινήθηκε αργά. Όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Ακριβώς στις οχτώ η Ανικα τον πήρε τηλέφωνο. Είχαν όλο το χθεσινό απόγευμα στη διάθεσή τους για να ψάξουν στο αρχείο και κάτι έπρεπε να είχαν ήδη βρει. Είχε δίκιο. «Μιλάμε για τέλειο συγχρονισμό. Μόλις τώρα βρήκαμε τον φάκελο με τη λίστα πελατών για το FZ-302. Αν και πρέπει να σας πω. δυστυχώς, ότι τα νέα δεν είναι καλά. Ή, μάλλον, ίσως να είναι ακριβώς αυτό: καλά. Στην περιοχή σας είχαμε μόνο έναν πελάτη. Τον Ρολφ Πέρσον, ο οποίος είναι ακόμη πελάτης μας, όχι γι’ αυτό το προϊόν, φυσικά. Περιμένετε να σας δώσω τη διεύθυνση». H Ανικα κατέγραψε τα στοιχεία που της είπε σ’ ένα κίτρινο αυτοκόλλητο χαρτάκι. Κατά κάποιον τρόπο, ήταν απογοητευτικό που δεν της είχαν δώσει άλλα ονόματα. Της φαινόταν λίγο ισχνό που είχαν να ελέγξουν μόνο έναν πελάτη αλλά ο διευθυντής πωλήσεων μπορεί να είχε δίκιο, ίσως τελικά αυτό να ήταν καλό. Ένα και μοναδικό όνομα ήταν τελικά αυτό που χρειαζόταν.

«Γιέστα;» Καθισμένη στην καρέκλα του γραφείου της, κύλισε μέχρι την πόρτα και έβγαλε το κεφάλι της στον διάδρομο. Φώναξε. Καμία απάντηση. Φώναξε άλλη μία φορά, πιο δυνατά, και βραβεύτηκε με τη θέα του κεφαλιού του Γιέστα να προβάλλει, όπως και το δικό της, στον διάδρομο. «Σου έχω μια δουλειά. Μας έδωσαν το όνομα ενός αγρότη της περιοχής μας που χρησιμοποιούσε το λίπασμα που βρήκαμε στις κοπέλες». «Δεν Οα έπρεπε να ρωτήσουμε τον Πάτρικ πρώτοι;» O Γιέστα ήταν απρόθυμος. Φαινόταν ότι ήταν αγουροξυπνημένος και ότι είχε περάσει το πρώτο τέταρτο με χασμουρητά και τρίψιμο των ματιών. «O Πάτρικ, ο Μέλμπεργ και ο Μάρτιν είναι στην εκταφή. Δεν μπορούμε να τους ενοχλήσουμε τώρα. Ξέρεις γιατί βιαζόμαστε. Αυτή τη φορά δεν μπορούμε ν’ ασχολούμαστε με τους κανονισμούς, Γιέστα». Ακόμα και σε συνηθισμένες περιστάσεις, κανείς δεν μπορούσε ν' αντισταθεί στην Άνικα όταν έπαιρνε αυτό το ύφος, και τώρα ο Γιέστα έτεινε να ομολογήσει ότι ο λόγος για τον οποίο ζητούσε τη βοήθεια του ήταν παραπάνω από σημαντικός. Αναστέναξε. «Μην πας όμως μόνος σου. Δεν έχεις να χάνεις με κανέναν απλό λαθρέμπορο οινοπνευματωδών τώρα, μην το ξεχνάς. Πάρε τον Ερνστ μαζί σου». Μετά μουρμούρισε κάτι χαμηλόφωνα για να μην ακούσει ο Γιέστα. « Αντε, μπας και φανεί χρήσιμο σε κάτι κι αυτό το ηλίθιο κάθαρμα». Κατόπιν ύψωσε ξανά τη φωνή της. «Και να ελέγξεις διεξοδικά τον χώρο. Αν δείτε το παραμικρό ύποπτο πράγμα, μην το δείξετε, απλώς γυρίστε πίσω και πείτε το στον Πάτρικ, κι αποφασίζει αυτός τι θα κάνετε». «Για δες, δεν ήξερα ότι πήρες προαγωγή από γραμματέας σε αρχηγός αστυνομίας, Ανικα. Κατά τη διάρκεια των διακοπών μου έγινε αυτό;» έκανε με ξινισμένο ύφος ο Γιέστα. Αλλά δεν τόλμησε να το πει αρκετά δυνατά για να το ακούσει η Ανικα. Αυτό θα ήταν μεγάλη αποκοτιά και βλακεία. Πίσω από το τζάμι της ρεσεψιόν η Ανικα χαμογελούσε, με τα γυαλιά για τον υπολογιστή στερεωμένα στην άκρη της μύτης της. Ήξερε ακριβώς τι είδους ρέμπελες σκέψεις έκαναν γκέλες ανάμεσα στ' αυτιά του Φλίγκαρε, αλλά δεν την απασχολούσε ιδιαίτερα. Είχε πάψει προ πολλού να σέβεται τις απόψεις του. Αρκεί να έκανε τη δουλειά του και να μην τα θαλάσσωνε με αυτό που του είχε αναθέσει. Αυτός και ο Ερνστ μπορούσαν ν’ αποτελέσουν έναν επικίνδυνο συνδυασμό αν τους έστελνες μαζί για δουλειά. Όμως, σε αυτή την περίπτωση έπρεπε ν’ αρκεστεί στο ρητό της φημισμένης μαγείρισσας Κάισα Βαργ: «Παίρνουμε ό,τι έχουμε». Αν ο Ερνστ μισούσε κάτι ήταν να τον ξυπνάνε. Γνωρίζοντας ότι ο προϊστάμενος βρισκόταν αλλού, του δόθηκε η ευκαιρία να μείνει λίγο ακόμη ανάμεσα στα σκεπάσματα του πριν γίνει απαραίτητη η παρουσία του στο αστυνομικό τμήμα. Ετσι, ο εκνευριστικός ήχος από το κουδούνι της πόρτας κατέστρεψε κυριολεκτικά τα σχέδιά του.

«Τι διάβολο είναι πάλι;» φώναξε Έξω από την πόρτα στεκόταν ο Γιέστα με το δάχτυλο κολλημένο πεισματικά στο κουδούνι. « Πρέπει να δουλέψουμε». «Δεν μπορεί να περιμένει καμιά ώρα;» είπε οργισμένος ο Ερνστ. «Όχι, πρέπει να πάμε και ν' ανακρίνουμε έναν αγρότη που αγόρασε εκείνο το λίπασμα που βρήκαμε στα πτώματα». «Εκείνος ο μαλάκας ο Χέντστρεμ έδωσε εντολή γι' αυτά. Και είπε μάλιστα ν’ ακολουθήσω κι εγώ; Γιατί πίστευα ότι με είχε πετάξει έξω από την αναθεματισμένη του την έρευνά». O Γιέστα το σκέφτηκε λίγο, ζυγίζοντας αν έπρεπε να πει ψέματα ή αλήθεια Αποφάσισε το δεύτερο. «Όχι, ο Χέντστρεμ είναι στη Φιελμπάκα με τον Μολίν και τον Μέλμπεργ. H Ανικα μας παρακαλεί να το κάνουμε». «H Ανικα;» O Ερνστ γέλασε τραχιά. «Κι από πότε παίρνεις εσύ διαταγές από μια ηλίθια γραμματέα; Όχι, λοιπόν, εγώ πάω πάλι στο κρεβάτι μου». Χαζογελώντας ακόμη πήγε να κλείσει την πόρτα στα μούτρα του Γιέστα, αλλά ένα πόδι ανάμεσα στην πόρτα και το κούφωμα τον εμπόδισε να το κάνει. «Ακου, νομίζω ότι πρέπει να πάμε να το ελέγξουμε αυτό». O Γιέστα έκανε μια παύση και χρησιμοποίησε κατόπιν το μοναδικό επιχείρημα που ήξερε ότι θα έκανε τον Ερνστ να τον ακούσει. «Σκέψου τι μούτρα θα κάνει ο Χέντστρεμ αν λύσουμε εμείς την υπόθεση. Ποιος ξέρει; Ίσως εκείνος ο αναθεματισμένος αγρότης που θα πάμε να έχει την κοπελιά εκεί, στο αγρόκτημα. Δεν θα ήταν υπέροχο να πάμε στον Μέλμπεργ με τέτοιο μαντάτο;» Το γεγονός ότι το πρόσωπο του Ερνστ Λούντγκρεν φωτίστηκε μεμιάς αποδείκνυε ότι το επιχείρημα ήταν απολύτως ταιριαστό. O Ερνστ άκουγε ήδη το εγκώμια του προϊσταμένου του. «Περίμενε να ντυθώ μια στιγμή. Θα τα πούμε στο αυτοκίνητο». Δέκα λεπτά αργότερα ήταν καθ’ οδόν προς τη Φιελμπάκα. Το αγρόκτημα του Ρολφ Πέρσον βρισκόταν λίγο νοτιότερα από την ιδιοκτησία της οικογένειας Χουλτ, και ο Γιέστα δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν αυτό ήταν απλώς μια σύμπτωση. Αφού έστριψαν μια φορά σε λάθος δρόμο, κατάφεραν τελικά να βρουν τον σωστό και πάρκαραν στο οικόπεδο της αγροικίας. Πουθενά σημεία ζωής. Βγήκαν από το αμάξι και κοίταξαν διερευνητικά γύρω τους καθώς ανηφόριζαν προς την αγροικία. Το αγρόκτημα έμοιαζε με όλα τ' άλλα αγροκτήματα της περιοχής. Ένας αχυρώνας με κόκκινους ξύλινους τοίχους βρισκόταν δυο βήματα πιο πέρα από την κατοικία, η οποία ήταν άσπρη με μπλε πλαίσια γύρω από τα παράθυρα Παρά τα όσα έγραφαν οι εφημερίδες πως οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις έπεφταν βροχή στους αγρότες της Σουηδίας, ο Γιέστα ήξερε ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο

μελανή, κι αυτό το μαρτυρούσε η εικόνα παρακμής που είχε το αγρόκτημα. Φαινόταν ότι οι ιδιοκτήτες έκαναν τα πάντα για να το συντηρήσουν, αλλά το χρώμα είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει τόσο από την κατοικία όσο και από τον αχυρώνα, αφήνοντας μια διάχυτη αίσθηση απόγνωσης να σκαρφαλώνει στους τοίχους. Ανέβηκαν στη βεράντα της εισόδου, εκεί όπου η περίτεχνη ξυλουργική έδειχνε ότι το σπίτι είχε χτιστεί πριν οι σύγχρονοι καιροί μετατρέψουν τη βιασύνη και την αποδοτικότητα σε ιερές έννοιες. «Περάστε». H ετοιμόρροπη φωνή μιας γριάς τούς καλωσόρισε, κι εκείνοι σκούπισαν προσεχτικά τα πόδια τους στο χαλάκι της πόρτας πριν μπουν μέσα. O χαμηλοτάβανος χώρος ανάγκασε τον Ερνστ να σκύψει, αλλά ο Γιέστα. ο οποίος δεν ανήκε στην περήφανη κάστα των ψηλών, μπόρεσε να κινηθεί ανεμπόδιστα, δίχως να κινδυνεύει από ενδεχόμενες εγκεφαλικές βλάβες. «Καλημέρα, από την αστυνομία είμαστε. Ψάχνουμε τον Ρολφ Πέρσον». Η γριά, η οποία ετοίμαζε πρωινό, σκούπισε τα χέρια της σε μια πετσέτα κουζίνας. «Μια στιγμούλα να πάω να τον φέρω. Βλέπεις, παίρνει τον υπνάκο του στην ντιβανοκασέλα. Αυτά παθαίνεις άμα γερνάς». Γέλασε βραχνά και πέρασε στα ενδότερα της κατοικίας. O Γιέστα και ο Έρνστ κοίταξαν διστακτικά γύρω τους μετά κάθισαν στο τραπέζι της κουζίνας. H κουζίνα θύμιζε στον Γιέστα το πατρικό του, παρόλο που το ζεύγος Πέρσον ήταν μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερο του. H γριά τού φάνηκε στην αρχή μεγαλύτερη, αλλά μια πιο προσεχτική ματιά τού αποκάλυψε ότι τα μάτια την έκαναν να δείχνει νεότερη απ' όσο το κορμί της. H σκληρή δουλειά μπορούσε να το κάνει αυτό σ’ έναν άνθρωπο. Χρησιμοποιούσαν ακόμη έναν παλιό ξυλόφουρνο για το μαγείρεμα. Το δάπεδο ήταν καλυμμένο με λινοτάπητα και έκρυβε σίγουρα ένα υπέροχο ξύλινο πάτωμα. H νεότερη γενιά λάτρευε ν’ αφήνει ακάλυπτα κάτι τέτοια πατώματα, αλλά για τον ίδιο και για το ζεύγος Πέρσον ήταν ακόμη μια πολύ ζωντανή υπενθύμιση της φτώχειας των παιδικών τους χρόνων. O λινοτάπητας ήταν, όταν πρωτοεμφανίστηκε στην αγορά, ένα κραυγαλέο σημάδι ότι κάποιος είχε ξεφύγει από τη φτωχική ζωή των γονιών του. H επένδυση στους τοίχους ήταν φθαρμένη αλλά του ξυπνούσε κι αυτή συναισθηματικές αναμνήσεις. Δεν κατάφερε να συγκρατηθεί και άφησε το δάχτυλό του να περιπλανηθεί στη ρωγμή μεταξύ δύο ξυλεπενδύσεων. νιώθοντας ό,τι ένιωθε όταν έκανε το ίδιο στην κουζίνα του πατρικού του. Το ανεπαίσθητο τικ τακ ενός ρολογιού κουζίνας ήταν ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν, αλλά λίγο μετά ακούστηκαν καί κάτι μουρμουρητά από το διπλανό δωμάτιο. Κατάφεραν ν ακούσουν αρκετά για να καταλάβουν ότι η μια φωνή πρόδιδε ταραχή και η άλλη παρακάλια. Λίγα λεπτά αργότερα, η γριά επέστρεψε μαζί με τον σύζυγό της. Ακόμα κι αυτός έδειχνε μεγαλύτερος από τα κατ’ εκτίμηση εβδομήντα χρόνια του, και το ξύπνημα δεν φάνηκε να λειτούργησε υπέρ του. Τα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα και στέκονταν

όρθια, ενώ μεγάλες αυλακιές άφηναν τα έντονα ίχνη τους στα μάγουλά του. Η κυρά επέστρεψε στον φούρνο της. Κρατούσε το βλέμμα χαμηλωμένο και είχε επικεντρωθεί στην κατσαρόλα με το κουρκούτι που ανακάτευε. «Ποιο θέμα φέρνει, λοιπόν, την αστυνομία αποδώ;» H φωνή του Πέρσον ήταν αυταρχική, και ο Γιέστα δεν μπόρεσε να μην προσέξει την κυρά που τινάχτηκε ανάλαφρα. Αρχισε να καταλαβαίνει γιατί έδειχνε τόσο μεγαλύτερη απ' όσο ήταν πραγματικά, Κάποια στιγμή έτυχε να κάνει λίγο θόρυβο με την κατσαρόλα, και ο Ρολφ βρυχήθηκε; «Σταμάτα το αυτό το πράμα! Συνεχίζεις μετά με το πρωινό. Ασε μας στην ησυχία μας τώρα». Εκείνη έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε με βιάση την κατσαρόλα από τον φούρνο. Δίχως να βγάλει μιλιά, τους άφησε στην κουζίνα και βγήκε έξω. O Γιέστα ένιωσε την ανάγκη να πάει κοντά της και να της πει δυο λόγια φιλικά, παρηγορητικά, αλλά δεν το έκανε. O Ρολφ έβαλε ένα σναπς στο ποτήρι και κάθισε. Δεν ρώτησε τον Ερνστ ή τον Γιεστα αν ήθελαν κι αυτοί από ένα, έστω κι αν, ούτως ή άλλως, δεν θα τολμούσαν να του πουν ναι. Όταν το κατέβασε, σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του το στόμα και τους κοίταξε επιτιμητικά. «Λοιπόν; Τι είν' αυτό που θέλετε;» O Ερνστ κοίταζε με λαχτάρα το άδειο ποτήρι, και ο Γιέστα πήρε πρώτος τον λόγο: «Συνήθιζες να χρησιμοποιείς ένα λίπασμα που το λένε...» συμβουλεύτηκε το μπλοκάκι του «FZ302;». O αγρότης Πέρσον γέλασε εγκάρδια. «Γι’ αυτό με ξυπνήσατε από τον όμορφο ύπνο που έριχνα; Για να με ρωτήσετε ποιο λίπασμα χρησιμοποιώ; Χριστέ μου, εσείς οι αστυνομικοί δεν θα πρέπει να έχετε και πολλά να κάνετε ετούτη την εποχή». O Γιέστα δεν άλλαξε έκφραση. «Έχουμε τους λόγους μας που ρωτάμε. Και θα θέλαμε μια απάντηση». H αντιπάθεια για τον άντρα αυτό ενισχυόταν με κάθε λεπτό που περνούσε. «Καλά, καλά, δεν υπάρχει λόγος να εκνευριζόμαστε. Δεν έχω και τίποτα να κρύψω». Γέλασε ξανά και έβαλε άλλο ένα σναπς. O Ερνστ έγλειψε τα χείλη του, και τα μάτια του καρφώθηκαν στο ποτήρι. Αν έκρινε κανείς από το πώς μύριζε η ανάσα του Ρολφ Πέρσον, αυτό δεν θα πρέπει να ήταν ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο ποτήρι που είχε κατεβάσει. Έχοντας γελάδες που έπρεπε ν’ αρμεχτούν, σίγουρα ήταν όρθιος εδώ και κάνα δίωρο, οπότε τώρα -αν το έβλεπε κανείς κάπως καλοπροαίρετα- πρέπει να ήταν σχεδόν η ώρα για το μεσημεριανό του. Αλλά ακόμα και με μια τόσο γενναιόδωρη μέτρηση του ιδιαίτερου χρόνου του, πάλι ήταν λίγο νωρίς για αλκοόλ σκέφτηκε ο Γιέστα. O Ερνστ δεν φαινόταν να συμμερίζεται τις σκέψεις του.

«Το χρησιμοποιούσα μέχρι το 1984-85 περίπου, νομίζω. Μετά ήρθε κάποια από αυτές τις ηλίθιες περιβαλλοντικές υπηρεσίες και είπε ότι το λίπασμα αυτό μπορούσε να έχει "αρνητική επίδραση στην οικολογική ισορροπία"» είπε με τσιριχτή φωνή και σχημάτισε με τα δάχτυλά του εισαγωγικά στον αέρα. «Οπότε, αναγκαστήκαμε ν’ αλλάξουμε και να πάρουμε ένα δέκα φορές χειρότερο, που ήταν μάλιστα και δέκα φορές πιο ακριβό. Οι παλιομαλάκες». «Για πόσο καιρό χρησιμοποιούσατε το λίπασμα αυτό;» «Χμμμ... Μπορεί και καμιά δεκαριά χρόνια. Σίγουρα θα έχω γραμμένο το ακριβές σύνολο των ετών στα βιβλία μου, αλλά κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70 πρέπει να ήταν, νομίζω. Γιατί ενδιαφέρεστε γι' αυτό;» Κοίταξε τον Ερνστ και τον Γιέστα καχύποπτα. «Έχει κάποια σχέση με μια έρευνα που κάνουμε τώρα». O Γιέστα δεν είπε τίποτα περισσότερο, αλλά είδε πως ο αγρότης είχε αρχίσει να καταλαβαίνει τι γινόταν. "Έχει σχέση μ' εκείνα τα κορίτσια, έτσι δεν είναι; Με τα κορίτσια στη Χαράδρα του Βασιλιά; Και μ’ εκείνη την κοπελιά που εξαφανίστηκε; Και πιστεύετε ότι εγώ έχω σχέση μ’ αυτό; Τι; Πώς και πέρασε από την γκλάβα σας κάτι τέτοιο; Που να πάρει ο διάβολος!» Σηκώθηκε με κάποια αστάθεια από το τραπέζι. O Ρολφ Πέρσον ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας. Τα δεινά της ηλικίας του δεν φαίνονταν να είχαν επηρεάσει τις δυνάμεις του, και τα μπράτσα του διαγράφονταν μυώδη και στιβαρά κάτω από το πουκάμισό του. O Ερνστ κούνησε αποτρεπτικά τα χέρια του και σηκώθηκε κι αυτός όρθιος. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις ήταν χρήσιμος ο Λούντγκρεν, σκέφτηκε με ευγνωμοσύνη ο Γιέστα. Διότι ο Ερνστ λάτρευε κάτι τέτοιες καταστάσεις. «Ας ηρεμήσουμε τώρα. Εχουμε κάποια στοιχεία που τα ελέγχουμε, και είναι πολλοί αυτοί που επισκεπτόμαστε. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις ότι σε υποπτευόμαστε. Αλλά πολύ θα θέλαμε να ρίξουμε μια ματιά τριγύρω. Απλώς για να μπορέσουμε να σε διαγράψουμε από τη λίστα». O αγρότης έδειξε καχύποπτος αρχικά, αλλά μετά έγνεψε καταφατικά. O Γιέστα επενέβη επιφυλακτικά: «Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα;». H κύστη του είχε τα χρονάκια της, και είχε ώρα που κρατιόταν, αλλά τώρα δεν πήγαινε άλλο. O Ρολφ έγνεψε και έδειξε προς τη μεριά μιας πόρτας με τα αρχικά «WC». «Οι άνθρωποι κλέβουν σαν τσακάλια, γαμώ τον διάβολό μου. Τι θ’ απογίνει με τους έντιμους σαν εμένα κι εσένα...» O Ερνστ σταμάτησε να μιλάει μόλις επέστρεψε ο Γιέστα από την ανάγκη του. Ένα άδειο ποτήρι μπροστά στον Ερνστ μαρτυρούσε ότι είχε κατεβάσει κι αυτός το σναπς που τόσο λαχταρούσε. Τώρα, αυτός και ο αγρότης έμοιαζαν σαν δυο παλιόφιλοι.

Μισή ώρα αργότερα, ο Γιέστα βρήκε το κουράγιο να του τα ψάλει. «Βρομάς αλκοόλ που να πάρει ο διάβολος. Πώς σκέφτεσαι να περάσεις δίπλα από την Ανικα με αυτή την ανάσα;» «Μα τι διάολο λες τώρα, Φλίγκαρε. Μη μου κάνεις εμένα την κυρα-δασκάλα. Μια σταγονίτσα ήπια μόνο, δεν χάθηκε κι ο κόσμος. Άσε που είναι αγενές να λες όχι όταν σε τρατάρουν». O Γιέστα απλώς ρουθούνισε ειρωνικά, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο. Ένιωθε απογοητευμένος. Μισή ώρα περιοδεία στην ιδιοκτησία του αγρότη πήγε χαμένη. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος από κοπέλα ή έστω κάποιο σημάδι πως είχαν ξεθάψει κάτι, και ένιωθε πως όλο του το πρωινό είχε πάει στράφι. O Ερνστ και ο αγρότης είχαν ωστόσο γίνει κολλητοί εκείνη την ελάχιστη ώρα που χρειάστηκε ο Γιέστα για ν' αδειάσει την κύστη του και όση ώρα γυρόφερναν στο αγρόκτημα ψιλοκουβέντιαζαν ασταμάτητα μεταξύ τους. Από τη μεριά του, ο Γιέστα πάντα θεωρούσε ότι ήταν καλύτερο να κρατάει κανείς τις αποστάσεις του από πιθανούς υπόπτους σε μια υπόθεση φόνου, αλλά ο Λούντγκρεν είχε, όπως πάντα, τους δικούς του κανόνες. «Δεν σου είπε τίποτα χρήσιμο ο Πέρσον;» ρώτησε ο Γιέστα O Ερνστ έφερε την παλάμη μπροστά στο στόμα του και ανάσανε πάνω της. Μετά τη μύρισε, Αρχικά αγνόησε την ερώτηση του Γιέστα. «Ρε συ Φλίγκαρε, δεν σταματάς λιγουλάκι εδώ ν' αγοράσω κάνα δυο καραμέλες μέντας;» Μουτρωμένος και σιωπηλός, ο Γιέστα έστριψε στο βενζινάδικο και περίμενε στο αμάξι όσο ο Ερνστ έτρεξε ν’ αγοράσει κάτι για να λύσει το πρόβλημα της ανάσας του. Μόλις επέστρεψε και ξεκίνησαν, ο Ερνστ απάντησε στην ερώτησή του. «Μπα, πέσαμε σε ξεραΐλα, πραγματικά. Καλός, πάντως, τύπος αυτός εκεί, και μπορώ να πάρω όρκο ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση. Όχι, αυτή τη θεωρία πρέπει να τη διαγράψουμε αμέσως. Αυτό το στοιχείο με το λίπασμα είναι σίγουρα παραπλανητικό. Φταίνε οι μαλάκες οι τεχνικοί της Σήμανσης που κάθονται όλη μέρα στον κώλο τους και ψοφάνε για αναλύσεις, ενώ εμείς που δουλεύουμε έξω στον πραγματικό κόσμο βλέπουμε πόσο γελοίες είναι οι θεωρίες τους. Τα DΝΑ, οι τρίχες, τα λιπάσματα, τα ίχνη από λάστιχα αυτοκινήτων και όλ' αυτά με τα οποία κάθονται και μαλακίζονται. Μπα, ένα γερό χέρι ξύλο σε σημείο που πονάει κάνει μια υπόθεση να εξιχνιάζεται στο πι και φι, Φλίγκαρε ». Έσφιξε τη γροθιά του για να τονίσει την άποψή του και ικανοποιημένος που απέδειξε ποιος ξέρει τι σημαίνει πραγματικό αστυνομικό έργο, έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω και έκλεισε για λίγο τα μάτια. O Γιέστα συνέχισε να οδηγεί σιωπηλός προς το Τανουμσχέντε. Δεν μοιραζόταν τη σιγουριά του Ερνστ. Το μαντάτο είχε φτάσει και στ’ αυτιά του Γκάμπριελ από το προηγούμενο βράδυ. Κάθονταν και οι τρεις αμίλητοι στο τραπέζι και έπαιρναν το πρωινό τους. O καθένας με τις σκέψεις του. H Λίντα είχε

έρθει, προς μεγάλη έκπληξη των γονιών της με τα απαραίτητα για τη διανυκτέρευση και, δίχως να πει κουβέντα, είχε πάει και είχε ξαπλώσει στο δωμάτιό της, το οποίο ήταν πάντα έτοιμο. Με κάποιον δισταγμό, η Λάινε έσπασε τη σιωπή. «Τι καλά που ήρθες στο σπίτι, Λίντα». H Λίντα χάτι μουρμούρισε προς απάντηση με το βλέμμα πάντα στραμμένο στο ψωμί που άλειφε με βούτυρο. «Μίλα λίγο πιο δυνατά, Λίντα, είναι αγενές να μουρμουρίζεις κατ’ αυτό τον τρόπο». H Λάινε κεραυνοβόλησε τον Γκάμπριελ μ’ ένα βλέμμα, αλλά αυτός δεν φάνηκε να επηρεάζεται ιδιαίτερα. Εδώ ήταν το σπίτι του και δεν σκεφτόταν ν’ αρχίσει τις γαλιφιές με το μυξιάρικο μόνο και μόνο για να έχει την αμφιλεγόμενη ευχαρίστηση να το 'χει κοντά του έστω και για λίγο. «Είπα ότι θα μείνω στο σπίτι μία ή δύο βραδιές και μετά επιστρέψω στο Βεστεργκόρντεν. Χρειαζόμουν απλώς μια σύντομη αλλαγή περιβάλλοντος. Πέφτει πολύ αλληλούια εκεί πέρα. Όπως και να το κάνεις, διάβολε, σε πιάνει μελαγχολία όταν βλέπεις πώς φέρονται στα παιδιά. Ασε που είναι και λίγο αλλόκοτο να τα βλέπεις να περιφέρονται φλυαρώντας ασταμάτητα για τον Ιησού...» «Ναι, το έχω πει στον Γιάκομπ ότι πιστεύω πως είναι κάπως αυστηροί με τα παιδιά. Αν και έχουν καλές προθέσεις. Και η πίστη είναι σημαντική για τον Γιάκομπ και τη Μαρίτα πρέπει να το σεβαστούμε αυτό. Ξέρω, για παράδειγμα, ότι ο Γιάκομπ ταράζεται πολύ όταν σε ακούει να βρίζεις κατ’ αυτό τον τρόπο. Διότι, όντως, δεν είναι γλώσσα αυτή για μια νεαρή κυρία» H Λίντα γύρισε απαυδισμένη το βλέμμα της προς τα πάνω. Ήθελε μόνο ν' αποφύγει για λίγο τον Στέφαν. Εδώ δεν θα τολμούσε να τηλεφωνήσει. Όμως, όλ’ αυτά τα λόγια, τα ίδια και τα ίδια επί χρόνια, είχαν ήδη αρχίσει να την εκνευρίζουν. Μάλλον το βράδυ θα επέστρεφε στο σπίτι του αδερφού της. Εδώ δεν μπορούσε να μείνει, «Υποθέτω ότι άκουσες για την εκταφή όσο ήσουν στου Γιάκομπ» είπε η Λάινε. «Εξάλλου, ο μπαμπάς τηλεφώνησε εκεί χτες όταν ήρθε σ’ επαφή μαζί του η αστυνομία. Τι ηλίθια θεωρία πήγαν και βρήκαν! Ότι όλα είναι κάποιο σχέδιο που είχε εξυφάνει ο Εφραίμ για να φανεί δήθεν ότι ο Γιοχάνες ήταν νεκρός. Είναι το πιο βλακώδες πράγμα που έχω ακούσει!» Κατακόκκινες κηλίδες είχαν εμφανιστεί στο λευκό δέρμα του στήθους της Λάινε. η οποία έπαιζε συνέχεια με το μαργαριταρένιο κολιέ που φορούσε. H Λίντα αναγκάστηκε να καταπνίξει την παρόρμηση να ορμήσει πάνω της. να της αρπάξει εκείνο το κολιέ και να της χώσει τα αναθεματισμένα τα μαργαριτάρια στο στόμα. O Γκάμπριελ καθάρισε τον λαιμό του και παρενέβη με αυταρχικό ύφος στη συζήτηση. H όλη υπόθεση της εκταφής τον ενοχλούσε. Διατάρασσε την ηρεμία του και δημιουργούσε ρωγμές στον απολύτως τακτοποιημένο κόσμο του και αυτό το απεχθανόταν πολύ. Δεν πίστεψε ούτε στιγμή ότι η αστυνομία είχε έστω και το παραμικρό δίκιο σε όσα υποστήριζε, αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Ούτε τον εκνεύριζε ότι θα

διατάρασσαν την ύστατη κατοικία του αδερφού του, αν και δεν ήταν ακριβώς και τόσο ευχάριστη ιδέα. Όχι, εκείνο που τον ενοχλούσε ήταν η αταξία που θα προκαλούσε αυτή η διαδικασία. Το γεγονός ότι τα φέρετρα είναι για να θάβονται και όχι για να ξεθάβονται. Οι τάφοι που είχαν ανοιχτεί μία φορά και είχαν δεχτεί τον νεκρό τους έπρεπε να μένουν άθικτοι. Και, φυσικά, τα φέρετρα που είχαν σφραγιστεί άπαξ έπρεπε να παραμένουν σφραγισμένα. Έτσι έπρεπε να είναι. Δούναι και λαβείν. Τα πάντα στη θέση τους. «Ναι, πρέπει να πω ότι είναι κάπως παράξενο που η αστυνομία έχει το ελεύθερο να προβαίνει σε αυθόρμητες πράξεις κατ' αυτό τον τρόπο» είπε ο Γκάμπριελ. «Δεν ξέρω ποιον ανάγκασαν να τους δώσει άδεια γι’ αυτό το πράγμα, αλλά θα το ψάξω μέχρι τέλους, πιστέψτε με. Δεν ζούμε δα και σε κάνα αστυνομικό κράτος». Για άλλη μια φορά, η Λίντα μουρμούρισε κάτι κοιτάζοντας το πιάτο της. «Συγγνώμη, είπες κάτι. καρδούλα μου;» H Λάινε στράφηκε προς τη Λίντα. «Είπα ότι θα έπρεπε να μπείτε λίγο στον κόπο να σκεφτείτε πώς νιώθουν γι’ αυτό η Σούλβεΐγκ, ο Ρόμπερτ και ο Στέφαν. Δεν καταλαβαίνετε πώς αισθάνονται αυτοί οι άνθρωποι όταν ξεθάβουν τον Γιοχάνες κατ’ αυτό τον τρόπο; Αλλά όχι βέβαια! Το μόνο που κάθεστε κι αναμασάτε είναι πόσο θλιβερό είναι αυτό για εσάς τους ίδιους. Σκεφτείτε, έστω μία φορά, και τους άλλους!» Πέταξε την πετσέτα στο πιάτο της. σηκώθηκε κι έφυγε από το τραπέζι. Τα χέρια της Λάινε όρμησαν ξανά στο μαργαριταρένιο κολιέ. Φαινόταν ν' αντιμετωπίζει με δισταγμό το ερώτημα αν έπρεπε να τρέξει πίσω από την κόρη της ή όχι. Ένα βλέμμα του Γκάμπριελ όμως την καθήλωσε στην καρέκλα της. «Πάντως γνωρίζουμε από πού έχει κληρονομήσει αυτή την υστερική ιδιοσυγκρασία». Ο τόνος της φωνής του ήταν επικριτικός. H Λάινε δεν είπε κουβέντα. «Έχει το θράσος να ισχυρίζεται ότι δεν ενδιαφερόμαστε για το πώς ένιωσαν η Σούλβεΐγκ και τα παιδιά. Φυσικά και ενδιαφερόμαστε, αλλά αυτοί μας έχουν δείξει επανειλημμένα ότι δεν θέλουν τη συμπόνια μας, και όπως έστρωσε ο καθένας ας κοιμηθεί...» Υπήρχαν στιγμές που η Λάινε μισούσε τον σύζυγό της. Καθόταν εκεί γεμάτος αυταρέσκεια και έτρωγε με περισσή όρεξη το αυγό του. Φαντάστηκε νοερά τον εαυτό της να σηκώνεται, να πηγαίνει μπροστά του και ν’ αδειάζει το περιεχόμενο του πιάτου πάνω του. Αντί όμως γι’ αυτό, άρχισε να μαζεύει το τραπέζι. ΟΧΤΩ Καλοκαίρι 1979 Τώρα μοιράζονταν τον ίδιο πόνο. Σαν δυο σιαμαίες. σφίγγονταν η μία πάνω στην άλλη σε μια συμβιωτική σχέση μεταξύ τους που συντηρούνταν από ίσια μέρη αγάπης και μίσους. Από τη μια, υπήρχε η ασφάλεια ότι καμία δεν θα ήταν μόνη εκεί κάτω στο σκοτάδι. Από την άλλη. δημιουργήθηκε μια ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους λόγω της επιθυμίας που είχε η καθεμιά να

γλιτώσει και της ελπίδας να πονέσει η άλλη στην επόμενη άφιξή του. Δεν μιλούσαν πολύ. Οι φωνές αντηχούσαν απόκοσμα μέσα στο σκοτάδι του υπόγειου χώρου. Όταν τα βήματα πλησίαζαν ξανά. απομακρυνόταν η μία από την άλλη απότομα, εγκαταλείποντας τη δερματική επαφή που ήταν η μόνη τους προστασία από το κρύο και το σκοτάδι. Τώρα το μόνο που τις ενδιέφερε ήταν να μην πονέσουν και μάχονταν η καθεμιά για τον εαυτό της ώστε να μην πέσει στα χέρια του κακού. Αυτή τη φορά κέρδισε εκείνη και άκουσε ν' αρχίζουν τα ουρλιαχτά. Κατά κάποιον τρόπο, το γεγονός ότι είχε γλιτώσει ήταν το ίδιο άσχημο. O ήχος των οστών που έσπαζαν είχε αποτυπωθεί ανεξίτηλα στην ακουστική της μνήμη, νιώθοντας έτσι και στο δικό της αργασμένο κορμί κάθε ουρλιαχτό. Ήξερε τι θα ακολουθούσε μετά τα ουρλιαχτά. Τότε, τα χέρια που είχαν στρίψει και βιάσει, που είχαν σπάσει και καταστρέφει μεταμορφώνονταν και ακουμπούσαν ζεστά και τρυφερά το σημείο όπου ο πόνος ήταν εντονότερος. Τώρα γνώριζε πολύ καλά εκείνα τα χέρια σαν να ήταν δικά της. Ήταν μεγάλα και δυνατά, αλλά και απαλά, δίχως ρόζους και ανωμαλίες. Τα δάχτυλα ήταν μακριά, ευαίσθητα, σαν δάχτυλα πιανίστα, και παρόλο που δεν τα είχε δει ποτέ της, τα έβλεπε ολοκάθαρα με τα μάτια της φαντασίας της. Τα ουρλιαχτά έγιναν εντονότερα τώρα, και ευχόταν να μπορούσε να σηκώσει τα χέρια της και να τα φέρει στ' αυτιά της. Όμως, τα χέρια της κρέμονταν άτονα και άχρηστα κατά μήκος των πλευρών της και αρνούνταν να υπακούσουν στις εντολές της. Όταν έπαψαν τα ουρλιαχτά και η μικρή καταπακτή πάνω από τα κεφάλια τους άνοιξε και έκλεισε ξανά, σύρθηκε στο κρύο και υγρό δάπεδο προς τα εκεί απ' όπου έρχονταν οι κραυγές. Ηταν η ώρα της παρηγοριάς. Όταν το καπάκι του φέρετρου άνοιξε γλιστρώντας, επικράτησε απόλυτη σιωπή. O Πάτρικ έπιασε τον εαυτό του να μισογυρίζει και να ρίχνει μια ανήσυχη ματιά προς την εκκλησιά. Δεν ήξερε τι να περιμένει. Ίσως έναν κεραυνό από το καμπαναριό. που θα έπεφτε πάνω τους, πάνω στη βλάσφημη απασχόλησή τους. Αλλά δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Μόλις ο Πάτρικ είδε τον σκελετό μέσα στο φέρετρο, βούλιαξε η καρδιά του. Είχε χάνει λάθος. «Λοιπόν, Χέντστρεμ, πολύ αναθεματισμένο μπέρδεμα δημιούργησες εδώ με τις μαλακίες σου». O Μέλμπεργ κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. Με αυτή τη φράση είχε κάνει τον Πάτρικ να νιώθει ότι έβαζε το κεφάλι του στη λαιμητόμο. Όμως, ο προϊστάμενός του είχε δίκιο. Ήταν όντως ένα αναθεματισμένο μπέρδεμα. «Τότε μπορούμε να τον πάρουμε μαζί μας ώστε να διαπιστώσουμε απλώς αν πρόκειται για το σωστό άτομο. Αλλά το βλέπω δύσκολο να συναντήσουμε εκπλήξεις σε αυτό το θέμα. Δεν έχεις καμιά θεωρία περί αντικατάστασης πτωμάτων ή κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι;» O Πάτρικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Σκέφτηκε πως είχε πάρει ό,τι του άξιζε. Οι τεχνικοί έκαναν τη δουλειά τους, και όταν, λίγο αργότερα, ο σκελετός κατευθυνόταν προς το Γέτεμποργ, ο

Πάτρικ και ο Μάρτιν μπήκαν στο αυτοκίνητο για να επιστρέφουν στο αστυνομικό τμήμα. «θα μπορούσες να είχες δίκιο. Δεν ήταν δα και τόσο παρατραβηγμένη υπόθεση». Τα λόγια του Μάρτιν ήταν παρηγορητικά, αλλά το μόνο που έχανε ο Πάτρικ ήταν να γνέψει πάλι αρνητικά. «Οχι, εσύ είχες δίκιο. Παραήταν μεγαλόπνοα τα συνωμοτικά σχέδια που έκανα για να περιέχουν κάποιο ψήγμα αλήθειας. Υποθέτω ότι μάλλον θα αναγκαστώ να ζω για καιρό με αυτή την γκάφα». «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο» συμφώνησε συμπονετικά ο Μάρτιν. «Αλλά σκέψου και κάτι άλλο: θα μπορούσες άραγε να ζήσεις αν δεν το είχες κάνει και ανακάλυπτες εκ των υστέρων ότι είχες δίκιο και ότι αυτό είχε κοστίσει στην Τζένι Μέλερ τη ζωή της; Τουλάχιστον τώρα προσπάθησες, και πρέπει να συνεχίσουμε να δουλεύουμε με όλες τις ιδέες που μας έρχονται στο μυαλό, τρελές ή όχι. Είναι η μοναδική μας ευκαιρία, αν θέλουμε να βρούμε έγκαιρα την κοπέλα». «Αν δεν είναι ήδη αργά» είπε βλοσυρά ο Πάτρικ. «Βλέπεις; Ακριβώς έτσι δεν πρέπει να σκεφτόμαστε. Δεν την έχουμε βρει ακόμη νεκρή επομένως είναι ζωντανή Αλλη επιλογή δεν υπάρχει». «Δίκιο έχεις. Απλώς δεν ξέρω προς τα πού να στραφώ τώρα. Πού πρέπει να ψάξουμε; Επιστρέφουμε συνεχώς σ' εκείνη την αναθεματισμένη οικογένεια Χουλτ, αλλά αυτό δεν είναι ποτέ αρκετό για να μας δώσει κάτι πιο συγκεκριμένο για να συνεχίσουμε». «Έχουμε τη σχέση ανάμεσα στις δολοφονίες της Σιβ, της Μόνα και της Τάνια» «Και τίποτα που να αποδεικνύει ότι υπάρχει κάποια σχέση με την εξαφάνιση της Τζένι». «Όχι» παραδέχτηκε ο Μάρτιν. «Αλλά δεν έχει καμία σημασία, έτσι δεν είναι; Το βασικό είναι πως κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βρούμε τον δολοφόνο της Τάνια και μετά αυτόν που απήγαγε την Τζένι. Αν είναι το ίδιο άτομο ή όχι. θα φανεί. Εμείς όμως κάνουμε ό,τι μπορούμε». O Μάρτιν τόνισε κάθε λέξη της τελευταίας του φράσης, ελπίζοντας πως το νόημα όσων είχε πει είχε γίνει πλήρως αντιληπτό. Καταλάβαινε καλά γιατί ο Πάτρικ αυτομαστιγωνόταν μετά τη μάταιη εκταφή, αλλά αυτή τη στιγμή δεν είχαν την πολυτέλεια ο επικεφαλής της έρευνας να χάσει την αυτοπεποίθηση του διότι ο επικεφαλής της έρευνας έπρεπε να πιστεύει σε αυτά που έκαναν. Όταν επέστρεψαν στο Τμήμα, η Άνικα τους σταμάτησε στη ρεσεψιόν. Είχε το ακουστικό του τηλεφώνου στο χέρι και, καλύπτοντας με την παλάμη της το μικρόφωνο για να μην ακούει το άτομο στην άλλη άκρη της γραμμής, είπε στον Πάτρικ και στον Μάρτιν: «Πάτρικ, ο Στέφαν Χουλτ είναι. Επιμένει πολύ να σου μιλήσει. Θα το πάρεις στο γραφείο σου;»,

O Πάτρικ έγνεψε καταφατικά και έφυγε βιαστικά για το γραφείο του. Ένα δευτερόλεπτο μετά χτύπησε το τηλέφωνό του. «Πάτρικ Χέντστρεμ». Άκουσε με μεγάλο ενδιαφέρον, διέκοψε κάνα δυο φορές για να ρωτήσει κάτι και μετά έτρεξε, με ανανεωμένη ενέργεια, στο γραφείο του Μάρτιν. «Έλα, Μολίν, πρέπει να πάμε στη Φιελμπάκα». «Μα μόλις ήρθαμε από εκεί. Πού θα πάμε τώρα;» «θα κάνουμε μια συζητησούλα με τη Λίντα Χουλτ. Νομίζω ότι υπάρχει μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη, πάρα πολύ ενδιαφέρουσα». H Ερίκα είχε ελπίσει ότι οι φιλοξενούμενοι της, η οικογένεια Φλουντ δηλαδή, θα ήθελαν να πάνε στη θάλασσα κατά τη διάρκεια της μέρας ώστε να τους ξεφορτωθεί. Αλλά έκανε λάθος. «Εγώ και η Μάντε δεν είμαστε πολύ της θάλασσας. Προτιμάμε να σου κάνουμε παρέα εδώ, στον κήπο. Αλλωστε, η θέα είναι υπέροχη». O Γιέργκεν κοίταζε με βλέμμα χαρούμενο πέρα στα νησιά και προετοιμαζόταν για μια μέρα στον ήλιο. H Ερίκα προσπάθησε πολύ να μη βάλει τα γέλια. O άνθρωπος έδειχνε πολύ κωμικός. Ήταν κάτασπρος σαν χάπι ασπιρίνης και πάσχιζε, καθώς φαινόταν, να διατηρήσει αυτή την εμφάνιση. Είχε πασαλειφτεί παντού με αντηλιακή κρέμα, από το κεφάλι μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών, κάτι που τον έκανε ακόμα -αν αυτό ήταν δυνατόν- πιο άσπρο. Η μύτη του ήταν καλυμμένη από κάποιο είδος κρέμας που θύμιζε λαμπτήρα φθορισμού για μεγαλύτερη προστασία. Ένα τεράστιο καπέλο για τον ήλιο συμπλήρωνε την εμφάνιση, και έπειτα από κάνα μισάωρο άσκοπης ενασχόλησης με ασήμαντα πράγματα πήγε και στρογγυλοκάθισε με έναν αναστεναγμό, και πολύ ικανοποιημένος, σε μια σεζ λογκ δίπλα στη σύζυγό του. «Αχ, εδώ είναι σκέτος παράδεισος, δεν συμφωνείς, Μάντε;» Έκλεισε τα μάτια του, και η Ερίκα σκέφτηκε. γεμάτη ευγνωμοσύνη, ότι θα μπορούσε να τους αφήσει και να εξαφανιστεί μέσα στο σπίτι για λίγο. Τότε όμως εκείνος άνοιξε το ένα μάτι. «Θα ήταν μεγάλο πρόβλημα αν σου ζητούσα κάτι να πιω; Ένας χυμός θα ήταν ό,τι έπρεπε. Σίγουρα θα θελει και η Μάντε έναν». Η σύζυγός του απλώς έγνεψε, δίχως καν να μπει στον κόπο να κοιτάξει προς τα πάνω. Από τη στιγμή που ειχε βγει έξω είχε βυθιστεί στην ανάγνωση ενός βιβλίου για φορολογικούς νόμους και φαινόταν πως κι αυτή υπέφερε από κάποια μορφή πανικού για έκθεση στον ήλιο. H δική της προστασία ήταν μακρύ παντελόνι και μακρυμάνικο πουκάμισο. Είχε κι αυτή επίσης, καπέλο για τον ήλιο και μύτη στο χρώμα λαμπτήρα φθορισμού. Προφανώς πίστευε πως κανείς δεν μπορούσε να είναι ποτέ αρκετά σίγουρος για τους κινδύνους που κρύβει ο ήλιος. Όπως κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλα έμοιαζαν σαν δυο εξωγήινοι που μόλις είχαν προσγειωθεί στο γρασίδι της Ερίκα και του Πάτρικ. H Ερίκα πήγε μέσα και έφτιαξε χυμό. Θα έκανε οτιδήποτε, αρκεί να μη χρειαζόταν να τους κάνει

παρέα. Ήταν μακράν οι πιο βαρετοί άνθρωποι που είχε συναντήσει ποτέ στη ζωή της. Αν χτες βράδυ τής δινόταν η ευκαιρία να διαλέξει ανάμεσα στο να καθίσει μαζί τους ή να παρακολουθήσει έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο που στέγνωνε. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα διάλεγε τον τοίχο. Με την πρώτη ευκαιρία θα έλεγε μερικές κουβέντες και στη μητέρα του Πάτρικ ώστε να πάψει να μοιράζει δεξιά κι αριστερά το τηλέφωνό τους. O Πάτρικ τουλάχιστον μπορούσε να ξεφεύγει για λίγο πηγαίνοντας στη δουλειά. Αν και η Ερίκα έβλεπε πόσο κατάκοπος ήταν. Ποτέ άλλοτε δεν τον είχε δει τόσο ταραγμένο και τόσο αγχωμένο. Αλλά πάλι, ποτέ άλλοτε δεν διακυβεύονταν τόσα πράγματα. Ευχόταν να μπορούσε να τον βοηθήσει περισσότερο. Κατά την έρευνα για τον θάνατο της Αλεξ, της φίλης της, είχε μπορέσει να βοηθήσει την αστυνομία σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά τότε είχε και ένα προσωπικό ενδιαφέρον για την υπόθεση. Τώρα όμως την εμπόδιζε και το τεράστιο κορμί της. H κοιλιά της και η ζέστη συνωμοτούσαν για να την εξαναγκάσουν, για πρώτη φορά στη ζωή της, σε μια αθέλητη απραξία. Μάλιστα ένιωθε ακόμα και τον εγκέφαλό της να βρίσκεται σε κατάσταση ουδετερότητας. Όλες οι σκέψεις της ήταν καρφωμένες στο παιδί που είχε μέσα της και στην ηράκλεια προσπάθεια που επρόκειτο να καταβάλει σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον. O εγκέφαλός της, λοιπόν, αρνούνταν πεισματικά να επικεντρωθεί για πολύ χρόνο σε άλλα πράγματα και είχε αρχίσει να θαυμάζει τις μαμάδες που δούλευαν μέχρι και λίγες ώρες πριν γεννήσουν. Ίσως να έφταιγε η ίδια που ήταν διαφορετική αλλά όσο η εγκυμοσύνη προχωρούσε, εκείνη όλο και συρρικνωνόταν -ή μπορεί και να εξυψωνόταν, ανάλογα πώς ήθελες να το δεις- σε έναν επωαστικό, παλλόμενο, θρεπτικό οργανισμό αναπαραγωγής. Κάθε ίνα του κορμιού της είχε επικεντρωθεί να γεννήσει το παιδί, και επομένως οι απρόσκλητοι επισκέπτες ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή ενόχληση. Διατάρασσαν την αυτοσυγκέντρωση της, τελεία και παύλα Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν να νιώθει τόσο αεικίνητη όταν ήταν μόνη στο σπίτι. Της φαινόταν σκέτος παράδεισος. Ανακάτεψε τον χυμό μέσα σε μια μεγάλη κανάτα αναστενάζοντας, έριξε παγάκια και την πήγε έξω, μαζί με δυο ποτήρια, στους ανθρώπους από τον Άρη που είχαν αράξει στο γρασίδι της. Ένας γρήγορος έλεγχος στο Βεστεργκόρντεν αποκάλυψε ότι η Λίζα δεν ήταν εκεί. H Μαρίτα κοίταξε με ερωτηματικό ύφος τους δύο αστυνομικούς που εμφανίστηκαν, αλλά δεν τους ρώτησε ευθέως τι την ήθελαν και απλώς τους παρέπεμψε στο υποστατικό. Για δεύτερη φορά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Πάτρικ διέσχιζε τη μεγάλη αλέα. Και για μια ακόμα φορά σκέφτηκε πόσο όμορφη ήταν. Είδε τον Μάρτιν στο διπλανό κάθισμα να έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό. «Υπάρχει διάβολε, κόσμος που ζει τόσο καλά;» «Ναι, ορισμένοι ζουν πολύ καλά» είπε ο Πάτρικ. «Και μένουν δηλαδή μόνο δύο άτομα σε αυτό εκεί το τεράστιο σπίτι;» «Τρεις, αν βάλεις και τη Λίντα».

«Χριστέ μου, δεν είναι παράξενο που υπάρχει έλλειψη στέγης στη Σουηδία» είπε ο Μάρτιν. Αυτή τη φορά άνοιξε την πόρτα η Λάινε όταν χτύπησαν το κουδούνι. «Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω;» Είχε διακρίνει κάποιον τόνο ανησυχίας στη φωνή της; O Πάτρικ δεν ήταν σίγουρος. «Ψάχνουμε τη Λίντα. Πήγαμε στο Βεστεργκόρντεν, αλλά η νύφη σας μας είπε ότι είναι εδώ». O Μάρτιν έκανε ένα ασαφές νεύμα προς τη μεριά του Βεστεργκόρντεν. «Τι τη θέλετε;» O Γκάμπριελ είχε εμφανιστεί πίσω από τη Λάινε, η οποία δεν είχε ανοίξει αρκετά την πόρτα για να τους αφήσει να περάσουν μέσα. «Θέλουμε να της κάνουμε μερικές ερωτήσεις». «Δεν θα γίνει καμία ερώτηση στην κόρη μου πριν μάθουμε περί τίνος πρόκειται». O Γκάμπριελ φούσκωσε το στήθος του έτοιμος να υπερασπιστεί το αίμα του. Μόλις ο Πάτρικ ετοιμάστηκε να του εξηγήσει τους λόγους, εμφανίστηκε η Λίντα από μια γωνία του αρχοντικού. Φορούσε στολή ιππασίας και φαινόταν να κατευθύνεται προς τον στάβλο. «Εμένα θέλετε;» O Πάτρικ έγνεψε ανακουφισμένος που δεν χρειάστηκε ν’ αντιμετωπίσει απευθείας τον πατέρα της. «Ναι, θέλουμε να σου χάνουμε μερικές ερωτήσεις. Θα πάμε μέσα ή θα σ’ τις κάνουμε εδώ έξω;» 0 Γκάμπριελ τους διέκοψε. «Τι συμβαίνει, Λίντα; Δημιούργησες κάποιο πρόβλημα που πρέπει να γνωρίζουμε; Διότι δεν πρόκειται ν’ αφήσουμε την αστυνομία να σου χάνει ερωτήσεις έτσι, στα καλά καθούμενα, δίχως να είμαστε κι εμείς παρόντες, βάλ’ το καλά στο μυαλό σου αυτό!» H Λίντα, που πήρε μεμιάς το ύφος μιας μικρής τρομαγμένης κοπέλας, έγνεψε αδύναμα. «Μπορούμε να πάμε μέσα». Ακολούθησε σαν υπνωτισμένη τον Μάρτιν και τον Πάτρικ, που πέρασαν το κατώφλι και πήγαν στο καθιστικό Δεν φαινόταν να την ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα έπιπλα, μια που θρονιάστηκε στον καναπέ με ρούχα που έζεχναν. H Λάινε δεν μπόρεσε να κρύψει μια έκφραση αηδίας και ζάρωσε τη μύτη της, κοιτάζοντας ανήσυχη το λευκό ύφασμα του καναπέ. H Λίντα τής έριξε ένα βλέμμα γεμάτο πείσμα. «Θα είχες πρόβλημα αν σου κάναμε μερικές ερωτήσεις με τους γονείς σου παρόντες; Αν επρόκειτο για κανονική ανάκριση, δεν θα μπορούσαμε ν’ αρνηθούμε την παρουσία τους, μια που δεν είσαι ενήλικη, αλλά τώρα μόνο μερικές ερωτήσεις θα σου κάνουμε, οπότε αν θες...» O Γκάμπριελ φαινόταν έτοιμος να ξεκινήσει άλλο έναν καβγά σε σχέση με αυτό. αλλά η Λίντα ανασήκωσε απλώς τους

ώμους της αδιάφορα. Για μια στιγμή ο Πάτρικ νόμισε πως είδε μια νευρικότητα αναμεμειγμένη με κάποια ικανοποίηση γεμάτη προσδοκία. Αλλά ήταν πολύ φευγαλέο. «Πριν από λίγη ώρα λάβαμε ένα τηλεφώνημα από τον Στέφαν Χουλτ, τον ξάδερφό σου. Έχεις καμιά ιδέα περί τίνος πρόκειται;» Εκείνη ανασήκωσε ξανά τους ώμους της και άρχισε να ξύνει αδιάφορα τα νύχια της. «Βλέπεστε αρκετά έτσι δεν είναι;» O Πάτρικ προχωρούσε πολύ προσεχτικά, ένα βήμα κάθε φορά. O Στέφαν τού είχε πει αρκετά για τη σχέση τους, και ο Πάτρικ αντιλαμβανόταν ότι το μαντάτο θα έκανε τον Γκάμπριελ και τη Λάινε ν’ αντιδράσουν έντονα. «Βέβαια, βλεπόμασταν πολλές φορές». «Τι διάβολο είναι αυτά που λες» H Λάινε και η Λίντα τινάχτηκαν. O Γκάμπριελ όπως και ο γιος του, δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ βλάσφημες λέξεις. Δεν θυμόντουσαν ποτέ τους, καμία από τις δύο τους. να τον έχουν ακούσει να τις χρησιμοποιεί άλλοτε. «Γιατί; Μπορώ να συναντάω όποιον θέλω. Δεν θα το αποφασίσεις εσύ αυτό». O Πάτρικ διέκοψε πριν πάρουν τα πράγματα άλλη τροπή: «Δεν μας ενδιαφέρει ούτε αν συναντιόσασταν ούτε πόσο συχνά συναντιόσασταν, αυτό μπορείς να το κρατήσεις για τον εαυτό σου όσον αφορά εμάς. Υπάρχει όμως μια συγκεκριμένη φορά που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα. O Στέφαν είπε ότι συναντηθήκατε ένα βράδυ πριν από δύο εβδομάδες στο πατάρι του αχυρώνα στο Βεστεργκόρντεν». Το πρόσωπο του Γκάμπριελ έγινε κατακόκκινο από θυμό, αλλά δεν είπε τίποτα, περιμένοντας εναγωνίως την απάντηση της Λίντα. «Ναι, είναι πιθανόν. Έχουμε συναντηθεί πολλές φορές εκεί, αλλά δεν είμαι σίγουρη για πότε ακριβώς λες». Έξυνε ακόμη τα νύχια της με ιδιαίτερη προσήλωση και δεν κοίταζε κανέναν από τους ενήλικες γύρω της. 0 Μάρτιν συνέχισε από εκεί που είχε σταματήσει ο Πάτρικ: «Εκείνο το βράδυ, σύμφωνα με τον Στέφαν, είδατε κάτι ιδιαίτερο. Δεν ξέρεις ακόμη για τι πράγμα μιλάμε;». «Όχι, αλλά μια που το ξέρετε εσείς δεν μου το λέτε κι εμένα;»

«Λίντα! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις χειρότερα τα πράγματα με τη θρασύτητά σου. Να απαντήσεις αμέσως στις ερωτήσεις της αστυνομίας. Ξέρεις για τι πράγμα μιλάει, οπότε πες του. Αλλά αν είναι κάτι στο οποίο σε μπέρδεψε εκείνο το... το τσογλάνι, θα πάω και θα...» «Σκατά ξέρεις για τον Στέφαν. Είσαι κωλοφαρισαίος, αλλά...» «Λίντα...» H φωνή της Λάινε τη διέκοψε με έναν προειδοποιητικό τόνο. «Μην τα κάνεις χειρότερα για τον εαυτό σου. Κάνε ό,τι λέει ο μπαμπάς σου, απάντησε στις ερωτήσεις της αστυνομίας και θα μιλήσουμε αργότερα για τα υπόλοιπα». Αφού σκέφτηκε λίγο, η Λίντα φάνηκε ν’ ακολουθεί τη συμβουλή της μητέρας της και συνέχισε σκυθρωπή: «Υποθέτω ότι ο Στέφαν είπε πως είδαμε εκείνη την κοπέλα, ε;». . «Ποιά κοπέλα;» H απορία ήταν πεντακάθαρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του Γκάμπριελ. «Εκείνη την κοπέλα από τη Γερμανία, αυτή που δολοφονήθηκε». «Ναι. αυτό μας είπε ο Στέφαν» απάντησε ο Πάτρικ. Μετά έμεινε σιωπηλός και περίμενε τη Λίντα. «Δεν είμαι καθόλου σίγουρη, όσο ο Στέφαν, ότι ήταν εκείνη. Είδαμε τη φωτογραφία στα πρωτοσέλιδα και της έμοιαζε. νομίζω, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ένα σωρό κοπέλες που της μοιάζουν. Αλλωστε, τι δουλειά είχε εκείνη στο Βεστεργκόρντεν; Δεν είναι ακριβώς στη ζώνη των τουριστικών αξιοθέατων». Ο Μάρτιν και ο Πάτρικ αγνόησαν το τελευταίο σχόλιο. Ήξεραν ακριβώς τι δουλειά είχε η κοπέλα στο Βεστεργκόρντεν. Ήθελε ν’ ακολουθήσει το μοναδικό στοιχείο που ήταν σχετικό με την εξαφάνιση της μητέρας της: τον Γιοχάνες Χουλτ. «Πού ήταν η Μαρίτα και τα παιδιά εκείνο το βράδυ; O Στέφαν είπε ότι δεν ήταν στο σπίτι, αλλά δεν ήξερε πού ήταν». «Είχαν πάει για κάνα δυο μέρες στους γονείς της Μαρίτα, στο Νταλς-Εντ». «O Γιάκομπ και η Μαρίτα το συνηθίζουν αυτό καμιά φορά» εξήγησε η Λάινε. «Όταν ο Γιάκομπ θέλει να έχει λίγη ηρεμία για να κάνει ξυλουργικές εργασίες στο σπίτι, η Μαρίτα πηγαίνει κάνα δυο μέρες στον παππού και τη γιαγιά των παιδιών. Για να τα βλέπουν κι αυτοί λίγο περισσότερο. Εμείς μένουμε κοντά και τα βλέπουμε σχεδόν καθημερινά». «Ας αφήσουμε κατά μέρος αν η κοπέλα που είδες ήταν ή δεν ήταν η Τάνια Σμιτ. Μπορείς όμως να μας περιγράψεις πώς ήταν αυτή η κοπέλα;» H Λίντα φάνηκε να διστάζει. «Μελαχρινή, κανονικό κορμί. Μαλλιά μέχρι τους ώμους. Σαν οποιαδήποτε κοπέλα. Όχι ιδιαίτερα όμορφη» πρόσθεσε με την αλαζονεία κάποιας που γνωρίζει ότι γεννήθηκε όμορφη.

«Και τι φόραγε;» O Μάρτιν έγειρε μπροστά για να παρακολουθήσει το βλέμμα της έφηβης. Δεν τα κατάφερε. «Εεε... Δεν θυμάμαι ακριβώς. Έχουν περάσει δύο εβδομάδες από τότε και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει...» «Προσπάθησε» την ενθάρρυνε ο Μάρτιν. «Μάλλον μπλουτζίν, νομίζω. Κάτι σαν κολλητό μπλουζάκι και μια ζακέτα. Μπλε ζακέτα και λευκό μπλουζάκι, νομίζω, ή μήπως ήταν το αντίθετο; Και.., α, ναι... μια κόκκινη τσάντα ώμου». O Πάτρικ και ο Μάρτιν αντάλλαξαν ένα βλέμμα. H Λίντα μόλις είχε περιγράψει αυτά που φορούσε η Τάνια την ίδια μέρα που εξαφανίστηκε. Το μπλουζάκι ήταν λευκό και η ζακέτα μπλε, όχι το αντίστροφο. «Τι ώρα το βράδυ την είδατε;» «Αρκετά νωρίς, νομίζω. Κατά τις έξι ίσως». «Μήπως είδες αν την άφησε να μπει μέσα ο Γιάκομπ;» «Δεν άνοιξε κανένας όταν χτύπησε την πόρτα. Μετά έκανε μια γύρα το σπίτι απέξω και δεν μπορούσαμε να τη δούμε πια». «Την είδατε να φεύγει από εκεί;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Όχι, διότι ούτε ο δρόμος φαίνεται από τον αχυρώνα. Και, όπως είπα, δεν είμαι το ίδιο σίγουρη με τον Στέφαν ότι η κοπέλα που είδαμε ήταν όντως η Γερμανίδα». «Έχεις καμιά ιδέα για το ποια μπορεί να ήταν δηλαδή; Εννοώ ότι δεν είναι πολλοί οι ξένοι που έρχονται και χτυπούν την πόρτα εδώ στο Βεστεργκόρντεν». Αλλο ένα φανερά αδιάφορο ανασήκωμα των ώμων. Έπειτα από μια μικρή παύση, η Λίντα είπε: «Όχι, δεν ξέρω ποια μπορεί να ήταν. Αλλά μπορεί να ήταν κάποια που ήθελε να πουλήσει κάτι, πού να ξέρω κι εγώ;». «O Γιάκομπ όμως δεν ανέφερε κάποια επίσκεψη αργότερα, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν είπε τίποτα». Δεν ανέπτυξε περισσότερο την απάντησή της, και τόσο ο Πάτρικ όσο και ο Μάρτιν κατάλαβαν ότι ήταν πολύ πιο ανήσυχη απ' όσο έδειχνε γι' αυτό που είχε δει. Δεν ήθελε όμως να το δείξει μπροστά τους και ίσως ούτε και μπροστά στους γονείς της. «Μπορώ να ρωτήσω τι σκοπό έχουν όλες αυτές οι ερωτήσεις; Όπως είπα προηγουμένως, πιστεύω ότι αυτό εδώ αρχίζει να θυμίζει παρενόχληση της οικογένειάς μου. Σαν να μην έφτανε δηλαδή που

πήγατε και ξεθάψατε τον αδερφό μου! Πώς πήγε η εκταφή αλήθεια; Βρήκατε άδειο το φέρετρο;» O τόνος του ήταν κοροϊδευτικός, και αυτό το μέρος της κριτικής το επωμίστηκε ο Πάτρικ μην μπορώντας να κάνει αλλιώς. «Βρήκαμε ένα άτομο στο φέρετρο, ναι. Πιθανώς να είναι ο αδερφός σου, ο Γιοχάνες». «Πιθανώς». Ο Γκάμπριελ ρουθούνισε ειρωνικά και σταύρωσε τα χέρια του μπροστά από το στήθος του. «Θα γίνετε τώρα φόρτωμα και στον κακόμοιρο τον Γιάκομπ;» H Λάινε κοίταξε τον άντρα της πολύ ενοχλημένη. Ήταν σαν να καταλάβαινε μόλις τώρα τις επιπτώσεις που μπορεί να είχαν οι ερωτήσεις των αστυνομικών. «Δεν πιστεύετε, βέβαια, ότι ο Γιάκομπ...» Τα χέρια της πήγαν αυτόματα στον λαιμό της. «Τίποτα δεν πιστεύουμε προς το παρόν, αλλά ενδιαφερόμαστε πολύ να μάθουμε πώς και πού κινήθηκε η Τάνια πριν εξαφανιστεί, και στην περίπτωση αυτή ο Γιάκομπ μπορεί να είναι ένας σημαντικός μάρτυρας». «Μάρτυρας! Ωραία πάτε να το σερβίρετε και σας συγχαίρω γι’ αυτό. Αλλά μη νομίζετε ότι σας πιστεύουμε, ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Προσπαθείτε να ολοκληρώσετε αυτό που άρχισαν οι ανίκανοι συνάδελφοί σας το 1979. και δεν έχει καμία σημασία ποιον θα χώσετε μέσα, αρκεί να είναι ένας Χουλτ, έτσι δεν είναι; Πρώτα προσπαθείτε να μας πείσετε ότι ο Γιοχάνες ζει ακόμη και έχει αρχίσει να σκοτώνει κοπέλες, έπειτα απο ένα διάλειμμα είκοσι τεσσάρων ετών, κι όταν αποδεικνύεται ότι είναι τόσο νεκρός όσο μπορεί να είναι ένας άνθρωπος φέρετρο, τότε πάτε να τα φορτώσετε στον Γιάκομπ». O Γκάμπριελ σηκώθηκε και τους έδειξε την πόρτα. «Έξω αποδώ! Και δεν θέλω να σας ξαναδώ εδώ αν δεν έχετε μαζί σας τα απαραίτητα έγγραφα κι εγώ τον δικηγόρο μου. Μέχρι τότε, πάτε στον διάβολο!» Οι βρισιές είχαν αρχίσει να βγαίνουν όλο και ευκολότερα από τα χείλη του και γύρω από το στόμα του είχαν σχηματιστεί φουσκάλες από σάλιο. O Πάτρικ και ο Μάρτιν ήξεραν ακριβώς πότε ήταν ανεπιθύμητη η παρουσία τους. οπότε τα μάζεψαν και πήγαν προς την έξοδο. Οταν η εξώπορτα έκλεισε πίσω τους βροντώντας, το τελευταίο που άκουσαν ήταν η φωνή του Γκάμπριελ να βρυχιέται προς την κόρη του: «Και με τι βιάβολο πήγες κι έμπλεξες εσύ!». «Ακόμα και τα σιγανά ποταμάκια...» «Ναι, δεν πίστευα ποτέ μου ότι υπήρχε τόση λάβα κάτω από την επιφάνεια» είπε ο Μάρτιν. «Αν και δεν μπορώ να πω ότι δεν τον καταλαβαίνω. Αν το δεις από τη μεριά του...» Οι σκέψεις του Πάτρικ γλίστρησαν ξανά στο πρωινό φιάσκο.

«Σου είπα να μην το σκέφτεσαι άλλο αυτό. Έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες. Δεν γίνεται να κυλιέσαι μέσα στις ενοχές για πάντα» είπε κοφτά ο Μάρτιν. O Πάτρικ τον κοίταξε έκπληκτος. O Μάρτιν ένιωσε το βλέμμα του και ανασήκωσε απολογητικά τους ώμους του. «Με συγχωρείς. Αρχίζει να με τρώει κι εμένα το άγχος, υποθέτω». «Όχι, όχι, έχεις απόλυτο δίκιο. Δεν είναι τώρα ώρα για λύπηση». Πήρε για μια στιγμή τα μάτια του από τον δρόμο και κοίταξε τον συνεργάτη του. «Και μη ζητάς ποτέ συγγνώμη επειδή είσαι ειλικρινής». «Εντάξει». Συνέχισαν τον δρόμο τους αμήχανα σιωπηλοί. Όταν πέρασαν από το γήπεδο του γκολφ της Φιελμπάκα, ο Πάτρικ είπε για να ελαφρύνει κάπως την ατμόσφαιρα: «Δεν θα φροντίσεις να πάρεις εκείνη την πράσινη κάρτα σύντομα για να παίξουμε κάνα γύρο μαζί;». O Μάρτιν χαμογέλασε πειραχτικά. «Είσαι σίγουρος ότι θες να το τολμήσεις αυτό; Ίσως αποδειχτώ φυσικό ταλέντο και σε κάνω με τα κρεμμυδάκια». «Δεν νομίζω. Διότι είμαι κι εγώ ταλέντο του γκολφ». «Α, εντάξει. Τότε να βιαστούμε, γιατί αργότερα μάλλον θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να ξαναπαίξουμε» «Τι εννοείς;» O Πάτρικ έδειχνε πραγματικά απορημένος. «Ίσως να το ξέχασες, αλλά σε δύο εβδομάδες περίπου περιμένεις ένα μωρό. Και τότε, όπως καταλαβαίνεις, δεν θα έχεις πολύ χρόνο για τέτοιου είδους διασκεδάσεις». «Α... μην ανησυχείς, όλα θα λυθούν. Αυτά τα μικρά ρίχνουν πολλές ώρες ύπνο, οπότε όλο και κάποιο παιχνίδι θα μπορέσουμε να στριμώξουμε κάπου ανάμεσα. Και η Ερίκα κατανοεί ότι πρέπει να βγαίνω κι εγώ έξω κάπου κάπου. Το συμφωνήσαμε όταν αποφασίσαμε να κάνουμε παιδί, και βασική προϋπόθεση ήταν ότι θα έπρεπε να δίνουμε ο ένας στον άλλο χώρο για να κάνουμε τα δικά μας και να μην είμαστε μόνο γονείς». Καθώς ο Πάτρικ ολοκλήρωνε την πρότασή του, τα μάτια του Μάρτιν είχαν γεμίσει δάκρυα από τα γέλια. Κακάριζε και κουνούσε ταυτόχρονα το κεφάλι του. «Ναι, ναι, σίγουρα πράγματα! θα έχετε πολύ χρόνο για να κάνετε τα δικά σας Κοιμούνται πολύ αυτά τα μικρά» είπε μιμούμενος τον Πάτρικ, κάτι που τον έκανε να γελάσει ακόμα περισσότερο. O Πάτρικ, που ήξερε ότι η αδερφή του Μάρτιν είχε πέντε παιδιά άρχισε να δείχνει λίγο ανήσυχος και ν' αναρωτιέται τι ήξερε ο Μάρτιν που του είχε διαφύγει. Πριν όμως προλάβει να τον ρωτήσει, χτύπησε το κινητό του. «Χέντστρεμ».

«Γεια, ο Πέντερσεν είμαι. Παίρνω σε ακατάλληλη ώρα;» «Όχι, εντάξει. Περίμενε μόνο λίγο να παρκάρω κάπου». Εκείνη τη στιγμή προσπέρασαν το κάμπινγκ της Γκρέμπεσταντ, κάτι που έκανε τα πρόσωπα και των δύο να σκοτεινιάσουν. O Πάτρικ οδήγησε άλλα εκατό μέτρα, μέχρι που έφτασε στο πάρκινγκ της αποβάθρας, όπου μπήκε μέσα και πάρκαρε για να μπορέσει να μιλήσει στο κινητό. «Τώρα πάρκαρα. Βρήκατε τίποτα;» Δεν μπορούσε να κρύψει την ανυπομονησία στη φωνή του, ενώ ο Μάρτιν τον παρατηρούσε με αγωνία. Έξω από το αυτοκίνητο περνούσαν οι τουρίστες, που μπαινόβγαιναν σε καταστήματα και φαγάδικα. O Πάτρικ κοίταζε με ζήλια τα ευτυχισμένα και ανύποπτα πρόσωπά τους. «Και ναι και όχι. Τώρα θα μπούμε για να κάνουμε κάποιες συμπληρωματικές εξετάσεις, αλλά λόγω της κατάστασης σκέφτηκα πως θα σ’ ενδιέφερε να μάθεις αν προέκυψε τίποτα καλό από την, καθώς καταλαβαίνω, κάπως βιαστική εκταφή που ζήτησες», «Σίγουρα. Δεν μπορώ να πω όχι. Αν και νιώθω κάπως ηλίθιος, όλα όσα έχεις να μου πεις είναι ευπρόσδεκτα». O Πάτρικ κράτησε την ανάσα του. «Πρώτον, συγκρίναμε τα δόντια του άντρα που ήταν στο φέρετρο με τα οδοντικά αρχεία. Είναι αναμφίβολα ο Γιοχάνες Χουλτ, οπότε όσον αφορά αυτό δεν μπορώ να σου πω κάτι ενδιαφέρον. Αντιθέτως» ο παθολογοανατόμος δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει τον πειρασμό μιας παύσης για να εντείνει κι άλλο την αγωνία του συνομιλητή του «είναι εντελώς απίθανο να πέθανε από απαγχονισμό. H πρόωρη αναχώρησή του από τη ζωή οφείλεται μάλλον στο ότι κάτι σκληρό τον χτύπησε στο κεφάλι». «Τι διάβολο λες;» O Μάρτιν τινάχτηκε μόλις άκουσε τη φωνή του Πάτρικ. «Τι σόι σκληρό αντικείμενο; Τον χτύπησαν με κάτι στο κεφάλι;» «Κάτι τέτοιο. Αλλά αυτή τη στιγμή τον έχω πάνω στο τραπέζι για να τον εξετάσω και μόλις μάθω περισσότερα θα σου κάνω πάλι ένα τηλεφώνημα. Όμως, πριν κάνω μια πιο σχολαστική εξέταση δεν μπορώ δυστυχώς να πω τίποτε άλλο». «Σ’ ευχαριστώ πολύ που μου τηλεφώνησες τόσο γρήγορα. Να με κρατάς ενήμερο, σε παρακαλώ». O Πάτρικ έκλεισε με θριαμβευτικό ύφος το καπάκι του κινητού του. «Τι είπε, τι είπε;» O Μάρτιν πέθαινε από περιέργεια. «Ότι δεν είμαι εντελώς ηλίθιος». «Ναι, σίγουρα χρειάζεται ένας γιατρός για να επιβεβαιώσει

κάτι τέτοιο, αλλά πέρα από αυτό» απάντησε ξερά ο Μάρτιν, μια που δεν του άρεσε να τον κρατάνε σε αγωνία. «Είπε ότι ο Γιοχάνες Χουλτ δολοφονήθηκε». O Μάρτιν έγειρε το κεφάλι του στα γόνατα και έτριψε το πρόσωπό του και με τις δύο παλάμες του υποκρινόμενος τον απελπισμένο, «Τέρμα, θα ζητήσω να αποχωρήσω από αυτή την καταραμένη έρευνα. Αυτό είναι τρελό! Μου λες, δηλαδή, ότι ο κύριος ύποπτος για την εξαφάνιση της Σιβ και της Μόνα, ή για τον θάνατό τους όπως αποδείχτηκε, δολοφονήθηκε». «Αυτό ακριβώς σου λέω. Κι αν ο Γκάμπριελ Χουλτ νομίζει ότι μπορεί να βρυχιέται αρκετά δυνατά για να μας αποτρέψει να ψάξουμε στ' άπλυτα τους, έχει πέσει πολύ έξω. Αν υπάρχει κάτι που αποδείκνυε ι ότι κρύβουν ένα μυστικό στην οικογένεια Χουλτ, είναι ακριβώς αυτό. Κάποιος απ' όλους αυτούς ξέρει πώς και γιατί δολοφονήθηκε ο Γιοχάνες Χουλτ και ποια σχέση έχει με τη δολοφονία των κοριτσιών, και πάω όσο στοίχημα θέλεις!» Χτύπησε τη γροθιά του στην παλάμη του και ένιωσε πως η πρωινή απογοήτευση είχε αντικατασταθεί από ανανεωμένη ενεργητικότητα. «Ελπίζω μόνο να το μάθουμε αρκετά γρήγορα. Για το καλό της Τζένι Μέλερ» είπε ο Μάρτιν Το σχόλιό του λειτούργησε σαν ένας κουβάς κρύο νερό στο κεφάλι του Πάτρικ. Δεν έπρεπε ν’ αφήσει το ένστικτο του ανταγωνισμού να πάρει το πάνω χέρι. Δεν έπρεπε να ξεχάσει γιατί έκαναν τη δουλειά αυτή, Έμειναν για λίγο εκεί, παρατηρώντας τον κόσμο που τους προσπερνούσε. Κατόπιν, ο Πάτρικ έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και τράβηξε για το αστυνομικό τμήμα. O Κένεντι Κάρλσον πίστευε ότι όλα είχαν αρχίσει με το όνομα του. Άλλωστε, δεν υπήρχε και τίποτε άλλο στο οποίο μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο. Πολλά από τα άλλα παιδιά είχαν καλές δικαιολογίες, όπως ότι οι γονείς τους μεθούσαν και τα χτυπούσαν. Αλλά, καθώς φαινόταν, αυτός μπορούσε να κατηγορήσει μόνο το όνομά του. H μητέρα του έζησε μερικά χρόνια στις ΗΠΑ αφού τελείωσε το σχολείο. Παλιότερα, όταν έφευγε κάποιος για την Αμερική, θεωρούνταν μεγάλο συμβάν στην επαρχία Αλλά στα μέσα της δεκαετίας του '80, όταν έφυγε η μητέρα του, ένα εισιτήριο για τις ΗΠΑ είχε πάψει προ πολλού να θεωρείται άνευ επιστροφής. Ήταν πλέον πολλοί εκείνοι που είχαν παιδιά τα οποία έφευγαν για κάποια μεγάλη πόλη ή για το εξωτερικό. Το μόνο που δεν είχε αλλάξει ήταν πως. όταν κάποιος εγκατέλειπε τη σιγουριά μιας μικρής κοινωνίας, οι κακές γλώσσες άρχιζαν να λένε ότι αυτό δεν θα τελείωνε καλά. Και στην περίπτωση της μητέρας του. οι κακές γλώσσες είχαν κατά κάποιον τρόπο δίκιο. Έπειτα από κάνα δυο χρόνια στη Γη της Επαγγελίας εκείνη επέστρεψε με τον ίδιο στην κοιλιά. Για τον πατέρα του δεν είχε ακούσει ποτέ κουβέντα Αλλά ούτε κι αυτό συνιστούσε κάποια καλή δικαιολογία Ήδη πριν ' γεννηθεί, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Κρίστερ, ο οποίος του στάθηκε σαν πραγματικός πατέρας. Οπότε, το όνομα έφταιγε. Υπέθετε πως εκείνη ήθελε να τραβήξει την προσοχή των άλλων και να αποδείξει ότι, παρόλο που είχε επιστρέψει με την ουρά στα σκέλια, είχε κάνει τη βόλτα της εκεί έξω. στον μεγάλο κόσμο. Και ο ίδιος θα αποτελούσε πάντα αυτή την απόδειξη. Έτσι. η μητέρα του δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να λέει στον οποιονδήποτε πως ο μεγαλύτερος γιος της

είχε πάρει το όνομα του Τζον Φ. Κένεντι, «μια που στα χρόνια που πέρασε στις ΗΠΑ θαύμαζε πολύ εκείνο τον άντρα». O Κένεντι Κάρλσον αναρωτιόταν γιατί -κι αν είχαν έτσι τα πράγματα-δεν τον είχε βαφτίσει Τζον. Στ’ αδέρφια του είχαν προσφέρει μια καλύτερη τύχη εκείνη και ο Κρίστερ. Διότι με αυτά αρκέστηκαν στα ονόματα Έμελι, Μίκαελ και Τόμας. Συνηθισμένα και απλά σουηδικά ονόματα, που τον έκαναν να ξεχωρίζει ακόμα περισσότερο. Επίσης, το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν μαύρος δεν βοηθούσε ιδιαίτερα, αν και ο Κένεντι δεν πίστευε πως έφταιγε αυτό που ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ήταν εκείνο το αναθεματισμένο το όνομα, σίγουρα πράγματα. Ως παιδί δεν έβλεπε την ώρα ν' αρχίσει το σχολείο. Το θυμόταν χαλά αυτό. Θυμόταν την προσμονή, τη χαρά και την ανυπομονησία να ξεκινήσει κάτι καινούργιο, να δει έναν εντελώς καινούργιο κόσμο να ξανοίγεται μπροστά του. Όμως. χρειάστηκαν μόνο κάνα δυο μέρες μέχρι να χάσει τον ενθουσιασμό του. Χάρη σε αυτό το αναθεματισμένο το όνομα. Έμαθε πολύ γρήγορα ότι ήταν αμαρτία να ξεχωρίζεις από το πλήθος. Με το παράξενο όνομα, με το περίεργο κούρεμα, με τα παλιομοδίτικα ρούχα με όλ' αυτά τα ασήμαντα που έδειχναν πως δεν ήταν σαν τους άλλους. Στη δική του περίπτωση μάλιστα ήταν επιβαρυντικό το γεγονός ότι αυτός, σύμφωνα με τους άλλους, πίστευε πως ήταν ανώτερος επειδή είχε ένα τόσο πρωτότυπο όνομα. Λες και το είχε διαλέξει μόνος του. Διότι αν είχε το δικαίωμα της επιλογής, θα ήθελε να έχει ένα τυπικό σουηδικό όνομα όπως Στέφαν ή Όσκαρ ή Φρέντρικ. Κάτι που θα τον έκανε αυτομάτως μέλος της ευρύτερης ομάδας. H κόλαση των πρώτων ημερών στην πρώτη τάξη απλώς συνεχίστηκε από το κακό στο χειρότερο. Οι χλευασμοί, το ξύλο και η απόρριψη από το σύνολο τον ανάγκασαν να υψώσει έναν δυνατό τοίχο, σαν γρανίτη, γύρω του. Σύντομα οι πράξεις ακολούθησαν τις σκέψεις. Όλη η οργή που είχε συσσωρευτεί μέσα του είχε αρχίσει να βγαίνει σαν ατμός από μικρές τρύπες, που γίνονταν όλο και μεγαλύτερες, μέχρι που έφτασε να τη βλέπουν οι πάντες. Τότε όμως ήταν πολύ αργά. Διότι είχε ήδη χάσει την ευκαιρία του σχολείου και την εμπιστοσύνη της οικογένειάς του, ενώ οι φίλοι του δεν ήταν οι φίλοι που έπρεπε να έχει. Ο ίδιος είχε αφεθεί στα χέρια της μοίρας που του είχε επιβάλει το όνομά του. Το «πρόβλημα» ήταν πλέον σαν τατουάζ στο μέτωπό του, και το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να επαληθεύει όσα πίστευαν οι άλλοι γι’ αυτόν. Ένας εύκολος, αν και παράδοξος, τρόπος ζωής. Ολ' αυτά άλλαξαν όταν έφτασε απρόθυμα σ' εκείνο το αγρόκτημα στο Μπούλαρεν. Αυτός ήταν ο όρος όταν τον συνέλαβαν έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να κλέψει ένα αυτοκίνητο. Αρχικά υιοθέτησε τη στάση της ελάχιστης αντίστασης με την προοπτική να φύγει από εκεί όσο γρηγορότερα γινόταν. Έπειτα συνάντησε τον Γιάκομπ. Και μέσω του Γιάκομπ βρήκε τον Θεό. Αν και στα δικά του μάτια αυτοί οι δύο ήταν σχεδόν το ίδιο. Αυτό δεν είχε γίνει με τη βοήθεια κάποιου θαύματος. Δεν είχε ακούσει κάποια βροντερή φωνή από ψηλά ούτε είχε δει κάποιον κεραυνό να πέφτει εξ ουρανού μπροστά στα πόδια του που να

αποδεικνύει την ύπαρξή Του. Όλα έγιναν μέσα από εκείνες τις ώρες που πέρασε με τον Γιάκομπ κουβεντιάζοντας. Τότε είδε να διαγράφεται η εικόνα του Γιάκομπ ως Θεού. Σαν ένα παζλ που αρχίζει σιγά σιγά να παίρνει τη μορφή που έχει απέξω το κουτί του. Στην αρχή είχε αντιδράσει. Έφευγε από εκεί και έκανε, μαζί με τους φίλους του, ό,τι του περνούσε από το μυαλό. Έπινε απίστευτες ποσότητες αλκοόλ και μετά τον μάζευαν για να τον φέρουν πίσω με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Την επομένη, με το κεφάλι του έτοιμο να σπάσει, αντιμετώπιζε το ήπιο βλέμμα του Γιάκομπ, το οποίο πάντοτε, όλως περιέργως, δεν έδειχνε επιτιμητικό. Του είχε παραπονεθεί για το όνομά του και του είχε πει ότι αυτό έφταιγε για όλα τα λάθη που είχε κάνει. Όμως, ο Γιάκομπ κατάφερε να του εξηγήσει ότι το όνομά του ήταν κάτι θετικό ένδειξη για το πώς θα εξελισσόταν η ζωή του. Το όνομά του ήταν ένα δώρο, του είχε εξηγήσει ο Γιάκομπ. Το ότι από την πρώτη στιγμή της γέννησής του είχε ήδη αποκτήσει μια τόσο μοναδική ταυτότητα σήμαινε πως ο Θεός τον είχε επιλέξει ανάμεσα σε όλους τους άλλους. Το όνομα τον έκανε ιδιαίτερο όχι παράξενο. Με τον ίδιο ενθουσιασμό που δείχνει ένας πολύ πεινασμένος άνθρωπος μπροστά στο κυριακάτικο τραπέζι, ο Κένεντι καταβρόχθιζε όλα τα λόγια του Γιάκομπ. Αργά και σταθερά ανακάλυπτε πως ο Γιάκομπ είχε δίκιο. Το όνομα ήταν χάρισμα. Τον έκανε ιδιαίτερο και έδειχνε ότι ο Θεός είχε ένα ξεχωριστό σχέδιο γι’ αυτόν, τον Κένεντι Κάρλσον. Και ήταν ευγνώμων στον Γιάκομπ Χουλτ που του το είχε μάθει αυτό πριν να είναι πολύ αργά. Στενοχωριόταν που έβλεπε τον Γιάκομπ τόσο ανήσυχο τον τελευταίο καιρό. O Κένεντι δεν μπόρεσε να μην ακούσει εκείνες τις φήμες που ήθελαν την οικογένεια του Γιάκομπ να σχετίζεται με τις νεκρές κοπέλες κι έτσι νόμιζε πως καταλάβαινε τον λόγο για τον οποίο ανησυχούσε ο Γιάκομπ. Αλλωστε, είχε και ο ίδιος νιώσει την κακοβουλία μιας κοινωνίας που ζητούσε να πιει αίμα. Ήταν φανερό πως τώρα είχε έρθει η σειρά της οικογένειας Χουλτ να παίξει τον ρόλο του θηράματος. Χτύπησε διακριτικά την πόρτα του Γιάκομπ. Του φάνηκε πως είχε ακούσει ταραγμένες φωνές αποκεί μέσα. Όταν άνοιξε την πόρτα, είδε τον Γιάκομπ να κατεβάζει το ακουστικό με μια πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπό του. «Τι έγινε;» «Ένα μικρό οικογενειακό πρόβλημα μόνο. Δεν χρειάζεται ν' ανησυχείς». «Τα προβλήματα σου είναι και δικά μου Γιάκομπ. Το ξέρεις αυτό. Δεν μπορείς να μου πεις τι συμβαίνει; Δείξε μου εμπιστοσύνη, όπως σου έδειξα κι εγώ». O Ι'ιάκομπ έτριψε κουρασμένος τα μάτια του και φάνηκε να καταρρέει. «Να, ακούγονται όλα τόσο ανόητα. Λόγω μιας ανοησίας που έκανε ο πατέρας μου πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια, η αστυνομία πιστεύει ότι έχουμε κάποια σχέση με τη δολοφονία εκείνης της Γερμανίδας τουρίστριας για την οποία έγραφαν οι εφημερίδες".

«Μα αυτό είναι φοβερό». «Ναι, και το τελευταίο είναι ότι άνοιξαν τον τάφο του θείου μου του Γιοχάνες το πρωί». «Τι μου λες; Σύλησαν την ειρήνη του τάφου;» O Γιάκομπ χαμογέλασε στενοχωρημένα. Πριν από έναν χρόνο ο Κένεντι θα έλεγε: «Τι σκατά έχαναν στην ειρήνη, είπες;», «Ναι, δυστυχώς. Όλη η οικογένεια υποφέρει από αυτό. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». O Κένεντι ένιωσε την παλιά γνώριμη οργή να φουντώνει μέσα του. Αν και τώρα την ένιωθε καλύτερα. Διότι τώρα πια ήταν η οργή του Θεού. «Δεν μπορείτε να τους μηνύσετε; Για παρενόχληση ή κάτι τέτοιο;» Εκείνο το στραβό, θλιμμένο χαμόγελο εμφανίστηκε ξανά στο πρόσωπο του Γιάκομπ, «Μου λες. λοιπόν, ότι με τις εμπειρίες που έχεις από την αστυνομία πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο θα είχε αποτέλεσμα;» Όχι βεβαία, είχε δίκιο ο Γιάκομπ. O σεβασμός που έτρεφε ο Κένεντι για τους μπάτσους ήταν μικρός, για να μην πούμε ανύπαρκτος. Κι αν υπήρχε κάποιος που καταλάβαινε την απογοήτευση του Γιάκομπ, ήταν αυτός. Ένιωθε μια απέραντη ευγνωμοσύνη για το ότι ο Γιάκομπ επέλεξε ακριβώς αυτόν για να του πει τις στενοχώριες του. Ήταν άλλο ένα δώρο για το οποίο έπρεπε να θυμηθεί να ευχαριστήσει τον Θεό στον εσπερινό. Τη στιγμή που ο Κένεντι ήταν έτοιμος ν' ανοίξει το στόμα του για να πει στον Γιάκομπ πώς ένιωθε, χτύπησε το τηλέφωνο. «Με συγχωρείς». O Γιάκομπ σήκωσε το ακουστικό. Όταν το κατέβασε, μερικά λεπτά αργότερα φαινόταν πιο χλωμός. O Κένεντι είχε καταλάβει από την κουβέντα ότι στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο πατέρας του Γιάκομπ και προσπάθησε πολύ να μη φαίνεται ότι πάσχιζε να κρυφακούσει. «Συνέβη κάτι;» O Γιάκομπ έβγαλε αργά τα γυαλιά του. «Μίλα μου λοιπόν, τι σου είπε;» O Κένεντι δεν μπορούσε να κρύψει ότι η καρδιά του πονούσε από την αγωνία και την ανησυχία. «Ήταν ο πατέρας μου. Πήγε η αστυνομία από εκεί και έκανε μερικές ερωτήσεις στην αδερφή μου. O ξάδερφός μου, ο Στέφαν, τους τηλεφώνησε και τους ανέφερε ότι αυτός και η αδερφή μου είδαν τη

δολοφονημένη κοπέλα στο αγρόκτημά μου λίγο πριν εξαφανιστεί. O Θεός να με βοηθήσει». «O Θεός να σε βοηθήσει» ψιθύρισε σαν ηχώ ο Κένεντι. Είχαν συγκεντρωθεί στο γραφείο του Πάτρικ. Ήταν στενάχωρα, αλλά με λίγη καλή θέληση είχαν καταφέρει να χωρέσουν. O Μέλμπεργ είχε προσφέρει το γραφείο του, το οποίο ήταν τριπλάσιο από τα γραφεία των άλλων, αλλά ο Πάτρικ δεν ήθελε να μεταφέρει όλα όσα είχε καρφιτσώσει στον πίνακα του. O πίνακας ήταν γεμάτος με σημειώσεις και αποκόμματα εφημερίδων, ενώ στη μέση υπήρχαν οι φωτογραφίες της Σιβ, της Μόνα, της Τάνια και της Τζένι, O Πάτρικ καθόταν στην άκρη του γραφείου του με την πλάτη μισογυρισμένη προς τους υπόλοιπους, Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό είχαν συγκεντρωθεί όλοι ταυτόχρονα στο ίδιο μέρος ο Πάτρικ, ο Μάρτιν, ο Μέλμπεργ, ο Γιέστα, ο Ερνστ και η Ανικα - όλη η ομάδα ειδημόνων του αστυνομικού τμήματος του Τανουμσχέντε. Τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα στον Πάτρικ. Ξαφνικά ένιωσε ότι το βάρος της ευθύνης είχε πέσει πάνω του, και μικρές σταγόνες ίδρωτα άρχισαν να σχηματίζονται στο κάτω μέρος της ραχοκοκαλιάς του. Δεν του άρεσε να είναι το επίκεντρο της προσοχής, και η σκέψη πως όλοι περίμεναν τι θα έλεγε έκανε όλο το κορμί του να μυρμηγκιάσει. Καθάρισε τον λαιμό του. «Πριν από μισή ώρα τηλεφώνησε ο Toρντ Πέντερσεν από το Ιατροδικαστικό και μου είπε ότι η εκταφή το πρωί δεν έγινε άσκοπα». Εδώ έκανε μια παύση και έδωσε στον εαυτό του την ευκαιρία να νιώσει ικανοποίηση γι’ αυτό που μόλις τους είχε πει. Άλλωστε, δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να τον λοιδορούν οι συνάδελφοί του στο εξής. «H εξέταση που έγινε στη σωρό του Γιοχάνες Χουλτ έδειξε ότι δεν είχε κρεμαστεί. Αντιθέτως, φαίνεται πως είχε δεχτεί κάποιο γερό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του». Ένα μουρμουρητό ακούστηκε μέσα στο δωμάτιο. O Πάτρικ συνέχισε, γνωρίζοντας ότι τώρα είχε την απερίσπαστη προσοχή όλων: «Δηλαδή, έχουμε άλλο έναν φόνο, έστω κι αν δεν είναι πρόσφατος. Οπότε θεώρησα πως ήταν ώρα να μαζευτούμε και να συνοψίσουμε ό,τι γνωρίζουμε. Ερωτήσεις μέχρι εδώ;». Σιωπή. «Εντάξει. Ξεκινάμε λοιπόν». O Πάτρικ άρχισε να παρουσιάζει το παλιό υλικό που είχαν για τη Σιβ και τη Μόνα, συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας του Γκάμπριελ. Συνέχισε με τον θάνατο της Τάνια και την παθολογοανατομική αναφορά που αποδείκνυε πως είχε τις Ιδιες κακώσεις με τη Σιβ και τη Μόνα, τη σχέση που αποδείκνυε πως ήταν κόρη της Σιβ, καθώς και τη μαρτυρία του Στέφαν ότι είχε δει την Τάνια στο Βεστεργκόρντεν. Ξαφνικά ακούστηκε ο Γιέστα να λέει: «Και η Τζένι Μέλερ; Εγώ πάντως δεν πείθομαι πως δεν υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στην εξαφάνισή της και στις δολοφονίες». Τα βλέμματα όλων καρφώθηκαν στη φωτογραφία της ξανθιάς δεκαεφτάχρονο που τους χαμογελούσε από τον πίνακα Ανακοινώσεων. Ακόμα και το βλέμμα του Πάτρικ, ο οποίος είπε: «Συμφωνώ μαζί σου, Γιέστα. Είναι κι αυτή μια θεωρία ανάμεσά στις πολλές. 'Ομως, οι ομάδες αναζήτησης δεν απέφεραν κανένα αποτέλεσμα, και η εξονυχιστική έρευνα που κάναμε μεταξύ των γνωστών βιαστών στην περιοχή μάς οδήγησε απλώς στο αδιέξοδο

που ονομάζεται "Μόρτεν Φρισκ". Οπότε το μοναδικό που μπορούμε να χάνουμε είναι να ελπίζουν ότι μπορεί να μας βγάλουν από το αδιέξοδο οι μαρτυρίες των κατοίκων και ότι κάποιος μπορεί να είδε κάτι, ενώ δουλεύουμε ταυτόχρονα ξεκινώντας από την υπόθεση πως το ίδιο άτομο που δολοφόνησε την Τάνια απήγαγε και την Τζένι. Αρκεί αυτό ως απάντηση στην ερώτησή σου;». O Γιέστα έγνεψε καταφατικά, βασικά, η απάντηση σήμαινε ότι δεν ήξεραν τίποτα και επαλήθευε αυτό περίπου που πίστευε και ο ίδιος. «Παρεμπιπτόντως, Γιέστα, άκουσα από την Ανικα ότι εσύ και ο Ερνστ πήγατε και ελέγξατε το στοιχείο που είχε προκύψει με το λίπασμα. Βγήκε τίποτε από εκεί;» Αντί για τον Γιέστα απάντησε ο Ερνστ. «Σκατά βγήκε. O αγρότης με τον οποίο μιλήσαμε δεν είχε καμία σχέση με αυτό». «Ναι, αλλά σίγουρα ρίξατε και μια ματιά τριγύρω για να σιγουρευτείτε, έτσι δεν είναι;» O Πάτρικ δεν πειθόταν εύκολα από τις διαβεβαιώσεις του Ερνστ. «Ναι, φυσικά και το κάναμε. Και, όπως είπα, βρήκαμε σκατά» έκανε με ξινισμένο ύφος ο Ερνστ. O Πάτρικ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Γιέστα. O οποίος έγνεψε συμφωνώντας με τον Ερνστ. «Εντάξει τότε. Είμαστε αναγκασμένοι να σκεφτούμε μήπως υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να συνεχίσουμε την έρευνά μας σχετικά με αυτή το στοιχείο. Εντωμεταξύ μας ήρθε μια μαρτυρία από κάποιον που είδε την Τάνια λίγο πριν εξαφανιστεί. O γιος του Γιοχάνες, ο Στέφαν, μου τηλεφώνησε σήμερα το πρωί και μου είπε ότι είδε μια κοπέλα, που ήταν σίγουρα η Τάνια, όπως μας διαβεβαιώνει, στο Βεστεργκόρντεν. H ξαδέρφη του η Λίντα, η κύρη του Γκάμπριελ ήταν μαζί του, κι εγώ με τον Μάρτιν πήγαμε και μιλήσαμε μαζί της το πρωί. Επιβεβαίωσε κι εκείνη πως είδαν μια κοπέλα εκεί, αλλά δεν ήταν εξίσου σίγουρη ότι επρόκειτο για την Τάνια». «Μπορούμε όμως να εμπιστευτούμε αυτό τον μάρτυρα; To ποινικό μητρώο του Στέφαν και η αντιπαλότητα μεταξύ των οικογενειών δεν θα πρέπει, άραγε, να μας κάνουν λίγο επιφυλακτικούς απέναντι σε όσα λέει;» είπε ο Μέλμπεργ. «Ναι, αυτό με προβληματίζει κι εμένα. Πρέπει να περιμένουμε για ν’ ακούσουμε τι έχει να μας πει ο Γιάκομπ Χουλτ. Νομίζω όμως ότι είναι ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο το γεγονός πως πάντα επιστρέφουμε σε αυτή την οικογένειά. Όπου κι αν στραφούμε πέφτουμε πάνω στο σόι των Χουλτ». H θερμοκρασία είχε ανέβει αισθητά στο μικρή γραφείο. O Πάτρικ είχε ανοίξει ένα παράθυρο, αλλά δεν βοηθούσε ιδιαίτερα, μια που έξω δεν υπήρχε καθόλου δροσερός αέρας. H Ανικα προσπαθούσε να δροσιστεί έχοντας μετατρέψει το μπλοκάκι της σε βεντάλια. O Μέλμπεργ σκούπιζε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με την παλάμη ενώ το ηλιοκαμένο πρόσωπο του Γιέστα έδειχνε ανησυχητικά γκρίζο. O Μάρτιν είχε ξεκουμπώσει τα δύο πάνω κουμπιά του πουκαμίσου του, κάτι που έκανε τον Πάτρικ να σκεφτεί, με λίγο φθόνο, ότι ορισμένοι αφιέρωναν κάποιον χρόνο στο γυμναστήριο. Μόνο ο Ερνστ έδειχνε να μην ενοχλείται, ο οποίος είπε αμέσως μετά:

«Πάντως, εγώ βάζω στοίχημα ότι είναι κάποιο από εκείνα τα δύο τα τσογλάνια. Εξάλλου, είναι και οι μοναδικοί που είχαν και παλιότερα πάρε δώσε με την αστυνομία». «Αν εξαιρέσεις τον πατέρα τους» του υπενθύμισε ο Πάτρικ. «Ακριβώς, αν εξαιρέσω τον πατέρα τους. Αλλά αυτό αποδεικνύει απλώς πως κάποιο παρακλάδι αυτής της οικογένειας είναι σάπιο πέρα για πέρα». «Και τι λες για τη μαρτυρία ότι η Τάνια θεάθηκε ζωντανή στο Βεστεργκόρντεν για τελευταία φορά; Σύμφωνα με την αδερφή του, ο Γιάκομπ ήταν στο σπίτι εκείνη την ώρα. Μήπως οι υπόνοιες στρέφονται περισσότερο προς αυτόν;» O Ερνστ ρουθούνισε ειρωνικά: «Και ποιος είναι αυτός που λέει πως ήταν εκεί η κοπέλα; O Στέφαν Χουλτ. Μπα, δεν θα πίστευα ούτε λέξη απ’ όσα λέει αυτό το παιδί». «Πότε σκέφτεσαι να μιλήσουμε με τον Γιάκομπ;» ρώτησε ο Μάρτιν. «Σκέφτηκα να πάμε στο Μπούλαρεν εσύ κι εγώ αμέσως μετά τη συνάντηση εδώ. Τηλεφώνησα και έμαθα ότι δουλεύει σήμερα», «Πιστεύεις ότι ο Γκάμπριελ δεν θα του τηλεφώνησε για να τον προειδοποιήσει;» συνέχισε ο Μάρτιν. «Σίγουρα, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι' αυτό. Ας πάμε ν' ακούσουμε τι έχει να μας πει». «Και τι θα κάνουμε με το νέο στοιχείο ότι ο Γιοχάνες δολοφονήθηκε;» επέμεινε ο Μάρτιν. O Πάτρικ δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι δεν ήξερε πώς να το χειριστεί αυτό. Είχαν πέσει πολλά στοιχεία μαζεμένα προς εξέταση τώρα, και φοβόταν πως αν έκανε ένα βήμα πίσω για να δει όλη την εικόνα, αυτή η υπερβολικά απαιτητική αποστολή μπορεί να τον καθιστούσε ανίκανο για δράση. Αναστέναξε. «Πρέπει να πάρουμε τα πράγματα ένα προς ένα. Δεν θα πούμε τίποτα γι’ αυτό στον Γιάκομπ όταν μιλήσουμε μαζί του. Δεν θέλω να το πληροφορηθούν η Σούλβεΐγκ και οι γιοι της». «Οπότε, το επόμενο βήμα είναι να μιλήσουμε μαζί τους». «Ναι, υποθέτω. Αν δεν υπάρχει άλλη πρόταση». Σιωπή. Κανείς δεν φαινόταν να έχει κάποια άλλη ιδέα. «Εμείς οι υπόλοιποι τι θα κάνουμε;» O Γιέστα βαριανάσαινε, και ο Πάτρικ ανησύχησε μήπως ήταν έτοιμος να πάθει καμιά καρδιακή ανακοπή από τη ζέστη. «H Ανικα είπε ότι έχουν συγκεντρωθεί αρκετές πληροφορίες από τη στιγμή που βγήκε η φωτογραφία της Τζένι στα πρωτοσέλιδα. Τις ιεράρχησε με βάση το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν,

οπότε εσύ και ο Ερνστ μπορείτε ν’ αρχίσετε να τις ελέγχετε μία προς μία». O Πάτρικ ευχόταν να μην έκανε λάθος που είχε αφήσει τον Ερνστ να επιστρέφει στην έρευνα. Θα του έδινε άλλη μία ευκαιρία, κι αυτό το αποφάσισε όταν είδε πως ο Ερνστ ενήργησε σωστά όταν αυτός και ο Γιέστα έλεγξαν την πληροφορία για το λίπασμα. «Ανικα, θα ήθελα να τηλεφωνήσεις ξανά στην εταιρεία που πουλούσε το λίπασμα και να τους παρακαλέσεις να επεκτείνουν την αναζήτησή τους για πελάτες σε μια ευρύτερη περιοχή. Βέβαια δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι τα πτώματα μεταφέρθηκαν πολύ μακριά, αλλά αξίζει τον κόπο να το ελέγξουμε κι αυτό». «Κανένα πρόβλημα». H Ανικα κουνούσε τώρα ακόμα εντονότερα το μπλοκάκι της. Σταγόνες ιδρώτα είχαν σχηματιστεί στο πάνω χείλος της. Στον Μέλμπεργ δεν ανατέθηκε κάτι. O Πάτρικ ήξερε πως δεν μπορούσε να δώσει εντολές στον προϊστάμενό του. κι έτσι προτίμησε να μην τον εμπλέξει στην καθημερινή δουλειά της έρευνας. Αν και όφειλε να παραδεχτεί ότι ο Μέλμπεργ είχε κάνει εξαιρετική δουλειά κρατώντας μακριά τους πολιτικούς. Πάντως, πάνω του υπήρχε ακόμη κάτι ασυνήθιστο. Συνήθως η φωνή του Μέλμπεργ ακουγόταν πάνω από τις φωνές όλων των άλλων, αλλά τώρα καθόταν σιωπηλός και ήρεμος και έδειχνε να βρίσκεται κάπου πολύ μακριά. O ενθουσιασμός του, ο οποίος τους είχε προβληματίσει όλους για δύο εβδομάδες, είχε αντικατασταθεί από αυτή την ακόμα πιο ανησυχητική σιωπή. O Πάτρικ τον ρώτησε: «Μπέρτιλ, θέλεις να προσθέσεις κάτι;». «Τι; Συγγνώμη, τι είπες;» είπε ξαφνιασμένος ο Μέλμπεργ. «Έχεις κάτι να προσθέσεις;» επανέλαβε ο Πάτρικ. «Α. μάλιστα» είπε ο Μέλμπεργ και καθάρισε τον λαιμό του σαν είδε τα βλέμματα όλων καρφωμένα πάνω του. «Μπα, δεν νομίζω. Φαίνεται ότι ελέγχεις πλήρως την κατάσταση». H Ανικα και ο Πάτρικ κοιτάχτηκαν. Συνήθως η Ανικα είχε τον απόλυτο έλεγχο και γνώριζε ό,τι συνέβαινε στο Τμήμα. αλλά αυτή τη φορά ανασήκωσε απλώς τους ώμους της και τα φρύδια της για να δείξει πως ούτε εκείνη είχε ιδέα τι συνέβαινε. «Ερωτήσεις; Όχι. Καλά τότε. Πιάνουμε δουλειά λοιπόν». Ανακουφισμένοι, βγήκαν όλοι από το ζεστό δωμάτιο για να πάνε ν' αναζητήσουν κάπου αλλού λίγη δροσιά. Μόνο ο Μάρτιν έμεινε πίσω. «Πότε φεύγουμε;»

«Σκέφτηκα να τρώγαμε πρώτα μεσημεριανό και να φεύγαμε αμέσως μετά». «Εντάξει. Να πάω ν’ αγοράσω κάτι και να φάμε εδώ, στην τραπεζαρία;» «Ναι, θα σου ήμουν υποχρεωμένος. Να πάρω κι εγώ ένα τηλέφωνο την Ερίκα πρώτα». «Χαιρετισμούς». O Μάρτιν ήταν ήδη στον διάδρομο. O Πάτρικ σχημάτισε τον αριθμό του σπιτιού. Ευχόταν να μην την είχαν κάνει να βαρεθεί μέχρι θανάτου ο Γιέργκεν και η Μάντε... «Πολύ απομονωμένο μέρος αυτό εδώ». O Μάρτιν έριξε μια ματιά γύρω του, αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν δέντρα. Είχαν οδηγήσει ένα τέταρτο σε μικρούς δρόμους μέσα στο δάσος και κάποια στιγμή άρχισε ν’ αναρωτιέται μήπως είχαν χαθεί, «Ηρέμησε, το ελέγχω. Έχω ξανάρθει άλλη μία φορά, όταν ένα από τα παιδιά που ήταν εδώ είχε ξεφύγει εντελώς, οπότε τον ξέρω τον δρόμο». O Πάτρικ είχε δίκιο. Λίγα λεπτά αργότερα έμπαιναν στο αγρόκτημα. «Φαίνεται ωραίο μέρος» είπε ο Μάρτιν. «Ναι, και έχουν αρκετά καλή φήμη. Ή τουλάχιστον έχουν καταφέρει να δείχνουν ένα καλό πρόσωπο προς τα έξω. Προσωπικά, αρχίζω ν’ αμφιβάλλω κάπως όταν πέφτουν πολλοί σταυροί και προσευχές, αλλά έτσι σκέφτομαι εγώ. Ακόμα κι αν ο αρχικός σκοπός είναι καλός σε κάτι τέτοια κοινόβια ανεξάρτητα από την Εκκλησία, φαίνεται πως, αργά ή γρήγορα, πάντα ελκύουν αρκετούς παράξενους τύπους. Προσφέρουν μια έντονη αίσθηση κοινότητας και οικογένειας που πείθει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι νιώθουν έξω από τα νερά τους στην κοινωνία», «Ακούγεται σαν να ξέρεις για τι πράγμα μιλάς ή κάνω λάθος;» "Ναι, είχε μπλέξει η αδερφή μου με κάτι τέτοιες περίεργες καταστάσεις κάποια στιγμή. Ξέρεις, βρισκόταν στην ηλικία της αναζήτησης, στην εφηβεία, αλλά κατάφερε να βγει σώα και αβλαβής από αυτό, οπότε δεν είχαμε πολλές ζημιές. Όμως, έμαθα αρκετά για το πώς λειτουργούν όλ’ αυτά ώστε να αναπτύξω έναν υγιή σκεπτικισμό. Ωστόσο, όπως είπα, δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι αρνητικό για τη συγκεκριμένη ομάδα, οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να τους υποψιαζόμαστε". «Ναι, δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε σχέση με την έρευνά μας» είπε ο Μάρτιν. Αυτό ακούστηκε σαν προειδοποίηση και κάπως έτσι το εννοούσε. O Πάτρικ ήταν συνήθως αρκετά ήρεμος και συγκεντρωμένος. αλλά υπήρχε ένας τόνος περιφρόνησης στη φωνή του, που ανησύχησε λίγο τον Μάρτιν για το πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τις ερωτήσεις προς τον Γιάκομπ.

Ήταν σαν ο Πάτρικ να είχε διαβάσει τη σκέψη του. Χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς. Είναι απλώς κάποιος από τους μικρούς εκνευρισμούς που με πιάνουν καμιά φορά, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση». Πάρκαραν και βγήκαν από το αυτοκίνητο. Το αγρόκτημα έσφυζε από ζωή. Αγόρια και κορίτσια φαίνονταν να δουλεύουν μέσα κι έξω από το κτίριο. Μια ομάδα παιδιών έκανε μπάνιο κάτω στη λίμνη, και οι φωνές τους ακούγονταν παντού. Το όλο σκηνικό έμοιαζε με το τέλειο ειδύλλιο. O Μάρτιν και ο Πάτρικ χτύπησαν την πόρτα. Τους άνοιξε ένα αγόρι στα τελευταία χρόνια της εφηβείας. Ξαφνιάστηκαν και οι δύο. Αν δεν ήταν εκείνο το σκοτεινό βλέμμα, δεν δα το είχαν αναγνωρίσει. «Γεια σου, Κένεντι», «Τι θέλετε;» O τόνος της φωνής του ήταν εχθρικός. Ούτε ο Πάτρικ ούτε ο Μάρτιν μπορούσαν να σταματήσουν να τον κοιτάζουν επίμονα. Τα μαλλιά του δεν ήταν πια μακριά, όπως τα είχε παλιότερα και του έπεφταν μονίμως στο πρόσωπο. Επίσης, είχαν εξαφανιστεί τα μαύρα ρούχα και το άρρωστο χρώμα στο δέρμα του. Το αγόρι που στεκόταν τώρα μπροστά τους ήταν τόσο καθαρό και περιποιημένο που έλαμπε ολόκληρο. Όμως, το εχθρικό βλέμμα το αναγνώριζαν από εκείνες τις εποχές που τον συλλάμβαναν για κλοπές αυτοκινήτων, κατοχή ναρκωτικών και πολλά άλλα. «Φαίνεσαι μια χαρά Κένεντι» είπε ο Πάτρικ με φιλικό τόνο. Πάντα το λυπόταν αυτό το παιδί. O Κένεντι δεν μπήκε καν στον κόπο να του απαντήσει. Αντιθέτως, επανέλαβε την ερώτηση του: «Τι θέλετε;». «Θέλουμε να μιλήσουμε με τον Γιάκομπ. Είναι μέσα;» O Κένεντι τους έκλεισε τον δρόμο. «Τι τον θέλετε;» Πάλι με φιλικό τόνο, ο Πάτρικ του είπε: «Δεν σε αφορά αυτό. Και σε ξαναρωτώ: Είναι μέσα;». «Πρέπει να σταματήσετε, που να πάρει ο διάβολος, να τον παρενοχλείτε. Και αυτόν και την οικογένειά του. 'Εχω μάθει τι κάνετε και να ξέρετε πως το θεωρώ μεγάλη μαλακία. Αλλά θα τιμωρηθείτε. O Θεός βλέπει τα πάντα και μπορεί να δει και μέσα στις καρδιές σας». O Μάρτιν και ο Πάτρικ αντάλλαξαν ένα βλέμμα. «Εντάξει, μην ανησυχείς, Κένεντι, αλλά καλύτερα να κάνεις στην άκρη τώρα». Αυτή τη φορά το ύφος του Πάτρικ ήταν απειλητικό, και έπειτα από μια σιωπηλή αναμέτρηση, ο Κένεντι έκανε πίσω και τους άφησε απρόθυμα να περάσουν.

«Ευχαριστώ» είπε ο Μάρτιν κοφτά και ακολούθησε τον Πάτρικ στο χολ. Φαινόταν πως ο Πάτρικ ήξερε πού πήγαινε. «Το γραφείο του είναι στο τέρμα του διαδρόμου, αν θυμάμαι καλά». O Κένεντι τους ακολουθούσε σαν σιωπηλή σκιά. O Μάρτιν ανατρίχιασε παρά τη ζέστη. Χτύπησαν την πόρτα του γραφείου. O Γιάκομπ καθόταν πίσω από το γραφείο του όταν μπήκαν. Δεν έδειχνε ιδιαίτερα έκπληκτος. «Για κοίτα, το μακρύ χέρι του νόμου. Δεν υπάρχουν πραγματικοί εγκληματίες να κυνηγήσετε;» Πίσω τους στεκόταν ο Κένεντι με τις γροθιές του σφιγμένες. «Ευχαριστώ, Κένεντι. Πήγαινε τώρα και κλείσε την πόρτα». Εκείνος υπάκουσε σιωπηλός την εντολή, έστω απρόθυμα. «Αρα ξέρεις γιατί είμαστε εδώ, υποθέτω». O Γιάκομπ έβγαλε τα γυαλιά που φορούσε και έσκυψε μπροστά. Έδειχνε πολύ κουρασμένος. «Ναι, μου τηλεφώνησε ο πατέρας μου πριν από καμιά ώρα. Μου είπε για κάποια τρελή ιστορία που επινόησε ο αγαπημένος μου ξάδερφος, ότι είδε δήθεν τη δολοφονημένη κοπέλα στο σπίτι μου». «Είναι όντως τρελή η ιστορία αυτή;» O Πάτρικ τον κοίταζε διερευνητικά. «Φυσικά και είναι». Χτύπησε ρυθμικά τα γυαλιά του στο γραφείο. «Γιατί να έρθει στο Βεστεργκόρντεν; Απ' ό,τι κατάλαβα, ήταν τουρίστρια, και το αγρόκτημα δεν ανήκει στα τουριστικά αξιοθέατα. Και όσον αφορά τη λεγόμενη μαρτυρία του Στέφαν... Ε, τώρα πλέον ξέρετε πολύ καλά πώς είναι οι σχέσεις στην οικογένειά μας. και δυστυχώς η Σούλβεΐγκ και οι γιοι της κάνουν ό,τι μπορούν για να αμαυρώσουν και τη δική μας οικογένεια. Είναι πολύ δυσάρεστο, αλλά ορισμένοι άνθρωποι δεν έχουν τον Θεό στην καρδιά τους. Αυτό που έχουν είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από...» «Ας πούμε ότι είναι έτσι» είπε ο Πάτρικ με ένα ευγενικό χαμόγελο «αλλά τώρα τυχαίνει να ξέρουμε γιατί η κοπέλα αυτή θα μπορούσε να έχει κάποια δουλειά στο Βεστεργκόρντεν» Μήπως είδε μια έκφραση ανησυχίας στα μάτια του Γιάκομπ; Συνέχισε: «Δεν είχε έρθει για τουρισμό στη Φιελμπάκα, αλλά για να βρει τις ρίζες της. Και ίσως για να μάθει περισσότερα για την εξαφάνιση της μητέρας της». «Της μητέρας της;» ρώτησε απορημένος ο Γιάκομπ. «Ναι, ήταν η κόρη της Σιβ Λαντίν». Τα γυαλιά κροτάλισαν πάνω στο τραπέζι. O Μάρτιν αναρωτήθηκε αν επρόκειτο για γνήσια ή για ψεύτικη έκπληξη αλλά άφησε τον Πάτρικ να συνεχίσει τις ερωτήσεις, ενώ ο ίδιος αφοσιώθηκε με

περισσή φροντίδα στην παρακολούθηση των αντιδράσεων του Γιάκομπ κατά τη διάρκεια της συζήτησης. «Αυτό κι αν είναι είδηση, οφείλω να ομολογήσω. Αλλά ακόμη δεν καταλαβαίνω τι δουλειά μπορεί να είχε στο Βεστεργκόρντεν». «Όπως είπα, φαίνεται πως ήθελε να μάθει περισσότερες πληροφορίες για το τι συνέβη στη μητέρα της. Και με το σκεπτικό ότι ο θείος σου ήταν ο υπ' αριθμόν ένα ύποπτος της αστυνομίας, μάλλον...» Δεν αποτελείωσε τη φράση του. «Οφείλω να πω ότι όλ' αυτά ακούγονται εξαιρετικά τρέλα στ’ αυτιά μου. O θείος μου ήταν αθώος, κι όμως τον σπρώξατε στον θάνατο με τους υπαινιγμούς σας. Τώρα που αυτός έφυγε από τη ζωή είναι ολοφάνερο πως θέλετε να παγιδεύσετε κάποιον άλλο από εμάς. Πείτε μου, τι αγκάθι υπάρχει στην ψυχή σας που σας πληγώνει και σας δημιουργεί την ανάγκη να γκρεμίσετε όσα έχει φτιάξει κάποιος άλλος; Μήπως είναι η πίστη μας και η χαρά που βρίσκουμε σε αυτή που σας έχουν μπει στο μάτι;» O Γιάκομπ είχε περάσει στο κήρυγμα, και ο Μάρτιν κατάλαβε για ποιο λόγο ήταν τόσο επιτυχημένος ιεροκήρυκας. Υπήρχε κάτι μαγευτικό σ' εκείνη την απαλή φωνή, που έμοιαζε με κυματισμό. «Απλώς κάνουμε τη δουλειά μας». O τόνος στη φωνή του Πάτρικ ήταν κοφτός, και έκανε μεγάλη προσπάθεια για να μη δείξει την αποστροφή του γι' αυτά που θεωρούσε θρησκευτικές βλακείες. Αλλά ακόμα κι αυτός αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ο Γιάκομπ είχε κάτι ιδιαίτερο όταν μιλούσε. Ανθρωποι πιο αδύναμοι από τον Πάτρικ θα μπορούσαν εύκολα να βυθιστούν σ' εκείνη τη φωνή και να γοητευτούν από το μήνυμα που μετέφερε. Συνέχισε: «Λες λοιπόν, ότι η Τάνια Σμιτ δεν ήρθε ποτέ στο Βεστεργκόρντεν;». O Γιάκομπ άπλωσε τα χέρια του. «Ορκίζομαι ότι δεν την είδα ποτέ αυτή την κοπέλα. Υπάρχει κάτι άλλο;» O Μάρτιν σκέφτηκε την πληροφορία που τους είχε δώσει ο Πέντερσεν ότι ο Γιοχάνες δεν είχε αυτοκτονήσει. Αυτό το νέο θα μπορούσε κάλλιστα να ταράξει αρκετά τον Γιάκομπ. Όμως, ήξερε ότι ο Πάτρικ είχε δίκιο. Δεν θα προλάβαιναν να βγουν από το γραφείο πριν τα τηλέφωνα άρχιζαν να χτυπάνε ασταμάτητα στα σπίτια της υπόλοιπης οικογένειας Χουλτ. «Όχι, μάλλον τελειώσαμε. Αλλά δεν είναι απίθανο να επιστρέψουμε αργότερα». «Δεν θα με εξέπληττε». H φωνή του Γιάκομπ είχε χάσει τον τόνο του κηρύγματος και ήταν ξανά απαλή και ήρεμη. O Μάρτιν ήταν έτοιμος να πιάσει το πόμολο, όταν η πόρτα άνοιξε αθόρυβα μπροστά του. O Κένεντι στεκόταν βουβός απέξω και την άνοιξε ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι στεκόταν εκεί και κρυφάκουγε. Μια μαύρη φλόγα άστραφτε στα μάτια του. O Μάρτιν πισωπάτησε μπροστά στο βαθύ μίσος που αντίκρισε μέσα τους. O Γιάκομπ μάλλον του είχε μάθει πολύ περισσότερα για το "οφθαλμόν αντί οφθαλμού" παρά για το "αγάπα τον πλησίον σου". Η ατμόσφαιρα γύρω από το μικρό τραπέζι ήταν βαριά. Όχι πως υπήρξε ποτέ ευχάριστη.

Τουλάχιστον όχι μετά τον θάνατο του Γιοχάνες. «Πότε θα τελειώσει αυτό;» Η Σούλβεΐγκ πίεσε το χέρι της στο στέρνο της. «Πάντα στα ίδια σκατά θα βουλιάζουμε. Είναι σαν να πιστεύουν όλοι πως απλώς καθόμαστε εδώ και περιμένουμε να έρθει κάποιος και να μας πάρει με τις κλοτσιές!» Αρχισε να θρηνεί και να οδύρεται. «Τι θα πει ο κόσμος τώρα; Αμα μάθουν άτι η αστυνομία ξέθαψε τον Γιοχάνες! Κι εγώ που ’λεγα ότι θα σταματούσαν οι κακές γλώσσες τώρα που βρήκαν αυτή την τελευταία κοπέλα, αλλά τώρα ξεκινούν όλα από το μηδέν». «Ασ’ τους να λένε, που να πάρει ο διάβολος! Τι μας νοιάζει εμάς τι κάθεται και κουτσομπολεύει ο κόσμος στα σπίτια του;» O Ρόμπερτ έσβησε ένα τσιγάρο με τέτοια δύναμη που το τασάκι αναποδογύρισε. H Σούλβεΐγκ τράβηξε απότομα τα άλμπουμ της. «Ρόμπερτ! Πρόσεξε πια! θα μου κάψεις τα άλμπουμ». «Έχω σκυλοβαρεθεί με αυτά τα γαμημένα τα άλμπουμ σου! Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει κάθεσαι εκεί και κοιτάζεις αυτές τις αναθεματισμένες παλιές φωτογραφίες! Δεν καταλαβαίνεις ότι πέρασε αυτός ο καιρός; Πάνε εκατό χρόνια από τότε! Κι εσύ κάθεσαι εδώ και βαριαναστενάζεις και ασχολείσαι με τις κωλοφωτογραφίες σου. O πατέρας πάει και τελείωσε, κι εσύ δεν είσαι πια καμιά βασίλισσα της ομορφιάς. Πήγαινε να κοιταχτείς στον καθρέφτη!» O Ρόμπερτ άρπαξε τα άλμπουμ και τα πέταξε στο πάτωμα. H Σούλβεΐγκ πετάχτηκε από την καρέκλα της ουρλιάζοντας, έπεσε κάτω και άρχισε να μαζεύει τις φωτογραφίες που ήταν σκορπισμένες στο πάτωμα. Αυτό έκανε τον θυμό του Ρόμπερτ να φουντώσει κι άλλο. Αγνόησε το παρακλητικό βλέμμα της Σούλβεΐγκ, έσκυψε, άρπαξε μια χούφτα φωτογραφίες και άρχισε να τις σκίζει σε μικρά κομμάτια. «Όχι, Ρόμπερτ, όχι τις φωτογραφίες μου. Σε παρακαλώ Ρόμπερτ!» Το στόμα της ήταν σαν ανοιχτή πληγή. «Είσαι μια χοντρή κωλόγρια. Δεν το πήρες χαμπάρι ακόμη; Και ο πατέρας κρεμάστηκε! Καιρός να το χωνέψεις μια και καλή!» Ο Στέφαν, ο οποίος είχε μείνει σαν άγαλμα κατά τη διάρκεια της σκηνής που εκτυλισσόταν μπροστά του, σηκώθηκε και άρπαξε τον Ρόμπερτ με μια δυνατή λαβή. Του άνοιξε το χέρι, πήρε τις υπόλοιπες φωτογραφίες που ο Ρόμπερτ συνέχιζε να σφίγγει σπασμωδικά και τον ανάγκασε ν' ακούσει όσα είχε να του πει: «Ακου, πρέπει να ηρεμήσεις. Αυτό ακριβώς θέλουν και οι άλλοι, το κατάλαβες; Να στραφούμε ο ένας εναντίον του άλλου ώστε να διαλυθεί η οικογένειά μας. Αλλά δεν θα τους δώσουμε αυτή την ικανοποίηση, ακούς τι σου λέω! Θα μείνουμε ενωμένοι. Και τώρα βοήθα τη μαμά να μαζέψει τα άλμπουμ αποκάτω». H οργή του Ρόμπερτ έσβησε σαν αέρας από μπαλόνι. Έτριψε με το ένα χέρι τα μάτια του και κοίταξε με τρόμο την ανακατωσούρα γύρω του. H Σούλβεΐγκ κείτονταν σαν ένας μεγάλος μαλακός σωρός απελπισίας καταμεσής στο πάτωμα μυξοκλαίγοντας, ενώ ανάμεσα στα δάχτυλά της γλιστρούσαν

κομμάτια από τις παλιές φωτογραφίες. Το κλάμα της ήταν σπαραξικάρδιο. O Ρόμπερτ έπεσε στα γόνατα δίπλα της και την αγκάλιασε. Παραμέρισε με τρυφερότητά μια λιγδωμένη μπούκλα από το μέτωπό της και μετά τη βοήθησε να σηκωθεί. «Συγγνώμη, μητέρα, συγγνώμη, χίλια συγγνώμη, θα σε βοηθήσω να φτιάξεις ξανά τα άλμπουμ. Τις φωτογραφίες που έσκισα δεν μπορώ να τις ξαναφτιάξω, αλλά δεν ήταν πολλές. Κοίταξε, οι καλύτερες υπάρχουν ακόμη. Κοίταξε πώς ήσουν σε αυτή εδώ, πόσο όμορφη ήσουν». Σήκωσε μια φωτογραφία μπροστά στα μάτια της. Απεικόνιζε τη Σούλβεΐγκ με ένα μαγιό της εποχής και μια κορδέλα μπροστά της. στην οποία αναγραφόταν. «Βασίλισσα του Μάη 1967». Ήταν όμορφη. Το κλάμα μετατράπηκε σε διακεκομμένους λυγμούς. Πήρε τη φωτογραφία από τα χέρια του, και ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλια της. «Ήμουν σίγουρα όμορφη, έτσι δεν είναι, Ρόμπερτ;» «Ναι, ναι, μητέρα, ήσουν. H ομορφότερη κοπέλα που έχω δει!» «Μου λες αλήθεια, Ρόμπερτ,» Χαμογέλασε ναζιάρικα και του χάιδεψε τα μαλλιά. Εκείνος τη βοήθησε να καθίσει ξανά στην καρέκλα της κουζίνας. «Αλήθεια σου λέω. Στον λόγο της τιμής μου». Λίγο αργότερα ήταν όλα μαζεμένα, κι εκείνη καθόταν ξανά και ξεφύλλιζε πανευτυχής τα άλμπουμ της. O Στέφαν έγνεψε στον Ρόμπερτ να βγουν έξω. Κάθισαν στα σκαλοπάτια έξω από το καλυβόσπιτο και άναψαν από ένα τσιγάρο. «Διάβολε, Ρόμπερτ, δεν είναι ώρα να χάνεις την ψυχραιμία σου τώρα». O Ρόμπερτ άρχισε να κουνάει το πόδι του μπρος πίσω ανάμεσα στα χαλίκια. Δεν είπε τίποτα. Τι να πει άλλωστε; O Στέφαν τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και άφησε με απόλαυση τον καπνό να βγει από τα χείλια του. «Δεν πρέπει να παίξουμε το παιχνίδι τους. Τα εννοούσα όσα είπα εκεί μέσα Πρέπει να μείνουμε ενωμένοι». O Ρόμπερτ παρέμεινε σιωπηλός. Ντρεπόταν. Είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη τρύπα στο χαλικόστρωτο έδαφος εκεί που πηγαινοέφερνε το πόδι του. Πέταξε τη γόπα στην τρύπα και τη σκέπασε με άμμο. Ένα μέτρο που ήταν ουσιαστικά εντελώς περιττό. Το έδαφος γύρω τους ήταν σπαρμένο με παλιά αποτσίγαρα. Λίγο μετά έστρεψε το βλέμμα του στον Στέφαν. «Στέφαν, αυτό που είπες ότι είδες την κοπελιά στο Βεστεργκόρντεν...» είπε διστακτικά «...ήταν αλήθεια;» O Στέφαν τράβηξε τις τελευταίες ρουφηξιές από το τσιγάρο του και πέταξε κι αυτός το αποτσίγαρο στο έδαφος. Σηκώθηκε δίχως να κοιτάξει τον αδερφό του.

«Φυσικά και είναι αλήθεια διάβολε». Μετά μπήκε στο σπίτι. O Ρόμπερτ έμεινε εκεί. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε πως ξανοιγόταν μια άβυσσος ανάμεσα στον ίδιο και τον αδερφό του. Αυτό τον τρόμαζε πολύ. Το απόγευμα πέρασε μέσα σε μια απατηλή ηρεμία. Ο Πάτρικ δεν ήθελε να κάνει τίποτε βιαστικό πριν μάθουν περισσότερες πληροφορίες από την μεταθανάτια εξέταση του Γιοχάνες. Έτσι, το μόνο που του απέμενε ήταν να περιμένει να χτυπήσει το τηλέφωνο. Ένιωσε πως κάτι έπρεπε να κάνει και πήγε μέχρι την Άνικα για να σκοτώσει λίγο την ώρα του με την κουβέντα. «Πως τα πάτε;» Ως συνήθως, η Ανικα τον κοίταζε πάνω από τα γυαλιά της. «Αυτή η ζέστη δεν διευκολύνει τα πράγματα». Μόλις το είπε αυτό, αισθάνθηκε ένα απολαυστικό αεράκι στο γραφείο της Ανικα. Ένας μεγάλος ανεμιστήρας στριφογύριζε πάνω από το τραπέζι της, και ο Πάτρικ έκλεισε τα μάτια του για να το απολαύσει όσο μπορούσε. «Εγώ γιατί δεν το σκέφτηκα αυτό; Αλλωστε, αγόρασα έναν στην Ερίκα για να τον έχει στο σπίτι. Γιατί δεν αγόρασα και έναν για εδώ; Αυτό είναι το πρώτο που θα κάνω αύριο, σίγουρα πράγματα». «Η Ερίκα, ναι. Πώς τα πάει αλήθεια με τη μεγάλη κοιλιά; Πρέπει να τραβάει τα πάνδεινα η κακομοίρα τώρα με τη ζέστη». «Ε, πώς να τα πάει; Πριν της αγοράσω τον ανεμιστήρα, λίγο έλειψε να τρελαθεί από τον καύσωνα. Ασε που δεν κοιμάται και πολύ, έχει κράμπες στις γάμπες, δεν μπορεί να κοιμηθεί μπρούμυτα και όλ' αυτά που ξέρεις». «Μπα, δεν μπορώ να πω ότι τα ξέρω» απάντησε η Ανικα. Ο Πάτρικ αντιλήφθηκε πολύ αργά και πολύ σοκαρισμένος αυτό που είχε πει. Η Ανικα και ο άντρας της δεν είχαν παιδιά, και ο Πάτρικ δεν είχε τολμήσει ποτέ να τη ρωτήσει την αίτια. Ίσως να μην μπορούσαν να κάνουν, και σε αυτή την περίπτωση είχε κάνει τεράστια γκάφα ανακινώντας το θέμα. Εκείνη είδε την αμηχανία του. «Μη στενοχωριέσαι γι’ αυτό. Στην περίπτωση μας ήταν θέμα επιλογής. Δεν νιώσαμε είναι αρκετό που έχουμε τα σκυλιά για να τους δίνουμε αγάπη μας». O Πάτρικ ένιωσε το χρώμα να ξαναγυρίζει στα μάγουλα του. «Ναι, η αλήθεια είναι πως φοβήθηκα ότι έκανα μεγάλη γκάφα. Εν πάση περιπτώσει, είναι μεγάλος μπελάς αυτό και για τους δυο μας τώρα, έστω κι αν ο μπελάς είναι πολύ μεγαλύτερος για την Ερίκα. Αυτό που θέλουμε τώρα είναι να τελειώνει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Ασε που είχαμε και αρκετούς εισβολείς τον τελευταίο καιρό». «Εισβολείς;» H Ανικα σήκωσε ερωτηματικά το ένα της φρύδι. «Συγγενείς και γνωστοί που θεωρούν πως η Φιελμπάκα τον Ιούλιο είναι μια υπέροχη ιδέα». «Και επί τη ευκαιρία θέλουν να δουν πώς είστε στην υγεία σας, έτσι δεν είναι;» είπε ειρωνικά η

Ανικα «Βέβαια βέβαια τα γνωρίζω όλ’ αυτά. Είχαμε το ίδιο πρόβλημα με το εξοχικό στην αρχή. μέχρι που απαυδήσαμε και είπαμε σε όλους τους τρακαδόρους να πάνε στον διάβολο. Έκτοτε δεν ξανακούστηκαν, αλλά αντιλαμβάνεσαι μεμιάς ότι δεν είναι τύποι που σου λείπουν. Οι πραγματικοί φίλοι έρχονται και τον Νοέμβρη. Τους υπόλοιπους είτε τους βλέπεις είτε δεν τους βλέπεις δεν παίζει κανέναν ρόλο». «Αχ, αν ήξερες πόσο δίκιο έχεις» είπε ο Πάτρικ «αλλά είναι ευκολότερο να το λες από το να το κάνεις. Εδώ που τα λέμε, η Ερίκα πέταξε έξω την πρώτη φουρνιά που μας φορτώθηκε, αλλά τώρα καθόμαστε εκεί πέρα με την επόμενη και το παίζουμε φιλόξενοι. Και η κακομοίρα η Ερίκα, που μένει στο σπίτι όλη μέρα είναι αναγκασμένη να κάθεται και να τους εξυπηρετεί». Αναστέναξε. «Τότε μάλλον θα πρέπει να δείξεις ότι είσαι ο άντρας του σπιτιού και να λύσεις το θέμα». «Εγώ;» O Πάτρικ κοίταξε την Ανικα πληγωμένος. «Ναι, αν η Ερίκα τραβάει τα πάνδεινα κι εσύ περνάς εδώ όλη τη μέρα σώος και αβλαβής ίσως να ’πρεπε να χτυπήσεις τη γροθιά στο τραπέζι και να φροντίσεις να της χαρίσεις λίγη ηρεμία και γαλήνη. Δεν μπορεί να είναι εύκολα όλ’ αυτά για κείνη. Συνηθισμένη όπως είναι να έχει τη δική της καριέρα, δεν είναι ευχάριστο να μένει όλη μέρα στο σπίτι και να ασχολείται με την ενδοσκόπηση, όσο η δική σου ζωή έχει τον κανονικό της ρυθμό». «Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι» είπε σαν χαζός ο Πάτρικ. «Όχι, και το κατάλαβα ότι δεν το είχες σκεφτεί έτσι. Οπότε απόψε θα φροντίσεις να πετάξεις έξω τους επισκέπτες σου, ό,τι κι αν σου ψιθυρίζει στο αυτί η λουθηρανική σου ανατροφή Και άρχισε να ασχολείσαι για τα καλά με τη μέλλουσα μαμά. Μπήκες άραγε ποτέ στον κόπο να τη ρωτήσεις πώς περνάει μόνη της μέσα στο σπίτι μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει; Υποθέτω ότι δεν θα μπορεί καν να βγει έξω με αυτό τον καύσωνα, οπότε προφανώς είναι δέσμια του σπιτιού». «Ναι». O Πάτρικ είχε αρχίσει πια να ψιθυρίζει αμήχανος. Ήταν σαν να τον είχε παρασύρει ατμομηχανή. Ένιωθε τον λαιμό του κατάξερο από την αγωνία. Δεν χρειαζόταν να είναι κανείς ιδιοφυία για να αντιληφθεί ότι η Άνικα είχε δίκιο. Ένα μείγμα από κοντόφθαλμο εγωισμό και από τον τρόπο με τον οποίο αφέθηκε να τον παρασύρει η έρευνα είχαν συντελέσει στο να μη σκέφτεται ούτε στιγμή πώς περνούσε και πώς ένιωθε η Ερίκα. Βέβαια, είχε υποθέσει πως θα ήταν καλό γι' αυτή να κάνει λίγες διακοπές και να αφοσιωθεί στην εγκυμοσύνη της. Αυτό που τον έκανε τώρα να νιώθει αμήχανα ήταν ότι γνώριζε την Ερίκα πολύ καλά και ήξερε πόσο σημαντικό ήταν για κείνη να κάνει κάτι που θα είχε νόημα. Δεν της πήγαινε καθόλου να γυροφέρνει έτσι άσκοπα. Χωρίς αμφιβολία, αυτό τον είχε βολέψει για να ξεγελά τον εαυτό του. «Λοιπόν, δεν θα πας στο σπίτι λίγο νωρίτερα για να φροντίσεις τη γυναίκα σου;» «Μα περιμένω ένα τηλεφώνημα» η δικαιολογία βγήκε αυτόματα από τα χείλη του, και το βλέμμα που του έριξε η Ανικα του απέδειξε πως είχε δώσει εντελώς λάθος απάντηση.

«Δηλαδή, το κινητό σου λειτουργεί μόνο μέσα στους τοίχους του αστυνομικού τμήματος; Αυτό λες; Λίγο περιορισμένη εμβέλεια για κινητό, έτσι δεν είναι;» «Ναι» απάντησε πνιχτά ο Πάτρικ, που τα είχε χάσει εντελώς. Τινάχτηκε από την καρέκλα του. «'Οχι, θα πάω στο σπίτι αμέσως τώρα. Θα συνδέσεις πιθανά τηλεφωνήματα στο κινητό μου...;» H Ανικα τον κοίταξε σαν να ήταν κρετίνος, και ο Πάτρικ βγήκε από το γραφείο πισωπατώντας. Αν είχε καπέλο. θα το έβγαζε και κρατώντας το στο χέρι θα... υποκλινόταν. Όμως, ορισμένα απρόβλεπτα συμβάντα τον ανάγκασαν να πάει στο σπίτι μία ώρα αργότερα. O Ερνστ προσπαθούσε να διαλέξει ανάμεσα σε διάφορα βουτήματα στο Χέντεμιρς. Αρχικά σκόπευε να περάσει από τον φούρνο, αλλά η ουρά που είχε σχηματιστεί τον έκανε ν’ αλλάξει σχέδια. Εκεί που ταλαντευόταν ανάμεσα σε κουλουράκια κανέλας και τρούφες Ντελικάτο, μια έντονη φασαρία από τον επάνω όροφο απέσπασε την προσοχή του. Αφησε κάτω τα βουτήματα και πήγε να δει τι γινόταν. Το κατάστημα ήταν χωρισμένο σε τρεις ορόφους. Στο ισόγειο υπήρχε ρεστοράν, κιόσκι και βιβλιοπωλείο, στον μεσαίο όροφο ήταν τα τρόφιμα και στον τελευταίο ρούχα, παπούτσια και είδη δώρων. Μπροστά από το ταμείο στέκονταν δύο γυναίκες που τραβολογούσαν μια τσάντα. H μία γυναίκα είχε καρφιτσωμένη στο στήθος της μια ταμπελίτσα που έδειχνε ότι ανήκε στο προσωπικό, ενώ η άλλη έμοιαζε με ηθοποιό σε ρωσική ταινία χαμηλού προϋπολογισμού. Πολύ κοντή φούστα, διχτυωτές κάλτσες, μια μπλούζα που θα ταίριαζε καλύτερα σε δωδεκάχρονη και αρκετό μακιγιάζ ώστε να φαντάζει σαν έγχρωμος οδικός χάρτης. «Νο, no, my bag! - 'Οχι, όχι την τσάντα μου!» ούρλιαζε η γυναίκα σε σπασμένα αγγλικά. "I saw you took something - Σε είδα να παίρνεις κάτι» απάντησε η υπάλληλος, κι αυτή στα αγγλικά αλλά με φανερή σουηδική προφορά. Φάνηκε ανακουφισμένη μόλις είδε τον Ερνστ. «Δόξα τω Θεώ, σε παρακαλώ, πιάσε αυτή τη γυναίκα. Την είδα που γυρόφερνε και έχωνε διάφορα στην τσάντα της και μετά προσπάθησε αδιάντροπα να τα πάρει και να φύγει». O Ερνστ δεν δίστασε. Με δύο μεγάλες δρασκελιές, την πλησίασε και την άρπαξε από το μπράτσο. Μια που δεν ήξερε καθόλου αγγλικά, δεν μπήκε στον κόπο να κάνει ερωτήσεις. Αντιθέτως, βούτηξε με βία από τα χέρια της τη μεγάλη τσάντα και άδειασε δίχως πολλά πολλά το περιεχόμενό της στο πάτωμα. Ένα πιστολάκι για μαλλιά μια ξυριστική μηχανή μια ηλεκτρική οδοντόβουρτσα και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ένα κεραμικό γουρουνάκι με το στεφάνι του Μεσοκαλόκαιρου στο κεφάλι. Όλ' αυτά έπεσαν μέσα από την τσάντα. «Τι έχεις να μας πεις γι’ αυτό. ε;» ρώτησε ο Ερνστ στα σουηδικά. H πωλήτρια έκανε τη διερμηνέα. H γυναίκα κούνησε απλώς το κεφάλι και υποκρίθηκε την ανήξερη. «I know nothing. Speak to my boyfriend, he will fix this. He is boss of the police! - Δεν ξέρω τίποτα. Μίλα με τον φίλο μου, θα το κανονίσει. Είναι αρχηγός της αστυνομίας!» είπε. «Τι βλακείες είναι αυτές που λέει τούτο το θηλυκό;» είπε θυμωμένος ο Ερνστ. Τον εκνεύριζε που έπρεπε να εμπιστευτεί μια γυναίκα για να του κάνει τη μετάφραση.

«Λέει ότι δεν ξέρει τίποτα. Και ότι πρέπει να μιλήσετε με τον φίλο της. Λέει ότι είναι αρχηγός της αστυνομίας, αν είναι δυνατόν!» H υπάλληλος κοίταζε μπερδεμένη μια τον Ερνστ και μια τη γυναίκα, η οποία τώρα στεκόταν με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο στα χείλη. «Α, μάλιστα. Το ότι θα μιλήσει με την αστυνομία είναι σίγουρο. Για να δούμε αν θα συνεχίσει τις βλακείες περί του φίλου που είναι αρχηγός της αστυνομίας". Ίσως αυτό το κόλπο να περνούσε στη Ρωσία ή εκεί απ' όπου στον διάβολο κατάγεται αυτή η κυρία αλλά εδώ δεν περνάνε αυτά» φώναξε δυνατά ο Ερνστ με το πρόσωπό του μόλις μερικά εκατοστά από το πρόσωπο της ξένης. Εκείνη δεν καταλάβαινε ούτε λέξη, αν και τώρα, για πρώτη φορά, φαινόταν κάπως αβέβαιη. O Ερνστ την τράβηξε βίαια μαζί του και την έβγαλε από το Χέντεμιρς. Διέσχισαν τον δρόμο και κατευθύνθηκαν προς το αστυνομικό τμήμα. Ουσιαστικά, η γυναίκα σχεδόν σερνόταν πίσω του, πάνω στα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, και όσοι περνούσαν με τα αυτοκίνητά τους φρενάριζαν για να απολαύσουν το θέαμα. H Ανικα τον κοίταξε με τα μάτια γουρλωμένα όταν πέρασε σαν θύελλα μπροστά από τη ρεσεψιόν. «Μέλμπεργ!» O Ερνστ φώναξε τόσο δυνατά που η φωνή του αντήχησε σε όλο τον διάδρομο. O Πάτρικ, ο Μάρτιν και ο Γιέστα έβγαλαν τα κεφάλια τους από τις πόρτες των αντίστοιχων γραφείων τους για να δουν τι γινόταν. O Ερνστ φώναξε άλλη μία φορά προς τη μεριά του γραφείου του Μέλμπεργ. «Μέλμπεργ, για έλα εδώ, έχω φέρει την αρραβωνιάρα σου!». Φώναζε και γέλαγε χαιρέκακα. Τώρα θα της έβαζε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. Στο γραφείο του Μέλμπεργ επικρατούσε μια ανησυχητική σιωπή, και ο Ερνστ άρχισε ν’ αναρωτιέται μήπως ο προϊστάμενός του είχε προλάβει να βγει έξω όσο αυτός αγόραζε τα βουτήματά του. «Μέλμπεργ;» φώναξε για τρίτη φορά. με λιγότερο ενθουσιασμό τώρα για το σχέδιό του να αποδείξει το ψέμα της γυναίκας. O Ερνστ στεκόταν στη μέση του διαδρόμου κρατώντας τη γυναίκα σφιχτά από το μπράτσο και όλοι τον κοίταζαν. Τελικά, ο Μέλμπεργ εμφανίστηκε από το γραφείο του με το βλέμμα επίμονα κολλημένο στο πάτωμα. O Ερνστ ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν Θα εξελίσσονταν και τόσο υπέροχα όσο τα είχε υπολογίσει. «Μπέ-έ-έ-ρτιλ!» H γυναίκα ξέφυγε από τη λαβή του Ερνστ

και έτρεξε στον Μέλμπεργ, ο οποίος είχε παγώσει στο μέσο μιας κίνησης, όπως παγώνει ο λαγός μπροστά σε προβολείς αυτοκινήτου. Μια που εκείνη ήταν είκοσι πόντους ψηλότερη από τον Μέλμπεργ, η εικόνα που έδωσαν όταν η γυναίκα τον πλησίασε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της ήταν το λιγότερο κωμική. O Ερνστ είχε απλώς μείνει με το στόμα ανοιχτό. Με τη διακαή επιθυμία ν’ ανοίξει η γη και να τον καταπιεί, αποφάσισε μεμιάς πως έπρεπε ν’ αρχίσει να συμπληρώνει την παραίτηση του. Πριν τον πετάξουν έξω με τις κλοτσιές. Κατατρομαγμένος, αντιλήφθηκε πως τόσα χρόνια μεθοδικού «γλειψίματος» του προϊσταμένου του είχαν πάει στράφι από μια ατυχέστατη πράξη. H γυναίκα απελευθέρωσε τον Μέλμπεργ από την αγκαλιά της και στράφηκε στον Ερνστ, ο οποίος στεκόταν σαν χαζός κρατώντας την τσάντα της. «This brutal man put his hands on me! He say I steal! Oh, Bertil, you must help your poor Irina! Αυτός ο άξεστος έβαλε τα χέρια του πάνω μου! Λέει εγώ κλέβω! Αχ Μπέρτιλ, πρέπει να βοηθήσεις την κακόμοιρη την Ιρίνα σου!» O Μέλμπεργ τη χτύπησε αδέξια στον ώμο. κάτι που τον ανάγκασε να φέρει το χέρι του περίπου στο ύψος της μύτης του, «You go home. Irina, okay? To house. I come later. Okay? - Εσύ πας στο σπίτι, Ιρίνα, εντάξει; Στο σπίτι. Εγώ έρθω αργότερα. Εντάξει;» Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα αγγλικά του έπασχαν σοβαρά αλλά εκείνη κατάλαβε τι της είπε και δεν φάνηκε να συμφωνεί. «Νο, Bertil. I stay here. You talk to that man, and I stay here and see you work, okay? - Όχι, Μπέρτιλ. Εγώ μένω εδώ. Εσύ μιλάς σ' εκείνο τον άντρα, κι εγώ μένω εδώ και βλέπω εσένα δουλεύεις, εντάξει;» Εκείνος κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι του και την απομάκρυνε βίαια αποπάνω του. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του και είπε ανήσυχη: «But Bertil, honey, Irina not steal, okay? - Μα, Μπέρτιλ γλύκα, η Ιρίνα δεν κλέβει, εντάξει;». Μετά έφυγε κουνιστή και λυγιστή πάνω στα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, αφού πρώτα έριξε ένα τελευτοίο κακεντρεχές και θριαμβευτικό βλέμμα στον Ερνστ. Εκείνος, από τη μεριά του, κοίταζε ακόμη επίμονα το χαλί και δεν τολμούσε να αντικρίσει τον Μέλμπεργ κατάματα. «Λούντγκρεν! Στο γραφείο μου, τώρα!» Στ’ αυτιά του Ερνστ αυτό ακούστηκε σαν την αναγγελία της Δευτέρας Παρουσίας. Ακολούθησε σκυφτά και υπάκουα τον Μέλμπεργ. Στον διάδρομο υπήρχαν ακόμη τα κεφάλια που πρόβαλλαν από τις πόρτες των γραφείων με τα στόματα ορθάνοιχτα. Τώρα ήξεραν τουλάχιστον πού οφείλονταν οι αλλαγές στη διάθεση του Μέλμπεργ... «Τώρα καλά θα κάνεις να μου πεις τι ακριβώς συνέβη» είπε ο Μέλμπεργ.

O Ερνστ έγνεψε άψυχα. O ιδρώτας είχε αρχίσει να τρέχει από το μέτωπό του. Αυτή τη φορά δεν έφταιγε η ζέστη Του είπε για τη φασαρία στο Χέντεμιρς και πώς είδε τη γυναίκα αυτή να εμπλέκεται σε μια διελκυστίνδα τσάντας με την υπάλληλο. Με φωνή που έτρεμε, του περιέγραψε επίσης πώς άδειασε το περιεχόμενο της τσάντας στο πάτωμα και του είπε ότι εκεί μέσα υπήρχαν διάφορα προϊόντα που δεν είχαν πληρωθεί. Μετά σώπασε και περίμενε την καταδικαστική απόφαση. Προς μεγάλη του έκπληξη, είδε τον Μέλμπεργ να γέρνει πίσω στην πολυθρόνα του με έναν βαθύ αναστεναγμό. "Πρέπει να πω ότι είμαι στα σκατά μέχρι τον λαιμό". Δίστασε για λίγο, έπειτα έσκυψε, άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε κάτι που το πέταξε πάνω στο γραφείο προς τη μεριά του Ερνστ. "Αυτό εδώ περίμενα στην πραγματικότητα. Σελίδα τρία". Γεμάτος περιέργεια, ο Ερνστ πήρε αυτό που έμοιαζε με κατάλογο ειδών και το ξεφύλλισε μέχρι τη σελίδα τρία. Όλες οι σελίδες ήταν γεμάτες φωτογραφίες γυναικών, με σύντομα στοιχεία για το ύψος, το βάρος, το χρώμα ματιών και τα ενδιαφέροντα. Ξαφνικά κατάλαβε τι ήταν η Ιρίνα. Μια «νύφη κατά παραγγελία». Αν και δεν υπήρχαν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην Ιρίνα της πραγματικότητας και στο πορτρέτο με τις πληροφορίες που υπήρχαν γι’ αυτή στον κατάλογο. Είχε αφαιρέσει τουλάχιστον δέκα χρόνια από την ηλικία της, δέκα κιλά από το κορμί της και ένα κιλό μέικαπ από το πρόσωπό της. Στη φωτογραφία ήταν όμορφη, αθώα και κοίταζε την κάμερα χαμογελώντας πλατιά. O Ερνστ έριξε μια ματιά στο πορτρέτο και μετά κοίταξε τον Μέλμπεργ, ο οποίος άνοιξε διάπλατα τα χέρια του σαν να 'θελε να απολογηθεί. «Βλέπεις και μόνος σου. ΑΥΤΟ περίμενα εγώ. Αλληλογραφούσαμε σχεδόν έναν χρόνο και δεν έβλεπα την ώρα να τη φέρω στο σπίτι μου». Έγνεψε προς τη μεριά του καταλόγου, που τώρα ήταν πάνω στα γόνατα του Ερνστ. «Και μετά ήρθε αυτή». Αναστέναξε. «Πραγματική ψυχρολουσία, που να πάρει ο διάβολος. Και μεμιάς άρχισαν όλα: “Μπέρτιλ. αγάπη μου, αγόρασε μου το ένα, αγόρασε μου το άλλο". Μάλιστα την έπιασα να ψάχνει το πορτοφόλι μου όταν νόμιζε πως δεν την έβλεπα. Γαμώτο, τι μπλέξιμο». Χάιδεψε ελαφρά τη «φωλιά» που σχημάτιζαν τα μαλλιά του στην κορυφή του κεφαλιού του και ο Ερνστ παρατήρησε ότι ο Μέλμπεργ που πριν από λίγο ενδιαφερόταν για την εμφάνισή του είχε χαθεί. Τώρα το πουκάμισό του ήταν ξανά λεκιασμένο, και τα σημάδια από τον ιδρώτα στις μασχάλες του ήταν μεγάλα σαν πιάτα γλυκού. Αυτό, κατά κάποιον τρόπο, τον έκανε να νιώσει ασφαλής. Τα πράγματα είχαν ξαναπάρει τον παλιό, γνώριμο δρόμο τους. «Στηρίζομαι πάνω σου και θέλω να πιστεύω ότι τώρα δεν θα πας να σχολιάσεις με τους υπόλοιπους όλ' αυτά που σου είπα», O Μέλμπεργ κούνησε απειλητικά το δάχτυλό του προς τον Ερνστ, ο οποίος ένευσε αγχωμένα. Δεν θα έλεγε κουβέντα. Τον πλημμύρισε η ανακούφιση, το σίγουρο ήταν ότι δεν θα τον έδιωχναν από τη δουλειά. «Μπορούμε τώρα να ξεχάσουμε αυτό το ατυχές συμβάν; Θα φροντίσω να το τακτοποιήσω. Θα την ξαποστείλω στην πατρίδα της με το πρώτο αεροπλάνο». O Ερνστ σηκώθηκε και έφυγε πισωπατώντας από το γραφείο κάνοντας μια υπόκλιση.

«Και μπορείς να πεις στους άλλους εκεί έξω να σταματήσουν τους ψιθύρους και ν’ αρχίσουν να κάνουν καμιά δουλειά». O Ερνστ χαμογέλασε πλατιά σαν άκουσε την αγριωπή φωνή του Μέλμπεργ. O προϊστάμενός του είχε ξαναβρεί τον παλιό του εαυτό. Αν ο Πάτρικ είχε κάποιες αμφιβολίες για την ορθότητα των ισχυρισμών της Ανικα, τις απέρριψε αμέσως μόλις πέρασε το κατώφλι του σπιτιού τους. H Ερίκα έπεσε στην αγκαλιά του, κι εκείνος είδε την εξάντληση να καλύπτει σαν πέπλο το πρόσωπό της. Για άλλη μια φορά τον πλημμύρισαν οι τύψεις. Έπρεπε να ήταν πιο δεκτικός, πιο προσεχτικός όσον αφορούσε τις διαθέσεις της Ερίκα. Αντίθετα, αυτός είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως, και την άφησε να γυροφέρνει ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους δίχως να έχει κάποια σοβαρή ασχολία. «Πού είναι αυτοί;» ψιθύρισε. «Εξω στον κήπο» του απάντησε και η Ερίκα ψιθυριστά. «Αχ Πάτρικ δεν θα αντέξω άλλη μία μέρα μαζί τους. Κάθονται όλη την ώρα πάνω στους πισινούς τους και περιμένουν να τους υπηρετώ. Δεν αντέχω άλλο». Σχεδόν κατέρρευσε στην αγκαλιά του, κι εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά. «Μην ανησυχείς, θα το φροντίσω εγώ αυτό. Λυπάμαι πολύ, δεν έπρεπε να δουλεύω τόσο πολύ την τελευταία εβδομάδα». «Με ρώτησες αν συμφωνούσα και συμφώνησα. Αλλωστε, δεν είχες και άλλη επιλογή» μουρμούρισε η Ερίκα χωμένη στο στέρνο του. Παρά τις τύψεις του, όφειλε να ομολογήσει πως η Ερίκα είχε δίκιο. Πώς θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο όταν είχε μια κοπέλα εξαφανισμένη, που ίσως να την κρατούσαν κάπου αιχμάλωτη. Ταυτόχρονα όμως έπρεπε να είχε δώσει προτεραιότητα στην Ερίκα και την υγεία του μωρού που κουβαλούσε μέσα της. «Δεν είμαι μόνος στο Τμήμα. Μπορώ ν’ αναθέσω κάποια δουλειά και στους άλλους. Όμως, πρώτα πρέπει να λύσουμε ένα πιο επείγον πρόβλημα». Αφησε την Ερίκα, πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε στον κήπο. «Γεια σας. Περάσατε καλά;» O Γιέργκεν και η Μάντε έστρεψαν τις φθορίζουσες μύτες τους προς το μέρος του και έγνεψαν χαρούμενοι. Εμ, βέβαια, γιατί να μην περάσατε καλά, σκέφτηκε ο Πάτρυκ με πλήρη εξυπηρέτηση ολημερίς, μια που φαίνεται να πιστεύετε ότι εδώ είναι κάνα αναθεματισμένο ξενοδοχείο. «Ακούστε, έλυσα το δίλημμά σας. Τηλεφώνησα παντού και έψαξα. Υπάρχουν ελεύθερα δωμάτια στο Grand Hotel, επειδή έφυγαν πολλοί από τη Φιελμπάκα, αλλά μια που εσείς φαίνεται πως ταξιδεύετε με περιορισμένο προϋπολογισμό, ίσως να μη σας κάνει αυτό, έτσι δεν είναι;»

O Γιέργκεν και η Μάντε, που έδειξαν ανήσυχοι για λίγο, συμφώνησαν με μεγάλη προθυμία. Όχι, δεν τους βόλευε αυτό. «Αλλά μην ανησυχείτε» είπε ο Πάτρικ και παρατήρησε προς μεγάλη του ικανοποίηση κάποιες ρυτίδες ανησυχίας να εμφανίζονται ξανά στα μέτωπά τους «τηλεφώνησα και στο πανδοχείο για νέους, στο Βαλέ, και -μπορείτε να μαντέψετε;-έχουν επίσης κενά δωμάτια! Υπέροχα έτσι; Φτηνό, καθαρό και όμορφο. Καλύτερο δεν γίνεται!» Χτύπησε τα χέρια του με μεγάλο ενθουσιασμό προκειμένου να προλάβει τις αντιρρήσεις που έβλεπε να διαγράφονται στα χείλη των επισκεπτών τους. «Οπότε, ίσως να ήταν καλό ν’ αρχίζατε να φτιάχνετε τις βαλίτσες σας από τώρα, γιατί το καραβάκι φεύγει σε μία ώρα από την πλατεία Ίνγκριντ Μπέργκμαν». O Γιέργκεν κάτι άρχισε να λέει, αλλά ο Πάτρικ σήκωσε τα χέρια του και τον σταμάτησε: «Όχι, όχι, σας παρακαλώ, δεν θέλω να με ευχαριστήσετε. Ειλικρινά, δεν ήταν δύσκολο. Το μόνο που έκανα ήταν μερικά τηλεφωνήματα». Με ένα πλατύ χαμόγελο, μπήκε πάλι στην κουζίνα, εκεί όπου η Ερίκα στεκόταν και κρυφάκουγε από το παράθυρο. Σήκωσαν τα χέρια ψηλά και χτύπησαν τις παλάμες τους, αλλά μετά συγκρατήθηκαν για να μη βάλουν τα γέλια. «Πολύ έξυπνο» ψιθύρισε η Ερίκα με θαυμασμό. «Δεν ήξερα ότι συζούσα με έναν δάσκαλο με μακιαβελικές ικανότητες!» «Είναι πολλά αυτά που δεν ξέρεις για μένα, αγάπη μου» είπε εκείνος. «Όπως καταλαβαίνεις, είμαι ένας πολυσύνθετος άνθρωπος...» «Α, είσαι πολυσύνθετος άνθρωπος, έτσι; Κι εγώ που πάντα πίστευα πως ήσουν αρκετά βαρετός» τον πείραξε χαμογελώντας. «Ας μην είχες αυτή την κοιλιά να μ’ εμποδίζει και θα σου έλεγα εγώ ποιος είναι βαρετός» αντιγύρισε ο Πάτρικ και αμέσως ένιωσε την ένταση της μέρας να σβήνει μόλις άρχισαν τα τρυφερά τους πειράγματα. Σοβάρεψε αμέσως. «Είχες κανένα νέο από την Αννα;» Το χαμόγελο της Ερίκα εξαφανίστηκε. «Όχι. Ούτε κιχ. Πήγα κάτω στη μαρίνα και έριξα μια ματιά, αλλά το ιστιοφόρο δεν ήταν πια εκεί». «Πιστεύεις ότι επέστρεψε στο σπίτι της;» «Δεν ξέρω. Είτε επέστρεψε είτε κάνουν ιστιοπλοΐα κάπου κατά μήκος της ακτής. Να σου πω όμως κάτι; Δεν έχω καμία όρεξη ν’ ασχοληθώ με αυτό. Είμαι πάρα πολύ θυμωμένη με την ευθιξία της και με τον τρόπο που ξινίζει τα μούτρα της μόλις πω κάτι που είναι λάθος». Αναστέναξε και άρχισε να λέει κάτι άλλο, αλλά τη διέκοψαν ο Γιέργκεν και η Μάντε, που πέρασαν κατηφείς δίπλα τους για να πάνε να μαζέψουν τα συμπράγκαλά τους.

Λίγο αργότερα, αφού ο Πάτρικ πήγε με το αμάξι τους απρόθυμος καλοκαιρινούς γλεντζέδες στο πλοίο για το Βαλέ, κάθισαν στη βεράντα και απόλαυσαν τη γαλήνη. Θέλοντας πολύ να την ευχαριστήσει και με την αίσθηση ότι της χρωστούσε ακόμη πολλά, ο Πάτρικ τής έκανε μασάζ στα πρησμένα της πόδια και στις γάμπες της, ενώ η Ερίκα αναστέναζε από απόλαυση. Είχε διώξει από το μυαλό του κάθε σκέψη για τις δολοφονημένες κοπέλες και την εξαφανισμένη Τζένι Μέλερ. Μερικές φορές χρειαζόταν και η ψυχή μια μικρή ανάπαυση. Το τηλεφώνημα έγινε τελικά το πρωί. Ως μέρος της γενικότερης απόφασής του να φροντίσει λίγο παραπάνω τη γυναίκα του, ο Πάτρικ είχε αποφασίσει να πάρει ρεπό εκείνο το πρωί. Όταν τηλεφώνησε ο Πέντερσεν, κάθονταν οι δυο τους στον κήπο και έπαιρναν ήσυχοι το πρωινό τους. Κοιτάζοντας απολογητικά την Ερίκα, σηκώθηκε από το τραπέζι, κι εκείνη απλώς του χαμογέλασε με κατανόηση. Έδειχνε ήδη πολύ πιο ικανοποιημένη από κάθε άλλη φορά. «Έχεις τίποτα ενδιαφέρον;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Ναι, θα μπορούσα να πω ότι έχω κάτι πολύ ενδιαφέρον. Αν αρχίσουμε από την αιτία θανάτου του Γιοχάνες Χουλτ. η πρώτη μου παρατήρηση ήταν απολύτως σωστή. O Γιοχάνες δεν κρεμάστηκε. Κι εφόσον λες ότι βρέθηκε στο πάτωμα με μια θηλιά στον λαιμό, αυτή η θηλιά τοποθετήθηκε εκεί μετά τον θάνατό του. H αιτία θανάτου είναι, στην πραγματικότητα, ένα ισχυρό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού με σκληρό αντικείμενο, όχι όμως αμβλύ. Έχει, επίσης, ένα συντριπτικό τραύμα στο σαγόνι, το οποίο μπορεί να αποτελεί ένδειξη για ένα κατά μέτωπο χτύπημα». «Δηλαδή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για δολοφονία». O Πάτρικ κρατούσε πολύ σφιχτά το ακουστικό. «Όχι, θα ήταν αδύνατον να είχε καταφέρει ο ίδιος αυτά τα χτυπήματα στον εαυτό του». «Και πόσο καιρό είναι νεκρός;» «Αυτό είναι δύσκολο να το πω. Όμως, είναι πάρα πολύ καιρό θαμμένος. Θα έλεγα πως ο χρόνος θανάτου ταιριάζει αρκετά με τον χρόνο που πέρασε από τότε που θεωρήθηκε ότι αυτοκτόνησε. Οπότε δεν θάφτηκε εκ των υστέρων, αν αυτό είναι που ζητάς να επιβεβαιώσεις» είπε ο Πέντερσεν σαν να ήθελε να τον πειράξει. Ακολούθησε μια στιγμή σιωπής ενώ ο Πάτρικ συλλογιζόταν αυτά που του είχε πει ο Πέντερσεν. Ξαφνικά του πέρασε μια σκέψη από το μυαλό. «Μου φάνηκε πως υπαινίχτηκες ότι είχες ανακαλύψει κάτι παραπάνω όταν εξέτασες τον Γιοχάνες. Τι ήταν;» «Ναι, κι αυτό θα σου αρέσει. Έχουμε εδώ μια εκπαιδευόμενη παθολογοανατόμο που τα βίνει όλα για την επιστήμη της και είχε την ιδέα να πάρει ένα δείγμα DNA από τον Γιοχάνες, μια που είχε γίνει ούτως ή άλλως η εκταφή και να το συγκρίνει με το δείγμα σπέρματος που υπήρχε στην Τάνια Σμιτ». «Και;» O Πάτρικ άκουγε τον εαυτό του να βαριανασαίνει γεμάτος προσδοκία. «Υπάρχει συγγένεια, που να με πάρει ο διάβολος! Αυτός που σκότωσε την Τάνια Σμιτ είναι σίγουρα συγγενής του Γιοχάνες Χουλτ!»

O Πάτρικ δεν είχε ξανακούσει τον κατά τ’ άλλα καθωσπρέπει Πέντερσεν να βρίζει, αλλά τώρα έτεινε κι αυτός να συμφωνήσει μαζί του. Που να πάρει ο διάβολος, σκέφτηκε. Έκανε μια παύση για ένα δευτερόλεπτο ώστε να συγκεντρωθεί και είπε: «Μπορείτε να βρείτε ποια είναι ακριβώς η συγγένεια;». H καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. «Ναι. Και αυτό κάνουμε τώρα. Αλλά χρειαζόμαστε περισσότερο υλικό αναφοράς, οπότε τώρα πρέπει ν’ αναλάβεις να συγκεντρώσεις δείγμα αίματος απ’ όλα τα γνωστά μέλη στο σόι των Χουλτ». «Απ' όλα τα γνωστά μέλη;» είπε ο Πάτρικ και του λύθηκαν τα γόνατα και μόνο που σκέφτηκε πώς θα αντιδρούσε η φατρία σε αυτή την εισβολή στην προσωπική τους ζωή. Τον ευχαρίστησε για τις πληροφορίες και επέστρεψε στον κήπο, στο τραπέζι με το πρωινή, όπου καθόταν η Ερίκα σαν μαντόνα, με το λευκό της νυχτικό φουσκωμένο και τα ξανθά μαλλιά της λυτά. Ακόμη του έκοβε την ανάσα. «Πήγαινε» του είπε, κάνοντας του νόημα να φύγει, κι εκείνος τη φίλησε με ευγνωμοσύνη στο μάγουλο. «Έχεις να κάνεις κάτι σήμερα;» τη ρώτησε. «Το πλεονέκτημα με τους απαιτητικούς επισκέπτες είναι ότι προσβλέπω σε μια μέρα τεμπελιάς. Με άλλα λόγια, αποφάσισα να μην κάνω απολύτως τίποτα σήμερα, θα μείνω ξαπλωμένη έξω, θα διαβάσω και θα φάω κάτι καλό». «Ακούγεται υπέροχο πρόγραμμα. Κι εγώ θα φροντίσω να επιστρέψω νωρίς στο σπίτι σήμερα, θα είμαι εδω το αργότερο στις τέσσερις το απόγευμα. Σου το υπόσχομαι». «Εντάξει, κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς. Και έλα όταν είναι να ‘ρθεις. Φύγε τώρα, γιατί βλέπω ότι κάθεσαι σε αναμμένα κάρβουνα». Δεν χρειάστηκε να του το πει δεύτερη φορά. O Πάτρικ έφαγε βιαστικά για το αστυνομικό τμήμα. Όταν έφτασε στο Τμήμα είκοσι λεπτά αργότερα, οι άλλοι κάθονταν όλοι μαζί και έπιναν τον πρωινό καφέ τους. Με κάποια ενοχή, είδε ότι ήταν πιο αργά απ’ ό,τι νόμιζε. «Γεια σου, Χέντστρεμ. Ξέχασες να βάλεις το ξυπνητήρι σήμερα;» O Ερνστ. του οποίου η αυτοπεποίθηση είχε αποκατασταθεί πλήρως, ακουγόταν τόσο υπερόπτης όσο ήταν συνήθως. «Μπα, θα έλεγα μάλλον ότι εξαργύρωσα κάποιες από τις πολλές υπερωρίες μου. Έπρεπε να φροντίσω λίγο και τη γυναίκα μου» είπε ο Πάτρικ και έκλεισε το μάτι στην Ανικα, η οποία είχε κάνει κοπάνα για λίγο από τη ρεσεψιόν.

«Χμμμ, υποθέτω πως το να κοιμάται κανείς λίγο παραπάνω όταν γουστάρει είναι ένα από τα προνόμια του προϊσταμένου» αντιγύρισε επίμονα ο Ερνστ. «Είμαι, φυσικά, επικεφαλής σε αυτή την έρευνα, αλλά δεν είμαι προϊστάμενος κανενός» παρατήρησε ο Πάτρικ ήπια. Τα βλέμματα όμως που έριξε η Ανικα στον Ερνστ δεν ήταν καθόλου ήπια. O Πάτρικ συνέχισε: «Και ως επικεφαλής της έρευνας έχω κάτι νέα να σας πω - και κάποιες δουλειές να σας αναθέσω». Τους εξιστόρησε όσα του είχε πει ο Πέντερσεν, και για λίγο η ατμόσφαιρα στην τραπεζαρία στο αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θριαμβευτική. «Τότε έχουμε περιορίσει στο πι και φι το πεδίο της αναζήτησης σε τέσσερα πιθανά άτομα» είπε ο Γιέστα. «Στον Στέφαν, στον Ρόμπερτ, στον Γιάκομπ και στον Γκάμπριελ». «Ναι, και μην ξεχνάς πού είδαν την Τάνια τελευταία φορά» είπε ο Μάρτιν. «Σύμφωνα με τον Στέφαν, ναι» υπενθύμισε ο Ερνστ. «Μην ξεχνάς πως αυτό το ισχυρίζεται ο Στέφαν. Προσωπικά, θα ήθελα να έχω κάποιον πιο αξιόπιστο μάρτυρα». «Ναι, αλλά και η Λίντα λέει ότι είδαν κάποιον όταν ήταν εκεί το ίδιο βράδυ, άρα...» O Πάτρικ διέκοψε τη συζήτηση ανάμεσα στον Ερνστ και τον Μάρτιν. «Όπως και να 'χει, όταν πάρουμε δείγμα DNA απ’ όλα τα μέλη της οικογένειας Χουλτ, δεν θα χρειάζεται πλέον να κάνουμε εικασίες. Εξάλλου, καθώς ερχόμουν εδώ, τηλεφώνησα για να μας δώσουν όσες άδειες απαιτούνται. Όλοι ξέρουν γιατί επείγει η εν λόγω περίπτωση, και περιμένω από λεπτό σε λεπτό την έγκριση της Εισαγγελικής Αρχής». Γέμισε ένα φλιτζάνι με καφέ και κάθισε μαζί με τους άλλους. Εβαλε το κινητό του στη μέση του τραπεζιού, και όπως ήταν φυσικό, όλοι το λοξοκοίταζαν κάθε λίγο και λιγάκι. «Πώς σας φάνηκε το χτεσινό θέαμα;» κακάρισε ο Ερνστ. Είχε ήδη ξεχάσει την υπόσχεση που είχε δώσει να μην κουτσομπολέψει όσα του είχε εκμυστηρευτεί ο Μέλμπεργ. Ήδη είχαν μάθει όλοι για την κατά παραγγελία αρραβωνιάρα, και φυσικά, ποτέ άλλοτε δεν είχε πέσει τόσο γέλιο. Ήταν κάτι που θα μπορούσαν να το συζητάνε πίσω από την πλάτη του αρχηγού τους για πολύ καιρό ακόμη. «Ναι. γαμώτο» γέλασε και ο Γιέστα. «Αν κάποιος είναι τόσο απελπισμένος ώστε να παραγγείλει γυναίκα από κατάλογο, τότε τι να πω; Τα ’θελε και τα ’παθε». «Σκεφτείτε τη φάτσα του όταν πήγε να την παραλάβει από το αεροδρόμιο και συνειδητοποίησε ότι οι προσδοκίες του είχαν διαψευστεί». H Ανικα γέλασε με όλη της την καρδιά. Το να γελάς με την ατυχία του άλλου δεν ήταν και τόσο κακό τώρα που στόχος ήταν ο Μέλμπεργ. «Πάντως, δεν μπορώ να πω ότι δεν αποδείχτηκε άξια της φήμης της. Πήγε απευθείας στα μαγαζιά και γέμισε την τσάντα της. Ασε που δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα τι έκλεβε, αρκεί να είχε μια τιμή πάνω του...» είπε γελώντας ο Ερνστ. «Αν και. μιλώντας για κλοπές, ακούστε αυτό: O γερο-Πέρσον, αυτός

που επισκεφθήκαμε χτες ο Γιέστα κι εγώ, μου έλεγε πως κάποιος βλάκας πήγαινε και του έκλεβε εκείνο το αναθεματισμένο το λίπασμα. Κάθε φορά που παραλάμβανε ένα νέο φορτίο τού έκλεβαν κάνα δυο σακιά. Μπορείτε να καταλάβετε πώς κάποιος μπορεί να είναι τόσο τσιγκούνης ώστε να κλέβει σακιά με σκατά; Βέβαια, αυτά τα σκατά είναι οπωσδήποτε ακριβά, αλλά πάλι...» Χτύπησε τις παλάμες του στα γόνατά του. «Τι ιστορία κι αυτή, γαμώτο» είπε και σκούπισε ένα δάκρυ που του είχε προκαλέσει το πολύ γέλιο. Μετά αντιλήφθηκε πως είχε πέσει απόλυτη σιωπή γύρω του. «Τι είπες;» ρώτησε ο Πάτρικ με μια φωνή που δεν προοιωνιζόταν τίποτα καλό. O Ερνστ είχε ξανακούσει αυτή τη φωνή μόλις πριν από δυο μέρες και κατάλαβε ότι πάλι είχε κάνει γκάφα. «Να, είπε ότι κάποιος πήγαινε και του έκλεβε τα σακιά με το λίπασμα». «Και το γεγονός ότι το Βεστεργκόρντεν είναι το κοντινότερο αγρόκτημα δεν σου πέρασε από το μυαλό ότι αυτή η πληροφορία μπορεί να ήταν σημαντική;»» H φωνή του Πάτρικ ήταν τόσο ψυχρή που ο Ερνστ ένιωσε το κρύο στο πετσί του. O Πάτρικ έστρεψε το βλέμμα του στον Γιέστα. «Εσύ τον άκουσες να το λέει αυτό, Γιέστα;» «Όχι, αυτό πρέπει να το είπε ο αγρότης όταν έλειψα δύο λεπτά για να πάω στην τουαλέτα». Κοίταξε κι αυτός άγρια τον Ερνστ. «Δεν το σκέφτηκα» είπε με παραπονιάρικο ύφος ο Ερνστ. «Δεν μπορώ να τα θυμάμαι όλα. διάβολε!» «Αυτό ακριβώς όμως είσαι υποχρεωμένος να κάνεις. Αλλά θα μιλήσουμε αργότερα γι’ αυτό. Τώρα το θέμα είναι τι σημαίνει αυτό το στοιχείο για εμάς». O Μάρτιν σήκωσε το χέρι του σαν να ήταν στην τάξη «Μήπως είμαι μόνο εγώ αυτός που πιστεύει πως γίνεται όλο και πιο φανερή η σχέση του Γιάκομπ με αυτή την υπόθεση;» Καθώς δεν απάντησε κανένας, ο Μάρτιν εξήγησε; «Πρώτον, έχουμε μια μαρτυρία, έστω από αμφίβολη πηγή, που λέει πως η Τάνια ήταν στο Βεστεργκόρντεν πριν από την εξαφάνισή της. Δεύτερον, το DNA που υπήρχε στο πτώμα της Τάνια ανήκει σε κάποιον που είναι συγγενής με τον Γιοχάνες και, τρίτον, κλάπηκαν σακιά από ένα αγρόκτημα που βρίσκεται, κυριολεκτικά δίπλα στο Βεστεργκόρντεν. Αυτά είναι τουλάχιστον αρκετά για να τον καλέσουμε εδώ για μια κουβεντούλα και ταυτόχρονα να κάνουμε μια έρευνα στην ιδιοκτησία του». Πάλι δεν μίλησε κανείς, και ο Μάρτιν συνέχισε την επιχειρηματολογία του, «Όπως είπες κι εσύ, Πάτρικ, το θέμα επείγει. Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα αν ρίξουμε μια ματιά εκεί πέρα, στριμώχνοντας έτσι και λίγο παραπάνω τον Γιάκομπ. O μόνος τρόπος για να χάσουμε κάτι είναι να μην κάνουμε τίποτα. Βέβαια, θα έχουμε κάποιες απαντήσεις όταν πάρουμε τα δείγματα DNA απ' όλους τους Χουλτ και τα συγκρίνουμε, αλλά εντωμεταξύ δεν μπορούμε να καθόμαστε άπραγοι και να χαζολογάμε. Κάτι πρέπει να κάνουμε!». Τελικά, μίλησε ο Πάτρικ: «Ο Μάρτιν έχει δίκιο. Έχουμε αρκετά στοιχεία που καθιστούν επιτακτική μια κουβέντα μαζί του, και

σίγουρα δεν θα πείραζε αν ρίχναμε και μια ματιά στο Βεστεργκόρντεν. Ακούστε τι θα κάνουμε: Εγώ και ο Γιέστα θα πάμε και θα πάρουμε τον Γιάκομπ για να τον φέρουμε εδώ. Μάρτιν, εσύ θα έρθεις σ' επαφή με το Τμήμα στην Ουντεβάλα και θα ζητήσεις ενισχύσεις για την έρευνα στο αγρόκτημα. Ζήτα βοήθεια από τον Μέλμπεργ για τις άδειες, αλλά φρόνησε να μην είναι μόνο για την κατοικία αλλά και για τα υπόλοιπα κτίρια μέσα στην ιδιοκτησία. Τέλος, όλοι θα δίνουμε τις αναφορές μας στην Ανικα, ως συνήθως. Εντάξει; Ερωτήσεις;». «Ναι, τι θα κάνουμε με τα δείγματα αίματος;» ρώτησε ο Μάρτιν. «Διάβολε, αυτό το ξέχασα, θα πρέπει να δουλεύουν και οι κλώνοι μας». Ο Πάτρικ σκέφτηκε για λίγο. "Μάρτιν, μπορείς να το αναλάβεις και αυτό αν σου δοθεί βοήθεια από την Ουντεβάλα;" Ο Μάρτιν έγνεψε καταφατικά. «Ωραία, τότε τηλεφώνησε στο Κέντρο Υγείας της Φιελμπάκα και ζήτα κάποιον από εκεί που να μπορεί να πάρει αίμα. Και μετά φρόντισε -κι αυτό να το προσέξεις πολύ, διάβολε- να μπουν οι σωστές ετικέτες στα δείγματα και να σταλούν κατεπειγόντως στον Πέντερσεν. Εντάξει, ξεκινάμε. Και μην ξεχνάτε τον λόγο για τον οποίο βιαζόμαστε». «Κι εγώ τι θα κάνω;» Ο Ερνστ είπε ν’ αρπάξει την ευκαιρία και ν' ανακτήσει ξανά κάποια εύνοια. "Εσύ θα μείνεις εδώ» είπε ο Πάτρικ, δίχως να χαραμίσει περισσότερα λόγια για το θέμα αυτό. Ο Ερνστ άρχισε να μουρμουρίζει αλλά γνώριζε πότε έπρεπε να κρατάει χαμηλό προφίλ. Όμως, σίγουρα θα έκανε μια κουβέντα με τον Μέλμπεργ όταν τελείωναν με αυτή την υπόθεση. Δεν ήταν δα και τόσο κακό αυτό που είχε κάνει. Αλλωστε, τα λάθη είναι ανθρώπινα! H καρδιά της Μαρίτα ήταν πλημμυρισμένη από χαρά. H λειτουργία που είχε γίνει έξω στο ύπαιθρο ήταν υπέροχη, όπως πάντα, και στο επίκεντρο ήταν ο Γιάκομπ της. Ευθύς, δυνατός και με σίγουρη φωνή. κήρυξε τον λόγο του θεού, Είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος. Εκτός από τους περισσότερους που κατοικούσαν στο αγρόκτημα -μια που κάποιοι από αυτούς δεν είχαν δει ακόμη το φως του θεού και αρνούνταν να συμμετέχουν- είχαν έρθει και καμιά εκατοστή πιστοί οπαδοί. Κάθονταν στο γρασίδι, με τα βλέμματα καρφωμένα στον Γιάκομπ, ο οποίος στεκόταν στη συνηθισμένη θέση του, στον βράχο, με τα μάτια του στραμμένα στη λίμνη. Γύρω τους το πανύψηλο και πυκνό αλσύλλιο από σημύδες πρόσφερε τη σκιά του όταν ο καύσωνας φούντωνε και θρόϊζε σε αγαστή συμφωνία με τη μελωδική φωνή του Γιάκομπ. Καμιά φορά δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο τυχερή ήταν. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο άντρας που όλοι κοίταζαν με θαυμασμό είχε επιλέξει αυτή. Όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Γιάκομπ ήταν μόνο δεκαεφτά χρονών. O Γιάκομπ τότε ήταν είκοσι τριών και είχε ήδη τη φήμη του ισχυρού άντρα στο εκκλησίασμα. Ενα μέρος της φήμης του το όφειλε στον παππού του. αλλά το μεγαλύτερο μέρος οφειλόταν στο δικό του χάρισμα. O ασυνήθιστος συνδυασμός πραότητας και δύναμης του χάριζε μια λάμψη που την έβλεπαν οι πάντες. H Μαρίτα και οι γονείς της ήταν πολύ καιρό μέλη του εκκλησιάσματος και δεν είχαν χάσει ποτέ ούτε μία λειτουργία. Ήδη, πριν ακόμη παρακολουθήσουν την πρώτη λειτουργία του Γιάκομπ Χουλτ, η Μαρίτα είχε νιώσει μέσα της ένα προαίσθημα ότι κάτι

πολύ σημαντικό θα συνέβαινε. Και συνέβη. Δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα της από τον Γιάκομπ και είχε κρεμαστεί από το στόμα του, από το οποίο τα λόγια του Θεού έρεαν με την ίδια ευκολία που τρέχει το νερό στο αυλάκι, Όταν το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. η Μαρίτα είχε αρχίσει να προσεύχεται στον Θεό. Ήταν προσευχές πυρετώδεις, ικετευτικές. παρακλητικές. Αυτή, που είχε μάθει πως δεν έπρεπε κανείς ποτέ να ζητάει κάτι για τον εαυτό του. ζητούσε κάτι τόσο υλιστικό όπως είναι ένας άντρας. Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Παρόλο που ένιωθε τις φλόγες του καθαρτηρίου να τσουρουφλίζουν την αμαρτωλή ψυχή της. συνέχιζε να προσεύχεται πυρετωδώς και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν είδε πως ο Γιάκομπ την κοίταξε με την επιθυμία ζωγραφισμένη στο βλέμμα του. Στην πραγματικότητα, δεν καταλάβαινε γιατί ο Γιάκομπ την είχε διαλέξει για σύζυγό του. Ήξερε ότι δεν διέθετε τίποτε άλλο πέρα από μια συνηθισμένη εξωτερική εμφάνιση και ότι σαν προσωπικότητα ήταν λιγομίλητη και εσωστρεφής. Όμως, εκείνος την ήθελε, και την ημέρα που παντρεύτηκαν υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην αναρωτηθεί ποτέ της, ούτε να αμφισβητήσει τη θέληση του Θεού. Προφανώς ο θεός τούς είχε ξεχωρίσει και τους δύο από το πλήθος και είχε αποφασίσει ότι θα ήταν καλό να παντρευτούν - κι αυτό της αρκούσε. Ίσως ένας τόσο δυνατός άντρας σαν τον Γιάκομπ να χρειαζόταν ένα αδύναμο ταίρι για να μη φθείρεται από τυχόν αντιστάσεις. Πού να ήξερε κι αυτή. Τα παιδιά στριφογύριζαν ανήσυχα εκεί που κάθονταν «το γρασίδι δίπλα της. H Μαρίτα τούς είπε αυστηρά να σωπάσουν. Ήξερε καλά πως τα ποδαράκια τους τα έτρωγε η επιθυμία να τρέξουν και να παίξουν, αλλά υπήρχε καιρός γι' αυτό αργότερα. Τώρα έπρεπε ν' ακούσουν τον πατέρα τους να κηρύττει τον λόγο του θεού. «H πίστη μας δοκιμάζεται όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες. Αλλά τότε είναι επίσης που η πίστη μας δυναμώνει. Δίχως αντίσταση, η πίστη εξασθενίζει και μας κάνει να νιώθουμε χορτάτοι και τεμπέληδες. Ξεχνάμε γιατί πρέπει να στρεφόμαστε στον Θεό για καθοδήγηση. Και σύντομα καταλήγουμε να παραστρατήσουμε. Κι εγώ ο ίδιος αντιμετώπισα δοκιμασίες τον τελευταίο καιρό, όπως θα γνωρίζετε. Το ίδιο και η οικογένειά μου. Οι δυνάμεις του κακού εργάζονται για να δοκιμάσουν την πίστη μας. Όμως, είναι καταδικασμένες ν’ αποτύχουν. Διότι η πίστη μου δυνάμωσε τόσο πολύ που δεν μπορούν πλέον να με αγγίξουν οι δυνάμεις του κακού. Δοξάστε τον Θεό που μου χάρισε τέτοια δύναμη!» Σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό, και οι συγκεντρωμένοι αναφώνησαν «αλληλούια», ενώ τα πρόσωπά τους έλαμπαν από χαρά και πίστη. H Μαρίτα σήκωσε κι αυτή τα χέρια της προς τον ουρανό και ευχαρίστησε τον θεό. Τα λόγια του Γιάκομπ την έκαναν να ξεχάσει τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν τις τελευταίες εβδομάδες. Στηριζόταν στον Γιάκομπ και εμπιστευόταν τον Κύριο, και όσο ήταν μαζί δεν είχαν να φοβούνται τίποτα. Όταν, λίγο αργότερα, ο Γιάκομπ ολοκλήρωσε τη λειτουργία, το πλήθος συγκεντρώθηκε γύρω του. Όλοι ήθελαν να του σφίξουν το χέρι, να τον ευχαριστήσουν και να του προσφέρουν υποστήριξη. Φαινόταν ότι είχαν την ανάγκη να τον αγγίξουν και με αυτό τον τρόπο να πάρουν ένα μέρος από τη γαλήνη και την πίστη του μαζί τους. Όλοι ήθελαν ένα κομμάτι του. H Μαρίτα στεκόταν πιο πίσω απ' όλους, με τη θριαμβευτική επίγνωση ότι ο Γιάκομπ ήταν δικός της. Καμιά φορά αναρωτιόταν, κάπως ένοχα, μήπως ήταν αμαρτία που ένιωθε αυτή την επιθυμία να κατέχει τον άντρα της. που ήθελε να έχει δική της κάθε ίνα του. αλλά πάντα απόδιωχνε τέτοιες σκέψεις. Ήταν προφανώς

θέλημα Θεού να είναι μαζί, οπότε αυτό δεν μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί λάθος. Όταν το πλήθος άρχισε να διαλύεται, εκείνη πήρε τα παιδιά από το χέρι και πήγε κοντά του. Τον ήξερε πολύ καλά κι έβλεπε ότι αυτό που τον γέμιζε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας είχε τώρα αρχίσει να υποχωρεί και στη θέση του είχε έρθει η κούραση, η οποία διαγραφόταν ξεκάθαρα στα μάτια του. «Έλα, πάμε στο σπίτι τώρα, Γιάκομπ». «Όχι ακόμη, Μαρίτα. Πρέπει πρώτα να κάνω κάτι». «Ό,τι και να ’ναι μπορεί να περιμένει ως αύριο. Τώρα θα σε πάρω στο σπίτι να ξεκουραστείς. Βλέπω πόσο κουρασμένος είσαι». Εκείνος χαμογέλασε και έπιασε το χέρι της. «H σοφή μου σύζυγος έχει δίκιο, όπως πάντα. Θα πάω να πάρω τα πράγματά μου από το γραφείο και αμέσως μετά μπορούμε να φύγουμε». Είχαν αρχίσει ν’ ανεβαίνουν προς το σπίτι, όταν δύο άντρες φάνηκαν να έρχονται πεζοί προς το μέρος τους. Αρχικά δεν είδαν ποιοι ήταν επειδή τους τύφλωνε ο ήλιος, αλλά μόλις τους πλησίασαν, ο Γιάκομπ έβγαλε έναν ενοχλημένο αναστεναγμό. «Τι θέλετε πάλι τώρα;» H Μαρίτα κοίταζε απορημένη μια τον Γιάκομπ και μια τους άντρες, μέχρι που αντιλήφθηκε, κρίνοντας από τον τόνο της φωνής του Γιάκομπ, ότι ήταν αστυνομικοί. Τους κοίταξε με βλέμμα αγριωπό. Αυτοί ήταν που είχαν προκαλέσει τόσα προβλήματα πρόσφατα στον Γιάκομπ και την οικογένειά του. «Πρέπει να κάνουμε μια κουβεντούλα μαζί σου, Γιάκομπ». «Τι στην ευχή απέμεινε να πούμε που δεν σας το είπα χτες;» Αναστέναξε. «Τέλος πάντων, ας ξεμπερδεύουμε και με αυτό, Πάμε στο γραφείο μου». Οι αστυνομικοί δεν κουνήθηκαν καθόλου. Έριξαν ένα αμήχανο βλέμμα στα παιδιά, κάτι που κίνησε τις υποψίες της Μαρίτα. Ενστικτωδώς, αγκάλιασε τα παιδιά της και τα τράβηξε προς το μέρος της. «Όχι εδώ. Θα θέλαμε να μιλήσουμε μαζί σου στο αστυνομικό τμήμα». Είχε μιλήσει ο νεότερος από τους δύο αστυνομικούς. O μεγαλύτερος στεκόταν παράμερα και παρατηρούσε σοβαρός τον Γιάκομπ. O φόβος έμπηξε τα νύχια του στην καρδιά της. Πράγματι οι δυνάμεις του κακού πλησίαζαν όλο και περισσότερο, όπως ακριβώς είχε πει ο Γιάκομπ στο κήρυγμά του. ΕΝΝΙΑ

Καλοκαίρι 1979 Ηξερε ότι το άλλο κορίτσι είχε «φύγει». Από τη γωνιά της την άκουσε ν’ αφήνει τον τελευταίο στεναγμό και με τα χέρια σφιγμένα παρακαλούσε πανικόβλητη τον Θεό να καλοδεχτεί τη σύντροφό της στο μαρτύριο. Κατά κάποιον τρόπο τη ζήλευε. Τη ζήλευε που είχε γλιτώσει πλέον από τα βάσανα. Το κορίτσι ήταν εκεί πριν από αυτή, πριν καταλήξει και η ίδια στην κόλαση. Στην αρχή την είχε παραλύσει ο φόβος, αλλά τα χέρια της άλλης κοπέλας γύρω της και το ζεστό κορμί πάνω της της πρόσφεραν μια παράξενη ασφάλεια. Ταυτόχρονα εκείνη δεν ήταν πάντα το ίδιο καλή. O αγώνας για την επιβίωση τις ένωνε, αλλά τις χώριζε κιόλας. H ίδια είχε διατηρήσει μέσα της άσβεστη την ελπίδα. 'Οχι όμως και η άλλη κοπέλα. Και ήξερε πως ενίοτε τη μισούσε επειδή μπορούσε να διατηρεί την ελπίδα της. Πώς όμως μπορούσε ν' αφήσει την ελπίδα της να πετάξει μακριά; Σε όλη της τη ζωή είχε μάθει ότι κάθε απίθανη κατάσταση είχε τη λύση της. Γιατί να μην ίσχυε το ίδιο και τώρα; Είδε το πρόσωπο του πατέρα της και της μητέρας της με τα μάτια της φαντασίας της και ήταν σίγουρη πως θα την έβρισκαν γρήγορα. Το άλλο το δύσμοιρο κορίτσι όμως δεν είχε τίποτα. Κατάλαβε αμέσως ποια ήταν μόλις ένιωσε το ζεστό κορμί της μέσα στα σκοτάδια, παρόλο που δεν είχαν μιλήσει ποτέ τους εκεί έξω. Και σαν να είχαν συνεννοηθεί βουβά, δεν αποκάλεσαν ποτέ η μία την άλλη με το όνομά της, διότι κάτι τέτοιο θα παρέπεμπε σε κάτι εντελώς φυσιολογικό. και τους ήταν αδύνατον να σηκώσουν τέτοιο βάρος. Όμως, η άλλη κοπέλα είχε μιλήσει για την κόρη της. Ήταν η μοναδική φορά που η φωνή της ακούστηκε ζωντανή. Χρειάστηκε να χάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες προκειμένου να σφίξει τα χέρια της και να προσευχηθεί για κείνη που είχε πλέον «φύγει». Τα μέλη της δεν υπάκουαν, αλλά συγκεντρώνοντας τις τελευταίες δυνάμεις που της είχαν απομείνει κατάφερε, με τη θέλησή της και μόνο, να ενώσει τα απείθαρχα χέρια της σε κάτι που θύμιζε στάση προσευχής. Υπομονετικά, περίμενε μέσα στα σκοτάδια αγκαλιά με τον πόνο της. Τώρα ήταν πλέον θέμα χρόνου μέχρι να τη βρουν. H μητέρα και ο πατέρας. Σύντομα... Ναι, θα έρθω μέχρι το αστυνομικό τμήμα. Όμως, έπειτα πρέπει να σταματήσει αυτό! Ακούσατε;» είπε εκνευρισμένος ο Γιάκομπ. Με την άκρη του ματιού της, η Μαρίτα είδε τον Κένεντι να πλησιάζει. Ποτέ της δεν τον είχε συμπαθήσει. Υπήρχε κάτι μοχθηρό στη ματιά του, που αναμειγνυόταν με τη λατρεία μόλις έβλεπε τον Γιάκομπ. O Γιάκομπ όμως την είχε επιπλήξει όταν του είχε πει πώς ένιωθε. O Κένεντι ήταν ένα δυστυχισμένο παιδί που είχε αρχίσει επιτέλους να βρίσκει εσωτερική γαλήνη. Αυτό που χρειαζόταν τώρα ήταν αγάπη και στοργή όχι καχυποψία. Εντούτοις, η ανησυχία δεν έλεγε να την αφήσει. Ένα αποτρεπτικό νεύμα του Γιάκομπ έκανε τον Κένεντι να οπισθοχωρήσει απρόθυμα και να επιστρέψει στο σπίτι. Ήταν σαν ένα μαντρόσκυλο που ήθελε να υπερασπιστεί το αφεντικό του. σκέφτηκε η Μαρίτα. O Γιάκομπ στράφηκε προς τη Μαρίτα και κράτησε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Πήγαινε στο σπίτι με τα παιδιά. Μην ανησυχείς. Οι αστυνομικοί θέλουν απλώς να ρίξουν λίγο ακόμα λάδι στη

φωτιά μέσα στην οποία τελικά θα αναλωθούν». Χαμογέλασε για ν’ αφαιρέσει τη δηκτικότητα από τα λόγια του, αλλά εκείνη έσφιξε πάνω της τα παιδιά ακόμα πιο δυνατά Αυτά κοίταζαν ανήσυχα μια τον Γιάκομπ και μια τη Μαρίτα. Με τον δικό τους τρόπο ένιωθαν πως κάτι αναστάτωνε την ισορροπία στον κόσμο τους. O νεότερος αστυνομικός μίλησε ξανά. Αυτή τη φορά έδειχνε λίγο πιο αμήχανος. «Θα σας συνιστούσα να μην πάτε στο σπίτι με τα παιδιά πριν πέσει το βράδυ. Θα...» δίστασε «... θα κάνουμε μια έρευνα στο σπίτι σας σήμερα το απόγευμα». «Μα τι είναι αυτά που κάνετε;» O Γιάκομπ ακούστηκε τόσο ταραγμένος που οι λέξης έβγαιναν με δυσκολία από στόμα του. H Μαρίτα ένιωσε πως τα παιδιά κινούνταν ανήσυχα έτσι όπως τα κρατούσε. Δεν είχαν συνηθίσει ν’ ακούνε τον τους να υψώνει τη φωνή. «Θα σου εξηγήσουμε τα πάντα αλλά στο Τμήμα. Πάμε λοιπόν.» Επειδή δεν ήθελε ν’ ανησυχήσει περισσότερο τα παιδιά, ο Γιάκομπ έγνεψε στωικά. Τα χάιδεψε στο κεφάλι, φίλησε η Μαρίτα στο μάγουλο και περπατώντας ανάμεσα στους δύο αστυνομικούς, κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό τους. Όταν οι αστυνομικοί μπήκαν στο αυτοκίνητο με τον Γιάκομπ και ξεκίνησαν, εκείνη είχε μείνει σαν στήλη άλατος και τους κοίταζε καθώς απομακρύνονταν. Πέρα στο σπίτι στεκόταν επίσης ο Κένεντι και παρακολουθούσε. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά σαν τη νύχτα. Ακόμα και στο αρχοντικό των Χουλτ επικρατούσε αναβρασμός. «Θα τηλεφωνήσω στον δικηγόρο μου! Αυτό είναι εντελώς παράλογο! Να μας παίρνουν αίμα και να μας συμπεριφέρονται σαν να είμαστε κοινοί εγκληματίες!» O Γκάμπριελ ήταν τόσο οργισμένος που το χέρι του πάνω στο πόμολο της πόρτας έτρεμε. O Μάρτιν στεκόταν μπροστά στη σκάλα και κοίταζε κατάματα τον Γκάμπριελ με ήρεμο βλέμμα. Πίσω του στεκόταν ο επαρχιακός γιατρός της Φιελμπάκα, ο δόκτωρ Γιάκομπσον, ο οποίος ίδρωνε και ξεΐδρωνε. Το τεράστιο κορμί του δεν ήταν μαθημένο σε τέτοια ζέστη, αλλά η κύρια αιτία που ο ιδρώτας κυλούσε ακατάπαυστα στο μέτωπό του ήταν ότι θεωρούσε την όλη κατάσταση παντελώς δυσάρεστη. "Είσαι ελεύθερος να το κάνεις αυτό, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, αλλά θυμήσου να του αναφέρεις το είδος των εγγράφων που έχουμε προσκομίσει ώστε να σου επιβεβαιώσει ότι είμαστε εντός των δικαιωμάτων μας όπως τα ορίζει ο νόμος. Αν δεν μπορεί να είναι εδώ σε ένα τέταρτο, έχουμε το δικαίωμα, λόγω του κατεπείγοντος χαρακτήρα της υπόθεσης, να ολοκληρώσουμε την αποστολή μας δίχως την παρουσία δικηγόρου».

O Μάρτιν συνειδητά μιλούσε με όσο περισσότερους γραφειοκρατικούς όρους μπορούσε. Υπέθεσε πως μόνο με αυτή τη γλώσσα θα μπορούσε να συνεννοηθεί με τον Γκάμπριελ. Και είχε δίκιο, μια που ο Γκάμπριελ τους άφησε να περάσουν μέσα. Πήρε το έγγραφο που του είχε επιδείξει ο Μάρτιν και πήγε κατευθείαν στο τηλέφωνο για να πάρει τον δικηγόρο του. O Μάρτιν έκανε νόημα στους δύο αστυνομικούς από την Ουντεβάλα που είχε μαζί του να περάσουν μέσα και προετοιμάστηκε για μια μικρή αναμονή. O Γκάμπριελ μιλούσε ταραγμένος και χειρονομώντας στο τηλέφωνο. Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε στους αστυνομικούς που στέκονταν στο χολ «Θα είναι εδώ σε δέκα λεπτά» ανακοίνωσε βλοσυρά. «Ωραία. H γυναίκα σας και η κόρη σας πού είναι; Πρέπει να πάρουμε αίμα και από αυτές». «Στον στάβλο». «Μπορείς να πας να τις φέρεις;» είπε ο Μάρτιν σε έναν από τους αστυνομικούς από την Ουντεβάλα. «Φυσικά. Πού είναι ο στάβλος;» «Υπάρχει ένα δρομάκι που περνάει δίπλα από την αριστερή πτέρυγα του σπιτιού. Ακολούθησε το και θα βρεις τον στάβλο στα διακόσια μέτρα». Παρόλο που η γλώσσα του σώματός του έδειχνε ξεκάθαρα πόσο δυσαρεστημένος ήταν με την κατάσταση. ο Γκάμπριελ προσπαθούσε εντούτοις να δείχνει ότι αντιμετώπιζε γενναία την όλη κατάσταση. Μετά είπε απρόθυμα: «Υποθέτω πως εσείς οι υπόλοιποι μπορείτε να περάσετε μέσα όσο περιμένουμε». Όταν μπήκαν η Λίντα και η Λάινε, κάθονταν όλοι τους βουβοί και αμήχανοι στην άκρη του καναπέ. «Τι συμβαίνει, Γκάμπριελ; O αστυνομικός αποδώ λέει πως έχει έρθει ο γιατρός Γιάκομπσον για να πάρει δείγμα αίματος απ’ όλους μας! Μάλλον θα πρόκειται για κάποιο κρύο αστείο!" H Λίντα, η οποία δεν έλεγε να ξεκολλήσει το βλέμμα της από τον νεαρό άντρα με τη στολή που είχε πάει να τις φέρει είχε εντελώς διαφορετική άποψη. «Ουάου, πρώτη φάση!» αναφώνησε. «Δυστυχώς, φαίνεται πως το εννοούν πολύ σοβαρά Λάινε. Όμως. τηλεφώνησα στον δικηγόρο Λεβγκρέν και θα έρθει όπου να ’ναι. Πριν έρθει, δεν θα πάρουν ούτε ένα δείγμα». «Μα δεν καταλαβαίνω, γιατί θέλετε να κάνετε κάτι τέτοιο;» H Λάινε φαινόταν μπερδεμένη, αλλά συγκρατούσε την αυτοκυριαρχία της. «Πολύ φοβάμαι πως δεν μπορούμε να το αποκαλύψουμε αυτό για τεχνικούς λόγους που αφορούν την έρευνά. Αλλά θα σας τα εξηγήσουμε όλα όταν έρθει η ώρα». O Γκάμπριελ καθόταν και μελετούσε το έγγραφο της άδειας που είχε μπροστά του. «Εδώ γράφει ότι έχετε άδεια να πάρετε και δείγμα αίματος από τον Γιάκομπ, τη Σούλβεΐγκ και τους γιους της». O Μάρτιν δεν ήταν σίγουρος, αλλά του φάνηκε πως είδε μια σκιά να περνάει από το πρόσωπο της Λάινε. Αμέσως μετά ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και εμφανίστηκε ο δικηγόρος του Γκάμπριελ.

Όταν τελείωσαν με τις τυπικές διαδικασίες και ο δικηγόρος εξήγησε στον Γκάμπριελ και την οικογένειά του ότι η αστυνομία είχε όλες τις απαιτούμενες άδειες, άρχισαν να τους παίρνουν αίμα στον έναν μετά τον άλλο. Πρώτα από τον Γκάμπριελ και έπειτα από τη Λάινε, η οποία προς μεγάλη έκπληξη του Μάρτιν, φαινόταν να είναι η ψυχραιμότερη απ' όλους εκεί μέσα. Παρατήρησε, επίσης, πως ο Γκάμπριελ κοίταζε έκπληκτος, αλλά ικανοποιημένος, τη γυναίκα του. Τέλος, πήραν αίμα από τη Λίντα, η οποία είχε ξεκινήσει μια τόσο έντονη ανταλλαγή βλεμμάτων με τον αστυνομικό, μέχρι που ο Μάρτιν αναγκάστηκε να τον κοιτάξει επιτιμητικά για να τον επαναφέρει στην τάξη. «Τελειώσαμε λοιπόν». O Γιάκομπσον σηκώθηκε με δυσκολία από την καρέκλα του και μάζεψε τα φιαλίδια με το αίμα. Με περισσή φροντίδα και προσοχή, κόλλησαν πάνω τους ετικέτες με τα ονόματά τους και τα τοποθέτησαν ένα προς ένα μέσα σε ένα φορητό ψυγείο. «Θα πάτε στη Σούλβεΐγκ τώρα;» ρώτησε ο Γκάμπριελ. Ξαφνικά είδαν να χαράζεται στο πρόσωπό του ένα χαιρέκακο χαμόγελο. «Αν πάτε εκεί, φροντίστε να πάρετε κράνη και κλομπ, διότι εκείνη δεν θα σας δώσει αίμα χωρίς ν’ αντισταθεί». «Νομίζω πως είμαστε σε θέση να τα καταφέρουμε» είπε κοφτά ο Μάρτιν. Δεν του άρεσε καθόλου η χαιρεκακία στο βλέμμα του Γκάμπριελ. «Εντάξει, αλλά μη μου πείτε ότι δεν σας προειδοποίησα...» απάντησε με ένα μοχθηρό γελάκι. H Λάινε του είπε μέσα από τα δόντια της; «Γκάμπριελ, προσπάθησε να συμπεριφερθείς όπως αρμόζει σε έναν ενήλικα!». Έκπληκτος από το γεγονός ότι η γυναίκα του τον επέπληξε σαν να ήταν κάνα μικρό παιδί, ο Γκάμπριελ σώπασε και κάθισε. Την κοίταζε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά. O Μάρτιν οδήγησε τους συναδέλφους του και τον γιατρό έξω από το σπίτι και χωρίστηκαν σε δύο αυτοκίνητα Καθώς πήγαιναν προς τη Σούλβεΐγκ, τηλεφώνησε στον Πάτρικ. «Γεια Πώς τα πήγατε;» «Όπως τα περιμέναμε» είπε ο Μάρτιν. «O Γκάμπριελ άφρισε από το κακό του και τηλεφώνησε στον δικηγόρο του. αλλά πήραμε αυτό που θέλαμε και τώρα πάμε προς τη Σούλβεΐγκ. Δεν νομίζω, βέβαια ότι θα τα πάμε εξίσου ήρεμα κι εκεί...» «Ούτε εγώ το νομίζω, αλλά φρόντισε να μην ξεφύγει η κατάσταση». «Όχι, εντάξει, θα φερθώ διπλωματικά. Μην ανησυχείς. Εσείς πώς τα πάτε;» «Καλά. O Γιάκομπ είναι μαζί μας τώρα στο αυτοκίνητο και σύντομα θα είμαστε στο Τανουμσχέντε». «Καλή τύχη τότε».

«Επίσης». O Μάρτιν έκλεισε το τηλέφωνο ακριβώς τη στιγμή που έστριβαν για να μπουν στο καλυβόσπιτο της Σούλβεΐγκ Χουλτ. Αυτή τη φορά ο Μάρτιν δεν ένιωσε το ίδιο σοκ από την απίστευτη ακαταστασία που επικρατούσε τριγύρω. Όμως, εξακολουθούσε να αναρωτιέται πώς μπορούσαν να ζουν άνθρωποι έτσι. Εντάξει, μπορεί να είναι κάποιος φτωχός, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κρατάει τον χώρο του καθαρό και όμορφο. Όταν χτύπησε την πόρτα, το έκανε βέβαια με κάποια ανησυχία αλλά ούτε στα πιο άγρια όνειρά του δεν μπορούσε να φανταστεί την υποδοχή που του επιφύλασσε η μοίρα. Έφαγε ένα τόσο ηχηρό χαστούκι που το αισθάνθηκε σαν κάψιμο στο δεξί του μάγουλο. H έκπληξη που ένιωσε του έκοψε την ανάσα Περισσότερο αισθάνθηκε παρά είδε πως οι αστυνομικοί πίσω του ήταν έτοιμοι να ορμήσουν, αλλά αμέσως σήκωσε το χέρι του για να τους σταματήσει. «Ήρεμα, ήρεμα Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε βία. Έτσι δεν είναι, Σούλβεΐγκ;» είπε με απαλή φωνή στη γυναίκα που στεκόταν μπροστά του. Εκείνη βαριανάσαινε, αλλά φάνηκε να ηρεμεί σιγά σιγά στο άκουσμα της φωνής του. «Τολμάτε να εμφανίζεστε εδώ έπειτα από την εκταφή του Γιοχάνες!» Εβαλε τα χέρια της στη μέση και απέκλεισε αποτελεσματικά την είσοδο προς το σπίτι. «Καταλαβαίνω ότι ήταν δύσκολο για σένα Σούλβεΐγκ. αλλά κι εμείς τη δουλειά μας κάνουμε. Και τώρα πρέπει να κάνουμε πάλι τη δουλειά μας. και γι' αυτό θα ήθελα από σένα να συνεργαστείς». Τι θέλετε πάλι τώρα;» είπε περιφρονητικά. «θα ήθελα να μ' αφήσεις να μπω για λίγο μέσα και να συζητήσουμε. Θα σου τα εξηγήσω όλα». Στράφηκε στους άλλους τρεις πίσω του και είπε: «Περιμένετε εδώ για λίγο, όσο εγώ και η Σούλβεϊγκ θα είμαστε μέσα και θα μιλάμε». Έχανε τα λόγια του πράξη και πέρασε με άνεση μέσα κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Από καθαρή έκπληξη, η Σούλβεΐγκ πισωπάτησε και τον άφησε να περάσει. O Μάρτιν επιστράτευσε όλες τις διπλωματικές του ικανότητες και της εξήγησε πώς είχε η κατάσταση με το νι και με το σίγμα. Μέσα σε λίγη ώρα όλες οι αντιστάσεις της άρχισαν να κάμπτονται, και μερικά λεπτά αργότερα ο Μάρτιν άνοιξε την πόρτα και άφησε τους άλλους να μπουν μέσα. «Πρέπει να πάρουμε αίμα και από τα παιδιά, Σούλβεΐγκ. Πού βρίσκονται;» Εκείνη γέλασε. «Προφανώς θα κρύβονται κάπου πίσω από το σπίτι μέχρι να μάθουν γιατί είστε εδώ. Μάλλον έχουν αρχίσει να βαριούνται κι αυτά τις ασχημόφατσές σας». Γέλασε πάλι και άνοιξε ένα βρόμικο παράθυρο. «Στέφαν, Ρόμπερτ, για μαζέψτε τα κι ελάτε μέσα. Οι μπάτσοι είναι πάλι εδώ!» Ένα θρόισμα ακούστηκε μέσα από τους θάμνους, και έπειτα από λίγο εμφανίστηκαν με τεμπέλικο βήμα ο Στέφαν και ο Ρόμπερτ. Κοίταξαν επιφυλακτικά την παρέα που είχε στριμωχτεί στην κουζίνα.

«Τι τρέχει;» «Τώρα θέλουν να πάρουν αίμα και από εμάς» απάντησε ψυχρά η Σούλβεΐγκ. «Τι διάβολο! Έχετε τρελαθεί; Σκατά αίμα θα πάρετε από μένα!» «Ρόμπερτ, άσε τώρα τις φασαρίες» είπε η Σούλβεΐγκ κουρασμένα. «Εγώ και ο αστυνομικός αποδώ μιλήσαμε και του είπα ότι δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα. Οπότε, καθίστε κάτω και βουλώστε το. Όσο πιο νωρίς ξεμπερδέψουμε με δαύτους, τόσο το καλύτερο». Ανακουφισμένος. ο Μάρτιν είδε ότι το παιδιά φαίνονταν να την υπακούνε. Βλοσυροί και οι δύο γιοι άφησαν τον γιατρό Γιάχομπσον να τους πάρει αίμα. Όταν πήρε αίμα και από τη Σούλβεΐγκ, τοποθέτησε και αυτά τα φιαλίδια με τις ετικέτες τους στο φορητό ψυγείο και ανακοίνωσε πως η δική του δουλειά είχε τελειώσει. «Τι θα το κάνετε;» ρώτησε ο Στέφαν περισσότερο περίεργος από ποτέ. O Μάρτιν έδωσε την ίδια απάντηση που είχε δώσει και στον Γκάμπριελ. Μετά, στράφηκε στον νεότερο από τους δύο αστυνομικούς από την Ουντεβάλα και είπε: «Πήγαινε να πάρεις και το δείγμα που υπάρχει στο Τανουμσχέντε και φρόνησε να φτάσουν όσο γρηγορότερο γίνεται στο Γέτεμποργ». O νεαρός που είχε φλερτάρει αρκετά με τη Λίντα στο αρχοντικό των Χουλτ έγνεψε. «Εντάξει, θα το τακτοποιήσω. Δύο άντρες από την Ουντεβάλα είναι καθ’ οδόν για να σας βοηθήσουν..» σταμάτησε και κοίταξε λίγο αβέβαιος τη Σούλβεΐγκ και τους γιους της, που είχαν στήσει κανονικά αυτί «στην άλλη σας δουλειά. Θα σας συναντήσουν...» άλλη μια παύση γεμάτη δισταγμό «στο άλλο μέρος». «Ωραία» είπε ο Μάρτιν, Στράφηκε προς τη Σούλβεϊγκ: «Δεν απομένει, λοιπόν, παρά να σας ευχαριστήσουμε». Σκέφτηκε για μια στιγμή να τους πει τα νέο για τον Γιοχάνες, αλλά δεν τόλμησε να παραβεί τις εντολές του Πάτρικ. O Πάτρικ δεν ήθελε να γνωρίζει ακόμη κανείς τίποτα, κι έτσι θα γινόταν. Όταν βγήκε από το σπίτι, κοντοστάθηκε για λίγο. Αν εξαιρούσε κανείς το ετοιμόρροπο μικρό σπίτι, τα σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα και το σκουπιδαριό που βρισκόταν εκεί έξω, η τοποθεσία ήταν απίστευτα όμορφη. Ήλπιζε μόνο ότι κάποια στιγμή θα μπορούσαν και οι ίδιοι να σηκώσουν το βλέμμα από τη μιζέρια τους και να βουν την ομορφιά γύρω τους. Όμως, δεν πίστευε ότι θα γινόταν αυτό. «Εντάξει, πάμε στο Βεστεργκόρντεν τώρα» είπε ο Μάρτιν και κινήθηκε αποφασιστικά προς το αυτοκίνητο. H μια δουλειά είχε ολοκληρωθεί, και μια άλλη περίμενε. Αναρωτήθηκε πώς να τα

πήγαιναν ο Πάτρικ και ο Γιέστα. «Εσύ γιατί πιστεύεις ότι είσαι εδώ;» είπε ο Πάτρικ. Αυτός και ο Γιέστα κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλο, απέναντι από τον Γιάκομπ, στην αίθουσα ανακρίσεων. O Γιάκομπ τούς κοίταζε ήρεμα, με τα χέρια του πλεγμένα πάνω στο τραπέζι. «Πού να ξέρω; Τίποτε απ’ όλα όσα κάνετε εναντίον της οικογένειάς μου δεν φαίνεται να έχει κάποια λογική, οπότε το μόνο που απομένει είναι να γείρω στην καρέκλα μου και να προσπαθήσω να κρατήσω το κεφάλι μου έξω από το νερό, υποθέτω». «Δηλαδή, μας λες σοβαρά πως πιστεύεις ότι η κύρια αποστολή της αστυνομίας είναι να παρενοχλεί την οικογένειά σου; Τι σόι κίνητρο μπορεί να έχουμε για κάτι τέτοιο;» O Πάτρικ έγειρε μπροστά γεμάτος περιέργεια. O Γιάκομπ απάντησε ξανά με τον ίδιο χαμηλό και ήρεμο τόνο; «Το κακό και η μοχθηρία δεν απαιτούν κίνητρα. Αλλά που να ξέρω κι εγώ; Ίσως να νιώθετε ότι τα κάνατε μούσκεμα με τον Γιοχάνες και να πασχίζετε τώρα, κατά κάποιον τρόπο, να δικαιολογηθείτε στους εαυτούς σας». «Τι εννοείς δηλαδή;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Απλώς λέω ότι ίσως να σκέφτεστε πως αν μας παγιδεύσετε τώρα για κάτι, θα αποδείξετε πως είχατε δίκιο για τον Γιοχάνες» απάντησε ο Γιάκομπ. «Δεν νομίζεις ότι αυτό είναι κάπως παρατραβηγμένο;» «Δεν ξέρω τι να πιστέψω. Ξέρω μόνο ότι κολλήσατε πάνω μας σαν βδέλλες και δεν λέτε να ξεκολλήσετε με τίποτα. H μόνη μου παρηγοριά είναι ότι ο Θεός βλέπει την αλήθεια». «Πολύ μιλάς για τον Θεό, νεαρέ» είπε ο Γιέστα. «Είναι το ίδιο πιστός και ο πατέρας σου;» Η ερώτηση φάνηκε να ενοχλεί τον Γιάκομπ, όπως ακριβώς ήθελε ο Γιέστα. «H πίστη του πατέρα μου υπάρχει κάπου βαθιά μέσα του. Αλλά η...» σταμάτησε προσπαθώντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις «περίπλοκη σχέση με τον πατέρα του την επηρέασε. Όμως, υπάρχει μέσα του». «Α, μάλιστα, ο πατέρας του. O Εφραίμ Χουλτ. O Ιεροκήρυκας. Αυτός κι εσύ είχατε μια πολύ στενή σχέση». Όπως το είπε ο Γιέστα ακούστηκε περισσότερο σαν διαπίστωση παρά σαν ερώτηση «Δεν καταλαβαίνω γιατί μπορεί να σας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, αλλά, ναι, ο παππούς κι εγώ ήμασταν πολύ δεμένοι». O Γιάκομπ έσφιξε τα χείλη του.

«Σου έσωσε τη ζωή, έτσι;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Ναι, μου έσωσε τη ζωή», «Και πώς αντιμετώπισε ο πατέρας σου το γεγονός ότι ο δικός του πατέρας, με τον οποίο ο ίδιος είχε μια... "περίπλοκη σχέση" -τα δικά σου λόγια χρησιμοποιώ-, ήταν αυτός που σου έσωσε τη ζωή, ενώ ο ίδιος δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα;» συνέχισε ο Πάτρικ. «O κάθε πατέρας θέλει, βεβαίως, να φαίνεται ήρωας στα μάτια του γιου του, αλλά δεν νομίζω ότι το έβλεπε έτσι. Εν πάση περιπτώσει, ο παππούς μου έσωσε τη ζωή, και γι’ αυτό ο μπαμπάς τον ευγνωμονούσε αιώνια». «Και ο Γιοχάνες; Ποιά ήταν η σχέση του με τον Εφραίμ... και με τον πατέρα σου;» «Ακούστε, δεν μπορώ να καταλάβω τι σημασία μπορεί να έχει αυτό! Εχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε!» «Ναι, το ξέρουμε, αλλά θα το εκτιμούσαμε ιδιαίτερα αν απαντούσες στις ερωτήσεις μας» είπε ο Γιέστα. Η ήρεμη έκφραση του Γιάκομπ είχε αρχίσει να χάνεται σιγά σιγά πέρασε το χέρι του από τα μαλλιά του. «O Γιοχάνες... Λοιπόν, αυτός και ο μπαμπάς είχαν κάποια προβλήματα μεταξύ τους, αλλά ο Εφραίμ τον αγαπούσε. Όχι ότι είχαν κάποια στενή σχέση που τους ένωνε, αλλά έτσι ήταν εκείνη η γενιά. Δεν έβγαζαν τα συναισθήματά τους στην επιφάνεια». «Καβγάδιζαν πολύ ο πατέρας σου και ο Γιοχάνες» ρώτησε ο Πάτρικ. «Δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω λόγο για καβγάδες. Είχαν, βέβαια, τις διαφωνίες τους, αλλά όλα τα αδέρφια διαπληκτίζονται πού και πού...» «Ναι, σύμφωνα όμως με αυτά που λέει ο κόσμος ήταν κάτι περισσότερο από απλοί διαπληκτισμοί. Ορισμένοι υποστηρίζουν μάλιστα ότι ο Γκάμπριελ μισούσε τον αδερφό του». O Πάτρικ συνέχισε να πιέζει. «Το "μίσος” είναι μια πολύ βαριά λέξη που δεν θα έπρεπε να τη χρησιμοποιείς τόσο εύκολα. Όχι, ο μπαμπάς δεν έτρεφε και τα καλύτερα αισθήματα για τον Γιοχάνες, αλλά αν τους είχε δοθεί χρόνος, είμαι σίγουρος ότι ο Θεός θα παρενέβαινε. Τα αδέρφια δεν πρέπει να μαλώνουν μεταξύ τους». «Υποθέτω ότι αναφέρεσαι στον Κάιν και τον Αβελ. Ενδιαφέρον που μπόρεσες να σκεφτείς αυτή τη βιβλική ιστορία. Έτρεφαν δηλαδή τόσο μίσος ο ένας για τον άλλο;» ρώτησε ο Πάτρικ. "Οχι, σίγουρα όχι. O μπαμπάς άλλωστε δεν σκότωσε τον αδερφό του, έτσι δεν είναι;" O Γιάκομπ φάνηκε να ανακτά ένα μέρος της ηρεμίας που είχε αρχίσει να χάνει και έπλεξε πάλι τα χέρια του σαν να προσευχόταν.

"Είσαι σίγουρος γι' αυτό;» Η φωνή του Γιέστα ήταν γεμάτη κρυφά μηνύματα. Μπερδεμένος, ο Γιάκομπ κοίταζε έκπληκτος τους δυο άντρες που στέκονταν μπροστά του. "Μα τι λέτε; O Γιοχάνες κρεμάστηκε, όλοι το γνωρίζουν αυτό". «Λοιπόν, το πρόβλημα είναι ότι όταν εξετάσαμε το λείψανο του Γιοχάνες ανακαλύψαμε κάτι άλλο. O Γιοχάνες δολοφονήθηκε. Δεν αυτοκτόνησε ». Τα πλεγμένα χέρια του Γιάκομπ πάνω στο τραπέζι άρχισαν να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Φαινόταν να πασχίζει να σχηματίσει κάποιες λέξεις, αλλά δεν έβγαινε τίποτε από τα χείλη του. O Πάτρικ και ο Γιέστα έγειραν προς τα πίσω στις καρέκλες τους ταυτόχρονα, σαν σε χορογραφία, και παρακολουθούσαν τον Γιάκομπ σιωπηλοί. Εδειχνε, τουλάχιστον, πως αυτό ήταν κάτι που το άκουγε πρώτη φορά στη ζωή του. «Πώς αντέβρασε ο πατέρας σου όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Γιοχάνες;» «Δεν... δεν ξέρω, ειλικρινά» τραύλισε ο Γιάκομπ. «Ήμουν ακόμη στο νοσοκομείο τότε». Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του σαν να τον χτύπησε κεραυνός. « Προσπαθείτε να αποδείξετε ότι ο μπαμπάς σκότωσε τον Γιοχάνες;» είπε και άρχισε να χαχανίζει. «Δεν πρέπει να είστε στα καλά σας. O πατέρας μου να έχει σκοτώσει τον αδερφό του; Όχι, αυτό είναι αδύνατο!» Τα χάχανα έγιναν τώρα ασυγκράτητα γέλια- Όμως. ούτε ο Γιέστα ούτε ο Πάτρικ φαίνονταν να το διασκεδάζουν. «Νομίζεις πως το γεγονός ότι ο θείος σου ο Γιοχάνες δολοφονήθηκε είναι για γέλια; Πού βρίσκεις το αστείο;» είπε ο Πάτρικ, τονίζοντας κάθε λέξη. O Γιάκομπ σταμάτησε αμέσως και χαμήλωσε το κεφάλι. «Όχι. Φυσικά και δεν είναι. Απλώς έπαθα σοκ όταν...» Σήκωσε πάλι το βλέμμα. «Αλλά τώρα είναι που δεν καταλαβαίνω ακόμα περισσότερο γιατί θέλατε να μιλήσετε μ’ εμένα. Τότε ήμουν μόλις δέκα χρονών και ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, οπότε υποθέτω ότι δεν προσπαθείτε να υποστηρίξετε ότι εγώ είχα κάποια σχέση με αυτό». Τόνισε το εγώ για να δείξει πόσο ανόητο θα ήταν κάτι τέτοιο. «Μάλλον είναι αρκετά οφθαλμοφανές τι συνέβη. Αυτός που δολοφόνησε τη Σιβ και τη Μόνα βρήκε την τέλεια ευκαιρία όταν μετατρέψατε τον Γιοχάνες σε αποδιοπομπαίο τράγο. Και επειδή ο πραγματικός δολοφόνος δεν θα μπορούσε να απαλλαχτεί ποτέ από αυτή την αποτρόπαιη πράξη, σκότωσε τον Γιοχάνες και το έκανε να μοιάζει με αυτοκτονία. Ήξερε πώς θα αντιδρούσε εδώ ο κόσμος. Θα το έβλεπαν ως απόδειξη της ενοχής του, ήταν το ίδιο με μια γραπτή ομολογία. Και είναι σίγουρα το ίδιο άτομο που σκότωσε κι εκείνη τη Γερμανίδα. Λογικό ακούγεται, έτσι δεν είναι;» είπε με ανυπομονησία. Τα μάτια του έλαμπαν. «Είναι μια πολύ καλή θεωρία» απάντησε ο Πάτρικ. «Καθόλου ανόητη, αν εξαιρέσουμε, βέβαια, το γεγονός ότι συγκρίναμε το DNA που πήραμε χτες από τον Γιοχάνες με ένα δείγμα DNA που πήραμε

από το σπέρμα που βρέθηκε στο πτώμα της Τάνια. Συγκρίνοντας τα, αποδείχτηκε ότι ο Γιοχάνες είναι συγγενής με αυτόν που σκότωσε την Τάνια». Περίμενε να δει την αντίδραση του Γιάκομπ. Τίποτα. Απλώς καθόταν εκεί εντελώς ακίνητος. O Πάτρικ συνέχισε: «'Ετσι, σήμερα πήραμε δείγμα αίματος απ’ όλα τα μέλη της οικογένειας και είμαστε έτοιμοι να τα στείλουμε, μαζί με αυτό που πήραμε κι από σένα όταν ήρθες εδώ, στο Γέτεμποργ για ανάλυση. Οπότε, δεν θα ήταν καλύτερα να μας πεις ό,τι ξέρεις. Γιάκομπ; Είδαν την Τάνια στο σπίτι σου, ο δολοφόνος είναι συγγενής με τον Γιοχάνες... Νομίζω ότι πρόκειται για πολύ μεγάλη σύμπτωση, έτσι δεν είναι;» Το χρώμα στο πρόσωπο του Γιάκομπ είχε αρχίσει ν’ αλλάζει. Μια χλώμιαζε, μια σκοτείνιαζε, ενώ το σαγόνι του, όπως παρατήρησε ο Πάτρικ, έτρεμε. «Εκείνη η μαρτυρία είναι καθαρή μαλακία, και το γνωρίζετε αυτό. O Στέφαν ήθελε απλώς να με παγιδεύσει επειδή μισεί την οικογένειά μας. Και όσον αφορά το δείγμα αίματος και το DNA και όλα τα παρόμοια, μπορείτε να πάρετε όσα θέλετε, αλλά δεν θα με... θα πρέπει μάλλον να μου ζητήσετε συγγνώμη όταν πάρετε τις απαντήσεις!» «Σε αυτή την περίπτωση, υπόσχομαι να σου ζητήσω προσωπικά συγγνώμη» απάντησε ήρεμα ο Πάτρικ. «Όμως, μέχρι τότε έχω την πρόθεση να πάρω όλες τις απαντήσεις που χρειάζομαι». Ευχόταν ο Μάρτιν και η ομάδα του να είχαν τελειώσει την κατ' οίκον έρευνα πριν ανακρίνουν τον Γιάκομπ, αλλά με τον χρόνο να κυλάει αμείλικτα ήταν αναγκασμένοι να δουλέψουν με ό,τι είχαν στα χέρια τους. Αυτό που ήθελε πάνω απ’ όλα να μάθει ήταν αν και σε ποιο σημείο ακριβώς είχαν ανακαλυφθεί, μετά τις αναλύσεις εδάφους στο Βεστεργκόρντεν, ίχνη από το λίπασμα FZ-302. O Πάτρικ ήλπιζε ότι ο Μάρτιν θα τον καλούσε σύντομα για να τον ενημερώσει για ενδεχόμενα σωματικά ίχνη της Τάνια ή της Τζένι, αλλά ανάλυση εδάφους δεν μπορούσαν να κάνουν επιτόπου, οπότε θα έπαιρνε κι αυτό κάποιο χρόνο. Ταυτόχρονα, πολύ αμφέβαλλε ότι θα έβρισκαν κάτι στο κτήμα. Θα ήταν άραγε εφικτό να κρύψουν και να δολοφονήσουν κάποιον χωρίς να τραβήξουν την προσοχή της Μαρίτα και των παιδιών; Το ένστικτό του έλεγε ότι ο ρόλος του κύριου ύποπτου ταίριαζε στον Γιάκομπ, αλλά τον ανησυχούσε αυτό ακριβώς το γεγονός: Πώς κρύβει κανείς στο αγρόκτημα που ζει έναν άνθρωπο δίχως να υποψιαστεί τίποτα η οικογένειά του; O Γιάκομπ, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του, είπε: «Ελπίζω πραγματικά να μην κάνετε το σπιτικό μου άνω κάτω. H Μαρίτα θα γίνει έξω φρενών αν επιστρέψει και βρει το σπίτι αγνώριστο». «Πιστεύω ότι οι άντρες μας θα είναι προσεχτικοί» είπε ο Γιέστα. O Πάτρικ κοίταξε το τηλέφωνό του. Μακάρι να τηλεφωνούσε ο Μάρτιν σύντομα. O Στέφαν είχε βρει καταφύγιο στην ηρεμία της καλύβας. Πρώτα η αντίδραση της Σούλβεΐγκ στην εκταφή και έπειτα το δείγμα αίματος που τους πήραν τον είχαν κάνει ν’ ανατριχιάσει. Δεν μπορούσε

ν’ αντέξει όλη αυτή τη συγκίνηση και είχε νιώσει την ανάγκη να μείνει για λίγο μόνος και να σκεφτεί όλα όσα είχαν συμβεί. Το τσιμεντένιο δάπεδο στο οποίο καθόταν ήταν σκληρό αλλά ανακουφιστικά δροσερό. Αγκάλιασε τα γόνατά του και ακούμπησε το μάγουλό του στο ένα γόνατο. Αυτή τη στιγμή λαχταρούσε τη Λίντα όσο ποτέ άλλοτε, αλλά η λαχτάρα του είχε ακόμη μέσα της αρκετή οργή. Ίσως τα πράγματα να μην άλλαζαν ποτέ. Είχε απαλλαγεί τουλάχιστον από ένα μέρος της αφέλειάς του και είχε ανακτήσει τον αυτοέλεγχο που δεν έπρεπε ποτέ να είχε χάσει. Όμως, η Λίντα είχε λειτουργήσει σαν δηλητήριο στην ψυχή του. Το σφιχτό, νεαρό κορμί της τον είχε μετατρέψει σε έναν ηλίθιο που δεν ήξερε τι έλεγε. Ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του που είχε επιτρέψει σε μια κοπέλα να τον υποτάξει έτσι. Ήξερε πως ήταν ονειροπόλος. Γι’ αυτό και ξεμυαλίστηκε τόσο με τη Λίντα. Πορόλο που εκείνη ήταν πολύ νέα, πολύ αυτάρεσκη, πολύ εγωίστρια. Ήξερε πολύ καλά πως η Λίντα δεν θα έμενε ποτέ στη Φιελμπάκα για όλη της τη ζωή και ότι δεν είχαν την παραμικρή πιθανότητα για ένα μέλλον αντάμα. Όμως, το ονειροπόλο κομμάτι του εαυτού του δεν ήθελε να παραδεχτεί κάτι τέτοιο. Τώρα πια ήξερε, και πολύ καλά μάλιστα. O Στέφαν υποσχέθηκε στον εαυτό του να βελτιωθεί, θα προσπαθούσε να γίνει περισσότερο σαν τον Ρόμπερτ. Ρεαλιστής, σκληρός, ανίκητος. O Ρόμπερτ πατούσε και με τα δυο του πόδια στη γη. Τίποτα δεν φαινόταν να τον επηρεάζει. O Στέφαν τον ζήλευε. Ένας ήχος που ακούστηκε από πίσω του τον έκανε να γυρίσει, νομίζοντας πως είχε μπει ο Ρόμπερτ. Δυο χέρια τού έσφιξαν απότομα τον λαιμό, και δεν μπορούσε να αναπνεύσει. "Μην κινηθείς γιατί θα σου σπάσω τον σβέρκο". H φωνή τού φάνηκε κάπως γνώριμη, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί σε ποιον ανήκε. Όταν η λαβή στον λαιμό του χαλάρωσε, ένιωσε να τον πετάνε με δύναμη πάνω στον τοίχο και να του κόβεται η ανάσα. «Τι διάβολο κάνεις;» O Στέφαν προσπάθησε να γυρίσει προς τα πίσω, αλλά κάποιος τον είχε γερά «κλειδωμένο» σε μια λαβή και πίεζε το πρόσωπό του πάνω στον κρύο τσιμεντένιο τοίχο. «Βούλωσε το». H φωνή ακουγόταν αδιάλλακτη. O Στέφαν σκέφτηκε μήπως έπρεπε να προσπαθήσει να φωνάξει «βοήθεια», αλλά δεν πίστευε ότι θα τον άκουγε κανένας από το σπίτι. «Τι διάβολο θέλεις;» Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία, καθώς το μισό πρόσωπό του πιεζόταν με δύναμη πάνω στον τοίχο. «Τι θέλω, ε; θα σου πω λοιπόν τι θέλω». Όταν ο επιτιθέμενος του είπε τι απαιτούσε από αυτόν, αρχικά ο Στέφαν δεν κατάλαβε τίποτα. Μόλις όμως εκείνος τον γύρισε προς το μέρος του, και ο Στέφαν βρέθηκε να κοιτάζει κατάματα αυτόν που του είχε επιτεθεί, μπήκαν όλα τα κομμάτια του παζλ στη θέση τους. H γροθιά που δέχτηκε στο πρόσωπο του έδωσε να καταλάβει ότι ο επιτιθέμενος σοβαρολογούσε. Μέσα του όμως ξύπνησε η αντίσταση.

«Άντε γαμήσου» άρθρωσε με δυσκολία ο Στέφαν. Το στόμα του γέμισε σιγά σιγά με ένα υγρό που δεν μπορούσε να ήταν τίποτε άλλο από αίμα. Οι σκέψεις του είχαν αρχίσει να γίνονται ομιχλώδεις. αλλά αρνούνταν να παραδοθεί. «Θα κάνεις ό,τι σου λέω». «Όχι» μουρμούρισε με δυσκολία ο Στέφαν. Έπειτα από αυτό, οι γροθιές άρχισαν να πέφτουν πάνω του σαν βροχή. Τον χτυπούσαν ρυθμικά, μέχρι τη στιγμή που τον τύλιξε ένα απέραντο σκοτάδι. Το αγρόκτημα ήταν υπέροχο. O Μάρτιν δεν μπόρεσε να κρύψει τον θαυμασμό του όταν άρχισαν να εισβάλλουν στην προσωπική ζωή του Γιάκομπ και της οικογένειάς του. Τα χρώματα στο σπίτι ήταν απαλά, τα δωμάτια απέπνεαν θαλπωρή και ηρεμία και διέθεταν μια επαρχιώτικη νότα με λευκά, λινά τραπεζομάντιλα και ανάλαφρες κουρτίνες που ανέμιζαν στο παραμικρό αεράκι. Ένα τέτοιο σπίτι θα ήθελε να έχει. Τώρα όμως ήταν αναγκασμένοι να διαταράξουν αυτή τη γαλήνη. Εψαξαν μεθοδικά όλο το σπίτι, το ένα δωμάτιο μετά το άλλο. Κανείς δεν μιλούσε, όλοι έκαναν τη δουλειά τους σιωπηλοί. O Μάρτιν επικέντρωσε την προσοχή του στο καθιστικό. Αυτό που τους προκαλούσε αμηχανία ήταν ότι δεν ήξεραν για τι πράγμα έψαχναν. O Μάρτιν δεν ήταν σίγουρος πως ακόμα κι αν έβρισκαν κάποιο ίχνος από τις κοπέλες θα μπορούσαν να το αναγνωρίσουν. Πρώτη φορά από τότε που είχε αρχίσει να επιμένει με σθένος ότι ο Γιάκομπ ήταν το άτομο που έψαχναν τον έζωναν οι αμφιβολίες. Του ήταν αδύνατο να σκεφτεί ότι κάποιος που ζούσε έτσι και είχε τόση γαλήνη γύρω του θα μπορούσε ν' αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή. «Πώς τα πάτε;» φώναξε στους αστυνομικούς που βρίσκονταν στον επάνω όροφο. «Τίποτα μέχρι στιγμής» απάντησε ένας από αυτούς. O Μάρτιν αναστέναξε και συνέχισε ν’ ανοίγει συρτάρια και ν’ αναποδογυρίζει οτιδήποτε δεν ήταν στερεωμένο. «Θα πάω να ψάξω στον αχυρώνα» είπε στον αστυνομικό από την Ουντεβάλα που έψαχνε μαζί του στον κάτω όροφο. Στον αχυρώνα είχε ευτυχώς δροσιά. Τώρα καταλάβαινε γιατί η Λίντα και ο Στέφαν είχαν μετατρέψει αυτό εδώ το μέρος σε τόπο συνάντησης. H μυρωδιά του άχυρου γαργαλούσε τα ρουθούνια και έβγαζε στην επιφάνεια αναμνήσεις από τα καλοκαίρια των παιδικών χρόνων. Σκαρφάλωσε στη σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι και κοίταξε ανάμεσα από τα κενά που άφηναν οι σανίδες. Βέβαια, από εδώ έβλεπε κανείς μια χαρά το Βεστεργκόρντεν, όπως ακριβώς είχε πει ο Στέφαν. Δεν θα ήταν δύσκολο να αναγνωρίσουν κάποιον από τέτοια απόσταση. O Μάρτιν κατέβηκε. O αχυρώνας ήταν άδειος, εκτός από μερικά παλιά αγροτικά εργαλεία που σκούριαζαν σε μια γωνιά. Δεν πίστευε πως θα έβρισκε κάτι εκεί, αλλά καλού κακού θα έλεγε και στους άλλους να ρίξουν μια ματιά. Βγήκε από τον αχυρώνα και κοίταξε γύρω του. Εκτός από την αγροικία και τον αχυρώνα υπήρχε μόνο μια

μικρή καλύβα για εργαλεία κήπου και ένα σπιτάκι για παιχνίδια που δεν τα είχαν ψάξει ακόμη, αν και δεν έτρεφε καμία ελπίδα να βρει τίποτα εκεί. Ήταν και τα δύο πολύ μικρά για να κρύβουν κάποιον άνθρωπο, αλλά, όπως και να είχε το πράγμα, θα τα έψαχναν για να είναι σίγουροι. O ήλιος τον χτυπούσε κατακέφαλα και σταγόνες ιδρώτα είχαν αρχίσει να σχηματίζονται στο μέτωπό του. Επέστρεψε στην αγροικία για να βοηθήσει ξανά στην έρευνά, αλλά ο πρότερος ενθουσιασμός του είχε αρχίσει να εξανεμίζεται. Ένιωσε την καρδιά του να βουλιάζει. H Τζένι Μέλερ κάπου βρισκόταν. Αλλά όχι εδώ. Ακόμα και ο Πάτρικ είχε αρχίσει ν’ απελπίζεται. Επειτα από ανάκριση δύο ωρών δεν είχαν καταλήξει πουθενά με τον Γιάκομπ. Φάνηκε πως σοκαρίστηκε πραγματικά όταν άκουσε ότι ο Γιοχάνες είχε δολοφονηθεί και αρνούνταν να πει οτιδήποτε άλλο πέρα από το ότι παρενοχλούσαν την οικογένειά του και ότι ήταν αθώος. O Πάτρικ είχε συλλάβει κατ' επανάληψη τον εαυτό του να κοιτάζει το κινητό, το οποίο παρέμενε σιωπηλό πάνω στο τραπέζι μπροστά του. Είχε μια απεγνωσμένη ανάγκη για κάποια καλά νέα. Για τα δείγματα αίματος δεν θα έπαιρνε απάντηση μέχρι νωρίς το επόμενο πρωί, το ήξερε αυτό, κι έτσι είχε στηρίξει όλες τις ελπίδες του στον Μάρτιν και στην ομάδα που ερευνούσε το Βεστεργκόρντεν. Όμως, δεν έγινε ούτε ένα τηλεφώνημα. Τουλάχιστον όχι πριν από τις τέσσερις το απόγευμα, όταν τηλεφώνησε ο Μάρτιν και, αποκαρδιωμένος, ανέφερε πως δεν είχαν βρει τίποτα και ότι θα τα παρατούσαν. O Πάτρικ έκανε νόημα στον Γιέστα να βγει από το δωμάτιο ανάκρισης. «Τηλεφώνησε ο Μάρτιν. Δεν βρήκαν τίποτα». H ελπίδα έσβησε και από τα μάτια του Γιέστα. «Τίποτα;» «Τίποτα, που να πάρει, τίποτα, Φαίνεται πως δεν έχουμε άλλη επιλογή από να τον αφήσουμε ελεύθερο. Γαμώτο». O Πάτρικ χτύπησε το χέρι του στον τοίχο, αλλά αμέσως μετά ανέκτησε την ψυχραιμία του. «Τέλος πάντων, προσωρινή αναποδιά είναι. Περιμένω αύριο μια αναφορά από τις αναλύσεις αίματος και ίσως τότε να τον χώσω μέσα μια για πάντα». «Ναι, αλλά σκέψου τι μπορεί να κάνει μέχρι τότε. Τώρα ξέρει τα στοιχεία που έχουμε και, αν τον αφήσουμε, μπορεί να πάει απευθείας και να σκοτώσει την κοπέλα». «Και λοιπόν, τι στο διάβολο νομίζεις ότι πρέπει να κάνουμε;» H απογοήτευση του Πάτρικ μετατράπηκε σε οργή, αλλά αντιλήφθηκε πόσο άδικο ήταν να τα βάζει με τον Γιέστα και του ζήτησε αμέσως συγγνώμη. «Θα κάνω μια τελευταία προσπάθεια μήπως και μου δώσουν κάποια απάντηση από τις αναλύσεις πριν τον αφήσουμε ελεύθερο. Ίσως να έχουν προλάβει να βρουν κάτι που θα μας είναι χρήσιμο τώρα. Ξέρουν γιατί βιαζόμαστε και μας έχουν βάλει σε άμεση προτεραιότητα». O Πάτρικ πήγε στο γραφείο του και σχημάτισε τον αριθμό του Παθολογοανατομικού στο σταθερό του τηλέφωνο. Τον είχε ήδη αποστηθίσει. Έξω από το παράθυρό του τα αυτοκίνητα μούγκριζαν, ως

συνήθως, στην καλοκαιρινή λιακάδα. Για μια στιγμή ζήλεψε τους ανέμελους τουρίστες που περνούσαν με τα φορτωμένα μέχρι τα μπούνια αυτοκίνητά τους. Πολύ θα ήθελε να ήταν κι αυτός εξίσου ανέμελος. "Γεια σου. Πέντερσεν. Εδώ Πάτρικ Χέντστρεμ. Απλώς σκέφτηκα να ρωτήσω μήπως βρήκατε κάτι χρήσιμο πριν αφήσουμε τον ύποπτο να φύγει». «Καλά, δεν σου είπα ότι δεν θα είμαστε έτοιμοι πριν από αύριο το πρωί; Κι αυτό, για να ξέρεις, θα γίνει με ένα σωρό υπερωρίες που θα κάνουμε απόψε». O Πέντερσεν ακουγόταν αγχωμένος και εκνευρισμένος. 'Ναι, ναι, το ξέρω απλώς αναρωτιόμουν μήπως είχατε βρει κάτι". Μια μακρά περίοδος σιωπής μαρτυρούσε ότι ο Πέντερσεν σκεφτόταν πολύ τι έπρεπε να του πει, και ο Πάτρικ ανακάθισε στην καρέκλα του από την αγωνία. «Κάτι βρήκατε, έτσι δεν είναι;» «Ναι, αλλά είναι ακόμη σε προκαταρκτικό στάδιο. Πρέπει να ελέγχουμε κάθε στοιχείο μία και δύο φορές πριν δώσουμε οποιαδήποτε πληροφορία, γιατί διαφορετικά οι επιπτώσεις μπορεί να είναι καταστροφικές. Εκτός αυτού, οι αναλύσεις πρέπει να επαναληφθούν και στο Κρατικό Εγκληματολογικό Εργαστήριο, γιατί ο δικός μας εξοπλισμός δεν είναι εξίσου καλός με τον δικό τους και...» «Καλά, καλά» τον διέκοψε ο Πάτρικ «αυτά τα ξέρω, αλλά εδώ κινδυνεύει η ζωή μιας δεχαεφτάχρονης κοπέλας, και αν υπάρχει μία περίπτωση που πρέπει να παραβλέψεις λίγο τους κανονισμούς είναι ακριβώς αυτή εδώ». Κράτησε την ανάσα του και περίμενε. «Εντάξει. Αλλά θέλω να χειριστείς τις πληροφορίες που θα σου δώσω με πολλή προσοχή, διότι δεν έχεις ιδέα τι με περιμένει αν μαθευτεί πως...» O Πέντερσεν δεν ολοκλήρωσε την πρότασή του. « Στον λόγο της τιμής μου. Πες μου μόνο τι ξέρεις». Κρατούσε τόσο σφιχτά το ακουστικό που η παλάμη του είχε ιδρώσει. «Αρχίσαμε, φυσικά, με την ανάλυση του αίματος του Γιάκομπ Χουλτ. Και βρήκαμε αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα, πάντα προκαταρκτικά βέβαια» προειδοποίησε ξανά ο Πέντερσεν. «Και;» «Σύμφωνα με την πρώτη ανάλυση, το αίμα του Γιάκομπ Χουλτ δεν ταιριάζει με το δείγμα από το σπέρμα που είχαμε βρει στο θύμα». O Πάτρικ εξέπνευσε αργά. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι κρατούσε την ανάσα του. «Πόσο σίγουρο είναι αυτό;» «Οπως σου είπα, πρέπει να κάνουμε την ανάλυση αρκετές φορές για να είμαστε απολύτως σίγουροι,

αλλά αυτό είναι απλώς τυπικό και γίνεται για την προστασία των νομικών δικαιωμάτων του ατόμου. Μπορείς πάντως να θεωρείς την ανάλυση σωστή» απάντησε ο Πέντερσεν. «Να πάρει ο διάβολος. Τέλος πάντων, αυτό δίνει άλλη τροπή στην υπόθεση». O Πάτρικ δεν μπόρεσε να κρύψει την απογοήτευσή του. Μόλις αντιλήφθηκε πως ήταν εντελώς σίγουρος ότι ο Γιάκομπ ήταν αυτός που έψαχναν. Τώρα είχαν επιστρέψει πάλι στο μηδέν. «Και δεν βρήκατε τίποτα που να ταιριάζει όταν αναλύσατε τα υπόλοιπα δείγματα;» «Δεν φτάσαμε ακόμη εκεί. Υποθέσαμε πως θέλατε να επικεντρωθούμε στον Γιάκομπ Χουλτ και αυτό κάναμε. Έτσι, εκτός από αυτόν, προλάβαμε ν' αναλύσουμε το δείγμα ενός ακόμα ατόμου. Όμως, κάποια στιγμή αύριο το πρωί θα είμαι σε θέση να σου δώσω μια αναφορά και για τους υπόλοιπους». «Μάλιστα. Οπότε μέχρι τότε εγώ πρέπει να αφήσω ελεύθερο τον άντρα που κρατάω στην αίθουσα ανακρίσεων και να του ζητήσω συγγνώμη» είπε αναστενάζοντας ο Πάτρικ. «Ααα, είναι και κάτι άλλο ακόμα». «Τι;» ρώτησε ο Πάτρικ. O Πέντερσεν δίστασε. «Το δεύτερο δείγμα που προλάβαμε να αναλύσουμε είναι του Γκάμπριελ Χουλτ. Και...» «Ναι;» είπε ο Πάτρικ ακόμα πιο επιτακτικά. «Λοιπόν, σύμφωνα με την ανάλυση των αντίστοιχων δομών των DNA τους, ο Γκάμπριελ αποκλείεται να είναι πατέρας του Γιάκομπ». O Πάτρικ έμεινε ακίνητος στην καρέκλα του, βουβός. «Με ακούς;» «Ναι, σε ακούω. Απλώς δεν ήταν αυτό που περίμενα. Είσαι σίγουρος;» Αντιλήφθηκε αμέσως τι απάντηση θα έπαιρνε και πρόλαβε τον Πέντερσεν: «Είναι απλώς προκαταρκτικά και κάνετε περισσότερες αναλύσεις και τα λοιπά και τα λοιπά, ξέρω, δεν χρειάζεται να μου τα ξαναπείς». «Έχει αυτό κάποια σημασία για την έρευνα;» «Αυτή τη στιγμή όλα είναι σημαντικά, οπότε κάπου θα χρησιμεύσει κι αυτό. Σ’ ευχαριστώ πολύ». Ζαλισμένος, ο Πάτρικ έμεινε για λίγο σκεφτικός, με τα χέρια πλεγμένα πίσω από το κεφάλι και τα πόδια του πάνω στο γραφείο. H αρνητική απάντηση από το δείγμα του Γιάκομπ τούς ανάγκαζε να επανεξετάσουν την υπόθεση. Παρέμενε όμως το γεγονός ότι ο δολοφόνος της Τάνια ήταν συγγενής με τον Γιοχάνες, και με τον Γιάκομπ να έχει βγει από το παιχνίδι απέμεναν μόνο ο Γκάμπριελ ο Στέφαν και ο Ρόμπερτ. Ένας αποκλεισμένος, τρεις προς εξέταση. Ωστόσο, ακόμα κι αν δεν ήταν ο

Γιάκομπ, ο Πάτρικ μπορούσε να στοιχηματίσει ότι κάτι γνώριζε. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης είχε νιώσει πως κάτι έκρυβε, κάτι για το οποίο πάλευε πολύ να το κρατήσει κρυφό με κάθε τίμημα. Ίσως οι πληροφορίες του Πέντερσεν να τους έδιναν την ευκαιρία που χρειάζονταν για να τον ταρακουνήσουν αρκετά ώστε να τον κάνουν να μιλήσει. O Πάτρικ κατέβασε τα πόδια του από το γραφείο και σηκώθηκε. Είπε συνοπτικά στον Γιέστα όσα είχε μάθει και μετά πήγαν μαζί στο δωμάτιο ανακρίσεων, εκεί όπου καθόταν ο Γιάκομπ απαυδισμένος και καθάριζε τα νύχια του. Οι δύο αστυνομικοί είχαν ήδη συμφωνήσει πώς θα χειρίζονταν εφεξής το θέμα και ποια τακτική θα ακολουθούσαν. «Πόσο θα μείνω ακόμα εδώ;» « Εχουμε δικαίωμα να σε κρατήσουμε έξι ώρες. Όμως, όπως σου είπαμε, έχεις το δικαίωμα να ζητήσεις δικηγόρο ανά πάσα στιγμή. Θέλεις να καλέσουμε δικηγόρο;» «Όχι, δεν είναι απαραίτητο» απάντησε ο Γιάκομπ. «Ένας αθώος δεν χρειάζεται κανέναν άλλο υπερασπιστή πέρα από την πίστη του πως ο Θεός θα τακτοποιήσει τα πάντα». «Εντάξει, οπότε είσαι καλά εφοδιασμένος. Εσύ και ο Θεός φαίνεται να είστε "τακίμια"» είπε ο Πάτρικ σηκώνοντας το χέρι του με τον δείκτη και τον μέσο κολλημένους. «Εγώ και ο Θεός ξέρουμε πότε πρέπει να συμπαραστεκόμαστε ο ένας στον άλλο» είπε κουρασμένα ο Γιάκομπ. «Κι αλίμονο σε όσους ζουν δίχως τον Θεό στη ζωή τους». «Οπότε πιστεύεις πως εμείς οι κακόμοιροι είμαστε για λύπηση, αυτό δεν λες;» είπε ο Γιέστα δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Είναι χαμένος χρόνος να μιλάει κανείς μαζί σας. Εχετε κλείσει την καρδιά σας». O Πάτρικ έσκυψε μπροστά προς τον Γιάκομπ. «Ενδιαφέροντα όλ’ αυτά περί Θεού και Διαβόλου και αμαρτίας και συμπαρομαρτούντων. Όμως, ποια είναι η θέση των γονιών σου σε αυτό το σκηνικό; Ζουν κι αυτοί σύμφωνα με τις επιταγές του Θεού;» «O πατέρας μπορεί να έχει απομακρυνθεί κάπως από το εκκλησίασμα, αλλά διατηρεί ακόμη την πίστη του, και τόσο αυτός όσο και η μητέρα είναι θεοσεβούμενοι άνθρωποι». «Είσαι σίγουρος γι’ αυτό; Εννοώ, γνωρίζεις πραγματικά τι χάνουν στη ζωή τους;» «Τι θέλεις να πεις; Φυσικά και γνωρίζω τους γονείς μου! Τι μαγειρεύετε τώρα για να σπιλώσετε και τη δική τους ζωή;» Τα χέρια του Γιάκομπ έτρεμαν, και ο Πάτρικ ένιωσε μια μικρή ικανοποίηση που μπόρεσε να ταράξει τη στωική ηρεμία του. «Το μόνο που εννοώ είναι ότι δεν μπορείς πραγματικά να ξέρεις τι γίνεται στη ζωή των άλλων Οι

γονείς σου μπορεί να μην έχουν τη συνείδησή τους καθαρή για πράγματα που εσύ δεν γνωρίζεις καν, έτσι δεν είναι;» O Γιάκομπ σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα. «Όχι! Αρκετά πια. Δεν πάει άλλο αυτό το πράγμα. Ή συλλάβετε με ή αφήστε με να φύγω, διότι δεν σκοπεύω να κάθομαι άλλο εδώ και ν' ακούω τα ψέματά σας!» «Δηλαδή, γνωρίζεις, για παράδειγμα, ότι ο Γκάμπριελ δεν είναι πατέρας σου;» Ο Γιάκομπ σταμάτησε απότομα, με το χέρι του απλωμένο προς το πόμολο, και στράφηκε αργά προς το μέρος τους: «Τι είπες;» «Ρώτησα αν ξέρεις ότι ο Γκάμπριελ δεν είναι πατέρας σου. Μόλις μίλησα με αυτούς που κάνουν τις αναλύσεις στο αίμα που σας πήραμε και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, O Γκάμπριελ δεν είναι πατέρας σου». Το πρόσωπο του Γιάκομπ είχε χάσει εντελώς το χρώμα του. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αυτό ήταν πραγματική έκπληξη γι’ αυτόν. «Ανέλυσαν το αίμα μου;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. «Ναι, και υποσχέθηκα να σου ζητήσω συγγνώμη αν έκανα λάθος». O Γιάκομπ είχε γουρλώσει τα μάτια και τον κοίταζε. «Ζητώ συγγνώμη» είπε ο Πάτρικ. «Το αίμα σου δεν ταιριάζει με το DNA που βρήκαμε στο θύμα». O Γιάκομπ ξεφούσκωσε σαν τρυπημένο μπαλόνι και κάθισε σε μια καρέκλα με όλο του το βάρος. «Λοιπόν, τι γίνεται τώρα;» «Δεν είσαι πλέον ύποπτος για τον φόνο της Τάνια Σμιτ. Όμως, ακόμη πιστεύω ότι κάτι μας κρύβεις. Τώρα έχεις την ευκαιρία να μας πεις όσα ξέρεις. Και νομίζω ότι πρέπει να την αρπάξεις αυτή την ευκαιρία, Γιάκομπ». Εκείνος κούνησε απλώς το κεφάλι του. «Δεν ξέρω τίποτα Δεν ξέρω τίποτα πια. Αφήστε με, σας παρακαλώ, να φύγω τώρα». «Όχι ακόμη, θέλουμε πρώτα να μιλήσουμε με τη μητέρα σου, πριν το κάνεις εσύ. Διότι υποθέτω ότι όλο και κάτι θα θέλεις να τη ρωτήσεις». O Γιάκομπ έγνεψε βουβά. «Μα γιατί θέλετε να μιλήσετε μαζί της; Σίγουρα αυτό δεν έχει καμία σχέση με την έρευνα σας, έτσι δεν είναι;» O Πάτρικ επανέλαβε ό,τι είχε πει στον Πέντερσεν. «Αυτή τη στιγμή τα πάντα έχουν σχέση με την υπόθεση. Κάτι κρύβετε όλοι σας, πάω ένα μηνιάτικο στοίχημα. Και έχω σκοπό να ανακαλύψω τι είναι, με οποιαδήποτε μέσα αν χρειαστεί».

Κάθε διάθεση αντίστασης είχε χαθεί από τη μεριά του Γιάκομπ και το μόνο που έκανε ήταν να γνέψει παραιτημένος. Ήταν φανερό πως το νέο τού είχε δημιουργήσει ένα τρομερό σοκ. «Γιέστα, μπορείς να πας και να φέρεις τη Λάινε;» «Δεν έχουμε άδεια για την προσαγωγή της, έτσι δεν είναι;» είπε σκυθρωπά ο Γιέστα. «Σίγουρα θα έχει μάθει ότι έχουμε πάρει τον Γιάκομπ για ανάκριση, οπότε μάλλον δεν θα δυσκολευτείς να την πείσεις να at ακολουθήσει». O Πάτρικ στράφηκε στον Γιάκομπ. «Θα σου φέρουμε να φας και να πιεις κάτι, και μετά θα μείνεις εδώ μέχρι να ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας με τη μητέρα σου. Έπειτα θα μπορέσεις να μιλήσεις κι εσύ μαζί της. Εντάξει;» O Γιάκομπ έγνεψε απαθής. Φαινόταν εντελώς χαμένος στις σκέψεις του. Με ανάμεικτα συναισθήματα, η Αννα έβαλε το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού της στη Στοκχόλμη. Ήταν υπέροχο, τόσο γι’ αυτή όσο και για τα παιδιά, που είχαν μπορέσει να ξεφύγουν για λίγο, αλλά αυτό είχε μειώσει κάπως τον ενθουσιασμό της για τον Γκούσταβ. Για να ήταν ειλικρινής, όφειλε να ομολογήσει πως ήταν μεγάλη δοκιμασία να βρίσκεται σε ένα ιστιοφόρο με τον Γκούσταβ και τη σχολαστικότητα του. Επίσης, υπήρχε κάτι στο ύφος του Λούκας την τελευταία φορά που μίλησαν το οποίο την είχε ανησυχήσει. Παρά τις κακοποιήσεις που είχε υποστεί, ο Λούκας τής έδινε πάντα την εντύπωση ότι έλεγχε πλήρως τον εαυτό του και την κατάσταση. Τώρα, για πρώτη φορά, είχε ακούσει έναν τόνο πανικού στη φωνή του, είχε μια διαίσθηση ότι μπορούσαν να συμβούν πράγματα που δεν ήταν σε θέση να ελέγξει. Είχε ακούσει από έναν κοινό γνωστό τους τη φήμη ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για τον Λούκας ούτε στη δουλειά του. Είχε ένα ξέσπασμα οργής κατά τη διάρκεια μιας επαγγελματικής συνάντησης και σε μια άλλη περίπτωση είχε προσβάλει έναν πελάτη Γενικώς, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται ρωγμές στο προφίλ του. Και αυτό την τρόμαζε. Την τρόμαζε πάρα πολύ. Κάτι περίεργο συνέβαινε με την κλειδαριά. Το κλειδί γύριζε όπως έπρεπε. Αφού προσπάθησε λίγο ακόμα, αντιλήφθηκε ότι αυτό συνέβαινε επειδή η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη. Ήταν απολύτως σίγουρη πως είχε κλειδώσει όταν είχε φύγει από το σπίτι πριν από μία εβδομάδα. H Αννα είπε στα παιδιά να μείνουν εκεί που ήταν και άνοιξε προσεχτικά την πόρτα. Της κόπηκε η ανάσα. Το πρώτο δικό της διαμέρισμα, αυτό για το οποίο ήταν τόσο περήφανη, είχε καταστραφεί. Δεν υπήρχε ούτε ένα έπιπλο σώο. Τα πάντα ήταν σπασμένα, και κάποιος είχε βάψει τους τοίχους με μαύρο σπρέι σαν γκράφιτι. H λέξη «πουτάνα» φιγουράριζε στον τοίχο του καθιστικού με τεράστια γράμματα, και η Αννα έφερε το χέρι της στο στόμα για να πνίξει μια κραυγή, καθώς τα δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Δεν χρειαζόταν να αναρωτηθεί ποιος της το είχε κάνει αυτό. Εκείνο που της τριβέλιζε το μυαλό από τη στιγμή που μίλησε με τον Λούκας είχε μόλις επιβεβαιωθεί. Ήταν ολοφάνερο πως το νευρικό σύστημα του Λούκας είχε αρχίσει να καταρρέει. Το μίσος και η οργή, που πάντα σιγόβραζαν λίγο κάτω από την επιφάνεια, είχαν καταστρέψει το

προσωπείο του. H Αννα βγήκε πισωπατώντας στο κλιμακοστάσιο. Έπιασε τα παιδιά της και τα έσφιξε πάνω της με όση δύναμη είχε. H πρώτη της σκέψη ήταν να τηλεφωνήσει στην Ερίκα. Μετά αποφάσισε ότι αυτό έπρεπε να το χειριστεί μόνη της. Ήταν τόσο ευχαριστημένη με τη νέα της ζωή και είχε νιώσει τόσο δυνατή. Πρώτη φορά στη ζωή της έπαιρνε μόνη της τις αποφάσεις που την αφορούσαν. Είχε πάψει να είναι η μικρότερη αδερφή της Ερίκα. Είχε πάψει να είναι η γυναίκα του Λούκας. Όριζε μόνη της τον εαυτό της. Και τώρα είχαν καταστραφεί όλα. Ηξερε τι έπρεπε να χάνει. H γάτα είχε νικήσει. Το ποντίκι είχε μόνο μία διέξοδο τώρα πια. Έπρεπε να κάνει οτιδήποτε για να χάσει τα παιδιά. Ωστόσο, υπήρχε ένα ακόμα πράγμα. Δεν την ένοιαζε ο εαυτός της. Ας της έκανε ό,τι ήθελε ο Λούκας. Όμως, αν άγγιζε πάλι ένα από τα παιδιά, θα τον σκότωνε. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό. H μέρα αυτή δεν ήταν καθόλου καλή. O Γκάμπριελ είχε ταραχτεί τόσο πολύ με αυτό που αποκαλούσε υπέρβαση αστυνομικών καθηκόντων που είχε κλειστεί στο γραφείο του και αρνούνταν να βγει από εκεί. H Λίντα είχε επιστρέφει στα άλογα, και η Λάινε καθόταν μόνη στον καναπέ του καθιστικού και κοίταζε με απλανές βλέμμα τους τοίχους. H σκέψη ότι ο Γιάκομπ ανακρινόταν στο αστυνομικό τμήμα έκανε τα μάτια της να πλημμυρίζουν από δάκρυα για τον εξευτελισμό που αναγκαζόταν να υποστεί. Το μητρικό ένστικτο της έλεγε ότι όφειλε να τον προστατέψει από κάθε κακό, ανεξάρτητα αν ήταν παιδί ή ενήλικας. Παρόλο που καταλάβαινε ότι αυτό δεν ήταν στο χέρι της, ένιωθε ότι είχε αποτύχει ως μητέρα. Ενα ρολόι γέμιζε με τον μονότονο ήχο του την ησυχία του χώρου, και αυτός ο ήχος την είχε φέρει σε κατάσταση έκστασης. 'Ετσι, εκείνο το χτύπημα στην πόρτα την έκανε να τιναχτεί πάνω. Ανοιξε ταραγμένη. Τώρα πια κάθε χτύπημα στην πόρτα τους προοιωνιζόταν μόνο άσχημα νέα. Ακριβώς για τον λόγο αυτό δεν έδειξε ιδιαίτερη έκπληξη όταν είδε τον Γιέστα να στέκεται εκεί. «Τι θέλετε πάλι τώρα;» O Γιέστα δίστασε και έδειξε αμήχανος «Χρειαζόμαστε τη βοήθεια σας με κάποιες ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν. Στο αστυνομικό τμήμα». Φαινόταν έτοιμος να δεχτεί έναν καταιγισμό διαμαρτυριών. Όμως, η Λάινε κούνησε απλώς το κεφάλι και τον ακολούθησε έξω στη σκάλα. «Δεν θα πεις στον άντρα σου πού θα είσαι;» ρώτησε έκπληκτος ο Γιέστα. «Όχι» είπε αυτή κοφτά, κι εκείνος την κοίταξε απορημένος. Για μια μόνο στιγμή αναρωτήθηκε μήπως το είχαν παρατραβήξει με την οικογένειά Χουλτ. Αμέσως μετά όμως θυμήθηκε ότι κάπου ανάμεσα σε αυτές τις περίπλοκες οικογενειακές σχέσεις κρυβόταν

ένας δολοφόνος και μια εξαφανισμένη κοπέλα. H βαριά δρύινη πόρτα έκλεισε με δύναμη, και η Λάινε, σαν υπάκουη Γιαπωνέζα σύζυγος, τον ακολουθούσε μερικά βήματα πιο πίσω μέχρι να φτάσουν στο αυτοκίνητο. Σε όλη τη διαδρομή προς το Τμήμα επικρατούσε μια τεταμένη σιωπή, η οποία έσπασε μόνο μία φορά, όταν η Λάινε ρώτησε αν ο γιος της κρατούνταν ακόμη. O Γιέστα τής απάντησε απλώς με ένα καταφατικό νεύμα και στην υπόλοιπη διαδρομή προς το Τανουμσχέντε η Λάινε κοίταζε έξω από το παράθυρο το τοπίο που άφηναν πίσω τους. Είχε ήδη σουρουπώσει, και ο ήλιος είχε αρχίσει να βάφει τα πάντα κόκκινα. Όμως, η ομορφιά του τοπίου δεν ενδιέφερε κανέναν από τους δύο ιδιαίτερα. 0 Πάτρικ φάνηκε ανακουφισμένος όταν τους είδε να περνούν την είσοδο του αστυνομικού τμήματος. Όλο το διάστημα που είχε χρειαστεί ο Γιέστα να πάει και να έρθει το είχε περάσει βαδίζοντας ανήσυχος στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο ανακρίσεων, προσπαθώντας μάταια να διαβάσει τις σκέψεις του Γιάκομπ. "Γειά" είπε γνέφοντας απότομα στη Λάινε όταν εκείνη μπήκε μέσα. Θεώρησε ότι ήταν περιττό να συστηθεί άλλη μία φορά, και η χειραψία υπό αυτές τις συνθήκες του φαινόταν πολύ γαλίφικη χειρονομία. Δεν είχαν πάει εκεί για ν' ανταλλάξουν τυπικότητες. O Πάτρικ είχε ανησυχήσει λίγο για το πώς μπορεί να αντιδρούσε η Λάινε στις ερωτήσεις τους. Του φαινόταν πολύ ευαίσθητη, πολύ εύθραυστη, με τα νεύρα της εξαιρετικά τεντωμένα. Σύντομα αντιλήφθηκε ότι δεν χρειαζόταν ν’ ανησυχεί. H Λάινε περπατούσε πίσω από τον Γιέστα παραιτημένη αλλά ήρεμη και συγκεντρωμένη. Μια που το αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε είχε μόνο ένα δωμάτιο ανακρίσεων, πήγαν και κάθισαν στην κουζίνα. H Λάινε αρνήθηκε ευγενικά όταν της πρόσφεραν καφέ, αλλά τόσο ο Πάτρικ όσο και ο Γιέστα ένιωθαν την ανάγκη για μια ένεση καφεΐνης. O καφές ήταν πικρός, αλλά τον ήπιαν με τη συνοδεία μερικών μορφασμών. Κανείς από τους δύο αστυνομικούς δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει, και προς μεγάλη τους έκπληξη τους βοήθησέ η Λάινε. «O συνάδελφός σας αποδώ είπε ότι είχατε κάποιες ερωτήσεις» είπε γνέφοντας προς τον Γιέστα. «Ε... ναι» απάντησε διστακτικά ο Πάτρικ. «Έχουμε κάποιες πληροφορίες που είμαστε λίγο αβέβαιοι για το πώς πρέπει να τις διαχειριστούμε. Δεν ξέρουμε πώς συνδέονται με την έρευνά μας. Ίσως να μη σχετίζονται καν, αλλά αυτή τη στιγμή ο χρόνος μάς πιέζει πάρα πολύ για να τις χειριστούμε με κάποιο τακτ. Γι’ αυτό σκέφτομαι να μπω κατευθείαν στο θέμα». O Πάτρικ πήρε μια βαθιά ανάσα. H Λάινε συνέχισε να τον κοιτάζει κατάματα εντελώς ατάραχη, αλλά όταν κοίταξε το σφιγμένα χέρια της πάνω στο τραπέζι, παρατήρησε πως οι κόμποι στις αρθρώσεις της είχαν ασπρίσει. «Λάβαμε τα πρώτα αποτελέσματα των αναλύσεων από τα δείγματα αίματος που πήραμε σήμερα από τα μέλη της οικογένειάς σας». Τώρα είδε τα χέρια της που είχαν αρχίσει να τρέμουν. Αναρωτήθηκε πόση ώρα ακόμα θα μπορούσε να διατηρεί τη φαινομενική της αταραξία. «Το πρώτο απ' όλα που μπορώ να σας πω είναι ότι το ΟΝ Α του Γιάκομπ δεν ταιριάζει με το DNA που βρέθηκε στο θύμα». H Λάινε κατέρρευσε μπροστά στα μάτια του. Τώρα τα χέρια της έτρεμαν ανεξέλεγκτα, και ο Πάτρικ αντιλήφθηκε πως

είχε πάει στο αστυνομικό τμήμα προετοιμασμένη ν' ακούσει ότι ο γιος της είχε συλληφθεί για φόνο. H ανακούφιση έλαμπε στο πρόσωπό της, και αναγκάστηκε να καταπιεί αρκετές φορές ώστε να ελέγξει τον λυγμό που ανέβαινε στον λαιμό της. Δεν είπε τίποτα, κι έτσι ο Πάτρικ συνέχισε: «Ωστόσο, ανακαλύψαμε κάτι περίεργο όταν συγκρίναμε το αίμα του Γιάκομπ με το αίμα του Γκάμπριελ. Φαίνεται καθαρά πως ο Γιάκομπ δεν μπορεί να είναι γιος του Γκάμπριελ...» O τόνος της φωνής του μετέτρεψε τη διαπίστωση σχεδόν σε ερώτηση και μετά σταμάτησε περιμένοντας την αντίδραση της Λάινε. Όμως. η ανακούφιση που ένιωσε όταν έμαθε πως ο Γιάκομπ δεν ήταν ύποπτος για φόνο φαινόταν ότι είχε διώξει ένα μεγάλο βάρος από το στήθος της. Για ένα δευτερόλεπτο δίστασε και μετά είπε: «Ναι, είναι αλήθεια. O Γκάμπριελ δεν είναι πατέρας του Γιάκομπ». «Και τότε ποιος είναι ο πατέρας του;» «Δεν καταλαβαίνω τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με τους φόνους. Ειδικά τώρα που ο Γιάκομπ είναι αποδεδειγμένα αθώος». «Όπως είπα και πριν, αυτή τη στιγμή δεν έχουμε την πολυτέλεια να καθόμαστε και ν’ αποφασίζουμε τι είναι σημαντικό και τι όχι, οπότε θα σας ήμουν υπόχρεος αν είχατε την καλοσύνη να απαντήσετε στην ερώτησή μου». «Φυσικά, δεν μπορούμε να σας αναγκάσουμε» είπε ο Γιέστα «αλλά έχει εξαφανιστεί μια νεαρή κοπέλα και χρειαζόμαστε κάθε πληροφορία που μπορούμε να πάρουμε στα χέρια μας, ακόμα κι αν φαίνεται άσχετη». «Θα το μάθει αυτό ο άντρας μου;» O Πάτρικ δίστασε. «Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα, αλλά δεν έχουμε κανένα λόγο να σπεύσουμε να του το πούμε. Όμως» δίστασε ξανά «ο Γιάκομπ το ξέρει». Εκείνη τινάχτηκε. Τα χέρια της άρχισαν πάλι να τρέμουν. «Τι είπε;» Τώρα η φωνή της δεν ήταν παρά ένας ψίθυρος. «Δεν θα σου πω ψέματα. Αναστατώθηκε. Και, φυσικά, αναρωτιέται κι αυτός ποιος είναι ο πραγματικός του πατέρας». Μια βαριά σιωπή έπεσε γύρω από το τραπέζι, αλλά ο Γιέστα και ο Πάτρικ της έδωσαν όλο τον χρόνο που χρειαζόταν. Υστερα από λίγο ήρθε η απάντηση, πάλι σαν ψίθυρος: «O Γιοχάνες». Μετά, η φωνή δυνάμωσε. «O Γιοχάνες είναι ο πατέρας του Γιάκομπ». Έδειχνε να εκπλήσσεται που μπορούσε να πει τη φράση αυτή δυνατά, δίχως να πέσει κεραυνός και να την κάψει. Μάλλον το μυστικό της πρέπει να γινόταν όλο και βαρύτερο με τα χρόνια, και τώρα φαινόταν σχεδόν ανακουφισμένη που επέτρεψε σε αυτές λέξεις να βγουν από το στόμα της. Συνέχισε να μιλάει γρήγορα.

«Είχαμε μια σύντομη σχέση. Δεν μπόρεσα να του αντισταθώ. Ήταν σαν μια δύναμη της φύσης που ερχόταν και έπαιρνε ό,τι ήθελε. Και ο Γκάμπριελ ήταν τόσο... διαφορετικός». H Λάινε δίσταζε με την επιλογή των λέξεων, αλλά ο Πάτρικ και ο Γιέστα μπορούσαν εύκολα να συμπληρώσουν τα κενά. «O Γκάμπριελ κι εγώ προσπαθούσαμε κάμποσο καιρό ν’ αποκτήσουμε παιδί, και όταν έμαθε ότι ήμουν έγκυος ήταν πανευτυχής. Ήξερα ότι το παιδί μπορούσε να ήταν είτε του Γκάμπριελ είτε του Γιοχάνες, αλλά, παρ’ όλες τις επιπτώσεις που μπορεί να είχε όλο αυτό, βαθιά μέσα μου ήθελα πολύ να είναι του Γιοχάνες. Ένας γιος από αυτόν θα μπορούσε να είναι... τέλειος! Διότι ο Γιοχάνες ήταν τόσο ζωντανός, τόσο όμορφος, τόσο... Έσφυζε από ζωή!» Μια λάμψη δια πέρασε τα μάτια της, η οποία ανέδειξε τα χαρακτηριστικά της και την έκανε μεμιάς να δείχνει δέκα χρόνια νεότερη. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι κάποτε η γυναίκα αυτή ήταν πολύ ερωτευμένη με τον Γιοχάνες. H σκέψη και μόνο της σχέσης τους την έκανε, τόσα χρόνια μετά, να κοκκινίζει ακόμη. «Πώς ήξερες όμως ότι το παιδί ήταν του Γιοχάνες και όχι του Γκάμπριελ;» «Το κατάλαβα αμέσως μόλις το είδα, το ίδιο δευτερόλεπτο που το ακούμπησαν στο στήθος μου». «Και ο Γιοχάνες ήξερε άτι ήταν δικός του γιος και όχι του Γκάμπριελ;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Α, βέβαια. Και τον αγαπούσε πολύ. Πάντα ήξερα ότι ήμουν μια εφήμερη διασκέδαση για τον Γιοχάνες, όσο κι αν ήθελα να είμαι κάτι άλλο, αλλά με τον Γιάκομπ ήταν διαφορετικά. Όταν έλειπε ο Γκάμπριελ, ο Γιοχάνες ερχόταν στο σπίτι κρυφά για να δει τον γιο του και να παίξει μαζί του. Μόλις ο Γιάκομπ μεγάλωσε και κινδυνεύαμε να το μαρτυρήσει, σταμάτησε να έρχεται» είπε φανερά λυπημένη η Λάινε. Και συνέχισε: «Απεχθανόταν που έβλεπε τον αδερφό του να μεγαλώνει τον δικό του πρωτότοκο γιο, αλλά δεν ήταν έτοιμος να παρατήσει τη ζωή που έκανε, ούτε τη Σούλβεΐγκ» παραδέχτηκε απρόθυμα η Λάινε. «Και πώς ήταν η δική σου ζωή;» ρώτησε ο Πάτρικ με συμπόνια. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Στην αρχή ήταν πραγματική κόλαση να ζεις τόσο κοντά στον Γιοχάνες και τη Σούλβεΐγκ, να βλέπεις ότι απέκτησαν γιους, αδέρφια του Γιάκομπ. Εγώ όμως είχα τον γιο μου. και μετά, πολλά χρόνια αργότερα, απέκτησα και τη Λίντα. Και μπορεί να φαίνεται απίστευτο, αλλά με τα χρόνια κατάφερα ν’ αγαπήσω τον Γκάμπριελ. Όχι όπως αγαπούσα τον Γιοχάνες, αλλά ίσως με έναν πιο ρεαλιστικό τρόπο. O Γιοχάνες δεν ήταν ο άντρας που μπορούσες ν’ αγαπάς από κοντά δίχως να καταστραφείς. H αγάπη μου για τον Γκάμπριελ είναι πιο βαρετή, αλλά τη ζω με μεγαλύτερη ευκολία» είπε η Λάινε. «Δεν φοβήθηκες ότι θα αποκαλυπτόταν η αλήθεια όταν αρρώστησε ο Γιάκομπ;» ρώτησε ο Πάτρικ.

«Όχι, γιατί τότε υπήρχε κάτι άλλο που με φόβιζε περισσότερο» είπε δηκτικά η Λάινε. «Αν πέθαινε ο Γιάκομπ, τίποτα δεν θα είχε πλέον σημασία, και ακόμα λιγότερο ποιος ήταν ο πατέρας του». Μετά, η φωνή της μαλάκωνε. «Αλλά τότε ο Γιοχάνες είχε στενοχωρηθεί πάρα πολύ. Ήταν εντελείς απελπισμένος που είχε αρρωστήσει ο Γιάκομπ και αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ούτε τον φόβο του μπορούσε να εκφράσει δημόσια ούτε να καθίσει δίπλα του στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν». H Λάινε ταξίδευε σε αλλοτινούς καιρούς, αλλά ξαφνικά συνήλθε και πίεσε τον εαυτό της να επιστρέψει στο παρόν. O Γιέστα πήγε να γεμίσει την κούπα του με καφέ και σήκωσε ερωτηματικά το θερμός προς τον Πάτρικ, που έγνεψε καταφατικά. Όταν κάθισε ξανά, ρώτησε: «Μα καλά, δεν υποψιάστηκε κανείς τίποτα; Δεν υπήρχε κανένας που να το ήξερε; Δεν το εκμυστηρεύτηκες ποτέ σε κανέναν;». H Λάινε συνοφρυώθηκε. «Ναι, σε μια στιγμή αδυναμίας, ο Γιοχάνες αποκάλυψε στη Σούλβεΐγκ το μυστικό για τον Γιάκομπ. Όσο ζούσε ο Γιοχάνες, εκείνη δεν τολμούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Όμως. μετά τον θάνατό του ξεκίνησε με κάποιους υπαινιγμούς και ύστερα, καθώς είχε αρχίσει να ξεμένει από χρήματα, προχώρησε σε μεγαλύτερες απαιτήσεις». «Σε εκβίαζε;» ρώτησε ο Γιέστα. H Λάινε έγνεψε καταφατικά. «Ναι, την πληρώνω εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια». «Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό χωρίς να υποψιαστεί κάτι ο Γκάμπριελ; Διότι υποθέτω ότι επρόκειτο για μεγάλα ποσά». Εκείνη έγνεψε ξανά. «Δεν ήταν εύκολο. Όμως, παρόλο που ο Γκάμπριελ είναι σχολαστικός με τους λογαριασμούς για το κτήμα, ποτέ του δεν υπήρξε φειδωλός απέναντί μου. Όταν του ζητούσα χρήματα για ψώνια, για προσωπικές μου ανάγκες ή για το νοικοκυριό, πάντα μου τα έδινε. Για να μπορώ να κληρώνω τη Σούλβεΐγκ. έπρεπε να κάνω οικονομία. Της έδινα περισσότερα απ’ όσα έπαιρνα». O τόνος της φωνής της ήταν γεμάτος πίκρα, αλλά είχε και μια χροιά ενός άλλου συναισθήματος, ισχυρότερου. «Όμως, υποθέτω ότι τώρα δεν έχω άλλη επιλογή από το να τα πω όλα στον Γκάμπριελ. Οπότε, αποδώ και πέρα δεν θα έχω και το πρόβλημα με τη Σούλβεϊγκ». Χαμογέλασε ειρωνικά, αλλά μετά σοβάρεψε ξανά και κοίταξε τον Πάτρικ κατάματα. «Αν υπάρχει κάτι καλό που προέκυψε απ' όλο αυτό είναι ότι δεν με νοιάζει και πολύ για το τι θα σκεφτεί ο Γκάμπριελ ακόμα κι αν αυτό ήταν κάτι που με στοιχείωνε εδώ και τριάντα πέντε χρόνια. Το πιο σημαντικό πράγμα για μένα είναι τα παιδιά μου, ο Γιάκομπ και η Λίντα. Και γι’ αυτό τίποτα δεν έχει περισσότερη σημασία από το ότι ο Γιάκομπ απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες. Διότι έτσι υποθέτω πως είναι, ή κάνω λάθος;» είπε κάπως επιθετικά κοιτάζοντας και τους δύο. «Ναι, έτσι φαίνεται να είναι. Ναι».

«Τότε γιατί τον κρατάτε ακόμη εδώ; Μπορώ να φύγω τώρα και να πάρω μαζί μου και τον Γιάκομπ;» «Ναι, μπορείς» είπε ήρεμα ο Πάτρικ. «Αλλά θέλουμε να σου ζητήσουμε μια χάρη. O Γιάκομπ γνωρίζει κάτι για όλ’ αυτά που έχουν συμβεί και είναι σημαντικό να μας μιλήσει για το καλό του. Αφιέρωσε του λίγο χρόνο και μίλησε του για τα πάντα. Προσπάθησε να τον πείσεις ότι δεν πρέπει να κρατάει κρυφό αυτό που γνωρίζει». H Λάινε ρουθούνισε ειρωνικά: «Δεν μπορώ να πω ότι δεν τον συμμερίζομαι. Γιατί να σας βοηθήσει έπειτα απ’ όλ' αυτά που κάνατε στον ίδιο και την οικογένειά μας;». «Διότι όσο πιο σύντομα λύσουμε αυτή την υπόθεση, τόσο πιο σύντομα θα μπορέσετε όλοι να συνεχίσετε τη ζωή σας». Ήταν δύσκολο για τον Πάτρικ να φανεί πειστικός, μια που δεν ήθελε να της αποκαλύψει τα αποτελέσματα των αναλύσεων που αποδείκνυαν πως ο δράστης μπορεί να μην ήταν ο Γιάκομπ, αλλά ότι ήταν τελικά κάποιος που ήταν συγγενής του Γιοχάνες. Αυτό όμως ήταν ο άσος που κρατούσε κρυμμένο στο μανίκι του και δεν σκόπευε να τον χρησιμοποιήσει έως ότου ήταν απολύτως απαραίτητο. Μέχρι τότε ήλπιζε πως η Λάινε θα πίστευε όσα της έλεγε και θα αποδεχόταν την επιχειρηματολογία του. Λίγο αργότερα, τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως τα ήθελε. H Λάινε έγνεψε καταφατικά. «Θα κάνω ό,τι μπορώ. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι έχεις δίκιο. Δεν πιστεύω ότι ο Γιάκομπ γνωρίζει περισσότερα γι' αυτή την περίπτωση από οποιονδήποτε άλλο». «Αυτό απομένει ν’ αποδειχτεί» είπε κοφτά ο Πάτρικ, «θα έρθεις μαζί μου να σου δείξω πού πρέπει να πας». H Λάινε πήγε πολύ διστακτικά προς το δωμάτιο ανακρίσεων. O Γιέστα στράφηκε προς τον Πάτρικ συνοφρυωμένος: «Γιατί δεν της είπες ότι ο Γιοχάνες δολοφονήθηκε;». O Πάτρικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Έχω όμως την αίσθηση πως όσο περισσότερο μπορέσω να τους μπερδέψω, τόσο καλύτερο για την υπόθεση, O Γιάκομπ θα της το πει σίγουρα, και ελπίζω ότι αυτό θα την κάνει να τα χάσει. Και ίσως, ίσως λέω, αναγκάσουμε κάποιον από τους δύο ν’ ανοιχτεί». «Πιστεύεις ότι κρύβει κάτι και η Λάινε;» ρώτησε ο Γιέστα. «Δεν ξέρω» είπε ο Πάτρικ «αλλά δεν πρόσεξες την έκφραση του προσώπου της όταν της είπαμε ότι ο Γιάκομπ σβήστηκε από τη λίστα των υπόπτων; Ήταν καθαρή έκπληξη».

«Ελπίζω να έχεις δίκιο» είπε ο Γιέστα και έτριψε κουρασμένος το πρόσωπό του. Ήταν μια μεγάλη και κουραστική μέρα. «θα περιμένουμε να τελειώσουν την κουβέντα τους και μετά θα πάμε στα σπίτια μας να φάμε κάτι και να κοιμηθούμε. Δεν θα χρησιμεύουμε σε τίποτα αν εξαντληθούμε εντελώς» είπε ο Πάτρικ. Κάθισαν και περίμεναν. H Σούλβεΐγκ νόμισε πως άκουσε κάτι απέξω. Μετά όμως επικράτησε πάλι ησυχία. Σήκωσε τους ώμους της αδιάφορα και έστρεψε ξανά την προσοχή της στα άλμπουμ. Έπειτα απ' όλη εκείνη τη συναισθηματική αναστάτωση των τελευταίων ημερών, η επιστροφή στα πολυξεφυλλισμένα άλμπουμ τής έδινε μια αίσθηση ασφάλειας. Οι φωτογραφίες, παρόλο που μπορεί να ξεθώριαζαν λίγο ή να κιτρίνιζαν με τα χρόνια, δεν άλλαζαν ποτέ. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. Τα παιδιά πηγαινοέρχονταν όπως και όποτε γούσταραν, αλλά της είχαν υποσχεθεί ότι απόψε θα έρχονταν στο σπίτι να φάνε. O Ρόμπερτ θα αγόραζε μια πίτσα από την πιτσαρία Κάπτεν Φαλκ, και το στομάχι της Σούλβεΐγκ είχε αρχίσει να γουργουρίζει από την πείνα. Αμέσως μετά άκουσε βήματα έξω στο χαλίκι και σηκώθηκε με δυσκολία για να βγάλει ποτήρια και μαχαιροπίρουνα. Τα πιάτα δεν ήταν απαραίτητα. Πάντα έτρωγαν την πίτσα απευθείας από το κουτί. «Πού είναι ο Στέφαν;» O Ρόμπερτ απίθωσε τις πίτσες στον πάγκο και κοίταξε γύρω του. «Νόμιζα πως ήξερες. Δεν τον έχω δει εδώ και ώρες» είπε η Σούλβεΐγκ. «Μάλλον θα είναι στην καλύβα. Πάω να τον φωνάξω». «Πες του να κάνει γρήγορα, δεν έχω σκοπό να τον περιμένω πολύ» φώναξε η Σούλβεΐγκ, καθώς ο Ρόμπερτ έφευγε. Μετά άρχισε ν' ανοίγει άπληστα τα κουτιά για να βρει την πίτσα της. «Στέφαν;» O Ρόμπερτ άρχισε να τον φωνάζει πριν φτάσει στην καλύβα, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Τέλος πάντων, αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Μερικές φορές ο Στέφαν ήταν σαν να τυφλωνόταν και να κουφαινόταν όταν έμπαινε εκεί μέσα «Στέφαν;» φώναξε λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά, αλλά μέσα στην απόλυτη ησυχία το μόνο που άκουσε ήταν η δική του φωνή. Εκνευρισμένος, άνοιξε την πόρτα της καλύβας έτοιμος να τα ψάλει στον μικρότερο αδερφό του που καθόταν και ονειροπολούσε. Όμως, ο εκνευρισμός τού πέρασε μεμιάς. «Στέφαν! Γαμώτο μου! Στέφαν!» O αδερφός του κείτονταν στο πάτωμα με ένα μεγάλο κόκκινο στεφάνι γύρω από το κεφάλι του. O Ρόμπερτ χρειάστηκε μόλις ένα δευτερόλεπτο για να καταλάβει πως ήταν αίμα. O Στέφαν δεν κινούνταν. «Στέφαν!» H φωνή του Ρόμπερτ ήταν τώρα γοερή, και ένας λυγμός άρχισε να σχηματίζεται στο

στήθος του. Έπεσε στα γόνατα δίπλα στον Στέφαν, ενώ τα χέρια του αιωρούνταν αναποφάσιστα πάνω από το κακοποιημένο του κορμί Ήθελε να βοηθήσει, αλλά δεν ήξερε πώς και φοβόταν μήπως χειροτέρευε τα τραύματα αν τον άγγιζε. Ένα βογκητό που έβγαλε ο αδερφός του τον έκανε ν’ αναλάβει δράση. Σηκώθηκε από το δάπεδο με αιματοβαμμένα γόνατα και έτρεξε προς το σπίτι. «Μάνα! Μάνα!» H Σούλβεΐγκ άνοιξε την πόρτα και κοίταξε έξω με μισόκλειστα μάτια. Το στόμα της και τα δάχτυλά της ήταν λιγδωμένα, αφού προφανώς είχε ήδη αρχίσει να τρώει. Τώρα όμως φαινόταν εκνευρισμένη που την είχαν διακόψει. «Τι διάβολο θες και γκαρίζεις έτσι;» Μετά είδε τους λεκέδες από το αίμα στο παντελόνι του Ρόμπερτ. Ήξερε ότι δεν ήταν μπογιά. «Τι έγινε; O Στέφαν είναι;» Έτρεξε προς την καλύβα όσο γρήγορα της επέτρεπε η άμορφη σωματική μάζα της, αλλά ο Ρόμπερτ την πρόλαβε πριν φτάσει εκεί. «Μην μπεις μέσα. Ζει, αλλά κάποιος τον έχει σαπίσει στο ξύλο! Είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Πρέπει να καλέσουμε ασθενοφόρο!» «Ποιος...;» τραύλισε κλαίγοντας η Σούλβεΐγκ και κατέρρευσε σαν παρατημένη μαριονέτα στα χέρια του Ρόμπερτ. Εκείνος την απέφυγε εκνευρισμένος και την ανάγκασε να σταθεί στα πόδια της. «Τι σημασία έχει αυτό τώρα; Πρώτα απ’ όλα πρέπει να καλέσουμε βοήθεια. Άντε μέσα να τηλεφωνήσεις αμέσως, κι εγώ θα πάω πάλι κοντά του. Τηλεφώνησε και στο Κέντρο Υγείας, γιατί το ασθενοφόρο θα έρθει από την Ουντεβάλα». Εδινε τις εντολές με το κόρος ενός στρατηγού, και η αντίδραση της Σούλβεΐγκ ήταν πολύ γρήγορη. Έτρεξε αμέσως στο σπίτι, ενώ ο Ρόμπερτ, σίγουρος ότι το θέμα της ιατρικής βοήθειας θα τακτοποιούνταν σύντομα, έσπευσε πάλι στην καλύβα που ήταν ο αδερφός του. Όταν έφτασε ο δόκτωρ Γιάκομπσον, κανένας τους δεν αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες είχαν συναντηθεί νωρίτερα την ίδια μέρα. O Ρόμπερτ έκανε τώρα πίσω ανακουφισμένος, ευγνώμων που κάποιος, ο οποίος ήξερε τι έκανε, ανέλαβε τον έλεγχο της κατάστασης. Παραμέρισε και περίμενε ανυπόμονα τη διάγνωση. «Ζει, αλλά θα πρέπει να μεταφερθεί στο νοσοκομείο το συντομότερο δυνατόν. Απ’ ό,τι κατάλαβα, το ασθενοφόρο είναι καθ’ οδόν». «Ναι» είπε ξεψυχισμένα ο Ρόμπερτ. «Πήγαινε μέσα και φέρε μια κουβέρτα να τον σκεπάσουμε». 0 Ρόμπερτ ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβει αμέσως ότι αυτό που του ζήτησε ο γιατρός ήταν

περισσότερο για να τον βάλει να κάνει κάτι και όχι επειδή ο Στέφαν χρειαζόταν κουβέρτα. Ωστόσο, ένιωσε ευγνωμοσύνη που ο γιατρός τού είχε αναθέσει μια συγκεκριμένη αποστολή και υπάκουσε πρόθυμα. Αναγκάστηκε να στριμωχτεί στην πόρτα της καλύβας για να βγει έξω, μια που εκεί στεκόταν η Σούλβεΐγκ, η οποία έκλαιγε βουβά και έτρεμε ολόκληρη. O Ρόμπερτ όμως δεν είχε τη δύναμη να την παρηγορήσει. Ήταν απασχολημένος με τη διατήρηση του δικού του αυτοελέγχου. H Σούλβεΐγκ ας τα έβγαζε πέρα μόνη της όπως μπορούσε. Από κάπου μακριά άκουσε σειρήνες. Ποτέ άλλοτε στη ζωή του δεν είχε νιώσει τέτοια ευγνωμοσύνη στη θέα ενός μπλε φάρου που αναβόσβηνε ανάμεσα στα δέντρα. H Λάινε κάθισε μισή ώρα με τον Γιάκομπ. O Πάτρικ πολύ θα ήθελε να κρυφακούσει, αλλά αναγκάστηκε να κάνει υπομονή. Το μόνο που πρόδιδε την ανυπομονησία του ήταν το πόδι του που πήγαινε ακατάπαυστα πάνω κάτω. Τόσο αυτός όσο και ο Γιέστα είχαν πάει στα γραφεία τους για να προσπαθήσουν να κάνουν κάποια από τις δουλειές που είχαν, αλλά και οι δύο δυσκολεύονταν. O Πάτρικ ευχόταν να ήξερε τι ακριβώς ήλπιζε και ο ίδιος να βγάλει απ’ όλο αυτό το θέατρο, αλλά πραγματικά δεν είχε ιδέα. Το μόνο που ευχόταν ήταν να μπορέσει η Λάινε, με κάποιον τρόπο, να πατήσει το σωστό κουμπί ώστε να κάνει τον Γιάκομπ να μιλήσει. Όμως, αυτό ίσως να τον έκανε να κλειστεί πιο πολύ στον εαυτό του. Μπορούσε να συμβεί είτε το ένα είτε το άλλο. Κι αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Το να ζυγίζεις τα ρίσκα έναντι των ενδεχόμενων κερδών οδηγούσε συχνά σε πράξεις οι οποίες εκ των υστέρων δεν εξηγούνταν λογικά. Επίσης, τον εκνεύριζε το γεγονός ότι θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι το επόμενο πρωί για να πάρουν τις απαντήσεις από τα δείγματα αίματος. Ευχαρίστως θα δούλευε όλη τη νύχτα ελέγχοντας στοιχεία που σχετίζονταν με την Τζένι, αρκεί να υπήρχαν κάποια. Ωστόσο, τα μόνα στοιχεία που είχε προς το παρόν ήταν τα δείγματα αίματος. Είχε στηριχτεί πιο πολύ απ’ ό,τι έπρεπε μάλλον στην πιθανότητα πως το δείγμα από τον Γιάκομπ θα έδινε κάτι περισσότερο. Τώρα όμως που η θεωρία αυτή είχε καταρρεύσει καθόταν και κοίταζε ένα λευκό χαρτί μπροστά του. έχοντας βρεθεί ξανά εκεί απ’ όπου είχαν αρχίσει. Και κάπου εκεί έξω υπήρχε η Τζένι, μόνο που τώρα ένιωθε πως γνώριζαν λιγότερα απ' ό,τι πριν. Τα μόνα αποτελέσματα που είχαν μέχρι στιγμής ήταν ότι ίσως είχαν καταφέρει να διαλύσουν μια οικογένεια και ότι διαπίστωσαν έναν φόνο που είχε γίνει πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια. Τίποτε άλλο όμως πέρα από αυτά. Για χιλιοστή φορά κοίταξε το ρολόι και χτύπησε το στιλό πάνω στο γραφείο του. Ίσως ο Γιάκομπ τώρα να αφηγούνταν πράγματα στη μητέρα του τα οποία θα έλυναν τα πάντα μια κι έξω. Ίσως... Ένα τέταρτο αργότερα ο Πάτρικ ήξερε ότι η ελπίδα να βγάλει κάτι από αυτούς τους δύο είχε χαθεί. Μόλις άκουσε ν' ανοίγει η πόρτα του δωματίου ανακρίσεων τινάχτηκε από την καρέκλα του και έτρεξε να τους συναντήσει. Τα πρόσωπά τους ήταν σφιγμένα. Τα μάτια τους, σκληρά σαν πέτρα, τον κοίταζαν προκλητικά, κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως ό,τι κι αν ήξερε ο Γιάκομπ δεν επρόκειτο να το αποκαλύψει εκούσια. «Είπατε ότι μπορούσα να πάρω και τον γιο μου φεύγοντας» είπε η Λάινε ψυχρά.

«Ναι» απάντησε ο Πάτρικ. Δεν είχε να πει τίποτε άλλο. Τώρα θα έκαναν αυτό που είχε υποσχεθεί στον Γιέστα λίγο νωρίτερα. Θα πήγαιναν στα σπίτια τους για να φάνε και να κοιμηθούν λίγο. Ίσως αύριο να μπορούσαν να δουλέψουν με ανανεωμένη δύναμη και ενέργεια. ΔΕΚΑ Καλοκαίρι 1979 Ανησυχούσε για το τι θα γινόταν με τη μητέρα της που ήταν άρρωστη. Πώς Θα μπορούσε ο πατέρας της να τη φροντίσει μόνος του; H ελπίδα ότι θα την έβρισκαν φθειρόταν σιγά σιγά από τον τρόμο της μοναξιάς στο σκοτάδι. Δίχως το απαλό δέρμα της άλλης κοπέλας ένιωθε το σκοτάδι ακόμα πιο μαύρο, αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν. Τη βασάνιζε και η μυρωδιά. Εκείνη η γλυκερή, αποπνικτική μυρωδιά του θανάτου που έδιωχνε όλες τις άλλες. Ακόμα και η μυρωδιά των περιττωμάτων τους εξαφανιζόταν μέσα σε αυτή την απαίσια γλυκύτητα, και είχε ξεράσει πολλές φορές, βγάζοντας ξινή χολή, μια που το στομάχι της ήταν εντελώς άδειο. Τώρα είχε αρχίσει να νιώθει ότι ήθελε να πεθάνει. Αυτό την τρόμαζε περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο. H σκέψη αυτή είχε αρχίσει να φλερτάρει μαζί της. να της ψιθυρίζει, να της υπόσχεται πως θα εξαφάνιζε τον πόνο και τα βάσανα. Είχε συνέχεια στημένο το αυτί της μήπως άκουγε βήματα αποπάνω. Τον ήχο της καταπακτής ν’ ανοίγει. Το παραμέρισμα των σανιδιών και μετά ξανά τα βήματα να κατεβαίνουν αργά τη σκάλα. Ήξερε πως την επόμενη φορά που θα τα άκουγε θα ήταν η τελευταία. Το κορμί της δεν άντεχε άλλο πόνο τώρα πια, και θα ενέδιδε κι αυτή, όπως και η άλλη κοπέλα, στις γητειές του θανάτου. Σαν να το είχε μαντέψει, άκουσε τους ήχους που φοβόταν. Με βαθιά θλίψη στην καρδιά, ετοιμάστηκε να πεθάνει. Ηταν υπέροχο που ο Πάτρικ είχε έρθει λίγο νωρίτερα στο σπίτι αυτό το βράδυ. Αν και ταυτόχρονα όφειλε να ομολογήσει πως αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενε καθόλου δεδομένων των συνθηκών. Με ένα παιδί στην κοιλιά, η Ερίκα πρώτη φορά μπορούσε να καταλάβει πραγματικά την ανησυχία ενός γονιού και υπέφερε κι αυτή μαζί με τους γονείς της Τζένι Μέλερ. Αμέσως άρχισε να έχει ενοχές που πέρασε μια ολόκληρη μέρα νιώθοντας πολύ ευχαριστημένη. Μετά την αποχώρηση των επισκεπτών, η γαλήνη είχε επιστρέφει στο σπίτι, κάτι που της επέτρεψε να τα πει λίγο με το φιλαράκι μέσα στην κοιλιά της, να ξαπλώσει, να ξεκουραστεί και να διαβάσει ένα καλό βιβλίο. Ανέβηκε, επίσης, λαχανιάζοντας την ανηφόρα για το σουπερμάρκετ, όπου ψώνισε κάτι νοστιμιές για φαγητό και μια τεράστια σακούλα με καραμέλες. Τώρα, βέβαια, είχε κάποιες τύψεις γι’ αυτή την τελευταία αγορά. H μαμή τής είχε επισημάνει αυστηρά ότι η ζάχαρη δεν θεωρούνταν

υγιεινό συστατικό σε μια δίαιτα εγκυμοσύνης και ότι σε μεγάλες ποσότητες μπορεί το παιδί να γεννιόταν με εθισμό στη ζάχαρη. Είχε, βεβαίως, προσθέσει, υπό μορφή μουρμουρητού, ότι για να γίνει κάτι τέτοιο μια εγκυμονούσα έπρεπε να τρώει τεράστιες ποσότητες γλυκών, αλλά όπως και να είχε το πράγμα τα λόγια της μαμής δεν έπαυαν να την απασχολούν. Στην πόρτα του ψυγείου υπήρχε μια πολύ μεγάλη λίστα για το τι δεν επιτρεπόταν να τρώει. Μερικές φορές είχε την αίσθηση ότι θα ήταν απίθανο να γεννήσει υγιές παιδί. Για παράδειγμα, ορισμένα είδη ψαριών απαγορεύονταν εντελώς, ενώ κάποια άλλα επιτρέπονταν, αλλά μόνο μία φορά την εβδομάδα. Έπειτα, είχε σημασία αν τα ψάρια ήταν του αλμυρού ή του γλυκού νερού... Για να μην αναφέρουμε και το δίλημμα με τα τυριά. H Ερίκα λάτρευε το τυρί σε όλες του τις μορφές και είχε απομνημονεύσει ποια μπορούσε να τρώει και ποιά όχι. Προς μεγάλη της απογοήτευση, τα μουχλιασμένα τυριά βρίσκονταν στην απαγορευμένη λίστα, και ήδη φαντασιωνόταν τα φαγοπότια που θα έκανε με τυριά και κόκκινο κρασί μόλις σταματούσε να θηλάζει. Ήταν τόσο χαμένη στις ονειροπολήσεις της για οργιαστικά γεύματα που δεν άκουσε καν τον Πάτρικ να μπαίνει. Δίχως να το θέλει, την κατατρόμαξε και την έκανε να τιναχτεί. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι ο καρδιακός της ρυθμός να επιστρέφει στο φυσιολογικό. «Αχ Θεέ μου, με κατατρόμαξες!» «Συγγνώμη, δεν το ήθελα. Νόμισα πως με άκουσες όταν μπήκα». Κάθισε δίπλα της στον καναπέ του καθιστικού, κι εκείνη σοκαρίστηκε σαν είδε την έκφραση στο πρόσωπό του. «Πάτρικ! Εσύ είσαι εντελώς χλωμός. Συνέβη κάτι;» Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της. «Τη βρήκατε;» Κάτι ψυχρό και ατσάλινο έσφιξε την καρδιά της. O Πάτρικ κούνησε το κεφάλι. «Όχι». Δεν είπε τίποτε άλλο. Εκείνη περίμενε υπομονετικά. Λίγο μετά, ο Πάτρικ φάνηκε πως ήταν σε θέση να συνεχίσει. «Όχι, δεν τη βρήκαμε. Και σήμερα νιώθω πως χάσαμε έδαφος». Έσκυψε ξαφνικά μπροστά και έχωσε το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του. H Ερίκα πήγε με δυσκολία κοντά του, τον αγκάλιασε και ακούμπησε το μάγουλό της στον ώμο του. Μάλλον ένιωσε, παρά άκουσε, τον Πάτρικ να κλαίει σιωπηλά. «Δεκαεφτά χρονών είναι, που να πάρει ο διάβολος. Μπορείς να το καταλάβεις; Δεκαεφτά χρονών, και κάποιος αρρωστημένος μαλάκας νομίζει πως μπορεί να της κάνει ό,τι θέλει. Ποιος ξέρει τι μπορεί να περνάει όσο εμείς τρέχουμε πέρα δώθε σαν ανίκανοι ηλίθιοι. Δεν έχουμε ιδέα τι κάνουμε! Πώς διάβολο μας πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας με μια τέτοια υπόθεση; Αφού κλοπές ποδηλάτων καθόμαστε και ερευνάμε όλη την ώρα! Ποιος ήταν αυτός ο

ηλίθιος που μας άφησε -που άφησε εμένα!- ν' αναλάβουμε αυτή την καταραμένη έρευνα;» Ανοιξε διάπλατα τα χέρια του. «Κανείς δεν θα μπορούσε να διεξάγει καλύτερα από σένα αυτή την έρευνα, Πάτρικ! Και τι νομίζεις ότι θα γινόταν αν έστελναν μια ομάδα από το Γέτεμποργ ή αν έκαναν κάποια άλλη επιλογή, Κανείς τους δεν θα ήξερε τον τόπο, κανείς δεν θα ήξερε τους ανθρώπους όπως εσύ, και γνωρίζεις πολύ καλά πώς λειτουργούν εδώ τα πράγματα. Δεν υπήρχε περίπτωση να έκαναν καλύτερη δουλειά. Χειρότερη θα ήταν, σίγουρα. Και μη μου λες ότι είσαστε εντελώς μόνοι σε αυτή την έρευνά, έστω κι αν καταλαβαίνω ότι έτσι το βλέπεις. Μην ξεχνάς ότι η Ουντεβάλα έστειλε δύο άτομα που δουλεύουν μαζί σας, οργάνωσε ομάδες αναζήτησης και πολλά άλλα. Μόνος σου είπες τις προάλλες πόσο καλή ήταν η συνεργασία σας. Το ξέχασες αυτά.» H Ερίκα τού μιλούσε σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί αλλά δίχως να δείχνει συγκαταβατική. Ήθελε απλώς να κάνει σαφή αυτά που έλεγε, και η προσπάθειά της είχε αποτέλεσμα μια που ο Πάτρικ φάνηκε να ηρεμεί, και η Ερίκα ένιωσε το κορμί του να χαλαρώνει μέσα στην αγκαλιά της. «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο» είπε απρόθυμα ο Πάτρικ. «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, αλλά όλα φαντάζουν απέλπιδα. O χρόνος τρέχει ασταμάτητα, κι εγώ κάθομαι εδώ, ενώ η Τζένι μπορεί να πεθαίνει αυτή ακριβώς τη στιγμή». O πανικός είχε αρχίσει πάλι να γίνεται εμφανής στη φωνή του, και η Ερίκα τον έπιασε από τον ώμο. «Σςςς, δεν μπορείς να σκέφτεσαι έτσι, σε σκοτώνει». Αφησε να υπεισέλθει στον τόνο της φωνής της και κάποια αυστηρότητα. «Δεν γίνεται να καταρρεύσεις τώρα. Αν υπάρχει κάτι που οφείλεις στην κοπέλα και στους γονείς της, είναι να παραμείνεις ψύχραιμος και να συνεχίσεις να δουλεύεις». Ο Πάτρικ παρέμεινε σιωπηλός, αλλά η Ερίκα ήξερε πως άκουγε ό,τι του έλεγε. «Οι γονείς της μου τηλεφώνησαν τρεις φορές σήμερα. Τέσσερις χτες. Νομίζεις ότι οφείλεται στο γεγονός ότι είναι έτοιμοι να παραιτηθούν;» «Όχι, δεν το νομίζω» είπε η Ερίκα. «Πιστεύω απλώς ότι σας έχουν εμπιστοσύνη. Και αυτή τη στιγμή η δική σου δουλειά είναι να συγκεντρώσεις δυνάμεις για άλλη μια εργάσιμη μέρα αύριο. Δεν κερδίζετε τίποτα με το να εξαντλείστε εντελώς». O Πάτρικ χαμογέλασε αχνά όταν άκουσε τα λόγια που ο ίδιος είχε πει στον Γιέστα να επαναλαμβάνονται από την Ερίκα. Ίσως να ήξερε και ο ίδιος τι έλεγε μερικές φορές. Αποφάσισε ν’ ακολουθήσει τη συμβουλή της γυναίκας του. Παρόλο που δεν μπόρεσε ούτε το φαγητό του να ευχαριστηθεί, έφαγε ό,τι του έβαλε η Ερίκα μπροστά του και κατόπιν έπεσε για ύπνο, αν και όχι τόσο ξεκούραστο. Στα όνειρά του έβλεπε μια ξανθιά νεαρή κοπέλα να του ξεφεύγει συνεχώς. Τον πλησίαζε αρκετά ώστε να μπορεί να την αγγίζει, αλλά μόλις άπλωνε το χέρι του για να την πιάσει, εκείνη του ξέφευγε με ένα περιπαικτικό χαμόγελο. Όταν χτύπησε το ξυπνητήρι, ήταν λουσμένος στον ιδρώτα και εξαντλημένος.

Δίπλα του η Ερίκα είχε περάσει τις περισσότερες ώρες της νύχτας ξάγρυπνη. Σκεφτόταν την Αννα. Όσο αποφασισμένη ήταν την προηγούμενη μέρα να μην κάνει η ίδια το πρώτο βήμα, τόσο πιο σίγουρη ένιωθε τα χαράματα ότι έπρεπε να της τηλεφωνήσει μόλις ξημέρωνε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένιωθε. H μυρωδιά του νοσοκομείου την τρόμαζε. Υπήρχε κάτι οριστικό σε αυτή την αποστειρωμένη οσμή στους άχρωμους τοίχους και στη βαρετή τέχνη. Το γεγονός ότι δεν είχε μπορέσει να κοιμηθεί ούτε λεπτό όλη τη νύχτα την έκανε να νομίζει ότι οι πάντες κινούνταν γύρω της σε αργή κίνηση. Το θρόισμα από τα ρούχα του προσωπικού ενισχυόταν και έφτανε στα αυτιά της Σούλβεΐγκ δυνατότερο απ' ό,τι πραγματικά ήταν. Περίμενε από στιγμή σε στιγμή να καταρρεύσει όλος ο κόσμος. H ζωή του Στέφαν κρεμόταν από μια πολύ λεπτή κλωστή, της είχε πει ο γιατρός κάποια στιγμή τα χαράματα, και η Σούλβεΐγκ πενθούσε ήδη προκαταβολικά. Και τι άλλο να έκανε; Όλα όσα είχε στη ζωή της είχαν γλιστρήσει σαν ψιλή άμμος ανάμεσα στα δάχτυλά της και τα είχε παρασύρει ο άνεμος μακριά. Τίποτε απ’ όλα όσα είχε προσπαθήσει να κρατήσει δεν της είχε μείνει, 0 Γιοχάνες, η ζωή στο Βεστεργκόρντεν, το μέλλον των παιδιών της, όλα χάθηκαν στην ανυπαρξία και την οδήγησαν σε έναν δικό της κόσμο. Όμως, τώρα πια δεν μπορούσε να δραπετεύει. Δεν μπορούσε να το κάνει, όταν η πραγματικότητα έκανε την είσοδό της με τη μορφή οραμάτων, ήχων και μυρωδιών. H πραγματικότητα ότι τώρα τα νυστέρια έκοβαν το κορμί του Στέφαν ήταν πολύ χειροπιαστή για να μπορέσει να την αφήσει πίσω της. H σχέση της με τον Θεό είχε διακοπεί εδώ και πολύ καιρό, αλλά τώρα Τον εκλιπαρούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Μουρμούριζε όλα τα λόγια που μπορούσε να θυμηθεί από τα χρόνια της παιδικής της πίστης, έδινε υποσχέσεις, που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να τις τηρήσει, αλλά ήλπιζε πως οι καλές προθέσεις αρκούσαν τουλάχιστον για να δώσουν στον Στέφαν ένα μικρό πλεονέκτημα που θα τον κρατούσε στη ζωή. Δίπλα της καθόταν ο Ρόμπερτ με μια έκφραση σοκ ακόμη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, μια έκφραση που δεν άλλαξε καθόλου όλη τη νύχτα. Το μόνο που ήθελε η Σούλβεΐγκ ήταν ν' απλώσει το χέρι της και να τον αγγίξει, να τον παρηγορήσει, να είναι μητέρα. Αλλά είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια ώστε οι ευκαιρίες που είχε για να επιδείξει οποιαδήποτε μητρική στοργή είχαν εξαφανιστεί. Έτσι, κάθονταν τώρα σαν ξένοι ο ένας δίπλα στον άλλο. ενωμένοι μόνο από την αγάπη για κείνον που κείτονταν στο κρεβάτι, βουβοί και οι δύο, μια που ήξεραν πως εκείνος ήταν ο καλύτερος από τους τρεις τους. Μια γνωστή φιγούρα φάνηκε να πλησιάζει επιφυλακτικά από το βάθος του διαδρόμου. H Λίντα γλιστρούσε κρυφά, κολλητά στον τοίχο, αβέβαιη για το πώς θα την υποδέχονταν, αν και κάθε διάθεση για καβγάδες είχε εξαφανιστεί μαζί μ' εκείνον που είχε φέρει τον γιο και τον αδερφό τους σε αυτή την κατάσταση. H Λίντα κάθισε σιωπηλή δίπλα στον Ρόμπερτ και άφησε να περάσει λίγος χρόνος μέχρι να τολμήσει να μιλήσει. «Πώς είναι; Ακουσα από τον μπαμπά ότι του τηλεφώνησες το πρωί και του είπες τι συνέβη». «Ναι, θεώρησα πως ο Γκάμπριελ έπρεπε να το μάθει» είπε η Σούλβεΐγκ, διατηρώντας ακόμη το

απόμακρο βλέμμα της «διότι, όπως και να το κάνεις, το αίμα νερό δεν γίνεται. Απλώς θεώρησα πως έπρεπε να το μάθει...» Ακούστηκε σαν να χανόταν πάλι στο κενό, και η Λίντα αρκέστηκε σε ένα κούνημα του κεφαλιού. H Σούλβεΐγκ συνέχισε: «Ακόμη στο χειρουργείο τον έχουν. Δεν ξέρουμε πολλά, εκτός... εκτός από το ότι μπορεί να πεθάνει». «Όμως, ποιος το έκανε αυτό;» ρώτησε η Λίντα, αποφασισμένη να μην αφήσει τη θεία της να χαθεί πάλι στη σιωπή πριν μάθει όσα ήθελε. «Δεν ξέρουμε» είπε ο Ρόμπερτ. «Αλλά όποιος και να είναι αυτός ο μαλάκας θα το πληρώσει!» Χτύπησε τη γροθιά του στο μπράτσο της καρέκλας, βγαίνοντας για μια στιγμή από την κατάσταση σοκ που βρισκόταν τις τελευταίες ώρες. H Σούλβεΐγκ δεν μίλησε καθόλου. «Τι διάβολο κάνεις εσύ εδώ πέρα;» είπε ο Ρόμπερτ και μόλις εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε ότι η ξαδέρφη με την οποία δεν είχαν συναναστραφεί ποτέ είχε έρθει στο νοσοκομείο. «Εγώ,., εμείς... εγώ» τραύλισε η Λίντα, καθώς έψαχνε να βρει λόγια για να περιγράψει ποια σχέση υπήρχε ακριβώς ανάμεσα σε αυτή και τον Στέφαν. Της προκαλούσε έκπληξη το γεγονός ότι ο Ρόμπερτ δεν ήξερε τίποτα. Βέβαια, ο Στέφαν τής είχε πει ότι δεν είχε αναφέρει τίποτα για τη σχέση τους στον αδερφό του, αν κι εκείνη πίστευε ότι του τα είχε πει όλα. Το ότι ο Στέφαν είχε θελήσει να κρατήσει τη σχέση τους κρυφή αποτελούσε απόδειξη για το πόσο σημαντική τη θεωρούσε, και αυτή η ξαφνική γνώση την έκανε να ντραπεί. «Εμείς... βλεπόμασταν αρκετά συχνά, ο Στέφαν κι εγώ» είπε και έριξε μια σχολαστική ματιά στο τέλειο μανικιούρ της. «Τι εννοείς 'βλεπόσασταν';» O Ρόμπερτ την κοίταξε έκπληκτος. Μετά κατάλαβε. «Α, μάλιστα. Δηλαδή έχετε... Εντάξει...» Γέλασε. «Μάλιστα, για κοίτα το αδερφάκι μου! Α, ο μικρός μου επιβήτορας». Αμέσως μετά, όταν θυμήθηκε τον λόγο για τον οποίο βρίσκονταν εκεί, σταμάτησε να γελάει απότομα και ένα μέρος εκείνης της σοκαρισμένης έκφρασης επέστρεψε ξανά στο πρόσωπό του. Καθώς οι ώρες περνούσαν, οι τρεις τους κάθονταν βουβοί στη σειρά μέσα σ' εκείνη την καταθλιπτική αίθουσα αναμονής. Κάθε βήμα που άκουγαν στον διάδρομο τους έχανε να τεντώνονται αγχωμένοι μήπως έβλεπαν κάποιον γιατρό με λευκή ρόμπα που θα ερχόταν να τους πει νεότερα. Δίχως να το υποψιάζεται ο ένας για τον άλλον, προσεύχονταν από μέσα τους σιωπηλά. Όταν τηλεφώνησε η Σούλβεΐγκ νωρίς το πρωί, ο Γκάμπριελ είχε εκπλαγεί και ο ίδιος με τη συμπόνια που είχε νιώσει. H έχθρα ανάμεσα στις οικογένειες τους είχε κρατήσει τόσο πολύ με αποτέλεσμα η εχθρότητα να γίνει η δεύτερη φύση τους, αλλά όταν έμαθε για την κατάσταση του Στέφαν, κάθε παλιά μνησικακία εξαφανίστηκε. O Στέφαν ήταν παιδί του αδερφού του, ήταν αίμα του, κι αυτό μόνο είχε σημασία. Ωστόσο, δεν του ήταν και τόσο εύκολο να πάει στο νοσοκομείο, θεωρούσε πως

θα ήταν υποκριτική κίνηση και ένιωσε ευγνωμοσύνη όταν άκουσε τη Λίντα να λέει ότι ήθελε να πάει αυτή. Της είχε μάλιστα πληρώσει και το ταξί για να πάει στην Ουντεβάλα, παρόλο που πίστευε ότι το ταξί ήταν συνήθως το αποκορύφωμα της σπατάλης. Τώρα καθόταν στο γραφείο του εντελώς αναποφάσιστος για το τι έπρεπε να κάνει. Του φαινόταν ότι είχαν έρθει τα πάνω, κάτω, και η κατάσταση αυτή επιδεινωνόταν συνεχώς. Ένιωθε πως το τελευταίο εικοσιτετράωρο η καταστροφή είχε αγγίξει το ναδίρ. O Γιάκομπ σύρθηκε για ανάκριση, η κατ’ οίκον έρευνά στο Βεστεργκόρντεν, τα δείγματα αίματος απ’ όλη την οικογένειά και τώρα ο Στέφαν στο νοσοκομείο να παλεύει για τη ζωή του. Όλη εκείνη η αίσθηση ασφάλειας που είχε παλέψει να χτίσει σε όλη του τη ζωή τώρα κατέρρεε μπροστά στα μάτια. Είδε στον καθρέφτη που κρεμόταν στον απέναντι τοίχο το πρόσωπό του και του φάνηκε ότι το έβλεπε για πρώτη φορά. Και κατά κάποιον τρόπο αυτό ίσχυε. Παρατήρησε πόσο είχε γεράσει τις τελευταίες μέρες. H σπιρτάδα είχε εξαφανιστεί από το βλέμμα του, το πρόσωπό του φαινόταν αυλακωμένο από τις στενοχώριες και τα συνήθως καλοχτενισμένα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα και έδειχναν θαμπά. O Γκάμπριελ ήταν αναγκασμένος να παραδεχτεί ότι ήταν απογοητευμένος από τον εαυτό του. Πάντα πίστευε ότι ήταν ένας άντρας που τον δυνάμωναν οι αντιξοότητες. Κάποιος που οι άλλοι μπορούσαν να τον εμπιστεύονται στα δύσκολα. Αλλα. αντί γι’ αυτόν, αποδείχτηκε η Λάινε δυνατότερη από τους δύο. H αλήθεια ήταν ότι ίσως να το γνώριζε πάντα αυτό. Ίσως να το ήξερε κι εκείνη ανέκαθεν, αλλά τον άφηνε να ζει στις αυταπάτες του, μια που ήξερε ότι έτσι θα ήταν πιο ευτυχισμένος. Τον γέμισε μια αίσθηση ζεστασιάς. Μια ήρεμη αγάπη. Κάτι που είχε μείνει βαθιά φυλακισμένο μέσα στην εγωιστική του περιφρόνηση και τώρα είχε την ευκαιρία να δραπετεύσει. Ίσως να έβγαινε τελικά και κάτι καλό απ’ όλη αυτή την ταλαιπωρία. Ένα χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τις σκέψεις του. «Πέρασε». H Λάινε μπήκε μέσα διστακτικά, και ο Γκάμπριελ κοιτάζοντας τη σκέφτηκε, για άλλη μια φορά πόσο είχε πραγματικά αλλάξει. Είχε χαθεί εκείνη η νευρική έκφραση από το πρόσωπό της και είχε σταματήσει να στρίβει νευρικά τα χέρια της, έδειχνε μάλιστα ψηλότερη, μια που περπατούσε στητή. "Καλημέρα, αγαπητή μου. Κοιμήθηκες καλά;" Εκείνη έγνεψε καταφατικά και κάθισε σε μία από τις δύο πολυθρόνες που ήταν για τους επισκέπτες. O Γκάμπριελ την κοίταζε διερευνητικά. Οι σακούλες κάτω από τα μάτια διέψευδαν την κατάφασή της. Κι όμως, είχε κοιμηθεί πάνω από δώδεκα ώρες. Χτες, όταν επέστρεψε στο σπίτι, αφού πήρε τον Γιάκομπ από το αστυνομικό τμήμα, ο Γκάμπριελ δεν είχε προλάβει να συζητήσει πολλά μαζί της, διότι είχε απλώς μουρμουρίσει πως ήταν εξαντλημένη και μετά είχε πάει να ξαπλώσει στο δωμάτιό της. Κάτι συνέβαινε, και ο Γκάμπριελ το ένιωθε τώρα. H Λάινε δεν τον κοίταξε ούτε μια φορά από

τη στιγμή που μπήκε στο γραφείο. Αντιθέτως, κοίταζε επίμονα τα παπούτσια της σαν να τα μελετούσε σχολαστικά. Αυτό τον ανησύχησε πολύ, αλλά επέλεξε πρώτα να της πει για τον Στέφαν. Εκείνη αντέδρασε δείχνοντας έκπληξη και συμπόνια, αλλά πάλι του φάνηκε ότι τα λόγια του δεν την άγγιζαν. Κάτι πολύ σημαντικό απασχολούσε το μυαλό της, αφού ούτε η είδηση για την άγρια κακοποίηση του Στέφαν δεν κατάφερε να της τραβήξει εντελώς την προσοχή. Τώρα, όλα τα προειδοποιητικά φωτάκια του Γκάμπριελ αναβόσβηναν ταυτόχρονα. «Συνέβη κάτι; Συνέβη κάτι χτες στο αστυνομικό τμήμα; Διότι χτες βράδυ που μίλησα με τη Μαρίτα μου είπε ότι είχαν αφήσει ελεύθερο τον Γιάκομπ και υπέθεσα ότι η αστυνομία δεν είχε πλέον κάτι συγκεκριμένο...» Δεν ήξερε πώς να συνεχίσει, τι να πει. Οι σκέψεις χυμούσαν ανεξέλεγκτα μέσα στο μυαλό του, και ο ίδιος απέρριπτε τη μια εξήγηση μετά την άλλη.

«Όχι. εντάξει. O Γιάκομπ είναι εντελώς απαλλαγμένος από κάθε υποψία» είπε η Λάινε. «Σοβαρά; Μα αυτό είναι υπέροχο!» Ελαμψε ολόκληρος. «Και πώς... Τι ήταν αυτό που...» Εκείνη συνέχισε να έχει την ίδια σκυθρωπή έκφραση στο πρόσωπο και απέφευγε να τον κοιτάξει κατάματα. « Πριν το συζητήσουμε αυτό, υπάρχει κάτι άλλο που να πρέπει ξέρεις». Η Λάινε φάνηκε να διστάζει. «Ο Γιοχάνες ήταν.... Ο Γιοχάνες...» Ο Γκάμπριελ ανακάθισε ανυπόμονα στην καρέκλα του. «Ναι; Τι συμβαίνει, λοιπόν, με τον Γιοχάνες; Μήπως πρόκειται για κείνη την ατυχέστατη εκταφή;» «Ναι, θα μπορούσες να το πεις κι έτσι». Μια καινούργια παύση έκανε τον Γκάμπριελ να θέλει να την ταρακουνήσει προκειμένου να της βγάλει αυτό που προσπαθούσε να του πει. Μετά, η Λάινε πήρε μια βαθιά ανάσα και τα λόγια άρχισαν να ξεχύνονται από μέσα της με τέτοια ταχύτητα που ο Γκάμπριελ με δυσκολία μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε. «Είπαν στον Γιάχομπ ότι εξέτασαν τ’ απομεινάρια του Γιοχάνες και διαπίστωσαν ότι δεν αυτοκτόνησε. Δολοφονήθηκε». Το στιλό που κρατούσε ο Γκάμπριελ στο χέρι του έπεσε πάνω στο γραφείο. Κοίταζε τη Λάινε σαν να είχε χάσει τα λογικά της. Εκείνη συνέχισε: «Ξέρω ότι ακούγεται εντελώς τρελό, αλλά εκείνοι είναι, απ' ό,τι φαίνεται, πέρα για πέρα σίγουροι. Κάποιος δολοφόνησε τον Γιοχάνες». «Ξέρουν ποιος;» Ήταν το μόνο που σκέφτηκε να πει. «Φυσικά και δεν ξέρουν» είπε κοφτά η Λάινε. «Μόλις το ανακάλυψαν, και ύστερα από τόσα χρόνια που έχουν περάσει...» Άνοιξε διάπλατα τα χέρια της. «Ναι, αυτά κι αν είναι νέα. Ομως, για πες μου κι άλλα για τον Γιάκομπ. Του ζήτησαν συγγνώμη οι αστυνομικοί;» είπε ο Γκάμπριελ απότομα. «Όπως σου είπα, δεν θεωρείται πλέον ύποπτος. Κατάφεραν να αποδείξουν αυτό που ήδη γνωρίζαμε» ρουθούνισε ειρωνικά η Λάινε. «Ναι, δεν ήταν δα και έκπληξη. Μόνο θέμα χρόνου ήταν. Αλλά πώς...;» «Από το δείγμα αίματος που μας πήραν χτες. Σύγκριναν το αίμα του με κάτι υπολείμματα που είχε αφήσει ο δράστης και είδαν ότι δεν ταίριαζε». «Χα! Αυτό θα μπορούσα να τους το είχα πει κι εγώ εξαρχής. Κάτι που έκανα βέβαια, αν θυμάμαι

καλά!» είπε με πομπώδες ύφος ο Γκάμπριελ και αισθάνθηκε να λύνεται μέσα του ένας μεγάλος κόμπος. «Όμως. στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να το γιορτάζουμε με σαμπάνια, Λάινε. Δεν καταλαβαίνω γιατί είσαι τόσο σκυθρωπή». Τώρα, εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε κατάματα. «Διότι πρόλαβαν επίσης να αναλύσουν και το δικό σου αίμα». «Ναι, αλλά το δικό μου αίμα δεν θα ταίριαζε ούτως ή άλλως» είπε ο Γκάμπριελ γελώντας. «Όχι, δεν ταίριαζε με του δολοφόνου. Αλλά... δεν ταίριαζε και με του Γιάκομπ». «Τι πράγμα; Τι εννοείς; Τι πάει να πει δεν ταίριαζε δηλαδή; Με ποιον τρόπο;» «Μπόρεσαν να διαπιστώσουν ότι δεν είσαι πατέρας του Γιάκομπ». Η σιωπή που ακολούθησε ήταν σαν έκρηξη. Ο Γκάμπριελ κοίταξε ξανά φευγαλέα το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Αυτή τη φορά δεν κατάφερε ούτε να το αναγνωρίσει. Ένας ξένος με στόμα ανοιχτό και μάτια έκπληκτα του αντιγύρισε το βλέμμα. Δεν μπορούσε να κοιτάζει τον εαυτό του και στράφηκε αμέσως αλλού. Η Λάινε έμοιαζε σαν να είχε ξεφορτωθεί από τους ώμους της όλα τα δεινά του κόσμου, και μια λάμψη φώτισε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Στα μάτια του Γκάμπριελ αυτό ήταν σημάδι ανακούφισης. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο βαρύ πρέπει να ήταν γι’ αυτή να κουβαλάει ένα τέτοιο μυστικό ολ' αυτά τα χρόνια, αλλά μετά χύμηξε μέσα του η οργή με όλη της τη δύναμη. "Τι διάβολο είπες!" βρυχήθηκε και έκανε τη Λάινε να τιναχτεί. "Έχουν δίκιο, δεν είσαι εσύ ο πατέρας του Γιάκομπ". «Και τότε ποιος διάβολο είναι;» Σιωπή. Στο μυαλό του άρχισε να αναδύεται αργά η αλήθεια. Έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του και είπε ψιθυριστά: «Ο Γιοχάνες». Η Λάινε δεν χρειάστηκε να το επιβεβαιώσει. Ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν μεμιάς, και μέσα του αναθεμάτιζε την ίδια του την ηλιθιότητα. Αναθεμάτιζε το γεγονός ότι δεν το είχε δει τότε που έπρεπε. Τις κρυφές ματιές, την αίσθηση ότι κάποιος είχει πάει στο σπίτι όσο αυτός έλειπε, η ενίοτε τρομακτική ομοιότητα του Γιάκομπ με τον αδερφό του. «Μα γιατί...;» «Γιατί είχα σχέση με τον Γιοχάνες εννοείς;» Η φωνή της Λάινε είχε αποκτήσει έναν ψυχρό, μεταλλικό τόνο. «Επειδή ήταν όλα όσα δεν ήσουν εσύ. Για σένα ήμουν μια δευτερεύουσα επιλογή, μια σύζυγος που επιλέχτηκε για πρακτικούς λόγους, κάποια που όφειλε να ξέρει τη θέση της και να φροντίζει ώστε να είναι η ζωή σου όπως την είχες σκεφτεί, δίχως την παραμικρή ενόχληση. Όλα θα

έπρεπε να είναι οργανωμένα, λογικά, ορθολογικά - και άψυχα!» Η φωνή της μαλάκωσε τώρα. "Ο Γιοχάνες δεν έκανε τίποτα που δεν το ήθελε. Αγαπούσε όταν ήθελε, μισούσε όταν ήθελε, ζούσε όταν ήθελε... Το να έχω μια σχέση με τον Γιοχάνες ήταν σαν να βίωνα τη δύναμη της φύσης. Με έβλεπε πραγματικά, με έβλεπε, δεν με προσπερνούσε απλώς καθ' οδόν προς την επόμενη επαγγελματική συνάντηση. Κάθε συνεύρεση με αυτόν ήταν σαν να πέθαινα και να γεννιόμουν ξανά». Ο Γκάμπριελ έτρεμε ολόκληρος μπροστά στο πάθος που άκουγε στη φωνή της Λάινε. Μετά, το πάθος αυτό άρχισε να σβήνει, κι εκείνη απέμεινε να τον κοιτάζει με βλέμμα νηφάλιο. «Λυπάμαι πραγματικά που όλ’ αυτά τα χρόνια σε εξαπατούσα σχετικά με τον Γιάκομπ. Πίστεψέ με, το εννοώ αυτό και σου ζητώ συγγνώμη μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου. ΑΧ*... ™
View more...

Comments

Copyright ©2017 KUPDF Inc.
SUPPORT KUPDF