ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ: ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΥΣΤΟ

August 10, 2017 | Author: kostis57 | Category: N/A
Share Embed Donate


Short Description

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ: ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΥΣΤΟ 2009...

Description

ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ

ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΥΣΤΟ Άφορμέζ πνευματικόν άναπροσα νατολισμοϋ

Εκδόσεις 'Αρμός

ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΤΣΤΟ

ISBN 978-960-527-543-3 (μαλακό εξώφυλλο) ISBN 978-960-527-544-0 (σκληρό εξώφυλλο)

© 2009, Στέλιος 'Ράμφος, Παλαιά Πεντέλη Αττικής © 2009, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ ΑΘΗΝΑ: Μαυροκορδάτου 11, Т.К. 106 78 τηλ.: 210 3304196 - 210 3830604, τηλεομοιότυπο: 210 3819439 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Πρασακάκη 5, Т.К. 546 22 τηλ.: 2310-220992, τηλεομοιότυπο: 2310-220910

web: www.armosbooks.gr e-mail: [email protected] παραγγελίες: [email protected]

ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ

ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΥΣΤΟ

Εκδόσεις Αρμός ’Αθήνα ι 2009

Σέ ένα Θεό πού χορεύει

Πρόλογος Στο βιβλίο τοΰτο δημοσιεύω σημειώσεις μαθημάτων μου για τό Πέρα τοΰ καλοΰ και του κακοΟ και την Γενεαλογία τής ήθικής τοΰ Νϊτσε. Τά μαθήματα έγιναν κατά την περίοδο 2007-2009 σε περιωρισμένο άκροατήριο ά/Λά και ύπό τύπον άνοικτών διαλέξε­ ων στο "Ιδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη. Δέν θέλησα νά άναπλάσω την άρχική μορφή των σημειώσεων, δπως έχω κάνει σε προηγούμενες περιπτώσεις, επειδή σκοπός μου ήταν νά προτεί­ νω ένα κείμενο εργασίας και οχι άπλώς άναγνώσεως. Με ενδιέφερε συνεπώς νά ακολουθώ την σκέφι καί την γραφή του Νϊτσε στον βηματισμό τους, νά κρατώ την έντασι της ιδέας σάν στοι­ χείο τοΰ επιχειρήματος και νά μην περιμένω τό γενικώτερο νόη­ μα. νΈτσι έπικοινωνοΰσα καλύτερα μέ τό πυκνό στην διαφάνειά του κείμενο. Αντί νά τακτοποιώ τις έννοιες σε ιεραρχημένο σύνο­ λο, προτίμησα νά φαηίζωνται συγχρόνως άπό τά λεγάμενα και από τις προεκτάσεις τους. ’Άλλο νά γράφης γιά νά χαράξης στο χαρτί τά νοήματα της σκέφεως και άλλο νά κρατης σημειώσεις γιά νά μιλησης. "Οταν γράφουμε γιά δικό μας λογαριασμό δέν αναζητούμε την σαφήνεια πού επιδιώκουμε απευθυνόμενοι σέ ένα κοινό μέ τούς δικούς του τόπους και χρόνους. Ή παρουσία τοΰ άκροατηρίου έπιτάσσει νά σεβώμαστε τις έπικοινωνιακές συμβά­ σεις, ένω ή δημιουργική μοναξιά μας κρατεί έλεύθερα μέσα μας. Ή κατάδυσί μου στά δύο έργα τοΰ Νϊτσε βασίσθηκε σέ προ­ σεκτική άνάγνωσι τοΰ κειμένου τους καί οχι σέ τρίτα διαβά­ σματα, μολονότι έχω ικανά τέτοια σχετικά μέ τήν φιλοσοφία του. Έκτος άπό τό πρωτότυπο είχα στήν διάθεσίμου ξένες και ελλη­ νικές μεταφράσεις. Φοβοΰμαι πώς ο'ι άδυναμίες τών τελευταίων συνδέονται λιγώτερο μέ γνώσι τής γερμανικής και περισσότερο μέ έλλειφι στον τόπο μας συζητήσεως γύρω άπό τον στοχασμό, τήν ορολογία και τό ύφος τοΰ Νϊτσε, άλλά καί μέ τήν έπιδείνωσι τής δικής μας έκφραστικής οσο ό χρόνος παγιώνει φυχικά τις

10

ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΥΣΤΟ

μεταπολιτευτικές γλωσσικές «μεταρρυθμίσεις». ’Ανοίγω τον Νΐτσε κατά άραιά διαστήματα επίμονα από τά τέλη της δεκαετίας του 1960. Γνωρίζω τον κύριο δγκο του έργου του και περισσότε­ ρο ή λιγώτερο καλούς σχολιαστές του - τον Γιάσπερς, τον Χάιντεγγερ, τον Σέλλερ, τον Γκάνταμερ, τον Στράους, τον Φίνκ, τον Λέβιτ, τον Γκαρνιέ, τον Κλοσόφσκυ, τον Ντελέζ, τον Φουκώ, τον Αάουτερ, τον Βαλαντιέ, τον Πηρσον, τούς εισηγητές στο συνέ­ δριο του 'Ρουαγιωμόν, την συλλογική άντίδρασι Γιατί δέν είμα­ στε νιτσεϊκοί, πού έπιμελήθηκαν 6 Αύκ Φερρύ μέ τον Άλαϊν 'Ρενώ... Ό κόπος όλων τους μου έμαθε πολλά και έχει τροφοδοτή­ σει ζωτικά τις σκέψεις μου γιά τον Νϊτσε. Υπάρχουν σάν ύδατογράφημα πίσω από το δικό μου κείμενο, καθώς διατρέχω τούς άφορισμούς του κατευθυνόμενος από τά δεδομένα τής έπιφάνειας στο όρατό κέντρο. Είναι ή δική μου έπιλογή. Μιά συνολική προσέγγισι χάνει τον λαχανιαστό ρυθμό τής σκέφεως. Απαιτεί νά πάρουμε μιά άπόστασι εις βάρος τής άποφάσεως του Νϊτσε νά ύπερβή τά όρια του μονόπλευρου αιτιοκρατικού λόγου. Αύτός ό λόγος άναθεματίζει τήν άντίφασι, πού προβάλλει δικαιώματα «αλήθειας» και κ α τ’ έπέκτασιν άδυνατεϊ νά τήν θεματίση βιω­ ματικά, οπως μπορεί νά κάνη μία βήμα προς βήμα άνάγνωσι των άφορισμών. Ή άντίφασι είναι «τρόπος» και οχι άνημπόρια τού Νϊτσε. Ώς τρόπος υποστηρίζει έμπράκτως τήν ιδέα του γιά τό άνυπόστατο τής αλήθειας. ’Εναντίον τής αλήθειας στρέφει έγγράφως τις « α ντιφ άσεις» του 6 Νϊτσε. Μέ κίνδυνο νά άναιρέση τον εαυτό του - άλλά δέν είναι κι αύτό «άντίφασι»; Μέ αύτό τό σκεπτικό άκολούθησα τον βηματισμό του Νϊτσε, άντι νά ανοιχτώ σέ γενική συζήτησι των άντιλήφεών του μέ τις άναπόφευκτες αρνήσεις και άποδοχές. Προτίμησα νά άντιμετωπίσω τήν λογική του οπως ξετυλίγεται στήν ακολουθία των άφορισμών, λογική τής ζωής ώς πολιτισμού, πού χρειάζεται τήν α ­ λήθεια γιά νά διεκδίκηση έναντίον των άνεζέλεγκτων ένορμήσεων τήν τιμή του άνθρώπου εν ελευθερίά και δικαιοσύνη. ’Όχι τής συλλογιστικής των άντικειμενικών βεβαιοτήτων άλλά τής δυνάμεως πού ενέχει ή ροπή τής σκέφεως προς καθολικότητα, ρο­ πή συνυφασμένη μέ τήν πίστι στήν άζία τής αλήθειας και τήν χρεία της προκειμένου νά συγκροτηθή ή τάζι έκείνη των σημα­ σιών ή οποία έπιτρέπει στούς άνθρώπους νά κοινωνοΰν μεταξύ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

11

τους. Άλλο ή άλήθεια πού εδραιώνει μια έννοια και ηθική της εύθύνης, άγνωστη στα νιτσεϊκά γραπτά, καί άλλο ή ύπονόμευσι των ορθολογιστικών βεβαιοτήτων πού κλειδώνουν τον ορίζοντα τοΰ κόσμου καί μάς εγκλωβίζουν μέσα του' άλλο ή διάρρηξι τής μεταφυσικής ενότητας τοΰ κόσμου καί τό τέλος τοΰ ετερόνομου υποκειμένου πού τήν στήριζε καί άλλο ή συνθήκη ενός κόσμου νοουμένου υπό δρους έλευθερίας ή ενός ύποκειμένου τό όποιο υπ­ άρχει αύτοκριτικά στην διεκδίκησι τής αυτονομίας του, ήδέ αύτονομία του απαιτεί τήν δημιουργική έκρηκτικότητα τών άσύνειδων δυνάμεων της φυχής του. Στις διαφορετικές τοΰτες έκδοχές τής αλήθειας καί τοΰ ύποκειμένου της, κανείς βρίσκει καί χάνει τον Νϊτσε. Έπέλεξα τό Πέρα του καλοΰ και του κακοϋ καί τήν Γενεα­ λογία τής ήθικής έπειδή άκριβώς τά βρίσκω πιο μεστά, πιο προ­ κλητικά καί πιο δύσκολα άπό ολα τά έργα τοΰ Νϊτσε. Αέν μοΰ κινοΰν κάποιο ιδιαίτερο ένδιαφέρον έργα μάλλον άνώδυνα σαν τήν Χαρούμενη γνώσι ή τήν Χαραυγή, πολύ δέ περισσότερο βιβλία παθιασμένης γενικότητος σάν τό Τάδε εφη Ζαρατούστρας! Μέ τό Πέρα τοΰ καλοϋ καί τοΰ κακοΰ καί τήν Γενεαλογία τής ήθι­ κής φθάνουμε νά άναρωτιόμαστε αν όντως μποροΰμε νά ζήσουμε χωρίς άλήθεια καί ήθική, άν πρέπη νά άρνηθοΰμε συνολικά αύτές τις θεμέλιες άξιες τοΰ εύρωπαϊκοΰ πολιτισμού γιά νά τον σώσουμε. Άράγε θά ΐσχυε ή ένδεχομένη άρνησί μας -κ α ί κάθε άρνησι- άν δέν ύπάρχη άλήθεια έκτος τής ερμηνείας της; Είναι μόνο θεωρητική άξια ή άλήθεια ή είναι καί έμπράγματη; Στήν πρώτη περίπτωσι επιβάλλεται μέ τήν δύναμί' στήν δεύτερη χρει­ άζεται καί τό δίκαιο. Ή μόνο ή ψευδαίσθησι τής τέχνης είναι ι­ κανή νά μάς σώση άπό μιάν άλήθεια πού δέν διαφέρει άπό τυ­ πική σύμβασι; Γίνεται ώστόσο νά άγαποΰμε τήν τέχνη έφ' δσον δέν τήν πιστεύουμε; Άν δέν παίρνουμε τό ψέμα γιά άλήθεια; Μό­ νο ή άλήθεια μπορεί νά συγκινή, άρκεϊ νά μήν τήν συγχέωμε μέ τήν συλλογιστική βεβαιότητα. Όμως έάν ή άλήθεια μόνο συγκινή, ή τέχνη δέν ύπάρχει γιά νά μήν πεθαίνουμε άπό τήν συμ­ βατική άλήθεια, υπάρχει γιά νά ζοΰμε άπό τήν άλήθεια ως αύθεντική πραγματικότητα της κοινωνίας. Μήπως ή ιδέα τής προ­ οπτικής δέν εδραιώθηκε στήν άναγεννησιακή έκφρασι καί δόξα τής άλήθειας;

12

ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΥΣΤΟ

Ό Νϊτσε αντιμετώπιζε τήν αλήθεια ώς ερμηνεία των δυνατών τής ζωής προς αύτοδικαίωσι, είτε στέκονταν ψηλά είτε ανέβαι­ ναν από κάτω, ερμηνεία άέναη τής δικής τους θελήσεως στις τροπές τών καιρών, τών κόσμων, τών πολιτισμών. Τό θέμα δέν είναι ή έρμηνεία πού διαλύει στο υστερόβουλο νόημά της τήν α ­ λήθεια, είναι τό «αέναη», πού διαλύει στις συνθήκες τό ίδιο τό νόημα. Ύπ’ αύτό τό πρϊσμα έκρινα προτιμότερο αντί νά άνοίξω έν γένει συζήτησι περί νοήματος, νά δοκιμάσω τις άντοχές του νοήματος στά ίδια τά γραπτά του Νϊτσε. Έπέλεζα λοιπόν νά α ­ κολουθήσω άπό κοντά ή καί βήμα προς βήμα τά δύο έργα του, ώστε νά παραιτηθώ, εί δυνατόν, καί άπό τις δικές μου «προκα­ ταλήψεις». *Ετσι άφέθηκα στις σημειώσεις μου γιά τά ίδια τά κείμενα άποφεύγοντας νά άρθρώσω άπό τήν δική μου πλευρά ώργανωμένο λόγο. Αυτές δίνω στήν δημοσιότητα μέ δευτερεύουσες παρεμβάσεις, οπού ή τηλεγραφική διατύπωσι του χειρο­ γράφου καθιστούσε τις επεξηγηματικές προεκτάσεις απαραίτη­ τες και ή βιαστική όργάνωσι του έπιχειρήματος τις διορθωτικές κινήσεις ύποχρεωτικές, άλλά καί μέ πολλαπλές συμπληρώσεις, δπου ή άκεραιότητα τής άναπτύξεως τό έπέβαλλε. Παρακολου­ θώ, σχολιάζω καί σκέπτομαι. Δέν έπιδοκιμάζω ούτε άποδοκιμάζω άλλά συζητώ τόσο αύτό πού λέει ό Νϊτσε δσο καί αύτό πού τον τυραννεϊ. 01 σημειώσεις είναι στήν πραγματικότητα υπο­ γραμμίσεις καί έρωτηματικά γιά τήν νιτσεϊκή κατανόησι τής άλήθειας μέ δρους θελήσεως, τής ήθικής μέ δρους ένοχικής συνειδήσεως καί πιο πίσω γιά τήν ανελέητη κριτική πού άσκεϊ κατά τών δημοκρατιών της ίσότητος καί τών δικαιωμάτων έν όνόματι μιας ιεραρχικής κοινωνίας κι ενός ιεραρχικού πολιτισμού. Διό­ τι αύτό πού τον έρεθίζει καί τον έξαγριώνει είναι άκριβώς ή έπερχόμενη, μέ άπόλυτη γιά έκεϊνον βεβαιότητα, κατάρρευσι τοΰ εύρωπαϊκοΰ κόσμου ύπό τό βάρος τοΰ άξιακοΰ μηδενισμού τής κυ­ ρίαρχης μετριότητος. Εκατό τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του είναι προκλητικά παρών κάθε φορά πού ή δοκιμασία του νοήματος δημιουργεί πρά­ γματα καί διλήμματα στις άενάως νεανικές δημοκρατίες μας, τις μονίμως ανώριμες στήν ωριμότητά τους. Μπορούμε νά δια­ βάσουμε τον Νϊτσε σάν άντιδραστικό άρνητή τής νεώτερης φι­ λελεύθερης δημοκρατίας καί νά τό στηρίξουμε σέ πλήθος διακη-

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

13

ρύζεις του. Αέν εξηγούμε όμως ετσι τον ρωμαλέο στοχασμό και την συναρπαγή τοΰ ύφους του. Ήδύναμι τοΰ νιτσεϊκοΰ ύφους υπ­ αγορεύει νά τό χαιρώμαστε ώς έξέγερσι τοΰ πνεύματος γιά την εκπτωσίτου. Αέν είναι μέθη έναντιώσεως, ρητορική ενός πάθους χωρίς περιθώρια γιά την δημιουργική σκέψι και πολύ περισσότε­ ρο γιά διαπεραστική ευαισθησία. Άλλο νά διαβάζης ντε Μαίστρ και άλλο νά διαβάζης Νϊτσε! Θά μιλούσαμε γιά κατάλοιπο ενός παρωχημένου κόσμου, άν ό Νϊτσε ήταν απλώς κολλημένος στο παρελθόν, άντ'ι νά συντριβή είδωλα και νά άπομυθοποιή προβλη­ ματικά ιδεώδη, νά άποδεσμεύη ενέργειες και νά μεταδίδη έλευθερωτικά αισθήματα. Ωστόσο ήταν γέννημα της άναδυόμενης εύρωπαϊκής δημοκρατίας, ή όποια τότε ζητοΰσε, σάν άλλος Διο­ γένης, τον άνθρωπό της και μόλις τώρα φαίνεται νά τον βρίσκη σέ ένα υπεύθυνο άτομο -προς τό παρόν μάλλον κινητικό παρά δημιουργικό- χωρίς άλλη ταυτότητα άπό εκείνη τοΰ πολίτη, άφοΰ οί κυρίαρχες άλλοτε συλλογικές ταυτότητες άποτελοΰν τώρα ιδιωτικά στοιχεία. Ό Νϊτσε δέν πολεμά συλλήβδην τήν νεωτερικότητα αλλά άντιδρα βίαια στις ποιοτικές της άδυναμίες. Τις αποδίδει μάλιστα στήν κατάρρευσι των Ιεραρχικών συστη­ μάτων και ιδανικών, χωρίς νά τον άπασχολή δτι οί δημοκρατίες οφείλουν νά βρίσκουν στον χρόνο τό κρίσιμο έκεϊνο σημεϊο πού ε­ πιτρέπει νά οικοδομούμε καί οχι νά μηδενίζουμε, νά άξιώνουμε καί οχι νά υπερβαίνουμε τον άνθρωπο. ’Ίσως ζητοΰσε άπό τήν δημοκρατία τήν υπερβολική ιδιοσυγκρασία του, δμως ή δημο­ κρατία είναι καθεστώς συναινέσεων καί οχι πολώσεων. Ώς τέ­ τοια διακρίνει, στήν πραξι έστω, κάτι γιά τον Νϊτσε άδιάκριτο: τήν διαφορά τής πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητος άπό τον πνευματικό προσανατολισμό τής ύπάρζεως. Ή πρώτη χωρεϊ τον δεύτερο άρκεϊ νά συνυπάρχουμε έλεύθεροι έν δικαιοσύνη· στον δεύτερο μόνο του ή δημοκρατία δέν βρίσκει κατάλληλο έδαφος. Νά θυμίσω πώς τούτη ή σύνθεσι ήταν τό διακύβευμα της πλα­ τωνικής πολιτείας καί νά σημειώσω πώς ή ακατανοησία του καί ακατανοησία τής αγωνίας τοΰ Φιλοσόφου νά όρίση άξιακά τό σχετικό μάς κάνει νά μιλοΰμε άστόχαστα γιά πλατωνικό ολο­ κληρωτισμό ή γιά είκονογραφικό παραλληλισμό τοΰ πολιτικού βίου μέ τό ψυχικό πρωτότυπο. Ή έπικαιρότητα τοΰ Νϊτσε μοΰ υπέβαλε νά ακολουθήσω τήν

14

ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΪΣΤΟ

σκέψι του άπό κοντά. Μέ ένδιάφερε αύτό τό όποιο διάβαζα χωρίς νά αίσθάνωμαι τήν ανάγκη παραπομπών σέ άλλα σημεία τοΰ έργου του. Δέν μου χρειαζόταν, οπότε τό έκανα μέ φειδώ άπό σε­ βασμό στο άφοριστικό αίσθημα. Έργάσθηκα πολύ άπλα: Ξεκι­ νούσα μέ άνάγνωσι τοΰ άφορισμοΰ, συνέχιζα μέ περίληψί του, προχωρούσα σέ διευκρινήσεις τών λεγομένων και έν συνεχείας τά συζητούσα. Εννοείται δέν θά έκανα τίποτε άπό αυτά έάν τό κεί­ μενο έλεγε οτιδήποτε, ούτε θά μέ ένδιέφερε ή δημοσίευσι τοΰ υλι­ κού τών διαλέξεων αν δέν ήθελα νά καταθέσω τις σκέψεις μου. Δέν γράφω ώς κάτοχος τής άλήθειας, άλλά μόνο μέ τήν προϋπόθεσι τής άλήθειας μπορώ νά άνοίξω διάλογο μέ τήν νιτσεϊκή αλήθεια ώς άπόρριψι κάθε άλήθειας στο όνομα τής ερμηνείας της. Έκτος και αν μιλούμε γιά βεβαιότητα, ή οποία δέν είναι α ­ σφαλώς ή άλήθεια. ’Εφ’ δσον θέλω νά πώ κάτι και νά γίνη αντι­ ληπτό, ό λόγος μου υπάρχει γιά τήν άλήθεια. Ή άλήθεια συνυφαίνεται μέ τον λόγο: βρίσκεται σέ ο,τι ονομάζουμε καί κοινωνεΐμέ ο,τι επικοινωνούμε. Ύ π’ αυτή τήν έννοια είναι, γιά νά μήν ξεχνούμε τον Πλάτωνα, ήθικό μέγεθος προστατευτικό τοΰ άνθρώπου άπό τήν αυθαιρεσία τοΰ συνανθρώπου και τά δεινά της. Άν ή αυθαιρεσία γίνεται στήν αδιαφάνειά της άντικοινωνική, ή άλήθεια είναι κοινωνητική στήν διαφάνειά της. Ή γόνιμη άντίφασι στήν ματιά δέν αίρει τήν βαθύτερη άντινομία στο αίτημα. Ό Νϊτσε είναι άντιφατικός στήν μεταφυσική και μή προσέγγισι τών θεμάτων του, άλλά άδιέξοδος στο εγχεί­ ρημά του. Υποδεικνύει στήν φιλοσοφία νά βρή τον καλό της εαυ­ τό ενός τρόπου ζωής σέ διαρκή έπανεκτίμησι τών σκοπών του, υγιεινή αύτοπροσδιορισμοΰ στά διαφορετικά στρώματα τοΰ χρό­ νου, καί συγχρόνως άπορρίπτει τήν ϊδια τήν άξια τού σκοπού. 'Ο­ μολογώ, άπολαμβάνω ιδιαίτερα τήν μεταφυσική προσέγγισι, γιά νά μήν σταθώ μέ προσοχή στήν αντίθετη της. Τό «καλό γού­ στο», θά έλεγε, άπαιτεϊ νά μήν διακρίνης. "Ομως δέν μπορώ νά μήν παρατηρήσω οτι έτσι ό Νϊτσε υιοθετεί τό πλατωνικό επέ­ κεινα άγαθό καί μέ τήν ϊδια κίνησι άποκηρύσσει τήν πλατωνική ιδέα. Μέ άποτέλεσμα νά φιλοσοφή άρνητικά γιά τον κόσμο μας, χωρίς νά ζητή καί τά δρια αυτής τής άρνήσεως, νά τήν σκέπτε­ ται δηλαδή έν σχέσει προς κάτι υψηλότερο, πραγμα τό όποιο θά συνιστοΰσε καί θεραπευτική. Γιατί, οπως έχουν τονίσει εύστοχα,

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

15

έάν δέν ύπάρχη απόλυτο, μόνος τρόπος να προκόβη τό σχετικό εϊναι νά προσβλέπγ] σέ ανώτερη μορφή όργανώσεως της ζωής. Αυτή ή «ιδέα» έγγυάται τήν έζέλιζι ή όποια καί τό καταξιώνει. Κ αι δέν μπορώ επίσης νά μήν σαφηνίσω οτι αναζητώ στά δύο κείμενα δρόμο γιά νά βγώ μέσα άπό τήν έξωτερική τους λογική στήν εσωτερική τους αντινομία - στο αδιέξοδο πού συνιστοί τό αιώνιο «τώρα» τοΰ θέλω γιά τό άτέρμονο «μετά» τής θελήσεως και κ α τ’ έπέκτασιν τοΰ Νϊτσε γιά τον εαυτό του. ’Εδώ ή φιλο­ σοφία δέν κρύβει άλλη φιλοσοφία: φαίνεται νά ά-ληθεύη. Πεντέλη, Αύγουστος 2009

I

ΠΕΡΑ ΤΟΤ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

2

Νϊτσε γιά καλό γούστο

Εισαγωγικά Ό Μεσαίωνας υπέταξε τήν γνώσι στήν πίστι καί τήν φιλοσοφία στήν θεολογία ζητώντας άπό τον άνθρωπο νά ύπάρχη γιά τον άλλο κόσμο τοΰ Θεοΰ. Τό κλείσιμο τοΰ άνθρώπου στις άλήθειες τής πίστεως προκάλεσε καί κλείσιμό του στο αίσθημα. Καρπός αύτής τής στάσεως ήταν ή μυστική θεολογία ώς εσωτερική -α­ ποφατική- έμπειρία τοΰ θείου. Μετά τον 9ο αιώνα, άλλά κυρίως τον 12ο καί 13ο, οί σχολαστικοί θεολόγοι τής Δύσεως έγκαινίασαν κάτι καινούργιο: έπεχείρησαν νά έξηγήσουν λογικά τις άλήθειες τής πίστεως. Ή φιλοσοφία άνέλαβε τότε ώς «θεραπαινίς τής θεολογίας» νά συμβιβάση τις διαφορές μεταξύ έξ άποκαλύψεως άλήθειας καί μεταφυσικής σκέψεως στά πλαίσια τής πατερικής διδασκαλίας. Ή γνωριμία, χάρι στους ’Άραβες, μέ τήν φιλοσοφία τοΰ ’Αριστοτέλη άνοιξε στους Σχολαστικούς νέους ορί­ ζοντες, τούς έκανε νά έπανεκτιμήσουν τά μέχρι τότε κεκτημένα τής γνώσεως καί νά άναγνωρίσουν τήν αύτονομία έπιστημών όπως ή άστρονομία, τά μαθηματικά καί ή ιατρική. Μάλιστα ό Θωμάς Άκινάτης μπόρεσε νά πραγματευθή θεολογικά ζητήμα­ τα μέ φιλοσοφική έπιχειρηματολογία καί κατώρθωσε νά φθάση σέ σύνθεσι θεολογίας καί φιλοσοφίας, άναγνωρίζοντας ταυτό­ χρονα καί τήν αύτονομία τών μεθόδων τους. Ή θετική -κατα­ φατική- θεολογία ήταν πλέον γεγονός καί μαζί της ή θεία λο­ γική νομιμοποίησε τήν άνθρώπινη. Αύτό δέν έμεινε χωρίς συνέ­ πειες, άφοΰ ή λογική εθετε πλέον τό ζήτημα τής βεβαιότητος καί ή βεβαιότης έφερε στήν επιφάνεια τό έρώτημα τοΰ άνθρωπίνου σκέπτεσθαι καί τοΰ κύρους του. Ό 14ος αιώνας κυριαρχείται άπό τήν διαμάχη γιά τις γενικές έννοιες (πρόβλημα τών Καθό­ λου) στους κόλπους τών Σχολαστικών, οί όποιοι διασπάστηκαν σέ «ρεαλιστές» (οί γενικές έννοιες ύπάρχουν καί προηγούνται τών πραγμάτων) καί σέ «νομιναλιστές» (ύπάρχουν μόνο τά άτομικά πράγματα ξεχωριστά καί οί γενικές τους έννοιες είναι ά-

20

ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΥΣΤΟ

πλώς ονόματα πού δόθηκαν τυχαία έκ τών υστέρων). Πατούμε τό κατώφλι της ’Αναγεννήσεως. Ή Άναγέννησι εισάγει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό στήν Νεωτερικότητα συνδυάζοντας στοιχεία του μεσαιωνικού κόσμου μέ πρωτοποριακά ευρήματα. Ό δρος «Άναγέννησι» είναι πολύ με­ ταγενέστερος: ανήκει στον Μισελέ, ό όποιος στήν Ιστορία της Γαλλίας (1854) τον χρησιμοποίησε γιά νά περιγράψη τήν περίο­ δο τοΰ 15ου-16ου αιώνα ώς «άνακάλυψι τοΰ άνθρώπου καί τοΰ φυσικοΰ κόσμου». Κατευθυντήρια ιδέα τής ’Αναγεννήσεως είναι ή άναβίωσι τής κλασικής άρχαιότητος, άλλά έπιχειρεΐται μέ τήν αύτοπεποίθησι τοΰ μεταμεσαιωνικοΰ άνθρώπου καί τό άνθρωποκεντρικό πνεΰμα του. Έξ ου καί συνδέεται μέ τήν ιδρυσι τών ιτα­ λικών δημοκρατιών, τής πολιτικής έπιστήμης άπό τον Μακιαβέλι, τήν έμφασι στις άρμονικές σχέσεις, τήν ίδέα τής άπειρίας τοΰ σύμπαντος (λυτρωτική σύλληψι τοΰ Τζορντάνο Μπροΰνο), τήν τυπογραφία, τήν πυρίτιδα, τήν πυξίδα, τον ήλιοκεντρισμό, τήν λουθηρανική Μεταρρύθμισι καί τήν προοπτική. Ή τελευταία ισορροπούσε τον χώρο καί τόν χρόνο μέ μιά αίσθησι βάθους, ή οποία μέ τήν σειρά της έπέτρεπε τήν ρεαλιστική-άναλογική άναπαράστασι προσώπων και πραγμάτων άπό τήν οπτική γωνία τοΰ θεατή. Ό έκτος τόπου καί χρόνου συμβολισμός τής μεσαιωνικής εικονογραφίας παύει πιά νά ύφίσταται, γιά νά καταλάβη τήν θέσι του ή λογική ματιά τοΰ υποκειμένου πού βλέπει μέ τούς δρους του τόν κόσμο. Εννοείται ό υποθετικός τοΰτος θεατής γίνεται θέμα ζωγραφικό καί ή άτομικότητά του έμπνέει τήν τέχνη τής προσωπογραφίας ώς μοναδικότητα. Κι έδώ ή ρήξι μέ τήν κοινό­ τητα πίστεως τοΰ Μεσαίωνα είναι άναπόφευκτη, δπως είναι άναπόφευκτη ή λήθη άξιών σάν τήν ταπείνωσι, στο δνομα τής ίδιας τής άξίας τοΰ άνθρώπου καί τοΰ ούμανιστικοΰ κινήματος. Ό Ούμανισμός ώς πνευματικό κίνημα βασιζόταν στήν κλασική γραμματεία τής ’Αρχαιότητος, γιά νά διδάξη τήν έμπιστοσύνη στήν παιδεία, τήν τέχνη, καί τήν έπιστήμη, νά ύπερασπισθή τήν ορθολογική σκέψι, τήν ένότητά της μέ τήν πραξι, τήν δουλεμένη γλώσσα καί τήν προσωπική έκφρασι. Τήν θέσι τοΰ Δάντη τώρα παίρνει ό Πετράρχης, πού μορφώνει μέ τόν λυρισμό του τήν εύαισθησία τοΰ άναδυόμενου άτόμου. Οί φυσικές έπιστήμες μέ δεδομένη τήν άπειρία τοΰ σύμπαν-

ΠΕΡΑ ΤΟΓ ΚΑΛΟΤ ΚΑΙ ΤΟΓ ΚΑΚΟΓ

21

τος καί ό συνδυασμός τους μέ τήν φιλοσοφία, ή άναγνώρισι τής άτομικής συνειδήσεως, ή άστική άνάπτυξι, ή δημιουργία απολυ­ ταρχικών έθνικών κρατών μετά τούς θρησκευτικούς πολέμους (1648) καί ή άναγνώρισι κανόνων διεθνούς νομιμότητος, ή θεω­ ρία του φυσικού δικαίου είς αντιστάθμισμα τών έλέω Θεού μο­ ναρχιών, έφεραν στήν έπιφάνεια μιά νέα πραγματικότητα, τήν όποία χαρακτηρίζουν πνευματικά ό ορθολογισμός καί ό εμπειρι­ σμός, άλλά θεμελιώνει ό άναστοχαστικός, αύτοαναφερόμενος άνθρωπος, τό γνωστό μας υποκείμενο. Μιλούμε γιά τον 17ο αιώ­ να, πού άνάγει τήν συνείδησι σέ φιλοσοφική κατηγορία διαφορε­ τική άπό τον κόσμο τών πραγμάτων, καθαρή σκέψι ή όποία άναζητεΐτά θεμέλια τής ίδιας τής γνώσεως, ώστε τά πορίσματά της νά συγκροτούν ενότητα. Ποιά είναι ή άλήθεια καί πώς τήν γνω­ ρίζουμε, είναι τό κρίσιμο ερώτημα, στο οποίο δίνονται δύο άπαντήσεις: Ή συνείδησι έχει περιεχόμενο τις αισθητηριακές έμπειρίες, ταξινομούμενες σύμφωνα μέ τις άρχές τής όμοιότητος καί τής αίτιότητος, άποκλειομένης κάθε έννοιας έμφύτων ιδεών (Εμπειρισμός)· μοναδική πηγή τής γνώσεως είναι ή έλλογη σκέψι, πού άνεξαρτήτως έμπειρίας έδραιώνει έ'να γενικής ισχύος σύστημα έννοιών κατά τά μαθηματικά πρότυπα (’Ορθολογι­ σμός). Πρωταγωνίστησαν γιά τον έμπειρισμό ό Λόκ («Δέν βρί­ σκουμε τίποτε στον νοΰ, πού νά μήν προϋπήρξε στήν αίσθησι»), σθεναρός ύποστηρικτής τής πολιτικής έλευθερίας, τής ίσότητος καί τού άπαραβιάστου τού προσώπου- ό Μπέρκλεϋ («Υπάρχει μόνο δ,τι αισθανόμαστε- δέν ύπάρχει τίποτε εξω άπό τήν αισθη­ τηριακή συνείδησι») καί -στον 18ο αιώνα- ό Χιούμ (ή γνώσι εί­ ναι προϊόν τών αισθητηριακών έντυπώσεων καί τών ίδεών τους, τών «ειδώλων» τους δπως αύτά σχηματίζονται άπό τον νοΰ). Γιά τον ορθολογισμό ό Ντεκάρτ («Σκέπτομαι, άρα ύπάρχω» - ή πραγματικότητα υπάρχει γιά έμάς μόνο ώς πλάσμα τοΰ νοΰ), ό Σπινόζα («Ό Θεός είναι μία καί μόνη ουσία τοΰ φυσικοΰ κό­ σμου») καί ό Λάιμπνιτς («Τίποτε έκτος άπό τό Ένα στήν 'Ολό­ τητα», οπότε «ζοΰμε στον καλύτερο άπό τούς δυνατούς κό­ σμους»), Ό έπόμενος, 18ος αιώνας, είναι κυρίως ό αιώνας τοΰ Διαφω­ τισμού καί δευτερευόντως τοΰ 'Ρωμαντισμοΰ. Γιά τήν άκρίβεια ό Διαφωτισμός έκτείνεται στήν ιστορική περίοδο μεταξύ Άγγλι-

22

ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΓΟΥΣΤΟ

κής καί Γαλλικής έπαναστάσεως (1688-1789) καί έκδηλώνεται μέ πίστι στήν άνεξαρτησία τής σκέψεως, στήν έλευθερία τοΰ άτόμου νά χρησιμοποιή τήν λογική του σέ δλους τούς τομείς καί νά άμφισβητή τά παραδοσιακά πρότυπα, άλλά καί μέ έμφασι στήν καλλιέργεια μιας ήθικής εύαισθησίας προς τό υπερβατικό, πού προϋπέθετε, έκτος τής ίδιότητος τοΰ πολίτη, τήν έσωτερική ζωή τοΰ άτόμου καί ένθαρρυνόταν κατά βάσιν άπό τήν προτεσταντική -πιετιστική- έπιδίωξι τής άμεσης προσωπικής σχέσεως τοΰ πιστοΰ μέ τόν Θεό. Ό ϊδιος ό Ίμμάνουελ Κάντ ειχε ορί­ σει τόν Διαφωτισμό ώς έξοδο τοΰ άνθρώπου άπό τήν άνωριμότητά του, γιά τήν όποια είναι υπεύθυνος, έφ’ δσον δέν εχει τό θάρ­ ρος νά χρησιμοποιή τόν νοΰ του αυτοδύναμα, χωρίς τήν καθοδήγησι κάποιου άλλου. Συνυφασμένη μέ τήν άπόρριψι τής παραδο­ σιακής αυθεντίας καί τής ορθολογιστικής φιλοσοφίας, άλλά καί μέ τήν τιμητική δεξίωσι τής λογικής οπως καί τής έξωθρησκευτικής ήθικής, ήταν ή έδραία πεποίθησι δτι ή έξέλιξι τών έπιστημών θά έξηγοΰσε δλα τά φυσικά καί τά ψυχικά φαινόμενα καί θά έφερνε μία λυτρωτική πρόοδο. Ποτέ άλλοτε ή Εύρώπη δέν έπηρεάσθηκε τόσο έντονα άπό τήν φιλοσοφική άναζήτησι καί δέν ειχε συνείδησι δτι άφήνει οριστικά τόν «σκοτεινό», κλειστό χρι­ στιανικό Μεσαίωνα, γιά νά μπή σ’ ένα καινούργιο κόσμο. Ό κό­ σμος τοΰτος γιά τήν Γαλλική Εγκυκλοπαίδεια ήταν ενας κό­ σμος έπιστημονικής γνώσεως καί μιας κατανοήσεως τής σκέ­ ψεως ώς ένεργείας τής ύλης, πού άφηνε μεγάλα περιθώρια γιά μιά θρησκεία ή οποία συμφιλιώνεται μέ τήν λογική άλλά δέν συμβιβάζεται μέ τόν τυραννικό δογματισμό τής 'Ρωμαιοκαθο­ λικής Εκκλησίας. Στήν ύπερτροφική άνάπτυξι τής λογικής καί στήν άπομάκρυνσι τοΰ άνθρώπου άπό τήν φύσι καί τό αίσθημα άντέδρασε ό 'Ρωμαντισμός τονίζοντας τήν ύποκειμενικότητα ώς άρχή κατανοήσεως τοΰ κόσμου, προτείνοντας τήν σύγκρασι τοΰ πεπερασμένου μέ τό άπειρο καί ύμνώντας τήν ελεύθερη δημι­ ουργική δύναμι τής φαντασίας. Μείζονες προσωπικότητες τοΰ 18ου αίώνος στον χώρο τής φι­ λοσοφίας εϊναι -έκτος τοΰ Χιούμ- ό 'Ρουσώ (1712-1778) καί ό Κάντ (1724-1804). Μέ τόν πρώτο άρχίζει ή άντίδρασι πρός τήν άταλάντευτη πίστι τοΰ Διαφωτισμοΰ στήν σκέψι τοΰ άνθρώπου. Είναι κατά κάποιον τρόπο ό γενάρχης τοΰ 'Ρωμαντισμοΰ, μολον-

ΠΕΡΑ TOT ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΓ ΚΑΚΟΓ

23

ότι σέβεται περισσότερο άπό τούς ύπερμάχους τοΰ Διαφωτισμού τά δικαιώματα τοΰ άνθρώπου. Ό 'Ρουσώ άνακαλύπτει τό παιδί καί άντιπαραθέτει στήν τυποποιημένη υπερβολή τής ήλικιωμένης λογικής τήν τρυφερή παιδική φαντασία. "Ετσι στον Αιμίλιο η Περί αγωγής θά προτείνη μιά «φυσική έκπαίδευσι», ή όποια ένθαρρύνει τις φυσικές κλίσεις καί δεξιότητες του παιδιού, καί θά άπορρίψη τήν καθιερωμένη τότε μεγαλίστικη άπώθησί τους. Συνεπής μέ τήν ιδέα του γιά τον άνθρωπο καί τήν κοινωνική του όργάνωσι, εύρισκε τήν ίδια τήν σκέψι άφύσικη καί τον σκεπτόμενο έκφυλισμένο ζώο. Θεωρούσε ολέθρια τήν άπομάκρυνσι άπό τήν φύσι καί τήν άρχική άρμονική συνύπαρξι του άνθρώπου μα­ ζί της, συνύπαρξι ή όποία τοΰ έδινε αύτοεκτίμησι καί τον ένωνε αέ το\ι εαυτό του vwd \ιλ τούς αΚΚους. Το υ .
View more...

Comments

Copyright ©2017 KUPDF Inc.
SUPPORT KUPDF